← Ελλάδα

40. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 774 της 21 Ιουλ./22 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 189) (Διόρθ. Σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α΄ 231/8 Οκτ. 1980) Περί κωδικοποιήσεως εις ενι

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα κωδικοποιεί σε ένα ενιαίο κείμενο τις διατάξεις που αφορούν το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθορίζοντας τον Οργανισμό του. Ουσιαστικά, συγκεντρώνει και οργανώνει τους κανόνες λειτουργίας και τις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 774 της 21 Ιουλ./22 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 189) (Διόρθ. Σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α΄ 231/8 Οκτ. 1980) Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων υπό τον τίτλον «Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου». Έχοντες υπ’ όψει: α)Το άρθρον 25 του υπ’ αριθμ. 968/1979 Ν. «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» και β)Την από 22 Μαΐου 1980 γνώμην της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού, αποφασίζομεν: Αι διατάξεις της κατά την έκδοσιν του παρόντος ισχυούσης νομοθεσίας περί του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως αύται αναφέρονται κατωτέρω έναντι εκάστου άρθρου μετά των εν παρενθέσει κάτωθι αυτών τιθεμένων αντιστοίχων διατάξεων του Β.Δ. 29/31.12.1954 «περί κωδικοποιήσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων», κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον, ως έπεται: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρον
  2. Άρθρον 3 Ν. 67/43 Άρθρον 17 Ν. 434/76 Άρθρον 62 Π.Δ. 611/77 Άρθρον 20 Ν. 968/79 (Άρθρον 3 παρ. 1 εδαφ. ζ΄ Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 7 Α.Ν. 25/1/36 Άρθρον 70 παρ. 2 Β.Δ. 869/ 60 (Άρθρον 59 παρ. 5 Δ.Κωδ. 1954). Άρθρον 7 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρον 70 παρ. 3 Β.Δ. 869/ 60 (Άρθρον 7 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 73 παρ. 2 Β.Δ. 869/60 Άρθρον
  3. Αρμοδιότης Υπηρεσιών Παρέδρων - Επιτρόπων - Διευθύνσεων κλπ. 1.Αρμοδιότης των Υπηρεσιών Παρέδρων και Επιτρόπων ορίζεται υπό των διατάξεων των άρθρων 77 και 82 του παρόντος. Η αρμοδιότης, ο τίτλος και η δύναμις των Διευθύνσεων και λοιπών υπηρεσιών, ορίζεται δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Συνεδρίου δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Δι’ αποφάσεως επίσης της Ολομελείας του Συνεδρίου δύναται να μεταβάλλεται η αρμοδιότης, ο τίτλος και η δύναμις τούτων, να καθορίζεται η εις Τμήματα και Γραφεία διαίρεσις αυτών και η αρμοδιότης εκάστου τούτων και να συνιστώνται Διευθύνσεις, ανεξάρτητοι υπηρεσίαι, Τμήματα και Γραφεία, υπό μόνον τον περιορισμόν ότι δεν δύνανται να υπάρχουν Διευθύνσεις πλείονες ή ελάσσονες του συνολικού αριθμού των οργανικών θέσεων Διευθυντών ή Τμήματα πλείονα ή ελάσσονα του συνολικού αριθμού των οργανικών θέσεων Ελεγκτών - Τμηματαρχών. «Η τοποθέτησις του αναγκαίου δια την επάνδρωσιν των εν τω προηγουμένω εδαφίω Διευθύνσεων και Υπηρεσιών προσωπικού, ενεργείται δια πράξεων του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Το μέσα σε « » τέταρτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 10 άρθρ. 9 Νόμ. 1160/1981, ΦΕΚ Α΄ 147, (τόμ. 27 σελ. 196, 325). Δια πράξεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου τοποθετούνται προϊστάμενος της Γραμματείας (Γραμματεύς) εκ του προσωπικού του Κλάδου ΑΤ εις των Ελεγκτών - Τμηματαρχών επί βαθμώ 5ω -4ω ή Διευθυντών επί βαθμώ 3ω – 2ω του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προϊστάμενος δε του Αρχείου εις των Ελεγκτών - Τμηματαρχών τούτου. Επίσης τοποθετούνται ομοίως οι βοηθοί του Γραμματέως (υπογραμματείς) τρεις

(3)εκ του προσωπικού του Κλάδου ΑΤ επί βαθμώ 6ω, 5ω ή 4ω και παρά τω Αρχειοφύλακι εις υπαρχειοφύλαξ εκ του ιδίου προσωπικού επί βαθμώ 7ω ή 6ω. Για τον ορισμό του Γραμματέα βλ. άρθρ. 6 Π.Δ. 208/27 Απρ.-11 Μαΐου 1988 (ΦΕΚ Α΄ 90), (τόμ. 6, σελ. 208,417). 2.Δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται να τοποθετούνται προσωρινώς ως Προϊστάμενοι Διευθύνσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Πάρεδροι, ουχί όμως πλείονες των δύο. Άρθρον
  1. Υπηρεσία Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας. 1.Δι’ αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού επί τη προτάσει του Γενικού Επιτρόπου κανονίζονται τα της διαιρέσεως της Υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου εις Γραφεία και διεξαγωγής της εν αυτοίς εργασίας. 2.Αι θέσεις της Υπηρεσίας Γενικού Επιτρόπου πληρούνται εκ του προσωπικού του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η δε τοποθέτησις τούτου γίνεται αιτήσει του Γενικού Επιτρόπου, δια κοινής αποφάσεως αυτού και του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πλην της του Διευθυντού, όστις τοποθετείται δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. (Μετά τη σελ.40,358(β) Σελ. 40,3581 Τεύχος 1207-Σελ. 5 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον μόνον Δ.2/4.8.43 Άρθρον 8 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρον 1 και 18 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 7 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 8 παρ. 1 και 11 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 5 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρα 1,7 και 17 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 10 παρ. 1 και άρθρ. 15 Ν. 968/79 Άρθρα 26-28 Ν. 992/79 Άρθρον 8 παρ. 5 και 11 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρον 16 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 8 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 9 Ν. 108/43 Άρθρον 8 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρον 11 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 8 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 4 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 8 παρ. 4 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 6 Ν.Δ. 4/6-723 (Άρθρον 8 παρ. 5 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 2 Ν.Δ. 16/1/26 Άρθρον 13 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 8 παρ. 7 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 5 παρ. 1 Ν. 4448/1964 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Αρμοδιότης του Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον
  2. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον: 1.Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον επί των εξόδων του Κράτους, ως και επί των δια νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων εκάστοτε Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. 2.Ασκεί κατασταλτικόν έλεγχον : α)επί των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των Αυτοδιοικουμένων Οργανισμών, ως και πάσης Δημοσίας Υπηρεσίας, μη ωργανωμένης μεν εις ίδιον Νομικόν Πρόσωπον, λειτουργούσης όμως εν αποκεντρώσει από του Δημοσίου Προϋπολογισμού, είτε υπό ιδίαν Διοίκησιν, είτε ως ειδικός λογαριασμός, β)επί του δια της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν. 992/79 συσταθέντος εκτός κρατικού προϋπολογισμού λογαριασμού υπό την ονομασίαν «Ειδικός Λογαριασμός εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων» και γ)επί των κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του Ν. 992/79 υπαγομένων εις τον κατασταλτικόν έλεγχον αυτού πάσης φύσεως δαπανών, αι οποίαι πραγματοποιούνται υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, εκ πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για τον κατασταλτικό έλεγχο της άνω παρ. 2 βλέπε και άρθρ. 1318 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄88), κατωτ. αριθ.
  3. 3.Παρακολουθεί τα έσοδα του Κράτους. 4.Αποφαίνεται επί του απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους. 5.Εποπτεύει τους Δημοσίους υπολόγους καθ’ όσον αφορά εις το Δημόσιον Λογιστικόν. 6.Εποπτεύει επί των κατά τους κειμένους νόμους εγγυήσεων των Δημοσίων υπαλλήλων. 7.Αποφαίνεται περί της απαλλαγής από της ευθύνης των ενώπιόν του λογοδοτούντων υπολόγων δια πάσαν απώλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή υλικού ή παραστατικών στοιχείων πληρωμής πάσης φύσεως. 8.Κρίνει τας ενστάσεις κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμόν αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως. (Αντί για τη σελ. 40,359(β) Σελ. 40,359(γ) Τεύχος 1207-Σελ. 7 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 1 Α.Ν. 3247/44 Άρθρον 8 παρ. 9 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 9 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 8 παρ. 9 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 10 Ν.Δ. 4/67-23 Άρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 42 Ν.Δ. 1140/72 Άρθρον 39 Ν.Δ. 496/74 Άρθρον 123 Π.Δ. 933/75 Άρθρον 16 παρ. 1 Ν. 993/79 (Άρθρον 8 παρ. 12 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 8 παρ. 11 Ν.Δ. 4/67-23 Άρθρον 4 ΠΥΣ 333/45 Άρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 8 παρ. 13 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 3 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 8 παρ. 15 Δ. Κωδ. 1954) Σελ. 40,360(γ) 9.Γνωμοδοτεί συμφώνως τω άρθρω 73 παρ. 2 του Συντάγματος επί των προτάσεων Νόμων, δι’ ων σκοπείται η τροποποίησις των περί συντάξεων Νόμων, η απονομή συντάξεως ή η αναγνώρισις υπηρεσίας ως παρεχούσης δικαίωμα προς σύνταξιν, εφ’ όσον η σύνταξις βαρύνει το Δημόσιον Ταμείον ή τον προϋπολογισμόν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 10.Γνωμοδοτεί επί των παρά των Υπουργών τιθεμένων θεμάτων, εφ’ όσον δεν ήθελε κατά την κρίσιν του θεωρηθή ότι η ζητουμένη γνώμη του αποτελεί πρόκριμα των πράξεων ή των δικαστικών του αποφάσεων. 11.Δικάζει επί της αστικής ευθύνης : α)των Δημοσίων υπαλλήλων δια πάσαν εκ δόλου ή αμελείας επελθούσαν εις το Δημόσιον θετικήν ζημίαν, β)των Υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των υπαγομένων εις τας διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 και γ)των Υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. 12.Δικάζει τας εγειρομένας αμφισβητήσεις εκ του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων. 13.Δικάζει τας κατά τας κειμένας διατάξεις υπαχθείσας εις την αρμοδιότητα αυτού εφέσεις κατά καταλογιστικών αποφάσεων εκδιδομένων παρά των Υπουργών ή των επί τούτω εντεταλμένων συλλογικών ή μη οργάνων της διοικήσεως, επί διαχειρίσεως υλικού ή χρηματικού του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εν γένει. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου (Άρθρον 1-4 και 7 παρ. 2 Α.Ν. 599/68 (Άρθρον 8 παρ. 13 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 58 Ν.Δ. 3033/54 Άρθρον 129 Ν.Δ. 2888/54 Άρθρον 123 Π.Δ. 933/75 Άρθρον 9 Π.Δ. 4/6-7-23 (Άρθρον 9 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 10 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6-7-23 (Άρθρον 10 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 10 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6-7-23 (Άρθρον 10 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 10 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6-7-23 (Άρθρον 10 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 11 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6-7-23 Άρθρον 4 Α.Ν. 602/45 Άρθρον 5 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 11 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 11 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6-7-23 Άρθρον 2 παρ. 5 Α.Ν. 281/36 Άρθρον 1 παρ. 1 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 7 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 11 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 18 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6-7-23 (Άρθρον 18 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 21 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 4 παρ. 1 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 2 παρ. 1 Ν.Δ. 455/47 Άρθρον 4 παρ. 3 Ν.Δ. 1265/72 14.Δικάζει τας εφέσεις : α)Κατά των πράξεων του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β)κατά των πράξεων Κανονισμού συντάξεως της Υπηρεσίας Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών (Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), γ)κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Ελέγχου πράξεων του άρθρου 1 του Α.Ν. 599/1968 και δ)κατά των πράξεων της Επιτροπής του άρθρου 4 του αυτού Α.Ν. 599/
  4. 15.Δικάζει τας εφέσεις κατά των καταλογιστικών, συμφώνως τω άρθρω 58 του Ν.Δ. 3033/1954, αποφάσεων των Νομαρχών. 16.Δικάζει τας κατά το άρθρον 129 του Ν.Δ. 2888/54, αιτήσεις προς καταλογισμόν ζημίας Δήμου ή Κοινότητος. 17.Εκτελεί επίσης και τα δι’ άλλων νόμων ανατεθειμένα αυτώ καθήκοντα. Άρθρον
  5. 1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον δικαιούται να ζητή παρά των Υπουργείων και παρά πάσης άλλης αρχής πάσαν πληροφορίαν ή στοιχείον χρήσιμον εις την ενάσκησιν των καθηκόντων του. 2.Το Συνέδριον ανακοινοί εις τους Υπουργούς πάσαν παράβασιν νόμου ή άλλης διατάξεως, βεβαιωθείσαν παρ’ αυτού κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων του. 3.Το Συνέδριον εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του αλληλογραφεί απ’ ευθείας μετά πάσης αρχής, των εγγράφων αποστελλομένων εις αντίγραφα τα οποία κυρούνται υπό του Γραμματέως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Γενικαί Διατάξεις επί του Ελέγχου. Άρθρον
  6. 1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον α)Δύναται να ενημερούται δια των αρμοδίων Παρέδρων ή Επιτρόπων του επί των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων εις βάρος των πιστώσεων του Προϋπολογισμού εκ των βιβλίων των τηρουμένων παρά των αρμοδίων Υπηρεσιών εκκαθαρίσεως και εντολής πληρωμής των δαπανών. β)Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δι’ ειδικών νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι υπάρχει δια ταύτας κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν αι διατάξεις του κώδικος «περί δημοσίου λογιστικού» και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως. 2.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον εξελέγχει τους κατά τας διατάξεις του παρόντος υποβαλλομένους αυτώ λογαριασμούς, επιφέρει τας εκ του ελέγχου τυχόν ενδεικνυομένας μεταβολάς και εκδιδεί τα περί τούτου σχετικά φύλλα χρεώσεως και πιστώσεως των υπολόγων. 3.Κατά τον υπό του Συνεδρίου ασκούμενον έλεγχον επιτρέπεται η εξέτασις και των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, επιφυλασσομένων των περί δεδικασμένου διατάξεων. 4.Ο κατά τας διατάξεις του παρόντος έλεγχος δύναται να ενεργήται και δειγματοληπτικώς κατά τα δι’ αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου οριζόμενα. Εφ’ όσον εκ του δειγματοληπτικού ελέγχου προκύψουν υπόνοιαι περί υπάρξεως διαχειριστικών ανωμαλιών ο έλεγχος ούτος εκτείνεται επί του συνόλου της διαχειρίσεως. 5.Ο έλεγχος της σκοπιμότητος των διοικητικών πράξεων εκφεύγει της αρμοδιότητος του Ελεκτικού Συνεδρίου. 6.Επί αμφιβολιών του Παρέδρου ή Επιτρόπου αναφερομένων εις το ουσιαστικόν μέρος της δαπάνης, θεωρείται μεν το ένταλμα, αναφέρεται δε συγχρόνως η περίπτωσις εις το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπερ μετ’ αξιολόγησιν, ανακοινοί ταύτην εις τον Υπουργόν των Οικονομικών και τον αρμοδίον κατά περίπτωσιν Υπουργόν. 7.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον, μετ’ αξιολόγησιν, επίσης, ποιείται μνείαν των περιπτώσεων τούτων εν τη προς την Βουλήν εκθέσει του. (Αντί για τη σελ. 40,361(γ) Σελ. 40,361(δ) Τεύχος 1207-Σελ. 9 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 12 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 11 Ν. 968/79 Άρθρον 24 παρ. 1 Ν.Δ. 1265/72 Άρθ. 16 παρ. 1 Ν. 968/79 Άρθρον 24 παρ. 2 Ν.Δ. 1265/72 Άρθ. 16 παρ. 1 Ν. 968/79 Σελ. 40,362(δ) Τεύχος 1207-Σελ. 10 8.Κατά την άσκησιν του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων δύναται να εξετασθή παρά του Κλιμακίου και το ουσιαστικόν μέρος της διαχειρίσεως, εάν δε προκύψουν αμφιβολίαι αποφαίνεται μεν τούτο επί της ορθότητος των λογαριασμών ανακοινοί δε την περίπτωσιν ταύτην εις τον Υπουργόν των Οικονομικών και τον αρμόδιον Υπουργόν. Άρθρον
  7. 1.Τα υποβαλλόμενα εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον δικαιολογητικά ενταλμάτων πληρωμής ως και τα δικαιολογητικά πάσης διαχειρίσεως μετά τον έλεγχον των ακυρούνται κατά τα δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου οριζόμενα. 2.Τα πάσης φύσεως δικαιολογητικά δαπανών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου κ.λ.π., μετά την ακύρωσίν των επιστρέφονται εις αυτά προς φύλαξιν. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθ. 30 παρ. 1 Ν.Δ. 32169 Άρθ. 2 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρ.30 Ν.Δ. 321/ 69 Άρθρ.2 και 18 Ν.Δ. 1265/ 72 Άρθρον δωδέκατον Ν. 1605/50 Άρθρον 2 Ν.Δ. 1337/73 Άρθρ. 30 παρ. 3 Ν.Δ. 321/69 Άρθ. 11 παρ. 3 Ν. 152/75 Άρθρ. 30 παρ. 4 Ν.Δ. 321/69 Άρθ. 2 παρ. 2 Ν.Δ. 532/70 Άρθ. 17 παρ. 2 Ν. 968/79 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Προληπτικός Έλεγχος Δαπανών. Για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Κράτους και των υπαγομένων σ’ αυτό Ν.Π.Δ.Δ. βλέπε και άρθρ. 13 έως 19 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), κατωτ. αριθ.
  8. Άρθρον
  9. Όργανα ασκήσεως ελέγχου. 1.Ο Προληπτικός έλεγχος των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής των δαπανών των Υπουργείων, ως και των Επιτροπικών ενταλμάτων, δι’ ων μεταβιβάζονται πιστώσεις, κατά τα υπό του Κώδικος περί Δημοσίου Λογιστικού οριζόμενα, εις τους Επιτρόπους των Υπουργών, ασκείται υπό Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου εδρευόντων εις τα καταστήματα των Υπουργείων. Ο προληπτικός έλεγχος των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής των δαπανών των Υπουργείων των εκδιδομένων εις βάρος πιστώσεων μεταβιβαζομένων εις τους Επιτρόπους των Υπουργών (Δευτερεύοντας Διατάκτας) ασκείται, υπό Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου εδρευόντων εις την έδραν των Επιτρόπων των Υπουργών (Δευτερευόντων Διατακτών), εφ’ όσον, κατά τας κειμένας διατάξεις εν τη έδρα ταύτη δεν εδρεύει Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.Ο, κατά τας κειμένας διατάξεις, προληπτικός έλεγχος των ενεργουμένων δαπανών υπό των δια του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1337/1973 καταστάντων κυρίων διατακτών Νομαρχών ως και υπό των κατά το άρθρον 18 του Ν.Δ/τος 1265/1972 Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ασκείται υπό των κατά την προηγουμένην παράγραφον Παρέδρων και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 3.Ως Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζονται, δι’ αποφάσεως του Προέδρου, υπάλληλοι αυτού επί βαθμώ 5ω ή 4ω του Κλάδου ΑΤ Διοικητικού. Δύναται επίσης να ορίζωνται ως Επίτροποι δι’ αποφάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και υπάλληλοι αυτού επί βαθμώ 3ω ή 2ω. Για τον ορισμό των Επιτρόπων βλ. άρθρ. 6 Π.Δ. 208/27 Απρ.-11 Μαΐου 1988 (ΦΕΚ Α΄90), (τομ. 6 σελ. 208,417). 4.Η ανάθεσις ασκήσεως προληπτικού ελέγχου εις έτερα όργανα πλην των ανωτέρω απαγορεύεται. Εις επικούρησιν των ασκούντων τον προληπτικόν έλεγχον, κατά τα ανωτέρω Παρέδρων και Επιτρόπων δύναται να τοποθετήται παρ’ αυτοίς το αναγκαιούν βοηθητικόν προσωπικόν εξ υπαλλήλων επίσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 5.Αι παρά ταις έδραις των Νομών του Κράτους Υπηρεσίαι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν αποτελούν Υπηρεσίας της Νομαρχίας ως αι λοιπαί εν τη περιφερεία του Νομού πολιτικαί διοικητικαί υπηρεσίαι νομαρχιακού επιπέδου. (Αντί για τη σελ. 40,3620(α1) Σελ. 40,36201(β) Τεύχος Σελ. Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Σελ. 40,36202(β) Τεύχος Σελ. 6.Εις την παρά τω Υπουργείω Βορείου Ελλάδος Υπηρεσίαν Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου τοποθετείται και Επίτροπος αυτού, όστις επικουρεί τον Πάρεδρον εις την άσκησιν των καθηκόντων του και εφ’ όσον δεν υπηρετεί εν τη έδρα της υπηρεσίας έτερος Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναπληροί τούτον ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον. Για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Δημοσίου κλπ. βλέπε άρθρ. 34 Νόμ. 1489/1984,( ΦΕΚ Α΄ 170),τόμ 25 σελ.
