📄 Κείμενο νόμου
48. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4114 της 9/9 Οκτ. 1960 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 164) Περί του Κώδικος «περί Ταμείου Νομικών». Άρθρον μόνον.- Κυρούται ο υπό της Επιτροπής του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 3791/1957 καταρτισθείς Κώδιξ «περί Ταμείου Νομικών». ΚΩΔΙΞ ΠΕΡΙ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ίδρυσις -Έδρα - Σκοπός Άρθρ.6.-1.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και εν κωλύματι αυτού ο νόμιμος αναπληρωτής του, αντιπροσωπεύει το Ταμείον δικαστικώς και εξωδίκως, τηρών τας διατάξεις του Νόμου και ασκεί τα εν τω παρόντι και τω Οργανισμώ του Ταμείου καθοριζόμενα καθήκοντα. 2.Κατόπιν εισηγήσεως του Προέδρου και αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, δύναται να εκπροσωπή το Ταμείον έτερον μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή ο Διευθυντής του Ταμείου. «3.Ο εις το Ταμείον επαγόμενος ή δικαστικώς επιβαλλόμενος όρκος δίδεται υπό του Προέδρου ή του δι’ αποφάσεως αυτού οριζομένου Συμβούλου ή Διευθυντού του Ταμείου. Ο όρκος, επακτός ή δικαστικός, δίδεται πάντοτε κατά το άρθρ. 363 της Πολ. Δικονομίας, ως όρκος ειδήσεως». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 12 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56). ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ησφαλισμένοι άρθρ. 7 παρ. 1Α εδάφ. ε΄, 10, 11, 12, 23 παρ. 8, 29 παρ. 8, 34, 35, 40 και 41, ων η ισχύς άρχεται από 1 Ιαν. 1961 και του εδαφ. ιθ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 10, ούτινος η ισχύς άρχεται μετά εξάμηνον από της ισχύος του παρόντος. Μέχρι της ισχύος του παρόντος και των κατά τ’ ανωτέρω μερικωτέρων διατάξεων αυτού, εφαρμόζεται η ισχύουσα Νομοθεσία. Άρθρ.7.-1.Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι κάτωθι: Α΄.Άμισθοι α)«Οι δικηγόροι, οι κεκτημένοι νομίμως το δικαίωμα προς άσκησιν του λειτουργήματος κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων, από της εις τα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου εγγραφής των μέχρι της διαγραφής των εκ τούτων ή μέχρι της κατά το άρθρ. 80 του Κώδικος περί Δικηγόρων αυτοδικαίας αποβολής της ιδιότητος του δικηγόρου». Το εδάφ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 13 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56). β)Οι Συμβολαιογράφοι. γ)Οι άμισθοι Υποθηκοφύλακες και Μεταγραφοφύλακες. δ)Οι άμισθοι Δικαστικοί Κλητήρες, εκτός αν ασκούσι και έτερον επάγγελμα. ε)«Οι Δικολάβοι, οι διορισθέντες δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, δημοσιευθείσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και οι εφεξής διοριζόμενοι καθ’ όμοιον τρόπον». Το εδάφ. ε΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 13 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56). Β΄.Έμμισθοι α)Το προσωπικόν της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των Κλητήρων, ως και οι Διευθυνταί και Υποδιευθυνταί Φυλακών και Αναμορφωτικών Σχολείων. β)Το κύριον και βοηθητικόν προσωπικόν του Συμβουλίου της Επικρατείας, συμπεριλαμβανομένων και των Κλητήρων. (Αντί για τη σελ. 69(ε) Σελ.69(ζ) Τεύχος 1202-Σελ.23 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 γ)Το κύριον και βοηθητικόν προσωπικόν των τακτικών Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, Πταισματοδικείων και Ειρηνοδικείων, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών κλητήρων, κλητήρων ακροατηρίου και των εμμίσθων τοιούτων. δ)Τα ισόβια μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο παρ’ αυτώ Επίτροπος, εφ’ όσον κατά τον χρόνον του διορισμού των εν ταις θέσεσι ταύταις, ήσαν ησφαλισμένοι του Ταμείου. ε)Το κύριον προσωπικόν του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ς)Το προσωπικόν των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων και ειδικών ληξιαρχείων, συμπεριλαμβανομένων και των κλητήρων. ζ)Οι Σύμβουλοι της Στρατιωτικής Αεροπορικής και Ναυτικής Δικαιοσύνης, ως και οι Γραμματείς, Υπογραμματείς και Γραφείς της Στρατιωτικής και Αεροπορικής Δικαιοσύνης. «η)Οι δικασταί των τακτικών Διοικητικών δικαστηρίων ως και οι υπάλληλοι της γραμματείας αυτών». Το εδάφ. η΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 2 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68) θ)Οι μόνιμοι υπάλληλοι και κλητήρες του Ταμείου. «2.Εξαιρούνται της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι τεχνικοί υπάλληλοι της Διευθύνσεως Ειδικών Τεχνικών υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εφ’ όσον υπάγονται εις την ασφάλισιν ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως, οι ιατροδικασταί, οι έκτακτοι ή επί ημερησία αποζημιώσει ή επί απολαυή ποσοστών ή άλλων δικαιωμάτων εργαζόμενοι υπάλληλοι και καθαρισταί των δικαστηρίων και των εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης υπαγομένων υπηρεσιών εν γένει». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 6 άρθρ. 2 Νόμ. 730/1977 (κατω. αριθ. 68) 3.Δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι κατόπιν δηλώσεών των, βάσει των διατάξεων των Νόμ. 4448/1929 και 4685/1930 εξαιρεθέντες της ασφαλίσεως και μη ανακαλέσαντες τας δηλώσεις ταύτας, δυνάμει των διατάξεων των Νόμ. 5963/ 1933, Α.Ν. 1621/1939, 2732/1940, Νόμ. 1359/1944 και 2112/1952. «4.Δεν δύναται εφεξής να υπαχθή εις την ασφάλισιν του Ταμείου υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα ο συνταξιούχος υπάλληλος αυτού, ο συνταξιούχος του δημοσίου, οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, πλην αν ούτος τυγχάνη ανάπηρος ή θύμα πολέμου ή ανάπηρος ειρηνικής περιόδου (Νόμ. 1370/1944)». Η παρ. 4, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 10 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α΄ 263 (κατωτ. αριθ. 70). Σελ.70(ζ) Τεύχος 1202-Σελ.24 «5.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή σε πρόσωπα που ήταν ήδη ασκούμενοι δικηγόροι κατά την έναρξη ισχύος του Νόμ. 4114/1960. Τα παραπάνω πρόσωπα θεωρούνται ότι υπάγονται στην ασφάλιση του ταμείου από το χρόνο έναρξης άσκησης ασφαλιστέου στο ταμείο επαγγέλματος μετά τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή οποιονδήποτε άλλον ασφαλιστικό οργανισμό. Η εξόφληση των εισφορών που τυχόν δεν έχουν καταβληθεί γίνεται με το ποσό της ισχύουσας εισφοράς». Η παρ. 5 προστέθηκε από το άρθρ. 31 Νόμ. 1654/17-24 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 177) (ανωτ. σελ. 12,21), 5.Οι από της ισχύος του Νόμ. 4448/1929 διορισθέντες και οι εφεξής διοριζόμενοι εις τινα των εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου θέσεων, δεν δύνανται να μετέχωσιν εις τα Μετοχικά Ταμεία «Πολιτικών Υπαλλήλων», «Στρατού», «Ναυτικού» και «Αεροπορίας», δεν υποχρεούνται δε εις καταβολήν τινα προς αυτά. Οι από της ισχύος του παρόντος διοριζόμενοι εις τας ως ανωτέρω θέσεις δύνανται να εξαιρεθώσι της παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός εξ μηνών, αφ’ ης απέκτησαν ιδιότητα συνεπαγομένην την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω και συνοδευομένην υπό βεβαιώσεως περί συμμετοχής εις τι εκ των ανωτέρω αναφερομένων Ταμείων, οπότε διατηρούσι την παρά τοις Ταμείοις τούτοις ασφάλισίν των. Κατά την παρ. 1 .άρθρ. 21 Νόμ. 1976/1991 (ΦΕΚ Α΄ 184), Τόμ. 29, σελ. 90,851, ορίστηκε ότι: «Η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το Ταμείο Νομικών, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού και στο εξής, από οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί εργασίες, για τις οποίες είναι δυνατή η ασφάλιση στο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 7 του Ν.Δ. 4114/1960 (ΦΕΚ 164 Α΄), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν κάθε φορά, δεν δημιουργεί δικαίωμα για παροχές, αν για το χρονικό διάστημα για το οποίο καταβάλλονται οι εισφορές δεν υπάρχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στην ασφάλιση του Ταμείου. Ο έλεγχος των νόμιμων αυτών προϋποθέσεων γίνεται με την υποβολή στο Ταμείο Νομικών των δικαιολογητικών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρ. 1 και 8 του Β.Δ. 661/1961 (ΦΕΚ 157 Α΄) (κατωτ. σελ. 120). 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών Κατηγορίες ασφαλισμένων «Άρθρ.8.