📄 Κείμενο νόμου
6. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 331 της 24/31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α' 116) Νόμ. 4125/1960 "Κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και καθορισμός των τελών της διαδικασίας". Με την παρ. 19 άρθρ. 5 Νόμ. 2753/17-17 Φεβρ. 1999 (ΦΕΚ Α΄31) Τόμ. 27 σελ. 194,726, ορίστηκε ότι όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται διατάξεις του Νόμ. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α΄), εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του Νόμ. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, κατωτ. αριθ. 13) και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τέτοιες αντίστοιχες διατάξεις στο νόμο αυτό, εξακολουθούν να εφαρμόζονται τα κείμενα των διατάξεων του Νόμ . 4125/11960. Με το τελευταίο εδάφιο παρ. 3 άρθρ. 36 Νόμ. 1406/14 - 14 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Α' 182) (τόμ. 1Α σελ. 208, 211) ορίστηκε ότι σε περίπτωση νοηματικής διαφοράς επικρατεί το αρχικό κείμενο του νόμου που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα. Έχοντας υπόψη : Τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 2 εδ. γ' και 3 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α'), με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζουμε : Άρθρο μόνο. Το κείμενο του νόμου 4125/1960 "κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και καθορισμός των τελών της διαδικασίας", όπως ήδη ισχύει και μεταγλωττίστηκε στη δημοτική από την Επιτροπή του άρθρου 36 παρ. 1 του ν. 1406/1983, έχει ως εξής : Νόμος 4125/1960 "Κύρωση του κώδικα φορολογικής δικονομίας, τροποποίηση και συμπλήρωση του οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και καθορισμός των τελών της διαδικασίας". ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ Πρώτο άρθρο. Κυρώνεται ο κώδικας φορολογικής δικονομίας, ο οποίος καταρτίστηκε από την ειδική Επιτροπή που είχε συσταθεί με το ν. δ. 3603/1956 για τη σύνταξη κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων και φορολογικής δικονομίας. Ο κώδικας αυτός έχει ως εξής ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Με το άρθρ. 22 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199), τόμ. 9 σελ. 202, 07, ορίστηκε ότι: "Όπου σε διάταξη νόμου γίνεται παραπομπή α)στα άρθρ. 8 και 9 του ν.δ. 3845/ 1958 (ΦΕΚ 149), όπως τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, η παραπομπή λογίζεται ότι γίνεται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 6 και 7 του κώδικα φορολογικής δικονομίας και β)στα άρθρ. 13 και 20 του ίδιου ν. δ. 3845/1958, η παραπομπή λογίζεται ότι γίνεται στις διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων". ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Α' ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Φορολογικές διαφορές άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6 - 6 Μαΐου 1997, ΦΕΚ Α' 67, κατωτ. αριθ. 11. 4.(5).Η εκδίκαση των υποθέσεων κατά την παρ. 2 μπορεί να γίνεται και εκτός της έδρας του δικαστηρίου σε πόλεις ή κωμοπόλεις της περιφέρειάς του που ορίζονται από τον πρόεδρο, ο οποίος λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες και ιδίως τις αποστάσεις και τις απαιτούμενες δαπάνες για την προσέλευση των φορολογουμένων. 5.(6)Οι αποφάσεις του μονομελούς δικαστηρίου για τις συζητούμενες εκτός της έδρας του υποθέσεις μπορεί να εκδίδονται και να δημοσιεύονται στην έδρα του δικαστηρίου. 6)7).Οι εφέσεις κατά αποφάσεων του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου εκδικάζονται από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο». Μετά την κατάργηση της παρ. 4, οι παρ. 5, 6 και 7, αναριθμήθηκαν σε 4, 5 και 6 αντίστοιχα από την περίπτ. β'. της παρ. 7, του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6 - 6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ. 11. Το άρθρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το ΄Αρθρο 85. Ορισμός δικασίμου. 1.Ο φάκελος της υπόθεσης υποβάλλεται από τη γραμματεία στον πρόεδρο του δικαστηρίου, ο οποίος ορίζει τη δικάσιμο. Στις υποθέσεις αρμοδιότητας πολυμελών δικαστηρίων, ο πρόεδρος διορίζει εισηγητή δικαστή τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τον οποίο μπορεί, σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου, να αντικαταστήσει, ακόμη και προφορικά, με άλλον. Στο δικαστήριο που διαιρείται σε τμήματα, τον εισηγητή δικαστή τον ορίζει ο πρόεδρος του αρμόδιου τμήματος.(2) 2.Μπορεί να οριστεί δικάσιμος συντομότερη από εκείνη που αρχικά ορίστηκε, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. ΄Αρθρο 85α. Προπαρασκευή από τον εισηγητή της συζήτησης στο ακροατήριο. 1.Ο εισηγητής που ορίστηκε κατά το προηγούμενο άρθρο, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση των διαδίκων: α)να καλεί εγγράφως τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους για παροχή εξηγήσεων ή πληροφοριών, β)να αλληλογραφεί μέσω της γραμματείας του δικαστηρίου και να ζητά από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για την πληρέστερη διάγνωση της υπόθεσης και γ)να υποδεικνύει στους διαδίκους να φέρουν έγγραφα που τυχόν λείπουν, καθώς και άλλα στοιχεία που αφορούν τυπικές και ουσιαστικές ελλείψεις της προσφυγής ή παραλείψεις της έκθεσης ελέγχου. 2.Ο εισηγητής, όταν τάσσει προθεσμία για να εκτελεστούν όσα ορίζονται στην παράγραφο 1, μπορεί, αν οι υπεύθυνοι αρνούνται ή αδικαιολόγητα καθυστερούν να παράσχουν τις εξηγήσεις, τις πληροφορίες, τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ζητηθεί, να τους επιβάλλει τις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44 ή να προκαλέσει την προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 44 απόφαση του δικαστηρίου ως συμβουλίου, για την παραπομπή του υπεύθυνου φορολογικού οργάνου στη διοίκηση προς έγερση πειθαρχικής δίωξης. 3.Η πράξη του εισηγητή που επιβάλλει τις κυρώσεις υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η φορολογική διαφορά . η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της πράξης. 4.΄Οταν πρόκειται για δικαστήριο μονομελούς σύνθεσης, τα δικαιώματα των παραγράφων 1 και 2 τα ασκεί ο δικαστής τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που έχει οριστεί να δικάσει τις υποθέσεις·η προσφυγή κατά των πράξεων που επιβάλλουν κυρώσεις υποβάλλεται ενώπιον του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου. 5.Η έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού θα οριστεί με διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.(1) ( 2 ) Το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παρ. προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.δ. 10/1968. ( 1 ) Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν.δ. 10/1968. ΄Αρθρο 86. Εγγραφή στο πινάκιο και κλήση για συζήτηση. 1.Οι υποθέσεις που προσδιορίζονται για κάθε δικάσιμο καταχωρίζονται σε πινάκιο που τηρείται από τη γραμματεία, η οποία στη συνέχεια φροντίζει, με εποπτεία του προέδρου, ώστε να κλητευτούν οι διάδικοι για να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση και να συνταχτεί για κάθε δικάσιμο έκθεμα των υποθέσεων που θα συζητηθούν. Οι υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς δικαστηρίου εγγράφονται σε ιδιαίτερο πινάκιο. 2.Ώσπου να συζητηθεί η υπόθεση, οι διάδικοι, με την εποπτεία της γραμματείας και σε ημέρες και ώρες που ορίζονται από το γραμματέα του δικαστηρίου, έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση για την εγγραφή της στο πινάκιο και για το περιεχόμενο του φακέλου της. ΄Αρθρο 87. Τρόπος κλήσης. 1.Η κλήση για συζήτηση επιδίδεται, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν, στον προσφεύγοντα ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του, καθώς και στην αρχή που εξέδωσε την πράξη.(2) Κλήτευση είναι και η προφορική ανακοίνωση της δικασίμου από τη γραμματεία, αν βεβαιώνεται με έγγραφο που υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο και από εκείνον προς τον οποίο έγινε η ανακοίνωση. 2.Η κλήτευση μπορεί να παραλειφθεί αν δεν έχει δηλωθεί η διεύθυνση της κατοικίας, του γραφείου ή του καταστήματος του προσφεύγοντος ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του πληρεξουσίου του και δεν έχει διοριστεί αντίκλητος. 