← Ελλάδα

2. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 55 της 27 Απρ. / 1 Ιουλ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 185) Περί μελέτης και εκτελέσεως απάντων των Εκκλησιαστικών Έργων. Έχουσα υπ’όψει: α)Το

Εν συντομία

Αυτός ο κανονισμός, με αριθμό 55, καθορίζει τους κανόνες για τη μελέτη και την εκτέλεση όλων των εκκλησιαστικών έργων. Περιγράφει τι θεωρείται εκκλησιαστικό έργο και πώς διεξάγονται οι δημοπρασίες για την ανάθεση αυτών των έργων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 55 της 27 Απρ. / 1 Ιουλ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 185) Περί μελέτης και εκτελέσεως απάντων των Εκκλησιαστικών Έργων. Έχουσα υπ’όψει: α)Το άρθρον 10 και 32 παράγραφος 2 του υπ’ αριθμόν 126/1969 Νομοθετικού Διατάγματος «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». β)Το άρθρον 5 παράγραφος 1 του Νομοθετικού Διατάγματος 407/1970 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νομοθετικού Διατάγματος 126/1969». γ)Την υπ’ αριθμόν 65/27.11.1973 απόφασιν του Κ.Δ.Σ./ Ο.Δ.Δ.Ε.Π. δ)Την από 27.4.74 απόφασιν Αυτής, ψηφίζει: Τον Κανονισμόν υπ’ αριθμόν 55 «περί μελέτης και εκτελέσεως απάντων των Εκκλησιαστικών Έργων» έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 55 Περί μελέτης και εκτελέσεως απάντων των Εκκλησιαστικών Έργων. Άρθρον
  2. Εκκλησιαστικά έργα – Τεχνικά – Καλλιτεχνικά: 1.Εκκλησιαστικά έργα νοούνται άπαντα τα υπό των Νομικών Προσώπων της Εκκλησίας, εκτελούμενα έργα, είτε ταύτα ανάγονται εις την εκπλήρωσιν του αγιαστικού και πνευματικού έργου της Εκκλησίας είτε αποσκοπούν εις την εν γένει αξιοποίησιν της Εκκλησιαστικής Περιουσίας. Ως Εκκλησιαστικά έργα νοούνται ομοίως και τα προοριζόμενα δια στέγασιν Γραφείων, εκκλησιαστικών υπηρεσιών, κατοικιών Αρχιερέων και Ιερέων ως και εκείνα τα οποία αποβλέπουν εις την εκπλήρωσιν των φιλανθρωπικών και μορφωτικών σκοπών της Εκκλησίας. Τα ανωτέρω έργα διακρίνονται εις Τεχνικά και Καλλιτεχνικά. 2.Τεχνικόν έργον είναι πάσα μετά του εδάφους συνδεομένη κατασκευή συμπληρουμένη ή μη υπό εγκαταστάσεων και αντιστρόφως, εκτελουμένη υπό των Νομικών Προσώπων της Εκκλησίας, νοουμένη ως νέα κατασκευή, ανακαίνισις, επισκευή ή συντήρησις. 3.Καλλιτεχνικόν έργον νοείται γενικώς παν ό,τι δεν περιλαμβάνεται εις τα Τεχνικά έργα, είτε ενσωματούται εις τας δομικάς κατασκευάς και εις τας τοιαύτας των εγκαταστάσεων είτε αποτελεί διακοσμητικάς εργασίας ως ενδεικτικώς κατωτέρω αναφέρονται, διακοσμήσεις, αγιογραφήσεις, κατασκευή τέμπλων, αμβώνων, δεσποτικών θρόνων, αναλογίων, προσκυνηταρίων, θυρών και παραθύρων ειδικών σχεδίων, παγκαρίων, επίπλων ειδικών σχεδίων, γενικώς ένθετοι διακοσμήσεις δαπέδων τοίχων και οροφών, έτι δε περί έργων μνημειακού και καλλιτεχνικού χαρακτήρος. 4.Εν περιπτώσει αμφισβητήσεως περί χαρακτηρισμού έργου τινός αποφαίνεται εν ολομελεία η Επιτροπή Έργων. 5.Έκαστον των έργων περιλαμβάνει την εκπόνησιν της μελέτης και την εκτέλεσιν της κατασκευής αυτού. Άρθρον
  3. Διακήρυξις δημοπρασίας. 1.Εν τη διακηρύξει προσδιορίζονται: α)Ο προκηρύσσων την δημοπρασίαν κύριος του έργου. β)Το σύστημα δημοπρατήσεως. γ)Το είδος και η θέσις του δημοπρατουμένου έργου δια συνοπτικής περιγραφής συνιστώσης τον τίτλον της συσταθησομένης εργολαβίας και η κατά τον προϋπολογισμόν της μελέτης συνολικώς προβλεπομένη δαπάνη του έργου. δ)Η ημερομηνία, η ώρα και ο τόπος διενεργείας της δημοπρασίας, ο χρόνος και ο τρόπος χορηγήσεως των τευχών της μελέτης του έργου εις τους ενδιαφερομένους, αι ενέργειαι της επιτροπής διεξαγωγής της δημοπρασίας και η ανακήρυξις του μειοδότου ως και ο χρόνος της τοιαύτης ανακηρύξεως. ε)Οι εις την δημοπρασίαν δεκτοί αναλόγως της φύσεως του έργου, του εργοληπτικού πτυχίου, του ύψους της δαπάνης και λοιπών ειδικών προσόντων εκ των εις την παράγραφον 1 του άρθρου 13 του παρόντος αναφερομένων. στ)Τα τεύχη της μελέτης του έργου προσδιοριζόμενα απαραιτήτως δια των στοιχείων των οικείων εγκριτικών αυτών αποφάσεων, τα τεύχη δημοπρατήσεως ως και παν έτερον στοιχείον επί του οποίου θα βασισθή η καταρτισθησομένη εργολαβική σύμβασις. ζ)Αι διατάξεις κατά τας οποίας θέλει γίνει η διεξαγωγή της δημοπρασίας, η ανάδειξις του αναδόχου και η ανάθεσις της κατασκευής του έργου εις αυτόν, ή τυχόν νόμω επιτρεπταί από τούτων παρεκκλίσεις. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 217 «2.Περίληψις της διακηρύξεως δημοσιεύεται δις δια του τύπου δέκα πέντε

(15)τουλάχιστον ημέρας προ της διεξαγωγής των εις τρεις τουλάχιστον εφημερίδας, εξ ων αι δύο εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων ευρείας κυκλοφορίας γενικών ειδήσεων και μιας εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων ειδικών δημοπρασιών, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 7 παράγραφος 5, ότε απαιτείται, κατά περίπτωσιν, χρόνος τεσσαράκοντα πέντε
(45)και δέκα πέντε
(15)ημερών. Προκειμένου περί επαναληπτικών δημοπρασιών διεξαγομένων βάσει της μελέτης και των όρων της αρχικής τοιαύτης και εφ’ όσον δεν παρήλθεν τρίμηνον από της διεξαγωγής ταύτης, η περίληψις δύναται να δημοσιευθεί τουλάχιστον δέκα
(10)ημέρας προ της επαναληπτικής δημοπρασίας». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 7 Κανον. 68/1976 (τόμ. 33 σελ. 219). 3.Η δημοσιευμένη περίληψις διακηρύξεως περιλαμβάνει συνοπτικήν μνείαν απαραιτήτως των κατά τας περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 στοιχείων. Άρθρον
  1. Εγγύησις συμμετοχής εις δημοπρασίαν. 1.Υπό εκάστου των συμμετεχόντων εις την δημοπρασίαν κατατίθενται εγγύησις δια την τοιαύτην συμμετοχήν του. Η εγγύησις ορίζεται ίση προς δύο επί τοις εκατόν (2%) επί του πρϋπολογιζομένου ύψους δαπάνης, το οποίον αναφέρεται εις την διακήρυξιν της δημοπρασίας. 2.Η ως άνω εγγύησις παρέχεται είτε δια γραμματίου παρακαταθέσεως εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων αναφέροντος τον σκοπόν, δι’ ον η κατάθεσις ή δια καταθέσεως χρεωγράφων, ων ο Νόμος προβλέπει την τοιαύτην χρήσιν, είτε δι’ εγγυοδοτικής επιστολής ανεγνωρισμένης Τραπέζης ή του Ταμείου Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων. 3.Η εγγυοδοτική επιστολή πρέπει απαραιτήτως να αναγράφη το όνομα, επώνυμον και πατρώνυμον του περί ου η εγγύησις εργολάβου ή τον τίτλον του εργολάβου ή της Εταιρείας, το έργον δια την εκτέλεσιν του οποίου παρέχεται αύτη και τον όρον της παραιτήσεως της Τραπέζης από της διζήσεως και την αναγνώρισιν υπ’ αυτής της υποχρεώσεως, όπως καταθέση απροφασίστως εντός τριών ημερών από της σχετικής ειδοποιήσεως το αιτηθησόμενον ποσόν της εγγυήσεως. Εγγυοδοτική επιστολή μη περιέχουσα τα ανωτέρω είναι απαράδεκτος. 4.Η επιστροφή της κατά τα ανωτέρω εγγυήσεως εις τον ανακηρυχθέντα ανάδοχον γίνεται υπό της υπηρεσίας μετά την παρ’ αυτού κατάθεσιν της εγγυήσεως καλής εκτελέσεως συμφώνως τω άρθρω 23 του παρόντος κατά την υπογραφήν της συμβάσεως εργολαβίας. 5.Εις τους λοιπούς συναγωνιζομένους αι εγγυήσεις συμμετοχής αποδίδονται μετά την έγκρισιν του αποτελέσματος της δημοπρασίας. Δύναται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου να επιστραφή η κατατεθείσα κατά την δημοπρασίαν εγγύησις και πρότερον, πάντως όμως μετά την εκπνοήν της προθεσμίας προς υποβολήν ενστάσεων, εφ’ όσον ούτος δεν υπέβαλεν ένστασιν και κατά την κρίσιν της Επιτροπής διεξαγωγής του διαγωνισμού δεν πιθανολογείται ανατροπή του αποτελέσματος της δημοπρασίας και η ανακήρυξις του αιτούντος την επιστροφήν της εγγυήσεως συναγωνιζομένου, ως αναδόχου του έργου. Άρθρον
  2. Επιτροπή διεξαγωγής δημοπρασίας. Αι δημοπρασίαι διεξάγονται υπό του Κ.Δ.Σ. προκειμένου περί της Κεντρικής Υπηρεσίας ή των προς τούτο εξουσιοδοτουμένων Π.Δ.Σ. ή της Διοικήσεως του κυρίου φορέως του έργου παρά Επιτροπής οριζομένης προς τούτο και αποτελουμένης τουλάχιστον εκ τριών μελών. Τα μέλη της επιτροπής εξ ων ο εις Πρόεδρος μετά των αναπληρωτών των ορίζονται προκειμένου μεν περί έργων προϋπολογισμού μέχρις αξίας 2.000.000 δραχμών υπό του Διοικητού του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. προκειμένου δε περί έργων αξίας μεγαλυτέρου προϋπολογισμού υπό του ΚΔ.Σ. μετά πρότασιν πάντοτε της Επιτροπής Έργων. Η Επιτροπή διεξαγωγής της δημοπρασίας συνέρχεται εις τον τόπον της διεξαγωγής του διαγωνισμού ημίσειαν ώραν προ της διεξαγωγής τούτου. Εις την Επιτροπήν δύναται δια της αποφάσεως περί διορισμού αυτής να τοποθετήται και γραμματεύς. Άρθρον
  3. Συμμετοχή εις δημοπρασίας. 1.Δεκτοί εις τας δημοπρασίας γίνονται αναλόγως της φύσεως του έργου οι πτυχιούχοι εργολήπται Δημοσίων Έργων, εμπειροτέχναι, ειδικοί τεχνίται, αγιογράφοι, γλύπται, ειδικοί τεχνίται διακοσμηταί και πας ειδικός έστω και μη ειδικώς ενταύθα αναφερόμενος αλλά δυνάμενος να εκτελέση ειδικόν έργον δια τας ειδικάς ανάγκας της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και των εκκλησιαστικών τεχνών και διακοσμήσεων, εφ’ όσον τούτο προβλέπεται ρητώς εν τη διακηρύξει και κατά τα εν αυτή ειδικώτερον οριζόμενα ως προς την επαγγελματικήν ειδικότητα αυτών. 2.Εις πάσας τας δημοπρασίας οι συναγωνιζόμενοι εμφανίζονται μόνον αυτοπροσώπως. Αι ανώνυμοι εταιρείαι εκπροσωπούνται υπό μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, εγκρίνοντος την συμμετοχήν ταύτης εις τον συναγωνισμόν προς ανάληψιν του δημοπρατουμένου έργου και ορίζοντος τον εκπροσωπούντα ταύτην. 3.Αι Κοινοπραξίαι εργοληπτών Δημοσίων Έργων ή τεχνικών εταιρειών, κατόχων πτυχίου εργολήπτου εταιρείας γίνονται δεκταί μόνον εφ’ όσον τούτο δεν αποκλείεται ρητώς υπό της διακηρύξεως και υπό τον όρον ότι έκαστος των συμμετεχόντων εις την κοινοπραξίαν κέκτηται τα υπό της διακηρύξεως οριζόμενα προσόντα. Οι κοινοπρακτούντες ευθύνονται εκ της συμμετοχής εις την δημοπρασίαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον. Αι υποβαλλόμεναι προσφοραί δέον να είναι υπογεγραμμέναι υπό πάντων των κοινοπρακτούντων και εν περιπτώσει εταιρειών υπό των νομίμων αυτών εκπροσώπων κατά την προηγουμένην παράγραφον. Αι προσφοραί επιδίδονται παρά πάντων τούτων, αυτοπροσώπως παρισταμένων ή υπό κοινού εκπροσώπου οριζομένου δια συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Αι εγγυήσεις συμμετοχής παρέχονται κοινώς δια πάντας τους κοινοπρακτούντας. Ουδείς δύναται να συμμετέχη εις πλείονας της μιας κοινοπραξίας, συμμετεχούσας εις τον αυτόν διαγωνισμόν. 4.Ουδείς δύναται εις την αυτήν δημοπρασίαν να εκπροσωπήση πλείοντας της μιας εταιρείας ή κοινοπραξίας, ουδέ δύναται να συμμετάσχη κεχωρισμένως δι’ εαυτόν εις ταύτην ο εκπροσωπών συμμετέχουσαν εταιρείαν ή μέλος Διοικητικού Συμβουλίου τοιαύτης εταιρείας. Εις την περίπτωσιν ταύτην αποκλείονται πάσαι οι τοιαύται πολλαπλαί προσφοραί, πλην αν αποσυρθούν υπό των ενδιαφερομένων πάσαι αι λοιπαί πλην μιας. Δεν δύναται επίσης να μετάσχη εις την δημοπρασίαν δι’ ίδιον λογαριασμόν υπάλληλος εταιρείας συμμετεχούσης εις αυτήν ή σύμβουλοι ειδικοί, αμειβόμενοι υπ’ αυτής επί μισθώ ή καθ’ οιονδήποτε έτερον τρόπον. 5.Οι όροι των προηγουμένων παραγράφων 2 έως 4 εφαρμόζονται αναλόγως και επί αλλοδαπών ουχί κατόχων ελληνικού πτυχίου εργολήπτου Δημοσίων Έργων, εφ’ όσον πρόκειται περί διεθνούς δημοσίου διαγωνισμού κατά τα εν τη σχετική διακηρύξει οριζόμενα. Εν τη περιπτώσει ταύτη η διακήρυξις δέον να εγκριθή υπό της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου μετά σύμφωνον γνώμην του Κ.Δ.Σ./ Ο.Δ.Δ.Ε.Π. και της Επιτροπής Έργων. Αλλοδαπαί εταιρείαι εκπροσωπούνται κατά το Καταστατικόν των, ο δε εκπρόσωπός των δεν είναι αναγκαίον να είναι μέλος του Διοικητικού αυτών Συμβουλίου. (Αντί της σελ. 358,25(α) Σελ. 358,25(β) Τεύχος 615 – Σελ. 127 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 218 Άρθρον
  4. Γενικά διεξαγωγής δημοπρασίας. 1.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επί πάντων των συστημάτων δημοπρατήσεως, συμπληρούνται δε δι’ έν έκαστον των συστημάτων τούτων από τας ειδικάς διατάξεις των επομένων άρθρων 15 έως
  5. 2.Αι προσφοραί των μυστικών δημοπρασιών γίνονται δεκταί υπό της επιτροπής διεξαγωγής της δημοπρασίας κατά την ημέραν της δημοπρασίας και μέχρι της εν τη διακηρύξει οριζομένης ώρας και παραδίδονται εντός ιδίου εσφραγισμένου φακέλλου, εφ’ ου αναγράφεται υπό του συναγωνιζομένου ο τίτλος του δημοπρατουμένου έργου, η λέξις «ΠΡΟΣΦΟΡΑ» και η επωνυμία αυτού. Η κήρυξις της ενάρξεως της συνεδρίας της επιτροπής γίνεται υπό του Προέδρου αυτής προ της ώρας ταύτης, μεθ’ ο έκαστος των συναγωνιζομένων εγχειρίζει την προσφοράν του. Παρελθούσης της εν τη διακηρύξει ώρας, κηρύσσεται λήξασα η παράδοσις προσφορών και αναγράφεται τούτο εις τα πρακτικά απαγορευομένης δι’ οιονδήποτε λόγον της αποδοχής προσφοράς μετά την κήρυξιν λήξεως της παραδόσεως επί συνεπεία ακυρότητος της δημοπρασίας, πλην αν η επίδοσις των προσφορών αρξαμένη συνεχίζεται άνευ διακοπής. 3.Προ της παραλαβής προσφοράς υπό της επιτροπής εις μυστικήν δημοπρασίαν ελέγχονται παρόντων των συναγωνιζομένων: α)η αυτοπρόσωπος εμφάνισις των συναγωνιζομένων ή η νόμιμος εκπροσώπησις αυτών, όπου επιτρέπεται αύτη, β)το εργοληπτικόν πτυχίον και το πιστοποιητικόν εκπληρώσεως οικονομικών υποχρεώσεων, εφ’ όσον η εκπλήρωσις αύτη αποτελεί κατά νόμο προϋπόθεσιν συμμετοχής εις δημοπρασίαν, και γ)πιστοποιητικόν εκτελέσεως συναφών έργων εφ’ όσον υπό της διακηρύξεως απαιτείται τούτο. Οι κρινόμενοι ως μη πληρούντες τας προϋποθέσεις ταύτας αποκλείονται της περαιτέρω διαδικασίας της δημοπρασίας. Εις τας μυστικάς δημοπρασίας οι ούτως αποκλειόμενοι εάν δηλώσουν την πρόθεσίν των προς υποβολήν ενστάσεως δύνανται να ζητήσουν την παρά της επιτροπής παραλαβήν του φακέλλου της προσφοράς των, όστις τηρείται αναποσφράγιστος. 4.Επί μυστικής δημοπρασίας μετά τον κατά τα ανωτέρω έλεγχον, η επιτροπή της δημοπρασίας παραλαμβάνει και αριθμεί κατά σειράν επιδόσεως τους φακέλλους των δικαιουμένων περαιτέρω συμμετοχής εις την δημοπρασίαν και καταγράφει εν τω πρακτικώ, εις επήκοον των παρισταμένων τα εν εκάστω φακέλλω ευρισκόμενα έγγραφα, περιληπτικώς μεν αλλά κατά τρόπον εμφανίζοντα το σύμφωνον ή ου προς τους όρους της διακηρύξεως και τον νόμον. Ο εν τω φακέλλω ευρισκόμενος εσωτερικός φάκελλος ο περιέχων την προσφοράν δεν αποσφραγίζεται εισέτι, αναγράφεται δε επ’ αυτού ο ίδιος αύξων αριθμός του εξωτερικού φακέλλου. Ληξάσης της καταγραφής του περιεχομένου όλων των φακέλλων, οι συναγωνιζόμενοι αποσύρονται και η επιτροπή εν συνεδριάσει ελέγχει τα περιεχόμενα εις τους φακέλλους στοιχεία συμμετοχής και αποφασίζει περί των τυχόν αποκλειομένων. Αποκαθισταμένης είτα της συνεδριάσεως δημοσίας, η επιτροπή ανακοινώνει τα ονόματα των τυχόν αποκλειομένων της περαιτέρω συμμετοχής εις την δημοπρασίαν ως και τους λόγους αποκλεισμού εκάστου τούτων. 5.Μετά τον κατά την προηγουμένην παράγραφον έλεγχον αποσφραγίζονται υπό της επιτροπής δημοσία οι ειδικοί φάκελλοι οι φέροντες την επιγραφήν «ΠΡΟΣΦΟΡΑ», οι ανήκοντες μόνον εις τους μη αποκλεισθέντας, μονογραφούνται υφ’ όλων των μελών της επιτροπής τα εις έκαστον τοιούτον φάκελλον στοιχεία προσφοράς και καταχωρούνται εις πίνακα, αποτελούντα απόσπασμα του πρακτικού διεξαγωγής της δημοπρασίας, το όνομα εκάστου των συνεχιζόντων να συμμετέχουν της δημοπρασίας, συναγωνιζομένων και τα αντίστοιχα οικονομικά στοιχεία της προσφοράς του. Η επιτροπή εκφωνεί, εις επήκοον των παρισταμένων, το όνομα εκάστου συναγωνιζομένου και τα κατά περίπτωσιν και αναλόγως του εφαρμοζομένου συστήματος δημοπρατήσεως συνολικά οικονομικά στοιχεία της αντιστοίχου προσφοράς. Ομοίως ανακοινοί τους τυχόν αποκλειομένους περαιτέρω της δημοπρασίας ένεκα παραβάσεων εις τα έγγραφα του φακέλλου τούτου. Σελ. 358,26(β) Τεύχος 615 – Σελ. 128 6.Εις πάσαν δημοπρασίαν, προσφοραί αντιστοιχούσαι εις αξίαν έργου ίσην ή μεγαλυτέραν της κατά την μελέτην αξίας του έργου Σ θεωρούνται ως με γενόμεναι, ουδόλως λαμβανόμεναι υπ’ όψιν προς εξαγωγήν του αποτελέσματος της δημοπρασίας και οι προσενεγκόντες αυτάς αποκλείονται της περαιτέρω συμμετοχής εις αυτή. Μυστικαί προσφοραί μη υπογεγραμμέναι ιδιοχείρως υπό του μειοδότου όταν είναι φυσικόν πρόσωπον, ή υπό του εξουσιοδοτουμένου δια την εκπροσώπησιν, όταν πρόκειται περί εργοληπτικής εταιρείας, θεωρούνται ως μη γενόμεναι με τας αυτάς ως άνω συνεπείας. 7.Ενστάσεις κατά του κύρους δημοπρασιών υποβάλλονται εγγράφως και απευθύνονται μόνο προς τον Πρόεδρον της επιτροπής της δημοπρασίας, κατατιθέμεναι εις το πρωτόκολλον της διενεργούσης την δημοπρασίαν υπηρεσίας, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο ημερών από της ημέρας καθ’ ην εγένετο εις δημοσίαν συνεδρίασιν η ανακοίνωσις του τελικού αποτελέσματος της δημοπρασίας. Ενστάσεις ως άνω, μη υποβαλλόμεναι συμφώνως προς τα εν τω προηγουμένω εδαφίω, θεωρούνται ως μη υποβληθείσαι. Ο Πρόεδρος της επιτροπής της δημοπρασίας μετά την παρέλευσιν της προθεσμίας υποβολής ενστάσεως, υποβάλλει το πρακτικόν της δημοπρασίας και τας τυχόν εμπροθέσμως υποβληθείσας ενστάσεις, παρέχων και πάσαν πληροφορίαν αναγκαίαν δια την κρίσιν του αποτελέσματος της δημοπρασίας. 8.Μετά την παρέλευσιν της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων κατά του κύρους της δημοπρασίας, εις τους συναγωνισθέντας οίτινες τυχόν απεκλείσθησαν δι’ οιονδήποτε λόγον της περαιτέρω συμμετοχής εις την δημοπρασίαν και δεν υπέβαλον εμπροθέσμως ένστασιν κατά του αποκλεισμού των, επιστρέφονται τη αιτήσει των, οι υπ’ αυτών κατατεθέντες φάκελλοι στοιχείων προς συμμετοχήν εις την δημοπρασίαν. Εις τα στοιχεία ταύτα δεν περιλαμβάνονται αι αποσφραγισθείσαι προσφοραί. Επιτρέπεται και προ της παρελεύσεως της προθεσμίας προς υποβολήν ενστάσεως η επιστροφή φακέλλου, εφ’ όσον ο συναγωνισθείς δηλώση εγγράφως προς τον πρόεδρον της επιτροπής παραίτησιν από του δικαιώματος ενστάσεως. Εις τους υποβάλοντας εμπρόθεσμον κατά του αποκλεισμού των ένστασιν, οι φάκελλοι επιστρέφονται μετά την έγκρισιν της δημοπρασίας ή τη αιτήσει των, μετά την παρέλευσιν της κατά νόμον προθεσμίας ισχύος της προσφοράς. Οι εσωτερικοί εσφραγισμένοι φάκελλοι οι περιέχοντες την προσφοράν συναγωνιζομένων, οίτινες απεκλείσθησαν της δημοπρασίας, ουδέποτε ανοίγονται αλλ’ επιστρέφονται εσφραγισμένοι μετά των λοιπών στοιχείων, ως ανωτέρω ορίζεται. 9.Εν περιπτώσει πλειόνων προσφορών με την αυτήν έκπτωσιν ή γενικήν τεκμαρτήν έκπτωσιν η ανακήρυξις του μειοδότου γίνεται δια κλήρου. Άρθρον
