📄 Κείμενο νόμου
24. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 5 της 29 Μαρτ./3 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 48) Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων. (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Α΄ 62/26 Απρ.1978 και Α΄ 126/17 Αυγ.1978). Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΄Εχουσα υπ’ όψει: α)Τας διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 2 του Νόμου 590/1977 «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» β)Την υπ’ αριθμ. 5/14.6.1977 πράξιν του ΑΥΣΕ περί γνωμοδοτήσεως επί σχεδίου Κανονισμού περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων. γ)Τας από 17.8.1977, 19.8.1977, 13.12.1977 και 8.2.1978 αποφάσεις της Διαρκούς ιεράς Συνόδου, ψηφίζει: Τον υπ’ αριθμόν 5/1978 Κανονισμόν «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων». ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 5/1978 ΚΩΔΙΞ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Γενικαί Διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ορισμοί. Πρόσωπα υπαγόμενα εις τον παρόντα Κώδικα. Άρθρον 1. 1.Σκοπός του παρόντος Κώδικος είναι η καθιέρωσις κανόνων διεπόντων την υπηρεσιακήν κατάστασιν των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου επί βάσεων ισότητος και δικαιοσύνης, η εξασφάλισις της ορθής επιλογής αυτών, η κατοχύρωσις της κατά το συμφέρον των νομικών τούτων προσώπων σταδιοδρομίας των και η επίτευξις της μεγίστης δυνατής αποδόσεως αυτών εν τη εργασία των. 2.Εις τας διατάξεις του παρόντος υπάγονται πάντες οι τακτικοί, οι επί θητεία και οι μετακλητοί υπάλληλοι των ιερών μητροπόλεων και λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών του κλήρου οργανισμών ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών ως κληρικών, μοναχών ή λαϊκών ως και οι υπό των αυτών νομικών προσώπων προσλαμβανόμενοι επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου κατά τας διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι υπάλληλοι των γραφείων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, οι ιεροκήρυκες και οι υπάλληλοι των ιερών μονών υπάγονται εις τον παρόντα κώδικα. Δεν υπάγονται όμως οι πρεσβύτεροι (προϊστάμενοι ή μη) ως και οι διάκονοι των ιερών ναών (ενοριακών ή μη), οι ιεροψάλται και το τυχόν υπάρχον έτερον βοηθητικόν ή υπηρετικόν προσωπικόν των ναών τούτων (χορωδοί, γραφείς, νεωκόροι, καθαρίστριαι). Δεν υπάγεται ωσαύτως το πάσης φύσεως προσωπικόν της εκκλησιαστικής παιδείας. 3.Επί πάσης αμφισβητουμένης προϋπηρεσίας τινός ως εκκλησιαστικού υπαλλήλου αποφαίνεται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος μετά σύμφωνον γνώμην του κατ’ άρθρον 5 του παρόντος Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας. (Αντί για τη σελ. 52,285) Σελ. 52,285(α) Τεύχος 749-Σελ. 9 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 150 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Όργανα εφαρμογής του Κώδικος. Άρθρον 9. 1.΄Ινα διορισθή τις εκκλησιαστικός υπάλληλος ή να προσληφθή επί συμβάσει Ιδιωτικού Δικαίου δέον να έχη συμπεπληρωμένον το 21ον έτος της ηλικίας του και να μη έχη υπερβή το 40ον. Ειδικαί εξαιρέσεις δύνανται να επιτραπούν κατόπιν ειδικώς ητιολογημένης πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εκδιδομένης μετά γνώμην του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Προκειμένου περί διορισμού ή προσλήψεως εις την κατηγορίαν των ειδικών θέσεων ως και περί διορισμού των κατά τα άρθρα 148 κ. Επ. του παρόντος μετακλητών υπαλλήλων δεν ισχύει ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου ηλικίας. Προκειμένου περί δακτυλογράφων, στενογράφων ή στενοδακτυλογράφων γυναικών ως κατώτατον όριον καθορίζεται το 18ον. 2.Δια την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται η 1η Ιανουαρίου του έτους γεννήσεως, καθ’ όσον αφορά το κατώτατον και η 31η Δεκεμβρίου του αυτού έτους καθ’ όσον αφορά το ανώτατον όριον ηλικίας. 3.Η ηλικία αποδεικνύεται εκ της εντός ενενήκοντα ημερών από της γεννήσεως συντεταγμένης ληξιαρχικής πράξεως και εν ελλείψει τοιαύτης, προκειμένου μεν περί αρρένων, εκ του μητρώου αρρένων, προκειμένου δε περί θηλέων εκ του δημοτολογίου. Επί πλειόνων εν τοις μητρώοις ή τοις δημοτολογίοις εγγραφών υπερισχύει η πρώτη. 4.Δικαστικαί αποφάσεις διορθούσαι την περί ηλικίας εγγραφήν δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν. Άρθρον 97. 1.Η προαγωγή του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικόν κολάσιμον αυτού, δι' αδίκημα προγενέστερον της προαγωγής. 2.Εν περιπτώσει αμνηστίας,, αποκαταστάσεως, χάριτος ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον άρσεως του κολασίμου ή άρσεως ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμον της πράξεως. Τμήμα ΣΤ΄. Σχέσις πειθαρχικής προς ποινικήν δίκην. Άρθρον 98. 1.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος πάσης άλλης δίκης. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχικήν, δύναται όμως ο πειθαρχικός δικαστής δι' αποφάσεως του, δυναμένης ελευθέρως να ανακληθή να διατάξη δι' εξαιρετικούς λόγους την αναστολήν. 3.Οσάκις εν ποινική αποφάσει, καταστάσει αμετακλήτω βεβαιούται ρητώς η ύπαρξις ή ανυπαρξία πραγματικών γεγονότων, γίνονται ταύτα δεκτά εν τη πειθαρχική δίκη, ως εν τη ποινική. Ουδόλως όμως κωλύεται εντεύθεν το πειθαρχικόν όργανον να εκδώση αντιθέτως προς την ποινικήν, απόφασιν απαλλακτικήν ή καταγνωστικήν. 4.Εκδιδομένης αμετακλήτου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως μετά την πειθαρχικήν, επαναλαμβάνεται η ένεκα της αυτής πράξεως πειθαρχική δίωξις εάν δικαιολογήται κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 93 η οριστική παύσις του υπαλλήλου, εκδιδομένης δε αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη. Το προς επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης δικαίωμα παραγράφεται μετά διετίαν αφ' ης καταστή αμετάκλητος η ποινική απόφασις. 5.Δια την εφαρμογήν των προηγουμένων παραγράφων ως "ποινική δίκη" νοείται, προκειμένου περί εκκλησιαστικών υπαλλήλων εχόντων την ιδιότητα του κληρικού και η ενώπιον εκκλησιαστικού δικαστηρίου διεξαγομένη δίκη. 33.Α.θ.24 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 169 Τμήμα Ζ΄. Συρροή ποινών. Άρθρον 99. 1.Ουδείς διώκεται εκ δευτέρου δια το αυτό πειθαρχικόν αδίκημα. 2.Ένεκα του αυτού πειθαρχικού αδικήματος, μία ποινή επιβάλλεται. 3.Δια της αυτής αποφάσεως μία ποινή επιβάλλεται. Τμήμα Η'. Δίωξις και τιμώρησις των πειθαρχικών αδικημάτων. Άρθρον 100. 1.Η δίωξις και τιμωρία του πειθαρχικού αδικήματος είναι καθήκον του πειθαρχικού δικαστού, παράλειψις του οποίου συνιστά πειθαρχικόν αδίκημα αυτού. 2.Κατ' εξαίρεσιν, επί αδικημάτων δικαιολογούντων την ποινήν της επιπλήξεως, η δίωξις απόκειται εις την διακριτικήν εξουσίαν των τεταγμένων προς τούτο οργάνων, λαμβανόντων υπ' όψιν τούτο μεν το συμφέρον της υπηρεσίας, τούτο δε την καθ' όλου εν τη υπηρεσία και εκτός αυτής διαγωγήν του κρινομένου εκκλησιαστικού υπαλλήλου. 3.Εν τη τιμωρήσει ο πειθαρχικός δικαστής κέκτηται διακριτικήν εξουσίαν ως προς την επιμέτρησιν της ποινής, λαμβάνων υπ' όψιν τα εν τη προηγουμένω παραγράφω κριτήρια. Κατ' εξαίρεσιν, οσάκις το πειθαρχικόν αδίκημα δικαιολογεί ποινήν ανωτέραν της επιπλήξεως, δεν δύναται ο πειθαρχικός δικαστής να μη επιβάλη ποινήν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι. Άρθρον 101. Αι πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι είναι μονομελείς και πολυμελείς. Μονομελείς πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι είναι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι του υπαλλήλου. Πολυμελείς πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι είναι: α)Τα Διοικητικόν Συμβούλιον του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. β)Τα κατά το άρθρον 2 παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακά Συμβούλια. γ)Το Ανώτερον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον. δ)Το Συμβούλιον Επικρατείας. Άρθρον 102. Πειθαρχικώς Προϊστάμενοι. 1.Πειθαρχικώς Προϊστάμενοι είναι: Ο οικείος Ιεράρχης, ο Διοικητής του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου επί πάντων των υπαλλήλων του νομικού τούτου προσώπου, ο κατά βαθμόν ανώτερος πάντων των εκκλησιαστικών υπαλλήλων της Κεντρικής ή των τυχόν Περιφερειακών Υπηρεσιών του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων ή αυτοτελούς τμήματος ή υπηρεσίας επί των υπ' αυτούς υπαλλήλων. 