7. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 400 της 13/17 Ιαν. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 10) Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως. Με το άρθρ. 1 Νόμ. 1266/2-2 Ιουλ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 81), (τόμ. 12 σελ. 124,07) καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή. Για τις αρμοδιότητές της που μεταβιβάστηκαν σε άλλα όργανα βλ. άρθρ. 1, 2 και 3 άνω Νόμ. 1266/82. Με την παρ. 1 άρθρ.9 Π.Δ. 118/8-8-1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20), ορίστηκε ότι όπου στα άρθρα 8 παρ. 1 και 3, 10 παρ. 2, 11 παρ. 2, 12 προ της παρ. 1, 22 παρ. 1, 5 και 6, 23 παρ. 1, 2 και 3, 25 παρ.1, 3 και 4, 26 παρ. 1 και 2, 27 παρ. 1 και 2, 28 παρ. 1 και 2, 29 παρ. 1 και 2, 32, 33 παρ. 2, 41 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 2, 54 παρ. 1, 55 παρ. 1, 57 παρ. 1 και 3 και 58 του άνω Ν.Δ. 400/1970 αναφέρεται η λέξη «εταιρεία» αντικαθίσταται με τη λέξη επιχείρηση». Επίσης με την παρ. 2 άνω άρθρ. 9 ορίστηκε, ότι: «Οι λέξεις «Ελληνικής Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας» του άρθρ. 14, «Πάσα Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία» της παρ. 1 του άρθρ. 19, και «Αι Ασφαλιστικαί Εταιρείαι Κλάδου Ζωής» της παρ. 2 του αυτού άρθρου, αντικαθίστανται, αντίστοιχα με τις λέξεις «Ελληνικής Ασφαλιστικής Επιχείρησης», «κάθε ασφαλιστική επιχείρηση» και «Οι επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζωής». Ομοίως οι λέξεις «Αλλοδαπή Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία» της παρ. 3 του άρθρ. 23, αντικαθίσταται με τις λέξεις «Αλλοδαπή Ασφαλιστική Επιχείρηση». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ Γενικαί Διατάξεις άρθρ.5 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. "Άρθρ.3α.-1. Για ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα στην Ελλάδα και συνιστώνται μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 118/85 (Α'35), η άδεια λειτουργίας χορηγείται αποκλειστικά για την άσκηση είτε ασφαλίσεων κατά ζημιών είτε ασφαλίσεων ζωής. 2. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα στην Ελλάδα και οι οποίες κατά τη δημοσίευση του π.δ. 118/85 ασκούσαν ασφαλίσεις κατά ζημιών μαζί με ασφαλίσεις ζωής μπορούν να εξακολουθήσουν την ταυτόχρονη άσκηση των δύο δραστηριοτήτων, υπό τον όρο ότι κάθε δραστηριότητα θα τελεί υπό ξεχωριστή διαχείριση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52β του παρόντος. 3. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα που έχουν άδεια λειτουργίας για ασφαλίσεις ζωής μπορούν να λάβουν και άδεια λειτουργίας για τον κλάδο IV/2 του άρθρου 13 παρ.2 του παρόντος, υπό τον όρο ότι θα κατέχουν τα αντίστοιχα ελάχιστα εγγυητικά κεφάλαια και θα υπολογίζουν δύο περιθώρια φερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17α και 17β του παρόντος. Επίσης, ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών με έδρα στην Ελλάδα που έχουν άδεια λειτουργίας μόνον για τους κλάδους 1 και 2 των ασφαλίσεων κατά ζημιών μπορούν να λάβουν και άδεια λειτουργίας ασφαλίσεων ζωής υπό τον όρο του προηγούμενου εδαφίου. 4.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα (εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ) μπορούν να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ως εξής: α) Εάν οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασκούν στον τόπο της έδρας τους ασφαλίσεις κατά ζημιών μαζί με ασφαλίσεις ζωής (μικτές ασφαλιστικές επιχειρήσεις). εγκαθίστανται στην Ελλάδα -για την άσκηση μόνο ασφαλίσεων κατά ζημιών ή μόνον ασφαλίσεων ζωής, μέσω πρακτορείου ή υποκαταστήματος σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος. -για την άσκηση ασφαλίσεων ζωής (όταν ασκούν και ασφαλίσεις κατά ζημιών στην Ελλάδα) μέσω θυγατρικής ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης. Η παράγραφος 3 του παρόντος εφαρμόζεται αναλόγως. (Μετά τη σελ.234,04) Σελ. 234,05 Τεύχος 1417 Σελ. 7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 β) Εάν οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασκούν στον τόπο της έδρας τους μόνον ασφαλίσεις κατά ζημιών ή μόνον ασφαλίσεις ζωής, εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή πρακτορείου. 5.Υποκαταστήματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ε.Ε και στον Ε.Ο.Χ. και ασκούν στην Ελλάδα ασφαλίσεις κατά ζημιών μαζί με ασφαλίσεις ζωής, υπόκεινται μέχρι και την 31.12.98, και όσον αφορά την διαχείριση των δύο δραστηριοτήτων τους, στις διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου "ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων" του παρόντος, λαμβανομένης υπόψη και της παρ.3 του παρόντος άρθρου. 6. Εάν ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ασκεί ασφαλίσεις κατά ζημιών, έχει οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς με ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί ασφαλίσεις ζωής, το Υπουργείο Εμπορίου, συνεργαζόμενο και με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών-μελών, εάν είναι αναγκαίο, μεριμνά ώστε τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων αυτών να μη νοθεύονται με συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ τους ή με ρυθμίσεις οποιασδήποτε μορφής που μπορούν να επηρεάζουν την κατανομή εξόδων και εσόδων." Το άρθρ.3α αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.6 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. "7. Η λέξη "ασφαλιστής" δηλώνει αποκλειστικά την ασφαλιστική επιχείρηση που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η παρ' οιουδήποτε αλλού καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση της απαγορεύεται." Η παρ.7 προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27 'Άρθρ.4.-1. Υπό του παρόντος ν.δ/τος διέπεται κάθε ασφάλιση της οποίας το ασφαλιστήριο εκδίδεται στην Ελλάδα ή εκδιδόμενο στην αλλοδαπή είτε προσυπογράφεται από τον αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εκδότριας ασφαλιστικής επιχείρησης, είτε συνάπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος "Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και για την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών". Σελ. 234,06 Τεύχος 1417 Σελ. 8 2. Για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ.1 και 3 του παρόντος ν. δ/τος, ισχύουν τα ακόλουθα: Α. ΄Οταν ο ασφαλισμένος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και ο ασφαλισμένος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του στην Ελλάδα ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο την έδρα του στην Ελλάδα, η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, επιφυλασσομένων των επομένων υπό στοιχεία Β έως και Η περιπτώσεων. Β. α) Εφόσον ο κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και ο ασφαλισμένος δεν έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο την έδρα του στην Ελλάδα, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να υπαγάγουν την ασφαλιστική σύμβαση είτε στο ελληνικό δίκαιο, είτε στο δίκαιο του κράτους-μέλους στο οποίο ο ασφαλιζόμενος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του ή την έδρα του. β) Το αυτό εφαρμόζεται και όταν ο ασφαλιζόμενος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο δραστηριότητας του ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο την έδρα του στην Ελλάδα, ο δε κίνδυνος βρίσκεται σε άλλο κράτος-μέλος. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Γ. ΄Οταν ο ασφαλιζόμενος ασκεί εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και η ασφαλιστική σύμβαση καλύπτει κινδύνους που σχετίζονται με τις δραστηριότητές του και οι οποίοι βρίσκονται στην Ελλάδα και σε ένα ή περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι εφαρμόζεται είτε το δίκαιο ενός από τα κράτη-μέλη στα οποία βρίσκεται ένας από τους ασφαλιζόμενους κινδύνους είτε το δίκαιο του κράτους-μέλους όπου ο ασφαλισμένος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητάς του. Δ. Σε περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και οι καλύψεις των προαναφερομένων παραγράφων περιορίζονται σε κάλυψη ζημιογόνων περιστατικών τα οποία μπορούν να επέλθουν σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. τότε οι συμβαλλόμενοι μπορούν να επιλέξουν ως εφαρμοστέο το δίκαιο αυτού του κράτους- μέλους στο οποίο θα επέλθει η ζημία. Ε. Κατ' εξαίρεση των ανωτέρω για τις ασφαλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ.3 του παρόντος, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα το εφαρμοστέο δίκαιο στην ασφαλιστήρια σύμβαση. ΣΤ. Σε περίπτωση που έχει επιλεγεί δίκαιο διαφορετικό από το ελληνικό και όλα τα στοιχεία της ασφαλιστήριας σύμβασης έχουν κατά τη στιγμή της επιλογής εντοπισθεί στην Ελλάδα, δεν θίγονται οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής νομοθεσίας. Ζ. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να είναι ρητή και να προκύπτει σαφώς από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης ή τις περιστάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση ή αν δεν γίνει καμία επιλογή, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία παρουσιάζει στενότερη συνάφεια μεταξύ των χωρών που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις. Εάν ένα τμήμα της ασφαλιστικής σύμβασης διαχωρίζεται της υπολοίπου και παρουσιάζει στενότερη συνάφεια με άλλη χώρα, τότε, σε αυτό το τμήμα της συμβάσεως μπορεί να εφαρμοστεί το δίκαιο αυτής της χώρας. Τεκμαίρεται ότι, η σύμβαση παρουσιάζει στενότερη συνάφεια με το κράτοςμέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος. Η. Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα, υποχρεούται για τα ακόλουθα:
- i)Να γνωστοποιεί στον ασφαλισμένο, πριν την σύναψη της σύμβασης, το εφαρμοστέο στην ασφαλιστική βάση δίκαιο, εάν δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής, ή το δίκαιο που προτείνει η ασφαλιστική επιχείρηση σε περίπτωση δυνατότητας επιλογής, ως και τον τρόπο και χρόνο διευθέτησης των εγγράφων αιτημάτων και παραπόνων των ασφαλισμένων, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου.
- ii)Να γνωστοποιεί στον ασφαλισμένο, εφόσον πρόκειται για κινδύνους άλλους από αυτούς του άρθρου 13 παρ.3 του παρόντος, πριν την σύναψη της σύμβασης, το κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα ή, εάν είναι αναγκαίο, το υποκατάστημα ή πρακτορείο, η οποία ή το οποίο θα εκδόσει την ασφαλιστική σύμβαση. iii) Η ασφαλιστική σύμβαση μαζί με την πρόταση ασφάλισης, πρέπει να αναφέρει την διεύθυνση της έδρας ή, εάν είνα αναγκαίο, του υποκαταστήματος ή πρακτορείου, η οποία ή το οποίο εκδίδει την ασφαλιστική σύμβαση, ως και το όνομα και την διεύθυνση του ειδικού αντιπροσώπου της ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί ελεύθερη παροχή στον κλάδο 10 "Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα" εκτός της αστικής ευθύνης του μεταφορέα.
- iv)΄Ολες οι αναγκαίες πληροφορίες που γνωστοποιούνται στον ασφαλισμένο πριν την σύναψη της σύμβασης ως και οι ασφαλιστικές συμβάσεις, συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ή συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: -Το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση είναι το ελληνικό -Οι κίνδυνοι που καλύπτονται δεν υπάγονται στους κινδύνους του άρθρου 13 παρ.3 του παρόντος. 3.Για τις ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 παραγ.2 του παρόντος ν.δ. ισχύουν τα ακόλουθα: Α. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος έχει τον τόπο της συνήθους διαμονής του, ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, την εγκατάσταση του στην Ελλάδα, η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο. Β. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι ΄Ελληνας υπήκοος και έχει τον τόπο της συνήθους διαμονής του σε άλλο κράτος-μέλος, μπορεί να υπαγάγει την ασφαλιστική του σύμβαση είτε στο ελληνικό δίκαιο είτε στο δίκαιο του κράτους-μέλους όπου έχει την συνήθη διαμονή του. Δικαίωμα επιλογής μεταξύ του δικαίου του κράτους-μέλους του οποίου είναι υπήκοος και του Ελληνικού δικαίου, έχει και ο αντισυμβαλλόμενος ο οποίος είναι υπήκοος άλλου κράτους-μέλους και έχει τον τόπο συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα. Γ. Σε περίπτωση σύναψης ατομικών ασφαλίσεων ζωής, διάρκειας μεγαλύτερης των 6 μηνών, όταν στην ασφαλιστική σύμβαση εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο, ο αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής επιχείρησης έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 30 ημερών από την ημέρα που πληροφορήθηκε την σύναψη της σύμβασης. Η υπαναχώρηση επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλόμενου που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. (Μετά τη σελ.234,06) Σελ. 234,061 Τεύχος 1417 Σελ. 9 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να παρακρατήση για την κύρια ασφάλιση ένα μηνιαίο ασφάλιστρο και το 1/12 του ετήσιου ασφαλίστρου για τις συμπληρωματικές καλύψεις που υπάγονται στον κλάδο. (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄252 της 11 Νοεμ.1996). Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις με διάρκεια ίση ή μικρότερη των 6 μηνών. Ειδικά στις συμβάσεις ασφαλίσεων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, ισχύει η διάταξη του άρθρου 13γ περιπτ.Α στοιχ. ιθ του παρόντος. Δ. Εάν κράτος-μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται πριν από την σύναψη ασφαλίσεων ζωής να κοινοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο έγγραφο με τις ακόλουθες πληροφορίες, οι οποίες όπως και οι αντίστοιχες συμβάσεις, συντάσσονται στα ελληνικά, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος είναι Έλληνας υπήκοος ή έχει την εγκατάσταση του στην Ελλάδα και το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό:
- i)την επωνυμία, τον σκοπό και την νομική μορφή της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- ii)το κράτος-μέλος καταγωγής της επιχείρησης ή το κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα ή το πρακτορείο που συνάπτει την σύμβαση. iii) την διεύθυνση της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου που συνάπτει την σύμβαση.
- iv)την περιγραφή των παρεχομένων καλύψεων κύριας και συμπληρωματικής ασφάλισης και των διαφόρων επιλογών του αντισυμβαλλόμενου. ν) την διάρκεια της σύμβασης τόσο για την κύρια ασφάλιση όσο και τη συμπληρωματική.
- vi)τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης. νii) τις λεπτομέρειες και τον χρόνο καταβολής των ασφαλίστρων τόσο για την κύρια ασφάλιση όσο και για τις συμπληρωματικές καλύψεις. viii) τον τρόπο υπολογισμού και διανομής της συμμετοχής στα κέρδη της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στην υπεραπόδοση των μαθηματικών αποθεμάτων.