-1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου (άμισθοι και έμμισθοι), που ορίζονται από το προηγούμενο άρθρο, διακρίνονται σε δύο τάξεις, την πρώτη και τη δεύτερη. «2.Στην πρώτη τάξη ανήκουν: Α)Από τους αμίσθους: α)οι δικηγόροι, β)οι συμβολαιογράφοι, γ)οι άμισθοι υποθηκοφύλακες (μεταγρα-φοφύλακες), δ)οι ασκούμενοι δικηγόροι και ε)οι δικολάβοι» Η μέσα σε « » περίπτ.Α της παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 240/23 Ιουλ. - 1 Αυγ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 178), κατωτ. αριθ. 105. Β)Από τους έμμισθους: α)Οι υπάλληλοι των Κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και οι διευθυντές και υποδιευθυντές των φυλακών και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, β)το κύριο προσωπικό του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι υπάλληλοι αυτού των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, γ)το κύριο προσωπικό των τακτικών δικαστηρίων, εισαγγελιών, πταισματοδικείων και ειρηνοδικείων και οι υπάλληλοι αυτών των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, δ)τα ισόβια μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και ο επίτροπος αυτού, ε)το κύριο προσωπικό (νομικοί σύμβουλοι, πάρεδροι και δικαστικοί αντιπρόσωποι διοίκησης) των νομικών υπηρεσιών της διοίκησης, στ)οι υπάλληλοι των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ των έμμισθων υποθηκοφυλακείων, ζ)οι σύμβουλοι δικαιοσύνης του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, εφ’ όσον δεν υπάγονται σε άλλο φορέα ασφάλισης, η)οι δικαστές των διοικητικών δικαστηρίων που προβλέπονται από το άρθρ. 94 του Συντάγματος, καθώς και οι υπάλληλοι αυτών, των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, θ)οι μόνιμοι υπάλληλοι του Ταμείου των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και ι)οι υπάλληλοι του Τ.Υ.Δ.Ε. των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ. «3.Στη δεύτερη τάξη ανήκουν οι υπόλοιποι έμμισθοι ασφαλισμένοι». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ.1 Π.Δ. 240/23 Ιουλ. -1 Αυγ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 178), κατωτ. αριθ. 105. 4.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που δεν περιλαμβάνονται σε κάποια από τις τάξεις που ορίζονται από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατατάσσονται ανάλογα σε μία από τις τάξεις αυτές με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. 5.Οι ασφαλισμένοι υπάλληλοι και κλητήρες του Ταμείου καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους δικαιούνται σύνταξη του άμισθου ασφαλισμένου, ανάλογα με την τάξη στην οποία ανήκουν». Το άρθρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 21 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15ΒΙ, σελ. 70,866). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Χρόνος ασφαλίσεως Άρθρ.9.-1.α)Χρόνος ασφαλίσεως είναι το χρονικόν διάστημα, καθ’ ο ο ησφαλισμένος μετέχει νομίμως της ασφαλίσεως του Ταμείου. β)Η υποχρεωτική ασφάλισις ανατρέχει από μεν της 1ης Οκτ. 1929 και εντεύθεν δια πάντας τους κεκτημένους κατά την χρονολογίαν ταύτην μίαν των αναφερομένων εν άρθρ. 7 παρ. 1 του παρόντος ιδιοτήτων, δια δε τους μετά την χρονολογίαν ταύτην αποκτήσαντας ή αποκτώντας τοιαύτην ιδιότητα, αφ’ ης απέκτησαν ή αποκτήσωσι την ιδιότητα ταύτην, εξαιρουμένων των δυνάμει του παρόντος το πρώτον υπαγομένων εις την ασφάλισιν, εφ’ ων ισχύουσι τα ειδικώς εν τω παρόντι οριζόμενα. γ)Εν περιπτώσει νέας υπαγωγής εις την ασφάλισιν, συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος τυχόν χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. 2.Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως, ο της προσωρινής παύσεως λόγω πειθαρχικής ποινής, και ο χρόνος της, συνεπεία ποινικής διώξεως, καταστάσεως αργίας, προσωρινής παύσεως ή προφυλακίσεως, εφ’ όσον ηκολούθησε οριστική απόλυσις. 3.Οι ησφαλισμένοι δικαιούνται εκάστοτε όπως αιτώνται παρά του Ταμείου την βεβαίωσιν χρόνου ασφαλίσεως αυτών υπερβαίνοντος την δεκαετίαν, εφ’ όσον έχουσιν εκπληρώσει πλήρως τας προς το Ταμείον υποχρεώσεις των. Η βεβαίωσις γίνεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, ήτις είναι ανέκκλητος. «4.Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, το χρονικόν διάστημα, καθ’ ο ο δικηγόρος δεν ασκεί πράγματι το λειτούργημα ή επεδόθη συγχρόνως εις ενάσκησιν ετέρου επαγγέλματος, ασυμβιβάστου προς το λειτούργημα. Πραγματικήν άσκησιν του λειτουργήματος αποτελούν και αι περιπτώσεις του άρθρ. 63 παρ. 4 του Κώδικος περί Δικηγόρων. Δικηγόρος, παρ’ ω επήλθε περίπτωσις διακοπής ασκήσεως ή ασυμβιβάστου, καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, υπόκειται καθ’ όλον τον χρόνον της διακοπής της ασκήσεως ή του ασυμβιβάστου εις τας έναντι του Ταμείου υποχρεώσεις του ησφαλισμένου, εφ’ όσον δεν υποβάλη παραίτησιν εκ του λειτουργήματος. Δεν υπολογίζεται επίσης εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια τον καθορισμόν της συντάξεως ή άλλης παροχής ο χρόνος, καθ’ ον οι άμισθοι Δικαστικοί Κλητήρες και οι Δικολάβοι ασκούσι παραλλήλως και έτερον επάγγελμα. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου, δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, ούτοι υπόκεινται εις πάσας τας υποχρεώσεις του ησφαλισμένου. (Αντί για τη σελ. 70,01(β) Σελ.70,01(γ) Τεύχος 1323 Σελ. 43 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 5.Ο χρόνος, καθ’ ον ο δικηγόρος τελεί εν αναστολή κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων λογίζεται ως χρόνος ασφαλίσεως, συνυπολογιζόμενος δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής». Αι παρ. 4 και 5 προσετέθησαν δια της παρ. 3 άρθρ. 13 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56). Σελ.70,02(γ) Τεύχος 1323 Σελ. 44 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Πόροι του Ταμείου Άρθρ.10.-1.Οι πόροι του Ταμείου αποτελούνται. «α.Εκ μηνιαίας εισφοράς των εμμίσθων ησφαλισμένων καθοριζομένης εις ποσοστόν 8% της πρώτης και 5% της δευτέρας τάξεως ησφαλισμένων επί του εκάστοτε βασικού μισθού των, της εισφοράς ταύτης μη δυναμένης να είναι ανωτέρας της αντιστοιχούσης εις τον βασικόν μισθόν του 2ου βαθμού της ιεραρχίας δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων. Με την Φ.41/702/12-12 Ιουν. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 418) απόφ. Υφ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, της οποίας η ισχύς αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο της δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίστηκε ότι: «Το ποσοστό της μηνιαίας εισφοράς των εμμίσθων ασφαλισμένων του Ταμείου Νομικών, που ορίζεται στο εδάφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 4114/1960 (ΦΕΚ 164/9.10.1960, τ.Α΄), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρ. 1 του Νόμ. 1090/1980 (ΦΕΚ 263/15.11.1980 τ.Α΄), υπολογίζεται στα μισθολογικά κλιμάκια του μισθολογίου των Δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων στα οποία ανήκουν όπως αυτά ορίζονται με το άρθρ. 3 του Νόμ. 1505/1984 (ΦΕΚ 194/3.12.1984, τ.Α΄), ή, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν μισθολογικά κλιμάκια, στον αντίστοιχο βασικό τους μισθό. Για τον υπολογισμό της παραπάνω εισφοράς, ανώτατο όριο αποδοχών ορίζεται το 1ο Μ.Κ. της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, όπως αυτό θα ισχύει κάθε φορά». Με το άρθρ. 2 της Φ.41/444/1-12 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 386) απ. Υφ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 422/3 Ιουλ. 1992), κατωτ. αριθ. 91, το ποσό της άνω μηνιαίας εισφοράς αυξήθηκε κατά ποσοστό 25%. β.