← Ελλάδα

3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 14753/Σ.293 της 4/11 Ιουλ. 1950 (ΦΕΚ Β' 109) Περί εγκρίσεως του ανασυνταχθέντος Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση του Υπουργού Εργασίας εγκρίνει το αναθεωρημένο Καταστατικό του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των Πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων. Ουσιαστικά, καθορίζει τη λειτουργία, τη διοίκηση και το προσωπικό αυτού του Ταμείου.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 14753/Σ.293 της 4/11 Ιουλ. 1950 (ΦΕΚ Β' 109) Περί εγκρίσεως του ανασυνταχθέντος Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των Πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων. Έχοντες υπ’ όψιν: 1.Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας" ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 "περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας". 2.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος "περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής". 3.Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων. 4.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 95/1949) Συνεδρίασις 42α της Η' Περιόδου της 9ης Μαρτ. 1950, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των Πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων εξ άρθρων 59 έχον ούτω: Σελ. 1208(β) Τεύχος 1206 - Σελ. 8 Ίδρυσις και έδρα Ταμείου Άρθρ.1.-Το δυνάμει του υπ' αριθ. 1740/1939 Α. Νόμου ιδρυθέν Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των Πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. Άρθρ.10.-1.Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. 2.Εις περίπτωσιν παραιτήσεως ή αποχωρήσεως του Αντιπροέδρου, εκλέγεται έτερος Αντιπρόεδρος δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του παραιτηθέντος ή αποχωρούντος Αντιπροέδρου. 3.Απόντων ή κωλυομένων, του Προέδρου ή Αντιπροέδρου, αναπληροί τούτους δια την υπογραφήν ενταλμάτων και επιταγών έν εκ των μελών του Δ.Σ. οριζόμενον υπό τούτου. Σελ. 1214(β) 353-106 Διορισμός και καθήκοντα Γραμματέως Δ.Σ. Άρθρ.11.-1.Χρέη Γραμματέως Δ.Σ. εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. 2.0 Γραμματεύς του Δ.Σ. τηρών συνοπτικά πρακτικά περί των συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων του Δ.Σ. αναγράφει ταύτα εις ειδικόν βιβλίον πρακτικών και μεριμνά δια την επικύρωσιν και υπογραφήν των συμφώνως προς το άρθρ. 7 παρ. 8 του παρόντος. 3.Τηρεί ευρετήριον πασών των αποφάσεων του Δ.Σ. 4.Επίσης συντάσσει τας προσκλήσεις εις συνεδρίασιν προς τα μέλη του Δ.Σ. συμφώνως προς το άρθρ. 7 παρ. 2 του παρόντος. 5.Απόντων ή κωλυομένων, του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, αναπληρούν αυτούς υπάλληλοι του Ταμείου οριζόμενοι υπό του Δ.Σ. Εξελεγκτική Επιτροπή Άρθρ.12.-Εν αρχή εκάστης χρήσεως ενεργείται έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως παρά τριμελούς Εξελεγκτικής Επιτροπής, οριζομένης κατά τα εν άρθρ. 1 του Α.Ν. 1409/1950 οριζόμενα. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Αποζημίωσις μελών Δ.Σ. και Εξελεγκτικής Επιτροπής Άρθρ.13.-1.Εις τον Πρόεδρον, τα μέλη, τον Εισηγητήν και Γραμματέα του Δ.Σ. του Ταμείου, παρέχεται αποζημίωσις κατά συνεδρίασιν εφ' όσον λαμβάνουν εις αυτήν μέρος. Επίσης εις τον Πρόεδρον, και τον Γραμματέα παρέχεται και παγία κατά μήνα αποζημίωσις. Αι αποζημιώσεις των ανωτέρω ως και η κατά συνεδρίασιν τοιαύτη των μελών Γραμματέως και Εισηγητού των κατά το άρθρ. 8 Επιτροπών ορίζονται ίσαι προς τας δια των εκάστοτε αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας οριζομένας τοιαύτας. 2.Εν περιπτώσει κωλύματος ή δεδικαιολογημένης απουσίας του Γραμματέως του Δ.Σ. πέραν των δύο μηνών, η παγία αποζημίωσις δύναται να καταβληθή εις τον αναπληρωτήν του Γραμματέως, μετ' απόφασιν του Δ.Σ. 3.Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής δικαιούνται των δι' αποφάσεων του Υπουργείου Εργασίας οριζομένων εκάστοτε αποζημιώσεων. "4.Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ' οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., εφ' όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν". Η παρ. 4 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 26964/ Σ.290 της 14/31 Ιουλ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 210). Σύνθεσις Προσωπικού Άρθρ.14.-Το προσωπικόν του Ταμείου απαρτίζεται εκ των κάτωθι υπαλλήλων: 1.Ενός Διευθυντού επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Τμηματάρχου β΄ ή α΄ τάξεως. 2.Ενός Λογιστού επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραμματέως β΄ ή α΄ τάξεως ή εισηγητού. 3.Ενός βοηθού Λογιστού επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού ακολούθου ή γραμματέως β΄ ή α΄ τάξεως. 4.Δύο γραφέων δακτυλογράφων επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού γραφέως β΄ ή α΄ τάξεως ή ακολούθου. 5.Ενός κλητήρος επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού κλητήρος β΄ ή α΄ τάξεως ή αρχικλητήρος. 6.Ενός Νομικού Συμβούλου επί μισθώ Υπουργικού Τμηματάρχου α΄ τάξεως. Επιτρέπεται η πρόσληψις εις αναπλήρωσιν στρατευθέντων υπαλλήλων του Ταμείου, ισαρίθμων εκτάκτων τοιούτων επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού γραφέως β΄ τάξεως, κεκτημένων τα δια τον βαθμόν γραφέως απαιτούμενα προσόντα, της διαρκείας της παρά τω Ταμείω υπηρεσίας αυτών οριζομένης κατ' ανώτατον όριον ίσης προς τον χρόνον της απουσίας του στρατευθέντος υπαλλήλου. 7.Δύναται η Εταιρεία τη αιτήσει του Δ.Σ. του Ταμείου, να θέτη εις την διάθεσιν αυτού υπαλλήλους εκ των παρ' αυτή υπηρετούντων, δια την αντιμετώπισιν εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου. Οι ανωτέρω υπάλληλοι, κατά το διάστημα της παρά τω Ταμείω υπηρεσίας των, εξακολουθούν να αμείβωνται παρά της Εταιρείας, την πειθαρχικήν δε εξουσίαν επ' αυτών ασκούν τα κατά τας διατάξεις του κανονισμού Προσωπικού της Εταιρείας όργανα επί τη αιτήσει του Δ.Σ. του Ταμείου. (Μετά την σελ. 1214(α) Σελ. 1214,01 259-111 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Προσόντα προσωπικού και πρόσληψις αυτού Άρθρ.15.-1.Διευθυντής διορίζεται ο κεκτημένος πτυχίον Νομικής Σχολής ή Σχολής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών ημεδαπού ή αλλοδαπού Πανεπιστημίου, ή ισοτίμου και ανεγνωρισμένου αλλοδαπού Ιδρύματος ή Παντείου Σχολής, ή Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και έχων συμπεπληρωμένην πενταετή ευδόκιμον υπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή ο κεκτημένος απολυτήριον Γυμνασίου ή μέσης Εμπορικής Σχολής ή ισοτίμου προς ταύτην και δεκαετή τουλάχιστον ευδόκιμον προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσ. Δικαίου ή σοβαρά Ανωνύμω Εταιρεία ή Τραπέζη ή σοβαρώ Οικονομικώ ή Ασφαλιστικώ Οργανισμώ, αποδεδειγμένην δε πείραν και ικανότητα εις την οργάνωσιν και διεύθυνσιν τοιούτων οργανισμών. 2.Λογιστής διορίζεται είτε ο κεκτημένος πτυχίον Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, είτε ο κεκτημένος απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής ή ισοτίμου προς ταύτην και πενταετή τουλάχιστον ευδόκιμον προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή σοβαρά Ανωνύμω Εταιρεία ή Τραπέζη ή σοβαρώ Οικονομικώ ή Ασφαλιστικώ Οργανισμώ. 3.Βοηθός Λογιστού διορίζεται ο κεκτημένος απολυτήριον Γυμνασίου ή μέσης Εμπορικής Σχολής ή ισοτίμου προς ταύτην και τριετή τουλάχιστον ευδόκιμον προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή σοβαρά Ανωνύμω Εταιρεία ή Τραπέζη ή σοβαρώ Οικονομικώ ή Ασφαλιστικώ Οργανισμώ και επαρκείς γνώσεις λογιστικής. 4.Γραφεύς δακτυλογράφος διορίζεται ο έχων απολυτήριον γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής και γνωρίζων καλώς γραφομηχανήν. 5.Κλητήρ διορίζεται ο κεκτημένος απολυτήριον Δημοτικού Σχολείου. 6.Η πρόσληψις του προσωπικού του Ταμείου ενεργείται δι' αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου εγκρινομένων παρά του Υπουργείου Εργασίας και δημοσιευομένων δια της εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 7.Ο διορισμός ενεργείται πάντοτε εις τον κατώτερον βαθμόν της θέσεως. 8.Δεν διορίζεται υπάλληλος ή υπηρέτης. α)Ο μη έχων την Ελληνικήν υπηκοότητα. β)Ο μη εκπληρώσας την στρατιωτικήν αυτού υποχρέωσιν εφ' όσον λόγω της ηλικίας του υπέχει τοιαύτην, εκτός εάν νομίμως απηλλάγη ταύτης. Εάν όμως απηλλάγη λόγω σωματικής ανικανότητος, δέον αύτη να μη παρακωλύη την άσκησιν της δι' ην προορίζεται υπηρεσίας. Ουδείς διορίζεται εις θέσιν μέχρι γραμματέως β΄ τάξεως αν έχει υπερβή το 35ον έτος της ηλικίας του και εις θέσιν Διευθυντού αν έχει υπερβή το 45ον έτος της ηλικίας του. γ)Ο στερηθείς των πολιτικών του δικαιωμάτων. δ)Ο καταδικασθείς δι' αδικήματα εκ των προβλεπομένων υπό των άρθρ. 21, 22, 24, 303, 370 και 486 του Ποινικού Νομού και των διατάξεων περί μέτρων ασφαλείας του Κοινωνικού Καθεστώτος. ε)Ο υπόδικος δυνάμει βουλεύματος επί αδικήματι συνεπαγομένω στέρησιν πολιτικών δικαιωμάτων ως και ο απομακρυνθείς της δημοσίας υπηρεσίας ή άλλων Οργανισμών Δημ. Δικαίου δι' αιτίαν αντιβαίνουσαν κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου εις την Υπαλληλικήν τιμήν. ς)Ο καταδικασθείς επί αδικήματι ανυποταξίας ή λιποταξίας. ζ)Ο κατ' υπεύθυνον πιστοποίησιν της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ πάσχων νοσήματος ανιάτου ή μεταδοτικού ή οπωσδήποτε κρινόμενος λόγω της εν γένει καταστάσεως της υγείας του ή ελαττώματος, ακατάλληλος προς πλήρη εκτέλεσιν της δι' ην προορίζεται υπηρεσίας. 9.Δια πάντα διοριζόμενον υπάλληλον ή υπηρέτην του Ταμείου κρατείται ίδιον δελτίον υγείας, εις το οποίον απ' αρχής συνάπτεται ακτινογραφία θώρακος δεόντως πστοποιουμένης ταυτότητος. 10·Ο διορισμός ανακοινούται υπό του Προέδρου του Διοικ. Συμβουλίου δι' εγγράφου επιδιδομένου εις τον διοριζόμενον, η δε υπαλληλική σχέσις καταρτίζεται δια της αποδοχής του διορισμού, δηλουμένης δια της εντός 10ημέρου από της κοινοποιήσεως αυτού δόσεως όρκου. 11.Οι υπάλληλοι και υπηρέται πριν ή αναλάβουν υπηρεσίαν, δίδουν τον δια τους δημοσίους υπαλλήλους τεταγμένον όρκον υπηρεσίας συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου. 12.Νομικός Σύμβουλος διορίζεται κατά την διαδικασίαν του Α.Ν. 1022/1946 επί τριετεί θητεία, δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω έχων τουλάχιστον πενταετίαν Μονιμοποιήσεις προαγωγαί, και ηθικαί αμοιβαί των υπαλλήλων Άρθρ.16.-1.Πάντες οι από της ισχύος του παρόντος κανονισμού προσλαμβανόμενοι υπάλληλοι του Ταμείου καθίστανται μόνιμοι μετά ενιαύσιον ευδόκιμον υπηρεσίαν δι' αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει μη ευδοκίμου υπηρεσίας, δι' ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. απολύονται οι υπάλληλοι ως ακατάλληλοι δια την υπηρεσίαν. Σελ. 1215 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 2.Οι υπάλληλοι και υπηρέται του Ταμείου δύνανται να προαχθώσι από βαθμού εις βαθμόν εν τη αυτή θέσει μετά συμπλήρωσιν τριετούς εν τω αυτώ βαθμώ ευδοκίμου υπηρεσίας, εφ' όσον δε υπάρχουν κεναί ανωτέραι θέσεις δύναται να προαχθούν εις αυτάς μετά συμπλήρωσιν τριετούς οπωσδήποτε ευδοκίμου υπηρεσίας εν τω ανωτάτω βαθμώ της εξ ης θα προαχθούν θέσεως, εφ' όσον κέκτηνται τα δια την ανωτέραν θέσιν απαιτούμενα προσόντα. 3.Δεν δύναται να πληρωθή δια διορισμού μη υπηρετούντος εν τω Ταμείω υπαλλήλου υπάρχουσα κενή θέσις παρ' αυτώ, εφ' όσον υπηρετεί εν τω Ταμείω υπάλληλος κεκτημένος τα δια κατάληψιν ταύτης δια διορισμού ή προαγωγής απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Αι προαγωγοί αποφασίζονται παρά του Διοικητικού Συμβουλίου. 4.Ουδείς υπάλληλος ή υπηρέτης προάγεται εφ' όσον δεν έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενον προς προαγωγήν χρόνον. 5.Δεν υπολογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας δια την προαγωγήν ή προσαύξησιν του μισθού. α)Ο της στασιμότητος. β)Ο χρόνος άνευ αποδοχών αδείας. γ)Ο της προσωρινής απολύσεως δ)Ο χρόνος καθ' ον υπάλληλος απουσίασε αυθαιρέτως των καθηκόντων του. 6.Στάσιμος κρίνεται ο από της τελευταίας προαγωγής του: α)Ο τιμωρηθείς εντός του έτους πεντάκις δια προστίμου, ή άπαξ δια προστίμου πλέον του 1/4 των αποδοχών του, η δια βαρυτέρας ποινής. β)Ο απουσιάσας εκ της υπηρεσίας αδικαιολογήτως πέραν των 10 ημερών εν συνεχεία. γ)Ο μη κρινόμενος ικανός προς προαγωγήν. 7.Ο δις εν συνεχεία ή τρις εν όλω κριθείς στάσιμος εν τω αυτώ βαθμώ λόγω πειθαρχικής ποινής, απολύεται της υπηρεσίας αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου. 8.Ωσαύτως δύναται να απολυθή της υπηρεσίας ο δις κριθείς στάσιμος λόγω υπηρεσιακής ανεπαρκείας, αποφάσει ωσαύτως του Διοικ. Συμβουλίου. 9.Αι απονεμόμεναι υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ηθικαί αμοιβαί είναι αι εξής: α)Έπαινος. β)Ευαρέσκειαι. 10.Ο έπαινος απονέμεται δια παραδειγματικήν φιλεργίαν και τάξιν εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας, υπερβαίνουσαν τα όρια της συνήθους εκτελέσεως του καθήκοντος. 11.Η ευαρέσκεια απονέμεται υπό τας αυτάς συνθήκας συν τη προσθήκη αποδεδειγμένης επαγγελματικής ικανότητος προς προαγωγήν των συμφερόντων του Ταμείου. Σελ. 1216 Μισθοί, αποζημιώσεις, επιδόματα, δάνεια, άδειαι Άρθρ.17.-1.Οι υπάλληλοι και υπηρέται του Ταμείου έχουν την αυτήν βαθμολογικήν και μισθολογικήν αντιστοιχίαν προς τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους και υπηρέτας, διεπόμενοι υπό των εκάστοτε ισχυουσών δια τούτους διατάξεων. Το Δ.Σ. όμως του Ταμείου δύναται εφ' όσον επιτρέπουν τούτο αι οικονομικαί αυτού δυνατότητες να παρέχη προσαύξησιν των βασικών μισθών του προσωπικού μέχρι 20%. 2.Εις τους υπαλλήλους και υπηρέτας τους συμπληρούντας τριετή ευδόκιμον υπηρεσίαν εν τω αυτώ βαθμώ παρέχεται δι' εκάστην τριετίαν και μέχρι τριών πρώτων τριετιών προσαύξησις μισθού 10% επί του βασικού μισθού. 3.Προς αντιμετώπισιν των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου δύναται δι' αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, να συνιστώνται συνεργεία εκ του προσωπικού αυτού δι' απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη καθ' ώραν αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων, ήτις πάντως δεν δύναται να ορισθή ανωτέρα των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών καθ' ώραν ηυξημένην κατά 50%. 4.Το Ταμείον καταβάλλει εις τους υπαλλήλους οδοιπορικά εκτάκτως πραγματοποιούμενα και βάσει καταστάσεως δι' υπηρεσίαν γενομένην κατόπιν εντολής του Δ.Σ. εντός ή εκτός της πόλεως. 5.Εις το πάσης φύσεως προσωπικόν του Ταμείου δύνανται να χορηγούνται μηνιαίως και κατ' αποκοπήν πάγια έξοδα κινήσεως άνευ αποδόσεως λογαριασμού μέχρι δραχ. 200.000 καταβαλλόμενα την πρώτην εκάστου μηνός, μετ' απόφασιν του Δ.Σ. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 6.Δύναται το Ταμείον να χορηγή δια την αντιμετώπισιν εκτάκτων και επειγουσών αναγκών του δάνεια προς τους υπαλλήλους του εντόκως προς 5% κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. μέχρι του ισοπόσου των πάσης φύσεως αποδοχών του υπαλλήλου τριών μηνών. Δεν χορηγείται νέον δάνειον εάν δεν έχει εξοφληθή ολοσχερώς το προηγούμενον τοιούτον. Τα δάνεια εξοφλούνται τοκοχρεωλυτικώς εις μηνιαίας δόσεις καθοριζομένας κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου πάντως ουχί ανωτέρας των