- ix)τον προσδιορισμό των αξιών εξαγοράς με σχετικό πίνακα εξαγορών στο βαθμό που οι αξίες είναι εγγυημένες. χ)τις πληροφορίες για τα ασφάλιστρα που αφορούν τόσο την κύρια ασφάλιση όσο και τις συμπληρωματικές καλύψεις όποτε είναι απαραίτητες παρόμοιες πληροφορίες. χι)εάν οι παροχές ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνδέονται με μονάδες επένδυσης, δίδονται επιπλέον πληροφορίες για το είδος των μονάδων με τις οποίες συνδέονται οι παροχές. Σελ. 234,062 Τεύχος 1417 Σελ. 10 χii) εάν οι μονάδες αυτές προκύπτουν από τη συγκρότηση "εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου" δίδονται πληροφορίες για τη φύση των στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης που συγκροτούν το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο". Στην περίπτωση που οι μονάδες αυτές συνδέονται με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων για τα οποία δεν υπάρχει άδεια διάθεσης στην Ελλάδα, δίδονται πληροφορίες για τα μερίδια αυτά καθώς και η καθαρή τους τιμή, τιμή διάθεσης και τιμή εξαγοράς. xiii) τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης xiv)τις γενικές ενδείξεις για το φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τον συγκεκριμένο τύπο ασφαλιστηρίου και χν) το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης, εάν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν δικαίωμα επιλογής ή, αν έχουν δικαίωμα να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο που προτείνει ο ασφαλιστής. χνί) τον τρόπο και τον χρόνο διευθέτησης των εγγράφων παραπόνων των αντισυμβαλλομένων ή δικαιούχων αποζημίωσης υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου. χνii) τις πληροφορίες για την έναρξη ισχύος όλων των καλύψεων βασικών και συμπληρωματικών. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Ε. Κατά την διάρκεια της σύμβασης η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο κάθε μεταβολή στην επωνυμία, στη νομική της μορφή, στη διεύθυνση της έδρας, του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση. Ειδικά για την ασφαλιστική υποχρέωση, η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί στον αντισυμβαλλόμενο κάθε μεταβολή των στοιχείων iv έως χii που αναφέρονται στην περίπτωση Δ της παρούσης παραγράφου καθώς και πληροφορίες ετησίως για την συμμετοχή στα κέρδη της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στην υπεραπόδοση του μαθηματικού αποθέματος.. 4. Η εφαρμογή των προηγουμένων παραγράφων, δεν θίγει σε καμία περίπτωση την εφαρμογή από τα δικαστήρια των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής νομοθεσίας, ασχέτως του εφαρμοστέου στην ασφαλιστική σύμβαση δικαίου. 5.Κατά την έννοια του παρόντος ν.δ/τος, οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων ασφαλίσεων κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ.1 και 3 του παρόντος, δεν περιλαμβάνουν τους ιδιαίτερους όρους που προβλέπονται σε μία συγκεκριμένη περίπτωση για την κάλυψη των ιδιαιτεροτήτων του ασφαλιστέου κινδύνου. 6. α) Σε περίπτωση σύναψης ασφαλιστικής σύμβασης για υποχρεωτική, ασφάλιση βάσει του ελληνικού νόμου, την σύμβαση αυτή διέπει το ελληνικό δίκαιο. β) Σε περίπτωση υποχρεωτικής ασφάλισης βάσει του ελληνικού δικαίου εάν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του δικαίου του κράτους-μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος και του ελληνικού δικαίου, υπερισχύει το ελληνικό δίκαιο. γ) Εάν η σύμβαση υποχρεωτικής ασφάλισης βάσει του ελληνικού δικαίου καλύπτει κινδύνους σε περισσότερα κράτη-μέλη, οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής νομοθεσίας εφαρμόζονται οπωσδήποτε, επιφυλασσομένων των διατάξεων του επομένου στοιχείου δ. δ) Ασφαλιστικές επιχειρήσεις μη εγκατεστημένες στην Ελλάδα που καλύπτουν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κινδύνους στην Ελλάδα που υπόκεινται σε υποχρεωτική ασφάλιση βάσει του ελληνικού δικαίου, υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις, που ισχύουν επίσης και για τις εγκατεστημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ιδίως όσο αφορά την κοινοποίηση πριν την χρησιμοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που εκδίδουν, την απόδειξη της ασφαλιστικής κάλυψης του κινδύνου, την γνωστοποίηση της ακύρωσης, λήξης ή αναστολής της κάλυψης αυτής καθώς επίσης και την εφαρμογή της εκάστοτε ισχύουσας ειδικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως. ε)Το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους κινδύνους για τους οποίους η ελληνική νομοθεσία προβλέπει υποχρεωτική ασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ (L 172/1.7.88). 7. Για την επίλυση των διαφορών που πηγάζουν από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, αρμόδια είναι τα ελληνικά δικαστήρια στις κάτωθι περιπτώσεις: α) Στις ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 παρ. 2 του παρόντος όταν συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: - η Ελλάδα είναι το κράτος-μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης - ο αντισυμβαλλόμενος είναι ΄Ελληνας υπήκοος ή έχει την εγκατάσταση του στην Ελλάδα - το εφαρμοστέο δίκαιο στην σύμβαση είναι το ελληνικό β) Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ.1 και 3 του παρόντος, όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ή συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: - ο ασφαλισμένος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα. - το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση είναι το ελληνικό - ο ασφαλισμένος κίνδυνος δεν συμπεριλαμβάνεται στους κινδύνους του άρθρου 13 παρ.3 του παρόντος. 8.Τα ασφαλίσματα και οι παροχές που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής στην Ελλάδα, καταβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος." Το άρθρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.7 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. ΄Αρθρ.4α.-"1. Στο. Υπουργείο Ανάπτυξης συνιστάται εννεαμελής (9μελής) Επιτροπή Ιδιωτικής Ασφάλισης, η οποία αποτελείται από: α. Έναν καθηγητή πανεπιστημίου με γνωστικό αντικείμενο το εμπορικό δίκαιο ή τα οικονομικά με ειδίκευση στην ιδιωτική ασφάλιση, που επιλέγεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, ως πρόεδρο. β. Το Γενικό Διευθυντή, στον οποίο υπάγεται η Διεύθυνση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής του Υπουργείου Ανάπτυξης. γ. Έναν εκπρόσωπο της "΄Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος." δ. Έναν εκπρόσωπο της "Ομοσπονδίας Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδος (Ο.Α.Σ.Ε.)'. (Μετά τη σελ.234,062) Σελ. 234,063 Τεύχος 1417 Σελ. 11 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 ε. Έναν εκπρόσωπο των οργανώσεων των διαμεσολαβούντων στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εργασίες που επιλέγεται με μεταξύ τους ψηφοφορία από τους προέδρους των διοικητικών συμβουλίων των "Πανελλήνιου Συνδέσμου Συντονιστών Ασφαλιστικών Συμβούλων", "Συνδέσμου Ελλήνων Μεσιτών Ασφαλίσεων". "Πανελληνίου Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Ασφαλιστών και "Πανελλήνιου Συνδέσμου Ασφαλιστικών Συμβούλων", στ. Τρία πρόσωπα εξειδικευμένα σε θέματα του γνωστικού αντικειμένου της ιδιωτικής ασφάλισης ή της αναλογιστικής, που επιλέγονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης. ζ. Έναν εκπρόσωπο του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτών. 2. Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας της Επιτροπής διορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με τριετή θητεία. Ως γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος του Υπουργείου Ανάπτυξης. 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της υπόδειξης των υπό στοιχεία γ , δ και ε της πcp. 1 αυτού του άρθρου προσώπων πέραν των τριάντα
(30)ημερών από την αποστολή σχετικής πρόσκλησης του υπουργείου Ανάπτυξης, η Επιτροπή Ιδιωτικής Ασφάλισης συγκροτείται και συνεδριάζει και χωρίς το μέλη της αυτά. Μετά την τυχόν καθυστερημένη υπόδειξη συμπληρώνεται η απόφαση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
- Τα προς συζήτηση στην Επιτροπή θέματα εισηγείται ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής. Για την παραπέρα ειδικότερη επεξεργασία όλων η ορισμένων θεμάτων της ημερήσιας διάταξης μπορεί να ορίζεται ειδικός εισηγητής ένα μέλος της Επιτροπής, που ορίζεται από τον Πρόεδρο της." Οι παρ, 1,2,3 και 4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.3 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.
- 5.Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. 6.Έργο της Επιτροπής είναι: α)Η γνωμοδότηση για ειδικά θέματα που αφορούν τις ιδιωτικές ασφαλίσεις, μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργού Εμπορίου. β)Η γνωμοδότηση για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας λειτουργίας σε ασφαλιστική επιχείρηση. Σελ. 234,064 Τεύχος 1417 Σελ. 12 γ)Η υποβολή προτάσεων, μετά από αντίστοιχο ερώτημα του Υπουργού Εμπορίου, για ειδικά μέτρα που αφορούν τη βελτίωση της λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς, τη δημιουργία συστημάτων εκπαίδευσης των απασχολούμενων στην ασφαλιστική αγορά, τη σύνταξη Κώδικα Δεοντολογίας των Ασφαλιστικών Εταιριών και Επαγγελμάτων, την ενημέρωση του καταναλωτή για θέματα ιδιωτικών ασφαλίσεωνκαι κάθε ζήτημα σχετιζόμενο με τις ιδιωτικές ασφαλίσεις. 7.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Ιδιωτικής Ασφαλίσεως». "Με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Οικονομικών ορίζονται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, η αμοιβή κατά συνεδρίαση του Προέδρου, των μελών και του γραμματέα της Επιτροπής Ιδιωτικής Ασφάλισης." Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.4 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.
- Το άρθρ. 4α, προστέθηκε από την παρ. 3 του άρθρ. 1, του Νόμ. 2170/10-10 Σεπτ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 150), κατωτ. αριθ.
- 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "Άρθρ.5.-
- Σε ειδικό τεύχος που φέρει τον τίτλο "Δελτίο Ιδιωτικής Ασφάλισης", εκδιδόμενο μέχρι το τέλος Οκτωβρίου εκάστου έτους από το Υπουργείο Εμπορίου σε συνεργασία με την Ενωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος, δημοσιεύονται συνοπτικά στοιχεία για την δραστηριότητα της ιδιωτικής ασφάλισης (συμπεριλαμβανομένης και της αντασφάλισης) στην Ελλάδα, που προκύπτουν από τις οικονομικές καταστάσεις, τα στατιστικά στοιχεία, τα στοιχεία τεχνικών αποθεμάτων και περιθωρίου φερεγγυότητας που υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στο Υπουργείο Εμπορίου ή και δημοσιεύουν σύμφωνα με το παρόν ν.δ. και τον κ.ν.2190/20 "περί ανωνύμων εταιριών" ως και από τα στατιστικά στοιχεία και τις μη απόρρητες πληροφορίες που προκύπτουν από την συνεργασία του Υπουργείου Εμπορίου με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών-μελών. "
- Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μπορεί να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με το ειδικότερο περιεχόμενο του παραπάνω Δελτίου. Με όμοια απόφαση μπορεί να καθορίζεται ότι το Δελτίο αυτό θα εκδίδεται δύο φορές το χρόνο. Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27 "
- Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσης να αποστέλλουν στον ασφαλισμένο που θα το ζητήσει αντίγραφο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και του πιστοποιητικού ελέγχου του ορκωτού ελεγκτή. Επίσης, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να ζητάει απο τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να του υποβάλλουν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας τριετή ή πενταετή επιχειρηματικά σχέδια." Η παρ.3 προστέθηκε με την παρ.6 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27 Το άρθρ.5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.8 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26 «Άρθρ.5α.-(Καταργήθηκε από την παρ.2 άρθρ.4 Π.Δ.169/22 Ιουν.-7 Ιουλ.2000, ΦΕΚ Α΄156, κατωτ.αριθ.31)». "Άρθρ.6.-
- Στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου ανήκει η χρηματοοικονομική εποπτεία του συνόλου των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η εν λόγω χρηματοοικονομική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητας της και του σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών αποθεμάτων, καθώς και της κάλυψης τους με αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. «Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Ιδιωτικής Ασφάλισης και μετά από άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα μπορούν να επεκτείνουν τις εργασίες τους και σε κράτη μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Η άδεια χορηγείται, εφόσον η επιχείρηση αποδεικνύει ότι και μετά την προβλεπόμενη επέκταση των εργασιών της πληροί τις περί περιθωρίου φερεγγυότητας διατάξεις του παρόντος και εφόσον δηλώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης αν θα σχηματίσει τα τεχνικά αποθέματα και το περιθώριο φερεγγυότητας στην Ελλάδα ή αν θα καταθέσει εγγύηση, καθώς και το ύψος των ποσών που θα χρησιμοποιήσει. Η άδεια χορηγείται μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από την υποβολή των δικαιολογητικών. Στην περίπτωση εγκατάστασης στα ως άνω κράτη, θα πρέπει μέσα σε εύλογο διάστημα από τη χορήγηση της άδειας να προσκομίζει στο Υπουργείο Ανάπτυξης και τη σχετική άδεια του κράτους υποδοχής." Τα μέσα σε «» εδάφια αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.7 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27 Οι ήδη λειτουργούσες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για τις δραστηριότητες που ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής σε τρίτες χώρες. (Μετά τη σελ.234,064) Σελ. 234,065 Τεύχος 1417 Σελ. 13 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Στην περίπτωση που οι παραπάνω ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν λάβει την άδεια για την άσκηση του κλάδου 18 "Βοήθεια", η εποπτεία επεκτείνεται επίσης στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν αναλάβει. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7,8,9,17α,17β και 17γ του παρόντος, η εποπτεία διενεργείται και με επιτόπου ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Το Υπουργείο Εμπορίου δύναται: α) να συλλέγει πληροφορίες και να ενημερώνεται για την κατάσταση της επιχείρησης και το σύνολο των δραστηριοτήτων της εντός και εκτός της Ελλάδας απαιτώντας την υποβολή εγγράφων σχετικών με αυτή τη δραστηριότητα. Προς τούτο συνεργάζεται και με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. β) να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα ώστε αφ’ ενός οι δραστηριότητες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα να είναι σύμφωνες με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη, κατά περίπτωση, και κυρίως με το πρόγραμμα δραστηριοτήτων και αφετέρου να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και γ) να απαιτεί την παροχή κάθε πληροφορίας σχετικής με τις ασφαλιστικές συμβάσεις που κατέχουν τα διαμεσολαβούντα πρόσωπα. 3. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να διαθέτουν καλή διοικητική και λογιστική οργάνωση και κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου. 4. Με την επιφύλαξη των άρθρων 52α παραγ.7 και 42δ παρ.10 του παρόντος, στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος-μέλος και ασκεί δραστηριότητα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, η εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της μπορεί, αφού ενημερώσει προηγουμένως το Υπουργείο Εμπορίου, να προβαίνει η ίδια ή μέσω εντεταλμένων γι' αυτό το σκοπό προσώπων, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική εποπτεία της επιχείρησης. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να συμμετέχει στην εξακρίβωση αυτή. Σελ. 234,066 Τεύχος 1417 Σελ. 14 5.Οταν η Ελλάδα είναι το κράτος-μέλος υποκαταστήματος ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει την έδρα της σε άλλο κράτος-μέλος, το Υπουργείο Εμπορίου, εάν κρίνει ότι η δραστηριότητα της στην Ελλάδα βλάπτει την χρηματοοικονομική της κατάσταση, ειδοποιεί την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής. 6.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, μπορεί να καθορίζεται ο τρόπος επένδυσης του κεφαλαίου, των αποθεματικών και της ελεύθερης περιουσίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του Δημοσίου Τομέα. Τα τεχνικά αποθέματα των επιχειρήσεων αυτών σχηματίζονται και επενδύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος". Το άρθρ.6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.9 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως «Συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου. Άρθρο 6α 1. Το Υπουργείο Ανάπτυξης ασκεί συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, με τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, στις κάτωθι περιπτώσεις: α) Σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε τουλάχιστον μία ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας. β) Σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, η μητρική επιχείρηση της οποίας είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική επιχείρηση ή μία ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας. γ) Σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα την Ελλάδα, η μητρική επιχείρηση της οποίας είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας. 2. Κατά την άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, το Υπουργείο δεν μπορεί να εποπτεύει δια του παρόντος ατομικώς την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρηση, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την ασφαλιστική εταιρία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του 11ου Κεφαλαίου. 