Εκ μηνιαίας εισφοράς των εν αναστολή ασκήσεως της δικηγορίας τελούντων, ως και των δικηγόρων τακτικών καθηγητών των πανεπιστημίων ή ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εκ ποσοστού 4% επί του εις τούτους καταβαλλομένου κατά μήνα βασικού μισθού, ή εν μη καταβολή μισθού, ή εν μη καταβολή μισθού επί της αποζημιώσεως ή εξόδων παραστάσεως, ήτις εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατωτέρα της εκάστοτε προβλεπομένης δι’ άμισθον ησφαλισμένον Α΄ τάξεως ουδέ ανωτέρα του διπλασίου αυτής. Η εισφορά αύτη αποδίδεται υπό της μισθοδοτούσης αρχής δια παρακρατήσεως εκ των ως άνω απολαυών του υποχρέου. γ.1)Εκ μηνιαίας εισφοράς των δικηγόρων και αμίσθων υποθηκοφυλάκων, εισπραττομένης δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου δι’ επικολλήσεως εν αυτώ των αποκομμάτων εξ ενσήμων του Ταμείου, περί ων τα εδάφ. ιβ΄, ιγ΄ και ιδ΄ του παρόντος άρθρου αναφερομένων πόρων, αντιπροσωπευόντων αξίαν ισόποσον προς ποσοστόν 2% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου. Το εν λόγω ποσοστόν αναπροσαρμόζεται από 1ης Ιαν. 1982 εις 3%, από 1ης Ιαν. 1983 εις ποσοστόν 4% και από 1ης Ιαν. 1984 εις ποσοστόν 5%. Τα κατά την παρούσαν περίπτωσιν χρησιμοποιούμενα ένσημα μετ’ αποκομμάτων έχουν ροδόχρουν χρωματισμόν δια τους παρά πρωτοδίκαις δικηγόρους, φαιόχρουν δια τους παρ’ εφέταις και κυανόχρουν δια τους παρ’ Αρείω Πάγω, ανεξαρτήτως του βαθμού του Δικαστηρίου, εις το οποίον παρίστανται, ή της χρησιμοποιήσεως τούτων παρά των εν λόγω προσώπων κατά τας διατάξεις του παρόντος. Ομοίως διάφορον χρωματισμόν έχουν τα χρησιμοποιούμενα ένσημα μετ’ αποκομμάτων παρά των υποθηκοφυλάκων, έτερον δε παρά των δικολάβων και δικαστικών επιμελητών. Κατά πάσαν περίπτωσιν αναγράφεται επί των ενσήμων και η αντίστοιχος προς τα ανωτέρω ένδειξις, φέρουν δε ταύτας τας αυτάς ως και σήμερον παραστάσεις. Η ισχύς της παρούσης παραγράφου ως προς τον διαχωρισμόν των χρωμάτων των ενσήμων άρχεται από 1ης Μαίου 1981. 2)Η μηνιαία εισφορά των δικολάβων και των αμίσθων δικαστικών επιμελητών ορίζεται εις ποσοστόν 80% των κατά την προηγουμένην περίπτωσιν αναφερομένων ποσοστών. 3)Η μηνιαία εισφορά των εις το παρόν εδάφιον αναφερομένων προσώπων, των υπαγομένων το πρώτον εις την ασφάλισιν του Ταμείου από της 1ης Ιαν. 1981 και δια τους πρώτους 60 μήνας από της ενάρξεως ασφαλίσεώς των ορίζεται εις το ήμισυ της εκάστοτε ισχυούσης εισφοράς της τάξεως εις ην ανήκουν και αποδίδεται δι’ ενσήμων κατά τα εις τας προηγουμένας περιπτώσεις οριζόμενα. Προκειμένου περί των υπαχθέντων εις την ασφάλισιν του Ταμείου από 1ης Ιαν. 1976 και εφεξής η κατά τα ανωτέρω μειωμένη εισφορά καταβάλλεται μέχρι συμπληρώσεως 60 μηνών από της ενάρξεως της ασφαλίσεώς των. 4)Εις πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις το ποσόν της προκυπτούσης μηνιαίας εισφοράς στρογγυλοποιείται προς τα άνω εις την αξίαν ενσήμου παραστάσεως ενώπιον πρωτοδικείου. «5)Εάν το σύνολο των αποκομμάτων ενσήμων που επικολλήθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο δεν καλύπτει στο ολόκληρο το παραπάνω ελάχιστο όριο εισφοράς, οι υπόχρεοι οφείλουν να συμπληρώνουν το υπόλοιπο ποσό, με επικόλληση αποκομμάτων ολοκλήρων των ενσήμων που απαιτούνται ή με εφάπαξ καταβολή σε χρήμα». Η περίπτ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 18 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15ΒΙ, σελ. 70,866). (Αντί για τη σελ. 71(ι) Σελ.71(κ) Τεύχος 1202-Σελ.25 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 6)Εις τήρησιν ασφαλιστικού βιβλιαρίου υποχρεούνται πάντες οι άμισθοι ησφαλισμένοι του Ταμείου από της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν, εξαιρέσει των συμβολαιογράφων, των τελούντων εν αναστολή της ασκήσεως του επαγγέλματος δικηγόρων, των δικηγόρων καθηγητών ανωτάτων σχολών, ως και των αμίσθων δικαστικών επιμελητών δια τον χρόνον κατά τον οποίον οι τελευταίοι ούτοι τυγχάνουν έμμισθοι. Δι’ ασφαλιστικών βιβλιαρίων εφοδιάζονται οι υπόχρεοι προς τήρησιν εντός των δύο πρώτων μηνών εκάστου ημερολογιακού έτους επί τη συγχρόνω υπό τούτων παραδόσει του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του προηγουμένου έτους. 7)Ο τύπος των κατά το παρόν εδάφιον ενσήμων, ως και ο τύπος και ο τρόπος τηρήσεως του ασφαλιστικού βιβλιαρίου, δύναται ν’ ανακαθορίζωνται δι’ αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου. 8)Τα κατά το παρόν εδάφιον ποσοστά εισφορών δύναται ν’ αυξάνωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά σύμφωνον γνώμην του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου». Τα εδάφ. α, β και γ, όπως είχαν τροποποιηθεί, αντικαταστάθηκαν, ως άνω από το άρθρ. 1 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α΄ 263 (κατωτ. αριθ. 70). Με το άρθρ. 2 της Φ. 41/444/1-12 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 386) απ. Υφυπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφ. (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 422/3 Ιουλ. 1992), κατωτ. αριθ. 91, το ποσό της άνω ελάχιστης μηνιαίας εισφοράς αυξήθηκε στις 8.800 δραχμ. «9.Το ασφαλιστικό βιβλιάριο, που προβλέπεται από τις περίπτ. Ι και 6 του εδαφίου αυτού, θα παραδίδεται από μεν τους δικηγόρους Αθηνών στα γραφεία του Ταμείου, από δε τους δικηγόρους της λοιπής Επικρατείας στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται ειδικότερα στην προαναφερόμενη περίπτ. 6 του παρόντος. Οι τελευταίοι αυτοί φορείς έχουν την υποχρέωση, το αργότερο μέχρι το τέλος Μαίου κάθε χρόνου, να παραδίδουν στο Ταμείο τα ασφαλιστικά βιβλιάρια που παρέλαβαν από τα μέλη τους, μαζί με τις καταστάσεις των έμμισθων δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ 4 Α΄). Οι άμισθοι υποθηκοφύλακες, δικολάβοι και άμισθοι δικαστικοί επιμελητές θα παραδίδουν τα ασφαλιστικά βιβλιάρια στα οικεία ειρηνοδικεία, τα οποία θα στέλνουν στο Ταμείο μέσα στην ίδια παραπάνω προθεσμία». Η περίπτ. 9 προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 18 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15ΒΙ, σελ. 70,866). Σελ.72(κ) Τεύχος 1202-Σελ.26 δ)Εκ κρατήσεως υπό των αρμοδίων υπηρεσιών δια λογαριασμόν του Ταμείου, των του πρώτου μηνός αποδοχών του διοριζομένου εις έμμισθον υπηρεσίαν, ως εκ της οποίας καθίσταται ησφαλισμένος του Ταμείου, κατά τας διατάξεις του παρόντος, ή της διαφοράς αποδοχών, εν η περιπτώσει ήτο ούτος ησφαλισμένος της κατηγορίας εμμίσθων. Διαφορά αποδοχών νοείται η μεταξύ των αποδοχών της νέας θέσεως και της ην προηγουμένως κατείχε. Η ανωτέρω κράτησις δύναται να γίνηται εις εξ ίσας μηνιαίας δόσεις από του διορισμού. ε)-ς)(Κατηργήθησαν δια της περιπτ. β΄ άρθρ. 36 Νόμ. 730/1977, κατωτ. αριθ. 68). 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών «ζ)Από την εισφορά που οφείλεται για το διορισμό σε θέση άμισθου ασφαλισμένου Α΄ και Β΄ τάξης. Η εισφορά αυτή, για τους ασφαλισμένους Α΄ τάξης, είναι ίση με το ποσό 3 ελάχιστων μηνιαίων εισφορών δικηγόρου, με χρόνο υπηρεσίας κάτω από 5 χρόνια, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διορισμού. Προκειμένου για το διορισμό άμισθου ασφαλισμένου Β΄ τάξης, η εισφορά διορισμού ορίζεται στα 80% της παραπάνω εισφοράς άμισθου αφαλισμένου Α΄ τάξης. Στην περίπτωση διορισμού απευθείας στο εφετείο ή στον Άρειο Πάγο η παραπάνω εισφορά ορίζεται στο ισόποσο 12 και 24, αντίστοιχα, εισφορών δικηγόρου με χρόνο υπηρεσίας κάτω από πέντε χρόνια. Η μη καταβολή των παραπάνω ποσών συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης διορισμού». Η περίπτ. ζ΄, που είχε επαναφερθεί σε ισχύ από το άρθρ. 12 Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4) αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β, σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 οι διατάξεις της άνω περίπτ. ζ΄ ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. η)(Καταργήθηκε από την περίπτ. α΄ του άρθρ. 18 του Νόμ. 1090/1980, ΦΕΚ Α΄ 263) (κατωτ. αριθ. 70). «θ)Από την εισφορά που οφείλεται, για την προαγωγή δικηγόρου στο εφετείο και στον Άρειο Πάγο ή απευθείας στον Άρειο Πάγο, που είναι ίση με το ποσό 5, 10 και 15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή. Η μη καταβολή των παραπάνω ποσών συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης διορισμού». Η περίπτ. θ, που είχε επαναφερθεί σε ισχύ από το άρθρ. 12 Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4), αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β, σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 οι διατάξεις της άνω περίπτ. θ ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. ι-ια)Καταργήθηκαν από την περίπτ. α΄ άρθρ. 18 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α΄ 263, κατωτ. αριθ. 70). «ιβ)Με καταβολή από το δικηγόρο ή δικολάβο δρχ. 60, κατά την υποβολή οποιασδήποτε αίτησης ή δικογράφου και κάθε υπομνήματος που απευθύνεται στο Ταμείο Νομικών, στους δικηγορικούς και συμβολαιογραφικούς συλλόγους και συλλόγους δικαστικών επιμελητών, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή στους οργανισμούς και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που υπάγονται στο Υπουργείο αυτό, στο ειρηνοδικείο, πταισματοδικείο, τους γραμματείς αυτών των δικαστηρίων, στο Ειδικό Ληξιαρχείο, στον ειρηνοδίκη, πταισματοδίκη ή υποθηκοφύλακα, καθώς και κατά την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου. Από δρχ. 120 στα παραπάνω έγγραφα και ένδικα μέσα που απευθύνονται στο πρωτοδικείο, το μονομελές ή πολυμελές πλημμελειοδικείο, το διοικητικό πρωτοδικείο, τους γραμματείς αυτών των δικαστηρίων, κάθε επιτροπή που εκδικάζει υποθέσεις οποιασδήποτε διοικητικής και οικονομικής φύσεως πρώτου βαθμού, στο αγορανομικό δικαστήριο, στους προέδρους και τους γραμματείς αυτών των δικαστηρίων, καθώς και στους εισαγγελείς, επιτρόπους, ανακριτές και εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ’ αυτά. Από δρχ. 210 στα παραπάνω έγγραφα και ένδικα μέσα που απευθύνονται στο εφετείο, στρατοδικείο, ναυτοδικείο ή αεροδικείο, στους προέδρους και τους γραμματείς αυτών των δικαστηρίων, τους εισαγγελείς, επιτρόπους, ανακριτές και εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ’ αυτά, καθώς και σε κάθε επιτροπή που εκδικάζει υποθέσεις οποιασδήποτε διοικητικής ή οικονομικής φύσεως σε δεύτερο βαθμό. Από δρχ. 420 στα παραπάνω έγγραφα και ένδικα μέσα, που απευθύνονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Άρειο Πάγο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ακυρωτικό Διοικητικό Εφετείο το Στρατιωτικό Αναθεωρητικό Δικαστήριο και Κακουργιοδικείο, στους προέδρους και γραμματείς αυτών των δικαστηρίων, καθώς και τους εισαγγελείς, επιτρόπους και εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ’ αυτά. ιγ)Με καταβολή δρχ. 60 από το δικηγόρο ή δικολάβο για την πρώτη εγγραφή υπόθεσης στα πινάκια του ειρηνοδικείου, καθώς και κάθε μεταγενέστερη εγγραφή στα πινάκια αυτά, που γίνεται ύστερα από αναβολή, δρχ. 120 στα πινάκια μονομελούς, πολυμελούς ή διοικητικού πρωτοδικείου, δρχ. 210 στα πινάκια του εφετείου και δρχ. 420 στα πινάκια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ακυρωτικού Διοικητικού Εφετείου. ιδ)Με καταβολή 60 δραχμών από το δικηγόρο ή δικολάβο για κάθε παράστασή του, στο ειρηνοδικείο και το πταισματοδικείο ή τον ειρηνοδίκη και τον πταισματοδίκη, τον ανακριτικό υπάλληλο, το συμβολαιογράφο κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού ή όταν ενεργεί οποιαδήποτε πράξη. Από δρχ. 120, για κάθε παράσταση στο πρωτοδικείο, στο μονομελές ή πολυμελές πλημμελειοδικείο, το διοικητικό πρωτοδικείο, οποιαδήποτε επιτροπή δευτέρου βαθμού, στο αγορανομικό δικαστήριο, στους προέδρους αυτών των δικαστηρίων, στον εισαγγελέα, δικαστή, ανακριτή εισηγητή, επίτροπο, δικαστικό συμβούλιο, ανακριτικό υπάλληλο και γενικά σε κάθε δικαστική αρχή καθώς και σε κάθε παράσταση κατά την απογραφή πραγμάτων πτώχευσης, σφράγιση, αποσφράγιση και κατάθεση εγγράφων στο γραμματέα της πτώχευσης. Από δρχ. 210, για κάθε παράσταση στο εφετείο, στρατοδικείο, αεροδικείο ή ναυτοδικείο τον πρόεδρο αυτών των δικαστηρίων καθώς και τους εισαγγελείς, επιτρόπους, ανακριτές και εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ’ αυτά. (Αντί για τη σελ. 73(ξ) Σελ.73(ο) Τεύχος 1202-Σελ.27 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 Από δρχ. 420, για κάθε παράσταση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Άρειο Πάγο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ακυρωτικό Διοικητικό Εφετείο, το Στρατιωτικό Αναθεωρητικό Δικαστήριο και Κακουργιοδικείο, τους προέδρους αυτών των δικαστηρίων, καθώς και τους εισαγγελείς, επιτρόπους και εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ’ αυτά». Τα εδάφ. ιβ, ιγ και ιδ, όπως τα ποσά αυτών είχαν αναπροσαρμοσθεί με Υπ. Αποφάσεις, αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 26 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15ΒΙ, σελ. 70,866). Με την παρ. 1 της Φ. 41/1192/21 Οκτ. - 3 Νοεμ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 825) απόφαση του Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφ. ορίστηκε ότι: «Από 1.1.95, τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφ. ιγ΄ και ιδ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 4114/60 (164Α), καθώς και από τις διατάξεις του άρθρ. 30, παρ. 2 του ίδιου Ν.Δ/τος όπως τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του άρθρ. 1 του Β.Δ. 798/61 (205 Α΄), ως αυτά είχαν αντίστοιχα διαμορφωθεί με την Φ. 41/οικ. 776/6.4.1988 (207Β) απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και την 135/889/20 Ιουλ.-4 Αυγ.1988 (589Β) κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών, αποδίδονται με ενιαίο ένσημο υπέρ Ταμείου Νομικών και ΚΕΑΔ, του οποίου η αξία καθορίζεται ως εξής: α)Για παράσταση στο Ειρηνοδικείο, δραχμ. 400. β)Για παράσταση στο Πρωτοδικείο, δραχμ. 800. γ)Για παράσταση στο Εφετείο, δραχμ. 1600. δ)Για παράσταση στον Άρειο Πάγο, δραχμ. 3200. Από τα παραπάνω ποσά, ποσοστό 50% περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών και 50% στον ΚΕΑΔ». 2.Τα κατά περίπτωση χρησιμοποιούμενα ένσημα μετ’ αποκομμάτων έχουν διαφορετικό χρωματισμό για τους παρά Πρωτοδίκαις δικηγόρους, διαφορετικό για τους παρ’ εφέταις και διαφορετικό για τους παρ’ Αρείω Πάγω, ανεξαρτήτως του βαθμού του Δικαστηρίου στο οποίο παρίστανται κάθε φορά. Σελ.74(ο) Τεύχος 1202-Σελ.28 ιε)Εκ καταβολής ποσού ίσου προς 20% επί του καταβαλλομένου εκάστοτε ποσού λόγω δικαστικού ενσήμου αγωγής ή άλλου δικογράφου υποκειμένου εις δικαστικόν ένσημον κατά τας οικείας διατάξεις. Η μη πληρωμή επάγεται οίας συνεπείας και η μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου κατά τα εν άρθρ. 8 του Νόμ. ΓπΟΗ΄/1912 «περί δικαστικού ενσήμου» ως ετροποποιήθη υπό του Νόμ. 235/1914 οριζόμενα. ις)αα)Εκ καταβολής ποσοστού (1%) επί της αξίας του αντικειμένου πάσης συμβάσεως δια συμβολαιογραφικού εγγράφου καταρτιζομένης, πλην των εν τω παρόντι εξαιρέσεων, ως και πάσης εξοφλήσεως απαιτήσεως δια συμβολαιογραφικού εγγράφου γεγινομένης ή συναινέσεως προς εξάλειψιν υποθήκης ή προσημειώσεως, εφ’ όσον κατά την κατάρτισιν της σχέσεως δι’ ην η εξόφλησις, η υποθήκη, ή προσημείωσις, δεν κατεβλήθη το ως ανωτέρω αναλογικόν δικαίωμα. Το ανωτέρω ποσοστό ανακαθορίστηκε (από 1%) σε 1,30% με την παρ. 1 του άρθρ. 14 του Νόμ. 1512/85 (ΦΕΚ Α΄ 4) (κατωτ. αριθ. 73). Από 1 Απρ. 1973, ο πόρος επί μεταβιβάσεως αυτοκινήτων ορίζεται δια του άρθρ. 4 παρ. 8 Ν.Δ. 1146/1972 (τόμ. 21 σελ. 208,835). Επί των συμβολαιογραφικών πράξεων συστάσεως ιδρυμάτων κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του Ν.Δ. 1111/1972 και διαθέσεως προς τούτο περιουσίας, ο πόρος της διατάξεως του υπεδαφ. αα, εδαφ. ιστ΄, μειούται εις το 1/10 αυτού, ήτοι εις ποσοστόν 1%ο επί της αξίας του αντικειμένου των εν λόγω πράξεων (Απόφ. υπ’ αριθ. Δ1γ/7442 της 25/28 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 532) Υπ. Εθν. Οικον., Οικονομ. και Κοινων. Υπηρεσιών). Κατ’ εξαίρεσιν το άνω δικαίωμα περιορίζεται: 1.Επί εργολαβικών συμβάσεων εν αις εις των συμβαλλομένων είναι το Δημόσιον, Δημόσιαι εν γένει Υπηρεσίαι, Ιδρύματα και Οργανισμοί ή νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εις 1/2 επί τοις εκατόν. 2.Επί συμβολαιογραφικών πράξεων ιδρύσεως Ιδρυμάτων Φιλανθρωπικών και Κοινωφελών σκοπών εις το 1/4. 3.Επί πράξεων συμβιβασμού, αφορωσών κληρονομίας, κληροδοσίας και δωρεάς προς το Κράτος και Κοινωφελή Ιδρύματα ή σκοπούς διεπομένους υπό του Α.Ν. 2039/1939, ως ετροποποιήθη, εις το 1/2 μη δυνάμενα να υπερβούν τας δραχ. 1.000. 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 4.Επι περιπτώσεων, καθ’ ας κατά τας κειμένας διατάξεις περιορίζεται τούτο ή θεσπίζονται απαλλαγαί. «ββ.