1γ. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 17481 της 10/14 Μαρτ. 1933 (Παράρτημα Ε.Κ. φύλλου 51, αναδημοσίευσις εις φύλ. 77/21 Απρ. 1933 και διόρθ. ημαρτ. εις φύλ. 246/25 Οκτ. 1935). Περί εγκρίσεως του καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων. Έχοντες υπ’ όψει του Νόμ. 2868 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων», τον Νόμ. 5376 «περί τροποποιήσεως των διατάξεων των διεπουσών τα Ταμεία Ασφαλίσεως ωρισμένων κατηγοριών εργαζομένων κλπ.» και σύμφωνον γνωμοδότησιν του παρ’ ημίν Συμβουλίου Εποπτείας Εργατικών Ασφαλίσεων, εγκρίνομεν το υποβληθέν ημίν καταστατικόν του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και υπαλλήλων Πρακτορείων εξ άρθρ. 30 μετά των δύο προσηρτημένων πινάκων ως ετροποποιήθη παρά του Συμβουλίου Εποπτείας Εργατικών Ασφαλίσεων. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Ίδρυσις -σκοπός-έδρα Άρθρ.1.Το δυνάμει του Νόμ. 4434 συσταθέν και λειτουργούν Ταμείον Προνοίας Εφημεριδοπωλών συμπληρωθέν υπό του Νόμ. 4671 και μετονομασθέν, συμφώνως προς το άρθρ. 1 του Νόμ. 5376 εις «Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων» θέλει διέπεται εφεξής υπό του παρόντος Καταστατικού. Άρθρ.
(10)8.-1.Το Δ.Σ. συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του Αντιπροέδρου τακτικώς μεν τετράκις του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή προς τούτο, κατά την κρίσιν του Προέδρου, ανάγκη ή ήθελον αιτήσει τούτο 3 τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού, πάνως όμως αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις δεν δύνανται να υπερβούν εν ουδεμιά περιπτώσει τας 8 κατά μήνα. Δύναται το Δ.Σ. δι’ αποφάσεώς του να ορίζη τακτάς ημέρας συνεδριάσεων. 2.(Κατηργήθη δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 11230/ 1953 αποφ. Υπ. Εργ. δι’ ης αντικατεστάθη το ανωτέρω άρθρ. 7. Αι εν συνεχεία παράγραφοι ηριθμήθησαν αναλόγως). 2.Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. αναλόγως των παρουσιαζομένων υπηρεσιακών αναγκών καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν της συνεδριάσεως. Η ημερησία διάταξις μετά προσκλήσεως εις συνεδρίασιν αποστέλεται εις τα μέλη 24 τουλάχιστον ώρας προ της συνεδριάσεως, μερίμνη του Διευθυντού του Ταμείου. Δύο τουλάχιστον τακτικά μέλη του Δ.Σ., δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης προ της καταρτίσεως της ημερησίας διατάξεως δύνανται να ζητήσωσι την αναγραφήν θέματος τινός εν τη ημερησία διατάξει. Το Δ.Σ. δύναται ν’ αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματος τινός εν τη ημερησία διατάξει της επομένης συνεδριάσεως. 3.Εν τη ημερησία διατάξει αναγράφονται σαφώς και λεπτομερώς τα συζητητέα θέματα. Θέματα μη συμπεριλαμβανόμενα εν τη ημερησία διατάξει δύνανται αποφάσει του Δ.Σ. να συζητηθούν, αλλ’ απόφασις επ’ αυτών δεν δύναται να ληφθή αν δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη πλην αν αναγνωρισθή δια παμψηφίας των παρόντων μελών, ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης μη επιδεχομένης αναβολήν. Επί τη εγγράφω αιτήσει 3 τουλάχιστον μελών του Δ. Συμβουλίου, αναγραφούση και τα θέματα δι’ α ζητείται η συνεδρίασις, υποχρεούται ο Πρόεδρος να συγκαλέση το Δ.Σ. εις συνεδρίασιν εντός τεσσάρων το πολύ ημερών από της λήψεως της αιτήσεως με πρώτα θέματα τα εν τη αιτήσει αναγραφόμενα. Εν περιπτώσει μη απαρτίας τα θέματα ταύτα αναγράφονται πρώτα εις την επομένην συνεδρίασιν. 4.Αι συνεδριάσεις του Δ.Σ. δεν είναι δημόσιαι. Περίληψις των γενομένων συζητήσεων και των ληφθεισών αποφάσεων δύναται να δίδηται αποφάσει του Δ.Σ. προς δημοσίευσιν. Απαγορεύεται η δημοσίευσις ολοκλήρων των πρακτικών συνεδριάσεων άνευ ειδικής αποφάσεως του Δ.Σ. Επίσης απαγορεύεται εις τα μέλη η ανακοίνωσις των εν τω Δ.Σ. διαμειφθέντων πλην αν χορηγηθή ειδικώς προς τούτο άδεια του Δ.Σ. Αι συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμιά ανακοίνωσις επ’ αυτών επιτρέπεται εκ μέρους των μελών του Δ.Σ. 5.Το Δ.Σ. δύναται να καλέση ενώπιόν του Επιτροπάς ή μεμονωμένα άτομα προς αίτησιν πληροφοριών ή γνωμών. Άνευ προσκλήσεως δεν επιτρέπεται η εμφάνισις ουδενός ενώπιον του Δ.Σ. 6.Εάν ημίσειαν ώραν μετά την ορισθείσαν ώραν ενάρξεως συνεδριάσεως δεν έχει επιτευχθή απαρτία ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος ή εν απουσία τούτων το πρεσβύτερον των παρόντων μελών, αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων υποχρεούται να κηρύξη ματαιωθείσαν την συνεδρίασιν. 7.Αι προσκλήσεις αποστέλλονται πάντοτε εις τα τακτικά μέλη. Εάν μέλος τι κωλύεται να παραστή δέον να ειδοποιήση αμελλητί, είτε απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του, είτε την υπηρεσίαν του Ταμείου ήτις αποστέλλει την πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος εκτός εάν έχη ειδοποιήση περί του κωλύματος προηγουμένως την υπηρεσίαν του Ταμείου, ότε η αποστολή της προσκλήσεως γίνεται απ’ ευθείας εις το αναπληρωματικόν μέλος. 8.Άμα τη αποστολή των προσκλήσεων κατατίθεται φάκελλος των υπό συζήτησιν θεμάτων μεθ’ απάντων των σχετικών εγγράφων εις τον Γραμματέα του Δ.Σ. ούτινος δύναται να λάβωσι γνώσιν τα μέλη αυτού και ζητήσωσι οιαδήποτε στοιχεία υποβοηθούντα την εν τω Συμβουλίω συζήτησιν. (Αντί της σελ. 903(β) Σελ. 903(γ) Τεύχος 386-Σελ. 147 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ 9.Κηρυχθείσης της απαρτίας του Δ.Σ. αναγιγνώσκονται και επικυρούνται τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις χαρακτηριζομένας ως επειγούσας υπό του Δ.Σ. δύναται η επικύρωσις των πρακτικών ως διετυπώθησαν υπό του Γραμματέως να γίνη μετά την λήξιν της συνεδριάσεως. Επί σοβαρών περιπτώσεων δύναται το Δ.Σ., ν’ αποφασίση την τήρησιν εστενογραφημένων πρακτικών. 10.Κατά τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίσταται ο Διευθυντής του Ταμείου ως Εισηγητής άνευ ψήφου. Περί των εν τω Δ.Σ. συζητήσεων και των λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται υπό του Γραμματέως αυτού συνοπτικά πρακτικά άτινα υπογράφονται παρά του Προέδρου, των κατά την συνεδρίασιν παρισταμένων μελών και του Γραμματέως του Δ.Σ. 11.Καθ’ εκάστην συνεδρίασιν εις την αρχήν αυτής ο Διευθυντής ανακοινοί εις το Δ.Σ. τας ενεργείας επί των προηγουμένων αποφάσεων του Δ.Σ. τα σπουδαιότερα των ληφθέντων εγγράφων τας γενομένας υπό των υπηρεσιών του Ταμείου εντός της δικαιοδοσίας των, ενεργείας και εν γένει παν ζήτημα θίγον τα γενικώτερα συμφέροντα του Ταμείου. Εις την πρώτην μετά την έναρξιν εκάστου μηνός Συνεδρίασιν ανακοινοί ο Διευθυντής εις το Συμβούλιον την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον παρελθόντα μήνα έσοδα και έξοδα. 12.Ουδεμία υπηρεσιακή ενέργεια γίνεται επί των αποφάσεων του Δ.Σ. προ της επικυρώσεως των πρακτικών πλην των περιπτώσεων καθ’ ας αποφασίζει ρητώς το Δ.Σ. ότε θεωρεί επικυρωθέντα τα πρακτικά ως προς το οικείον θέμα. 13.Η εν τω Δ.Σ. συζήτησις γίνεται κατά την σειράν της αναγραφής των θεμάτων εν τη ημερησία διατάξει την οποίαν δύναται να μεταβάλη το Δ.Σ. εάν ευρίσκει προς τούτο αποχρώντας λόγους. Τα μέλη του Δ.Σ. λαμβάνουσι τον λόγον παρά του Προέδρου του Δ.Σ. κατά σειράν της προς τούτο αιτήσεώς των. 14.Εάν η συζητουμένη υπόθεσις αφορά εις τα ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός του Δ.Σ. ή συγγενούς αυτού μέχρι τετάρτου βαθμού δεν δύναται το μέλος αυτό ούτε να παραστή κατά την συνεδρίασιν ούτε να λάβη μέρος κατά την ψηφοφορίαν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Δ.Σ. λαμβάνεται μετά πρότασιν οιουδήποτε μέλους του Δ.Σ. ή τρίτου έχοντος έννομον συμφέρον. 15.Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος, δύναται ο Πρόεδρος τη εγκρίσει του Δ.Σ. ν’ αναθέση τμήμά τι των εις αυτόν ανατιθεμένων αρμοδιοτήτων εις τον Αντιπρόεδρον κατά τα ειδικώτερον δια της αποφάσεως του Δ.Σ. οριζόμενα. 16.Τα μέλη του Δ.Σ. δια παν ζήτημα αφορών το Ταμείον επικοινωνούσι μετ’ αυτού δια του Προέδρου παρά του οποίου δικαιούνται να αιτώνται πάσης φύσεως πληροφορίας. Σελ. 904(γ) Τεύχος 386-Σελ. 148 Αρμοδιότητες του Διοικ. Συμβουλίου Άρθρ.11
(9).-1.Το Διοικ. Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. Ειδικώτερον εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν, ισολογισμόν και απολογισμόν του Ταμείου, το μαθηματικόν αυτού ισοζύγιον, μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, αποφασίζει περί απονομής των παροχών, μεριμνά δια την ταχείαν και κανονικήν χορήγησιν αυτών κατά τας ισχυούσας διατάξεις, διορίζει το αναγκαίον προσωπικόν και καθορίζει την σύνθεσιν και οργάνωσιν της υπηρεσίας του Ταμείου βάσει των κειμένων διατάξεων. Αποφασίζει επί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων κατά τα εν τω καταστατικώ ειδικώτερον οριζόμενα, περί εκποιήσεως, υποθηκεύσεως, και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, δι’ ας απαιτείται απόφασις λαμβανομένη υπό της πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτού εγκρινομένη υπό του Υπουργού Εργασίας. Ομοίως το Διοικ. Συμβούλιον συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος μετ’ ητιολογημένην γνωμοδότησιν του Νομικού Συμβούλου ή εν ελλείψει τοιούτου δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω οριζομένου υπό του Διοικ. Συμβουλίου και σύμφωνον γνώμην αυτού δια πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτού. 2.Ο Πρόεδρος του Διοικ. Συμβουλίου τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος διευθύνει τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου και εκπροσωπεί το Ταμείον δικαστικώς και εξωδίκως και αλληλογραφεί εν ονόματι του Ταμείου. Δύναται τη αποφάσει του Δ.Σ. η εκπροσώπησις του Ταμείου εις ειδικάς περιπτώσεις να ανατίθεται εις έτερον μέλος του Διοικ. Συμβουλίου. Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ειμή δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου αυτού. Επίσης ο Πρόεδρος εποπτεύει και ελέγχει το προσωπικόν του Ταμείου. 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) (Άρθρ.12.)-Εις τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου, τον Εισηγητήν και τον Γραμματέα παρέχεται κατά συνεδρίασιν αποζημίωσις. Εις τον Πρόεδρον, τον Αντιπρόεδρον και τον Γραμματέα του Δ.Σ. καταβάλλεται επί πλέον δια τας προσθέτους εκτός των συνεδριάσεων υπηρεσίας των παγία κατά μήνα αποζημίωσις. Τα ποσά της κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεως και των εφ’ άπαξ κατά μήνα καταβαλλομένων τοιούτων καθορίζονται δια των εκάστοτε Υπουργικών αποφάσεων, δι’ ων ορίζεται η κατά συνεδρίασιν αμοιβή και τα κατά μήνα παγίως καταβαλλόμενα ποσά. «Εις το πάσης φύσεως προσωπικόν του Ταμείου δύνανται να χορηγούνται μηνιαίως και από 1ης Μαρτ. 1949 κατ’ αποκοπήν πάγια έξοδα κινήσεως μέχρι δραχ. 200.000 αποφάσει του Δ.Σ., καταβαλλόμενα, την 1ην εκάστου μηνός». Η ανωτέρω εντός « » παράγραφος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 19248/Σ.438 της 29/30 Απρ. 1949 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 18188/Σ.188 της 22 Απρ./9 Μαΐου 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Άρθρ.13).-Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεώς του να συνιστά μέχρι τεσσάρων τριμελείς Επιτροπάς εκ μελών αυτού ή υπαλλήλων του Ταμείου προς πληρεστέραν επίτευξιν των σκοπών του Ταμείου αναθέτον εις αυτάς την επιμέλειαν των υποθέσεων του Ταμείου, δι’ ας και συνιστώνται αύται. Τα μέλη των ως άνω Επιτροπών δικαιούνται αποζημιώσεως κατά συνεδρίασιν ίσης προς την τοιαύτην των μελών του Δ.Σ. του Ταμείου. Αι αμειβόμεναι όμως συνεδριάσεις των συσταθεισών ή συνιστωμένων Επιτροπών δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας 4 κατά μήνα. Τα άρθρ. 11, 12 και 13 συνεχωνεύθησαν εις εν άρθρον υπ’ αριθ. 9. Άρθρ.10.-1.Ο Πρόεδρος επιμελείται την εκτέλεσιν των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου δια του Προϊσταμένου της υπηρεσίας του Ταμείου. Ανταποκρίνεται μετά πάσης αρχής και παντός φυσικού ή νομικού προσώπου δια τας υποθέσεις του Ταμείου, εκπροσωπών αυτό συμφώνως με τας εκάστοτε αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου ενώπιον παντός Δικαστηρίου και πάσης αρχής διορίζων, εφ’ όσον δεν υφίσταται νομικός Σύμβουλος του Ταμείου και εφ’ όσον υπάρχει ανάγκη, τους πληρεξουσίους δικηγόρους και βάσει ειδικής εκάστοτε αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου προβαίνει εις συμβιβασμούς, συνυποσχετικά και πράξεις διαιτησίας και εις παραιτήσεις επί εκκρεμών δικών και τέλος επιμελείται και δίδει εντολήν προς εκτέλεσιν πάσης δικαστικής πράξεως και ενεργείας προς χρήσιν παντός ενδεικνυομένου ενδίκου μέσου τακτικού ή εκτάκτου. 2.Ο Αντιπρόεδρος αναπληροί εν παντί και πάντοτε τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον, κατόπιν εγγράφου δηλώσεώς του, τούτον δε δια τους ιδίους λόγους αναπληροί εις των λοιπών συμβούλων οριζόμενος υπό του Δ. Συμβουλίου. 3.Δια την ανάληψιν χρημάτων ή τίτλων απαιτείται απόφασις του Δ. Συμβουλίου, ενεργούνται δε αύται δι’ αποδείξεων ή ενταλμάτων ή και επιταγών υπογραφομένων παρά του Προεδρεύοντος και του Προϊσταμένου της υπηρεσίας του Ταμείου. Αι αφορώσαι το Διοικ. Συμβούλιον διατάξεις αντιστοιχούσαι εις τα άρθρ. 1-7 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (απόφ. Υπ. Εργασίας 4809/Σ. 80 της 19 Μαΐου/6 Ιουν. 1949, ΦΕΚ Β΄ 84), απετέλεσαν αρχικώς τα άρθρ. 7-13 και κατόπιν των ανωτέρω τροποποιήσεων τα άρθρ. 7-10 του Καταστατικού. Τα επόμενα άρθρα ηριθμήθησαν αναλόγως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄. Περιουσία Άρθρ.