  6. Δημοπρασία δια ποσοστού ενιαίας εκπτώσεως επί των τιμών εγκεκριμένου τιμολογίου και προϋπολογισμού εις ακεραίας μονάδας άνευ ορίου. 1.Τα κατά σύστημα τούτο απαιτούμενα τεύχη δημοπρατήσεως είναι τα ακόλουθα: α)Η διακήρυξις δημοπρασίας. β)Το τιμολόγιον μελέτης. γ)Ο προϋπολογισμός μελέτης. δ)Η γενική συγγραφή υποχρεώσεων. ε)Η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων. στ)Η τεχνική περιγραφή αναφερομένη λεπτομερώς επί των έργων και άπαντα τα σχέδια των μελετών, γενικά και λεπτομερειών. 2.Η παρ’ εκάστου διαγωνιζομένου προσφερομένη έκπτωσις εκφράζεται εις ακεραίας μονάδας επί τοις εκατόν και είναι ενιαία δι’ όλας τας τιμάς του τιμολογίου της μελέτης. Μειοδότης αναδεικνύεται ο προσφέρων το μεγαλύτερον ποσοστόν εκπτώσεως. Επί πλειόνων ίσων εκπτώσεων ο μειοδότης αναδεικνύεται δια κληρώσεως. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 219 Άρθρον
  7. Δημοπρασία δια ποσοστού ενιαίας εκπτώσεως επί των τιμών του εγκεκριμένου τιμολογίου και προϋπολογισμού εις ακεραίας μονάδας μετά ορίου. 1.Τα κατά το σύστημα τούτο απαιτούμενα τεύχη δημοπρατήσεως είναι τα ακόλουθα: α)Η διακήρυξις δημοπρασίας. β)Το τιμολόγιον μελέτης. γ)Ο προϋπολογισμός μελέτης. δ)Η γενική συγγραφή υποχρεώσεων. ε)Η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων. στ)Η τεχνική περιγραφή αναφερομένη λεπτομερώς επί των έργων και άπαντα τα σχέδια των μελετών, γενικά και λεπτομερειών. 2.Η παρ’ εκάστου διαγωνιζομένου προσφερομένη έκπτωσις εκφράζεται εις ακεραίας μονάδας επί τοις εκατόν και είναι ενιαία δι’ όλας τας τιμάς του τιμολογίου της μελέτης. 3.Η Επιτροπή διεξαγωγής της δημοπρασίας αναδεικνύει ως μειοδότην τον προσενεγκόντα την μεγαλύτερον έκπτωσιν εφ’ όσον είναι κατωτέρα του 20%. Εάν η έκπτωσις είναι ανωτέρα του ορίου τούτου, η επιτροπή αναδεικνύει τούτον ως προσωρινόν μειοδότην δυναμένη να διατυπώση εν τω πρακτικώ και την τυχόν περί του μη ευλόγου της προσφοράς γνώμην της. 4.Επί αναδείξεως προσωρινού μειοδότου η υπηρεσία καλεί τούτον να δικαιολογήση την προσφοράν του. Η υπηρεσία δύναται να καλέση προς τούτο ταυτοχρόνως ή και εν συνεχεία και τον επόμενον ή και επομένως κατά σειράν συναγωνισθέντας, εφ’ όσον πρόκειται περί ποσοστών ανωτέρων του ως άνω ορίου. Εν υπάρξει πλειόνων μειοδοτών με τα αυτά ποσοστά εκπτώσεως καλούνται, κατά περίπτωσιν εκάστοτε, άπαντες οι του αυτού ποσοστού. Η δικαιολόγησις γίνεται δια το σύνολον της δαπάνης του έργου. Προς τούτο υποβάλλονται στοιχεία κοστολογήσεως των εργασιών κατά φυσικάς μονάδας, περιλαμβανομένων πάντων των συντελεστών του κόστους, ως της εργασίας, των εργοδοτικών επί ταύτης επιβαρύνσεων, των υλικών, της απασχολήσεως μηχανημάτων, των γενικών εξόδων και των φορολογικών υποχρεώσεων του αναδόχου. Δια την περίπτωσιν δημοπρασίας, άνευ προμετρήσεως η κοστολόγησις γίνεται δια μίαν εκάστην των τιμών του τιμολογίου ή μόνον δια τας βασικάς εκ τούτων, ως αύται θα προσδιορίζωνται εις την προς δικαιολόγησιν πρόσκλησιν της υπηρεσίας. Η κατά τα ανωτέρω κοστολόγησις, αποβλέπουσαν μόνον εις τον περί του ευλόγου της εκπτώσεως σχηματισμόν γνώμης παρά της υπηρεσίας, αποτελεί έγγραφον εμπιστευτικόν μη ανακοινώσιμον εις τους λοιπούς μειοδότας και εν περιπτώσει κατακυρώσεως της δημοπρασίας, δεν αποτελεί στοιχείον της συμβάσεως. Άρθρον
  8. Δημοπρασία δια συμπληρώσεως τιμολογίου και προϋπολογισμού μεθ’ ομαλότητος των προσφερομένων τιμών και άνευ ορίου. 1.Τα κατά το σύστημα τούτο απαιτούμενα τεύχη δημοπρασίας είναι τα εν παραγράφω 1 του άρθρου 15 διαλαμβανόμενα, προσέτι δε τιμολόγιον προσφοράς, και προϋπολογισμόν προσφοράς προς συμπλήρωσιν. 2.Τα κατά την δημοπρασίαν υποβαλλόμενα «τιμολόγιον προσφοράς» και «προϋπολογισμός προσφοράς» διανέμονται εις τους ενδιαφερομένους υπό της εν τη διακηρύξει οριζομένης υπηρεσίας εις αντίτυπα υπογεγραμμένα και εσφραγισμένα κατά σελίδα. Το τιμολόγιον προσφοράς και ο προϋπολογισμός προσφοράς ειναι πανομοιότυπα προς τα αντίστοιχα κατά το άρθρον 9 του παρόντος τεύχη δημοπρατήσεως με μόνην την διαφοράν ότι τυγχάνουν ασυμπλήρωτοι αι θέσεις των τιμών μονάδος και των βάσει τούτων προκυπτόντων ποσών. 3.Εις το τιμολόγιον προσφοράς συμπληρούνται υφ’ εκάστου συναγωνιζομένου εις τας οικείας θέσεις ολογράφως και αριθμητικώς, αι προσφερόμενται τιμαί μονάδος, εις ας δεν περιλαμβάνεται το εργολαβικόν ποσοστόν. Εις τον προϋπολογισμόν προσφοράς συμπληρούται υφ’ εκάστου συναγωνιζομένου εις τας οικείας θέσεις: α)αι δια του τιμολογίου προσφοράς προσφερθείσαι τιμαί, β)η δαπάνη εκάστου είδους εργασίας, γ)τα αθροίσματα των κατά την προσφοράν δαπανών δι’ εκάστην κατηγορίαν εργασιών, εκφραζόμενα δια του συμβόλου Π με δείκτην τον τοιούτον της αντιστοίχου κατηγορίας ως και το γενικόν άθροισμα του συνόλου των δαπανών εκφραζόμενον δια του συμβόλου Σπ, δ)χρηματικόν ποσόν δια γενικά ή και επισφαλή, έξοδα, εργαλεία, εγκαταστάσεις κλπ. δια πάσης φύσεως βάρη και υποχρεώσεις του αναδόχου, καθοριζόμενον βάσει του συνολικού αθροίσματος των δαπανών Σπ και του εργολαβικού ποσοστού, ε)το άθροισμα των κατά τα προηγούμενα εδάφια γ και δ ποσών, όπερ αποτελεί την κατά την προσφοράν αξίαν του έργου, συμβολιζόμενον δια του συμβόλου Σπ, στ)το άθροισμα της κατά τα ανωτέρω συνολικής κατά την προσφοράν αξίας του έργου και του κατακεχωρημένου εν τω τεύχει προϋπολογισμού προσφοράς ποσού απροβλέπτων δαπανών, όπερ άθροισμα αποτελεί την κατά την προσφοράν συνολικώς προβλεπομένην δαπάνην του έργου. 4.Δια την υπό των συναγωνιζομένων συμπλήρωσιν και υποβολήν των κατά την προηγουμένην παράγραφον στοιχείων ισχύουν τα ακόλουθα: α)Απαγορεύεται η χρήσις αντιγράφων, έστω και κατά πάντα ακριβών, των ως άνω τιμολογίων, ή προϋπολογισμών προσφοράς, επιβαλλομένης απαραιτήτως της χρήσεως αυτουσίων των υπογεγραμμένων και εσφραγισμένων τοιούτων. Τα στοιχεία ταύτα συμπληρούνται δια μελάνης ή γραφομηχανής και υπογράφονται ιδιοχείρως υπό του συναγωνιζομένου κατά σελίδα. β)Απαγορεύεται οιαδήποτε τροποποίησις του κειμένου του τιμολογίου ή προϋπολογισμού προσφοράς ή των εν αυτοίς περιεχομένων αριθμών ως και οιαδήποτε διόρθωσις, δαγραφή ή προσθήκη ή ιδιαιτέρα έκπτωσις επί των ήδη συμπεπληρωμένων τιμών του τιμολογίου ή ποσών του προϋπολογισμού προσφοράς. γ)Απαγορεύεται η εις το τιμολόγιον προσφοράς αναγραφή οιασδήποτε τιμής μόνον αριθμητικώς, απαιτουμένης και της ολογράφου αναγραφής ταύτης. δ)Απαγορεύεται η αναγραφή εν τω τιμολογίω διαφόρου ολογράφου από της αριθμητικής τιμής της αυτής μονάδος εργασίας τινός ως και η αναγραφή διαφόρου τούτων εν τω προϋπολογισμώ. ε)Η προσφορά πρέπει να είναι λογιστικώς ακριβής, απηλλαγμένη οιουδήποτε σφάλματος κατά την εκτέλεσιν των σχετικών πράξεων. Άπαντα τα γινόμενα εν τω προϋπολογισμώ προσφοράς στρογγυλεύονται εις ακεραίας δραχμάς. Προκύπτον κλάσμα της δραχμής μέχρι των πέντε δεκάτων (0,50) της δραχμής αμελείται, μεγαλύτερον δε θεωρείται ως ακεραία δραχμή. 5.Αι τιμαί μονάδος και τα προκύπτοντα εξ αυτών οικονομικά μεγέθη της προσφοράς πρέπει να πληρούν τας ακολούθως απαιτήσεις ομαλότητος: α)Έκαστον των μερικών αθροισμάτων Π, των αντιστοιχούντων εις το κατά την προσφοράν σύνολον της δαπάνης της αντιστοίχου κατηγορίας εργασίων, πρέπει να μη είναι μικρότερον των ογδοήκοντα εκατοστών (0,80) ούτε μεγαλύτερον του ενός και δέκα εκατοστών (1,10) του αθροίσματος Σ της αντιστοίχου κατηγορίας του προϋπολογισμού της μελέτης, μειωμένου κατά την γενικήν τεκμαρτήν έκπτωσιν της προσφοράς, ως εν παραγράφω 7 του παρόντος άρθρου. (Αντί της σελ. 358,27(β) Σελ. 358,27(γ) Τεύχος 615 – Σελ. 129 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 220 β)Εκάστη των τιμών μονάδος της προσφοράς πρέπει να μη είναι μικρότερα των ογδοήκοντα εκατοστών (0,80) ούτε μεγαλυτέρα του ενός και δέκα εκατοστά (1,10) της αντιστοίχου τιμής μονάδος, του προϋπολογισμού της μελέτης, μειωμένης κατά την ειδικήν δια την κατηγορίαν τεκμαρτήν έκπτωσιν της προσφοράς, ως εν παραγράφω 7 του παρόντος άρθρου. 6.Παράβασις οιασδήποτε των κατά τας παραγράφους 4 και 5 απαιτήσεων ή απαγορεύσεων συνεπάγεται την απόρριψιν της προσφοράς. 7.Η διαφορά από του γενικού αθροίσματος δαπανών της μελέτης Σσ του αντιστοίχου αθροίσματος δαπανών της προσφοράς Σπ., διαιρουμένη δια του γενικού αθροίσματος δαπανών της μελέτης Σσ, αποτελεί την εκ της δημοπρασίας προκύπτουσαν γενικήν τεκμαρτήν έκπτωσιν. Η διαφορά από του μερικού αθροίσματος, δαπανών εκάστης κατηγορίας εργασιών Σι του αντιστοίχου μερικού αθροίσματος της προσφοράς Πι διαιρουμένης δια του μερικού αθροίσματος δαπανών Σι, αποτελεί την εκ της δημοπρασίας προκύπτουσαν ειδικήν τεκμαρτήν έκπτωσιν της κατηγορίας αύτης. Άρθρον
  9. Δημοπρασία δια συμπληρώσεως τιμολογίου και προϋπολογισμού μεθ’ ομαλότητος των προσφερομένων τιμών μετά ορίου. 1.Κατά το σύστημα τούτο εφαρμόζονται τα εν άρθω 17 του παρόντος οριζόμενα προστιθεμένων των κάτωθι. 2.Η Επιτροπή διεξαγωγής της δημοπρασίας αναδεικνύει ως μειοδότην τον προσελεγκόντα την χαμηλοτέραν προσφοράν, εφ’ όσον η δια ταύτην γενική τεκμαρτή έκπτωσις είναι κατωτέρα του είκοσι τοις εκατόν (20%). Εάν η τοιαύτη γενική τεκμαρτή έκπτωσις είναι ανωτέρα του ορίου τούτου, η επιτροπή αναδεικνύει τούτον ως προσωρινόν μειοδότην, δυναμένη να διατυπώση εν τω πρακτικώ και την τυχόν περί του μη ευλόγου της προσφοράς γνώμην της. Αι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 16 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 3.Κατά το παρόν σύστημα ισχύει η παράγραφος 4 του άρθρου 16 του παρόντος Κανονισμού. Άρθρον
  10. Εκπόνησις Μελετών Τεχνικών – Καλλιτεχνικών έργων – Σύμβασις. 1.Αι μελέται των έργων εκπονούνται είτε υπό του Τμήματος Μελετών της Τεχνικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας, είτε παρ’ ιδιωτών, εφ’ όσον δεν επαρκεί το παρά τη ΤΥΕ υπηρετούν τεχνικόν προσωπικόν κατόπιν αποφάσεως του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π., μετά προηγουμένην δεδικαιολογημένην γνωμοδότησιν της Επιτροπής Έργων. 2.Αι μελέται εγκρίνονται υπό του Κ.Δ.Σ./ Ο.Δ.Δ.Ε.Π. κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αντιστοίχου κλάδου της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. 3.Οι ιδιώται μελετηταί αμείβωνται συμφώνως προς τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις περί των εις τους ιδιώτας μηχανικούς υπό των Ν.Π.Δ.Δ. καταβαλλομένων δια τας μελέτας αμοιβών, βάσει του Κώδικος «περί αμοιβής μηχανικών και αρχιτεκτόνων». Αι αμοιβαί υπόκεινται εις τας νομίμους υπέρ τρίτων κρατήσεις. 4.Εις την σύμβασιν αναθέσεως μελέτης εις ιδιώτας ορίζονται υποχρεωτικώς αι βαρύνουσαι την αμοιβήν του αναδόχου της μελέτης κρατήσεις ειδικώς και κατά ποσοστόν. 5.Αι λεπτομέρειαι των μελετών και οι όροι εκπονήσεως αυτών καθορίζονται είτε συμφώνως προς την διηακήρυξιν και τας σχετικάς προσδιαγραφάς του διαγωνισμού, είτε κατά τους εκάστοτε υπό της ΤΥΕ τιθεμένους όρους, αναλόγως του είδους και της φύσεως του έργου. 6.Προκειμένου περί γενικών μελετών αξιοποιήσεως χωροταξικών ρυθμιστικών, πολεοδομικών, σκοπιμότητος, και παρομοίας φύσεως αι προδιαγραφαί επί των οποίων θα συνταχθή η μελέτη συντάσσονται υπό της ΤΥΕ. Άρθρον
  11. Δημοπρασία δια της κατ’ αποκοπήν τιμής του έργου προσφερομένης υπό του διαγωνιζόμενου. 1.Τα κατά το σύστημα τούτο απαιτούμενα τεύχη δημοπρατήσεως είναι τα ακόλουθα: α)Η διακήρυξις δημοπρασίας. β)Η Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων. γ)Η Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων. δ)Αναλυτική Τεχνική Περιγραφή αναφερομένη εις πάσας τας λεπτομερείας του έργου. ε)Αναλυτικά σχέδια, γενικά και λεπτομερειών. 2.Δια της κατ’ αποκοπήν τιμής του όλου έργου προσφερομένης υπό των διαγωνιζομένων βάσει των εν τη παραγράφω 1 στοιχείων, μειοδότης ανακηρύσσεται ο προσφέρων την μικροτέραν κατ’ αποκοπήν τιμή. 3.Επί του προκειμένου το τιμολόγιον μελέτης το συνταχθέν υπό της υπηρεσίας ή του μελετητού ευρίσκει εφαρμογήν μόνον δια την πληρωμήν νέων εργασιών ή αλλαγήν εργασιών. Άρθρον
  12. Δημοπρασία απολογιστικών έργων. 1.Κατά το σύστημα τούτο αι εργασίαι εκτελούνται αναδεικνυομένου εργολάβου τη επιβλέψει της αρμοδίας υπηρεσίας δια λογαριασμόν του κυρίου έργου, μετ’ αναγνωρίσεως υπέρ του εργολάβου ποσοστού επί των πραγματο Σελ. 358,28(γ) Τεύχος 615 – Σελ. 130 ποιουμένων δαπανών δια γενικά έξοδα επισφαλή και όφελος αυτού. 2.Απαιτούμενα δια την δημοπρασίαν τεύχη είναι: α)Διακήρυξις, ορίζουσα το έργον, τον τόπον και τον χρόνον διενεργείας ταύτης, τα προς συμμετοχήν εις την δημοπρασίαν προσόντα καθώς και την εγγύησιν συμμετοχής. β)Τεχνικήν Περιγραφήν πλήρως περιγράφουσα το έργον. γ)Προμέτρησιν των έργων εάν ταύτα είναι επιδεκτικά προμετρήσεως. δ)Προϋπολογισμός μελέτης, συνιστάμενος εις την κατ’ εκτίμησιν υπό της Υπηρεσίας προβλεπομένην δαπάνην. ε)Συγγραφάς υποχρεώσεων (γενικήν και ειδικήν). στ)Σχέδια απεικονίζοντα κατά το δυνατόν σαφέστερον τας προς εκτέλεσιν κατασκευάς. 3.Έκαστος των συναγωνιζομένων προσφέρει ποσοστόν εκπεφρασμένον εις ακεραίας μονάδας επί τοις εκατόν όπερ εφαρμοζόμενον επί των απολογιστικώς δια λογαριασμόν του κυρίου του έργου πραγματοποιηθησομένων δαπανών, καθορίζει την αποζημίωσιν αυτού δια γενικά ή άλλα έξοδα ως δι’ όφελος αυτού. Η Επιτροπή διαξεγωγής της δημοπρασίας αναδεικνύει ως μειοδότην τον προσενεγκόντα το κατά τα ανωτέρω μικρότερον ποσοστόν. Εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων της μιας προσφορών με το αυτόν ποσοστόν ο μειοδότης αναδεικνύεται δια κλήρου. Άρθρον