2.Η ιδιότης του Προϊσταμένου ως επί θητεία ή μετακλητού δεν κωλύει την υπ' αυτού άσκησιν της πειθαρχικής εξουσίας. Άρθρον 103. Αμεταβίβαστον αρμοδιότητος πειθαρχικώς προϊσταμένων. Αυτεπάγγελτος δίωξις. 1.Η αρμοδιότης των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστος πλην αν άλλως προβλέπεται υπό διατάξεως νόμου ή Κανονισμού. 2.Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, επιλαμβάνονται, αυτεπαγγέλτως. 3.Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι ο εις ην υπήγετο υπηρεσιακώς, υφ' οιανδήποτε υπηρεσιακήν σχέσιν ή κατάστασιν ο υπάλληλος κατά τον χρόνον της τελέσεως του αδικήματος. 4.Δια της κλήσεως εις απολογίαν άρχεται η αυτεπάγγελτος δίκη. 5.Μεταξύ πλειόνων, αρμοδίως επιληφθέντων, πειθαρχικώς προϊσταμένων προτιμάται ο πρότερον καλέσας εις απολογίαν. Ούτος υποχρεούται πάντως να παραπέμψη την υπόθεσιν εις ανωτέραν πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν αν τυχόν ήθελε ζητηθή παρ' αυτής προ της εκδόσεως υπ' αυτού πειθαρχικής αποφάσεως. 6.Ωσαύτως δύναται να παραπέμψη την υπόθεσιν μέχρι και του οικείου Ιεράρχου ή του Διοικητού του Νομικού Προσώπου εις ην περίπτωσιν ο πειθαρχικός προϊστάμενος ήθελε κρίνει ότι το αδίκημα επισύρει ποινήν ανωτέραν της δικαιοδοσίας του. Ελλείποντος, απόντος ή κωλυομένου του αμέσως ανωτέρω πειθαρχικώς προϊσταμένου, η παραπομπή δύναται, να γίνη εις υπέρτερον αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενον. 7.Επί παραπομπής εις ανωτέραν δικαιοδοσίαν μετά κλήσιν εις απολογίαν δεν απαιτείται νέα κλήσις. Άρθρον 104. Αρμοδιότης πειθαρχικών Προϊσταμένων. Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι δύνανται να επιβάλλουν την μεν ποινήν της επιπλήξεως πάντες, την δε ποινήν του προστίμου μέχρι του 1/3 των αποδοχών ενός μηνός, ο οικείος ιεράρχης ή ο Διοικητής οι δε λοιποί προϊστάμενοι την ποινήν του προστίμου μέχρι του 1/6 των αποδοχών ενός μηνός. Άρθρον 105. Πολυμελείς δικαιοδοσίαι. 1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον επιλαμβάνεται είτε αυτεπαγγέλτως δια της κλήσεως του υπαλλήλου εις απολογίαν είτε κατόπιν παραπεμπτηρίου εγγράφου κατά τα εν άρθρω 111 του παρόντος οριζόμενα. 2.Εάν το αδίκημα επισύρη ποινήν ανωτέραν της αρμοδιότητος αυτού οφείλει να παραπέμψη την υπόθεσιν εις το αρμόδιον πειθαρχικόν συμβούλιον, όπερ δύναται κατά την κρίσιν αυτού να καλέση εκ νέου τον υπάλληλον εις απολογίαν. Άρθρον 106. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να επιβάλλη τας ποινάς μέχρι και του προστίμου των αποδοχών ημίσεος μηνός. Αρμόδιον Διοικητικόν Συμβούλιον είναι εκείνο εις ο υπήγετο υφ' οιανδήποτε υπηρεσιακήν σχέσιν ή κατάστασιν ο υπάλληλος κατά τον χρόνον τελέσεως του αδικήματος. Άρθρον 10. Ίνα άρρην προσληφθή ως εκκλησιαστικός υπάλληλος δέον να έχη εκπληρώσει τας στρατιωτικάς αυτού υποχρεώσεις ή να έχη απαλλαγή τούτων νομίμως ή να ευρίσκεται νομίμως εκτός του στρατεύματος, προς δε να μη έχη κηρυχθή ανυπότακτος ουδέ να έχη τελεσιδίκως καταδικασθή επί λιποταξία. Εκκλησιαστικός υπάλληλος καλούμενος εις τας τάξεις του στρατεύματος δεν απολύεται της θέσεώς του. Άρθρον 107. 1.Τα υπό του άρθρου 2 του παρόντος προβλεπόμενα υπηρεσιακά συμβούλια λειτουργούν και ως πειθαρχικά συμβούλια κατά το άρθρον 101 περίπτ. β΄ του παρόντος δια τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους τους εις αυτάς υπαγομένους. 2.Τα πειθαρχικά συμβούλια επιλαμβάνονται βάσει παραπεμπτηρίου εγγράφου εκδιδομένου κατά τα εν άρθρω 111 του παρόντος οριζόμενα και εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να παραπέμψουν την υπόθεσιν εις ετέραν δικαιοδοσίαν, δυνάμενα να επιβάλλουν πάσαν ποινήν. 3.Συγκρούσεις αρμοδιότητος μεταξύ πλειόνων πειθαρχικών συμβουλίων δια το αυτό αδίκημα, είτε καταφατικαί, εφ' όσον δεν εξεδόθη εισέτι οριστική απόφασις, είτε αποφατικαί, εφ' όσον είναι ή κατέστησαν τελεσίδικοι αι περί αναρμοδιότητος αυτών αποφάσεις, αίρονται υπό του Ανωτέρου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας επί τη προσηκόντως βεβαιωμένη αιτήσει του διωκομένου υπαλλήλου ή, προκειμένου περί καταφατικής συγκρούσεως, και του προέδρου τινός των επιληφθέντων υπηρεσιακών πειθαρχικών συμβουλίων. (Μετά την σελ. 52 302) Σελ. 52,303 Τεύχος 766 – Σελ. 97 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 170 Άρθρον 108. Το Ανώτερον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον επιλαμβάνεται ως Πειθαρχικόν: α)εις τας υπό κειμένων περί αυτού διατάξεων προβλεπόμενας περιπτώσεις επιβάλλον μόνον τας αυτόθι οριζομένας ποινάς και β)επί εφέσει κατά τας διατάξεις του παρόντος. Άρθρον 109. 1.Πλείονα πειθαρχικά αδικήματα του αυτού υπαλλήλου, διωκόμενα προ της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, συνεκδικάζονται υποχρεωτικώς, εφ' όσον ανάγονται εις καθήκοντα υπηρεσιών του αυτού νομικού προσώπου. Κατά του υπαιτίου πλειόνων πειθαρχικών αδικημάτων δια πλειόνων πράξεων ή παραλείψεων διαπραχθέντων μετά την επιμέτρησιν καταγιγνώσκεται μία συνολική ποινή αποτελουμένη εκ της βαρυτέρας, επαυξανομένης κατά την κρίσιν του πειθαρχικού δικαστού. 2.Πλείονες υπάλληλοι διωκόμενοι, δια το αυτό αδίκημα ή δι' αδικήματα συναφή συνδικάζονται υποχρεωτικώς υπό τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου. 3.Υπάλληλοι ανήκοντες εις πλείονα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου συνδικάζονται υπό του το πρώτον επιληφθέντος πειθαρχικού οργάνου εφ' όσον είναι ανώτερον, άλλως συνδικάζονται υπό του εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει ανωτέρου, εφ' όσον πρόκειται περί του αυτού αδικήματος ή αδικημάτων συναφών. 4.Αρμόδιον προς συνεκδίκασιν μεταξύ πλειόνων οργάνων είναι : α)μεταξύ πλειόνων πειθαρχικώς προϊσταμένων, ο κατά βαθμόν ανώτερος, επί δε ομοιοβάθμων ο πρότερον επιληφθείς. β)προκειμένου περί συνδικάσεως, κατά την παράγραφον 2 υπαλλήλων υπαγομένων λόγω βαθμού εις διάφορα συμβούλια, το εκ τούτων ανώτερον, γ)μεταξύ πειθαρχικώς προϊσταμένου και πειθαρχικού συμβουλίου, το πειθαρχικόν συμβούλιον. 5.Το πειθαρχικόν συμβούλιον θεωρείται επιληφθέν δια την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου, αφ' ης περιήλθεν αυτώ το παραπεμπτήριον έγγραφον. Άρθρον 110. 1.Ο οικείος ιεράρχης ή ο Πρόεδρος του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου εάν κρίνη ότι το αδίκημα επισύρη ποινήν μείζονα της αρμοδιότητός του παραπέμπει την υπόθεσιν ενώπιον της οικείας πολυμελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας δια παραπεμπτηρίου εγγράφου. Εις την περίπτωσιν του άρθρου 105 παρ. 2 το παραπεμπτήριον έγγραφον εκδίδει το Διοικητικόν Συμβούλιον. 2.Η έκδοσις του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την μήπω περατωθείσαν δι' οριστικής αποφάσεως αυτεπάγγελτον δίκην. 3.Η έκδοσις οριστικής αποφάσεως επί τινι αδικήματι είτε υπό μονομελούς είτε υπό πολυμελούς δικαιοδοσίας, καθιστά απαράδεκτον την κατά την παραγρ. 1 του παρόντος παραπομπήν. Σελ. 52,304 Τεύχος 677 – Σελ. 98 4.Γενομένη παραπομπή δεν ανακαλείται. 5.Εν τω παραπεμπτηρίω εγγράφω δέον να μνημονεύωνται τα συνιστώντα το διωκόμενον παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, ως και τα υπάρχοντα στοιχεία άτινα πιθανολογούν την ενοχήν του υπαλλήλου. 6.Το παραπεμπτήριον έγγραφον κοινοποιείται εις τον εγκαλούμενον και αναστέλλεται μετά του φακέλου της υποθέσεως, ως και ολοκλήρου του ατομικού φακέλου του υπαλλήλου, εις τον γραμματέα της οικείας πολυμελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας. Άρθρον 111. Προανάκρισις. 1.Η προανάκρισις συνίσταται εις προκαταρκτικήν άτυπον συλλογήν και καταγραφήν πληροφοριών και στοιχείων περί του εικαζομένου πειθαρχικού αδικήματος και των συνθηκών, υφ' ας ετελέσθη τούτο. 2.Προανάκρισιν δύναται να ενεργήση πας πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου. 3.Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνη ο ενεργών την προανάκρισιν, ότι δεν συντρέχει περίπτωσις πειθαρχικής διώξεως, τερματίζει ταύτην δι' ητιολογημένης εκθέσεως. Τούτο δεν κωλύει την υπ' άλλου πειθαρχικώς προϊσταμένου ενέργειαν προανακρίσεως. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνη ο ενεργών την προανάκρισιν, ότι προκύπτει πειθαρχικόν αδίκημα τιμωρητέον δια των ποινών της αρμοδιότητός του, καλεί τον υπάλληλον εις απολογίαν κατά το άρθρον 120, εάν δε κρίνη ότι δικαιολογείται η επιβολή ποινής βαρυτέρας, ενεργεί κατά τα εν άρθρω 103 παρ. 6 οριζόμενα. Εάν τέλος κρίνη, ότι το αδίκημα χρήζει περαιτέρω ερεύνης, προβαίνει εις την ενέργειαν ανακρίσεως. Άρθρον 112. Ανάκρισις. 1.Την ανάκρισιν διεξάγει : α)επί μονομελούς δικαιοδοσίας αυτός ο επιληφθείς πειθαρχικώς προϊστάμενος ή άλλος τις υπ' αυτού οριζόμενος υπάλληλος, β)επί πολυμελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας ο υπό τούτου οριζόμενος υπάλληλος είτε μέλος αυτού είτε άλλος τις. Εις πάσαν περίπτωσιν ο αναλαβών να ενεργήση την ανάκρισιν πρέπει να είναι τουλάχιστον ομοιόβαθμος άλλ' αρχαιότερος του διωκομένου, εκτός εάν την ανάκρισιν ενεργή υπάλληλος ετέρου κλάδου κατ' εντολήν του οικείου ιεράρχου ή του Προέδρου του οικείου Εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. 2.Δεν δύναται να διεξαγάγουν ανάκρισιν: α')Οι καθ' ων τυχόν εστρέφετο το αδίκημα, β')Οι ασκήσαντες την πειθαρχικήν αυτών αρμοδιότητα δια το υπό κρίσιν αδίκημα πειθαρχικώς προϊστάμενοι, και γ')Οι κατ' ευθείαν γραμμήν εξ αίματος συγγενείς του διωκομένου υπαλλήλου ή εκ πλαγίου μέχρι και του τετάρτου βαθμού και ο σύζυγος ή εξ αγχιστείας συγγενής μέχρι και του δευτέρου βαθμού. Ο εγκαλούμενος δικαιούται εφ' άπαξ και το βραδύτερον εντός διημέρου από της κλήσεως προς εξέτασιν υπό του ανακριτού να αιτήσηται την εξαίρεσιν αυτού από του έργου της ανακρίσεως δι' εγγράφου αιτήσεως, εν η δέον να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως, επισυνάπτονται δε και τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως η αναλόγως του βαθμού του διωκομένου υπαλλήλου οικεία πολυμελής πειθαρχική, δικαιοδοσία συνερχομένη εκτάκτως επί τούτω και άνευ συμμετοχής του εις ο τυχόν είχον ανατεθή τα ανακριτικά καθήκοντα μέλους αυτής αναπληρουμένου νομίμως. Εάν η αίτησις γίνη δεκτή, αι υπό του έξαιρεθέντος ενεργηθείσαι ανακριτικαί πράξεις είναι άκυροι και δεν δύνανται να τοποθετηθούν εις τον φάκελον της υποθέσεως. 33.Α.θ.24 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 171 3.Ο διεξάγων την ανάκρισιν ενεργεί τας εν τη έδρα αυτού ανακριτικάς πράξεις αυτοπροσώπως ή δι' υφισταμένου αυτώ υπαλλήλου κατ' ανάλογον εφαρμογήν της περιπτ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, δικαιούται δε να αιτήσηται παρά πάσης διοικητικής αρχής ή ειρηνοδίκου ή ειδικού πταισματοδίκου την εν τη έδρα αυτού ενέργειαν ανακριτικής τινός πράξεως. Ενέργειαν ανακριτικών πράξεων εκτός έδρας δύναται να ζητήση και παρά τινος των αρμοδίων κατά τόπον διοικητικών αρχών, των δικαιουμένων να μετακινηθούν ή να διατάξουν μετακίνησιν υπαλλήλου λόγω υπηρεσίας. 4.Κατά την ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου διαδικασίαν επί τε της πειθαρχικής αγωγής και της εφέσεως η ανάκρισις είναι υποχρεωτική, πλην εάν η τυχόν προηγηθείσα κρίνηται ως επαρκής. 5.Η ανάκρισις είναι μυστική. 6.Η ανάκρισις δύναται να εκταθή εις την έρευναν και ετέρων αδικημάτων του αυτού υπαλλήλου, δι' ά προκύπτουν στοιχεία εν τη πορεία αυτής. 7.Καθήκοντα γραμματέως της ανακρίσεως εκτελεί ο υπό του διεξάγοντος την ανάκρισιν οριζόμενος υπάλληλος. Άρθρον 113. Ανακριτικαί Πράξεις. 1.Ανακριτικαί πράξεις είναι : α)Αυτοψία, β)Εξέτασις μαρτύρων, γ)Πραγματογνωμοσύνη και δ)Εξέτασις του διωκομένου. 2.Δεν δύναται να είναι αντικείμενον ανακριτικής πράξεως: α)απόρρητον της υπηρεσίας, αν μη συναινή η αρμοδία αρχή, β)νόμω επαγγελματικόν απόρρητον και γ)απόρρητον εκ της ιεράς εξομολογήσεως. 3.Περί της ανακριτικής πράξεως συντάσσεται έκθεσις υπογραφομένη υπό πάντων των συμπραξάντων ή μνημονεύουσα την τυχόν άγνοιαν γραμμάτων ή άρνησιν υπογραφής τινος. Άρθρον 114. Αυτοψία δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων. 1.Η αυτοψία δημοσίων ή παρά δημοσία αρχή κατατεθειμένων ιδιωτικών εγγράφων ενεργείται εν ω γραφείω ταύτα φυλάσσονται. 2.Έγγραφα κατεχόμενα υπό ιδιώτου παραδίδονται εις τον ενεργούντα την ανάκρισιν, αποδιδόμενα υποχρεωτικώς άμα τω πέρατι της πειθαρχικής δίκης. Ο ενεργών την ανάκρισιν υποχρεούται τη αιτήσει του ιδιώτου να χορήγηση ατελώς, πλην της αποδείξεως, επίσημον αντίγραφον των παραληφθέντων εγγράφων ή αποσπασμάτων. Εάν πρόκειται περί εγγράφων αναγκαιούντων εις τον ιδιώτην προς εξυπηρέτησιν ιδίου συμφέροντος, ταύτα ανακοινούνται εις τον ενεργούντα την ανάκρισιν εν ω τόπω εύρηνται. Ιδιώτης αρνούμενος την κατά τα άνω παράδοσιν εγγράφων υπέχει πάσας τας εκ τοιαύτης αρνήσεώς του εννόμους συνεπείας. Άρθρον 115. Μάρτυρες. 1.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως κατά τας οικείας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας εν τω τόπω της κατοικίας ή διαμονής αυτών. 2.Ο καλούμενος να καταθέση δύναται να αρνηθή την μαρτυρίαν του ένεκεν ευλόγου αιτίας. Εύλογος αιτία θεωρείται και η μετά του διωκομένου συγγένεια του μάρτυρος εις ευθείαν γραμμήν ή μέχρι και του δευτέρου εκ πλαγίου βαθμού. Ο άνευ ευλόγου αιτίας αρνούμενος να καταθέση υπέχει πάσας τας εκ της τοιαύτης αρνήσεως του εννόμου συνεπείας. 3.Η εξέτασις των παρά του διωκομένου υπαλλήλου προσαγομένων μαρτύρων πέραν των πέντε, απόκειται εις την κρίσιν της δικαιοδοτούσης αρχής. 4.Η εξέτασις τινός ως μάρτυρος αποτελεί, εφ' όσον ούτος είναι εκκλησιαστικός υπάλληλος, λόγον χορηγήσεως αυτώ αναλόγου αδείας μετά πλήρων αποδοχών, μη συμψηφιζομένης προς οιανδήποτε ετέραν άδειαν. Άρθρον 116. Πραγματογνώμονες. Πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι και αξιωματικοί του κατά ξηράν και αέρα στρατού, της χωροφυλακής ή της αστυνομίας, ορκίζονται δε προ της εκτελέσεως της πραγματογνωμοσύνης κατά τας οικείας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Άρθρον 11. 1.Ίνα προσληφθή τις ως εκκλησιαστικός υπάλληλος, δέον να μη έχη καταδικασθή επί κακουργήματι και εις οιανδήποτε ποινήν επί κλοπή, υπεξαιρέσει (κοινή και εν υπηρεσία), απάτη, εκβιάσει, πλαστογραφία, ψευδορκία εν γένει, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπιέσει, απιστία περί την υπηρεσία, παραβιάσει καθήκοντος, εγκλήματι κατά των ηθών και συκοφαντική δυσφημήσει. Επίσης δεν διορίζεται ο υπόδικος ο δια τελεσιδίκου βουλεύματος παραπεμφθείς επί κακουργήματι ή επί τινι των εν τη παρούση παραγράφω αναφερομένων πλημμελημάτων. 2.Η παραγραφή αδικήματος εφ’ ου διετάχθη παραπομπή δια τελεσιδίκου βουλεύματος, η αποκατάστασις, η αμνηστεία και η χάρις μετ’ άρσεως των συνεπειών δεν αίρουν την ως άνω ανικανότητα. 3.Δεν προσλαμβάνεται ωσαύτως ο εκκλησιαστικός υπάλληλος: α)ο καταδικασθείς εις στέρησιν των πολιτικών δικαιωμάτων και μετά την λήξιν του ορισθέντος δια την στέρησιν χρόνου. β)ο τελών υπό απαγόρευσιν ή δικαστικήν αντίληψιν και γ)ο πτωχεύσας από της κηρύξεως της πτωχεύσεως και μέχρι της νομίμου αποκαταστάσεως. Άρθρον 117. Εξέτασις διωκομένου. 1.Κατά την ανάκρισιν δέον πάντως επί ποινή ακυρότητος να καλήται, ίνα εξετάζηται, ο διωκόμενος. Η μη προσέλευσις τούτου ή η αρνησις προς εξέτασιν δεν κωλύει την πρόοδον της ανακρίσεως. 2.Παράστασις ή συμπαράστασις πληρεξουσίου απαγορεύεται. Άρθρον 118. 1.Ο διεξάγων την ανάκρισιν πειθαρχικώς προϊστάμενος μη συντρεχούσης περιπτώσεως εφαρμογής του άρθρου 103 παρ. 6 του παρόντος προβαίνει μετά το πέρας της ανακρίσεως είτε εις την κλήσιν προς απολογίαν του διωκομένου είτε εις την άνευ ταύτης έκδοσιν απαλλακτικής αποφάσεως. 2.Ο τυχόν εντεταλμένος την διεξαγωγήν της τοιαύτης ανακρίσεως υποβάλλει τον φάκελον εις την οικείαν πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν, μετά του πορίσματος αυτού. 3.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού ή Πειθαρχικού συμβουλίου μετά την υποβολήν του πορίσματος δύναται να ορίση ως εισηγητήν της υποθέσεως εν εκ των μελών του συμβουλίου, εις ο διαβιβάζει τον σχηματισθέντα φάκελον. 4.Εισηγητήν δύναται να ορίση ο Πρόεδρος και άμα τη λήψει του παραπεμπτηρίου εγγράφου. 5.Εάν ο Πρόεδρος κρίνη ότι η υπόθεσις είναι ώριμος προς συζήτησιν εισάγει ταύτην ενώπιον του συμβουλίου, ίνα τούτο αποφασίση είτε την κλήσιν εις απολογίαν του διωκομένου είτε την άνευ ταύτης απαλλαγήν αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ. Απολογία. Εκδίκασις. Πειθαρχική Απόφασις. Άρθρον 119. 1.Αι εις πρώτον βαθμόν καταδικαστικαί αποφάσεις εκδίδονται επί ποινή ακυρότητος μετ' έγγραφον κλήσιν του υπαλλήλου εις απολογίαν, επιφυλασσομένης της παραγρ. 