← Ελλάδα

8. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 465 της 25 Ιουν./9 Ιουλ. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 150) (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Α΄ 164 της 6 Αυγ. 1970) Περί όρων και προϋποθέσεων εγκατ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία αντλιών καυσίμων σε πρατήρια που βρίσκονται εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και οικισμών, καθώς και τη σύνδεσή τους με τους δρόμους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
8. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 465 της 25 Ιουν./9 Ιουλ. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 150) (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Α΄ 164 της 6 Αυγ. 1970) Περί όρων και προϋποθέσεων εγκαταστάσεως και λειτουργίας αντλιών καυσίμων προ πρατηρίων κειμένων εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και κωμών ή εκτός κατωκημένων εν γένει περιοχών, και περί κυκλοφοριακής συνδέσεως εγκαταστάσεων μετά των οδών. Οι κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 511/1970, του Β.Δ. 465/1970, του Π.Δ. 269/81, του Π.Δ. 1184/81 και του Π.Δ. 1224/1981 συστημένες Επιτροπές για την κρίση καταλληλότητος χώρου για ίδρυση Πρατηρίων υγρών καυσίμων και υγραερίων και Σταθμού Αυτ/των και Πρωτοβάθμιες Επιτροπές κρίσεως Πρατηρίων ιδρυθέντων κατά το παρελθόν καταργήθηκαν από τις παρ. 6 και 7 άρθρ. 10 της 15140/26-26 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 219) αποφ. Υπ. Προεδρ. Κυβερν. και Συγκοινωνιών, ανωτ. σελ. 16,133. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)Τας διατάξεις του άρθρ. 20 του Ν.Δ. 3334/55 «περί μεταφοράς αγαθών επί κομίστρω δια φορτηγών τριτρόχων αυτοκινήτων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων αναφερομένων εις θέματα της Γενικής Διευθύνσεως Μεταφορών». 2)Τας διατάξεις του Ν.Δ. 511/1970 «περί ιδρύσεως και λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων, πλυντηρίων αυτοκινήτων και περί κυκλοφοριακής συνδέσεως εγκαταστάσεων μετά των οδών». 3)Την υπ’ αριθ. 394/70 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί των Οικονομικών, Δημοσίων ΄Εργων και Συγκοινωνιών Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ «  1 Άρθρο     Ίδρυση και λειτουργία Οι όροι και οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων, που βρίσκονται σε περιοχές εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων νομίμως υφιστάμενων οικισμών, μετά των λοιπών εγκαταστάσεων για δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών και εμπορίας, οι οποίες ασκούνται εντός του χώρου του γηπέδου τους, καθώς και η κυκλοφοριακή σύνδεση με τις οδούς των παραπάνω πρατηρίων και λοιπών εγκαταστάσεων, ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Το άρθρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.1 Π.Δ. 118/8-16 Ιουν.2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. 21.Ε.κ.7 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 «  2 Άρθρο   μ   Γενικοί ορισ οί 1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος οι παρακάτω όροι έχουν την ακόλουθη σημασία: α) «Πρατήριο υγρών καυσίμων» νοείται η εγκατάσταση στην οποία: αα) ανεφοδιάζονται με υγρά καύσιμα οδικά οχήματα (αυτοκίνητα, δίκυκλα, τρίκυκλα, αγροτικά μηχανήματα και μηχανήματα έργων), ειδικά μηχανήματα, ελαφρά σκάφη κ.α. αβ) αποθηκεύεται και διακινείται πετρέλαιο θέρμανσης ή και οποιουδήποτε εγκεκριμένου τύπου πετρέλαιο (φωτιστικό πετρέλαιο κ.α). Στα πρατήρια υγρών καυσίμων όπως ορίζονται πιο πάνω είναι δυνατόν να ασκούνται επιπλέον και οι ακόλουθες δραστηριότητες: i. παροχή υπηρεσιών πλύσης και λίπανσης στα οχήματα και μηχανήματα της υποπερίπτωσης (αα). ii. εμπορία ειδών συναφών προς τα οχήματα, ανταλλακτικών και εμπορευμάτων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη εμπορική δραστηριότητα με την οποία καλύπτονται ανάγκες των διακινουμένων και χρηστών του πρατηρίου (όπως πώληση σιγαρέτων, γαλακτομικών ειδών), εφ’ όσον η άσκησή της επιτρέπεται από ισχύουσες για την εμπορική αυτή δραστηριότητα διατάξεις. iii. παροχή διαφόρων υπηρεσιών στους διακινούμενους (όπως εστιατόρια, μπαρ, συνεργεία οχημάτων, οδική βοήθεια, τράπεζα, πρώτες βοήθειες, εγκαταστάσεις προσωπικής υγιεινής, εγκαταστάσεις διανυκτέρευσης, στάθμευση οχημάτων, κ.α.), με την προϋπόθεση ότι οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις είναι σύμφωνες με τις επί μέρους διατάξεις, που ισχύουν για κάθε μία από αυτές, περιλαμβανομένων και των διατάξεων προσβασιμότητας των ΑΜΕΑ και ότι τα πρατήρια έχουν κυκλοφοριακή σύνδεση εγκεκριμένη κατά κανόνα (όχι κατά παρέκκλιση). Η εγκατάσταση τόσο των πρατηρίων όσον και των λοιπών χρήσεων είναι δυνατή μόνον εφόσον αυτή επιτρέπεται από τις χρήσεις γης και τους όρους και περιορισμούς δόμησης που ισχύουν στην περιοχή. β) Ως «Οικισμός» νοείται κάθε διακεκριμένο οικιστικό σύνολο το οποίο αναφέρεται σε απογραφή πριν από την 14.3.1983 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 1337/1983) ως οικισμός, ανεξάρτητα εάν ο δήμος ή η κοινότητα στον οποίο υπάγεται έχει πληθυσμό μεγαλύτερο από 2.000 κατοίκους (άρθρο 1 του π.δ. της 24.4./3.5.1985 και το άρθρο 79 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας) καθώς και κάθε οικισμός προϋφιστάμενος του έτους 1923. (Αντί για τη σελ.264,001(η) Σελ. 264,001(θ) Τεύχος Σελ. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, το Εθνικό και Επαρχιακό Οδικό δίκτυο της χώρας κατατάσσεται σε κατηγορίες, σύμφωνα με το άρθρ.4 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. 3.(Η παρ. 3 προστέθηκε από το Π.Δ. 122/1978 που καταργήθηκε από το άρθρ. 4 Π.Δ. 1184/29 Σεπτ.-7 Οκτ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 295). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Τεχνικοί όροι ιδρύσεως Άρθρ.6.-1.Απαγορεύεται η δια των εφεξής ιδρυομένων πρατηρίων παροχή καυσίμων εις επί του καταστρώματος της προ αυτών οδού σταθμεύοντα οχήματα, επί ποινή προσωρινής ή και οριστικής αφαιρέσεως της αδείας λειτουργίας των. 2. « Επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία πρατηρίων, εφόσον οι αντλίες ή οι διανομείς ευρίσκονται εκτός του διαδρόμου δουλείας διελεύσεως τυχόν υφισταμένων γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τάσεως μεγαλυτέρας των 66.000 Volt, όπως ο διάδρομος δουλείας έχει καθοριστεί στη συγκεκριμένη θέση από τη ΔΕΗ σύμφωνα με τις διατάξεις της ». Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.5 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. 3.Η εγκατάστασις και λειτουργία πρατηρίου δι’ απλής αντλίας πετρελαίου επιτρέπεται, της εγκαταστάσεως ταύτης υποκειμένης εις τας διατάξεις του παρόντος και θεωρουμένης ομοίως ως πρατηρίου. «4. Κυρώνονται τα συνοδεύοντα το παρόν σχέδια κυκλοφοριακών διαμορφώσεων πρατηρίων και λοιπών εγκαταστάσεων που συντάχθηκαν σαν υποδείγματα, εφαρμοζόμενα ως κάτωθι: (α) ΤΥΠΟΣ Α Ο τύπος Α εφαρμόζεται στα πρατήρια και εγκαταστάσεις που ιδρύονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων νομίμως υφιστάμενων οικισμών περιοχές: Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο Η κυκλοφοριακή σύνδεση διαμορφώνεται ως εξής: Στο κέντρο της σύνδεσης κατασκευάζεται τραπεζοειδής νησίδα φυτευμένη, με πλάγιες πλευρές υπό γωνία 30° προς τον άξονα της οδού, την πάνω βάση σε απόσταση τουλάχιστον 20.00μ από τον άξονα της οδού και την κάτω βάση, μήκους εξαρτώμενου από το πρόσωπο του γηπέδου και ελαχίστου 50.00 μ σε απόσταση 3,50 μ από το όριο του κυκλοφορούμενου τμήματος της οδού. Η ζώνη αυτή διαμορφώνεται με διαγράμμιση. (Αντί για τη σελ.264,029(ε) Σελ. 264,029(στ) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 Εκατέρωθεν της κεντρικής νησίδας διαμορφώνεται η είσοδος και έξοδος πλάτους κυμαινόμενου από 5.00 μ έως 5,50 μ κατά την κρίση της Υπηρεσίας και υπό γωνία 30° προς τον άξονα της οδού και οι λωρίδες επιβράδυνσης και επιτάχυνσης πλάτους 3,50μ και ελαχίστου μήκους 160,00 μ που συμπεριλαμβάνει και τη ζώνη αλλαγής τροχιάς. Πέραν των λωρίδων επιτάχυνσης και επιβράδυνσης κατασκευάζεται έρεισμα, πλάτους όσο της υπόλοιπης οδού και όχι μικρότερο του 