(14)11.-Πόροι του Ταμείου είναι: 1.1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστης εφημερίδος, περιοδικού, φυλλαδίου, βιβλίου ή οιουδήποτε άλλου εντύπου εκ των πωλουμένων εν Αθήναις, Πειραιεί και Περιχώροις παρακρατούμενον εκ της καθωρισμένης αμοιβής παντός πωλούντος εφημερίδας, περιοδικά κλπ. έντυπα. 2.0,75% επί της τιμής πωλήσεως εκάστης ημερησίας εφημερίδος και 1% επί τη τιμής πωλήσεως εκάστου περιοδικού, φυλλαδίου, βιβλίου ή οιουδήποτε άλλου εντύπου εκ των πωλουμένων εν Αθήναις, Πειραιεί και Περιχώροις παρακρατούμενον εκ της αμοιβής των Πρακτορείων άτινα έχουσι αναλάβει την πώλησιν τούτων. (Αντί για τη σελ. 905(β) Σελ. 905(γ) Τεύχος Η42-Σελ. 25 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ 3.1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστης πωλουμένης εφημερίδος εν Αθήναις, Πειραιεί και Περιχώροις και 1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστου περιοδικού, βιβλίου, φυλλαδίου κλπ. εντύπων πωλουμένων εν Αθήναις, Πειραιεί και Περιχώροις, εις βάρος του ποσού όπερ δικαιούνται λαμβάνειν εκ των Πρακτορείων Εφημερίδων οι εκδόται των εντύπων τούτων. 4.Εισφορά των ησφαλισμένων παρά τω Ταμείω υπαλλήλων Πρακτορείων Εφημερίδων ίση προς 5% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών των. 5.Εισφορά των ασφαλιζομένων υπαλλήλων του Ταμείου ίση προς 5% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών των. 6.Δωρεαί, κληροδοτήματα και τα εκ της εξαγοράς της προϋπηρεσίας έσοδα. «Τα υπό του αριθ. 1, 2, 3 και 4 έσοδα από της ισχύος της υπ’ αριθ. 92/56 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου παρακρατούνται εις βάρος των υποχρέων, παρά των πρακτορείων, των αναλαβόντων την πώλησιν των ως άνω εντύπων και κατατίθενται εις την υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένην εκάστοτε Τράπεζαν, επ’ ονόματι του Ταμείου Συντάξεως Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων καθ’ έκαστον μήνα και εντός του επομένου το πολύ μηνός». Το εντός « » εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 40853/Σ.319 της 18/26 Ιουν. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Εξαιρετικώς αι ως άνω εισφοραί από των του μηνός Απρ. 1970 και εφ’ εξής μέχρι και των του μηνός Μαρτ. 1972 δύνανται να κατατίθενται εντός του μεθεπομένου μηνός, εκείνου εις ον ανάγονται αύται». Η εντός « » διάταξεις προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 26323/Σ.386 της 3/15 Μαΐου 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 170), ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341). 7.Εντός της αυτής ως ανωτέρω προθεσμίας υποχρεούνται τα υπόλογα Πρακτορεία να συνυποβάλλουν εις την υπηρεσίαν του Ταμείου μετά των οικείων αποδείξεων καταθέσεων των εισφορών λεπτομερή αντίστοιχον κατάστασιν της πραγματοποιηθείσης κατά τον προηγούμενον μήνα καταναλώσεως των υποκειμένων εις κρατήσεις κατά τας διατάξεις του παρόντος εντύπων εν αις ν’ αναφέρωνται η πραγματοποιηθείσα κατανάλωσις ονομαστικώς δι’ έκαστον έντυπον και κεχωρισμένως εις Αθήνας, Πειραιά και Περίχωρα, ονομαστικήν κατάστασιν των ενεργησάντων την πώλησιν εφημεριδοπωλών, τα καθημερινά δελτία παραλαβής και παραδόσεως εφημερίδων, κ.λ.π., άτινα υποχρεούνται να παραδίδουν αυτοίς καθημερινώς οι εφημεριδοπώλαι, ως και ονομαστικήν κατάστασιν των ησφαλισμένων υπαλλήλων των. Σελ. 906(γ) Τεύχος Η42-Σελ. 26 Η εμπρόθεσμος υποβολή των ως άνω καταστάσεων βεβαιούται εκ της καταθέσεως τούτων παρά τη υπηρεσία του Ταμείου, ήτις πιστοποιείται εκ του επισήμου πρωτοκόλλου αυτού. «Τα Πρακτορεία Εφημερίδων προκειμένου περί εντύπων υποκειμένων εις εισφοράν υπέρ του Ταμείου κυκλοφορούντων μέσω αυτών ή οι ιδιοκτήται και διευθυνταί και διαχειρισταί τοιούτων κυκλοφορούντων απ’ ευθείας παρ’ αυτών, υποχρεούνται να παρέχουν εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Ταμείου πάντα τ’ απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίας προς διαπίστωσιν της ακριβείας του περιεχομένου των υποβαλλομένων εις το Ταμείον καταστάσεων βεβαιώσεως των εισφορών αυτού ως και παντός χρησίμου στοιχείου προς βεβαίωσιν των πόρων του Ταμείου εν περιπτώσει μη υποβολής καταστάσεων». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 64705/Σ.794 της 1/15 Δεκ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «8.Ο πόρος που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρ. 3 του Α.Ν. 23/1936 (ΦΕΚ 356 Α΄) που προστέθηκε με το άρθρ. 20 του Νόμ. 1384/1983, μπορεί να αποδίδεται στο Ταμείο μέχρι του τέλους του μεθεπομένου μήνα από το μήνα στον οποίο ανάγεται». Η παρ. 8 προστέθηκε και η επομένη παρ. 8 έλαβε τον αριθ. 9 από την παρ. 1 της Φ55/3/ 3053/25 Νοεμ.-19 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 760) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 9.
(8).«Δια την βεβαίωσιν, είσπραξιν και τα επιβλητέα τέλη καθυστερήσεως, εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου καταβολής των υπό των εδαφ. 1-4 του άρθρ. 11 πόρων του Ταμείου, (Κλάδος ΣυντάξεωςΚλάδος Προνοίας-Κλάδος Υγιεινής και Περιθάλψεως) εφαρμόζονται συμφώνως τω άρθρ. 3 παρ. 4 του Α.Ν. 1495/38 αι διατάξεις αι ισχύουσαι εκάστοτε εις το Ι.Κ.Α., καταργουμένης από της ισχύος της παρούσης πάσης διατάξεως οριζούσης άλλως». Η παρ. 8 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 40853/Σ.319 της 18/26 Ιουν. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας. 9-25.(Κατηργήθησαν δια της τροποποιήσεως της ανωτέρω παρ. 8). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Καταθέσεις-διάθεσις Κεφαλαίων Ι.Κατάθεσις Άρθρ.12.-«Τα Κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται εις μίαν ή πλείονας των Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής, Αγροτικής, Ιονικής-Λαϊκής, Εμπορικής, Εμπορικής Πίστεως ή ετέρας τοιαύτης εκ των νομίμως λειτουργουσών εν Αθήναις, τηρουμένων των οικείων διατάξεων του Νόμ. 1611/1950 και Ν.Δ. 2999/1954 ως τροποποιούμεναι ή συμπληρούμεναι ισχύουν εκάστοτε, προτιμωμένης της Τραπέζης ή των Τραπεζών υπέρ των οποίων τυχόν υφίστανται δυνάμει γενικών ή ειδικών διατάξεων προνόμια κατά προτίμησιν καταθέσεως παρ’ αυταίς των κεφαλαίων των Ασφαλιστικών Οργανισμών, δι’ όσον χρόνον ισχύουν ταύτα και εφ’ όσον αι Τράπεζαι υπέρ των οποίων έχουν θεσπισθή τα σχετικά προνόμια παρέχουν ίσους τουλάχιστον όρους καταθέσεων προς τας λοιπάς, τόσον από απόψεως ύψους επιτοκίου, όσον και από απόψεως ετέρων πάσης φύσεως διευκολύνσεων, συνεπαγομένων πρόσθετα οικονομικά οφέλη δια το Ταμείον. ΙΙ.Διάθεσις 1.Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Ταμείου δύνανται να τοποθετώνται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, τηρουμένων δε και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων γενικών ή ειδικών νόμων περί τοποθετήσεως των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. α)Εις χρεώγραφα του Δημοσίου, εις αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού και μετοχάς μεγάλων Τραπεζών ή Εταιρειών κοινής ωφελείας και ασφαλιστικών τοιούτων εφ’ όσον αύται γίνονται δεκταί υπό του Κράτους δι’ ασφαλιστικάς τοποθετήσεις. β)Εις ακίνητα. γ)Εις ενυπόθηκα δάνεια προς συνεταιρισμούς ησφαλισμένων και προς ησφαλισμένους και συνταξιούχους του Ταμείου. δ)Εις προσωπικά δάνεια εις συνταξιούχους και υπαλλήλους του Ταμείου. 2.Αι επενδύσεις εις ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγοράν ετοίμων κτισμάτων κειμένων εντός των σχεδίων πόλεων Αθηνών και Πειραιώς προς εκμετάλλευσιν ή προς εγκατάστασιν διοικητικών και Υγειονομικών Υπηρεσιών του Ταμείου. β)Την αγοράν οικοπέδων ή κτισμάτων οικοπεδικής αξίας κειμένων εντός των σχεδίων των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς. γ)Την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων οικοπέδων του Ταμείου, ήτοι την ανέγερσιν ή επέκτασιν κτισμάτων του. ΙΙΙ.Αγοραί χρεωγράφων α)Η αγορά των περί ων το προηγούμενον άρθρον χρηματογράφων ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. β)Τα εις την κυριότητα και κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα κατατίθενται προς φύλαξιν επ’ ονόματι του Ταμείου παρά τη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου οριζομένη Τραπέζη. IV.Αγορά ακινήτων 1.Δια την αγορά ακινήτων απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν τη αποφάσει δέον να καθορίζηται και το διατεθησόμενον προς τον σκοπόν τούτον κατ’ ανώτατον όριον ποσόν. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργείου Εργασίας. γ)Δημοσίευσις σχετικής προκηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον εντός ωρισμένης προθεσμίας, ήτις πάντως δεν δύναται να ορίζηται βραχυτέρα των 15 ημερών. Δια της προκηρύξεως δέον ωσαύτως ν’ αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών, εφ’ όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς του ακινήτου των και του αξιουμένου τιμήματος αποκλειομένης της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. 2.α)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα κατά την κρίσιν του κρινόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι’ ους επιζητείται η αγορά. β)Τα κατά τ’ ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρά τριμελούς Επιτροπής αποτελουμένης: αα)Εκ του Οικονομικού Εφόρου της περιφερείας εις ην κείται το προς αγοράν ακίνητον ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού, ββ)εκ του Προϊσταμένου του οικείου Γραφείου του Σχεδίου Πόλεως ή του νομίμου αναπληρωτού του και γγ) εξ ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης τη αιτήσει του Ταμείου. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής. 3.Μετά την υποβολήν των εκθέσεων της Εκτιμητικής Επιτροπής το Διοικητικόν Συμβούλιον εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων επιλέγει το αγοραστέον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασίν του επαρκώς ητιολογημένην μεθ’ ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου εις (Αντί της σελ. 907(δ) Σελ. 907(ε) Τεύχος 386-Σελ. 151 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ τον Υπουργόν Εργασίας προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον ν’ αναφέρηται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι’ ους τούτο προετίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων προσφερθέντων τοιούτων και ότι ελήφθη υπ’ όψιν γνωμοδότησις περί του κανονισμού των τίτλων ιδιοκτησίας και ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Η υπογραφή του συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμιά περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργού Εργασίας. 4.Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουν εξ ολοκλήρου το Ταμείον. Ωσαύτως βαρύνουν το Ταμείον αι αμοιβαί των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής, οριζόμεναι βάσει των κειμένων διατάξεων δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. V.Ανοικοδόμησις ακινήτων 1.Δια την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων γηπέδων εις ην περιλαμβάνεται και η κατεδάφισις των επί τούτων πεπαλαιωμένων κτισμάτων ως και δια την ουσιώδη επισκευήν ή διαρρύθμισιν ιδιοκτήτων κτισμάτων του Ταμείου, δέον όπως τηρήται η ακόλουθος διαδικασία. 2.Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων το Δ.Σ. βάσει οικοδομικού προγράμματος, καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων ή πολιτικών μηχανικών, οριζομένων υπό του Δ. Συμβουλίου και εγκρινομένου παρ’ αυτού, προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας Αρχιτέκτονας ή Πολιτικούς Μηχανικούς διπλωματούχους ανεγνωρισμένων ανωτάτων σχολών ημεδαπών ή ισοτίμων αλλοδαπών είτε κατόπιν διαγωνισμού δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης, περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, σχέδια λεπτομερειών, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει των αγοραίων τιμών ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσιν τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κλπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανικούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις 5πλουν εις το Δ.Σ., όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων. Σελ. 908(ε) Τεύχος 386-Σελ. 152 3.Τα έργα ανοικοδομήσεως κλπ. ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθέντα εκ ταύτης μειοδότην. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντων να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. 