  10. 7.«Για τις προμήθειες αγαθών του άρθρου 1 του Ν. 2286/ 1995 (ΦΕΚ 19 Α΄), η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) δραχμών ή ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ, καθώς και για την εκτέλεση έργων από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τις δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών ή δύο εκατομμυρίων εννιακοσίων χιλιάδων (2.900.000) ευρώ, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας της οικείας συμβάσεως, πριν από τη σύναψή της, από Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει και στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, όταν το προϋπολογιζόμενο οικονομικό αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) δραχμών ή ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ. Εάν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη. Για το σκοπό του ελέγχου υποβάλλεται στο Κλιμάκιο από τον αρμόδιο Υπουργό ή φορέα ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία, ιδίως δε αυτά των οποίων η έλλειψη επιφέρει κατά την κείμενη νομοθεσία τον αποκλεισμό της συμμετέχουσας στο διαγωνισμό επιχείρησης. Τα έγγραφα και τα στοιχεία, η έλλειψη των οποίων επιφέρει τον αποκλεισμό της επιχείρησης από το διαγωνισμό, μπορούν να συμπληρωθούν (υποβληθούν) και μετά την υποβολή των λοιπών δικαιολογητικών συμμετοχής στο διαγωνισμό, αλλά πριν την αποσφράγιση των οικονομικών προσφορών. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Ο αρμόδιος Υπουργός ή φορέας μπορεί να ζητεί τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας και για επί μέρους φάσεις της σχετικής διαδικασίας που προηγούνται της σύναψης της οικείας συμβάσεως. Ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ολοκληρώνεται μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από τη διαβίβαση σε αυτό του σχετικού φακέλου. Τα Κλιμάκια συγκροτούνται από έναν Σύμβουλο και δύο Παρέδρους. Τον Πάρεδρο μπορεί να αναπληρώνει εισηγητής με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του, ως δόκιμου εισηγητή. Αιτήσεις ανακλήσεως των Πράξεων των Κλιμακίων σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο υποβάλλονται στη γραμματεία του αρμόδιου τμήματος από αυτόν που έχει σπουδαίο έννομο συμφέρον προς τούτο ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας χάριν του δημοσίου συμφέροντος, μέσα σε δεκαπέντε
(15)ημέρες από την κοινοποίηση της Πράξεως του Κλιμακίου στον οικείο φορέα και στον Γενικό Επίτροπο. Η αίτηση ανακλήσεως κοινοποιείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με επιμέλεια του αιτούντος, σε καθέναν που έχει έννομο συμφέρον. Ο Πρόεδρος του Τμήματος μπορεί να διατάξει τη γνωστοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο της αιτήσεως ανακλήσεως και σε άλλους που έχουν κατά την κρίση του έννομο συμφέρον. Στις περιπτώσεις ασκήσεως αιτήσεως ανακλήσεως έχουν δικαίωμα να υποβάλουν σημειώματα και αυτοί που έχουν έννομο συμφέρον μέσα σε τρεις
(3)εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση των αιτήσεων στη Γραμματεία του αρμόδιου Τμήματος. Η προθεσμία για την υποβολή σημειωμάτων μπορεί να παραταθεί για τρεις
(3)ακόμη εργάσιμες ημέρες. Τις αιτήσεις ανακλήσεως εξετάζει Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο και αποφαίνεται επ’ αυτών μέσα σε τριάντα
(30)εργάσιμες ημέρες από την κατάθεσή τους. Άλλη αίτηση ανακλήσεως δεν επιτρέπεται. Το ίδιο Τμήμα εκδικάζει και την άρση της αμφισβήτησης για την έννοια των διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι’ αυτές αντίθετες Πράξεις ή Πρακτικά Κλιμακίων ή συνθέσεων αυτών ή υπάρχει αμφιβολία για την αληθινή έννοια αυτών. Η αμφισβήτηση φέρεται ενώπιον του Τμήματος με πρωτοβουλία αυτού που έχει έννομο συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως από τον προεδρεύοντα του οικείου Κλιμακίου ή από τον Πρόεδρο ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση αμφιβολίας η οικεία σύνθεση του Κλιμακίου παραπέμπει αμέσως το ζήτημα στο Τμήμα με πρακτικό της. Το Τμήμα οφείλει να εκδώσει πράξη άρσεως της αμφισβήτησης ή της αμφιβολίας μέσα σε τριάντα
(30)εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του». Τα μέσα σε «» εδάφια αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 2 Νόμ.3060/10-11 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄242), κατ. αριθμ.
  1. Επιτρέπεται η έκδοση χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής για την πληρωμή μικροδαπανών, το ύψος των οποίων δεν υπερβαίνει, κατά περίπτωση, το ποσό των 5.000.000 δραχμ. Τα ως άνω ποσά δύνανται να αυξομοιώνονται με απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 7 προστέθηκε από το άρθρ. 15 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄88), κατωτ. αριθ.
  2. (Μετά τη σελ. 40,36202(β) Σελ. 40,36203 Τεύχος Σελ. Σελ. 40,36204 Τεύχος Σελ. Σύμφωνα με το άρθρ. 19 Νόμ. 3193/19-20 Νοεμ. 2003 (ΦΕΚ Α΄266) " η αληθής έννοια των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 1 του άρθρ. 8 Νόμ. 2741/1999 (ΦΕΚ 199 Α΄) με τα οποία αντικαταστάθηκε εν μέρει η παρ. 7 του άρθρ. 19 Π.Δ. 774/1980 "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων κ.λπ." (ΦΕΚ 189 Α΄), όπως προστέθηκε με το άρθρ. 15 Νόμ. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α΄) και τροποποιήθηκε με τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου μόνης του άρθρ. 2 Νόμ. 3060/2002 (ΦΕΚ 242 Α΄) είναι ότι για τον προσδιορισμό του ποσού της προϋπολογιζόμενης δαπάνης των οικείων συμβάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη ο αναλογών φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.). Η ισχύς της παρούσας ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου εμπίπτει κάθε είδους σύμβαση της οποίας ο έλεγχος προτείνεται από τον αρμόδιο υπουργό βλ. άρθρ. 14 παρ.2 Νόμ. 2702/1999 (ΦΕΚ Α΄70), Τόμ. 23, σελ. 648,
  3. Με την παρ.1 άρθρ. 39 Νόμ. 2778/29-30 Δεκ. 1999 (ΦΕΚ Α΄295), Τόμ. 12 σελ. 58, 287,ορίστηκε ότι : «1.Κατ’ εξαίρεση των προβλεπομένων στην παρ. 7 του άρθρ. 19 του Π.Δ. 774/1980, όπως ισχύει, συμβάσεις που αφορούν την υλoποίηση προγραμμάτων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών, ετών έως και 1999, καθώς και του Ταμείου Συνοχής, μπορούν να συναφθούν μέχρι τις 31.12.1999 και χωρίς να υποβληθεί σχέδιο σύμβασης με το σχετικό φάκελο για τον οριζόμενο στην παραπάνω διάταξη έλεγχο ή και πριν την ολοκλήρωση του παραπάνω ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Στις περιπτώσεις αυτές η συναφθείσα σύμβαση υποβάλλεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός δέκα
(10)ημερών από την υπογραφή της. Εάν η σύμβαση και ο σχετικός φάκελος δεν υποβληθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας ή εάν ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποβεί αρνητικός, η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε συναφθείσα. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 28.9.1999». Με την παρ.1 του άρθρ 29 Νόμ. 2789/11-11 Φεβρ. 2000 (ΦΕΚ Α΄21), Τόμ. 12 σελ. 120,918, ορίστηκε ότι «από την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρ. 19 του ΠΔ 774/1980 εξαιρούνται οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται κατά την παρ. 3 του άρθρ. 5 του Νόμ. 2000/1991 (ΦΕΚ Α΄206), όπως ισχύει, την παρ. 3 του άρθρ. 1, παρ. 1 του άρθρ. 3 και παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2526/1997 (ΦΕΚ Α΄205), όπως ισχύει, την παρ. 2 του άρθρ. 1 του Νόμ. 2628/1998 (ΦΕΚ΄Α΄151) και την παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν.Δ 463/1974 (ΦΕΚ Α΄184). Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 28.9.1999». Με την παρ. 8 άρθρ. 5 Νόμ. 2940/2-6 Αυγ. 2001 (ΦΕΚ Α΄180), Τόμ. 23, σελ. 130,63091, ορίστηκε ότι «κατ' εξαίρεση των προβλεπομένων στην παρ. 7 του άρθρ. 19 Π.Δ. 774/1980, όπως αυτό ισχύει, δεν θίγεται το κύρος συμβάσεων εκτέλεσης δημοσίων έργων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του διατάγματος αυτού και των οποίων η περίληψη της διακήρυξης δημοπράτησης δημοσιεύθηκε πριν από την 28.9.1999». 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 18 Ν. 968/79 Άρθρον 2 Ν.Δ. 31/7-4/8-26 Άρθρον 56 παρ. 1 Β.Δ. 18/23.5.55 Άρθρον μόνον Β.Δ. 5/1/51 Άρθρον 3 παρ. 1 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 8 Ν. 968/79 Άρθρον 3 παρ. 2 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 3 παρ. 3 Ν.Δ. 1265/1972 Άρθρον 4 παρ. 4 και 16 Ν.Δ. 2712/1953 Άρθρον 77 παρ. 1 και 3 Β.Δ. 869/1960 Άρθρον 59 παρ. 3 και 66 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον
  1. Επιθεώρησις Παρέδρων - Επιτρόπων. Οι Πάρεδροι και Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως και αι Υπηρεσίαι αυτών επιθεωρούνται υπό του Προέδρου αυτού ή των παρ’ αυτού οριζομένων Αντιπροέδρων ή Συμβούλων, προκειμένου δε περί Επιτρόπων και υπό Παρέδρων οριζομένων υπό του Προέδρου, ως προς την λειτουργίαν της Υπηρεσίας και τον τρόπον ασκήσεως των υπηρεσιακών καθηκόντων. Παρά των ενεργούντων την επιθεώρησιν συντάσσεται εμπεριστατωμένη έκθεσις υποβαλλομένη εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανακοινουμένη εις τον παρ’ αυτώ Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας. Άρθρον
  2. Διαδικασία ασκήσεως Προληπτικού ελέγχου. 1.Εάν εκ του διενεργηθέντος ελέγχου διαπιστωθή ότι δια δαπάνην τινα δεν συντρέχουν εν όλω ή εν μέρει αι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 εδαφ. β΄ του, άρθρου 17 του παρόντος ο αρμόδιος Πάρεδρος ή Επίτροπος αρνείται δι’ ητιολογημένης πράξεως του την θεώρησιν του εντάλματος, όπερ επιστρέφει προς την αποστείλασαν αρχήν μετ’ αντιγράφου της πράξεώς του. Υποβαλλομένου εκ νέου του εντάλματος προς θεώρησιν ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος ή θεωρεί τούτο εφ’ όσον ήρθησαν οι λόγοι της μη θεωρήσεως ή υποβάλλει τούτο δι’ εκθέσεώς του εις το οικείον Τμήμα του Συνεδρίου αποφαινόμενον δια πράξεώς του ή περί της θεωρήσεως, εις ην εν τοιαύτη περιπτώσει υποχρεούται να προβή ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος ή περί της μη θεωρήσεως του εντάλματος. Το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιλαμβανόμενον της κατά το προηγούμενον εδάφιον υποθέσεως δύναται λόγω της μείζονος σπουδαιότητος του προκύψαντος θέματος ή ως έχοντος τούτου γενικωτέραν σημασίαν να παραπέμψη την υπόθεσιν εις την Ολομέλειαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου δια πρακτικού επέχοντος θέσιν εισηγήσεως την οποίαν αναπτύσσει ενώπιον αυτής ο οριζόμενος δια τούτου εισηγητής. Η Ολομέλεια εκφέρουσα γνώμην επί της παραπεμφθείσης υποθέσεως αναπέμπει ταύτην εις το Τμήμα δια την περαιτέρω εξέτασίν της. Η γνώμη αύτη είναι υποχρεωτική δια το Τμήμα. 2.Εν περιπτώσει μη θεωρήσεως εντάλματος ο αρμόδιος Υπουργός δύναται να αιτήσηται την υπ’ ευθύνην του θεώρησιν τούτου παρά του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ην τούτο αποδέχεται εντελλόμενον τω αρμοδίω Παρέδρω ή Επιτρόπω την θεώρησιν τούτου. Θεωρουμένου του εντάλματος υπ’ ευθύνην του Υπουργού, υποβάλλεται αυθυμερόν υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω πίναξ εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, το Υπουργικόν Συμβούλιον και την Βουλήν, εν ω αναγράφεται η αιτιολογία της μη θεωρήσεως. Εις περίπτωσιν καθ’ ην η Βουλή εντός της πρώτης συνόδου αυτής, από της υποβολής του πίνακος, δεν ήθελε εγκρίνει το ως άνω θεωρηθέν ένταλμα, το Συνέδριον δια πράξεως της Ολομελείας καταλογίζει το ποσόν του εντάλματος εις βάρος του υπευθύνου Υπουργού. 3.Αν κατά την άσκησιν του προληπτικού ελέγχου καταδειχθή ποινικώς κολάσιμος πράξις, ανακοινούται τούτο εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, τον οικείον διατάκτην και τον αρμόδιον Εισαγγελέα. 4.Εις περίπτωσιν αμφιβολιών αναφερομένων εις την θεώρησιν ή μη ενταλμάτων δύναται εκ των προτέρων να προκληθή δι’ εκθέσεως του αρμοδίου Παρέδρου ή Επιτρόπου η γνώμη του αρμοδίου Τμήματος. Η διάταξις του εδαφ. β΄ της παρ. 6 του επομένου άρθρου εφαρμόζεται και εν προκειμένω. (Μετά τη σελ. 40,362(β) Σελ. 40,3621 Τεύχος Ζ32-Σελ. 67 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 10 παρ. 1 Ν. 968/79 Άρθρον 21 παρ. 1 Ν. 1715/51 Άρθρον 10 παρ. 2 Ν. 968/97 Άρθρον 24 Ν.Δ. 4/6/7/23 Άρθρον 8 Ν. 5212/31 Άρθρον 9 παρ. 2 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 24 Δ.Κωδ.1954 Άρθρον 9 παρ. 3 Ν.Δ.1265/ 1972 Άρθρον 9 παρ. 4 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 10 παρ. 3 Ν.968/79 Άρθρον 16 παρ. 1 Ν.Δ. 2712/ 53 (Άρθρον 66 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 16 παρ. 3 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 66 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 25 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 98 παρ. 1 Συντάγματος 1975 Άρθρον 2 παρ. 1 Ν. 2088/52 Άρθρον 9 παρ. 7 Ν.Δ.1265/72 Άρθ.10 παρ. 4 Ν. 968/79 (Άρθρον 25 Δ. Κωδ. 1954) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Κατασταλτικός ΄Ελεγχος Λογαριασμών και Απολογισμών ΄Οργανα – Διαδικασία Ασκήσεως αυτού. Γενικαί Διατάξεις. Άρθρ.22.-«1.Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, των απολογισμών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ως και των ειδικών λογαριασμών, περί ων η παρ. 2 του άρθρ. 15 του π.δ.774/1980, ασκείται από 1ης Ιαν. 1980 παρά του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος. 2.Του κατά τ’ ανωτέρω ελέγχου του Κλιμακίου εξαιρούνται εκ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως οι απολογισμοί των κοινοτήτων και εκ των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι απολογισμοί εκείνων τα οποία εδρεύουν εις την Περιφέρειαν της Νομαρχίας Θεσ/νίκης και τας περιφερείας των λοιπών Νομαρχιών του Κράτους, εφ’ όσον ταύτα κέκτηνται προϋπολογιστικήν και απολογιστικήν αυτοτέλειαν, η δε καθ’ ύλην αρμοδιότης αυτών, περιορίζεται εντός των ορίων του οικείου Νομού. Ο έλεγχος των ανωτέρω απολογισμών, ασκείται από 1ης Ιαν.1980 υπό των παρά τω Υπουργείω Βορείου Ελλάδος και τη Νομαρχία Θεσ/νίκης Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Επιτρόπων αυτού εις τας έδρας των λοιπών Νομαρχιών. Τυχόν προκύπτουσαι αμφισβητήσεις εκ του ως άνω καθορισμού των αρμοδιοτήτων, επιλύονται εκάστοτε δι’ αποφάσεων της Ολομελείας του ελεγκτικού Συνεδρίου. Εν τη ασκήσει του κατά τ’ ανωτέρω ελέγχου παρά των Παρέδρων και Επιτρόπων, περιέρχονται εις αυτούς αι αρμοδιότητες των διευθύνσεων και του Κλιμακίου του Eλεγκτικού Συνεδρίου, κατά των εκδιδομένων δε παρ’ αυτών πράξεων, ασκούνται τα υπό του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα κατά των πράξεων του Κλιμακίου». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 9 άρθρ. 9 Νόμ. 1160/1981, ΦΕΚ Α΄ 147, (τόμ. 27 σελ. 196,325). 3.Κατά την ενέργειαν του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων δύναται να ζητήται παρά των αρμοδίων δημοσίων Υπηρεσιών, των υπολόγων, ως και παντός εν γένει φυσικού ή Νομικού Προσώπου πάσα αναγκαία πληροφορία ή στοιχείον, συντρεχούσης δε περιπτώσεως δύναται να ενεργηθή και επιτόπιος έρευνα. 4.Δια τας κατά την επεξεργασίαν των λογαριασμών διαπιστουμένας ελλείψεις ή γεννωμένας αμφιβολίας συντάσσεται φύλλον μεταβολών και ελλείψεων αποστελλόμενον αρμοδίως δια την αναπλήρωσιν των διαπιστουμένων ελλείψεων και παροχήν των απαιτουμένων πληροφοριών κ.λ.π, τασσομένης προς τούτο προθεσμίας ουχί ανωτέρας των 15 ημερών, ήτις δύναται να παραταθή επί εύλογον χρόνον. 5.Διαφοραί προκύπτουσαι κατά τον έλεγχον των λογαριασμών είτε εις χρέωσιν, είτε εις πίστωσιν των υπολόγων, κατώτεραι ποσού οριζομένου εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του Eλεγκτικού Συνεδρίου, διαγράφονται εξισουμένων των λογαριασμών κατά τα δια της αυτής αποφάσεως καθορισθησόμενα. 6.Εις περίπτωσιν αμφιβολιών επί αναφυομένων κατά την επεξεργασίαν των λογαριασμών ζητημάτων, δύναται εκ των προτέρων να προκληθή δι’ εκθέσεως του οικείου Διευθυντού, προς το αρμόδιον Kλιμάκιον, η γνώμη αυτού επί των ζητημάτων τούτων. Ο Πρόεδρος του Συνεδρίου, δύναται, αν κρίνη τούτο αναγκαίον, λόγω της σοβαρότητος ή της γενικότητος, να προκαλή την γνώμην της Ολομελείας, οπότε αύτη είναι υποχρεωτική δια τε τα Κλιμάκια και τα Τμήματα του Συνεδρίου κατά την έκδοσιν των σχετικών πράξεων και αποφάσεών του. 7.Αν κατά τον έλεγχον των λογαριασμών διαπιστωθή ποινικώς κολάσιμος πράξις ανακοινούται τούτο εις τον αρμόδιον εισαγγελέα, εις τον εις ον υπάγεται ο υπόλογος Υπουργόν ή άλλο αρμόδιον όργανον και εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για τον κατασταλτικό έλεγχο των δαπανών του Δημοσίου κλπ.βλέπε άρθρ. 34 Νομ. 1489/1984, ΦΕΚ Α΄ 170(τομ. 25,σελ. 83). (Αντί για τη σελ. 40,363(α) Σελ. 40,363(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 69 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 20 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 14 Ν. 968/79 Άρθρον 45 Ν.1555/18 Άρθρον 1 παρ. 1 Ν.Δ.16/
  3. 1.26 Άρθρον 2 Δ.23/30.9.31 Άρθρον 6 Δ.26/6-4/7/31 Άρθρον 62 παρ.3 Β.Δ.18/
  4. 5.55 Άρθρον 20 παρ. 2 Ν. 2289/52 Άρθρον 18 και 89 Σ.Κ.3011/7.2.59 Άρθρον 4 παρ. 3 Β.Δ.862/60 Άρθρον 55 Ν.Δ. 321/69 Άρθρον 7 εδ. 18,
  5. εδ. 5,28 Β.Δ. 757/1969 Άρθρον 7 παρ. 1-2 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 17 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 1 παρ. 3 Ν.Δ. 16/18.1.26 (Άρθρον 17 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954 Άρθρον 7 παρ. 3 Ν.Δ.1265/ 72 Σελ. 40,364(β) Τεύχος Ζ32-Σελ.70 Άρθρον 23 Ελεγκτικαί Υπηρεσίαι, Οικονομικαί Επιθεωρήσεις και άλλαι Υπηρεσίαι ασκούσαι κατά τας κειμένας διατάξεις τακτικόν διαχειριστικόν έλεγχον υποβάλλουν τα διαχειριστικά στοιχεία μετά του πορίσματος αυτών μετά το πέρας του παρ’ αυτών ενεργηθέντος ελέγχου εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον. Η αρμοδία Διεύθυνσις τούτου, ή κατά περίπτωσιν, ο αρμόδιος Πάρεδρος ή Επίτροπος μετ’ αξιολόγησιν των ελεγκτικών εργασιών και των αποτελεσμάτων του ελέγχου, δύνανται, εάν κατά την κρίσιν των συντρέχη περίπτωσις, να επαναλάβουν απ’ αρχής τον έλεγχον. Άρθρον
  6. Μηνιαίοι λογαριασμοί Ταμιακών υπολόγων και υπολόγου Συμψηφισμών. 1.Οι Ταμιακοί υπόλογοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, ως και ο υπόλογος Συμψηφισμών υποβάλλουν απ’ ευθείας εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον μέχρι της 20ής εκάστου μηνός τους λογαριασμούς της διαχειρίσεως αυτών κατά τον προηγούμενον μήνα. 2.Κατά των καθυστερούντων την υποβολήν των λογαριασμών επιβάλλεται η κατά το άρθρον 26 του παρόντος ποινή. 3.Η ανωτέρω προθεσμία δι’ εξαιρετικούς λόγους, αιτήσει του υπολόγου, δύναται να παρατείνεται κατά την κρίσιν της αρμοδίας Διευθύνσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί εύλογον χρόνον. Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 1 παρ. 2 Ν.Δ. 16/18.
