← Ελλάδα

6. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 331 της 24/31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α' 116) Νόμ. 4125/1960 "Κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλή

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, την τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών δικαστηρίων, καθώς και τον καθορισμό των τελών της διαδικασίας. Ουσιαστικά, καθορίζει τους κανόνες για το πώς διεξάγονται οι φορολογικές υποθέσεις στα διοικητικά δικαστήρια.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 331 της 24/31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α' 116) Νόμ. 4125/1960 "Κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και καθορισμός των τελών της διαδικασίας". Με την παρ. 19 άρθρ. 5 Νόμ. 2753/17-17 Φεβρ. 1999 (ΦΕΚ Α΄31) Τόμ. 27 σελ. 194,726, ορίστηκε ότι όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται διατάξεις του Νόμ. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α΄), εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του Νόμ. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, κατωτ. αριθ. 13) και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τέτοιες αντίστοιχες διατάξεις στο νόμο αυτό, εξακολουθούν να εφαρμόζονται τα κείμενα των διατάξεων του Νόμ . 4125/
  2. Με το τελευταίο εδάφιο παρ. 3 άρθρ. 36 Νόμ. 1406/14 - 14 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Α' 182) (τόμ. 1Α σελ. 208, 211) ορίστηκε ότι σε περίπτωση νοηματικής διαφοράς επικρατεί το αρχικό κείμενο του νόμου που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα. Έχοντας υπόψη : Τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 2 εδ. γ' και 3 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α'), με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζουμε : Άρθρο μόνο. Το κείμενο του νόμου 4125/1960 "κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και καθορισμός των τελών της διαδικασίας", όπως ήδη ισχύει και μεταγλωττίστηκε στη δημοτική από την Επιτροπή του άρθρου 36 παρ. 1 του ν. 1406/1983, έχει ως εξής : Νόμος 4125/1960 "Κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και καθορισμός των τελών της διαδικασίας". ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ Πρώτο άρθρο. Κυρώνεται ο κώδικας φορολογικής δικονομίας, ο οποίος καταρτίστηκε από την ειδική Επιτροπή που είχε συσταθεί με το ν. δ. 3603/1956 για τη σύνταξη κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και φορολογικής δικονομίας. Ο κώδικας αυτός έχει ως εξής ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Με το άρθρ. 22 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199), τόμ. 9 σελ. 202, 07, ορίστηκε ότι: "Όπου σε διάταξη νόμου γίνεται παραπομπή α)στα άρθρ. 8 και 9 του ν.δ. 3845/ 1958 (ΦΕΚ 149), όπως τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, η παραπομπή λογίζεται ότι γίνεται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 6 και 7 του κώδικα φορολογικής δικονομίας και β)στα άρθρ. 13 και 20 του ίδιου ν. δ. 3845/1958, η παραπομπή λογίζεται ότι γίνεται στις διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων". ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Α' ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Φορολογικές διαφορές άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6 - 6 Μαΐου 1997, ΦΕΚ Α' 67, κατωτ. αριθ.
  3. 4.

(5).Η εκδίκαση των υποθέσεων κατά την παρ. 2 μπορεί να γίνεται και εκτός της έδρας του δικαστηρίου σε πόλεις ή κωμοπόλεις της περιφέρειάς του που ορίζονται από τον πρόεδρο, ο οποίος λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ιδίως τις αποστάσεις και τις απαιτούμενες δαπάνες για την προσέλευση των φορολογουμένων. 5.
(6)Οι αποφάσεις του μονομελούς δικαστηρίου για τις συζητούμενες εκτός της έδρας του υποθέσεις μπορεί να εκδίδονται και να δημοσιεύονται στην έδρα του δικαστηρίου. 6)7).Οι εφέσεις κατά αποφάσεων του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου εκδικάζονται από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο». Μετά την κατάργηση της παρ. 4, οι παρ. 5, 6 και 7, αναριθμήθηκαν σε 4, 5 και 6 αντίστοιχα από την περίπτ. β'. της παρ. 7, του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6 - 6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ.
  1. Το άρθρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το ΄Αρθρο
  2. Ορισμός δικασίμου. 1.Ο φάκελος της υπόθεσης υποβάλλεται από τη γραμματεία στον πρόεδρο του δικαστηρίου, ο οποίος ορίζει τη δικάσιμο. Στις υποθέσεις αρμοδιότητας πολυμελών δικαστηρίων, ο πρόεδρος διορίζει εισηγητή δικαστή τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τον οποίο μπορεί, σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου, να αντικαταστήσει, ακόμη και προφορικά, με άλλον. Στο δικαστήριο που διαιρείται σε τμήματα, τον εισηγητή δικαστή τον ορίζει ο πρόεδρος του αρμόδιου τμήματος.
(2)2.Μπορεί να οριστεί δικάσιμος συντομότερη από εκείνη που αρχικά ορίστηκε, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. ΄Αρθρο 85α. Προπαρασκευή από τον εισηγητή της συζήτησης στο ακροατήριο. 1.Ο εισηγητής που ορίστηκε κατά το προηγούμενο άρθρο, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση των διαδίκων: α)να καλεί εγγράφως τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους για παροχή εξηγήσεων ή πληροφοριών, β)να αλληλογραφεί μέσω της γραμματείας του δικαστηρίου και να ζητά από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για την πληρέστερη διάγνωση της υπόθεσης και γ)να υποδεικνύει στους διαδίκους να φέρουν έγγραφα που τυχόν λείπουν, καθώς και άλλα στοιχεία που αφορούν τυπικές και ουσιαστικές ελλείψεις της προσφυγής ή παραλείψεις της έκθεσης ελέγχου. 2.Ο εισηγητής, όταν τάσσει προθεσμία για να εκτελεστούν όσα ορίζονται στην παράγραφο 1, μπορεί, αν οι υπεύθυνοι αρνούνται ή αδικαιολόγητα καθυστερούν να παράσχουν τις εξηγήσεις, τις πληροφορίες, τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ζητηθεί, να τους επιβάλλει τις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44 ή να προκαλέσει την προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 44 απόφαση του δικαστηρίου ως συμβουλίου, για την παραπομπή του υπεύθυνου φορολογικού οργάνου στη διοίκηση προς έγερση πειθαρχικής δίωξης. 3.Η πράξη του εισηγητή που επιβάλλει τις κυρώσεις υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η φορολογική διαφορά . η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της πράξης. 4.΄Οταν πρόκειται για δικαστήριο μονομελούς σύνθεσης, τα δικαιώματα των παραγράφων 1 και 2 τα ασκεί ο δικαστής τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που έχει οριστεί να δικάσει τις υποθέσεις·η προσφυγή κατά των πράξεων που επιβάλλουν κυρώσεις υποβάλλεται ενώπιον του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου. 5.Η έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού θα οριστεί με διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.
(1)
(2)Το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παρ. προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.δ. 10/1968.
(1)Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν.δ. 10/
  1. ΄Αρθρο
  2. Εγγραφή στο πινάκιο και κλήση για συζήτηση. 1.Οι υποθέσεις που προσδιορίζονται για κάθε δικάσιμο καταχωρίζονται σε πινάκιο που τηρείται από τη γραμματεία, η οποία στη συνέχεια φροντίζει, με εποπτεία του προέδρου, ώστε να κλητευτούν οι διάδικοι για να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση και να συνταχτεί για κάθε δικάσιμο έκθεμα των υποθέσεων που θα συζητηθούν. Οι υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς δικαστηρίου εγγράφονται σε ιδιαίτερο πινάκιο. 2.Ώσπου να συζητηθεί η υπόθεση, οι διάδικοι, με την εποπτεία της γραμματείας και σε ημέρες και ώρες που ορίζονται από το γραμματέα του δικαστηρίου, έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση για την εγγραφή της στο πινάκιο και για το περιεχόμενο του φακέλου της. ΄Αρθρο
  3. Τρόπος κλήσης. 1.Η κλήση για συζήτηση επιδίδεται, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν, στον προσφεύγοντα ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του, καθώς και στην αρχή που εξέδωσε την πράξη.
(2)Κλήτευση είναι και η προφορική ανακοίνωση της δικασίμου από τη γραμματεία, αν βεβαιώνεται με έγγραφο που υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο και από εκείνον προς τον οποίο έγινε η ανακοίνωση. 2.Η κλήτευση μπορεί να παραλειφθεί αν δεν έχει δηλωθεί η διεύθυνση της κατοικίας, του γραφείου ή του καταστήματος του προσφεύγοντος ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του πληρεξουσίου του και δεν έχει διοριστεί αντίκλητος. 3.΄Οταν ασκείται προσφυγή από τον Υπουργό Οικονομικών ή από τον οικονομικό επιθεωρητή, η κλήση επιδίδεται στον υπουργό ή στον επιθεωρητή, καθώς και στον άλλο διάδικο, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. ΄Αρθρο
  1. ΄Εκθεμα των υποθέσεων που συζητούνται. 1.Το έκθεμα των υποθέσεων που συζητούνται σε κάθε δικάσιμο καταρτίζεται με βάση το πινάκιο και αναρτάται, πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, έξω από την αίθουσα όπου συνεδριάζει το δικαστήριο. 2.Αν δεν αναρτηθεί το έκθεμα, δεν είναι άκυρη η συζήτηση των υποθέσεων της δικασίμου. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ ΄Αρθρο
  2. Προεκφώνηση. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αυτός που τη διευθύνει προεκφωνεί τις υποθέσεις της δικασίμου που είναι γραμμένες στο πινάκιο και σημειώνει στην οικεία στήλη του πινακίου αν η υπόθεση συζητείται ή αναβάλλεται ή διαγράφεται. ΄Αρθρο
  3. Αναβολή συζήτησης. 1.΄Οταν συντρέχει αποχρών λόγος, η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση των διαδίκων. 2.Με αίτηση των διαδίκων η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί μόνο μία φορά.
(2)Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν.δ. 10/
  1. (Μετά τη σελ. 104,624) Σελ. 104,625 Τεύχος Ζ103-Σελ. 79 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 Άρθρο
  2. Αυτεπάγγελτη η εξέταση της κλήτευσης των διαδίκων. 1.Αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός έχει κλητευτεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν η κλήτευσή του έχει παραλειφθεί νόμιμα. 2.Αν κάποιος από τους διαδίκους, παρά το νόμο, δεν έχει κλητευτεί ή δεν έχει κλητευτεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ορίζει νέα τακτή δικάσιμο με απλή σημείωση στο πινάκιο και διατάζει να εγγραφεί η υπόθεση για τη δικάσιμο αυτή και να κλητευτούν νόμιμα οι διάδικοι.
  3. Αν έγινε κλήτευση των διαδίκων και αυτή κρίνεται να είναι εμπρόθεσμη, η διαδικασία προχωρεί ακόμη και αν αυτοί δεν παρίστανται. ΄Αρθρο
  4. Μη εμφάνιση ή αποχώρηση των διαδίκων. 1.Διάδικος που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης μπορεί, όταν προσέλθει, να μετάσχει στην περαιτέρω συζήτηση. 2.Η εκούσια αποχώρηση διαδίκου μετά την έναρξή της κατ’ ουσίαν συζήτησης της υπόθεσης δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας. Θεωρείται ότι αποχωρεί εκούσια ο διάδικος και όταν διαταχτεί η απομάκρυνσή του για την τήρηση της τάξης. 3.Η εκούσια αποχώρηση διαδίκου ύστερα από απόρριψη αίτησής του για αναβολή δεν εμποδίζει τη συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, εκτός αν δεν έγινε νόμιμα η κλήτευσή του, όποτε εφαρμόζονται οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. 4.Διάδικος που δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση ή αποχώρησε από αυτήν έχει δικαίωμα να παρίσταται και να μετέχει σε όλες τις μεταγενέστερα διεξαγόμενες συζητήσεις για τις οποίες προβλέπεται παράσταση των διαδίκων. ΄Αρθρο
  5. Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στις διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται·έξω από το ακροατήριο. άρθρ. 19 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199), τόμ. 9 σελ. 202,
  6. ΄Αρθρο
  7. Διεξαγωγή της συζήτησης. 1.Κάθε μέλος του δικαστηρίου έχει το δικαίωμα, ύστερα από άδεια αυτού που διευθύνει τη συζήτηση, να απευθύνει ερωτήσεις προς τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, τους μάρτυρες και τους πραγματογνώμονες, και να απαιτεί την ανάγνωση εγγράφων. 2.Οι διάδικοι μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις ύστερα από άδεια του προέδρου, ο οποίος μπορεί να απαγορεύσει την άσκοπη ή ανάρμοστη ερώτηση. 3.Ο διάδικος σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη μπορεί, και όταν ακόμη παρίσταται με δικηγόρο, να λάβει το λόγο ύστερα από άδεια αυτού που διευθύνει τη συζήτηση. Σελ. 104,626 Τεύχος Ζ103- Σελ. 80 ΄Αρθρο
  8. Προαπόδειξη-Συμπλήρωση αποδείξεων. 1.Οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να προσκομίσουν τα αποδεικτικά τους στοιχεία στη γραμματεία του δικαστηρίου, το αργότερο ως την παραμονή της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης. 2.Το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να αποφασίζει τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο μέσο·έχει επίσης την εξουσία να διατάξει και επανέλεγχο, καθώς και την εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο, για να τους υποβληθούν ερωτήσεις ή για να δώσουν διασαφήσεις σχετικά με την υπόθεση. 3.Η διεξαγωγή των αποδείξεων κατά κανόνα ενεργείται σε δημόσια συνεδρίαση του ίδιου δικαστηρίου. Στην ανάγκη και κατ’ εξαίρεση μπορεί να γίνει ενώπιον εισηγητή, μέλους του δικαστηρίου, ή ενώπιον άλλου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή δικαστή τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή ειρηνοδίκη. 4.Το δικαστήριο μπορεί να ζητά από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο πληροφορίες ή και στοιχεία χρήσιμα για την πληρέστερη διάγνωση της υπόθεσης, και όλοι αυτοί έχουν υποχρέωση να δίνουν τις πληροφορίες και τα στοιχεία που ζητούνται, αλλιώς υπόκεινται στις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου
  9. ΄Αρθρο
  10. Τρόπος συνεννόησης με αλλογλώσσους κτλ. Αν ο διάδικος, ο μάρτυρας ή ο πραγματογνώμονας που παρίσταται αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας, ο οποίος ορκίζεται ότι θα αποδώσει ακριβώς τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις. ΄Αρθρο
  11. Αν ο διάδικος, ο μάρτυρας ή ο πραγματογνώμονας που παρίσταται είναι κουφός, άλαλος ή κωφάλαλος, η συνεννόηση μαζί του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή κατά την ενέργεια διαδικαστικής πράξης, γίνεται εγγράφως. Οι έγγραφες απαντήσεις που δίδονται υπογράφονται από αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση και αντιγράφονται, μαζί με τις ερωτήσεις που διατυπώθηκαν, στα πρακτικά ή στην έκθεση. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να γράφουν, προσλαμβάνεται κατάλληλος διερμηνέας, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. ΄Αρθρο