4.Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Δ.Σ. μέσω του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού ή αρχιτέκτονος, υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Δ.Σ. είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην, είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών ορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό της εκάστοτε ισχυούσης επί τούτων νομοθεσίας προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών. 5.Η ανωτέρω εποπτεία και παρακολούθησις της εκτελέσεως των πάσης φύσεως έργων ανοικοδομήσεως των διενεργουμένων υπό του Ταμείου, ο έλεγχος της ποιότητος και ποσότητος των χρησιμοποιουμένων υλικών, η απόδειξις των κατά την κρίσιν της ληπτέων μέτρων δια την αρτιωτέραν εκτέλεσιν των έργων, η παρακολούθησις της καλής συντηρήσεως και η υποβολή εισηγήσεως περί της επωφελεστέρας εκμεταλλεύσεως των ακινήτων του Ταμείου, διενεργείται υπό της Επιτροπής ακινήτων ούσης τριμελούς και αποτελουμένης εκ 3 μελών του Δ. Συμβουλίου οριζομένων υπ’ αυτού εξ ων ο εις ορίζεται ως Πρόεδρος και εξ ενός πολιτικού μηχανικού ή αρχιτέκτονος. Η αμοιβή των τεχνικών μελών καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) VI.Ενυπόθηκα Δάνεια 1.Το Ταμείον δύναται να χορηγή ενυπόθηκα δάνεια εις τους ησφαλισμένους αυτού, εφ’ όσον έχουν 5ετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν, ως και εις τους συνταξιούχους αυτού επί πρώτη υποθήκη ακινήτων, ανηκόντων κατά κυριότητα εις αυτούς ή τας συζύγους αυτών, εφ’ όσον η σύζυγος νομοτύπως παραχωρεί το δικαίωμα προς εγγραφήν της υποθήκης, και ευρισκομένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεων εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης εις τας ακολούθους περιπτώσεις α)Προς επισκευήν ή επέκτασιν υφισταμένων οικοδομών των. Το ποσόν των χορηγουμένων δανείων εν τη περιπτώσει ταύτη δεν δύναται να είναι ανώτερον της κατ’ εκτίμησιν αξίας των εργασιών επισκευής ή επεκτάσεως και ουχί πάντως ανώτερον των 50% της εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου. Ο χρόνος εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, μη δυνάμενος να είναι μακρότερος της 15ετίας. Εν περιπτώσει μη αποπερατώσεως των εργασιών επισκευών ή επεκτάσεως εντός της ταχθησομένης προθεσμίας το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. β)Προς εξάλειψιν υφισταμένων εμπραγμάτων βαρών. Το ποσόν των χορηγουμένων εις τας περιπτώσεις ταύτας δανείων δεν δύναται να είναι ανώτερον του ποσού των εμπραγμάτων βαρών, ουδέ των 40% της κατά τον χρόνον της χορηγήσεως των δανείων εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου, ταύτα δε χορηγούνται υπό τον όρον ότι δια της λήψεως του δανείου θέλουν εξαλειφθή ολοσχερώς τα υφιστάμενα βάρη, ελευθερουμένου ούτω του ακινήτου. Ο χρόνος της εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, μη δυνάμενος να είναι μακρότερος της 15ετίας. Εν περιπτώσει μη εξοφλήσεως των υφισταμένων βαρών εντός του υπό του Δ.Σ. οριζομένου ευλόγου χρόνου, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. γ)Δι’ αγοράν ετοίμων οικιών. Το ποσόν των δανείων τούτων ορίζεται μέχρις 60% της κατά την χορήγησιν του δανείου εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου. Ο χρόνος της εξοφλήσεως των δανείων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, μη δυνάμενος να είναι μακρότερος της 20ετίας. δ)Δια την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων οικοπέδων ή αποπεράτωσιν ημιτελών οικοδομών. 1.Το ποσόν των δανείων τούτων δεν δύναται να είναι ανώτερον του 60% της αξίας του οικοπέδου και των βαθμηδόν ανεγειρομένων κτισμάτων των. Εν περιπτώσει μη αποπερατώσεως των υπό του Δ.Σ. οριζομένων έργων βάσει της πρώτης δόσεως του δανείου εντός του υπό τούτου οριζομένου χρόνου, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. Ο χρόνος εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου μη δυνάμενος να είναι μακρότερος της 20ετίας. 2.«Ο τόκος των ως άνω δανείων ορίζεται επί 5% ετησίως. Η εξόφλησις τούτων ενεργείται δι’ ίσων ετησίων τοκοχρεωλύσεων καταβαλλομένων δια δύο εξαμηνιαίων δόσεων. Το ως άνω επιτόκιον θέλει ισχύσει και δια τα χορηγηθέντα μέχρι τούδε ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια από της λήξεως της πρώτης μετά την δημοσίευσιν της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τοκοχρεωλυτικής δόσεως». Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.55/3/819 της 10/23 Φεβρ. 1970 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 135). 3.Η τοκοχρεωλυτική εξόφλησις άρχεται την πρώτην Απριλίου εκάστου έτους. Αι κατά τ’ ανωτέρω εξαμηνιαίαι τοκοχρεωλυτικαί δόσεις δύνανται να καταβάλλωνται και τμηματικώς δια μηνιαίων δόσεων, καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καλυπτομένου όμως πάντως δια τούτων του τοκοχρεωλυσίου εκάστου εξαμήνου εις το τέλος αυτού. Η εξόφλησις των ως άνω δανείων δύναται να συντελεσθή και προ της καθορισθείσης λήξεώς της υποχρεουμένου του Ταμείου όπως αποδεχθή ταύτην επί τη εκπτώσει των αντιστοίχων τόκων και ασφαλίστρων των αντιστοιχούντων εις τον χρόνον προ του οποίου γίνεται η εξόφλησις. 4.Επιτρέπεται η μεταφορά της υποθήκης εις έτερον ακίνητον εφ’ όσον εξασφαλίζεται οικονομικώς το Ταμείον δια του νέου υποθηκευομένου ακινήτου, των σχετικών εξόδων βαρυνόντων τον οφειλέτην εις μόνην την περίπτωσιν της διαθέσεως του ενυποθήκου ως προικώου θυγατρός ή αδελφής του ησφαλισμένου ενυποθήκου οφειλέτου. 5.Η εκτίμησις των υποθηκευομένων ακινήτων δια την χορήγησιν των ως άνω δανείων ως και η επιμέτρησις των εκτελουμένων έργων επί επισκευαζομένων ή επεκτεινομένων οικοδομών ή οικοδομουμένων κτισμάτων ενεργείται παρ’ Εκτιμητικής Επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, οριζομένου υπό τούτου, και ενός μηχανικού υποδεικνυομένου υπό του Δ.Σ. του Ταμείου μετ’ έγκρισιν του Υπουργείου Εργασίας. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής, αι δαπάναι εξετάσεως των τίτλων ιδιοκτησίας ως και πάσα άλλη δαπάνη αναγκαία δια την χορήγησιν των κατά τ’ ανωτέρω δανείων βαρύνουν τους δανειζομένους, του τρόπου της καταβολής των, οριζομένου δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. (Αντί της σελ. 909(α) Σελ. 909(β) Τεύχος 386-Σελ. 153 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ 6.Κατά την χορήγησιν των ως άνω δανείων προτιμώνται κατά σειράν: α)Οι έχοντες πολυμελεστέρας οικογενείας αναλόγως των προστατευομένων μελών των. β)Οι ασθενεστέρας οικονομικής καταστάσεως λόγω αποδοχών και γενικώς περιουσίας. 7.Δεν δικαιούνται των κατά τ’ ανωτέρω δανείων ησφαλισμένοι ή συνταξιούχοι εφ’ όσον έχουν οι ίδιοι ή αι σύζυγοι αυτών κατά κυριότητα ετέραν οικοδομήν εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. 8.Εις τον ως άνω περιορισμόν δεν υπόκεινται τα χορηγούμενα δάνεια εις φυματικούς ησφαλισμένους νοσηλευθέντας επί εν τουλάχιστον έτος εις Σανατόριον και εις τους λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους, εφ’ όσον τα δάνεια ταύτα χορηγούνται προς απόκτησιν κατοικίας εις εξοχήν. 9.Αι τοποθετήσεις εις ενυπόθηκα δάνεια δεν δύναται να υπερβαίνουν τα 30% των παρά Τραπέζαις διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου. VII.Προσωπικά Δάνεια 1.Προσωπικά τοκοχρεωλυτικά δάνεια χορηγούνται μόνον εις τους συνταξιούχους και το προσωπικόν του Ταμείου εφ’ όσον οι μεν συνταξιούχοι είναι οριστικοί τοιούτοι, το δε προσωπικόν είναι μόνιμον και έχει διετή συνεχή υπηρεσίαν. 2.Η εξόφλησις των δανείων τούτων ενεργείται δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβή τας 60 επί επιτοκίω ίσω προς το εκάστοτε εισπραττόμενον τοιούτον επί των καταθέσεων όψεως παρά Τραπέζαις και ασφαλίστρω 1%. 3.Η παροχή των δανείων τούτων επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας εκ σοβαρών απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. 4.Το ποσόν του χορηγουμένου δανείου δια τους συνταξιούχους δεν δύναται να είναι ανώτερον των τριών μηνιαίων συντάξεων και δια το προσωπικόν δεν δύναται να είναι ανώτερον των αποδοχών τριών μηνών. 5.Προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως χορηγηθέντος δανείου ουδέποτε παρέχεται νέον τοιούτον. 6.Η απόδοσις των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων συντελείται κατά την περί τούτου απόφασιν του Δ.Σ. του Ταμείου δια της παρακρατήσεως εκ της συντάξεως ή του μισθού της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως. 7.Εν περιπτώσει θανάτου ή εξόδου εκ της υπηρεσίας του δανεισθέντος εάν μεν ούτος ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα δικαιωθώσι παροχών παρά του Ταμείου παρακρατείται το χορηγηθέν δάνειον εκ των παροχών. Εν περιπτώσει καθ’ ην ο δανεισθείς δεν δικαιούται παροχών, τηρείται η σύμβασις υπ’ αυτού ή των κληρονόμων του. Εν εναντία περιπτώσει το Ταμείον προβαίνει ει την λήψιν των νομίμων προς προστασίαν των συμφερόντων αυτού μέτρων. Σελ. 910(β) Τεύχος 386-Σελ. 154 VIII.Εκμίσθωσις ακινήτων 1.Η εκμίσθωσις ακινήτων λαμβάνει χώραν δια τακτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ενώπιον τριμελούς επιτροπής εκ μελών του Δ.Σ., δημοσιευομένου 10 τουλάχιστον ημέρας προ της τελέσεως αυτού εις δύο εκ των ημερησίων εφημερίδων του τόπου ένθα το προς εκμίσθωσιν ακίνητον. 2.Το Δ.Σ. καθορίζει δι’ αποφάσεώς του και κατά την κρίσιν αυτού βάσει των κρατουσών οικονομικών συνθηκών τα κατώτατα όρια μισθωμάτων δια την έναρξιν του διαγωνισμού, τους όρους και την διάρκειαν της μισθώσεως. 3.Κατά τον διαγωνισμόν τηρούνται πρακτικά και πινάκιον πλειοδοσίας άτινα υπογράφονται παρά των μελών της Επιτροπής και των μετεχόντων αυτού. 4.Οι μετέχοντες του διαγωνισμού καταθέτουν προ της ενάρξεως αυτού την καθοριζομένην υπό του Δ. Συμβουλίου εγγύησιν συμμετοχής εις αυτόν. 5.Το Δ.Σ. εις την πρώτην συνεδρίασιν αυτού εγκρίνει τα πρακτικά του διαγωνισμού άλλως αποφασίζει την επανάληψιν αυτού, εφ’ όσον ήθελε κρίνει το αποτέλεσμα ασύμφορον ή την δι’ ην πρόκειται χρήσιν του μισθίου ακατάλληλον. 6.Άμα τη κατακυρώσει του διαγωνισμού καλείται εγγράφως ο ανάδοχος όπως εντός 5 ημερών από της κοινοποιήσεως προσέλθη προς υπογραφήν του σχετικού συμφωνητικού καταβάλλων άμα και την υπό του Δ.Σ. καθορισθείσαν εγγύησιν εξ αριθμού μισθωμάτων δια την ακριβή και πιστήν εκτέλεσιν των όρων του συμφωνητικού και επιστρεπτέαν αυτώ άμα τη αποχωρήσει εκ του μισθίου κατά την λήξιν της συμβάσεως. Εις περίπτωσιν καθ ην δεν προσέλθει εμπροθέσμως δια την υπογραφήν της συμβάσεως η εγγύησις συμμετοχής καταπίπτει υπέρ του Ταμείου και ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται εις βάρος αυτού. 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 7.Το Δ.Σ. δύναται ν’ αποφασίζη την ανανέωσιν της μισθώσεως υπό τους αυτούς τουλάχιστον όρους εφ’ όσον ο μισθωτής ήθελεν εγγράφως αποδεχθή την ανανέωσιν προς αποφυγήν ζημιών δια το Ταμείον συνεπεία παραμονής κενών μισθίων κατά την λήξιν ταύτης. 8.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο διαγωνισμός αποβή άγονος λόγω μη προσελεύσεως ενδιαφερομένων ούτος επαναλαμβάνεται κατά την ανωτέρω διαδικασίαν δύο φοράς εισέτι υπό τα αυτά ή και κατώτερα κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου μισθώματα. 9.Εάν μετά τον δεύτερον διαγωνισμόν υπάρχη προσφορά ίση προς το κατώτερον τουλάχιστον μίσθωμα όπερ είχε καθορισθή κατ’ αυτόν, δύναται το Δ.Σ. να προβή εις την εκμίσθωσιν χωρίς να προβή εις τρίτον διαγωνισμόν. 10.Εφ’ όσον και δια την τρίτην φοράν ο διαγωνισμός εξακολουθεί ν’ αποβαίνη άνευ αποτελέσματος, το Δ.Σ. δύναται αδεσμεύτως να προβαίνη εις δι’ απ’ ευθείας συμφωνίας εκμισθώσεις. ΙΧ.Προικοδότησις κορασίδων ησφαλισμένων 1.Δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δύναται να διατίθεται κατ’ έτος εκ των διαθεσίμων του Ταμείου ποσόν υπέρ του γενικού λογαριασμού προικοδοτήσεως κορασίδων. 2.Το κατά τ’ ανωτέρω διατιθέμενον ποσόν κατατίθεται παρά του Ταμείου εις τον παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος υφιστάμενον λογαριασμόν της Οργανώσεως Αλληλεγγύης της Ελληνικής Οικογενείας υπό τον τίτλον «Λογαριασμός Αναπαλλοτρίωτοι καταθέσεις επί προθεσμία λόγω προικός». Το άρθρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 100185/Σ. 770/65 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ. Β΄ 495, Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 646 της 7 Νοεμ. 1966). Άρθρ.