  13. Δημοπρασίαι δια την επί αντιπαροχή αξιοποίησιν. 1.Κατά το σύστημα τούτο αι εργασίαι εκτελούνται υπό αναδεικνυομένου αναδόχου τη επιβλέψει της αρμοδίας υπηρεσίας. Η επίβλεψις περιορίζεται εις καθ’ ο μέρος αφορά εις τον αρχικόν κύριον του επί αντιπαροχή αξιοποιουμένου ακινήτου και μόνον δια την τήρησιν των όρων της συμβάσεως. 2.Το εργολαβικόν αντάλλαγμα συνίσταται εις εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου του δι’ ανεγέρσεως κτίσματος αξιοποιουμένου ακινήτου, άτινα ο αρχικός κύριος μεταβιβάζει προς τον ανάδοχον ή τους υπ’ αυτού υποδεικνυομένους τρίτους κατά τους όρους της συμβάσεως. Εάν επί ενός οικοπέδου ανεγερθούν περισσότεραι της μιας αυτοτελείς οικοδομαί ή επί συγχρόνου ανεγέρσεως υπό του αυτού αναδόχου οικοδομών επί πλειόνων του ενός οικοπέδου του αυτού κυρίου δέον όπως το εργολαβικόν αντάλλαγμα καθορίζεται επί αυτοτελούς ή αυτοτελών οικοδομών. 3.Απαιτούμενα δια την δημοπράτησιν τεύχη είναι: α)Διακήρυξις ορίζουσα το έργον, τον τόπον και τον χρόνον διενεργείας της δημοπρασίας, τα προς συμμετοχήν εις ταύτην προσόντα καθώς και την εγγύησιν συμμετοχής. β)Τεχνική Περιγραφή πλήρως και λεπτομερώς περιγράφουσα το έργον τούτο κατά το εφικτόν. Γ)Συγγραφαί Υποχρεώσεων (Γενική και Ειδική). «δ.Πλήρης σειρά σχεδίων τα οποία, εν συσχετισμώ προς την Τεχνικήν Περιγραφήν, να απεικονίζουν σαφέστατα τας προς εκτέλεσιν κατασκευάς, ήτοι τουλάχιστον: 1)Αρχιτεκτονικήν προμελέτην (κατόψεις, όψεις, τομαί κλπ.), 2)Σχέδια γενικής διατάξεως ξυλοτύπων, 3)Σχέδια καθορίζοντα τας θέσεις ειδών υγιεινής ως και θερμαντικών ή κλιματιστικών σωμάτων και 4)πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας. Εις περίπτωσιν καθ’ ην τα ανωτέρω σχέδια δεν εκπονούνται υπό του κυρίου του οικοπέδου ταύτα υποβάλλονται υπό των διαγωνιζομένων και αποτελούν αναπόσπαστον στοιχείον της προσφοράς των, εκπονούνται δε πάντοτε συμφώνως προς την τεχνικήν περιγραφήν του αρχικού κυρίου του οικοπέδου ως εν εδαφίω β΄ του παρόντος. Το εδαφ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 7 Κανον. 68/1976 (τομ. 33 σελ. 219). 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 221 4.Έκαστος των διαγωνιζομένων προσφέρει διακεκριμένας αυτοτελείς ιδιοκτησίας, κατά προτίμησιν επί του αυτού ακινήτου ή ολόκληρη αυτοτελή ακίνητα. 5.Η Επιτροπή διεξαγωγής της δημοπρασίας αναδεικνύει ως ανάδοχον τον προσενεγκόντα το κατά τα ανωτέρω μείζον αντάλλαγμα. 6.Αι προθεσμίαι υποβολής του πρακτικού της διενεργείας της δημοπρασίας, της εγκρίσεως αυτού υπό της Επιτροπής Έργων και της τελικής αποφάσεως του Κ.Δ.Σ.Ο.Δ.Δ.Ε.Π. επιμηκυνόμεναι των εν τα παρόντι Κανονισμώ ισχυουσών δια τα έτερα συστήματα δημοπρατήσεως καθορίζονται εκάστοτε, αναλόγως του έργου, εν τη σχετική διακηρύξει. Εν τη διακηρύξει επίσης καθορίζεται ο χρόνος εκπονήσεως και παραδόσεως των οριστικών μελετών υπό του οριστικού πλειοδότου εις την Υπηρεσίαν από της εγκρίσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού υπό του Κ.Δ.Σ./ΟΔΔΕΠ". Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 7 Κανον./68/1976 (τόμ. 33 σελ. 219). Δημοπρασία μετ' αξιολογήσεως προσφορών: "Άρθρ.21α.-1.Κατά το σύστημα τούτο, δια της διακηρύξεως παρέχεται ελευθερία εις τους συναγωνιζομένους όπως καθορίζουν δια της προσφοράς των, επί πλέον των κατά τας διατάξεις του άρθρ. 17 του παρόντος, τιμών μονάδος και δαπανών και στοιχεία αναφερόμενα ιδία εις : α.Την μελέτην του όλου ενεργού ή τμήματος αυτού. β.Τον καθορισμόν τεχνολογικών χαρακτηριστικών αφορώντων εις στοιχεία του έργου. γ.Τας προθεσμίας εκτελέσεως του έργου. 2.Τα κριτήρια αξιολογήσεως της προσφοράς και οι συντελεσταί επιρροής τούτων ορίζονται πάντοτε δια της διακηρύξεως, ήτις εις την περίπτωσιν αυτήν εγκρίνεται κατόπιν συμφώνου γνώμης της αρμοδίας Επιτροπής έργων. Δια της διακηρύξεως ορίζονται ομοίως κατά την αυτήν διαδικασίαν, τα απαιτούμενα προς υποβολήν υπό των συναγωνιζομένων κατά την δημοπρασίαν τεύχη, σχεδιαγράμματα και λοιπά έγγραφα καθοριστικά των εν παρ. 1 του παρόντος στοιχείων. Δια της διακηρύξεως δύναται να χαρακτηρισθούν τα ως άνω στοιχεία ως έγγραφα εμπιστευτικά, μη ανακοινώσιμα εις τους λοιπούς συναγωνιζομένους, εις ην περίπτωσιν κρίνεται ότι τοιαύτα στοιχεία αποτελούν επαγγελματικόν απόρρητον των συμμετεχόντων εις την δημοπρασίαν. 3.Η αξιολόγησις των κατά τα ανωτέρω στοιχεία γίνεται υπό της Επιτροπής διεξαγωγής της δημοπρασίας. Η διακήρυξις εις περιπτώσεις καθ' ας η περί αξιολογήσεως κρίσις απαιτεί ειδικάς επιστημονικάς γνώσεις, δύναται να ορίση ειδικήν προς τούτο επιτροπή αξιολογήσεως. Η περί αξιολογήσεως κρίσις γίνεται πάντοτε προ της αποσφραγίσεως των οικονομικών προσφορών και διατυπούται εν ιδίω πρακτικώ όπερ, πλην του ανακοινωσίμου εις τους συμμετέχοντας της δημοπρασίας αποτελέσματος εκφράζοντος την τελικήν κρίσιν της Επιτροπής, είναι έγγραφον εμπιστευτικού χαρακτήρος. Κατά την αξιολόγησιν δύναται να αποκλεισθούν περαιτέρω συμμετοχής εις την δημοπρασίαν συναγωνιζόμενοι των οποίων τα υποβληθέντα στοιχεία κρίνονται ως μη πληρούντα θεμελιώδεις αρχάς της τεχνικής επιστήμης ή διΐστανται προς τους όρους της διακηρύξεως. 4.Η Επιτροπής διεξαγωγής της δημοπρασίας ανακοινοί εν δημοσία συνεδριάσει τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως των κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβαλλομένων στοιχείων και ακολούθως προβαίνει εις την αποσφράγισιν των υποβληθεισών οικονομικών προσφορών των μη αποκλεισθεισών κατά το στάδιον αξιολογήσεως συναγωνιζομένων και εν συνεχεία εις τον έλεγχον των στοιχείων των οικονομικών προσφορών αυτών. Είτα η Επιτροπή προβαίνει βάσει του αποτελέσματος της τελικής κρίσεως της Επιτροπής αξιολογήσεως, εις τον προσδιορισμόν της εκ της αξιολογήσεως των στοιχείων επιρροής επί της οικονομικής προσφοράς, εις απόλυτα μεγέθη εκφραζόμενα εις δραχμάς και περαιτέρω εις τον καθορισμόν του εκ της αξιολογήσεως ταύτης προκύπτοντος ύψους της προσφοράς, όπερ αντιπροσωπεύει την μετ' αξιολόγησιν προσφοράν. 5.Κατά τα λοιπά, ως προς την διεξαγωγήν της δημοπρασίας, εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 17 του παρόντος". Το άρθρ. 21α προσετέθη δια της παρ. 2 του άρθρ. 5 Καν. 57/1974 (τόμ. 33 σελ. 52,280). Άρθρον
  14. Έγκρισις- Ακύρωσις - Μερική επανάληψις δημοπρασίας. 1.Η δημοπρασία δεν τελειούται πριν ή εγκριθή υπό του Κ.Δ.Σ. 2.Προκειμένης δημοπρασίας καθ' ην ανεδείχθη προσωρινός μειοδότης, η έγκρισις γίνεται μετά γνώμης της Επιτροπής Έργων. Το Κ.Δ.Σ. δύναται να κηρύξη άκυρον την προσφοράν του προσωρινού μειοδότου εάν κατά την γνώμην της Επιτροπής Έργων κρίνεται ότι η δικαιολόγησις της προσφοράς δεν είναι ικανοποιητική και εξετάζουσα τας επομένας κατά σειράν μεγέθους προσφοράς, να κατακυρώση την δημοπρασίαν επ' ονόματι του εκ των συναγωνιζομένων προσενεγκόντος την πρώτην επαρκώς δικαιολογηθείσαν προσφοράν ή να ακυρώση την δημοπρασίαν. 3.Η διαδικασία των μη εγκριθεισών δημοπρασιών, επιφυλασσωμένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου επιτρέπεται ν' ακυρωθή μόνον δια τινα εκ των ακολούθως λόγων: α)Δια παράτυπον διεξαγωγήν αυτών, αλλά μόνον εφ' όσον εκ της παρατυπίας επηρεάζεται το αποτέλεσμα της δημοπρασίας, β)εάν βασίμως προκύπτη ότι εγένετο συνεννόησις των συναγωνιζομένων προς ανάληψιν της εκτελέσεως του έργου άνευ πραγματικού συναγωνισμού, γ)εάν το αποτέλεσμα της δημοπρασίας κρίνεται ουχί ικανοποιητικόν δια τον κύριον του έργου, δ)εάν ο συναγωνισμός υπήρξεν ανεπαρκής κατά την κρίσιν του Κ.Δ.Σ. Η ακύρωσις μυστικών δημοπρασιών γίνεται μετά γνώμης της Επιτροπής Έργων. 4.Εάν η δημοπρασία ακυρωθή ή δεν εγκριθή δι' οιονδήποτε λόγον το αποτέλεσμα αυτής, ουδεμιάς δικαιούνται αποζημιώσεως ουδείς των συμμετασχόντων εις ταύτην. (Αντί της σελ. 358,29(α) Σελ. 358,29(β) Τεύχος 615 – Σελ. 131 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 222 5.Εάν εγένοντο δεκτοί εις την δημοπρασίαν συναγωνιζόμενοι μη κεκτημένοι τα νόμιμα προσόντα ή μη πληρούντες τους δια της διακηρύξεως οριζόμενους όρους ή αν συναγωνιζόμενοι απεκλείσθησαν παρανόμως εκ της δημοπρασίας ή εάν κατά την διεξαγωγήν της δημοπρασίας εγένοντο άλλα λάθη, επιτρέπεται η μερική ακύρωσις της δημοπρασίας από του σημείου καθ' ο εγένετο η παρατυπία ή τα λάθη και η επανάληψις ταύτης κατά τας διατάξεις του νόμου, αφ' ου σημείου ηκυρώθη αύτη. Δια της περί μερικής ακυρώσεως και επαναλήψεως αποφάσεως ορίζεται ο τόπος και ο χρόνος της επαναλήψεως αυτής και τα μέλη της επιτροπής διεξαγωγής της μερικής ταύτης επαναλήψεως της δημοπρασίας. Η προθεσμία δια την συνέχισιν της δημοπρασίας είναι τουλάχιστον πέντε
(5)ημέραι. δια την έγκρισιν, εις την περίπτωσιν της παρούσης παραγράφου, λαμβάνονται υπ' όψιν τα πρακτικά τόσον της αρχικής όσον και της κατά συνέχισιν δημοπρασίας. 6.Τα έξοδα δημοσιεύσεως περιλήψεως διακηρύξεως της αρχικής και τυχόν επαναληπτικών δημοπρασιών βαρύνουν τον ανάδοχον του έργου. 7.Εάν εις τον μειοδότην δεν κοινοποιηθή η απόφασις εγκρίσεως της δημοπρασίας εντός εξήκοντα
(60)ημερών από της διενεργείας ταύτης δύναται ούτος να δηλώση εγγράφως ότι ανακαλεί οριστικώς την προσφοράν του. Εν τοιαύτη περιπτώσει επιστρέφεται εις τούτον εντός δέκα
(10)ημερών, η κατατεθείσα εγγύησις συμμετοχής. 8.Έγκρισις γενομένη μετά την προθεσμίαν της ανωτέρω παραγράφου είναι, ισχυρά εφ' όσον δεν διαφωνεί εις τούτο ο υποβαλών την προσφοράν. Άρθρον 23. Σύμβασις εκτελέσεως. 1.Η δια την κατασκευήν του έργου σύμβασις καταρτίζεται βάσει της αποφάσεως περί εγκρίσεως του αποτελέσματος της δημοπρασίας δια συνολικών χρηματικόν ποσόν το εκ της δημοπρασίας προκύπτον μετά του εν τη μελέτη προβλεπομένου κονδυλίου απροβλέπτων. Η απόφασις εγκρίσεως κοινοποιείται εις τον υπέρ ου η κατακύρωσις καλούμενον όπως εις ωρισμένον τόπον και χρόνον εντός προθεσμίας ουχί ελάσσονος των τριών ουδέ μείζονος των δέκα
(10)ημερών προσέλθη δια την υπογραφήν της συμβάσεως και κατάθεσιν της κατά το άρθρον 24 του παρόντος απαιτουμένης προς τούτο εγγυήσεως καλής εκτελέσεως. 2.Εάν ο κληθείς μειοδότης δεν εμφανισθή εντός της ανωτέρω τασσομένης προθεσμίας κηρύσσεται έκπτωτος δι' αποφάσεως του Κ.Δ.Σ. Δια την έκπτωσιν ταύτην δεν απαιτείται κοινοποίησις ειδικής προσκλήσεως. Εις την σύμβασιν αναφέρονται και προσαρτώνται ως αναπόσπαστα και αποτελούνται εν μετ' αυτής, άπαντα τα συμβατικά στοιχεία της μελέτης ήτοι σχέδια και τεύχη μετά των τευχών της οικονομικής μελέτης καθώς και παν έτερον ειδικόν στοιχείον, υπογραφόμενα υπό των συμβαλλομένων. 3.Κατά την υπογραφήν της συμβάσεως ο ανάδοχος οφείλει να δηλώση την διεύθυνσιν εις ην δέον να κοινοποιώνται τα προς τούτον απευθυνόμενα έγγραφα της διευθυνούσης το έργον υπηρεσίας, ορίση δε πληρεξούσιον αντιπρόσωπον και αντίκλητον αποδεκτόν υπό της υπηρεσίας, κάτοικον της έδρας της διευθυνούσης υπηρεσίας, εξουσιοδοτημένον δια την παραλαβήν των κοινοποιουμένων αυτώ σχετικών εγγράφων. Εις περίπτωσιν αρνήσεως τούτων δια την παραλαβήν των σχετικών εγγράφων ή απουσία και μη εξευρέσεως τούτων η κοινοποίησις των εγγράφων γίνεται κατά τας διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, των εξόδων ταύτης βαρυνόντων τον ανάδοχον. 4.Απαραιτήτως εις την οικείαν σύμβασιν εργολαβίας δέον όπως περιλαμβάνωνται αι βαρύνουσαι το έργον κρατήσεις ειδικώς και κατά ποσοστόν και ο υπόχρεως προς πληρωμήν εκάστης τούτων. Σελ. 358,30(β) Τεύχος 615 – Σελ. 132 5.Η μη εμφάνισις του αναδόχου προς υπογραφήν της συμβάσεως συνεπάγεται την υπέρ του κυρίου του έργου κατάπτωσιν της εγγυήσεως συμμετοχής εις την δημοπρασίαν. Άρθρον
  1. Εγγύησις καλής εκτελέσεως. 1.Δια την υπογραφήν της συμβάσεως απαιτείται η υπό του αναδόχου των έργων προσκόμισις εγγυήσεως καλής εκτελέσεως ήτις ορίζεται εις ποσοστόν επί της εκ της προσφοράς του αναδόχου προκυπτούσης συνολικής δαπάνης του έργου, περιλαμβανομένων και των απροβλέπτων δαπανών. Το ποσοστόν της εγγυήσεως ορίζεται εις πέντε επί τοις εκατόν (5 %) κατατιθεμένης εγγυητικής επιστολής ως εις το άρθρον 11 του παρόντος παράγραφοι 2 και 3 αναφέρεται. 2.Συμπληρωματική εγγύησις εκτελέσεως απαιτείται και επί πάσης μεταγενεστέρας αυξήσεως του χρηματικού αντικειμένου της συμβάσεως κατά το αυτό ποσοστόν της προηγουμένης παραγράφου λογιζόμενη επί του ποσού της αυξήσεως. Η συμπληρωματική αυτή εγγύησις κατατίθεται υπό του αναδόχου εις την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν επί τη κοινοποιήσει προς τον ανάδοχον της εγκριτικής αποφάσεως και εν πάση περιπτώσει προ της εκδόσεως της εντολής πληρωμής επί του πρώτου λογαριασμού, του συντασσομένου καθ' υπέρβασιν του ποσού της συμβάσεως. Εν μη καταθέσει της εγγυήσεως ταύτης παρακρατείται αύτη εκ των τοιούτων λογαριασμών πληρωμής και με το αυτό ποσοστόν επί παντός καθ' υπέρβασιν του χρηματικού αντικειμένου πιστοποιουμένου ποσού. Εις περίπτωσιν μειώσεως του συμβατικού αντικειμένου, αιτήσει του αναδόχου επέρχεται ανάλογος μείωσις των εγγυήσεων. 3.Η εγγύησις καλής εκτελέσεως συμπληρούται δια των κρατήσεων επί των εκάστοτε εκδιδομένων κατά τας διατάξεις του άρθρου 56 του παρόντος εντολών πληρωμής. Η κράτησις αύτη ορίζεται εις ποσοστόν πέντε επί τοις εκατόν (5%) επί της συνολικής, κατά την ελεγχείσαν πιστοποίησιν, άξιας των εκτελεσθεισών εργασιών και εις ποσοστόν δέκα επί τοις εκατόν (10%) επί της αξίας των τυχόν περιλαμβανομένων εις την πιστοποίησιν υλικών. 4.Αι κατά τας ανωτέρω παραγράφους 1-3 εγγυήσεις καλής εκτελέσεως καλύπτουν εν τω συνόλω των, αδιακρίτως την πιστήν στην εφαρμογήν πάντων των όρων της συμβάσεως και οιανδήποτε απαίτησιν του κυρίου του έργου κατά του αναδόχου, προκύπτουσαν ένεκα του έργου. 5.Το σύνολον της κατά τας παραγράφους 1 έως και 3 του παρόντος άρθρου εγγυήσεως μειούται, κατά την διάρκειαν της κατασκευής των έργων, κατά ποσοστόν επί της αξίας των τελικώς επιμετρηθεισών εργασιών, των οποίων η επιμέτρησις ηλέγχθη και εγένετο αποδεκτή υπό της υπηρεσίας. Το ποσοστόν της τοιαύτης μειώσεως ανέρχεται εις τόσας επί τοις εκατόν μονάδας, όσαι αι κατά την παράγραφον 1 εφαρμοζόμενοι εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν μονάδες εγγυήσεως, προσαυξημένοι κατά μίαν ακεραίαν μονάδα. Η κατά τα ανωτέρω μείωσις γίνεται δι' αποφάσεως του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας, εκδιδομένης επί σχετικής αιτήσεως του αναδόχου. Δια της αιτήσεως ταύτης υποβάλλεται ειδικός απολογισμός εμφαίνων την εκκαθαρισθείσαν, βάσει των γενομένων αποδεκτών τελικών επιμετρήσεων, δαπάνην. 6.Αι λοιπαί εγγυήσεις αποδίδονται μετά την οριστικήν παραλαβήν. Προ ταύτης επιτρέπεται αποδέσμευσις μέρους των ως άνω εγγυήσεων μετά συντέλεσιν της προσωρινής παραλαβής, κατόπιν αιτήσεως του αναδόχου και εφ' όσον ήθελε κριθή ότι αι απομένουσαι εγγυήσεις εξασφαλίζουν τα συμφέροντα του κυρίου του έργου κατά τον μέχρι της οριστικής παραλαβής χρόνον. Η κατά τα ανωτέρω αποδέσμευσις δεν δύναται να είναι μείζων ποσού αντιστοιχούντος εις ποσοστόν 2% επί της αξίας των παραλαμβανομένων εργασιών. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 223 Άρθρον
  2. Επίβλεψις κατασκευής έργου. 1.Η επίβλεψη αποσκοπεί εις την πιστήν τήρησιν των όρων της συμβάσεως υπό του αναδόχου και εις την κατασκευήν του έργου υπ' αυτού κατά τους κανόνας της τέχνης, επί τω σκοπώ πληρεστέρας ανταποκρίσεως προς τον προορισμόν του. Η επίβλεψις είναι συνεχής και διαρκής καθ' όλην την διάρκειαν της κατασκευής και μέχρις αποπερατώσεως του έργου. 2.Η διευθύνουσα το έργον υπηρεσία ορίζει τον επιβλέποντα το έργον μηχανικόν, ενδεχομένως μετά των βοηθών αυτού. Εις περιπτώσεις κατά τας οποίας ο κύριος του έργου δεν διαθέτει ιδίαν Τεχνικήν Υπηρεσίαν. Η επίβλεψις ανατίθεται εις ιδιώτας αναλόγου ειδικότητος τεχνικούς συμφώνως τω άρθρω 6 του παρόντος υπό του κυρίου του έργου μετ' έγκρισιν του Κ.Δ.Σ. και γνωμοδότησιν της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. Ουδέν έργον εκτελείται άνευ προηγουμένου διορισμού επιβλέποντος μηχανικού. 3.Ο επιβλέπων μηχανικός αποτελεί τον άμεσον βοηθόν της διευθυνούσης το έργον αρχής ως και του κυρίου του έργου και επιμελείται των εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων. 4.Ο επιβλέπων φέρει ακεραίαν την ευθύνην δια τας ποσότητας των υπ' αυτού ελεγχθεισών επιμετρήσεων και των βάσει τούτων εκδοθεισών πιστοποιήσεων, λογαριασμών ως και της ποιότητος των κατασκευών. Ο βοηθός του επιβλέποντος ευθύνεται δια τας συγκεκριμένας ενεργείας τας κατά την άσκησιν της επιβλέψεως ανατεθείσας εις αυτόν. Επί πλειόνων ασκησάντων διαδοχικώς καθήκοντα επιβλέποντος ή βοηθού έκαστος ευθύνεται δια το αντίστοιχον μέρος των εργασιών. 5.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου τελούν υπό την επιφύλαξιν ακεραίας της ευθύνης αναδόχου κατά τας διατάξεις του Νόμου και της συμβάσεως. Άρθρον