  2. 7.Επί των υπαλλήλων και υπηρετών του Ταμείου εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις περί των κανονικών και αναρρωτικών αδειών των πολιτικών δημ. υπαλλήλων και υπηρετών ως αύται εκάστοτε ισχύουν, χορηγούνται δε δι' αποφάσεως του Δ.Σ. "Δύναται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να χορηγήται κατ' έτος εις τον κλητήρα του Ταμείου μία στολή θερινή ή χειμερινή, κατά την κρίσιν του Δ.Σ., και δύο ζεύγη υποδημάτων αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου αυτών εις χρήμα". Η ανωτέρω εντός " " διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 50105/Σ.1175 της 8/29 Αυγ. 1955 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 158). "Το θήλυ προσωπικόν του Ταμείου, μέχρι και του 4ου βαθμού, δικαιούται κατ' έτος μιας υπηρεσιακής εσθήτος". Η ανωτέρω εντός " " διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ.Φ. 111/1525 της 20 Απρ./19 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β' 438) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Άρθρ.18.-1.Η αξίωσις επί του μισθού άρχεται α)Δια τον διορισθέντα, από της ημέρας της αναλήψεως υπηρεσίας παρά τω Ταμείω περί ης συντάσσεται και ειδικόν πρακτικόν, και β)Δια τον ανακληθέντα εκ διαθεσιμότητος, από της ημέρας της εκ νέου αναλήψεως υπηρεσίας, περί ης και συντάσσεται ειδικόν πρακτικόν. 2.Η αξίωσις επί του μισθού λήγει: α)Επί θανάτου του υπαλλήλου εις το τέλος του μηνός καθ' ον συνέβη ο θάνατος του υπαλλήλου. Εάν ο υπάλληλος είχε συμπληρώσει τριετή υπηρεσίαν τουλάχιστον εν τω Ταμείω, χορηγούνται μισθοί τριών μηνών εις την οικογένειαν του υπαλλήλου και κατά την κάτωθι τάξιν. 1.Την σύζυγον. 2.Τα τέκνα, α)άγαμα θήλεα, β)άρρενα μέχρις ηλικίας 19 ετών. 3.Τους γονείς. 4.Τους κάτω των 19 ετών αδελφούς και αγάμους αδελφάς αυτού, εφ' όσον οι τελευταίοι ούτοι αποδεδειγμένως διατρέφοντο εκ του υπαλλήλου και συνώκουν μετ' αυτού. β)Του παραιτηθέντος ή απολυθέντος οριστικώς ή προσωρινώς, του τεθέντος εις διαθεσιμότητα ή του υποβιβασθέντος, αφ' ης εκοινοποιήθη το σχετικόν έγγραφον, πάντως όμως ουδέποτε πέραν των 20 ημερών από της επομένης της ημερομηνίας επιδόσεως του σχετικού εγγράφου. Εάν δεν καθίσταται εφικτή, δι' οιονδήποτε λόγον ή κοινοποίησις του εγγράφου, τοιχοκολλάται τούτο εις τα γραφεία του Ταμείου. γ)Προκειμένου περί υπαλλήλων εχόντων διαχείρισιν ή υπεύθυνον εργασίαν, δύναται να ορισθή δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου η επί δίμηνον το πολύ εν τη υπηρεσία παραμονή μετά την κοινοποίησιν του σχετικού εγγράφου, προς παράδοσιν της υπηρεσίας ή της διαχειρίσεως και σύνταξιν λογαριασμών. Καθήκοντα υπαλλήλων Άρθρ.2.-Εν τοις επομένοις χάριν συντομίας θ' αποκαλήται το μεν "Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των πόλεων Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων "Ταμείον" ή δε "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Υδάτων των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων "απλώς" Εταιρεία". Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.19.-1.Ο Διευθυντής προΐσταται πασών των υπηρεσιών του Ταμείου τας οποίας διευθύνει και εποπτεύει εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των κατά τας διατάξεις περί συστάσεως και λειτουργίας του Ταμείου, τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού και τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. Ειδικώτερον:α)Εισηγείται εις τον Πρόεδρον τας κατά το άρθρ. 8 επιτροπάς και το Δ.Σ., απάσας τας υποθέσεις του Ταμείου τας εμπιπτούσας εις την αρμοδιότητά των εκτός εκείνων τας οποίας εισηγείται εις το Δ.Σ. ο Πρόεδρος ή μέλος αυτού, ως ειδικός εισηγητής οριζόμενος δι' αποφάσεως του Δ.Σ. β)Τηρεί τον Πρόεδρον και το Δ.Σ. ενημέρους εν γενικαίς γραμμαίς της προόδου των εργασιών του Ταμείου της οικονομικής αυτού καταστάσεως και των αποτελεσμάτων εξ εισπράξεων πόρων ή άλλων προσόδων του Ταμείου, του πορίσματος των εκάστοτε ενεργουμένων επιθεωρήσεων και εν γένει παρέχει αυτοίς πάσαν πληροφορίαν ζητουμένην παρ' αυτών κατ' ιδίαν αυτού κρίσιν χρήσιμον και αναγκαίαν δια την ενημερότητά των και την επιτυχίαν της αποστολής των, υποβάλλων ταυτοχρόνως την συμβουλευτικήν του γνώμην επί των διαφόρων υποθέσεων. γ)Υποβάλλει εις τον Πρόεδρον ή το Διοικ. Συμβούλιον προτάσεις προς βελτίωσιν των τυχόν κακώς κειμένων ως και προς ευώδοσιν και ανάπτυξιν των εργασιών του Ταμείου. Υποβάλλει προς έγκρισιν εις το Δ. Συμβούλιον τον ισολογισμόν και απολογισμόν εκάστης οικονομ. χρήσεως εντός της νομίμου προθεσμίας ως και τον προϋπολογισμόν της επομένης χρήσεως. Επιμελείται της εκτελέσεως πασών των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των διαταγών του Προέδρου και καταρτίζει τας σχετικάς εκθέσεις και σχέδια εγκυκλίων. (Αντί της σελ. 1217(α) Σελ. 1217 (β) Τεύχος 459-Σελ. 129 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 Υποβάλλει καθ' εκάστην εις τον Πρόεδρον τα έγγραφα τα χρήζοντα της υπογραφής αυτού. Συνυπογράφει μετά του Ποοέδρου άπαντα τα εξερχόμενα έγγραφα, ως επίσης τας προς τας Τραπέζας επιταγάς και εντολάς, τα εντάλματα πληρωμών και εισπράξεων, Ισολογισμούς, απολογισμούς, Προϋπολογισμούς, και παν έτερον έγγραφον δεσμεύον το Ταμείον. δ)Υπογράφει τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. και των εις ας παρίσταται επιτροπών και επικυροί τα αντίγραφα τούτων. ε)Επιμελείται της διεξαγωγής της αλληλογραφίας του Ταμείου και αποσφραγίζει τα εισερχόμενα έγγραφα. ς)Δίδει κατευθύνσεις εις τους λοιπούς υπαλλήλους εν σχέσει προς την μέθοδον και το σύστημα διεξαγωγής της υπηρεσίας. ζ)Φυλάττει εις φακέλλους τα απόρρητα έγγραφα και τηρεί ιδιαίτερον πρωτόκολλον τούτων. η)Τηρεί και ενημερώνει μητρώον υπαλλήλων μετά φύλλου ποιότητος τούτων. θ)Εκπονεί μελέτας σχετιζομένας προς την λειτουργίαν του Ταμείου, παραλληλίζει δε και συγκρίνει την κίνησιν, λειτουργίαν, πρόοδον ή βελτίωσιν άλλων ασφαλιστικών οργανισμών από των απόψεων της αποδόσεως εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού, πόρων παροχών κλπ. ι)Κωδικοποιεί την νομοθεσίαν του Ταμείου και εισηγείται εγκαίρως πάσαν απαραίτητον τροποποίησιν ή συμπλήρωσιν ταύτης. ια)Προπαρασκευάζει τας αποφάσεις απονομής παροχών. ιβ)Είναι υπεύθυνος δια την καλήν φύλαξιν και συντήρησιν πάντων των εγγράφων, βιβλίων κλπ. των ανηκόντων τω Ταμείω ως και των επίπλων και σκευών αυτού. ιγ)Εκτελεί πάσαν άλλην υπηρεσίαν ή εντολήν ην ήθελεν αναθέσει το Δ.Σ. ή ο Πρόεδρος σχετικήν με την λειτουργίαν του Ταμείου. ιδ)Δι' αποφάσεως του Δ.Σ. δύναται να ανατεθή εις τον Διευθυντήν η υπογραφή των εγγράφων δι' ων ζητούνται πληροφορίαι παρά του Ταμείου, των πιστοποιητικών, των αποδείξεων, προχείρων εισπράξεων και παντός άλλου εγγράφου σχετικού με τας υπηρεσίας του Ταμείου, κατά την κρίσιν του Δ.Σ. ιε)"Τον Διευθυντήν του Ταμείου ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο ανώτερος κατά βαθμόν και επί ισοβάθμων ο εν τω βαθμώ αρχαιότερος εκ των τακτικών υπαλλήλων του Ταμείου της Α' Κατηγορίας, άλλως εν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου οριζόμενον υπό τούτου". Το εδάφ. ιε αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 32595/1033 της 30 Απρ./17 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 211). Σελ. 1218 (β) Τεύχος 459-Σελ. 130 2.Ο Λογιστής, βοηθούμενος υπό του βοηθού Λογιστού. α)Τηρεί τα λογιστικά βιβλία του Ταμείου συμφώνως προς τας διατάξεις του Δ/τος της 27ης Ιαν. 1933 "περί τηρήσεως Λογιστικών βιβλίων κλπ." ως αύται ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως, τας αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου και τας εκάστοτε οδηγίας της υπηρεσίας επιθεωρήσεως και ελέγχου Ασφαλιστικών Οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας. β)Καταρτίζει τον Προϋπολογισμόν των εσόδων και δαπανών του Ταμείου, τον ισολογισμόν, τον Λογιστικόν απολογισμόν αυτού, τα μηνιαία ισοζύγια και την ετησίαν οικονομικήν έκθεσιν προς το Δ.Σ. γ)Τηρεί το Λογιστικόν αρχείον εις το οποίον φυλάσσονται ταξινομούμενα τα λογιστικά βιβλία, τα δικαιολογητικά της οικονομικής κινήσεως και των λογιστικών, Ταμειακών και Συμψηφιστικών εγγράφων ως και τα δικαιολογητικά των πληρωμών και εισπράξεων του Ταμείου. δ)Παρακολουθεί την τακτικήν είσπραξιν των πάσης φύσεως εσόδων του Ταμείου και την απόδοσιν της περιουσίας αυτού. ε)Ενημερώνει τους ατομικούς λογαριασμούς (Καρτέλας) των ησφαλισμένων δια των καταβαλλομένων εισφορών και συνεισφορών. ς)Επίσης εκδίδει άπαντα τα εντάλματα πληρωμών και εισπράξεων, ενεργεί απάσας τας λογιστικάς εγγραφάς, εκδίδει τας επιταγάς και εντολάς πληρωμής, συντάσσει τα έγγραφα αναλήψεων εκ των καταθέσεων του Ταμείου, έχει την διαχείρισιν των υλικών και περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και την παρακολούθησιν της κινήσεως των κεφαλαίων αυτού, εκτελεί τας περί τοποθετήσεως των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου αποφάσεις του Δ.Σ. ως και τας περί φυλάξεως και ασφαλίσεως των στοιχείων διαχειρίσεως του Ταμείου. Ωσαύτως μεριμνά δια την ενέργειαν των πάσης φύσεως προμηθειών του Ταμείου, συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις και τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. Συντάσσει τας προκηρύξεις των διαγωνισμών προμηθειών και μισθώσεως ή αγοράς ακινήτων, εναποθηκεύει το υλικόν του Ταμείου και διαχειρίζεται τούτο. ζ)Τον Λογιστήν απουσιάζοντα ή κωλυόμενον αναπληροί ειδικώς δια την υπογραφήν επιταγών ή εντολών πληρωμής επί Τραπεζών ή εντολών εισπράξεως εν των μελών του Δ.Σ. του Ταμείου οριζόμενον υπό του Δ.Σ. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 3Ο Γραφεύς-Δακτυλογράφος. α)Καταχωρεί πάντα τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα του Ταμείου εις το πρωτόκολλον, ταξινομεί ταύτα και τηρεί τα αρχεία τούτων. β)Τηρεί τα εξής μητρώα. 1)Των ησφαλισμένων κατά χρονολογίαν εγγραφής εις το Ταμείον. 2)Των τυχόντων παροχών κατ' είδος, και κατά χρονολογικήν σειράν λήψεως αποφάσεως Δ.Σ. 3)Των μη τυχόντων παροχών. γ)Τηρεί το αρχείον των φακέλλων των ησφαλισμένων. δ)Δακτυλογραφεί τα έγγραφα και βοηθεί τους άλλους υπαλλήλους εις την εκτέλεσιν της υπηρεσίας. 4.Ο Κλητήρ. Εκτελεί πάσαν εσωτερικήν και εξωτερικήν υπηρεσίαν του Ταμείου η οποία τω ανατίθεται και επιμελείται της καθαριότητος των Γραφείων. 5.Εφ' όσον αι ανάγκαι της υπηρεσίας επιβάλλουν ίνα χρησιμοποιηθή υπάλληλος του Ταμείου εις οιανδήποτε άλλην υπηρεσίαν πλην της ως άνω προβλεπομένης, υποχρεούνται οι υπάλληλοι εις πρόσθετον τοιαύτην κατόπιν εντολής του Διευθυντού, εγκρινομένης δι' αποφάσεως του Δ.Σ. 6.Ο Νομικός Σύμβουλος γνωματεύει επί παντός ζητήματος παραπεμπομένου αυτώ υπό του Δ.Σ. και του Διευθυντού του Ταμείου προς Γνωμοδότησιν. Όριον Ηλικίας Άρθρ.20.-1.Ανώτατον όριον ηλικίας δια τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Ταμείου ορίζεται το 65ον έτος συμπεπληρωμένον προκειμένου περί άρρενος, το 55ον δε προκειμένου περί θήλεος, μεθ' ο ούτοι εξέρχονται υποχρεωτικώς της υπηρεσίας. 2.Η ηλικία των υπαλλήλων και υπηρετών αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως, ελλείψει δε ταύτης δια πιστοποιητικού του οικείου Δήμου ή Κοινότητος. 3.Πάσα δια δικαστικής αποφάσεως ή άλλης πράξεως διόρθωσις του χρόνου γεννήσεως ουδεμίαν γεννά υποχρέωσιν δια το Ταμείον. Λύσις υπαλληλικής σχέσεως Άρθρ.21.-1.Η υπαλληλική σχέσις εν τω Ταμείω λύεται. α)Δια θανάτου του υπαλλήλου ή υπηρέτου. β)Δια της αποδοχής παραιτήσεως. γ)Δια της αποχωρήσεως. δ)Δια της εκπτώσεως. ε)Δια της απολύσεως. ς)Δια της καταργήσεως θέσεως. 2.Οι υπάλληλοι και υπηρέται δικαιούνται εις παραίτησιν, ήτις υποβάλλεται εγγράφως του Διοικητικού Συμβουλίου μόνου όντος αρμοδίου ίνα αποδεχθή ή αναβάλη την αποδοχήν ταύτης το πολύ επί δίμηνον. 3.Δύναται εν τη παραιτήσει και τη εγγράφω αποδοχή ταύτης να ορίζεται ωρισμένη ημέρα αποχωρήσεως του υπαλλήλου ή υπηρέτου εκ της υπηρεσίας. Παρελθόντος του μηνός από της υποβολής και εφ' όσον δεν εδόθη εισέτι απάντησις έγγραφος εις τον παραιτούμενον, η παραίτησις γίνεται αυτοδικαίως δεκτή, εκτός εάν συντρέχη περίπτωσις περί ης η επομένη παράγραφος. 4.Δύναται να αναβληθή το πολύ επί δίμηνον η αποδοχή της παραιτήσεως ένεκα των κάτωθι λόγων. α)Προς διεκπεραίωσιν των εκκρεμών παρ' αυτού υποθέσεων. β)Προς υποβολήν των λογαριασμών της Διαχειρίσεως του παραιτουμένου υπαλλήλου. γ)Προς περάτωσιν εκκρεμούς πειθαρχικής διώξεως. Παρελθόντος του διμήνου θεωρείται γενομένη αυτοδικαίως δεκτή η παραίτησις. 5.Η γενομένη αποδεκτή παραίτησις υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ανακοινούται εις το Υπουργείον Εργασίας δια την κατά Νόμον έγκρισιν και δημοσίευσιν εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6.Ο υπάλληλος αποχωρεί οριστικώς της υπηρεσίας. α)Συνεπεία συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας. β)Συνεπεία νόσου ή παθήσεως καθιστώσης αυτόν ανίκανον δια την περαιτέρω άσκησιν των καθηκόντων του, κατόπιν γνωματεύσεως της Α/βαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. 7.Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της θέσεώς του κατά τας υπό του Ποινικού Νόμου οριζομένας περιπτώσεις. 8.Ο υπάλληλος απολύεται συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος. 9.Κατά της περί οριστικής απολύσεως αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται ο υπάλληλος να προσφύγη εντός μηνός από της κοινοποιήσεως ενώπιον του παρά τω Υπουργείω Εργασίας Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως, του προβλεπομένου υπό του άρθρ. 61 του Νόμ. 6298, ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 1 του Ν.Δ. της 28/29 Μαΐου