(16)13.-«1.Ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως εάν: «α.Επραγματοποίησεν 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 20 ετών τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην και συνεπλήρωσε προκειμένου περί των Εφημεριδοπωλών το 55ον έτος της ηλικίας του, προκειμένου δε περί των υπαλλήλων πρακτορείων (και του Ταμείου) το 60όν έτος της ηλικίας των. Η άνω φράσις (και του ταμείου) απαλείφθηκε από την παρ. 2 της Β2/55/3/371/25 Φεβρ.-15 Μαρτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 103) απόφ.Υπ.Κοιν.Ασφαλίσεως. της οποίας η ισχύς αρχίζει από την 1 του επόμενου μήνα της δημοσιεύσεώς της. «Προκειμένου περί υπαλλήλων Πρακτορείων το δικαίωμα συντάξεως θεμελιώνεται, επίσης, εφόσον: αα.Πραγματοποίησαν 35 έτη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και συμπλήρωσαν το 55ο έτος της ηλικίας τους. Ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι και ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης, ο οποίος συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61, εφόσον διανύθηκε με σχέση εξηρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, στην ασφάλιση άλλου φορέα κυρίας ασφαλίσεως. Δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως ο αναγνωριζόμενος ως συντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.Δ. 4377/1964, 4378/1964, του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 4577/1966 και του Ν.Δ. 4581/ 1966, ο χρόνος στρατεύσεως ως και οποιοσδήποτε άλλος χρόνος, που υπολογίζεται ως συντάξιμος (ανεργία, ασθένεια κλπ.) σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις. Επίσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως ο χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση με την ιδιότητα του αυτοτελώς απασχολούμενου. αβ.Πραγματοποίησαν 25 έτη συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία 20 έτη πραγματική και συμπλήρωσαν το 55ο έτος της ηλικίας τους. Το ποσό της σύνταξης στην περίπτωση αυτή μειώνεται κατά 6% για κάθε έτος ηλικίας που λείπει από το 60ο έτος ή το 57ο έτος ηλικίας, που ορίζεται στην περίπτ. α΄ της ίδιας παραγράφου χωρίς να μπορεί να μετατραπεί σε πλήρη σύνταξη». Οι μέσα σε « » διατάξεις προστέθηκαν από την παρ. 1 της Β2/55/3/371/25 Φεβρ.-15 Μαρτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 103) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων, της οποίας η ισχύς σύμφωνα με τη παρ. 3 αυτής αρχίζει από την 1 του επόμενου μήνα της δημοσιεύσεώς της. Εκ του κατά τα ανωτέρω οριζομένου χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας δέον να έχη πραγματοποιηθή τοιούτος παρά τω Ταμείω 20 τουλάχιστον μηνών εντός της τελευταίας προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως πενταετίας. Προκειμένου περί θηλειών ησφαλισμένων τα όρια ηλικίας 55 και 60 μειούνται κατά 3 έτη». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 55/3/2056 της 5/18 Αυγ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 604) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής κατέστη ανίκανος προς άσκησιν του επαγγέλματός του δια χρονικόν διάστημα μέλλον να διαρκέση κατά πρόβλεψιν της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου πλέον των 6 μηνών, εάν επραγματοποίησε δεκαετή
(10)τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εξ ης 20 μηνών τουλάχιστον τοιαύτην παρά τω Ταμείω κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως πενταετίαν
(5)ή ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, εάν η αναπηρία οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα). Εάν το γεγονός το θεμελιούν το εις παροχάς δικαίωμα οφείλεται εις βίαιον συμβάν μη επελθόν, όμως εν τη εκτελέσει ή εξ αφορ(Αντί για τη σελ. 911(γ) Σελ. 911(δ) Τεύχος Ε112-Σελ. 15 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ μής της υπηρεσίας, δια την χορήγησιν συντάξεως αρκεί η συμπλήρωσις του ημίσεος μόνον του υπό του προηγουμένου εδαφίου καθοριζομένου χρόνου υπηρεσίας. «γ)Ο απολυόμενος της υπηρεσίας υπάλληλος Πρακτορείου συνεπεία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας καθώς και ο αποχωρών εφημεριδοπώλης, εφ’ όσον ούτοι συνεπλήρωσαν 20ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω εξ ης 3ετή τουλάχιστον κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως 5ετίαν, ηλικίαν δε ανωτέραν των 65 ετών κατά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως και εφ’ όσον η απόλυσις ή αποχώρησις δεν οφείλεται εις αδίκημα στρεφόμενον κατά του Ταμείου, δι’ ο ούτος ετιμωρήθη δι’ αμετακλήτου αποφάσεως του αρμοδίου δικαστηρίου εις βαθμόν πλημμελήματος ή κακουργήματος. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει, εάν υπάρχωσι πρόσωπα εκ των παρ. 4 του παρόντος αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. Ο αποχωρών της υπηρεσίας υπάλληλος του Ταμείου εφ’ όσον συνεπλήρωσεν εικοσιπενταετή
(25)πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εξ ης εικοσαετή
(20)τουλάχιστον παρά τω Ταμείω και εφ’ όσον η αποχώρησις ή απόλυσις δεν οφείλεται εις αδίκημα στρεφόμενον κατά του Ταμείου, δι’ ο ούτος ετιμωρήθη δι’ αμετακλήτου αποφάσεως αρμοδίου δικαστηρίου εις βαθμόν πλημμελήματος ή κακουργήματος». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341) Σελ. 912(δ) Τεύχος Ε112-Σελ. 16 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) δ)Ησφαλισμένοι αναλαβόντες τας καταθέσεις των κατά την περίοδον 1940-1944 και μη επιστρέψαντες ταύτας, δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον συνεπλήρωσαν οι μεν εφημεριδοπώλαι ηλικίαν 60 ετών οι δε υπάλληλοι πρακτορείων και του Ταμείου ηλικίαν 65 ετών και εικοσαετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω, εξ ης 3ετή τουλάχιστον τοιαύτην κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως πενταετίαν. ε)Ωσαύτως δικαιούνται συντάξεως ησφαλισμέναι έγγαμοι, ως και χήραι ή διαζευγμέναι μετά τέκνων, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν εικοσαετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης δεκαπενταετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην παρά τω Ταμείω εξ ης τριετή τοιαύτην κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως πενταετίαν και ηλικίαν τουλάχιστον 45 ετών. ς)Θυγατέρες ησφαλισμένων ή συνταξιούχων ορφαναί εξ αμφοτέρων των γονέων, παραμένουσαι άγαμοι μετά την συμπλήρωσιν του 48 έτους της ηλικίας των, δικαιούνται συντάξεως από της 1ης του επομένου μηνός καθ’ ον υπεβλήθη η αίτησις. ζ)Θυγατέρες ησφαλισμένων ή συνταξιούχων αποβιωσάντων προ της ισχύος της παρούσης πληρούσαι τας προϋποθέσεις της περιπτώσεως ς΄ του παρόντος άρθρου, ως και ησφαλισμέναι χήραι ή διαζευγμέναι άνευ τέκνων, πληρούσαι τας λοιπάς προϋποθέσεις της περιπτώσεως ε΄ του παρόντος δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον υποβάλουν σχετικήν προς τούτο αίτησιν, συνοδευομένην υπό των απαραιτήτων δικαιολογητικών, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της ισχύος της παρούσης». Τα εδάφ. δ΄, ε΄, ς΄ και ζ΄ προσετέθησαν δια της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 2664/Σ.15 της 19/26 Φεβρ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 108). 2.Το γεγονός της κατά εδάφ. β΄ παρ. 1 του παρόντος ανικανότητος αποδεικνύεται δια παντός στοιχείου, κατά την κρίσιν του Δ.Σ. Εάν ο ησφαλισμένος κατέστη ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος διαπραχθέντος παρ’ αυτού, αποδεικνύεται δε η ενοχή του δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούται συντάξεως λόγω αναπηρίας. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εν τη παρ. 4 του παρόντος αναφερομένων, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως ης θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να παραπέμπη εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν προς επανεξέτασιν τους συνταξιοδοτουμένους συνεπεία ανικανότητος, εντός 5ετίας από της οριστικής κρίσεώς των και εφ’ όσον κριθούν ικανοί προς εργασίαν να διακόπτη την περαιτέρω συνταξιοδότησίν των. 4.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου ή ησφαλισμένου μετά 10ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν εξ ης 20 μηνών τουλάχιστον παρά τω Ταμείω τοιαύτην κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως 5ετίαν ή ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και χρόνον υπηρεσίας εν περιπτώσει βιαίου συμβάντος δικαιούνται συντάξεως τα κατά κατωτέρω οριζόμενα πρόσωπα. α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα ως η υιοθεσία έλαβε χώραν εν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα (μητέρα) και τα οποία δεν λαμβάνουσι σύνταξιν ούτε έχουν ίδιον επαρκές εισόδημα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και οι ορφανοί του φυσικού γονέως προγονοί, εφ’ όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος (θανούσης). δ)Οι γονείς, εάν η συντήρησίς των εβάρυνε τον θανόντα (ή την θανούσαν). (Μετά τη σελ. 912(δ) Σελ. 912,01 Τεύχος Ε112-Σελ. 17 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ «ε)Οι γονείς, τα τέκνα και εκάτερος των συζύγων εφ’ όσον διετέλεσαν αμφότεροι αμέσως ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω επί 10 τουλάχιστον έτη. Συνταξιούχοι υπαγόμενοι εις την ως άνω περίπτωσιν ων διεκόπη η καταβολή δευτέρας συντάξεως δύνανται να τύχουν εκ νέου τοιαύτης, εφ’ όσον υποβάλουν σχετικήν αίτησιν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών, από της ισχύος της παρούσης, δικαιούνται δε τοιαύτης από της μετά την δημοσίευσιν της παρούσης 1ης του επομένου μηνός από της υποβολής της αιτήσεως». Το εδάφ. ε΄ προσετέθη δια της παρ. 10 της υπ’ αριθ. 2664/Σ. 15 της 19/26 Φεβρ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 108). 5.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως. Α΄. Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου 1 έτους από της τελέσεως του γάμου, εκτός: α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις οιονδήποτε ατύχημα. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης, και Β΄. Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α΄, β΄, γ΄ αναφερομένων. 6.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 70% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 7.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον ισούται προς τα 10% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων, η κατά το προηγούμενον εδάφιον σύνταξις εκάστου τέκνου τριπλασιάζεται. Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρος (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπάρχουσης και χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, τα 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 8.Οι περί ων η παρ. 4 του παρόντος εγγονοί, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλείται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 9.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγονού, προγονού του πατρός ή της χήρας μητρός ισούται προς τα 20% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), της δε χήρας μητρός εις τα 40% της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον της συντάξεως των εγγονών, προγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης παραγράφου τα ογδοήκοντα εκατοστά του ποσού της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών (θανούσα), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει της αυτής παραγράφου το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 7 εφαρμόζονται αναλόγως εν προκειμένω. 10.Ως σύνταξις του θανόντος (θανούσης) δια τον υπολογισμόν των ποσοστών των συντάξεων των περί ων το παρόν άρθρον μελών οικογενείας λογίζεται το ποσόν της συντάξεως το οποίον ελάμβανε ο θανών (θανούσα) συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή εις ο θα εδικαιούτο ο θανών ησφαλισμένος αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας μη συνυπολογιζομένων των τυχόν προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών και πάσης φύσεως επιδομάτων. 11.Πρόσωπα εκ των κατά το παρόν άρθρον δικαιουμένων συντάξεως στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου)». Το άρθρ. 16 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 25116/Σ.268 της 7/21 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 215) ως διωρθώθη δια Διορθ. ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 303 της 12 Ιουλ.