1,50 μ. Στην είσοδο και έξοδο κατασκευάζονται πλευρικές νησίδες. Η νησίδα αντλιών τοποθετείται σε απόσταση 8,00 μ από την κεντρική νησίδα. Οι ζώνες επιβράδυνσης και επιτάχυνσης, η είσοδος, η έξοδος καθώς και η με διαγράμμιση ζώνη επιστρώνονται με οδόστρωμα ομοίου τύπου με αυτό της οδού. Ο υπόλοιπος χώρος επιστρώνεται κατά τη κρίση της επιχείρησης. Για την εφαρμογή του τύπου αυτού απαιτείται ελάχιστο μήκος προσώπου του γηπέδου 80.00 μ. Με την έγκριση της κυκλοφοριακής σύνδεσης εγκρίνεται και η απαραίτητη οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση σύμφωνα με το ν. 2696/1999 «περί Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας» (Α 57) και ο ηλεκτροφωτισμός σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές περί ηλεκτροφωτισμού οδών. (β) ΤΥΠΟΣ Β Ο τύπος Β εφαρμόζεται στα πρατήρια και εγκαταστάσεις που ιδρύονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων νομίμως υφιστάμενων οικισμών περιοχές: Στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο Η κυκλοφοριακή σύνδεση διαμορφώνεται ως εξής: Στο Κέντρο της σύνδεσης κατασκευάζεται τραπεζοειδής νησίδα πλάτους 4.00 μ με τις συγκλίνουσες πλευρές υπό γωνία 30° προς τον άξονα της οδού και την κάτω βάση μήκους εξαρτώμενου από το πρόσωπο του γηπέδου και ελάχιστου μήκους 30.00 μ και σε απόσταση 3.00 μ από το άκρο του κυκλοφορούμενου τμήματος της οδού. Η ζώνη αυτή διαμορφώνεται με διαγράμμιση. Εκατέρωθεν της κεντρικής νησίδας διαμορφώνονται: η είσοδος και έξοδος πλάτους κυμαινόμενου από 5,00 μ έως 5,50 μ κατά την κρίση της Υπηρεσίας, υπό γωνία 30° προς τον άξονα της οδού και οι λωρίδες επιβράδυνσης και επιτάχυνσης πλάτους 3,00 μ και ελαχίστου μήκους 100,00μ που συμπεριλαμβάνει και τη ζώνη αλλαγής τροχιάς. Πέραν των λωρίδων αυτών διαμορφώνεται το έρεισμα ίδιο με αυτό της υπόλοιπης οδού όχι μικρότερο του 1,50 μ. Σελ. 264,030(στ) Τεύχος Σελ. Στην είσοδο και έξοδο κατασκευάζονται πλευρικές νησίδες. Η νησίδα αντλιών τοποθετείται σε απόσταση 3,50 μ από τη κεντρική νησίδα. Οι ζώνες επιτάχυνσης και επιβράδυνσης και η με διαγράμμιση ζώνη επιστρώνονται με όμοιου τύπου οδόστρωμα με αυτό της οδού. Ο υπόλοιπος χώρος επιστρώνεται κατά την κρίση της επιχείρησης. Για την εφαρμογή του τύπου αυτού απαιτείται ελάχιστο μήκος προσώπου του γηπέδου 50,00μ. Με την έγκριση της κυκλοφοριακής σύνδεσης εγκρίνεται και η απαραίτητη οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση σύμφωνα με το ν 2696/1999 και ο ηλεκτροφωτισμός σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές περί ηλεκτροφωτισμού οδών. (γ) ΤΥΠΟΣ Γ Ο τύπος Γ εφαρμόζεται στα πρατήρια και εγκαταστάσεις που ιδρύονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων νομίμως υφιστάμενων οικισμών περιοχές: 1) Στο Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο 2) Στο Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο 3) Στους παράπλευρους (SR) οδών ταχείας κυκλοφορίας και αυτοκινητοδρόμων ανεξάρτητα από το κυκλοφορούμενο πλάτος τους. 4) Στους παράπλευρους με κυκλοφορούμενο πλάτος οδού μεγαλύτερο των 7,00μ. 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 5) Στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλήν Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας. Η κυκλοφοριακή σύνδεση διαμορφώνεται ως εξής: Στο κέντρο της σύνδεσης κατασκευάζεται τραπεζοειδής νησίδα πλάτους 4.00μ με τις συγκλίνουσες πλευρές υπό γωνία 30° προς τον άξονα της οδού και την κάτω βάση μήκους εξαρτώμενου από το πρόσωπο του γηπέδου και ελάχιστου μήκους 20,00μ και σε απόσταση 2,50 μ από το άκρο του κυκλοφορούμενου τμήματος της οδού. Η ζώνη αυτή διαμορφώνεται με διαγράμμιση. Εκατέρωθεν της κεντρικής νησίδας διαμορφώνονται: η είσοδος και έξοδος πλάτους κυμαινόμενου από 5,00μ έως 5,50 κατά την κρίση της υπηρεσίας υπό γωνία 30° ως προς τον άξονα της οδού και οι λωρίδες επιβράδυνσης και επιτάχυνσης και μεταβλητού πλάτους από 0-3.00μ και ελαχίστου μήκους 45,00μ. Πέραν των λωρίδων επιτάχυνσης και επιβράδυνσης διαμορφώνεται έρεισμα πλάτους όσο της οδού όχι μικρότερο του 1.00μ. Στην είσοδο και στην έξοδο κατασκευάζονται πλευρικές νησίδες. Η νησίδα αντλιών τοποθετείται σε απόσταση τουλάχιστον 3,50 μ από τη κεντρική νησίδα. Οι λωρίδες επιβράδυνσης και επιτάχυνσης και οι με διαγράμμιση ζώνες επιστρώνονται με οδόστρωμα όμοιου τύπου με αυτό της οδού. Ο υπόλοιπος χώρος επιστρώνεται κατά την κρίση της επιχείρησης. Για την εφαρμογή αυτού του τύπου απαιτείται ελάχιστο μήκος προσώπου του γηπέδου 40.00μ. Με την έγκριση της κυκλοφοριακής σύνδεσης εγκρίνεται και η απαραίτητη οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση σύμφωνα με τον ν. 2696/1999 και ο ηλεκτροφωτισμός σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές περί ηλεκτροφωτισμού οδών. (δ) ΤΥΠΟΣ Δ O τύπος Δ εφαρμόζεται στα πρατήρια και εγκαταστάσεις που ιδρύονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων νομίμως υφιστάμενων οικισμών περιοχές. 1) Στο Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο 2) Στους παράπλευρους με κυκλοφορούμενο πλάτος οδού ίσο ή μικρότερο των 7.00μ. 3) Στο Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας. 4) Στα τμήματα του Τριτεύοντος Εθνικού Οδικού Δικτύου. Ο τύπος Δ εφαρμόζεται επίσης στα πρατήρια που ιδρύονται επί υπεραστικών τμημάτων (εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών ) κοινοτικών ή δημοτικών οδών. Η κυκλοφοριακή σύνδεση διαμορφώνεται ως εξής: Στο κέντρο της σύνδεσης κατασκευάζεται τραπεζοειδής νησίδα πλακοστρωμένη πλάτους 4,00μ και την κάτω βάση ελάχιστου μήκους 10,00μ σε επαφή με την ακραία γραμμή του ερείσματος της οδού και σε απόσταση τουλάχιστον 1,00μ από το άκρο του κυκλοφορούμενου τμήματος της οδού. Η ζώνη αυτή διαμορφώνεται με οριζόντια διαγράμμιση. Εκατέρωθεν της νησίδας αυτής κατασκευάζεται είσοδος και έξοδος πλάτους κυμαινόμενου από 5,00μ έως 5,50μ, κατά την κρίση της Υπηρεσίας και κλίση 45° προς τον άξονα της οδού. Η νησίδα αντλιών καυσίμων ελάχιστου πλάτους 1.00μ τοποθετείται σε απόσταση 3,00μ τουλάχιστον από την κεντρική νησίδα. Η είσοδος και έξοδος καθώς και ο χώρος του πρατηρίου επιστρώνεται κατά την κρίση της επιχείρησης. Κατά την κρίση της υπηρεσίας με την έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης εγκρίνεται και η απαραίτητη οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση σύμφωνα με το ν. 2696/1999 όπως κάθε φορά ισχύει και ο ηλεκτροφωτισμός σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές». Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.5 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. 5.Στα παραπάνω υποδείγματα η θέση του κτιρίου του πρατηρίου, οι χώροι στάθμευσης ο αριθμός των αντλιών καυσίμων, είναι ενδεικτικά και μπορούν να τοποθετηθούν ανάλογα με τη διατιθέμενη έκταση». 6.Η μελέτη κυκλοφοριακής σύνδεσης για τα πρατήρια και λοιπές εγκαταστάσεις στο εθνικό, επαρχιακό και Δημοτικό ή Κοινοτικό Οδικό Δίκτυο, εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, εγκρίνονται από την αρμόδια για την οδό υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ή της οικείας Νομαρχίας. Ακολουθούν σχέδια. Οι παρ. 4, 5 και 6 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 4 του Π.Δ. 143/2-7 Μαρτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 69), κατωτ. αριθ. 20. (Διόρθ. Σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 82/16-3-89 και Α΄ 97/17-489). (Αντί για τη σελ.264,0301) Σελ. 264,0301(α) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 «7.Για την εφαρμογή των τύπων Β, Γ και Δ, εφόσον υπάρχει διαθέσιμο εύρος απαλλοτρίωσης της οδού είναι επιθυμητή η διαμόρφωση της κεντρικής τραπεζοειδούς νησίδας σε όλο το πρόσωπο του γηπέδου. 8.Ο τύπος Γ εφαρμόζεται και για πρατήρια και εγκαταστάσεις εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεων: α.Στο Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο. β.Στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Ρόδου, Κερκύρας, καθώς και γ.Σε τμήματα του Βασικού και Δευτερεύοντος Εθνικού Οδικού Δικτύου, όταν αυτά διέρχονται από οικισμούς προϋφισταμένους του 1923, ή οικισμούς οριοθετημένους σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) με γραμμή δόμησης, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις του παρόντος. 