  12. Επανάληψη της συζήτησης που περατώθηκε. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη νέα συζήτηση της υπόθεσης για πληρέστερη διερεύνησή της, αν αυτή είναι απαραίτητη για να διαγνωστεί η διαφορά. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Πρακτικά της συζήτησης. ΄Αρθρ.99.-1.Για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο τηρούνται από το γραμματέα πρακτικά, τα οποία περιέχουν: α)τα ονοματεπώνυμα των δικαστών, του γραμματέα, των διαδίκων που εμφανίστηκαν, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων, β)μνεία του τόπου και του χρόνου της συζήτησης, γ)μνεία ότι η συζήτηση έγινε δημόσια και δ)συνοπτικά όσα έγιναν κατά τη συζήτηση. 2.Με διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης μπορεί να επιτραπεί η τήρηση των πρακτικών και με στενογραφική μέθοδο ή με φωνοληψία, όπως ειδικότερα θα καθοριστεί με τα διατάγματα. ΄Αρθρο 100.1.Τα πρακτικά συντάσσονται από το γραμματέα με τις οδηγίες αυτού που διευθύνει τη συζήτηση και υπογράφονται και από τους δύο. Τα πρόχειρα πρακτικά που τηρούνται από το γραμματέα υπογράφονται σε κάθε φύλλο από τον πρόεδρο, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, και φυλάσσονται στο αρχείο του δικαστηρίου για πέντε χρόνια. 2.Αν αυτός που διευθύνει τη συζήτηση κωλύεται ή πάψει να αποτελεί μέλος του δικαστηρίου, τα πρακτικά υπογράφει, αντί γι’ αυτόν, ο αρχαιότερος από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, και, αν όλοι αυτοί κωλύονται,τα υπογράφει μόνο ο γραμματέας. Αν κωλύεται ο γραμματέας, τα πρακτικά τα υπογράφει μόνο αυτός που διευθύνει τη συζήτηση. Για όσους κωλύονται γίνεται μνεία στα πρακτικά. Τέλεση αξιόποινης πράξης στο ακροατήριο. ΄Αρθρ.101.-Αν στο ακροατήριο τελεστεί αξιόποινη πράξη, αυτή βεβαιώνεται στα πρακτικά και διατάσσεται η σύλληψη του υπαιτίου, ο οποίος, αν πρόκειται για πλημμέλημα ή κακούργημα, παραπέμπεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, προς τον οποίο αποστέλλεται και απόσπασμα των πρακτικών. Αν πρόκειται για πταίσμα, η σύλληψη γίνεται μόνο για να βεβαιωθεί η ταυτότητα του υπαιτίου ή να εισαχθεί αυτός σε δίκη. Δ΄ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ Λόγοι διακοπής. ΄Αρθρ.102.-1.Η δίκη διακόπτεται αν, προτού τελειώσει η προφορική συζήτηση, πεθάνει ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή επέλθει στο πρόσωπο κάποιου από αυτούς άλλη μεταβολή που να επηρεάζει είτε την ικανότητά του να παρασταθεί στο δικαστήριο είτε την εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου να τον εκπροσωπήσει. 2.Αν πρόκειται για θάνατο ή για άλλες μεταβολές στο πρόσωπο του αντιπροσώπου νομικών γενικά προσώπων, η δίκη δεν διακόπτεται. Τρόπος διακοπής και αποτελέσματά της. Άρθρ.7.-"1.Στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου υπάγονται οι εφέσεις κατά αποφάσεων του τριμελούς πρωτοδικείου, οι οποίες εκδικάζονται με τριμελή ή πενταμελή σύνθεση. 2.Το τριμελές διοικητικό εφετείο εκδικάζει τις εφέσεις όταν ο αξιούμενος προς επιστροφή ή ο καταλογιζόμενος με την πράξη της διοικητικής αρχής φόρος, δασμός, τέλος ή άλλο δικαίωμα του Δημοσίου, χωρίς συνυπολογισμό προσθέτων ή προσαυξήσεων, καθώς επίσης και το επιβαλλόμενο με την πράξη πρόστιμο ή άλλη χρηματική κύρωση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν τροποποίησή της με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων δραχμών .Όταν το ποσό υπερβαίνει τα οκτώ εκατομμύρια, η έφεση εκδικάζεται από το πενταμελές διοικητικό εφετείο. Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 6 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή. Τα πιο πάνω ποσά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης". Το άρθρ. 7 αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 19 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199) τόμ. 9 σελ. 202,
  13. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΄Αρθρ.103.-1.Η διακοπή επέρχεται μόνο αφότου γνωστοποιηθεί προς το γραμματέα του δικαστηρίου ο λόγος της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο ή, έξω από το ακροατήριο, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης·ο γραμματέας έχει υποχρέωση να ανακοινώσει στον άλλο διάδικο τη διακοπή που επήλθε. Η γνωστοποίηση γίνεται από αυτόν που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη και συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα αποδεικτικά στοιχεία του λόγου της διακοπής. 2.Κάθε διαδικαστική πράξη που έχει διενεργηθεί μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, τότε μόνο είναι άκυρη, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σε κάποιον διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί αλλιώς, παρά μόνο αν κηρυχτεί η ακυρότητα. Επανάληψη. ΄Αρθρ.104.-1.Η επανάληψη της δίκης που διακόπηκε μπορεί να γίνει, είτε με δήλωση εκείνου που έχει δικαίωμα να την επαναλάβει – και, αν είναι περισσότεροι αυτοί που έχουν τέτοιο δικαίωμα, με δήλωση και ενός ακόμη από αυτούς-είτε με πρόσκλησή του από το δικαστήριο, με τη φροντίδα της γραμματείας, το οποίο ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του άλλου διαδίκου. 2.Αν η επανάληψη της δίκης δεν γίνει από τους διαδίκους μέσα σε δύο μήνες, ο πρόεδρος ορίζει αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για τη συνέχισή της, στην οποία καλούνται οι διάδικοι. 3.Αν δεν είναι δυνατή η ανεύρεση εκείνου που έχει δικαίωμα να παρασταθεί κατά την επανάληψη της συζήτησης, ισοδυναμεί με κλήτευσή του η έγγραφη γνωστοποίηση της δικασίμου που ορίστηκε, η οποία και κοινοποιείται με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, προς το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της κατοικίας του προσώπου από το οποίο προήλθε ο λόγος της διακοπής. Κατάργηση. Άρθρ.105.-1.Ως προς την έναρξη της πρώτης συζήτησης στο ακροατήριο, ο προσφεύγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα ή από το δικόγραφο της προσφυγής χωρίς τη συναίνεση του άλλου διαδίκου. 2.Η παραίτηση γίνεται, είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και ανακοινώνεται στον άλλο διάδικο. 3.Η παραίτηση από την προσφυγή της παραγράφου 2 του άρθρου 74 γίνεται αφού τηρηθούν οι ειδικές διατάξεις για το δημόσιο που ισχύουν κάθε φορά. 4.Η κατάργηση της δίκης επέρχεται αφότου κατατεθεί η παραίτηση. Ε΄ ΤΜΗΜΑ ΑΠΟΦΑΣΗ Αμετάβλητη η σύνθεση του δικαστηρίου. ΄Αρθρ. 106.-Η απόφαση εκδίδεται από το δικαστή ή από τους δικαστές που μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση. Διάσκεψη και ψηφοφορία. ΄Αρθρ.107.-1.Στα πολυμελή δικαστήρια, για να εκδοθεί η απόφαση, γίνεται διάσκεψη και ψηφοφορία. 2.Η διάσκεψη γίνεται με τη διεύθυνση του προέδρου, και εισηγείται ο δικαστής που ορίστηκε από αυτόν ως εισηγητής. 3.Στην ψηφοφορία πρώτα ψηφίζει ο εισηγητής, έπειτα ο νεότερος ως προς το διορισμό δικαστής και τελευταίος ο πρόεδρος ή, αν αυτός είναι εισηγητής, ο αρχαιότερος από τους δικαστές. 4.Αν υπάρξει διαφωνία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας. Η γνώμη της μειοψηφίας καταχωρίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης με τον τύπο της αμφιβολίας, καθώς και στο πρακτικό της διάσκεψης, το οποίο υπογράφεται όπως ορίζει το άρθρο
  14. 5.Αν υπάρξει ισοψηφία, προσλαμβάνεται και άλλος δικαστής και γίνεται νέα συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. (Αντί για τη σελ. 104,627) Σελ. 104,627(α) Τεύχος 1216- Σελ. 45 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 ΄Αρθρο
  15. Κατάρτιση και δημοσίευση. 1.΄Οταν περατωθεί η ψηφοφορία, συντάσσεται από τον εισηγητή δικαστή σχέδιο της απόφασης, που περιλαμβάνει το αιτιολογικό και το διατακτικό . της το σχέδιο χρονολογείται και υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον εισηγητή. Στις αποφάσεις του μονομελούς δικαστηρίου το σχέδιο συντάσσεται, χρονολογείται και υπογράφεται απο το δικαστή που δίκασε την υπόθεση. 2.Η απόφαση διατυπώνεται, κατά προτίμηση, στη γλώσσα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 309/1976 (ΦΕΚ 100) και δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση, από το σχέδιο της προηγούμενης παραγράφου. Κατά τη δημοσίευση μπορεί να μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δικαστές που δεν είχαν μετάσχει στη συζήτηση, αρκεί οι δικαστές που είχαν μετάσχει σε αυτή να διατελούν ακόμη στην υπηρεσία.
(1)3.Το πρωτότυπο της απόφασης συντάσσεται μέσα σε δέκα ημέρες από τη δημοσίευσή της. ΄Αρθρο
  1. Περιεχόμενο της απόφασης. Η απόφαση πρέπει να αναφέρει: α)τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, τον εισηγητή δικαστή, β)το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους, και να γίνεται μνεία αν αυτοί παραστάθηκαν, γ)σύντομη περίληψη του αντικειμένου της δίκης, δ)το αιτολογικό και το διατακτικό της και ε)ότι αυτή δημοσιεύτηκε. «Με την απόφαση δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. Κατεξαίρεση, αν η απόφαση προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη σε ποσοστό κατώτερο του 50% της φορολογητέας ύλης που προσδιόρισε η φορολογική αρχή, το δικαστήριο με την ίδια απόφαση επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του φορολογούμενου όλων των βαθμών». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 32 Νόμ. 1591/1986, (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 27, σελ. 196,387). Επίσης το άνω δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε όπως ανωτέρω από την 1105135/9049/0009/1989 (ΦΕΚ Β΄ 743), απόφ. Υπ. Οικονομικών, Τόμ. 27 σελ. 196,
  2. ΄Αρθρο
  3. Υπογραφή της απόφασης. 1.Η απόφαση υπογράφεται από αυτόν που είχε διευθύνει τη συζήτηση, από τον εισηγητή και από το γραμματέα. 2.Αν αυτός που είχε διευθύνει τη συζήτηση έπαψε να υπάρχει ή δεν είναι πια τοποθετημένος στο δικαστήριο, την απόφαση την υπογράφει, αντί γι’ αυτόν, ο αρχαιότερος ως προς το διορισμό δικαστής από αυτούς που μετείχαν στη συζήτηση. Αν υπάρχουν οι ίδιοι λόγοι για τον εισηγητή, παραλείπεται η υπογραφή του.
(1)Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 ν. 1406/
  1. Σελ. 104,628(α) Τεύχος 1216 – Σελ.46 ΄Αρθρο
  2. Αποφάσεις που αφορούν τη συζήτηση. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν, δημοσιεύονται κατά τη συζήτηση και καταχωρίζονται μόνο στα πρακτικά, αφού διατυπωθούν συνοπτικά. ΄Αρθρο
  3. Αδυναμία για την έκδοση απόφασης. Αν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης είναι αδύνατη, για οποιονδήποτε λόγο, η έκδοση της απόφασης, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση προς συζήτηση. Άρθρο
  4. Κατά τόπο αρμοδιότητα. 1.Κατά τόπο αρμόδιο είναι στον πρώτο βαθμό το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ στο δεύτερο βαθμό το διοικητικό εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το πρωτοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Η αρμοδιότητα που καθορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο μπορεί να μεταβληθεί, ως προς ορισμένες κατηγορίες διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων. ΄Αρθρο
  5. Τελειωτικές και οριστικές αποφάσεις δεν ανακαλούνται. Η τελειωτική για την υπόθεση απόφαση του δικαστηρίου και κάθε άλλη που περιέχει οριστικές διατάξεις δεν ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, μετά τη δημοσίευσή τους. ΄Αρθρο
  6. Κοινοποίηση αποφάσεων. 1.Οι αποφάσεις του δικαστηρίου κοινοποιούνται στους διαδίκους με τη φροντίδα της γραμματείας του.
(1)2.΄Οταν πρόκειται για προδικαστικές αποφάσεις, η αυτοπρόσωπη παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους κατά τη δημοσίευσή τους αναπληρώνει την κοινοποίηση. ΣΤ΄ ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΄Αρθρο
  1. Λόγοι διόρθωσης και ερμηνείας. 1.Αν κατά τη σύνταξη της απόφασης έγιναν γραφικά ή λογιστικά λάθη, το δικαστήριο που την εξέδωσε μπορεί να τη διορθώσει με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. 2.Αν η διατύπωση της απόφασης είναι ασαφής και δημιουργεί αμφιβολίες, το δικαστήριο που την εξέδωσε μπορεί να την ερμηνεύσει με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. ΄Αρθρο
  2. Αίτηση διαδίκου. 1.Η αίτηση διόρθωσης της απόφασης πρέπει να αναφέρει σαφώς και τα λάθη των οποίων ζητείται η διόρθωση. 2.Η αίτηση ερμηνείας της απόφασης πρέπει να περιέχει τα αμφίβολα σημεία ή τις ασάφειες των οποίων ζητείται η ερμηνεία.
(1)Η παρ. 1 τίθεται όπως διαμορφώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.δ. 4600/
  1. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Κατάθεση της αίτησης. ΄Αρθρ.117.-1.Η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τότε που η απόφαση έγινε τελεσίδικη. 2.Για την κατάθεση της αίτησης συντάσσεται έκθεση·η αίτηση υποβάλλεται στον πρόεδρο του δικαστηρίου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Συζήτηση και απόφαση. ΄Αρθρ.118.-1.Η αίτηση συζητείται στο ακροατήριο σε δικάσιμο που ορίζεται από τον πρόεδρο . σ’ αυτήν καλούνται οι διάδικοι με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, όπως ορίζει το άρθρο
  2. Τα ίδια ισχύουν και στην αυτεπάγγελτη διόρθωση των αποφάσεων. 2.Στην σύνθεση του δικαστηρίου μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση. Αν αυτοί δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, στη σύνθεση του δικαστηρίου μετέχουν άλλοι δικαστές, και αυτό μνημονεύεται στην απόφαση. 3.Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται είναι δυνατό να ασκηθούν τα ένδικα μέσα τα οποία μπορούσαν να ασκηθούν κατά της απόφασης που διορθώθηκε ή ερμηνεύτηκε. 4.Η απόφαση με την οποία γίνεται διόρθωση ή ερμηνεία άλλης απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο εκείνης που διορθώνεται ή ερμηνεύεται. 5.Στα αντίγραφα ή στα αποσπάσματα της απόφασης που διορθώνεται ή ερμηνεύεται πρέπει να γίνεται μνεία της απόφασης που τη διορθώνει ή την ερμηνεύει και να σημειώνεται ο αριθμός της καθώς και η ημερομηνία κατά την οποία αυτή εκδόθηκε. Ζ΄ ΤΜΗΜΑ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Ποιες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο. ΄Αρθρ.119.-1.Οι οριστικές αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά των οποίων δεν ασκήθηκε έφεση αν και ήταν επιτρεπτή, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σε περίπτωση έφεσης, είναι τελεσίδικες και αποτελούν, ως προς το ζήτημα που κρίθηκε, δεδικασμένο υπέρ και κατά των διαδίκων, καθώς και εκείνων που έγιναν κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της καθολικοί διάδοχοί τους, ενώ επιφυλάσσονται και όσα ορίζει ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος. Αποτελούν επίσης δεδικασμένο υπέρ και κατά των προσώπων από τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της υποχρέωσης που έχει επιβληθεί σε βάρος εκείνου κατά του οποίου εκδόθηκε η πράξη, εκτός αν ο ουσιαστικός νόμος ορίζει διαφορετικά. 2.Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αν από το φάκελο προκύπτει η ύπαρξή του. Δεδικασμένο από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων. ΄Αρθρ.120.-1.Αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις για τα δικαστήρια αυτά, έχουν την ίδια ισχύ και στη φορολογική δίκη. 2.Οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ισχύουν έναντι όλων και εκδίδονται για υποθέσεις στις οποίες πρέπει να αναζητείται, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, η αντικειμενική αλήθεια, αποτελούν δεδικασμένο και στη φορολογική δίκη, αν οι συνέπειες της απόφασης, έναντι του δημοσίου, δεν ανατράπηκαν με την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων που παρέχονται σ’ αυτό από την πολιτική δικονομία. Στις λοιπές περιπτώσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση του αρμόδιου καθ’ ύλην πολιτικού δικαστηρίου, ο δικαστής των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων έχει την εξουσία να κρίνει αντίθετα, αιτιολογώντας ειδικά την κρίση αυτή. 3.Δεδικασμένο αποτελούν και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή και τις ποινές που επιβλήθηκαν. ΟΓ ΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟΔΕΙΞΗ Α΄ ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αντικείμενο απόδειξης. ΄Αρθρ.121.-1.Αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 2.Πραγματικά γεγονότα που είναι κοινώς γνωστά ή που έγιναν γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργεια λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη. 3.Το αλλοδαπό δίκαιο, αν είναι γνωστό στο δικαστήριο, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη. Βάρος απόδειξης. ΄Αρθ.122.-1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ουσιαστικού φορολογικού νόμου, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί του. Ο άλλος διάδικος έχει δικαίωμα να ανταποδείξει. 2.Στο διάδικο που βλάπτεται από την εφαρμογή νόμιμου μαχητού τεκμηρίου απόκειται να επιδιώξει την ανατροπή του. Αποδεικτικά μέσα. ΄Αρθρ.123.-Αποδεικτικά μέσα είναι η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα- μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις ελέγχου των φορολογικών οργάνων-, η ομολογία του διαδίκου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, οι εξηγήσεις των διαδίκων και οι μάρτυρες, εκτός αν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος ορίζει διαφορετικά. Ελεύθερη η χρήση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Άρθρο 9 Αρμοδιότητα για την ανακοπή και την αναθεώρηση. Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση είναι αρμόδιο να δικάσει και την ανακοπή ή την αίτηση αναθεώρησης που στρέφεται κατά της απόφασης αυτής. ΄Αρθρ.124.-Το δικαστήριο, αποβλέποντας στην ανεύρευση της αντικειμενικής αλήθειας, χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελεύθερα, αν οι ειδικές διατάξεις που διέπουν την κρινόμενη υπόθεση δεν ορίζουν διαφορετικά. Προαπόδειξη με έγγραφα. ΄Αρθρ.125.-1.Η προαπόδειξη με έγγραφα είναι υποχρεωτική για τους διαδίκους, οι οποίοι και οφείλουν να προσκομίσουν όσα έγγραφα κατέχουν ως την προηγουμένη της ημέρας που γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. 2.΄Εγγραφα που προσάγονται σε μεταγενέστερη συζήτηση, τότε μόνο είναι δεκτά, όταν η έγκαιρη προσαγωγή τους, κατά την ειδικά αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου ήταν αδύνατη. (Μετά τη σελ. 104,628) Σελ. 104,629 Τεύχος Ζ103- Σελ. 83 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 ΄Αρθρο
  3. Απόφαση για την απόδειξη. 1.Η απόδειξη διατάσσεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με απόφαση του δικαστηρίου που καταχωρίζεται στα πρακτικά·κατ’ εξαίρεση και μετά τη συζήτηση με προδικαστική απόφαση.