  3. Εγκατάστασις εργολάβου. 1.Η διευθύνουσα το έργον Υπηρεσία υποχρεούται όπως, εντός δέκα
(10)ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως, καλέση εγγράφως τον ανάδοχον προς εγκατάστασιν εντός προθεσμίας ουχί ελάσσονος των οκτώ
(8)ημερών και μείζονος των δέκα πέντε
(15)ημερών. Δια της προσκλήσεως ορίζεται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της εγκαταστάσεως. Περί της εγκαταστάσεως συντάσσεται σχετικόν πρωτόκολλον υπογραφόμενον υπό του επιβλέποντος και του αναδόχου. Εν τω πρωτοκόλλω τούτω γίνεται μνεία των δια της συμβάσεως παραδοθέντων στοιχείων της μελέτης του προς εκτέλεσιν έργου. Εάν ο ανάδοχος αμφισβητή την δυνατότητα ενάρξεως των εργασιών συμφώνως προς τους όρους της συμβάσεως υπογράφει το πρωτόκολλον μετ' επιφυλάξεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη τούτο επέχει θέσιν πράξεως της διευθυνούσης το Έργον Υπηρεσίας, η δε κατ' αυτού ένστασις δέον όπως υποβληθή αύτη εντός προθεσμίας πέντε
(5)ημερών από της μετ' επιφυλάξεως υπογραφής αυτού. 2.Εάν παρέλθη μην από της υπογραφής της εργολαβικής συμβάσεως, χωρίς η Υπηρεσία να χωρίση εις την εγκατάστασιν του εργολάβου, εκτός εάν άλλως ορίζεται εις την οικείαν σύμβασιν ούτος δύναται να ζήτηση την διάλυσιν της εργολαβίας. Η προς διάλυσιν αίτησις περιλαμβάνει καθαράν και άνευ αιρέσεων την δήλωσιν περί διαλύσεως της εργολαβίας, υποβαλλομένης εις την διευθύνουσαν το έργον υπηρεσίαν εντός πέντε
(5)ημερών από της παρελεύσεως του μηνός. Η υπηρεσία εντός δέκα
(10)ημερών από της εις ταύτην υποβολής της ως άνω αιτήσεως οφείλει να υποβάλη ταύτην εις την Επιτροπή Έργων ήτις γνωματεύει ως προς τον νόμιμον της αιτήσεως εντός προθεσμίας τριάκοντα
(30)ημερών από της υποβολής της δηλώσεως. Το Κ.Δ.Σ. μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων ως προς το νόμιμον της αιτήσεως αποφαίνεται επί ταύτης εντός δύο μηνών από της υποβολής της δηλώσεως. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η σύμβασις θεωρείται διαλυθείσα. 3.Εις περίπτωσιν διαλύσεως της εργολαβικής συμβάσεως κατά την προηγουμένην παράγραφον επιστρέφεται εις τον ανάδοχον η κατατεθείσα εγγυητική επιστολή καλής εκτελέσεως και αναγνωρίζεται υπέρ αυτού, μετά γνωμοδότησιν της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων, αποζημίωσις δια τας πραγματικάς δαπάνας εκ της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών, δημοσιεύσεως της διακηρύξεως και τελών εν γένει της προσφοράς του κατά την δημοπρασίαν και της συμβάσεως και εξ επί πλέον ποσού καθοριζομένου υπό του Κ.Δ.Σ. μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων, του συνόλου της αποζημιώσεως μη δυναμένου να υπερβή το έν διακοσιοστόν του πόσου της συναφθείσης συμβάσεως. 4.Εάν ο ανάδοχος δεν προσέλθη προς εγκατάστασιν εντός της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου προθεσμίας το Κ.Δ.Σ. δύναται άνευ ετέρας τινός διαδικασίας να κηρύξη, τον ανάδοχον έκπτωτον άνευ κοινοποιήσεως ειδικής προσκλήσεως της εγγυήσεως καλής εκτελέσεως καταπιπτούσης υπέρ του κυρίου του έργου. Άρθρον
  1. Πρόγραμμα κατασκευής έργου. 1.Εντός καθοριζομένης δια των συμβατικών τυχών προθεσμίας, ο ανάδοχος οφείλει να υποβάλη εις την διευθύνουσαν υπηρεσίαν πρόγραμμα κατασκευής του έργου ανταποκρινόμενον προς τας εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του. 2.Το πρόγραμμα κλιμακούται εντός των υπό των συμβατικών τευχών οριζομένων τμηματικών προθεσμιών και συντάσσεται με βασικήν επιδίωξιν τον συντονισμόν των δραστηριοτήτων προς απόδοσιν κατά το εφικτόν ολοκληρωμένου κατά χρησιμοποιήσιμα τμήματα έργου. 3.Το πρόγραμμα συντάσσεται υπό τύπον γραμμικού διαγράμματος και απεικονίζει την εν τω χρόνω ανάπτυξιν των επί μέρους έργων ή εργασιών προς επίτευξίν του κατά την προηγουμένην παράγραφον σκοπού. Το πρόγραμμα συνοδεύεται υπό εκθέσεως αναλυούσης και αιτιολογούσης πλήρως τον προτεινόμενον προγραμματισμόν. 4.Επί σημαντικών έργων δύναται να περιληφθή εις τα συμβατικά τεύχη υποχρέωσις του αναδόχου περί εφαρμογής της μεθόδου της δικτυωτής αναλύσεως και της μετατροπής, του δικτύου εις γραμμικόν διάγραμμα. 5.Η διευθύνουσα Υπηρεσία αποφαίνεται επί του υποβληθέντος προγράμματος, δυναμένη να τροποποιήση τας προτάσεις του αναδόχου ως προς την σειράν και την διάρκειαν της κατασκευής των έργων και τη εν τω χρόνω κλιμάκωσιν των πιστώσεων. Εκτός αν άλλως ορίζεται δια των συμβατικών τευχών, η κατά τα ανωτέρω απόφασις εκδίδεται εντός μηνός από της υποβολής υπό του αναδόχου του προγράμματος και των συνοδευόντων τούτο στοιχείων. Εάν η απόφασις αύτη δεν εκδοθή εντός της κατά τα ανωτέρω προθεσμίας ή εάν εντός της προθεσμίας ταύτης δεν ζητηθή εγγράφως υπό της διευθυνούσης Υπηρεσίας τυχόν διευκρίνισις ή αναμόρφωσις ή συμπλήρωσις του προγράμματος, θεωρείται τούτο ως αυτοδικαίως εγκριθέν. 6.Το κατά τα ανωτέρω εγκρινόμενον πρόγραμμα κατασκευής των έργων τυγχάνει υποχρεωτικόν δια τον ανάδοχον, όστις οφείλει να αναπτύξη πάσαν επιμέλειαν και δραστηριότητα δια την εφαρμογήν του. 7.Επιφυλασσομένων των διατάξεων περί ευθύνης εκ της μη εμπροσθέτου κατασκευής των εργασιών, το πρόγραμμα, περιπτώσεως τυχούσης, αναθεωρείται, κατά την αυτήν ως άνω διαδικασίαν. 8.Εν περιπτώσει καθ' ην ο ανάδοχος δεν ήθελε συμμορφωθή προς τας εκ των ανωτέρω και τας υπό της συμβάσεως (Αντί της σελ. 358,31) Σελ. 358,31(α) Τεύχος 533 – Σελ. 125 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 224 του οριζομένας υποχρεώσεις δια την υποβολήν προγράμματος, δύναται να κηρυχθή έκπτωτος, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 49 του παρόντος. Άρθρον
  2. Τρόποι αναθέσεως μελετών εις ιδιώτας Αι εις ιδιώτας αναθέσεις μελετών γίνονται υπό του κυρίου του έργου: 1.Δια διαγωνισμού, ούτινος αι προδιαγραφαί και η διακήρυξις συντάσσονται απαραιτήτως υπό της ΤΥΕ, συμφώνως προς τους εκάστοτε ισχύοντας Κανονισμούς περί διενεργείας διαγωνισμών και εγκρίνονται υπό του ΓΚΔΣ/ (Αντί της σελ. 358,21(α) Σελ. 358,21(β) Τεύχος 533 – Σελ. 115 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.1-2 214 ΟΔΔΕΠ, τη εισηγήσει του αρμοδίου κλάδου, της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. 2.Δι’ επιλογής, ητιολογημένης, κατόπιν προσκλήσεως δημοσιευομένης δις εις δύο τουλάχιστον εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας με τασσομένην προθεσμίαν ουχί ελάσσονα των 10 ημερών υπό του ΚΔΣ/ΟΔΔΕΠ κατόπιν γνωματεύσεως της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. 3.Προκειμένου περί καλλιτεχνικών έργων, αι μελέται εκπονούνται δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως υπό του ΚΔΣ/ΟΔΔΕΠ κατόπιν γνωμοδοτήσεως της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων εις τους έχοντας τα νόμιμα προσόντα τεχνικούς και αρμοδίους καλλιτέχνας κατ’ ειδικότητα ή διαθέτοντας αποδεδειγμένως ειδικότητα και πείραν περί τα τοιαύτα έργα. 4.Δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως υπό του ΚΔΣ/ ΟΔΔΕΠ εις καταλλήλους μελετητάς κατόπιν γνωματεύσεως της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. Άρθρον
  3. Παρουσία του εργολάβου εις το έργον και Τεχνική Διεύθυνσις των έργων υπό του αναδόχου. 1.Ο εργολάβος υποχρεούται, όπως καθ' όλην την διάρκειαν της εκτελέσεως των έργων παρακολουθή αυτοπροσώπως τας εργασίας, διορίζων εις περίπτωσιν απουσίας αυτού κατάλληλον αντιπρόσωπον αυτού δια την Τεχνικήν και την εν γένει διεύθυνσιν των έργων τη εγκρίσει πάντοτε της Υπηρεσίας, προς ην οφείλει να ανακοινώση τον παρ' αυτού οριζόμενον αντιπρόσωπον. Η διευθύνουσα Υπηρεσία δύναται να αξίωση όπως ο διευθύνων τα έργα αντιπρόσωπος του αναδόχου είναι Μηχανικός ή έτερος Τεχνικός διαθέτων τα προς τούτο προσόντα. Η Υπηρεσία οφείλει εντός μηνός από της κοινοποιήσεως αυτή του αντιπροσώπου όπως εκδόση απόφασιν αναγνωρίσεως τούτου, άλλως παρελθούσης αυτής απράκτου θεωρείται ως αποδεχομένη τούτον. 2.Προκειμένου περί εκτελέσεως έργων πάσης φύσεως, η Υπηρεσία δύναται να διάταξη τον εργολάβον, εφ' όσον ούτος δεν έχει πτυχίον τεχνικής Σχολής, όπως προσλάβη κατά την εκτέλεσιν μέρους ή όλου του έργου, δι' ωρισμένον χρόνον ή και καθ' όλην την διάρκειαν της εκτελέσεως των εργασιών, διπλωματούχον μηχανικόν ή Υπομηχανικόν ή έτερον ειδικόν επιστήμονα, όστις θα διευθύνη υπευθύνως τα έργα και αντιπροσωπεύη τον εργολάβον απουσιάζοντα εκ του τόπου εκτελέσεως αυτών. 3.Δια των συμβατικών τευχών δύναται να ορίζωνται τα ειδικά προσόντα τα οποία δέον όπως κέκτηνται οι κατά τας προηγουμένας παραγράφους διευθύνοντες τα έργα. 4.Εν περιπτώσει καθ' ην ο εργολάβος αρμοδίως καλούμενος δεν συμμορφωθή προς τας διατάξεις του παρόντος άρθρου εντός προθεσμίας τασσομένης δια της προς αυτόν προσκλήσεως, πάντως ουχί μικροτέρας των 20 ημερών, η διευθύνουσα το έργον Υπηρεσία δύναται να διορίζη απ' ευθείας μηχανικόν ή υπομηχανικόν εις βάρος και δια λογαριασμόν του εργολάβου επί μισθώ αναλόγως προς το είδος του έργου, τον χρόνον εκτελέσεως και τας γενικάς συνθήκας εκτελέσεως αυτού. 5.Ο ανάδοχος ή ο αντ' αυτού διευθύνων τα έργα προσκλήσει της Υπηρεσίας υποχρεούται όπως συνοδεύη τον επιβλέποντα, διευθύνοντα ή επιθεωρούντα τα έργα τεχνικόν υπάλληλον του εργοδότου ή τον κύριον του έργου κατά τας επί τόπου των έργων μεταβάσεις των προς επίβλεψιν, έλεγχον ή επιθεώρησιν έργων. Άρθρον
  4. Συμμόρφωσις του αναδόχου προς την σύμβασιν και τας διαταγάς της Υπηρεσίας. 1.Ο ανάδοχος υποχρεούται να κατασκευάση το έργον κατά τους όρους της συμβάσεως και τας συμφώνους προς ταύτην εγγράφους εντολάς του κυρίου του έργου, να εφαρμόζη πιστώς τα εγκεκριμένα διαγράμματα, να τηρή τας διαστάσεις και την διάταξιν των διαφόρων μερών των έργων και να συμμορφούται επακριβώς προς τας διατάξεις των οικείων συγγραφών υποχρεώσεων. 2.Εάν ο ανάδοχος του έργου δεν εκπληροί προσηκόντως τας ως άνω υποχρεώσεις του δύναται να κηρυχθή έκπτωτος. 3.Εάν κατά την διενέργειαν της κατασκευής των έργων ο ανάδοχος αντιμετωπίση συνθήκας ή εμπόδια τα οποία δεν έχουν προβλεφθή υπό της συμβάσεως, οφείλει όπως ειδοποιήση αμελλητί και εγγράφως την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν, υποβάλλων άμα τας ιδίας προτάσεις αυτού προς περαιτέρω αντιμετώπισιν των ανακυπτόντων εκ των Σελ. 358,32(α) Τεύχος 533 – Σελ. 126 λόγων τούτων θεμάτων. Προς τας αποφάσεις της Υπηρεσίας υποχρεούται ο ανάδοχος όπως συμμορφωθή εφαρμοζομένων εν διαφωνία των σχετικών διατάξεων του παρόντος. 4.Ο ανάδοχος εις ουδεμίαν αποζημίωσιν δικαιούται δια γενομένας άνευ εγγράφου διαταγής μεταβολάς, συνεπαγομένας μείζονα δαπάνην έστω και αν αι μεταβολαί αύται καθιστούν το έργον στερεώτερον ή βελτιώνουν την μορφήν αυτού. Δια πάσαν μεταβολήν εξ ης επήλθεν οικονομία καταβάλλεται εις τον ανάδοχον μόνον ή ανάλογος προς την γενομένην εργασίαν δαπάνη. Εάν εκ της μεταβολής προκύπτη θέμα πλημμελούς κατασκευής εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του παρόντος. 5.Ο ανάδοχος ουδεμίαν έχει υποχρέωσιν όπως συμμορφωθή προς διαταγάς διδομένας αυτώ προφορικώς. Εις περίπτωσιν καθ' ην η διαταγή λόγω του επείγοντος χαρακτήρος της δίδεται επί τόπου των έργων, καταχωρείται εν τω ημερολογίω. Εάν την διαταγήν, έδωκεν ο επιβλέπων, οφείλει να ενημερώση εγγράφως την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν προς έκδοσιν κανονικής διαταγής. Εάν δια της εν λόγω διαταγής δεν υιοθετήται πλήρως η εντολή του επιβλέποντος πάσα εργασία, εκτελεσθείσα υπό του αναδόχου, συμφώνως τη εντολή του επιβλέποντος μέχρι της ημέρας κοινοποιήσεως της διαταγής της Διευθυνούσης Υπηρεσίας θεωρείται ως καλώς γενομένη, αναγνωριζομένης υπέρ αυτού της προσηκούσης δια τας ούτω εκτελεσθείσας εργασίας πληρωμής. 6.Ο ανάδοχος υποχρεούται να εκτελή τας εργασίας κατά τας εγκρινομένας υπό της υπηρεσίας τροποποιήσεις της τεχνικής μελέτης του έργου, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων αυτού εκ της τροποποιήσεως του προϋπολογισμού του άρθρου 37 του παρόντος. Άρθρον
  5. Γενικαί υποχρεώσεις του αναδόχου. 1.Ο ανάδοχος υποχρεούται όπως διαθέτη το δια την κατασκευήν των έργων αναγκαιούν προσωπικόν και παντός είδους μηχανήματα, εγκαταστάσεις, μεταφορικά μέσα, και εργαλεία, πλην εκείνων δι' α ρητώς άλλως ορίζεται εν τη συμβάσει. Ο ανάδοχος αναλαμβάνει πάσας τας σχετικάς δαπανάς, ιδία δε τους μισθούς και ημερομίσθια, ασφαλιστικάς εισφοράς και λοιπάς εργοδοτικάς επιβαρύνσεις, την αξίαν των πάσης φύσεως υλικών, τα μισθώματα και αποσβέσεις μηχανημάτων ή μεταφορικών μέσων, τα μισθώματα αποθηκών, ορυχείων και πάντα τα γενικά έξοδα αυτού. 2.Αι δαπάναι της επί του εδάφους εφαρμογής των σχεδίων, αι δαπάναι δια τας καταμετρήσεις εν γένει, η σύστασις των εργοταξίων, αι δαπάναι ελέγχου ποιότητος και αντοχής των έργων και πάσα εν γένει συμπαρομαρτούσα δαπάνη δια την κατασκευήν των έργων βαρύνουν τον ανάδοχον, εφ' όσον δεν γίνεται εξαίρεσις δια μίαν ή πλείονας αυτών εν τη συμβάσει. Η κατασκευή οδών προσπελάσεως βαρύνει τον ανάδοχον εφ' όσον τούτο ορίζεται δια της συμβάσεως. 3.Ο ανάδοχος βαρύνεται με πάντας ανεξαρτήτως τους φόρους, τέλη, δασμούς και εισφοράς υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων κατά τας κειμένας διατάξεις. 4.Ο ανάδοχος ευθύνεται δια πάσαν ζημίαν προκαλουμένην υπ' αυτού ή των υπ' αυτού προστηθέντων, εις τον κύριον του έργου ή εις οιονδήποτε τρίτον. Υποχρεούται επίσης να τηρή τας κειμένας διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τας τοιαύτας περί προλήψεως εργατικών ατυχημάτων και πάντας εν γένει τους ισχύοντας Κανονισμούς. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 225 5.Αι δια την εκτέλισιν του έργου δραστηριότητες του αναδόχου υπόκεινται εις τον έλεγχον του επιβλέποντος όστις, εάν κρίνη ότι ο ρυθμός εκτελέσεως δεν ανταποκρίνεται εις τας απαιτήσεις της συμβάσεως, προς διασφάλισιν της εμπροσθέτου αποπερατώσεως του έργου ή τμημάτων αυτού δύναται να διατάξη, την λήψιν μέτρων προς επίσπευσιν της εκτελέσεως των έργων. Η σχετική προς τούτο διαταγή δίδεται κατά την διαδικασίαν την προβλεπομένην υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του παρόντος. Η μη ενάσκησις του κατά τα ανωτέρω ελέγχου υπό του επιβλέποντος δεν ανατρέπει τας εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αναδόχου δια την εμπρόθεσμον εκτέλεσιν των έργων. Άρθρον
  6. Προσωπικόν του εργολάβου. 1.Δια την επί τόπου των έργων εφαρμογήν της συμβάσεως και δια τας επί τόπου καταμετρήσεις ο ανάδοχος δέον να διαθέτη το απαιτούμενον επιστημονικόν και βοηθητικόν προσωπικόν, όπερ δύναται να καθορίζηται και δια της συμβάσεως κατ' εκτίμησιν. 2.Ο αριθμός του δι' εκάστην εργασίαν αναγκαίου προσωπικού εν τη εκτελέσει του έργου είναι ανάλογος προς την σημασίαν του έργου, το ποσόν των εργασιών, την ανάγκην της προς διευκόλυνσιν ή εξασφάλισιν του έργου περατώσεως ωρισμένων εργασιών, τας συνθήκας εργασίας, τον τόπον του έργου, τα χρονικά όρια εκτελέσεως αυτού ως και τας διαταγάς και εντολάς της υπηρεσίας περί της εκτελέσεως αυτού. Η υπηρεσία δικαιούται να διατάσση την ενίσχυσιν των συνεργείων του εργολάβου, όστις διατασσόμενος υποχρεούνται να υποβάλη αυτώ πλήρη κατάλογον των εν τω έργω απασχολουμένων ονομαστικώς. Άπαν το προσωπικόν του εργολάβου δέον να έχη την απαιτουμένην καταλληλότητα και τα νόμιμα προσόντα δια τον σκοπόν δι' ον χρησιμοποιείται. Η διευθύνουσα Υπηρεσία δικαιούται να διατάξη την εκ των έργων απομάκρυνσιν των απειθών ή ακαταλλήλων εκ του προσωπικού του αναδόχου. 3.Ο ανάδοχος υποχρεούται να λαμβάνη την ενδεικνυομένην μέριμναν και να καταβάλη πάσαν προσπάθειαν προς αποτροπήν κακής ή αντικειμένης προς την δημοσίαν τάξιν και την εκκλησιαστικήν τοιαύτην συμπεριφοράν του εν γένει προσωπικού, υποχρεουμένου δε όπως τηρή τα υπό των αρμοδίων πολιτικών και εκκλησιαστικών αρχών υποδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας και των ειδικών όρων της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων. 4.Άπαντα τα μέτρα τα αφορώντα την επιλογήν, πρόσληψιν, μεταφοράν, πληρωμήν, ασφάλισιν, εργατικάς εισφοράς, τροφοδοσίαν και στέγασιν εάν απαιτήται τούτο, των εργαζομένων υπό τον ανάδοχον οιασδήποτε κατηγορίας, βαρύνουσιν αποκλειστικώς τούτον, υπόκεινται δε εις τας διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας, του κυρίου του έργου ουδεμίας ευθύνης υπέχοντος δι' ενδεχομένην παράλειψιν του εργολάβου έναντι τούτων ή διένεξιν μετ' αυτών. Άρθρον