9.Ο τύπος Δ εφαρμόζεται και για πρατήρια και εγκαταστάσεις εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεων: α.Στο Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Ρόδου, Κερκύρας. β.Στο Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο. γ.Στα τμήματα του Τριτεύοντος Εθνικού Οδικού Δικτύου και Επαρχιακού Οδικού Δικτύου που διέρχονται από οικισμούς προϋφισταμένους του 1923 ή οριοθετημένους σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 181/Δ/85) με γραμμή δόμησης, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις. 10.Η γραμμή δόμησης για την εφαρμογή των τύπων Α, Β, Γ, Δ τοποθετείται σύμφωνα με το άρθρ. 4 του παρόντος και ανάλογα με την κατηγορία της οδού». Οι παρ. 7, 8, 9 και 10 προστέθηκαν από το άρθρ. 3 του Π.Δ. 401/28 Σεπτ./1 Οκτ. 1993 (ΦΕΚ-Α-170), (Διόρθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ-Α-199 της 25 Νοεμ. 1933). Είσοδος-έξοδος εκ του πρατηρίου Άρθρ.7.-«1.Σε περίπτωση που δεν υπάρχει επαρκές εύρος απαλλοτρίωσης ή δεν παραχωρείται οικειοθελώς ο απαιτούμενος χώρος από τους ιδιοκτήτες των γηπέδων έμπροσθεν των οποίων θα διαμορφωθούν οι λωρίδες επιβράδυνσης – επιτάχυνσης, η σχετική άδεια χορηγείται με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1012 επ. του Αστικού Κώδικα. Σε περίπτωση που η σχετική άρνηση κριθεί αδικαιολόγητη, το παραπάνω δικαστήριο προβαίνει στην έγκριση της υποχρεωτικής παραχώρησης της αναγκαίας εδαφικής λωρίδας για τη κατασκευή της Κυκλοφοριακής Σύνδεσης ύστερα από καθορισμό και καταβολή εύλογης αποζημίωσης». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.6 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. Σελ. 264,0302(α) Τεύχος Σελ. 2.Η κεντρική νησίς προκηπίου (πρασιάς), ως και αι πλευρικαί τοιαύται, διαμορφούνται ως εν τοις σχεδίοις, καλύπτονται δε εκ χλόης, ανθέων ή θάμνων ύψους μικρότερου των 0,80μ. 3.Το οδόστρωμα προσπελάσεως δέον να παρουσιάζη τας καταλλήλους κλίσεις, αίτινες μέσω ειδικών οχετών επιτρέπουσι την απαγωγήν των ομβρίων υδάτων. «4. Οι εργασίες κυκλοφοριακής σύνδεσης ή της τυχόν βελτίωσης του κόμβου συμβολής Δημοτικού ή Κοινοτικού δρόμου με το Εθνικό ή Επαρχιακό οδικό δίκτυο, κατά την κρίση της αρμόδιας για το Εθνικό ή Επαρχιακό δίκτυο Υπηρεσίας, λόγω ίδρυσης του πρατηρίου σε αυτό, εκτελούνται από τον πρατηριούχο σύμφωνα με τις υποδείξεις και οδηγίες της αρμόδιας για την συντήρηση της οδού Υπηρεσίας». Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.6 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. 5.Εξαιρούνται των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου αι περιπτώσεις πρατηρίων επί του εθνικού οδικού δικτύου, βασικού και δευτερεύοντος, καθ’ ας αι εργασίαι κατασκευής της βάσεως και ασφαλτικής επιστρώσεως των ζωνών επιταχύνσεως, επιβραδύνσεως, βραδείας κυκλοφορίας ως και αι τοιαύται σημάνσεως, εκτελούνται υπό της αρμοδίας δια την οδόν Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δημ. ΄Εργων εις βάρος και δια λογαριασμόν του εγκαθιστώντος το πρατήριον, όστις και υποχρεούται να εξοφλή αμέσως και άνευ ετέρας διατυπώσεως τους παρά της ως άνω Υπηρεσίας αποστελλομένους αυτώ οικείους εγκεκριμένους λογαριασμούς δαπανών. 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων Προς εξασφάλισιν του Δημοσίου ως προς την συμμόρφωσιν του εγκαθιστώντος το πρατήριον προς τας ανωτέρω υποχρεώσεις του, κατατίθεται μετά της αιτήσεώς του προς έναρξιν των ως άνω εργασιών εις την προς τούτο αρμοδίαν Υπηρεσίαν εγγυητική επιστολή ανεγνωρισμένης Τραπέζης ή γραμμάτιον Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων δια ποσόν οριζόμενον υπό του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας ταύτης, ήτις εγγύησις επιστρέφεται μετά την περαίωσιν των έργων και εξόφλησιν των λογαριασμών. «Το ποσό της εγγύησης δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 2.000.000 δραχμών». Το μέσα σε « » τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 5 του Π.Δ. 143/1989 (ΦΕΚ Α΄ 69), κατωτ. αριθ. 20. (Διόρθ. Σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 82/16-3-89 και Α΄ 97/17-4-89). Αι εν λόγω εργασίαι εκτελούνται είτε δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως εις ένα των εν τη περιοχή εργολάβων συντηρήσεως ή ανακαινίσεως ή κατασκευής εθνικής ή επαρχιακής οδού ή κατόπιν δημοπρασίας βάσει μελέτης κατά τας περί εκτελέσεως Δημοσίων Έργων διατάξεις ή δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως εις τινα πτυχιούχον εργολάβον έχοντα τα προς τούτο απαιτούμενα προσόντα, βάσει προσφοράς, ην δι’ εγγράφου δηλώσεώς του ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου αποδέχεται, παραιτούμενος της τυχόν ωφελείας ην θα είχεν εκ της κατόπιν δημοπρασίας επιτεύξεως ενδεχομένως καλλιτέρων τιμών. Η σχετική σύμβασις υπογραφομένη μεταξύ εργολάβου και Υπηρεσίας, διέπεται υφ’ όλων των περί εκτελέσεως Δημ. Έργων διατάξεων. «  8 Άρθρο   Νησίδες αντλιών 1. Η τοποθέτηση των αντλιών ή διανομέων υγρών καυσίμων γίνεται υποχρεωτικά επί νησίδων. Μηχανισμοί και εγκαταστάσεις παροχής νερού και αέρα τοποθετούνται είτε στις νησίδες των αντλιών ή, κατά προτίμηση, σε ξεχωριστές νησίδες που κατασκευάζονται αποκλειστικά για τη χρήση αυτή ή τοποθετούνται στο κράσπεδο που υπάρχει μπροστά ή γύρω από το κτίριο του πρατηρίου υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρεμποδίζουν την είσοδο στο πρατήριο και την διακίνηση των εξυπηρετουμένων. Μηχανισμοί και εγκαταστάσεις για τον εσωτερικό καθαρισμό των οχημάτων (όπως σκούπες αναρρόφησης σκόνης κ.λπ.) τοποθετούνται επίσης επί των νησίδων που περιγράφονται παραπάνω ή επί ξεχωριστών νησίδων. Οι διαστάσεις των ειδικών αυτών νησίδων διαμορφώνονται σύμφωνα με την λειτουργικότητα της εγκαταστάσεως και απεικονίζονται στα υποβαλλόμενα σχεδιαγράμματα. 2. Το ελάχιστο επιτρεπόμενο πλάτος της νησίδας αντλιών ή διανομέων είναι ένα (1) μέτρο, με δυνατότητα τοπικής μείωσης αυτής το πολύ 10% από κάθε πλευρά, που σε καμία περίπτωση όμως δεν θα περιορίζει την προστασία των αντλιών από πιθανή πρόσκρουση. Το ύψος της νησίδας από το οδόστρωμα σταθμεύσεως ορίζεται από δέκα (10) μέχρι δεκαπέντε (15) εκατοστά. Το μήκος και η μορφή της νησίδας δύναται να ποικίλει ανάλογα, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των προς ανεφοδιασμό οχημάτων και την εύρυθμη λειτουργία της εγκατάστασης. 3. Η θέση και η διάταξη των νησίδων αντλιών, καθώς και των τυχόν υπερκειμένων προστατευτικών στεγάστρων, ρυθμίζεται ανάλογα, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση της εγκατάστασης από λειτουργική άποψη και σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος ΓΟΚ. Για τυχόν παρέκκλιση από τις ισχύουσες πιο πάνω διατάξεις (λόγω της ειδικής φύσης της λειτουργίας του ανεφοδιασμού, η οποία επιβάλλει την προστασία των διακινούμενων από βροχή, χιόνι ή καύσωνα), απαιτείται έγκριση από την αρμόδια Υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» όπως ισχύει. 4. Επί των νησίδων αντλιών είναι δυνατή η τοποθέτηση των καλυμμάτων των φρεατίων επιθεώρησης των υπογείων δεξαμενών καυσίμου. 5. Η επίστρωση των νησίδων είναι αντιολισθητική». Το άρθρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.7 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. «  9 Άρθρο   Κτήριο πρατηρίου 1. Ως κτήριο πρατηρίου, για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται κάθε εγκατάσταση που έχει ως σκοπό την εξυπηρέτηση των ασκουμένων εντός του γηπέδου του πρατηρίου δραστηριοτήτων, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος. Στο πρατήριο πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχουν χωριστοί χώροι για το γραφείο της επιχείρησης και το μηχανοστάσιο (ή μηχανοστάσιο - αποθήκη) καθώς και χώρος υγιεινής. Το κτίσμα ή διαμέρισμα του πρατηρίου έχει εσωτερική ωφέλιμη επιφάνεια τριάντα (30) τετραγωνικών μέτρων τουλάχιστον. Ειδικά για πρατήρια, τα οποία λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο με τη μέθοδο της αυτοεξυπηρέτησης (self service) χωρίς την παροχή υπηρεσιών υπαλλήλων για την εξυπηρέτηση πελατών, είναι υποχρεωτική η ύπαρξη ενός μόνο (Αντί για τη σελ.264,031(β) Σελ. 264,031(γ) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 κτίσματος τουλάχιστον 10 τμ που χρησιμοποιείται για να στεγάσει διάφορες λειτουργίες όπως τουαλέτα, τηλεφωνικό θάλαμο (προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ΑΜΕΑ), πίνακες εγκαταστάσεων κλπ. Στα πρατήρια αυτής της κατηγορίας δεν είναι επίσης υποχρεωτική η παροχή νερού και πεπιεσμένου αέρα. 2. Ο καθορισμός της θέσεως του κτηρίου μέσα στο γήπεδο ή στο οικόπεδο γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ΓΟΚ ή άλλων αντίστοιχων ή συναφών νομοθετημάτων και κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετείται πλήρως ο σκοπός της εγκατάστασης. 3. Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών και τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται ορίζεται από τις διατάξεις του π.δ. 209/1998 (Α΄ 169) όπως κάθε φορά ισχύει. 4. Τα κτίρια των πρατηρίων υγρών καυσίμων πρέπει να πληρούν γενικώς τους υπό των σχετικών οικοδομικών κανονισμών προβλεπόμενους τεχνικούς όρους καθώς επίσης και αυτούς για τη προσβασιμότητα των ΑΜΕΑ, η δε αρχιτεκτονική εμφάνιση αυτών είναι άρτια και σύμφωνος προς το περιβάλλον. Τα κτίρια ταύτα έχουν οροφή, δάπεδα και τοιχοποιία από υλικό δύσκολα αναφλέξιμο. Είναι δυνατή η χρήση μεταλλικών περιπτέρων άρτιας κατασκευής και εμφανίσεως προς εγκατάσταση πρατηρίου. 5. Ο χώρος υγιεινής περιλαμβάνει τουλάχιστον 2 αποχωρητήρια (ανδρών-γυναικών) και νιπτήρες, αριθμού αναλόγου με το μέγεθος της εγκατάστασης. 6. Η ηλεκτρική εγκατάσταση του κτιρίου του πρατηρίου είναι σύμφωνη προς τους ισχύοντες Κ.Ε.Η.Ε. Εντός του πρατηρίου υπάρχει κιβώτιο φαρμάκων πρώτων βοηθειών». Το άρθρ.9 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.8 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32.  «  10 Άρθρο   μ   μ Υπόγειες δεξα ενές καυσί ων 1. Οι υπόγειες δεξαμενές αποθήκευσης υγρών καυσίμων που εξυπηρετούν την εγκατάσταση έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: α) Είναι κυκλικής ή ελλειπτικής διατομής απαγορευόμενης της χρήσης δεξαμενών με επίπεδα τοιχώματα. β) Είναι μονού ή διπλού τοιχώματος. Το εξωτερικό τοίχωμα μιας δεξαμενής διπλού τοιχώματος λειτουργεί ως «περίβλημα ανάσχεσης διαρροών». Στο χώρο μεταξύ των δύο τοιχωμάτων δύνανται να τοποθετηθούν, μόνιμα ή μη, ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα ελέγχου πιθανής διαρροής. Σελ. 264,032(γ) Τεύχος Σελ. 2. Υλικό κατασκευής δεξαμενών. Ως προς το υλικό κατασκευής οι δεξαμενές επιτρέπεται να είναι: α) Μεταλλικές, κατασκευασμένες από χαλυβδοελάσματα κατάλληλα συγκολλημένα, σύμφωνα με τους ισχύοντες τεχνικούς κανονισμούς. Επιτρέπεται η χρήση μεταλλικών δεξαμενών με περισσότερα του ενός διαμερίσματα, (μέχρι και τέσσερα). Τα διαχωριστικά ελάσματα έχουν το ίδιο πάχος με το κυρίως σώμα της δεξαμενής, είναι συγκολλημένα σε αυτή και φέρουν τις απαραίτητες ενισχύσεις, ώστε να μην παραμορφώνονται, όταν υπάρχει διαφορά στάθμης μεταξύ των διαφόρων διαμερισμάτων. Το ελάχιστο πάχος των τοιχωμάτων των μεταλλικών δεξαμενών σε σχέση με το τη διάμετρό τους, ορίζεται ως εξής: Πάχος τοιχωμάτων (mm) Εσωτερική διάμετρος δεξαμενής (mm) Εσωτερικό τοίχωμα διπλής δεξαμενής ή τοίχωμα μονής δεξαμενής Εξωτερικό τοίχωμα διπλής δεξαμενής Μέχρι 1600 5 3 1601-2000 6 3 2001-2500 7 4 2501-3000 8 4 Οι μεταλλικές δεξαμενές όλων των τύπων, πρέπει να προστατεύονται από τη διάβρωση με καθοδική προστασία. Αντί της καθοδικής προστασίας οι δεξαμενές, εξαρτήματα και σωληνώσεις μπορούν να προστατεύονται, έναντι της διάβρωσης, με εξωτερική επικάλυψη των μεταλλικών επιφανειών, ομοιόμορφα και ισοπαχώς, με αντιδιαβρωτικό υλικό όπως πίσσα ή εποξειδικά υλικά ή πολυουρεθάνη ή πολυεστερική ρητίνη ενισχυμένη με ίνες υάλου ή άλλο κατάλληλο αντιδιαβρωτικό υλικό. 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων β) Πλαστικές, κατασκευασμένες από ειδικές ρητίνες, ενισχυμένες με ίνες υάλου, μονού ή διπλού τοιχώματος, οι οποίες θα πρέπει να ανταποκρίνονται πλήρως στις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΝ 976-1 και ΕΝ 976-2), σε ότι αφορά τη συμβατότητα του υλικού κατασκευής τους με τα καύσιμα, ή σε άλλες αντίστοιχες προδιαγραφές. Οι διάμετροι, τα μήκη και τα πάχη τοιχώματος των πλαστικών δεξαμενών καθορίζονται από τον κατασκευαστή τους, σε συμφωνία πάντοτε με τις προαναφερθείσες προδιαγραφές. Οι πλαστικές δεξαμενές συνοδεύονται από σχετική βεβαίωση (πιστοποιητικό δοκιμής) του κατασκευαστή τους, για την κατασκευή τους σύμφωνα με τις πιο πάνω προδιαγραφές. 3. Όλες οι υπόγειες δεξαμενές πρέπει να είναι σύμφωνες με τις ακόλουθες διατάξεις: α) Να είναι εξοπλισμένες με θυρίδα επιθεώρησης (ή ανθρωποθυρίδα), που προσαρμόζεται με κοχλίες επάνω στη δεξαμενή, ώστε να μπορεί να αφαιρείται προς επιθεώρηση. Κάθε ανθρωποθυρίδα πρέπει να περιβάλλεται από ειδικό απολύτως στεγανό φρεάτιο, ως «περίβλημα ανάσχεσης διαρροών», ανθεκτικό στη διάβρωση, το οποίο καλύπτεται από ειδικό υδατοστεγές κάλυμμα, ικανό να παραλάβει το βάρος των διερχομένων οχημάτων. Τα φρεάτια αυτά και τα καλύμματα τους είναι σχεδιασμένα και τοποθετημένα έτσι ώστε να μην μεταφέρουν φορτίο από την πλάκα του καταστρώματος στην υπόγεια δεξαμενή. Φρεάτια ανθρωποθυρίδων δεξαμενών δύνανται να είναι προκατασκευασμένα πλαστικά ή μεταλλικά ή από οποιοδήποτε υλικό, που δεν είναι διαπερατό από τα καύσιμα και εξασφαλίζει ικανοποιητική στεγανότητα. Κάθε φρεάτιο θα φέρει σαφή σήμανση του προϊόντος της δεξαμενής. β) Στον πυθμένα της δεξαμενής και συγκεκριμένα κάτω από κάθε άνοιγμα πληρώσεως ή μετρήσεως της στάθμης, πρέπει να υπάρχει χαλύβδινη πλάκα ή άλλου είδους ειδική ενίσχυση του τοιχώματος, που προστατεύει την δεξαμενή από πλήγματα προερχόμενα από την επαναλαμβανόμενη εισροή καυσίμου και από την ράβδο μέτρησης. γ) Τα πώματα των σωλήνων πληρώσεως και μετρήσεως στάθμης κοχλιούνται ή προσαρμόζονται αεροστεγώς με μηχανισμό ταχείας συνδέσεως και πρέπει να είναι κατασκευασμένα από αλουμίνιο, ορείχαλκο, πλαστικό ή άλλο υλικό που δεν διαβρώνεται σε περιβάλλον καυσίμων και δεν δημιουργεί κίνδυνο σπινθηρισμού, σε περίπτωση κρούσεως αυτού με κάποιο μεταλλικό στοιχείο. δ) Πρέπει να υπάρχει ράβδος μέτρησης του περιεχομένου της δεξαμενής, με κατάλληλες υποδιαιρέσεις, κατασκευασμένη από ορείχαλκο ή άλλο υλικό, αναλόγων ιδιοτήτων. Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ηλεκτρονικό ή άλλο σύστημα ελέγχου και μέτρησης της στάθμης ή της περιεκτικότητας σε καύσιμο της δεξαμενής. ε) Να είναι εξοπλισμένες με διάτρητο σωλήνα οδηγό της ράβδου μέτρησης («βέργας»), μήκους πενήντα (50) εκατοστών. στ) Να είναι εξοπλισμένες με σωλήνα πλήρωσης της δεξαμενής, ο οποίος φθάνει μέχρι ύψους δεκαπέντε (15) εκατοστών από τον πυθμένα και η απόληξη του είναι κομμένη υπό γωνία 450, ώστε η εκροή του καυσίμου να γίνεται προς την πλέον απομακρυσμένη πλευρά του κυλίνδρου της δεξαμενής. Στον σωλήνα αυτόν, στις εφεξής τοποθετούμενες δεξαμενές, πρέπει να τοποθετείται ειδική διάταξη αποφυγής υπερχειλίσεως (overfill protection), όταν το στόμιο πλήρωσης δεν βρίσκεται μέσα στο φρεάτιο της δεξαμενής. ζ) Να είναι εξοπλισμένες με σωλήνα αναρρόφησης του καυσίμου, ο οποίος αρχίζει από απόσταση δέκα (10) περίπου εκατοστών από τον πυθμένα και προσαρμόζεται κατάλληλα στην ανθρωποθυρίδα. Ο σωλήνας αυτός δεν τοποθετείται προφανώς στην περίπτωση που χρησιμοποιείται υποβρύχια (εμβαπτιζόμενη), αντλία καυσίμων. η) Να φέρουν σωλήνα εξαερισμού, όπως ειδικότερα περιγράφεται παρακάτω. θ) Να φέρουν πινακίδιο στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του κατασκευαστή της δεξαμενής, το έτος κατασκευής, οι διαστάσεις και η χωρητικότητα της, προσαρμοσμένο σε εμφανές σημείο της ανθρωποθυρίδας. ι) Να φέρουν Πινακίδιο με ένδειξη του προϊόντος της δεξαμενής. Εννοείται ότι σε περίπτωση δεξαμενής με περισσότερα διαμερίσματα, κάθε διαμέρισμα εφοδιάζεται με ιδιαίτερη ανθρωποθυρίδα και τα αντίστοιχα απαιτούμενα εξαρτήματα. 