(1)2.Η απόφαση με την οποία διατάσσεται η απόδειξη πρέπει να ορίζει το θέμα της απόδειξης, το διάδικο που φέρει το βάρος της, αποδεικτικά μέσα με τα οποία αυτή θα διεξαχθεί, τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής και αποπεράτωσής της, καθώς και τον εισηγητή ενώπιον του οποίου ή με τη φροντίδα του οποίου θα διεξαχθεί αυτή, αν εξαιρετική ανάγκη επιβάλλει τη διεξαγωγή της έξω από το ακροατήριο. ΄Αρθρο
  1. Τροποποίηση ή συμπλήρωση της απόφασης. 1.Αν το δικαστήριο δεν έχει ορίσει διαφορετικά με την απόφασή του, η προθεσμία που έχει ταχθεί παρατείνεται, αν συντρέχει ανάγκη, ενώ η απόφαση που διατάζει την απόδειξη συμπληρώνεται, αν είναι ελλιπής, ή τροποποιείται από τον εισηγητή ή, αν αυτός κωλύεται ή δεν υπάρχει, από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ως προς τον τόπο που θα διεξαχθούν οι αποδείξεις ή ως προς τα πρόσωπα που θα την ενεργήσουν. Η απόφαση του εισηγητή ή του προέδρου εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και ελέγχεται τελικά από το δικαστήριο στο οποίο θα επανέλθει η υπόθεση για να εκδικαστεί κατ’ ουσίαν. 2.Αντικατάσταση του εισηγητή μπορεί να γίνει και από τον πρόεδρο του δικαστηρίου. 3.΄Ολες οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων καταχωρίζονται στα πρακτικά ή στην έκθεση. ΄Αρθρο
  2. Δικαίωμα παράστασης των διαδίκων. Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρασταθούν κατά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας·για το σκοπό αυτόν ειδοποιούνται έγκαιρα από το γραμματέα του δικαστηρίου ή από τον εντεταλμένο δικαστή, αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της απόφασης που διέταξε την απόδειξη. ΄Αρθρο
  3. Συντηρητική απόδειξη. Με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, και πριν από τη συζήτηση της προσφυγής, συντηρητική απόδειξη, αν κρίνει ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ή να καταστεί δυσχερής η χρησιμοποίηση κάποιου αποδεικτικού μέσου ή ότι οπωσδήποτε από τα πράγματα επιβάλλεται να ληφθεί το μέτρο αυτό.
(1)Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν.δ. 10/
  1. Σελ. 104,630 Τεύχος Ζ103- Σελ. 84 Β΄ ΤΜΗΜΑ Α ΥΤΟΨΙΑ ΄Αρθρο
  2. Απόφαση για αυτοψία. 1.Η ενέργεια αυτοψίας απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. 2.Το δικαστήριο, όταν αποφασίζει την ενέργεια αυτοψίας, προσδιορίζει και τα θέματα που θα αποδειχτούν με αυτήν. ΄Αρθρο
  3. Αντικείμενο της αυτοψίας. Κατά την αυτοψία εξετάζεται κάθε αντικείμενο που έχει σχέση με τα αποδεικτέα θέματα, εκτός αν το δικαστήριο τα καθόρισε ειδικότερα·καθένας που κατέχει το αντικείμενο αυτό οφείλει να πράξει ό,τι είναι δυνατό, ώστε αυτός που ενεργεί την αυτοψία να αντιληφθεί με τις δικές του αισθήσεις το αντικείμενο που εξετάζεται και να επιτρέψει σ’ αυτόν κάθε ενέργεια που σκοπό έχει να διαπιστώσει, χωρίς να βλάψει το αντικείμενο, το είδος, τις ιδιότητες και το περιεχόμενό του. ΄Αρθρο
  4. Διεξαγωγή της αυτοψίας. 1.Την αυτοψία τη διενεργεί, είτε ολόκληρο το δικαστήριο στο ακροατήριό του ή έξω από αυτό, είτε ένα από τα μέλη του που ορίζεται από το ίδιο. Αν υπάρχει ανάγκη, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει τη διενέργεια της αυτοψίας σε άλλο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή σε δικαστή, ενώ έξω από την έδρα του και σε ειρηνοδίκη. 2.Εκείνος που διενεργεί την αυτοψία ορίζει τον τόπο και το χρόνο της διεξαγωγής της. Με τη φροντίδα του γραμματέα του δικαστηρίου στο οποίο ανήκει αυτός που ενεργεί την αυτοψία, ειδοποιείται έγκαιρα ο κάτοχος του αντικειμένου της αυτοψίας να παρευρίσκεται σ’ αυτήν. 3.Αντικείμενα που δεν μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού φορολογικού νόμου, να υποβληθούν σε έλεγχο από τη φορολογική αρχή εξαιρούνται και από την αυτοψία. ΄Αρθρο
  5. Συνδυασμός με άλλα αποδεικτικά μέσα. 1.Η αυτοψία μπορεί να συνδυαστεί με την εξέταση διαδίκων ή μαρτύρων και με πραγματογνωμοσύνη η οποία αποφασίζεται κατά τους όρους του άρθρου
  6. 2.Οι διάδικοι που πρόκειται να εξεταστούν ή οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες ειδοποιούνται για τον τόπο και το χρόνο που θα διεξαχθεί η αυτοψία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Συνέπειες από την παρακώλυση της αυτοψίας. Άρθρο
  7. Περίπτωση μεταβολής αρμοδιότητας του δικαστηρίου. Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εξακολουθεί να είναι αρμόδιο ώσπου να περατωθεί η δίκη, ακόμη και αν κατά τη διάρκειά της μεταβληθεί η αρμοδιότητά του. ΄Αρθρ.134.-1.Αν αυτός κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη αρνηθεί αδικαιολόγητα να καταστήσει δυνατή την αυτοψία, ο ισχυρισμός του απορρίπτεται, ενώ ο αντίθετος αυτοτελής ισχυρισμός της αρχής που εξέδωσε την πράξη θεωρείται ότι έχει αποδειχτεί. 2.Το ίδιο ισχύει και αν τρίτος αποκρύπτει αντικείμενο της αυτοψίας για χάρη εκείνου κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη ή αν αποδειχτεί ότι παρακωλύει τη διενέργεια της αυτοψίας με σκοπό να τον ωφελήσει . στην περίπτωση αυτή ο τρίτος υπόκειται πάντως στις κυρώσεις της επόμενης παραγράφου. 3.Ο εκπρόσωπος εκείνου κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη ή ο τρίτος που, ενώ μπορεί να συντελέσει στην πραγματοποίηση της αυτοψίας, αρνείται να το πράξει ή παρακωλύει τη διενέργειά της, υπόκεινται σε πρόστιμο, σύμφωνα με όσα ορίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 44, ενώ επιφυλάσσεται και η εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού νόμου. 4.Διάδικος ή τρίτος που έχουν σοβαρούς λόγους να αρνηθούν την αυτοψία ή τη συνδρομή τους στη διενέργειά της είναι υποχρεωμένοι να τους γνωστοποιήσουν σ’ αυτόν που τη διενεργεί, ο οποίος και αποφαίνεται αν οι προβαλλόμενοι λόγοι δικαιολογούν ή όχι την άρνηση αυτή . η τελική κρίση για το ζήτημα αυτό ανήκει στο δικαστήριο. Διατύπωση του αποτελέσματος. ΄Αρθρ.135.-1.Αν η αυτοψία ενεργείται στο ακροατήριο, γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά, ενώ, αν διενεργείται έξω από το ακροατήριο, συντάσσεται έκθεση. 2.Στην περίπτωση του άρθρου 133 αναφέρονται στα πρακτικά ή στην έκθεση τα ονόματα και οι καταθέσεις εκείνων που εξετάστηκαν, καθώς και τα ονόματα και η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, εκτός αν η γνωμοδότηση αυτή έχει υποβληθεί εγγράφως, οπότε γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά ή στην έκθεση αυτοψίας. 3.Αν η αυτοψία έχει διεξαχθεί στο ακροατήριο, η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίζεται αμέσως ύστερα από αυτήν, ενώ αν έχει διεξαχθεί έξω από το ακροατήριο, ορίζεται νέα συζήτηση, όταν υποβληθεί η έκθεση. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ Αμοιβή πραγματογνωμόνων ΄Αρθρ.136.-«1.Πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται όταν για τη διερεύνηση και εκτίμηση των πραγμάτων είναι απαραίτητες ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία. 2.Η απόφαση με την οποία διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ως προς την ανάγκη διενέργειάς της. Με αυτήν ορίζονται τα αντικείμενα που θα εξετασθούν, ο πραγματογνώμονας και ο χρόνος μέσα στον οποίο θα διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη. Αν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να οριστούν και περισσότεροι από έναν πραγματογνώμονες, όχι όμως περισσότεροι από τρεις». Οι παρ. 1 και 2, αντικαταστάθηκαν ως άνω, από την περίπτ. α΄ της παρ. 20, του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.
  8. 3.Η πραγματογνωμοσύνη ενεργείται είτε στο ακροατήριο είτε έξω από αυτό. Το δικαστήριο ορίζει ως εισηγητή, για να διευθύνει τη διεξαγωγή της έξω από το ακροατήριο, δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 4.Αν το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης βρίσκεται έξω από την έδρα του δικαστηρίου μπορεί να οριστεί ως εισηγητής ειρηνοδίκης, ενώ, αν βρίσκεται έξω από την περιφέρεια του δικαστηρίου, αυτό μπορεί να αναθέσει το διορισμό του πραγματογνώμονα και του εισηγητή στο τακτικό διοικητικό δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου θα διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη. «5.Οι διατάξεις των άρθρ. 391 και 392 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω». Η παρ. 5 προστέθηκε από την περίπτ. β΄ της παρ. 20 του άρθρ. 4, του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.
  9. Προσόντα των πραγματογνωμόνων. ΄Αρθρ.137.-1.Οι πραγματογνώμονες εκλέγονται ανάμεσα σε πρόσωπα τα οποία συγκεντρώνουν τις ικανότητες που απαιτούνται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. 2.Δεν επιτρέπεται να οριστούν πραγματογνώμονες: α)υπάλληλοι του κλάδου στον οποίο ανήκει το δημόσιο όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, β) δικαστές και υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων γενικά, γ)όσοι έχουν καταδικαστεί για κακούργημα ή για κάποιο από τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, καθώς και όσοι έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κάποιο από τα εγκλήματα αυτά, στ)όσοι έχουν στερηθεί την άδεια άσκησης του επαγγέλματος και ζ)όσοι έχουν στερηθεί την ελεύθερη διαχείριση της περιουσίας τους. Υποχρεωτικό το έργο του πραγματογνώμονα. ΄Αρθρ.138.-1.Η απόφαση με την οποία διατάσσεται η πραγματογνωμοσύνη και διορίζονται οι πραγματογνώμονες κοινοποιείται σ’ αυτούς με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου. 2.Αυτός που διορίστηκε πραγματογνώμονας είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη που του ανατέθηκε, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του επόμενου άρθρου. Εξαίρεση, απαλλαγή και αντικατάσταση. ΄Αρθρ.139.-1.Οι διατάξεις που αναφέρονται στην εξαίρεση των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων εφαρμόζονται ανάλογα και στους πραγματογνώμονες. Λόγω εξαίρεσης του πραγματογνώμονα αποτελεί και η συμμετοχή του, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στις ενέργειες για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Μπορεί επίσης αυτός που διορίστηκε πραγματογνώμονας να ζητήσει την απαλλαγή του και για κάποιον άλλο σπουδαίο λόγο που τον εμποδίζει να εκτελέσει το καθήκον του. 2.Ο λόγος εξαίρεσης ή απαλλαγής πρέπει να προβληθεί, αν η πραγματογνωμοσύνη διενεργείται στο ακροατήριο, πριν από τη γνωμάτευση, ενώ, αν διενεργείται έξω από το ακροατήριο, μέσα σε τρεις ημέρες αφότου κοινοποιηθεί η απόφαση αυτή. 3.Για τη βασιμότητα του λόγου εξαίρεσης ή απαλλαγής αποφαίνεται αμετάκλητα το δικαστήριο που διόρισε τον πραγματογνώμονα ή ο εισηγητής δικαστής, και αν γίνει δεκτός ο λόγος που προβλήθηκε, ορίζεται αμέσως άλλος πραγματογνώμονας σε αντικατάσταση εκείνου που εξαιρέθηκε ή απαλλάχτηκε. (Αντί για τη σελ. 104,631) Σελ. 104,631(α) Τεύχος 1253- Σελ.
  10. Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 4.Δημόσιοι υπάλληλοι για τους οποίους η προϊσταμένη τους αρχή δηλώνει εγγράφως ότι η εκτέλεση της πραγματογνωμοσύνης που έχει ανατεθεί σ’ αυτούς δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, απαλλάσσονται υποχρεωτικά από τα καθήκοντα του πραγματογνώμονα. 5.Το δικαστήριο ή ο εισηγητής δικαστής μπορούν αυτεπαγγέλτως να αντικαταστήσουν τον πραγματογνώμονα για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 137 και στο άρθρο αυτό, είτε για αμέλεια ή ανεπάρκεια στην εκτέλεση του καθήκοντος, είτε λόγω κωλύματος που προέκυψε μετά την αποδοχή του διορισμού του. Διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. ΄Αρθρ.140.-1.Οι πραγματογνώμονες ορκίζονται ενώπιον του δικαστηρίου ή, όταν η πραγματογνωμοσύνη ενεργείται έξω από το ακροατήριο, ενώπιον του εισηγητή δικαστή, ότι θα τη διενεργήσουν με ευσυνειδησία, αντικειμενικότητα και εχεμύθεια και ότι η γνωμάτευσή τους θα ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Κατά τα λοιπά, ο όρκος δίδεται σύμφωνα με τον τύπο που έχει καθοριστεί για τους μάρτυρες. 2.Ο εισηγητής δικαστής εγχειρίζει στους πραγματογνώμονες τα έγγραφα, που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και είναι αναγκαία για το έργο τους, σε αντίγραφο ή, αν το κρίνει απαραίτητο, και σε πρωτότυπο. Οι πραγματογνώμονες μπορούν ακόμη να λαμβάνουν γνώση και όλων των άλλων στοιχείων που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Αν ο εισηγητής δικαστής δεν είναι μέλος του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, στέλνονται σ’ αυτόν τα αναγκαία έγγραφα του φακέλου για να τα εγχειρίσει στους πραγματογνώμονες. 3.Αν οι πραγματογνώμονες είναι περισσότεροι από έναν ενεργούν τις απαραίτητες για την πραγματογνωμοσύνη πράξεις όλοι μαζί·για το σκοπό αυτόν συγκαλούνται από το δικαστήριο ή τον εισηγητή δικαστή ή από το μεγαλύτερο σε ηλικία πραγματογνώμονα. ΄Εκθεση πραγματογνωμοσύνης. ΄Αρθρ.141.-1.Οι πραγματογνώμονες καταρτίζουν εγγράφως την έκθεσή τους. Αν η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να αρκεστεί στην προφορική γνωμάτευση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά. 2.Η έκθεση πρέπει να αναφέρει τις ενέργειες των πραγματογνωμόνων και την αιτιολογημένη γνώμη καθενός για το αποδεικτέο θέμα·υπογράφεται από αυτούς και παραδίδεται στον πρόεδρο ή στον εισηγητή δικαστή, οι οποίοι και την τοποθετούν στο φάκελο της υπόθεσης, αφού συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο εισηγητής δεν είναι μέλος του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, στέλνει την έκθεση, μόλις του εγχειριστεί, στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού. 3.Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 135 εφαρμόζεται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή. Το δικαστήριο κατά την περαιτέρω συζήτηση μπορεί να καλέσει τους πραγματογνώμονες να δώσουν εξηγήσεις και πληροφορίες. 4.Το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από αυτό μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Σελ. 104,632(α) Τεύχος 1253- Σελ. 46 Αμοιβή πραγματογνωμόνων. ΄Αρθρ.142.-«1.Η αμοιβή και τα έξοδα των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται προσωρινώς μετά από αίτησή τους, από τον πρόεδρο του δικαστηρίου που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη και προκαταβάλλονται από το Δημόσιο, με ανάλογη εφαρμογή κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρ. 581 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η αμοιβή και τα έξοδα καθορίζονται τελικά με την οριστική απόφαση και συνυπολογίζονται στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 21, του άρθρ. 4, του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.