8 του παρόντος. 2.Μετά την κλήσιν εις απολογίαν, η υπόθεσις δέον να περατωθή δι' αποφάσεως. 3.Η εξέτασις του διωκομένου κατά το στάδιον της ανακρίσεως, δεν αναπληροί την κλήσιν εις απολογίαν. 4.Η κλήσις εις απολογίαν καθορίζει το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα και τάσσει εύλογον προθεσμίαν προς απολογίαν, πάντως ουχί βραχυτέραν των τριών ημερών. Η προθεσμία αύτη δύναται να παραταθή επί δεδικαιολογημένη εγγράφω αιτήσει του καλουμένου. Εάν ο υπάλληλος διαμένη εις την αλλοδαπήν δεν δύναται να ορίζηται προθεσμία βραχυτέρα των εξήκοντα ημερών. 5.Προ της απολογίας, δικαιούται ο υπάλληλος να λάβη γνώσιν της σχηματισθείσης δικογραφίας. 6.Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως, δύναται δε ο απολογούμενος να ζητήση δια της απολογίας του εύλογον προθεσμίαν δια την υποβολήν εγγράφων ή άλλων στοιχείων, η παροχή της οποίας απόκειται εις την κρίσιν του καλούντος. 7.Ο υπάλληλος δικαιούται να παραστή, μόνον αυτοπροσώπως κατά την ενώπιον του Διοικητικού ή Πειθαρχικού Συμβουλίου συζήτησιν. Προς τούτο η ημέρα της συζητή (Μετά την σελ. 52,304) Σελ. 52,305 Τεύχος 677 – Σελ. 99 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 172 σεως γνωστοποιείται εις αυτόν προ 48 τουλάχιστον ωρών, ίνα εφ' όσον επιθυμή, παραστή κατ' αυτήν. Ωσαύτως τα ανωτέρω συμβούλια δικαιούνται να απαιτήσουν την ενώπιον αυτών αυτοπρόσωπον παράστασιν του διωκομένου υπαλλήλου. Δια την εις την δίκην προσέλευσιν του διωκομένου ισχύει αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 115 του παρόντος. 8.Η ενώπιον του κατά την παράγραφον 7 συμβουλίου προσέλευσις του διωκομένου και απολογία αυτού δύναται να καλύπτη κατά την κρίσιν του οργάνου την παράλειψιν της κλήσεως εις απολογίαν. 9.Εις ην περίπτωσιν το Διοικητικόν ή Πειθαρχικόν Συμβούλιον κρίνει αναγκαίαν την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως ή την προφορικήν υποστήριξιν της απολογίας, δύναται να αποφασίση την αναβολήν της δίκης. 10.Ο πειθαρχικός δικαστής εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. 11.Αι πειθαρχικαί αποφάσεις δέον να είναι ητιολογημέναι. Άμα τη εκδόσει των κοινοποιούνται εν πλήρει αντιγράφω και επί αποδείξει εις τον κριθέντα. 12.Η έκδοσις οριστικής αποφάσεως επί τινι αδικήματι είτε υπό μονομελούς είτε υπό πολυμελούς οργάνου, καθιστά απαράδεκτον νέαν πειθαρχικήν δίωξιν δια το αυτό πειθαρχικόν αδίκημα. 13.Ανάκλησις εκδοθείσης πειθαρχικής αποφάσεως δεν επιτρέπεται, επιφυλασσομένης της παραγρ. 4 του άρθρου 98 του παρόντος. 14.Αι προς τον υπάλληλον απευθυνόμεναι κλήσεις και αι πειθαρχικαί αποφάσεις επιδίδονται εις χείρας ή την κατοικίαν αυτού, συντασσομένου αποδεικτικού. Εν περιπτώσει αρνήσεως παραλαβής, ο επιδίδων συντάσσει πράξιν βεβαιούσαν την άρνησιν. Αγνοουμένης της διαμονής, το έγγραφον τοιχοκολλάται εις το κατάστημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου συντασσομένου πρωτοκόλλου, όπερ υπογράφεται υπό του επιδίδοντος και δύο μαρτύρων. 15.Η πειθαρχική απόφασις μετά την κατά την παράγραφον 11 κοινοποίησιν, αποστέλλεται εν κεκυρωμένω αντιγράφω μεθ' ολοκλήρου του φακέλου, εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν προσωπικού, οφείλουσαν, άμα τη τελεσιδικία της αποφάσεως, να επιμεληθή της εκτελέσεως, να καταχωρήση περίληψιν της αποφάσεως εις το μητρώον του υπαλλήλου, να θέση αντίγραφον αυτής εις τον ατομικόν φάκελον του κριθέντος και να εκκαθαρίση και βεβαιώση αρμοδίως τα τέλη της πειθαρχικής διαδικασίας. Άρθρον 120. Εξαίρεσις και κωλύματα μελών των Διοικητικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων. 1.Των Διοικητικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων εξαιρούνται οι κατά το άρθρον 112 παράγραφος 2 του παρόντος μη δικαιούμενοι να διεξαγάγουν ανάκρισιν. 2.Ο εγκαλούμενος δύναται να ζήτηση εφ' άπαξ την εξαίρεσιν δύο κατ' ανώτατον όριον μελών του Διοικητικού ή Πειθαρχικού Συμβουλίου, εφ' όσον τούτο σύγκειται εκ πέντε μελών και άνω, άλλως ενός μόνον. Επί της αιτήσεως ταύτης, ήτις δέον να υποβάλληται εγγράφως εις τον πρόεδρον του συμβουλίου δύο τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως της υποθέσεως, να είναι ητιολογημένη και να συνοδεύηται υπό των υπαρχόντων τυχόν δικαιολογητικών, αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν οριστικώς και τελεσιδίκως το συμβούλιον, συντιθέμενον εκ των λοιπών μελών αυτού και των αναπληρωτών των εξαιρετέων, δι' ητιολογημένης αποφάσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά. Τα μέλη υπέρ της εξαιρέσεως των οποίων απεφάνθη το συμβούλιον αντικαθίστανται υπό των αναπληρωτών αυτών. Σελ. 52,306 Τεύχος 677 – Σελ. 100 3.Η ενέργεια της ανακρίσεως κωλύει την συμμετοχήν του ενεργήσαντος αυτήν εις την σύνθεσιν του πειθαρχικού συμβουλίου. 4.Εις την περίπτωσιν της παραγράφου 4 του άρθρου 98 αποκλείεται του έργου της ανακρίσεως ή της συμμετοχής εις το διοικητικόν ή πειθαρχικόν συμβούλιον ο ενεργήσας την ανάκρισιν ή συμμετασχών εις το διοικητικόν ή πειθαρχικόν συμβούλιον εν τη πρώτη δίκη. Άρθρον 121. Λειτουργία πειθαρχικών συμβουλίων. 1.Τα πειθαρχικά συμβούλια και το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζουν μυστικώς. 2.Τα της τηρήσεως των πρακτικών, τα της απαρτίας, της αναπληρώσεως των κωλυομένων μελών και συγκροτήσεως της πλειοψηφίας διέπονται υπό των άρθρων 2 και εφεξής του παρόντος ως ταύτα τροποποιούνται υπό των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, επιφυλασσομένων των περί Ανωτέρου Υπηρεσιακού Συμβουλίου ειδικών διατάξεων. Άρθρον 122. Εκτίμησις αποδείξεων. 1.Ο. πειθαρχικός δικαστής εκτιμά τας προσαχθείσας αποδείξεις κατ' ελευθέραν κρίσιν. 2.Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται προς μόρφωσιν της κρίσεως αυτού να λάβη υπ' όψιν και αποδεικτικά στοιχεία μη προκύπτοντα εκ της πειθαρχικής διαδικασίας, αλλ' εξ άλλης διαδικασίας νομίμως συνισταμένης, εφ' όσον έλαβεν γνώσιν τούτων ο διωκόμενος. 3.Αδικήματα δι' α ο διωκόμενος δεν εκλήθη εις απολογίαν, δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενον της δίκης. 4.Η άπόφασις δέον να στηρίζεται επί αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων και ουχί απλών υπονοιών και να είναι ητιολογημένη τόσον δια την διαπίστωσιν της ενοχής, όσον και δια την επιβολήν ή επιμέτρησιν της ποινής. 5.Εις την περίπτωσιν της επαναλήψεως της δίκης κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 98 του παρόντος δύναται, αλλά δεν υποχρεούται το πειθαρχικόν συμβούλιον να προβή εις νέαν εξέτασιν του πραγματικού μέρους της υποθέσεως, να διατάξη νέαν ανάκρισιν και νέαν κλήσιν εις απολογίαν, ως και να λάβη υπ' όψιν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς και νέας αποδείξεις. Άρθρον 123. Τα τέλη σημάνσεως εγγράφων πειθαρχικής διαδικασίας. 1.Τα τέλη σημάνσεως καταλογίζονται εις βάρος του καταδικασθέντος υπαλλήλου δια της οριστικής αποφάσεως. 2.Εν περιπτώσει μερικής απορρίψεως της εφέσεως του πρωτοδίκως καταδικασθέντος υπαλλήλου, το πειθαρχικόν συμβούλιον καταλογίζει εις βάρος αυτού μέρος μόνον των τελών της δίκης. 3.Εν η περιπτώσει διετάχθη πραγματογνωμοσύνη αι αμοιβαί των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται υπό του πειθαρχικού οργάνου και καταβάλλονται παρά του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου κατά τας οικείας διατάξεις, καταλογιζόμεναι εις βάρος του καταδικασθέντος υπαλλήλου καθόλου ή εν μέρει, κατά την κρίσιν του συμβουλίου, δια της οριστικής αποφάσεως. 4.Εν περιπτώσει απαλλαγής του διωκομένου τα τέλη βαρύνουν το οικείον νομικόν πρόσωπον. 5.Επίσης βαρύνουν το οικείον νομικόν πρόσωπον τα τέλη της δίκης της αρξαμένης συνεπεία ενδίκου μέσου υπέρ της Διοικήσεως εφ' όσον το ένδικον τούτο μέσον απερρίφθη. 33.Α.θ.24 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 173 ΚΕΦΑΛΑΙΌΝ Δ'. Έφεσις. Άρθρον 124. 1.Αι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων και των διοικητικών και των πειθαρχικών συμβουλίων υπόκεινται εις έφεσιν ενώπιον του Ανωτέρου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. 2. Εις άσκησιν εφέσεως δικαιούται: α)Ο τιμωρηθείς υπάλληλος. Εν τη περιπτώσει ταύτη δεν δύναται, να επιβληθή βαρυτέρα ποινή. β)Υπέρ της εκκλησιαστικής διοικήσεως ή υπέρ του τιμωρηθέντος υπαλλήλου πας ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο οικείος ιεράρχης ή ο διοικητής του νομικού προσώπου, μόνον κατά των αποφάσεων των διοικητικών και των πειθαρχικών συμβουλίων και επί απαλλακτικών έτι πειθαρχικών αποφάσεων. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Ανώτερον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον δεν δύναται, να επιβάλη ποινήν ελαφροτέραν της επιβληθείσης, πλην εάν η έφεσις ησκήθη υπέρ του υπαλλήλου οπότε δύναται μεν να επιβληθή ελαφροτέρα ουχί όμως και βαρυτέρα. 3.Η έφεσις ασκείται κατά τας περί του Ανωτέρου Υπηρεσιακού Συμβουλίου διατάξεις εντός 15 ημερών υπό μεν του τιμωρηθέντος από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως εις αυτόν, υπό δε των πειθαρχικώς προϊσταμένων από της περιελεύσεως της αποφάσεως εις την οικείαν υπηρεσίαν Προσωπικού. 4.Πλείονες εφέσεις κατά της αυτής αποφάσεως ασκηθείσαι προ της επί τινών τoύτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως συνεκδικάζονται, εφ' όσον δεν ησκήθησαν υπό ή υπέρ του τιμωρηθέντος υπαλλήλου και υπέρ της Διοικήσεως τα αρμόδια συμβούλια συνεκδικάζοντα ταύτας δεν δεσμεύονται εν τη επιβολή ποινής. 5.Η κατόπιν εφέσεως έκδοσις οριστικής αποφάσεως καθιστά απαράδεκτον πάσαν άλλην έφεσιν. 6.Η έφεσις και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία αναστέλλουν την εκτέλεσιν πειθαρχικής αποφάσεως. ΚΕΦΑΛΛΙΟΝ Ε'. Επανάληψις πειθαρχικής δίκης. Άρθρον 125. 1.Την κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 98 επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης αιτείται, εν μεν τη περιπτώσει της εκδόσεως καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως, ο οικείος ιεράρχης, ο Διοικητής ή ο Πρόεδρος του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου εν δε τη περιπτώσει της εκδόσεως αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ο αθωωθείς. 2.Η αίτησις επαναλήψεως απευθύνεται προς το πειθαρχικόν όργανον, εις ο υπήγετο ο υπάλληλος κατά τον χρόνον της τελέσεως του αδικήματος, εάν δε τούτο έπαυσεν υφιστάμενον προς το αντ' αυτού συσταθέν. 3. Κατά την επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης, εν μεν τη περιπτώσει εκδόσεως καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως δύναται να επιβληθή ποινή ανωτέρα της επιβληθείσης, εν δε τη περιπτώσει της εκδόσεως αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δύναται να αποκατασταθή ο παυθείς ή υποβιβασθείς υπάλληλος ή να τιμωρηθή δι' ελαφροτέρας ποινής. Ο αποκαθιστάμενος υπάλληλος καταλαμβάνει την τυχόν υπάρχουσαν κενήν θέσιν του βαθμού εις ον αποκαθίσταται και εν ελλείψει τοιαύτης, παραμένει υπεράριθμος καταλαμβάνων την πρώτην κενωθησομένην θέσιν μη παρακωλυομένης κατά την διάρκειαν της υπεραριθμίας, της υπηρεσιακής αυτού εξελίξεως. Άρθρον 12. Δεν διορίζεται εκκλησιαστικός υπάλληλος ο λόγω ή έργω επιδεικνύων έλλειψιν σεβασμού προς την ορθόδοξον χριστιανικήν θρησκείαν. Άρθρον 126. 1.Η μη υποκειμένη εις έφεσιν οριστική πειθαρχική απόφασις είναι υποχρεωτικώς εκτελεστή. 2.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις εκτελείται, ως προς μεν το πρόστιμον υπό του εντελλομένου την πληρωμήν των αποδοχών του καταδικασθέντος, προς ον αποστέλλεται υποχρεωτικώς αντίγραφον αυτής ευθύς ως αύτη καταστή εκτελεστή ως προς δε τας λοιπάς ποινάς υπό του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Εις περίπτωσιν λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, το πρόστιμον εισπράττεται, κατά τας διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ουδέποτε όμως παρά των κληρονόμων του τιμωρηθέντος. 3.Αρμόδιος δια την βεβαίωσιν των τελών της δίκης είναι ο εκδούς την καταδικαστικήν άπόφασιν πειθαρχικώς προϊστάμενος, ή ο Πρόεδρος του εκδόντος ταύτην διοικητικού ή πειθαρχικού συμβουλίου. ΚΕΦΛΛΑΙΟΝ ΣΤ'. Υπάλληλοι επί θητεία και επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου -Εργατοτεχνικόν προσωπικόν. Άρθρον 127. 1.Οι επί θητεία υπάλληλοι, υπάγονται εις απάσας τας διατάξεις του παρόντος Μέρους έκτου επιφυλασσομένης της ισχύος της επομένης παραγράφου. 2.Ο πειθαρχικός Προϊστάμενος των επί θητεία είναι ο οικείος ιεράρχης ή ο Διοικητής ή Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Άρθρον 128. 1.Αι διατάξεις των άρθρων 92 έως 125 ισχύουν και επί των επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπηρετούντων εκκλησιαστικών υπαλλήλων ως και επί του εργατοτεχνικού προσωπικού. 2.Όπου εις τα κατά την παρ. 1 άρθρα αναφέρεται "προαγωγή", "υποβιβασμός" ή "παύσις" νοείται αντιστοίχως η μισθολογική προαγωγή, ο μισθολογικός υποβιβασμός και η καταγγελία της συμβάσεως. Άρθρον 129. 1.Πειθαρχικά αδικήματα, τελεσθέντα προ της δημοσιεύσεως του παρόντος και μήπω οριστικώς εκδικασθέντα, διέπονται υπ' αυτού κατά τας διαδικαστικάς διατάξεις. 2.Υπό του παρόντος διέπονται και αι κατά την δημοσίευσιν αυτού εκκρεμείς συνεπεία εφέσεων ή προσφυγών δίκαι, ως και αι από της δημοσιεύσεως αυτού και εφεξής ασκηθησόμεναι εφέσεις ή προσφυγαί κατά προεκδοθεισών πειθαρχικών αποφάσεων. 3.Αι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος εκκρεμείς πειθαρχικαί δίκαι ενώπιον των υπό του Κανονισμού υπ' αριθμ. 9/1970 προβλεπομένων πειθαρχικών συμβουλίων συνεχίζονται μέχρις εκδόσεως υπ' αυτών οριστικής αποφάσεως. ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ Λύσις της υπαλληλικής σχέσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Περιπτώσεις λύσεως. Άρθρον 130. 1.Η υπαλληλική σχέσις λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής της παραιτήσεως και της απολύσεως του εκκλησιαστικού υπαλλήλου. 2.Επί των επί θητεία εκκλησιαστικών υπαλλήλων η υπαλληλική σχέσις λύεται αυτοδικαίως και δια της παρελεύσεως του χρόνου της θητείας εφ' όσον αύτη δεν ήθελεν ανανεωθή προ της λήξεως της. 3.Υπάλληλοι επί συμβάσει αποχωρούν της υπηρεσίας την επομένην της ημέρας καθ' ην λήγει ο εν τη συμβάσει οριζόμενος χρόνος. (Μετά την σελ. 52,306) Σελ. 52,307 Τεύχος 677 – Σελ. 101 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 174 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'. Έκπτωσις. Άρθρον 131. 1.Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας εάν κατεδικάσθη δι' αμετακλήτου αποφάσεως: α)Εις ποινήν τουλάχιστον προσκαίρου καθείρξεως. β)Επί πλημμελήματι εκ των εν άρθρω 11 και 12 του παρόντος αναφερομένων. γ)Εις στέρησιν των πολιτικών δικαιωμάτων. δ)Επί ανυποταξία ή λιποταξία. 2.Η έκπτωσις διαπιστούται δια πράξεως του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου. 3.Εκκλησιαστικός υπάλληλος έχων την ιδιότητα του κληρικού εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας εάν καταδικασθή υπό εκκλησιαστικού δικαστηρίου αμετακλήτως εις καθαίρεσιν, εφαρμοζομένης και εν προκειμένω αναλόγως της προηγουμένης παραγράφου. Άρθρον 132. Ο εκπεσών δεν επιτρέπεται να επανέλθη εις την δημοσίαν υπηρεσίαν εν περιπτώσει αμνηστίας, αποκαταστάσεως, χάριτος ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον άρσεως του κολασίμου ή άρσεως ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης. Άρθρον 133. Η απώλεια της ελληνικής ιθαγενείας, βεβαιουμένη υπό της οικείας αρχής, επάγεται την από της υπηρεσίας έκπτωσιν, απαγγελλομένην δια πράξεως του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η έκπτωσις λογίζεται, επελθούσα αφ' ης απωλέσθη η ελληνική ιθαγένεια. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'. Παραίτησις. Άρθρον 134. 1.Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθή. 2.Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως, η δε λύσις της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται δια της αποδοχής της παραιτήσεως υπό του αρμοδίου δια τον διορισμόν του υπαλλήλου οργάνου. 3.Αίρεσις, όρος ή προθεσμία εν τη παραιτήσει θεωρούνται ως μη γεγραμμέναι. 4.Λογίζεται ως μη υποβληθείσα η παραίτησις, εάν κατά την υποβολήν της ήτο εκκρεμής ποινική δίκη εις βαθμόν πλημμελήματος εκ των εν άρθρω 11 του παρόντος ή κακουργήματος ή πειθαρχική δίωξις ενώπιον πολυμελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας ή ήρξατο τοιαύτη δίκη ή πειθαρχική δίωξις εντός τριμήνου από της υποβολής και προ της αποδοχής της. 5.Ο υπέχων την εν άρθρω 54 παρ. 5 του παρόντος υποχρέωσιν εκκλησιαστικός υπάλληλος δεν δικαιούται να παραιτηθή, προ της παρόδου του εν τη διάτάξει ταύτη οριζομένου χρόνου. Σελ. 52 308 Τεύχος 677 – Σελ. 102 Άρθρον 135. 1.Εντός μηνός από της υποβολής της παραιτήσεως και προ της αποδοχής της ο υπάλληλος δύναται να ανακαλέση ταύτην εγγράφως. 