- «12.α)Οι συνταξιούχοι του Ταμείου πασών των κατηγοριών υποχρεούνται όπως εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους υποβάλουν υπεύθυνον δήλωσιν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 2 παρ. 1 και 4 του Ν.Δ. 105/69, εμφαίνουσαν ότι ευρίσκονται εν ζωή και δεν επήλθεν μεταβολή τις εις την οικογενειακήν των κατάστασιν, επιφέρουσα αλλοίωσιν ή διακοπήν της συντάξεώς των». Η πρώτη περίοδος της παρ. 12 προστεθείσα δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 55605/Σ.467 της 22 Ιουλ./19 Αυτ. 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 538), ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κον. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341). Υπήρχε και δευτέρα περίοδος της παρ. 12 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 3347/Σ.185/1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, καταργηθείσα δια της ανωτέρω Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου
- «Αι διατάξεις του Νόμ. 3163/55 «περί συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων» εφαρμόζονται και επί των τακτικών υπαλλήλων του Ταμείου, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρ. 11 του Ν.Δ. 4277/62, ως αύται ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως σχετικώς με τας καταβλητέας προσθέτους εισφοράς, αναγνώρισιν και εξαγοράν προϋπηρεσίας κλπ. (Αντί της σελ. 913(β) Σελ. 913(γ) Τεύχος 386-Σελ. 157 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ Η απονομή των κατά την παρούσαν διάταξιν συντάξεων και λοιπών παροχών, ως και πάσα αναγκαία δια την εφαρμογήν ταύτης διοικητική ενέργεια αποφασίζεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εφαρμοζομένων των ισχυουσών εκάστοτε σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας του Ταμείου δια τους λοιπούς ησφαλισμένους αυτού. Εν περιπτώσει απονομής συντάξεων εις το προσωπικόν του Ταμείου δεν έχουν εφαρμογήν αι δια τους λοιπούς ησφαλισμένους ισχύουσαι διατάξεις ως προς το ύψος των παροχών κλπ.». Η εντός « » ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 40492/Σ.279 της 26 Μαΐου/8 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 371). «Οι εκ του προσωπικού του Ταμείου του διεπομένου, κατά τα ανωτέρω, υπό των διατάξεων του Νόμ. 3163/1955, εξερχόμενοι της υπηρεσίας, δικαιούνται όπως, κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας, επιλέξουν, αντί της εφαρμογής των διατάξεων του Νόμ. 3163/1955 ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, την εφαρμογήν των τοιούτων της νομοθεσίας του Ταμείου των ισχυουσών, κατά την έξοδον, δια τους ησφαλισμένους του Κλάδου Συντάξεων, εφ’ όσον πληρούν τας απαιτουμένας υπό ταύτης νομίμους προϋποθέσεις. Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως, βάσει των διατάξεων του Νόμ. 3163/1955 ως ούτος τροποποιούμενος και συμπληρούμενος ισχύει κατά την έξοδον εκ της υπηρεσίας, εφαρμόζονται αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 4579/1966 ως προς τους όρους αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας, της εμπιπτούσης εις το, προ της εφαρμογής δια το προσωπικόν του Ταμείου των διατάξεων του Νόμ. 3163/1955, χρονικόν διάστημα». Η ως άνω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 75357/5544 της 25/31 Αυγ. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 543) αποφ. Υπ. Εργασίας. Δικαιούμενοι εις εφ’ άπαξ αποζημίωσιν Άρθρ.2.-1.Το Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων είναι Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου και εδρεύει εν Αθήναις. 2.Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή συντάξεων, ή εφ’ άπαξ αποζημίωσις εις τους νομίμως ησφαλισμένους του Ταμείου τους ένεκεν γήρατος πολυχρονίου εργασίας των, νόσου πνευματικής ή σωματικής και ατυχήματος εν τη εργασία των καταστάντας ανικάνους προς εργασίαν και απομακρυνομένους εκ της εργασίας των, ως και εις τας λόγω θανάτου των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων απορφανιζομένας οικογενείας κατά τα εν τω παρόντι και ειδικώς δι’ εκάστην περίπτωσιν ειδικώτερον καθοριζόμενα. (Αντί της σελ. 900,01) Σελ.900,01(α) Τεύχος 386-Σελ.139 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1α-1γ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Ησφαλισμένοι Άρθρ.14.-«1.Εφ’ άπαξ αποζημιώσεως δικαιούνται οι μη δικαιωθέντες συντάξεως ησφαλισμένοι, οι συμπληρώσαντες 5 ετών τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν το 55ον έτος της ηλικίας των προκειμένου περί Εφημεριδοπωλών ή το 60ον προκειμένου περί υπαλλήλων Πρακτορείων και του Ταμείου. Επίσης δικαιούνται εφ’ άπαξ αποζημιώσεως οι κατά το άρθρ. 13 του Κατ/κού δικαιοδόχοι αποβιούντος ησφαλισμένου συμπληρώσαντος 5 τουλάχιστον ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω υπηρεσίαν και μη δικαιωθέντες συντάξεως λόγω θανάτου. Σελ. 914(γ) Τεύχος 386-Σελ. 158 2.Η κατά τ’ ανωτέρω απονεμομένη εφ’ άπαξ αποζημίωσις ισούται προς το διπλάσιον των ατομικών εισφορών του ησφαλισμένου και δια την παρά τω Ταμέιω πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. Προκειμένου περί της κατηγορίας των ησφαλισμένων εφημεριδοπωλών η ατομική εισφορά προσδιορίζεται ίση προς 5% του μέσου όρου των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου κατά τους 12 τελευταίους μήνας προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως». Το άρθρ. 14 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 100185/Ε.770/65 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 495) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 915 της 5/18 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 190). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Υγειονομικαί Επιτροπαί Άρθρ.15.-«1.Η σωματική και διανοητική ανικανότης των ησφαλισμένων διαπιστούται υπό τριμελούς Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής αποτελουμένης» α)εκ του Αρχιάτρου ή του Προϊσταμένου της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Ταμείου, ως Προέδρου, β)εξ ενός ιατρού κύρους οριζομένου υπό του Δ.Σ. γ)εκ του Ελεγκτού ιατρού του Ταμείου ή εν ελλείψει τοιούτου εξ ετέρου ιατρού, οριζομένου υπό του Δ.Σ. Της ανωτέρω Επιτροπής δύναται, οσάκις παρίσταται ανάγκη να μετέχη άνευ ψήφου ιατρός της ειδικότητος της παθήσεως του εξεταζομένου, είτε οριζόμενος υπό τούτου προαιρετικώς είτε προτεινόμενος υπό του Προέδρου της Επιτροπής. Η Επιτροπή αποφασίζει παρισταμένων απάντων των μελών (και των τριών). Τα εντός « » τίθενται κατά τροποποίησιν της υπ’ αριθ. 79834/4593 της 19 Ιουλ. 1967 αποφ. Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως και Υπ. Οικονομ. και Εργασίας. Χρέη εισηγητού της ως άνω Επιτροπής εκτελεί ο Διευθυντής του Ταμείου, γραμματέως δε υπάλληλος του Ταμείου οριζόμενος υπό του Διοικ. Συμβουλίου. Η αμοιβή των μελών της Επιτροπής, οριζομένη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, βαρύνει κατά πάσαν περίπτωσιν το Ταμείον. Αναπληρωταί των υπό στοιχ. α΄ και β΄ ως άνω μελών της Υγειονομικής Επιτροπής ορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ιατροί έχοντες τα προσόντα των αναπληρουμένων. Αι αποφάσεις της Υγειονομικής Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν. 2.Κατά των γνωματεύσεων της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής Συντάξεων επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου, ενώπιον των οικείων δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της νομοθεσίας του Ιδρύματος, ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, την προθεσμίαν υποβολής των προσφυγών κλπ. Η σχετική δαπάνη βαρύνει το Ταμείον, καταβάλλεται δε υπό τούτου εις το Ι.Κ.Α.». Το άρθρ. 15 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 100185/Σ.770/65 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 495). Υποχρεώσεις συνταξιούχων Άρθρ.16.-«Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται να καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον εντός μηνός το βραδύτερον πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν οικογενειακήν κατάστασιν αυτού επιφέρουσαν μείωσιν ή διακοπήν της συντάξεως, ως και την επιστροφήν των τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων αυτών ποσών». Το άρθρ. 16 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 100185/Σ.770/65 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 495). Προμήθειαι Άρθρ.17.-1.«Πάσα δια λογαριασμόν του Ταμείου συνομολογουμένη συμφωνία δια προμηθείας και εργασίας εν γένει, ως και πάσα μίσθωσις ενεργείται κατά την επομένην διαδικασίαν: α)Άνευ δημοσίου διαγωνισμού αν η δαπάνη δεν υπερβαίνη τας 2.500 δραχμάς. β)Δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δραχ. 2.500 αλλ’ ουχί τας δραχ. 5.
- γ)Δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού υπό Επιτροπής κατόπιν δημοσιεύσεως σχετικής περιλήψεως εις τον ημερήσιον Τύπον, αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δραχ. 5.000 ουχί τας δραχ. 10.000 ως επίσης και αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δραχ. 10.000 ουχί όμως και τας 15.000, εφ’ όσον ανάγκη προφανώς κατεπείγουσα διαπιστουμένη δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου και υπό περιστάσεις απροόπτως προελθούσας δεν συγχωρεί την ενέργειαν τακτικού δημοσίου διαγωνισμού. δ)Δια τακτικού δημοσίου διαγωνισμού αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δραχ. 10.000 εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής της τελευταίας διατάξεως του προηγουμένου εδαφίου. 2.Η συνομολόγησις των περί ων η προηγουμένη παράγραφος συμφωνιών προμηθειών ή εκτελέσεως έργων και γενικώς η διενέργεια των διαγωνισμών, ενεργείται παρ’ Επιτροπής αποτελουμένης εκ τριών μελών του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου οριζομένων δι’ αποφάσεως αυτού. Προκειμένου περί προμηθειών ή εκτελέσεως εργασιών δι’ ας κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου απαιτούνται ειδικαί γνώσεις εις την κατά τ’ ανωτέρω Επιτροπήν δύναται να προστίθεται αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου και εις ειδικός. Εφ’ όσον το αποτέλεσμα του διαγωνισμού ήθελε αποβή άκαρπον επαναλαμβάνεται ούτος εντός δεκαπενθημέρου το βραδύτερον. 3.Η ποσοτική και ποιοτική παραλαβή διενεργείται υπό Επιτροπής ούσης τριμελούς και οριζομένης υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου. Η επιτροπή αύτη αποτελείται εκ μελών του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, οσάκις δε απαιτούνται κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου ειδικαί γνώσεις δύναται να προστίθεται εν μέλος αναλόγως του μεγέθους και της ποιότητος του προμηθευομένου είδους, ως εμπειρογνώμονος. 4.Εάν η ως άνω Επιτροπή παραλαβών διαπιστώση δι’ ητιολογημένης εκθέσεώς της ότι τα υπό προμήθειαν είδη δεν πληρούν τους όρους της συμβάσεως, δύνανται ν’ απορρίπτωνται δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου και να διατάσσηται η κατάπτωσις της εγγυήσεως υπέρ του Ταμείου, του προμηθευτού μη δικαιουμένου εν τη περιπτώσει ταύτη να διατυπώση ένστασιν ή αντίρρησιν τινά κατά της αποφάσεως ταύτης. 5.Ο τρόπος της πληρωμής των ενεργουμένων αγορών ή προμηθειών και αι παρασχετέαι εγγυήσεις κανονίζονται εκάστοτε δια της συναπτομένης συμβάσεως. (Αντί για τη σελ. 915(ι) Σελ. 915(ια) Τεύχος 1325 Σελ. 19 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ 6.Αι κατά τας διατάξεις του παρόντος ενεργούμεναι προμήθειαι υπόκεινται εις την έγκρισιν του Δ.Σ. εις πάσαν περίπτωσιν. Το άρθρ. 17 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 100185/Σ.770/65 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ. Β΄ 495). Προσδιορισμός της συντάξεως Έναρξις-λήξις Άρθρ.18.-«1.Το ποσόν της υπό του Ταμείου παρεχομένης βασικής συντάξεως εις τους ησφαλισμένους αυτού προσδιορίζεται εις ποσοστά των κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 συνταξίμων αποδοχών αναλόγως των ετών πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, ως ακολούθως: α)2% δι’ έκαστον έτος υπηρεσίας μέχρι και του 20ου τοιούτου. β)3% δι’ έκαστον έτος υπηρεσίας από του 21ου μέχρι και του 30ου τοιούτου. γ)3,5% δι’ έκαστον έτος υπηρεσίας από του 31ου και πέραν τοιούτων». Η παρ. 1 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 2664/Σ.15 της 19/26 Φεβρ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 108) αποφ. Υπ. Εργασίας, της 915/1969 (ΦΕΚ Β΄ 190) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, της Φ. 55/5024/1970 (ΦΕΚ Β΄ 341) ομοίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 55/3/2056 της 5/18 Αυγ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 604) ομοίας. 2.Η κατά τ’ ανωτέρω εξευρισκομένη βασική σύνταξις προσαυξάνεται κατά έν εκατοστόν των συνταξίμων αποδοχών δι’ έκαστον έτος αναγνωρισθείσης και εξαγορασθείσης προϋπηρεσίας». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3275/Σ.17 της 8/13 Φεβρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 55). «3.Στους συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται επιπλέον επίδομα οικογενειακών βαρών, ίσο με το 10% της σύνταξης, για το (την) σύζυγο και το 5% της σύνταξης για κάθε παιδί, μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του ή του 24ου έτους αν σπουδάζει και εφόσον η συντήρησή τους (συζύγου και παιδιών), βαρύνει αποδεδειγμένα τον (την) συνταξιούχο (δεν εργάζονται, δεν παίρνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιοδήποτε ασφαλιστικό Οργανισμό και δεν έχουν εισοδήματα από άλλη πηγή κ.λπ.). Η χορήγηση του επιδόματος συζύγου και παιδιών επιτρέπεται μόνο στον ένα σύζυγο ή γονέα, όταν είναι και οι δύο συνταξιούχοι του ΤΣΕΥΠ Αθηνών ή άλλου Ταμείου Κύριας Ασφάλισης». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της με αριθμ. Φ.55/1852/29 Νοεμ.-20 Δεκ. 1995, (ΦΕΚ Β΄ 1044) απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 916(ια) Τεύχος 1325 Σελ. 20 «4.Εις τους συνταξιούχους λόγω φυματιώσεως χορηγείται ειδικόν προσωποπαγές επίδομα εκ 1.000 δραχμών μηνιαίως μη υπολογιζόμενον δια τον καθορισμόν της συντάξεως των διακαιοδόχων των». Η παρ. 4 τροποποιήθηκε ως άνω από την Β2/55/2115/2-28 Ιαν. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 47) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1 Ιαν.