  3. 10.Οι συνεπεία καταργήσεως θέσεως ή υπηρεσιακής ανικανότητος αποχωρούντες της υπηρεσίας, δικαιούνται εις την υπό του Νόμ. 2112 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως οριζομένην αποζημίωσιν, εφ' όσον ούτοι δεν δικαιούνται συντάξεως παρά του Ταμείου. Σελ. 1219 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 Φύλλα μητρώου και φύλλα ποιότητος Άρθρ.22.-1.Δι' έκαστον των υπαλλήλων και υπηρετών πλην του φύλλου μητρώου τηρείται και φύλλον ποιότητος. 2.Τα φύλλα ποιότητος τηρούνται υπό του Διευθυντού όστις εγγράφει εις αυτά διαδοχικάς σημειώσεις. 3.Εκτός του Διευθυντού δύναται να εγγράφη διαδοχικάς σημειώσεις εις τα φύλλα ποιότητος και ο Πρόεδρος του Δ.Σ. 4.Το φύλλον μητρώου και ποιότητος του Διευθυντού τηρείται και συμπληρούται υπό του Προέδρου του Δ.Σ. 5.Αι επί του φύλλου ποιότητος παρατηρήσεις περιλαμβάνουν εν των τριών χαρακτηριστικών. Μετρία. Καλή. Εξαιρετική, επί των κάτωθι στοιχείων. Α΄.Μόρφωσις 1.Γενική. 2.Υπηρεσιακή. Β΄.Υπηρεσιακά Προσόντα 3.Φιλοπονία. 4.Τάξις και ακρίβεια. 5.Ταχύτης. 6.Ποιοτική απόδοσις εργασίας. 7.Ποσοτική απόδοσις εργασίας. 8.Ενδιαφέρον και ζήλος. Γ΄.Πνευματικά Προσόντα 9.Αντίληψις και ευθυκρισία. 10.Πρωτοβουλία και οργανωτικότης. Γενικαί υποχρεώσεις υπαλλήλων, συμπεριφορά και ώραι εργασίας Άρθρ.23.-1.Άπαντες οι υπάλληλοι και υπηρέται οφείλουν να τηρούν πιστώς την διέπουσαν το Ταμείον Νομοθεσίαν και να εκτελούν άνευ αντιρρήσεως τας αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και τας διαταγάς της Διευθύνσεως και των λοιπών προς τούτο εξουσιοδοτημένων οργάνων. Οφείλουν επίσης να συμμορφώνται επακριβώς προς τας υπηρεσιακάς οδηγίας των ανωτέρων των. 2.Οσάκις υπάλληλος φρονεί, ότι η διαταγή του Διευθυντού είναι παράνομος ή αντίκειται εις την διέπουσαν το Ταμείον Νομοθεσίαν, οφείλει να ανακοινώση τας επιφυλάξεις του ταύτας εις τον Διευθυντήν του, υποχρεούμενον να τον ακούση. Εάν ο Διευθυντής εμμένει εις την διαταγήν οφείλει να διατυπώση ταύτην εγγράφως του υπαλλήλου υποχρεουμένου εις εκτέλεσιν αυτής αν δεν αποτελή η εκτέλεσίς της πράξιν αξιόποινον. Πάντως όμως ο Διευθυντής οφείλει να αναφέρη αμελλητί εις το Δ.Σ. τας υπό του υφισταμένου διατυπωθείσας επιφυλάξεις. Σελ. 1220 3.Επιτρέπεται εις τον υπάλληλον όστις θεωρεί αυτόν θιγόμενον ή αδικούμενον εξ υπηρεσιακής ή υπαλληλικής τινός ενεργείας να αναφερθή εις τον Διευθυντήν και μη ικανοποιούμενος δύναται να αναφερθή εις το Δ. Συμβούλιον. 4.Απαγορεύεται εις τον υπάλληλον να δέχεται αμέσως ή εμμέσως δώρα εξ αφορμής της εκτελέσεως της υπηρεσίας του ή να εξασφαλίζη υπέρ αυτού ή των οικείων του οιαδήποτε πλεονεκτήματα ή ωφελείας. 5.Ο Διευθυντής οφείλει να μεριμνά όπως οι υφιστάμενοί του λαμβάνουν γνώσιν πάσης ισχυούσης ή εφεξής εκδιδομένης γενικής ή ειδικής διαταγής ή εγκυκλίου ή οδηγίας αφορώσης αυτούς ή την υπηρεσίαν των, να εφορεύη την αυστηράν εκτέλεσιν των διαταγών τούτων και την παρά των υφισταμένων του ευσυνείδητον εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών και να παρέχη πάσαν εις αυτούς αναγκαίαν οδηγίαν και εξήγησιν. 6.Πάντες οι υπάλληλοι οφείλουν να μεριμνούν όπως λαμβάνουν γνώσιν των εις την υπηρεσίαν αυτών αναφερομένων διαταγών και οδηγιών. 7.Πας υπάλληλος οφείλει να τηρή εχεμύθειαν εν σχέσει προς τας ενεργείας του Ταμείου δια την περιφρούρησιν των συμφερόντων αυτού και εν γένει δι' όσα λόγω υπηρεσιακής θέσεώς του περιήλθαν εις γνώσίν του. 8.Οι υπάλληλοι υποχρεούνται όπως μεριμνούν δια την αξιοπρεπή εντός και εκτός της υπηρεσίας των συμπεριφοράν των και παράστασιν. 9.Κατά τας ώρας επισκέψεως των ησφαλισμένων καταβάλλεται πάσα προσπάθεια δια την ταχυτέραν εξυπηρέτησιν αυτών, προς ους δέον άπαν το προσωπικόν να συμπεριφέρεται με ευγένειαν και λεπτότητα. 10.Ημέραι αργίας των Γραφείων του Ταμείου ορίζονται αι αυταί καθ' ας αργούν αι δημόσιαι υπηρεσίαι. 11.Αι ώραι Γραφείου και συναλλαγών κανονίζονται εκάστοτε υπό του Δ.Σ. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Πειθαρχικαί ποιναί Άρθρ.24.-1.Αι εις τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Ταμείου επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί κατά βαθμόν αυστηρότητος είναι αι εξής: α)Επίπληξις προφορική. β)Επίπληξις έγγραφος. γ)Πρόστιμον μέχρι ποσού ίσου προς τας αποδοχάς του τιμωρουμένου ενός μηνός. δ)Προσωρινή απόλυσις από ενός μηνός μέχρι τριών μηνών, οπότε ο τιμωρούμενος στερήται των αποδοχών του. ε)Οριστική απόλυσις. 2.Πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν ασκούν. α)Ο Διευθυντής του Ταμείου. β)Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. γ)Το Διοικητικόν Συμβούλιον. 3.α)Ο Διευθυντής ασκών πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν επί πάντων των υπαλλήλων δύναται να επιβάλλη. 1.Επίπληξιν. 2.Πρόστιμον μέχρι δραχ. 5000 κατά περίπτωσιν και εν συνόλω μέχρι δραχ. 25.000 ετησίως. β)Ο Διευθυντής υποχρεούται όπως υποβάλη αμελλητί εις το Δ.Σ. αντίγραφα των υπ' αυτού εκδιδομένων πειθαρχικών αποφάσεων. γ)Εάν ο Διευθυντής φρονή ότι το διαπραχθέν παράπτωμα δικαιολογεί ποινήν βαρυτέραν των εις την δικαιοδοσίαν του περιλαμβανομένων, οφείλει να αναφερθή εις την ανωτέραν πειθαρχικήν αρχήν. 4.α)Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. ασκών πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν επί πάντων των υπαλλήλων του Ταμείου δύναται να επιβάλη 1)επίπληξιν και β)πρόστιμον μέχρι του 1/10 των αποδοχών ενός μηνός κατά περίπτωσιν και του ημίσεος αυτών ετησίως. β)Τα εδάφ. β΄ και γ΄ της προηγουμένης παραγράφου ισχύουν και εν προκειμένω. 5.α)Εν περιπτώσει αδικαιολογήτου απουσίας των υπαλλήλων ή υπηρετών κατά τας εργασίμους ώρας ο Διευθυντής του Ταμείου ασχέτως προς πάσαν άλλην πειθαρχικήν ποινήν, υποχρεούται να διατάξη ανάλογον κράτησιν εκ των αποδοχών αυτού. β)Το ποσόν πάσης χρηματικής ποινής περιέρχεται εις το Ταμείον Επικ. Ασφαλ. Προσωπικού Οργανισμών Κοινων. Ασφαλίσεως. γ)Το παρακρατούμενον λόγω προστίμου ποσόν δεν δύναται να υπερβαίνη κατά μήνα το 1/6 των μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου. 6.Το Δ.Σ. δύναται να επιβάλη πάσας τας υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένας ποινάς. 7.α)Η ποινή της επιπλήξεως επιβάλλεται, δι' απλάς παραβάσεις επαναλαμβανομένας. β)Το πρόστιμον επιβάλλεται δι' υποτροπήν συνήθων παραβάσεων ή αμέλειαν ή επανειλημμένην βραδύτητα παρουσίας, ή απουσίαν μη δικαιολογουμένην, ή αποχώρησιν εκ της εργασίας άνευ αδείας, ή οκνηρίαν, ή άπρεπη συμπεριφοράν, ή ατελή ή μη έγκαιρον εκπλήρωσιν του καθήκοντος. γ)Η προσωρινή απόλυσις επιβάλλεται αποφάσει του Δ.Σ. δια σοβαράς παραβάσεις αναγομένας εις την ροπήν προς την απουσίαν, την αναξιοπρεπή συμπεριφοράν, την αποδεδειγμένην οκνηρίαν, την μη ακριβή και πιστήν εκτέλεσιν του καθήκοντος, την επιδεκτικήν διορθώσεως ανεπάρκειαν και εν γένει δια παραπτώματα σοβαρά μη αποκλείοντα όμως την ελπίδα της διορθώσεως. δ)Η οριστική απόλυσις επιβάλλεται δια σοβαρότατα και βαρύτατα παραπτώματα αποφάσει του Δ.Σ. του Ταμείου, δι' αδικαιολόγητον απουσίαν εκ της υπηρεσίας πέραν του μηνός, ή δια σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα, ή δι' ασθένειαν συνεχιζομένην πέραν των ορίων της αναρρωτικής ή της άνευ αποδοχών αδείας. ε)Ωσαύτως απολύεται αμέσως της υπηρεσίας ο καταδικασθείς επί κακουργήματι ή επί πλημμελήματι εις ποινήν φυλακίσεως ανωτέραν των 6 μηνών ή επί τινι των εν άρθρ. 22 και 24 του Ποινικού Νόμου πλημμελημάτων, ασχέτως του μεγέθους της επιβληθείσης ποινής. 8.Η πειθαρχική δίωξις άρχεται δια της κλήσεως εις απολογίαν ή της διαταγής προς ενέργειαν ανακρίσεων. Η έναρξις γίνεται και αυτεπαγγέλτως δια διαταγής του Διευθυντού του Ταμείου, ή του Δ.Σ. εφ' όσον πρόκειται περί του Διευθυντού. 9.α)Αι εν τη πειθαρχική διαδικασία ανακριτικαί πράξεις είναι η εξέτασις μαρτύρων, η ενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης και η απολογία του κατηγορουμένου. β)Επί ελαφρών πειθαρχικών παραπτωμάτων αποδεδειγμένων, δύναται να επιβληθή ποινή υπό του Διευθυντού του Ταμείου άνευ ουδεμίας διαδικασίας κατόπιν προχείρου προφορικής εξετάσεως. Η επιβαλλομένη ποινή εις τας περιπτώσεις ταύτας είναι ανέκκλητος και δεν δύναται να είναι βαρυτέρα του προστίμου 500 δραχμών εφ' όσον επεβλήθη υπό του Διευθυντού του Ταμείου και των δραχ. 5000 εφ' όσον επεβλήθη υπό του Προέδρου του Δ.Σ. Η ακολουθουμένη διαδικασία κανονίζεται κατά την κρίσιν του κινούντος την πειθαρχικήν δίωξιν ή του ενεργούντος την ανάκρισιν. γ)Τας ανακριτικάς πράξεις ενεργεί ο Διευθυντής του Ταμείου ή εις των συμβούλων κατά την περί τούτου κρίσιν του Δ.Σ. εφ' όσον πρόκειται περί του Διευθυντού, τας πράξεις ενεργεί πάντοτε είς των Συμβούλων του Δ.Σ. δ)Ο υπό κατηγορίαν υπάλληλος δύναται να αποκρούη την ανάθεσιν ενεργείας κατ' αυτού ανακριτικών πράξεων εις πρόσωπον έχον ιδιΣελ. 1221 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 άζουσαν εναντίον του εχθρότητα ή οιονδήποτε συμφέρον εκ της εκβάσεως της υποθέσεως. Επίσης το αυτό δικαίωμα έχει και όταν ο ενεργών την ανάκρισιν συνδέεται μετά του μηνυτού, εάν υπάρχη τοιούτος, δια συγγενείας εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι του τετάρτου βαθμού ή δια γνωστής στενής φιλίας. Περί εξαιρέσεως του πειθαρχικού ανακριτού αποφαίνεται το Δ.Σ. αιτήσει του ενδιαφερομένου. ε)Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως ή μη κατά την κρίσιν του ασκούντος την πειθαρχικήν αγωγήν, συντασσομένου πρακτικού. Η μη εμφάνισις ή άρνησις καταθέσεως του μάρτυρος υπαλλήλου του Ταμείου άνευ ευλόγου αιτίας, αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα. Εύλογος αιτία θεωρείται και η μετά του εγκαλουμένου συγγένεια εις ευθείαν γραμμήν ή μέχρι του δευτέρου βαθμού εκ πλαγίου. ς)Η αυτοψία εγγράφων του Ταμείου ενεργείται εις ο γραφείον φυλάσσονται. Πραγματογνώμονες ορίζονται υπό του Δ.Σ. ζ)Ο πειθαρχικώς εγκαλούμενος δέον πάντως να εξετάζηται κατά την ανάκρισιν, εξαιρουμένης της περιπτώσεως καθ' ην και κληθείς να απολογηθή δεν έπραξε τούτο εντός της ταχθείσης προθεσμίας. θ)Η κλήσις προς απολογίαν καθορίζει λεπτομερώς το αποδιδόμενον πειθαρχικόν παράπτωμα και τάσσει εύλογον προθεσμίαν προς απολογίαν, πάντως ουχί βραχυτέραν του 48ώρου. Της ορισθείσης προθεσμίας δύναται να ζήτηση παράτασιν ο εγκαλούμενος ουχί όμως πέραν του διπλασίου της αρχικώς ορισθείσης. Η κλήσις προς απολογίαν επιδίδεται εις χείρας ή εις την κατοικίαν του υπαλλήλου, συντασσομένου αποδεικτικού, αγνοουμένης δε της διαμονής αυτού τοιχοκολλάται εις το κατάστημα της υπηρεσίας του Ταμείου. Προ πάσης απολογίας δικαιούται ο υπάλληλος να λάβη γνώσιν της σχηματισθείσης δικογραφίας. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Προφορική απολογία επιτρέπεται τη αιτήσει του υπαλλήλου, συντάσσεται δε περί αυτής πρακτικόν ενώπιον του καλούντος ή του υπ' αυτού διοριζομένου υπαλλήλου. Το Δ.Σ. δικαιούται να απαιτήση την ενώπιον αυτού προφορικήν υποστήριξιν της απολογίας του υπαλλήλου. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο υπάλληλος δικαιούμενος να παρασταθή. 10.α)Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την παρέλευσιν της προς τούτο προθεσμίας, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. ορίζει την ημέραν συζητήσεως της υποθέσεως. Η ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως ανακοινούπρο πέντε ημερών τουλάχιστον εις τον εγκαλούμενον. Σελ. 1222 β)Η ψηφοφορία εν τω Συμβουλίω είναι φανερά, υποχρεουμένων πάντων των μελών εις ψηφοφορίαν. Το Συμβούλιον εφ' όσον δεν πείθεται περί της ενοχής ή αθωότητος του εγκαλουμένου και κρίνει αναγκαίαν την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως ή την προφορικήν υποστήριξιν της απολογίας υπό του εγκαλουμένου, αναβάλλει την συζήτησιν της υποθέσεως. Αναβληθείσης της συζητήσεως της υποθέσεως κατά το προηγούμενον εδάφιον, ο Πρόεδρος ορίζει ετέραν ημέραν συζητήσεως ταύτης, ανακοινουμένης προ 48 ωρών εις τον εγκαλούμενον. γ)Το Συμβούλιον συνεδριάζει μυστικώς. Η πειθαρχική απόφασις εκδίδεται εγγράφως εν αυτή δε μνημονεύονται: 1.Ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως. 2.Το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός του εγκαλουμένου. 3.Το αποδιδόμενον πειθαρχικόν παράπτωμα. 4.Το πόρισμα της ανακρίσεως. 5.Η απολογία και η προφορική ταύτης υποστήριξις, ή η μη υποβολή απολογίας και η κλήσις ή μη κλήσις εις προφορικήν υποστήριξιν της απολογίας. 6.Η αιτιολογία της αποφάσεως τόσον δια την κρατήσασαν γνώμην, όσον και δια την μειοψηφήσασαν τοιαύτην και ο τρόπος καταρτισμού της πλειοψηφίας. 7.Η αθώωσις του εγκαλουμένου ή η επιβαλλομένη ποινή εις αυτόν. δ)Η πειθαρχική απόφασις του Συμβουλίου υπογράφεται παρά πάντων των μελών. 11.Η πειθαρχική απόφασις κοινοποιείται εν αντιγράφω εις τον εγκαλούμενον. Αντίγραφον της εν λόγω αποφάσεως τηρείται εις το φύλλον ποιότητος του υπαλλήλου ή υπηρέτου. Η απόφασις επιδίδεται εις χείρας ή εις την κατοικίαν του εγκαλουμένου υπαλλήλου συντασσομένου αποδεικτικού, εκτός αν αγνοείται η διαμονή του ή κατοικία του ή αρνείται την παραλαβήν αυτής, ότε τοιχοκολλάται εις το κατάστημα του Ταμείου. 12.Ο καταδικασθείς υπάλληλος δύναται να ζητήση την αναθεώρησιν της αποφάσεως. α)Ένεκα πραγματικών γεγονότων, γνωσθέντων ή αποδειχθέντων μετά την απολογίαν τον υπαλλήλου και β)Ένεκα μη απολογίας αυτού άνευ υπαιτιότητός του. Εις αναθεώρησιν υπόκεινται πάσαι αι πειθαρχικαί αποφάσεις πλην των κατ' αναθεώρησιν εκδιδομένων. Αίτησις αναθεωρήσεως απευθύνεται ενώπιον του Δ.Σ. Αίτησις αναθεωρήσεως χωρεί εντός μηνός αφ' ης εγνώσθησαν ή απεδείχθησαν τα νέα πραγματικά γεγονότα. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 13.Την αίτησιν αναθεωρήσεως αποκλείει η έγερσις εφέσεως. Εις έφεσιν υπόκεινται αι αποφάσεις του Διευθυντού και του Προέδρου εφ' όσον επεβλήθη ποινή προστίμου παρά μεν του Διευθυντού μείζων των δραχ. 5.000 παρά δε του Πρόεδρου, μείζων των δραχ. 25.