  7. Ποιότης υλικών. 1.Τα δι' έκαστον είδος εργασίας χρησιμοποιούμενα υλικά θα είναι γενικώς μεν εκ των της καλυτέρας ποιότητος παρεχομένων υπό των συμβατικών αγορών, ειδικώτερον δε υγιά και άνευ βλαβών ή άλλων ελαττωμάτων. Τα χαρακτηριστικά των υλικών δεν δύνανται να είναι διάφορα των δι' εκάστην χρήσιν οριζομένων. 2.Ο ανάδοχος είναι υπεύθυνος δια την καταλληλότητα πάντων των υλικών κατά τα υπό των οικείων συμβάσεων προδιαγραφόμενα. Η ποιότης των υλικών υπόκειται εις τον έλεγχον υπό της διευθυνούσης υπηρεσίας το έργον, ήτις δύναται να απαγορεύση την χρησιμοποίησιν αυτών προ της ασκήσεως του προσήκοντος ελέγχου. Ο ανάδοχος υποχρεούται να απομακρύνη του εργοταξίου τα κριθέντα ως αδόκιμα από της υπηρεσίας υλικά δαπάναις του. Η μη άσκησις του δικαιώματος τούτου υπό της υπηρεσίας ή η μη διάγνωσις του ελαττώματος δεν απαλλάσσει τον εργολάβον της υποχρεώσεως όπως, εν ή περιπτώσει μέχρι της οριστικής παραλαβής του έργου ήθελεν αποκαλυφθή κακή ποιότης υλικών ή αμέλεια εν τη χρήσει αυτών, αντικαταστήση τα μήπω χρησιμοποιηθέντα αδόκιμα υλικά και καθαιρέση τα δι' αυτών τυχόν εκτελεσθέντα έργα, ανακατασκευάζων αυτά δια νέων καταλλήλων υλικών, άνευ ουδεμιάς αποζημιώσεως. 3.Τα έξοδα τα οποία απαιτούνται δια την εξέτασιν των πάσης φύσεως υλικών των εισκομιζομένων εις το έργον υπό του εργολάβου, βαρύνουν εξ ολοκλήρου τούτον. 4.Προκειμένου περί υλικών προερχομένων υπό του κυρίου του έργου, ο εργολάβος διατασσόμενος υπό της υπηρεσίας οφείλει να χρησιμοποιήση ταύτα, την ευθύνην δια την τυχόν κακήν ποιότητα τούτων φέρει ο διατάσσων την χρήσιν αυτών, του εργολάβου ευθυνόμενου μόνον δια την περίπτωσιν κακής κατασκευής εν τη εκτελέσει του έργου. 5.Δια τα υλικά της προηγουμένης παραγράφου άτινα ο ανάδοχος υποχρεούται βάσει της συμβάσεως ή διαταγή της υπηρεσίας να χρησιμοποιήση συντάσσεται υπό του επιβλέποντος πρωτόκολλον εις το οποίον αναγράφεται το είδος, η ποσότης μετά μνείας των προδιαγραφών του υλικού. Προ της υπογραφής του πρωτοκόλλου τούτου ο ανάδοχος δεν δύναται να χρησιμοποιήση τα ως άνω υλικά. Άρθρον
  8. Παλαιά υλικά. 1.Τα εις ορύγματα ή επί του εδάφους ή εις ερείπια συναντώμενα υλικά ανήκουν εις τον κύριον του έργου, του αναδόχου δικαιουμένου εις αποζημίωσιν δια την προς εξαγωγήν ή διαλογήν αυτών, γενομένην δαπάνην. 2.Επί καθαιρέσεως παλαιών έργων προς χρήσιν των εκ τούτου υλικών ο ανάδοχος οφείλει να λάβη τα κατάλληλα μέτρα όπως αποτραπή βλάβη εις τα εκ της καθαιρέσεως υλικά ή προξενηθή ή κατά το δυνατόν μικρότερα. 3.Δια τα υλικά των προηγουμένων παραγράφων, άτινα ο ανάδοχος υποχρεούται βάσει της συμβάσεως ή διαταγή της υπηρεσίας να χρησιμοποιήση συντάσσεται υπό του επιβλέποντος πρωτόκολλον εν ω αναγράφεται το είδος, το ποσόν, η ποιότης και ενδεχομένως αι διαστάσεις των υλικών τούτων. Προ της υπογραφής του πρωτοκόλλου τούτου ο ανάδοχος δεν δύναται να χρησιμοποιήση τα ως άνω υλικά. Άρθρον
  9. Αρχαιότητες. Ο ανάδοχος υποχρεούται να γνωστοποιήση αμελλητί εις την διευθύνουσαν το έργον Υπηρεσίαν την ανεύρεσιν ενδεχομένως κατά την κατασκευήν του έργου αρχαιοτήτων ή οιασδήποτε φύσεως έργων τέχνης, εφαρμοζομένων των κειμένων διατάξεων περί αρχαιοτήτων. Δια την εκ της αιτίας ταύτης καθυστέρησιν της προόδου των έργων έχει εφαρμογήν το άρθρον 41 μη αποκλειομένης και της εφαρμογής του άρθρου 42 του παρόντος. Άρθρον
  10. Διευκόλυνσις προς ετέρους εργολήπτας. Προστασία υφισταμένων κατασκευών. 1.Ο ανάδοχος υποχρεούται να μη παρακωλύη την εκτέλεσιν εργασιών υπό ετέρων εργοληπτών, χρησιμοποιουμένων υπό του κυρίου του έργου, εις εργασίας μη συμπεριλαμβανόμενας εις την σύμβασιν αυτού ή εξαιρεθείσας βραδύτερον νομίμως ταύτης ως και εις το προσωπικόν αυτού ή του κυρίου έργου ή και πάσης άλλης αρχής, τους ασχολουμένους με την εκτέλεσιν έργου εντός του εργοταξίου ή πλησίον αυτού. 2.Ο ανάδοχος υποχρεούται να προστατεύση τας υφισταμένας κατασκευάς και εκμεταλλεύσεις εναντίον βλαβών ή (Αντί της σελ. 358,33) Σελ. 358,33(α) Τεύχος 533 – Σελ. 127 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 226 διακοπής λειτουργίας των, αίτινες είναι δυνατόν να επέλθουν λόγω των εργασιών αυτού. Άρθρον
  11. Χρήσις των έργων προ της αποπερατώσεως. 1.Το έργον παραδίδεται εις χρήσιν μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών πλην αν εις την σύμβασιν ή ως εκ της φύσεως των εργασιών προβλέπεται η παράλληλος προς την εκτέλεσιν των εργασιών χρήσις τούτου. 2.Προ της παραδόσεως εις χρήσιν συντάσσεται πρακτικόν περί της καταστάσεως των προς χρήσιν έργων. Το πρακτικόν συντάσσεται υπό Επιτροπής, οριζόμενης δι' αποφάσεως του κυρίου του έργου μεταξύ αυτής, του επιβλέποντος μηχανικού και του αναδόχου, καλουμένου δια προσκλήσεως επιδιδομένης επί αποδείξει. Εάν ο ανάδοχος κληθείς ούτω δεν παραστή το πρακτικόν συντάσσεται εν απουσία του και κοινοποιείται εις αυτόν. Το αυτό εφαρμόζεται και αν ο ανάδοχος αρνηθή την υπογραφήν αυτού. 3.Η προς χρήσιν παράδοσις του έργου δεν αναπληροί την παραλαβήν τούτου. Δια βλάβας εκ της χρήσεως εφαρμόζεται το άρθρον 48 του παρόντος. Άρθρον
  12. Συγκρότησις μελετών. 1.Aι μελέται των εκκλησιαστικών εν γένει έργων αποτελούνται εξ όλων των απαραιτήτων στοιχείων ήτοι σχεδίων, τευχών και διαγραμμάτων δια της χρήσεως των οποίων καθίσταται εφικτή και άνευ παρερμηνείας η εκτέλεσις του έργου, ενδεικτικώς αναφερομένων ως κατωτέρω. 2.Γενικά και ειδικά τοπογραφικά διαγράμματα ως και υψομετρικά τοιαύτα, απαραίτητα δια την σύνταξιν της μελέτης, αναλόγως της φύσεως του έργου. 3.Πλήρης Αρχιτεκτονική μελέτη (προσχέδια, γενικά κατασκευαστικά, σχέδια χαράξεως εκσκαφών γενικώς, γενικών διαμορφώσεων, πεδίλων θεμελίων κλπ.) μετά σχεδίων λεπτομερειών εις αναλόγους κλίμακας συμφώνως τω νόμω περιλαμβάνοντα άπαντας τους συμβολισμούς, διαστάσεις, στάθμας, επεξηγήσεις και παραπομπάς δια την αρτίαν εκτέλεσιν αυτών. 4.Πλήρης Στατική μελέτη μετά σχεδίων ξυλοτύπων, τεύχους στατικών υπολογιστών ως και σχεδίων λεπτομερειών μετά πινάκων αναπτυγμάτων σιδηρού οπλισμού μετ’ αναγραφής όλων των απαραιτήτων διαστάσεων, συμβολισμών, διατομών και λοιπών στοιχείων ώστε να εξασφαλίζεται η άνευ αμφιβολιών εκτέλεσις ταύτης. 5.Πλήρης μελέτη εγκαταστάσεων μετά σχεδίων εγκαταστάσεων και σχετικών τευχών υπολογισμού ως και σχεδίων λεπτομερειών μετά πινάκων αναπτυγμάτων των εγκαταστάσεων, μεθ’ όλων των αναγκαίων διαστάσεων, διατομών, σταθμών, συμβολισμών και λοιπών στοιχείων δια την άνευ αμφιβολιών κατασκευήν των προβλεπομένων υπό του μελετητού εγκαταστάσεων και δι’ έκαστον είδος αυτών. 6.Άπασαι αι ανωτέρω μελέται συνοδεύονται υπό των αντιστοίχων τεχνικών περιγραφών. Αύται περιλαμβάνουν ενδελεχή ανάλυσιν και επεξήγησιν των εν τοις σχεδίοις αναφερομένων κατασκευών, τους αναγκαίους χαρακτηρισμούς δια τον καθορισμόν του αντικειμένου των έργων από τεχνικής απόψεως, τους σχετικούς προς την φύσιν, τον χαρακτήρα, την θέσιν και την έκτασιν του έργου, δίδουν δε πλήρη εικόνα συμπληρούσαι ταύτα εις τρόπον ώστε δια των σχεδίων της μελέτης και αυτών να είναι δυνατή η άνευ αμφιβολιών καταννόησις των μελετών και να καθίσταται εφικτή η άνευ παρερμηνείας εκτέλεσις των έργων. 7.Αι ως άνω τεχνικαί μελέται συνοδεύονται και υπό των αντιστοίχων οικονομικών τευχών περιλαμβάνουσαι τα κάτωθι: α)Τεύχος αναλυτικής προμετρήσεως Σελ. 358,22(β) Τεύχος 533 – Σελ. 116 Εις το τεύχος τούτο εμφαίνεται ο τρόπος προσδιορισμού των ποσοτήτων των κατ’ είδος εργασιών. Η αναλυτική προμέτρησις συντάσσεται κατά τα διάφορα στοιχεία του έργου κεχωρισμένως. β)Τεύχος αναλύσεως τιμών. Εις τούτο εμφαίνεται ο συμφώνως τω ΑΤΟΕ ή τη αναλύσει τιμών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ή ετέρου δοκίμου Κανονισμού αναλύσεως τιμών, προσδιορισμός της τιμής μονάδος εκάστου είδους εργασίας, βάσει των τιμών ημερομισθίων και υλικών, λαμβανομένων εκ του πρακτικού της τιμαριθμικής επιτροπής της περιφερείας, ένθα το έργον, και δια το εξάμηνον καθ’ ο συντάσσεται η μελέτη, μη περιλαμβανομένου του ποσοστού δια γενικά και επισφαλή έξοδα του αναδόχου ως και δι’ όφελος αυτού. γ)Τεύχος τιμολογίου. Εις τούτο αναφέρονται αναλυτικώς άπαντα τα είδη εργασίας με τιμάς τας εκάστοτε προσδιοριζομένας δια των ως άνω αναλύσεων, μετά των γενικών όρων οι οποίοι αφορούν εις τους συμβατικούς όρους ΑΤΟΕ οίτινες εχρησιμοποιήθησαν κατά την σύνταξιν του τεύχους αναλύσεως τιμών, το περιεχόμενον εκάστης των τιμών, τα εργολαβικά ποσοστά, τας μονάδας και σύμβολα τα χρησιμοποιούμενα εις εκάστην επί μέρους μελέτην, τον πίνακα βασικών τιμών και ημερομισθίων των απαραιτήτων δια την συγκρότησιν της μελέτης με τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις προσαυξήσεως των ημερομισθίων δια τας ασφαλιστικάς εισφοράς ως και τας διατάξεις περί μειώσεως των αποδόσεων ΑΤΟΕ. δ)Τεύχος προϋπολογισμού. Τούτο περιλαμβάνει τα είδη εργασίας, υπό τον αυτόν αύξοντα αριθμόν υπό τον οποίον αναφέρεται το είδος τούτο εις το τιμολόγιον, τας ποσότητας εκάστου είδους, την τιμήν μονάδος τέλος δε την μερικήν και ολικήν δαπάνην του έργου και γενικώς όσα εν τω άρθρω 9 παρ. 5 αναλυτικώς αναφέρονται. ε)Τεύχη συγγραφής υποχρεώσεων. Εις ταύτα περιλαμβάνονται αι υποχρεώσεις του εργολάβου, λαμβανομένου υπ’ όψιν των διατάξεων περί εκτελέσεως των Εκκλησιαστικών Έργων, απαραιτήτως δε του παρόντος Κανονισμού, ως και οι όροι της εκτελέσεως του έργου, η ποιότης των υλικών και των εργασιών, αι δοκιμαί των υλικών και εν γένει των κατασκευών. στ)Τεύχος ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων. Εις τούτο αναφέρονται τυχόν ειδικαί απαιτήσεις και ειδικοί όροι οι οποίοι διέπουν την εκτέλεσιν του έργου ως χρονικός περιορισμός, συνθήκαι εργασίας, τρόπος εκτελέσεως, τρόπος πληρωμής κλπ. ζ)Τεύχος διακηρύξεως δημοπρασίας. Εις το τεύχος τούτο διαλαμβάνεται: (α)Η δημοπρατούσα το έργον αρχή. (β)Το σύστημα δημοπρασίας. (γ)Το είδος και η θέσις του δημοπρατουμένου έργου μετά συνοπτικής περιγραφής και η κατά τον προϋπολογισμόν μελέτης προβλεπομένη συνολική δαπάνη του έργου. (δ)Η ημερομηνία, η ώρα και ο τόπος διενεργείας του διαγωνισμού, ο χρόνος, ο τρόπος και ο τόπος διαθέσεως των τευχών της μελέτης του έργου εις τους ενδιαφερομένους. (ε)Ποίοι γίνονται δεκτοί εις την δημοπρασίαν και περί των αναγκαιούντων προσθέτων προσόντων ως και περί των αποδεικτικών στοιχείων των αναδόχων. (στ)Τα τεύχη της μελέτης του έργου, τα σχέδια ως και αι εγκριτικαί αυτών αποφάσεις ως και παν έτερον στοιχείον μέλλον να συγκροτήση την σύμβασιν εκτελέσεως του έργου. (ζ)Αι διατάξεις αι διέπουσαι την διεξαγωγήν της δημοπρασίας και το έργον. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 215 Άρθρον
  13. Τροποποίησις εργασιών. 1.Εάν η αρτιότης του έργου επιβάλλη την αύξησιν εργασιών εις ποσότητας ανωτέρας των εν τη αρχική συμβάσει οριζομένων, εκτελούνται αύται υποχρεωτικώς υπό του αναδόχου με τας συμβατικάς τιμάς μονάδος, εφ' όσον η επερχόμενη αύξησις της δαπάνης δι' εκάστην ομάδα ομοειδών, κατά την περί τούτου δια του συμβατικού προϋπολογισμού διάκρισιν, εργασιών, δεν υπερβαίνει το έν τέταρτον (1/4) της αντιστοίχου υπό του αρχικού προϋπολογισμού της συμβάσεως προβλεπομένης δαπάνης. Δια την περίπτωσιν συμβάσεων συνομολογηθεισών κατά τα εν άρθρω 19 του παρόντος Κανονισμού, το ποσοστόν τούτο υπολογίζεται επί του συνολικού χρηματικού αντικειμένου της συμβάσεως. Εάν η αύξησις των εργασιών συνεπάγεται αύξησιν δαπάνης πέραν του ως άνω ορίου, δικαιούται ο ανάδοχος του έργου να αρνηθή την εκτέλεσιν των επί πλέον εργασιών, εκτός αν προ της εκτελέσεως αυτών χωρήση ιδιαιτέρα συμφωνία μετά του κυρίου του έργου, ως προς τας τιμάς μονάδος των υπέρ το όριον τούτο ποσοτήτων, συναπτόμενη κατόπιν συμφώνου γνώμης της Επιτροπής Έργων. 2.Εάν παραστή ανάγκη εκτελέσεως νέων εργασιών μη προβλεπομένων υπό της συμβάσεως, ο ανάδοχος του έργου υποχρεούται να εκτέλεση ταύτας αμειβόμενος δια κανονιζομένων τιμών μονάδων αντιστοίχων προς τας νέας εργασίας, εφ' όσον η συνολική δαπάνη δια την εκτέλεσιν των νέων εργασιών δεν υπερβαίνει το έν τέταρτον (1/4) της συνολικής τοιαύτης του συμβατικού προϋπολογισμού. Εν περιπτώσει υπάρξεως παρεμφερών μονάδων εργασίας, ως νέαι εργασίαι δια τον υπολογισμόν του ποσοστού τούτου νοούνται μόνον αι επί πλέον ή έλαττον εργασίαι από της εγγυτέρας συμβατικώς τιμολογηθείσης τοιαύτης, αθροιστικώς λαμβανόμεναι. Πέραν του ως άνω ποσοστού εφαρμόζονται, αναλόγως αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου. 3.Εν περιπτώσει καθ' ην παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως εργασιών εις ποσότητας ανωτέρας των δια των προηγουμένων παραγράφων προσδιοριζόμένω ορίων και δεν ήθελε χωρήσει συμφωνία μεταξύ κυρίου του έργου και αναδόχου δια την εκτέλεσιν των υπερσυμβατικών τούτων εργασιών, δικαιούται ο κύριος του έργου να περιορίση το αντικείμενον της συμβάσεως κατά τα υπό της επομένης παραγράφου οριζόμενα ή και να διαλύση ταύτην, πάντως δε να εκτελέση τα λοιπά έργα δι' ετέρου αναδόχου ή καθ' οιονδήποτε άλλον πρόσφορον τρόπον, περιλαμβανομένης και Σελ. 358,34(α) Τεύχος 533 – Σελ. 128 της εκτελέσεως των εργασιών απολογιστικώς δια του αναδόχου. 4.Ο κύριος του έργου δικαιούται να μείωση τας συμβατικάς εργασίας, άνευ αναγνωρίσεως οιασδήποτε εκ του λόγου τούτου αποζημιώσεως υπέρ του αναδόχου, μέχρι του ενός τετάρτου (1/4) του αρχικού συμβατικού χρηματικού αντικειμένου. Δια την πέραν του ποσοστού τούτου επιβαλλομένην μονομερώς υπό του κυρίου του έργου μείωσιν ο ανάδοχος δικαιούται αποζημιώσεως λογιζομένης επί χρηματικού ποσού, αντιστοιχούντος εις την πέραν του ενός τετάρτου (1/4) μείωσιν του συμβατικού χρηματικού αντικειμένου. Ο ανάδοχος δικαιούται ωσαύτως αποζημιώσεως και εάν υπό του κυρίου του έργου επιβληθή μονομερώς μείωσις πέραν του ημίσεος (1/2) εις σημαντικόν κονδύλιον, αντιπροσωπεύον τουλάχιστον το έν δέκατον (1/10) του αρχικού συμβατικού χρηματικού αντικειμένου, έστω και αν η κατά το προηγούμενον εδάφιον μείωσις του συνολικού προϋπολογισμού είναι κατωτέρα του ενός τετάρτου (1/4) του αρχικού συμβατικού χρηματικού αντικειμένου, πλην αν ο ανάδοχος συναινή εις την τοιαύτην μείωσιν. Η αποζημίωση λογίζεται επί χρηματικού ποσού αντιστοιχούντος εις την πέραν του ημίσεος μείωσιν του κονδυλίου. Συντρεχουσών αμφοτέρων των εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις περιπτώσεων μειώσεως, η αποζημίωσις λογίζεται επί του μείζονος εξ αυτών χρηματικού ποσού. Δια τον κανονισμόν της κατά τα ανωτέρω αποζημιώσεως εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 43 του παρόντος. 5.Άπαντα τα δια των ανωτέρω καθοριζόμενα όρια τροποποιήσεως του προϋπολογισμού της συμβάσεως αναφέρονται εις μεγέθη προσδιοριζόμενα δι' εφαρμογής των τιμών μονάδος του συμβατικού τιμολογίου και δεν επηρεάζονται εκ της αναθεωρήσεως των τιμών μονάδος κατ' εφαρμογήν των ισχυουσών περί ταύτης διατάξεων δια τα υπό του Δημοσίου εκτελούμενα έργα. Άρθρον