4. Η ολοκληρωμένη διάταξη εξαερισμού των δεξαμενών βενζίνης δύναται να περιλαμβάνει κατά σειρά από την δεξαμενή προς την τελική απόληξη: βαλβίδες ανάκτησης ατμών με πλωτήρα (μία βαλβίδα ανά δεξαμενή ή διαμέρισμα αποθήκευσης βενζίνης), υπόγειο ή υπέργειο συλλέκτη ατμών από όλες τις δεξαμενές βενζίνης, βαλβίδα ασφαλείας στην οποία συνδέεται ο σωλήνας συλλογής ατμών του βυτιοφόρου οχήματος τροφοδοσίας βενζίνης και βαλβίδα ή διάταξη βαλβίδων εξαερισμού πιέσεως υποπιέσεως, η οποία επιτρέπει την είσοδο ποσότητας αέρα εντός των δεξαμενών σε περίπτωση δημιουργίας κενού στις δεξαμενές κατά τη λειτουργία των αντλιών ή την έξοδο μικρής ποσότητας ατμών, σε περίπτωση αύξησης της πίεσης ατμών στις δεξαμενές. Οι σωλήνες εξαερισμού ομοειδών προϊόντων μπορεί να (Αντί για τη σελ.264,033(α) Σελ. 264,033(β) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 συνδέονται μέσω ειδικών διατάξεων αποκλεισμού της μεταφοράς προϊόντων από δεξαμενή σε δεξαμενή. Η σύνδεση αυτή μπορεί να γίνεται, υπόγεια ή υπέργεια μέσω επιπλεουσών βαλβίδων (ven float valve) ή χωρίς την παρέμβαση επιπλεουσών βαλβίδων σε ύψος ανώτερο των βυτιοφόρων. Η ανωτέρω διάταξη εξαερισμού είναι σύμφωνη με τα διαλαμβανόμενα στην υπ’αριθμ. οικ. 10245/713/97 κοινή υπουργική απόφαση «Μέτρα και όροι για τον έλεγχο των εκπομπών πτητικών οργανικών ουσιών (VOC) που προέρχονται από την αποθήκευση βενζίνης και τη διάθεσή της από τις τερματικές εγκαταστάσεις στους σταθμούς διανομής καυσίμων» (Β΄ 311). Οι σωληνώσεις εξαέρωσης για τις δεξαμενές πετρελαίου, ή και για τις δεξαμενές βενζίνης πρατηρίων που δεν υπάγονται στις διατάξεις της παραπάνω ΚΥΑ, κατασκευάζονται από σωληνώσεις μεταλλικές (γαλβανισμένες ενισχυμένου τύπου) ή πλαστικές από υλικό που δεν αλλοιώνεται στα πετρελαιοειδή, διαμέτρου ίσης ή μεγαλύτερης της 1 1/2 , και μέσω κατακόρυφου σωλήνα, καταλήγουν σε ειδικό εξάρτημα (καπελάκι), με ή χωρίς βαλβίδα ανάλογα του τρόπου κατασκευής, ώστε να διασφαλίζεται αδυναμία ανάμιξης των προϊόντων. Oι κατακόρυφοι σωλήνες στηρίζονται αδιακρίτως σε εξωτερικό τοίχο κτιρίου ή σε υποστύλωμα στεγάστρου ή σε άλλη ειδική σταθερή κατασκευή (μεταλλική, από σκυρόδεμα, ή άλλο υλικό), η οποία αποτρέπει τη δημιουργία παραμόρφωσης. Η απαγωγή των ατμών από τα στόμια εξαέρωσης πρέπει να είναι ελεύθερη και να μην κατευθύνεται σε κλειστούς χώρους μέσω παραθύρων, ανοιγμάτων, ηλεκτρικών και υδραυλικών φρεατίων κ.λπ. 5. Οι σωληνώσεις τροφοδοσίας των αντλιών με καύσιμο από τις δεξαμενές κατασκευάζονται είτε από γαλβανισμένους σιδηροσωλήνες ή από πλαστικούς σωλήνες ειδικών προδιαγραφών (άκαμπτους ή ημιεύκαμπτους ή εύκαμπτους), διαμέτρου κατ’ ελάχιστο 11 1/2 ,. Όλες οι σωληνώσεις και τα εξαρτήματα διασύνδεσης των μερών που τις αποτελούν, θα πρέπει να είναι από εγκεκριμένα υλικά. Σελ. 264,034(β) Τεύχος Σελ. Σε σωληνογραμμές πιέσεως - κατάθλιψης (περίπτωση συνδυασμού υποβρύχιας αντλίας με διανομέα) πρέπει να χρησιμοποιούνται ειδικοί, εγκεκριμένοι σωλήνες διπλού τοιχώματος, ως μέτρο περιορισμού και ελέγχου πιθανής διαρροής. Σε σωληνογραμμές πιέσεως πρέπει απαραιτήτως να υπάρχουν ειδικές βαλβίδες ασφαλείας (shut off valves) κάτω από τους διανομείς καυσίμου που θα αποτρέπουν την ανεξέλεγκτη εκροή καυσίμου σε περίπτωση πυρκαγιάς ή αποξήλωσης των διανομέων λόγω ατυχήματος. Σε σωληνογραμμές αναρρόφησης (περίπτωση αναρρόφησης καυσίμου από την δεξαμενή με τη βοήθεια αντλίας τοποθετημένης επί νησίδας), χρησιμοποιούνται σωλήνες, μονού ή διπλού τοιχώματος. Φρεάτια ελέγχου διαρροών μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως επιπλέον μέτρο πρόληψης και κατά μήκος σωληνώσεων μονού ή διπλού τοιχώματος. Η διέλευση όλων των σωληνώσεων μέσω των τοιχωμάτων των φρεατίων γίνεται με χρήση ειδικών στεγανοποιητικών παρεμβυσμάτων. Οι σωληνώσεις, αμέσως μετά την εγκατάσταση τους και πριν τον οριστικό εγκιβωτισμό τους, πρέπει να υποβάλλονται σε ελέγχους στεγανότητας σε πίεση της τάξεως του 150% της κανονικής πίεσης λειτουργίας. Οι σωληνογραμμές καυσίμου πρέπει να έχουν κλίση τουλάχιστον 1 % από τις αντλίες ή τους διανομείς,, προς τις δεξαμενές (ανώτερο σημείο οι αντλίες ή οι διανομείς). 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων Σε χώρους όπου υπάρχουν φορτία από κίνηση οχημάτων η ελάχιστη απόσταση των σωληνώσεων από το κατάστρωμα του πρατηρίου είναι εικοσιπέντε ( 25) εκατοστά συμπεριλαμβανομένης και της πλάκας. Ο χώρος γύρω από τις σωληνώσεις γεμίζεται με αδρανή υλικά πλήρωσης που συμπυκνώνονται, με ιδιαίτερη προσοχή εφόσον πρόκειται για πλαστικούς σωλήνες. Στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται υποβρύχιες αντλίες πιέσεως καυσίμου από τις δεξαμενές προς τον διανομέα καυσίμου, πρέπει ο σχεδιασμός της εγκατάστασης και τα χρησιμοποιούμενα εξαρτήματα να αποτρέπουν την ανεξέλεγκτη εκροή καυσίμων σε περίπτωση βλάβης. 6. Αναφορικά με τα μέτρα και τις διατάξεις που χρησιμοποιούνται για προστασία έναντι διαρροών καυσίμου και εντοπισμό τους ισχύουν τα ακόλουθα: Σε όλες τις εγκαταστάσεις πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον μία μέθοδος ελέγχου διαρροών από δεξαμενές και σωληνώσεις. Ο έλεγχος διαρροών μπορεί να πραγματοποιηθεί με τις ακόλουθες μεθόδους και μέσα. α) Χρήση συστημάτων ελέγχου στάθμης δεξαμενής. Τα συστήματα αυτά ελέγχουν με απόλυτη ακρίβεια την στάθμη της δεξαμενής και σε περίπτωση που αυτή μεταβληθεί αδικαιολόγητα δίνουν ηχητική και οπτική ένδειξη διαρροής. Τέτοια συστήματα μπορεί να περιλαμβάνουν ηλεκτρονικούς ή άλλους αισθητήρες, όπως αισθητήρες υπερήχων. β) Έλεγχος διακένου δεξαμενών διπλού τοιχώματος. Ο έλεγχος διακένου δεξαμενών διπλού τοιχώματος για πιθανές διαρροές μπορεί να γίνεται με την χρήση διαφόρων μεθόδων και μέσων, όπως χρήση αισθητήρων που ανιχνεύουν ύπαρξη υδρογονανθράκων ή νερού, έλεγχος μιας προκαθορισμένης πίεσης στο διάκενο, οπτικός ή άλλος έλεγχος στάθμης υγρού σκοπίμως εγκλωβισμένου εντός του διακένου της δεξαμενής. Σε κάθε περίπτωση που μεταβάλλεται η παράμετρος που ελέγχεται (όπως πτώση της πίεσης στο διάκενο), αυτό αποτελεί ένδειξη ύπαρξης διαρροής. γ) Έλεγχος μέσω φρεατίων ελέγχου διαρροών. Στις νέες εγκαταστάσεις πρατηρίων διανομής καυσίμων απαιτείται η ύπαρξη φρεατίων ελέγχου διαρροών (monitoring wells). Μέσω των φρεατίων ελέγχου διαρροών πρέπει να μπορεί να ανιχνευθεί ή και να ανακτηθεί ποσότητα πετρελαιοειδών από το έδαφος, που μπορεί να οφείλεται σε διαρροή δεξαμενών ή σωληνώσεων. Τα φρεάτια αυτά πρέπει να είναι διαμέτρου τουλάχιστον εκατό (100) χιλιοστών και να ανθίστανται στη διάβρωση από νερό ή πετρελαιοειδή. Εντός των φρεατίων μπορούν να τοποθετηθούν αισθητήρες που θα ελέγχουν συνεχώς την ύπαρξη καυσίμου ή την ύπαρξη ατμών υδρογονανθράκων ή την ύπαρξη υδρογονανθράκων σε υπόγεια ύδατα. Σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιούνται αισθητήρες συνεχούς παρακολούθησης των φρεατίων πρέπει να γίνεται έλεγχος των φρεατίων με χειροκίνητα μέσα, τουλάχιστον μία φορά μηνιαίως. Ο πυθμένας του φρεατίου ελέγχου πρέπει να βρίσκεται τουλάχιστον 300 mm πιο χαμηλά από το κατώτερο σημείο της δεξαμενής ή των σωληνώσεων και να περιβάλλεται από λεπτόκοκκο χαλίκι σε ακτίνα τουλάχιστον 300 mm. Το τοίχωμα του φρέατος πρέπει να είναι τέτοιας κατασκευής ώστε να επιτρέπει την διέλευση υγρών, όχι όμως και στερεών (συνήθως είναι ένας διάτρητος ειδικός πλαστικός σωλήνας, ο οποίος επί πλέον περιβάλλεται από ειδικό ύφασμαφίλτρο). Σε εγκαταστάσεις όπου δεν χρησιμοποιούνται δεξαμενές διπλού τοιχώματος με κάποιο σύστημα ανίχνευσης διαρροής στο διάκενο μεταξύ των δύο τοιχωμάτων, πρέπει να τοποθετηθούν φρεάτια ελέγχου διαρροών (με ηλεκτρονικό ή άλλο μέσο εντοπισμού υδρογονανθράκων), ως εξής: Πλήθος δεξαμενών Απαιτούμενα Φρεάτια 1 2 2 - 6 4 Άνω των 6 6 (Αντί για τη σελ.264,035(β) Σελ. 264,035(γ) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 Σε εγκαταστάσεις με δεξαμενές διπλού τοιχώματος με κάποιο σύστημα ανίχνευσης διαρροής στο διάκενο μεταξύ των δύο τοιχωμάτων, ένα φρεάτιο ελέγχου σε κατάλληλη θέση αρκεί. Φρεάτια ελέγχου διαρροών πρέπει να χρησιμοποιούνται και κατά μήκος των σωληνογραμμών μεταφοράς καυσίμων. Όλα τα φρεάτια ελέγχου πρέπει να σφραγίζονται από ειδικά απολύτως στεγανά καλύμματα, επί του καταστρώματος του πρατηρίου. δ) Ως μέσο ελέγχου διαρροών επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία (όπως ειδικά καλώδια - αισθητήρες κατά μήκος των σωληνώσεων) που θα μπορεί να εντοπίζει διαρροές της τάξεως των 0,75 λίτρων την ώρα κατ’ ελάχιστο, με ποσοστό επιτυχούς ανίχνευσης τουλάχιστον 95% και με πιθανότητα λάθους συναγερμού 5% το μέγιστο, εφόσον ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της ευρωπαϊκής ένωσης ή άλλες αντίστοιχες. ε) Τα φρεάτια επάνω στα οποία εδράζονται οι αντλίες νησίδας ή οι διανομείς πρέπει να είναι μεταλλικά ή πλαστικά, απολύτως στεγανά και να παρέχεται η δυνατότητα οπτικού ελέγχου πιθανής διαρροής. στ) Σε σωληνογραμμές πιέσεως, που χρησιμοποιούνται σωλήνες διπλού τοιχώματος, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα οπτικού ελέγχου της ύπαρξης ή όχι διαρροής στη σωληνογραμμή, από τα στεγανά φρεάτια από τα όποια αρχίζει ή στα οποία καταλήγει αυτή. Με την παρ.8 άρθρ.10 Νόμ. 3710/21-23 Οκτ.2008 (ΦΕΚ Α 216), κατωτ.