- «5.α.Η μηνιαία βασική σύνταξις εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να είναι ανωτέρα του μέσου όρου των μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών, εφ’ ων υπολογίζεται αύτη». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη δια των υπ’ αριθ. 915 της 5/18 Μαρτ. 1969 (ΦΕΚ Β΄ 190) και Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 (ΦΕΚ Β΄ 341) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω, δια της περιπτ. α΄, της υπ’ αριθ. 55/3/1412 της 14/29 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 572) ομοίας. Έναρξις ισχύος από 1 Μαΐου
- β)Αι απονεμηθείσαι και αι εφ’ εξής απονεμηθησόμεναι συντάξεις, δεν δύνανται να είναι κατώτεραι: «αα΄.Του ποσού της εκάστοτε συντάξεως Εφημεριδοπώλου έχοντος 22 ετών συντάξιμον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, προσαυξανομένου κατά 10% δια την σύζυγον και 5% δι’ έκαστον τέκνον και μέχρι 2 τοιούτων». Η περίπτ. αα΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 132862/Σ. 1747 της 17/31 Δεκ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 757) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (Διόρθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 174/11 Μαρτ. 1969). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) ββ)Του ποσού των 85% του ως άνω βασικού ποσού κατωτάτου ορίου συντάξεως αμέσως ησφαλισμένου δια την χήραν (χήρον) προσαυξανόμενον κατά 5% δι’ έκαστον τέκνον και μέχρι 3 τοιούτων. Μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) τα τέκνα δικαιούνται το ως άνω δια την χήραν (χήρον) καθοριζόμενον ποσόν κατ’ ισομοιρίαν. γγ)Του ποσού των 80% του ως άνω βασικού ποσου κατωτάτου ορίου συντάξεως αμέσως ησφαλισμένου δια πάντα τα λοιπά μέλη οικογενείας κατανεμόμενον κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ των δικαιούχων. γ)Των υπό των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παρούσης παραγράφου καθοριζομένων κατωτάτων ορίων συντάξεως δικαιούνται και οι συνταξιούχοι ως η σύνταξις απενεμήθη βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων». Η παρ. 5 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 3275/Σ.17 της 8/13 Φεβρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 55, Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 88/19 Μαρτ. 1964) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 12 της υπ’ αριθ. 2664/Σ.15 της 19/26 Φεβρ. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 108). «Το εκάστοτε ανώτατον όριον συντάξεως προσαυξάνεται κατά 5% δια τους συνταξιούχους τους έχοντας προστατευόμενα μέλη οικογενείας της προσαυξήσεως ταύτης υπολογιζομένης επί της βασικής συντάξεως του δικαιούχου, από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 61274/Σ.465 της 22/28 Αυγ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 531). «Εν περιπτώσει καθ’ ην αι πραγματικαί αποδοχαί του ησφαλισμένου είναι κατώτεραι των τοιούτων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας βάσει της οποίας προσδιορίζονται αι συντάξιμοι αποδοχαί, το κατώτατον όριον συντάξεως αμέσως ησφαλισμένου ορίζεται ίσον προς το ποσόν των 22/50 των 80% του μέσου όρου των εκάστοτε αποδοχών των προβλεπομένων υπό της οικείας συλλογικής συμβάσεως, βάσει της οποίας εμισθοδοτείτο κατά τους 12 τελευταίους μήνας, προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, βάσει του ποσού τούτου δε προσδιορίζονται τα κατώτατα όρια των ως άνω περιπτώσεων ββ΄ και γγ΄». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 915 της 5/18 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 190). 6.»Προκειμένου περί των από της ισχύος της παρούσης και εφεξής συνταξιοδοτουμένων λόγω ανικανότητος προς πάσαν εργασίαν και των δικαιοδόχων, λόγω θανάτου ησφαλισμένου εξ εργατικού ατυχήματος, το ποσόν της απονεμητέας βασικής συντάξεως δεν δύναται να είναι κατώτερον του κατά τας διατάξεις του παρόντος ποσού συντάξεως ησφαλισμένου εφημεριδοπώλου έχοντος 25ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, επιφυλασσομένου του περιορισμού του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του παρόντος άρθρου». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3275/Σ.17 της 8/13 Φεβρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 55). 7.Ουδείς δικαιούται περισσοτέρων της μιας συντάξεων παρά του Τ.Σ.Ε.Υ.Π. Εάν πρόσωπόν τι δικαιούται περισσοτέρων της μιας συντάξεως λαμβάνει την μεγαλυτέραν τοιαύτην, εξαιρουμένων των περιπτώσεων δικαιουμένων διπλής συντάξεως λόγω αμέσου ασφαλίσεως 2 προσώπων εις τον Οργανισμόν, οπότε πλέον της μιας κατ’ επιλογήν του συνταξιούχου, συντάξεως δικαιούται και το 1/2 της ετέρας τοιαύτης. 8.-«1.Η σύνταξις αναπηρίας ή γήρατος άρχεται καταβαλλομένη από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός εφ’ όσον ο δικαιούχος διέκοψε την απασχόλησίν του μέχρι της ημερομηνίας ταύτης. Επί μεταγενεστέρας διακοπής της απασχολήσεως η σύνταξις καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου της διακοπής μηνός. Η σύνταξις επιζώντων καταβάλλεται από της επομένης του θανάτου. 2.Επί υποβολής αιτήσεως συντάξεως αναπηρίας μετά την λήξιν της επιδοτήσεως λόγω ασθενείας η σύνταξις καταβάλλεται από της επομένης της λήξεως της επιδοτήσεως. 3.Επίδομα ασθενείας καταβληθέν δια χρόνον δι’ ον αναγνωρίζεται δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας συμψηφίζεται προς την σύνταξιν. Η καταβολή της συντάξεως αναπηρίας δεν δύναται να ανατρέξη εις χρόνον απώτερον του εξαμήνου από της ημέρας υποβολής της αιτήσεως». Το πρώτον εδάφιον της παρ. 8 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 1650/Σ.31 της 12 Φεβρ./5 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 153), ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 35/13819 της 6/17 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Β΄ 755) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Προκειμένου περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας οφειλομένης εις ασθένειαν το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της ημέρας καθ’ ην έπαυσε καταβαλλόμενον το επίδομα ασθενείας, εφ’ όσον κατεβάλλετο τοιούτον, ουχί όμως και πέραν του έτους αναδρομικώς από της ημέρας της υποβολής της αιτήσεως. «9.Η σύνταξις παύει να παρέχεται εις το τέλος του μηνός καθ’ ον λαμβάνει χώραν το δικαιολογούν την παύσιν γεγονός, ήτοι: (Αντί της σελ. 916,01(β) ΣΕΛ. 916,01(γ) Τεύχος 606-Σελ. 137 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος, δια του θανάτου του συνταξιούχου. β)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας, εφ’ όσον ο ανάπηρος έπαυσε να πληροί τας προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρ. 13 του παρόντος. γ)Επί συντάξεως τέκνων, εγγονών και προγονών προκειμένου περί μεν αρρένων άμα τη συμπληρώσει του 18ου έτους της ηλικίας των, προκειμένου δε περί θηλέων του 30ού και προ τούτου άμα τη τελέσει του γάμου των ή εφ’ όσον απέκτησαν ίδιον επαρκές εισόδημα ή δια του θανάτου των. Το κατά τα ανωτέρω όριον ηλικίας: αα)Δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνων, εγγονών ή προγονών ανικάνων, κατά γνωμάτευσιν της Υγειον. Επιτροπής, δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν. ββ)Παρατείνεται μέχρι του 25ου έτους της ηλικίας των εφ’ όσον τα ανωτέρω πρόσωπα φοιτούν εις Ανωτέρας ή Ανωτάτας Σχολάς και κατά το διάστημα τούτο δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ιδίας εργασίας εκ του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή οιουδήποτε φορέως κυρίας Ασφαλίσεως. δ)Επί συντάξεως χήρας, δια της συνάψεως νέου γάμου ή δια του θανάτου της. ε)Επί συντάξεως γονέων δια του θανάτου των». Η παρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω, δια της περιπτ. β΄ της υπ’ αριθ. 55/3/1412 της 14/19 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 572) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Έναρξις ισχύος από 1 Μαΐου
- 10.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μεγαλυτέραν των εξ μηνών. Εφ’ όσον όμως υπάρχωσι πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν ταύτα, δικαιούνται εις απόληψιν της συντάξεως, αν θα κατεβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν προσέρχεται κατά τα υπό του Καταστατικού οριζόμενα προς εξέτασιν της καταστάσεώς του. γ)Εάν ο συνταξιούχος επαναλάβη την άσκησιν του επαγγέλματός του δι’ ο απενεμήθη αυτώ σύνταξις ή αναλάβη αυτοπροσώπως ή δι’ εκπροσώπων την άσκησιν επαγγέλματος συνεπαγομένου την υπαγωγήν του εις την ασφάλισιν του Ταμείου. «Θεωρείται ως άσκησις ασφαλιζομένου επαγγέλματος, συν τοις άλλοις και η παράδοσις της συνοικίας ή θέσεως πωλήσεως εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων εις πρόσωπον, όπερ δεν κέκτηται την κατά νόμον άδειαν ασκήσεως του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλου και δεν έχει υπαχθή εις την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω ή έχει Σελ. 916,02(γ) Τεύχος 606-Σελ. 138 υπαχθή εις την ασφάλισιν αλλά δεν έχει συμπληρώσει 2 έτη τουλάχιστον τοιαύτην, Ο συνταξιούχος πριν ή επαναλάβη την άσκησιν ασφαλιζομένου επαγγέλματος οφείλει να δηλώση τούτο εγγράφως εις το Ταμείον και να ζητήση την έγκρισιν αυτού, παρέχων κατά την υποβολήν της σχετικής αιτήσεως και εν συνεχεία διαρκούσης της εργασίας και πάσαν περί ταύτης πληροφορίαν κατά τα δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου οριζόμενα. Η ανάληψις επαγγέλματος άνευ εγκρίσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, ως και η παράλειψις της παροχής κεκανονισμένων πληροφοριών ή η παροχή ανακριβών τοιούτων τιμωρείται δια των ποινών του άρθρ. 458 του Ποινικού Κώδικος, συνεπάγεται δε και την διακοπήν της συντάξεως, επιβαλλομένην δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ως και την μη αναγνώρισιν ως συνταξίμου του χρόνου επανασκήσεως του επαγγέλματος. Ο χρόνος της επανασκήσεως του επαγγέλματος παρά του συνταξιούχου, ουχί και ο τοιούτος ασκήσεως ασφαλιζομένου επαγγέλματος δι’ αντιπροσώπου, αναγνωρίζεται δια την προσαύξησιν της συντάξεως ως ακολούθως. αα)Εφ’ όσον ο χρόνος ούτος είναι ανώτερος των 2 ετών. ββ)Εφ’ όσον καθ’ όλην την διάρκειαν τούτου αντικατέστησεν έτερον ησφαλισμένον ούτινος η ασφάλισις διεκόπη προσωρινώς ή οριστικώς, εξαιρουμένης της περιπτώσεως διακοπής λόγω απονομής συντάξεως. Η βασική σύνταξις του συνταξιούχου, ως αύτη είχε διαμορφωθή κατά τον προηγούμενον της ανατολής μήνα προσαυξάνεται κατά τόσα πεντηκοστά όσα τα πλήρη έτη της κατά τ’ ανωτέρω νέας υπηρεσίας, εκάστου πεντηκοστού υπολογιζομένου βάσει των συνταξίμων αποδοχών εφ’ ων προσδιωρίσθη η αρχική σύνταξις. Το ποσόν της ως άνω προσαυξήσεως μειούται κατά το ανάλογον ποσοστόν του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 13 του παρόντος εις ας περιπτώσεις ο συνταξιούχος δεν είχε συμπληρώσει τα καθοριζόμενα όρια ηλικίας κατά την αρχικήν συνταξιοδότησίν του. Η κατά τ’ ανωτέρω προσαύξησις καταβάλλεται αφ’ ης διακοπή η αναστολή της καταβολής της συντάξεως συμφώνως τη παρ. 11 του άρθρ. 13 του παρόντος. Εν περιπτώσει νέας αναστολής της καταβολής συντάξεως, δι’ οιονδήποτε λόγον, ο συνταξιούχος δεν δικαιούται νέας προσαυξήσεως, ο χρόνος δε εργασίας δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος.» Αι εντός « » διατάξεις προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 100185/Σ.770 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 495). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 11.Η αναστολή της καταβολής της συντάξεως εις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου διακόπτεται από της πρώτης του επομένου μηνός από της άρσεως των λόγων αναστολής. 12.Το Δ.Σ. υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών από της υποβολής της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως εκδώση την περί απονομής ή μη συντάξεως απόφασίν του εφ’ όσον μετά της αιτήσεως έχουσιν υποβληθή πάντα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινών το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιή αμελλητί τον ενδιαφερόμενον, ίνα συμπληρώση ταύτα. Αι περί απονομής ή μη συντάξεως αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δέον να είναι πλήρως ητιολογημέναι και αν κοινοποιούνται εις τον ενδιαφερόμενον γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον της κοινοποιήσεως ρητής μνείας περί της τυχόν υπάρξεως ευχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τούτων και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δέον ν’ ασκηθούν ταύτα. 