3.΄Οταν ασκείται προσφυγή από τον Υπουργό Οικονομικών ή από τον οικονομικό επιθεωρητή, η κλήση επιδίδεται στον υπουργό ή στον επιθεωρητή, καθώς και στον άλλο διάδικο, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. ΄Αρθρο 88. ΄Εκθεμα των υποθέσεων που συζητούνται. 1.Το έκθεμα των υποθέσεων που συζητούνται σε κάθε δικάσιμο καταρτίζεται με βάση το πινάκιο και αναρτάται, πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, έξω από την αίθουσα όπου συνεδριάζει το δικαστήριο. 2.Αν δεν αναρτηθεί το έκθεμα, δεν είναι άκυρη η συζήτηση των υποθέσεων της δικασίμου. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ ΄Αρθρο 89. Προεκφώνηση. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αυτός που τη διευθύνει προεκφωνεί τις υποθέσεις της δικασίμου που είναι γραμμένες στο πινάκιο και σημειώνει στην οικεία στήλη του πινακίου αν η υπόθεση συζητείται ή αναβάλλεται ή διαγράφεται. ΄Αρθρο 90. Αναβολή συζήτησης. 1.΄Οταν συντρέχει αποχρών λόγος, η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση των διαδίκων. 2.Με αίτηση των διαδίκων η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί μόνο μία φορά. (2) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν.δ. 10/1968. (Μετά τη σελ. 104,624) Σελ. 104,625 Τεύχος Ζ103-Σελ. 79 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 Άρθρο 91. Αυτεπάγγελτη η εξέταση της κλήτευσης των διαδίκων. 1.Αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός έχει κλητευτεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν η κλήτευσή του έχει παραλειφθεί νόμιμα. 2.Αν κάποιος από τους διαδίκους, παρά το νόμο, δεν έχει κλητευτεί ή δεν έχει κλητευτεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ορίζει νέα τακτή δικάσιμο με απλή σημείωση στο πινάκιο και διατάζει να εγγραφεί η υπόθεση για τη δικάσιμο αυτή και να κλητευτούν νόμιμα οι διάδικοι. 3. Αν έγινε κλήτευση των διαδίκων και αυτή κρίνεται να είναι εμπρόθεσμη, η διαδικασία προχωρεί ακόμη και αν αυτοί δεν παρίστανται. ΄Αρθρο 92. Μη εμφάνιση ή αποχώρηση των διαδίκων. 1.Διάδικος που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης μπορεί, όταν προσέλθει, να μετάσχει στην περαιτέρω συζήτηση. 2.Η εκούσια αποχώρηση διαδίκου μετά την έναρξή της κατ’ ουσίαν συζήτησης της υπόθεσης δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας. Θεωρείται ότι αποχωρεί εκούσια ο διάδικος και όταν διαταχτεί η απομάκρυνσή του για την τήρηση της τάξης. 3.Η εκούσια αποχώρηση διαδίκου ύστερα από απόρριψη αίτησής του για αναβολή δεν εμποδίζει τη συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, εκτός αν δεν έγινε νόμιμα η κλήτευσή του, όποτε εφαρμόζονται οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. 4.Διάδικος που δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση ή αποχώρησε από αυτήν έχει δικαίωμα να παρίσταται και να μετέχει σε όλες τις μεταγενέστερα διεξαγόμενες συζητήσεις για τις οποίες προβλέπεται παράσταση των διαδίκων. ΄Αρθρο 93. Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στις διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται·έξω από το ακροατήριο. άρθρ. 19 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199), τόμ. 9 σελ. 202, 07. ΄Αρθρο 94. Διεξαγωγή της συζήτησης. 1.Κάθε μέλος του δικαστηρίου έχει το δικαίωμα, ύστερα από άδεια αυτού που διευθύνει τη συζήτηση, να απευθύνει ερωτήσεις προς τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, τους μάρτυρες και τους πραγματογνώμονες, και να απαιτεί την ανάγνωση εγγράφων. 2.Οι διάδικοι μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις ύστερα από άδεια του προέδρου, ο οποίος μπορεί να απαγορεύσει την άσκοπη ή ανάρμοστη ερώτηση. 3.Ο διάδικος σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη μπορεί, και όταν ακόμη παρίσταται με δικηγόρο, να λάβει το λόγο ύστερα από άδεια αυτού που διευθύνει τη συζήτηση. Σελ. 104,626 Τεύχος Ζ103- Σελ. 80 ΄Αρθρο 95. Προαπόδειξη-Συμπλήρωση αποδείξεων. 1.Οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να προσκομίσουν τα αποδεικτικά τους στοιχεία στη γραμματεία του δικαστηρίου, το αργότερο ως την παραμονή της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης. 2.Το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να αποφασίζει τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο μέσο·έχει επίσης την εξουσία να διατάξει και επανέλεγχο, καθώς και την εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο, για να τους υποβληθούν ερωτήσεις ή για να δώσουν διασαφήσεις σχετικά με την υπόθεση. 3.Η διεξαγωγή των αποδείξεων κατά κανόνα ενεργείται σε δημόσια συνεδρίαση του ίδιου δικαστηρίου. Στην ανάγκη και κατ’ εξαίρεση μπορεί να γίνει ενώπιον εισηγητή, μέλους του δικαστηρίου, ή ενώπιον άλλου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή δικαστή τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή ειρηνοδίκη. 4.Το δικαστήριο μπορεί να ζητά από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο πληροφορίες ή και στοιχεία χρήσιμα για την πληρέστερη διάγνωση της υπόθεσης, και όλοι αυτοί έχουν υποχρέωση να δίνουν τις πληροφορίες και τα στοιχεία που ζητούνται, αλλιώς υπόκεινται στις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44. ΄Αρθρο 96. Τρόπος συνεννόησης με αλλογλώσσους κτλ. Αν ο διάδικος, ο μάρτυρας ή ο πραγματογνώμονας που παρίσταται αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας, ο οποίος ορκίζεται ότι θα αποδώσει ακριβώς τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις. ΄Αρθρο 97. Αν ο διάδικος, ο μάρτυρας ή ο πραγματογνώμονας που παρίσταται είναι κουφός, άλαλος ή κωφάλαλος, η συνεννόηση μαζί του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή κατά την ενέργεια διαδικαστικής πράξης, γίνεται εγγράφως. Οι έγγραφες απαντήσεις που δίδονται υπογράφονται από αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση και αντιγράφονται, μαζί με τις ερωτήσεις που διατυπώθηκαν, στα πρακτικά ή στην έκθεση. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να γράφουν, προσλαμβάνεται κατάλληλος διερμηνέας, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. ΄Αρθρο 98. Επανάληψη της συζήτησης που περατώθηκε. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη νέα συζήτηση της υπόθεσης για πληρέστερη διερεύνησή της, αν αυτή είναι απαραίτητη για να διαγνωστεί η διαφορά. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Πρακτικά της συζήτησης. ΄Αρθρ.99.-1.Για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο τηρούνται από το γραμματέα πρακτικά, τα οποία περιέχουν: α)τα ονοματεπώνυμα των δικαστών, του γραμματέα, των διαδίκων που εμφανίστηκαν, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων, β)μνεία του τόπου και του χρόνου της συζήτησης, γ)μνεία ότι η συζήτηση έγινε δημόσια και δ)συνοπτικά όσα έγιναν κατά τη συζήτηση. 2.Με διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης μπορεί να επιτραπεί η τήρηση των πρακτικών και με στενογραφική μέθοδο ή με φωνοληψία, όπως ειδικότερα θα καθοριστεί με τα διατάγματα. ΄Αρθρο 100.1.Τα πρακτικά συντάσσονται από το γραμματέα με τις οδηγίες αυτού που διευθύνει τη συζήτηση και υπογράφονται και από τους δύο. Τα πρόχειρα πρακτικά που τηρούνται από το γραμματέα υπογράφονται σε κάθε φύλλο από τον πρόεδρο, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, και φυλάσσονται στο αρχείο του δικαστηρίου για πέντε χρόνια. 2.Αν αυτός που διευθύνει τη συζήτηση κωλύεται ή πάψει να αποτελεί μέλος του δικαστηρίου, τα πρακτικά υπογράφει, αντί γι’ αυτόν, ο αρχαιότερος από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, και, αν όλοι αυτοί κωλύονται,τα υπογράφει μόνο ο γραμματέας. Αν κωλύεται ο γραμματέας, τα πρακτικά τα υπογράφει μόνο αυτός που διευθύνει τη συζήτηση. Για όσους κωλύονται γίνεται μνεία στα πρακτικά. Τέλεση αξιόποινης πράξης στο ακροατήριο. ΄Αρθρ.101.-Αν στο ακροατήριο τελεστεί αξιόποινη πράξη, αυτή βεβαιώνεται στα πρακτικά και διατάσσεται η σύλληψη του υπαιτίου, ο οποίος, αν πρόκειται για πλημμέλημα ή κακούργημα, παραπέμπεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, προς τον οποίο αποστέλλεται και απόσπασμα των πρακτικών. Αν πρόκειται για πταίσμα, η σύλληψη γίνεται μόνο για να βεβαιωθεί η ταυτότητα του υπαιτίου ή να εισαχθεί αυτός σε δίκη. Δ΄ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ Λόγοι διακοπής. ΄Αρθρ.102.