  7. 26 Άρθρον 11 Ν. 4448/64 Άρθρον 7 παρ. 7 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 17 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954). Άρθρον 7 παρ. 6 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 19 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθ.19 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 20 παρ.2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 72 παρ.1 Ν.Δ.321/69 (Άρθρον 20 παρ. 2 Δ..Κωδ. 1954) Άρθρον 20 παρ. 2 εδ.β Ν.Δ.4/ 6.7.23 Άρθρον 7 παρ. 9 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρ. 20 παρ. 2 εδ. β Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 21 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 2 Α.Ν. 281/36 Άρθρον 81 Ν.Δ. 321/69 Άρθρον12 Ν.Δ. 4605/66 Άρθρα 7, 8, 29, 150 και 151 Β.Δ.757/69 Άρθρον 7 παρ. 1 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρ. 20 παρ. 1,21 παρ.1,33 παρ. Δ. Κωδ. 1954) (Άρθρον 7 παρ. 3 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρ.20 παρ. 1,21 παρ.1,33 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 7 παρ. 3 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 15 Ν.968/79 Άρθρον 7 παρ.4 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 21 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 7 παρ.5 Ν.Δ.1265/72 Άρθρ.15 παρ.1 Ν. 968/79 (Άρθρον 21 παρ.2 Δ.Δ.Κωδ. 1956) Άρθρον 20 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 7 παρ. 6 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 20 παρ. 3 Δ.Κωδ.1954) Άρθρον μόνον Β.Δ. 801/69 Άρθρον 20 παρ.4 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 68 παρ.2 Ν.Δ.321/69 Άρθρον 7 παρ. 7 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 20 παρ.5 Δ.Κωδ.1954) 4.Ο τύπος των λογαριασμών ως και τα εις τούτους επισυναπτέα δικαιολογητικά, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5.Εν περιπτώσει θανάτου ή ανικανότητος υπολόγου τινός, οι λογαριασμοί αποδίδονται υπό των κληρονόμων ή του νομίμου αυτού αντιπροσώπου, αντιστοίχως, μερίμνη της Προϊσταμένης αυτού υπηρεσίας εφαρμοζομένων των διατάξεων του «Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού». Άρθρον
  8. Ετήσιοι Λογαριασμοί Ταμιακών Υπολόγων και Υπολόγου Συμψηφισμών. 1.Ο κατά τας ανωτέρω διατάξεις έλεγχος των λογαριασμός των Ταμείων και του Υπολόγου Συμψηφισμών συμπληρούται δια του ελέγχου των ετησίων λογαριασμών μεθ’ ο αποφαίνεται το Ελεγκτικόν Συνέδριον επί της όλης διαχειρίσεως του Δημοσίου υπολόγου κατά το άρθρον 27 του παρόντος. 2.Δημόσιοι υπόλογοι είναι πάντες οι δημόσιοι λειτουργοί οι εντεταλμένοι την είσπραξιν εσόδων ή την πληρωμήν εξόδων του Κράτους, και καθόλου οι οπωσδήποτε έστω και άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως διαχειριζόμενοι χρήματα, αξίας ή υλικόν, ανήκοντα εις το Κράτος ως και πας άλλος εκ του νόμου θεωρούμενος ως δημόσιος υπόλογος. 3.Η έναντι του Ελεγκτικού Συνεδρίου ευθύνη των δημοσίων υπολόγων, επεκτείνεται και εις την ακριβή είσπραξιν των βεβαιωθέντων δημοσίων εσόδων, εφ’ όσον εκ του νόμου δεν λογοδοτούν ούτοι δια τούτο προς άλλην αρχήν. 4.Καθ’ έκαστον οικονομικόν έτος ή μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπον λήξιν της διαχειρίσεώς των, οφείλουν οι δημόσιοι υπόλογοι εντός διμήνου το βραδύτερον ν’αποδίδουν εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον λόγον της διαχειρίσεως αυτών, υποβάλλοντες τους λογαριασμούς των απ’ ευθείας εις τούτο εφ’ όσον άλλως υπό του νόμου δεν ορίζεται. 5.Η ανωτέρω προθεσμία δι’ εξαιρετικούς λόγους, αιτήσει του υπολόγου, δύναται να παρατείνεται κατά την κρίσιν της αρμοδίας Διευθύνσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί εύλογον χρόνον. 6.Δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται να ορίζεται όπως κατηγορίαι τινές υπολόγων υποβάλλουν λογαριασμούς της διαχειρίσεώς των και εις συντομώτερα του έτους χρονικά διαστήματα. 7.Εις περίπτωσιν ελλείμματος ή άλλων ανωμαλιών παρεχουσών υπόνοιαν καταχρήσεως ή παρεμποδιζουσών τον έλεγχον των πράξεων του υπολόγου, το Κλιμάκιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται να διατάξη την εντός τακτής προθεσμίας και προ της λήξεως της διαχειρίσεως υποβολήν των λογαριασμών. 8.Εν περιπτώσει θανάτου ή ανικανότητος υπολόγου τινός, οι λογαριασμοί αποδίδονται υπό των κληρονόμων ή του νομίμου αυτού αντιπροσώπου, αντιστοίχως μερίμνη της προϊσταμένης αυτού Υπηρεσίας εφαρμοζομένων των διατάξεων του «Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού». 9.Ο τύπος των λογαριασμών τούτων ως και τα εις τούτους επισυναπτέα δικαιολογητικά, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ. 40,365) Σελ. 40,365(α) Τεύχος 1207-Σελ. 13 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 3 Ν.5212/31 Άρθρον 4 παρ.1 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρον 20 παρ. 5 Δ..Κωδ. 1954). ΄Αρθρον 68 Β.Δ.18/23.5.55 Άρθρον 22 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 3 Α.Ν. 25/1/1936 Άρθ.9 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 22 παρ. 1Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 1 Ν.108/43 Άρθρον 6 Ν.Δ. 1250/72 Άρθρον 6 παρ. 3 Ν.2824/1954 Άρθρ.9 παρ. 2 Ν. 968/79 (Άρθρον 22 παρ. 2 Δ..Κωδ. 1954) Άρθρον 1 Ν. 108/43 (Άρθρον 22 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 9 παρ. 3 Ν. 968/79 (Άρθρ. 22 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 23 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ.9 παρ.1 Ν. 968/79 (Άρθρον 23 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρ.23 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ.9 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 23 παρ.2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 23 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ.9 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 23 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον μόνον Π.Δ. 59/73 Άρθρον 23 παρ.4 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ.9 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 23 παρ. 4 Δ.Κωδ. 1954) Σελ. 40,366(α) Τεύχος 1207-Σελ. 14 10.Δι’ αποφάσεως του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύνανται να απαλλαγούν της υποχρεώσεως της υποβολής ετησίων λογαριασμών ως προς την χρηματικήν των διαχείρισιν οι υπόλογοι, οι μηνιαίως λογοδοτούντες εις το Συνέδριον κατά το άρθρον
  9. Εν τοιαύτη περιπτώσει το Συνέδριον δύναται να αποφαίνεται κατά το άρθρον 27 επί της χρηματικής διαχειρίσεως των υπολόγων εκάστου οικονομικού έτους και τμηματικώς κατά μήνας τούτου, επί τη βάσει εξελεγχθέντων μηνιαίων λογαριασμών, κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του οικείου Τμήματος του Συνεδρίου οριζόμενα. Δια της εκδιδομένης κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεως δύναται το Συνέδριον να επιφυλάσσεται ως προς στοιχεία τινά, επί τω τέλει όπως αποφανθή επί τούτων το βραδύτερον κατά την λήξιν της διαχειρίσεως ή και προ ταύτης. 11.Κατά τον έλεγχον των ετησίων λογαριασμών των μηνιαίως λογοδοτούντων υπολόγων η αρμοδία Υπηρεσία του Συνεδρίου, εξετάζει αν οι λογαριασμοί ούτοι είναι σύμφωνοι προς τα πορίσματα του μηνιαίου ελέγχου και αν επηνέχθησαν επ’ αυτών πάσαι αι υποδειχθείσαι διορθώσεις και μεταβολαί. Άρθρον 26 Συνέπειαι επί μη υποβολής ή εκπροθέσμου υποβολής λογαριασμών. 1.Παρελθουσών απράκτων των εις τα προηγούμενα άρθρα προθεσμιών το Ελεγκτικόν Συνέδριον δικαιούται να επιβάλη εις τον υπόλογον χρηματικήν ποινήν μέχρι των μηνιαίων αποδοχών του, καλεί δ’ άμα αυτόν εις την υποβολήν των λογαριασμών του εντός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας 15 ημέρας από της κοινοποιήσεως της προσκλήσεως. 2.Εάν ο υπόλογος είναι άμισθος επιβάλλεται χρηματική ποινή μέχρι 5.000 δρχ. Το ποσόν τούτο δύναται ν’ αυξάνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών εκδιδομένης μετά γνώμην της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Το ποσό της χρηματικής ποινής της ανωτέρω παρ. 2 αυξήθηκε από 5000 σε 300.000 δρχ. από την ΦΓ10/4/9417/20 Μαΐου-6 Αυγ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 509) Απόφ. Υπ. Δικαιοσύνης. 3.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον δικαιούται επίσης να επιβάλη την αυτήν ως άνω ποινήν κατά παντός λογοδοτούντος προς αυτό υπολόγου, δια παραβάσεις σχετιζομένας προς την υπηρεσίαν του ενεργουμένου παρ’ αυτώ ελέγχου ή δια μη συμμόρφωσιν του υπολόγου εις διαταγάς σχέσιν εχούσας με τον έλεγχον της διαχειρίσεώς του. 4.Κατά των πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου δι’ ων επιβάλλονται αι κατά το άρθρον τούτο χρηματικαί ποιναί, επιτρέπεται εφ’ άπαξ αναθεώρησις ασκουμένη αιτήσει του ενδιαφερομένου εντός έξ μηνών από της κοινοποιήσεώς των. 5.Του υπολόγου εμμένοντος εις την μη υποβολήν των λογαριασμών, διατάσσεται δια πράξεως του Συνεδρίου η δαπάναις του υπολόγου σύνταξις των λογαριασμών παρ’ υπαλλήλου του Συνεδρίου, εφ’ όσον η διοίκησις δεν προέβη ήδη οίκοθεν εις την σύνταξιν αυτών. 6.Εν τη περιπτώσει ταύτη επί τη αιτήσει του Συνεδρίου, δύναται να επιβληθή εις τον υπόλογον κατά τα περί τούτου κεκανονισμένα η προσωρινή ή οριστική απόλυσις εκ της υπηρεσίας. 7.Αι εν παραγράφω 5 δαπάναι εκκαθαρίζονται υπό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκαταβάλλονται υπό του Δημοσίου, βεβαιούνται δε εις βάρος του υπολόγου και εισπράττονται παρ’ αυτού κατά τας διατάξεις των νόμων περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων. 8.Αι ως άνω διατάξεις δεν παρακωλύουν την εκ μέρους της αρμοδίας υπηρεσίας λήψιν παντός νομίμου μέτρου δια την εξασφάλισιν των συμφερόντων του Δημοσίου. Πράξεις Κλιμακίων ελεγκτικού Συνεδρίου - Ένδικα μέσα κατ’ αυτών. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 9 Ν. 5212/31 Άρθρον 4 παρ. 2 Ν.Δ.2712/ 53 Άρθρον 9 παρ. 5 Ν.Δ.1265/ 72 Άρθ.15 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 26 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 9 παρ. 6 Ν.Δ.1265/72 Άρθρ.15 παρ. 1 Ν. 968/79 Άρθρον 9 παρ. 1 και 2περ. β΄ Α. Ν. 30.3.1935 Άρθρον 9 παρ. 3.Ν.Δ. 78/74 (Άρθρον 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 9 Ν. 5212/31 Άρθρον 1 παρ. 1 εδ. ε΄Ν.Δ. 3079/54 Άρθρον 10 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 5 Ν.Δ. 356/74 Άρθρον 26 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 15 Ν. 6254/34 Άρθρον 28 παρ. 2 Ν.Δ.321/69 (Άρθρον 26 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 27 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 4 παρ. 3 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρ.27 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 2 παρ. 11 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρον 5 παρ.11 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 2 Ν.Δ. 4/6723 Άρθρον 28 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 28 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 28 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον
  10. 1.Το Κλιμάκιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχον υπ’ όψει την κατά το άρθρον 81 παρ. 2 έκθεσιν του Ελεγκτού και την κατά το άρθρον 77 παρ. 3 εισήγησιν του Παρέδρου, αποφαίνεται περί της ορθότητος ή μη των λογαριασμών κυρύσσον δια πράξεώς του, ως ορθώς έχοντας τους λογαριασμούς ή καταλογίζον τον υπόλογον δια του διαπιστωθέντος ελλείμματος ή του εκ της παραλείψεως εισπράξεων προκύπτοντος τοιούτου ή βεβαιούν εις πίστωσιν αυτού το τυχόν πλεόνασμα. 2.Εις τον καταλογισμόν του υπολόγου, συντρεχούσης περιπτώσεως, δύναται να προβή το Κλιμάκιον και πριν ή αποφανθή επί των λογαριασμών αυτού. 3.Εις βάρος του υπλόγου καταλογίζονται αι δια των υπό των εκάστοτε κειμένων περί Δημοσίου Λογιστικού και εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεων οριζόμεναι προσαυξήσεις υπλογιστέαι επί παραλείψεως μεν εισπράξεων, αφ’ ης ούτος ώφειλε να ενεργήση τη είσπραξιν επί παραλείψεως δε εισαγωγής των εισπράξεων, αφ’ ης ώφειλε να εισαγάγη τα εισπραχθέντα εις το Δημόσιον Ταμείον και επί ελλείμματος από της ημέρας, καθ’ ην εξηκριβώθη ότι έλαβε χώραν το έλλειμμα και της εξακριβώσεως ούσης αδυνάτου, αφ’ ης ανεκαλύφθη κατά την επιθεώρησιν ή την παράδοσιν το έλλειμα. Εις ην περίπτωσιν η εξακρίβωσις του ελλείμματος γίνεται μετά την λήξιν του οικονομικού έτους εις την διαχείρισιν του οποίου αναφέρεται το έλλειμμα, είναι δε αδύνατος ο προσδιορισμός της ημέρας ή του μηνός καθ’ ην έλαβε χώραν τούτο, αι προσαυξήσεις υπολογίζονται από της λήξεως του οικονομικού έτους της διαχειρίσεως. Ο υπόλογος απαλλάσσεται των προσαυξήσεων, εφ’ όσον ήθελεν αποδείξει ότι η παράλειψις ή το έλλειμμα δεν οφείλεται εις δόλον ή βαρείαν αυτού αμέλειαν. 4.Προκειμένου περί των εν άρθρω 28 παρ. 2 του Ν.Δ. 321/1969 αναφερομένων δαπανών, το Ελεγκτικόν Συνέδριον, εις μεν την περίπτωσιν της μη νομιμότητος, ή μη αποχρώσης δικαιολογήσεως, ή μη ακριβείας του ποσού της υπό των εκκαθαριστών επιτασσομένης πληρωμής, καταλογίζει δι’ αποφάσεως του εις ολόκληρον τους εκκαθαριστάς και τους αχρεωστήτως λαβόντας με το ανοικείως καταβληθέν ποσόν, εις δε την περίπτωσιν της πληρωμής αυτών: α)Καθ’ υπέρβασιν των ανεγνωρισμένων και εκκαθαρισμένων δαπανών και β)κατ’ επιταγήν εκδοθείσαν υπό μη αρμοδίου οργάνου ή κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 40 του Ν.Δ. 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», καταλογίζει τους αρμοδίους ταμιακούς υπολόγους. Άρθρον
  11. 1.Αι πράξεις του Συνεδρίου καταρτιζόμεναι υπό του κατά την παρ. 5 του άρθρου 7 αρμοδίου Κλιμακίου και κοινοπιούμεναι εις τον υπόλογον κατά τα κανονισθησόμενα δια διατάγματος είναι εκτελεσταί, μη επιτρεπομένης προσφυγής εις τα λοιπά δικαστήρια, τα δε καταλογιζόμενα δι’ αυτών ποσά, εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 2.Αντίγραφα των εκδιδομένων πράξεων των Κλιμακίων διαβιβάζονται μετά των σχετικών φακέλλων υπό του Γραμματέως του Συνεδρίου εις τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας, δια την τυχόν υπό τούτου άσκησιν ενδίκων μέσων κατ’ αυτών. Άρθρον
  12. 1.Αι κατά τ’ ανωτέρω άρθρα πράξεις του Συνεδρίου υπόκεινται εις αναθεώρησιν ασκουμένην, είτε παρά του παρά τω Συνεδρίω Γενικού Επιτρόπου, είτε παρά του υπολόγου ή του εγγυητού αυτού, είτε οίκοθεν παρά του Συνεδρίου. 2.Η αίτησις αναθεωρήσεως δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της προσβαλλομένης πράξεως. (Αντί για τη σελ. 40,367) Σελ. 40,367(α) Τεύχος 1310 Σελ. 3 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 28 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 2 Α.Ν. 25.1.36 Άρθρ.2 παρ. 1 Ν. 108/43 (Άρθρον 28 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 28 παρ. 4 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 28 παρ. 4 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 4 ΠΥΣ 333/45 Άρθρον 28 παρ. 4 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 1 Α.Ν. 1079/46 Άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 2824/54 (Άρθρον 28 παρ. 5 Δ.Κωδ. 1954) Σελ. 40,368(α) Τεύχος 1310 Σελ. 4 3.Η αίτησις αναθεωρήσεως επιτρέπεται εντός προθεσμίας ενός έτους από της εις τον υπόλογον κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως: α)Λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ή λόγω λογιστικού λάθους. β)Αν προσαχθούν νέα κρίσιμα έγγραφα. γ)Αν η πράξις εστηρίχθη επί καταθέσεων μαρτύρων καταδικασθέντων επί ψευδομαρτυρία ή απαλλαγέντων μεν αναγνωρισθείσης όμως της ψευδομαρτυρίας δικαστικώς. δ)Εάν η πράξις εστηρίχθη επί εγγράφων πλαστών εφ’ όσον η πλαστογραφία ανεγνωρίσθη οπωσδήποτε δικαστικώς έστω και εν τω σκεπτικώ της δικαστικής αποφάσεως ή του εκδοθέντος βουλεύματος. Παρελθούσης της ως άνω ετησίας προθεσμίας επιτρέπεται η αναθεώρησις εις τας δύο τελευταίας περιπτώσεις και εντός έξ μηνών αφ’ ης ο αιτών έλαβε γνώσιν ότι ανεγνωρίσθη δικαστικώς η πλαστότης των εγγράφων ή η ψευδομαρτυρία. Κατά τας αυτάς περιπτώσεις επιτρέπεται και η οίκοθεν παρά του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναθεώρησις εντός της αυτής προθεσμίας, αρχομένης αφ’ ης το Συνέδριον έλαβε γνώσιν ότι ανεγνωρίσθη δικαστικώς η πλαστότης των εγγράφων ή η ψευδομαρτυρία. Το Συνέδριο δύναται οίκοθεν ή τη αιτήσει του παρ’ αυτώ Γενικού Επιτρόπου ν’ ανακαλή η τροποποιή οποτεδήποτε πράξεις αυτού, εφ’ όσον εκ νεωτέρων στοιχείων ήθελε βεβαιωθή ότι αύται εστηρίχθησαν επί προϋποθέσεων μη υφισταμένων, ως επίσης δύναται να διορθοί πράξεις αυτού εκδοθείσας επί λογαριασμών δημοσίων υπολόγων προς επανόρθωσιν εσφαλμένης κατατάξεως διαχειριστικών πράξεων του υπολόγου, εφ’ όσον όμως εκ της διορθώσεως ταύτης δεν επέρχεται χρέωσις ή πίστωσις του υπολόγου. 4.Της κατ’ αναθεώρησιν εκδοθείσης πράξεως δεν επιτρέπεται αναθεώρησις. Επίσης δεν είναι δεκτή αίτησις αναθεωρήσεως στηριζομένη επί άλλου λόγου δια κεφάλαια της πράξεως, δι’α ησκήθη ήδη το ένδικον μέσον της αναθεωρήσεως. 5.Η περί αναθεωρήσεως αίτησις του υπολόγου ή του εγγυητού, είναι απαράδεκτος αν δεν προσαρτάται εις ταύτην γραμμάτιον Δημοσίου Ταμείου περί καταβολής παραβόλου ίσου προς το 10% του εις ο αφορά η αίτησις αναθεωρήσεως ποσού το οποίον όμως παράβολον εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να είναι κατώτερον των 50 λεπτών ουδ’ ανώτερον των δρχ.