  11. 2.Πραγματογνώμονας που δεν εμφανίζεται κατά το χρόνο που είχε οριστεί ή που παραλείπει το καθήκον να διενεργήσει και να τελειώσει την πραγματογνωμοσύνη υπόκειται στις κυρώσει του άρθρου 44 και δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει αμοιβή ή αποζημίωση για τις δαπάνες που πραγματοποίησε, ενώ επιφυλάσσεται και κάθε άλλη ευθύνη του, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Δ΄ ΤΜΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Τήρηση νόμιμων τύπων. ΄Αρθρ.143.-1.Τα έγγραφα που προσκομίζονται στο δικαστήριο πρέπει να έχουν συνταχτεί σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζει ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος και να έχουν κάθε αναγκαία έγκριση ή θεώρηση από την αρχή που ορίζεται στον πιο πάνω νόμο. 2.Αν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ισχύουν ως προς την απόδειξη για τη σύσταση, τη μετάθεση, την αλλοίωση ή την κατάργηση δικαιωμάτων και έννομων σχέσεων, οι κανόνες του κοινού δικαίου. Δημόσια και ιδιωτικά. Άρθρο
  12. Αυτεπάγγελτη εξέταση της αρμοδιότητας. 1.Η καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. 2.Αν το δικαστήριο αποφανθεί ότι είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπο αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο με απόφασή του, η οποία, αν πρόκειται για πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπόκειται πάντοτε σε έφεση. ΄Αρθρ.144.-1.΄Εγγραφα που έχουν συνταχτεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους από το αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο δημόσιο όργανο (δημόσια έγγραφα) αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλα όσα βεβαιώνεται σ’ αυτά ότι έγιναν από εκείνον που τα συνέταξε ή ενώπιόν του, ως προς τα οποία μόνο για πλαστότητα μπορούν να προσβληθούν. 2.Κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο των δημόσιων και των άλλων εγγράφων εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του προηγούμενου άρθρου, δεν δεσμεύεται, και όταν ακόμη προσκομίζεται έγγραφο που έχει καταρτιστεί νομότυπα, να κρίνει αλλιώς για τη σχέση, αν από άλλα στοιχεία πείθεται ότι στην πραγματικότητα, αυτή, στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος, είναι ανύπαρκτη ή διαφορετική, ως προς τη φύση και το περιεχόμενο από εκείνη που δηλώνεται στο έγγραφο. Εκθέσεις ελέγχου. ΄Αρθρ.145.-Η διάταξη της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου ισχύει και για τις εκθέσεις ελέγχου που συντάσσονται από τα φορολογικά όργανα, εκτός από τις πληροφορίες ή ομολογίες του ελεγχομένου που αναφέρονται σ’ αυτά. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Αντίγραφα κτλ. ΄Αρθρ.146.-1.Αντίγραφα δημόσιων εγγράφων που την ακρίβειά τους βεβαιώνει ο αρμόδιος γι’ αυτό υπάλληλος έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με το πρωτότυπο. Το δικαστήριο όμως μπορεί να ζητήσει να προσαχθεί το πρωτότυπο. 2.Αντίγραφα άλλων εγγράφων, φωτογραφίες ή φωτοτυπίες ή άλλες αποτυπώσεις λαμβάνονται επικουρικά υπόψη, αν το δικαστήριο πείθεται για την ακρίβεια όσων αποδίδονται μ’αυτά. 3.Αν το έγγραφο που προσκομίζεται έχει συνταχτεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί και επίσημη μετάφρασή του επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο, σύμφωνα με το νόμο, όργανο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της ίδιας χώρας στην Ελλάδα. Το δικαστήριο μπορεί σε κάθε περίπτωση να διατάξει να μεταφραστεί το έγγραφο στην ελληνική από ειδικό πρόσωπο. Επίδειξη εγγράφων. ΄Αρθρ.147.-1.Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους την επίδειξη εγγράφων που κατέχουν ο διάδικος ή τρίτος ή δημόσια αρχή ή δημόσιο όργανο ή όργανο νομικού προσώπου δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα που κατέχει δημόσια αρχή και που η επίδειξή τους, κατά την κρίση της, μπορεί να βλάψει το δημόσιο συμφέρον ή για έγγραφα που ο κάτοχός τους έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τον ουσιαστικό φορολογικό νόμο, να αρνηθεί την επίδειξή τους. 2.Αν η προσαγωγή εγγράφου στο ακροατήριο είναι δυσχερής ή υπάρχει κίνδυνος απώλειας ή βλάβης του, λόγω της φύσης ή της σπουδαιότητάς του, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει δικαστή για την εξέτασή του στον τόπο όπου βρίσκεται ή να επιτρέψει να προσαχθεί επικυρωμένο αντίγραφο ή φωτογραφία ή φωτοτυπία του, και συντάσσεται γι’ αυτά έκθεση. 3.Αν ο υπόχρεος να επιδείξει το έγγραφο αρνηθεί να το πράξει ή το αποκρύψει η παρακωλύσει την επίδειξή του, που έχει διαταχτεί, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου
  13. Απώλεια εγγράφων – Εξέταση γνησιότητας. ΄Αρθρ.148.-1.Αν το έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, η ύπαρξη και το περιεχόμενό του μπορούν να αποδειχτούν με κάθε μέσο. 2.Αν αμφισβητηθεί η υπογραφή ή γενικά η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτήν κατά την κρίση του, την οποία συνάγει εκ των ενόντων ή με βάση τις πληροφορίες και εξηγήσεις που ζητά. Αν το κρίνει αναγκαίο, διατάζει την απόδειξη της γνησιότητας, η οποία ενεργείται με κάθε μέσο. Προσβολή για πλαστότητα. ΄Αρθρ.149.-1.Εκείνος που προσβάλλει έγγραφο ως πλαστό είναι υποχρεωμένος να αναφέρει και συγχρόνως να προσκομίσει τα στοιχεία για την απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. 2.Για την πλαστότητα ή μη του εγγράφου κρίνει παρεμπιπτόντως το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, ενώ, αν πρόκειται για έγγραφο ουσιώδες για τη διάγνωσή της και η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να αναβάλει τη δίκη, ώσπου να τελειώσει η αντίστοιχη ποινική, εκτός αν η ποινική δίωξη αποκλείεται επειδή το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία πέθανε ή το αδίκημα έχει παραγραφεί ή η ποινική αγωγή έχει αποσβεστεί ή υπάρχει άλλος νόμιμος λόγος. 3.Η απόφαση για την αναβολή της φορολογική δίκης, καθώς και κάθε άλλη απόφαση που δέχεται την πλαστότητα του εγγράφου, στέλνονται στον αρμόδιο εισαγγελέα με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου. Ε΄ ΤΜΗΜΑ ΟΜΟΛΟΓΙΑ-ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΄Αρθρ.150.-1.Η ομολογία από ιδιώτη διάδικο πραγματικών γεγονότων που είναι επιβλαβή σ’ αυτόν εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είτε αυτή γίνεται ενώπιόν του ή ενώπιον εντεταλμένου δικαστή ή με τα διαδικαστικά έγγραφα, είτε γίνεται εξωδίκως. 2.Η ομολογία μπορεί να ανακληθεί, για ουσιώδη πραγματική πλάνη, ώσπου να τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση. ΄Αρθρ.151.-Το δικαστήριο, αν το κρίνει σκόπιμο, μπορεί, χωρίς να επιβάλει όρκο, να ζητήσει αυτεπαγγέλτως, εξηγήσεις και πληροφορίες για τα εξεταζόμενα θέματα από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον πληρεξούσιό του ή από πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σ’ αυτόν. ΣΤ΄ ΤΜΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ Απόφαση για την εξέταση μαρτύρων. ΄Αρθρ.152.-1.Το δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους την εξέταση μαρτύρων, εκτός από τις περιπτώσεις που ο ουσιαστικός νόμος, ο οποίος εφαρμόζεται στη δίκη, την αποκλείει. 2.Η απόφαση για την εξέταση μαρτύρων πρέπει να ορίζει τους μάρτυρες που θα εξεταστούν και να αιτιολογεί ειδικά την ανάγκη για την εξέτασή τους. 3.Το μονομελές δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την εξέταση μαρτύρων μόνο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Πρόταση των μαρτύρων. Άρθρο
  14. Η πολυμελέστερη σύνθεση δεν είναι λόγος αναρμοδιότητας. 1.Η απόφαση του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο για το λόγο και μόνο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς. 2.Η απόφαση του πενταμελούς διοικητικού εφετείου δεν υπόκειται σε αναίρεση για το λόγο και μόνο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του τριμελούς. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΄Αρθρ.153.-Ο διάδικος που προτείνει την εξέταση μαρτύρων οφείλει να προσδιορίζει και τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία αυτοί θα εξεταστούν, να αναφέρει επίσης τα ονοματεπώνυμά τους, την κατοικία και τη διεύθυνσή τους, και να βεβαιώνει ότι οι προτεινόμενοι δεν τελούν σε σχέση ή κατάσταση, εξαιτίας των οποίων μπορεί να εξαιρεθεί ο μάρτυρας ή να απαλλαγεί από τη μαρτυρία. Κλήση των μαρτύρων. ΄Αρθρ.154.-1.Οι μάρτυρες καλούνται να εξεταστούν, πριν από εύλογο χρόνο, με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου. 2.Στην κλήση πρέπει να αναφέρονται η δικαστική αρχή ενώπιον της οποίας θα γίνει η εξέταση των μαρτύρων και η ημέρα και η ώρα που θα εμφανιστούν·ακόμη να μνημονεύεται η υπόθεση και οι συνέπειες που συνεπάγεται η μη εμφάνισή τους. 3.Το δικαστήριο μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που ανάγονται στην ιδιότητα του μάρτυρα ή την κατάστασή του, να τον εξετάζει στο σπίτι του με έναν από τους δικαστές, ύστερα από προηγούμενη ειδοποίηση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. (Μετά τη σελ. 104,632) Σελ. 104,633 Τεύχος Ζ103- Σελ. 87 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 Λόγοι αποκλεισμού ή απαλλαγής των μαρτύρων. ΄Αρθρ.155.-1.Απαλλάσσονται από την υποχρέωση να καταθέσουν ωςμάρτυρες και έχουν δικαίωμα να αρνηθούν όσοι κατέχουν αξίωμα, ή ασκούν λειτούργημα ή επάγγελμα, ως προς εκείνατα θέματα που εξαιτίας της ιδιότητάς τους αυτής τους τα έχουν εμπιστευτεί, ν, η φύση των θεμάτων αυτών, κατάτην κρίση του δικαστηρίου, ή διάταξη νόμου, επιβάλλει την υποχρέωση της εχεμύθειας. Δημόσιοι υπάλληλοι εξετάζονται και για περιστατικά που καλύπτονται από το καθήκον της εχεμύθειας, μόνο όμως ύστερα από έγγραφη άδεια της προϊσταμένης τους αρχής και, αν έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία, της αρχής στην οποία υπάγονταν όταν αποχώρησαν. 2.Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες: α)οι συγγενείς του ιδιώτη διαδίκου εξ αίματος ή από κηδεστία ή από υιοθεσία έως και τον τρίτο βαθμό κατ’ ευθείαν ή εκ πλαγίου, οι μνηστευμένοι και οι σύζυγοι, και αν ακόμη δεν υφίσταται πια ο γάμος, β)πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον στη δίκη, γ)δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή έχουν συμπράξει στην έκδοσή της με οποιονδήποτε τρόπο. 3.Στις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, τα πρόσωπα που καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες οφείλουν να δηλώσουν ενόρκως σ’ αυτόν που ενεργεί την εξέταση ότι με την κατάθεσή τους θα παραβιάσουν το καθήκον της εχεμύθειας·στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η εξέτασή τους, και αν ακόμη εκείνος που τους έχει εμπιστευτεί το απόρρητο τους έχει απαλλάξει από την υποχρέωση να το τηρήσουν. 4.΄Οσοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας τους, καθώς και εκείνοι που έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα λόγω καταδίκης, εξετάζονται, αν η μαρτυρία τους είναι αναγκαία, χωρίς να δώσουν όρκο, η τελική όμως κρίση ανήκει στο δικαστήριο. 5.Ο διάδικος μπορεί να προβάλει τους λόγους απαλλαγής ή αποκλεισμού του μάρτυρα ως λόγους εξαίρεσης, οφείλει όμως να τους αποδείξει ενώπιον εκείνου που ενεργεί την εξέταση, ο οποίος αποφασίζει εκ των ενόντων και δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. 6.Οι διατάξεις που αφορούν τον αποκλεισμό ή την εξαίρεση μάρτυρα εφαρμόζονται και σ’ αυτόν που προσλαμβάνεται ως ερμηνέας. Διεξαγωγή της εξέτασης. ΄Αρθρ.156.-1.Οι μάρτυρες εξετάζονται προφορικά και καθένας χωριστά από το δικαστήριο ή από το δικαστή που αυτό ορίζει . όταν ο μάρτυρας εξετάζεται έξω από την έδρα του δικαστηρίου, η εξέταση μπορεί να γίνει και από ειρηνοδίκη. 2.Το δικαστήριο ή ο δικαστής που εξετάζει το μάρτυρα, ο οποίος έχει κληθεί να εξεταστεί, μπορεί να τον αποβάλει, είτε προτού αρχίσει η εξέτασή του, είτε και όταν έχει αρχίσει, αν κρίνει ότι αυτός βρίσκεται σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε αποκλείεται η ικανότητα για μαρτυρία. 3.Ο μάρτυρας, προτού αρχίσει να εξετάζεται, οφείλει να ορκιστεί ότι θα πει την αλήθεια . ως προς τον τύπο του Σελ. 104,634 Τεύχος Ζ103- Σελ. 88 όρκου και τον τρόπο της ορκοδοσίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 218 και 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας. 4.Ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει για ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν την ποινική δίωξη ή θίγουν την τιμή του ίδιου, του συζύγου ή συγγενών του εξ αίματος ως το δεύτερο βαθμό ή αφορούν επαγγελματικό απόρρητο. 5.Η κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ, αν γίνει έξω από το ακροατήριο, συντάσσεται γι’ αυτήν έκθεση, η οποία υπογράφεται από το μάρτυρα, το δικαστή, το γραμματέα και τους διαδίκους, αν έχουν παρευρεθεί, καθώς και από τον ερμηνέα που τυχόν έχει προσληφθεί. 6.Εξέταση μάρτυρα μπορεί να γίνει κατ’ αντιπαράσταση με άλλον μάρτυρα ή διάδικο, αν το κρίνει απαραίτητο εκείνος που ενεργεί την εξέταση. Υποχρεωτικό της μαρτυρίας. ΄Αρθρ.157.-1.Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί τη μαρτυρία του στη φορολογική δίκη, αν έχει κληθεί νόμιμα . εξαίρεση ισχύει στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στο νόμο αυτόν. 2.Αν ο μάρτυρας που έχει κληθεί νόμιμα να εξεταστεί, δεν εμφανιστεί αδικαιολόγητα ή εμφανιστεί μεν, αρνείται όμως να ορκιστεί ή να καταθέσει, υπόκειται στις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου
  15. ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Α΄ ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Δικόγραφο και κατάθεσή του. ΄Αρθρ.158.-1.Τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ασκούνται, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται για το καθένα, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Κάθε ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί και πριν επιδοθεί η απόφαση που προσβάλλεται· ακόμη και κατά την ημέρα που αυτή δημοσιεύτηκε. 3.Για την κατάθεση του ένδικου μέσου, όταν προσαχθεί το έγγραφό του, συντάσσεται έκθεση σε δύο αντίτυπα, η οποία υπογράφεται από αυτόν που παραλαμβάνει το έγγραφο και από εκείνον που το καταθέτει . η έκθεση αυτή παίρνει αριθμό με την καταχώρισή της, ως προς τα κύρια σημεία της, σε χωριστό βιβλίο για κάθε είδος ένδικου μέσου, το οποίο τηρείται κατά έτος από τη γραμματεία με διαφορετική αρίθμηση. ΄Ενα από τα αντίτυπα της έκθεσης παραδίδεται σ’ αυτόν που κατέθεσε το ένδικο μέσο. 4.Τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων μονομελών δικαστηρίων σε υποθέσεις που συζητήθηκαν έξω από την έδρα του δικαστηρίου μπορούν κατ’ εξαίρεση να ασκηθούν όπως και η προσφυγή, και διαβιβάζονται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από την αρχή που τα παρέλαβε στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνονται, η οποία και τα καταχωρίζει στο βιβλίο που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. «΄Αρθρ.159.-1.Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, καθώς και η άσκησή τους δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της αποφάσεως. 2.Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ο πρόεδρος του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο μέσο, μπορεί να διατάξει με αιτιολογημένη απόφαση την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης με ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 2 του Νόμ. 820/1978 (ΦΕΚ 174 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 27 του Νόμ. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α΄), με την παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α΄) και με το άρθρ. 41 παρ. 3 του Νόμ. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α΄)». Το άρθρ. 159, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 9, του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.