Με την καταβολή ποσοστού 5%ο επί του ποσού κάθε συνιστωμένης εμπορικής εταιρείας, όπως αυτό προσδιορίζεται από την αρμόδια οικονομική εφορία για τη δημοσίευση των καταστατικών των εταιρειών αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 42-46 του Εμπορικού Νόμου. Στην καταβολή του ίδιου ποσοστού υπόκειται κατά τη δημοσίευσή τους σύμφωνα με τα παραπάνω: (1)Η αύξηση των κεφαλαίων που γίνεται με τροποποίηση των καταστατικών των πιο πάνω εταιρειών, καθώς και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, εφ’ όσον η αύξηση των κεφαλαίων των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης γίνει μέσα σε προθεσμία 12 μηνών από τη σύστασή τους. (2)Το κεφάλαιο όσων ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιρειών μετατρέπονται σε ανώνυμες ή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και αντίστροφα και (3)Οι πράξεις παράτασης του χρόνου διάρκειας των εταιρειών. Στην περίπτωση αυτήν το παραπάνω ποσοστό καταβάλλεται για το ποσό κεφαλαίων των εταιρειών για το οποίο οφείλεται το οικείο τέλος χαρτοσήμου. Το οφειλόμενο, από τις προηγούμενες διατάξεις, δικαιώμα του Ταμείου δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερο από το μισό του κατώτατου ορίου του τέλους χαρτοσήμου, που προβλέπεται κάθε φορά για τα καταστατικά εταιρειών. Κάθε άλλη τροποποίηση καταστατικού καθώς και η διάλυση εταιρείας υπόκειται σε πάγιο δικαίωμα του Ταμείου δρχ. 100». Το υπεδάφ. ββ, που είχε τροποποιηθεί από το Άρθρ.1.-Το επί τη βάσει του Νόμ. 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτό μεταγενεστέρων Νόμων και Ν.Δ/των συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείον Συντάξεων Νομικών διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος Κώδικος. άρθρ. 14 Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4), αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 25 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), τόμ. 15Β σελ. 70,866. γγ)Εκ καταβολής ποσοστού (5%) εκ των, κατά τας κειμένας διατάξεις, παρά των συμβολαιογράφων επί παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου, εισπραττομένων αναλογικών δικαιωμάτων. Η υπό του ανωτέρω εδαφ. γγ΄προβλεπομένη καταβολή των Συμβολαιογράφων υπέρ του Ταμείου Νομικών ηυξήθη από 1 Μαρτ. 1966 εις 7 1/2% δια της παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56). Με την παρ. 1 άρθρ. 4 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α΄ 263 (κατωτ. αριθ. 70), η καταβολή που προβλέπεται από το ανωτέρω υπεδάφιο από τους συμβολαιογράφους από ποσοστό από τα δικαιώματά τους υπέρ του Ταμείου Νομικών αυξάνεται από την 1 Ιαν. 1981 σε ποσοστό 8% και από την 1 Ιαν. 1983 σε ποσοστό 9%. Κατ’ εξαίρεσιν, εις τας κατωτέρω περιπτώσεις καταβάλλεται υπό των Συμβολαιογράφων: 1)Εκ του εισπραττομένου, κατά τας κειμένας διατάξεις, υπό του Συμβολαιογράφου δικαιώματος δια την ενέργειαν πλειστηριασμού ως και του τοιούτου επί ματαιώσει του πλειστηριασμού επερχομένη μετά την δημοσίευσιν της περιλήψεως προγράμματος πλειστηριασμού, ή δια την σύνταξιν απογραφής ή καταστατικού ανωνύμου εταιρείας, το ήμισυ. 2)Εκ των δικαιωμάτων του Συμβολαιογράφου δια την σύνταξιν δημοσίας διαθήκης ή πίνακος κατατάξεως δραχ. 50. «δδ)Εκ ποσοστού 5% επί των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων δι’ επικολλήσεως ενσήμου αναλόγου αξίας: 1.Επί πάσης συντασσομένης συμβολαιογραφικής πράξεως ή συμβολαίου, εξαιρέσει των εν τω προηγουμένω υπεδαφ. γγ΄ αναφερομένων και του κανονισμού πολυωρόφου κτιρίου, και 2.Επί παντός εκδιδομένου αντιγράφου ή αποσπάσματος». Το ανωτέρω υπεδάφιο δδ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 4 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, (ΦΕΚ Α΄ 263), κατωτ. αριθ. 70. εε)Εκ καταβολής ποσοστού (10%) «9%» επί του επί τη βάσει της δηλώσεως, καταβαλλομένου φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων και πλοίων, πλην των κατά τας κειμένας διατάξεις εξαιρέσεων. Το ανωτέρω ποσοστόν του φόρου μεταβιβάσεως ωρίσθη από 1 Ιαν. 1963 εις 9% δια της παρ. 1 άρθρ. 33 Ν.Δ. 4242/1962 (τόμ. 27 σελ. 206,75), ορίζοντος εν παρ. 2 ότι «τα οφειλόμενα εις το Ταμείον Νομικών ποσά επί της διαφοράς μεταξύ του βάσει της δηλώσεως και του οριστικώς προσδιοριζομένου φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων δια τα έτη 1961 και 1962 αποδίδονται εις το Ταμείον Νομικών καταβαλλόμενα εις δέκα ίσας ετησίας δόσεις». Εν περιπτώσει οριστικού καθορισμού υπό της αρμοδίας Οικον. Εφορίας ή άλλης εντεταλμένης αρχής μείζονος αξίας, η διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος τω Ταμείω δικαιώματος και του προκύπτοντος τοιούτου εκ του οριστικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας, υπολογιζομένης υπό της αρμοδίας αρχής, συνεισπράττεται μετά της διαφοράς του σχετικού φόρου ή τέλους. Η διαφορά αύτη οφείλεται και προκειμένου περί των εν εδαφ. ις΄ (αα) συμβάσεων. (Αντί για τη σελ. 74,01(ε) Σελ. 74,01(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 45 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 ιζ)Εκ καταβολής δραχ. 3 δια πάσαν εν πρωτοτύπω καταχώρισιν γενομένην υπό παντός αμίσθου Υποθηκοφύλακος ή αναπληρωτού αυτού καταβαλλομένων υπό τούτου (του Υποθηκοφύλακος) άμα τη καταχωρίσει. Το χρηματικό ποσό,που προβλέπεται από την περίπτ. ιζ΄, όπως αναπροσαρμόστηκε με τη Φ. 41/850/20-3-1973 (ΦΕΚ Β΄ 371) απόφ. Υπ.Εθν.Οικον.,Οικον. και Κοιν. Υπηρεσιών (κατωτ. αριθ. 64), αυξήθηκε κατά ποσοστό 50% από την Φ. 41/3149/9-21 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 769) απόφ. Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. Με την παρ. 3 της Φ. 41/410/2-17 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 204) απόφ. Υπ. Οικονομικών και Κοιν. Ασφαλίσεων ορίστηκε,ότι:«Το χρηματικό ποσό,που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφ. ιζ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 4114/1960 (ΦΕΚ 164), όπως αναπροσαρμόστηκε με την Φ. 41/3.149/9.12.81 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών, ορίζεται από δρχ. 7,50 σε δρχ. 15». Με την παρ. 3 της Φ. 41/οικ. 776/6-15 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 207) απόφ. Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων το χρηματικό ποσό, που προβλέπεται από την άνω περίπτ. ιζ΄, αναπροσαρμόστηκε από δραχμές 15 σε δραχμές 60. Με την με αριθ.Φ41/1288/23-18 Δεκ.1999(ΦΕΚ Β΄2217) απόφ.Υπ. Εργασ. και Κοιν.Ασφαλίσεων το χρηματικό ποσό, που προβλέπεται από την άνω περίπτ.ιζ, αναπροσαρμόστηκε σε δρχ.300 από 1/1/2000. ιη)Εκ ποσοστού 2,5% επί της αξίας του αντικειμένου, δια την μεταγραφήν πάσης πράξεως, μεταβιβάσεως ακινήτου ή οιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, καταβαλλομένου υπό του προς ον η μεταβίβασις εις τον συντάσσοντα το σχετικόν συμβόλαιον Συμβολαιογράφον, υπ’ ευθύνη του, εξαιρέσει των εξ επαχθούς αιτίας μεταβιβάσεων ακινήτων ή εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εν τω Νόμ. 1587/50 αναφερομένων και των περιπτώσεων, καθ’ ας, δυνάμει νόμων, θεσπίζεται ειδικώς μείωσις ή απαλλαγή από του δικαιώματος τούτου. Εν περιπτώσει οριστικού καθορισμού υπό της αρμοδίας Οικον. Εφορίας ή άλλης εντεταλμένης αρχής μείζονος αξίας, η διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος τω Ταμείω δικαιώματος και το προκύπτοντος τοιούτου εκ του οριστικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας, υπολογιζομένη υπό της αρμοδίας αρχής, συνεισπράττεται μετά της διαφοράς του σχετικού φόρου ή τέλους. ιθ)Εκ δραχ. 2,50 δι’ εκάστην επίδοσιν, του ημίσεος δε δι’ επιδόσεις, το αποδεικτικόν των οποίων δεν υπόκειται εις τέλος χαρτοσήμου, εξαιρουμένων των αφορωσών ποινικά δικόγραφα ή Σελ.74,02(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 46 άλλα έγγραφα δημοσίων αρχών, και δραχ. 6 δια παν πρόγραμμα, πλειστηριασμού ή επαναληπτικού τοιούτον, δια πάσαν έκθεσιν κηρύξεως, εξώσεως, αποβολής, εγκαταστάσεως, προσωποκρατήσεως, ως και δια διαμαρτυρικόν οιονδήποτε, καταβαλλομένων υπό του ενεργούντος τας πράξεις αυτάς δικαστικού κλητήρος ή άλλου οργάνου. Οι δικαστικοί κλητήρες υποχρεούνται εις την τήρησιν μητρώου επιδόσεων δι’ εκάστην των άνω περιπτώσεων και ετέρου εκθέσεων χορηγουμένων αυτοίς υπό του Ταμείου επί καταβολή του αντιτίμου. Για την αναπροσαρμογή των ανωτέρω ποσών βλ. άρθρ. 3 παρ. 2 της Φ. 41/19/1977 απ. Υπ. Συντονισμού, Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών (κατωτ. αριθ. 67). Τα χρηματικά ποσά, που προβλέπονται από την άνω περίπτ. ιθ΄, όπως αναπροσαρμόστηκε με την Φ. 41/19/18-3-1977, (κατωτ. αριθ. 67) απόφ. Υπ. Συντονισμού, Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών, αυξήθηκαν κατά ποσοστό 50% από την φ. 41/3149/9-21 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 769) απόφ. Υπ. Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. Με την παρ. 2 της Φ. 41/410/2-17 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 204) απόφ. Υπ. Οικονομικών και Κοιν. Ασφαλίσεων τα χρηματικά ποσά της άνω περίπτ. ιθ΄ αυξήθηκαν αντίστοιχα ως εξής:«α)Των δρχ. 6 σε δρχ. 12 β)Των δρχ. 12 σε δρχ. 24. γ)Των δρχ. 30 σε δρχ. 60». Με την παρ. 2 της Φ.41/οικ. 776/6-15 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 207) απόφ. Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, τα ποσά που προβλέπονται από την άνω περίπτ. ιθ΄ αυξήθηκαν αντίστοιχα ως εξής: α)Των δραχμών 12 σε δραχμές 30. β)Των δραχμών 24 σε δραχμές 60. γ)Των δραχμών 60 σε δραχμές 100. Με την παρ. 1 της Φ41/119/5-18 Μαρτ. 1998.,( ΦΕΚ Β΄ 273), απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων, τα ποσά που προβλέπονται από την ανωτ. περίπτ. ιθ΄ αυξήθηκαν αντίστοιχα ως εξής: «α)Των δραχμών 30σε δραχμές 60. β)των δραχμών 60 σε δραχμές 120. γ)Των δραχμών 100 σε δραχμές 200». 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών κ-κβ)Καταργήθηκαν από την περίπτ. α΄ άρθρ. 18 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α΄ 263 (κατωτ. αριθ. 70). κγ)Εκ ποσού ίσου προς 15% επί του ποσού της επιβαλλομένης χρηματικής ποινής ή προστίμου και συναφών δικαστικών εξόδων και τελών παρά του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρά του Αρείου Πάγου, παρ’ Εφετείου, ή των τακτικών Φορολογικών Δικαστηρίων οιουδήποτε βαθμού ή παρ’ οιουδήποτε Δικαστηρίου Φορολογικών παραβάσεων ή Φορολογικών Επιτροπών, και εν γένει, Δικαστηρίων ή Δικαστού, ως και ποσού ίσου προς 15% επί του οριζομένου ποσού προς μετατροπήν επιβληθείσης εις τινα ποινής, εισπραττομένων μετά του προστίμου κλπ. Τα δικαιώματα του Ταμείου από ποινές, έξοδα και τέλη που επιβάλλονται από τα τακτικά ποινικά και στρατιωτικά δικαστήρια καταργήθηκαν από την περίπτ. ιβ΄ της παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 633/1977,τόμ. 9 σελ. 136,05. κδ)(Καταργήθηκε από την περίπτ. ιγ΄ της παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 633/1977, τόμ. 9 σελ. 136,05). κε)Εκ των προσόδων της διαχειρίσεως εν γένει της περιουσίας του Ταμείου. «κστ)Από την εισφορά για τη σύναψη γάμου, όπως αυτή καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρ. 12 του ν.δ. 4114/1960, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά». Η περίπτ. κστ, που είχε επαναφερθεί σε ισχύ από το άρθρ. 12 Νόμ. 1512/1985, (ΦΕΚ Α΄ 4), αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 οι διατάξεις της άνω περίπτ. κστ ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. κζ)Εκ των εσόδων των προερχομένων εκ της εκδόσεως υπό του Ταμείου Δικαστικής εφημερίδος ή περιοδικού (Δελτίου). κη)Εκ των εσόδων των προερχομένων εκ της διαχειρίσεως των εγγυήσεων των Συμβολαιογράφων. κθ)Εκ των προς το Ταμείον δωρεών ή κληροδοτημάτων. κι΄.(Η περίπτ. κι΄, που είχε προστεθεί από το άρθρ. 23 Νόμ. 1759/1988 ΦΕΚ Α΄ 50, καταργήθηκε από την περίπτ. β΄ παρ. 8 άρθρ. 22 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989, ΦΕΚ Α΄ 230, Τόμ. 6, σελ. 146,07). 2.Εις την πληρωμήν των υπό στοιχ. ια΄, ιβ΄ ιγ΄ και ιδ΄ αναγραφομένων δεν υπόκεινται οι κατά Νόμον εκπροσωπούντες το Δημόσιον ενώπιον Δικαστηρίου Δημόσιοι Υπάλληλοι, ως και οι επί παγία αντιμισθία αμειβόμενοι πληρεξούσιοι των κρατικών Ταμείων, Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οργανισμών εν γένει Κοινωνικής Ασφαλίσεως. 3.Απαλλάσσεται της πληρωμής του υπό στοιχ. ιδ΄ πόρου ο εξ επαγγέλματος διοριζόμενος συνήγορος κατηγορουμένου επ’ ακροατηρίω. 4.Ασφαλιστικαί εισφοραί οφείλονται και υπό των συμπληρωσάντων τεσσαρακονταετή συντάξιμον υπηρεσίαν μέχρι και της εξόδου των εκ της ασφαλίσεως. Αι μη καταβληθείσαι παρακρατούνται υποχρεωτικώς εκ της συντάξεως.(Η τοιούτω τρόπω εξόφλησις των μη καταβληθεισών εισφορών δεν παρέχει δικαίωμα εις προσαύξησιν της συντάξεως κατά το άρθρ. 19). Η τρίτη περίοδος της ανωτέρω παραγράφου καταργήθηκε από την περίπτ. α΄ άρθρ. 18 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α΄ 263 (κατωτ. αριθ. 70). 5.«Αι εν τω άρθρ. 10 παρ. 1η εδάφ. γ, ζ, ιβ, ιγ, ιδ, ιζ, ιθ, αι εν τω αυτώ άρθρ. 10 παρ. 7 και αι εν άρθρ. 12, 23 και 35 εισφοραί ησφαλισμένων αναπροσαρμόζονται εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών της Δικαιοσύνης και Οικονομικών μετά πρότασιν και σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Πάσαι αι λοιπαί εισφοραί ησφαλισμένων, ως και πάντα γενικώς τα δικαιώματα του Ταμείου, οπωσδηποτε καθοριζόμενα, είτε εις ωρισμένον ποσόν ή ποσοστόν επί άλλων ποσών, αναπροσαρμόζονται εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών μετά πρότασιν και σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 14 Νόμ. 4507/1966 (κατωτ. αριθ. 56). 6.Καθυστερούμεναι ασφαλιστικαί υποχρεώσεις εν γένει ή δικαιώματα του Ταμείου εξοφλούνται δια καταβολής των κατά τον χρόνον της πληρωμής καθωρισμένων ποσών, δια την εξοφλουμένην υποχρέωσιν ή δικαίωμα του Ταμείου. «7.Η εγγύηση που παρέχεται από το συμβολαιογράφο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 6 του Νόμ. 670/1977 (ΦΕΚ 232), κατατίθεται στο Ταμείο Νομικών και ορίζεται για το συμβολαιογράφο που διορίζεται σε έδρα ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου σε ποσό ίσο με 20 και 30 αντίστοιχα μηνιαίες εισφορές δικηγόρου, με χρόνο υπηρεσίας κάτω από 5 χρόνια, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διορισμού. Εφ’ όσον πρόκειται για διορισμό συμβολαιογράφου στην έδρα των Πρωτοδικείων Αθήνας, Πειραιά και Θεσ/νίκης η εγγύηση ορίζεται σε ποσό ίσο με 40 μηνιαίες εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου. Δεν είναι δυνατός ο διορισμός του συμβολαιογράφου, εάν δεν έχει επισυναφθεί στην αίτηση διορισμού του το γραμμάτιο κατάθεσης στο Ταμείο της πιο πάνω εγγύησης. Η εγγύηση επιστρέφεται άτοκα έξι μήνες μετά από την παραίτηση ή απόλυση του συμβολαιογράφου, εφ’ όσον ο συμβολαιογράφος δεν έχει οφειλές προς το Ταμείο». Η παρ. 7, που επαναφέρθηκε σε ισχύ από το άρθρ. 12 Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4), αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 οι διατάξεις της άνω παρ. 7 ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. (Αντί για τη σελ. 75(κα) Σελ. 75(κβ) Τεύχος 1323 Σελ. 47 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 «8.Από τη συνολική αμοιβή του δικηγόρου, που οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 161 του Ν.Δ. 3026/1954 (ΦΕΚ 235), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, ποσοστό 10% περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, από το οποίο 7% δίδεται στον Κ.Ε.Α.Δ. Το ποσό αυτό αποδίδεται στο Ταμείο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 20 του Νόμ. 1759/1988». Η παρ. 8, που είχε προστεθεί από το άρθρ. 13 Νόμ. 1512/85 και τροποποιηθεί από το άρθρ. 20 Νόμ. 1759/88, Τόμ. 15Β1 σελ. 70,866, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 37 Νόμ. 2145/28-28 Μαίου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8 σελ. 84,193. «9.Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που απασχολούν δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών εισφορά 3% που υπολογίζεται στο σύνολο των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών των απασχολουμένων σ’ αυτά δικηγόρων, για το μέρος αυτών που αντιστοιχεί κάθε φορά στο μισθό του 13ου κλιμακίου δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου και ποσοστό 5% για το επί πλέον ποσό ή για οποιοδήποτε άλλο ποσοστό καθοριστεί μελλοντικά με νόμο. Η εισφορά αυτή αποδίδεται στο Ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από την ημερομηνία της υποχρέωσης προς καταβολή από τον εντολέα. Η απόδοση της παραπάνω εισφοράς γίνεται με κατάθεση του οφειλομένου ποσού είτε στο Ταμείο Νομικών είτε στα κατά τόπους υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για λογαριασμό του Ταμείου». Η παρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 24 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), Τόμ. 6 σελ. 146,07. Με την παρ. 2 άρθρ. 24 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), Τόμ. 6 σελ. 146,07, ορίστηκε, ότι: «Το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ., τα ν.π.ι.δ., καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του Νόμ. 3026/1954 «περί του Κώδικα Δικηγόρων» έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων και τον Κ.