  14. Κανονισμός τιμών μονάδος νέων εργασιών. 1.Εάν κατά την κατασκευήν των έργων παραστή ανάγκη εκτελέσεως νέας εργασίας, μη προβλεπομένης υπό του τιμολογίου της συμβάσεως, κανονίζεται δια ταύτην αντίστοιχος τιμή μονάδος. Ο Κανονισμός των τιμών μονάδος νέων εργασιών γίνεται κατόπιν σχετικής αιτήσεως του αναδόχου, περιλαμβανούσης την αιτιολογίαν της αναγκαιότητος εκτελέσεως της νέας εργασίας, την εκ των πραγμάτων εκτιμωμένην έκτασιν αυτής εις φυσικάς μονάδας και τον προσδιορισμόν της αιτουμένης τιμής. Εφ' όλων των σημείων της κατά τα ανωτέρω αιτήσεως εισηγείται εγγράφως ο επιβλέπων όστις επίσης δύναται να ζητήση και οίκοθεν τον Κανονισμόν τιμών μονάδος δια νέας εργασίας. Η τιμή κανονίζεται δια πρωτοκόλλου συντασσομένου υπό του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας κατ' αντιπαράστασιν του αναδόχου ή και απουσία αυτού, εάν ούτος κληθείς αρμοδίως δεν εμφανισθή. 2.Εν περιπτώσει υπάρξεως εν τω συμβατικώ τιμολογίω παρεμφερών μονάδων εργασίας, η τιμή συντάσσεται μόνον δια τα επί πλέον ή επί έλαττον στοιχεία. 3.Κανονισμός τιμών μονάδος νέων εργασιών ενεργείται ως ακολούθως: α)Δια πλήρεις ή επί μέρους εργασίας περιλαμβανομένας εις εγκεκριμένα ή συμβατικά αναλυτικά τιμολόγια (αναλύσεις τιμών), αι τιμαί καθορίζονται βάσει του άρθρου του τιμολογίου αυτού. β)Δια νέας εργασίας μη περιλαμβανομένας εις τοιαύτα αναλυτικά τιμολόγια, αι αντίστοιχοι τιμαί καθορίζονται βάσει πραγματικών στοιχείων της εκτελέσεως δια παρακολουθήσεως της αποδόσεως των εργατοτεχνιτών και μηχανημάτων και της αναλώσεως υλικών κατά την εκτέλεσιν επαρκούς μέρους της εργασίας ή δοκιμαστικής τοιαύτης. Τοιαύτα στοιχεία προκύψαντα εξ ετέρων εργολαβιών δεν αποτελούν τεκμήριον δια τον Κανονισμόν τιμών κατά τον ως άνω τρόπον τιμολογήσεως. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 227 γ)Δια νέας εργασίας δυναμένας να τιμολογηθούν εν μέρει μόνον κατά τα εν εδαφίω α' της παρούσης, αι αντίστοιχοι τιμαί καθορίζονται κατά το μέρος τούτο βάσει του εδαφίου α' και κατά το υπόλοιπον μέρος βάσει του εδαφίου β'. 4.Προς καθορισμόν των κατά τα ανωτέρω τιμών μονάδος νέων εργασιών, ως βασικαί τιμαί ημερομισθίων και λοιπών αποζημιώσεων δι' εργασιών, μισθωμάτων, μηχανημάτων και υλικών και ειδών εν γένει λαμβάνονται, αι εν τοις οικείοις πρακτικοίς του χρόνου δημοπρατήσεως του έργου διαλαμβανόμεναι, ως αύται τελικώς διερμοφώθησαν κατά τας ισχυούσας διατάξεις. Ως τοιαύτα πρακτικά νοούνται τα των περιφεριεακών συμβουλίων Δημοσίων Έργων και Ειδικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Διακυμάνσεως Τιμών (Ε.Ε.Δ.Δ.Τ.) κατά τας περί αυτών ισχυούσας διατάξεις. Εάν βασικαί τιμαί δεν περιλαμβάνωνται εις τα κατά τα ανωτέρω πρακτικά, αύται λαμβάνονται με την τρέχουσαν τιμήν των κατά τον χρόνον της δημοπρατήσεως. Υλικά και εξοπλισμός δια τα οποία δεν υπάρχει εις την αγοράν τρέχουσα τιμή τιμολογούνται βάσει των εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν αποδεικτικών του πραγματικού κόστους των, δεόντως ελεγχομένων. 5.Αι ούτω κανονιζόμεναι τιμαί μονάδας νέων εργασιών υπόκεινται εις προσαύξησιν κατά το εργολαβικόν ποσοστόν και εις την έκπτωσιν δημοπρασίας. Επί συμβάσεως καταρτισθείσης κατόπιν δημοπρασίας δια συμπληρώσεως τιμολογίου, εις εκάστην νέαν τιμήν εφαρμόζεται η ειδική τεμαρκτή έκπτωσις της κατηγορίας εις την οποίαν ανήκει η τιμολογημένη εργασία. Κατά τον Κανονισμόν των νέων Τιμών μονάδος εν τη περιπτώσει ταύτη καθορίζεται πάντοτε η κατηγορία αύτη. Εάν η τιμολογουμένη εργασία δεν ανήκη καταφανώς εις ουδεμίαν των κατηγοριών της συμβάσεως εφαρμόζεται η γενική τεκμαρτή έκπτωσις. 6.Κατ' εξαίρεσιν από της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται έκπτωσις δημοπρατήσεως: α)επί τιμών καθοριζομένων κατά τα εν εδαφίω β' της παραγράφου 3 και β)επί του μέρους της τιμής του αντιστοιχούντος εις τα ειδικά υλικά του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Το εις τα περιπτώσεις ταύτας αντιστοιχούν ποσόν κατ' εφαρμογήν του εργολαβικού ποσοστού υπόκειται πάντοτε εις την αντίστοιχον έκπτωσιν δημοπρασίας. 7.Εάν ο ανάδοχος αρνηθή την σύμπραξιν δια την κατάρτιση του πρωτοκόλλου, τούτο κοινοποιείται εις αυτόν κατά τα υπό του άρθρου 23 παράγραφος 4 οριζόμενα. Εις την περίπτωσιν ταύτην ως και εις την περίπτωσιν καθ' ην υπογράψη μετ' επιφυλάξεως το πρωτόκολλον, δικαιούται εις την υποβολήν ενστάσεως κατά τας διατάξεις του άρθρου 61 του παρόντος. 8.Το πρωτόκολλον υποβάλλεται προς έγκρισιν παραχρήμα μεν εάν εγένετο ανεπιφυλάκτως αποδεκτόν υπό του αναδόχου, μετά δε την υποβολήν ενστάσεως ή την παρέλευσιν απράκτου της προς τούτο προθεσμίας εις πάσαν άλλην περίπτωσιν. Μετά του πρωτοκόλλου υποβάλλεται πάντοτε έκθεσις του Προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας εις ην αιτιολογείται η ανάγκη της εκτελέσεως νέων εργασιών, ο τρόπος τιμολογήσεως αυτών, η επιλογή των προτεινομένων νέων μονάδων εργασιών και παν έτερον χρήσιμον στοιχείον. Εις πάσας τας περιπτώσεις Κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών συντάσσεται μετά του πρωτοκόλλου απαραιτήτως και Συγκριτικός Πίναξ δια την ανάλογον τροποποίησιν του προϋπολογισμού. 9.Αι κανονιζόμεναι τιμαί μονάδος υπόκεινται εις την έγκρισιν του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. αποφαινομένου μετά γνώμης της Επιτροπής έργων. Ο ανάδοχος δύναται να προσφύγη εις την υπό του άρθρου 61 επίλυσιν τυχόν διαφωνίας του, αλλ' υποχρεούται εις την εκτέλεσιν των νέων εργασιών. Άρθρον
  15. Τροποποιήσεις προϋπολογισμού. 1.Εάν κατά την εκτέλεσιν των έργων παραστή ανάγκη μεταβολής των κατά τον προϋπολογισμόν της συμβάσεως ποσοτήτων εργασιών ή προσθήκης νέων εργασιών, συντάσσεται Συγκριτικός Πίναξ προσδιορίζων τας αναγκαίας μεταβολάς των κονδυλίων και της αντιστοίχου δαπάνης. Εάν εις τον Συγκριτικόν Πίνακα περιλαμβάνωνται εργασίαι δια τας οποίας δεν υφίστανται τιμαί μονάδος, συνοδεύεται ούτος και υπό του πρωτοκόλλου Κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών κατά το άρθρον 38 του παρόντος. Ο Συγκριτικός Πίναξ συντάσσεται υπό του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας κατ' αντιπαράστασιν του αναδόχου ή και εν απουσία αυτού, εάν ούτος κληθείς δεν ενεφανίσθη. Αι δια του Συγκριτικού Πίνακος καθοριζόμεναι εργασίαι θα εκτελεσθούν με τας αυτάς τιμάς και τους αυτούς όρους της αρχικής συμβάσεως, εξαιρέσει των συμβατικών προθεσμιών δι' ας εφαρμόζεται το άρθρον 31 του παρόντος. 2.Ο Συγκριτικός Πίναξ φέρει τας απαραιτήτους στήλας περιλαμβανούσας εν αντιστοιχία τα μεγέθη των ποσοτήτων και της Δαπάνης : α)του αρχικού προϋπολογισμού, β)του ισχύοντος προϋπολογισμού βάσει του εγκριθέντος προηγουμένου Συγκριτικού Πίνακος και γ)του προτεινομένου προϋπολογισμού βάσει του ήδη συντασσομένου Συγκριτικού Πίνακος. Ο Συγκριτικός Πίναξ φέρει επίσης στήλας περιλαμβάνουσας: α)ενδείξεις περί του είδους των εργασιών δια συνοπτικής περιγραφής αυτών, β)τας τιμάς μονάδος μετ' ενδείξεων του οικείου άρθρου τιμολογίου της συμβάσεως ή των πρωτοκόλλων Κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών και γ)τας εκ της συγκρίσεως των κονδυλίων του πρότερον ισχύοντος προϋπολογισμού και του προτεινομένου τοιούτου προκύπτουσας διαφοράς δαπάνης. 3.Η συνοδεύουσα τον Συγκριτικόν Πίνακα αιτιολογική έκθεσις αιτιολογεί τας εις αυτόν μεταβολάς, περιλαμβάνει δε επί πλέον εκτίμησιν της δαπάνης του όλου έργου βάσει των πράγματι απαιτουμένων, δια την ολοκλήρωσιν αυτού, ποσοτήτων εργασιών, εάν αι ποσότητες αύται δεν εμφανίζωνται εν τω συνόλω των εις τον Συγκριτικόν Πίνακα δι' οιονδήποτε λόγον. 4.Αι διατάξεις των παραγράφων 7, 8 και 9 του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και δια τας περιπτώσεις τροποποιήσεως του προϋπολογισμού κατά τον παρόν άρθρον. Άρθρον
  16. Εκτέλεσις υπερσυμβατικών εργασιών υπό αναδόχου. 1.Εάν η μεταβολή των ποσοτήτων του προϋπολογισμού συνεπάγεται αύξησιν της δαπάνης του έργου μείζονα των εν άρθρω 37 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος ορίων (υπερσυμβατικαί εργασίαι) ο ανάδοχος νοείται αποδειχθείς την εκτέλεσιν των υπερσυμβατικών εργασιών με τας ισχύουσας τιμάς, παραιτούμενος πάσης αξιώσεως δια τας υπό τα ως άνω όρια ποσότητας, εάν υπογράψη τον περιλαμβάνοντα τας εργασίας ταύτας Συγκριτικόν Πίνακα ανεπιφυλάκτως και δια τας εν ούτω ποσότητας. 2.Εάν ο ανάδοχος αρνήται την εκτέλεσιν των όπερ τα όρια της προηγουμένης παραγράφου εργασιών, υπογράφει τον Συγκριτικόν Πίνακα μετ' επιφυλάξεως και δηλοί ρητώς τούτο δια της κατά του Συγκριτικού Πίνακος ενστάσεως. Ο ανάδοχος εις την ένστασίν του υποβάλλει και πρότασιν περί των αξιουμένων υπ' αυτού τυχόν νέων τιμών δια την εκτέλεσιν των υπέρ τα υποχρεωτικά όρια ποσοτήτων. 3.Ο καθορισμός των υπό του αναδόχου υποχρεωτικώς εκτελεστέων ποσοτήτων εργασιών (οριακαί ποσότητες) εκάστης ομάδος εντός του πλαισίου των υποχρεωτικών δια τον ανάδοχον ορίων αυξήσεως της παραγράφου 1 του (Αντί της σελ. 358,341(γ) Σελ. 358,341(δ) Τεύχος 533 - Σελ. 129 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 228 άρθρου 37 του παρόντος γίνεται, εν περιπτώσει μη αποδεκτών υπό του αναδόχου υπερβάσεων των ορίων τούτων, μετ' εισήγησιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας υπό της προϊσταμένης Αρχής. 4.Επί υποβληθεισών κατά τας διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου προτάσεων του αναδόχου δια νέας τιμάς προς εκτέλεσιν των υπερσυμβατικών εργασιών, αποφαίνεται το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. ενδεχομένως μετά προηγουμένας διαπραγματεύσεις και πάντως μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων. Δια της εγκριτικής του σχετικού Συγκριτικού Πίνακας αποφάσεως καθορίζονται αι δι' εκάστην εργασίαν νέαι τιμαί και αι κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου αντίστοιχοι οριακαί ποσότητες πέραν των οποίων εφαρμόζονται αύται, επιφερομένων εις τον Συγκριτικόν Πίνακα των σχετικών διορθώσεων. 5.Εν περιπτώσει απορρίψεως των προτάσεων του αναδόχου επί των νέων τιμών δια τας υπερσυμβατικάς ποσότητας ή εν αρνήσει του αναδόχου προς εκτέλεσιν υπερσυμβατικών ποσοτήτων το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. κατά την έγκρισιν του Συγκριτικού Πίνακος περιορίζει τας εν τω Συγκριτικώ Πίνακι ποσότητας εντός των υποχρεωτικών δια τον ανάδοχον ορίων ή και διατάσσει την διάλυσιν της εργολαβίας, εάν διατηρουμένης ταύτης εν ενεργεία κρίνεται απρόσφορος η εκτέλεσις των λοιπών εργασιών. Δια τον κατά τα ανωτέρω περιορισμόν των ποσοτήτων λαμβάνονται υπ' όψιν ιδία αι ανάγκαι αποπερατώσεως ημιτελών τμημάτων, αποφυγής ζημιών εις τα εκτελεσθέντα έργα και περαιώσεως κατά το δυνατόν αυτοτελών τμημάτων έργων. Δια της εγκριτικής του Συγκριτικού Πίνακος αποφάσεως προσδιορίζονται εν τοιαύτη περιπτώσει τα εκτελεστέα υπό του αναδόχου τμήματα του έργου τα καλυπτόμενα υπό τας δια του Συγκριτικού Πίνακος εγκρινομένας ποσότητας. 6.Το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. διατάσσει την εκτέλεσιν των υπολειπομένων εργασιών, εάν τούτο κρίνεται σκόπιμον ή μέρους τούτων δια συστάσεως ετέρων εργολαβιών ή καθ' οιονδήποτε άλλον πρόσφορον τρόπον. 7.Αι κατά τας διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου αποφάσεις εκδίδονται πάντοτε μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων. Άρθρον
  17. Προθεσμίαι. 1.Υπό της συμβάσεως ορίζεται, πάντοτε προθεσμία δια την αποπεράτωσιν του όλου έργου (συνολική προθεσμία). Εκτός αν άλλως ορίζεται εν τη συμβάσει, η συνολική προθεσμία άρχεται από της εγκαταστάσεως του αναδόχου εις τα έργα (χρονική αφετηρία). Εντός της συνολικής προθεσμίας δέον να έχη περαιωθή η κατασκευή των έργων και να έχουν διενεργηθή αι εκ της συμβάσεως τυχόν επιβαλόμεναι δοκιμασίαι. 2.Προθεσμίαι δια την περάτωσιν τμημάτων του έργου (τμηματικαί προθεσμίαι), συνεπαγόμεναι την κατά τας διατάξεις του άρθρου 44 επιβολήν ποινικών ρητρών, δύναται να τεθούν δια της συμβάσεως μόνον δια την περαίωσιν διακεκριμένων τμημάτων του όλου έργου δεκτικών αυτοτελούς χρήσεως. Τα τμήματα ταύτα προσδιορίζονται εν τη συμβάσει δια σαφούς τεχνικής περιγραφής. Το τελευταίον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και επί τμηματικών προθεσμιών. 3.Δια την υπαιτιότητι του αναδόχου υπέρβασιν της προθεσμίας ορίζεται υπέρ του κυρίου του έργου ημερησία ποινική ρήτρα κατά τα εν άρθρω 44 του παρόντος οριζόμενα. Η υπέρ του κυρίου του έργου παρακράτησις της ποινικής ρήτρας, δεν αίρει τυχόν δικαιώματα αυτού εκ του νόμου ή της συμβάσεως, προς κήρυξιν εκπτώτου του αναδόχου ή και προς αποζημίωσιν εκ της υπερημερίας. Σελ. 358,342(δ) Τεύχος 533 – Σελ. 130 4.Η συνολική και αι τμηματικαί προθεσμίαι δύνανται να παρατείνωνται υπό του κυρίου του έργου εάν κατά την κατασκευήν του έργου προκύψουν καθυστερήσεις μη οφειλόμεναι εις αποκλειστικήν υπαιτιότητα του αναδόχου. Ο ανάδοχος υποχρεούται όπως συνεχίση την κατασκευήν του έργου μέχρις επί πλέον χρονικού διαστήματος, ουχί μείζονος του ενός τρίτου της συμβατικής συνολικής προθεσμίας και πάντως ουχί μικρότερου των τριών μηνών σχετικής αποφάσεως δια την έγκρισιν εκδιδομένης υπό της διευθυνούσης το έργον υπηρεσίας. 5.Εάν η παράτασις υπερβαίνη το ως άνω δια τον ανάδοχον υποχρεωτικόν ανώτατον όριον παρατάσεως της προθεσμίας αύτη εγκρίνεται κατόπιν αιτήσεως του αναδόχου υπό του ΚΔΣ μετά γνώμην της επιβλέψεως και της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. 6.Η περί παρατάσεως προθεσμίας αίτησις του αναδόχου περιλαμβάνει πάντοτε τους λόγους καθυστερήσεως και την εκτίμησιν του απαιτουμένου χρόνου προς περαίωσιν αυτών. 7.Ο ανάδοχος τρεις μήνας προ της λήξεως της οριακής προθεσμίας, υποχρεούται να δηλώση εγγράφως εις την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν : α)τον προβλεπόμενον χρόνον περαιώσεως των εργασιών, τους λόγους εις ους οφείλονται αι τυχόν καθυστερήσεις και την εκ τούτων εκτιμωμένην διάρκειαν των εργασιών και β)εάν συναινή εις την συνέχισιν των έργων μετά την εκπνοήν της οριακής προθεσμίας. 8.Εάν ο ανάδοχος δια της κατά την προηγουμένην παράγραφον δηλώσεώς του αρνηθή την πέραν της οριακής προθεσμίας συνέχισιν των έργων, υποχρεούται όπως μετά της δηλώσεως υποβολή και αναπροσηρμοσμένον πρόγραμμα των μέχρι της λήξεως της προθεσμίας εκτελεσθησομένων εργασιών κατά τας διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος, εις τας οποίας εν πάση περιπτώσει πρέπει να περιλαμβάνονται αι απολύτως αναγκαίαι προς ολοκλήρωσιν εν τω μέτροι του εφικτού, αυτοτελών τμημάτων του έργου ως και οπωσδήποτε απαραίτητοι δια την διασφάλισιν των εκτελεσθέντων έργων και αποφυγήν ζημιών εις τα έργα ή εις τρίτους. 9.Εάν ο ανάδοχος δεν υποβάλη την κατά παράγραφον 7 του παρόντος άρθρου δήλωσιν ή το αναπροσηρμοσμένον πρόγραμμα της προηγουμένης παραγράφου, η διευθύνουσα Υπηρεσία κοινοποιεί πίνακα των εντός της οριακής προθεσμίας εκτελεστέων ως εν τη προηγουμένη παραγράφω εργασιών. Ο ανάδοχος υποχρεούται όπως εκτελέση τας διατασσομένας εργασίας εμπροθέσμως και κατ' απόλυτον προτεραιότητα, έστω και εάν η εκτέλεσις των ως άνω εργασιών συνεπάγεται υπέρβασιν των εν άρθρω 37 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος οριακών μεγεθών, εφαρμοζομένων εν ανάγκη δια ταύτας των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 37 του παρόντος. Άρθρον