  16. ΄Αρθρο
  17. Περιπτώσεις παράτασης της προθεσμίας. 1.Αν αυτός που έχει δικαίωμα να ασκήσει το ένδικο μέσο διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκησή του παρατείνεται για ένα μήνα. 2.Αν αυτός που έχει δικαίωμα να ασκήσει το ένδικο μέσο πέθανε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που προβλέπεται για την άσκησή του, χωρίς να τό έχει ασκήσει, ο διάδοχός του μπορεί να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο μέσα σε ένα μήνα από τότε που έληξε η προθεσμία για αποποίηση της κληρονομίας. ΄Αρθρο
  18. Ανάλογη εφαρμογή των κανόνων εκδίκασης της προσφυγής. Οι διατάξεις που αφορούν τον προσδιορισμό δικασίμου και γενικά την εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται ανάλογα και στα ένδικα μέσα, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τις επόμενες ειδικές, για κάθε ένδικο μέσο, διατάξεις. Β΄ ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΗ ΄Αρθρο
  19. Αποφάσεις που υπόκεινται σε ανακοπή. 1.Σε ανακοπή υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων και οι οριστικές αποφάσεις που εκδίδονται ύστερα από έφεση, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν παραστάθηκε στη συζήτηση γιατί δεν κλητεύτηκε καθόλου, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 87, ή γιατί δεν κλητεύτηκε κατά τον τρόπο που έπρεπε ή εμπρόθεσμα. 2.Δικαίωμα ανακοπής έχει μόνο ο διάδικος που δεν παραστάθηκε εξαιτίας του λόγου αυτού. «3.Ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίστηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου». Η νέα μέσα σε « » παρ. 3, προστέθηκε και η παλαιά παρ. 3 αναριθμήθηκε σε 4, από την περίπτ. α΄ της παρ. 14 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/66 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.
  20. Επίσης με την περίπτ. β΄ της παρ. 14, του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι: Η κατά το προηγούμενο εδάφιο ανακοπή δύναται να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών, από της ισχύος του παρόντος, για αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν την προσφυγή ή το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο για μη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου και δημοσιεύθηκαν μετά την 1η Ιαν.
  21. 4.
(3)Δεν επιτρέπεται άλλη ανακοπή κατά της ίδιας απόφασης ή κατά της απόφασης που απέρριψε προηγούμενη ανακοπή. Άρθρο
  1. Την αρμοδιότητα, σε περίπτωση αμφισβήτησης, την κανονίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας. 1.Αν, για την ίδια υπόθεση, η αρμοδιότητα διάφορων δικαστηρίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο αμφισβητείται, την αρμοδιότητα την κανονίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. 2.Η αίτηση αυτή γίνεται εγγράφως και κατατίθεται στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μαζί με βεβαίωση ότι η ίδια υπόθεση είναι εκκρεμής σε διάφορα δικαστήρια. 3.Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί και αυτεπαγγέλτως, με απόφασή του που κοινοποιείται με τη φροντίδα της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας στα δικαστήρια στα οποία εκκρεμεί η ίδια υπόθεση, να διατάξει να ανασταλεί η ενώπιόν τους περαιτέρω διαδικασία. 4.Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον κανονισμό της αρμοδιότητας είναι υποχρεωτική για όλα τα δικαστήρια. 5.Για τον κανονισμό της αρμοδιότητας αποφαίνεται το Β' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. ΄Αρθρο
  2. ΄Ασκηση και εκδίκαση της ανακοπής. 1.Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπενθήμερη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. 2.Το έγγραφο της ανακοπής κατατίθεται με ένα αντίγραφο και πρέπει να αναφέρει την απόφαση που προσβάλλεται και να περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το άρθρο 81, τους λόγους της ανακοπής και αίτημα. 3.Το πρωτότυπο της ανακοπής μαζί με την έκθεση κατάθεσης τοποθετούνται στο φάκελο της υπόθεσης, στον οποίο σημειώνονται ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης, καθώς και το όνομα του ανακόπτοντος. «4.Η δικάσιμος για την εκδίκαση της ανακοπής δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τρεις μήνες από την άσκησή της». Η νέα μέσα σε « » παρ. 4, προστέθηκε και οι ήδη παρ. 4 και 5 αριθμήθηκαν σε 5 και 6, από την παρ. 15 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.
  3. 5
(4)΄Οταν οριστεί δικάσιμος, το αντίγραφο της ανακοπής, πάνω στο οποίο έχουν σημειωθεί ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης κατάθεσης και η ημέρα και ώρα συζήτησης, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στον άλλο διάδικο, ο οποίος και καλείται να παρασταθεί σ’ αυτήν. Η επίδοση γίνεται δεκαπέντε πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. 6.
(5)Ο ανακόπτων καλείται στη συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου
  1. ΄Αρθρο
  2. Αν αποδειχτεί βάσιμος ο λόγος της ανακοπής, η απόφαση εξαφανίζεται, και το δικαστήριο προχωρεί αμέσως σε νέα εξέταση της διαφοράς. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΗ ΄Αρθρο
  3. Αποφάσεις που υπόκεινται σε έφεση. «΄Αρθρ.165.-1.«Σε έφεση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις διοικητικών πρωτοδικείων αν το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, χωρίς στο ποσό αυτό να συνυπολογίζονται οι πρόσθετοι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις». Ως διαφορά, η οποία παρέχει το δικαίωμα να ασκηθεί έφεση, λογίζεται για τη διάδικη αρχή το ποσό που προκύπτει ανάμεσα σ’ εκείνο που ορίστηκε με τη διοικητική πράξη και σ’ (Αντί για τη σελ. 104,635(β) Σελ. 104,635(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 105 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 αυτό που όρισε η απόφαση του δικαστηρίου, ενώ για εκείνο σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η πράξη, το ποσό που προκύπτει ανάμεσα σ’ εκείνο που αντιστοιχεί στη δήλωση και σ’ αυτό που όρισε η απόφαση. Αν δεν υπάρχει δήλωση, ως διαφορά λογίζεται το ποσό που καταλόγισε η αρχή. Μαζί με την οριστική θεωρείται ότι συνεκκαλείται και κάθε μη οριστική απόφαση. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο της παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 29 του Νόμ. 2648/21-22 Οκτ. 1998, (ΦΕΚ Α΄ 238), τόμ. 30Α σελ. 266,225 2.Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση, ανεξάρτητα από το ποσό: α)για υπέρβαση καθηκόντων ή αναρμοδιότητα του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, β)για κακή σύνθεσή του, γ)στις περιπτώσεις που αντικείμενο της έφεσης είναι η αναγνώριση ζημίας, η οποία δεν καλύπτεται με συμψηφισμό του συνολικού εισοδήματος που προσδιορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά είναι εκπεστέα από το συνολικό εισόδημα, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρ. 4 παρ. 1 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως ισχύει, αν το ποσό της εκπεστέας ζημίας υπερβαίνει τις 800.000 δρχ. Το άρθρ. 165 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 60 Νόμ. 2065/1992 (ΦΕΚ Α΄ 113), τόμ. 27, σελ. 196,
  4. Σύμφωνα δε με την παρ. 2 άνω άρθρ. 60 Νόμ. 2065/1992 οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρ. 165 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς ενώπιον των διοικητικών Εφετείων υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν συζητηθεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. ΄Αρθρο
  5. Δικαίωμα έφεσης. 1.Δικαίωμα έφεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε πρωτοδίκως. 2.Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, δεν επιτρέπεται. ΄Αρθρο
  6. Προθεσμία. 1.Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι μηνιαία και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. 2.Σε καμιά περίπτωση η έφεση δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν έχουν περάσει δύο έτη από τη δημοσίευση της απόφασης. Σελ. 104,636(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 106 ΄Αρθρο
  7. Δικόγραφο, προσδιορισμός της συζήτησης. 1.Το έγγραφο της έφεσης κατατίθεται μαζί με δύο αντίγραφα και πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το άρθρο 81, καθώς επίσης μνεία της απόφασης που προσβάλλεται, τους λόγους της έφεσης και αίτημα. 2.Το πρωτότυπο της έφεσης μαζί με την έκθεση κατάθεσης τοποθετούνται σε ιδιαίτερο φάκελο, πάνω στον οποίο αναγράφονται ο αριθμός του βιβλίου καταθέσεων και τα ονόματα των διαδίκων. Στο φάκελο αυτόν προσαρτάται και ο φάκελος της υπόθεσης που βρίσκεται στο δικαστήριο. 3.Αν πρόκειται για έφεση κατά απόφασης τριμελούς δικαστηρίου, ο φάκελος που δημιουργήθηκε, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, μαζί με ένα από τα αντίγραφα της έφεσης, διαβιβάζεται το γρηγορότερο στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η έφεση, ενώ το άλλο αντίγραφο παραμένει στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την απόφαση. Η έφεση, μόλις περιέλθει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταχωρίζεται στο βιβλίο των ασκούμενων εφέσεων που τηρείται σ’ αυτό . ο αριθμός καταχώρισης και η χρονολογία εγγραφής στο πιο πάνω βιβλίο σημειώνονται στο φάκελο, στον οποίο τοποθετούνται και όλα τα έγγραφα που αφορούν την κατ’ έφεση δίκη. 4.΄Οταν οριστεί δικάσιμος, αντίγραφο της έφεσης επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στον άλλο διάδικο, ο οποίος καλείται συγχρόνως να παρασταθεί κατά την ημέρα και την ώρα που έχουν οριστεί για τη συζήτηση. Η επίδοση γίνεται είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.
(1)5.Ο εκκαλών καλείται στη συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου
  1. 6.Αν ασκηθεί ανακοπή, αναστέλλεται η εκδίκαση της έφεσης. ΄Αρθρο
  2. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται στο διοικητικό εφετείο κατά το μέρος που αφορά τις αιτιάσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες προβάλλονται με αυτήν. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα έπρεπε να κριθούν, σύμφωνα με το άρθρο 75, ως προς το νόμω βάσιμο της πράξης.
(2)
(1)Η παρ. 4 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν.δ. 10/1968.
(2)Το τελευταίο εδάφιο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 4600/1966. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Πρόσθετοι λόγοι. ΄Αρθρ.170.-1.Μέσα στα όρια του προηγούμενου άρθρου, επιτρέπεται να υποβληθούν πρόσθετοι λόγοι της έφεσης με χωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η έφεση . πάνω στο δικόγραφο αυτό συντάσσεται πράξη κατάθεσης. 2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει τουλάχιστον δεκαπέντε πλήρεις ημέρες πριν από την πρώτη δικάσιμο που έχει οριστεί . ακριβές αντίγραφο του δικογράφου αυτού επιδίδεται στον άλλο διάδικο με τη φροντίδα εκείνου που υπέβαλε του πρόσθετους λόγους, μέσα σε τρεις ημέρες από την κατάθεσή του.
(3)3.Πρόσθετος λόγος είναι παραδεκτός, και αν ακόμη η έφεση δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. Παράβολο της έφεσης. ΄Αρθρ.171.-1.Για να είναι παραδεκτή η έφεση εκείνου κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, πρέπει να καταβληθεί από αυτόν, στο δημόσιο ταμείο ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ως τη συζήτηση στο ακροατήριο, παράβολο ίσο προς δύο εκατοστά (2%) του ποσού του αμφισβητούμενου φόρου χωρίς τα πρόσθετα. 2.Αν ως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο δεν καταβληθεί καθόλου παράβολο ή καταβληθεί ελλιπές, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου που εμφανίστηκε σ’ αυτήν και είναι υπόχρεος να το καταβάλει, χορηγεί σ’ αυτόν προθεσμία έως πέντε
(5)ημέρες για να καταβάλει ή να συμπληρώσει το παράβολο και να προσκομίσει το αποδεικτικό κατάθεσής του . η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση. Αν η συζήτηση γίνει χωρίς να παρασταθεί ο υπόχρεος, το παράβολο μπορεί να καταβληθεί, και το αποδεικτικό κατάθεσής του να προσκομιστεί, μέσα σε προθεσμία πέντε
(5)ημερών, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή το παράβολο καταβάλλεται προσαυξημένο κατά πενήντα εκατοστά (50%). Αν μέσα στις παραπάνω προθεσμίες δεν καταβληθεί το παράβολο ή καταβληθεί ελλιπές ή χωρίς την οφειλόμενη προσαύξηση, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. 3.Αν αντικείμενο της δίκης είναι η επιβολή προστίμου για παράβαση του φορολογικού νόμου, το καταβλητέο παράβολο ορίζεται ίσο προς πέντε εκατοστά (5%) του ποσού του προστίμου που όρισε η εκκαλούμενη απόφαση. Το παράβολο σε κάθε άλλη περίπτωση είναι πεντακόσιες
(500)δραχμές . εξαιρούνται οι εφέσεις κατά αποφάσεων μονομελούς δικαστηρίου, οι οποίες στην περίπτωση αυτή δεν υπόκεινται σε παράβολο. Mε την παρ. 16 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), τόμ. 6, σελ. 104,650, το παράβολο της άνω παρ. 3 αυξήθηκε σε 3.000 δραχμές. 4.Αν οι εκκαλούντες είναι περισσότεροι και ευθύνονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης εις ολόκληρον, κατατίθεται από όλους ένα μόνο παράβολο, και αν ακόμη καθένας ασκεί ιδιαίτερη έφεση κατά της ίδιας απόφασης·αν όμως έχουν χωριστή καθένας υποχρέωση, κατατίθεται το ανάλογο στην υποχρέωσή του παράβολο ή, όπου συντρέχει περίπτωση, το πάγιο παράβολο, και όταν ακόμη ασκούν όλοι κοινή έφεση κατά της ίδιας απόφασης.
(3)Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν.δ. 10/1968. 5.Αν η έφεση απορριφθεί, το παράβολο που έχει κατατεθεί περιέρχεται στο δημόσιο. Αν γίνει δεκτή στο σύνολό της, αποδίδεται στον εκκαλούντα, και αν ακόμη το δικαστήριο δεν διέταξε την απόδοσή του. Αν γίνει εν μέρει δεκτή, αποδίδεται ένα μέρος του, που καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. 6.Από την αρμόδια φορολογική αρχή συντάσσεται σημείωμα για το ποσό του καταβλητέου παραβόλου και στέλνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η έφεση δεκαπέντε
(15)τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο . αντίγραφο του σημειώματος αυτού μπορεί να λάβει ατελώς ο διάδικος που είναι υπόχρεος για την καταβολή του. Αν το παράβολο που έχει καταβληθεί με βάση το σημείωμα αυτό είναι ελλιπές, το δικαστήριο προχωρεί στην ουσιαστική κρίση της υπόθεσης, και η διαφορά του παραβόλου, αν μεν η έφεση απορριφθεί, καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου και βεβαιώνεται σε βάρος του υποχρέου από την αρμόδια φορολογική αρχή, ενώ, αν γίνει εν μέρει δεκτή, συμψηφίζεται με το μέρος του παραβόλου που αποδίδεται στο φορολογούμενο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγρ. 5 του άρθρου αυτού.
(1)Νέοι ισχυρισμοί. Άρθρο
  1. Παραπομπή από δικαστήριο σε δικαστήριο. 1.Αν η εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο δεν είναι δυνατή, λόγω εξαίρεσης ή άλλου κωλύματος όλων των δικαστών ή τόσων ώστε οι λοιποί να μην αρκούν για τη νόμιμη συγκρότησή του, η υπόθεση παραπέμπεται, ύστερα από αίτηση του προέδρου, σε ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. 2.Αρμόδιο για την παραπομπή από διοικητικό πρωτοδικείο σε άλλο είναι το διοικητικό εφετείο στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το δικαστήριο που δεν μπορεί να δικάσει την υπόθεση, ενώ για την παραπομπή από διοικητικό εφετείο σε άλλο το Β' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. 3.Όταν, λόγω έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος δικαστών, τακτικών και αναπληρωματικών, δεν μπορεί να λειτουργήσει πρόσκαιρα το δικαστήριο, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του ΄Αρθρ.172.-1.Στην κατ’ έφεση δίκη μπορούν να υποβληθούν, με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους, και νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι να αφορούν κεφάλαια που αμφισβητήθηκαν ήδη με την προσφυγή, αν η μη υποβολή τους κατά την πρωτόδικη δίκη κρίνεται επαρκώς δικαιολογημένη. 2.Στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, μόνο όμως για πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται για πρώτη φορά, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Αυτεπαγγέλτως όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να συμπληρωθούν οι αποδείξεις, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου
  2. Λόγοι απαραδέκτου. ΄Αρθρ.173.-1.΄Εφεση που δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις ή που ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. 2.Το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της έφεσης, και αν την κρίνει παραδεκτή, προχωρεί στην εξέταση των λόγων της. 3.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει για την ορθότητα της απόφασης με βάση τους νόμους που ίσχυαν κατά την έκδοσή της, χωρίς να μπορεί να λάβει υπόψη μεταγενέστερο νόμο, εκτός αν ο νόμος αυτός έχει αναδρομική ισχύ, η οποία εκτείνεται και σε όσα έχουν κριθεί πρωτοδίκως. Απόφαση. ΄Αρθρ.174.-1.Αν κριθεί βάσιμος κάποιος από τους λόγους της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει ή μεταρρυθμίζει, ανάλογα με την περίπτωση, την απόφαση και, αφού κρίνει περαιτέρω την υπόθεση, ακυρώνει ή τροποποιεί τη διοικητική πράξη ή απορρίπτει την προσφυγή. 2.Αν η απόφαση εξαφανιστεί λόγω αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπτεται στο αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μόνο στην περίπτωση που αυτό δεν υπάγεται στην περιφέρεια του δικαστηρίου που δίκασε την έφεση. 3.Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατά το ίδιο την υπόθεση.