  4. Την έφεσιν εγείρει, ο καταδικασθείς υπάλληλος ενώπιον του Δ.Σ. Έφεσις χωρεί εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. 14.Αι προθεσμίαι των ενδίκων μέσων παρατείνονται λόγω κωλύματος εξ ανωτέρας βίας μέχρι του διπλασίου, κατά την κρίσιν του Δ. Συμβουλίου. Τα ένδικα μέσα κοινοποιούνται εις το εκδόσαν την απόφασιν όργανον. Ο προς ον επεδόθη η έφεσις οφείλει εντός τριών ημερών να υποβάλη αντίγραφον αυτής μετά της δικογραφίας εις τον Πρόεδρον του Δ.Σ. Η έφεσις και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία αναστέλλουν την εκτέλεσιν. 15.Οσάκις αποδεικνύεται ότι υπάλληλος προεκάλεσε την πειθαρχικήν δίωξιν υπαλλήλου τινός δι' ανακριβών, εκ δόλου βαρείας αμελείας δηλώσεων, ή κατά την εξέτασιν εν τη πειθαρχική δίκη κατέθεσε, εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, πράγματα ανακριβή, ούτος ασχέτως πειθαρχικής διώξεως παραπέμπεται ενώπιον του Δ.Σ. προς οριστικήν απόλυσιν εκ της υπηρεσίας. 16.Αι επιβαλλόμεναι ποιναί εκτελούνται επιμελεία και υπ' ευθύνη του Διευθυντού του Ταμείου, αναγραφόμεναι εις το φύλλον ποιότητος του τιμωρηθέντος. 17.α)Το πειθαρχικόν παράπτωμα, εφ' όσον τούτο δεν αποτελεί και ποινικών αδίκημα, παραγράφεται μετά πάροδον έτους αφ' ης ανεκαλύφθη, αν εντός του έτους δεν εγένετο δίωξις ή ενέργεια προς βεβαίωσιν. β)Εν πάσει περιπτώσει η προς οριστικήν παραγραφήν προθεσμία κατ' ουδένα λόγον δύναται να επεκταθή πέραν της διετίας από της εκτελέσεως του παραπτώματος. γ)Πειθαρχικόν παράπτωμα, αποτελούν και ποινικόν αδίκημα εις βαθμόν πλημμελήματος τουλάχιστον, παραγράφεται μετά του ποινικού αδικήματος, το δε εις βαθμόν πταίσματος υπόκειται εις την υπό της παρ. 1 του παρόντος παραγραφήν. δ)Εκκρεμούν πειθαρχικόν παράπτωμα και μη παραγραφέν δύναται να συνεξετασθή μεθ' ετέρου τοιούτου, διαπραχθέντος υπό του αυτού υπαλλήλου ή υπηρέτου. ε)Ένεκα του αυτού πειθαρχικόύ παραπτώματος, μία πειθαρχική ποινή επιβάλλεται. ς)Η πειθαρχική δίωξις είναι άσχετος με την ποινικήν τοιαύτην, η δε απόφασις των ποινικών δικαστηρίων ούτε προδικαστικόν ζήτημα της πειθαρχικής αποφάσεως αποτελεί ούτε ισχύν δεδικασμένου επ' αυτής έχει. 18.Ως προς την ποινικήν ευθύνην οι υπάλληλοι του Ταμείου υπέχουσιν εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουσι της υπέρ τούτων υπό των Νόμων θεσπισμένης ειδικής προστασίας (Νόμ. 5376 και 6298). 19.α)Αι εις τους υπαλλήλους επιβαλλόμεναι ποιναί καταχωρούνται εις ίδιον βιβλίον το οποίον μονογράφεται υπό του Προέδρου και φυλάσσεται υπό του Διευθυντού του Ταμείου. β)Έκαστος υπάλληλος δικαιούται να λαμβάνη γνώσιν του αφορώντας αυτόν χωρίου του βιβλίου τούτου, αιτούμενος δι' αιτήσεώς του την επανόρθωσιν των τυχόν ημαρτημένων, γινομένης πάντοτε δι' αποφάσεως του Δ.Σ. ητιολογημένης, εις την στήλην των παρατηρήσεων του βιβλίου ποινών προσωπικού και μονογραφουμένης παρά του Προέδρου του Δ.Σ. Θέσις εις διαθεσιμότητα υπαλλήλων Άρθρ.25.-1.Δύναται να τεθή προσωρινώς εις διαθεσιμότητα ο υπάλληλος καθ' ου υφίσταται. α)Εκκρεμής ποινική ή πειθαρχική αγωγή. β)Υπόνοια ατάκτου διαχειρίσεως. Περί της θέσεως εις διαθεσιμότητα ή επαναφοράν εκ ταύτης αποφασίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον. 2.Τίθεται αυτοδικαίως εις διαθεσιμότητα ο στερηθείς της προσωπικής ελευθερίας συνεπεία εντάλματος ή δικαστικής αποφάσεως και ο δυνάμει οριστικού βουλεύματος παραπεμφθείς ένεκα κακουργήματος, έτι δε και ο αποφυλακισθείς προσωρινώς επί εγγυήσει. Εκλιπόντος του λόγου δι' ον η διαθεσιμότης, ο υπάλληλος επανέρχεται εις την υπηρεσίαν του. 3.Διαρκούσης της διαθεσιμότητος δεν επιτρέπεται οριστική πλήρωσις της θέσεως ην κατείχεν ο υπάλληλος. Αι ημίσεις αποδοχαί του εν διαθεσιμότητι υπαλλήλου παρακρατούνται, αποδίδονται δε εις τον υπάλληλον μόνον εάν ούτος απαλλαγή ή αθωωθή δια τελεσιδίκου αποφάσεως, ή εάν η εκκρεμής αγωγή αποσβεσθή ή η υπόνοια περί ατάκτου διαχειρίσεως δεν αποδειχθή βάσιμος. 4.Εις περίπτωσιν καθ' ην κατά τινος υπαλλήλου ήθελον γεννηθή υπόνοιαι περί μη ομαλής διεξαγωγής υπό τούτου της ανατεθειμένης αυτώ υπηρεσίας ή περί ατάκτου διαχειρίσεως, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να διατάξη τον υπάλληλον τούτον να απόσχη προσωρινώς των καθηκόντων του, γνωρίζων εις το Δ.Σ. σχετικώς υποχρεωτικώς κατά την πρώτην συνεδρίασιν αυτού. Κατά το διάστημα της ως άνω προσωρινής αποχής, ο υπάλληλος δεν στερείται των αποδοχών του μέχρι της θέσεως αυτού εις διαθεσιμότητα. Σελ. 1223 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 Λογιστική και Διαχειριστική Οργάνωσις του Ταμείου και τρόπος και χρόνος συντάξεως προϋπολογισμού Άρθρ.26.-1.Η λογιστική χρήσις του Ταμείου άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το Δ.Σ. του Ταμείου εις το τέλος εκάστης χρήσεως εγκρίνει τον προϋπολογισμόν των εσόδων αφ' ενός και των ασφαλιστικών παροχών και δαπανών αφ' ετέρου του Ταμείου, της επομένης χρήσεως, κατά τας διατάξεις του από 14-7-37 Β.Δ/τος "περί τρόπου καταρτίσεως και εγκρίσεως του προϋπολογισμού των Οργανισμών Κοινων. Ασφαλίσεως" και τας οδηγίας της υπηρεσίας Επιθεωρήσεως και ελέγχου των ασφαλιστικών οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας. 3.Ο προϋπολογισμός του Ταμείου υποβάλλεται προς έγκρισιν εις το προϊστάμενον Υπουργείον Εργασίας το βραδύτερον εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 4.Ο εγκρινόμενος παρά του Υπουργείου προϋπολογισμός αναγράφεται εις ίδιον βιβλίον το οποίον τηρείται υπό του Ταμείου. Τρόπος και χρόνος συντάξεως απογραφής Ισολογισμού και Απολογισμού Ταμείου Άρθρ.27.-1.Την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους συντάσσεται λεπτομερής περιγραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων και του παθητικού, καταχωρουμένη εις το τηρούμενον παρά τω Ταμείω βιβλίον απογραφής. 2.Βάσει των αποτελεσμάτων της απογραφής συντάσσεται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους ισολογισμός και απολογισμός της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως και υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το Υπουργείον Εργασίας. 3.Ο Ισολογισμός του Ταμείου συντάσσεται ως λεπτομερέστερον ορίζεται εις το από 2-3-33 Ν.Δ/μα "περί λογιστικής λειτουργίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών" και τας σχετικάς οδηγίας της υπηρεσίας Επιθεωρήσεως και Ελέγχου Ασφαλιστικών Οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας. Εισπράξεις Άρθρ.28.-1.Η είσπραξις των πόρων, ως ούτοι καθορίζονται κατωτέρω (άρθρ. 42) ενεργείται μέσω μιας ή πλειόνων Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής, Αγροτικής, Κτηματικής, Ιονικής, Λαϊκής, Αθηνών, Εμπορικής και Εμπορικής Πίστεως συμφώνως προς σχετικήν απόφασιν του Δ.Σ. εις ας κατόπιν εγγράφου ειδοποιήσεως του Ταμείου, η Εταιρεία οφείλει να καταθέση τας υπέρ του Ταμείου κρατήσεις επί των αποδοχών των ησφαλισμένων και της ιδίας αυτής εισφοράς ως και πάντα πόρον προβλεπόμενον υπό του άρθρ. 42 του παρόντος Καταστατικού. Σελ. 1224 Πληρωμαί του Ταμείου Άρθρ.3.-1.Εις το Ταμείον ασφαλίζεται υποχρεωτικώς άπαν το επ' αντιμισθία εργαζόμενον προσωπικόν της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων (υπαλληλικόν, εργατοτεχνικόν, υπηρετικόν και οι προσφέροντες τας υπηρεσίας των προς την Εταιρείαν ιατροί και δικηγόροι επί μηνιαία αντιμισθία) κατά των κινδύνων αναπηρίας, γήρατος και θανάτου, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού. 2.(Καταργήθηκε από την 111/3/299/9-22 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β' 181) απόφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών "περί καταργήσεως της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρ. 3 του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων"). "3.Εξαιρούνται της ασφαλίσεως του Ταμείου από 1ης Απριλίου τα παρά τη Εταιρεία απασχολούμενα πρόσωπα τα άγοντα ηλικίαν μικροτέραν του 18ου έτους συμπεπληρωμένου. Αι δια το χρονικόν διάστημα από της ανωτέρω ημερομηνίας και εντεύθεν καταβληθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται συμψηφιζόμεναι προς ετέρας υποχρεώσεις εξ εισφορών προς το Ταμείον των υποχρέων". Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 56018 της 1/17 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Μ.ζ.2-3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Σύνδεσις του Δ.Σ. Άρθρ.29.-1.Αι πληρωμαί του Ταμείου ενεργούνται μέσω μιας ή πλειόνων των ως άνω Τραπεζών δι' εντολών ή επιταγών εκδιδομένων επ' ονόματι των δικαιούχων ή των νομίμων αντιπροσώπων και υπογραφομένων υπό του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου. 2.Προκειμένου περί εντολής ή επιταγής ποσού υπερβαίνοντος τας δραχ. 2.000.000 μηνιαίως, δια την πληρωμήν των εκ μέρους μιας των εν τω άρθρ. 28 αναφερομένων Τραπεζών, πλην της υπογραφής του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου, απαιτείται και ειδική δια την έκδοσιν αυτών απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Δια την πληρωμήν μόνον των δαπανών διοικήσεως, των αποζημιώσεων των ιατρών των υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου και του ΙΚΑ και των παρακλινικών εξετάσεων, των φόρων, δασμών, χαρτοσήμων, συμβολαιογραφικών και δικαστικών εξόδων, των δαπανών εγκαταστάσεως, των συντάξεων και λοιπών παροχών, δύναται να εκδίδεται επ' ονόματι του Διευθυντού ή ετέρου υπαλλήλου ως ορίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον, ένταλμα υπογραφόμενον υπό του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου, του εκάστοτε αναγκαιούντος ποσού αναλαμβανομένου εκ του ανοικτού λογαριασμού του Ταμείου του ευρισκομένου παρά μια των εν τω άρθρ. 28 αναφερομένων Τραπεζών. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Μεταβατική Διάταξις Άρθρ.30.-Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος οι υπηρετούντες σήμερον εις το Ταμείον έκτακτοι υπάλληλοι εντάσσονται ως δόκιμοι, δι' αποφάσεως του Δ.Σ. λαμβανομένης εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, εις τας κενάς θέσεις τας προβλεπομένας υπό του άρθρ. 14 του παρόντος εφ' όσον κέκτηνται τα δια ταύτας προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και εις τον κατώτερον βαθμόν της θέσεως, της μέχρι τούδε προϋπηρεσίας των εν τω Ταμείω θεωρουμένης ως διανυθείσης εν τω κατωτέρω βαθμώ της θέσεως δια την χορήγησιν του κατά το άρθρ. 17 παρ. 2 επιδόματος. Μητρώον ησφαλισμένων Άρθρ.31.-1.Πας ησφαλισμένος υποχρεούται όπως υποβάλλη εις το Ταμείον εντός προθεσμίας τριών μηνών από της προσλήψεώς του εις την Εταιρείαν "Δελτίον απογραφής ησφαλισμένου" εκ των παρά του Ταμείου χορηγουμένων τοιούτων δεόντως συμπεπληρωμένον και υπογεγραμμένον. 2.Επίσης υποχρεούται εντός προθεσμίας τριών μηνών από της εγγραφής του εις το Ταμείον ή της επελθούσης μεταβολής εις την οικογενειακήν του κατάστασιν, οι δε ήδη υπηρετούντες εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος, όπως υποβάλωσι τα κάτωθι πιστοποιητικά: "α.Δελτίο αστυνομικής ταυτότητος και σε περίπτωση που δεν υπάρχει, ληξιαρχική πράξη γεννήσεως ή πιστοποιητικό Δήμου ή Κοινότητας που να φαίνεται η ηλικία του και η εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια. Εάν είναι αλλοδαπός η ηλικία του αποδεικνύεται με το διαβατήριό του ή με την ταυτότητα με την οποία τον έχει εφοδιάσει η αρμόδια αστυνομική αρχή ή με πιστοποιητικό θεωρημένο από την αρμόδια Προξενική Αρχή". Η περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την 111/1649/12-27 Ιουλ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 510) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Προκειμένου περί εγγάμου, πιστοποιητικόν τελέσεως γάμου και τοιαύτα εμφαίνοντα τα ονόματα και τον χρόνον της γεννήσεως των τυχόν τέκνων αυτού και την εγγραφήν των εν τοις Μητρώοις των αρρένων δια τα εκ τούτων άρρενα. γ)Προκειμένου περί ησφαλισμένου, προστάτου οικογενείας, (πατρός, μητρός) πιστοποιητικόν της αρμοδίας αρχής εμφαίνον τα ονόματα των παρ' αυτού προστατευομένων προσώπων, ως και πιστοποιητικόν της αρμοδίας αρχής εμφαίνον την ηλικίαν των παρ' αυτού προστατευομένων. δ)Πιστοποιητικόν εμφαίνον πάσαν μεταγενεστέραν μεταβολήν της οικογενειακής του καταστάσεως, προερχομένην εκ γάμου, γεννήσεως, διαζυγίου, θανάτου, ενηλικιώσεως κλπ. 3.Τα τυγχάνοντα συντάξεως λόγω θανάτου μέλη οικογενείας, υποχρεούνται όπως γνωρίζωσιν αμέσως εις το Ταμείον υποβάλλοντα και τα τυχόν απαιτούμενα πιστοποιητικά, πάσαν μεταβολήν προερχομένην εκ γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κλπ. των λαμβανόντων σύνταξιν προσώπων και επιφέρουσαν ελάττωσιν ή παύσιν της χορηγουμένης συντάξεως. 4.Δια τον καθορισμόν της ηλικίας παντός ησφαλισμένου ή τινός των δικαιούχων προσώπων, ως ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται πάντοτε η 1 Ιουλίου του έτους γεννήσεως, εφ' όσον εν τω οικείω πιστοποιητικώ δεν αναγράφεται επακριβώς η χρονολογία γεννήσεως των ησφαλισμένων ή του μέλους οικογενείας. Εξαγορά χρόνου προϋπηρεσίας Άρθρ.32.-1.Ο τυχόν χρόνος προϋπηρεσίας παρά τη Εταιρεία προ της ιδρύσεως του Ταμείου ή παρά τω Ταμείω προκειμένου περί των υπαλλήλων τούτου, δύναται να αναγνωρισθή κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος κατά τας διατάξεις του άρθρ. 34 του παρόντος επί τη καταβολή ποσοστού 3% επί των κατά την παρ. 5 του παρόντος άρθρου αποδοχών. 2.Δια την τοιαύτην αναγνώρισιν προϋπηρεσίας δέον ο ησφαλισμένος να έχη συμπληρώσει πενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. Πληρουμένης της προϋποθέσεως ταύτης δύναται να αναγνωρίση ως συντάξιμα πέντε έτη προϋπηρεσίας. Εν συνεχεία δε δι' έκαστον επί πλέον έτος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας δύναται να αναγνωρίση ως συντάξιμον έν έτος προϋπηρεσίας. Οι ήδη υπηρετούντες παρά τω Ταμείω δύνανται να εξαγοράσωσιν την παρ' αυτώ προϋπηρεσίαν των, ασχέτως προς τους ως άνω περιορισμούς. Εν ουδεμιά πάντως περιπτώσει επιτρέπεται αναγνώρισις συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας ανωτέρας των 15 ετών. "Οι μη υποβαλόντες εμπροθέσμως αιτήσεις εξαγοράς προϋπηρεσίας ησφαλισμένοι οίτινες εδικαιούντο τοιαύτης συμφώνως προς τας διατάξεις των υπ' αριθ. 14753/Σ. 293/50 και 55526/Σ. 1030/51 αποφάσεων Υπ. Εργασίας, δύνανται να εξαγοράσουν αυτήν, υπό τους όρους και τους περιορισμούς των ως άνω αποφάσεων εφ' όσον υποβάλουν σχετικήν αίτησιν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 2 μηνών, από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Το ποσόν της εξαγοράς προσαυξάνεται κατά 10% λόγω τόκου, αφ' ης έδει να είχον εξαγοράσει την προϋπηρεσίαν των μέχρι σήμερον". Η παρ. 2 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 47949/Σ. 1287 της 19/29 Δεκ. 1952 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 265). (Αντί για τη σελ. 1225) Σελ. 1225 (α) Τεύχος Ζ31-Σελ. 75 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 3.Το συνολικόν ποσόν δια την τοιαύτην εξαγοράν καταβάλλεται είτε εφ' άπαξ είτε εις ίσας μηνιαίας δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. αναλόγως του ποσού και μη δυναμένας να υπερβούν τας