13.Δια τον καθορισμόν της ηλικίας παντός ησφαλισμένου ή τινός των δικαιουμένων προσώπων, ως ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται εν ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως πάντοτε η 1 Ιουλίου του έτους της εγγραφής των εις τα οικεία μητρώα. Ληξιαρχική πράξις συνταχθείσσα εκ των υστέρων ή διορθωθείσα δεν υποχρεώνει το Ταμείον εφ’ όσον δεν εκλήθη τούτο όπως παρέμβη κατά την σχετικήν διαδικασίαν της διορθώσεως ή βεβαιώσεως του γεγονότος της γεννήσεως. 14.Πάσα οφειλή ησφαλισμένου εξ οιασδήποτε αιτίας προς το Ταμείον κατά τον χρόνον της συνταξιοδοτήσεως αυτού παρακρατείται τμηματικώς εκ της παρεχομένης συντάξεως εις μηνιαίας δόσεις, εκάστη των οποίων δεν είναι δυνατόν να ορίζηται ανωτέρα του 1/4 της μηνιαίας συντάξεως. «15.Αι βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων απονεμηθείσαι συντάξεις ανακαθορίζονται κατά ποσόν ως ακολούθως: α.Αι απονεμηθείσαι συντάξεις βάσει των δια των υπ’ αριθ. 25116/Σ.268/63 (ΦΕΚ 215/21.3.63 τευχ. Β΄), 3275/Σ.17/64 (ΦΕΚ 55/13.2.64 τεύχ. Β΄) 2664/ Σ.15/66 (ΦΕΚ 108/26.2.66 τεύχ. Β΄) και 61274/ Σ.466/1967 (ΦΕΚ 531/28.8.67 τεύχ. Β΄) αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας θεσπισθεισών διατάξεων εις το Καταστατικόν του Ταμείου ανακαθορίζονται ως ακολούθως: Ο αριθμός των πεντηκοστών προσδιορίζεται βάσει των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το ύψος δε εκάστου πεντηκοστού ορίζεται ίσον προς το καθορισθέν τοιούτον κατά την αρχικήν απονομήν εκάστης συντάξεως. Το ούτω προσδιοριζόμενον ποσόν αυξάνεται κατά το συνολικόν ποσοστόν των χορηγηθεισών αυξήσεων των συντάξεων από της απονομής εκάστης τοιαύτης και εφεξής. β.Αι απονεμηθείσαι συντάξεις βάσει των ισχυσασών διατάξεων προ της ισχύος των εις το προηγούμενον εδάφιον αναφερομένων αποφάσεων, ανακαθορίζονται κατά ποσοστόν δέκα πέντε επί τοις εκατόν (15%) μεν, εφόσον είναι κατώτεροι των χιλίων πεντακοσίων δραχμών, δέκα δε επί τοις εκατόν (10%) εφόσον είναι ανώτεραι του ποσού τούτου. Εάν το μετά τον ανακαθορισμόν προκύπτον ποσόν είναι μικρότερον του ποσού της λαμβανομένης συντάξεως εξακολουθεί καταβαλλομένη η λαμβανομένη σύνταξις». Η παρ. 15 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 915 της 5/18 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 190). «16.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, αναπροσαρμόζονται, μεθ’ εκάστην αύξησιν των συνταξίμων αποδοχών κατά τας διατάξεις των παρ. 1, 4 και 5 του άρθρ. 6 του παρόντος, αι υπό του Ταμείου καταβαλόμεναι συντάξεις». Η παρ. 16 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 3275/2.17/1964 (ΦΕΚ Β΄ 55) αποφ. Υπ. Εργασίας και αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 82283/2.588/1967 (ΦΕΚ Β΄ 549) ομοίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 55/3/2056 της 5/18 Αυγ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 604) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Αι συντάξεις των συνταξιούχων υπαλλήλων του Ταμείου αυξομειούνται εν περιπτώσει αυξομειώσεως των μισθών των τακτικών υπαλλήλων αυτού κατά την αυτήν αναλογίαν της αυξήσεως τούτων και αφ ης ούτοι ηυξήθησαν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Κατά το αυτό ποσοστόν της αυξομειώσεως των συντάξεων αυξομειούνται εκάστοτε: αα)Το κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ 6 ανώτατον όριον συνταξίμων αποδοχών. ββ)Το κατά τας διατάξεις του εδαφ. α΄ της παρ. 5 του παρόντος άρθρ. 18 ανώτατον όριον συντάξεως». Αι εντός « » διατάξεις προσετέθησαν δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 61274/Σ.465 της 22/28 Αυγ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 531) 17.Αι αποφάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου περί απονομής συντάξεων, ως και απορριπτικαί τοιαύται, υπόκεινται εις αναθεώρησιν. Την εν λόγω αναθεώρησιν δικαιούται να ζητήση ο (Αντί της σελ. 916,03(γ) Σελ. 916,03(δ) Τεύχος 467-Σελ. 83 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ δικαιούχος εφ’ άπαξ και εντός 1 έτους από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται και οίκοθεν να προβαίνη εις αναθεώρησιν των αποφάσεων του εντός ενός έτους από της λήψεώς των. Τα τυχόν κατόπιν της αναθεωρήσεως επιστρεπτέα τω Ταμείω ποσά εισπράττονται ατόκως εις μίαν ή πλείονας δόσεις, οριζομένας υπό του Δ.Σ. Επίσης ατόκως αποδίδονται εις τους δικαιούχους τ’ ανήκοντα εις αυτούς ποσά εκ της διαφοράς συντάξεως ή άλλης αιτίας δυνάμει της αναθεωρητέας αποφάσεως». Το άρθρ. 21 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 25116/Σ. 268 της 7/21 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 215). «18.α)Αι απονεμηθείσαι και ανακαθορισθείσαι βασικαί συντάξεις βάσει των θεσπισθεισών δια της υπ’ αριθ. 25116/Σ.268/7.5.63 (ΦΕΚ 215/21.3.63 τεύχ. Β΄), αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας διατάξεων του Καταστατικού, ως αύται ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως μέχρι της ισχύος της παρούσης προσαυξάνονται από 1ης Αυγ. 1965 κατά 20% του κατά την ισχύν της παρούσης καταβαλλομένου ποσού της συντάξεως. β)Κατά το αυτό ποσοστόν (20%) αυξάνεται και το υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενον ανώτατον όριον συντάξεως, βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων. γ)Αι από της ισχύος της παρούσης απονεμηθησόμεναι συντάξεις προσδιοριζόμεναι βάσει των δια ταύτης θεσπιζομένων νέων διατάξεων αυξάνονται κατά 15% του μέχρι 2500 ποσού της βασικής συντάξεως. δ)Των κατά τ’ ανωτέρω προσαυξήσεων δικαιούνται οι συνταξιούχοι των οποίων η σύνταξις υπελογίσθη επί συνταξίμων αποδοχών προσδιορισθεισών βάσει των δια της υπ’ αριθ. 89850/63 (ΦΕΚ 514/63 τεύχ. β΄) και προγενεστέρων τοιούτων αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας καθορισθέντων κατωτάτων ορίων μισθών άρρενος προσωπικού γραφείων των πάσης φύσεως ιδιωτικών επιχειρήσεων, θέλουσι δε συμψηφισθή αύται προς πάσαν μελλοντικήν αύξησιν των συντάξεων βάσει των διατάξεων της παρ. 16 του παρόντος άρθρου συνεπεία αυξομειώσεως των κατωτάτων ορίων βασικών μισθών της άνω συλλογικής συμβάσεως. ε)Εν περιπτώσει καθ’ ην η εκ της αυξήσεως των βασικών μισθών προσδιοριζομένη σύνταξις των νέων συνταξιούχων είναι κατωτέρα της τοιαύτης των παλαιών αύτη προσαυξάνεται αναλόγως κατά το υπολειπόμενον ποσόν. ς)Η ισχύς των σχετικών με τας αυξήσεις των πάσης φύσεων παροχών, διατάξεων της παρούσης αποφάσεως άρχεται από της 1 Αυγ. 1965». Η παρ. 18 προσετέθη δια της παρ. 13 της υπ’ αριθ. 2664/Σ.15 της 19/26 Φεβρ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 108 Διορθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 20 της 13 Ιαν. 1967). Σελ. 916,04(δ) Τεύχος 467-Σελ. 84 Παραγραφή- Πληρωμή συντάξεων «Άρθρ.19.-Ο διακανονισμός της συντάξεως ή αποζημιώσεως γίνεται τη αιτήσει των ενδιαφερομένων. Μη υποβληθείσης αιτήσεως εντός 5 ετών από της ημέρας αφ’ ης εγεννήθη το προς σύνταξιν ή αποζημίωσιν δικαίωμα παν εκ του παρόντος καταστατικού απορρέον δικαίωμα παραγράφεται εις όφελος του Ταμείου. Η πληρωμή συντάξεων γίνεται εν αρχή εκάστου μηνός, καταβαλλομένη είτε εις τον δικαιούχον είτε εις τον νόμιμον αυτού πληρεξούσιον επί τη προαγωγή των υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου καθοριζομένων εκάστοτε πιστοποιητικών ή άλλων εγγράφων. «Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας να προεξοφλήται ατόκως μία μηνιαία σύνταξις εις συνταξιούχους του Ταμείου, εφ’ όσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Η ούτω προεξοφλουμένη σύνταξις παρακρατείται δια 3 δόσεων εκ της συντάξεως των 3 επομένων μηνών». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 61274/Σ.465 της 22/28 Αυγ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 531). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Εκχώρησις- Κατάσχεσις Άρθρ.20.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις ή η κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων. Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων, επιτρέπεται η κατάσχεσις του 1/4 τούτων κατόπιν αδείας του αρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικών. Συμψηφισμός προς τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας συντάξεις επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οφειλών δι’ οιονδήποτε λόγον των δικαιούχων προς το Ταμείον εις τους Κλάδους Συντάξεων ή Υγιεινής και Περιθάλψεως ή Προνοίας, τα ποσά των οποίων χαρακτηρίζονται ως δοθέντα αυτοίς υπό τύπον προεξοφλήσεως απονεμημένων ή απονεμηθησομένων αυτοίς παροχών. Ο συμψηφισμός τοιούτων απαιτήσεων του Ταμείου μετά της συντάξεως ενεργείται κατά δόσεις, εκάστης τούτων μη δυναμένης να υπερβή το 1/4 της συντάξεως, οριζομένης δε υπό του Δ.Σ. εξαιρουμένης της περιπτώσεως οφειλής εξ ενυποθήκου δανείου, ότε η δόσις δύναται ν’ ανέλθη μέχρι του 1/3 ταύτης. Λογιστική και διαχειριστική οργάνωσις του Ταμείου Άρθρ.21.-1.Το οικονομικόν έτος και η λογιστική χρήσις του Ταμείου άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2.Τα της λογιστικής οργανώσεως και λειτουργίας του Ταμείου διέπονται υπό των διατάξεων του από 27 Φεβρ. 1933 Ν.Δ/τος «περί λογιστικής λειτουργίας των οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως» ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών εγκυκλίων διαταγών και οδηγιών του Υπουργείου Εργασίας. 3.Αι εισπράξεις του Ταμείου ενεργούνται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος ή ετέρας των νομίμως λειτουργούντων Τραπεζών εν Αθήναις και Πειραιεί με πίστωσιν των σχετικών παρ’ αυτοίς εντόκων λογαριασμών του Ταμείου. 4.Αι πληρωμαί του Ταμείου ενεργούνται υπό της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος ή ετέρας τοιαύτης βάσει εγγράφων εντολών υπογεγραμμένων υπό του Προέδρου του Δ.Σ., του Διευθυντού, του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου και του ασκούντος τον έλεγχον των δαπανών κλπ. υπαλλήλου του Ταμείου ή των νομίμων αναπληρωτών αυτών. Προϋπολογισμός- Ισολογισμός - Απολογισμός- Απογραφή Άρθρ.22.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εγκρίνει εντός των νομίμων προθεσμιών εκάστου έτους τον προϋπολογισμόν Εσόδων και Δαπανών του Ταμείου της επομένης χρήσεως καταρτιζόμενον και υποβαλλόμενον αυτώ προς έγκρισιν υπό του Διευθυντού του Ταμείου συμφώνως προς τας διατάξεις του από 14 Ιουλ. 1937 Β.Δ/τος «περί τρόπου καταρτίσεως και εγκρίσεως του προϋπολογισμού των Οργανισμών Κοινων. Ασφαλίσεως», ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών εγκυκλίων διαταγών και οδηγιών του Υπουργείου Εργασίας. Ο ούτω εγκρινόμενος προϋπολογισμός του Ταμείου υποβάλλεται εντός των κατά τας σχετικάς εγκυκλίους και διαταγάς του Υπουργείου Εργασίας προθεσμιών εις τούτο προς τελικήν έγκρισιν. Την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, εάν αύτη είναι εξαιρετέα, την προηγουμένην ταύτης εργάσιμον ημέραν ενεργείται παρά τριμελούς Επιτροπής οριζομένης υπό του Δ.Σ. εκ μελών, λεπτομερής απογραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, συντασσομένων πρακτικών. 3.Βάσει των αποτελεσμάτων της περί ης η προηγουμένη παράγραφος απογραφής συντάσσεται ωσαύτως κατά την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους ο Γενικός Ισολογισμός και Απολογισμός της Διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως οίτινες μετά την έγκρισιν του Δ.Σ. υποβάλλονται προς έλεγχον και έγκρισιν εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Υπουργείου Εργασίας, εκτυπούμενος δε διανέμεται εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου. Ο Ισολογισμός του Ταμείου συντάσσεται συμφώνως προς τας διατάξεις του από 27 Φεβρ. 1933 Ν.Δ/τος «περί λογιστικής λειτουργίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών», ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων και οδηγιών του Υπουργείου Εργασίας. Τα στοιχεία απογραφής, ο Ισολογισμός και Απολογισμός καταχωρούνται εις το υπό του Ταμείου τηρούμενον βιβλίον Απογραφών και Ισολογισμών». Τα άρθρ. 19-22 αντικατέστησαν τα άρθρ. 1930 δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 100185/Σ.770/65 της -/9 Αυγ. 1966 αποφ. Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 495). Άρθρ.