  13. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 28 παρ.6 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 28 παρ. 6 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 28 παρ. 7 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 28 παρ. 7 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 2 παρ. 2 Ν.108/43 Άρθρον 15 παρ. 2 Ν.Δ.2712/53 (΄Αρθρον 28 παρ. 8 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 2 παρ. 2 Ν. 108/43 (Άρθρον 28 παρ. 9 Δ.Κωδ. 1954). Άρθρον 29 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 29 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 29 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 98 παρ. 2 Συντάγματος 1975 Άρθρον 9 παρ. 1 Ν. 221/75 (Άρθρον 2 Δ.Κωδ. 1954) 1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον αποτελείται: α)Εξ ενός Προέδρου, β)Εκ τριών Αντιπροέδρων, Με την υπό στοιχ. Δ΄, παρ. άρθρ. 15, Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), (τόμ. 6 σελ. 146,14), ορίστηκε ότι από 1-12-1991, ο αριθμός των αντιπροέδρων αυξάνεται κατά μία θέση και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε
  14. γ)Εκ δέκα επτά Συμβούλων και δ)Εξ είκοσι εννέα Παρέδρων 2.Δια την παρά τω Συνεδρίω εκπροσώπησιν της Επικρατείας τάσσεται παρ’ αυτώ Γενικός Επίτροπος και Αντεπίτροπος. Οι θέσεις των Συμβούλων αυξήθηκαν κατά μία και των παρέδρων κατά δύο θέσεις, από την παρ. 8 άρθρ. 9 Νόμ. 1160/1981, ΦΕΚ Α΄ 147 (τόμ. 27 σελ. 196,325). Σελ. 40,356(β) Τεύχος 1125-Σελ. 88 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 4 Ν. 5212/31 Άρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 29 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 29 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 29 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 29 Ν.Δ. 30.9.25 Άρθρον 5 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 3 παρ. 1 Ν.968/79 (Άρθρον 29 παρ. 4 Δ.Κωδ. 1954) Τα ως άνω ποσά δύνανται ν’ αυξάνωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών κατόπιν προτάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Γενομένης δεκτής εν μέρει ή εν όλω της περί αναθεωρήσεως αιτήσεως, το Συνέδριον διατάσσει την επιστροφήν του παραβόλου, απορριπτομένης δε της αιτήσεως το παράβολον καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Με την με αριθ. ΦΓ.8/11977/30 Μαΐου-9 Ιουν. 1994 (ΦΕΚ Β΄430) αποφ. Υπ. Οικον. και Δικαιοσ. το παράβολο της άνω παρ. 5 ορίστηκε ίσο προς το 10% του αμφισβητούμενου με την αίτηση αναθεωρήσεως ποσού, το οποίο πάντως δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 5.000 δραχμ. 6.Η δια την άσκησιν του ενδίκου μέσου της αναθεωρήσεως εκ μέρους του Γενικού Επιτρόπου ετησία προθεσμία, άρχεται από της εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, το αυτό δε ισχύει και δια την εκ μέρους του Συνεδρίου αυτεπάγγελτον αναθεώρησιν. 7.Επί των κατά τα ανωτέρω αιτήσεων αναθεωρήσεως το Συνέδριον αποφαίνεται δια πράξεως. 8.Ασκηθείσης αναθεωρήσεως κατά των πράξεων του Συνεδρίου, παρατείνεται η προθεσμία προς άσκησιν εφέσεως κατά των αυτών πράξεων επί εξήκοντα έτι ημέρας. 9.Πάσα προς το Ελεγκτικόν Συνέδριον αίτησις σχετική προς εκδοθείσαν πράξιν αυτού, στηριζομένη εις νέα έγγραφα, επί του περιεχομένου των οποίων δεν έκρινε σχετικώς η πράξις αύτη, θεωρείται ουχί ως ένδικον μέσον αναθεωρήσεως της πράξεως ταύτης, αλλ’ ως αίτησις το πρώτον εξεταζομένη. Για τον προσδιορισμό και την έναρξη της προθεσμίας άσκησης από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των ενδίκων μέσων, που προβλέπονται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, βλέπε άρθρ. 37 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄112), κατωτ. αριθ.
  15. Άρθρον
  16. 1.Κατά των εις τα άρθρα 27 και 29 πράξεων, επιτρέπεται εις τον υπόλογον ή τον εγγυητήν αυτού έφεσις ενώπιον του οικείου Τμήματος του Συνεδρίου εντός προθεσμίας ενός έτους από της εις τον υπόλογον κοινοποιήσεως της πράξεως, δια τε τους εν τη ημεδαπή και αλλοδαπή διαμένοντας. 2.Εις έφεσιν ασκουμένην εντός έξ μηνών από της εκδόσεως της πράξεως, δικαιούται και ο παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω Γενικός Επίτροπος. Εις έφεσιν δικαιούται επίσης ο αρμόδιος Υπουργός ή το οικείον Νομικόν Πρόσωπον, ασκουμένην εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, αρχομένης από της εις τούτους περιελεύσεως της πράξεως. 3.Ασκηθείσης της εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία του Κλιμακίου. 4.Αι κατά την παράγραφον 13 του άρθρου 15 εφέσεις ασκούνται εντός εξαμήνου προθεσμίας, αρχομένης από της εις τον ενδιαφερόμενον κοινοποιήσεως της καταλογιστικής αποφάσεως. Εντός της αυτής προθεσμίας ασκούνται τα επί πάσης διαφοράς προκυπτούσης εκ του ελέγχου των λογαριασμών εν γένει ένδικα μέσα. Για τον προσδιορισμό και την έναρξη της προθεσμίας άσκησης από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των ενδίκων μέσων, που προβλέπονται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, βλέπε άρθρ. 37 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄112), κατωτ. αριθ.
  17. (Αντί για τη σελ.40,369(α) Σελ. 40,369(β) Τεύχος 1310 Σελ. 5 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον μόνον εδ. ε΄ Ν.Δ. 1/12/ 23 (Άρθρον 30 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 15 παρ. 1 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον
  18. Διοικητικόν Προσωπικόν. Άρθρον 15 παρ. 2 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 7 Ν. 400/1914 Άρθρον 15 παρ. 3 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 33 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 12 Ν. 968/79 Άρθρον 31 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 17 παρ. 2 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 16 Ν.Δ. 496/74 (Άρθρον 33 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 17 παρ. 3 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 16 Ν.Δ. 496/74 Άρθ. μόνον Α.Ν. 1076/38 (Άρθρον 62 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 27 Ν. 992/79 Άρθρον 3 Ν.Δ. 4/6723 Άρθρον 17 παρ.4 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 16 Ν.Δ. 496/74 Άρθρον 6 παρ. 1 Ν.Δ.1265/72 Σελ. 40,370(β) Τεύχος 1310 Σελ. 6 Άρθρον
  19. Επί των κατά τας διατάξεις του παρόντος τασσομένων προθεσμιών, δεν εφαρμόζονται αι περί αναστολής των νομίμων προθεσμιών ισχύουσαι εκάστοτε διατάξεις. Άρθρον
  20. ΄Ελεγχος διαχειρίσεως υλικού του Δημοσίου. 1.Οι διαχειρισταί υλικού του Δημοσίου καθ’ έκαστον έτος ή μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπον λήξιν της διαχειρίσεώς των, οφείλουν ν’ αποδίδουν λόγον της διαχειρίσεώς των εντός διμήνου προθεσμίας, δυναμένης να παραταθή υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί εύλογον χρόνον. 2.Αι διατάξεις των άρθρων 22 και 24-27 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 3.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον δύναται να προβαίνη εις εξακρίβωσιν του εν ταις αποθήκαις υπολοίπου, εις το τέλος της διαχειριστικής περιόδου ή οποτεδήποτε ήθελε κρίνει τούτο αναγκαίον. 4.Ομοίως οι διαχειρισταί υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, υποβάλλουν τους λογαριασμούς της διαχειρίσεώς των προς έλεγχον κατά τα ειδικώτερον υπό της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου οριζόμενα, προτάσει της αρμοδίας Διευθύνσεως. ΄Αρθρον
  21. ΄Ελεγχος απολογισμών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων δημοσίου Δικαίου κ.λ.π. 1.Κατά τον έλεγχον των απολογισμών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, των άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου κ.λ.π., εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν αι διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, αι αφορώσαι τον έλεγχον των λογαριασμών των Δημοσίων υπολόγων. 2.Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται όπως δια κοινών αποφάσεων του αρμοδίου Υπουργού και του Υπουργού των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνώμην του ελεγκτικού Συνεδρίου, ο έλεγχος της διαχειρίσεως Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, συντρεχόντων ειδικών λόγων, ενεργείται εν τω Καταστήματι τούτων. 3.Ο έλεγχος των λογαριασμών των υπολόγων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ασκείται εν αυτώ τω Κεντρικώ Καταστήματι του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 1076/
  22. 4.Ο έλεγχος του «Ειδικού Λογαριασμού Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων» (άρθρον 26 παρ. 1 Ν. 992/79) ασκείται εν τω Καταστήματι της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Αγορών Γεωργικών Προϊόντων (Υ.Δ.Α.Γ.Ε.Π.), συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος και τας τοιαύτας του Ν. 992/
  23. 5.Πάσα Δημοσία Υπηρεσία υποχρεούται όπως ανακοινοί αμελητί εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον, την σύστασιν ή κατάργησιν παντός Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, κ.λ.π. τελούντος υπό την εποπτείαν της. Λογαριασμοί Υπολόγων εξ ενταλμάτων προπληρωμής. Άρθρον
  24. 1.Τα δικαιολογητικά των ενταλμάτων προπληρωμής θεωρούν οι Πάρεδροι ή οι Επίτροποι, βοηθούμενοι εις το έργον του ελέγχου αυτών υπό του επί τούτω οριζομένου προσωπικού κατά τα υπό του παρόντος Διατάγματος οριζόμενα. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 4 Ν.Δ. 31.7.1926 Άρθρον 6 παρ.2 Ν.Δ. 1265/ 72 Άρθρον 6 παρ. 3 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 1 παρ. 1 Β.Δ. 29.12.53 Άρθρον 30 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθον 6 παρ.4 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 31 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 9 παρ. 4 Β.Δ.761/69 Άρθρον 6 παρ. 4 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 9 παρ. 5 Β.Δ.761/69 Άρθρον 6 παρ. 4 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 1 Ν.Δ. 26.12.1923 Άρθρον 9 παρ. 6 Β.Δ. 761/69 Άρθρον 6 παρ. 5 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 31 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 6 παρ. 6 Ν.Δ.1265/72 Άρθρ.15 παρ. 1 Ν. 968/79 Άρθρον 1 παρ. 1 Ν.Δ. 3771/57 Άρθρον 30 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 31παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 30 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 6 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 31 παρ. 4 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 1 παρ. 1παρ. 1 Ν.842/43 Άρθρον 36 παρ. 1,107 Ν.Δ. 321/1969 Άρθρον 32 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) 2.Κατά τον ελέγχον και την θεώρησιν των δικαιολογητικών αποδόσεως λογαριασμού εξ ενταλμάτων προπληρωμής, το Ελεγκτικόν Συνέδριον αποφαίνεται εισηγήσει του αρμοδίου Παρέδρου ή Επιτρόπου ενεργούντος αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει του υπολόγου και επί των τυχόν απορριφθεισών δαπανών υπό των αρμοδίων οργάνων δια την αναγνώρισιν και εκκαθάρισιν τούτων. 3.Τα εις τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, εφαρμόζονται αναλόγως και επί δικαιολογητικών αποδόσεως λογαριασμού εξ ενταλμάτων προπληρωμής δευτερευόντων διατακτών, των μη υποκειμένων εις προληπτικόν έλεγχον. 4.Τον καταλογισμόν κατά των επί αποδόσει λογαριασμού λαβόντων χρήματα παρά του Δημοσίου και μη εμπροθέσμως υποβαλλόντων λογαριασμόν ή υποβαλλόντων τοιούτον μόνον δια μέρος των ληφθέντων χρημάτων, ασκούν δια πράξεώς των οι Πάρεδροι ή οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εφ’ όσον εντός τριμήνου από της λήξεως της ταχθείσης προθεσμίας προς απόδοσιν λογαριασμού, δεν έχει γνωστοποιηθή εις τον οικείον Πάρεδρον ή τον αρμόδιον Επίτροπον του Ελεγκτικού Συνεδρίου η υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών, ούτοι προέρχονται εις τον καταλογισμόν του υπολόγου δια το ποσόν του εντάλματος προπληρωμής. Τα ανωτέρω ισχύουν και προκειμένου περί χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής εκδιδομένων επ’ ονόματι των Τραπεζών Ελλάδος και Αγροτικής. Εις ην περίπτωσιν ο υπόλογος προσαγάγη στοιχεία, επαρκώς δικαιολογούντα την μη απόδοσιν λογαριασμού, ο οικείος Πάρεδρος ή ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύναται, δι’ ητιολογημένης αυτού αποφάσεως να αναστείλη, εφ’ άπαξ την έκδοσιν της καταλογιστικής πράξεως, επί χρονικόν διάστημα οριζόμενον κατά την κρίσιν του, πάντως όμως ουχί ανώτερον των έξ μηνών. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος προβαίνει εις την έκδοσιν καταλογιστικής πράξεως. 5.Εις ανάκλησιν ή αναθεώρησιν των καταλογιστικών ως άνω πράξεών των προβαίνουν οι Πάρεδροι ή οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εάν και εφ’ όσον θεωρηθούν παρ’ αυτών τα οικεία δικαιολογητικά. «6.Προκειμένου περί δαπανών οι οποίες αναγνωρίστηκαν και εκκαθαρίστηκαν από τα αρμόδια όργανα, αλλά κρίνονται ως μη νόμιμες ή ως μη στηριζόμενες σε νόμιμα δικαιολογητικά, τον καταλογισμό ασκεί ο αρμόδιος Πάρεδρος ή Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 9 Νόμ. 1256/28-31 Μαΐου 1982 (ΦΕΚ Α΄ 65),κατωτ. αριθ. 46 7.Κατά των καταλογιστικών πράξεων του Κλιμακίου ή των Παρέδρων ή Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιτρέπεται το κατά το άρθρον 29 του παρόντος ένδικον μέσον της αναθεωρήσεως, ασκούμενον ενώπιον του εκδόντος την πράξιν οργάνου άνευ καταβολής παραβόλου. 8.Η αίτησις αναθεωρήσεως δεν υπόκειται εις περιορισμόν προθεσμίας, εφ’ όσον στηρίζεται εις υποβολήν νέων δικαιολογητικών της διαθέσεως των χρημάτων ή εις συμπλήρωσιν των υποβληθέντων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 22 παρ. 3 και 7, 27 και
  25. Επίσης επιτρέπεται και η κατά το άρθρον 30 έφεσις ασκουμένη ενώπιον του κατά το άρθρον 7 παρ. 5 αρμοδίου Τμήματος του Συνεδρίου. Άρθρον
  26. 1.Αι περί υποχρεώσεων και ευθύνης των υπολόγων εξ ενταλμάτων προπληρωμής διατάξεις, έχουν εφαρμογήν και επί των διαχειριζομένων οπωσδήποτε δημόσια χρήματα προκαταβαλλόμενα επί αποδόσει λογαριασμού έστω και άνευ εκδόσεως εντάλματος προπληρωμής. (Αντί για τη σελ. 40,3701) Σελ. 40,3701(α) Τεύχος 1310 Σελ. 7 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 1 παρ. 2 Ν. 842/43 Άρθρον 26 παρ. 2,107 Ν.Δ. 321/ 1969 (Άρθρον 32 παρ. 2 Δ. Δ. Κωδ. 1954) Άρθρ.1 παρ. 3 Ν. 842/43 Άρθρον ενδέκατον Ν.Δ. 3908/58 Άρθρον 36 παρ. 3,107 Ν.Δ.321/1969 (Άρθρον 32 Παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 1 παρ. Ν.ΑΥΟΖ/ 1887 Άρθρον 34 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Σελ. 40,3702(α) Τεύχος 1310 Σελ. 8 2.Οι διατάκται των ανωτέρω προκαταβολών έχουν τας αρμοδιότητας και υποχρεώσεις των διατακτών ενταλμάτων προπληρωμής, όσον αφορά τον καθορισμόν προθεσμίας αποδόσεως λογαριασμού, παράτασιν αυτής, αντικατάστασιν υπολόγων, επίσχεσιν αποδοχών αυτών, άρσιν ταύτης ως και τον καταλογισμόν των υπολόγων. 3.Οι τυχόν καταλογιζόμενοι υπόλογοι δύνανται δι’ εφέσεως να προσβάλουν την καταλογιστικήν πράξιν εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεώς της ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δύνανται ομοίως, εντός της αυτής προθεσμίας, ν’ ασκήσουν και αίτησιν αναθεωρήσεως ενώπιον το εκδόντος την καταλογιστικήν πράξιν διατάκτου. Λόγοι αναθεωρήσεως είναι οι αυτοί, δι’ ους επιτρέπεται αναθεώρησις πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το άρθρον 29 του παρόντος. Άρθρον