  5. 4.Αι δόσεις δέον να καταβάλλωνται ανελλιπώς. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως τριών δόσεων κατά διαστήματα ή συνεχώς, ή εν περιπτώσει καθ' ην ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας αυτού δηλώσουν μεταγενεστέρως ότι επιθυμούν να διακόψουν ταύτην, τα μέχρι τότε καταβληθέντα υπολογίζονται δια τον ανάλογον χρόνον προϋπηρεσίας, ούτοι δε στερούνται οριστικώς του δικαιώματος της περαιτέρω εξαγοράς. 5.Ως μισθός εφ' ου ενεργείται ο προϋπολογισμός της εξαγοράς, λαμβάνεται εκείνος ον τινα λαμβάνει ο ησφαλισμένος κατά την ημέραν της καταβολής της πρώτης δόσεως της εξαγοράς της προϋπηρεσίας του. 6.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως ή θανάτου ησφαλισμένου προ της ολοκληρωτικής εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς, αι υπολειπόμεναι δόσεις παρακρατούνται εκ της χορηγητέας εις τούτον ή εις τα μέλη οικογενείας αυτού συντάξεως. 7."Επιτρέπεται όπως δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου και κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 2 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης αναγνωρίζηται υπό τους όρους και τους περιορισμούς του παρόντος Καταστατικού ο εκτός της ενεργού υπηρεσίας χρόνος παραμονής ησφαλισμένων οίτινες απελύθησαν από της συστάσεως του Ταμείου μέχρι της ισχύος της παρούσης και επαναπροσελήφθησαν εις την υπηρεσίαν λόγω ακυρώσεως της απολύσεώς των. Ομοίως η διανυθείσα προϋπηρεσία παρά τη Ούλεν Μόνκς Γιούλεν ή Νέα Έργα της Εταιρείας Υδάτων παρ' ησφαλισμένων του Ταμείου οίτινες υπηρέτουν παρά τη Εταιρεία κατά την 31.12.50 και υπό τους εν τω παρόντι Καταστατικώ οριζομένους όρους και περιορισμούς. Η κατά τ' ανωτέρω αναγνωριζομένη προϋπηρεσία εξαγοράζεται κατά τα εν τω παρόντι Καταστατικώ οριζόμενα". Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 55526/Σ. 1030 της 13/18 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 208). Σελ. 1226 (α) Τεύχος Ζ31-Σελ. 76 "7.Οι κατά την 30.6.58 ησφαλισμένοι του Ταμείου οι έχοντες πενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν δύνανται να εξαγοράσουν υπό τους περιορισμούς των άρθρ. 32 παρ. 2 κατόπιν αιτήσεώς των υποβαλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης την παρά τη Εταιρεία Γιούλεν, Μόνις Γιούλεν και Ν. Έργα και Ετ. Υδάτων προϋπηρεσίαν των, μη επιτρεπομένης πάντως αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας μεγαλυτέρας των 10 ετών. Δια τον καθορισμόν των ποσών εξαγοράς και τρόπου εξοφλήσεώς των εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 32 και 34 του Καταστατικού". Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 45668/Σ. 555 της 8 Ιουν./8 Ιουλ. 1959 αποφ. Υπ. Έργ. (ΦΕΚ Β΄ 244). "8.Οι κατά την 30.4.1961 ησφαλισμένοι του Ταμείου οι έχοντες συμπληρώσει 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν δύνανται ν' αναγνωρίσουν και να εξαγοράσουν, υπό τον περιορισμόν του άρθρ. 32 παρ. 2 του Καταστατικού κατόπιν αιτήσεώς των υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, την παρά τη Εταιρεία ΓΙΟΥΛΕΝ, ΜΟΝΚΣ ΓΙΟΥΛΕΝ, Νέα Έργα, Ετ. Υδάτων προϋπηρεσίαν των ως και τον χρόνον εντός ενεργού υπηρεσίας, λόγω ακυρώσεως της απολύσεως αυτών, μη επιτρεπομένης πάντως αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας ανωτέρας των 11 ετών και 3 μηνών. Δια τον καθορισμόν του ποσού της εξαγοραστέας προϋπηρεσίας και τρόπου εξοφλήσεώς της εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 32 και 34 του Καταστατικού. Το ούτω καθοριζόμενον ποσόν εξαγοράς προσαυξάνεται κατά 10% λόγω τόκου από 1.11.1959 μέχρι δημοσιεύσεως της παρούσης". Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 51524/Σ.765 της 18 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 285). 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) "9.α.Το Ταμείον δύναται δι' αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού να προβή εις την αναγνώρισιν και προσμέτρησιν ως συνταξίμου της στρατιωτικής υπηρεσίας της ζώνης των προσώπων των παλαιών πολεμιστών, ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου, των εμπιπτόντων εις τας διατάξεις, των Α.Ν. 244/1936 και 771/1937 και εις τον ανακανονισμόν των συντάξεων των συνταξιούχων. β.Ο ενδιαφερόμενος δια την αναγνώρισιν της τοιαύτης υπηρεσίας υποχρεούται, όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υποβάλη προς το Ταμείον σχετικήν αίτησιν μετά των προβλεπομένων δικαιολογητικών. γ.Δια την αναγνώρισιν της κατά τα ανωτέρω υπηρεσίας καταβάλλεται υπό του αιτούντος ποσοστόν 3% επί των μηνιαίων αποδοχών του αναγνωριζομένου χρονικού διαστήματος. Ως αποδοχαί νοούνται δια μεν τον ησφαλισμένον εκείναι τας οποίας λαμβάνει υφ' οιανδήποτε μορφήν κατά την ημέραν της υποβολής της αιτήσεως δια δε τον συνταξιούχον εκείναι ας ελάμβανεν κατά την ημέραν εξόδου του εκ της υπηρεσίας υφ' οιανδήποτε ωσαύτως μορφήν. δ.Το προκύπτον συνολικόν ποσόν δια την αναγνώρισιν καταβάλλεται ατόκως εις 60 μηνιαίας δόσεις δια παρακρατήσεως εκ των αποδοχών του ησφαλισμένου προκειμένου δε περί συνταξιούχου εκ του υπό του Ταμείου παρεχομένου εις αυτόν μηνιαίου βοηθήματος. ε.Η εκ του ανακανονισμού προκύπτουσα σύνταξις άρχεται καταβαλλομένη από την 1ην του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Υπηρεσιών περί εγκρίσεως της παρούσης διατάξεως αφ' ης χρονολογίας άρχεται και η παρακράτησις της προηγουμένης παραγράφου. Διαφορά συντάξεως δια χρονικόν διάστημα προγενέστερον της χρονολογίας ταύτης δεν καταβάλλεται". Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ' αριθ. Φ.71/3/11480 της 13/29 Οκτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β' 707). Εξαγορά Στρατιωτικής Υπηρεσίας. Άρθρ.33.-Ο χρόνος της προ της συστάσεως του Ταμείου, στρατιωτικής υπηρεσίας ως εφέδρου, ο διανυθείς μετά την πρόσληψιν παρά της Εταιρείας των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ησφαλισμένων αναγνωρίζεται ως συντάξιμος υπό τους όρους του άρθρ. 31 του παρόντος Καταστατικού. Άρθρ.34.-Ο χρόνος της εξαγοραστέας προϋπηρεσίας ορίζεται υπό του Δ.Σ. το δε ποσόν της εξαγοράς καταβάλλεται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 32 του παρόντος Καταστατικού. Υπολογισμός συνταξίμου χρόνου. Άρθρ.35.-1.Ως συντάξιμος πραγματική υπηρεσία θεωρείται ο χρόνος της πραγματικής εν τη Εταιρεία υπηρεσίας του ησφαλισμένου δι' ον εγένετο αι νόμιμοι κρατήσεις υπέρ του Ταμείου. Ως συντάξιμος δε υπηρεσία η εξαγορασθείσα τυχόν προϋπηρεσία εν αυτή από της ιδρύσεως της Ανωτ. Ελλην. Εταιρείας Υδάτων ο χρόνος της τυχόν στρατιωτικής υπηρεσίας εφ' όσον αύτη εξηγοράσθη και ο χρόνος προϋπηρεσίας των υπαλλήλων του Ταμείου παρ' αυτώ εφ' όσον εξηγοράσθη. 2.Κατά την συγκεφαλαίωσιν των υπολογισμών προς εύρεσιν της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας δια την απονομήν της αναλόγου συντάξεως, εάν απομένη υπόλοιπον 6 μηνών και άνω λογίζεται ως ολόκληρον έτος. Τυχόν δε υπόλοιπον κατώτερον των 6 μηνών παραλείπεται. Δικαιούχοι συντάξεως. Άρθρ.36.-Δικαιούνται συντάξεως οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι, εάν οπωσδήποτε αποχωρήσουν εκ της υπηρεσίας των. 1.Μετά συμπλήρωσιν 35 ετών συνταξίμου υπηρεσίας προκειμένου περί αρρένων και 30 ετών προκειμένου περί θηλέων ανεξαρτήτως ηλικίας. 2.Μετά συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και 55ου προκειμένου περί θηλέων και δεκαετούς, συνταξίμου υπηρεσίας. Ωσαύτως μετά την συμπλήρωσιν 15 ετών συνταξίμου υπηρεσίας αι έγγαμοι ησφαλισμένοι τη αιτήσει των εφ' όσον συνεπλήρωσαν το 45ον έτος της ηλικίας των. ''3.Μετά τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και 30 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, από τα οποία 20ετή πραγματική ασφάλιση στο Ταμείο. Η παρ. 3 προστέθηκε και οι παρ. 3 έως 7 πήραν τους αριθ. 4 – 8 από την 111/3/3112/6 Δεκ. 1979 – 12 Ιαν. 1980 (ΦΕΚ Β' 50) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. 4

(3).Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας μετά συμπλήρωσιν 10ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 5ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει, εάν η απομάκρυνσίς των οφείλεται εις σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα προς εκτέλεσιν της παρά τη Εταιρεία υπηρεσίας των. 5
(4).Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας μετά συμπλήρωσιν 5ετούς τουλάχιστον πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, εάν η απομάκρυνσίς των οφείλεται εις σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα προς πάσα εργασίαν. (Αντί για τη σελ. 1227(γ) Σελ. 1227(δ) Τεύχος Ζ31 – Σελ. 77 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 6
(5).Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας, εάν η απομάκρυνσίς των οφείλεται εις σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας των, προελθούσαν εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των, ή εξ αφορμής αυτής (εργατικόν ατύχημα) ή συνεπεία πολεμικού ατυχήματος κατά την έννοιαν των διατάξεων της υπ' αριθ. 67724/1940 Υπουργικής αποφάσεως ή συνεπεία κακουχιών επελθόντων διαρκούντος του στασιαστικού κινήματος του Δεκ. 1944 ή διαρκούσης της ανταρσίας εκ γεγονότων συνδεομένων οπωσδήποτε προς το κίνημα και την ανταρσίαν, μη οφειλομένων δε πάντως εις συμμετοχήν του παρόντος εις ταύτα. 7
(6).Ως ανικανότης δίδουσα δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος κανονισμού, νοείται η μέλλουσα να διαρκέση κατά ιατρικήν πρόβλεψιν επί έξ τουλάχιστον συνεχείς μήνας. 8
(7).Η διαπίστωσις της κατά τας ανωτέρω διατάξεις ανικανότητος ενεργείται κατά την υπό του άρθρ. 40 του παρόντος διαγραφομένην διαδικασίαν. Επιστροφή εισφορών Άρθρ.4.-1."Το Ταμείον διοικείται υπό ενδεκαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εκ 2 εκπροσωπών της Εταιρείας δ)Εκ 4 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εκ 2 προσώπων εχόντων πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 2.Ο πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοιν. Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ' ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε από των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ' ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Τα εξ εργοδοτών μέλη και οι αναπληρωταί τούτων, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας από της Διοικήσεως της Α.Ε.Ε. Υδάτων και περίλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν των διοριστέων μελών (τακτικών και αναπληρωματικών). Η επιλογή των οικείων Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ' ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν' απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη έγκαιρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και των εκπροσωπών της Εταιρείας κατά την κρίσιν του. 4.Το Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού συνεδρίασιν καθ' εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. γ' και δ' της παρ. 1 μελών του δύο Αντιπροέδρους δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού ένα εξ εκάστης κατηγορίας εξ ων ο εκ των ησφαλισμένων Αντιπρόεδρος έχει το προβάδισμα. Οι Αντιπρόεδροι διατηρούν το αξίωμα αυτών εφ' όσον διατηρούν την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού, ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου". Αι παρ. 1-4 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ' αριθ. 71001 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 326). 5.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου, και των παρ' αυτών λειτουργούντων πάσης φύσεως Συμβουλίων και επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ' όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κ. Επιτρόπου, άρη την συμφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ' ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ' ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ' άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι' ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κ. Επιτρόπου. (Αντί της σελ. 1209) Σελ. 1209(α) 247 – 121 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτρόπων, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κ. Επιτρόπου. Ο Κ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού της Εργασίας, εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β' τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 6."Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απάρτια παρόντων τουλάχιστον 8 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ' ην διωρίσθη το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ' όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία". Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 71001 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 326). Μεταβατική διάταξις "Μέχρι του διορισμού του προστιθεμένου μέλους εκ της τάξεως των ησφαλισμένων, το ήδη υφιστάμενον Δ.Σ. νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Καταστατικού". Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω και η Μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 21532/Σ.224 της 27 Μαρτ./11 Απρ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β' 131). 7.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου. 8.(Μεταβατική διάταξις). Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 2650/Σ.90 της 18/28 Φεβρ. 1953 απόφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β' 53). Σελ. 1210(α) 247 – 122 Κωλύματα διορισμού και ευθύνη μελών του Δ. Συμβουλίου Άρθρ.37.''1.Οι μη πληρούντες τας προϋποθέσεις του παρόντος Καταστατικού δια την απόληψιν συντάξεως, εξερχόμενοι της υπηρεσίας ησφαλισμένοι λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος ως και κατά το άρθρ. 38 του παρόντος μέλη της οικογένειας εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, δικαιούνται εις επιστροφήν ατόκως των ατομικών εισφορών του ησφαλισμένου μεν εφ' όσον συνεπλήρωσαν πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, των τε ατομικών εισφορών του ησφαλισμένου και των συνεισφορών του εργοδότου δε, εφ' όσον συνεπλήρωσαν δεκαετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. 2.Εκ των κατά τ' ανωτέρω επιστρεφομένων εισφορών παρακρατείται πάσα οφειλή του ησφαλισμένου προς το Ταμείον ως και αι μέχρι της ισχύος του Ν.Δ. 3755/57 υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας αποδοθείσαι εισφοραί". Το άρθρ. 37 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 86637/Σ.835 της 29 Οκτ./4 Νοεμ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 500) ως διορθώθη δια διορθ. Ημαρτ. Εν ΦΕΚ Β' 546 της 11 Δεκ.