3. Κατά την άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας λαμβάνονται υπόψη: - συνδεδεμένες επιχειρήσεις με την ασφαλιστική επιχείρηση, - συμμετέχουσες επιχειρήσεις στην ασφαλιστική επιχείρηση, - συνδεδεμένες επιχειρήσεις συμμετέχουσας επιχείρησης στην ασφαλιστική επιχείρηση. 4. Το Υπουργείο Ανάπτυξης ασκώντας την συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, μπορεί να μην συνυπολογίζει δεδομένα και στοιχεία των επιχειρήσεων που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, όταν υπάρχουν νομικά εμπόδια, με την επιφύλαξη των Άρθρ.1.-«1.΄Ολες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφαλίσεως, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.2 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. «2.Κατά την έννοια του παρόντος «ασφάλιση» θεωρείται η πρωτασφάλιση, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας βοήθειας. Όπου στο παρόν νομ. δ/γμα γίνεται λόγος για «ασφαλιστική επιχείρηση», ή «ασφαλιστική εταιρεία» νοείται και η επιχείρηση ή Εταιρεία που ασκεί δραστηριότητα βοήθειας». Η παρ. 2, όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρων 6β (παράγ. 5) και 6γ (παράγ. 3). 5. Όταν ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα μαζί με άλλη ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που έχουν έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ, έχουν σαν μητρική τους επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές των εν λόγω κρατών μελών μπορούν να συμφωνήσουν ποία εξ αυτών θα ασκεί την συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία. 6. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, που υπόκεινται σε συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, πρέπει να έχουν επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και να εφαρμόζουν με συνέπεια τις διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου, ώστε να παράγουν και να παρουσιάζουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είναι σχετικές με τους στόχους της συμπληρωματικής αυτής εποπτείας. 7. Επιτρέπεται οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών, αναγκαίων για τους σκοπούς της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας, μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα που υπόκεινται στην συμπληρωματική αυτή εποπτεία και των συνδεδεμένων και των συμμετεχουσών επιχειρήσεών των. 8. Σχετικά με την πρόσβαση του Υπουργείου Ανάπτυξης στις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας ισχύουν τα εξής: α) Έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με την εποπτεία ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα που υπόκειται σε συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία. Προς τούτο, μπορεί να απευθύνεται απ' ευθείας στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ανωτέρω, για να εξασφαλίσει την κοινοποίηση των απαιτουμένων πληροφοριών, μόνο όταν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν δίδει πληροφορίες που της ζητούνται. β) Επίσης, μπορεί να διενεργεί στην Ελλάδα, μέσω της Δ/νσης Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής ή με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9 (παράγ. 4), επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο α ανωτέρω, με την επιφύλαξη του εδαφίου β της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου. - στην ασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στην συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία, - στις θυγατρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, - στις μητρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, - στις θυγατρικές επιχειρήσεις μίας μητρικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης. γ) Όταν το Υπουργείο, κατά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, επιθυμεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να επαληθεύσει πληροφορίες σχετικά με επιχείρηση που έχει έδρα σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ και του ΕΟΧ, η οποία είναι συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση, θυγατρική επιχείρηση, (Μετά τη σελ.234,066) Σελ. 234,067 Τεύχος 1444 Σελ.9 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 μητρική επιχείρηση ή θυγατρική επιχείρηση μίας μητρικής επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει έδρα στην Ελλάδα και υπόκειται στην συμπληρωματική χρημα-τοοικονομική εποπτεία, ζητά με αίτηση του από την αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους μέλους την διενέργεια αυτής της επαλήθευσης. Επίσης, όταν λαμβάνει αντίστροφα μία παρόμοια αίτηση, οφείλει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του να δώσει συνέχεια σ' αυτήν, είτε διενεργώντας το ίδιο την επαλήθευση είτε επιτρέποντας στην άλλη εποπτική αρχή να πραγματοποιήσει την επαλήθευση. 9. Σχετικά με την συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών του Υπουργείου Ανάπτυξης με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των κρατών μελών της ΕΕ και του ΕΟΧ, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα εξής: α) Το Υπουργείο Ανάπτυξης, στην περίπτωση ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και οι οποίες συνδέονται απ' ευθείας ή εμμέσως ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση με έδρα στα άλλα κράτη κοινοποιεί στις αρχές των άλλων κρατών μελών, εφ όσον ζητηθούν με αίτησή τους, όλες τις πληροφορίες που θα επιτρέπουν ή που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας βάσει του παρόντος άρθρου, κοινοποιεί αυτοβούλως κάθε πληροφορία που κρίνει απαραίτητη στις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές και συνεργάζεται στενά με αυτές. β) Όταν μία ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα την Ελλάδα και είτε ένα πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (L 322/30/17.12.1977), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 96/13/ΕΚ (L 66/15/16.3.1996) [Ν. 2076/1997, Α΄ 130], ή μία επιχείρηση επενδύσεων, κατά την έννοια της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (L 141/27/11.6.1993), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/9/ΕΚ (L 84/22/26.3.1997 [Ν. 2396/1996 A΄73, Ν. 2533/1997 Α΄ 228], ή και τα δύο, συνδέονται απ' ευθείας ή εμμέσως ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, το Υπουργείο Ανάπτυξης και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των άλλων αυτών επιχειρήσεων συνεργάζονται στενά. Οι εν λόγω αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες, που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εποπτικών και ελεγκτικών, οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την αποστολή τους, ειδικότερα στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Σελ. 234,068 Τεύχος 1444 Σελ.10 γ) Οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει του παρόντος άρθρου, και ειδικότερα οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων εποπτικών αρχών που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο και στις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 50 και 50α και στην οδηγία 95/26/ΕΚ (EL168/7/18.7.1995) [Π.Δ. 258/1977, Α΄ 185]. 10. Α) Το Υπουργείο Ανάπτυξης, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ασκεί γενική εποπτεία στις πράξεις (συναλλαγές) μεταξύ: α. Μίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα και:
- i)μίας συνδεδεμένης επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης,
- ii)μίας συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης, iii) μίας συνδεδεμένης επιχείρησης μίας συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης. β. Μίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα και ενός φυσικού προσώπου που διαθέτει συμμετοχή:
- i)στην ασφαλιστική επιχείρηση ή σε μία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της,
- ii)σε συμμετέχουσα επιχείρηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, iii) σε συνδεδεμένη επιχείρηση συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως B) Οι ανωτέρω πράξεις (συναλλαγές) αφορούν ιδιαιτέρως: - δάνεια, - εγγυήσεις και πράξεις εκτός ισολογισμού, - στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας, - επενδύσεις, - αντασφαλίσεις, - συμφωνίες περί κατανομής εξόδων. Γ) α. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, που υπάγονται στην συμπληρωματική χρηματοοικονομική εποπτεία του παρόντος άρθρου, υποβάλλουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης μία ετήσια έκθεση, υπογεγραμμένη από το πρόσωπο του άρθρου 55 (περίπτ. Β), μέχρι την 30η Ιουνίου εκάστου έτους, όσον αφορά τις πράξεις(συναλλαγές) που προβλέπονται στις υποπαραγράφους Α και Β ανωτέρω. Προς τούτο αναθεωρείται και προσαρμόζεται η απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 17α (παράγρ. 9), ώστε να περιλάβει την ανωτέρω ετήσια έκθεση. β. Εάν με βάση την ανωτέρω ετήσια έκθεση φαίνεται ότι υπονομεύεται ή ενδέχεται να υπονομευθεί το περιθώριο φερεγγυότητας και η εν γένει φερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, το Υπουργείο Ανάπτυξης λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που αναφέρονται στο άρθρο 17γ (παράγ. 3,4 και 5), έναντι της επιχείρησης αυτής και ειδοποιεί τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών. γ. Επίσης τηρούνται ανάλογα και οι προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 17γ (παράγ. 6) ως και τα άρθρα 43 (παράγ.2) και 55 (περίπτ. Β, παράγ. 2). 11. α) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1α ανωτέρω, το Υπουργείο Ανάπτυξης απαιτεί την διεξαγωγή υπολογισμού της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας από την συμμετέχουσα ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 6β, ο οποίος υποβάλλεται σ' αυτό, υπογεγραμμένος από το πρόσωπο του άρθρου 55 (περίπτ. Β), μέχρι την 30η Ιουνίου εκάστου έτους. Προς τούτο αναθεωρείται και προσαρμόζεται η απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 17α (παράγρ. 9), ώστε να περιλάβει τον ανωτέρω υπολογισμό. β) Οποιαδήποτε συνδεδεμένη επιχείρηση, συμμετέχουσα επιχείρηση ή συνδεδεμένη επιχείρηση μίας συμμετέχουσας επιχείρησης περιλαμβάνεται στον υπολογισμό που αναφέρεται στο εδάφιο α ανωτέρω. γ) Εάν ο υπολογισμός του εδαφίου α ανωτέρω καταδείξει ότι η προσαρμοσμένη φερεγγυότητα είναι αρνητική, το Υπουργείο Ανάπτυξης λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που αναφέρονται στο άρθρο 17γ (παράγ. 3, 4 και 5), έναντι της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης και ειδοποιεί τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών. δ). Επίσης τηρούνται ανάλογα και οι προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 17γ (παράγ. 6) ως και τα άρθρα 43 (παράγ. 2) και 55 (περίπτ. Β, παράγ. 2). 12. α) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1β ανωτέρω, το Υπουργείο Ανάπτυξης πραγματοποιεί συμπληρωματική μέθοδο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 6γ. β) Στην ίδια ανωτέρω περίπτωση, στον σχετικό υπολογισμό συμπεριλαμβάνονται όλες οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, σύμφωνα με την μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 6γ. γ) Εάν, με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό, το Υπουργείο Ανάπτυξης κρίνει ότι υπονομεύεται η ενδέχεται να υπονομευθεί το περιθώριο φερεγγυότητας και η εν γένει φερεγγυότητα μίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα, θυγατρικής της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που αναφέρονται στα άρθρα 17γ (παράγ. 3, 4 και 5) και 43 (παράγ.2), έναντι της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης μέχρι την 31η Οκτωβρίου εκάστου έτους. 13. α) Κατά την διαδικασία ελέγχου για την έκδοση άδειας λειτουργίας μίας ασφαλιστικής επιχείρησης εφαρμόζονται οι αρχές και οι μέθοδοι, που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 6β και 6γ, σε συμμετέχουσες επιχειρήσεις στην εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση. β) Όταν ασφαλιστική επιχείρηση συμμετέχει σε άλλες επιχειρήσεις, εκτός ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών, τότε εφαρμόζονται οι αρχές του παρόντος άρθρου και στον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι κανόνες του άρθρου 6β και επιπλέον τα κάτωθι: i. Στο αλγεβρικό άθροισμα της παραγράφου 1 (α, β, γ) του άρθρου 6β: - δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν αναγκαία περιθώρια φερεγγυότητας (επάρκεια ιδίων κεφαλαίων) για τις επιχειρήσεις αυτές. - λαμβάνονται υπόψη τα ίδια κεφάλαια (η εσωτερική λογιστική αξία) των επιχειρήσεων αυτών, ή η χρηματιστηριακή τους αξία εφ' όσον είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο. ii. Η εξακρίβωση των ιδίων κεφαλαίων ή η χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεων αυτών γίνεται με τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στο άρθρο 17α [παρ. 4 (εδαφ. δ, σημείο
- ii)και 5]. (Μετά τη σελ.234,068) Σελ. 234,069 Τεύχος 1444 Σελ.11 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 iii. Στην περίπτωση που δεν μπορεί να γίνει η εξακρίβωση του σημείου ii ανωτέρω, για τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας λαμβάνεται υπόψη η παράγραφος 5 του άρθρου 6β. γ) Όταν πρόκειται για υποκαταστήματα ή πρακτορεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτη χώρα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα και χρησιμοποιούν τα στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας και των τεχνικών αποθεμάτων για την απόκτηση συμμετοχών, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 2, του παρόντος άρθρου, καθώς και του άρθρου 6β. Άρθρο 6β Ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα, που προβλέπεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 6α, γίνεται ως εξής: α) Υπολογίζεται το εξής άθροισμα: i. των στοιχείων που μπορούν να επιλεγούν, σύμφωνα με το άρθρο 17α, για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, και ii. του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης στα στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν, σύμφωνα με το άρθρο 17α, για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης. β) Υπολογίζεται το εξής άθροισμα: i. της λογιστικής αξίας, που περιλαμβάνεται στα βιβλία και τις οικονομικές καταστάσεις της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, και ii. του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 17α, της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, και iii. του αναλογικού μεριδίου του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 17α, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης. γ) Η διαφορά του αθροίσματος, που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο β ανωτέρω, από το άθροισμα, που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο α ανωτέρω, αποτελεί το ποσό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. Σελ. 234,070 Τεύχος 1444 Σελ.12 δ) Όταν η συμμετοχή στην συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, μία έμμεση κυριότητα (ιδιοκτησία), τότε το στοιχείο i του εδαφίου β ανωτέρω περιλαμβάνει την αξία της έμμεσης κυριότητας, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά διαδοχικά συμφέροντα. Τα στοιχεία ii, του εδαφίου α ανωτέρω, και iii, του εδαφίου β ανωτέρω, περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα αναλογικά μερίδια των στοιχείων που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης και του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης αντιστοίχως. 1. Για τον υπολογισμό, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω, ισχύουν τα εξής: α) Αναλογικό μερίδιο σημαίνει την αναλογία του εγγεγραμμένου κεφαλαίου των οικείων συνδεδεμένων επιχειρήσεων, το οποίο ανήκει, απ' ευθείας ή εμμέσως, στη συμμετέχουσα ασφαλιστική επιχείρηση. β) Όταν πρόκειται για συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική και έχει έλλειμμα φερεγγυότητας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής, δηλαδή λαμβάνεται υπόψη ολόκληρο το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας της θυγατρικής. Στην περίπτωση όμως που η ανωτέρω θυγατρική ασφαλιστική επιχείρηση έχει και αυτή θυγατρική μια άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, τότε μεταξύ των δύο τελευταίων θυγατρικών επιχειρήσεων ισχύει η αρχή της αναλογικότητας. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως γ) Δεν περιλαμβάνονται τα ακόλουθα ποσά, εφ' όσον δεν έχουν ήδη αφαιρεθεί: i. H αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης. ii. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. iii. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων μίας ασφαλιστικής επιχείρησης συνδεδεμένης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας οποιασδήποτε άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης συνδεδεμένης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. iv. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. v. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης. vi. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης της ίδιας συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. 