-1.Η δίκη διακόπτεται αν, προτού τελειώσει η προφορική συζήτηση, πεθάνει ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ή επέλθει στο πρόσωπο κάποιου από αυτούς άλλη μεταβολή που να επηρεάζει είτε την ικανότητά του να παρασταθεί στο δικαστήριο είτε την εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου να τον εκπροσωπήσει. 2.Αν πρόκειται για θάνατο ή για άλλες μεταβολές στο πρόσωπο του αντιπροσώπου νομικών γενικά προσώπων, η δίκη δεν διακόπτεται. Τρόπος διακοπής και αποτελέσματά της. Άρθρ.7.-"1.Στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου υπάγονται οι εφέσεις κατά αποφάσεων του τριμελούς πρωτοδικείου, οι οποίες εκδικάζονται με τριμελή ή πενταμελή σύνθεση. 2.Το τριμελές διοικητικό εφετείο εκδικάζει τις εφέσεις όταν ο αξιούμενος προς επιστροφή ή ο καταλογιζόμενος με την πράξη της διοικητικής αρχής φόρος, δασμός, τέλος ή άλλο δικαίωμα του Δημοσίου, χωρίς συνυπολογισμό προσθέτων ή προσαυξήσεων, καθώς επίσης και το επιβαλλόμενο με την πράξη πρόστιμο ή άλλη χρηματική κύρωση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν τροποποίησή της με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων δραχμών .Όταν το ποσό υπερβαίνει τα οκτώ εκατομμύρια, η έφεση εκδικάζεται από το πενταμελές διοικητικό εφετείο. Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 6 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή. Τα πιο πάνω ποσά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης". Το άρθρ. 7 αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 19 του Νόμ. 1805/26 - 31 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Α' 199) τόμ. 9 σελ. 202, 07. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων ΄Αρθρ.103.-1.Η διακοπή επέρχεται μόνο αφότου γνωστοποιηθεί προς το γραμματέα του δικαστηρίου ο λόγος της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο ή, έξω από το ακροατήριο, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης·ο γραμματέας έχει υποχρέωση να ανακοινώσει στον άλλο διάδικο τη διακοπή που επήλθε. Η γνωστοποίηση γίνεται από αυτόν που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη και συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα αποδεικτικά στοιχεία του λόγου της διακοπής. 2.Κάθε διαδικαστική πράξη που έχει διενεργηθεί μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, τότε μόνο είναι άκυρη, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σε κάποιον διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί αλλιώς, παρά μόνο αν κηρυχτεί η ακυρότητα. Επανάληψη. ΄Αρθρ.104.-1.Η επανάληψη της δίκης που διακόπηκε μπορεί να γίνει, είτε με δήλωση εκείνου που έχει δικαίωμα να την επαναλάβει – και, αν είναι περισσότεροι αυτοί που έχουν τέτοιο δικαίωμα, με δήλωση και ενός ακόμη από αυτούς-είτε με πρόσκλησή του από το δικαστήριο, με τη φροντίδα της γραμματείας, το οποίο ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του άλλου διαδίκου. 2.Αν η επανάληψη της δίκης δεν γίνει από τους διαδίκους μέσα σε δύο μήνες, ο πρόεδρος ορίζει αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για τη συνέχισή της, στην οποία καλούνται οι διάδικοι. 3.Αν δεν είναι δυνατή η ανεύρεση εκείνου που έχει δικαίωμα να παρασταθεί κατά την επανάληψη της συζήτησης, ισοδυναμεί με κλήτευσή του η έγγραφη γνωστοποίηση της δικασίμου που ορίστηκε, η οποία και κοινοποιείται με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, προς το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της κατοικίας του προσώπου από το οποίο προήλθε ο λόγος της διακοπής. Κατάργηση. Άρθρ.105.-1.Ως προς την έναρξη της πρώτης συζήτησης στο ακροατήριο, ο προσφεύγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα ή από το δικόγραφο της προσφυγής χωρίς τη συναίνεση του άλλου διαδίκου. 2.Η παραίτηση γίνεται, είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και ανακοινώνεται στον άλλο διάδικο. 3.Η παραίτηση από την προσφυγή της παραγράφου 2 του άρθρου 74 γίνεται αφού τηρηθούν οι ειδικές διατάξεις για το δημόσιο που ισχύουν κάθε φορά. 4.Η κατάργηση της δίκης επέρχεται αφότου κατατεθεί η παραίτηση. Ε΄ ΤΜΗΜΑ ΑΠΟΦΑΣΗ Αμετάβλητη η σύνθεση του δικαστηρίου. ΄Αρθρ. 106.-Η απόφαση εκδίδεται από το δικαστή ή από τους δικαστές που μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση. Διάσκεψη και ψηφοφορία. ΄Αρθρ.107.-1.Στα πολυμελή δικαστήρια, για να εκδοθεί η απόφαση, γίνεται διάσκεψη και ψηφοφορία. 2.Η διάσκεψη γίνεται με τη διεύθυνση του προέδρου, και εισηγείται ο δικαστής που ορίστηκε από αυτόν ως εισηγητής. 3.Στην ψηφοφορία πρώτα ψηφίζει ο εισηγητής, έπειτα ο νεότερος ως προς το διορισμό δικαστής και τελευταίος ο πρόεδρος ή, αν αυτός είναι εισηγητής, ο αρχαιότερος από τους δικαστές. 4.Αν υπάρξει διαφωνία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας. Η γνώμη της μειοψηφίας καταχωρίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης με τον τύπο της αμφιβολίας, καθώς και στο πρακτικό της διάσκεψης, το οποίο υπογράφεται όπως ορίζει το άρθρο 100. 5.Αν υπάρξει ισοψηφία, προσλαμβάνεται και άλλος δικαστής και γίνεται νέα συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. (Αντί για τη σελ. 104,627) Σελ. 104,627(α) Τεύχος 1216- Σελ. 45 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 ΄Αρθρο 108. Κατάρτιση και δημοσίευση. 1.΄Οταν περατωθεί η ψηφοφορία, συντάσσεται από τον εισηγητή δικαστή σχέδιο της απόφασης, που περιλαμβάνει το αιτιολογικό και το διατακτικό . της το σχέδιο χρονολογείται και υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον εισηγητή. Στις αποφάσεις του μονομελούς δικαστηρίου το σχέδιο συντάσσεται, χρονολογείται και υπογράφεται απο το δικαστή που δίκασε την υπόθεση. 2.Η απόφαση διατυπώνεται, κατά προτίμηση, στη γλώσσα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 309/1976 (ΦΕΚ 100) και δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση, από το σχέδιο της προηγούμενης παραγράφου. Κατά τη δημοσίευση μπορεί να μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δικαστές που δεν είχαν μετάσχει στη συζήτηση, αρκεί οι δικαστές που είχαν μετάσχει σε αυτή να διατελούν ακόμη στην υπηρεσία.(1) 3.Το πρωτότυπο της απόφασης συντάσσεται μέσα σε δέκα ημέρες από τη δημοσίευσή της. ΄Αρθρο 109. Περιεχόμενο της απόφασης. Η απόφαση πρέπει να αναφέρει: α)τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, τον εισηγητή δικαστή, β)το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους, και να γίνεται μνεία αν αυτοί παραστάθηκαν, γ)σύντομη περίληψη του αντικειμένου της δίκης, δ)το αιτολογικό και το διατακτικό της και ε)ότι αυτή δημοσιεύτηκε. «Με την απόφαση δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. Κατεξαίρεση, αν η απόφαση προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη σε ποσοστό κατώτερο του 50% της φορολογητέας ύλης που προσδιόρισε η φορολογική αρχή, το δικαστήριο με την ίδια απόφαση επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του φορολογούμενου όλων των βαθμών». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 32 Νόμ. 1591/1986, (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 27, σελ. 196,387). Επίσης το άνω δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε όπως ανωτέρω από την 1105135/9049/0009/1989 (ΦΕΚ Β΄ 743), απόφ. Υπ. Οικονομικών, Τόμ. 27 σελ. 196,427. ΄Αρθρο 110. Υπογραφή της απόφασης. 1.Η απόφαση υπογράφεται από αυτόν που είχε διευθύνει τη συζήτηση, από τον εισηγητή και από το γραμματέα. 2.Αν αυτός που είχε διευθύνει τη συζήτηση έπαψε να υπάρχει ή δεν είναι πια τοποθετημένος στο δικαστήριο, την απόφαση την υπογράφει, αντί γι’ αυτόν, ο αρχαιότερος ως προς το διορισμό δικαστής από αυτούς που μετείχαν στη συζήτηση. Αν υπάρχουν οι ίδιοι λόγοι για τον εισηγητή, παραλείπεται η υπογραφή του. ( 1 ) Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 ν. 1406/1983. Σελ. 104,628(α) Τεύχος 1216 – Σελ.46 ΄Αρθρο 111. Αποφάσεις που αφορούν τη συζήτηση. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν, δημοσιεύονται κατά τη συζήτηση και καταχωρίζονται μόνο στα πρακτικά, αφού διατυπωθούν συνοπτικά. ΄Αρθρο 112. Αδυναμία για την έκδοση απόφασης. Αν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης είναι αδύνατη, για οποιονδήποτε λόγο, η έκδοση της απόφασης, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση προς συζήτηση. Άρθρο 8. Κατά τόπο αρμοδιότητα. 1.Κατά τόπο αρμόδιο είναι στον πρώτο βαθμό το διοικητικό πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ στο δεύτερο βαθμό το διοικητικό εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το πρωτοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Η αρμοδιότητα που καθορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο μπορεί να μεταβληθεί, ως προς ορισμένες κατηγορίες διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων. ΄Αρθρο 113. Τελειωτικές και οριστικές αποφάσεις δεν ανακαλούνται. Η τελειωτική για την υπόθεση απόφαση του δικαστηρίου και κάθε άλλη που περιέχει οριστικές διατάξεις δεν ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, μετά τη δημοσίευσή τους. ΄Αρθρο 114. Κοινοποίηση αποφάσεων. 1.Οι αποφάσεις του δικαστηρίου κοινοποιούνται στους διαδίκους με τη φροντίδα της γραμματείας του.(1) 2.΄Οταν πρόκειται για προδικαστικές αποφάσεις, η αυτοπρόσωπη παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους κατά τη δημοσίευσή τους αναπληρώνει την κοινοποίηση. ΣΤ΄ ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΄Αρθρο 115. Λόγοι διόρθωσης και ερμηνείας. 1.Αν κατά τη σύνταξη της απόφασης έγιναν γραφικά ή λογιστικά λάθη, το δικαστήριο που την εξέδωσε μπορεί να τη διορθώσει με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. 2.Αν η διατύπωση της απόφασης είναι ασαφής και δημιουργεί αμφιβολίες, το δικαστήριο που την εξέδωσε μπορεί να την ερμηνεύσει με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους. ΄Αρθρο 116. Αίτηση διαδίκου. 1.Η αίτηση διόρθωσης της απόφασης πρέπει να αναφέρει σαφώς και τα λάθη των οποίων ζητείται η διόρθωση. 2.Η αίτηση ερμηνείας της απόφασης πρέπει να περιέχει τα αμφίβολα σημεία ή τις ασάφειες των οποίων ζητείται η ερμηνεία. ( 1 ) Η παρ. 1 τίθεται όπως διαμορφώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.δ. 4600/1966. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Κατάθεση της αίτησης. ΄Αρθρ.117.-1.Η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τότε που η απόφαση έγινε τελεσίδικη. 2.Για την κατάθεση της αίτησης συντάσσεται έκθεση·η αίτηση υποβάλλεται στον πρόεδρο του δικαστηρίου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Συζήτηση και απόφαση. ΄Αρθρ.118.-1.Η αίτηση συζητείται στο ακροατήριο σε δικάσιμο που ορίζεται από τον πρόεδρο . σ’ αυτήν καλούνται οι διάδικοι με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, όπως ορίζει το άρθρο 87. Τα ίδια ισχύουν και στην αυτεπάγγελτη διόρθωση των αποφάσεων. 2.Στην σύνθεση του δικαστηρίου μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση. Αν αυτοί δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, στη σύνθεση του δικαστηρίου μετέχουν άλλοι δικαστές, και αυτό μνημονεύεται στην απόφαση. 3.Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται είναι δυνατό να ασκηθούν τα ένδικα μέσα τα οποία μπορούσαν να ασκηθούν κατά της απόφασης που διορθώθηκε ή ερμηνεύτηκε. 4.Η απόφαση με την οποία γίνεται διόρθωση ή ερμηνεία άλλης απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο εκείνης που διορθώνεται ή ερμηνεύεται. 5.Στα αντίγραφα ή στα αποσπάσματα της απόφασης που διορθώνεται ή ερμηνεύεται πρέπει να γίνεται μνεία της απόφασης που τη διορθώνει ή την ερμηνεύει και να σημειώνεται ο αριθμός της καθώς και η ημερομηνία κατά την οποία αυτή εκδόθηκε. Ζ΄ ΤΜΗΜΑ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Ποιες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο. ΄Αρθρ.119.-1.Οι οριστικές αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά των οποίων δεν ασκήθηκε έφεση αν και ήταν επιτρεπτή, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σε περίπτωση έφεσης, είναι τελεσίδικες και αποτελούν, ως προς το ζήτημα που κρίθηκε, δεδικασμένο υπέρ και κατά των διαδίκων, καθώς και εκείνων που έγιναν κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της καθολικοί διάδοχοί τους, ενώ επιφυλάσσονται και όσα ορίζει ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος. Αποτελούν επίσης δεδικασμένο υπέρ και κατά των προσώπων από τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της υποχρέωσης που έχει επιβληθεί σε βάρος εκείνου κατά του οποίου εκδόθηκε η πράξη, εκτός αν ο ουσιαστικός νόμος ορίζει διαφορετικά. 2.Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αν από το φάκελο προκύπτει η ύπαρξή του. Δεδικασμένο από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων. ΄Αρθρ.120.-1.Αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις για τα δικαστήρια αυτά, έχουν την ίδια ισχύ και στη φορολογική δίκη. 2.Οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ισχύουν έναντι όλων και εκδίδονται για υποθέσεις στις οποίες πρέπει να αναζητείται, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, η αντικειμενική αλήθεια, αποτελούν δεδικασμένο και στη φορολογική δίκη, αν οι συνέπειες της απόφασης, έναντι του δημοσίου, δεν ανατράπηκαν με την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων που παρέχονται σ’ αυτό από την πολιτική δικονομία. Στις λοιπές περιπτώσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση του αρμόδιου καθ’ ύλην πολιτικού δικαστηρίου, ο δικαστής των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων έχει την εξουσία να κρίνει αντίθετα, αιτιολογώντας ειδικά την κρίση αυτή. 3.Δεδικασμένο αποτελούν και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή και τις ποινές που επιβλήθηκαν. ΟΓ ΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟΔΕΙΞΗ Α΄ ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αντικείμενο απόδειξης. ΄Αρθρ.121.-1.Αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 2.Πραγματικά γεγονότα που είναι κοινώς γνωστά ή που έγιναν γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργεια λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη. 3.Το αλλοδαπό δίκαιο, αν είναι γνωστό στο δικαστήριο, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη. Βάρος απόδειξης. ΄Αρθ.122.-1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ουσιαστικού φορολογικού νόμου, κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί του. Ο άλλος διάδικος έχει δικαίωμα να ανταποδείξει. 2.Στο διάδικο που βλάπτεται από την εφαρμογή νόμιμου μαχητού τεκμηρίου απόκειται να επιδιώξει την ανατροπή του. Αποδεικτικά μέσα. ΄Αρθρ.123.-Αποδεικτικά μέσα είναι η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα- μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις ελέγχου των φορολογικών οργάνων-, η ομολογία του διαδίκου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, οι εξηγήσεις των διαδίκων και οι μάρτυρες, εκτός αν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος ορίζει διαφορετικά. Ελεύθερη η χρήση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Άρθρο 9 Αρμοδιότητα για την ανακοπή και την αναθεώρηση. Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση είναι αρμόδιο να δικάσει και την ανακοπή ή την αίτηση αναθεώρησης που στρέφεται κατά της απόφασης αυτής. ΄Αρθρ.124.-Το δικαστήριο, αποβλέποντας στην ανεύρευση της αντικειμενικής αλήθειας, χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελεύθερα, αν οι ειδικές διατάξεις που διέπουν την κρινόμενη υπόθεση δεν ορίζουν διαφορετικά. Προαπόδειξη με έγγραφα. ΄Αρθρ.125.-1.Η προαπόδειξη με έγγραφα είναι υποχρεωτική για τους διαδίκους, οι οποίοι και οφείλουν να προσκομίσουν όσα έγγραφα κατέχουν ως την προηγουμένη της ημέρας που γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. 2.΄Εγγραφα που προσάγονται σε μεταγενέστερη συζήτηση, τότε μόνο είναι δεκτά, όταν η έγκαιρη προσαγωγή τους, κατά την ειδικά αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου ήταν αδύνατη. (Μετά τη σελ. 104,628) Σελ. 104,629 Τεύχος Ζ103- Σελ. 83 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 ΄Αρθρο 126. Απόφαση για την απόδειξη. 