  1. Σελ. 1228(δ) Τεύχος Ζ31–Σελ. 78 "3.Εν περιπτώσει θανάτου, αμέσου συνταξιούχου, καταβάλλεται υπό του Ταμείου εις την χήραν αυτού ή εν ελλείψει ταύτης εις τον επιμεληθέντα της κηδείας κατά την κρίσιν του Ταμείου, δι' έξοδα κηδείας, εφ' άπαξ ποσόν ίσον προς την σύνταξιν του θανόντος 2 μηνών του συνολικού ποσού μη δυναμένου να υπερβή κατά πάσαν περίπτωσιν το ποσόν της υπό του Ταμείου καταβαλλομένης ανωτάτης συντάξεως ενός μηνός. Εκ του ποσού τούτου παρακρατείται πάσα προς το Ταμείον οφειλή του θανόντος". Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ' αριθ. Φ.71/3/12736 της 17/29 Οκτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β' 706). "7.α)Ασφαλισμένοι του Ταμείου στους οποίους επεστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές μπορούν ν' αναγνωρίσουν τον αντίστοιχο χρόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 Νόμ. 1405/
  2. β)Η εξαγορά για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα διενεργείται με την καταβολή της εισφοράς που ισχύει κάθε φορά στο ταμείο, μόνο του ασφαλισμένου εάν επεστράφησαν οι ατομικές εισφορές και του ασφαλισμένου και του εργοδότου εάν επεστράφησαν οι εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότου. Τα ποσοστά των εισφορών υπολογίζονται στο σύνολο των αποδοχών του ασφαλισμένου του τελευταίου μήνα πριν την υποβολή της αίτησης. γ)Η εξόφληση εισφορών διενεργείται εφάπαξ μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης του Διευθυντού του ταμείου. δ)Δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου για τον οποίο επεστράφησαν οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν και οι ασφαλισμένοι οι οποίοι έχουν αποχωρήσει ήδη από την Ε.Υ.Δ.Α.Π. και επιθυμούν την αναγνώριση και την προσμέτρηση του χρόνου αυτού σε άλλο ομοειδή Οργανισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/81 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα". Η παρ. 7 προστέθηκε από την 111/1772/24 Αυγ. – 5 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Β' 622) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Σύνταξις μελών οικογενείας. Άρθρ.38.-Ι.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου συμπληρώσαντος κατά την ημέραν του θανάτου του πενταετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, ή ασφαλισμένου αποβιώσαντος εκ βιαίου συμβάντος, επελθόντος κατά την εκτέλεσιν ή εξ αφορμής της υπηρεσίας ή εξ ενός εκ των αναφερομένων εν τη παρ. 5 του άρθρ. 36 του παρόντος ετέρων λόγων αδιαφόρως χρόνου υπαγωγής εις την ασφάλισιν, του Ταμείου αδιαφόρως χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας, δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένας παραγράφους. α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνεν κυρίως την θανούσαν. β)Τα άγαμα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου) ορφαναί πατρός και μητρός άγαμοι έγγονοι και πρόγονοι εφ' όσον ούτοι διετηρούντο κυρίως υπ' αυτού (αυτής). δ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως: α)εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός: αα'.εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα, ββ'.εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γγ'.εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και β)εάν ο θανών (η θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε πρό της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου. Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας. Άρθρ.39.-1.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης). 2.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον ισούται προς 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων το ποσόν της συντάξεως αυτού τριπλασιάζεται. Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως τα 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια των προηγουμένων εδαφίων η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 3.Οι περί ων η παρ. 1 του άρθρ. 36 έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα, χήρος ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου, προγόνου του πατρός ή της μη χήρας μητρός ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (της θανούσης) της δε χήρας μητρός εις τα 40% της αυτής συντάξεως χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων εγγόνων, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου το ποσόν το αποκομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. (Μετά την σελ. 1228(β) Σελ. 1228,01 Τεύχος 372 – Σελ. 133 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 5.Ως σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των συντάξεων των περί ων το παρόν άρθρον μελών οικογενείας λογίζεται το ποσόν της εις προπολεμικάς δραχμάς συντάξεως το οποίον ελάμβανεν ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος ή εις ο θα εδικαιούτο ο θανών ησφαλισμένος αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίσταται ανάπηρος. Βάσει του ποσού τούτου της συντάξεως του θανόντος υπολογίζεται η εις προπολεμικάς δραχμάς σύνταξις εκάστου μέλους οικογενείας αναλόγως του ποσοστού εις ο κατά τ’ ανωτέρω ανέρχεται η σύνταξίς του. Το άθροισμα των ούτω εξευρισκομένων εις προπολεμικάς δραχμάς συντάξεων όλων των δικαιουμένων τοιαύτης μελών οικογενείας αναπροσαρμόζεται εις νέας δραχμάς έκαστος δε δικαιούχος λαμβάνει την επί του ποσού τούτου αναλογίαν του. Εν περιπτώσει λήξεως του δικαιώματος εις σύνταξιν μέλους τινός οικογενείας η σύνταξις των λοιπών επανυπολογίζεται ως να μη υπήρχε το μέλος ούτινος διεκόπη η συνταξιοδότησις". Το άρθρ. 39 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 55526/Σ. 1030 της 13/18 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 208). Άρθρ.40.-1.Η διαπίστωσις της σωματικής και πνευματικής ανικανότητος δια την απονομήν συντάξεως λόγω αναπηρίας ενεργείται παρά τριμελούς Υγειονομικής επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός ιατρού οριζομένου υπό του Ταμείου, ενός ιατρού οριζομένου υπό του ενδιαφερομένου ησφαλισμένου και ενός ιατρού οριζομένου υπό του Υπουργείου Εργασίας. Εις την κατά τα ανωτέρω επιτροπήν υποβάλλεται και η οικεία γνωμάτευσις του Ιατρικού Συμβουλίου της Εταιρείας εάν υπάρχη τοιαύτη, ήτις πάντως ουδόλως δεσμεύει την επιτροπήν εις την κρίσιν της. 2.Κατά των γνωματεύσεων της Επιτροπής επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής παρά του ενδιαφερομένου εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως εις τον προσφεύγοντα, ενώπιον της δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, ης η γνωμάτευσις είναι υποχρεωτική. Η προσφυγή υποβάλλεται εις το ΙΚΑ μέσω του Ταμείου. Εις την προσφυγήν δικαιούται και η Εταιρεία εντός μηνός από της κοινοποιήσεως εις ταύτην υπό του Ταμείου της σχετικής αποφάσεως, ως και το Ταμείον, μη δεσμευόμενον εκ προθεσμίας τινός. 3.Αι αποζημιώσεις των μελών της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου, οριζόμεναι υπό του Δ.Σ. τούτου, ως και αι τοιαύται του ΙΚΑ, ως και αι γενόμεναι δαπάναι προπαρασκευής της γνωματεύσεως αυτών (παρακλινικαί εξετάσεις κλπ.) βαρύνουσιν εξ ολοκλήρου το Ταμείον. 4.Η αίτησις περί εξετάσεως υπό της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου, υποβάλλεται υπό του ησφαλισμένου, εφ’ όσον ούτος εξακολουθεί να είναι υπάλληλος ή εντός δύο μηνών αφ’ ης οριστικώς απελύθη από της Εταιρείας ως ανίκανος κατόπιν γνωματεύσεως του Ιατρικού Συμβουλίου της. Ο αιτών υποχρεούται να προσέλθη προς εξέτασιν εντός των τασσομένων αυτών προθεσμιών και ανώτατον δε όριον εντός δύο μηνών από της υποβολής της άνω αιτήσεως του. 5.Τα μέλη οικογένειας αποβιώσαντος ησφαλισμένου κριθέντος διαρκώς ανικάνου υπό της Υγ. Επιτροπής της Εταιρείας Υδάτων δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον ούτος απεβίωσεν πριν ή προλάβη να εξατασθή υπό της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου. 6.Οι αιτούντες την συνταξιοδότησιν των λόγω ανικανότητος παραπέμπονται υπό του Ταμείου εντός 15 ημερών από της υποβολής της αιτήσεως των εις την Υγ. Επιτροπήν του Ταμείου προς εξέτασιν, οφείλη δε αύτη όπως υποβάλη τούτους το ταχύτερον εις τας τυχόν αναγκαίας πάσης φύσεως εξετάσεις, και εκδώσει την απόφασιν της εντός 15 ημερών αφ’ ης συνεπληρώθησαν αι προπαρασκευαστικαί εργασίαι, του Ταμείου μη ευθυνομένου εάν οι ενδιαφερόμενοι δεν προσήλθον εντός των τασσομένων εις αυτούς προθεσμιών προς εξέτασιν. 7.Το Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός μηνός το βραδύτερον από της λήξεως του χρόνου ανικανότητός του, του ορισθέντος υπό της Υγ. Επιτροπής του Ταμείου ή της Δευτεροβαθμίου Επιτροπής του ΙΚΑ, υποχρεούται όπως παραπέμψη τούτο εις την Υγ. Επιτροπήν του Ταμείου προς επανεξέτασιν κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου εφ’ όσον ισχυρίζεται ότι συνεχίζεται η ανικανότης του και πέραν του ορισθέντος χρονικού ορίου ανικανότητός του. Η παροχή της συντάξεως εάν ο συνταξιούχος κριθή ανίκανος, επαναλαμβάνεται από της λήξεως του αρχικώς καθορισθέντος χρόνου ανικανότητος, εφ’ όσον προσήλθεν εντός των τασσομένων αυτώ προθεσμιών, άλλως αφ’ ης εξητάσθη υπό της επιτροπής. "8.Η υπό του Ταμείου παρεχομένη σύνταξις λόγω αναπηρίας μετατρέπεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις οριστικής τοιαύτην αναπηρίας, εφ’ όσον πρόκειται περί συνταξιούχων οίτινες συνεπλήρωσαν το 65ον έτος της ηλικίας των". Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 55510/Σ. 615 της 22 Σεπτ./24 Οκτ. 1956 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 218). (Αντί για τη σελ. 1229(α) Σελ. 1229(β) 344 – 139 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 "9.Προκειμένου περί ησφαλισμένων δικαιωθέντων συντάξεως λόγω αναπηρίας παρά του ΙΚΑ, δεν απαιτείται εξέτασις υπό της Επιτροπής της προβλεπομένης υπό της παρ. 1 του παρόντος δια την απονομήν συντάξεως λόγω αναπηρίας και υπό του Ταμείου. Εις τας περιπτώσεις ταύτας, η αναπηρία η αναγνωριζομένη υπό της συνταξιοδοτικής αποφάσεως του ΙΚΑ, λογίζεται ως αναπηρία κατά την έννοιαν των διατάξεων του παρόντος προς θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως εκ του Ταμείου, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων (χρονικαί προϋποθέσεις). Η εκ του Ταμείου συνταξιοδότησις λόγω αναπηρίας διαρκεί επί όσον χρόνον ορίζουν αι οικείαι αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του ΙΚΑ, περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας ή παρατάσεως ταύτης». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 101020/Σ. 772 της 13/24 Δεκ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας. (ΦΕΚ Β΄ 854). Επαναπρόσληψις ησφαλισμένων Άρθρ.41.-Ησφαλισμένος απολυθείς της υπηρεσίας του και δικαιωθείς συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχής, επαναδιοριζόμενος και γενικώς αναλαμβάνων εκ νέου υπηρεσίαν (κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, νομοθετικής ρυθμίσεως κλπ.), παρά τη Εταιρεία Υδάτων, πλην της απωλείας του δικαιώματος της ης ετύγχανε συντάξεως υποχρεούται όπως επιστρέψη το καταβληθέν παρά του Ταμείου ποσόν λόγω συντάξεως εφ’ όσον τω κατεβλήθησαν παρά της Εταιρείας αι αποδοχαί αυτού δι’ ον χρόνον παρέμεινεν εκτός υπηρεσίας και ετύγχανε συντάξεως. Η Εταιρεία υποχρεούται εν τη περιπτώσει ταύτη να παρακρατήση εκ των ως άνω αποδοχών του τα καταβληθέντα αυτώ υπό του Ταμείου ως σύνταξιν κατά δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. του Ταμείου και να τα αποδώση εις το Ταμείον. Επίσης εάν ο επαναδιορισθείς ως άνω, εισέσπραξεν από το Ταμείον εφ’ άπαξ παροχήν, οφείλει να επιστρέψη ταύτην εις το Ταμείον εντός μηνός ή κατά δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. του Ταμείου αφ’ ης ανέλαβεν εκ νέου υπηρεσίαν. Άλλως οι ανωτέρω θεωρούνται ως το πρώτον διοριζόμενοι παρά τη Εταιρεία και ο χρόνος ασφαλίσεως αυτών υπολογίζεται από της χρονολογίας του ως ανωτέρω γενομένου επαναδιορισμού του. Σελ. 1230(β) 344 – 140 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Προαιρετική συνέχισις ασφαλίσεως. "Άρθρ.41α.-Ησφαλισμένοι αποχωρούντες της υπηρεσίας αυτών, λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας μετά του Ε.Σ.Υ. και μη υπαγόμενοι εις τινα κατά το άρθρ. 36 του παρόντος αναφερομένων περιπτώσεων συνταξιοδοτήσεως δικαιούνται να συνεχίσωσι προαιρετικώς την ασφάλισιν των μέχρι συμπληρώσεως των ελαχίστων προϋποθέσεων προς θεμελίωσιν του δικαιώματος της συντάξεως εφ' όσον συνεπλήρωσαν κατά την ημέραν της αποχωρήσεως των οι μέν άρρενες το 55ον έτος της ηλικίας των και 15ετή ασφάλισιν παρά τω Ταμείω, αι δε θηλείς το 45ον έτος της ηλικίας των και 10ετή ασφάλισιν παρά τω Ταμείω. Το δικαίωμα τούτο ασκείται δι' αιτήσεως του ησφαλισμένου υποβαλλομένη εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της διακοπής της υποχρεωτικής ασφαλίσεώς του. Ο προαιρετικώς συνεχίζων την ασφάλισιν εξομοιούμενος κατά πάντα προς τον υποχρεωτικώς υπαγόμενον εις την ασφάλισιν υποχρεούται να καταβάλη κατά μήνα ολόκληρον το ποσόν της εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου της αναλογούσης επί των αποδοχών ας ελάμβανε κατά τον τελευταίον μήνα πλήρους απασχολήσεως, του μισθού τούτου λαμβανομένου υπ' όψιν δια τον υπολογισμόν της απονεμητέας συντάξεως. Η προαιρετική ασφάλισις εν περιπτώσει ασκήσεως του εις ταύτην δικαιώματος άρχεται από της λήξεως της υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Αι αναλογούσαι εισφοραί του χρόνου μέχρι της υποβολής της αιτήσεως περί προαιρετικής ασφαλίσεως καταβάλλονται εντός του επομένου μηνός εκείνου καθ' ον υπεβλήθη η αίτησις. Καθυστέρησις καταβολής μηνιαίας τινός εισφοράς συνεπάγεται εις επιβάρυνσιν δια προσθέτου τέλους 3% δι' έκαστον μήνα καθυστερήσεως και μέχρι τριών μηνών. Καθυστέρησις πέρα των τριών μηνών αφ' ης αύτη καθίσταται απαιτητή συνεπάγεται οριστικήν και ανέκκλητον έκπτωσιν από του δικαιώματος περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως άνευ δικαιώματος αναζητήσεως καταβληθεισών εισφορών". Το άρθρ. 41α προσετέθη δια της υπ' αριθ. 107387/Σ. 1332 της 27 Σεπτ./12 Οκτ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 533). Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β' 637 της 20 Νοεμ. 1968). Πόροι του Ταμείου. Άρθρ.42.-Πόροι του Ταμείου είναι: 1.Εισφορά εκ 3% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των κατά το άρθρ. 2 του παρόντος ασφαλισμένων προσώπων, ως και ισόποσος εισφορά της Εταιρείας. 2.Η δια του Ν.Δ. 1068/1942 καθιερωθείσα εισφορά εξ 1% επί παντός εκδιδομένου υπό της Εταιρείας Υδάτων λογαριασμού υδροληψίας, βαρύνουσα τον υδρολήπτην. 3.Εισφορά εξ 1% επί των προμηθειών παντός είδους υλικού ενεργουμένων υπό της Εταιρείας, εξαιρουμένων των προμηθειών υλικού κατασκευής βασικών έργων ενισχύσεως της ιδρύσεως. 4.Ετήσια τακτική εισφορά της Εταιρείας εκ 2 1/2% επί των κερδών της, καταβαλλομένη εντός τριμήνου από της εγκρίσεως του ισολογισμού της. 5.Έκτακτος εισφορά εγγραφής ίση προς το ποσόν των συνταξίμων αποδοχών ενός μηνός παντός εγγραφομένου το πρώτον εις το Ταμείον, βαρύνουσα τον ησφαλισμένον. 6.Αι πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου και τα εκ χαριστικής αιτίας έσοδα αυτού, τυχόν έκτακτοι εισφοραί της Εταιρείας, ως και τα επιβαλλόμενα εις το προσωπικόν αυτής υπό της Εταιρείας πρόστιμα. (Αντί της σελ. 1230,01) Σελ. 1230,01(α) 353 – 107 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Υπολογισμός κρατήσεων και χρόνος καταβολής αυτών. Άρθρ.43.-1.Αι εν τη παρ. 1 του προηγουμένου άρθρ. 42 προβλεπόμεναι κρατήσεις επί των αποδοχών των ησφαλισμένων και η ισόποσος εισφορά της Εταιρείας καταβάλλονται εις το Ταμείον υπό της Εταιρείας το βραδύτερον εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επομένου μηνός, της δε παρ. 3 καθ' εξάμηνον. Εντός μηνιαίας προθεσμίας η Εταιρεία υποχρεούται ωσαύτως να καταβάλη τας κρατήσεις προς εξόφλησιν των δανείων των χορηγηθέντων υπό του Ταμείου εις ησφαλισμένους υπαλλήλους της, ως επίσης να αποστείλη εις το Ταμείον τας αναλυτικάς καταστάσεις των παντός είδους κρατήσεων και ονομαστικάς τοιαύτας των διατελούντων εις άδειαν άνευ αποδοχών υπαλλήλων της, ως και των καταβολών των γενομένων εις το προσωπικόν της, τας προσλήψεις, προαγωγάς, αυξήσεις μισθών κλπ. 2.