3. α) Κατά τον υπολογισμό, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας τα οποία προκύπτουν από την αμοιβαία χρηματοδότηση μεταξύ της (συμμετέχουσας) ασφαλιστικής επιχείρησης και: - μίας συνδεδεμένης επιχείρησης, - μίας συμμετέχουσας επιχείρησης, - άλλης συνδεδεμένης επιχείρησης οποιασδήποτε των συμμετεχουσών επιχειρήσεων. β) Επιπλέον, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, όταν τα στοιχεία αυτά έχουν προκύψει από αμοιβαία χρηματοδότηση με άλλη επιχείρηση συνδεδεμένη με την πρώτη (συνδεδεμένη) ασφαλιστική επιχείρηση. γ) Ειδικότερα, αμοιβαία χρηματοδότηση υπάρχει όταν, μία ασφαλιστική επιχείρηση ή οποιαδήποτε από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, κατέχει μετοχές (συμμετοχή) σε ή χορηγεί δάνεια προς άλλη επιχείρηση, η οποία απ' ευθείας ή εμμέσως κατέχει στοιχείο επιλέξιμο για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της πρώτης επιχείρησης. 4. Σχετικά με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρίες χαρτοφυλακίου, που είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις και λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, ισχύουν τα εξής: α) Όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική επιχείρηση έχει περισσότερες από μία συνδεδεμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται με την ενσωμάτωση κάθε μίας από αυτές τις συνδεδεμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. β) Σε περίπτωση διαδοχικών συμμετοχών, όπως όταν μία ασφαλιστική επιχείρηση συμμετέχει σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία επίσης συμμετέχει σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται στο επίπεδο κάθε συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία έχει τουλάχιστον μία συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση. γ) i. Μπορεί να μη πραγματοποιηθεί υπολογισμός προσαρμοσμένης φερεγγυότητας μίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα : - εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα, και εφόσον αυτή η συνδεδεμένη επιχείρηση έχει ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, - εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση μίας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μίας αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα, και εφόσον αυτή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή αντασφαλιστική επιχείρηση και αυτή η συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό που πραγματοποιείται, (Μετά τη σελ.234,070) Σελ. 234,071 Τεύχος 1444 Σελ.13 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 - εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρίας χαρτοφυλακίου με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ και του ΕΟΧ, εφόσον το Υπουργείο Ανάπτυξης και η αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους μέλους συμφωνήσουν να ανατεθεί στην αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους - μέλους η άσκηση της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας. ii. Σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, η απαλλαγή μπορεί να δοθεί μόνον εφόσον προσκομισθούν στο Υπουργείο Ανάπτυξης ικανές αποδείξεις ότι τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των περιθωρίων φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό είναι καταλλήλως κατανεμημένα μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών. δ) Στην περίπτωση που η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική επιχείρηση έχει μία συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ και του ΕΟΧ, στον υπολογισμό μπορεί να ληφθεί υπόψη η κατάσταση φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης όπως έχει εκτιμηθεί από την αρμόδια εποπτική αρχή του άλλου κράτους μέλους. ε) Εάν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική επιχείρηση έχει μία συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ, τότε αυτή η συνδεδεμένη επιχείρηση αντιμετωπίζεται, αποκλειστικά για τις ανάγκες του υπολογισμού, κατά τρόπο ανάλογο με συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση, εφαρμοζομένων των γενικών αρχών και των μεθόδων που περιγράφονται στο παρόν άρθρο. Προς το σκοπό αυτό, υπολογίζεται ένα θεωρητικό αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για κάθε συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση βάσει των ιδίων κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 17α. Ωστόσο, σε περίπτωση σημαντικών δυσκολιών κατά την εφαρμογή αυτών των κανόνων, το θεωρητικό αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να υπολογισθεί με βάση το πρώτο αποτέλεσμα που προβλέπεται στο άρθρο 17α παράγραφος 6. Τα ίδια στοιχεία, με εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 17α, αναγνωρίζονται ως στοιχεία που καλύπτουν το θεωρητικό περιθώριο φερεγγυότητας. Σελ. 234,072 Τεύχος 1444 Σελ.14 στ) Όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική επιχείρηση έχει συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση ή σε αντασφαλιστική επιχείρηση η σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας μέσω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό η κατάσταση της ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρίας χαρτοφυλακίου. Για τις ανάγκες αποκλειστικά αυτού του υπολογισμού, ο οποίος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές και μεθόδους που περιγράφονται στο παρόν άρθρο, η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου αντιμετωπίζεται σαν να επρόκειτο για ασφαλιστική επιχείρηση με αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας μηδέν και με στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 17α. ζ) i. Όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική επιχείρηση έχει μία συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα, η τελευταία αυτή επιχείρηση αντιμετωπίζεται, για τον αποκλειστικό σκοπό του υπολογισμού, κατά τρόπο ανάλογο με συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ. ii. Ωστόσο, όταν η τρίτη χώρα, στην οποία η συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της, της επιβάλλει υποχρέωση άδειας καθώς και υποχρέωση κατάστασης φερεγγυότητας τουλάχιστον συγκρίσιμης προς εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 17α, τότε μπορεί να ληφθεί υπόψη η εν λόγω επιχείρηση στον υπολογισμό με βάση το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα στοιχεία για την κάλυψη αυτού, όπως καθορίζονται από την τρίτη χώρα. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως η) Παρά τις διατάξεις του εδαφίου ε ανωτέρω, όταν η (συμμετέχουσα) ασφαλιστική επιχείρηση έχει μία συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα με τις ίδιες προϋποθέσεις που ορίζονται στο σημείο ii του εδαφίου ζ ανωτέρω, μπορεί να ληφθεί υπόψη η τελευταία επιχείρηση στον υπολογισμό με βάση το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα στοιχεία που καλύπτουν αυτό, όπως καθορίζονται από την εν λόγω τρίτη χώρα. Όταν μόνο οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της εν λόγω τρίτης χώρας υπόκεινται στις προϋποθέσεις αυτές, το θεωρητικό αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα στοιχεία που καλύπτουν αυτό μπορούν να υπολογισθούν ως εάν η εν λόγω επιχείρηση να ήταν συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση της τρίτης χώρας. 5. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, όταν κατά τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης δεν υπάρχουν για οποιοδήποτε λόγο πληροφορίες σχετικά με μία συνδεδεμένη επιχείρηση με έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ ή σε τρίτη χώρα, αφαιρείται η λογιστική αξία της συνδεδεμένης επιχείρησης, που είναι καταχωρημένη στα βιβλία και στις οικονομικές καταστάσεις της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, από τα επιλέξιμα στοιχεία για την κάλυψη του προσαρμοσμένου περιθωρίου φερεγγυότητας. Στην περίπτωση αυτή τα μη πραγματοποιηθέντα (ρευστοποιηθέντα) κέρδη που συνδέονται με τη συμμετοχή αυτή, δεν επιτρέπονται ως επιλέξιμο στοιχείο κατά την κάλυψη του περιθωρίου προσαρμοσμένης φερεγγυότητας. Άρθρο 6γ 1. α) Ο υπολογισμός που προβλέπεται στο άρθρο 6α (παραγ. 12), ο οποίος πρέπει να είναι ανάλογος προς αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 6β, πραγματοποιείται στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή της ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε τρίτη χώρα. β) Η αναλογία υπολογισμού που προβλέπεται στο εδάφιο α ανωτέρω, συνίσταται στην εφαρμογή των γενικών αρχών και μεθόδων, που προβλέπονται στο άρθρο 6β, στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε τρίτη χώρα. γ) Για τον αποκλειστικό σκοπό του ανωτέρω υπολογισμού, η μητρική επιχείρηση, που αναφέρεται στα εδάφια α και β ανωτέρω, θεωρείται ως ασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται: - Σε μηδέν αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, όταν πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου. - Σε θεωρητικό αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6β (παράγ. 4, εδάφ. ε), όταν πρόκειται για αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ, ή σε αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας (θεωρητικό ή μη), όπως προβλέπεται στο άρθρο 6β (παράγ. 4, εδάφ. η), όταν πρόκειται για αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα. - Σε αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6β (παράγ. 4, εδάφ. ζ), όταν πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα. - Στις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες, που ορίζονται στο άρθρο 17α, όσον αφορά τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας. 2. Για τον υπολογισμό, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω και γενικώς για την συμπληρωματική μέθοδο χρηματοοικονομικής εποπτείας, που αναφέρεται στο άρθρο 6α (παράγ. 12), ισχύουν τα εξής: α) Στην περίπτωση που μία ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα μαζί με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλες με έδρα στις ΕΕ και στον ΕΟΧ είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε τρίτη χώρα, το Υπουργείο Ανάπτυξης μαζί με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές εξασφαλίζουν την συνεπή εφαρμογή της μεθόδου που περιγράφεται στο παρόν άρθρο. β) Για μία ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ο υπολογισμός που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω : - Εάν είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την ΕΕ και στον ΕΟΧ και έχει συμπεριληφθεί στον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω για την άλλη επιχείρηση. - Εάν αυτή και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα έχουν ως μητρική τους επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα, και αυτή έχει ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω για μία από αυτές τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. (Μετά τη σελ.234,072) Σελ. 234,073 Τεύχος 1444 Σελ.15 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 - Εάν αυτή και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην ΕΕ και στον ΕΟΧ έχουν ως μητρική τους επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα τρίτη χώρα, και έχει συναφθεί συμφωνία κατά το άρθρο 6α παράγ. 5, με την οποία η άσκηση συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που αναφέρεται στο παρόν άρθρο ανατίθεται στην αρμόδια εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους. γ) Στην περίπτωση διαδοχικών συμμετοχών, όπως όταν μία ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μία αντασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα, ο υπολογισμός που προβλέπεται στην παράγ. 1 ανωτέρω μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο στο επίπεδο της βασικής μητρικής επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα, η οποία είναι μία ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, μία αντασφαλιστική επιχείρηση ή μία ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε τρίτη χώρα. 3. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 6β (παράργ. 5)». Ο μέσα σε «» τίτλος τέθηκε και τα άρθρ.6α, 6β και 6γ, προστέθηκαν με το άρθρ.4 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. Σελ. 234,074 Τεύχος 1444 Σελ.16 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "Αρθρ.7.-1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για τις ασφαλίσεις που συνάπτουν σε τρίτες χώρες οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις σχηματίζουν τεχνικά αποθέματα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον δεν υπόκεινται σε αντίστοιχη υποχρέωση σχηματισμού στη τρίτη χώρα. 2. Τα τεχνικά αποθέματα είναι τα εξής: Α. Τεχνικά αποθέματα ασφαλίσεων κατά ζημιών: α) Απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων: Περιλαμβάνει το ποσό των καταχωρηθέντων (εγεγραμμένων) ακαθαρίστων ασφαλίστρων του στοιχ.ιζ του άρθρου 2α του παρόντος, που πρέπει να καταλογισθούν στο επόμενο ή στα επόμενα οικονομικά έτη για να καλύψουν τις προβλεπόμενες ζημίες και έξοδα για την περίοδο από το κλείσιμο του ισολογισμού μέχρι τη λήξη της περιόδου για την οποία έχουν καταχωρηθεί τα ασφάλιστρα. β) Απόθεμα κινδύνων σε ισχύ: Πρόβλεψη επί πλέον του αποθέματος μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, η οποία σχηματίζεται στο κλείσιμο του ισολογισμού, όταν το απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, συμπεριλαμβα-νομένων και των απαιτητών (εισπρακτέων) ασφαλίστρων, δεν επαρκεί για την κάλυψη των προβλεπομένων ζημιών και εξόδων των ασφαλιστηρίων που είναι σε ισχύ κατά το κλείσιμο του ισολογισμού. γ) Απόθεμα εκκρεμών ζημιών: Πρόβλεψη για τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης για ζημιές που δεν εξοφλήθηκαν είτε έχουν αναγγελθεί είτε όχι κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, περιλαμβανομένων και των εξόδων διακανονισμού αυτών των ζημιών. ΄Οταν η διαφορά μεταξύ: - του ύψους του αποθέματος εκκρεμών ζημιών στην αρχή της οικονομικής χρήσης για ζημιές που καταλογίσθηκαν στις προηγούμενες χρήσεις και - των πληρωθεισών ζημιών κατά την διάρκεια της χρήσης για ζημίες που καταλογίσθησαν στις προηγούμενες χρήσεις καθώς και του ύψους του αποθέματος εκκρεμών ζημιών για τις ανωτέρω καταλογισθείσες ζημίες στο τέλος της χρήσης είναι σημαντική, θα εμφανίζεται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων και θα αναλύεται ανά χρήση, κατά κατηγορία και ποσό. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, ο χρόνος εφαρμογής και ο τρόπος κάλυψης της ως άνω προκύπτουσας διαφοράς. δ)Απόθεμα εξισορρόπησης: Σχηματίζεται επί πλέον των τεχνικών αποθεμάτων υπό στοιχεία α, β, γ, ανωτέρω κατά το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων στο κλάδο 14 "Πιστώσεις" με σκοπό να αντισταθμίσει οποιαδήποτε τεχνική ζημιά ή το ανώτερο από το μέσο ποσοστό ασφαλιστικών αποζημιώσεων που θα προκύψει σ' αυτό το κλάδο σε οποιαδήποτε μελλοντική εταιρική χρήση. ε) Μαθηματικό απόθεμα γήρατος: Υπολογίζεται σύμφωνα με την παραγ.2 περιπτ. Βδι) πρώτη πρόταση του παρόντος άρθρου και σχηματίζεται όταν οι κλάδοι 1 "Ατυχήματα" ή και 2 "Ασθένειες" του άρθρου 13 παραγ.1 του παρόντος, υπόκεινται σε διαχείριση παρόμοια με τον κλάδο ζωής σύμφωνα με το άρθρο 17α παραγ.7 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή δεν σχηματίζεται το απόθεμα του στοιχ. β ανωτέρω. "στ) Για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεμάτων των στοιχείων β,γ και δ ανωτέρω, όταν απαιτούνται στατιστικές μέθοδοι, χρησιμοποιούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα των στοιχείων κδ και κζ του άρθρου 2α". Το μέσα σε «» εδαφ.στ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. Β. Τεχνικά αποθέματα ασφαλίσεων ζωής: α) Απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων: Όπως περιγράφεται στην παραγ. 2 περιπτ. Α στοιχ. α ανωτέρω. Απαιτείται για τους κλάδους Ι,II, IV, VI, IX της παραγράφου 2 "ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος. Στο ανωτέρω απόθεμα περιλαμβάνεται και η αναλογιστική παρούσα αξία των εξόδων, που περιλαμβάνονται στα ενιαία ασφάλιστρα, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού για τα συμβόλαια που έχουν εκδοθεί με ενιαίο ασφάλιστρο και είναι σε ισχύ κατά την ανωτέρω ημερομηνία. β) Απόθεμα κινδύνων σε ισχύ: ΄Οπως περιγράφεται στην παραγ.2 περίπτ. Α στοιχ. β ανωτέρω. Απαιτείται για τις ασφαλίσεις του κλάδου 1.3 (συμπληρωματικές ασφαλίσεις) καθώς και για τις ασφαλίσεις του κλάδου IV2 της παραγ.2 "ασφαλίσεις ζωής" όταν για τους κλάδους αυτούς δεν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα του στοιχ. δι κατωτέρω. γ) Απόθεμα εκκρεμών ζημιών: Πρόβλεψη για τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης για ζημιές που δεν εξοφλήθηκαν είτε έχουν αναγγελθεί είτε όχι κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, στην οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα διακανονισμού αυτών των ζημιών. Απαιτείται για τις ασφαλίσεις κλάδων Ι, ΙΙ, ΙV, VI,και IX της παραγράφου 2 "ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος. Το δεύτερο εδάφιο της παραγ. 2Αγ (Αντί για τη σελ.235(στ) Σελ. 235(ζ) Τεύχος 1444 Σελ. 17 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 του παρόντος άρθρου ισχύει για τους κλάδους Ι3 και IV2 της παρ. 2 "ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος, όταν για τους κλάδους αυτούς δεν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα. δ)
- i)Μαθηματικό απόθεμα: Η διαφορά μεταξύ της εκτιμούμενης αναλογιστικώς παρούσας αξίας των μελλοντικών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης και της εκτιμούμενης αναλογιστικώς παρούσας αξίας των μελλοντικών οφειλομένων ασφαλίστρων κινδύνων. Απαιτείται για τις ασφαλίσεις κλάδων I.II.IV.VI, και IX της παραγράφου 2 "ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος.