  18. Υπερημερίαι - Διακοπή Εργασιών - Διάλυσις Εργολαβίας - Ματαίωσις διαλύσεως. 1.Εις περιπτώσεις υπερημερίας του κυρίου του έργου περί την εκπλήρωσιν συμβατικών ή νομίμων υποχρεώσεών του, δημιουργείται δια τον ανάδοχον του έργου δικαίωμα αποζημιώσεως μόνον δια τας θετικάς ζημίας αυτού και δια τον χρόνον από της εγγράφου περί τούτου οχλήσεως και εφεξής υπολογιζομένης κατά τας διατάξεις του άρθρου 43 του παρόντος. 2.Ο ανάδοχος του έργου δικαιούται να ζητήση την διάλυσιν της συμβάσεως εάν η άνευ υπαιτιότητας αυτού καθυστέρησις των εργασιών υπερβή το κατά την παράγραφον 4 του προηγουμένου άρθρου όριον. 3.Το αυτό δικαίωμα έχει. Ο ανάδοχος και εις περίπτωσιν καθ' ην, μετά την έναρξιν των εργασιών, αύται διακοπούν διαταγή ή υπαιτιότητι του κυρίου του έργου επί χρονικόν διάστημα μείζον των τριών μηνών, λογιζόμενον από της κοινοποιήσεως της περί διακοπής διαταγής ή προκειμένου περί της υπαιτιότητος του κυρίου του έργου διακοπής, από της ημέρας της επιδόσεως παρά του αναδόχου εις αυτόν ειδικής δηλώσεως περί διακοπής των εργασιών. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 229 4.Η προηγουμένη παράγραφος εφαρμόζεται και εάν η έναρξις των εργασιών, μετά την εγκατάστασιν του αναδόχου καθυστέρηση υπέρ το τρίμηνον, υπαιτιότητι του κυρίου του έργου, πλην αν άλλως ορίζωνται εν τη συμβάσει τα της ενάρξεως των εργασιών. 5.Εις αμφοτέρας τας ανωτέρω περιπτώσεις η άσκησις του δικαιώματος του αναδόχου προς διάλυσιν της εργολαβίας του πραγματοποιείται δι' υποβολής παρ' αυτού σχετικής αιτήσεως επιδιδομένης επί ποινή ακυρότητος εις την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν. Η αίτησις κοινοποιείται και προς τον κύριον του έργου. Δια την περίπτωσιν καθ' ην η περί διαλύσεως αίτησις δεν υπεβλήθη εις την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν, πάσα διαταγή της υπηρεσίας ταύτης είναι ισχυρά, δεν δικαιούται δε ο ανάδοχος μετά την κοινοποίησιν αυτής να επικαλεσθή την πάροδον των νομίμων προθεσμιών, ουδέ την υποβολήν αιτήσεως προς τον κύριον του έργου απ' ευθείας ή προς ετέραν αρχήν. 6.Η διευθύνουσα Υπηρεσία την αίτησιν περί διαλύσεως της εργολαβίας υποβάλλει αμελλητί προς το Κ.Δ.Σ./ Ο.Δ.Δ.Ε.Π. μετ' εκθέσεως ως προς το βάσιμον των ισχυρισμών του αναδόχου και μετά της γνώμης της Επιτροπής Έργων, το Κ.Δ.Σ. αποφαίνεται επί ταύτης κηρύσσουσα την διάλυσιν ή απορρίπτουσα την αίτησιν. Εν μη εκδόσει τοιαύτης αποφάσεως εντός τριών μηνών από της επιδόσεως της δηλώσεως αυτή θεωρείται γενομένη αποδεκτή. 7.Η αποδοχή της διαλύσεως επέχει την θέσιν της κατ' άρθρον 45 του παρόντος βεβαιώσεως περί περαιώσεως των έργων. 8.Όταν τη διαταγή της υπηρεσίας παύσουν οριστικώς τα έργα η σύμβασις θεωρείται αυτοδικαίως διαλυθείσα από της κοινοποιήσεως τω αναδόχω της διαταγής, περί οριστικής διακοπής των έργων, ήτις επίσης επέχει θέσιν βεβαιώσεως περαιώσεως των εργασιών. 9.Επί διαλύσεως εργολαβίας δύναται αιτήσει του αναδόχου, να εγκριθή η μετά της προσωρινής παραλαβής διενέργεια και της οριστικής τοιαύτης, μη απαιτουμένης της υπό του νόμου προβλεπομένης παρελεύσεως του χρόνου εγγυήσεως εάν εκ της φύσεως των εργασιών δεν δικαιολογήται η συντήρησις αυτών ούτε απαιτηταί η δια του χρόνου δοκιμασία της ποιότητός των. 10.Αι παράγραφοι 5, 6, 7 και 9 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και δια την κατ' άρθρον 55 παράγραφος 1 του παρόντος διάλυσιν εργολαβίας μετά διακοπήν των εργασιών ένεκα καθυστερήσεως πληρωμών. 11.Ασκηθέντος υπό του αναδόχου εγκύρως του κατά τα ανωτέρω δικαιώματος διαλύσεως της συμβάσεως, δύναται συναινέσει τούτου, να συνεχισθή η σύμβασις ματαιουμένης της διαλύσεως κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως του αναδόχου μετά στοιχείων υπολογισμού της υπ' αυτού αξιουμένης αποζημιώσεως. 12.Το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. συγκροτεί τριμελή επιτροπήν ήτις συνερχομένη μερίμνη του υπό της αυτής αποφάσεως οριζομένου προέδρου αυτής, ερευνά το βάσιμον του ασκουμένου υπό του αναδόχου δικαιώματος και εκτιμά το ύψος των θετικών ζημιών αυτού. Η επιτροπή δύναται να ζητήση την παροχήν υπό του αναδόχου πληροφοριών και συμπληρωματικών στοιχείων. 13.Η ματαίωσις της διαλύσεως και η σχετική αποζημίωσις εγκρίνονται δι' αποφάσεως του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. εκδιδομένης μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων. Η επί εγκρίσει ματαιώσεως αποζημίωσις δεν δύναται να είναι ανωτέρα της υπό της επιτροπής της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου εκτιμηθείσης πλην της τυχόν διορθώσεως ή συμπληρώσεως των εν τη εκθέσει της επιτροπής στοιχείων. Η έγκρισις της ματαιώσεως της διαλύσεως γίνεται μετά προηγουμένην έγγραφον αποδοχήν υπό του αναδόχου του ύψους της αποζημιώσεως. Άρθρον
  19. Αποζημίωσις αναδόχου λόγω διαλύσεως. 1.Εις πάσας τας περιπτώσεις διαλύσεως συμβάσεως εξ υπαιτιότητας του κυρίου του έργου, επερχομένης μετά την εγκατάστασιν του αναδόχου εις τα έργα, εις τον ανάδοχον καταβάλλεται έκτος του δια τας εκτελεσθείσας εργασίας εργοληπτικού ανταλλάγματος, η αξία των εν τοις εργοταξίοις εισκομισθέντων και μη ενσωματωθέντων εις το έργον δοκίμων υλικών και αποζημίωσις κανονιζομένη αναλόγως των μήπω αποσβεσθεισών εγκαταστάσεων και του εκ των συνθηκών εργασίας ή άλλων κρατησασών ειδικών συνθηκών, τεκμαιρομένου οφέλους του αναδόχου δια τας μη εκτελεσθείσας συμβατικάς εργασίας. Η αξία των εισκομισθέντων υλικών καταβάλλεται εφ' όσον είχε δοθή εντολή εισκομίσεως των υλικών ή επεβάλλετο η προμήθεια αυτών εκ των εργασιών, οίτινες αναγράφοντας εις το πρόγραμμα ή τους χορηγηθέντας τω αναδόχω πίνακας εργασιών, ή εφ' όσον κρίνεται ότι συνθήκαι ειδικαί επέβαλλαν την εισκόμισιν αυτών οίκοθεν υπό του αναδόχου. Η δια το τεκμαιρόμενον όφελος του αναδόχου αποζημίωσις εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή τα επτά εκατοστά (7 %) του υπολειπομένου, μετ' αφαίρεσιν της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών, αρχικού χρηματικού αντικειμένου της συμβάσεως, μειωμένου κατά το έν τέταρτον (1/4) αυτού. Το αυτά εφαρμόζονται αναλόγως και επί της περιπτώσεως μονομερώς μειώσεως των συμβατικών εργασιών κατά τας διατάξεις της παραγράφου 4 του Άρθρον
  20. Υποβολή – Έλεγχος και έγκρισις μελετών. 1.Αι μελέται εγκρίνονται υπό του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αντιστοίχου κλάδου της παρά τη ΤΥΕ Επιτροπής Έργων. 2.Αι συντασσόμεναι υπό ιδιωτών μελέται υποβάλλονται εις 5πλουν ή προκειμένου περί ειδικών μελετών εις αριθμόν αντιτύπων καθοριζομένων δια της συμβάσεως αναθέσεως. 3.Αι υπό ιδιωτών συντασσόμεναι μελέται υποβάλλονται προς έγκρισιν εις στάδια καθοριζόμενα υπό της οικείας συμβάσεως, δια των οποίων καθορίζονται και αναλυτικώτερον τα δι’ έκαστον στάδιον μελέτης απαιτούμενα προς υποβολήν και έγκρισιν στοιχεία. 4.Αι συμβατικαί προθεσμίαι, αι διέπουσαι την έγκρισιν των κατά φάσιν μελέτης υποβαλλομένων στοιχείων, αναγράφονται εις την οικείαν σύμβασιν και είναι ανάλογοι προς την φύσιν την έκτασιν και το μέγεθος του έργου. Τροποποίησις των ως άνω τιθεμένων προθεσμιών γίνεται κατά τα εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου. 5.Ο ανάδοχος μελετητής υποχρεούται εις μερικήν ή ολικήν διόρθωσιν ή ανασύνταξιν της ανατεθείσης αυτώ μελέτης προς συμπλήρωσιν ή βελτίωσιν ταύτης εφ’ όσον τούτο ήθελε ζητηθή υπό της Επιτροπής Έργων ητιολογημένως. άρθρου 37 του παρόντος, εφ' όσον ο ανάδοχος δεν συνήνεσεν εις την μείωσιν ταύτην. 2.Η κατά το παρόν άρθρον αποζημίωσις προτείνεται υπό της επιτροπής παραλαβής και κανονίζεται δι' αποφάσεως του κυρίου του έργου, μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων κατά την έγκρισιν του πρωτοκόλλου παραλαβής. 3.Δια την προ της εγκαταστάσεως ματαίωσιν ή διάλυσιν της συμβάσεως η αποζημίωσις καθορίζεται κατά τα εν άρθρω 26 του παρόντος παράγραφος
  21. Άρθρον
  22. Ποινικαί ρήτραι. 1.Δι' εκάστην ημέραν υπαιτίου υπερβάσεως της συνολικής προθεσμίας περαιώσεως του έργου και επί αριθμόν ημερών μέχρι του 25 % της συνολικής προθεσμίας, εκπεφρασμένης εις ημερολογιακάς ημέρας, επιβάλλεται εις βάρος του αναδόχου ημερησία ποινική ρήτρα ίση προς το 8 % της μέσης κατά την επομένην παράγραφον ημερησίας αξίας του έργου. Μετά την παρέλευσιν του 25 % του χρόνου και επί αριθμόν ημερών μέχρις ετέρου 10 % της συνολικής προθεσμίας, επιβάλλεται ημερησίως ποινική ρήτρα ίση προς το 12 % της μέσης ημερησίας αξίας του έργου. 2.Η προς επιβολήν των ποινικών ρητρών μέση ημερησία αξία εξευρίσκεται δια διαιρέσεως του εν άρθρω 23 του παρόντος παράγραφος 1 ποσού της συμβάσεως δια της συνολικής προθεσμίας, εκπεφρασμένης εις ημερολογιακάς ημέρας. 3.Εάν η υπερημερία του αναδόχου υπερβή το 35 % της συνολικής προθεσμίας ο ανάδοχος κηρύσσεται υποχρεωτικώς έκπτωτος, μη απαιτουμένης της υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του παρόντος ειδικής προσκλήσεως. Δια της περί εκπτώσεως αποφάσεως προσδιορίζονται και αι εις βάρος του αναδόχου ποινικαί ρήτραι δια τον μέχρι τότε χρόνον. 4.Δι' εκάστην ημέραν υπαιτίου, εκ μέρους του αναδόχου υπερβάσεως τμηματικής προθεσμίας η σύμβασις ορίζει το ποσόν της ποινικής ρήτρας και τον χρόνον καθ' ον αυτή επιβάλλεται. Το σύνολον των υπό της συμβάσεως επαπειλούμενων ποινικών ρητρών δι' υπέρβασιν πασών των τμηματικών προθεσμιών δεν δύναται να είναι ανώτερον του (Αντί της σελ. 358,343) Σελ. 358,343(α) Τεύχος 533 - 131 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 230 2% του προϋπολογισμού της υπηρεσίας βάσει, του οποίου δημοπρατείται το έργον. Αι ποινικαί ρήτραι δια την υπέρβασιν τμηματικών προθεσμιών είναι ανεξάρτητοι από τας δια την υπέρβασιν της συνολικής προθεσμίας επιβαλλομένας. 5.Αι ποινικαί ρήτραι επιβάλλονται δι' αποφάσεως της διευθυνούσης Υπηρεσίας κατόπιν συμφώνου γνώμης της Επιτροπής Έργων. Αι κατά των αποφάσεων τούτων ενστάσεις περιορίζονται μόνον εις την αμφισβήτησιν της εμπροθέσμου περαιώσεως του έργου, υποβάλλονται δε εντός προθεσμίας 5 ημερών από της κοινοποιήσεως της ανωτέρω αποφάσεως. Η υποβολή ενστάσεως δεν αναστέλλει την είσπραξιν ή παρακράτησαν των ποινικών ρητρών. 6.Εάν εγκριθή παράτασις προθεσμίας τινός, συνολικής ή τμηματικής ποινικαί ρήτραι δια τον αντίστοιχον χρόνον της παρατάσεως δεν επιβάλλονται, τυχόν δε επιβληθείσαι αίρονται αυτοδικαίως. Ο υπολογισμός ποινικών ρητρών κατά τας διατάξεις του παρόντος άρχεται από της λήξεως της νέας ορισθείσης κατά παράτασιν προθεσμίας. Ποινική ρήτρα εξ υπερβάσεως τμηματικής προθεσμίας εξαλείφεται εις περίπτωσιν εμπροθέσμου περαιώσεως του έργου εντός της ολικής προθεσμίας και εφ' όσον η υπέρβασις της τμηματικής προθεσμίας δεν έχει επιφέρει οικονομικήν ζημίαν εις τον κύριον του έργου. Άρθρον
  23. Βεβαίωσις περαιώσεως εργασιών. 1.Άμα τη λήξει των προθεσμιών περαιώσεως του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων διενεργεί κατ' αίτησιν του αναδόχου ή και οίκοθεν έλεγχον των έργων προς διαπίστωσιν του ότι ταύτα έχουν περαιωθή και υποστή ικανοποιητικώς πάσαν κατά την σύμβασιν δοκιμασίαν και υποβάλλει προς την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν σχετικήν έκθεσιν. Εν περιπτώσει καθυστερήσεων η έκθεσις περιλαμβάνει συγκεκριμένως τας κατά την λήξιν της προθεσμίας εναπομενούσας προς εκτέλεσιν εργασίας. 2.Η Υπηρεσία εκδίδει βεβαίωσιν περί της εμπροθέσμου περαιώσεως δυναμένη προς τούτο να διενεργήση επιθεώρησιν. Η βεβαίωσις περί της εμπροθέσμου εκτελέσεως δεν εξομοιούται προς παραλαβήν των έργων, ήτις διενεργείται συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις του παρόντος. 3.Εάν κατά την διαδικασίαν βεβαιώσεως περαιώσεως των εργασιών διαπιστωθούν επουσιώδεις μόνον ελλείψεις μη επηρεάζουσαι την λειτουργικότητα του έργου, η διευθύνουσα Υπηρεσία δια διαταγής της προς τον ανάδοχον καθορίζει τας επισημανθείσας ελλείψεις και τάσσει εύλογον προθεσμίαν αποκαταστάσεως αυτών. Εν τη περιπτώσει ταύτη η βεβαίωσις εμπροθέσμου εκτελέσεως εκδίδεται μετά την διαπίστωσιν της εμπροθέσμου αποκαταστάσεως των ελλείψεων. 4.Εάν κατά την κρίσιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας αι διαπιστωθείσαι ελλείψεις είναι τοιαύται ώστε να μη καθίσταται δυνατή ή να είναι πλημμελής η λειτουργία του έργου ή τμήματος αυτού, ή εάν δεν επεραιώθησαν εμπροθέσμως υπό του αναδόχου αι κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εργασίαι αποκαταστάσεως επουσιωδών ελλείψεων, η διευθύνουσα Υπηρεσία κοινοποιεί εις τον ανάδοχον πίνακα των βεβαιωθεισών ελλείψεων. Η κοινοποίησις του κατά τα ανωτέρω πίνακας εις τον ανάδοχον επέχει θέσιν της υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του παρόντος ειδικής προσκλήσεως. Μετά πάροδον απράκτων δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω πίνακος ο ανάδοχος κηρύσσεται έκπτωτος κατά τας διατάξεις του άρθρου 49 του παρόντος. 5.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον έκπτωσις δύναται να ανασταλή δι' αποφάσεως της διευθυνούσης Σελ. 358,344(α) Τεύχος 533 - Σελ. 132 Υπηρεσίας εάν ο ανάδοχος, εντός δεκαημέρου από της κοινοποιήσεως του κατά την ανωτέρω παράγραφον πίνακος, υποσχεθή εγγράφως και παράσχη προς τούτο επαρκείς αποδείξεις ότι θα αποκαταστήση τας βεβαιωθείσας ελλείψεις ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Η αναστολή της εκπτώσεως δεν συνεπάγεται αναστολήν επιβολής των προβλεπομένων ποινικών ρητρών. Άρθρον
  24. Πλημμελής κατασκευή των έργων. 1.Εάν κατά την διάρκειαν της κατασκευής του έργου και μετ' αυτήν, μέχρι της οριστικής παραλαβής, ο επιβλέπων κρίνη ότι η κατασκευή του έργου ή τμήματος αυτού δεν πληροί τους όρους της συμβάσεως ή το έργον εμφανίζει ελαττώματα οφείλει όπως αμελλητί αναφέρη εις τον προϊστάμενον της διευθυνούσης Υπηρεσίας. Εις την αναφοράν εκτίθενται τα στοιχεία εφ' ων βασίζεται ο χαρακτηρισμός της κατασκευής ως πλημμελούς, το είδος και η έκτασις των πλημμελειών και η γνώμη του δια το τυχόν επικίνδυνον ή επουσιώδες τούτων ως και δια τα ληπτέα μέτρα. 2.Η πλημμελής κατασκευή των έργων διαπιστούται υπό του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας, κατόπιν επιθεωρήσεως των έργων. Διαπιστωθείσης υπ' αυτού, πλημμελείας, απευθύνεται προς τον ανάδοχον ειδική διαταγή, δι' ης καθορίζεται το είδος και η έκτασις των πλημμελειών και η εντός ευλόγων προθεσμιών λήψις των ενδεδειγμένων μέτρων προς άρσιν των εκ τούτων συνεπειών. Τοιαύτα μέτρα είναι ιδία η καθαίρεσις και η επανακατασκευή των πλημμελών τμημάτων του έργου και των τυχόν υπ' αυτών επηρεαζόμενων τμημάτων ή η επισκευή ή βελτίωσις τούτων. Εάν πρόκειται περί ελαττώματος χαρακτηριζομένου ως μη ουσιώδους, καθορίζεται δια της αυτής διαταγής ποσοστόν μειώσεως της αμοιβής του αναδόχου. Εις την περίπτωσιν ταύτην δεν αποκλείεται η εντολή παραλλήλου εκτελέσεως εργασιών επισκευής ή βελτιώσεως. 3.Η κατά της διαπιστούσης την πλημμελή κατασκευήν διαταγής κατά νόμον ένστασις του αναδόχου ασκείται ειδικώς εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε
(5)ημερών από της κοινοποιήσεως της διαταγής ταύτης. Εάν ο ανάδοχος ζητή την προς διερεύνησιν του πλημμελούς της κατασκευής διενέργειαν ερευνητικών εργασιών, αύται εκτελούνται μετ' έγκρισιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας ως προς το είδος και την έκτασιν αυτών. Αι ερευνητικαί εργασίαι διεξάγονται παρουσία του επιβλέποντος ή άλλου εκπροσώπου της διευθυνούσης Υπηρεσίας, τα αποτελέσματα δε αυτών καταχωρούνται ανελλιπώς εις το ημερολόγιον του έργου. Αι δαπάναι των ερευνητικών τούτων εργασιών βαρύνουν τον ανάδοχον, εάν αποδειχθή η πλημμέλεια, άλλως τον κύριον του έργου. Επιφυλασσομένων, των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η υποβολή ενστάσεως συνεπάγεται αναστολήν εκτελέσεως της διαταχθείσης αποκαταστάσεως των πλημμελειών μέχρις εκδόσεως της επί ταύτης αποφάσεως ή της τυχόν προ ταύτης ανακλήσεως υπό του αναδόχου της ενστάσεως. 4.Το κατά την προηγουμένην παράγραφον ανασταλτικόν της ενστάσεως αποτέλεσμα δεν υφίσταται ή αίρεται εάν ο προϊστάμενος της διευθυνούσης Υπηρεσίας χαρακτηρίση δια διαταγής του την πλημμέλειαν ως επικίνδυνον. Εις την περίπτωσιν ταύτην αι εργασίαι άρσεως της πλημμελείας ή αι εν τη διαταγή οριζόμενοι εργασίαι αποτροπής των εκ ταύτης κινδύνων εκτελούνται παραχρήμα υπό του αναδόχου παρουσία του επιβλέποντος ή άλλου εκπροσώπου της διευθυνούσης Υπηρεσίας οριζομένου υπό του προϊσταμένου αυτής, όστις καταχωρεί εν τω ημερολογίω ανελλιπώς πάντα τα κατ' εκτέλεσιν της διαταγής λαμβανόμενα υπό του αναδόχου μέτρα, μεταξύ των οποίων δύναται να περιλαμβάνεται και η κατόπιν εγκρίσεως του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας λήψις και εξέτασις δοκιμίων. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 231 5.Η κατά κατά την παράγραφον 3 του παρόντος ένστασις υποβάλλεται προς την Επιτροπήν Έργων μετά σχετικού φακέλλου περιλαμβάνοντος : α)αντίγραφον της διαταγής περί άρσεως της πλημμελείας μετά βεβαιώσεως της ημερομηνίας κοινοποιήσεως ταύτης εις τον ανάδοχον, β)εισήγησιν του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας επί της ενστάσεως ταύτης και γ)παν άλλο στοιχείον εφ' ου εβασίσθη η διαπίστωσις και η περί άρσεως της πλημμελείας διαταγή. Εις ην περίπτωσιν εζητήθη δια της ενστάσεως η διενέργεια ερευνητικών εργασιών, Ο φάκελλος υποβάλλεται μετά την διενέργειαν των εκ τούτων εγκριθεισών και συνοδεύεται μετ' αντιγράφου του σχετικώς τηρηθέντος ημερολογίου του έργου. Η Επιτροπή Έργων αποφαίνεται οριστικώς επί της ενστάσεως μετ' αυτοψίαν διενεργουμένην παρουσία του αναδόχου αρμοδίως προσκαλουμένου. Η επί της ενστάσεως απόφασις κοινοποιείται τω αναδόχω υπό της διευθυνούσης Υπηρεσίας και ανακοινούται απαραιτήτως εις το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ. Ε.Π. και το Υπουργείον Δημοσίων Έργων προς ενημέρωσιν του φακέλλου του εργολήπτου. 6.Ο ανάδοχος υποχρεούται όπως συμμορφωθή προς την κατά τα ανωτέρω απόφασιν, δικαιούμενος εις υποβολήν αιτήσεως θεραπείας κατά το άρθρον 61 του παρόντος. Ισχυρισμοί του αναδόχου στηριζόμενοι εις πραγματικά περιστατικά προκύπτοντα κατά την αποκατάστασιν της πλημμελείας λαμβάνονται υπ' όψιν, μόνον εφ' όσον εκλήθη προς παρακολούθησιν ταύτης ο επιβλέπων. 7.Εάν ο ανάδοχος δεν ήθελε προβή εντός της κατά περίπτωσιν τασσομένης αυτώ προθεσμίας εις την αποκατάστασιν των πλημμελειών, αι εργασίαι αποκαταστάσεως της πλημμελείας, εκτελούνται, μερίμνη της διευθυνούσης Υπηρεσίας καθ' οιονδήποτε προκρινόμενον υπ' αυτής τρόπον εις βάρος και δια λογαριασμόν του αναδόχου, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων του κυρίου του έργου ως προς την εφαρμογήν υπό του άρθρου 49 του παρόντος προβλεπομένων λοιπών κυρώσεων κατά του αναδόχου. 8.Εάν αποδειχθή ότι τα έργα δεν είχον κατασκευασθή πλημμελώς ο ανάδοχος αποζημιούται δια τας εκτελεσθείσας υπ' αυτού, εις συμμόρφωσιν προς τας δοθείσας αυτώ διαταγάς εργασίας. Εάν αι εργασίαι αποκαταστάσεως εγένοντο κατά την διάρκειαν της κατασκευής των έργων η αποζημίωσις αυτή υπολογίζεται επί τη βάσει των συμβατικών όρων και τιμών μονάδος. Εάν αι εργασίαι αποκαταστάσεως διετάχθησαν μετά την αποπεράτωσιν των έργων και την απομάκρυνσιν των εγκαταστάσεων του αναδόχου η εν λόγω αποζημίωσις υπολογίζεται βάσει τιμών μονάδος κανονιζομένων κατά την περίπτωσιν β' της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του παρόντος. 9.Εάν κατά την παραλαβήν των έργων ήθελαν αποκαλυφθή πλημμέλειαι, η παραλαβή αναβάλλεται και εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Αι προθεσμίαι συντελέσεως της παραλαβής παρατείνονται εν τη περιπτώσει ταύτη αναλόγως. Άρθρον