(1)Το άρθρο αυτό τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 221/1975. (Αντί για τη σελ. 104,637) Σελ. 104,637(α) Τεύχος 1253-Σελ. 49 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 ΄Αρθρ.175.-Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 76, το δικαστήριο που δικάζει την έφεση δεν μπορεί να καταστήσει χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος, εκτός αν έχει ασκηθεί έφεση και από τον άλλο διάδικο. Δ΄ ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ Αποφάσεις που υπόκεινται σε αναθεώρηση. ΄Αρθρ.176.-1.Σε αναθεώρηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αν δεν μπορεί πια να ασκηθεί κατ’ αυτών ανακοπή ή έφεση ή δεν υπόκεινται στα ένδικα αυτά μέσα. 2.Μαζί με την οριστική θεωρείται ότι προσβάλλεται και κάθε μη οριστική απόφαση. Δικαίωμα αναθεώρησης. ΄Αρθρ.177.-1.Δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναθεώρησης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε εν όλω ή εν μέρει στη δίκη στην οποία έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Δεν συγχωρείται δεύτερη αίτηση αναθεώρησης από τον ίδιο διάδικο κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο. Λόγοι αναθεώρησης. ΄Αρθρ.178.-Η αναθεώρηση επιτρέπεται μόνο αν:α)η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα αν τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, β)μετά την έκδοση της απόφασης, ο διάδικος που ζητά την αναθεώρηση βρήκε ή περιήλθαν στην κατοχή του κρίσιμα έγγραφα που υπήρχαν πριν από τη δίκη, δεν γνώριζε όμως ότι υπάρχουν, γ)η απόφαση που προσβάλλεται στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία έχει ανατραπεί αμετακλήτως μετά την τελευταία συζήτηση. Προθεσμία. ΄Αρθρ.179.-1.Η προθεσμία για να ασκηθεί αίτηση αναθεώρησης είναι τρίμηνη και αρχίζει:α)στην περίπτωση α΄ του προηγούμενου άρθρου, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, β)στην περίπτωση β΄ του ίδιου άρθρου, αφότου αυτός που ζητά την αναθεώρηση έμαθε για την ύπαρξη των κρίσιμων εγγράφων, γ)στην περίπτωση γ΄ του ίδιου άρθρου, αφότου αυτός που ζητά την αναθεώρηση έμαθε για την αμετάκλητη απόφαση που θεμελιώνει την αίτησή του. Σελ. 104,638(α) Τεύχος 1253-Σελ. 50 2.Αν τα γεγονότα της προηγούμενης παραγράφου έγιναν πριν από την επίδοση της απόφασης, η προθεσμία της αίτησης αναθεώρησης αρχίζει από την επίδοση αυτή. 3.Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 167 εφαρμόζεται και στην αίτηση αναθεώρησης. Δικόγραφο αναθεώρησης και πρόσθετοι λόγοι. ΄Αρθρ.180.-1.Το έγγραφο της αίτησης αναθεώρησης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το άρθρο 81 και να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αναθεώρηση, τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι τηρήθηκε η προθεσμία, καθώς και αίτημα. 2.Πρόσθετος λόγος αναθεώρησης επιτρέπεται να υποβληθεί με χωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η αίτηση αναθεώρησης·πάνω σ’ αυτό συντάσσεται έκθεση κατάθεσης. 3.Η κατάθεση του δικογράφου πρέπει να γίνει δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει οριστεί . ακριβές αντίγραφο του δικογράφου αυτού επιδίδεται, με τη φροντίδα εκείνου που υπέβαλε τους πρόσθετους λόγους, στον άλλο διάδικο, μέσα προθεσμία οκτώ ημερών από την κατάθεσή του. Παράβολο ΄Αρθρ.181.-1.Η αίτηση αναθεώρησης την οποία άσκησε ο διάδικος κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη είναι απαράδεκτη, αν αυτός, ως τη συζήτηση στο ακροατήριο, δεν καταβάλει στο δημόσιο ταμείο παράβολο πεντακοσίων
(500)δραχμών. Για τις αιτήσεις αναθεώρησης κατά αποφάσεων του μονομελούς δικαστηρίου το παράβολο ορίζεται σε εκατό
(100)δραχμές. Με την περίπτ. α΄ της παρ. 17 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α 67), κατωτ. αριθ. 11 τα παράβολα της άνω παρ. 1 των 500 και 100 δραχμών, αυξήθηκαν σε 3.000 και 1.000 δραχμές, αντίστοιχα. «2.Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 171 και του άρθρ. 173 εφαρμόζονται αναλόγως και στις αιτήσεις αναθεώρησης». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. β΄ της παρ. 17 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Απόφαση. Άρθρ.1.-Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται :α)κατά τον καταλογισμό των φόρων, δασμών, τελών και συναφών δικαιωμάτων του Δημοσίου ως και των προστίμων και λοιπών χρηματικών κυρώσεων, β)κατά την επιβολή, με διοικητικές πράξεις, κάθε είδους κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της φορολογικής γενικά νομοθεσίας (στην οποία περιλαμβάνεται και η νομοθεσία για τα τελωνεία, τα μονοπώλια, τον καπνό, το οινόπνευμα και κάθε άλλη συναφής), ακόμη και αν οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται αυτοτελώς ή άσχετα με υποχρέωση καταβολής φόρου, δασμού, τέλους ή αλλού δικαιώματος του Δημοσίου". Το άρθρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρου 7 και της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων. (Μετά τη σελ. 104,614(α) Σελ. 104,6141 Τεύχος 1-10-1 Σελ. 23 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ, ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ Λόγοι αποκλεισμού. ΄Αρθρ.182.-Αν κριθεί βάσιμος κάποιος από τους λόγους αναθεώρησης, εξαφανίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και το δικαστήριο προχωρεί αμέσως σε νέα εξέταση της υπόθεσης μέσα στα όρια του λόγου αναθεώρησης που έγινε δεκτός. ΄Αρθρ.183.-Η απόφαση που εκδίδεται κατ’ αναθεώρηση υπόκειται στα ίδια ένδικα μέσα, όπως και η απόφαση που αναθεωρήθηκε. Ε΄ ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΙΡΕΣΗ Άρθρ.184.-1.Οι αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπόκεινται σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν το Συμβούλιο της Επικρατείας. 2.Η προθεσμία για να ασκηθεί αναίρεση από το δημόσιο, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ορίζεται σε εξήντα
(60)ημέρες, αφότου κοινοποιηθεί σ’ αυτό η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η αναίρεση. Η αίτηση αναίρεσης μετά την άσκησή της κοινοποιείται στον άλλο διάδικο, με τη φροντίδα εκείνου που την άσκησε, μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από την κατάθεσή της. ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Δεύτερο άρθρο.-1.Η έναρξη της ισχύος του κώδικα που κυρώνεται με το νόμο αυτόν καθορίζεται με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και σε χρόνο που συμπίπτει με την έναρξη της καθολικής σε όλη την επικράτεια ή της μερική σε τμήματά της λειτουργίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 2.Ο κώδικας που κυρώνεται με το νόμο αυτόν εφαρμόζεται στις διοικητικές πράξεις που εκδίδονται μετά τη θέση του σε ισχύ και με τις οποίες καταλογίζεται φόρος, δασμός, τέλος ή συναφές δικαίωμα του δημοσίου ή επιβάλλεται κύρωση για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και στις φορολογικές διαφορές, που προκαλούνται σε όλη την επικράτεια εξαφορμής των πράξων αυτών, και κατά την επίλυσή τους, είτε από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που τώρα συνιστώνται,είτε από τα υπάρχοντα φορολογικά δικαστήρια και τις εκδικαστικές επιτροπές που υπάρχουν ήδη, και οι οποίες διατηρούνται προσωρινά σε λειτουργία, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο πέμπτο άρθρο του νόμου αυτού. 3.Με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης μπορεί:α)να ορίζεται ότι η εκδίκαση των φορολογικών διαφορών, ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων και των εκδικαστικών επιτροπών που υπάρχουν και διατηρούνται προσωρινά σε λειτουργία, καθώς και η άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεών τους, θα διέπεται, εν όλω ή εν μέρει, από τις διαδικαστικές διατάξεις που ήδη ισχύουν και β)να ρυθμίζεται κάθε ζήτημα που σχετίζεται προς τα θέματα αυτά κατά τρόπο που να προσαρμόζεται προς τα δικαστήρια που δικαιοδοτούν. 4.Από το χρόνο της εφαρμογής του κώδικα που κυρώνεται καταργούνται όλες οι διαδικαστικές διατάξεις που ισχύουν για τις φορολογικές διαφορές, επιφυλάσσονται όμως οι ειδικές παρεκκλίσεις που καθιερώνονται με το νόμο αυτόν. Τρίτο άρθρο.-1.Η εκδίκαση των φορολογικών υποθέσεων και διαφορών οι οποίες είναι εκκρεμείς κατά το χρόνο της έναρξης της ισχύος του κώδικα που κυρώνεται με το νόμο αυτόν, καθώς και η άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατά των πράξεων που καταλογίζουν φόρο κτλ. και οι οποίες είχαν εκδοθεί πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του κώδικα, διέπονται, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, από τις γενικές ή ειδικές διατάξεις που προΐσχυαν. Είναι όμως δυνατό, με διατάγματα που θα εκδίδονται σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου, να επεκτείνεται και σ’ αυτές η εφαρμογή όλων ή ορισμένων από τις διατάξεις του κώδικα που κυρώνεται, ως προς την προδικασία και την εκδίκαση των ένδικων βοηθημάτων. 2.Τα ένδικα μέσα τα οποία προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κώδικα που κυρώνεται και στρέφονται κατά αποφάσεων που αφορούν φορολογικές γενικά διαφορές (στις οποίες περιλαμβάνονται και αυτές που δημιουργούνται από την άσκηση αίτησης αναθεώρησης του ν. 6098/1954), αν συνεπάγονται νέα ουσιαστική κρίση, εισάγονται στα διοικητικά εφετεία, άσχετα από το χαρακτηρισμό που δίνουν στο ένδικο μέσο οι κείμενες διατάξεις. Οι αιτήσεις των φορολογουμένων που υποβάλλονται κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 74 του ν.δ. 3323/1955 εισάγονται, μετά την έναρξη της λειτουργίας τους, στα διοικητικά πρωτοδικεία και δικάζονται ανεκκλήτως από αυτά κατά τη διαδικασία της προσφυγής. 3.Από την έναρξη της ισχύος της φορολογικής δικονομίας, η εξώδικη λύση των φορολογικών διαφορών επιτρέπεται μόνο κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων της 70-72 και καταργείται κάθε άλλη σχετική διάταξη. Κατ’ εξαίρεση, για τις υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος των φυσικών προσώπων, οι διατάξεις των άρθρων 70-72 της φορολογικής δικονομίας θα τεθούν σε εφαρμογή αφού περάσουν τρία έτη από τη δημοσίευση του παρόντος, ενώ διατηρούνται κατά το διάστημα αυτό σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 51 του ν.δ. 3323/
  1. 4.Η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 70 της φορολογικής δικονομίας θα τεθεί σε ισχύ με διάταγμα . ωσότου εκδοθεί το διάταγμα αυτό, επιτρέπεται η εξώδικη λύση και των διαφορών που προκύπτουν από την επιβολή προστίμου ή άλλης κύρωσης για παράβαση του φορολογικού νόμου, σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις των άρθρων 70-72 της φορολογικής δικονομίας, μόνο όμως εφόσον από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται η κατά παρόμοιο τρόπο επίλυση τέτοιων διαφορών. (Μετά τη σελ. 104,638(α) Σελ. 104,6381 Τεύχος 1253-Σελ. 51 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Tέταρτο άρθρο.-1.Οι διατάξεις του κώδικα φορολογικής δικονομίας που κυρώνεται με το νόμο αυτόν, οι οποίες προβλέπουν την αναθεώρηση (άρθρα 176-183), έχουν εφαρμογή και όταν πρόκειται για αποφάσεις φορολογικών δικαστηρίων και εκδικαστικών επιτροπών που λειτουργούν ήδη, οι οποίες έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, εφόσον όμως δεν έχει γίνει χρήση όμοιου ένδικου μέσου που τυχόν προβλεπόταν από τις διατάξεις που προΐσχυαν. Αν οι λόγοι αναθεώρησης προέκυψαν πριν από τη θέση σε ισχύ του κώδικα που κυρώνεται, η προθεσμία για την άσκησή της υπολογίζεται από τη δημοσίευση του διατάγματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του δεύτερου άρθρου. Η αίτηση αναθεώρησης εισάγεται προς εκδίκαση στα φορολογικά δικαστήρια ή στις εκδικαστικές επιτροπές που εξέδωσαν την απόφαση, αν αυτά διατηρούνται προσωρινά σε λειτουργία . αλλιώς, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που συνιστώνται στην περιφέρεια αυτή. 2.Οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 115-118 του κώδικα που κυρώνεται αιτήσεις διόρθωσης ή ερμηνείας αποφάσεων φορολογικών δικαστηρίων ή εκδικαστικών επιτροπών που δικαιοδοτούσαν πριν από τη λειτουργία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων εισάγονται προς εκδίκαση στα ίδια δικαστήρια, εφόσον βέβαια αυτά διατηρούνται προσωρινά σε λειτουργία . αλλιώς, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που συνιστώνται στην περιφέρεια αυτή. 3.Η φράση «προφανώς αβάσιμη προσφυγή» που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 44 της φορολογικής δικονομίας, αντικαθίσταται με τη φράση «εντελώς και εκδήλως αβάσιμη προσφυγή». 4.Το έγγραφο της προσφυγής μπορεί σε κάθε περίπτωση να κατατίθεται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 79 του κώδικα που κυρώνεται, και στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου απευθύνεται, η οποία και είναι υποχρεωμένη να το διαβιβάζει στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, για να ενεργήσει όσα προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 82 του ίδιου κώδικα. Β΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Πέμπτο άρθρο -1.Η σύσταση των διοικητικών πρωτοδικείων, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων (ν.δ. 3845/1958), ενεργείται βαθμιαία, κατά τμήματα της επικράτειας, ύστερα από ειδική κάθε φορά γνωμοδότηση της επιτροπής που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ίδιου κώδικα και προτιμώνται οι περιφέρειες που έχουν μεγαλύτερη φορολογική κίνηση. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και στα δευτεροβάθμια δικαστήρια, αν δεν είναι δυνατή η άμεση ολοκληρωτική σύστασή τους. Ωσότου συσταθούν τα νέα δικαστήρια σε κάθε περιφέρεια, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του δεύτερου άρθρου του ν.δ. 3845/
  2. 2.Οι διατάξεις της παρ. 3 του δεύτερου άρθρου του ν.δ. 3845/1958, εφαρμόζονται και σε περίπτωση τμηματικής εισαγωγής και λειτουργίας των νέων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 3.Οι προσφυγές κατά καταλογιστικών πράξεων για φορολογικές γενικά παραβάσεις (νομοθεσία καπνού, οινοπνεύματος, φόρων κατανάλωσης, μονοπωλίων κτλ.), αν δεν υπάγονται, λόγω τυπικής αρμοδιότητας, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που συνιστώνται, εκδικάζονται από τις εκδικαστικές επιτροπές ενστάσεων του νόμ. διατάγματος 3323/1955, που εδρεύουν στην περιφέρεια του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, οι οποίες και διατηρούνται προσωρινά σε λειτουργία. Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επιτρέπεται έφεση ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού εφετείου ή της οικείας εκδικαστικής επιτροπής εφέσεων του ν. 5116/1951, η οποία και διατηρείται προσωρινά σε λειτουργία, ωσότου συσταθεί το δικαστήριο αυτό. Για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, στην εκδικαστική επιτροπή ενστάσεων, ως τρίτο μέλος, αντί για ιδιώτη, μετέχει δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με όσα ισχύουν για το δεύτερο μέλος της επιτροπής. Αν η περιφέρεια της πρωτοβάθμιας επιτροπής προσφυγών του άρθρου 99 του ν. 1165/1918, όπως αυτό ισχύει, είναι ευρύτερη από εκείνη του διοικητικού πρωτοδικείου που συνιστάται στην περιφέρεια αυτή, η αρμοδιότητα του τελευταίου επεκτείνεται προσωρινά και σε προσφυγές για τελωνειακές παραβάσεις που διαπράττονται και στην υπόλοιπη περιφέρεια της πρωτοβάθμιας επιτροπής προσφυγών, ώσπου να συσταθεί ή επεκταθεί και σ’ αυτήν η δικαιοδοσία του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου. 4.Στα διοικητικά εφετεία που συνιστώνται, θα υπάγεται, αφότου λειτουργήσουν, και η εκδίκαση των εφέσεων κατά αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων και των εκδικαστικών επιτροπών της περιφέρειάς τους, που έχουν διατηρηθεί προσωρινά. Με διατάγματα που θα εκδίδονται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παράγραφο 3 του δεύτερου άρθρου του νόμου αυτού, μπορεί να επιτραπεί, προκειμένου για διαμερίσματα που θα καθορίζονται ειδικά με τα ίδια διατάγματα, η εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο από τα φορολογικά δικαστήρια και τις εκδικαστικές επιτροπές εφέσεων που ήδη υπάρχουν, τα οποία και διατηρούνται προσωρινά σε λειτουργία στην ίδια ή σε άλλη έδρα, οριζόμενη με τα ίδια διατάγματα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για την εκδίκαση εφέσεων κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν πριν από την εφαρμογή του κώδικα φορολογικής δικονομίας. 5.Οι λεπτομέρειες της υπαγωγής των εκκρεμών ένδικων μέσων στα νέα δικαστήρια καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. ΄Εκτο άρθρο.-1.Με τα διατάγματα, που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, καθορίζεται και ο αριθμός των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που θα συνιστώνται κάθε φορά, ο οποίος δεν θα μπορεί να υπερβεί το συνολικό κατά βαθμό αριθμό που καθορίζεται με το άρθρο 5 του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων·επιφυλλάσσεται, πάντως, η ανακατανομή των θέσεων αυτών μεταξύ των δικαστηρίων που λειτουργούν, ανάλογα με τις υπηρεσιακές τους ανάγκες, η οποία θα γίνεται με διατάγματα που θα εκδίδονται κατά έτος. 2.Αν πρόκειται για δικαστήρια περιφερειών που έχουν μικρότερη φορολογική κίνηση, με το αρχικό διάταγμα που θα ορίζει τις θέσεις των δικαστών μπορεί να καθοριστεί αριθμός θέσεων κατώτερος από τη νόμιμη σύνθεση. Στην περίπτωση αυτή η σύνθεση του δικαστηρίου συμπληρώνεται με τη συμμετοχή δικαστών άλλων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή λειτουργών των πολιτικών δικαστηρίων. Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που συμπληρώνουν τη σύνθεση ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, κάθε έτος, από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Οικονομικών. Το ερώτημα απευθύνεται προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κατά το μήνα Μάϊο και αφορά δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα, που αρχίζει από τις 15 Σεπτεμβρίου. Το Συμβούλιο αποφαίνεται για το ερώτημα τουλάχιστον μέσα στο μήνα Ιούνιο, και η απόφασή του δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σε ένα μήνα από τότε που θα εκδοθεί. Ωσότου εκδοθεί η σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, η συμπλήρωση ενεργείται με πράξη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για τους εφέτες των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή με πράξη των προέδρων των διοικητικών εφετείων γιατους πρωτοδίκες των διοικητικών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους. Η διάταξη της (Μετά τη σελ. 104,638) Σελ. 104,639 Τεύχος Ζ103-Σελ. 93 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 παραγράφου 2 του έβδομου άρθρου του ν. 4125 ισχύει και για τους δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τους οποίους έληξε το έτος της τακτικής συμμετοχής τους. Στην τριμελή σύνθεση του διοικητικού πρωτοδικείου δεν αποκλείεται να μετέχουν ένας πάρεδρος τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ένας πάρεδρος πρωτοδικείου ή ειρηνοδίκης.