- ii)Μαθηματικό απόθεμα για τις ασφαλίσεις κλάδων VII2 και VIII της παραγράφου 2"ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος: Περιλαμβάνει το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού διαχειρίσεως των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και των ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας. iii) Μαθηματικό απόθεμα για τις ασφαλίσεις κλάδου III της παραγράφου 2"ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος: Πρόβλεψη που σχηματίζεται για να καλύψει υποχρεώσεις που συνδέονται με επενδύσεις (unitlinked contracts). Η αξία των υποχρεώσεων ή η απόδοση αυτών προσδιορίζεται μέσω αναφοράς στις επενδύσεις των οποίων τον κίνδυνο φέρει ο αντισυμβαλλόμενος ή μέσω αναφοράς σε δείκτες χρεωγράφου ή σε άλλη αξία. Στο ανωτέρω μαθηματικό απόθεμα περιλαμβάνεται και το απόθεμα του κλάδου V της παρ. 2 "ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος. ΄Οταν οι ασφαλίσεις αυτές περιλαμβάνουν εγγυημένο επιτόκιο ή άλλες εγγυημένες παροχές τότε σχηματίζεται επιπλέον το απόθεμα των ως άνω στοιχείων α και δί της παρούσας περίπτωσης Β. ε) Απόθεμα για συμμετοχή στα τεχνικά κέρδη ή στις αποδόσεις και για επιστροφές:Απαιτείται για τις ασφαλίσεις κλάδων I.II.IV.VI, και IX της παραγράφου 2 "ασφαλίσεις ζωής" του άρθρου 13 του παρόντος. Η πρόβλεψη αυτή περιλαμβάνει ποσά τα οποία προορίζονται για τους ασφαλισμένους ή τους αντισυμβαλλόμενους ή τους δικαιούχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων υπό την μορφή συμμετοχής στα τεχνικά κέρδη, στις αποδόσεις καθώς και στις επιστροφές με βάση τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. ΄Οταν τα καταλογιστέα ποσά τόσο για συμμετοχές όσο και για επιστροφές είναι σημαντικά θα εμφανίζονται ξεχωριστά στο προσάρτημα. Σελ. 236(ζ) Τεύχος 1444 Σελ. 18 στ) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής δύνανται να σχηματίζουν επί πλέον τεχνικό απόθεμα για τα ασφαλιστικά εκείνα προγράμματα, που λόγω χρήσης του Γαλλικού Πίνακα θνησιμότητας ΡΜ 60/64 ΜΚΗ σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση Κ4-4381 / 79 ( ΦΕΚ / Τ.Α.Ε - ΕΠΕ 3434/8-11-1979), απαιτείται η δημιουργία προσθέτου τεχνικού αποθέματος. Η δικαιολόγηση καθώς και ο τρόπος σχηματισμού και καταχώρησης του επί πλέον τεχνικού αποθέματος πρέπει να αναφέρεται στο "βιβλίο τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων". Το ύψος του προσθέτου τεχνικού αποθέματος πρέπει να αναφέρεται χωριστά στη χορηγούμενη βεβαίωση των μαθηματικών αποθεμάτων από τον αναλογιστή. "ζ) Για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεμάτων των στοιχείων β και γ ανωτέρω, όταν απαιτούνται στατιστικές μέθοδοι, χρησιμοποιούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα των στοιχείων κδ και κζ του άρθρου 2α". Το μέσα σε «» εδαφ.ζ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. 3. Τα τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλιστικών κινδύνων σχηματίζονται από τους -πρωτασφαλιστές. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 4. Τα τεχνικά αποθέματα αντικρύζονται από ισοδύναμα ή εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα περιουσιακά στοιχεία. Α. Για την εφαρμογή της αρχής της νομισματικής αντιστοιχίας σε περίπτωση ασφαλίσεων κατά ζημιών ισχύουν τα ακόλουθα: α) Οι υποχρεώσεις ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα του ασφαλίσματος. Εάν τούτο δεν ορίζεται, οι υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα της χώρας όπου βρίσκεται ο κίνδυνος ή κατ’ επιλογήν της ασφαλιστικής επιχείρησης στο νόμισμα των ασφαλίστρων, εφόσον συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την επιλογή αυτή. Αυτό μπορεί να συμβεί αν, ήδη από την σύναψη της σύμβασης φαίνεται πιθανό ότι μια ασφαλιστική ζημιά θα πληρωθεί όχι στο νόμισμα της χώρας όπου βρίσκεται ο κίνδυνος αλλά στο νόμισμα των ασφαλίστρων. β) Κατά παρέκκλιση του προηγουμένου εδαφίου, ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να καταβάλει το ασφάλισμα στο νόμισμα που της υπαγορεύει η πείρα της ή στο νόμισμα της χώρας εγκατάστασης της στην περίπτωση: - ασφαλιστικών συμβάσεων που καλύπτουν κινδύνους των κλάδων 4,5,6,7,11,12 και 13 (μόνο αστική ευθύνη παραγωγών), της παραγράφου 1 "ασφαλίσεις ζημιών" του άρθρου 13 του παρόντος και - ασφαλιστικών συμβάσεων που καλύπτουν κινδύνους των λοιπών κλάδων της παραγράφου 1 "ασφαλίσεις ζημιών" του άρθρου 13 του παρόντος, εφόσον το επιβάλλει η φύση των κινδύνων. γ) Παρά τις προβλέψεις των προηγούμενων εδαφίων α και β, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, το ασφάλισμα θεωρείται απαιτητό στο νόμισμα που καθορίστηκε με δικαστική απόφαση ή στο νόμισμα που συμφωνούν ασφαλιζόμενος και ασφαλιστική επιχείρηση. Επίσης .όταν η ασφαλιστική ζημία αποτιμάται σε νόμισμα που εκ των προτέρων γνωρίζει η ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά που είναι διαφορετικό από το νόμισμα που προκύπτει από την εφαρμογή των προηγούμενων μεθόδων, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να θεωρεί τις υποχρεώσεις της απαιτητές στο νόμισμα αυτό. δ) Ασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούται να καλύπτει με νομισματικώς αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία ποσοστό μέχρι και 20% των υποχρεώσεών της σε συγκεκριμένο νόμισμα. ε) Ασφαλιστική επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση νομισματικής αντιστοιχίας για τις υποχρεώσεις της σε ένα νόμισμα, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το 7% των υποχρεώσεών της σε όλα τα άλλα νομίσματα κρατών-μελών. Εάν απαιτείται νομισματική αντιστοιχία σε δραχμές, σε ιρλανδικές λίρες ή σε Πορτογαλικά εσκούδος, το ποσό που απαλλάσσεται από την υποχρέωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 εκατομμύρια ECU κατά τη διάρκεια περιόδου που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1998. Εάν απαιτείται νομισματική αντιστοιχία σε Βέλγικα φράγκα, σε φράγκα Λουξεμβούργου και σε πεσέτες Ισπανίας, το ποσό που απαλλάσσεται δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 εκατομμύρια ECU κατά τη διάρκεια περιόδου που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1996. Μετά τη λήξη των μεταβατικών περιόδων, ισχύει το γενικό καθεστώς. στ) Η υποχρέωση για νομισματική αντιστοιχία, όταν οι υποχρεώσεις είναι εκφρασμένες σε νομίσματα χωρών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., θεωρείται ότι έχει τηρηθεί όταν τα στοιχεία του ενεργητικού εκφράζονται σε ECU. ζ) Οταν οι υποχρεώσεις είναι απαιτητές σε νόμισμα τρίτης χώρας τότε το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να μην απαιτεί την εφαρμογή της νομισματικής αντιστοιχίας από την ασφαλιστική επιχείρηση εάν υπάρχουν ρυθμίσεις που διέπουν τις επενδύσεις στο νόμισμα αυτό, εάν το νόμισμα αυτό υπόκειται σε περιορισμούς μεταφοράς, ή εάν, για ανάλογες αιτίες, το εν λόγω νόμισμα δεν είναι κατάλληλο για την επένδυση των τεχνικών αποθεμάτων. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου μετά από πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζεται η εφαρμογή της ανωτέρω περιπτώσεως. Β. Για την εφαρμογή της αρχής της νομισματικής αντιστοιχίας σε περίπτωση ασφαλίσεων ζωής ισχύουν τα ακόλουθα: α) Οι υποχρεώσεις ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα που καθορίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση. β) Ασφαλιστική επιχείρηση 'δεν υποχρεούνται να καλύπτει με νομισματικώς αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία ποσοστό μέχρι και 20% των υποχρεώσεων της σε συγκεκριμένο νόμισμα. γ) Ασφαλιστική επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση νομισματικής αντιστοιχίας για τις υποχρεώσεις της σε ένα νόμισμα εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το 7% των υποχρεώσεών της σε όλα τα άλλα νομίσματα κρατώνμελών. δ) Τα εδάφια στ και ζ της περίπτωσης ~ Α της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ζωής. ε) Οι κανόνες νομισματικής αντιστοιχίας, δεν ισχύουν στην περίπτωση ασφαλίσεων του άρθρου 13γ περ. Α και Β του παρόντος. (Αντί για τη σελ.236,001) Σελ. 236,001(α) Τεύχος 1417 Σελ. 17 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Γ. Εντούτοις, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού ανεξαρτήτως νομίσματος τόσο στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, όσο και στις ασφαλίσεις ζωής πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το σύνολο των υποχρεώσεων ανεξαρτήτως νομίσματος. 5.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να εισάγεται υποχρέωση σχηματισμού επιπλέον τεχνικών αποθεμάτων ιδίως καταστροφικών κινδύνων και τεχνικών αποθεμάτων εξισορρόπησης του τεχνικού αποτελέσματος. 6. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι τεχνικές βάσεις, η μέθοδος και ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής. 7. Μετά από αίτηση ασφαλιστικής επιχείρησης και με κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών, μπορεί να επιτρέπεται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο σχηματισμός επιπλέον των προβλεπομένων στο παρόν άρθρο, τεχνικού αποθέματος». Το άρθρ.7 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.10 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. Άρθρ.8.-1. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα, η σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση. Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων. Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα του άρθρου 7 του παρόντος καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε του εδαφίου Α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος. 2. Η ασφαλιστική τοποθέτηση διακρίνεται σε: α) ασφαλιστική τοποθέτηση ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, Σελ. 236,002(α) Τεύχος 1417 Σελ. 18 β) ασφαλιστική τοποθέτηση λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, γ) ασφαλιστική τοποθέτηση ασφαλίσεων ζωής. δ) ασφαλιστική τοποθέτηση ασφαλίσεων ζωής πού συνδέονται με επενδύσεις ( κλάδοι III και V ) και ε) ασφαλιστική τοποθέτηση διαχειρήσεως συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και προνοίας (Κλάδοι VII2 και VΊΙΙ). Τα περιουσιακά στοιχεία πού απαρτίζουν την ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθεται σύμφωνα με την ως άνω διάκριση. 3. Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: Α. Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών πού λειτουργούν στην Ελλάδα, ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων ως εξής: α) Μετρητά σε δραχμές ή συνάλλαγμα. β) Τραπεζικά πιστοποιητικά καταθέσεων (προθεσμιακές καταθέσεις) οποιασδήποτε τράπεζας που λειτουργεί σε οποιοδήποτε κράτος- μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. γ) Ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή δημοσίων ή δημοτικών επιχειρήσεων ή των κεντρικών διοικήσεων των κυβερνήσεων άλλων κρατών- μελών ή διεθνών οργανισμών στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη-μέλη. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως δ)ομόλογα και ομολογίες ανωνύμων εταιρειών, εφόσον έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ και είναι εισηγμένα σε ελληνικό χρηματιστήριο ή σε χρηματηστήριο άλλου κράτους-μέλους ως και ομόλογα και ομολογίες μη εισηγμένα στό χρηματιστήριο. Η διάθεση των μη εισηγμένων ομολόγων και ομολογιών σε ασφαλιστική τοποθέτηση επιτρέπεται εφόσον οι εκδότες αυτών διέπονται από το ελληνικό δίκαιο ή από το δίκαιο άλλου κράτους-μέλους και δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις ηλεγμένες από ορκωτούς ελεγκτές, μετά από εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Στην ως άνω απόφαση που εκδίδεται μέσα σ' ένα μήνα, μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία συνοδεύεται από μελέτη σκοπιμότητας και βιωσιμότητας της προτεινομένης επένδυσης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα καθορίζονται η τιμή διάθεσης καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. ε) Μετοχές ανωνύμων εταιρειών εισηγμένες σε ελληνικό χρηματιστήριο, ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. στ) Μετοχές ανωνύμων εταιρειών εισηγμένες στην παράλληλη αγορά ελληνικού Χρηματιστηρίου ή σε παρόμοια αγορά χρηματιστηρίου οποιουδήποτε άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ζ) Μη εισηγμένες σε ελληνικό χρηματιστήριο ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ, μετοχές ανωνύμων εταιρειών, οι οποίες μπορούν να γίνουν δεκτές σε ασφαλιστική τοποθέτηση, υπό τους όρους που αναφέρονται στο στοιχ.δ της παρούσης περιπτώσεως για τα μη εισηγμένα ομόλογα και ομολογίες. η) ΄Αλλες συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης σε πιστωτικά ιδρύματα ή και σε άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις πού έχουν έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος, υπό τους όρους, που αναφέρονται στο στοιχείο δ της παρούσης περιπτώσεως όταν δεν είναι εισηγμένες σε ελληνικό χρηματιστήριο ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. θ)Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) που εμπίπτουν στην οδηγία 85/611/ΕΟΚ (EL 375/31.12.85) και λειτουργούν σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. Β. Μετρητά στο ταμείο της ασφαλιστικής επιχείρησης. «Γ. Τα ακίνητα πλήρους κυριότητας ή συγκυριότητας που χωρεί αυτούσια διανομή, εφόσον βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως με πληθυσμό άνω των 15.000 κατοίκων και είναι ελεύθερα παντός βάρους». Η περίπτ.Γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ της παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199) τόμ.5 σελ.180,03. Δ. Απαιτήσεις από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα ή ανώνυμες εταιρείες πού λειτουργούν σε κράτος- μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ., αποκλειομένων των δανείων προς την μητρική επιχείρηση ή την επιχείρηση πού ελέγχει την ασφαλιστική ή προς ασφαλιστική επιχείρηση πού χρησιμοποιεί το δάνειο ως στοιχείο του περιθωρίου φερεγγυότητας και με την επιφύλαξη του άρθρου 23α παρ.1 και 2 του κ.