αριθ.34,η προθεσμία για την προσαρμογή στις διατάξεις της άνω παρ. 6, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ.9 του π.δ. 118/2006 (ΦΕΚ 119/Α΄), παρατείνεται μέχρι 31.12.2009. 7. Για να διασφαλιστεί η επάρκεια της αντιδιαβρωτικής ή καθοδικής προστασίας των δεξαμενών απαιτείται έλεγχος με δοκιμές στεγανότητας 10 χρόνια μετά την πρώτη εγκατάστασή τους και στη συνέχεια κάθε 5 χρόνια με ευθύνη των πρατηριούχων. Οι δοκιμές αυτές γίνονται με ειδικές ηλεκτρονικές συσκευές υψηλής ακριβείας που μπορεί να βασίζονται σε έλεγχο της στάθμης, έλεγχο με βάση ακουστικές μεθόδους, έλεγχο τύπου sonar ή άλλες αναγνωρισμένες μεθόδους. Οι δεξαμενές που έχουν αντιδιαβρωτική προστασία (πλαστικές, σιδηρές με εξωτερικό πολυεστερικό μανδύα, σιδηρές με καθοδική προστασία, όλες οι διπλού τοιχώματος) πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμές στεγανότητας 10 χρόνια μετά την πρώτη εγκατάσταση τους και εν συνεχεία κάθε 5 χρόνια, εκτός εάν τοποθετηθεί κάποιο σύστημα ελέγχου διαρροών. Σελ. 264,036(γ) Τεύχος Σελ. Απαιτείται αρχικός έλεγχος διαρροών δεξαμενών 15 χρόνια μετά τη πρώτη εγκατάσταση και περιοδικός έλεγχος διαρροών δεξαμενών κάθε 8 χρόνια, σε εγκαταστάσεις όπου υπάρχουν ένα η περισσότερα συστήματα ελέγχου διαρροών. 8. Όλα τα μεταλλικά μέρη των δεξαμενών αλλά και το πλαίσιο του φρεατίου γεφυρώνονται κατάλληλα μεταξύ τους, με γυμνό πολύκλωνο χάλκινο αγωγό γειώσεως, μέσω καταλλήλων ακροδεκτών («κος») και γειώνονται είτε με την βοήθεια γαλβανισμένων σιδηροσωλήνων ή ειδικών συμπαγών ράβδων γείωσης (οι οποίες είναι επισκέψιμες μέσω ειδικού φρεατίου) ή με άλλες κατάλληλες διατάξεις, ώστε να επιτυγχάνεται αντίσταση γείωσης μικρότερη των 7 Ω. Η γείωση των δεξαμενών είναι ανεξάρτητη από την γείωση της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως του κτιρίου και αποσκοπεί στην διοχέτευση στο έδαφος των στατικών φορτίων, που δημιουργούνται κατά την διακίνηση (πλήρωση, αναρρόφηση) του καυσίμου. 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 9. Τοποθέτηση δεξαμενών. Όλες οι δεξαμενές, προ της εγκαταστάσεως εντός του εδάφους, πρέπει να δοκιμάζονται και να επιθεωρούνται όπως προβλέπεται, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε τεχνικές προδιαγραφές (πλήρωση με νερό, εφαρμογή πεπιεσμένου αέρα και εξωτερικός έλεγχος με σαπουνόνερο) με ευθύνη των εκμεταλλευτών των πρατηρίων, προκειμένου να διαπιστώνεται η στεγανότητα τους. Ειδικά οι πλαστικές δεξαμενές μονού τοιχώματος, πρέπει επιπλέον να δοκιμάζονται για την στεγανότητα τους και αφού έχουν τοποθετηθεί και περιβληθεί με αδρανή υλικά πλήρωσης. Όλες οι δεξαμενές πρατηρίου τοποθετούνται υπογείως στο έδαφος και σε βάθος τέτοιο ώστε το ανώτερο σημείο του καλύμματος της ανθρωποθυρίδας τους, να βρίσκεται τουλάχιστον εβδομήντα (70) εκατοστά από την επιφάνεια του καταστρώματος. Ανάλογα του εάν οι δεξαμενές είναι μονού ή διπλού τοιχώματος και προκειμένου σε κάθε περίπτωση να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα διαρροής καυσίμων στο υπέδαφος, ισχύουν τα ακόλουθα: α) Οι μεταλλικές δεξαμενές μονού τοιχώματος τοποθετούνται εντός ετέρου περιβλήματος ανάσχεσης διαρροών, το οποίο δύναται να είναι κατασκευασμένο από σκυρόδεμα (με στεγανοποιητική επάλειψη) ή άλλο υλικό μη διαπερατό από πετρελαιοειδή (όπως ειδικές συνθετικές μεμβράνες επί τόπου εφαρμοζόμενες από ειδικευμένους τεχνίτες). Ο πυθμένας του εκ σκυροδέματος περιβλήματος, ή η εκσκαφή επάνω στην οποία θα τοποθετηθεί η μη διαπερατή μεμβράνη θα πρέπει να έχει κλίση τουλάχιστον 1% προς το ή τα φρεάτια ελέγχου διαρροών. αα) Εφόσον το περίβλημα ανάσχεσης πρόκειται να κατασκευαστεί από σκυρόδεμα πρέπει η κατασκευή των τοιχείων και του πυθμένα να γίνει σε μία φάση, με τη χρήση ενιαίου ξυλοτύπου. Το πάχος των πλευρικών τοιχωμάτων πρέπει να είναι δεκαπέντε (15) εκατοστά και του πυθμένα είκοσι (20) εκατοστά. Ο οπλισμός υπολογίζεται βάσει των συνθηκών (ωθήσεις γαιών ή νερού) και οπωσδήποτε είναι μεγαλύτερος ή ίσος προς τον ελάχιστο οπλισμό τοιχωμάτων, όπως καθορίζεται από τον κανονισμό οπλισμένου σκυροδέματος. Ο ελάχιστος οπλισμός του πυθμένα εξαρτάται από τη φύση του εδάφους και την ύπαρξη ή όχι άνωσης (υδροφόρου ορίζοντα) και είναι πλέγμα διαστάσεων #12/15. Ο χώρος μεταξύ των τοιχείων και της δεξαμενής, πλάτους τουλάχιστον δέκα (10) εκατοστών, γεμίζεται με ξηρή άμμο μέχρι την βάση της ανθρωποθυρίδας. Σε περίπτωση τοποθέτησης περισσοτέρων της μιας δεξαμενών εντός του ιδίου κιβωτίου από σκυρόδεμα, τηρείται απόσταση μεταξύ αυτών τουλάχιστον σαράντα (40) εκατοστών του μέτρου . Πάνω από το σημείο αυτό κατασκευάζεται σφραγιστική πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, ο δε χώρος πάνω από την πλάκα αυτή γεμίζεται με χώμα ή άλλα κοσκινισμένα υλικά εκσκαφής τα οποία συμπιέζονται και στη συνέχεια καλύπτονται από πλάκα σκυροδέματος, υπολογισμένη για συγκεντρωμένο φορτίο δεκαπέντε (15) τόνων, τουλάχιστον, εφόσον διέρχονται οχήματα από επάνω της, μέχρι την τελική επιφάνεια. ββ) Εφόσον ως περίβλημα ανάσχεσης χρησιμοποιηθεί αδιαπέραστη συνθετική μεμβράνη και τοποθετηθούν οι δεξαμενές εντός της εκσκαφής χωρίς την ύπαρξη περιβλήματος από οπλισμένο σκυρόδεμα, ισχύουν τα ακόλουθα: 1. Η θέση εκσκαφής δεν θα πρέπει να επηρεάζει ή να επηρεάζεται από τα θεμέλια υπαρχόντων κτισμάτων. 2. Οι δεξαμενές θα πρέπει να περιβάλλονται από συμπιεσμένα υλικά πλήρωσης σε απόσταση τριανταπέντε (35) εκατοστών κατ’ ελάχιστο. 3. Η ελάχιστη απόσταση μεταξύ της δεξαμενής και των παρειών της εκσκαφής, αλλά και μεταξύ δεξαμενών, πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομήντα (70) εκατοστά. 4. Η απόσταση του ανώτερου σημείου δεξαμενής, από πλάκα καταστρώματος διαφέρει ανάλογα με το εάν η πλάκα δέχεται φορτίο από διέλευση οχημάτων, εάν είναι οπλισμένη ή όχι και εάν ο υδροφόρος ορίζοντας είναι ή προβλέπεται ότι μπορεί να ανέλθει έως το ύψος της δεξαμενής. γγ) Οι εξωτερικές πλευρές των τοιχείων (ή άλλου περιβλήματος ανάσχεσης διαρροών) πρέπει να απέχουν από υπόγεια δίκτυα, νερού, ηλεκτρικών καλωδίων, αποχετεύσεως, απόσταση τουλάχιστον είκοσι (20) εκατοστών και από δίκτυα αερίου καυσίμου πενήντα (50) εκατοστών τουλάχιστον. β. Οι πλαστικές δεξαμενές μονού και διπλού τοιχώματος καθώς και οι μεταλλικές δεξαμενές διπλού τοιχώματος, μπορούν να τοποθετηθούν υπόγεια, χωρίς να είναι αναγκαία η τοποθέτηση τους εντός ετέρου περιβλήματος ανάσχεσης διαρροών. Για την τοποθέτηση αυτών, ισχύουν όσα αναφέρονται παραπάνω στην περίπτωση ββ, εδάφια 1-4. (Αντί για τη σελ.264,037(δ) Σελ. 264,037(ε) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 10. Απαγορεύεται η εγκατάσταση υπόγειων δεξαμενών μέσα στο κτίριο του πρατηρίου. Η εγκατάσταση αυτή επιτρέπεται μόνο σε ακάλυπτο χώρο σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.5 του ΓΟΚ όπως ισχύει (ν. 1577/1985 όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2831/2000) και στις θέσεις που εγκρίνονται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών. Οι δεξαμενές μπορούν να τοποθετούνται μέσα σε ισόγειο στεγασμένο ιδιωτικό χώρο, ανοιχτό κατά τις δυο τουλάχιστον πλευρές και σε βάθος μέχρι πέντε (5) μέτρα μετρούμενο μεταξύ του κέντρου της ανθρωποθυρίδας και της πλησιέστερης προς αυτήν προβολής των ακραίων σημείων της περιμέτρου της οροφής επικάλυψης του. 11. Η μέγιστη επιτρεπόμενη χωρητικότητα κάθε υπόγειας δεξαμενής ορίζεται σε 50 κ.