Η μη εντός των ως άνω προθεσμιών υποβολή υπό της Εταιρείας των απογραφικών δελτίων και των καταστάσεων των παντός είδους μεταβολών, απαλάσσει της ευθύνης έναντι των υπαλλήλων το Ταμείον, το οποίον αναλαμβάνει ευθύνην έναντι τούτων μόνον αν υποβληθούν τα ως άνω αποδεικτικά της υπαλληλικής ιδιότητος των εντός των χρονικών ορίων των καθοριζομένων υπό του παρόντος Καταστατικού, εν περιπτώσει δε καθυστερήσεως, αφ' ης υποβληθούν ταύτα, ευθυνομένης της Εταιρείας έναντι τούτων δια πάσαν παράλειψιν ή καθυστέρησίν της. Η κατάθεσις δε εισφορών υπό της Εταιρείας υπέρ υπαλλήλων ων η πρόσληψις κλπ. δεν ανηγγέλθη εις το Ταμείον κατά τας ως άνω διατάξεις και προθεσμίας, αναγράφεται ως πόρος του Ταμείου άνευ άλλης τινός συνεπείας. 3.Η υπό της Εταιρείας καθυστέρησις της αποστολής των καταστάσεων κρατήσεων επί μισθοδοσίας κλπ. πέραν των δια του παρόντος άρθρου οριζομένων προθεσμιών θεωρείται ως καθυστέρησις της καταβολής των εισφορών και συνεπάγεται τας κυρώσεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρ. 44 του παρόντος Καταστατικού. 4.Η απόδοσις εις το Ταμείον των ποσών εκ ποσοστού 1% επί της αξίας του καταναλισκομένου ύδατος των αναφερομένων εις την παρ. 2 του άρθρ. 42 ενεργείται κατά δίμηνον, συμφώνως προς το Ν.Δ. 1068/42 και αποδίδεται εις το Ταμείον το πρώτον δεκαήμερον του επομένου μηνός. 5.Το εν παρ. 5 του άρθρ. 42 ποσόν των συνταξίμων αποδοχών παντός ησφαλισμένου εγγραφομένου το πρώτον εις το Ταμείον καταβάλλεται δια 36 ίσων μηνιαίων δόσεων παρακρατουμένων υπό της Εταιρείας από του διορισμού του. Υπεύθυνοι εισπράξεως και αποδόσεως των πόρων του Ταμείου. Άρθρ.44.-1.Αι επί των αποδοχών των ησφαλισμένων κρατήσεις υπέρ του Ταμείου ενεργούνται υποχρεωτικώς παρά της Εταιρείας, ήτις υποχρεούται ανελλιπώς και εντός των εν τω προηγουμένω Άρθρ.5.-1.Δεν διορίζεται ουδέ δύναται να αποτελή τακτικόν ή αναπληρωματικόν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. α)Ο μη έχων την Ελλην. Ιθαγένειαν. β)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. γ)Ο ανίκανος να καταλάβη δημοσίαν θέσιν και, ο δυνάμει οριστικού βουλεύματος παραπεμφθείς επί κακουργήματι ή ατιμωτικώ πλημμελήματι ή οπωσδήποτε καταδικασθείς δυνάμει των άρθρ. 21, 22, 24, 363, 370 και 486 του Ποινικού Νόμου και των διατάξεων των Νόμων περί μέτρων ασφαλείας του Κοινωνικού Καθεστώτος. δ)Ο μη έχων ή παύσας να έχη την ιδιότητα υφ' ην διωρίσθη. ε)Ο μη γνωρίζων γραφήν και ανάγνωσιν. ς)Ο διατελων υπάλληλος του Ταμείου. ζ)Ο μη έχων την ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του, και η)Προκειμένου περί των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων, οι μη έχοντες την ιδιότητα του ησφαλισμένου επί μίαν τριετίαν. 2.Δια τους αυτούς ως άνω λόγους τα τε τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εκπίπτουσι του αξιώματος του Συμβούλου, δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. 3.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας, κατόπιν προτάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, να κηρύσση έκπτωτον μέλος του Δ. Συμβουλίου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις συνεχείς συνεδριάσεις. 4.Τα εξ ιδιωτών μέλη του Δ.Σ. υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων αυτών τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης & Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Θητεία Διοικητικού Συμβουλίουκ άρθρ. 43 καθοριζομένων προθεσμιών, να καταθέτη παρά μία των εν τω άρθρ. 28 του παρόντος αναφερομένων Τραπεζών κατά τας εκάστοτε αποφάσεις του Δ.Συμβουλίου, τας τοιαύτας κρατήσεις και τας ισοπόσους αυτής εισφοράς, ως και τους εις τας παρ. 2, 3 και 5 του άρθρ. 42 αναφερομένους πόρους. 2.Δια την καταβολήν των εισφορών του τε εργοδότου και των ησφαλισμένων ευθύνεται η Εταιρεία. Κατά την πληρωμήν των μισθών εις τους ησφαλισμένους η Εταιρεία υποχρεούται να παρακρατή τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τούτους ως και πάσαν άλλην οφειλήν των. Εάν η Εταιρεία δεν εκπληρώση την υποχρέωσίν της ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας της πληρωμής των μισθών απαλάσσεται ο ησφαλισμένος της τοιαύτης καταβολής βαρυνούσης του λοιπού την Εταιρείαν. Πάσα οποθενδήποτε προερχομένη οφειλή της Εταιρείας αναπροσαρμόζεται επί τη βάσει των παρεχομένων μισθών κλπ. κατά την ημέραν της εξοφλήσεως, εφ' όσον καταβάλλεται εκπροθέσμως. 3.Εισφοραί και λοιπαί οφειλαί της Εταιρείας μη καταβληθείσαι εντός των προθεσμιών του άρθρ. 43 του παρόντος, εκτός της ως ανωτέρω αναπροσαρμογής επιβαρύνονται και δια προσθέτου τέλους ίσου προς 10% των καθυστερουμένων εισφορών. 4.Δι' εισφοράς καθυστερουμένας πέραν της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ' ο κατέστησαν απαιτηταί, επιβάλλεται και ο νόμιμος τόκος υπερημερίας, υπολογιζόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους και επί ποσού ηυξημένου κατά το πρόσθετον τέλος, περί ου η προηγουμένη παράγραφος. 5.Αι κατά τον παρόντα κανονισμόν, απαιτήσεις του Ταμείου εισπράττονται δια των Δημοσίων Ταμείων κατά τας διατάξεις του Νόμου εισπράξεως δημοσίων εσόδων και κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 22 και 23 του Νόμ. 6298/
  3. Άρθρ.45.-1.Αι εν τη παρ. 1 του άρθρ. 42 κρατήσεις και αι ισόποσοι προς αυτάς εισφοραί της Εταιρείας, εγγράφονται εις ατομικάς μερίδας εκάστου ησφαλισμένου. Επενδύσεις των Κεφαλαίων του Ταμείου Άρθρ.46.-Τα Κεφάλαια του Ταμείου, τη εγκρίσει πάντοτε του Υπουργείου Εργασίας τοποθετούνται τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. (Αντί της σελ. 1231(α) Σελ. 1231(β) 276 – 103 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 1.Εις χρεώγραφα του Δημοσίου, ή εις ομολογίας δανείων Νομικών Προσώπων ηγγυημένων παρά του Κράτους ή μετοχάς των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος. 2.Εις αγοράν ελευθέρων παντός βάρους αστικών ακινήτων κειμένων εντός του σχεδίου των πόλεων Αθηνών - Πειραιώς και δια την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων του Ταμείου οικοπέδων. 3.Εις δάνεια προς ησφαλισμένους ή συνταξιούχους του Ταμείου. Αγορά και φύλαξις χρεωγράφων. Άρθρ.47.-1.Η αγορά των χρεωγράφων ενεργείται πάντοτε μέσω της Τραπέζης της Ελλάδος προς την οποίαν δίδεται σχετική έγγραφος εντολή, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά δε πάντως την λήψιν των σχετικών εγκρίσεων. 2.Τα εις την κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα, κατατίθενται προς φύλαξιν επ' ονόματι του Ταμείου παρά μιας των εν άρθρ. 28 αναφερομένων Τραπεζών. Άρθρ.48.-1.Δια την αγοράν ακινήτου απαιτείται: α)σχετική απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου, λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου. Εν τη αποφάσει δέον να καθορίζεται και το διατεθησόμενον προς τον σκοπόν τούτον κατ' ανώτατον όριον ποσόν. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργού Εργασίας, παρεχομένη μετά σύμφωνον γνώμην των εξ ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων της κειμένης Νομοθεσίας προβλεπομένων οργάνων. γ)Δημοσίευσις σχετικής προκηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων φύλλων εκδιδομένων εν τη έδρα του Ταμείου και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον εντός ωρισμένης προθεσμίας ήτις πάντως δεν δύναται να ορίζεται βραχυτέρα του 15θημέρου. Δια της προκηρύξεως δέον ωσαύτως να αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών εφ' όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς ακινήτου των και του αξιουμένου τιμήματος εποκλειομένης πάντως της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. δ)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα κατά την κρίσιν του κρινόμενα ως κατ' αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι' ον επιζητείται η αγορά. Σελ. 1232(β) 276–104 ε)"Τα κατά τα' ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ' αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρ' εκτιμητικής Επιτροπής, ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου και ήτις συγκροτείται δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. 1)Εκ του οικονομικού εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού του εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου, κείται το προς αγοράν ακίνητον. 2)Εκ του Προϊσταμένου, ή του νομίμου αναπληρωτού του, του οικείου γραφείου του σχεδίου Πόλεως. 3)Εξ ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης, τη αιτήσει του Ταμείου". Το εδάφ. ε' ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 106742/Σ. 1171 της 16/30 Ιαν. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 33). ς)Μετά την υποβολήν των εκθέσεων της εκτιμητικής επιτροπής το Διοικητικόν Συμβούλιον εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων επιλέγει το αγοραστέον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασίν του επαρκώς φακέλλου εις τον Υπουργόν Εργασίας προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον να αναφέρηται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι' ους τούτο επροτίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων και ότι ελήφθη υπ' όψιν γνωμοδότησις περί του κανονικού των τίτλων ιδιοκτησίας και ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Η υπογραφή του συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμία περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργού Εργασίας. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) ζ)"Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής. Αι δαπάναι των εκτιμήσεων και αι αμοιβαί των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής βαρύνουν το Ταμείον". Το εδάφ. ζ' ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 106742/Σ. 1171 της 16/30 Ιαν. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 33). 2.Δια την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων γηπέδων, εις ην περιλαμβάνεται και η κατεδάφισις των επί τούτων πεπαλαιωμένων κτισμάτων ως και δια την ουσιώδη επισκευήν ή διαρρύθμισιν ακινήτων ιδιοκτητών κτισμάτων του δέον όπως τηρείται η ακολούθως διαδικασία, Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως και σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Δ.Σ. βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ' ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων, οριζομένων υπό του Δ.Σ. και εγκρινομένου παρ' αυτού, προκαλεί είτε αναθέτων απ' ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανεγνωρισμένων ανωτάτων Σχολών, ημεδαπών ή ισοτίμων αλλοδαπών είτε κατόπιν διαγωνισμού δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης, περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικήν, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβητήρων, σχέδια εκτελέσεως, προσμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφήν υποχρεώσεων κλπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται, εγκρίσει του Δ.Σ. εις ένα ή πλείονας πολιτικούς Μηχανικούς Ανωτάτης Ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Δ.Σ. όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι' ορίου είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου κατά την κρίσιν του Δ.Σ. Τα έργα της ανοικοδομήσεως κλπ. ανατίθενται δια δημοσίας δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι' επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του να αποκλείει προ της διενεργείας της δημοπρασίας του εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των
  4. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρι αποπερατώσεως αυτής γίνεται υπό του Δ.Σ. μέσω του επιβλέποντος αρχιτέκτονος, υπευθύνου έναντι αυτού, ή δια της τεχνικής αυτού υπηρεσίας εφ' όσον υφίσταται τοιαύτη, ως τοιούτου οριζομένου είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην αρχιτέκτονος είτε ετέρου τοιούτου της εκλογής του Δ.Σ. όπερ ορίζει και την αμοιβήν αυτού. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών δεν δύναται να ορίζωνται ανώτεραι υπό του από 13 Ιουν. 1924 Δ/τος, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής. "3.Εις ειδικάς περιπτώσεις και οσάκις είναι προφανές το όφελος του Ταμείου το Δ.Σ. αυτού δύναται εν τη διαχειρίσει της περιουσίας του Ταμείου να προβαίνη μετ' έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας δι' απευθείας συμφωνίας άνευ διαγωνισμού εις την αγοράν ακινήτου συνορεύοντος προς ακίνητον του Ταμείου, εφ' όσον α)εκ της προσκτήσεως του νέου ακινήτου καθίσταται πλέον εκμεταλλεύσιμον το ακίνητον του Ταμείου και προσδοκάται ουσιώδης επαύξησις της αξίας αυτού, β)το ακίνητον είναι ιδιοκτησίας Ν.Π.Δ.Δ. ή Τραπέζης, γ)υφίσταται έκθεσις εκτιμήσεως της υπό του εδάφ. ε' της παρ. 1 του παρόντος προβλεπομένης Εκτιμητικής Επιτροπής και ομόφωνος γνώμη αυτής περί των όρων και του εκδήλως συμφόρου της αγοράς, δ)η απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου ελήφθη ομοφώνως και ε)ετηρήθησαν κατά τα λοιπά αι κείμεναι διατάξεις". Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 108746/Σ. 888 της 30 Δεκ. 1965/13 Ιαν. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 10). Δάνεια. Άρθρ.49.-1.Η παροχή προσωπικών δανείων εις ησφαλισμένους ή συνταξιούχους του Ταμείου ή εις τους υπαλλήλους αυτού (άρθρ. 17 παρ. 6) επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας δι' εκτάκτων σοβαρών και απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος κατά τας επί του θέματος τούτου ισχυούσας διατάξεις και αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας. 2.Το ποσόν του χορηγητέου εις τους ησφαλισμένους ή συνταξιούχους του Ταμείου ή τους υπαλλήλους αυτού δανείου δεν δύναται να είναι ανώτερον των τριών μισθών δια τους ησφαλισμένους και τους υπαλλήλους του Ταμείου και τριών συντάξεων εις τους συν(Αντί της σελ. 1233(β) Σελ. 1233(γ) 276–105 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 ταξιούχους αυτού. "Τα δάνεια χορηγούνται εντόκως προς 5% και επί ασφαλίστρω προς 1%. Η εντός " " τελευταία διάταξις συνεπληρώθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 101020/Σ. 772 της 13/24 Δεκ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 854). 3.Τα κατά τας παρ. 1 και 2 δάνεια εξοφλούνται τοκοχρεωλυτικώς εις μηνιαίας δόσεις καθοριζομένας κατά την κρίσιν του Δ.Σ. πάντως δε ουχί περισσοτέρας των
  5. "Αι διατάξεις του Νόμ. 5931/1933 περί εισπράξεως των δανείων των Ταμείων Συντάξεων εφαρμόζονται αναλόγως δια την είσπραξιν των χορηγηθέντων δανείων". Η εντός " " διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 101020/Σ. 772 της 13/24 Δεκ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 854). 4."Εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου τους έχοντας πλέον των 5 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, ως και εις τους συνταξιούχους, δύνανται να χορηγούνται ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια προς ανέγερσιν, αποπεράτωσιν, επιδιόρθωσιν, επέκτασιν των οικοδομών των ή προς συμπλήρωσιν τιμήματος αγοράς διαμερίσματος". Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 10616/Σ. 119 της 20 Φεβρ./3 Μαρτ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 155). Τα εις τας περιπτώσεις ταύτας χορηγούμενα δάνεια δεν δύναται να είναι ανώτερα του 1/3 της αξίας του ακινήτου εάν δε το 1/3 της αξίας υπερβαίνει το σύνολον των πάσης φύσεως ετησίων αποδοχών του ησφαλισμένου, ουδέποτε ανώτερον του ποσού τούτου. Τα δάνεια χορηγούνται επί πρώτη πάντοτε υποθήκη του ακινήτου. Είναι δυνατή η χορήγησις δανείου επί υποθηκευμένου ήδη ακινήτου εφ' όσον όμως δια του χορηγουμένου δανείου εξοφλείται συγχρόνως το 1ον δάνειον και επομένως εξαλείφεται η υφισταμένη υποθήκη υπέρ τρίτου, ερχομένου ούτω του Ταμείου ως πρώτου ενυποθήκου δανειστού. 7."Το ακίνητον δέον να είναι αστικόν κείμενον εντός της περιοχής του σχεδίου των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και των περιχώρων αυτών, ή και αλλαχού, ένθα ως εκ της υπηρεσίας των κατοικούσι μονίμως ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω να είναι απηλλαγμένον παντός βάρους εμπραγμάτου ή ρυμοτομίας και να ανήκη εξ ολοκλήρου εις τον παρέχοντα την υποθήκην. Σελ. 1234(γ) 276–106 Εν τη περιπτώσει χορηγήσεως δανείου εις ησφαλισμένους, διαμένοντας εκτός της περιοχής του σχεδίου πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και των περιχώρων αυτών, δι' ακίνητον κείμενον εκτός της περιοχής του σχεδίου των πόλεων τούτων και των περιχώρων αυτών, δέον να έχη εκδοθή υπό της αρμοδίας αρχής άδεια οικοδομήσεως του ακινήτου". Η παρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 47918/Σ. 494 της 11/14 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 264), ως διωρθώθη δια διορθ. ημαρτ. εν ΦΕΚ Β' 321 της 24 Ιουλ.