1.Η απόδειξη διατάσσεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με απόφαση του δικαστηρίου που καταχωρίζεται στα πρακτικά·κατ’ εξαίρεση και μετά τη συζήτηση με προδικαστική απόφαση.( 1 ) 2.Η απόφαση με την οποία διατάσσεται η απόδειξη πρέπει να ορίζει το θέμα της απόδειξης, το διάδικο που φέρει το βάρος της, αποδεικτικά μέσα με τα οποία αυτή θα διεξαχθεί, τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής και αποπεράτωσής της, καθώς και τον εισηγητή ενώπιον του οποίου ή με τη φροντίδα του οποίου θα διεξαχθεί αυτή, αν εξαιρετική ανάγκη επιβάλλει τη διεξαγωγή της έξω από το ακροατήριο. ΄Αρθρο 127. Τροποποίηση ή συμπλήρωση της απόφασης. 1.Αν το δικαστήριο δεν έχει ορίσει διαφορετικά με την απόφασή του, η προθεσμία που έχει ταχθεί παρατείνεται, αν συντρέχει ανάγκη, ενώ η απόφαση που διατάζει την απόδειξη συμπληρώνεται, αν είναι ελλιπής, ή τροποποιείται από τον εισηγητή ή, αν αυτός κωλύεται ή δεν υπάρχει, από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ως προς τον τόπο που θα διεξαχθούν οι αποδείξεις ή ως προς τα πρόσωπα που θα την ενεργήσουν. Η απόφαση του εισηγητή ή του προέδρου εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και ελέγχεται τελικά από το δικαστήριο στο οποίο θα επανέλθει η υπόθεση για να εκδικαστεί κατ’ ουσίαν. 2.Αντικατάσταση του εισηγητή μπορεί να γίνει και από τον πρόεδρο του δικαστηρίου. 3.΄Ολες οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων καταχωρίζονται στα πρακτικά ή στην έκθεση. ΄Αρθρο 128. Δικαίωμα παράστασης των διαδίκων. Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρασταθούν κατά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας·για το σκοπό αυτόν ειδοποιούνται έγκαιρα από το γραμματέα του δικαστηρίου ή από τον εντεταλμένο δικαστή, αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της απόφασης που διέταξε την απόδειξη. ΄Αρθρο 129. Συντηρητική απόδειξη. Με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, και πριν από τη συζήτηση της προσφυγής, συντηρητική απόδειξη, αν κρίνει ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ή να καταστεί δυσχερής η χρησιμοποίηση κάποιου αποδεικτικού μέσου ή ότι οπωσδήποτε από τα πράγματα επιβάλλεται να ληφθεί το μέτρο αυτό. ( 1 ) Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν.δ. 10/1968. Σελ. 104,630 Τεύχος Ζ103- Σελ. 84 Β΄ ΤΜΗΜΑ Α ΥΤΟΨΙΑ ΄Αρθρο 130. Απόφαση για αυτοψία. 1.Η ενέργεια αυτοψίας απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. 2.Το δικαστήριο, όταν αποφασίζει την ενέργεια αυτοψίας, προσδιορίζει και τα θέματα που θα αποδειχτούν με αυτήν. ΄Αρθρο 131. Αντικείμενο της αυτοψίας. Κατά την αυτοψία εξετάζεται κάθε αντικείμενο που έχει σχέση με τα αποδεικτέα θέματα, εκτός αν το δικαστήριο τα καθόρισε ειδικότερα·καθένας που κατέχει το αντικείμενο αυτό οφείλει να πράξει ό,τι είναι δυνατό, ώστε αυτός που ενεργεί την αυτοψία να αντιληφθεί με τις δικές του αισθήσεις το αντικείμενο που εξετάζεται και να επιτρέψει σ’ αυτόν κάθε ενέργεια που σκοπό έχει να διαπιστώσει, χωρίς να βλάψει το αντικείμενο, το είδος, τις ιδιότητες και το περιεχόμενό του. ΄Αρθρο 132. Διεξαγωγή της αυτοψίας. 1.Την αυτοψία τη διενεργεί, είτε ολόκληρο το δικαστήριο στο ακροατήριό του ή έξω από αυτό, είτε ένα από τα μέλη του που ορίζεται από το ίδιο. Αν υπάρχει ανάγκη, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει τη διενέργεια της αυτοψίας σε άλλο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή σε δικαστή, ενώ έξω από την έδρα του και σε ειρηνοδίκη. 2.Εκείνος που διενεργεί την αυτοψία ορίζει τον τόπο και το χρόνο της διεξαγωγής της. Με τη φροντίδα του γραμματέα του δικαστηρίου στο οποίο ανήκει αυτός που ενεργεί την αυτοψία, ειδοποιείται έγκαιρα ο κάτοχος του αντικειμένου της αυτοψίας να παρευρίσκεται σ’ αυτήν. 3.Αντικείμενα που δεν μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού φορολογικού νόμου, να υποβληθούν σε έλεγχο από τη φορολογική αρχή εξαιρούνται και από την αυτοψία. ΄Αρθρο 133. Συνδυασμός με άλλα αποδεικτικά μέσα. 1.Η αυτοψία μπορεί να συνδυαστεί με την εξέταση διαδίκων ή μαρτύρων και με πραγματογνωμοσύνη η οποία αποφασίζεται κατά τους όρους του άρθρου 136. 2.Οι διάδικοι που πρόκειται να εξεταστούν ή οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες ειδοποιούνται για τον τόπο και το χρόνο που θα διεξαχθεί η αυτοψία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Συνέπειες από την παρακώλυση της αυτοψίας. Άρθρο 10. Περίπτωση μεταβολής αρμοδιότητας του δικαστηρίου. Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εξακολουθεί να είναι αρμόδιο ώσπου να περατωθεί η δίκη, ακόμη και αν κατά τη διάρκειά της μεταβληθεί η αρμοδιότητά του. ΄Αρθρ.134.-1.Αν αυτός κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη αρνηθεί αδικαιολόγητα να καταστήσει δυνατή την αυτοψία, ο ισχυρισμός του απορρίπτεται, ενώ ο αντίθετος αυτοτελής ισχυρισμός της αρχής που εξέδωσε την πράξη θεωρείται ότι έχει αποδειχτεί. 2.Το ίδιο ισχύει και αν τρίτος αποκρύπτει αντικείμενο της αυτοψίας για χάρη εκείνου κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη ή αν αποδειχτεί ότι παρακωλύει τη διενέργεια της αυτοψίας με σκοπό να τον ωφελήσει . στην περίπτωση αυτή ο τρίτος υπόκειται πάντως στις κυρώσεις της επόμενης παραγράφου. 3.Ο εκπρόσωπος εκείνου κατά του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη ή ο τρίτος που, ενώ μπορεί να συντελέσει στην πραγματοποίηση της αυτοψίας, αρνείται να το πράξει ή παρακωλύει τη διενέργειά της, υπόκεινται σε πρόστιμο, σύμφωνα με όσα ορίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 44, ενώ επιφυλάσσεται και η εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού νόμου. 4.Διάδικος ή τρίτος που έχουν σοβαρούς λόγους να αρνηθούν την αυτοψία ή τη συνδρομή τους στη διενέργειά της είναι υποχρεωμένοι να τους γνωστοποιήσουν σ’ αυτόν που τη διενεργεί, ο οποίος και αποφαίνεται αν οι προβαλλόμενοι λόγοι δικαιολογούν ή όχι την άρνηση αυτή . η τελική κρίση για το ζήτημα αυτό ανήκει στο δικαστήριο. Διατύπωση του αποτελέσματος. ΄Αρθρ.135.-1.Αν η αυτοψία ενεργείται στο ακροατήριο, γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά, ενώ, αν διενεργείται έξω από το ακροατήριο, συντάσσεται έκθεση. 2.Στην περίπτωση του άρθρου 133 αναφέρονται στα πρακτικά ή στην έκθεση τα ονόματα και οι καταθέσεις εκείνων που εξετάστηκαν, καθώς και τα ονόματα και η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, εκτός αν η γνωμοδότηση αυτή έχει υποβληθεί εγγράφως, οπότε γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά ή στην έκθεση αυτοψίας. 3.Αν η αυτοψία έχει διεξαχθεί στο ακροατήριο, η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίζεται αμέσως ύστερα από αυτήν, ενώ αν έχει διεξαχθεί έξω από το ακροατήριο, ορίζεται νέα συζήτηση, όταν υποβληθεί η έκθεση. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ Αμοιβή πραγματογνωμόνων ΄Αρθρ.136.-«1.Πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται όταν για τη διερεύνηση και εκτίμηση των πραγμάτων είναι απαραίτητες ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία. 2.Η απόφαση με την οποία διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ως προς την ανάγκη διενέργειάς της. Με αυτήν ορίζονται τα αντικείμενα που θα εξετασθούν, ο πραγματογνώμονας και ο χρόνος μέσα στον οποίο θα διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη. Αν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να οριστούν και περισσότεροι από έναν πραγματογνώμονες, όχι όμως περισσότεροι από τρεις». Οι παρ. 1 και 2, αντικαταστάθηκαν ως άνω, από την περίπτ. α΄ της παρ. 20, του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. 3.Η πραγματογνωμοσύνη ενεργείται είτε στο ακροατήριο είτε έξω από αυτό. Το δικαστήριο ορίζει ως εισηγητή, για να διευθύνει τη διεξαγωγή της έξω από το ακροατήριο, δικαστή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 4.Αν το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης βρίσκεται έξω από την έδρα του δικαστηρίου μπορεί να οριστεί ως εισηγητής ειρηνοδίκης, ενώ, αν βρίσκεται έξω από την περιφέρεια του δικαστηρίου, αυτό μπορεί να αναθέσει το διορισμό του πραγματογνώμονα και του εισηγητή στο τακτικό διοικητικό δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου θα διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη. «5.