μ. χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το αναγκαίο κενό από 5%. Η συνολική μέγιστη επιτρεπόμενη χωρητικότητα των υπογείων δεξαμενών για κάθε εγκατάσταση, καθορίζεται σε 300 κ.μ. για βενζίνες (γενικώς) και για πετρέλαιο (κινήσεως, θερμάνσεως ή και φωτιστικό). Το άρθρ.10 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.9 Π.Δ. 118/8-16 Ιουν.2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. Υπέργειοι δεξαμεναί πετρελαίου Άρθρ.11.- «Η εγκατάσταση και χρήση υπέργειων δεξαμενών πετρελαίου θέρμανσης ή φωτιστικού συνολικής μέγιστης επιτρεπόμενης χωρητικότητας 20 κ.μ., σε πρατήρια υγρών καυσίμων επιτρέπεται εκτός οικισμών και σε ζώνη πέραν των 500 μ. από τα όριά τους». Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.10 Π.Δ. 118/8-16 Ιουν. 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. α)Η θέσις της δεξαμενής δέον να ορίζηται εις ακάλυπτον χώρον και εις ικανήν απόστασιν από υφισταμένης προ της εγκαταστάσεως οδικής αρτηρίας πάντως δε έσωθεν της οικοδομικής γραμμής κατά 3μ. τουλάχιστον. β)Η δεξαμενή δέον να είναι μεταλλική, κυκλικής ή ελλειπτικής διατομής, πάχους τοιχωμάτων ως εν περιπτ. (α) (γγ) του άρθρ. 10 ορίζεται και να τοποθετήται επί βάθρου αναλόγου αντοχής, κατασκευαζομένου εκ σκυροδέματος ή εκ μεταλλικών στοιχείων (σιδηροκατασκευή). Σελ. 264,038(ε) Τεύχος Σελ. γ)Η τοποθέτησις υπεργείου δεξαμενής δέον να συντελήται με τον διαμήκη άξονα υπό κλίσιν προς τον κρουνόν απαγωγής των στερεών καταλοίπων τουλάχιστον 3% ως προς το οριζόντιον επίπεδον. δ)Η δεξαμενή δέον να φέρει: αα)Κρουνόν εκκενώσεως και απαγωγής των στερεών καταλοίπων εις το κατώτατον σημείον αυτής. ββ)Κρουνόν εκροής του πετρελαίου εις τον έναντι, εν σχέσει προς τον κρουνόν εκκενώσεως, πυθμένα της δεξαμενής. Το κέντρον της αντιστοίχου οπής δέον να υπέρκειται του κατωτάτου σημείου του αντιστοίχου πυθμένος τουλάχιστον κατά 90 χιλιοστόμετρα. γγ)Σωλήνα πληρώσεως. δδ)Σωλήνα εξαερισμού με το άνω άκρον καμπυλούμενον προς τα κάτω και φέρον επιστόμιον εκ μεταλλικού πλέγματος, εξ ανοξειδώτου μετάλλου των 40 MESH ανά τετραγωνικήν ίντσαν. εε)Δείκτη ελέγχου στάθμης. στστ)Οπήν μεθ’ οδηγού σωλήνος δια την καταμέτρησιν του περιεχομένου. ε)Η δεξαμενή δέον να προστατεύηται δια διατάξεως γειώσεως (της αντιστάσεως γειώσεως ούσης μικροτέρας των 7 ΟΗΜ) του μεταλλικού αυτής κελύφους, εις ην να γεφυρούνται άπαντα τα μη συγκεκολλημένα μέρη αυτής ως και της εν γένει σιδηράς κατασκευής της, κατά τους ισχύοντας εκάστοτε περί γειώσεων κανονισμούς. 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων στ)Η προσαρμογή των διαφόρων εξαρτημάτων (σωληνώσεων, κρουνών κλπ.) επί της δεξαμενής δέον να είναι επιμεμελημένη, εξασφαλιζομένης απολύτως της στεγανότητος εις τα σημεία προσαρμογής. ζ)Τα χρησιμοποιούμενα δια την εγκατάστασιν της δεξαμενής εξαρτήματα, δέον όπως ανθίστανται εις την εξ οξειδώσεως προσβολήν. η)Αι σωληνώσεις μεταγγίσεως του καυσίμου από της υπεργείου δεξαμενής εις την ή τας υπογείους τοιαύτας, δέον όπως διέρχωνται υπογείως, απαγορευομένης της χρήσεως σωληνώσεως υπέρ το έδαφος. «θ)Η μέγιστη επιτρεπόμενη χωρητικότητα κάθε υπέργειας δεξαμενής ορίζεται σε 10 κυβικά μέτρα, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το αναγκαίο κενό από 5%. Η συνολική για κάθε πρατήριο μεγίστη επιτρεπόμενη χωρητικότητα των υπέργειων δεξαμενών καθορίζεται σε 20 κυβικά μέτρα». Το εδαφ. θ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 8 του Π.Δ. 143/1989 (ΦΕΚ Α΄ 69) κατωτ. αριθ. 20. (Διόρθ. Σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 82/16-3-89 και Α΄ 97/17-4-89). «ι. Επιτρέπεται η απευθείας, από την υπέργεια ή υπόγεια δεξαμενή, τροφοδοσία αντλίας παροχής πετρελαίου ή και η τροφοδοσία αντλητικού συγκροτήματος, για μετάγγιση πετρελαίου σε βυτιοφόρα οχήματα» καθώς και η χρήση φορητού ή σταθερού αντλητικού συγκροτήματος, ακόμη και υπό μορφή μικρής κλίμακας γεμιστηρίου, για τη μετάγγιση του πετρελαίου σε βυτιοφόρα οχήματα, σύμφωνα με την σχετική μελέτη Μηχανολόγου Μηχανικού». Το εδάφ.ι΄ προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.10 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. «  12 Άρθρο     μ   μ Αντλίες και διανο είς καυσί ων 1. Η παροχή καυσίμων δύναται να πραγματοποιηθεί μέσω: α) Αντλίας αναρρόφησης, η οποία αποτελείται από μεταλλικό κέλυφος εντός του οποίου περιέχονται αντλητικό συγκρότημα αναρρόφησης καυσίμου, αεροδιαχωριστής, ογκομετρητής ακριβείας, μηχανικός ή ηλεκτρονικός μηχανισμός καταγραφής παρεχόμενης ποσότητας, ελαστικός σωλήνας και ακροσωλήνιο. Το αντλητικό συγκρότημα αναρρόφησης καυσίμου αποτελείται από μία αντλία θετικού εκτοπίσματος, η οποία κινείται από στεγανό αντιεκρηκτικό κινητήρα. Το αντλητικό συγκρότημα αναρρόφησης πρέπει απαραιτήτως να διαθέτει φίλτρο, σύστημα αεροδιαχωρισμού προϊόντος και βαλβίδα by pass, ή β) Διανομέα καυσίμου, δηλαδή συστήματος μέτρησης και διανομής καυσίμου χωρίς την ύπαρξη, εντός του κελύφους του, αντλητικού συγκροτήματος και αεροδιαχωριστή. Ο διανομέας τροφοδοτείται με καύσιμο από υποβρύχιες, (εμβαπτιζόμενες), αντλίες οι οποίες εγκαθίστανται εντός των δεξαμενών. Ο διανομέας καυσίμου αποτελείται από μεταλλικό κέλυφος εντός του οποίου περιέχονται ογκομετρητής ακριβείας, μηχανικός ή ηλεκτρονικός μηχανισμός καταγραφής παρεχόμενης ποσότητας, ελαστικός σωλήνας και ακροσωλήνιο. Ως υποβρύχια αντλία καυσίμου νοείται η ηλεκτρική αντλία που εμβαπτίζεται μέσα στο καύσιμο της δεξαμενής και παρέχει καύσιμο υπό πίεση στους διανομείς καυσίμου. Η υποβρύχια αντλία αποτελείται από τρία κύρια μέρη: - την εξωτερική μονάδα, που περιέχει το στεγανό ακροκιβώτιο ηλεκτρολογικών συνδέσεων, τη βαλβίδα αντεπιστροφής, και την ανακουφιστική βαλβίδα . Σε κατάλληλο σημείο της εξωτερικής μονάδας υπάρχει σπείρωμα, ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται σταθερά επί της ανθρωποθυρίδας της δεξαμενής. Επίσης, πρέπει να φέρει πινακίδια όπου θα αναγράφονται τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κινητήρα καθώς και το εργοστάσιο κατασκευής, ο τύπος και ο αριθμός σειράς αυτής. - την εμβαπτιζόμενη σωλήνωση, η οποία αποτελείται από δύο ομόκεντρους σωλήνες. Εντός του εσωτερικού σωλήνα- οδηγού διέρχονται οι καλωδιώσεις, προς το υποβρύχιο αντλητικό συγκρότημα και από τον εξωτερικό σωλήνα-δακτύλιο διέρχεται το καύσιμο από το αντλητικό συγκρότημα προς την εξωτερική μονάδα και ακολούθως προς τον επί της νησίδας των αντλιών τοποθετημένο διανομέα (Αντί για τη σελ.264,039(ε) Σελ. 264,039(στ) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 - το αντλητικό συγκρότημα, που περιλαμβάνει τον ηλεκτροκινητήρα, την αντλία και το φίλτρο στο σημείο αναρρόφησης. Ο ηλεκτροκινητήρας και όλα τα ηλεκτρικά μέρη, πρέπει να ανταποκρίνονται πλήρως στις αναγνωρισμένες ελληνικές και διεθνείς προδιαγραφές στεγανότητας και αντιεκρηκτικότητας που αφορούν περιβάλλον καυσίμων. Οι υποβρύχιες αντλίες πρέπει να διαθέτουν, επίσης, σύστημα που θα ελέγχει τις πιθανές διαρροές καυσίμου κατά τη διάρκεια της παράδοσης και θα ενεργοποιείται σταματώντας τη ροή όταν προκληθεί κάποια διαρροή. 