  27. Λογαριασμοί Δευτερευόντων Διατακτών και έλεγχος τούτων. 1.Οι επιφορτιζόμενοι την έκδοσιν χρηματικών ενταλμάτων επίτροποι των Υπουργών (Δευτερεύοντες Διατάκται), υπόκεινται ως τοιούτοι εις τον έλεγχον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και υποβάλλουν εις αυτό λογαριασμούς της χρήσεως των μεταβιβασθεισών εις αυτούς πιστώσεων κατά τας κεκανονισμένας διατυπώσεις και διορίας. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 1 παρ. 2 Ν.ΑΥΟΖ/1887 (Άρθρον 34 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 13 Ν. 968/79 Άρθρον 14 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 12 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρ, 57 Β.Δ. 18/23.5.55 Άρθρ. 16 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρ. 12 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 1 Ν.Δ. 3977/59 Άρθρ. 12 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρ. 16 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρ. 12 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 16 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρ.16 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 22 Ν.Δ. 1265/72 Άρθρον 7 παρ. 8 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 15 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 15 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 15 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 15 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 13 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 8 παρ. 2,13 παρ. 2 Ν. 6254/1934 Άρθρον 2 Ν. Δ. 575/48 Άρθρα 71, 72, 74 παρ. 2 Β.Δ. 869/60 Άρθρον 51 Ν.Δ. 321/69 Άρθρον 11 παρ. 1 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 13 παρ. 1, Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 13 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23 2.Εις βάρος των ανωτέρω επιτρόπων καταλογίζεται υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου πάσα υπέρβασις πιστώσεως ή δαπάνη, παρανόμως αναγνωρισθείσα, αν και μετά την, κατά τας σχετικάς διατάξεις, άρνησιν του Ταμίου, απαιτήσουν υπ’ ευθύνην των την πληρωμήν αυτής. 3.Δι’ αποφάσεων της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται τα της λογοδοσίας των δευτερευόντων διατακτών. Έλεγχος Συντάξεων, βοηθημάτων κ.λ.π. Άρθρον 37.-Ο έλεγχος των δαπανών συντάξεων, βοηθημάτων ή άλλων δαπανών εντελλομένων τη βοηθεία του μηχανογραφικού συστήματος και καταβαλλομένων ουχί μέσω των Δημοσίων Ταμείων, ασκείται κατά τα οριζόμενα δια Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Παρακολούθησις δημοσίων εσόδων. Άρθρον 38.-1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον παρακολουθεί τα Δημόσια ΄Εσοδα. Προς τούτο το Γενικόν Λογιστήριον του Κράτους μετά την λήξιν εκάστου οικονομικού έτους, κοινοποιεί εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον, τας κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί ειπράξεως Δημοσίων Εσόδων εκδοθείσας αποφάσεις του. Επί τη βάση των ανωτέρω αποφάσεων, εν παραβολή προς τα εκ του ελέγχου των μηνιαίων και ετησίων λογαριασμών των Ταμιακών Υπολόγων πορίσματα, το Συνέδριον επιφέρει τας παρατηρήσεις του εν τη κατά το άρθρον 42 του παρόντος ετησία εκθέσει αυτού. 2.Δια Διατάγματος δύνανται να τροποποιούνται και συμπληρούνται αι αναφερόμεναι εις την παρακολούθησιν των Δημοσίων Εσόδων διατάξεις. Επιτήρησις Δημοσίων Υπολόγων. Άρθρον 39.-1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον επιτηρεί τους δημοσίους υπολόγους καθ’ όσον αφορά εις το Δημόσιον Λογιστικόν, δικαιούμενον να ενεργή, οσάκις το κρίνει αναγκαίον, επιθεώρησιν δ’ επί τούτω οριζομένων παρ’ αυτού υπαλλήλων του, ή να προκαλή τοιαύτην δια των Οικονομικών Επιθεωρητών των δημοσίων υπολόγων. 2.Πάσα Υπηρεσία, εις ην υποβάλλεται έκθεσις ελέγχου διαχειρίσεως δημοσίου υπολόγου ή τοιούτου Οργανισμού Τοπικής αυτοδιοικήσεως ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, υποχρεούται αμελλητί όπως διαβιβάση εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον αντίγραφον της εκθέσεως ταύτης. 3.Πάσα δημοσία υπηρεσία υποχρεούται όπως ανακοινοί αμελλητί εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον το ονοματεπώνυμον, την ιδιότητα και το αντικείμενον της διαχειρίσεως παντός υπό την εποπτείαν της τελούντος δημοσίου υπολόγου. Εποπτεία εγγυήσεων δημοσίων υπολόγων. Άρθρον 40.-1.Πάσα ελάττωσις, μετατροπή, μεταφορά και άρσις εγγυήσεως δημοσίου υπολόγου, υπόκεινται εις την έγκρισιν του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.Όταν ο νόμος δεν καθορίζη το είδος και το ποσόν της υπό των δημοσίων υπολόγων παρασχετέας εγγυήσεως, ταύτα καθορίζονται δια Διατάγματος εκδιδομένου επί τη προτάσει του αρμοδίου Υπουργού και του επί των Οικονομικών, μετά προηγουμένην συμβουλευτικήν γνώμην του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Έλεγχος Απολογισμού και Γενικού Ισολογισμού του Κράτους, Διαδηλώσεις Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρον 41.-1.Ο έλεγχος της δημοσίας διαχειρίσεως ολοκληρούται δια του ελέγχου του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους. Προς τούτο ο απολογισμός και ο γενικός ισολογισμός της διαχειρίσεως, υπογραφόμενοι παρά του αρμοδίου Διευθυντού και του Γενικού Διευθυντού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και θεωρούμενοι παρά του Υπουργού των Οικονομικών, αποστέλλονται υπό τούτου εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον το βραδύτερον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον εξετάζει τον απολογισμόν και τον ισολογισμόν του Κράτους, βάσει των κειμένων διατάξεων, κατά τα δι’ αποφάσεως της Ολομε (Μετά τη σελ. 40,370) Σελ. 40,371 Τεύχος 739-Σελ. 41 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 9,13 παρ. 3 Ν.6254/34 Άρθρον 2 Ν.Δ. 575/48 (Άρθρον 11 παρ. 2 Ν.Δ. 1265/72 (Άρθρον 13 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρα 12-15Β.Δ. 545/62 Άρθρον 13 παρ. 3 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 13 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 14 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 14 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 14 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 14 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 2 Ν.Δ. 16/1/26 Άρθρ.5 εδ. 4 Ν. 3779/29 Άρθρον 13 παρ. 1,15 παρ. 1 Ν. 968/79 (Άρθρον 35 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 6 Ν.108/43 Άρθρον 2 Β.Δ. 761/69 Άρθρον 12 παρ. 2 Ν.Δ.1265/72 Άρθρον 15 παρ. 1 Ν.968/79 (Άρθρον 35 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 11 Ν. 4448/64 Άρθρον 10 Α. Ν. 1016/37 (Άρθρ.36 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 3 παρ. 1 Α. Ν.770/45 Άρθρον 15 εδ. 3 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρον 37 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 3 παρ. 2 Α.Ν.770/45 (Άρθρον 37 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 33 Ν.Δ. 4/6.7.23 Σελ. 40,372 Τεύχος 739-Σελ. 42 λείας αυτού οριζόμενα, παραβάλλον τούτους, προς τα παρ’ αυτού εξελεγχθέντα σχετικά στοιχεία και τα παρά τω Γενικώ Λογιστηρίω του Κράτους βιβλία, μεθ’ ο επιστρέφει αυτούς μετά της επ’ αυτών διαδηλώσεώς του, εις το Γενικόν Λογιστήριον του Κράτους εντός μηνός από της εις αυτό αποστολής των. 3.Αι διαδηλώσεις εκδίδονται υπό της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ετησία έκθεσις προς την Βουλήν. Άρθρον 42.-1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον κατ’ έτος δι’ εκθέσεως της Ολομελείας αυτού προς την Βουλήν, εγχειριζομένης εις τον Πρόεδρον ταύτης υπό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκθέτει το αποτέλεσμα των εργασιών του μετά των εκ της παραβολής των εσόδων και εξόδων προς τους οικείους νόμους και εκ της εν γένει ασκήσεως των καθηκόντων του παρατηρήσεών του και των περί μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων σκέψεων αυτού. 2.Η έκθεσις δημοσιεεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Απώλειαι χρημάτων - Υλικού - Δικαιολογητικών κ.λ.π. ΄Αρθρον 43.-1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον αποφαίνεται περί της απαλλαγής από της ευθύνης των ενώπιόν του λογοδοτούντων υπολόγων δια πάσαν απώλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή υλικού ή δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής πάσης φύσεως, επί τη αιτήσει του υπολόγου ή και αυτεπαγγέλτως, δια πράξεώς του, είτε κατά τον έλεγχον των ετησίων λογαριασμών και δια της επί τούτων εκδιδομένης πράξεως, είτε και πρότερον δι’ ιδιαιτέρας πράξεως. Ο αιτούμενος την απαλλαγήν υπόλογος υποχρεούται ν’ αποδείξη την επελθούσαν απώλειαν, έλλειψιν, φθοράν κ.λ.π. προς δε ότι δεν βαρύνει αυτόν υπαιτιότης, εφ’ όσον συμμορφωθή πλήρως προς τα κεκανονισμένα και επιδείξη την εν τοις ιδίοις επιμέλειαν. 2.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον αποφαίνεται επίσης, επί τη αιτήσει των υπολόγων ή και αυτεπαγγέλτως, δια πράξεώς του, περί της απαλλαγής από της ευθύνης των εξ ενταλμάτων προπληρωμής, προσωρινών ενταλμάτων, ενταλμάτων παγίας προκαταβολής ή εκ χρηματικών προκαταβολών εκ του Δημοσίου Ταμείου υπολόγων, δια την απώλειαν, έλλειψιν ή φθοράν χρημάτων ή δικαιολογητικών της διαχειρίσεως των ληφθέντων χρημάτων. Ο υπόλογος υποχρεούται ν’ αποδείξη την απώλειαν των χρημάτων ή των προσήκουσαν διάθεσιν τούτων και την απώλειαν των δικαιολογητικών της διαθέσεως των, προσέτι δε ότι δεν βαρύνει αυτόν υπαιτιότης. Άρθρον 44.-Το Ελεγκτικόν Συνέδριον καθίσταται αρμόδιον, κατά το προηγούμενον άρθρον, επί πάσης υποθέσεως εκκρεμούσης ή εφεξής αναφυομένης, σχετικής προς τας διατάξεις των καταργηθέντων Νόμων 916/1917 και 1279/
  28. Άρθρον 45.-1.Ο έλεγχος των διαχειρίσεων, ων τα στοιχεία κατεστράφησαν ή απωλέσθησαν εν όλω ή εν μέρει παρά των Συνεδρίω εξ ανωτέρας βίας ή εκ τυχαίου γεγονότος και των οποίων η απώλεια ή καταστροφή ήθελε διαπιστωθή δια πράξεως του αρμοδίου Κλιμακίου του Συνεδρίου, ενεργείται κατά τα δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Συνεδρίου κανονισθησόμενα. 2.Αι αποφάσεις αύται, εκδιδόμεναι τη προτάσει της αρμοδίας Διευθύνσεως του Συνεδρίου, καθορίζουν τον τρόπο του ελέγχου των διαχειρίσεων τούτων, τα υποβληθησόμενα στοιχεία προς αναπλήρωσιν των απωλεσθέντων ή καταστραφέντων στοιχείων, την προθεσμίαν υποβολής των στοιχείων τούτων, τους υποχρέους προς υποβολήν αυτών και πάσαν άλλην χρήσιμον δια τον έλεγχον λεπτομέρειαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ Ευθύνη Υπαλλήλων Δημοσίου - Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως κ.λ.π. Άρθρον 46.-1.Ασχέτως προς την κατά το άρθρον 25 ευθύνην των Δημοσίων υπολόγων, πας 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου (Άρθρον 39 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 98 παρ. 3 Συντάγματος 1975 Άρθρον 2 παρ. 8 και 13, και Άρθρον 33 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 39 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) (Άρθρον 33 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθον 39 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 57 Ν. 1811/1951 Άρθρον 1 Ν.Δ. 2998/54 Άρθρον 71 Ν.Δ. 721/70 Άρθρον 16 παρ 1 Ν.993/79 (Άρθρον 39 παρ. 4 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 37 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 44 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 37 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 44 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 37 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 44 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 182 Ν.Δ. 2888/54 Άρθρον 42 Ν.Δ. 1140/72 άρθρ. 18 παρ. Ε εδ. 4 Ν. 4464/65 Άρθρον 39 Ν.Δ. 496/74 δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται δια πάσαν εκ δόλου ή αμελείας επελθούσαν εις το Δημόσιον θετικήν ζημίαν. 2.Εάν πλείονες υπάλληλοι προυξένησαν από κοινού την ζημίαν εις το Δημόσιον, ισχύουν αι δια΄ταξεις του Αστικού δικαίου. 3.Αι διατάξεις αύται δεν εφαρμόζονται επί των Υπουργών, ως προς την εν γένει άσκησιν των καθηκόντων των, και επί των λοιπών διατακτών ως προς μόνον τας παρ’ αυτών εντελλομένας δαπάνας, εφαρμοζομένων επί των λειτουργών τούτων των κειμένων περί ευθύνης αυτών διατάξεων. 4.Δημόσιοι υπάλληλοι υπαγόμενοι εις τας διατάξεις του Νόμου 1811/51 «περί Κώδικος καταστάσεως των Δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων», Στρατιωτικοί εν γένει οι ανήκοντες εις τα Σώματα Ασφαλείας και το Λιμενικόν Σώμα ως και οι εις τας Ενόπλους Δυνάμεις υπηρετούντες πάσης κατηγορίας υπάλληλοι ή εργατοτεχνίται, ευθύνονται έναντι του Δημοσίου δια πάσαν θετικήν ζημίαν, ην προξένησαν εις αυτό εκ δόλου ή βαρείας αμελείας και την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών ως και δια τας αποζημιώσεις, εις ας υπεβλήθη τούτο έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων η παραλείψεων αυτών κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων των γενομένων επίσης εκ δόλου ή βαρείας αμελείας. Δεν ευθύνεται ο υπάλληλος έναντι τρίτων δια τοιαύτας πράξεις ή παραλείψεις αυτού. 5.Επί της κατά το παρόν άρθρον ευθύνης δικάζει το Ελεγκτικόν Συνέδριον τη αιτήσει του παρ’ αυτώ Γενικού Επιτρόπου ενεργούντος είτε κατόπιν εντολής του οικείου Υπουργού, είτε οίκοθεν, εφ’ όσον η ευθύνη προκύπτει εκ των υπ’ όψει του Ελεγκτικού Συνεδρίου υποβαλλομένων κατά τον νόμον στοιχείων. 6.Το Συνέδριον δύναται εις μόνην την περίπτωσιν της ευθύνης εξ αμελείας και αναλόγως των περιστάσεων να καταλογίση τον υπάλληλον και εις μέρος μόνον της επελθούσης εις το Δημόσιον θετικής ζημίας ή της αποζημιώσεως εις την οποίαν τούτο υπεβλήθη. 7.Εφ’ όσον οι καταδικασθέντες υπάλληλοι ήθελον καταβάλλει το καταλογισθέν αυτοίς ποσόν, υπεισέρχονται κατά το πληρωθέν ποσόν εις τα δικαιώματα του Δημοσίου. 8.Δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει των επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργών μετά γνώμην της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζονται τα της ευθύνης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου των δημοτικών υπαλλήλων κατά τας οικείας διατάξεις του Οργανισμού αυτού. 9.Προκειμένου περί της Αστικής ευθύνης των υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως έναντι του παρ’ ω υπηρετούν Οργανισμού το Ελεγκτικόν Συνέδριον δικάζει τη αιτήσει του εκπροσωπούντος τον Οργανισμόν. 10.Ασχέτως προς την κατά το άρθρον 38 του Νομοθετικού Δ/τος 496/1974 ευθύνην των υπολόγων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, πας υπάλληλος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ή Δημόσιος υπάλληλος, υπηρετών υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, ευθύνεται και υποχρεούται εις ανόρθωσιν πάσης ζημίας τούτων, προελθούσης εκ δόλου ή αμελείας αυτού περί την εκτέλεσιν των υπό του ως άνω Νομοθετικού Διατάγματος και άλλων ειδικών διατάξεων ανατιθέμενων αυτώ καθηκόντων. Επί της ευθύνης ταύτης αποφαίνεται το Ελεγκτικόν Συνέδριον κατά τας διατάξεις του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 40,373) Σελ. 40,373(α) Τεύχος 1310 Σελ. 9 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 34 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 (Άρθρον 40 παρ. 9 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 3 παρ. 3 Ν. 968/79 Άρθρον 3 Ν. 4517/30 Άρθρον 10 Α.Ν. 308/36 (Άρθρον 40 παρ. 10 Δ.Κωδ. 1954) Σελ. 40,374(α) Τεύχος 1310 Σελ. 10 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Δικαστική Δικαιοδοσία Γενικαί Διατάξεις. Άρθρον
  29. Άσκησις Δικαιοδοσίας. 1.Την δικαστικήν δικαιοδοσίαν ασκεί το Ελεγκτικόν Συνέδριον δια των Τμημάτων αυτού ή εν Ολομελεία. 2.Εν Ολομελεία το Συνέδριον δικάζει αποφασίζον επί αιτήσεων αναιρέσεως κατ’ αποφάσεων των Τμημάτων αυτού, δια των Τμημάτων δε επί πάσης άλλης περιπτώσεως. Άρθρον
  30. Αποδεικτικά μέσα - Διαδικασία Δια διατάγματος ορίζονται, τα του τόπου και χρόνου των συνεδριάσεων, τα των αποδεικτικών μέσων, ο τρόπος της κλητεύσεως των ενδιαφερομένων προς συζήτησιν ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τα της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας και ευταξίας, τα της καταρτίσεως, δημοσιεύσεως και κοινοποιήσεως ων αποφάσεων και εν γένει η παρά τω Συνεδρίω δικονομία, τηρουμένης της αρχής της δημοσιότητος των δικαστικών συνεδρίασεων και του ητιολογημένου των αποφάσεων. Άρθρον
  31. Ενέργεια διαδικαστικών πράξεων παρ’ άλλων αρχών. Τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύνανται να αναθέτουν την ενέργειαν επί μέρους διαδικαστικών πράξεων εις ετέρας κατά τόπους αρμοδίας δικαστικάς ή διοικητικάς αρχάς. Η παράλειψις εγκαίρου ενεργείας των ως άνω πράξεων συνιστά πειθαρχικόν αδίκημα παραβάσεως καθήκοντος παντός αρμοδίου. Άρθρον 12 Ν.Δ. 4605/66 Άρθρον
  32. Δαπάναι πραγματογνωμοσύνης. Διατασσομένης υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου πραγματογνωμοσύνης, η αμοιβή των πραγματογνωμόνων και πάσαι αι δια την ενέργειαν της πραγματογνωμοσύνης αναγκαίαι δαπάναι, εκκαθαριζόμεναι επί τη βάσει αιτήσεως των πραγματογνωμόνων υπό του Προέδρου του οικείου Τμήματος, καταβάλλονται παρά του Δημοσίου, συμφώνως προς τας διατάξεις του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού και καταλογίζονται δια της οριστικής αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την κρίσιν αυτού εν όλω ή εν μέρει, εις βάρος του ηττωμένου διαδίκου, βεβαιούμεναι και εισπραττόμεναι μετά του επιβαλλομένου δια της αποφάσεως τέλους ή προστίμου. Η παρά του Προέδρου του οικείου Τμήματος ενεργουμένη εκκαθάρισις των ανωτέρω αμοιβών και δαπανών επιτρέπεται να τροποποιήται υπό του Υπουργού των Οικονομικών μειουμένων των καθορισθέντων δια ταύτης ποσών. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 17 παρ. 1 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρον 43 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 17 παρ. 2 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρον 43 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 35 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 9 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρ.3 παρ. 2 Ν. 968/79 Άρθρον 41 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 51 Αποδεικτικόν τελών και κοινοποιήσεως ενδίκων μέσων. 1.Προκειμένου περί εφέσεων ή αιτήσεων αναιρέσεως ή αιτήσεων αναθεωρήσεως, ασκουμένων, κατά τας κειμένας εκάστοτε διατάξεις, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το αποδεικτικόν της καταβολής των κατά νόμον οφειλομένων τελών ή συμπληρώσεως των τυχόν ελλιπώς καταβληθέντων τοιούτων, ως και το αποδεικτικόν κοινοποιήσεως των ως άνω ενδίκων μέσων εις τον ενδιαφερόμενον (αρμόδιον Υπουργόν ή Νομικόν Πρόσωπον ή ιδιώτην), δέον να κατατίθεται το βραδύτερον εντός έξ μηνών από της περιελεύσεως του δικογράφου εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον. «2.Η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του κατά την προηγούμενη παράγραφο αποδεικτικού κοινοποίησης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης του ένδικου μέσου». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 9 άρθρ. 58 Νόμ. 3160/24-30 Ιουν.2003 (ΦΕΚ Α΄165), Τόμ. 6 σελ. 146,
  33. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ΄ Ένδικα Μέσα. Για τον προσδιορισμό και την έναρξη της προθεσμίας άσκησης από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των ενδίκων μέσων, που προβλέπονται από τα άρθρ. 53, 58 και 62 του παρόντος Π.Δ, βλέπε άρθρ. 37 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄112), κατωτ. αριθ.