(1)3.Στο τρίτο άρθρο του ν.δ. 3845/1958, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:«Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να συσταθεί και ένα διοικητικό εφετείο, ύστερα από αύξηση των οργανικών θέσεων των προέδρων και των δικαστών των διοικητικών εφετείων». ΄Εβδομο άρθρο.-1.Για τη συμπλήρωση της σύνθεσης κατά την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου, καθώς και για την αναπλήρωση δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από λειτουργούς των πολιτικών δικαστηρίων κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 7 και την παράγραφο 3 του άρθρου 9 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, ορίζονται ειδικά, κάθε εξάμηνο, από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης:α)ένας ή δύο από τους πρωτοδίκες ή έμμισθους παρέδρους πρωτοδικών ή ειρηνοδίκες της κύριας έδρας ή των, κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 2 του ίδιου κώδικα, άλλων εδρών κάθε διοικητικού πρωτοδικείου και β)δύο από τους εφέτες ή τους προέδρους πρωτοδικών της περιφέρειας του εφετείου. Σε περίπτωση συμπλήρωσης της σύνθεσης ή αναπλήρωσης δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από λειτουργό των πολιτικών δικαστηρίων, καλούνται από τον πρόεδρο του οικείου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου να μετάσχουν στη σύνθεσή του εκείνοι που ορίστηκαν σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο·σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός τους, επιτρέπεται η συμπλήρωση ή αναπλήρωση από άλλον τέτοιο λειτουργό. Οι λόγοι συμπλήρωσης της σύνθεσης ή αναπλήρωσης δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά την παράγραφο αυτή δεν απαιτείται να αναγράφονται στην απόφαση. Ωσότου εκδοθεί η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, οι δικαστές που μετέχουν στη σύνθεση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ορίζονται από τον πρόεδρο πρωτοδικών της κύριας έδρας και των λοιπών εδρών κάθε διοικητικού πρωτοδικείου και από τον πρόεδρο εφετών της έδρας κάθε διοικητικού εφετείου, ενώ, αν πρόκειται για το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας. 2.Οι λειτουργοί των πολιτικών δικαστηρίων που μετείχαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, στη σύνθεση του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, συμμετέχουν στις εργασίες του για την έκδοση αποφάσεων στις υποθέσεις που συζητήθηκαν, ακόμη και αν έληξε το εξάμηνο της τακτικής συμμετοχής τους στη σύνθεση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 3.Στους λειτουργούς των πολιτικών δικαστηρίων που μετέχουν, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, παρέχεται κατά μήνα επιμίσθιο έως το ένα τρίτο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους, το οποίο καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
(1).Τα δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφια της παρ. 2 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 25 του ν.δ. 10/1968. Σελ. 104,640 Τεύχος Ζ103-Σελ. 94 ΄Ογδοο άρθρο.-1.Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και για τρία το πολύ έτη από την έναρξη της λειτουργίας τους, η προεδρία του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας και Πειραιά, εφόσον το τελευταίο συσταθεί, ανατίθεται σε αντιπρόεδρο ή σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι αποσπώνται με απόφαση της ολομέλειάς του, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Οικονομικών. Η απόσπαση γίνεται για ένα έτος και μπορεί να παρατείνεται για δύο ακόμη έτη. Κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας των δύο αυτών δικαστηρίων δεν συμπληρώνονται ισάριθμες θέσεις προέδρων διοικητικών εφετείων. Ο αντιπρόεδρος ή ο σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που αποσπώνται στο δικαστήριο της Αθήνας ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου, αν υπάρχει σ’ αυτό και άλλη θέση προέδρου. 2.Κατά την περίοδο που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, η προεδρία των λοιπών διοικητικών εφετείων, αν υπάρχουν κενές θέσεις προέδρων, μπορεί να ανατίθεται σε εφέτη του εφετείου της ίδιας περιφέρειας που έχει τριετή υπηρεσία στο βαθμό και ο οποίος αποσπάται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, που προκαλείται από τον Υπουργό Οικονομικών. Η συμμετοχή του αντιπροέδρου ή του συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του εφέτη, που αποσπάται ως πρόεδρος, στη σύνθεση του δικαστηρίου, δεν θεωρείται αναπλήρωση μέλους του σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων. 3.Οι αντιπρόεδροι ή οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι εφέτες, που αποσπώνται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, διατηρούν όλα τα πλεονεκτήματα του βαθμού και της θέσης τους και ιδίως αυτά που αφορούν την αρχαιότητα και το δικαίωμα για προαγωγή, καθώς και για συμμετοχή σε υπηρεσιακά και άλλα συμβούλια. 4.Οι λειτουργοί του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των πολιτικών δικαστηρίων, οποιουδήποτε βαθμού, που ασκούν καθήκοντα προέδρου διοικητικών δικαστηρίων ή δικαστών τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, υπάγονται, και ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους, στη συνήθη γι’ αυτούς πειθαρχική δικαιοδοσία. 5.Κατά την πρώτη πενταετία από την ισχύ του νόμου αυτού, ο χρόνος υπηρεσίας που απαιτείται για την προαγωγή εφετών διοικητικών δικαστηρίων σε προέδρους εφετών διοικητικών δικαστηρίων περιορίζεται σε τριετία. 6.Αφότου δημοσιευτεί ο νόμος αυτός και ώσπου να αρχίσει η λειτουργία των διοικητικών εφετείων, επαναφέρονται σε ισχύ οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του νόμου 1715/1951, ως προς τη σύνθεση του ΙΙΙ τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την εκδίκαση φορολογικών διαφορών. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΄Ενατο άρθρο. 1.Οι καθοριζόμενες με το έκτο άρθρο θέσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που συνιστώνται κάθε φορά πληρώνονται, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, με διορισμό εκείνων που κρίνονται διοριστέοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 106 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, ως προς τους οποίους τηρείται η σειρά που καθορίζεται στις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Δικαίωμα διορισμού έχουν όσοι προκρίθηκαν, αν διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα, κατά το χρόνο του διορισμού, και δεν είναι δυνατή η πλήρωση των θέσεων με προαγωγή δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που ήδη υπηρετούν. 2.Για την ενέργεια των διορισμών που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, η προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων υπολογίζεται αφότου ανακοινωθεί η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης, η οποία αφορά την τοποθέτηση αυτών που διορίζονται. 3.Οι αιτήσεις διορισμού σε θέσεις βαθμού προέδρου πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων και άνω, που υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, μπορούν να κριθούν και για την κατάληψη του αμέσως κατώτερου βαθμού, αν, μέσα σε είκοσι ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν υποβληθεί προς τον πρόεδρο του συμβουλίου αντίθετη έγγραφη δήλωση των υποψηφίων. 4.΄Οσοι διορίζονται σε θέση δικαστή τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διατηρούν τα κεκτημένα, ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας τους στον προηγούμενο βαθμό που κατείχαν, προσόντα για την κατάληψη άλλης θέσης, εκτός από θέση δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, και προσμετράται ο χρόνος της υπηρεσίας τους με την τελευταία τους αυτή ιδιότητα. Δέκατο άρθρο. 1.Ωσότου αρχίσουν να λειτουργούν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ο διορισμός όσων πέτυχαν στο διαγωνισμό παρέδρων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που έγινε το 1959 μπορεί να γίνεται και χωρίς να τοποθετηθούν συγχρόνως σε ορισμένο δικαστήριο, ενώ η ισχύς του πίνακα επιτυχίας παρατείνεται για έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 2.Οι πάρεδροι που διορίζονται κατά την προηγούμενη παράγραφο, από το διορισμό τους και ώσπου να αναλάβουν καθήκοντα στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, μπορούν να μετεκπαιδεύονται σε ειδικά φροντιστήρια, που ιδρύονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η μετεκπαίδευση έχει ως αντικείμενο τη διδασκαλία και τις πρακτικές ασκήσεις στο φορολογικό δίκαιο και στη φορολογική δικονομία, στο συνταγματικό και διοικητικό δίκαιο, στο εμπορικό δίκαιο και στη λογιστική, καθώς και σε θέματα συναφή προς το έργο και το λειτούργημα γενικά του δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 3.Η επίδοση αυτών που μετεκπαιδεύονται στα φροντιστήρια βαθμολογείται κατά τον τρόπο που θα ορίσει σχετική υπουργική απόφαση και συνεκτιμάται, μαζί με τα λοιπά υπηρεσιακά στοιχεία και την υπηρεσιακή απόδοση των παρέδρων, μόνο κατά την κρίση για τον οριστικό τους διορισμό μετά τη δοκιμαστική υπηρεσία, στην οποία υπολογίζεται και ο χρόνος της μετεκπαίδευσης. 4.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών θα οριστεί το διδακτικό προσωπικό, που προέρχεται από καθηγητές ή υφηγητές ανώτατων σχολών και από δημόσιους λειτουργούς γενικά και υπαλλήλους αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών με τέταρτο τουλάχιστον βαθμό ή από ειδικούς επιστήμονες κύρους . θα οριστεί επίσης η αποζημίωση που θα καταβάλλεται στο διδακτικό αυτό προσωπικό και ο τρόπος γενικά της λειτουργίας των φροντιστηρίων.
(1). Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν.δ. 4214/1961. 5.Η φοίτηση στα φροντιστήρια, κατά την παράγραφο 2, μπορεί να συνεχιστεί και μετά την τοποθέτηση των παρέδρων, για χρόνο που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ο χρόνος όμως αυτός δεν μπορεί να υπερβεί τους τέσσερις μήνες. 6.Στη μετεκπαίδευση που προβλέπει το άρθρο αυτό μπορούν να υποβληθούν και πάρεδροι που διορίζονται μεταγενέστερα, καθώς και πρωτοδίκες τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίοι και ορίζονται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών . με την απόφαση αυτή καθορίζεται και ο χρόνος της φοίτησης στα φροντιστήρια. 7.Οι μετεκπαιδευόμενοι κατά τις παραγράφους 2 και 6 παίρνουν, στη διάρκεια της μετεκπαίδευσής τους, κάθε είδους αποδοχές της θέσης τους, χωρίς άλλη αποζημίωση. Ενδέκατο άρθρο. 1.Σε όσους μπορούν, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 105 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, να καταλάβουν θέσεις προέδρων πρωτοδικών και εφετών τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προστίθενται και οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι έξω από την Αθήνα και τον Πειραιά, αν έχουν, σε οποιοδήποτε πολυμελές δικαστήριο, συνολικό χρόνο δικηγορικής υπηρεσίας τουλάχιστον ίσον προς το άθροισμα του χρόνου υπηρεσίας δικηγόρου στον ΄Αρειο Πάγο-ο οποίος χρόνος ορίζεται από τις παραπάνω παραγράφους- και του χρόνου που απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για την προαγωγή του δικηγόρου στον ΄Αρειο Πάγο. Αιτήσεις διορισμού προσώπων της κατηγορίας αυτής γίνονται δεκτές μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 2.Η διάταξη της παραγράφου 2 του ένατου άρθρου του ν.δ. 3845/1958, ως προς το όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό παρέδρων, ισχύει και για τη συμμετοχή στον πρώτο διαγωνισμό για την πρόσληψη παρέδρων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που θα γίνει μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Στο διαγωνισμό αυτόν επιτρέπεται να μετάσχουν και όσοι συμπλήρωσαν, ως το τέλος του έτους 1959, το 45ο έτος της ηλικίας τους. 3.Για το διορισμό, μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, προέδρων και δικαστών των διοικητικών πρωτοδικείων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 104, 105 και 106 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, αρκεί το προσόν της ηλικίας να συντρέχει κατά την υποβολή της αίτησης για διορισμό, αν αυτή υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Δωδέκατο άρθρο. 1.Στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, αν το πρωτοδικείο που λειτουργεί στην περιφέρεια του νομού δεν εδρεύει στην πρωτεύουσα αλλά σε άλλη πόλη του νομού, ως δεύτερη έδρα του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ορίζεται υποχρεωτικά, αντί για την πρωτεύουσα, η πόλη του νομού στην οποία εδρεύει το πρωτοδικείο. 2.Η παράγραφος 4 του άρθρου 2 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, αντικαθίσταται ως εξής: (Αντί για τη σελ. 104,641) Σελ. 104,641(α) Τεύχος Ι-32 Σελ. 11 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 «Με διάταγμα που εκδίδεται κατά τον τρόπο που ορίζεται στην παράγραφο 2, μπορούν να ορίζονται ως μεταβατικές έδρες του διοικητικού πρωτοδικείου πόλεις της περιφέρειάς του που έχουν πληθυσμό πάνω από δέκα χιλιάδες κατοίκους ή πόλεις στις οποίες λειτουργεί πρωτοδικείο. Με το διάταγμα καθορίζεται και το τμήμα της περιφέρειας του δικαστηρίου, του οποίου οι υποθέσεις θα δικάζονται σε κάθε μεταβατική έδρα, χωρίς πάντως να αποκλείεται οι υποθέσεις αυτές να δικάζονται στην κύρια ή σε άλλη έδρα του δικαστηρίου που θα καθορίζεται κατά την προηγούμενη παράγραφο». 3.Οι αποφάσεις του διοικητικού πρωτοδικείου για τις υποθέσεις που συζητήθηκαν έξω από την τακτική έδρα του μπορούν να εκδίδονται και να δημοσιεύονται σ’ αυτήν ή στην έδρα που εκδικάστηκαν. Δέκατο τρίτο άρθρο. 1.Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μπορούν να συνεδριάζουν στις αίθουσες συνεδριάσεων των πολιτικών δικαστηρίων της τακτικής ή της μεταβατικής έδρας τους. 2.Η διάθεση των ακροατηρίων για το σκοπό αυτόν καθορίζεται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα και του προέδρου του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου. Με τις ίδιες αποφάσεις ορίζονται οι ημέρες και οι ώρες των συνεδριάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ώστε να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία των πολιτικών (κοινών) δικαστηρίων. Δέκατο τέταρτο άρθρο. 1.Η θητεία των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης που κληρώνονται ορίζεται διετής. Οι φράσεις στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 24 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων «εκάστου έτους» και «του αυτού έτους» αντικαθίστανται με τις φράσεις «εκάστου δευτέρου έτους» και «του αμέσως ακολούθου έτους», αντίστοιχα. 2.Η τελευταία περίοδος της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του ίδιου κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Η δε θητεία των κληρωθησομένων μελών, κατ’ εξαίρεσιν, λήγει την 31 Δεκεμβρίου 1961». 3.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα σχετικά με την αποζημίωση των μελών και του γραμματέα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για τις πρόσθετες εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 106 του ίδιου κώδικα, καθώς και η αποζημίωση των μελών και του γραμματέα του ειδικού συμβουλίου η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 111 του κώδικα αυτού. Σελ. 104,642(α) Τεύχος Ι-32 Σελ. 12 Γ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΄Αρθρα δέκατο πέμπτο-δέκατο ένατο.- (Καταργήθηκαν από την περίπτ. δ΄ άρθρ. 113 Νόμ. 1756/24-26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35), κατωτ. σελ. 109). Εικοστό άρθρο. 1.Στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας επί της φορολογικής δικαιοσύνης, και για τις ανάγκες της υπηρεσίας του καθώς και του αντεπιτρόπου, διατίθεται προσωπικό από υπαλλήλους της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Για τον σκοπό αυτόν συνιστώνται δύο θέσεις γραμματέων διοικητικών εφετείων και προσαυξάνεται ο αριθμος του υπόλοιπου προσωπικού της γραμματείας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 6 του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων. Η κατανομή των θέσεων αυτών γίνεται με δ/γμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών
(2). 2.Η διάταξη του στοιχείου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 86 του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων αντικαθίσταται με την ακόλουθη: «α)Συμβούλιο που αποτελείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τα τρία μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης που ορίζονται με κλήρωση και το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας επί της φορολογικής δικαιοσύνης, οι οποίοι αναπληρώνονται από τους κατά νόμο αναπληρωτές τους». Το συμβούλιο αυτό ασκεί τις αρμοδιότητες του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου σε θέματα γενικώς του προσωπικού της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εκτός από τα οριζόμενα στα εδάφια β΄ και γ΄ του άρθρου 25 του οργανισμού. Ως προς το γραμματέα του συμβουλίου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγρ. 5 του άρθρου 24 του οργανισμού. 3.Ωσότου προσληφθεί το προσωπικό της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, επιτρέπεται η απόσπαση στις υπηρεσίες του Γενικού Επιτρόπου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, έως πέντε, κατά ανώτερο όριο, υπαλλήλων της κεντρικής υπηρεσίας της γενικής διεύθυνσης φορολογίας ή των περιφερειακών φορολογικών υπηρεσιών που ανήκουν στην αρμοδιότητα της ίδιας γενικής διεύθυνσης
(3).