ν. 2190/20. Τα δάνεια αυτά χορηγούνται με πρώτη υποθήκη ή προσημείωση πρώτης υποθήκης επί ακινήτων εντός σχεδίων πόλεων ή με ασφαλιστήριο κλάδου "πιστώσεων" που εκδίδεται από ασφαλιστική επιχείρηση που λειτουργεί σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. και είναι άλλη από αυτή που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή με εγγύηση πιστωτικού ιδρύματος κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ή με συνδυασμό των ανωτέρω εξασφαλίσεων. Μη εξασφαλισμένα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα επιτρέπονται εφόσον δικαιολογούνται από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του δανειολήπτη. Ε. Δάνεια (προκαταβολές) επί ασφαλιστηρίων που χορηγήθηκαν σε ασφαλισμένους με ασφαλιστήρια ζωής. ΣΤ. Απαιτήσεις κατά ασφαλισμένων και διαμεσολαβούντων από ασφάλιστρα, εφόσον κατέστησαν απαιτητές κατά το τελευταίο τρίμηνο. «Ζ. Η συμμετοχή των αντασφαλιστών στα τεχνικά αποθέματα ασφαλίσεων κατά ζημιών». Η περίπτ.Ζ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.6 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. Η. Μεταφορικά μέσα πλήρους κυριότητος στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί τον κλάδο 18 "Βοήθεια" με δικά της μέσα. Θ. Μεταφερόμενα (αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως. Ι. Δεδουλευμένοι τόκοι. ΙΑ. Παράγωγοι τίτλοι (options, futurs, swaps και repos). Οι όροι διαθέσεως σε ασφαλιστική τοποθέτηση των τίτλων options, futurs και swaps καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ.236,003) Σελ. 236,003(α) Τεύχος 1417 Σελ. 19 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 4. α) Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Εμπορίου τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση έναντι των οποίων δεν ισχύει το απόρρητο των καταθέσεων. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης κάθε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Για τα ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις μέρες πριν από τη μεταβολή. β) Για τις μετοχές, τις άλλες συμμετοχές, τα ομόλογα και τις ομολογίες, ισχύουν τα κάτωθι: Δεν μπορούν να αποκτηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση κατά τον χρόνο έκδοσης ή δημόσιας εγγραφής τους εκ μέρους μητρικής επιχείρησης ή επιχείρησης που ελέγχει την ασφαλιστική επιχείρηση. γ) Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται:
- i)Να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους ή να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση: - θυγατρικών επιχειρήσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης όταν τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν επενδύσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης στις ανωτέρω θυγατρικές επιχειρήσεις - θυγατρικών επιχειρήσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης οι οποίες είναι εταιρίες που διαχειρίζονται τις επενδύσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- ii)Να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση πιστωτικών ιδρυμάτων, ομόλογα ή ομολογίες τα οποία κατέχει και διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση. iii) Να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο ή να διεξάγει ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης για την εφαρμογή των άρθρων 7 και 8 του παρόντος. Για την εφαρμογή των ανωτέρω, το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται και με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών-μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. «δ) Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης επιτρέπεται, τηρουμένης της διατάξεως του δεύτερου εδαφίου της παρ.1, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η χρησιμοποίηση για τις οικονομικές χρήσεις 2002 και 2003, στοιχείων του ενεργητικού για την κάλυψη τεχνικών Σελ. 236,004(α) Τεύχος 1417 Σελ. 20 αποθεμάτων, άλλων απ’ αυτά που ορίζονται στην παραγρ.3, καθώς και παρέκκλιση από του περιορισμούς που ορίζονται στην παρ.6». Το εδάφ.δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.10 Νόμ.3190/22-30 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄249), τόμ.11 σελ.270,24. 5. Για τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση .ισχύουν τα ακόλουθα: «α) Τα ακίνητα γίνονται δεκτά στο ύψος της αντικειμενικής τους αξίας προσαυξημένης με ποσοστό 30%. Για κάθε ακίνητο υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση τοπογράφου μηχανικού, εφόσον αυτό είναι οικόπεδο, ή πολιτικού ή αρχιτέκτονα μηχανικού, εφόσον υπάρχει κτίσμα, στην οποία εμφανίζεται η παρούσα κατάσταση του ακινήτου». β) Απαιτήσεις από ενυπόθηκα' δάνεια γίνονται δεκτές στο σύνολο τους, εφόσον η αξία των ακινήτων προς διασφάλισή τους είναι διπλάσια του δανείου. Η αξία των ακινήτων προσδιορίζεται όπως στην περίπτ.α΄ ανωτέρω, εκτός από τη βεβαίωση του μηχανικού, εφόσον υπάρχει ήδη για την έγκριση του δανείου». Τα εδάφ.α΄και β΄ όπως το εδάφ.α΄ είχε αντικατασταθεί από την περίπτ.β΄της παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), τόμ.5 σελ.180,03,αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.2 άρθρ.10 Νόμ.3190/22-30 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄249), τόμ.11 σελ.270,24. Σύμφωνα δε με την παρ.4 ίδιου άρθρου Νόμ.3190/03 οι άνω διατάξεις ισχύουν και έχουν εφαρμογή για τις οικονομικές χρήσεις που λήγουν την 31-12-2002 και επόμενες. γ) ΄Οταν τα ακίνητα των ανωτέρω περιπτώσεων βρίσκονται εκτός Ελλάδος, οι αξίες προσδιορίζονται είτε με βάση τις αξίες κτήσεως, είτε με βάση αξίες που καθορίζονται από επίσημες αρχές των χωρών που βρίσκονται και σε ποσοστό 75% επ' αυτών. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως δ) Τα ακίνητα (κτίρια) των ανωτέρω περιπτώσεων ασφαλίζονται κατά του κινδύνου πυρκαϊάς από ασφαλιστική επιχείρηση άλλη απ' αυτήν που τα διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση. ε) Η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων γ, δ, ε, στ και η της περίπτωσης Α της παρα γράφου 3 του παρόντος άρθρου, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, γίνεται με βάση τον μέσο όρο της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων. Σε περίπτωση χρεωγράφων εισηγμένων σε χρηματιστήριο ως νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα θεωρείται το νόμισμα ή τα νομίσματα του κράτους-μέλους ή των κρατών-μελών στο χρηματιστήριο ή στα χρηματιστήρια του οποίου ή των οποίων είναι εισηγμένα. στ) Η αποτίμηση των μη εισηγμένων χρεωγράφων των στοιχείων γ, δ, ζ και η της περίπτωσης Α και των repos της περιπτ. ΙΑ του παρόντος άρθρου, γίνεται ως ακολούθως: - Οι μετοχές και άλλες συμμετοχές αποτιμώνται με βάση την εσωτερική λογιστική αξία των όπως αυτή προκύπτει, κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, από τις οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης ·της οποίας μετοχές ή συμμετοχές κατέχει η ασφαλιστική επιχείρηση. Οταν η ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων δεν συμπίπτει τότε, για την εφαρμογή των ανωτέρω, θα ληφθούν υπόψη οι τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης, της οποίας η ασφαλιστική επιχείρηση κατέχει μετοχές ή συμμετοχές. - Τα μη εισηγμένα ομόλογα, ομολογίες, έντοκα γραμμάτια και repos αποτιμώνται με βάση την τρέχουσα αξία τους (αξία κτήσεως + δεδουλευμένοι τόκοι) ή την αξία κτήσεως την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων, λαμβανομένου υπόψη και της περίπτωσης Ι της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. - Σε περίπτωση χρεωγράφων μη εισηγμένων ως νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα θεωρείται το νόμισμα του κράτους- μέλους του εκδότη. ζ) Κατά τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων γ, δ, ε, στ, ζ, και η της περίπτωσης Α και των repos της περιπτ. ΙΑ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη και οι τυχόν υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατοχή τους. Προσωρινοί τίτλοι γίνονται δεκτοί σε ασφαλιστική τοποθέτηση μόνον όταν προέρχονται από δημόσια εγγραφή. η) Τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων του στοιχείου θ της περίπτωσης Α της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση τον μέσο όρο της τιμής εξαγοράς τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων. Από την ανωτέρω αξία αφαιρείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από την κατοχή τους. «Κατά την εφαρμογή της παρ.6 του παρόντος άρθρου και του άρθρ.7 παρ.4, το Υπουργείο Ανάπτυξης μπορεί, κατά τον διενεργούμενο εκάστοτε έλεγχο, να λαμβάνει υπόψη και τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν τα ανωτέρω μερίδια». Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.6 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. θ) Οι προθεσμιακές καταθέσεις του στοιχείου β της περίπτωσης Α της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση την τρέχουσα αξία(αξία κατάθεσης + δεδουλευμένοι τόκοι) ή την αξία κατάθεσης κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων λαμβανομένου υπόψη και της περίπτωσης Ι της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Από την ανωτέρω αξία αφαιρείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από την κατοχή τους. ι) Τα οφειλόμενα ασφάλιστρα της περιπτ.ΣΤ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις προς τους ασφαλισμένους ή τα διαμεσολαβούντα πρόσωπα. ια) Η συμμετοχή των αντασφαλιστών της περιπτ. Ζ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αποτιμάται με βάση τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων υπό τον όρο ύπαρξης πιστοποιητικού επιβεβαίωσης του υπολοίπου από τους αντασφαλιστές «υπογεγραμμένο και από ορκωτό ελεγκτή των αντασφαλιστών». Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.6 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. (Αντί για τη σελ.236,01(α) Σελ. 236,01(β) Τεύχος 1417 Σελ. 21 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 ιβ) Τα μεταφορικά μέσα της περίπτ. Η της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση την αξία αγοράς αυξημένη κατ' έτος με ποσοστό ίσο με τον ετήσιο πληθωρισμό μείον παλαιότητα δέκα τοις εκατό (10%) κατ’ έτος με ανώτατο όριο τα 10 χρόνια. Από την αξία αυτή αφαιρείται κάθε υφιστάμενη υποχρέωση που απορρέει από την κατοχή τους. Η αξία που διατίθεται σε ασφαλιστική τοποθέτηση ανέρχεται στο ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) της αξίας αποτίμησής τους. Τα μεταφορικά μέσα ασφαλίζονται κατά των κινδύνων ιδίων ζημιών, πυρός, κλοπής και αστικής ευθύνης από ασφαλιστική επιχείρηση άλλη απ΄ αυτήν που τα διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση. ιγ) Για την αποτίμηση των μεταφερομένων (αναπόσβεστων) εξόδων προσκτήσεως της περιπτ.Θ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ισχύουν τα κάτωθι: - Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν τα ποσά των καταβληθεισών ή πιστωθεισών προμηθειών που αντιστοιχούν στο απόθεμα μή δεδουλευμένων ασφαλίστρων καθώς και τα ποσά που έχουν υπολογιστεί με αναλογιστική μέθοδο όταν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα γήρατος στους κλάδους 1 ή και 2 της παραγράφου 1 "ασφαλίσεις κατά ζημιών" του άρθρου 13. - Στις ασφαλίσεις ζωής τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν τα ποσά των καταβληθεισών ή πιστωθεισών προμηθειών στις περιπτώσεις που σχηματίζεται απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων καθώς και τα ποσά που έχουν υπολογιστεί με αναλογιστική μέθοδο. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα καθορισθούν οι κανόνες των μεταφερομένων εξόδων πρόσκτησης όταν σχηματίζεται μαθηματικό απόθεμα. ιδ) Τα περιουσιακά στοιχεία της περιπτ. Α στοιχ. α και των περιπτώσεων Β, Ε και Ι της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων. ιε) Σε περίπτωση που απαιτείται μετατροπή ξένων νομισμάτων σε δραχμές κατά την διαδικασία αποτίμησης των στοιχείων α έως ιδ της παρούσης παραγράφου ως τιμή ισοτιμίας θα λαμβάνεται η τιμή ισοτιμίας της δραχμής την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων. Σελ. 236,02(β) Τεύχος 1417 Σελ. 22 6. Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση γίνονται δεκτά με τους ακόλουθους περιορισμούς για κάθε κατηγορία της παραγράφου 3: Α' Για τις ασφαλίσεις ζωής, εκτός ·από τους κλάδους III (ασφαλίσεις ζωής, προσόδων, γάμου και γέννησης που συνδέονται με επενδύσεις), V (τοντίνες), ΙΙ 2 και VIII (διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και προνοίας): α) Μετρητά των περιπτ. Α στοιχ. α και Β της παρ. 3 του παρόντος άρθρου συνολικά μέχρι τρία τοις εκατό (3%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. β) Τραπεζικά πιστοποιητικά καταθέσεων (προθεσμιακές καταθέσεις), συμπεριλαμβανο-μένων και των τίτλων repos της περιπτ. ΙΑ' της παρ. 3 του παρόντος άρθρου μέχρι τριάντα τοις εκατό (30%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. γ) Ακίνητα μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) συνολικά των αντιστοίχων αποθεμάτων. Επένδυση σε ένα γήπεδο ή σε ένα κτίριο ή σε σειρά γηπέδων ή σειρά κτιρίων που βρίσκονται στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και τα οποία θεωρούνται ως ενιαία επένδυση, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει σε ποσοστό το δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του άρθρου 52α του παρόντος ν.δ/τος. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως δ) Εξασφαλισμένα δάνεια της περιπτ. Δ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων, υπό την επιφύλαξη του παρακάτω υπό στοιχείο θ περιορισμού. Δάνεια προς το ίδιο φυσικό πρόσωπο μέχρι δύο τοις εκατό (2%), συνυπολογιζόμενο στο ποσοστό του δέκα τοις εκατό. ε) Μη εξασφαλισμένα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) των αντιστοίχων αποθεμάτων, με πρόσθετο περιορισμό να μην υπερβαίνει το κάθε δάνειο το ένα τοις εκατό (1%) των αντιστοίχων αποθεμάτων συνυπολογιζόμενο στο ποσοστό του δύο τοις εκατό (2%) του παραπάνω στοιχείου δ΄. στ) Μετοχές ανωνύμων εταιρειών και άλλες συμμετοχές συνολικά μέχρι τριάντα τοις εκατό (30%) των αντιστοίχων αποθεμάτων υπό την επιφύλαξη των παρακάτω στοιχείων η και θ. ζ) Μερίδια αναπτυξιακών αμοιβαίων κεφαλαίων μέχρι τριάντα τοις εκατό (30%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. η) Μετοχές, συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης, ομόλογα και ομολογίες μη εισηγμένες σε χρηματιστήριο υπολογιζόμενες συνολικά μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων υπό την επιφύλαξη του παρακάτω υπό στοιχείο θ περιορισμού. θ) Μετοχές, συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης, δάνεια, ομόλογα και ομολογίες της ίδιας επιχείρησης υπολογιζόμενες συνολικά μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. ι) Ομόλογα ή ομολογίες του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) των αντιστοίχων αποθεμάτων, εφόσον ο κομιστής των ομολόγων ή ομολογιών προστατεύεται από ειδική νομοθεσία που τον εξασφαλίζει κατά προτεραιότητα ως προς την καταβολή του κεφαλαίου και των δεδουλευμένων τόκων. Για τον υπολογισμό αυτού του ποσοστού δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπό στοιχεία η και θ περιορισμοί. ια) Απαιτήσεις από ασφάλιστρα μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων και όχι περισσότερο από δέκα πέντε τοις εκατό (15%) των ακαθαρίστων καταχωρημένων (εγγεγραμμένων) ασφαλίστρων. ιβ) Οι ανωτέρω υπο στοιχ. η και θ περιορισμοί δεν ισχύουν για τα υπό στοιχ.γ της περιπτ. Α' παραγ. 3 του παρόντος άρθρου χρεώγραφα. Β. Για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών: α) Μετρητά των περιπτώσεων Α στοιχ.α και Β της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, τραπεζικά πιστοποιητικά καταθέσεων, δάνεια, μη εξασφαλισμένα δάνεια μετοχές ανωνύμων εταιριών, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης, ομόλογα, ομολογίες και repos,γίνονται δεκτά σε ασφαλιστική τοποθέτηση στα ποσοστά που προβλέπονται στα στοιχεία α, β, δ έως και ι και ιβ της περίπτωσης Α της παρούσης παραγράφου. β) Ακίνητα γίνονται δεκτά μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) συνολικά των αντιστοίχων αποθεμάτων. Επένδυση σε ένα γήπεδο ή σε ένα κτίριο ή σε σειρά γηπέδων, ή σειρά κτιρίων που βρίσκονται στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και τα οποία θεωρούνται ως ενιαία επένδυση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει σε ποσοστό το δέκα τοις εκατό (10%) των αποθεμάτων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του άρθρου 52α του παρόντος ν.δ/τος. γ) Μεταφορικά μέσα πλήρους κυριότητας στη περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί τον κλάδο 18 "Βοήθεια" με δικά της μέσα μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. δ) Απαιτήσεις από ασφάλιστρα μέχρι δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των αντιστοίχων αποθεμάτων και όχι περισσότερο από δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των ακαθαρίστων καταχωρημένων (εγγεγραμμένων) ασφαλίστρων. ε) Η συμμετοχή των αντασφαλιστών γίνεται δεκτή μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων πλην των κλάδων 5, 6, 11, και 12 της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος ν.δ/τος όπου γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ειδικά στις περιπτώσεις των κλάδων:
- i)17 "Νομική προστασία", η οποία ασκείται σύμφωνα με την περίπτωση β της παραγράφου 5 του άρθρου 13β του παρόντος, η συμμετοχή του αντασφαλιστή γίνεται δεκτή στο σύνολο της.
- ii)18 "Βοήθεια",η οποία ασκείται από την ασφαλιστική επιχείρηση με μέσα που δεν είναι δικά της, η συμμετοχή των αντασφαλιστών γίνεται δεκτή στο σύνολο της εφόσον οι αντασφαλιστές είναι επιχειρήσεις με την μορφή της ανώνυμης εταιρίας. iii) Για τις δύο παραπάνω περιπτώσεις i και ii απαιτούνται οι αντασφαλιστικές συμβάσεις και οι οικονομικές καταστάσεις των αντασφαλιστών με την επιφύλαξη του στοιχ. ια της παραγρ. 5 του παρόντος άρθρου. Γ. Για τον υπολογισμό των παραπάνω ποσοτικών περιορισμών λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της υπό στοιχεία α και β της παρ.2 του παρόντος άρθρου ασφαλιστικής τοποθέτησης ασφαλίσεων κατά ζημιών (αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα και λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών). (Αντί για τη σελ.236,03(α)) Σελ. 236,03(β) Τεύχος 1417 Σελ. 23 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 7. Ως προς τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση ισχύουν τα ακόλουθα: α) Τα ακίνητα πρέπει να βρίσκονται εντός Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. Η αξία τους η οποία έχει διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση ως και το είδος ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνεται στα μητρώα ακινήτων ή στους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. Οταν πρόκειται να διατεθούν σε ασφαλιστική τοποθέτηση υποβάλλονται στο Υπουργείο Εμπορίου επικυρωμένα αντίγραφα των συμβολαίων ιδιοκτησίας και πιστοποιητικά μεταγραφής και βαρών τα οποία πρέπει να έχουν εκδοθεί το αργότερο 1 μήνα πριν την υποβολή τους. Οταν τα ακίνητα βρίσκονται σε χώρα της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. τα ανωτέρω υποβάλλονται μαζί με επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, τα δε πιστοποιητικά μεταγραφής και βαρών πρέπει να φέρουν επίσημη επικύρωση ως προς την γνησιότητα τους. Επίσης υποβάλλεται και ανάλυση του τρόπου υπολογισμού της αξίας διάθεσης. β) Σε περίπτωση δανείων προς φυσικά πρόσωπα ή ανώνυμες εταιρίες, τα οποία διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, υποβάλλεται στο Υπουργείο Εμπορίου αναλυτική κατάσταση των δανειζομένων προσώπων (όνομα, επώνυμο, διεύθυνση, επάγγελμα ή είδος επιχείρησης, ποσό δανείου) συνοδευόμενα από επικυρωμένα αντίγραφα των δανειστικών συμβολαίων και των δικαιολογητικών εξασφάλισης. ΄Οταν τα ανωτέρω υποβαλλόμενα στοιχεία είναι διατυπωμένα σε ξένη γλώσσα υποβάλλονται μαζί με επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα τα δε δικαιολογητικά εξασφάλισης φέρουν επίσημη επικύρωση ως προς την γνησιότητα τους. Τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση και το είδος της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνονται στους οικείους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. γ) Σε περίπτωση μεταφορικών μέσων ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί τον κλάδο 18 "Βοήθεια" και τα οποία διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, υποβάλλονται στο Υπουργείο Εμπορίου επικυρωμένα αντίγραφα πιστοποιητικών ιδιοκτησίας και ανάλυση του τρόπου υπολογισμού της αξίας διάθεσης. Οταν το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας είναι σε ξένη γλώσσα υποβάλλεται και επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα ως και επίσημη επικύρωση γνησιότητας του. Επίσης Σελ. 236,04(β) Τεύχος 1417 Σελ. 24 υποβάλλεται υπεύθυνος δήλωση ότι δεν υφίστανται αναγκαστικές κατασχέσεις, στην οποία αναφέρονται και τα τυχόν βάρη. Η αξία διάθεσης τους και το είδος της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνονται στα μητρώα μεταφορικών μέσων ή τους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. δ) Για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία, τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση καθώς και το είδος της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνονται στους οικείους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. 8. Στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων καταχωρούνται τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση κατά είδος περιουσιακού στοιχείου και κατά είδος ασφαλιστικής τοποθέτησης, σύμφωνα με την παραγ.2 του παρόντος άρθρου εξαιρουμένης της ασφαλιστικής τοποθέτησης της περιπτ.δ, ως ακολούθως: -Ακίνητα (παραγρ.3Γ) -Μετοχές, άλλες συμμετοχές και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων [παραγρ.3Α (ε, στ, ζ, η και θ)] -Ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια [παραγρ.3Α(γ,δ)] -Δάνεια (παραγρ.3Δ) -Πιστοποιητικά καταθέσεων (Προθεσμιακές καταθέσεις)(παραγρ.3Α β). 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως -Μετρητά (παραγρ.3Αα και Β) -Οφειλόμενα ασφάλιστρα (παραγρ.3,ΣΤ) -Συμμετοχή αντασφαλιστών (παραγρ.3,Ζ) -Δάνεια έναντι ασφαλιστηρίων ζωής (παρ. 3Ε) -Μεταφορικά μέσα( παραγρ.3Η) -Παράγωγοι τίτλοι (παραγρ.3 ΙΑ) -Μεταφερόμενα (αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως (παραγρ.3θ) -Δεδουλευμένοι τόκοι (παραγρ.3Ι) 9. Ειδικότερα για τα χρεώγραφα, τις προθεσμιακές καταθέσεις και τα μετρητά που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες ισχύουν τα κάτωθι: α) Η ασφαλιστική επιχείρηση δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου όλα τα στοιχεία των τραπεζών (χώρα εγκατάστασης, πλήρη νόμιμη ονομασία, διεύθυνση) οι οποίες θά αναλάβουν τήν διαχείριση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων της. Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να απαιτήσει και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας των ή να διεξάγει έρευνες για την νόμιμη λειτουργία τους. β) Οι ανωτέρω τράπεζες υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή η τροποποίηση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων και να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης του απορρήτου των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων. 10. Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων που υποχρεούται να σχηματίσει η ασφαλιστική επιχείρηση. Η ασφαλιστική επιχείρηση συμπληρώνει μέσα σε 45 ημέρες την ασφαλιστική τοποθέτηση κατά το ποσό που μειώνεται είτε εξ αιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης είτε εξαιτίας υποτίμησης περισσότερο από 25% της τρέχουσας τιμής των περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων Α στοιχεία γ, δ, ε, στ, ζ, η, και θ και Γ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου σε σύγκριση με την τιμή διάθεσής τους σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή εφόσον η ως άνω μείωση υπερβαίνει το 15% του συνόλου της ασφαλιστικής τοποθέτησης. Ως τιμή διάθεσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων θεωρείται για όσα αποκτήθησαν μέσα στη χρήση η αξία κτήσης τους και για όσα αποκτήθηκαν σε προγενέστερες χρήσεις ο μέσος όρος της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων ή της τιμής πού προκύπτει από την εφαρμογή της περιπτ.στ της παραγ.5 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει εντός επτά ημερών. 11. Κατ΄ εξαίρεση των ρυθμίσεων των προηγουμένων παραγράφων στη περίπτωση άσκησης των κλάδων ασφάλισης III (ασφαλίσεις ζωής, προσόδων, γάμου και γεννήσεως πού συνδέονται με επενδύσεις),V (τοντίνες), VII 2 (διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων) και VIII (κλάδος προνοίας του Γαλλικού Κώδικα Ασφαλειών), ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις ως προς τά περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση. α) Ασφαλίσεις ζωής, προσόδων, γάμου και γεννήσεως πού συνδέονται με επενδύσεις (κλάδος III) και τοντίνες (κλάδος V): Με την επιφύλαξη του άρθρου 13γ και 73 παρ.3 του παρόντος ν.δ/τος, οι διατάξεις των παραγρ. 1,2,3, (περιπτ.Α, στοιχ.β, γ, δ, ε, στ, ζ, η, θ,) 4 (β, γ),9,12,13 και 14 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά και στη περίπτωση αυτή. Σε περίπτωση μείωσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης, απαλλοτρίωσης η σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει με ομοειδή εντός δέκα ημερών. β) Στον ισολογισμό της ασφαλιστικής επιχείρησης τα περιουσιακά στοιχεία της ως ανω περιπτ. α πού διατίθενται σέ ασφαλιστική τοποθέτηση αναλύονται κατά κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 67 παραγ.1 του παρόντος, ως εξής: -Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων -Μετοχές, άλλες συμμετοχές -Ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια -Προθεσμιακές καταθέσεις γ) Διαχείρηση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και προνοίας (κλάδοι VII2 και VIII): Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση με την επιφύλαξη των παραγ. 1 εως και 5,7 εως και 10 και 12 εως και 14 του παρόντος άρθρου, είναι τα εξής:
- i)Τα ακίνητα της παρ.3 περιπτ.Γ του παρόντος και μέχρι ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού κεφαλαίων. (Μετά τη σελ.236,04(β) Σελ. 236,041 Τεύχος 1417 Σελ. 25 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7