2.Παρελθούσης απράκτου τριμήνου προθεσμίας, η παραίτησις θεωρείται ως γενομένη δεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέσις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. Απόλυσις. Άρθρον 13. Ίνα διορισθή τις εκκλησιαστικός υπάλληλος δέον όπως η υγιής. Αι περί διαπιστώσεως της υγείας διατάξεις αι αφορώσαι εις τους δημοσίους υπαλλήλους εφαρμόζονται και επί των εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Τμήμα Β΄ Διαδικασία διορισμού. Άρθρον 136. Πας εκκλησιαστικός υπάλληλος απολύεται μόνον: α)δι' επιβληθείσης πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσεως, β)δια πράξεις τελεσθείσας υπ' αυτού εντός της προ του διορισμού του πενταετίας, συνιστώσας έλλειψιν των εις τον εκκλησιαστικόν υπάλληλον προσηκόντων ηθικών προσόντων, εφ' όσον δεν παρήλθε διετία από του διορισμού και μετ' απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. γ)δια σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα, δ)δι' αναίτιον υπηρεσιακήν ανεπάρκειαν, ε)δια κατάργησιν του κλάδου, της υπηρεσίας ή της θέσεως εις ην υπηρετεί, στ)δια συμπλήρωσιν του υπό του νόμου οριζομένου ορίου ηλικίας, ζ)δια συμπλήρωσιν 35ετούς πραγματικής και συνταξίμου υπηρεσίας και πάντως ουχί προ της συμπληρώσεως του 56ου έτους της ηλικίας (άρθρο 257 Π.Δ. 611/1977). η)Δι' έλλειψιν πίστεως και αφοσιώσεως προς την ανατολικήν Ορθόδοξον του Χριστού Εκκλησίαν και την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά το άρθρον 143 του παρόντος. Άρθρον 137. 1.Διαπιστωθείσης σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος του υπαλλήλου κατά τα άρθρα 53, 54 και 85, παρ. 2 του παρόντος, ο υπάλληλος απολύεται μετ' απόφασιν του υπηρεσιακού συμβουλίου. 2.Τα αυτά εν παρ. 1 ισχύουν και εις περίπτωσιν ανυποταξίας ή λιποταξίας, εφ' όσον δεν εξεδόθη καταδικαστική απόφασις κατά το άρθρον 131 παρ. 1 περίπτ. δ'. Άρθρον 138. Οι κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απολυόμενοι δύνανται ν' αναδιορισθούν κατά το άρθρον 26 του παρόντος. Άρθρον 139. Μετ' ητιολογημένην απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και μετά προηγουμένην κλήσιν του υπαλλήλου όπως παράσχη εγγράφως ή προφορικώς τας αναγκαίας διασαφήσεις, επιτρέπεται η απόλυσις ή ο υποβιβασμός κατά ένα βαθμόν παντός μονίμου υπαλλήλου επιδείξαντος άνευ υπαιτιότητός του ανεπάρκειαν εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του. 33.Α.θ.24 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 175 Άρθρον 140. 1.Οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι απολύονται ένεκα καταργήσεως της θέσεως, του κλάδου ή της υπηρεσίας εις ην υπηρετούν. 2. Εις περίπτωσιν καταργήσεως μέρους εκ των πλειόνων εν τω αυτώ κλάδω ομοιοβάθμων μονίμων υπαλλήλων, απολύονται οι συγκεντρούντες τα ολιγώτερα ουσιαστικά προσόντα, μετ' απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. 3.Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και εις περίπτωσιν συγχωνεύσεως κλάδων ή υπηρεσιών. Εάν οι συγχωνευόμενοι κλάδοι ή υπηρεσίαι υπάγωνται εις πλείονα συμβούλια, συνέρχονται ταύτα από κοινού εις εν συμβούλιον, όπερ αποφασίζει περί των απολυτέων υπαλλήλων. Το Συμβούλιον τούτο συνεδριάζει παρόντων των δύο τρίτων τουλάχιστον των μελών των συμβουλίων και αποφασίζει κατ' απόλυτον πλειοψηφίαν των παρόντων. Του συμβουλίου τούτου προεδρεύει ο προβαδίζων των Προέδρων των συνερχομένων συμβουλίων, χρέη δε γραμματέως αυτού εκτελεί ο υπό του Προέδρου οριζόμενος εκ των γραμματέων των συμβουλίων. 4.Οι κατά το παρόν άρθρον απολυόμενοι, μόνιμοι υπάλληλοι, εφ' όσον δεν δικαιούνται συντάξεως, ουδέ ήθελον τεθή εις διαθεσιμότητα, λαμβάνουν τας αποδοχάς αυτών επί τρίμηνον. 5.Οι κατά το παρόν άρθρον απολυόμενοι μόνιμοι υπάλληλοι δικαιούνται να καταλάβουν ομοίας ή ομοειδείς θέσεις της αυτής Κατηγορίας συνιστωμένας εντός ευλόγου χρόνου από της απολύσεώς των εν τω εξ ου ούτοι απελύθησαν νομικώ προσώπω εφ' όσον έχουν τα νόμιμα προσόντα πλην του της ηλικίας. Η μεταβολή των τυπικών προσόντων δεν κωλύει τον εις τας νέας θέσεις διορισμόν των απολυθέντων εάν ούτοι κέκτηνται τυπικά προσόντα παρεμφερή. Άρθρον 141. 1.Οι μόνιμοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι ως και οι επί συμβάσει απολύονται αυτοδικαίως της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους της ηλικίας των. 2.Δια την εφαρμογήν των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, ως ήμερα γεννήσεως λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γεννήσεως του υπαλλήλου. Η ηλικία αποδεικνύεται κατά τα εν παραγράφω 3 του άρθρου 9 του παρόντος οριζόμενα. Άρθρον 142. 1.Μόνιμοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι απολύονται αυτοδικαίως της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει, τριακονταπενταετούς πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας και πάντως ουχί προ της συμπληρώσεως του 56ου έτους της ηλικίας των. Η απόλυσις ενεργείται δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετά ητιολογημένην απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η περί απολύσεως πράξις εκδίδεται υποχρεωτικώς το βραδύτερον εντός διμήνου, από της υπό του υπαλλήλου συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς υπηρεσίας. 2.Ως πραγματική υπηρεσία νοείται πάσα υπηρεσία παρασχεθείσα εις το παρ' ω υπηρετεί ο εκκλησιαστικός υπάλληλος νομικόν πρόσωπον ή εις το Δημόσιον ή εις Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, επί σχέσει δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου εφ' όσον προκειμένου περί της επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου παρασχεθείσης, αύτη ελήφθη υπ' όψιν ή προσεμετρήθη κατά τον διορισμόν, την ένταξιν, μονιμοποίησιν, απόκτησιν βαθμού ή την καθ' οιονδήποτε τρόπον μισθολογικήν εξέλιξιν του υπαλλήλου, επί πλέον δε αναγνωρίζεται ως συντάξιμος υπό του φορέως παρ' ου συνταξιοδοτείται ο εκκλησιαστικός υπάλληλος. 3.Περί της εν παραγράφω 2 υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας οι υπηρετούντες εκκλησιαστικοί υπάλληλοι οφείλουν όπως υποβάλλουν υπεύθυνον δήλωσιν εντός μηνός από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος. Οι μετά την έναρξιν ισχύος διοριζόμενοι διορισμού. Παράλειψις δηλώσεως, μετ' έγγραφον όχλησιν ή ανακρίβεια αποτελεί λόγον απολύσεως. 4. Ανώτατοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι δύνανται, ένεκεν εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης, να διατηρώνται εν τη υπηρεσία και μετά την συμπλήρωσιν τριακονταπενταετούς υπηρεσίας επί μίαν εισέτι διετίαν και πάντως ουχί πέραν του 65ου έτους της ηλικίας των, δι' αποφάσεως της ΔΙΣ μετά γνώμην του ΑΥΣΕ (άρθρον 264 παρ. 4 Π.Δ. 611/1977). Άρθρον 143. Μετ' ητιολογημένην άπόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και μετά προηγουμένην κλήσιν εκκλησιαστικού υπαλλήλου προς παροχήν, εγγράφως ή και προφορικώς, των αναγκαίων εξηγήσεων απολύονται οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι δι' έλλειψιν πίστεως και αφοσιώσεως προς την Ανατολικην Ορθόδοξον του Χριστού Εκκλησίαν και την Ανωτάτην Αυτής Διοικητικήν Αρχήν, ήτοι την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος. Άρθρον 144. 1.Η περί εκπτώσεως, αποδοχής παραιτήσεως και η περί απολύσεως πράξις δημοσιεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως εν περιλήψει, μνημονευούση και την αίτίαν λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα επί του διορισμού εν άρθρω 21 του παρόντος οριζόμενα. 2.Η λύσις της υπαλληλικής σχέσεως, όπου δεν ορίζεται άλλως, επέρχεται από της κοινοποιήσεως εις τον υπάλληλον της κατά την ανωτέρω παράγραφον πράξεως. 3.Η κατά τα ανωτέρω πράξις λογίζεται κατ' αμάχητον τεκμήριον κοινοποιηθείσα την εικοστήν ημέραν από της δημοσιεύσεώς της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, εφ' όσον μέχρι της ημέρας ταύτης δεν ήθελε κοινοποιηθή. Άρθρον 145. Αποζημίωσις των επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων. 1.Επί απροειδοποιήτου καταγγελίας συμβάσεως επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου η αποζημίωσις, καθορίζεται ως κάτωθι: α)Δια τους έχοντας υπηρεσίαν από εξ (6) μηνών μέχρι δύο (2) ετών αι αποδοχαί ενός (1) μηνός. β)Δια τους έχοντας υπηρεσίαν από τριών (3) μέχρι δέκα εξ (16) ετών αι αποδοχαί ενός μηνός δι' εκάστην συμπεπληρωμένην διετίαν υπηρεσίας. γ)Δια το πέραν της δεκαεξαετίας χρονικόν διάστημα και αι αποδοχαί ενός (1) μηνός δι' εκάστην συμπεπληρωμένην τριετίαν υπηρεσίας. Η κατά τα ως άνω αποζημίωσις εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι μείζων των αποδοχών δώδεκα (12) μηνών. 