  34. Άρθρον
  35. Έφεσις - ανασταλτικόν αποτέλεσμα. Η ενώπιον του Συνεδρίου έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως ή αποφάσεως, εκτός εάν κατόπιν αιτήσεως του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου διαταχθή αύτη δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν ή τούτο αποφανθή επί της ουσίας ή υπό του σχετικού Νόμου ορίζεται ότι η έφεσις αύτη αναστέλλει την εκτέλεσιν της καθ’ ης στρέφεται πράξεως ή αποφάσεως. Η κατά τ’ ανωτέρω αίτησις αναστολής είναι απαράδεκτος αν δεν αποδεικνύεται ότι ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως υπό του αιτούντος έφεσις κατά της πράξεως ή αποφάσεως της οποίας διώκεται η αναστολή εκτελέσεως. Ματαιουμένης της συζητήσεως της εφέσεως δι’ οιονδήποτε λόγον παύει η ισχύς της εκδοθείσης περί αναστολής αποφάσεως. (Αντί για τη σελ. 40,375(β) Σελ. 40,375(γ) Τεύχος Σελ. Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 11 Α.Ν. 599/68 Άρθρον 1 παρ. 8 και 2παρ. 1 Α Ν.599/68 Άρθρον 2 παρ. 1 Ν. 968/79 Άρθρον 2 παρ. 2 Α.Ν.599/68 Άρθρον 4 παρ. 7 Α.Ν.599/68 Άρθρον 4 παρ. 8 Α.Ν.599/68 Άρθρον 4 παρ. 9 Α.Ν.599/68 Άρθρον 5 Ν. 3163/55 Άρθρον 1 παρ. 7 Ν.Δ.183/73 Σελ. 40,376(γ) Τεύχος Σελ. Άρθρον
  36. Έφεσις κατά πράξεων κανονισμού συντάξεων. 1.Η κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 599/1968 πράξις κανονισμού συντάξεως και η απόφασις της Επιτροπής Ελέγχου των πράξεων κανονισμού συντάξεως υπόκεινται εις έφεσιν ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκουμένην υπό του Υπουργού των Οικονομικών εντός έτους από της εκδόσεως της πράξεως ή αποφάσεως, ως και υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον εντός έτους από της κοινοποιήσεως ταύτης. Ωσαύτως υπόκεινται εις έφεσιν αι, κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 599/1968 Κανονιστικαί πράξεις κανονισμού συντάξεως ως και αι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων ασκούμενη υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, εντός έτους από της εις αυτόν περιελεύσεως τούτων. Επί των εφέσεων τούτων και των περαιτέρω ενδίκων μέσων κατά των επί εφέσει εκδιδομένων αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του παρόντος. Ασκηθείσης της εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία των κατά το άρθρον 1 του Α.Ν. 599/68 οργάνων. 2.Πάσα αίτησις σχετική προς εκδοθείσαν πράξιν κανονισμού συντάξεως ή απόφασιν της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, στηριζομένη εις έγγραφα επί του περιεχομένου των οποίων δεν εγένετο κρίσις, θεωρείται ουχί ως ένδικον μέσον, αλλ’ ως αίτησις το πρώτον εξεταζομένη. 3.Κατά των πράξεων της εν παραγράφω 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 599/68 Επιτροπής επιτρέπεται η άσκησις του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είτε παρά του Υπουργού των Οικονομικών είτε παρά του ενδιαφερομένου, εντός προθεσμίας ενός έτους από της εκδόσεως της πράξεως δια τον πρώτον και από της κοινοποιήσεως αυτής δια τον δεύτερον. 4.Δια την άσκησιν, συζήτησιν και εκδίκασιν της κατά την προηγουμένην παράγραφον εφέσεως, ως και των ενδίκων μέσων επί της κατ’ έφεσιν εκδοθείσης αποφάσεως, έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις του παρόντος. 5.Ασκηθείσης εφέσεως εξαντλείται η δικαιοδοσία της εν παραγράφω 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 599/1968 Επιτροπής. Άρθρον
  37. Έφεσις κατ’ αποφάσεων άρθρου 5 Ν. 3163/1955 Αι, κατά τας διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 3163/1955, ως τούτο αντικατεστάθη δια του άρθρου 1 του Ν.Δ. 183/1973, επί ενστάσει εκδιδόμεναι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων υπόκεινται εις έφεσιν ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ασκουμένην, υπό του Διοικητού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή παντός ενδιαφερομένου εντός προθεσμίας ενός έτους από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Επί των εφέσεων τούτων και των περαιτέρω ενδίκων μέσων κατά των επί εφέσει εκδιδομένων αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του παρόντος. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον μόνον Β.Δ. 801/69 Άρθρον 4 παρ. 10 Α.Ν.599/68 Άρθρον 35 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 9 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 41 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον
  38. Αποδεικτικά μέσα επί εφέσεως. Εν περιπτώσει ασκήσεως εφέσεως, το Ελεγκτικόν Συνέδριον, δικαιούται προς μόρφωσιν πεποιθήσεως να κάμνη χρήσιν κατά την ελευθέραν αυτού κρίσιν, παντός αποδεικτικού μέσου ήτοι εγγράφων, μαρτύρων, όρκου, πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας και ομολογίας. Προς τούτο δύναται να ζητή παρά των δημοσίων υπηρεσιών έγγραφα ή να διατάσση την παρά των ενδιαφερομένων μερών προσκόμισιν τοιούτων, και την κατά τας διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας εξέτασιν μαρτύρων, την ενέργειαν πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας και την επιβολήν όρκου. Άρθρον
  39. Παράβολον εφέσεως. 1.Αι εφέσεις, πλην των παρά του Γενικού Επιτρόπου και των Υπουργών ασκουμένων, είναι απαράδεκτοι αν δεν προσαρτάται εις ταύτας αποδεικτικόν καταβολής του κατά τους οικείους νόμους οριζομένου παραβόλου, και εφ’ όσον τοιούτον δεν ορίζεται δι’ αυτών, παραβόλου ίσου προς το έν τέταρτον τοις εκατόν επί του δια της εφέσεως αμφισβητουμένου ποσού. Το παράβολον τούτο δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να είναι κατώτερον του ενός τρίτου του κατά το άρθρ. 59 του παρόντος απαιτουμένου δια την άσκησιν του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, εις το ποσόν δε τούτο ορίζεται γενικώς επί πάσης εφέσεως κατά πράξεως περί συντάξεως. Με την με αριθ. ΦΓ.8/11978/30 Μαΐου-9 Ιουν. 1994 (ΦΕΚ Β΄430) αποφ. Υπ. Οικον. και Δικαιοσ. το παράβολο άσκησης εφέσεως αναπροσαρμόστηκε α)κατά συνταξιοδοτικών πράξεων σε δραχμ. 2.500, β)κατά οποιασδήποτε άλλης πράξης στο ¼% του αμφισβητούμενου με την έφεση ποσού, το παράβολο όμως τούτο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 2.500 δραχμ.. (Μετά τη σελ. 40,376(γ) Σελ. 40,37601 Τεύχος Σελ. Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 35 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 9 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 41 παρ.4 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 25 Ν. 12/75 (Άρθρον 40 παρ. 12 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ.2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 21 Ν.Δ. 751/70 Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 4 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 5 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 2 παρ. 2 Ν. 968/79 (Άρθρον 40 παρ. 7 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 8 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 40 παρ. 6 Δ. Κωδ. 1954 2.Γενομένης δεκτής, εν όλω ή εν μέρει της εφέσεως, διατάσσεται δια της αποφάσεως του Συνεδρίου η επιστροφή του παραβόλου, απορριπτομένης δε ταύτης διατάσσεται η κατάπτωσις αυτού υπέρ του Δημοσίου. Άρθρον
  40. Τέλη χαρτοσήμου επί εφέσεως κατά πράξεων κανονισμού συντάξεων. Πάντα τα έγγραφα της διαδικασίας επί των εφέσεων κατά πράξεων περί κανονισμού συντάξεως υπόκεινται εις το ήμισυ των υπό του νόμου περί τελών χαρτοσήμου οριζομένων τελών επί εγγράφων της διαδικασίας της εφέσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρον
  41. Αναίρεσις. 1.Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται δια κακήν σύνθεσιν του δικάσαντος Τμήματος, δια παράβασιν ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του διέποντος την επίδικον υπόθεσιν νόμου. 2.Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται παρά παντός έχοντος έννομον συμφέρει ή παρά του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά των Συνεδρίω ή παρά του αρμοδίου Υπουργού ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. 3.Προθεσμία δια την άσκησιν του ενδίκου τούτου μέσου ορίζεται ετησία, αρχομένη δια μεν τους Υπουργούς και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου αφ’ ης η απόφασις περιήλθεν εις την υπηρεσίαν αυτών, δια δε τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας από της εκδόσεως της αποφάσεως και δια τον ενδιαφερόμενον ιδιώτην από της κοινοποιήσεως αυτώ της αποφάσεως. 4.Γενομένης δεκτής της αιτήσεως αναιρέσεως δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του νόμου, η Ολομέλεια του Συνεδρίου αποφασίζει και περαιτέρω επί της υποθέσεως, εκτός αν αύτη χρήζει διερευνήσεως κατά το πραγματικόν αυτής μέρος, οπότε αναπέμπει τάυτην εςι το αρμόδιον Τμήμα. Αναιρεουμένης της αποφάσεως δια πάντα έτερον λόγον, η Ολομέλεια αναπέμπει την υπόθεσιν εις το εκδόν Τμήμα δια την εκ νέου εξέτασιν αυτής. 5.Εξαιρετικώς και μετά την παρέλευσιν της προς άσκησιν αιτήσεως αναιρέσεως προθεσμίας, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, δικαιούται ν’ ασκήση αίτησιν αναιρέσεως υπέρ του Νόμου. Εν τη περιπτώσει ταύτη, γενομένης δεκτής της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις παραμένει αμετάβλητος, αναιρείται όμως αύτη υπέρ του Νόμου δια την επί παρομοίας περιπτώσεως συμμόρφωσιν του αρμοδίου Τμήματος ή Κλιμακίου προς την απόφασιν της Ολομελείας. Άρθρον
  42. Παράβολον αιτήσεως αναιρέσεως Υπό του αναιρεσείοντος ιδιώτου δέον να κατατίθεται, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, παράβολον δρχ. 150, δυνάμενον εκάστοτε ν’ αυξομειούται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποδιδόμενον δε εν περιπτώσει πραδοχής εν όλω ή εν μέρει της αιτήσεως αναιρέσεως ή παραιτήσεως προ της συζητήσεως και καταπίπτον υπέρ του δημοσίου εν απορρίψει ταύτης. Το άνω παράβολο των δρχ. 150 αυξήθηκε σε δρχ. 500 από την 17020/11 Φεβρ. - 19 Μαρτ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 115) απόφ. Υπ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών. (Αντί για τη σελ. 40,3761(γ) Σελ. 40,3761(δ) Τεύχος 1310 Σελ. 13 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 8 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον μόνον Π.Δ. 59/73 Άρθρον 25 Ν. 12/1975 (Άρθρον 40 παρ. 11 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 10 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 42 πρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 38 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρ. 45 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 10 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 42 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 10 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 42 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 5 παρ. 1 Ν. 4448/64 Σελ. 40,3762(δ) Τεύχος 1310 Σελ. 14 Ήδη το άνω παράβολο αυξήθηκε από 500 σε 1500 δρχ. από την 16416/10-23 Αυγ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 531), Αποφ. Υπ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Με την με αριθ. ΦΓ.8/11979/30 Μαΐου-9 Ιουν. 1994 (ΦΕΚ Β΄430) αποφ. Υπ. Οικον. και Δικαιοσ., το άνω παράβολο αναπροσαρμόστηκε από 1.500 δραχμ. σε 5.000 δραχμ. Άρθρον
  43. Τέλη χαρτοσήμου επί αιτήσεως αναιρέσεως. Το δικόγραφον της αιτήσεως αναιρέσεως ως και τα λοιπά της διαδικασίας ταύτης έγγραφα ενώπιον της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπόκεινται εις τα κατά νόμον τέλη χαρτοσήμου. Άρθρον
  44. Εκτελεστότης αποφάσεων. 1.Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων του Συνεδρίου είναι εκτελεσταί, επιτρεπομένου μόνον του κατά το άρθρον 58 ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, όπου συγχωρείται η άσκησις τούτου. 2.Τα δια των αποφάσεων του Συνεδρίου καταλογιζόμενα ποσά εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων. Άρθρον
  45. Αναθεώρησις. Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων υπόκεινται εις το έκτακτον ένδικον μέσον της αναθεωρήσεως, ασκούμενον ενώπιον του εκδόντος την απόφασιν Τμήματος, κατά τα εν άρθρω 29 οριζόμενα, είτε υπό του παρά τω Συνεδρίω Γενικού Επιτρόπου ή του αρμοδίου Υπουργού είτε παρά του ενδιαφερομένου, του κατατιθεμένου παραβόλου οριζομένου ως εν παραγράφω 1 του άρθρου
  46. Αναθεώρησις κατά της επί εφέσεως εκδοθείσης αποφάσεως δεν επιτρέπεται αν δια το αυτό κεφάλαιον ησκήθη αίτησις αναθεωρήσεως της πράξεως κατά το άρθρον 29 του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ΄ Ενστάσεις ενώπιον Κλιμακίου. Άρθρον
  47. 1.Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών εν τη ασκήσει της αρμοδιότητός του προς εκτέλεσιν των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως εις βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμήν των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών καταλογισμόν αχρεωστήτως ληφθείσης συντάξεως, δύναται ν’ ασκηθή ένστασις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός προθεσμίας ενός έτους, αφ’ ης ο ενιστάμενος έλαβε γνώσιν της προσβαλλομένης πράξεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, αφ’ ης παρήλθε δίμηνον από της ημέρας καθ’ ην εδημιουργήθη η υποχρεώσις προς έκδοσιν της παραλειφθείσης πράξεως. Η ένστασις κρίνεται παρά του κατά το άρθρον 7 παρ. 5 του παρόντος αρμοδίου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 28-31, 47, 49-52 και 56-62 αυτού. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 43 Ν. 22/75 Άρθρον 3 παρ. 2 Ν.368/1976 Άρθρον 3 παρ. 5 Ν. 787/78 Άρθρον 40 παρ. 1 Ν.Δ. 4/6.