  1. Κίνδυνος του έργου - Βλάβαι εις τα έργα εξ υπαιτιότητας του αναδόχου-Βλάβαι εξ ανωτέρας βίας. 1.Ο ανάδοχος μέχρι της οριστικής παραλαβής του έργου φέρει τον κίνδυνον έναντι του κυρίου αυτού, δια πάσαν εξ οιασδήποτε αιτίας βλάβην του έργου, πλην αν αύτη οφείλεται εις υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή αν ειδικώς άλλως ορίζεται εν τη συμβάσει. Εν περιπτώσει παραδόσεως του έργου υπό του αναδόχου εις τον κύριον αυτού προς χρήσιν προ της παραλαβής, αι εκ της χρήσεως βλάβαι εφ' όσον δεν οφείλονται εις κακήν ποιότητα του έργου, βαρύνουν τον κύριον του έργου. 2.Κατ' έξαίρεσιν από της προηγουμένης παραγράφου εάν αι βλάβαι εις το έργον, εις τα εισκομισθέντα εις τα εργοτάξια δόκιμα υλικά ή και εις τας εγκαταστάσεις και μηχανήματα του αναδόχου του έργου προήλθον εξ ανωτέρας βίας, αναγνωρίζεται υπέρ του αναδόχου αποζημίωσις ανάλογος προς τας επελθούσας ζημίας, καθοριζομένη εν τη συνεκτιμήσει του είδους και της εκτάσεως των βλαβών και των ειδικών εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει συνθηκών, των σχετικών προς την κατασκευήν του έργου. Η αναγνώρισις της αποζημιώσεως γίνεται μετά σύμφωνον γνώμην της Επιτροπής Έργων επί τη αιτήσει του αναδόχου του έργου, υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα ημερών από της επελεύσεως της βλάβης προκειμένου περί έργου υπό κατασκευήν και εντός είκοσιν ημερών προκειμένου περί έργου αποπερατωθέντος αλλά μη εισέτι παραληφθέντος. 3.Ο ανάδοχος εις ουδεμίαν δικαιούται αποζημίωσιν παρά του κυρίου του έργου, δι' οιανδήποτε βλάβην επερχομένην εις τα έργα, δι' οιανδήποτε φθοράν ή απώλειαν υλικών και δι' οιανδήποτε εν γένει ζημίαν αυτού, οφειλόμενας είτε εις αμέλειαν, απρονοησίαν ή ανεπιτηδειότητα αυτού ή του εν γένει προσωπικού του, είτε εις μη χρήσιν των καταλλήλων μέσων είτε εις οιανδήποτε ετέραν αιτίαν, πλην των εις τας προηγουμένας παραγράφους περιπτώσεων. Ο ανάδοχος υποχρεούται να αποκαταστήση τας ούτω βαρύνουσας αυτόν βλάβας ιδίαις αυτού δαπάναις. 4.Δια να αναγνωρισθούν κατά την παράγραφον 2 του παρόντος εξ ανωτέρας βίας προξενηθείσαι βλάβαι εις τα έργα ή τα εν τοις εργοταξίοις εισκομισθέντα υλικά ή εις τας εγκαταστάσεις και μηχανήματα του αναδόχου, δέον ούτος να δηλώση εγγράφως προς την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν, εντός της υπό της διατάξεως ταύτης τασσομένης προθεσμίας, το είδος και την έκτασιν των βλαβών ως και την προς επανόρθωσιν αυτών δαπάνην εν ω μέτρω καθίσταται δυνατόν να εκτιμηθή αυτή. Η δήλωσις περιλαμβάνει επίσης υποχρεωτικώς μνείαν της ως ανωτέρας βίας χαρακτηριζομένης αιτίας των βλαβών και αίτημα αποζημιώσεως προς αποκατάστασιν αυτών. 5.Ο προϊστάμενος της διευθυνούσης Υπηρεσίας προβαίνει αμελλητί και δι' αυτοψίας εις την εξακρίβωσιν του περιεχομένου της δηλώσεως, ιδία δε του είδους και της εκτάσεως των βλαβών και του χρόνου και των συνθηκών υφ' ας εγένοντο και εντός τριών ημερών από της υποβολής της δηλώσεως του αναδόχου αναφέρει σχετικώς εις την προϊσταμένην Αρχήν. 6.Η προϊσταμένη Αρχή συνιστά αμελλητί επιτροπήν εκ τεχνικών υπαλλήλων, οριζομένων αναλόγως προς το είδος και την έκτασιν των βλαβών και των συνθηκών υφ' ας εγένοντο αύται. Η επιτροπή οφείλει όπως μερίμνη του δια της αποφάσεως αυτής οριζομένου ως προέδρου, προβή εις επιτόπιον εξέτασιν κατ' αντιπαράστασιν του αναδόχου αρμοδίως καλουμένου, και συντάξη σχετικόν πρωτόκολλον διαπιστώσεως των βλαβών εντός δέκα ημερών από της συστάσεώς της. Εν τω πρωτοκόλλω εκτίθενται επακριβώς τα αίτια, ο χρόνος και αι ειδικαί συνθήκαι υφ' ας έλαβον χώραν αι επενεχθείσαι βλάβαι, μνημονευομένων προς τούτο όλων των εξακριβωθέντων προσφορών στοιχείων, εξετάζεται η ύπαρξις ή ου ευθύνης του αναδόχου, προσδιορίζεται λεπτομερώς το είδος και η έκτασις των βλαβών και προτείνεται ο τρόπος και η προς επανόρθωσιν αυτών δαπάνη. 7.Το κατά την προηγουμένην παράγραφον πρωτόκολλον επέχει θέσιν πράξεως της διευθυνούσης Υπηρεσίας δια την υποβολήν της κατά νόμον ενστάσεως του αναδόχου. Η ένστασις είναι απαράδεκτος εφ' όσον το πρωτόκολλον υπεγράφη ανεπιφυλάκτως υπό του αναδόχου. Εάν ο ανάδοχος δεν παραστή ή αρνηθή να υπογράψη το πρωτόκολλον, ο προϊστάμενος της διευθυνούσης Υπηρεσίας κοινοποιεί τούτο κατά τα εν άρθρω 23 του παρόντος παράγραφος 3 οριζόμενα. Η ένστασις ειδικώς εν προκειμένω υποβάλλεται εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε ημερών από της μετ' επιφυλάξεως υπογραφής του πρωτοκόλλου ή από της κατά τα ανωτέρω κοινοποιήσεως τούτου. 8.Το πρωτόκολλον ομού μετά της τυχόν ενστάσεως (Μετά την σελ. 358,344(α) Σελ. 358,345 Τεύχος 533 - Σελ. 133 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 33.Θ.δ.2 232 του αναδόχου υποβάλλεται υπό της διευθυνούσης Υπηρεσίας εις την προϊσταμένην Αρχήν. Το πρωτόκολλον, εις περίπτωσιν καθ' ην υπεγράφη μετ' επιφυλάξεως παρά του αναδόχου ή εκοινοποιήθη αυτώ, υποβάλλεται μετά την παρέλευσιν απράκτου της πενθημέρου προθεσμίας υποβολής ενστάσεως μετά βεβαιώσεως του προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας περί της απράκτου παρελεύσεως της προθεσμίας. Το πρωτόκολλον τελειούται μόνον μετά την έγκρισίν του υπό του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π., αποφαινομένου ταυτοχρόνως και επί της τυχόν κατ' αυτού ενστάσεως. 9.Εκτός αν άλλως καθορίζεται υπό της συμβάσεως, η υπέρ του αναδόχου αποζημίωσις δια βλάβας εξ ανωτέρας βίας αφορά μόνον εις την επανόρθωσιν των υλικών ζημιών των επενεχθεισών εις τα έργα, τα εισκομισθέντα υλικά και τας εγκαταστάσεις και μηχανήματα του αναδόχου. Η αποζημίωσις προσδιορίζεται πάντοτε βάσει των συμβατικών όρων. Εφ' όσον η αποκατάστασις των βλαβών διατάσσεται μετά το πέρας των έργων και την απομάκρυνσιν των εγκαταστάσεων του εργοταξίου του αναδόχου, αι τιμαί μονάδος δια τον υπολογισμόν της αποζημιώσεως κανονίζονται εκ παρακολουθήσεως κατά την περίπτωσιν β' της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του παρόντος. 10.Ο ανάδοχος υποχρεούται εις την εκτέλεσιν των διατασσομένων προς αποκατάστασιν της βλάβης εργασιών. Ο προϊστάμενος της διευθυνούσης Υπηρεσίας, εάν εκ της προξενηθείσης βλάβης εις τα έργα δημιουργήται κίνδυνος δια την ασφάλειαν προσώπων ή σημαντικών ζημιών τρίτων ή περαιτέρω σημαντικής βλάβης των έργων, προς αποτροπήν κατά το δυνατόν του κινδύνου τούτου, δύναται να εγκρίνη και προ της επιδόσεως εισέτι της κατά τας διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου δηλώσεως του αναδόχου την κατασκευήν εν τω μέτρω του δυνατού προσφορών προς τούτο έργων, έστω και αν ταύτα δεν αποτελούν αντικείμενον της μετά του αναδόχου συναφθείσης συμβάσεως. Η περί τούτων διαταγή μνημονεύει απαραιτήτως τας διατάξεις της παρούσης παραγράφου και κοινοποιείται εις την προϊσταμένην Αρχήν. Ο ανάδοχος υποχρεούται όπως προβή εις την κατασκευήν των, διατασσομένων εργασιών άνευ χρονοτριβής, διαθέτων προς τούτο άπαν το δυναμικόν της οργανώσεώς του. Ο προϊστάμενος της διευθυνούσης Υπηρεσίας δύναται όπως, επί τη διαπιστώσει ανεπαρκείας της οργανώσεως του αναδόχου δια την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν των κινδύνων, εγκρίνη την κατασκευήν μέρους ή και του συνόλου των διατασσομένων εργασιών δι' οιουδήποτε αλλού προσφόρου τρόπου κατά τα υπό των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του παρόντος οριζόμενα. Άπασαι αι δαπάναι δια την εκτέλεσιν των ανωτέρω εργασιών καταβάλλονται εκ των δια την κατασκευήν του έργου διατιθεμένων πιστώσεων και βαρύνουν τελικώς τον κύριον του έργου, εκτός αν δια της κατά τας διατάξεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου αποφάσεως ήθελον καταλογισθή εν όλω ή εν μέρει εις βάρος του αναδόχου, ως υπαιτίου δια την προξενηθείσαν βλάβην εις τα έργα. 11.Η εκτέλεσις εργασιών αποκαταστάσεως βλαβών εξ ανωτέρας βίας δύναται να δικαιολογήση παράτασιν των προθεσμιών εκτελέσεως των εργασιών κατ' εύλογον χρονικόν διάστημα. 12.Η αποζημίωσις βλαβών εξ ανωτέρας βίας δεν λαμβάνεται υπ' όψιν δια τον υπολογισμόν της υποχρεωτικής δια τον ανάδοχον αυξήσεως των εργασιών κατά τας παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 37 του παρόντος. Σελ. 358,346 Τεύχος 533 - Σελ. 134 Άρθρον
  2. Βλάβαι εξ άλλων αιτιών. 1.Η διαδικασία του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και προς καθορισμόν της αποζημιώσεως του αναδόχου και των τυχόν εκτελεστέων εργασιών αποκαταστάσεως ή προλήψεως κινδύνων και επί περιπτώσεων καθ' ας αι επενεχθείσαι βλάβαι οφείλονται εις υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή εις άλλην ειδικώς δια της συμβάσεως εξαιρουμένην της ευθύνης του αναδόχου αιτίαν. 2.Δια βλάβας οφειλομένας εις χρήσιν έργου, παραδοθέντος προς τούτο υπό του αναδόχου εις τον κύριον του έργου προ παραλαβής κατά τας διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως μόνον αι διατάξεις των παραγράφων 9, 10 και 12 του προηγουμένου άρθρου. Τοιαύται εργασίαι εκτελούνται μόνον κατόπιν εγγράφου εγκρίσεως της διευθυνούσης Υπηρεσίας, κατόπιν εγκρίσεως της σχετικής δαπάνης υπό του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. Προς διαπίστωσιν της εκτελέσεως των εργασιών τούτων συντάσσεται πρωτόκολλον μεταξύ της διευθυνούσης Υπηρεσίας δια του επιβλέποντος αφ' ενός και του αναδόχου αφ' ετέρου. Άρθρον
  3. Έκπτωσις αναδόχου. 1.Ο ανάδοχος του έργου, ο οποίος δεν εκπληροί προσηκόντως τας εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του ή δεν συμμορφούται προς τας συμφώνως προς την σύμβασιν, εγγράφους εντολάς της διευθυνούσης Υπηρεσίας ή τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού δύναται να κηρυχθή έκπτωτος της εργολαβίας δι' αποφάσεως του κυρίου του έργου κατόπιν γνώμης της διευθυνούσης Υπηρεσίας. 2.Της εκπτώσεως προηγείται κοινοποίησις εις τον ανάδοχον ειδικής προσκλήσεως του Προϊσταμένου της διευθυνούσης Υπηρεσίας, ήτις μνημονεύει απαραιτήτως τας διατάξεις του παρόντος άρθρου και περιλαμβάνει συγκεκριμένην διατύπωσιν των αξιουμένων προς εκτέλεσιν υπό του αναδόχου ως και την προς τούτο προθεσμίαν. Η προθεσμία δέον να είναι εύλογος εν σχέσει προς τα αξιούμενα προς εκτέλεσιν, πάντως δε ουχί μικρότερα των δέκα
(10)ημερών. Εις περίπτωσιν καθ' ην αξιούται η λήψις μέτρων προς αποτροπήν προφανών κινδύνων, περί ων το άρθρον 47 παράγραφος 10, η τασσομένη προθεσμία δύναται να είναι και μικρότερα των δέκα
(10)ημερών. 3.Η ειδική πρόσκλησις και αι δια ταύτης τιθέμεναι προθεσμίαι δεν ανατρέπουν τας εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αναδόχου δια την εμπρόθεσμον εκτέλεσιν των έργων ή τμημάτων αυτών και τας εκ της υπερβάσεως των προθεσμιών συνεπείας. 4.Η περί εκπτώσεως απόφασις εκδίδεται μετά την εκπνοήν της εν τη ειδική προσκλήσει προθεσμίας αφ' όσον ο ανάδοχος δεν συνεμορφώθη προς τα υπό ταύτης διατασσόμενα. Από της κοινοποιήσεως της περί εκπτώσεως αποφάσεως διακόπτεται πάσα εργασία του εκπτώτου εργολάβου. Δια της αποφάσεως καλείται ο ανάδοχος ίνα εις ωρισμένον τόπον και χρόνον παραστή εις την επιμέτρησιν των υπ' αυτού εκτελεσθεισών εργασιών και δοκίμων και χρησίμων δια την εκτέλεσιν των έργων υλικών. Η επιμέτρησις εν τη περιπτώσει ταύτη συντάσσεται κατά τας διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 54 του παρόντος. Η περί εκπτώσεως του αναδόχου απόφασις κοινοποιείται πάντοτε προς το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. 33.Θ.δ.2 Εκτέλεση Έργων Αρμοδιότητας Εκκλησίας 233 δ.Η ένστασις κατά της αποφάσεως εκπτώσεως ασκείται ειδικώς εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 5 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Η εμπροθέσμως ασκηθείσα ένστασις αναστέλλει κατά πάντα την απόφασιν εκπτώσεως μέχρις εκδόσεως της επί της ενστάσεως αποφάσεως. Επί της ενστάσεως αποφαίνεται, το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. μετά γνώμην της Επιτροπής Έργων. 6.Εν περιπτώσει εκπτώσεως δύναται να μη συνεχισθούν τα έργα ή να εκτελεσθούν μόνον αι κρινόμεναι ως αναγκαίαι εργασίαι. Ο τρόπος εκτελέσεως των υπολειπομένων εργασιών ή μέρους τούτων, κατ' άρθρον 7 παράγραφον 3 του παρόντος καθορίζεται υπό της Προϊσταμένης Αρχής. Η εκτέλεσις των εργασιών γίνεται εις βάρος και δια λογαριασμού του εκπτώτου αναδόχου. Εάν η δαπάνη των εργασιών αποβή μεγαλύτερα της βάσει των τιμών της εκπτώτου εργολαβίας τοιαύτης, η διαφορά κρατείται εκ των οφειλομένων τω αναδόχω ή εκ του προϊόντος καταπτώσεως των εγγυήσεων ή εισπράττεται δια παντός νομίμου μέσου κατά τας περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων διατάξεις. Ο τοιούτος εις βάρος του εκπτώτου αναδόχου διακανονισμός γίνεται δια τας εργασίας δια τας οποίας ήτο υπόχρεως ο ανάδοχος κατά την σύμβασιν, ως αυτή είχε τροποποιηθή μέχρι της κηρύξεως της εκπτώσεως καθ' ο μέτρον αύται εκτελεσθούν εντός προθεσμίας ίσης προς την ολικήν προθεσμίαν αποπερατώσεως της αρχικής συμβάσεως, αρχομένης από της κοινοποιήσεως της περί εκπτώσεως αποφάσεως ή της περί απορρίψεως της ενστάσεως τοιαύτης. Εάν η δαπάνη εκτελέσεως αποβή μικρότερα της βάσει των τιμών της εκπτώτου εργολαβίας τοιαύτης, η διαφορά προσκτάται υπό του κυρίου του έργου. 7.Το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. δύναται μετά την έκπτωσιν του αναδόχου, κατόπιν αιτήσεως του εκπτώτου προς την διευθύνουσαν Υπηρεσίαν να εγκρίνη την υπ' αυτού εκτέλεσιν των υπολειπομένων εργασιών ή μέρους αυτών, εάν κρίνη ότι ο έκπτωτος διαθέτη τα προς τούτο μέσα, τασσομένης αναλόγου προς τούτο προθεσμίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει μετά την έγκαιρον και καλήν των έργων εκτέλεσιν, δύναται το Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. μετά πρότασιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας και γνωμοδότησιν της Επιτροπής Έργων να άρη την έκπτωσιν του αναδόχου. 8.Από της εκδόσεως της περί εκπτώσεως αποφάσεως μέχρι του υπό του Κ.Δ.Σ./Ο.Δ.Δ.Ε.Π. καθορισμού του τρόπου εκτελέσεως των υπολειπ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.