2.Η αυτή αποζημίωσις καταβάλλεται και εις τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, οίτινες απολύονται λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας των. 3. Η αποζημίωσις λόγω απροειδοποιήτου καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του εργατοτεχνικού προσωπικού καθορίζεται συμφώνως προς τας δια του Α.Ν. 913/1949 κυρωθείσας πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου υπ' αριθμ. 956/1947 και 976/1947 "περί αποζημιώσεως απολυομένων μισθωτών δημοσίου". ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟΝ Υπάλληλοι επί θητεία. Άρθρον 14. 1.Ουδείς διορίζεται εκκλησιασικός υπάλληλος αν μη επιτύχη εις διαγωνισμόν ενώπιον Επιτροπής συγκροτουμένης υπο της Δ.Ι.Σ. μετά γνώμην του Α.Υ.Σ.Ε. Η Δ.ΙΣ. ωσαύτως μετά γνώμην του Α.Υ.Σ.Ε. καθορίζει την εξεταστέαν ύλην. Κατ’ εξαίρεσιν δύνανται να διορίζωνται εκκλησιαστικοί υπάλληλοι δι’ επιλογής υπό επιτροπής, συγκροτουμένης κατά τα ανωτέρω. 2.Εις ειδικάς περιπτώσεις καθ’ ας δέον να γίνη εξέτασις εις ξένας γλώσσας και άλλα ειδικά μαθήματα και δεν υπάρχουν υπάλληλοι εκ των ως άνω δια την εξέτασιν αυτών επιτρέπεται να ορισθούν μέλη της Επιτροπής μέχρι του ενός τρίτου μη μόνιμοι υπάλληλοι ή και ιδιώται. (Μετά την σελ. 52,286) Σελ. 52,287 Τεύχος 677-Σελ. 81 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 152 3.Ο διαγωνισμός διενεργείται κατόπιν προκηρύξεως, εκδιδομένης μετά την έγκρισιν της δια τας προκηρυσσομένας θέσεις σχετικής πιστώσεως υπό του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου περιλαμβανούσης την εξεταστέαν ύλην και πάσαν λεπτομέρειαν διενεργείας του διαγωνισμού και δημοσιευομένης προ είκοσι ημερών εις την εφημερίδα της Εκκλησίας «Εκκλησιαστική Αλήθεια» και το Δελτίον «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». 4.Η εξεταστική επιτροπή ελέγχει τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων και δι’ ειδικώς ητιολογημένης αποφάσεως εκδιδομένης εντός πέντε ημερών από της λήξεως της δια της διακηρύξεως οριζομένης προθεσμίας, αποκλείει τους μη κεκτημένους ταύτα. 5.Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής περί αποκλεισμού του υποψηφίου δι’ έλλειψιν τυπικού τινος προσόντος επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εντός τριών ημερών από της εις τον ενδιαφερόμενον κοινοποιήσεως πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως ταύτης. Η απόφασις του συμβουλίου εκδίδεται μέχρι της προτεραίας του διαγωνισμού, όστις δεν επιτρέπεται να διενεργηθή πριν ή παρέλθη άπρακτος η ως άνω τριήμερος προθεσμία. 6.Υποψήφιος μη αποκλεισθείς του διαγωνισμού αλλ’ αποτυχών εν αυτώ δικαιούται εντός 30 ημερών από της δημοσιεύσεως του πίνακος επιτυχίας δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως ως και του επισήμου δελτίου της Εκκλησίας «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» να προσφύγη ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου μόνον δια παράβασιν νόμου, δεκτής δε καθισταμένης της προσφυγής ταύτης δικαιούται ούτος, εάν συντρέχει περίπτωσις, να υποβληθή εις νέα εξέτασιν ή να εξετασθή εις α δεν εξητάσθη μαθήματα, ή εάν δεν συντρέχει τοιούτος λόγος, να εγγραφή εις την οικείαν σειράν του πίνακος και να καταλάβη την υπάρχουσαν κενήν ή οποτεδήποτε κενωθησομένην θέσιν. Άρθρον 146. Αι θέσεις της κατηγορίας των ειδικών θέσεων, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως εις τινά των κειμένων διατάξεων, πληρούνται επί τριετεί θητεία δυναμένη να ανανεούται. Άρθρον 147. 1.Οι επί θητεία εκκλησιαστικοί υπάλληλοι είναι τακτικοί κατά την διάρκειαν της θητείας των. 2.Επί των επί θητεία, υπαλλήλων εφαρμόζονται : α)Πάσαι αι διατάξεις του παρόντος, αι οποίαι αναφέ(Αντί για τη σελ. 52,309(α) Σελ. 52,309(β) Τεύχος 781 – Σελ. 117 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 176 ρονται εις τούτους είτε ρητώς, είτε κατά παραπομπήν εξ ετέρας διατάξεως. β)Αι διατάξεις των άρθρων 6-13, 21-25, 30-41, 43-45, 47-48, 55, 57, 59, 61, 63, 82 παρ. 1 περίπτ. β΄και παρ. 2, 3, 84, 85 παρ. 2, 86-90, 91, 130 παρ. 1, 131-137, 139-141, 142 παρ 1-3, 143-145. ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟΝ Μετακλητοί υπάλληλοι. Άρθρον 148. 1.Κληρικοί διοριζόμενοι καθ' οιονδήποτε τρόπον εις θέσεις εκκλησιαστικών υπαλλήλων θεωρούνται μετακλητοί υπάλληλοι εφ' όσον είναι διωρισμένοι εις θέσιν εφημερίου ενοριακού ναού. 2.Δια τον διορισμόν Κληρικών ή μοναχών εις θέσεις οριζομένας ως τακτικάς εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος απαιτουμένης επιπροσθέτως αδείας εις ον υπάγονται ούτοι αρχιερέως. Διορισμός γενόμενος άνευ τοιαύτης αδείας είναι άκυρος. 3.Οι κατά την παρ. 1 του παρόντος μετακλητοί υπάλληλοι υπέχουν απάσας τας υποχρεώσεις του τακτικού υπαλλήλου και απολαύουν των αυτών οίων και ούτοι δικαιωμάτων πλην του δικαιώματος της μονιμότητος δυνάμενοι να απολυθούν δια πράξεως του αρμοδίου, προς διορισμόν οργάνου εκδιδομένης μετ' αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου εις οίας περιπτώσεις επιτρέπεται να απολυθή και ο τακτικός υπάλληλος ως και οσάκις προηγήθη πράξις του οικείου αρχιερέως δι' ης ούτοι εντέλλονται όπως επιστρέψουν εις την μονήν της μετανοίας των ή όπως ασκήσουν καθήκοντα η άσκησις των οποίων καθιστά αδύνατον την παράλληλον άσκησιν και των υπαλληλικών των καθηκόντων. Εις τας δύο ταύτας περιπτώσεις δικαιούνται ούτοι να τεθούν τη αιτήσει των εις διαθεσιμότητα κατά το άρθρον 82 και συμφώνως προς τους όρους του άρθρου 84 παρ. 1 του παρόντος αναλόγως εφαρμοζομένου. 4.Απόλυσις μετακλητού υπαλλήλου γενομένη άνευ εκδόσεως της κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεως του οικείου αρχιερέως είναι έγκυρος μόνον εφ' όσον εγένετο συμφώνως προς τας περί τακτικών υπαλλήλων διατάξεις του παρόντος Κώδικος. Σελ. 52,310(β) Τεύχος 781 – Σελ. 118 Άρθρον 149. 1.Εκκλησιαστικοί υπάλληλοι έχοντες την ιδιότητα του κληρικού απολύονται της θέσεώς των δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετ' απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου εφ' όσον εξεδόθη έγκυρον κατά νόμον απολυτήριον γράμμα συνεπεία του οποίου καθίσταται αδύνατος πλέον η υπ' αυτών άσκησις των υπαλληλικών των καθηκόντων. 2.Οι εν τη προηγουμένη, παραγράφω εκκλησιαστικοί υπάλληλοι εντελλόμενοι υπό του οικείου ιεράρχου όπως ασκήσουν ειδικόν ιερατικόν ή ιεραποστολικόν έργον, ου ένεκεν καθίσταται αδύνατος η παράλληλος άσκησις των υπαλληλικών των καθηκόντων δικαιούνται να τεθούν τη αιτήσει των κατά το άρθρον 84 του παρόντος εις κατάστασιν διαθεσιμότητος διαρκείας ενός (1) έτους, δυναμένης να παραταθή επί εν (1) εισέτι έτος μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου εκτιμώντος και τας υπηρεσιακάς ανάγκας. Εν μη παρατάσει της διαθεσιμότητος, εν πάση δε περιπτώσει μετά την πάροδον και του δευτέρου έτους οι υπάλληλοι ούτοι απολύονται δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετ' απόφασιν του υπηρεσιακού συμβουλίου εκτός εάν ήθελεν εκλείψει ο λόγος θέσεώς των εις διαθεσιμότητα ότε επανέρχονται εις την θέσιν των. 3.Κατά την διάρκειαν της διαθεσιμότητος οι ως είρηται υπάλληλοι δεν λαμβάνουν αποδοχάς, εάν δε ούτοι δεν εζήτησαν την θέσιν αυτών εις διαθεσιμότητα απολύονται κατά το δεύτερον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου. 33.Α.θ.24 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 177 Άρθρον 150 "ΚΛΑΔΟΣ ΑΤ "ΑΤ1 Αρχιγραμματέως: Μία (1) τακτική θέσις Αρχιγραμματέως πληρουμένη δι' αγάμου κληρικού επί βαθμώ και μισθώ Κατηγορίας Ειδικών Θέσεων β΄". Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 του Καν. 34/4-30 Απρ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 60). ΑΤ 2 Κληρικών Γραμματέων Ι. Συνόδου: Τρεις θέσεις επί βαθμοίς 5ω-2ω. Μία εκ των ως άνω τριών θέσεων επί βαθμοίς 5ω-2ω του Κλάδου ΑΤ 2 Κληρικών – Γραμματέων της Ιεράς Συνόδου μετατρέπεται εις θέσιν τακτικού υπαλλήλου της Ιεράς Συνόδου, πληρουμένη υπό αγάμου κληρικού δια διορισμού ή μετατάξεως αυτού εξ οιασδήποτε ετέρας εκκλησιαστικής θέσεως. Πέντε θέσεις επί βαθμοίς 8ω-2ω, διαβαθμιζομένων των αντιστοίχων θέσεων του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 4562/1966 και προστιθεμένης μιάς θέσεως, πληρούμεναι δια μετακλητών κληρικών. Πρώτος εισαγωγικός βαθμός ο 8ος, Δεύτερος εισαγωγικός βαθμός ο 5ος. ΑΤ 3 Γραμματέων των Συνοδικών Επιτροπών: Μία θέσις επί βαθμοίς 5ω-2ω. Δέκα θέσεις επί βαθμοίς 8ω-2ω, πληρούμεναι δια μετακλητών Κληρικών. Πρώτος εισαγωγικός βαθμός ο 8ος, Δεύτερος εισαγωγικός βαθμός ο 5ος. "Εκ των 10 θέσεων του Κλάδου ΑΤ 3 Γραμματέων των Συνοδικών Επιτροπών των περιεχομένων εις το άρθρ. 1 του υπ' αριθ. 12/1980 Κανονισμού, μία (1) θέσις καθίσταται θέσις μονίμου υπαλλήλου επί βαθμώ 1ω. Η θέσις αύτη πληρούται υπό κληρικού κεκτημένου εκτός των τυπικών προσόντων του Κλάδου και 5ετή προϋπηρεσίαν εις Εκκλησιαστικάς θέσεις. Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος την θέσιν ταύτην δύναται να καταλάβη δια μετατάξεως κληρικός υπηρετών παρά τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας είτε παρά Συνοδικαίς Επιτροπαίς κεκτημένος τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και κατέχων τον πρώτον βαθμόν της Διοικητικής Ιεραρχίας. Η ως άνω μετάταξις ενεργείται δι' αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Τα μέσα στα " " προστέθηκαν ως άνω από το άρθρ. 3 Καν. 18/1981 (κατωτ. αριθ. 27). ΑΤ 4 Συνεργατών Συνοδικών Επιτροπών: Ένδεκα θέσεις Συνεργατών επί βαθμοίς 8ω-2ω ΑΤ 5 Κληρικών Διοικητικών: Πέντε θέσεις επί βαθμοίς 8ω-2ω, πληρούμεναι δια μετακλητών Κληρικών. Μία θέσις επί βαθμοίς 8ω-2ω, πληρουμένη δια μετακλητού κληρικού κεκτημένου πτυχίον Ανωτάτης τινός Σχολής. ΑΤ 6 Ιεροκηρύκων: 160 θέσεις επί βαθμοίς 6ω-2ω. ΚΛΑΔΟΣ ΑΡ ΑΡ 1 Κληρικών Διοικητικών: 2 θέσεις επί βαθμοίς 9ω-4ω, πληρούμεναι δια μετακλητών Κληρικών. ΑΡ 2 Βοηθών Συνεργατών Συνοδικών Επιτροπών: 2 θέσεις επί βαθμοίς 9ω-4ω. ΑΡ 3 Γραφείον Εκκλ. Ειδήσεων: Μία θέσις επί βαθμοίς 9ω-2ω. Δεύτερος εισαγωγικός βαθμός ορίζεται ο 7ος. (Αντί για τη σελ. 52,3101) Σελ. 52,3101(α) Τεύχος Θ61 – Σελ. 21 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.24 178 33.Α.θ.24 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 179 ΚΛΑΔΟΣ ΜΕ ΜΕ 1 Γραμματειακός: 2 θέσεις επί βαθμοίς 10ω – 4ω. 2 θέσεις ξενογλώσσου Γραφέως – Δακτυλογράφου επί βαθμοίς 9ω-4ω. ΜΕ 2 Βοηθών Συνεργατών Συνοδικών Επιτροπών: 2 θέσεις επί βαθμοίς 10ω – 4ω. ΜΕ 3 Γραφέων – Δακτυλογράφων: 2 θέσεις επί βαθμοίς 10ω – 6ω. Μία θέσις επί βαθμοίς 5ω – 4ω. ΚΛΑΔΟΣ ΣΕ ΣΕ 1 Κλητήρων: Μία θέσις Αρχικλητήρος επί βαθμοίς 8ω – 7ω. 2 θέσεις Κλητήρων επί βαθμοίς 12ω – 8ω. ΣΕ 2 Οδηγών Αυτοκινήτων: Μία θέσις επί βαθμοίς 12ω – 7ω. Τυπικά προσόντα. Ειδικώτερον: Δια τας θέσεις ΑΤ 2 Κληρικών Γραμματέων Ι. Συνόδου: α)Δια τον πρώτον εισαγωγικόν βαθμόν πτυχίον Θεολογίας και ιδιότης αγάμου Κληρικού. β)Δια τον δεύτερον εισαγωγικόν βαθμόν τα του πρώτου εισαγωγικού βαθμού και επί πλέον πτυχίον και ετέρας Ανωτάτης Σχολής εκ των κατά το άρθρ. 27 του παρόντος οριζομένων. Δια τας θέσεις ΑΤ 3 Γραμματέων Συνοδικών Επιτροπών: α)Δια τον πρώτον εισαγωγικόν βαθμόν πτυχίον Θεολογίας και ιδιότης του κληρικού. β)Δια τον δεύτερον εισαγωγικόν βαθμόν τα του πρώτου εισαγωγικού βαθμού και επί πλέον πτυχίον και ετέρας Ανωτάτης Σχολής εκ των κατά το άρθρ. 27 του παρόντος οριζομένων. Δια τας θέσεις ΑΤ 5 Κληρικών Διοικητικών: Πτυχίον Θεολογίας και η ιδιότης αγάμου Κληρικού. Δια τας θέσεις ΑΤ 6 Ιεροκηρύκων: Πτυχίον Θεολογίας και ιδιότης αγάμου Κληρικού. Δια την θέσιν ΑΡ 3 Γραφείον Εκκλ/κών Ειδήσεων: Δια τον δεύτερον εισαγωγικόν βαθμόν απαιτούνται τριετείς δημοσιογραφικαί σπουδαί και τριετής τουλάχιστον υπηρεσία, υφ' οιανδήποτε σχέσιν διανυθείσα παρ' Εκκλησιαστικώ Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου. Η θέσις αύτη δύναται να πληρωθή, κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος, δια διορισμού ή δι' εντάξεως υπηρετούντος Εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαθέτοντος τα ανωτέρω προσόντα και μη υπερβάντος το 55ον έτος της ηλικίας του. Δια τους λοιπούς κλάδους τα υπό του άρθρ. 27 του παρόντος προβλεπόμενα αντιστοίχως". Το άρθρ. 150 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Κανον. 12/6 Νοεμ. – 1 Δεκ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 272). ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (Ο.Δ.Ε.Π.) Άρθρον 151. Αι Οργανικαί θέσεις του ΟΔΕΠ διαρθρούνται ως ακολούθως: Άρθρον 15. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται ο διορισμός άνευ διαγωνισμού εάν ειδικαί ή εξαιρετικαί συνθήκαι επιβάλλουν την τοιαύτην παρέκκλισιν. Εν τοιαύτη περιπτώσει απαιτείται ειδική απόφασις της Διαρκούς Ιεράς συνόδου εκδιδομένη μετά ειδικώς ητιολογημένην πρότασιν του διοικητικού συμβουλίου του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και γνωμοδότησιν του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εν τη οποία περιέχεται και πρότασις περί του τρόπου διενεργείας του διορισμού. Άρθρον 16. 1.Διαγωνισμός δεν απαιτείται εις τας εξής περιπτώσεις: α)Δια τον διορισμόν εις θέσεις της κατηγορίας των ειδικών θέσεων. Αι θέσεις αύται πληρούνται δι’ αποφάσεως της Διαρκούς ιεράς Συνόδου, τηρουμένων των εν τη παρ. 2 άρθρου 42 Ν. 590/77 οριζομένων. β)Δια τον διορισμόν εις θέσεις τεχνικών, δι’ ας απαιτείται απολυτήριον Μέσης Τεχνικής Σχολής ή ειδική εμπειρία ή ειδικότης ή πτυχίον Ανωτέρας ή Ανωτάτης Σχολής. γ)Δια τον διορισμόν εις θέσεις Κλάδου Σ.Ε. Αι θέσεις αύται πληρούνται δι’ αποφάσεως του οικείου Μητροπολίτου ή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. Προς τούτο δημοσιεύεται, κατά τα εν παραγράφω 3 του άρθρου 14 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζομένου πρόσκλησις προς υποβολήν αιτήσεων υπό των ενδιαφερομένων. δ)Το εργατοτεχνικόν προσωπικόν προσλαμβάνεται δι’ αποφάσεως του οικείου Μητροπολίτου ή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ. Σελ. 52,288 Τεύχος 677-Σελ. 82 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις, πλην των αποφάσεων προσλήψεως εργατοτεχνικού προσωπικού, δημοσιεύονται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρον 2. 1.Παρά τη έδρα εκάστης Ιεράς Μητροπόλεως λειτουργεί Υπηρ. Συμβούλιον κατωτέρων υπαλλήλων, συγκροτούμενον δια πράξεως της Ιεράς Συνόδου, προτάσει του οικείου Ιεράρχου, όστις είναι και ο Πρόεδρος και απαρτιζόμενον εκ δύο λαϊκών Μελών τακτικών Εκκλησιαστικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. πτυχιούχων Ανωτάτης Σχολής μετά των αναπληρωτών των. Η θητεία του ως άνω Συμβουλίου είναι τετραετής. Τον Πρόεδρον απόντα, ελλείποντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Πρωτοσύγγελος ή ο Γεν. Αρχιερατικός Επίτροπος ή κληρικός Α΄ κατηγορίας επί βαθμώ 5ω ή μισθώ βαθμού τουλάχιστον 5ου, οριζόμενοι δια της περί συγκροτήσεως πράξεως. Γραμματεύς του Συμβουλίου ορίζεται δια της περί συγκροτήσεως πράξεως εκκλησιαστικός υπάλληλος επί βαθμώ τουλάχιστον 8ω. Το υπηρεσιακόν τούτο συμβούλιον είναι αρμόδιον δια τους μέχρι και του 6ου βαθμού εκκλησιαστικούς υπαλλήλους απάντων των εν τη Ιερά Μητροπόλει εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 2.Δια τους ιεροκήρυκας, τους υπαλλήλους των γραφείων της Δ.Ι.Σ., της Αποστολικής Διακονίας, του ΟΔΕΠ και του ΤΑΚΕ ανεξαρτήτως βαθμού ως και δι’ άπαντας τους επί βαθμώ 5ω και άνω εκκλησιαστικούς υπαλλήλους περί ων η παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος Κώδικος, συνιστώνται επί τετραετεί θητεία δύο Υπηρεσιακά Συμβούλια προσωπικού λειτουργούντα παρά τη Δ.Ι.Σ διακρινόμενα εις πενταμελή και εις τριμελή. Εκ τούτων τα πενταμελή είναι αρμόδια δια την κρίσιν των επί βαθμοίς 5ω έως 2ω υπαλλήλων ως και δια την προαγωγήν εις τον 5ον βαθμόν των επί 6ω βαθμώ εκκλ. υπαλλήλων. Τα τριμελή είναι αρμόδια δια την κρίσιν των λοιπών εκκλ. Υπαλλήλων. Τα ως άνω υπηρεσιακά Συμβούλια συγκροτούνται ως κάτωθι: α)Πρόεδρος του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου είναι ο επί της Αρχιγραμματείας Συνοδικός Αρχιερεύς μετά του Αναπληρωτού του. Μέλη δε είναι τέσσαρες (4) τακτικοί υπάλληλοι επί 3ω τουλάχιστον βαθμώ (άρθρον 103 παρ.4 Συντάγματος). β)Πρόεδρος του Τριμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου είναι ο επί της Αρχιγραμματείας Συνοδικός Αρχιερεύς μετά του Αναπληρωτού του. Μέλη δε τούτου είναι δύο (2) τακτικοί υπάλληλοι επί 4ω τουλ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.