  48. 23 (Άρθρον 46 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 40 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 18,39 Ν. 184/75 (Άρθρον 46 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 40 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 18,39 Ν. 184/75 (Άρθρον 46 παρ. 1 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 5 Ν. 4517/30 (Άρθρον 46 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) 2.Κατά της αρνήσεως της Υπηρεσίας προς χορήγησιν της κατά το άρθρον 2 του Νόμου 368/76 πέμπτης εκ 10% προσαυξήσεως ασκούνται προκειμένου μεν περί συντάξεων κανονιζομένων παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα υπό του άρθρου 5 του Ν. 4448/1964 προβλεπόμενα ένδικα μέσα, προκειμένου δε περί των λοιπών, τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα τοιαύτα. 3.Κατά της αρνήσεως της Υπηρεσίας προς χορήγησιν του κατά το άρθρον 3 παρ. 1 Ν. 787/1978 επιδόματος οικογενειακών βαρών, ασκούνται προκειμένου μεν περί συνταξιούχων των οποίων η σύνταξις κανονίζεται παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τα υπό του άρθρου 5 του Ν. 448/1964 προβλεπόμενα ένδικα μέσα, προκειμένου δε περί των λοιπών τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα τοιαύτα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ΄ Βαθμολογία – Μισθός – Προσόντα – Κατάστασις Δικαστικών Λειτουργών. Άρθρον
  49. Βαθμολογία – Μισθός 1.Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξομοιούνται κατά βαθμόν προς τον Πρόεδρον και Αντιπρόεδρον του Αρείου Πάγου, επόμενοι τούτων κατά την τάξιν, αι προαγωγαί δε εις τα θέσεις ταύτας ενεργούνται δια διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου. 2.Οι Σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξομοιούνται κατά βαθμόν προς τους Αρεοπαγίτας, επόμενοι τούτων κατά την τάξιν, οι διορισμοί δε και αι προαγωγαί εις θέσιν Συμβούλου ενεργούνται δια διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού, μετ’ απόφασιν του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου αυτού. 3.Οι Πάρεδροι εξομοιούνται κατά βαθμόν προς τους Εφέτας, επόμενοι τούτων κατά την τάξιν, διορίζονται δε δια Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του επί του των Οικονομικών Υπουργού, μετ’ απόφασιν του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. «Ως χρόνος υπηρεσίας Παρέδρου λογίζεται και ο διανυθείς στο βαθμό διευθυντή ή προϊσταμένου διευθύνσεως υπουργείων ή Ελεγκτικού Συνεδρίου, υπολογιζόμενος για τη μισθολογική προαγωγή». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιον της παρ. 3 προστέθηκε από το άρθρ. 64 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8, σελ. 84,
  50. 4.Ο μισθός των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζεται αναλόγως του βαθμού των. (Μετά τη σελ. 40,3762(δ) Σελ. 40,3763 Τεύχος 1310 Σελ. 15 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Προσόντα διορισμού και προαγωγής Άρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 152/75 Άρθρ.65.-«1.Πάρεδροι διορίζονται: α) Ο πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, ο οποίος, μετά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 9 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 30 του Νόμ. 1586/1986, έχει ασκήσει ή ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου Διευθύνσεως ή ισοδύναμης υπηρεσιακής μονάδας στο ελεγκτικό Συνέδριο, στην Υπηρεσία του σ’ αυτό Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας και στο Υπουργείο Οικονομικών και εκείνος που κατά τη έναρξη ισχύος του αυτού Νόμ. 1586/1986 κατείχε βαθμό 2ο ή 3ο (Διευθυντή) του Κλάδου ΑΤ στις αυτές Υπηρεσίες». Το εδάφ. α΄ προσαρμόστηκε ως άνω μετά του Νόμ. 1586/1986, ΦΕΚ Α΄ 189, (τόμ. 2Α, σελ. 316,893) από το Π.Δ. 62/1-9 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 23)Άρθρον 4 Ν. 968/79 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 (Άρθρον 47 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 40 παρ. 4 και 7 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 23 παρ. 2 Ν.1715/51 Άρθρον 11 Ν. 152/75 Άρθρον 4 Ν. 968/79 (Άρθρον 47 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 40 παρ. 5 και 7 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρον 47 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 40 παρ. 6-7 Ν.Δ.4/ 6.7.23 Άρθρον 7 Ν. 4517/30 Άρθρον 11 Ν. 152/75 (Άρθρον 47 παρ. 4 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 41 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ.14-19, 29 και 30 Ν. 434/76 Άρθρ. 18 παρ. 2 Ν. 108/43 Άρθρ. 7 παρ. ζ΄ ΠΥΣ 333/45 (Άρθρον 49 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 41 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθ. 17 παρ. 3 Ν. 108/43 Άρθρον μόνον Ν. 2834/54 (Άρθρον 49 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) β)Ο έχων προσόντα προαγωγής εις Εφέτην, Αντεισαγγελέα Εφετών και Εφέτην Διοικητικών Δικαστηρίων, δικαστικός λειτουργός. Με το δεύτερο εδάφιο παρ. 6 άρθρ. 69 Νόμ. 1756/24-26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35), τόμ. 6 σελ. 109, ορίστηκε ότι για μια 5ετία από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (16 Σεπτ. 1988) μπορούν να διορισθούν πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και υπάλληλοι αυτού και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κατά τα οριζόμενα στην άνω παρ.
  51. 2.Εις Σύμβουλον προάγεται ο Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά τριετή υπηρεσίαν εν τη θέσει ταύτη. Σύμβουλοι διορίζονται: α) Οι έχοντες τα προς προαγωγήν εις Αρεοπαγίτην ή Πρόεδρον ή Εισαγγελέα Εφετών προσόντα. β) Οι έχοντες τα προς προαγωγήν εις Πρόεδρον Εφετών Διοικητικού Δικαστηρίου προσόντα. γ) Ο έχων πτυχίον Νομικής Σχολής επί βαθμώ 1ω Γενικός Διευθυντής του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του Υπουργείου Οικονομικών του Κλάδου ΑΤ, εάν έχη ενός
(1)έτους υπηρεσίαν εν τω βαθμώ τούτω. Το ήμισυ τουλάχιστον του συνολικού αριθμού Συμβούλων πληρούται δια προαγωγής εκ των κεκτημένων τα ουσιαστικά προσόντα Παρέδρων. Δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως εις τον συνολικόν αριθμόν των θέσεων Συμβούλων υπολογίζονται και αι θέσεις του Πρόεδρου και των Αντιπροέδρων. 3.Προάγεται εις Αντιπρόεδρον ο επί διετίαν υπηρετών εις θέσιν Συμβούλου. 4.Προάγεται εις Πρόεδρον ο επί διετίαν υπηρετών εις την θέσιν Αντιπροέδρου ή ο επί τετραετίαν εις την θέσιν του Συμβούλου. Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου διορίζεται ο υπηρετών ως Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας παρ’αυτώ, έχων δε τετραετή υπηρεσίαν εν συνόλω εν τε τω βαθμών του Συμβούλου και τω βαθμώ του Επιτρόπου συνυπολογιζομένων εις την τετραετίαν ταύτην αμφοτέρων των υπηρεσιών τούτων. Άρθρον
  1. Προσόντα διορισμού – προαγωγής Γενικού Επιτρόπου και Αντεπιτρόπου. 1.Ο Γενικός Επίτροπος έχει βαθμόν Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προαγόμενος μετά διετή υπηρεσίαν εις τον βαθμόν του Προέδρου, διορίζεται δε δια Διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού και κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. 2.Γενικός Επίτροπος διορίζεται ο έχων τα προσόντα δια την προαγωγήν εις την θέσιν του Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. (Αντί για τη σελ. 40,377(α) Σελ. 40,377(β) Τεύχος Ι-9-1 Σελ. 39 Άρθρον 9 παρ. 1 και 2 Ν. 221/75 Άρθρον 9 παρ. 2 Ν. 221/75 Άρθρον 9 παρ. 2 Ν. 221/75 Άρθρον 9 παρ. 3 Ν. 221/75 Άρθρον 42 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 6 Ν.Δ. 4/6.
  2. 1923 (Άρθρον 6 Δ.Κωδ. 1954) 1.Εις την αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α)Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, ως και των δι’ ειδικών νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων εκάστοτε οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. β)Η έκθεσις προς την Βουλήν επί του απολογισμού και ισολογισμού του Κράτους. γ)Η γνωμοδότησις επί των νόμων περί συντάξεων ή αναγνωρίσεως υπηρεσίας δια την παροχήν δικαιώματος συντάξεως κατά το άρθρον 73 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ως και επί παντός ετέρου θέματος οριζομένου υπό του νόμου. δ)Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων και των εν εδαφίω α΄ οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. ε)Η εκδίκασις ενδίκων μέσων επί διαφορών εξ απονομής συντάξεων, ως και εκ του ελέγχου των λογαριασμών εν γένει. στ)Η εκδίκασις υποθέσεων αναφερομένων εις την ευθύνην των δημοσίων πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων, ως και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, δια πάσαν εκ δόλου ή αμελείας επελθούσαν εις το Κράτος ή εις τους ανωτέρω οργανισμούς και νομικά πρόσωπα ζημίαν. 2.Αι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, ως νόμος ορίζει. Κατά τας υπό στοιχεία α΄ έως δ΄ περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος. 3.Αι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των εν τη παραγράφω 1 υποθέσεων, δεν υπόκεινται εις τον έλεγχον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρα 4-6 και 12 Ν. 887/79 Άρθρον 9 παρ. 3 Ν.221/75 (Άρθρον 50 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 5 παρ. 2 Ν. 968/79 Άρθρον 19 Ν. 1635/1919 Άρθρον 9 παρ. 3 Ν. 221/75 (Άρθρον 51 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 43 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 12 παρ. Α΄ Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 9 παρ. 3 Ν. 221/75 (Άρθρον 51 παρ. 4 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 43 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον
  3. Ν. 968/79 (Άρθρον 51 παρ. 5 Δ. (Κωδ. 1459 Σελ. 40,378(β) Τεύχος Ι-9-1 Σελ. 40 3.Ο Αντεπίτροπος έχει βαθμόν Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διορίζεται δε δια διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών, κατόπιν αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου αυτού. 4.Αντεπίτροπος διορίζεται ο Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή ο Πάρεδρος ο έχων τα προσόντα προς προαγωγήν εις θέσιν Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 5.Ο Αντεπίτροπος δύναται να διορίζεται εις θέσιν Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας ή να προάγεται εις Αντιπρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά διετή υπηρεσίαν εις θέσιν Αντεπιτρόπου ή Αντεπιτρόπου και Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συντρέχων μετά των λοιπών εχόντων τα προσόντα προς κατάληψιν των θέσεων τούτων. Άπασαι αι κείμεναι διατάξεις αι αναφερόμεναι εις τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας έχουν εφαρμογήν και δια τον Αντεπίτροπον. Άρθρον
  4. Όρκος Δικαστικών Λειτουργών. Οι Σύμβουλοι και οι Πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίδουν τον όρκον της υπηρεσίας ενώπιον της Ολομελείας του Σώματος, οι δε Γενικός Επίτροπος και Αντεπίτροπος, ενώπιον του επί των Οικονομικών Υπουργού. Άρθρα 19, 21 και 22 Ν. 968/79 (Άρθρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον
  5. Εφαρμοζόμενον δίκαιον επί των δικαστικών λειτουργών εν γένει Επίτιμοι βαθμοί – Παύσις 1.Δια τον διορισμόν, τας προαγωγάς, την χορήγησιν κανονικής και αναρρωτικής αδείας εις τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τους Παρέδρους αυτού, τον Γενικόν Επίτροπον και τον Αντεπίτροπον, την νοσηλείαν, διαθεσιμότητα λόγω νόσου, αργίαν και λύσιν της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως τούτων, έχουν ανάλογον εφαρμογήν εφ’ όσον άλλως δεν ορίζεται υπό των διατάξεων του παρόντος, αι εκάστοτε ισχύουσαι δια τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς διατάξεις, όπου δε εν αυταίς αναφέρεται ο Υπουργός Δικαιοσύνης νοείται ο Υπουργός Οικονομικών. 2.Οι εν τη προηγουμένη παραγράφω δικαστικοί λειτουργοί, παραιτούμενοι ή αποχωρούντες κατά νόμον της υπηρεσίας, εξαιρουμένων των περιπτώσεων υποχρεωτικής παύσεως, εάν έχουν τριάκοντα πέντε ετών υπηρεσίαν συντάξιμον, εξ ης πέντε τουλάχιστον έτη εν θέσει μέλους του Συνεδρίου ή Γενικού Επιτρόπου ή Αντεπιτρόπου διατηρούν επί τιμή τον βαθμόν αυτών. 3.Οι αυτοί ως άνω δικαστικοί λειτουργοί δύνανται να παυθούν εκ της υπηρεσίας, εάν συντρέχη περίπτωσις εκ των εν άρθρω 88 παρ. 4 του Συντάγματος μνημονευομένων. 4.Εις τας περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου αρμόδιον Δικαστήριον δια την έκδοσιν της απαιτουμένης δικαστικής αποφάσεως καθίσταται η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 18 παρ. 1 Ν. 184/75 Άρθρον 18 παρ. 2 Ν. 184/75 Άρθρον 19 παρ. 1 184/75 Άρθρον 19 παρ. 2 Ν. 184/75 Άρθρον 19 παρ. 3 Ν. 184/75 Άρθρον 19 παρ. 4 Ν. 184/75 Άρθρον 19 παρ. 5 Ν. 184/75 Άρθρον 20 παρ. 1 Ν. 184/75 Άρθρον 20 παρ. 2 Ν. 184/75 Άρθρα 2 και 3 Ν. 2314/53 Άρθρον 20 παρ 3 Ν. 184/ 75 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ΄ Ανώτατον Δικαστικόν Συμβούλιον Άρθρον
  6. Αρμοδιότης – έδρα – συγκρότησις. 1.Το κατά τας διατάξεις του άρθρου 90 του Συντάγματος Ανώτατον Δικαστικόν Συμβούλιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφαίνεται περί διορισμού εις θέσιν Παρέδρων και μεταθέσεως τούτων, περί διορισμού ή προαγωγής εις θέσεις συμβούλων ως και εις πάσαν άλλην υπό του νόμου οριζομένην περίπτωσιν. 2.Το ανώτατον Δικαστικόν Συμβούλιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εδρεύει εν τω Καταστήματι αυτού και συγκροτείται από επτά μέλη, προκειμένου δε περί πληρώσεως θέσεων συμβούλων από εννέα μέλη. Τακτικά μέλη είναι ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο παρ’ αυτώ Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας και κατά περίπτωσιν πέντε ή επτά μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τα οποία ορίζονται κατ’ έτος δια κληρώσεως μεταξύ των κεκτημένων διετή τουλάχιστον υπηρεσίαν εν θέσει συμβούλου. Άρθρον
  7. Κλήρωσις μελών – Λόγοι εξαιρέσεως. 1.Η κλήρωσις των κατά το προηγούμενον άρθρον οριζομένων δια κληρώσεως μελών του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ενεργείται υπό του Α΄ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εν Δημοσία συνεδριάσει κατά την πρώτην συνεδρίασιν του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους, η θητεία δε αυτών άρχεται από 1 Ιανουαρίου του επομένου έτους και λήγει την 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Εις την κληρωτίδα τίθενται τα ονόματα όλων των Αντιπροέδρων και των εχόντων συμπληρώσει διετή υπηρεσίαν συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Πρόεδρος δε του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξάγει διαδοχικώς από την κληρωτίδα δέκα κλήρους. Οσάκις δια την συγκρότησιν του Συμβουλίου απαιτείται η συμμετοχή πέντε κληρουμένων μελών, τακτικά μέλη είναι οι αναγραφόμενοι εις τους πέντε πρώτους κατά σειράν εξαγωγής κλήρους, οι λοιποί δε πέντε είναι αναπληρωματικά μέλη αυτού. Οσάκις δια την συγκρότησιν του Συμβουλίου απαιτείται η συμμετοχή επτά κληρουμένων μελών, τακτικά μέλη αυτού είναι οι αναγραφόμενοι εις τους επτά πρώτους κατά σειράν εξαγωγής κλήρους, οι δε λοιποί τρεις αναπληρωματικά μέλη. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρούν κατά σειράν της κληρώσεώς των τα τακτικά μέλη ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενα. 2.Περί της κατά την προηγουμένην παράγραφον κληρώσεως συντάσσεται πρακτικόν, το οποίον υποβάλλεται εις τον Υπουργόν Οικονομικών, οι δε κληρούμενοι καθίστανται μέλη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, άνευ άλλης τινός διατυπώσεως. 3.Του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου προεδρεύει ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τούτου δε ελλείποντος, απόντος ή κωλυομένου ο κατά νόμον αναπληρωτής αυτού. Τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας, εν περιπτώσει ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος, αναπληροί ο Αντεπίτροπος και τούτον δε απόντα, κωλυόμενον ή μη υπάρχοντα ο αρχαιότερος των Συμβούλων. Οι αναπληρούντες ως άνω τον Πρόεδρον ή τον Γενικόν Επίτροπον καθίστανται μέλη του Συμβουλίου δια την συγκεκριμένην περίπτωσιν, εάν δε έχουν κληρωθή ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, αναπληρούνται υπό αναπληρωματικού μέλους. 4.Αι περί εξαιρέσεως των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεις ισχύουν και δια τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 5.Καθήκοντα Γραμματέως εκπληροί ο Γραμματεύς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναπληρούμενος εν ελλείψει, απουσία ή κωλύματι υπό του κατά νόμον αναπληρωτού του. Άρθρον
  8. Ερωτήματα Υπουργού – Αποφάσεις Α.Δ.Σ. 1.Αι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκαλούνται δι’ ερωτημάτων του Υπουργού των Οικονομικών προς τον Πρόεδρον αυτού. 2.Προς μόρφωσιν γνώμης το Ανώτατον Δικαστικόν Συμβούλιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιούται να ζητή πληροφορίας παρά των διατελούντων και διατελεσάντων προϊσταμένων του υπό κρίσιν λειτουργού, ως και να καλή τούτον προς παροχήν εξηγήσεων και να ενεργή ει δικήν εξέτασιον δια τινος των μελών αυτού. 3.Αι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν μετά φανεράν πάντοε ψηφοφορίαν, καταχωριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας της γνώμης των διαφωνούντων εις τα πρακτικά. Εάν κατά την ψηφοφορίαν σχηματισθούν πλείονες των δύο γνωμών, εφαρμόζονται αναλόγως τα εν άρθρω (Μετά τη σελ. 40, 378) Σελ. 40,379 Τεύχος 739 – Σελ. 49 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 20 παρ. 4 Ν. 184/75 Άρθρον 21 ξπαρ. 1 Ν. 184/75 Άρθρον 21 παρ. 2 Μ. 184/75 Άρθρον 21 παρ. 3 Ν. 184/75 Άρθρον 21 παρ.4 Ν. 184/75 Άρθρον 1 Ν.Δ. 74/74,Ν. 184/75 Άρθρον ενδέκατον παρ. 5Ν.Δ. 3908/58 Άρθρ. 9 παρ. 3 Ν. 221/75 Άρθρον 6 Ν. 968/79 Άρθρον 6 Ν. 968/79 Άρθρον 46 παρ. 2 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 23 παρ. 6 Ν. 1715/51 Άρθρον 78 παρ. 1 Ν.1811/51 (Άρθρον 57 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 4 Ν. 4517/30 Άρθρον 23 παρ. 7 Ν. 1715/51 Σελ. 40,380 Τεύχος 739 – Σελ. 50 302 παρ. 2 και 3 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενα. Ο κρινόμενος δικαιούται να λάβη απόσπασμα του πρακτικού, το οποίον εκδίδει ο Γραμματεύς. 4.Αι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου πρέπει να εκδίδωνται εντός είκοσι ημερών από της λήψεως του σχετικού ερωτήματος και υποβάλλωνται εις τον Υπουργόν Οικονομικών υπό του Προέδρου του Συμβουλίου εντός πέντε ημερών από της εκδόσεώς των, μετ’ αντιγράφων των πρακτικών της συνεδριάσεως. Άρθρον