- ii)Τα χρεώγραφα της παρ.3 περιπτ.Α (γ, δ, ε, στ, ζ, η, και θ). Για τα ομόλογα ή ομολογίες του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος ισχύει η διάταξη της παρ.6 περπτ.Αί του παρόντος άρθρου. iii) Τα στοιχεία της παραγρ. 3 περιπτ.Α (α, β.) Β και Γ ϊν) δάνεια της παρ.3 περιπτ. Δ προς τον αντισυμβαλλόμενο μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του πιστωτικού υπολοίπου του του λογαριασμού κεφαλαίων, μετά από σύμφωνη γνώμη των συμβουλίων των εργαζομένων. «12. α) Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, καθορίζονται ο ενιαίος τρόπος υποβολής των καταστάσεων ασφαλιστικής τοποθέτησης και τα απαραίτητα δικαιολογητικά. β) Οι καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την ασφαλιστική τοποθέτηση υποβάλλονται στο Υπουργείο Ανάπτυξης μέχρι την 30ή Ιουνίου κάθε έτους. γ) Ο έλεγχος του σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και της διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την ασφαλιστική τοποθέτηση ολοκληρώνεται υποχρεωτικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους. Μέχρι την ημερομηνία αυτή πρέπει να γίνουν και όλες οι προσαρμογές που κρίνονται αναγκαίες και υποδεικνύονται προς την ασφαλιστική εταιρεία από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης ως προς τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων. Παράβαση των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων και του παρόντος συνεπάγεται την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στα άρθρ.9 και 43 και επόμενα του νόμου αυτού. δ) Η ασφαλιστική τοποθέτηση που διαμορφώνεται οριστικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους μετά τον έλεγχο της εποπτεύουσας αρχής, διατηρείται υποχρεωτικά μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου χρόνου εκτός και αν σύμφωνα με τις καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου έτους η ασφαλιστική τοποθέτηση διαμορφώνεται σε μεγαλύτερο ύψος οπότε και η αύξησή της πρέπει να συντελείται κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφ.β΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής». Η παρ.12 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.γ΄ της παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), τόμ.5 σελ.180,03. Σελ. 236,042 Τεύχος 1417 Σελ. 26 13. Για την εφαρμογή του άρθρου 10 του παρόντος δεν είναι απόρρητες οι καταθέσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση. 14. Όλες οι περιπτώσεις τοποθετήσεων κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορεί να πραγματοποιούνται και σε κατά περίπτωση επενδύσεις στην Κύπρο υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί νομισματικής αντιστοιχίας. 15. Υπό την επιφύλαξη των παραγ. 1 έως και 5, 7 έως και 10 και 12 έως και 14 του παρόντος άρθρου, τα περιουσιακά στοιχεία, πού καλύπτουν το 1/2 του ελαχίστου εγγυητικού κεφαλαίου των υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα σύμφωνα με την παραγ. 1 εδάφιο τρίτο του παρόντος άρθρου και τα οποία δεσμεύονται στην Ελλάδα σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ.2 του άρθρ. 2 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 1, άρθρ. 2 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-5-1990). «3.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση». Η παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). «4.Από τις διατάξεις του παρόντος δ/τος, εξαιρούνται οι εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για τον λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους ή όταν το Κράτος είναι ασφαλιστής». (Άρθρ. 1 παρ. 1 της οδηγίας 87/343/ΕΟΚ της 22.6.87). Η παρ. 4 προστέθηκε από το άρθρ. 2 Π.Δ. 325/19-29 Ιουλ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 117). «5.Οι διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου «ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων» του παρόντος εφαρμόζονται και στις αντασφαλιστικές αναλήψεις». Η παρ.5 προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.2 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. άρθρου 9 του παρόντος είναι τα εξής: -Τα ακίνητα της παραγ. 3 περίπ. Γ του παρόντος άρθρου -Τα περιουσιακά στοιχεία της παράγ. 3 περίπ. Α και Ι του παρόντος άρθρου." Το άρθρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.11 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "΄Αρθρ.9.- 1. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεση του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος. 2. Η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, σημειώνεται κατά περίπτωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή υποθηκών ή στα βιβλία της τράπεζας, όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση, ύστερα από αίτηση του Υπουργείου Εμπορίου. Η ως άνω απαγόρευση αίρεται μερικά ή ολικά με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται και οι όροι της άρσης. Τόσο η απαγόρευση όσο και η άρση αυτής κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών-μελών. 3. Εάν είναι αναγκαίο, η απόφαση του Υπουργού Εμπορίου της παραπάνω παραγράφου μαζί με πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύονται ή απαγορεύεται η ελεύθερη διάθεση τους και μαζί με άλλες οδηγίες κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. για να συνεισφέρουν στην εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων." "4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν υπάρχει κίνδυνος παραβίασης των κειμένων διατάξεων και του καταστατικού της εταιρείας, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μπορεί να ανατίθεται σε ελεγκτικές εταιρίες ή κοινοπραξίες ελεγκτών, που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών του άρθρου 13 του π.δ/τος 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α), η διενέργεια έκτακτου ελέγχου με βάση τα διεθνή δεδομένα. Έργο των ως άνω ελεγκτικών εταιριών και κοινοπραξιών θα είναι η διενέργεια οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στα πλαίσια της ασκούμενης από το Υπουργείο Ανάπτυξης εποπτείας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τη διαπίστωση της εφαρμογής από αυτές της κείμενης νομοθεσίας, όπως ειδικότερα θα καθορίζεται με την ως άνω απόφαση. Ο τρόπος επιλογής και η αμοιβή των άνω ελεγκτικών εταιριών και κοινοπραξιών θα καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Οικονομικών. Για τις υποχρεώσεις των παραπάνω ελεγκτών έχουν εφαρμογή και η παράγραφος 4 του άρθρου 40β και η παράγραφος 1 του άρθρου 40 γ' του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ισχύει σήμερα." Η παρ.4 προστέθηκε με την παρ.8 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27. Το άρθρ.9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.12 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. «Άρθρ.10.-"1. Οι δικαιούχοι ασφαλίσματος και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 8 του άρθρου «12α» και το προνόμιο για απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας, με εξαίρεση τις απαιτήσεις των ασκούντων το δικαίωμα διοίκησης και διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης." Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο όπως είχε τροποποιηθεί από την παρ.2 άρθρ.12 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27. Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και από τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές. Το ως άνω προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης. 2.Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παρ. 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Αντίγραφο του κατασχετηρίου επιδίδεται με ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης στο Υπουργείο Εμπορίου. (Μετά τη σελ.236,042) Σελ. 236,043 Τεύχος 1417 Σελ. 27 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 3.Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο κατά το άρθρ. «12α» του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε 10 ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δε έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών. Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α)οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β)οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ)όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία. Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου. Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της Σελ. 236,044 Τεύχος 1417 Σελ. 28 επιχείρησης, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες. Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Ο μέσα σε «» αριθμός αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.12 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 4."Με αίτηση του εκκαθαριστή ή του συνδίκου ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να επιτρέψει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, πλην της ασφαλιστικής τοποθέτησης ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από τα χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, σύμφωνα με τη διάκριση της παραγρ. 2 του άρθρου 8". (άρθρα 6 και 29 Οδηγ. 92/49 και 5 και 29 Οδηγ. 92/96) Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.12 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Ο εκκαθαριστής ή ο σύνδικος ικανοποιεί από το προϊόν της εκποίησης τους δικαιούχους ασφαλίσματος συμμέτρους. ("Ο Υπουργός Ανάπτυξης, μετά από αίτηση του Επικουρικού Κεφαλαίου, υποχρεούται μέσα σε εξήντα
(60)ημέρες από την υποβολή της αίτησης να επιτρέψει στον επόπτη εκκαθάρισης ή στον εκκαθαριστή, καθώς και στον επόπτη πτώχευσης η στο σύνδικο τη μεταβίβαση στο Επικουρικό Κεφάλαιο του δικαιώματος διοίκησης και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων για την ικανοποίηση, από άμεσες ή μελλοντικές απαιτήσεις, των δικαιούχων ασφαλίσματος.") Η εκποίηση ακινήτων γίνεται ύστερα από εκτίμηση της επιτροπής του άρθρ. 9 του κ.ν. 2190/
- Η μεταβίβαση ολόκληρου ή μέρους χαρτοφυλακίου γίνεται ύστερα από άδεια του Υπουργού Εμπορίου, στην οποία καθορίζονται και οι όροι της κατά παρέκκλιση του άρθρ.
- Το μέσα σε () εδάφιο όπως είχε αντικατασταθεί από την περίπτ.α΄ της παρ.10 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27, καταργήθηκε από την παρ.4 άρθρ.25 Νόμ.2919/19-25 Ιουν.2001 (ΦΕΚ Α΄128), τόμ.24Α σελ.336,
- 5.Σε περίπτωση άρνησης για οποιονδήποτε λόγο του εκκαθαριστή ή του συνδίκου να προβεί χωρίς καθυστέρηση στις ενέργεις που εκτελεί από κοινού με τον αντίστοιχο επόπτη, σύμφωνα με την παρ. 3, οι ενέργειες αυτές εκτελούνται έγκυρα από μόνο τον επόπτη, ο οποίος προβαίνει σε σχετική μνεία της άρνησης». "
- Αμέσως μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ο επόπτης εκκαθάρισης προβαίνει σε σφράγιση και εν συνεχεία αποσφράγιση των κεντρικών γραφείων και των υποκαταστημάτων της επιχείρησης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.» Η παρ.6 που είχε προστεθεί με την παρ.11 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.25 Νόμ.2919/19-25 Ιουν.2001 (ΦΕΚ Α΄128), τόμ.24Α σελ.336,
- «7.Από την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ή της θέσης αυτής σε κοινή εκκαθάριση ή σε κατάσταση πτώχευσης, το Επικουρικό Κεφάλαιο διοικεί και διαθέτει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σύμφωνα με το άρθρ.8 του παρόντος σε τοποθέτηση ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα. Τα εκ των μεταβιβαζομένων περιουσιακών στοιχείων ακίνητα εκποιούνται από το Επικουρικό Κεφάλαιο με πλειοδοτικό διαγωνισμό, που διενεργείται με υποβολή κλειστών και σφραγισμένων έγγραφων προσφορών και με τιμή εκκίνησης αυτήν που θα ορίσει η Επιτροπή του άρθρ.9 του κ.ν.2190/1920, η οποία προκειμένου για ακίνητα σε περιοχές, στις οποίες ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους δεν μπορεί να είναι μικρότερη της αντικειμενικής αξίας. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διακήρυξη διενέργειας του πλειοδοτικού διαγωνισμού και ενδεικτικά ο τρόπος κατάθεσης των προσφορών, η διαδικασία αποσφράγισής τους, η αξιολόγηση αυτών, τα κριτήρια επιλογής του τελικού πλειοδότη, η δημοσίευση της διακήρυξης και η διαδικασία διενέργειας επαναληπτικού διαγωνισμού σε περίπτωση που ο πρώτος δεν τελεσφορήσει, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Τίτλοι, ομόλογα και λοιπά παρόμοια και άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία εκποιούνται στην τρέχουσα χρηματιστηριακή τους αξία ή στην τρέχουσα ή συνήθη αξία τους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Καταθέσεις σε τράπεζες περιέρχονται στην άμεση διάθεση και διαχείριση του Εμπορικού Κεφαλαίου. 8.Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται να καταβάλει στα όργανα εκκαθάρισης το ποσό που αντιστοιχεί στην αναλογική συμμετοχή του στην ικανοποίηση των προνομιακών απαιτήσεων των εργαζομένων και στα έξοδα εκκαθάρισης, η οποία υπολογίζεται κατά το λόγο της ασφαλιστικής τοποθέτησης του κλάδου αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων προς το σύνολο της ασφαλιστικής τοποθέτησης της εταιρείας σε όλους τους κλάδους που ασκούσε. Το τυχόν εναπομένον υπόλοιπο μετά την καταβολή του κατά τα άνω ποσού, την ικανοποίηση των δικαιούχων ασφαλίσματος και την επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων επιστρέφεται στον εκκαθαριστή ή τον σύνδικο.» Οι παρ.7 και 8 προστέθηκαν και οι μέσα σε () παρ.
(7)και
(8)αναριθμήθηκαν σε παρ.9 και 10 αντίστοιχα, από την παρ.2 άρθρ.25 Νόμ.2919/19-25 Ιουν.2001 (ΦΕΚ Α΄128), τόμ.24Α σελ.336,416. (Μετά τη σελ.236,044) Σελ. 236,045 Τεύχος 1417 Σελ. 29 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 9.(«7). Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται αναφορά σε απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου νοείται η απόφαση εκείνη, η αγωγή ακύρωσης της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας του άρθρου 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύει, είτε έχει απορριφθεί τελεσίδικα." Η παρ.9
(7)προστέθηκε με την παρ.12 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27. 10.(«8).Κατά παρέκκλιση των κείμενων φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών διατάξεων, στις περιπτώσεις μεταβίβασης ή εκποίησης περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικών εταιρειών που τελούν υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, δεν είναι αναγκαία η προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας και κάθε άλλου εγγράφου γενικά που απαιτείται να προσαχθεί από δημόσια αρχή ή Ν.Π.Δ.Δ. για το χρόνο π