Ε.Α.Δ. ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων σε αυτά δικηγόρων. Η υποχρέωση καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1.1.93 και ισχύει για τους μέχρι 31.12.92 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους». Το πρώτο μέσα στα «» εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 37 Νόμ. 2145/28-28 Μαίου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8 σε. 84,193. Σελ.76(κβ) Τεύχος 1323 Σελ. 48 Η παραπάνω εισφορά αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στο μήνα Ιανουάριο του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραπάνω διάταξης θα ρυθμισθούν με κοινή απόφαση των συναρμοδίων Υπουργών Οικονομικών, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης. Για τον τρόπο απόδοσης της ετήσιας συνταξιοδοτικής εισφοράς των δικηγόρων που απασχολούνται στο Δημόσιο και στα Ν.Π.Δ.Δ. βλ. την Φ. 41/108/90 (ΦΕΚ Β΄ 116), κατωτ. αριθ. 85. Οι παρ. 8 και 9 προστέθηκαν από το άρθρ. 13 του Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4),κατωτ. αριθ. 73. «10.Οι πόροι και οι αξιώσεις του Ταμείου Νομικών που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 εδαφ. ιστ υπεδ. αα και γγ καθώς και του εδαφίου ιη του άρθρ. 10 του ν.δ. 4114/60 (Α164), αποδίδονται στο Ταμείο, το πρώτο δεκαήμερο εκάστου μηνός για τις εισπράξεις του προηγουμένου μηνός. Η καταβολή από κάθε συμβολαιογράφο των πόρων και εισφορών αυτών, θα γίνεται στο Κεντρικό Κατάστημα, ή σε οποιοδήποτε Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, στην οποία θα επιδεικνύεται αναλυτική κατάσταση των συμβολαιογραφικών πράξεων, εκ των οποίων απορρέουν πόροι και αξιώσεις κατά τις ως άνω διατάξεις, η κατάσταση δε αυτή, θα μονογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας και θα σημειώνεται ο αντίστοιχος κωδικός αριθμός κατάστασης. Η ανωτέρω κατάσταση, συνοδευόμενη από φωτοτυπία της απόδειξης της Τράπεζας, θα υποβάλλεται μέχρι την 15η του μήνα που γίνεται η πληρωμή, υπό την ευθύνη του συμβολαιογράφου στο Ταμείο ή θα αποστέλλεται σ’ αυτό, με συστημένη επιστολή. Με εσωτερική πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών, καθορίζονται ο τύπος και οι λοιπές λεπτομέρειες των σχετικών μηνιαίων καταστάσεων». Η μέσα σε « » παρ. 10 προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 293/9-15 Σεπτ. 1998, (ΦΕΚ Α΄ 212). 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Δελτίον Δικαστικών Δημοσιεύσεων Άρθρ.11.-1.Το Ταμείον δύναται να εκδίδη δικαστικήν εφημερίδα ή περιοδικόν (Δελτίον). 2.Εις την κατά την προηγουμένην παράγραφον εφημερίδα ή περιοδικόν, εφ’ όσον εκδίδεται, γίνονται, πλην των εν τη επομένη παραγράφω εξαιρέσεων, πάσαι αι υπό του Αστικού Κώδικος, της Πολιτικής Δικονομίας και παντός ετέρου νόμου διατασσόμεναι ή προβλεπόμεναι εν γένει, δια φύλλου υπό της Κυβερνήσεως ωρισμένου ή δια του τύπου εν γένει, δημοσιεύσεις, ή η μία των δημοσιεύσεων τούτων, οπόταν διατάσσωνται ή προβλέπωνται τοιαύται εις πλείονας εφημερίδας, ως και πρόσθετος δημοσίευσις, εάν τοιαύτη ορίζηται δι’ εφημερίδος εκδιδομένης εν ωρισμένω τόπω πλην του της εκδόσεως της εφημερίδος ή δελτίου του Ταμείου . «3.Οι δημοσιεύσεις των προβλεπόμενων περιλήψεων από τα άρθρ. 960, 961, 999 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας γίνονται από την εφημερίδα ή περιοδικά της παρ. 1, εφόσον αυτές αφορούν πλειστηριασμούς ενεργούμενους στις περιφέρειες των πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς. Το ίδιο ισχύει και για τα προγράμματα πλειστηριασμού και τις ειδοποιήσεις που προβλέπονται από τα άρθρ. 42 παρ. 2 και 59 παρ. 2 του Ν.Δ. της 17ης Ιουλ./13ης Αυγ. 1923». Η παρ. 3, που είχε αντικατασταθεί από την παρ. 8 άρθρ. 3 Νόμ. 1653/1986 (ΦΕΚ Α΄ 1730, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 36 Νόμ. 2214/1994 (ΦΕΚ Α΄ 75), Τόμ. 27, σελ. 194,563. 4.Η μη έκδοσις της εφημερίδος ή του δελτίου αποδεικνύεται δια πιστοποιήσεως του Προέδρου του Ταμείου. 5.Αι ημέραι εκδόσεως και κυκλοφορίας της εφημερίδος ή δελτίου, η τιμή κατά φύλλον τούτου, η ετησία συνδρομή των εις αυτά εγγραφομένων, τα δικαιώματα εκάστης δημοσιεύσεως κατά στίχον και πάσα άλλη λεπτομέρεια της εκδόσεως, λειτουργίας, καταχωρίσεως και κυκλοφορίας του δελτίου ορίζονται εκάστοτε δι’ αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δημοσιευομένων εις το δελτίον τούτο. Το ανωτέρω άρθρ. 11 διετηρήθη ρητώς εν ισχύϊ δια του άρθρ. 52 περίπτ. 16 του Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. Β.Δ. 657/1971 (τόμ. 10 σελ. 150) ορισθέντος ότι αι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται επί παντός πλειστηριασμού διεξαγομένου εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Αναγνώρισις Γάμου Άρθρ.12.-1.Άπαντες οι ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποχρεούνται εις δήλωσιν του παρ’ αυτών τελεσθέντος ή τελουμένου γάμου, ως και των γεννήσεων, νομιμοποιήσεως ή αναγνωρίσεων τέκνων. «2.Η εισφορά για την αναγνώριση του γάμου που θεσπίζεται με τη διάταξη του εδαφ. κστ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του ν.δ. 4114/1960, προκειμένου για άμισθους ασφαλισμένους του Ταμείου Νομικών, είναι ίση με το ποσό των 5 ατομικών μηνιαίων εισφορών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταβολής. Για τους έμμισθους ασφαλισμένους του Ταμείου η παραπάνω εισφορά είναι ίση με το ποσό 4 ατομικών μηνιαίων εισφορών ασφαλισμένων, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταβολής της εισφοράς για την αναγνώριση του γάμου». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β, σελ. 70,866). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1759/1988 οι διατάξεις της άνω παρ. 2 ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. «3.Προκειμένου περί γάμου τελουμένου υπό συνταξιούχου, δια την αναγνώρισιν τούτου, οφείλεται το κατά τον χρόνον της εξοφλήσεως προβλεπόμενον ποσόν δια την αναγνώρισιν του γάμου των εν ενεργεία ησφαλισμένων, αναλόγως της τάξεως εις ην ανήκεν ο συνταξιούχος κατά τον χρόνον εξόδου του εκ της ασφαλίσεως. Το ποσόν τούτο καταβάλλεται εντός έτους από της τελέσεως του γάμου, ατόκως, μετά παρέλευσιν δε της προθεσμίας ταύτης εντόκως επί τω εκάστοτε ισχύοντι ποσοστώ του νομίμου τόκου». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68_. 4.Εν περιπτώσει τελέσεως δευτέρου ή τρίτου γάμου, δι’ έκαστον τοιούτον καταβάλλεται το κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον ποσόν. 5.Η υποχρέωσις καταβολής λόγω γάμου δεν αίρεται εν περιπτώσει ακυρώσεως ή λύσεως του γάμου οπωσδήποτε. «6.Εις την κατά τας διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος καταβολήν υποχρεούται ο ησφαλισμένος ή συνταξιούχος αναγνωρίζων εξώγαμον τέκνον ή πλείονα τοιαύτα, ως και εκείνος, έναντι του οποίου εγένετο δικαστική αναγνώρισις εξωγάμου ή εξωγάμων τέκνων, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 1533 και 1555 του Αστικού Κώδικος, ως και ο υιοθετών τέκνον. Το ποσόν καθορίζεται αναλόγως της τάξεως, εις ην ανήκεν ή ανήκει ο γονεύς κατά τον χρόνον της γεννήσεως ή της υιοθεσίας του τέκνου. Μετά την παρέλευσιν έτους από της γεννήσεως ή της υιοθεσίας του τέκνου οφείλεται προσαύ(Αντί για τη σελ. 76,01) Σελ.76,01(α) Τεύχος 1202-Σελ.31 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 ξησις προς 5% ετησίως». Η παρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 Νόμ. 730/1977 (κατωτ. αριθ. 68). 7.Επί εκουσίας ή δικαστικής αναγνωρίσεως εξωγάμων τέκνων κατά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, καταβάλλεται το ως άνω ποσόν ιδιαιτέρως δια τα εξ εκάστης γυναικός γεννώμενα. 8.Εάν κατά την λήξιν της ασφαλίσεως οφείλεται ολόκληρον ή μέρος του δια την αναγνώρισιν γάμου ή δι’ εκουσίαν ή δικαστικήν αναγνώρισιν εξωγάμων τέκνων ωρισμένου ποσού, κρατείται η απονεμομένη εις τον ησφαλισμένον ή την οικογένειαν αυτού μηνιαία σύνταξις μέχρι πλήρους εξοφλήσεως της οφειλής, συψηφιζομένη προς αυτήν. 9.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως μέλους πατρικής οικογενείας θανόντος αγάμου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, οφείλεται υπό του συνταξιοδοτουμένου το εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενον ποσόν, αναλόγως της τάξεως εις ην ανήκεν ο ησφαλισμένος κατά τον χρόνον του θανάτου του, ή της τάξεως βάσει της οποίας εσυνταξιοδοτείτο, προκειμένου περί συνταξιούχου, παρακρατείται δε κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. Για την εισφορά του άνω άρθρ. 12 βλ. και παρ. 2 άρθρ. 12 Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α΄ 4) (κατωτ. αριθ. 73) ως και την περίπτ. κστ παρ. 1 άρθρ. 10 Ν.