Οι διατάξεις των άρθρ. 391 και 392 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω». Η παρ. 5 προστέθηκε από την περίπτ. β΄ της παρ. 20 του άρθρ. 4, του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. Προσόντα των πραγματογνωμόνων. ΄Αρθρ.137.-1.Οι πραγματογνώμονες εκλέγονται ανάμεσα σε πρόσωπα τα οποία συγκεντρώνουν τις ικανότητες που απαιτούνται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. 2.Δεν επιτρέπεται να οριστούν πραγματογνώμονες: α)υπάλληλοι του κλάδου στον οποίο ανήκει το δημόσιο όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, β) δικαστές και υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων γενικά, γ)όσοι έχουν καταδικαστεί για κακούργημα ή για κάποιο από τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του κώδικα οργανισμού των φορολογικών (τακτικών διοικητικών) δικαστηρίων, καθώς και όσοι έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κάποιο από τα εγκλήματα αυτά, στ)όσοι έχουν στερηθεί την άδεια άσκησης του επαγγέλματος και ζ)όσοι έχουν στερηθεί την ελεύθερη διαχείριση της περιουσίας τους. Υποχρεωτικό το έργο του πραγματογνώμονα. ΄Αρθρ.138.-1.Η απόφαση με την οποία διατάσσεται η πραγματογνωμοσύνη και διορίζονται οι πραγματογνώμονες κοινοποιείται σ’ αυτούς με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου. 2.Αυτός που διορίστηκε πραγματογνώμονας είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη που του ανατέθηκε, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του επόμενου άρθρου. Εξαίρεση, απαλλαγή και αντικατάσταση. ΄Αρθρ.139.-1.Οι διατάξεις που αναφέρονται στην εξαίρεση των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων εφαρμόζονται ανάλογα και στους πραγματογνώμονες. Λόγω εξαίρεσης του πραγματογνώμονα αποτελεί και η συμμετοχή του, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στις ενέργειες για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Μπορεί επίσης αυτός που διορίστηκε πραγματογνώμονας να ζητήσει την απαλλαγή του και για κάποιον άλλο σπουδαίο λόγο που τον εμποδίζει να εκτελέσει το καθήκον του. 2.Ο λόγος εξαίρεσης ή απαλλαγής πρέπει να προβληθεί, αν η πραγματογνωμοσύνη διενεργείται στο ακροατήριο, πριν από τη γνωμάτευση, ενώ, αν διενεργείται έξω από το ακροατήριο, μέσα σε τρεις ημέρες αφότου κοινοποιηθεί η απόφαση αυτή. 3.Για τη βασιμότητα του λόγου εξαίρεσης ή απαλλαγής αποφαίνεται αμετάκλητα το δικαστήριο που διόρισε τον πραγματογνώμονα ή ο εισηγητής δικαστής, και αν γίνει δεκτός ο λόγος που προβλήθηκε, ορίζεται αμέσως άλλος πραγματογνώμονας σε αντικατάσταση εκείνου που εξαιρέθηκε ή απαλλάχτηκε. (Αντί για τη σελ. 104,631) Σελ. 104,631(α) Τεύχος 1253- Σελ. 45. Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 4.Δημόσιοι υπάλληλοι για τους οποίους η προϊσταμένη τους αρχή δηλώνει εγγράφως ότι η εκτέλεση της πραγματογνωμοσύνης που έχει ανατεθεί σ’ αυτούς δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, απαλλάσσονται υποχρεωτικά από τα καθήκοντα του πραγματογνώμονα. 5.Το δικαστήριο ή ο εισηγητής δικαστής μπορούν αυτεπαγγέλτως να αντικαταστήσουν τον πραγματογνώμονα για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 137 και στο άρθρο αυτό, είτε για αμέλεια ή ανεπάρκεια στην εκτέλεση του καθήκοντος, είτε λόγω κωλύματος που προέκυψε μετά την αποδοχή του διορισμού του. Διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. ΄Αρθρ.140.-1.Οι πραγματογνώμονες ορκίζονται ενώπιον του δικαστηρίου ή, όταν η πραγματογνωμοσύνη ενεργείται έξω από το ακροατήριο, ενώπιον του εισηγητή δικαστή, ότι θα τη διενεργήσουν με ευσυνειδησία, αντικειμενικότητα και εχεμύθεια και ότι η γνωμάτευσή τους θα ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Κατά τα λοιπά, ο όρκος δίδεται σύμφωνα με τον τύπο που έχει καθοριστεί για τους μάρτυρες. 2.Ο εισηγητής δικαστής εγχειρίζει στους πραγματογνώμονες τα έγγραφα, που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και είναι αναγκαία για το έργο τους, σε αντίγραφο ή, αν το κρίνει απαραίτητο, και σε πρωτότυπο. Οι πραγματογνώμονες μπορούν ακόμη να λαμβάνουν γνώση και όλων των άλλων στοιχείων που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Αν ο εισηγητής δικαστής δεν είναι μέλος του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, στέλνονται σ’ αυτόν τα αναγκαία έγγραφα του φακέλου για να τα εγχειρίσει στους πραγματογνώμονες. 3.Αν οι πραγματογνώμονες είναι περισσότεροι από έναν ενεργούν τις απαραίτητες για την πραγματογνωμοσύνη πράξεις όλοι μαζί·για το σκοπό αυτόν συγκαλούνται από το δικαστήριο ή τον εισηγητή δικαστή ή από το μεγαλύτερο σε ηλικία πραγματογνώμονα. ΄Εκθεση πραγματογνωμοσύνης. ΄Αρθρ.141.-1.Οι πραγματογνώμονες καταρτίζουν εγγράφως την έκθεσή τους. Αν η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να αρκεστεί στην προφορική γνωμάτευση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά. 2.Η έκθεση πρέπει να αναφέρει τις ενέργειες των πραγματογνωμόνων και την αιτιολογημένη γνώμη καθενός για το αποδεικτέο θέμα·υπογράφεται από αυτούς και παραδίδεται στον πρόεδρο ή στον εισηγητή δικαστή, οι οποίοι και την τοποθετούν στο φάκελο της υπόθεσης, αφού συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο εισηγητής δεν είναι μέλος του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, στέλνει την έκθεση, μόλις του εγχειριστεί, στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού. 3.Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 135 εφαρμόζεται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή. Το δικαστήριο κατά την περαιτέρω συζήτηση μπορεί να καλέσει τους πραγματογνώμονες να δώσουν εξηγήσεις και πληροφορίες. 4.Το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από αυτό μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Σελ. 104,632(α) Τεύχος 1253- Σελ. 46 Αμοιβή πραγματογνωμόνων. ΄Αρθρ.142.-«1.Η αμοιβή και τα έξοδα των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται προσωρινώς μετά από αίτησή τους, από τον πρόεδρο του δικαστηρίου που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη και προκαταβάλλονται από το Δημόσιο, με ανάλογη εφαρμογή κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρ. 581 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η αμοιβή και τα έξοδα καθορίζονται τελικά με την οριστική απόφαση και συνυπολογίζονται στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 21, του άρθρ. 4, του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. 2.Πραγματογνώμονας που δεν εμφανίζεται κατά το χρόνο που είχε οριστεί ή που παραλείπει το καθήκον να διενεργήσει και να τελειώσει την πραγματογνωμοσύνη υπόκειται στις κυρώσει του άρθρου 44 και δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει αμοιβή ή αποζημίωση για τις δαπάνες που πραγματοποίησε, ενώ επιφυλάσσεται και κάθε άλλη ευθύνη του, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Δ΄ ΤΜΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Τήρηση νόμιμων τύπων. ΄Αρθρ.143.-1.Τα έγγραφα που προσκομίζονται στο δικαστήριο πρέπει να έχουν συνταχτεί σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζει ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος και να έχουν κάθε αναγκαία έγκριση ή θεώρηση από την αρχή που ορίζεται στον πιο πάνω νόμο. 2.Αν ο ουσιαστικός φορολογικός νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ισχύουν ως προς την απόδειξη για τη σύσταση, τη μετάθεση, την αλλοίωση ή την κατάργηση δικαιωμάτων και έννομων σχέσεων, οι κανόνες του κοινού δικαίου. Δημόσια και ιδιωτικά. Άρθρο 11. Αυτεπάγγελτη εξέταση της αρμοδιότητας. 1.Η καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. 2.Αν το δικαστήριο αποφανθεί ότι είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπο αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο με απόφασή του, η οποία, αν πρόκειται για πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπόκειται πάντοτε σε έφεση. ΄Αρθρ.144.-1.