2. Η παροχή και καταγραφή της παρεχόμενης ποσότητας από αντλίες αναρροφήσεως και διανομείς πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε μονάδες μετρήσεως, η δε ακρίβεια της παρεχόμενης ποσότητας υπόκειται σε έλεγχο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Η ακρίβεια της παρεχόμενης ποσότητας πρέπει να διασφαλίζεται με την σφράγιση, με μη παραβιαζόμενη σφραγίδα μίας χρήσεως, του σημείου ρυθμίσεως του ογκομετρητή. Η καταγραφόμενη, στον ηλεκτρονικό ή μηχανικό καταγραφικό μηχανισμό, ένδειξη πρέπει να ανταποκρίνεται στην μετρούμενη από τον ογκομετρητή παρεχόμενη ποσότητα. Το σφάλμα μετρήσεως πρέπει να βρίσκεται μεταξύ των επιτρεπομένων ορίων, όπως αυτά καθορίζονται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης. Οι αντλίες αναρροφήσεως και οι διανομείς εφεξής πρέπει να διαθέτουν ίδιο φωτισμό προς παρακολούθηση των ενδείξεων του καταγραφικού μηχανισμού και κατάλληλο μηχανισμό που δεν θα επιτρέπει την παροχή εάν δεν μηδενιστεί, αυτόματα ή χειροκίνητα, η ένδειξη προηγούμενης παροχής. Το ακροσωλήνιο (επιστόμιο) παροχής καυσίμου πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διακόπτει αυτόματα την παροχή καυσίμου εάν υπερπληρωθεί η δεξαμενή του οχήματος. Οι αντλίες αναρροφήσεως και οι διανομείς εφεξής δύνανται να είναι εφοδιασμένοι με δείκτη ροής σε εμφανές σημείο, ο οποίος να είναι πλήρης καυσίμου πριν και μετά την παροχή. Στο σημείο σύνδεσης του ελαστικού σωλήνα παροχής με την αντλία αναρρόφησης ή τον διανομέα πρέπει να παρεμβάλλεται ειδική βαλβίδα η οποία, σε περίπτωση θραύσης της από ισχυρή έλξη, στεγανοποιεί τα δύο μέρη ώστε να μην υπάρχει περίπτωση ανεξέλεγκτης εκροής καυσίμου. Σελ. 264,040(στ) Τεύχος Σελ. Στο σημείο σύνδεσης του διανομέα, με την υπό πίεση σωληνογραμμή παροχής καυσίμου σε αυτόν, πρέπει απαραιτήτως να υπάρχει ειδική βαλβίδα ασφαλείας (shut off valve), που θα αποτρέπει την ανεξέλεγκτη εκροή καυσίμου σε περίπτωση πυρκαγιάς ή αποξήλωσης του διανομέα λόγω ατυχήματος (π.χ. πρόσκρουση οχήματος). Οι αντλίες αναρροφήσεως και οι διανομείς εφεξής πρέπει να εγκαθίστανται επάνω από στεγανό φρεάτιο (περίβλημα ανάσχεσης διαρροών) που μπορεί να κατακρατεί ποσότητες καυσίμου που πιθανώς θα διαρρεύσουν από το εσωτερικό της αντλίας, ή του διανομέα ή από τα σημεία σύνδεσης αυτών με τις αντίστοιχες σωληνώσεις. Στο στεγανό φρεάτιο καταλήγουν οι σωληνώσεις, οι προερχόμενες από τις δεξαμενές, μέσω στυπιοθλιπτών. Η ακραία σύνδεση των σωληνώσεων τροφοδοσίας με τις αντλίες αναρροφήσεως ή τους διανομείς, εντός του ανωτέρω φρεατίου, γίνεται με τη βοήθεια εύκαμπτων σωλήνων σύνδεσης. Όλοι οι διανομείς και οι αντλίες αναρρόφησης εφεξής πρέπει να έχουν την δυνατότητα να ανταποκριθούν στις προϋποθέσεις «περί ανάκτησης ατμών υδρογονανθράκων φάση ΙΙ (vapor recovery stage II)». 21.Ε.κ.8 Πρατήρια Υγρών Καυσίμων Όλα τα ηλεκτρικά μέρη και οι ηλεκτρολογικές συνδέσεις πρέπει να πληρούν τους ισχύοντες ελληνικούς κανονισμούς, ώστε να αποτρέπεται πιθανότητα επαφής ατμών καυσίμου με ηλεκτρικό ρεύμα. Πρέπει να υπάρχει σύστημα φυσικού αερισμού. Υποχρεωτικά η αντλία αναρροφήσεως ή ο διανομέας φέρει πινακίδιο όπου αναγράφεται το εργοστάσιο κατασκευής, ο τύπος, και ο αριθμός σειράς αυτού. Η έγκριση του τύπου των αντλιών αναρροφήσεως και των διανομέων παρέχεται από το Υπουργείο Ανάπτυξης σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 3. Επιτρέπεται η χρήση αντλιών ή διανομέων καυσίμων με πολλαπλά ακροσωλήνια, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν ήδη αναφερθεί στις ανωτέρω παραγράφους. 4. Επιτρέπεται η χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των αντλιών αναρροφήσεως και των διανομέων εξ’ αποστάσεως, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα συστήματα είναι ενσωματωμένα στο κέλυφος της αντλίας ή του διανομέα ή εάν βρίσκονται σε κάποιον άλλο χώρο του πρατηρίου. Επιτρέπεται επίσης, η χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου της τροφοδοσίας ιδιωτικών στόλων οχημάτων». Το άρθρ.12 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.11 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. «  13 Άρθρο μ   Βιο ηχανικά ζυγιστικά Επιτρέπεται η εντός της κυρίας εκτάσεως του πρατηρίου, εγκατάσταση βιομηχανικού ζυγιστικού (γεφυροπλάστιγγας), ηλεκτρονικού τύπου, με την προϋπόθεση ότι δεν παρακωλύεται η εύρυθμη λειτουργία του πρατηρίου και η ομαλή ροή της κυκλοφορίας των οχημάτων και ύστερα από την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τις γενικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις». Το άρθρ.13 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.11 Π.Δ. 118/8-16 Ιουνίου 2006 (ΦΕΚ Α 119), κατωτ. αριθ.32. «  14 Άρθρο       Μέτρα και Μέσα Πυροπροστασίας 1. Τα προληπτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την αποτροπή του κινδύνου πυρκαγιάς κατά την λειτουργία πρατηρίων υγρών καυσίμων είναι τα εξής: α) Σε εμφανείς θέσεις του πρατηρίου να τοποθετούνται πινακίδες με την φράση «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΧΡΗΣΗ ΦΩΤΙΑΣ» καθώς και τον αριθμό τηλεφώνου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. β) Να υπάρχουν αναρτημένες οδηγίες για τους οδηγούς βυτιοφόρων αυτοκινήτων σχετικά με τις απαραίτητες ενέργειες, για την ασφαλή μετάγγιση υγρού καυσίμου από το βυτιοφόρο στη δεξαμενή αποθήκευσης. γ) Η πλήρωση των δεξαμενών καυσίμων γίνεται παρουσία του εκμεταλλευτή του πρατηρίου ή εντεταλμένου υπαλλήλου, με ευθύνη αυτού και του μεταφορέα, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να έχουν σε ετοιμότητα τους πυροσβεστήρες του βυτιοφόρου και του πρατηρίου κοντά στο φρεάτιο που γίνεται η πλήρωση της δεξαμενής με καύσιμα. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα πλήρωσης των δεξαμενών του πρατηρίου πρέπει να τοποθετείται στην είσοδο αυτού εμπόδιο που θα φέρει πινακίδα διαστάσεων 1,00x0,50 μ. στην οποία θα υπάρχει η επιγραφή «ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΧΡΙ ΠΕΡΑΤΟΣ ΑΝΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΡΑΤΗΡΙΟΥ ΜΕ ΚΑΥΣΙΜΑ». δ) Απαγορεύεται η ύπαρξη οχετών αποχέτευσης, φρεατίων, ανοιγμάτων ή αεραγωγών που οδηγούν σε υπόγειους χώρους της εγκατάστασης του πρατηρίου σε απόσταση μικρότερη των πέντε (5) μέτρων από την πλησιέστερη αντλία καυσίμων από τα φρεάτια δεξαμενών και το στομίο εξαέρωσης. ε) Απαγορεύεται να αποθηκεύονται στους χώρους του πρατηρίου οποιασδήποτε μορφής εύφλεκτα υλικά, δοχεία με καύσιμα, ή κενά δοχεία καυσίμων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. στ) Απαγορεύεται η χρήση θερμαστρών πετρελαίου, ή ηλεκτρικής πυράκτωσης, ή υγραερίου ή φλόγας γενικά για την θέρμανση του διαμερίσματος του πρατηρίου. ζ) Εύφλεκτα σκουπίδια τοποθετούνται σε σκεπασμένα μεταλλικά δοχεία τα οποία να αδειάζονται τακτικά, τα δε δάπεδα διατηρούνται καθαρά και ελεύθερα από λάδια και γράσα. η) Ο εκμεταλλευτής του πρατηρίου ή εξουσιοδοτημένος υπάλληλος πρέπει να κάνει ημερήσια επιθεώρηση των εγκαταστάσεων του πρατηρίου και είναι υπεύθυνος για την επισκευή κάθε επικίνδυνης εγκατάστασης καθώς και την άμεση απομάκρυνση τυχόν συσσωρευμένων εύφλεκτων υλικών. θ) Τα ηλεκτρικά μηχανήματα, κυκλώματα, φωτιστικά, διακόπτες, μηχανές, άξονες και αντλίες που βρίσκονται στους χώρους του πρατηρίου όπου είναι δυνατόν να συσσωρευτούν εύφλεκτοι ατμοί, πρέπει να είναι σχεδιασμένα και τοποθετημένα κατά τέτοιο τρόπο που να μην δημιουργούν κίνδυνο πυρκαγιάς. (Αντί για τη σελ.264,041(ε) Σελ. 264,041(στ) Τεύχος Σελ. Πρατήρια Υγρών Καυσίμων 21.Ε.κ.8 ι) Απαγορεύεται η πλήρωση με καύσιμο του ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων ή άλλων μηχανημάτων όταν η μηχανή τους βρίσκεται σε λειτουργία. ια) Όλο το προσωπικό του πρατηρίου πρέπει να γνωρίζει καλά την χρήση των πυροσβεστικών μέσων. ιβ) Τα μέσα πυρόσβεσης πρέπει να διατηρούνται σε καλή κατάσταση και οι πυροσβεστήρες να ελέγχονται και συντηρούνται σύμφωνα με τα Εθνικά Πρότυπα. ιγ) Δεν επιτρέπεται η χρήση κινητού τηλεφώνου στο χώρο εφοδιασμού του πρατηρίου σε ακτίνα 5 τουλάχιστον μέτρων πέριξ των νησίδων των αντλιών και των δεξαμενών. ιδ) Οι υπόγειοι χώροι εφόσον ευρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των δέκα (10) μέτρων από αντλίες, φρεάτια δεξαμενών και στόμια εξαέρωσης, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με διατάξεις συστημάτων ανίχνευσης αερίων υδρογονανθράκων μετά από σχετική έγκριση της οικείας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2. Τα κατασταλτικά μέσα που πρέπει να λαμβάνονται σε πρατήρια υγρών καυσίμων είναι τα παρακάτω: α) Ανά τρεις (3) αντλίες καυσίμων (ή διανομείς) πρέπει να υπάρχει ένας (1) πυροσβεστήρας Ξηράς σκόνης, καθαρού βάρους 12 χιλιόγραμμων (ή 2 πυροσβεστήρες ξηράς σκόνης των 6 χιλιογράμμων έκαστος) ή άλλου εγκεκριμένου κατασβεστικού υλικού, ανάλογης κατασβεστικής ικανότητας και σε καμία περίπτωση ο αριθμός πυροσβεστήρων δεν θα είναι μικρότερος …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.