Δ. 4114/1960, όπως επανεφέρθηκε σε ισχύ από την παρ. 1 άρθρ. 12 άνω Νόμ. 1512/1985. Σελ.76,02(α) Τεύχος 1202-Σελ.32 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ Τρόπος εισπράξεως εσόδων Άρθρ.13.-1.Πάσα εξ οιασδήποτε αιτίας απαίτησις του Ταμείου είτε κατά των ησφαλισμένων, είτε κατά τρίτου, δύναται να εισπράττηται και κατά τας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις δια των Ταμιών του Δημοσίου. Νόμιμος τίτλος προς είσπραξιν είναι δια το Ταμείον. α)Ο υπό της αρμοδίας υπηρεσίας του Ταμείου προσδιορισμός του κατά τας διατάξεις του παρόντος οφειλομένου και εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας, δι’ ην οφείλεται. β)Η υπό των Επιθεωρητών και Εποπτών εν γένει του Ταμείου βεβαίωσις εν εκθέσει επιθεωρήσεως οφειλομένων, υπό ησφαλισμένων ή μη, εσόδων του Ταμείου, υπό του παρόντος προβλεπομένων, μετά του επιβληθέντος, λόγω κυρώσεως, προσθέτου ποσού. γ)Η υπό του υπολόγου του Ταμείου εν εκθέσει του βεβαίωσις οφειλομένου, παρά υποχρέου εις καταβολήν, πόρου του Ταμείου, ως και του δια την μη καταβολήν επιβληθέντος τω ησφαλισμένω ή μη προσθέτου ποσού λόγω κυρώσεως. δ)Η οφειλή η αποδεικνυομένη εξ εγγράφων. ε)Η οφειλή η προκύπτουσα εξ εγγράφων ιδιωτικών ή δημοσίων, παρεχόντων βεβαίωσιν περί της υπάρξεως της οφειλής και του ποσού αυτής κατά την έννοιαν του άρθρ. 255 Πολ. Δικονομίας. 2.Δια την είσπραξιν απαιτήσεων του Ταμείου εκ πάσης αιτίας επιτρέπεται η κατάσχεσις εις χείρας του Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων, του Ταμείου Προνοίας Αμίσθων Δικαστικών Κλητήρων, του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, των κατά τόπους Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων, ως και παντός ετέρου Ταμείου Ασφαλίσεως, των υπ’ αυτών οφειλομένων εις οφειλέτην ησφαλισμένον ή την οικογένειαν αυτού εφ’ άπαξ βοηθήματος ή περιοδικής παροχής, της τελευταίας όμως ουχί πέραν των 3/4. Επίσης επιτρέπεται η κατάσχεσις μέχρι του όλου των δικαιωμάτων οφειλετών Συμβολαιογράφων, των εισπραττομένων επί των κατά τα άρθρ. 33 του Α.Ν. 356/1936, 2 του Α.Ν. 1175/1938 και 1 του Ν.Δ. 652/1948, ως ούτοι μεταγενεστέρως ετροποποιήθησαν, κρατικών κλπ. συμβολαίων, εις χείρας των εντεταλμένων την διαχείρισιν και διανομήν τούτων, υποχρεουμένων να καταθέτωσιν, την επομένην της διανομής, παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος το κατασχεθέν ποσόν, δια λογαριασμόν του ταμείου και να αποστέλλωσιν άμα εις αυτό ονομαστικήν κατάστασιν των οφειλετών Συμβολαιογράφων, καθ’ ων εγένετο η κατάσχεσις, αναγραφομένου έναντι του ονόματος εκάστου, του κατατεθέντος ποσού και συναποστελλομένης της σχετικής αποδείξεως καταθέσεως. 3.Επί του Ταμείου εφαρμόζονται αι διατάξεις των κεφαλαίων Ζ΄ (περί υποθήκης) και Θ΄ (Δικονομικαί διατάξεις) του Ν.Δ. της 17 Ιουλ./13 Αυγ. 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», ως τούτο ηρμηνεύθη και ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 90/1936 και των μεταγενεστέρων τοιούτων, ως και αι λοιπαί διατάξεις αυτού, εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις διατάξεις του παρόντος. 4.Επιτρέπεται εις το Ταμείον όπως εκδίδη ειδικά ένσημα δια την είσπραξιν των πόρων αυτού. Δια Β.Δ/των εκδιδομένων εκάστοτε προτάσει των επί της Δικαιοσύνης και Οικονομικών Υπουργών, μετά σύμφωνον γνώμην του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου καθορίζονται ο τρόπος της εισπράξεως και αποδόσεως των πόρων, ο τύπος, ο τρόπος τηρήσεως του ασφαλιστικού βιβλιαρίου περί ου το εδάφ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του παρόντος και των βιβλίων μητρώων επιδόσεων και εκθέσεων, περί ων το εδάφ. ιθ΄ της αυτής παραγράφου του ως άνω άρθρου, ως και πάσα σχετική προς ταύτα λεπτομέρεια, το όριον εισπράξεως δι’ ενσήμων ή δια διπλοτύπων, οι υπόλογοι της διαχειρίσεως εν γένει, τα της επιβλέψεως, τα του τρόπου αποδόσεως των μετά των Δημοσίων εσόδων συνεισπραττομένων, τα του τρόπου της επιβολής των υπό του άρθρ. 29 του παρόντος προβλεπομένων κυρώσεων, τα του τρόπου του δια του αυτού άρθρ. 29 προβλεπομένου διαχειριστικού ελέγχου, ως και πάσα λεπτομέρεια αποσκοπούσα εις την κανονικήν και ταχείαν απόδοσιν εις το Ταμείον των πόρων του, πλην των εν παρ. 5 και 6 του παρόντος ειδικώς οριζομένων. Ειδικώς προκειμένου περί των εν άρθρ. 10 παρ. 1 εδάφ. ις΄, ιη, κγ΄ και κδ΄ συνεισπραττομένων μετά των δημοσίων εσόδων πόρων του Ταμείου, ούτοι αποδίδονται μερίμνη των Δημοσίων Ταμείων εις το τέλος εκάστου μηνός απ’ ευθείας εις το Ταμείον. Δι’ αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου δύνανται ν’ αυξάνωνται εκάστοτε και αι εν χρήσει κλάσεις των ειδικών ενσήμων εισπράξεως των πόρων αυτού. 5.Δι’ αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου καθορίζονται εκάστοτε ο τρόπος της προμηθείας ενσήμων δια την είσπραξιν των πόρων, ο τύπος αυτών, ο τρόπος της χρήσεως και διαχειρίσεως, της ακυρώσεως αυτών, τα δικαιούμενα προς απόληψιν της ειδικής προμηθείας πρόσωπα και εν γένει πάσα σχετική λεπτομέρεια. «6.Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί με απόφασή του, που εγκρίνεται από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να αναθέτει με προμήθεια ή άλλη αποζημίωση σε μία ή και περισσότερες από τις αναγνωρισμένες τράπεζες ή τα ταχυδρομικά γραφεία, σε δημόσιους υπαλλήλους ασφαλισμένους και μη, στα δημόσια ταμεία και τα Ταμεία Προνοίας Δικηγόρων, καθώς και στους Δικηγορικούς Συλλόγους την είσπραξη των πόρων του Ταμείου, την πώληση των ενσήμων και την (Αντί για τη σελ. 77(ε) Σελ. 77(ζ) Τεύχος 1202-Σελ. 33 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών 39.Γ.α.48 πληρωμή των παροχών». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 5 Νόμ. 2042/1992 (ΦΕΚ Α΄ 75), (κατωτ. αριθ. 90). Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της άνω παρ. 2 άρθρ. 5 οι διατάξεις της παρ. 6 ισχύουν από 1 Ιαν. 1990. Με την Φ. 41/1374/16 Φεβρ.-11 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 137) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, εγκρίθηκε η διάθεση ενσήμων του Ταμείου Νομικών από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών καθώς και τα Ταμεία Προνοίας Πειραιά και Θεσσαλονίκης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Τοποθέτησις και διαχείρισις κεφαλαίων Άρθρ.2.-1.Το Ταμείον τούτο αποτελεί νομικόν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου υπό τον τίτλον «Ταμείον Νομικών» υπαγόμενον εις την εποπτείαν του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού. 2.Εν τω παρόντι δια του όρου Ταμείον νοείται το Ταμείον Νομικών. Δια του όρου ησφαλισμένος νοείται και η ησφαλισμένη. Δια του όρου δικηγόρος νοείται και ο δόκιμος. Άρθρ.14.-1.Η διάθεσις και η επένδυσις των κεφαλαίων του Ταμείου γίνεται ελευθέρως δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένης κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού, εφαρμοζομένων των Νόμων περί ελέγχου της πίστεως. Η κατάθεσις των κεφαλαίων αυτού ενεργείται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ή παρ’ άλλη ανεγνωρισμένη Τραπέζη υπό μορφήν εντόκου καταθέσεως. 2.Τα κεφάλαια του Ταμείου επενδύονται ως εξής: α)Εις χρεώγραφα του Κράτους. β)Εις ομολογίας ή μετοχάς της Τραπέζης της Ελλάδος. Σελ. 78(ζ) Τεύχος 1202-Σελ. 34 39.Γ.α.48 Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών γ)Εις ομολογίας ή μετοχάς της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. δ)Εις ομολογίας ή μετοχάς της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος. ε)Εις μετοχάς επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. ς)Εις δάνεια προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με ρήτραν χρυσού ή δολλαρίου, εφ’ όσον παρέχεται η εγγύησις του Κράτους. ζ)Εις ομολογίας εκδιδομένας υπό επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, αίτινες απολαύουσιν ειδικών προνομίων. η)Εις αγοράν κεντρικών ακινήτων εντός του σχεδίου της πόλεως Αθ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.