΄Εγγραφα που έχουν συνταχτεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους από το αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο δημόσιο όργανο (δημόσια έγγραφα) αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλα όσα βεβαιώνεται σ’ αυτά ότι έγιναν από εκείνον που τα συνέταξε ή ενώπιόν του, ως προς τα οποία μόνο για πλαστότητα μπορούν να προσβληθούν. 2.Κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο των δημόσιων και των άλλων εγγράφων εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του προηγούμενου άρθρου, δεν δεσμεύεται, και όταν ακόμη προσκομίζεται έγγραφο που έχει καταρτιστεί νομότυπα, να κρίνει αλλιώς για τη σχέση, αν από άλλα στοιχεία πείθεται ότι στην πραγματικότητα, αυτή, στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος, είναι ανύπαρκτη ή διαφορετική, ως προς τη φύση και το περιεχόμενο από εκείνη που δηλώνεται στο έγγραφο. Εκθέσεις ελέγχου. ΄Αρθρ.145.-Η διάταξη της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου ισχύει και για τις εκθέσεις ελέγχου που συντάσσονται από τα φορολογικά όργανα, εκτός από τις πληροφορίες ή ομολογίες του ελεγχομένου που αναφέρονται σ’ αυτά. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Αντίγραφα κτλ. ΄Αρθρ.146.-1.Αντίγραφα δημόσιων εγγράφων που την ακρίβειά τους βεβαιώνει ο αρμόδιος γι’ αυτό υπάλληλος έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με το πρωτότυπο. Το δικαστήριο όμως μπορεί να ζητήσει να προσαχθεί το πρωτότυπο. 2.Αντίγραφα άλλων εγγράφων, φωτογραφίες ή φωτοτυπίες ή άλλες αποτυπώσεις λαμβάνονται επικουρικά υπόψη, αν το δικαστήριο πείθεται για την ακρίβεια όσων αποδίδονται μ’αυτά. 3.Αν το έγγραφο που προσκομίζεται έχει συνταχτεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί και επίσημη μετάφρασή του επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο, σύμφωνα με το νόμο, όργανο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της ίδιας χώρας στην Ελλάδα. Το δικαστήριο μπορεί σε κάθε περίπτωση να διατάξει να μεταφραστεί το έγγραφο στην ελληνική από ειδικό πρόσωπο. Επίδειξη εγγράφων. ΄Αρθρ.147.-1.Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους την επίδειξη εγγράφων που κατέχουν ο διάδικος ή τρίτος ή δημόσια αρχή ή δημόσιο όργανο ή όργανο νομικού προσώπου δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα που κατέχει δημόσια αρχή και που η επίδειξή τους, κατά την κρίση της, μπορεί να βλάψει το δημόσιο συμφέρον ή για έγγραφα που ο κάτοχός τους έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τον ουσιαστικό φορολογικό νόμο, να αρνηθεί την επίδειξή τους. 2.Αν η προσαγωγή εγγράφου στο ακροατήριο είναι δυσχερής ή υπάρχει κίνδυνος απώλειας ή βλάβης του, λόγω της φύσης ή της σπουδαιότητάς του, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει δικαστή για την εξέτασή του στον τόπο όπου βρίσκεται ή να επιτρέψει να προσαχθεί επικυρωμένο αντίγραφο ή φωτογραφία ή φωτοτυπία του, και συντάσσεται γι’ αυτά έκθεση. 3.Αν ο υπόχρεος να επιδείξει το έγγραφο αρνηθεί να το πράξει ή το αποκρύψει η παρακωλύσει την επίδειξή του, που έχει διαταχτεί, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 134. Απώλεια εγγράφων – Εξέταση γνησιότητας. ΄Αρθρ.148.-1.Αν το έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, η ύπαρξη και το περιεχόμενό του μπορούν να αποδειχτούν με κάθε μέσο. 2.Αν αμφισβητηθεί η υπογραφή ή γενικά η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτήν κατά την κρίση του, την οποία συνάγει εκ των ενόντων ή με βάση τις πληροφορίες και εξηγήσεις που ζητά. Αν το κρίνει αναγκαίο, διατάζει την απόδειξη της γνησιότητας, η οποία ενεργείται με κάθε μέσο. Προσβολή για πλαστότητα. ΄Αρθρ.149.-1.Εκείνος που προσβάλλει έγγραφο ως πλαστό είναι υποχρεωμένος να αναφέρει και συγχρόνως να προσκομίσει τα στοιχεία για την απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. 2.Για την πλαστότητα ή μη του εγγράφου κρίνει παρεμπιπτόντως το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, ενώ, αν πρόκειται για έγγραφο ουσιώδες για τη διάγνωσή της και η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να αναβάλει τη δίκη, ώσπου να τελειώσει η αντίστοιχη ποινική, εκτός αν η ποινική δίωξη αποκλείεται επειδή το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία πέθανε ή το αδίκημα έχει παραγραφεί ή η ποινική αγωγή έχει αποσβεστεί ή υπάρχει άλλος νόμιμος λόγος. 3.Η απόφαση για την αναβολή της φορολογική δίκης, καθώς και κάθε άλλη απόφαση που δέχεται την πλαστότητα του εγγράφου, στέλνονται στον αρμόδιο εισαγγελέα με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου. Ε΄ ΤΜΗΜΑ ΟΜΟΛΟΓΙΑ-ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΄Αρθρ.150.-1.Η ομολογία από ιδιώτη διάδικο πραγματικών γεγονότων που είναι επιβλαβή σ’ αυτόν εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είτε αυτή γίνεται ενώπιόν του ή ενώπιον εντεταλμένου δικαστή ή με τα διαδικαστικά έγγραφα, είτε γίνεται εξωδίκως. 2.Η ομολογία μπορεί να ανακληθεί, για ουσιώδη πραγματική πλάνη, ώσπου να τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση. ΄Αρθρ.151.-Το δικαστήριο, αν το κρίνει σκόπιμο, μπορεί, χωρίς να επιβάλει όρκο, να ζητήσει αυτεπαγγέλτως, εξηγήσεις και πληροφορίες για τα εξεταζόμενα θέματα από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον πληρεξούσιό του ή από πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σ’ αυτόν. ΣΤ΄ ΤΜΗΜΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ Απόφαση για την εξέταση μαρτύρων. ΄Αρθρ.152.-1.Το δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους την εξέταση μαρτύρων, εκτός από τις περιπτώσεις που ο ουσιαστικός νόμος, ο οποίος εφαρμόζεται στη δίκη, την αποκλείει. 2.Η απόφαση για την εξέταση μαρτύρων πρέπει να ορίζει τους μάρτυρες που θα εξεταστούν και να αιτιολογεί ειδικά την ανάγκη για την εξέτασή τους. 3.Το μονομελές δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την εξέταση μαρτύρων μόνο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Πρόταση των μαρτύρων. Άρθρο 12. Η πολυμελέστερη σύνθεση δεν είναι λόγος αναρμοδιότητας. 1.Η απόφαση του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο για το λόγο και μόνο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς. 2.Η απόφαση του πενταμελούς διοικητικού εφετείου δεν υπόκειται σε αναίρεση για το λόγο και μόνο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του τριμελούς. Γ΄ ΤΜΗΜΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΄Αρθρ.153.-Ο διάδικος που προτείνει την εξέταση μαρτύρων οφείλει να προσδιορίζει και τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία αυτοί θα εξεταστούν, να αναφέρει επίσης τα ονοματεπώνυμά τους, την κατοικία και τη διεύθυνσή τους, και να βεβαιώνει ότι οι προτεινόμενοι δεν τελούν σε σχέση ή κατάσταση, εξαιτίας των οποίων μπορεί να εξαιρεθεί ο μάρτυρας ή να απαλλαγεί από τη μαρτυρία. Κλήση των μαρτύρων. ΄Αρθρ.154.-1.Οι μάρτυρες καλούνται να εξεταστούν, πριν από εύλογο χρόνο, με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου. 2.Στην κλήση πρέπει να αναφέρονται η δικαστική αρχή ενώπιον της οποίας θα γίνει η εξέταση των μαρτύρων και η ημέρα και η ώρα που θα εμφανιστούν·ακόμη να μνημονεύεται η υπόθεση και οι συνέπειες που συνεπάγεται η μη εμφάνισή τους. 3.Το δικαστήριο μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που ανάγονται στην ιδιότητα του μάρτυρα ή την κατάστασή του, να τον εξετάζει στο σπίτι του με έναν από τους δικαστές, ύστερα από προηγούμενη ειδοποίηση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. (Μετά τη σελ. 104,632) Σελ. 104,633 Τεύχος Ζ103- Σελ. 87 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.6 Λόγοι αποκλεισμού ή απαλλαγής των μαρτύρων. ΄Αρθρ.155.-1.Απαλλάσσονται από την υποχρέωση να καταθέσουν ωςμάρτυρες και έχουν δικαίωμα να αρνηθούν όσοι κατέχουν αξίωμα, ή ασκούν λειτούργημα ή επάγγελμα, ως προς εκείνατα θέματα που εξαιτίας της ιδιότητάς τους αυτής τους τα έχουν εμπιστευτεί, ν, η φύση των θεμάτων αυτών, κατάτην κρίση του δικαστηρίου, ή διάταξη νόμου, επιβάλλει την υποχρέωση της εχεμύθειας. Δημόσιοι υπάλληλοι εξετάζονται και για περιστατικά που καλύπτονται από το καθήκον της εχεμύθειας, μόνο όμως ύστερα από έγγραφη άδεια της προϊσταμένης τους αρχής και, αν έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία, της αρχής στην οποία υπάγονταν όταν αποχώρησαν. 