  6. 8.Το δάνειον χορηγείται υπό τον όρον της υπέρ του Ταμείου εκχωρήσεως των προσόδων του υποθηκευομένου ακινήτου, των ανταποκρινομένων εις την εξυπηρέτησιν του δανείου, εφ' όσον δεν υφίσταται ιδιοκατοίκησις. 9.Διά την χορήγησιν του δανείου ενεργείται εκτίμησις του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου παρ' επιτροπής οριζομένης συμφώνως προς το εδάφ. ε' της παρ. 1 του άρθρ. 48 του παρόντος. Η έκθεσις της επιτροπής υποβάλλεται εγγράφως εις το Δ.Σ. προς λήψιν σχετικής αποφάσεως, εν περιπτώσει δε διαφωνίας των μελών της επιτροπής λαμβάνεται υπ' όψιν δια την χορήγησιν του δανείου το προτεινόμενον μικρότερον ποσόν. 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 10.Τα έξοδα ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου ενεργουμένου υπό δικηγόρου, οριζομένου παρά του Ταμείου, τα έξοδα της εκτιμήσεως της αξίας του ακινήτου, τα έξοδα συντάξεως συμβολαίων, εξαλείψεως υποθήκης και παν εν γένει έξοδον, βαρύνουσιν αποκλειστικώς τον δανειζόμενον παρ' ου και προκαταβάλλονται, ανεξαρτήτως της χορηγήσεως ή μη του δανείου. Τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου τα μετέχοντα της ως άνω επιτροπής ουδεμιάς απολύτως αμοιβής δικαιούνται. Η αμοιβή των λοιπών μελών της επιτροπής καθορίζεται δι' αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Εις περίπτωσιν μη συνάψεως του δανείου το Ταμείον υποχρεούται εις την επιστροφήν του υπολοίπου των προκαταβληθέντων εξόδων, μετ' αφαίρεσιν πασών των τυχόν γενομένων δαπανών. 11.Η χορήγησις του δανείου γίνεται επί τη βάσει των λεπτομερεστέρων όρων, ους ήθελε τυχόν ορίσει το Δ.Σ. του Ταμείου. 12.Το δάνειον χορηγείται δια 15 το πολύ έτη και εξοφλείται δια εξαμηνιαίων ίσων τοκοχρεωλυτικών δόσεων καταβαλλομένων την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους. 13.Επιτρέπεται η προ της λήξεως της προθεσμίας εξόφλησις των ενυποθήκων δανείων, παρακρατουμένων των μη δεδουλευμένων τόκων μιας εξαμηνίας ως και μείωσις του χρόνου εξοφλήσεως επ' αναλόγω αυξήσει των χρεωλύτρων, μετ' απόφασιν εκάστοτε του Δ.Σ. Ασυμβίβαστον συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Άρθρ.50.-"Το δικαίωμα προς απόλυψιν συντάξεως είναι ασυμβίβαστον προς πάσαν αντιμισθίαν ή περιοδικόν βοήθημα παρεχόμενον παρά της εταιρείας υφ' οιονδήποτε τύπον εις συνταξιούχους του Ταμείου εξαιρέσει των λόγω θανάτου τοιούτων πάσα δε τοιαύτη παντός είδους χορηγία συνεπάγεται την αναστολήν του δικαιώματος συντάξεως". Το άρθρ. 50 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 55526/Σ. 1030 της 13/18 Οκτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 208 - διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β' 3/1952). Χρόνος ενάρξεως και λήξεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Άρθρ.51.-"1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της επομένης ημέρας εκείνης καθ' ην επήλθεν η αναπηρία ή ο θάνατος, ή καθ' ην απεχώρησεν ο ησφαλισμένος εκ της υπηρεσίας". Η παρ. 1 ετροποποιήθη δια της υπ' αριθ. 47949/Σ. 1287 της 19/29 Δεκ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 265). 2.Η σύνταξις δεν παρέχεται: α)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας εφ' όσον παύουν υφιστάμεναι αι προϋποθέσεις του άρθρ. 36 του παρόντος (λήξις ανικανότητος), β)επί συντάξεως λόγω γήρατος, δια του θανάτου του συνταξιούχου, γ)επί συντάξεως τέκνων, εγγόνων και προγόνων προκειμένου μεν περί αρρένων, άμα τη συμπληρώσει του 18ου έτους της ηλικίας των προκειμένου δε περί θηλέων του 30ου και προ τούτου κατ' αμφοτέρας τας περιπτώσεις δια της τελέσεως γάμου ή του θανάτου των. Το κατά τα ανωτέρω όριον ηλικίας. αα)δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνου, εγγόνου ή προγόνου ανικάνου, λόγω παθήσεως, δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και ββ)"Παρατείνεται μέχρι του 23ου έτους της ηλικίας εφ' όσον τα ανωτέρω πρόσωπα συνεχίζουν την μόρφωσιν αυτών εις Σχολάς γενικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως επί τη βάσει βεβαιώσεως της οικείας σχολής εμφαινούσης το κανονικόν της φοιτήσεώς των και δεν ασκούν βιοποριστικόν επάγγελμα". Το υπεδάφ. ββ' ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 107387/Σ. 1332 της 27 Σεπτ./12 Οκτ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 533). δ)επί συντάξεως γονέων δια του θανάτου των ή δια συνάψεως νέου γάμου παρά της χήρας μητρός ή του χήρου πατρός. ε)επί συντάξεως χήρας δια του θανάτου της ή δια τελέσεως νέου γάμου. Κηρυχθείσης αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δια δικαστικής αποφάσεως, το δικαίωμα των οικογενειών των εις απόληψιν συντάξεως και η πληρωμή αυτών άρχεται από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος την τελευταίαν στιγμήν του κινδύνου του αφάντου ή την τελευταίαν περί του αφάντου είδησιν κατά τα ειδικώς περί αφανείας εν τω Αστικώ Κώδικι οριζόμενα. Στερήσεις εκπτώσεις και Αναστολαί. Άρθρ.52.-1.Εκπίπτει του δικαιώματος προς απόληψιν συντάξεως ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ' αυτού διαπραχθέντος, εφ' όσον διαπιστωθή η ενοχή του δια της τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχουσι πρόσωπα εκ των εν τω άρθρ. 38 αναφερομένων ταύτα δικαιούνται της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου, εξ ου έλκουν το δικαίωμα. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται: α)εάν ταύτα καταδικασθούν δι' αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου δια πράξιν συνέπεια της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. (Αντί για τη σελ. 1234,01(α) Σελ. 1234,01(β) Τεύχος 731 – Σελ. 87 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 β)ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα εάν αύτη εκπέση της επιτροπίας των τέκνων της δι' αισχράν διαγωγήν. 3.Η καταβολή των παρά τω Ταμείω χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται. α)εφ' όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικής της ελευθερίας του μακροτέραν του έτους. Εάν όμως υπάρχουσι πρόσωπα, άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως, καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν του βοηθήματος όπερ εις την περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα επενέμετο εις αυτά. β)εφ' όσον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εργασίαν ή υπηρεσίαν θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. γ)εφ' όσον συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ. 50 του παρόντος. Παραγραφή Άρθρ.6.-1.Τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά διορίζονται επί τριετεί θητεία. 2.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Δ.Σ. παρατείνεται αύτη αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων τοιούτων, ουχί όμως και πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. 3.Τα εις αντικατάστασιν των εκπιπτόντων ή οπωσδήποτε αποχωρούντων μελών διοριζόμενα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των μελών του Δ.Σ, εις αντικατάστασιν των οποίων διορίζονται. Λειτουργία Διοικητ. Συμβουλίου Άρθρ.53.-"1α)Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον. β)Ησφαλισμένοι ων το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως απερρίφθη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της σχετικής αιτήσεως ή δεν ήσκησαν το δικαίωμα τούτο μέχρι της ισχύος της παρούσης, δύνανται να ασκήσουν εκ νέου το δικαίωμα τούτο, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως". Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την 111/3/3073/1-14 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β' 1108) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Απαιτηταί δόσεις συντάξεως μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των έξ μηνών από της χρονολογίας καθ' ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπρόθεσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. Σελ. 1234, 02(β) Τεύχος 731 – Σελ. 88 39.Μ.ζ.3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) Χρόνος και τόπος πληρωμής των συντάξεων. Άρθρ.54.-"Αι συντάξεις καταβάλλονται εν αρχή εκάστου μηνός και επί τη προσαγωγή καθ' εξαμηνίαν υπευθύνου δηλώσεως του δικαιούχου και πιστοποιητικού του εφημερίου της κατοικίας συνταξιούχου, δι' ων βεβαιούται ότι δεν συνέβη γεγονός εις τους συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη ή τους δικαιοδόχους, επιφέρον την παύσιν ή ελάττωσιν της συντάξεως". Το άρθρ. 54 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 10616/Σ. 119 της 20 Φεβρ./3 Μαρτ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 155). Τρόπος απονομής παροχών. Άρθρ.55.-1.Αι παροχαί του ταμείου απονέμονται κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Δ.Σ. παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. 2.Το Δ.Σ. του Ταμείου, εφ' όσον τα επισυναπτόμενα της αιτήσει δικαιολογητικά είναι εν τάξει και συνεπληρώθησαν αι κατά τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού προβλεπομέναι εξετάσεις και διατυπώσεις, υποχρεούται όπως εντός διμήνου το βραδύτερον εκδόση την επ' αυτής απόφασιν του. Εκχώρησις ή κατάσχεσις παροχών. Άρθρ.56.-Απαγορεύεται η εκχώρησις ή κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων παροχών. Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων επιτρέπεται, η κατάσχεσις μέχρι του 1/3 τούτων κατόπιν αδείας του Προέδρου Πρωτοδικών. Συμψηφισμός δικαιωμάτων ησφαλισμένων ή δικαιοδόχων προς υφισταμένας οφειλάς των προς το Ταμείον. Άρθρ.57.-1.Επιτρέπεται συμψηφισμός των κατά τας διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 42 του παρόντος οφειλών των ησφαλισμένων, ως και των λόγω δανείων και εκ πάσης άλλης αιτίας τοιούτων προς τας υπό του Ταμείου χορηγητέας παροχάς, ενεργούμενος δια παρακρατήσεως εκ τούτων ως ακολούθως: α)από τους αποχωρούντας δι' οιονδήποτε λόγον και μη δικαιουμένους συντάξεως εκ της εφ' άπαξ παροχής ης τυχόν δικαιούνται. Από τους αποβιούντας, εκ της εφ' άπαξ παροχής ης δικαιούνται οι δικαιούχοι αυτών, εφ' όσον δεν δικαιούνται συντάξεως. β)Από τους δικαιοδόχους αποθανόντων εφ' όσον δικαιούνται συντάξεως, εκ της συντάξεως των και εις δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. γ)Αι λόγω εξαγοράς προϋπηρεσίας οφειλαί, παρακρατούνται από τους δικαιουμένους συντάξεως ή τους δικαιοδόχους των, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 32 του παρόντος. Ποσόν συντάξεως. Άρθρ.58.-1.Το ποσόν των υπό του Ταμείου χορηγητέων συντάξεων ισούται προς τόσα τεσσαρακοστά πέμπτα των κατά την επομένην παράγραφον συνταξίμων αποδοχών, όσα τα έτη συνταξίμου υπηρεσίας του ησφαλισμένου και εκ βασικού παγίου ποσού εκ δραχ. 500 προπολεμικών. 2.Ως συντάξιμοι αποδοχαί κατά την έννοιαν της προηγουμένης παραγράφου νοούνται αι μηνιαίαι αποδοχαί τας οποίας θα ελάμβανεν ο ησφαλισμένος αν ούτος απησχολείτο κατά την 30-6-41 εις την υπηρεσίαν με τον βαθμόν, την προϋπηρεσίαν, ειδικότητα κλπ. ην είχε κατά τον χρόνον της εξόδου του εκ της υπηρεσίας ή του θανάτου του. 3.Η κατά τας διατάξεις του παρόντος απονεμητέα σύνταξις δεν δύναται πάντως να είναι ανωτέρα του 80% των κατά τα ανωτέρω συνταξίμων αποδοχών. "4.Καμμία σύνταξη δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ποσού των 7.500 δρχ. για τους άμεσους συνταξιούχους και των 6.000 δρχ. για τους εμμέσους". Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 111/1060/24 Απρ.– 15 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β' 283) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 6.Αι κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων υπολογιζόμεναι συντάξεις εις προπολεμικάς δραχμάς αναπροσαρμόζονται κατά το ποσόν εις νέας δραχμάς βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων των οικείων κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. 7.Τα ποσά των κατά τας ανωτέρω διατάξεις εγκρινομένων συντάξεων εις νέας δραχμάς προσαυξάνονται κατά 50% εάν ο δικαιούχος ευρίσκεται εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας, απαιτούσης την διαρκή βοήθειαν και συμπαράστασιν τρίτου προσώπου. "7α.Εν περιπτώσει αυξήσεως των κατωτάτων ορίων βασικών μισθών, βάσει της οικείας Συλλογικής Συμβάσεως, η αύξηση λαμβάνεται υπ' όψιν δια την αναπροσαρμογήν των καταβαλλομένων συντάξεων μετά δίμηνον από της ενάρξεως χορηγήσεως της αυξήσεως και η καταβολή ουχί προ της παρελεύσεως εξαμήνου από της χορηγήσεως". Η παρ. 7α τροποποιήθηκε ως άνω από την 111/3/1900/24 Αυγ. – 15 Σεπτ. 1981 (ΦΕΚ Β' 547) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Βλέπε εις τας κατωτέρω νεωτέρας αποφάσεις αυξήσεις συντάξεων και επιδόματα. "8.Αι συντάξεις του αποχωρήσαντος της υπηρεσίας μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος πάσης φύσεως εκτάκτου προσωπικού παρά τη Εταιρεία, αίτινες εκανονίσθησαν επί τη βάσει των αποδοχών των οριζομένων κατά περίπτωσιν υπό των Γενικών Εθνικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας του έτους 1939, ανα(Αντί για τη σελ. 1235(γ) Σελ. 1235(δ) Τεύχος Η42–Σελ. 139 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσ.Ετ.Ύδρευσης και Αποχ.Πρωτευούσης(ΤΕΑΠΕΥΑΠ) 39.Μ.ζ.3 κανονίζεται δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρούσης επί τη βάσει της μισθολογικής αυτού αντιστοιχίας, κατά τον χρόνον της αποχωρήσεως του, προς το τακτικόν προσωπικόν της Εταιρείας κατά την περί τούτου βεβαίωσιν αυτής. Ο ανακανονισμός της συντάξεως ανατρέχει από της 1ης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός, τυχόν δε προκύπτουσα επί πλέον διαφορά καταβάλλεται από της χρονολογίας ταύτης και εφ' εξής". Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ' αριθ. 2993/Σ. 2093/68 της 23 Ιαν./6 Φεβρ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 89). Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.59.-1.Αι μέχρι της ισχύος του παρόντος απονεμηθείσαι συντάξεις κατ' εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων αναπροσαρμόζονται κατά ποσόν βάσει των διατάξεων του παρόντος, μη δυνάμενα όμως εκ του λόγου τούτου να υποστώσι μείωσίν τινα. 2.Αι διατάξεις των άρθρ. 36 και 38 του παρόντος εφαρμόζονται και δια του από 1ης Ιαν. 1949 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος επαληθεύσαντας κινδύνους αναπηριών και θανάτων, και εξόδων εκ της υπηρεσίας. Αι κατ' εφαρμογήν όμως της διατάξεως ταύτης απονεμητέαι συντάξεις άρχονται καταβαλλόμεναι το ενωρίτερον από 1.6.
  7. Άρθρ.7.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει μετ' έγγραφον πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν άπαξ της εβδομάδος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή ανάγκη κατά την κρίσιν του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου ή ήθελον ζητήσει τούτο εγγράφως τρία τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού. Εν τη περιπτώσει ταύτη υποχρεούται ο Πρόεδρος να ορίση συνεδρίασιν εντός 48 ωρών από της υποβολής της αιτήσεως με θέματα τα εν τη αιτήσει αναγραφόμενα. Μη επιτευχθείσης απαρτίας τα θέματα ταύτα αναγράφονται πρώτα εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης τακτικής συνεδριάσεως. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δι' αποφάσεώς του δύναται να ορίζη ωρισμένας ημέρας τακτικών συνεδριάσεων. 2.Η πρόσκλησις εις συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη τουλάχιστον δύο ημέρας προ της ημέρας καθ' ην θα λάβη χώραν η συνεδρίασις, επιτρεπομένης της συντομεύσεως του χρονικού τούτου διαστήματος μόνον εις περίπτωσιν επειγούσης ανάγκης δικαιολογουμένης παρά του Προέδρου ή του αναπληρούντος τούτον Αντιπροέδρου ενώπιον του Δ.Σ. 3.Επί της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν αναγράφονται πάντοτε η ημέρα και ώρα της συνεδριάσεως ως και τα θέματα της ημερησίας διατάξεως. 4.Εάν τακτικόν μέλος του Δ.Σ. κωλύεται να παραστή εις συνεδρίασιν, δέον όπως ειδοποιήση αμελλητί είτε απ' ευθείας τον αναπληρωτήν του, είτε την υπηρεσίαν του Ταμείου, ήτις αποστέλλει νέαν πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος, εκτός εάν έχει ειδοποιηθή περί του κωλύματος προηγουμένως η υπηρεσία του Ταμείου, ότε η αποστολή της προσκλήσεως γίνεται απ' ευθείας εις τον αναπληρωτήν. δ.Το Δ.Σ. δικαιούται να αποφασίζη την αναγραφήν θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. Θέμα μη αναγραφέν εν τη ημερησία διατάξει δύναται αποφάσει του Δ.Σ. να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν απόφασις όμως επ' αυτού δεν δύναται να ληφθή εφ' όσον δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη του Δ.Σ. ή εφ' όσον παρά πάντων των παρισταμένων μελών κατά την συνεδρίασιν δεν ήθελεν αναγνωρισθή ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης. 6.Αι ψηφοφορίαι του Δ.Σ. είναι πάντοτε φανεραί, πλην προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων, ή οσάκις εκ των προτέρων καθορίζεται τούτο υπό του Δ.Σ. 7.Κατά τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίσταται ο Διευθυντής του Ταμείου ως εισηγητής των συζητητέων θεμάτων άνευ ψήφου. 8.Περί των εν τω Δ.Σ. συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται μερίμνη του Διευθυντού του Ταμείου υπό του Γραμματέως του Δ.Σ. συνοπτικά πρακτικά, άτινα καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον Πρακτικών και υπογράφονται μετά την επικύρωσίν των παρά του Δ.Σ. υπό του Προέδρου, των κατά την συνεδρίασιν παραστάντων μελών του Δ.Σ. του Διευθυντού και του Γραμματέως του Δ.Σ. 9.Αι συνεδριάσεις του Δ.Σ. δεν είναι δημόσιαι. Περίληψις των ληφθεισών αποφάσεων δύναται να ανακοινούται μόνον αποφάσει του Δ.Σ. 10.Απαγορεύεται η υπό των μελών του Δ.Σ. ανακοίνωσις εις τρίτους των Πρακτικών των συνεδριάσεων ως και των εν τω Δ.Σ. διαμειφθέντων. 11.Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεως κεφαλαίων του Ταμείου συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία επ' αυτών επιτρέπεται ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Δ.Σ. Το Δ.Σ. δύναται να χαρακτηρίζη και έτερα θέματα ως εμπιστευτικά, 12.Προκειμένου να συζητηθή υπό του Δ.Σ. υπόθεσις αφορώσα ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός αυτού ή συγγενούς του μέλους μέχρι τετάρτου βαθμού, δεν δύναται το μέλος τούτο να παραστή κατά την συζήτησιν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Δ.Σ. λαμβάνεται μετά πρότασιν του ενδιαφερομένου, υποχρεουμένου εις σχετικήν δήλωσιν ή παντός άλλου μέλους αυτού. 13.Αι αποφάσεις του Δ.Σ. δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως παρά τούτου εν τη επομένη συνεδριάσει των πρακτικών της συνεδριάσεως καθ' ην ελήφθησαν, εκτός της περιπτώσεως καθ' ην το Δ.Σ. κρίνει ότι επείγουσα ανάγκη επιβάλλει την άμεσον επικύρωσιν των πρακτικών ως προς ωρισμένα θέματα. 14.Μετά την επικύρωσιν των πρακτικών ο Διευθυντής του Ταμείο

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.