(1)Καταργήθηκε από το άρθρο 27 παρ. 3 του ν.δ. 10/1968.
(2)Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 28 του ν.δ. 10/1968.
(3)Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 28 του ν.δ. 10/
  1. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Δ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Εικοστό πρώτο άρθρο. 1.Στα έγγραφα της διαδικασίας ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επιβάλλονται τα παρακάτω τέλη χαρτοσήμου: α)Προσφυγής
  2. β)΄Εφεσης
  3. γ)Ανακοπής
  4. δ)Αίτησης αναθεώρησης
  5. ε)Αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας της απόφασης
  6. στ)Παρέμβασης
  7. ζ)Έκθεσης για την κατάθεση των δικογράφων των εδαφίων β΄ έως στ΄
  8. η)Πρόσθετων λόγων
  9. θ)Υπομνημάτων
  10. ι)Αιτήσεων αναβολής της συζήτησης
  11. Τα συνεχόμενα φύλλα των πιο πάνω εγγράφων υπόκεινται σε τέλος δραχμών
  12. ΄Ολα τα λοιπά έγγραφα και γενικώς η διαδικασία έως την έκδοση και την κοινοποίηση της απόφασης δεν υπόκεινται σε κανένα τέλος. 2.Τα τέλη της προηγούμενης παραγράφου καταβάλλονται με επικόλληση κινητού επισήματος στα αντίστοιχα δικόγραφα ή με αποδεικτικό πληρωμής του δημόσιου ταμείου. 3.Οι διατάξεις της παραγρ. 1 εδάφ. δ΄ του άρθρου 24 του ΚΝΤΧ, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 24 του ν. 12/1975 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινων συναφών διατάξεων», εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών πρωτοδικείων
(1). Εικοστό δεύτερο άρθρο. 1.Αφότου αρχίσει η λειτουργία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και τεθούν σε εφαρμογή οι διατάξεις του κώδικα φορολογικής δικονομίας, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται μνεία φορολογικών δικαστηρίων και εκδικαστικών επιτροπών, νοούνται τα αντίστοιχου βαθμού δικαιοδοσίας τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ, όπου γίνεται παραπομπή στη διαδικασία ενώπιον φορολογικών δικαστηρίων ή εκδικαστικών επιτροπών που προϋπήρχαν, νοείται αυτή που ορίζεται από τον κώδικα φορολογικής δικονομίας, με εξαίρεση τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτόν ειδικές παρεκκλίσεις. Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, αφότου λειτουργήσουν σε κάθε περιφέρεια, ασκούν και κάθε άλλη αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί, με ειδικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, στα φορολογικά δικαστήρια και στις εκδικαστικές επιτροπές που ήδη υπάρχουν.
(1)Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 221/
  1. 2.«Πληρεξούσιος του διαδίκου στα διοικητικά πρωτοδικεία» μπορούν να είναι, σύμφωνα με το άρθρ. 33 του κώδικα φορολογικής δικονομίας που κυρώνεται, εκτός από τους δικηγόρους, και ο σύζυγος ή η σύζυγος, ανιόντες ή κατιόντες του ή συγγενείς εξ αίματος ή κηδεστίας ως το δεύτερο βαθμό ή ομόδικος. Η υποβολή από πληρεξούσιο που παρίσταται ψευδούς δήλωσης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου αυτής τιμωρείται κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 225 του ποινικού κώδικα. Οι λεπτομέρειες της εφαρμογής του προηγούμενου εδαφίου θα καθοριστούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 9 Νόμ. 1653/31 Οκτ.8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 173) (Τόμ. 6Α, σελ. 422,398). Εικοστό τρίτο άρθρο. Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ’ αυτόν. (Αντί για τη σελ. 104,643(α) Σελ. 104,643(β) Τεύχος Ι-32 Σελ. 13 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 Άρθρ.15.-Με την επιφύλαξη και των διατάξεων του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, οι δικαστές τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αποκλείονται από την άσκηση του έργου τους : α) σε δίκες στις οποίες είναι διάδικοι ή βρίσκονται σε σχέση συνυποχρέου ή υποχρέου σε αποζημίωση προς οποιονδήποτε βαρύνεται από την προσβαλλόμενη πράξη ή είναι υπόχρεος από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, β)σε δίκες στις οποίες είναι διάδικοι σύζυγοί τους ή κατ’ ευθεία γραμμή συγγενείς τους εξ αίματος ή από κηδεστία ή πρόσωπα που συνδέονται μαζί τους με υιοθεσία ή εκ πλαγίου συγγενείς τους, εξ αίματος μεν ως τον τέταρτο βαθμό, από κηδεστία δε ως το δεύτερο βαθμό, ακόμη και αν ο γάμος, από τον οποίο η κηδεστία, δεν υπάρχει πια, γ)αν είχαν παρασταθεί ως πληρεξούσιοι ή είχαν χρησιμοποιηθεί ως σύμβουλοι κάποιου από τους διαδίκους ή είχαν παρασταθεί ή έχουν δικαίωμα να παρασταθούν ως νόμιμοι αντιπρόσωποί του, δ)αν είχαν εξεταστεί ως μάρτυρες ή είχαν ενεργήσει πραγματογνωμοσύνη και ε)αν είχαν εκδώσει την πράξη που προσβάλλεται ή, αν έχει ασκηθεί κατ’ αυτής προσφυγή, την απόφαση, ή είχαν συμπράξει στην έκδοση της πράξης ή της απόφασης. Λόγοι εξαίρεσης. Άρθρ.16.-1.Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν την εξαίρεση του δικαστή, αν υπάρχει λόγος αποκλεισμού. 2.Επίσης μπορούν να ζητήσουν την εξαίρεση, αν ο δικαστής είχε διεγείρει ή διεγείρει ήδη εναντίον του υπόνοια προσωποληψίας με βάση γεγονότα τα οποία είναι ικανά να δικαιολογήσουν τη δυσπιστία για το ανεπηρέαστό του. 3.Ο διάδικος δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει το λόγο εξαίρεσης για υπόνοια προσωποληψίας, αν το λόγο το γνωστό σ’ αυτόν δεν τον είχε προτείνει σε προηγούμενη διαδικαστική πράξη της δίκης, στην οποία είχε λάβει μέρος ο δικαστής. Υποβολή αίτησης για εξαίρεση. Άρθρ.17.-1.Η αίτηση εξαίρεσης υποβάλλεται πριν από την έναρξη της συζήτησης. Αν όμως ζητείται η εξαίρεση ολόκληρου του δικαστηρίου, τότε υποβάλλεται οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από εκείνη που ορίστηκε για τη συζήτηση. 2.Συγχωρείται μεταγενέστερη υποβολή της αίτησης, μόνο αν ο λόγος εξαίρεσης επακολούθησε ή αποδεδειγμένα έγινε αργότερα γνωστός στο διάδικο. 3.Ο αιτών εγχειρίζει την αίτηση εξαίρεσης στον πρόεδρο του δικαστηρίου στο οποίο ανήκει ο δικαστής, και αυτή ανακοινώνεται στον τελευταίο αμέσως. Στο ακροατήριο η αίτηση εξαίρεσης μπορεί να γίνει και προφορικά. 4.Η αίτηση πρέπει να περιέχει σαφώς τους λόγους της εξαίρεσης και τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται, και να υπογράφεται από τον ίδιο το διάδικο ή από αυτόν που έχει ειδική έγγραφη πληρεξουσιότητα, στην οποία πρέπει να περιέχονται και οι λόγοι που προτείνονται. Ειδική πληρεξουσιότητα απαιτείται και όταν η αίτηση γίνεται προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου. Αρμόδιο δικαστήριο. Άρθρ.18.-1.Για την εξαίρεση αποφασίζει το δικαστήριο στο οποίο ανήκει ο δικαστής που η εξαίρεση του ζητείται . αποκλείεται όμως η συμμετοχή του δικαστή αυτού στη σύνθεση του δικαστηρίου που εκδικάζει την αίτηση. 2.Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η συγκρότηση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αίτηση παραπέμπεται για εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο οποίο αυτό υπάγεται, ενώ, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η συγκρότηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αίτηση παραπέμπεται για εκδίκαση σε άλλο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο
  2. Διαδικασία εξαίρεσης. Άρθρ.19.-1.Για την παραδοχή της αίτησης αρκούν και αποχρώσες βεβαιώσεις. Για τη βεβαίωση μπορεί να γίνει και αναφορά στη μαρτυρία του δικαστή. 2.Η προαπόδειξη είναι υποχρεωτική . ο δικαστής από καθήκον οφείλει να παρέχει εξηγήσεις για τους λόγους της εξαίρεσης και να απέχει από τα καθήκοντά του στη σχετική υπόθεση ωσότου εκδοθεί η απόφαση για την εξαίρεση, ενώ μπορεί να ενεργεί μόνο πράξεις που δεν επιδέχονται αναβολή. 3.Κατά τη συζήτηση του παραδεκτού της αίτησης και του λόγου της εξαίρεσης έχουν το δικαίωμα να παρασταθούν οι διάδικοι, οι οποίοι και καλούνται από το δικαστήριο, που εκδίδει την απόφασή του αμέσως. Αν η αίτηση υποβλήθηκε στο ακροατήριο ακολουθεί αμέσως η συζήτησή της. Απόφαση. Άρθρ.20.-1.Το δικαστήριο απορρίπτει ως απαράδεκτη αίτηση που έχει υποβληθεί χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου
  3. 2.Αν βεβαιωθεί ο λόγος εξαίρεσης, το δικαστήριο διατάζει να απέχει ο δικαστής ο οποίος εξαιρείται από την εκτέλεση των καθηκόντων του στη δίκη. Αν δεν βεβαιωθεί ο λόγος της εξαίρεσης, απορρίπτει την αίτηση. 3.Αν το δικαστήριο, με την απόφαση με την οποία απορρίπτει την αίτηση, κρίνει εντελώς ανυπόσπαστο το λόγο εξαίρεσης που προβλήθηκε, επιβάλλει συγχρόνως πρόστιμο, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 44, σ’ αυτόν που ζήτησε την εξαίρεση. 4.Η απόφαση που εκδίδεται για την αίτηση δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ο λόγος εξαίρεσης που προβλήθηκε είναι και λόγος αποκλεισμού, οπότε συγχωρούνται όλα τα ένδικα μέσα. Δήλωση αποχής. Άρθρ.21.-1.Κάθε δικαστής οφείλει να δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο του δικαστηρίου το, γνωστό σ’ αυτόν, λόγο αποκλεισμού ή εξαίρεσης από ορισμένη υπόθεση και να ζητήσει να απόσχει από τα καθήκοντά του σ’ αυτήν. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου τη δική του δήλωση τη γνωστοποιεί στο νόμιμο αναπληρωτή του. 2.Ο δικαστής έχει υποχρέωση να κάνει τέτοια δήλωση και όταν του δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για την ύπαρξη στο πρόσωπό του λόγων αποκλεισμού ή όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή. 3.Για τη δήλωση αυτή αποφασίζει το δικαστήριο ως συμβούλιο, χωρίς ακρόαση των διαδίκων, και η απόφασή του δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο. 4.Αν υπάρχει αίτηση κάποιου από τους διαδίκους για εξαίρεση δικαστή, η οποία όμως δεν έχει εκδικαστεί ακόμη, και παράλληλα δήλωση του ίδιου δικαστή, προηγείται η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου για τη δεύτερη. Αν με την απόφαση αυτή η δήλωση γίνει δεκτή, η αίτηση εξαίρεσης λογίζεται σαν να μην υποβλήθηκε, ενώ, αν απορριφθεί, προχωρεί η διαδικασία για την αίτηση εξαίρεσης. 5.Δικαστής ο οποίος γνωρίζει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης και τον αποσιωπά ή, σε περίπτωση που ζητείται η εξαίρεσή του, αρνείται το σχετικό λόγο, παρ’ όλο που αυτός υπάρχει, υποπίπτει σε πειθαρχικό αδίκημα και διώκεται γι’ αυτό, κατά τις διατάξεις του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, ενώ επιφυλάσσονται και οι κυρώσεις του ποινικού κώδικα. (Μετά τη σελ. 104,614) Σελ. 104,615 Τεύχος Ζ103-Σελ. 69 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 Εξαίρεση γραμματέα Άρθρ.22.-Οι διατάξεις για την εξαίρεση του δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων εφαρμόζονται ανάλογα και για το γραμματέα του δικαστηρίου, καθώς και για τον υπάλληλο της γραμματείας που τον αναπληρώνει νόμιμα στη δίκη. ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΙ ΔΙΑΔΙΚΟΙ Α' ΤΜΗΜΑ Ποιοί είναι οι διάδικοι. Άρθρ.23.-Διάδικοι στη φορολογική δίκη είναι από τη μια πλευρά το δημόσιο και από την άλλη το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων ή η ομάδα περιουσίας, κατά των οποίων έχει εκδοθεί πράξη που επιβάλλει υποχρέωση κατά το άρθρο
  4. Ικανότητα για παράσταση άρθρ. 19 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199) τόμ. 9 σελ. 202,
  5. Εξέταση παρεμπιπτόντων ζητημάτων. Άρθρ.24.-1.Η ικανότητα του διαδίκου για παράσταση στο τακτικό διοικητικό δικαστήριο, η εκπροσώπηση των ανίκανων για παράσταση και η ανάγκη ειδικής εξουσιοδότησης για τη διεξαγωγή της δίκης ρυθμίζονται σύμφωνα με τις σχετικές γενικές διατάξεις, εκτός αν ορίζεται αλλιώς από τον ουσιαστικό φορολογικό νόμο ή από τον κώδικα αυτόν. 2.Όταν για μια ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου απαιτείται προηγούμενη εξουσιοδότηση, αυτή παρέχεται, για την ίδια ενέργεια, και ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου. Όταν η εξουσιοδότηση για τη διεξαγωγή της φορολογικής δίκης έχει δοθεί χωρίς περιορισμό, περιλαμβάνει όλες τις διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες, ώσπου η απόφαση να γίνει αμετάκλητη. 3.Η ικανότητα για παράσταση εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Συμπλήρωση διατυπώσεων. Άρθρ.25.-Η προσφυγή και τα ένδικα μέσα μπορούν να ασκηθούν και από διάδικο μη ικανό γι’ αυτό ή από αντιπρόσωπο χωρίς την απαιτούμενη εξουσιοδότηση. Κατά τη συζήτηση όμως που ακολουθεί στο ακροατήριο, το δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της υπόθεσης μόνο εφόσον έχουν συντελεστεί οι απαιτούμενες διατυπώσεις. Σε περίπτωση που η μη τήρησή τους κρίνεται δικαιολογημένη, το δικαστήριο αναβάλλει τη συζήτηση για τη συμπλήρωσή τους, ενώ μπορεί να τάξει και προθεσμία γι’ αυτό. Ικανότητα πτωχού. Άρθρ.26.-Ο πτωχός, κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, μπορεί να ασκήσει και ο ίδιος, ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, προσφυγή και τα ένδικα μέσα που συγχωρούνται κατά της σχετικής απόφασης, καθώς επίσης και να παρασταθεί σ’ αυτά. Σελ. 104,616 Τεύχος Ζ103-Σελ. 70 Εκπροσώπηση δημοσίου. Άρθρ.27.-1.Το δημόσιο εκπροσωπείται στη φορολογική δίκη από την αρχή που εξέδωσε την πράξη. 2.Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 74, το δημόσιο εκπροσωπείται, ώσπου να τερματιστεί η όλη υπόθεση, από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον οικονομικό επιθεωρητή, που άσκησε

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.