2.Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες: α)οι συγγενείς του ιδιώτη διαδίκου εξ αίματος ή από κηδεστία ή από υιοθεσία έως και τον τρίτο βαθμό κατ’ ευθείαν ή εκ πλαγίου, οι μνηστευμένοι και οι σύζυγοι, και αν ακόμη δεν υφίσταται πια ο γάμος, β)πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον στη δίκη, γ)δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή έχουν συμπράξει στην έκδοσή της με οποιονδήποτε τρόπο. 3.Στις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, τα πρόσωπα που καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες οφείλουν να δηλώσουν ενόρκως σ’ αυτόν που ενεργεί την εξέταση ότι με την κατάθεσή τους θα παραβιάσουν το καθήκον της εχεμύθειας·στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η εξέτασή τους, και αν ακόμη εκείνος που τους έχει εμπιστευτεί το απόρρητο τους έχει απαλλάξει από την υποχρέωση να το τηρήσουν. 4.΄Οσοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας τους, καθώς και εκείνοι που έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα λόγω καταδίκης, εξετάζονται, αν η μαρτυρία τους είναι αναγκαία, χωρίς να δώσουν όρκο, η τελική όμως κρίση ανήκει στο δικαστήριο. 5.Ο διάδικος μπορεί να προβάλει τους λόγους απαλλαγής ή αποκλεισμού του μάρτυρα ως λόγους εξαίρεσης, οφείλει όμως να τους αποδείξει ενώπιον εκείνου που ενεργεί την εξέταση, ο οποίος αποφασίζει εκ των ενόντων και δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. 6.Οι διατάξεις που αφορούν τον αποκλεισμό ή την εξαίρεση μάρτυρα εφαρμόζονται και σ’ αυτόν που προσλαμβάνεται ως ερμηνέας. Διεξαγωγή της εξέτασης. ΄Αρθρ.156.-1.Οι μάρτυρες εξετάζονται προφορικά και καθένας χωριστά από το δικαστήριο ή από το δικαστή που αυτό ορίζει . όταν ο μάρτυρας εξετάζεται έξω από την έδρα του δικαστηρίου, η εξέταση μπορεί να γίνει και από ειρηνοδίκη. 2.Το δικαστήριο ή ο δικαστής που εξετάζει το μάρτυρα, ο οποίος έχει κληθεί να εξεταστεί, μπορεί να τον αποβάλει, είτε προτού αρχίσει η εξέτασή του, είτε και όταν έχει αρχίσει, αν κρίνει ότι αυτός βρίσκεται σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε αποκλείεται η ικανότητα για μαρτυρία. 3.Ο μάρτυρας, προτού αρχίσει να εξετάζεται, οφείλει να ορκιστεί ότι θα πει την αλήθεια . ως προς τον τύπο του Σελ. 104,634 Τεύχος Ζ103- Σελ. 88 όρκου και τον τρόπο της ορκοδοσίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 218 και 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας. 4.Ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει για ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν την ποινική δίωξη ή θίγουν την τιμή του ίδιου, του συζύγου ή συγγενών του εξ αίματος ως το δεύτερο βαθμό ή αφορούν επαγγελματικό απόρρητο. 5.Η κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ, αν γίνει έξω από το ακροατήριο, συντάσσεται γι’ αυτήν έκθεση, η οποία υπογράφεται από το μάρτυρα, το δικαστή, το γραμματέα και τους διαδίκους, αν έχουν παρευρεθεί, καθώς και από τον ερμηνέα που τυχόν έχει προσληφθεί. 6.Εξέταση μάρτυρα μπορεί να γίνει κατ’ αντιπαράσταση με άλλον μάρτυρα ή διάδικο, αν το κρίνει απαραίτητο εκείνος που ενεργεί την εξέταση. Υποχρεωτικό της μαρτυρίας. ΄Αρθρ.157.-1.Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί τη μαρτυρία του στη φορολογική δίκη, αν έχει κληθεί νόμιμα . εξαίρεση ισχύει στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στο νόμο αυτόν. 2.Αν ο μάρτυρας που έχει κληθεί νόμιμα να εξεταστεί, δεν εμφανιστεί αδικαιολόγητα ή εμφανιστεί μεν, αρνείται όμως να ορκιστεί ή να καταθέσει, υπόκειται στις κυρώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44. ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Α΄ ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Δικόγραφο και κατάθεσή του. ΄Αρθρ.158.-1.Τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ασκούνται, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται για το καθένα, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 2.Κάθε ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί και πριν επιδοθεί η απόφαση που προσβάλλεται· ακόμη και κατά την ημέρα που αυτή δημοσιεύτηκε. 3.Για την κατάθεση του ένδικου μέσου, όταν προσαχθεί το έγγραφό του, συντάσσεται έκθεση σε δύο αντίτυπα, η οποία υπογράφεται από αυτόν που παραλαμβάνει το έγγραφο και από εκείνον που το καταθέτει . η έκθεση αυτή παίρνει αριθμό με την καταχώρισή της, ως προς τα κύρια σημεία της, σε χωριστό βιβλίο για κάθε είδος ένδικου μέσου, το οποίο τηρείται κατά έτος από τη γραμματεία με διαφορετική αρίθμηση. ΄Ενα από τα αντίτυπα της έκθεσης παραδίδεται σ’ αυτόν που κατέθεσε το ένδικο μέσο. 4.Τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων μονομελών δικαστηρίων σε υποθέσεις που συζητήθηκαν έξω από την έδρα του δικαστηρίου μπορούν κατ’ εξαίρεση να ασκηθούν όπως και η προσφυγή, και διαβιβάζονται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από την αρχή που τα παρέλαβε στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνονται, η οποία και τα καταχωρίζει στο βιβλίο που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος. 6.ΑΑ.γ.6 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. «΄Αρθρ.159.-1.Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, καθώς και η άσκησή τους δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της αποφάσεως. 2.Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ο πρόεδρος του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο μέσο, μπορεί να διατάξει με αιτιολογημένη απόφαση την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης με ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 2 του Νόμ. 820/1978 (ΦΕΚ 174 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 27 του Νόμ. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α΄), με την παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α΄) και με το άρθρ. 41 παρ. 3 του Νόμ. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α΄)». Το άρθρ. 159, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 9, του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 11. ΄Αρθρο 160. Περιπτώσεις παράτασης της προθεσμίας. 1.Αν αυτός που έχει δικαίωμα να ασκήσει το ένδικο μέσο διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκησή του παρατείνεται για ένα μήνα. 2.Αν αυτός που έχει δικαίωμα να ασκήσει το ένδικο μέσο πέθανε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που προβλέπεται για την άσκησή του, χωρίς να τό έχει ασκήσει, ο διάδοχός του μπορεί να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο μέσα σε ένα μήνα από τότε που έληξε η προθεσμία για αποποίηση της κληρονομίας. ΄Αρθρο 161. Ανάλογη εφαρμογή των κανόνων εκδίκασης της προσφυγής. Οι διατάξεις που αφορούν τον προσδιορισμό δικασίμου και γενικά την εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται ανάλογα και στα ένδικα μέσα, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τις επόμενες ειδικές, για κάθε ένδικο μέσο, διατάξεις. Β΄ ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΗ ΄Αρθρο 162. Αποφάσεις που υπόκεινται σε ανακοπή. 1.Σε ανακοπή υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων και οι οριστικές αποφάσεις που εκδίδονται ύστερα από έφεση, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν παραστάθηκε στη συζήτηση γιατί δεν κλητεύτηκε καθόλου, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 87, ή γιατί δεν κλητεύτηκε κατά τον τρόπο που έπρεπε ή εμπρόθεσμα. 2.Δικαίωμα ανακοπής έχει μόνο ο διάδικος που δεν παραστάθηκε εξαιτίας του λόγου αυτού. «3.Ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίστηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου». Η νέα μέσα σε « » παρ. 3, προστέθηκε και η παλαιά παρ. 3 αναριθμήθηκε σε 4, από την περίπτ. α΄ της παρ. 14 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/66 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ.11. Επίσης με την περίπτ. β΄ της παρ. 14, του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι: Η κατά το προηγούμενο εδάφιο ανακοπή δύναται να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών, από της ισχύος …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.