  9. Διαφωνία Υπουργού – Προσφυγή παραλειπομένου. 1.Ο Υπουργός των Οικονομικών εάν διαφωνή προς απόφασιν του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, δύναται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα πέντε ημερών από της ημέρας της εις αυτόν περιελεύσεως της αποφάσεως, να παραπέμψη την υπόθεσιν εις την Ολομέλειαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία συγκροτείται εν Συμβουλίω δια της συμμετοχήςς απάντων των μελών αυτής, ως και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας ή του αναπληρωτού του μετά ψήφου. Υπαρχόντων νομίμων κωλυμάτων η Ολομέλεια συγκροτείται και δι’ αριθμού κατωτέρου, αλλ’ ουδέποτε μικροτέρου των δέκα πέντε. 2.Κατά των περί διορισμών ή προαγωγών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ο κριθείς και παραλειφθείς δικαιούται, ε’ όσον έλαβε δύο ψήφους, να προσφύγη εις την κατά την προηγουμένην παράγραφον Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου δι’ αιτήσεώς του προς τον Υπουργόν των Οικονομικών εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών από της γνωστοποιήσεως αυτώ της σχετικής αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου παρά του Υπουργού των Οικονομικών. Η αίτησις του προσφεύγοντος διαβιβάζεται εις την Ολομέλειαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ήτις επιλαμβάνεται της εξετάσεως αυτής και αποφαίνεται υπέρ ή κατά του διορισμού ή της προαγωγής του προσφεύγοντος. 3.Αι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 4.Η εκτέλεσις των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου προς τας οποίας διεφώνησεν ο Υπουργός των Οικονομικών ή καθ’ων ησκήθη προσφυγή, αναστέλλεται μέχρις εκδόσεως των αποφάσεων της Ολομελείας. Αι αποφάσεις της Ολομελείας, ως και του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου προς ας δεν διεφώνησεν ο Υπουργός ή καθ’ ων δεν ησκήθη προσφυγή είναι υποχρεωτικαί δι’ αυτόν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ΄ Πειθαρχικόν Δίκαιον Δικαστικών Λειτουργών. Άρθρον
  10. Δια τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον παρ’ αυτώ Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας, τον Αντεπίτροπον και τους Παρέδρους αυτού εφαρμόζονται αι περί πειθαρχικού δικαίου των δικαστικών λειτουργών διατάξεις του Ν.Δ. 74/1974 και Ν. 184/
  11. Άρθρον 21 παρ. 1 Ν.968/79 Άρθρον
  12. Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκούσα πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν, ως Δικαστήριον περί ου το άρθρον 23, παράγραφος 2 του Νόμου 184 του 1975, καθίσταται αρμοδία δια την επιβολήν της ποινής της οριστικής παύσεως εις τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον παρ’ αυτώ Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας και Αντεπίτροπον και του Παρέδρους αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ΄ Άδειαι – Διακοπαί Άρθρον
  13. 1.Άδειαν απουσίας μέχρι 15 ημερών κατ’ έτος δύναται να χορηγήση ο Πρόεδρος του Συνεδρίου εις τα μέλη και το προσωπικόν του Συνεδρίου και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας εις το παρ’ αυτώ προσωπικόν, της 15θημέρου ταύτης αδείας συνυπολογιζομένης εις την δικαιουμένην κατ’ έτος μηνιαίαν τοιαύτην. 2.Από της 1ης Ιουλίου μέχρι 15ης Σεπτεμβρίου εκάστου έτους τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι παρ’ αυτώ Γενικός Επίτροπος και Αντεπίτροπος της Επικρατείας απολαύουν διακοπών εργασίας καθοριζομένων χρονικώς δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 84 παρ. 3 Α.Ν.1854/51 Άρθρον 5 Ν. 968/79 (Άρθρον 57 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 47 παρ. 1 Ν.Δ.4.6.23 Άρθρον ενδέκατον Ν.Δ.3908/58 Άρθρον 25 παρ. 1 Β. Δ.869/60 Άρθρον 15 παρ. 1 και 26Ν. 400/1976 Άρθρον 7 Ν. 417/76 (Άρθρον 58 παρ. 1 Δ.Κώδ. 1954) Άρθρον 47 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 14 Β.Δ. 545/62 Άρθρον 25 παρ. 2 Β.Δ.869/60 (Άρθρον 58 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 47 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 25 παρ. 3 Β.Δ.869/60 (Άρθρον 58 παρ. 3 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 47 παρ. 4 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 25 παρ. 4 Β.Δ.869/60 (Άρθρον 58 παρ. 4 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 2 Ν. 4517/30 (Άρθρον 51 παρ. 8 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 47 παρ. 5 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 5 Ν. 5212/31 Άρθρον 26 Β.Δ. 869/60 (Άρθρον 58 παρ. 5 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 48 Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθρον 1 Ν.Δ. 385/69 Άρθρον 30 Ν.Δ. 321/69 Άρθρα 2 και 18 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 59 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Ο Πρόεδρος και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας δικαιούνται διακοπών ολοκλήρου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Των διακοπών απολαύουν και οι Πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθοριζομένων χρονικών δι’ αποφάσεως του Προέδρου αυτού συνισταμένων δε εις το ήμισυ του ανωτέρω χρόνου. Ο Πρόεδρος ή ο Προεδρεύων κατά τον χρόνον των διακοπών δύναται υπαρχούσης επειγούσης υπηρεσιακής ανάγκης να ανακαλή τους εν ταις διακοπαίς Συμβούλους και Παρέδρους, εφ’ όσον το επείγον τούτο εξακολουθεί. Η απόλαυσις των διακοπών, δες τερεί τον δικαιούμενον τούτων, του δικαιώματος να ενεργή τα καθήκοντα του, αν το θελήση κατά τας ως άνω διακοπάς. Δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Συνεδρίου καθορίζονται ο αριθμός και η σύνθεσις των Τμημάτων κατά τας διακοπάς καθ’ ας η Ολομέλεια, μη ασκούσα δικαστικήν δικαιοδοσίαν, συγκροτείται εξ επτά
(7)μελών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ΄ Καθήκοντα Δικαστικών Λειτουργών. Άρθρον 76 Πρόεδρου – Αντιπροέδρων – Συμβούλων. 1.Πλην των λοιπών εν τω παρόντι νόμω οριζομένων καθηκόντων του, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν επί των εργασιών και των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διευθύνει τας συνεδριάσεις και τας διασκέψεις και εισηγείται, εφ’ ων υποθέσεων το κρίνει αναγκαίον. Ασκεί την κατ’ εξουσιοδότησιν υπό του Υπουργού των Οικονομικών ανατιθεμένην αυτώ διοικητικήν αρμοδιότητα και είναι ο πειθαρχικός προϊστάμενος επί του υπαγομένου αυτώ προσωπικού του Υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
  1. Τον Πρόεδρον ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληρούν οι Αντιπρόεδροι κατά σειράν αρχαιότητος, απόντων δε ή κωλυομένων και τούτων ο αρχαιότερος των Συμβούλων. 3.Οι Αντιπρόεδροι διευθύνουν τας εργασίας των υπ’ αυτούς Τμημάτων, ασκούντες άμα και καθήκοντα Συμβούλων. 4.Τον Αντιπρόεδρον ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί έτερος Αντιπρόεδρος, ελλειπόντων δε, απόντων ή κωλυομένων και τούτων, είς των Συμβούλων κατά σειράν αρχαιότητος. 5.Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι Αντιπρόεδροι, έκαστος εν τη δικαιοδοσία του δικαιούνται ν’ απευθύνουν ιδιαιτέρως προφορικάς συστάσεις και απλώς παρατηρήσεις εις τα μέλη του Συνεδρίου. 6.Οι Σύμβουλοι εισηγούνται εγγράφως εφ’ όλων εν γένει των παραπεμπομένων αυτοίς υποθέσεων, δικαστικών και μη, δια πλήρους εκθέσεως, διαλαμβανούσης το ιστορικόν της υποθέσεως τα τυχόν προκύπτοντα ζητήματα και την επ’ αυτής ητιολογημένην γνώμην των. Η έκθεσις παραμένει εις τον φάκελλον της υποθέσεως. Άρθρον
  2. Παρέδρων. 1.Οι Πάρεδροι ασκούν τον προληπτικόν έλεγχον επί των εξόδων του Κράτους και των εξόδων των κατά το άρθρον 18 του Ν.Δ. 1265/1972 Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή Ο.Τ.Α. (Αντί για τη σελ. 40,381) Σελ. 40,381(α) Τεύχος 1310 Σελ. 17 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 Άρθρον 10 παρ. 2 Ν.968/79 Άρθρον 13 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 59 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 6 Ν. 956/79 Άρθρον 13 Ν.Δ. 2712/53 Άρθρον 6 Ν. 956/79 Άρθρον 6 Ν.Δ. 31/7/26 Άρθρ. 19 παρ. 4 Ν. 968/79 Άρθρον 19 παρ. 1 Ν.Δ.1265/72 (Άρθρον 59 παρ. 6 Δ.Κωδ. 1954 Σελ. 40,382(α) Τεύχος 1310 Σελ. 18 2.Δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται να ανατίθεται εις τον παρά τω Υπουργείω Βορείου Ελλάδος Πάρεδρον ο έλεγχος δημοσίων διαχειρίσεων ή απολογισμών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου το ύψος των τακτικών εσόδων των οποίων κατά την ισχύν του Ν. 968/1979 είναι κατώτερον των 3.000.000 δραχμών, ως και των απολογισμών των Κοινοτήτων. Το ως άνω ποσόν δύναται να αυξάνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά σύμφωνον γνώμην της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίκου, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εν τη ενασκήσει του κατά τ’ ανωτέρω ελέγχου παρά του Παρέδρου περιέρχονται εις αυτόν αι αρμοδιότητες των Διευθύνσεων και του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά των εκδιδομένων δε παρ’ αυτού πράξεων ασκούνται τα υπό του παρόντος προβλεπόμενα ένδικα μέσα κατά των πράξεων του Κλιμακίου. 3.Οι Πάρεδροι μετέχουν ωσαύτως ως μέλη των Κλιμακίων του Συνεδρίου καταρτίζοντες εν τη περιπτώσει ταύτη την κατά την παράγραφον 6 του άρθρου 76 έγγραφον εισήγησιν. 4.Εις τας συνεδριάσεις των Τμημάτων δύνανται να μετέχουν και Πάρεδροι, μετά συμβουλευτικής ψήφου, μέχρι πέντε εις έκαστον τούτων, εκτελούντες έργα εισηγήσεως. 5.Δι’ αποφάσεως της Ολομελείας δύνανται οι μετέχοντες των Κλιμακίων ή των Τμημάτων Πάρεδροι να απαλλάσσωνται της ασκήσεως των ελεγκτικών αυτών καθηκόντων εν όλω ή εν μέρει. 6.Η κατανομή της ελεγκτέας ύλης μεταξύ των Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθ’ Υπουργεία, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και Ο.Τ.Α. καθορίζεται δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παρ’ης ορίζονται και οι αναπληρωταί αυτών. 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 49 Ν.Δ. 4/6.7.23 (Άρθρ. 63 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 50 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ. 14 Ν.Δ. 2712/53 (Άρθρον 64 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 9 παρ. 1 Ν. 221/75 Άρθρον 50 παρ. 2 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 221/75 (Άρθρον 64 παρ. 2 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 9 παρ. 4 Ν. 221/75 Άρθρον 7 Ν. 417/76 Άρθρον
  3. Εργασία ξένη προς καθήκοντα. Εις τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν επιτρέπεται η ανάθεσις εργασίας ξένης προς τα καθήκοντά των, άνευ συγκαταθέσεως του Σώματος. Άρθρον 44 παρ. 15 Ν.Δ. 4/6-723 Άρθρον
  4. Γενικού Επιτρόπου – Αντεπιτρόπου. 1.Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: α)Παρίσταται εις τας Συνεδριάσεις των Τμημάτων και της Ολομελείας και ακούεται επί πάσης συζητουμένης παρά τούτων υποθέσεως, δικαιούται δε να εκφέρη την γνώμην του και επί των παρά των Κλιμακίων συζητουμένων υποθέσεων. β)Ασκεί τα κατά τα άρθρα 29,30,53,58 και 62 ένδικα μέσα, δικαιούμενος να λαμβάνη γνώσιν όλων των αναγκαίων προς τούτο στοιχείων. Για τον προσδιορισμό και την έναρξη της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων, που ασκούνται κατά τα παραπάνω αναφερόμενα στο εδαφ.β. άρθρα, βλέπε άρθρ. 37 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄112), κατωτ. αριθ.
  5. γ)Εισάγει ενώπιον του Σώματος παν ζήτημα εφ’ ου ζητείται η συγκατάθεσις, η γνώμη ή η απόφασις αυτού και ανακοινοί το αποτέλεσμα εις τας αρμοδίας αρχάς. δ)Παρακολουθεί τας εργασίας του Συνεδρίου, αναφέρων περί αυτών εις τον επί των Οικονομικών Υπουργόν. ε)Διαβιβάζει εις τας αρμοδίας υπηρεσίας ευχάς ή γνώμας του Σώματος. στ)Επιτηρεί το εις το γραφείον αυτού ανήκον προσωπικόν. ζ)Ασκεί και τα δι’ ετέρων νόμων ανατεθειμένα αυτώ καθήκοντα. 2.Ο παρά τω Γενικώ Επιτρόπω της Επικρατείας εν τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω, Αντεπίτροπος επικουρεί τον Γενικόν Επίτροπον εν τη ενασκήσει των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του, αναπληροί δε τούτον απόντα, κωλυόμενον ή μη υπάρχοντα. 3.Απόντων, κωλυομένων ή μη υπαρχόντων Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας και Αντεπιτρόπου, αναπληροί τούτους ο κατά σειράν διορισμού αρχαιότερος Σύμβουλος. 4.Ο Γενικός Επίτροπος και ο Αντεπίτροπος είναι πειθαρχικώς προϊστάμενοι επί του εις αυτούς υπαγομένου Προσωπικού της υπηρεσίας τούτων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ΄ Προσόντα – Καθήκοντα Διοικητικού Προσωπικού Άρθρον
  6. Προσόντα διορισμού. 1.Τα ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού εν τω εισαγωγικώ βαθμώ εκάστου των εν άρθρω 4 του παρόντος Κλάδων ορίζονται ως εξής: (Μετά τη σελ. 40,382(α) Σελ. 40,3821 Τεύχος 1310 Σελ. 19 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 29.Α.α.40 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 44 παρ. 3 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 1 παρ. 1 Α.Ν. 2317/40 Άρθρον 21 Ν. 1811/51 Άρθρον 74 Β.Δ. 869/60 Άρθρ. μόνον Β.Δ. 368/66 Άρθρ. 14 καΙ 15 ν. 434/76 (Άρθρον 55 παρ. 1 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 44 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 3 Α.Ν. 1079/46 Άρθρον 4 Ν. 4/6723 Άρθρον 74 παρ. 1 Β.Δ. 869/60 Άρθρον 21 παρ. 2 Ν.Δ. 751/70 Άρθρον 29-31 Ν. 309/76 Άρθρον 14 και 15 Ν.434/76 (Άρθρον 55 παρ. 2 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 44 παρ. 9 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 74 παρ. 1 Β.Δ.869/60 Άρθρ. 21 παρ. 2 Ν. 968/79 (Άρθρον 55 παρ. 3 Δ. Κωδ. 1954) Άρθρον 44 παρ. 15,16, Ν.Δ. 4/6.7.23 Άρθ. 11 παρ. 3 Ν. 108/43 Άρθρον 7 παρ. ζ΄ ΠΥΣ 333/45 Άρ. 74 παρ. 1 Β.Δ. 869/60 (Άρθρον 55 παρ. 4-6 Δ.Κωδ. 1954) Άρθρον 19 παρ. 4 εδ. α΄ Ν. 968/ 79 Β.Δ. 545/1962 άρθρον 14 παρ. 2 Ν.Δ. 385/19 Άρθρον
  7. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον, ανεξάρτητον πάσης άλλης Αρχής, εποπτεύεται υπό του επί των Οικονομικών Υπουργού, καθ’ ον τρόπον τα λοιπά Δικαστήρια υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης. (Αντί για τη σελ. 40,355(α) Σελ. 40,355(β) Τεύχος 1125-Σελ. 87 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.40 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Περί του Προσωπικού του Ελεγκτικού Συνεδρίου Άρθρον 73 παρ. 1 Β.Δ. 869/60 (Άρθρον 4 Δ.Κωδ. 1954) Το Ελεγκτικόν Συνέδριον δια την διεξαγωγήν του έργου του επικουρείται υπό διοικητικού προσωπικού, συντιθεμένου κατά κλάδους και βαθμούς, ως ακολούθως: Κλάδος ΑΤ Επί βαθμώ 1ω θέσις Γεν. Δ/ντού………………………………………………..1 Επί βαθμώ 3ω-2ω θέσεις (Δ/ντών)…………………………………………….32 Επί βαθμώ 5ω-4ω θέσεις (Ελεγκτών - Τμηματαρχών)………………………100 Επί βαθμώ 8ω-6ω θέσεις (Λογιστών)………………………………………..282 Σύνολον 415 Προσωρινός Κλάδος ΑΡ1 - Διοικητικός (Άρθρον 12 Ν. 887/79) Επί βαθμώ 4ω θέσεις ………………………………………………………….18 Κλάδος ΜΕ1 - Διοικητικός Επί βαθμώ 5ω-4ω θέσεις ……………………………………………………...44 Επί βαθμώ 10ω-6ω θέσεις …………………………………………………...177 Σύνολον 221 Κλάδος ΜΕ3 - Βοηθών Ταξινόμων Επί βαθμώ 5ω-4ω θέσεις……………………………………………………….6 Επί βαθμώ 10ω- 6ω θέσεις ……………………………………………………23 Σύνολον 29 Οι Βοηθοί Ταξινόμοι διορίζονται δια πράξεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κλάδος ΣΕ2 Ομάς Κλητήρων - Νυκτοφυλάκων: Επί βαθμώ 7ω θέσεις …………………………………………………………...9 Κλάδος ΣΕ2α - Κλητήρων: Επί βαθμώ 12ω - 8ω θέσεις ..…………………………………………………21 Κλάδος ΣΕ2β - Νυκτοφυλάκων: Επί βαθμώ 12ω – 8ω θέσεις …..………………………………………………..2 άρθρον 1 Άρθρον 19 παρ. 4 εδ. β΄ Ν.968/ 79 Άρθρον 51 παρ. 1 Ν.Δ.4/6.7.23 Άρθρον 76 παρ. 1 Β.Δ. 869/60 (Άρθρον 65 παρ. 1 Δ Κωδ. 1954) ΚΛΑΔΟΥ ΑΤ Το πτυχίον οιουδήποτε Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ή της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών ή Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, ή ισότιμον πτυχίον Σχολής της Αλλοδαπής. ΚΛΑΔΟΥ ΜΕ1 Γραφέων: Απολυτήριον Λυκείου ή εξαταξίου Γυμνασίου ή άλλης ισοτίμου Μέσης Σχολής γενικής εκπαιδεύσεως ή Μέσης Δημοσίας Εμπορικής Σχολής. Οι διοριζόμενοι εις τας θέσεις του Κλάδου τούτου υποχρεούνται όπως εντός εξαμήνου από του διορισμού των, υποστούν δοκιμασίαν, ενώπιον επιτροπής συγκροτουμένης κατά τας διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 22 του Ν. 1811/1951, ως ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως, προς διαπίστωσιν ικανοποιητικής γνώσεως γραφομηχανής. Οι αποτυγχάνοντες απολύονται της υπηρεσίας. ΚΛΑΔΟΥ ΜΕ3 Βοηθών Ταξινόμων: Απολυτήριον Λυκείου ή εξαταξίου Γυμνασίου ή άλλου ισοτίμου Σχολείου. ΚΛΑΔΟΥ ΣΕ2α και ΣΕ2β Απολυτήριον Δημοτικού Σχολείου. 2.Οδηγοί Αυτοκινήτων: Προσόντα διορισμού ορίζονται απολυτήριον Δημοτικού Σχολείου και άδεια οδηγήσεως (επαγγελματικόν δίπλωμα β΄ κατηγορίας). Καθήκοντα οδηγού αυτοκινήτου δύνανται ν’ ανατίθενται δι’ αποφάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και εις Βοηθούς Ταξινόμους και Κλητήρας αυτού κεκτημένους τα αυτά προσόντα. Άρθρον
  8. Καθήκοντα Διευθυντών, Ελεγκτών και Προσωπικού. 1.Οι Διευθυνταί του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιμελούνται της εγκαίρου και ακριβούς διεξαγωγής της υπηρεσίας των Διευθύνσεών των, επιτηρούν το εις

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.