(34)23.-Πάσα τυχόν υφισταμένη διάταξις μη περιληφθείσα εις την παρούσαν κωδικοποίησιν καταργείται. Μεταβατικαί Διατάξεις «Προς αντιμετώπισιν των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Οργανισμού δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας να συνιστώνται συνεργεία εκ του προσωπικού, δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της αυτής (Αντί της σελ. 917) Σελ. 917(α) Τεύχος 386-Σελ. 165 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1ης Ιουλ. 1946». Η ως άνω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 29208/Σ.423 της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Η ασφάλισις των ήδη εγγεγραμμένων παρά τω Ταμείω συνοδών εφημεριδοπωλών συνεχίζεται υποχρεουμένων τούτων να καταβάλουν εκτός της καθοριζομένης εισφοράς επί της τιμής των πωλουμένων παρ’ αυτών εφημερίδων, περιοδικών, βιβλίων και λοιπών εντύπων και τοιαύτην επί του καταβαλλομένου αυτοίς μισθού παρά του Πρακτορείου». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56275/1/54 της 31 Μαΐου/31 Ιουλ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. «8.Το μέχρι της ισχύος της παρούσης υπαχθέν εις την ασφάλισιν του Ταμείου τακτικόν επί μισθώ υπηρετικόν προσωπικόν (κλητήρες, καθαρίστριαι) των Πρακτορείων Εφημερίδων, ως και οι κλητήρες του Ταμείου θεωρούνται ως καλώς ασφαλισθέντες». Η υπό στοιχ. 8 μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 11101/Υ./109/55 της 15 Φεβρ./10 Μαρτ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. «1.Χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, ασφαλιστέας παρά τω Ταμείω εμπίπτων εις το από 1.9.1929 μέχρι της 31.12.1945 χρονικόν διάστημα. όστις δεν ανεγνωρίσθη δια των, μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης εκδοθεισών αποφάσεων του Δ.Σ. περί αναγνωρίσεως ως συνταξίμου χρόνου πραγματικής υπηρεσίας εις ησφαλισμένους και συνταξιούχους, δύναται να αναγνωρίζηται ως συντάξιμος εφ’ όσον αποδεικνύεται πλήρως, δια των προσκομιζομένων αναγκαίων στοιχείων, η άσκησις του ασφαλιζομένου επαγγέλματος. Ο κατ’ εφαρμογήν του προηγουμένου εδαφίου αναγνωριζόμενος χρόνος, πέραν του ήδη αναγνωρισθέντος τοιούτου, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να είναι μείζων των 5 ετών δι’ έκαστον ενδιαφερόμενον. 2.Η κατά την προγηουμένην παράγραφον αναγνώρισις του, περί ου αύτη, χρόνου πραγματικής υπηρεσίας, ενεργείται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης. 3.Το Δ.Σ δύναται να ζητήση πέραν των προσκομιζομένων στοιχείων και παν έτερον αναγκαίον, κατά την κρίσιν του στοιχείον, προς μόρφωσιν γνώμης επί εκάστης περιπτώσεως». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 100841/Ε.1390 της 2/9 Οκτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 612). Σελ. 918(α) Τεύχος 386-Σελ. 166 «Δια την άσκησιν του δικαιώματος αναγνωρίσεως του, προβλεπομένου υπό της προστεθείσης εν τέλει του παρόντος Καταστατικού διατάξεως δια της υπ’ αριθ. 100841/Ε1390/9.10.67 Υπουργικής αποφάσεως, χρόνου υπηρεσίας, παρέχεται νέα προθεσμία αρχομένη από της δημοσιεύσεως της παρούσης και λήγουσα την 31.3.69». Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 107384/Σ.1335 της 11/23 Οκτ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 559). «Εφημεριδοπώλαι ή υπάλληλοι Πρακτορείων υπηρετήσαντες εις τας τάξεις του στρατού από του έτους 1945 και εφ’ εξής πλέον των 12 ετών συνεχώς διατελέσαντες κατά την διάρκειαν της ως άνω στρατεύσεώς των αιχμάλωτοι των συμμοριτών, τούτου βεβαιουμένου δια πράξεως της αρμοδίας αρχής, δικαιούνται συντάξεως λόγω αναπηρίας εφ’ όσον: α)Κριθούν ανίκανοι προς εργασίαν υπό της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής. β)Ήσκησαν, κατά βεβαίωσιν της οικείας ομοιοεπαγγελματικής Οργανώσεως, το επάγγελμα του Εφημεριδοπώλου ή Υπαλλήλου Πρακτορείων προ της στρατεύσεώς των. γ)Υπήχθησαν εις την ασφάλισιν του Ταμείου εντός ενός έτους από της στρατεύσεώς των, διετέλεσαν δε έκτοτε εν ασφαλίσει παρ’ αυτώ επί 5 τουλάχιστον έτη. Η ανωτέρω μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 132861/Σ.1728 της 17/31 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 757). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Α΄ «α)Ησφαλισμένοι αναλαβόντες καθ’ οιονδήποτε τρόπον τας εισφοράς των μέχρι της ισχύος της παρούσης και μη ανακαταβαλόντες ταύτας μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης, δύνανται να επιστρέψουν ταύτας δυνάμει της παρούσης εφ’ όσον υπήχθησαν εκ νέου εις την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω, δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. β)Το κατά τ’ ανωτέρω επιστρεπτέον ποσόν προσδιορίζεται ίσον προς δέκα επί τοις εκατόν (10%) επί του κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 του Κατ/κού ποσού των συνταξίμων αποδοχών των αντιστοιχουσών εις τα κατά την ημέραν της υποβολής της αιτήσεώς των συντάξιμα έτη υπηρεσίας, δι’ έκαστον μήνα πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας (ουχί προϋπηρεσίας), δι’ ην ανελήφθησαν αι εισφοραί. γ)Η εξόφλησις του ως άνω ποσού πραγματοποιείται δι’ εφ’ άπαξ καταβολής του συνόλου τούτου, εντός τριάκοντα
(30)ημερών από της κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. περί προσδιορισμού τούτου και προ της καθ’ οιονδήποτε τρόπον απονομής συντάξεως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως εργατικού ατυχήματος. Η μη εμπρόθεσμος εξόφλησις του ως άνω ποσού συνεπάγεται την ανέκκλητον απώλειαν του δικαιώματος. Β΄ α)Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ν’ αναγνωρισθή ως χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας τοιούτος εμπίπτων εις το από 1.2.1945 μέχρι 31.5.1963 εις ησφαλισμένους ασκήσαντας το ασφαλιζόμενον επάγγελμα αποδεδειγμένως, κατά την κρίσιν του Δ.Σ. του Ταμείου μη υπαχθέντος εις την ασφάλισιν ως μη κριθέντας υγιείς. β)Ωσαύτως δύναται ν’ αναγνωρισθή χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας εμπίπτων εις το από 1.9.1929 προκειμένου περί εφημεριδοπωλών και υπαλλήλων Ταμείου, 1.4.1932 δε προκειμένου περί υπαλλήλων Πρακτορείων και εφ’ εξής χρονικόν διάστημα, μη αναγνωρισθείς μέχρι της ισχύος της παρούσης, εις ασκήσαντας αποδεδειγμένως, κατά την κρίσιν του Δ.Σ. το επάγγελμα του εφημεριδοπώλου ή υπαλλήλου Πρακτορείων ή του Ταμείου εφ’ όσον τελούν εν ενεργώ ασφαλίσει κατά την ισχύν της παρούσης. γ)Αι περί ων αι ως άνω παρ. α΄ και β΄ υπηρεσίαι αναγνωρίζονται τη αιτήσει των ενδιαφερομένων υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της ισχύος της παρούσης. Δια της υπ’ αριθ. 55/3/6529 της 4/24 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 764), η ανωτέρω προθεσμία παρετάθη επί 3 μήνας από της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημ. Κυβερνήσεως. Η αναγνωρισθησομένη κατά τ’ ανωτέρω υπηρεσία υπόκειται εις εξαγοράν συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις του άρθρ. 5 του Κατ/κού περί εξαγοράς εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας εφαρμοζομένας αναλόγως εφ’ όσον δεν καταβλήθησαν εισφοραί ή καταβληθείσαι ανελήφθησαν». Αι Α΄-Β΄ μεταβατικαί διατάξεις, προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341). «Εξαιρετικώς οι υπό των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρ 11 προβλεπόμενοι πόροι του Ταμείου από του μηνός Απρ. 1972 μέχρι της 31ης Δεκ. 1973 δύνανται ν’ αποδίδωνται εις το Ταμείον υπό των υποχρέων μέχρι του τέλους του μεθεπομένου μηνός εκείνου εις τον οποίον ανάγονται». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 55/3/1005 της 30 Μαρτ./10 Απρ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 412) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Εξαιρετικώς οι υπό των παρ. 1, 2, 3 και 4 του Άρθρ.3.-«Παρά τω Ταμείω ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι κάτωθι: Ι.Εφημεριδοπώλαι 1.Άπαντες οι έχοντες ως κύριον επάγγελμα το του εφημεριδοπώλου εν Αθήναις Πειραιεί και Περιχώροις οι συμπληρώσαντες το 18ον έτος της ηλικίας των. «Εις την κατηγορίαν των εφημεριδοπωλών υπάγονται εφ’ εξής και οι συνοδοί εφημεριδοπωλών των υπό των εν Αθήναις πρακτορείων εφημερίδων αποστελλομένων εις τας επαρχίας εφημερίδων, περιοδικών κλπ. εντύπων άτινα υπόκεινται εις εισφοράν υπέρ του Ταμείου, εφ’ όσον πληρούν τας υπό της παρ. 2 του παρόντος προϋποθέσεις και των οποίων ο αριθμός δεν δύναται να είναι ανώτερος των 2 δι’ εκάστην των κάτωθι εξ Αθηνών εκπορευομένων συγκοινωνιακών γραμμών: α)Αθηνών-Τριπόλεως. β) « - Πατρών. γ) « - Λαρίσης. δ) « - Χαλκίδος. ε) « - Μεσογείων. Λαυρίου. Οι κατά τ’ ανωτέρω ασφαλιζόμενοι συνοδοί εφημεριδοπώλαι υποχρεούνται εις την καταβολήν των δια τους υπαλλήλους πρακτορείων καθωρισμένων εισφορών υπέρ του Ταμείου επί των τυχόν καταβαλλομένων αυτοίς υπό των πρακτορείων αποδοχών υπό οιανδήποτε μορφήν (έξοδα μετακινήσεως, εκτός έδρας, διανυκτερεύσεως κλπ.) πλέον των επί των πωλουμένων παρ’ αυτών φύλλων εφημερίδων, περιοδικών κλπ. καθωρισμένων εισφορών υπέρ του Ταμείου. Εις τα κατά την πρώτην εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως υπαχθησόμενα, δυνάμει ταύτης, πρόσωπα εις την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω δύνανται τη αιτήσει των, υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να αναγνωρισθή δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. προγενέστερος χρόνος υπηρεσίας μέχρι 10 το πολύ ετών, εφ’ όσον κατά βεβαίωσιν της οικείας επαγγελματικής Οργανώσεως ήσκησαν το επάγγελμα του συνοδού του εφημεριδοπώλου εις μίαν των προαναφερομένων συγκοινωνιακών γραμμών». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 61274/Σ. 465 της 22/28 Αυγ. 1967 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 531). 2.Θεωρείται ότι έχει τις το επάγγελμα του εφημεριδοπώλου και ασφαλίζεται ως τοιούτος υπό την ως άνω προϋπόθεσιν ότι ασκεί τούτο κατά κύριον επάγγελμα, εφ’ όσον πληρούνται και αι κάτωθι προϋποθέσεις: Σελ.900,02(α) Τεύχος 386-Σελ.140 α)Είναι εφωδιασμένος δι’ επαγγελματικού βιβλιαρίου εφ’ όσον απαιτείται τούτο κατά τας κειμένας διατάξεις δια την άσκησιν του επαγγέλματος. β)Πωλεί προσωπικώς έντυπα υποκείμενα εις εισφοράν, υπέρ του Ταμείου και κυκλοφορούντα δια των εν Αθήναις Πρακτορείων Εφημερίδων (εφημερίδας, περιοδικά κλπ.). γ)Παραλαμβάνει και παραδίδει τα ως άνω έντυπα παρά πάντων των αναλαβόντων την κυκλοφορίαν τούτων Πρακτορείων Εφημερίδων, είτε προσωπικώς είτε παρ’ ετέρων ησφαλισμένων παρά τω Ταμείω Εφημεριδοπωλών. «δ)πωλεί δια λογαριασμόν του 350 φύλλα Εφημερίδων και Περιοδικών ημερησίως». «3.α)Πας εφημεριδοπώλης υποχρεούται άμα τη υποβολή αιτήσεως εγγραφής του να δηλώση εγγράφως εις το Ταμείον την περιφέρειαν ή θέσιν εις ην ασκεί το επάγγελμά του καθώς και τας ώρας της εργασίας του Δ.Σ. δυναμένου να ζητή βεβαίωσιν της δηλώσεως ταύτης παρά της οικείας επαγγελματικής Οργανώσεως. β)Εν περιπτώσει αλλαγής της περιφερείας ή θέσεως υποχρεούται να δηλώση τούτο εγγράφως εις το Ταμείον εντός μηνός το αργότερον παρέχων συνάμα τα ως άνω καθοριζόμενα στοιχεία. γ)Μη υποβολή της δηλώσεως της αλλαγής περιφερείας ή θέσεως δύναται να συνεπάγεται την στέρησιν των πάσης φύσεως παροχών εις χρήμα δια χρονικόν διάστημα 1-6 μηνών κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου και την μη αναγνώρισιν ως συνταξίμου του χρόνου από της αλλαγής θέσεως μέχρι της υποβολής της δηλώσεως». Το εδάφ. δ΄ της παρ. 2 και η παρ. 3, ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) «Από της πρώτης του τρίτου μετά την δημοσίευσιν της παρούσης μηνός, έκαστος εφημεριδοπώλης υποχρεούται να υποβάλη εις το Ταμείον μέχρι της δεκάτης
(10)το πολύ εκάστου μηνός δελτίον εμφαίνον το κατά τον προηγούμενον μήνα παραδοθέν παρ’ αυτού ημερησίως εις έκαστον Πρακτορείον ποσόν δι’ αξίαν των πωληθεισών παρά του ιδίου και υποκειμένου εις εισφοράν υπέρ του Ταμείου εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων. Εν περιπτώσει μη υποβολής του δελτίου εντός της ως άνω προθεσμίας ο χρόνος εις ον ανάγεται τούτο θεωρείται αδικαιολόγητος διακοπή της ασκήσεως του επαγγέλματος μη αναγνωριζόμενος ως συντάξιμος. Ο τύπος του δελτίου, ως και πάσαι αναγκαίαι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του, καθορισθήσονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ.». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 25116/Σ. 268 της 7/21 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 215). ΙΙ.-Υπάλληλοι Πρακτορείων Εφημερίδων 4.Οι εν Αθήναις και Πειραιεί τακτικοί έμμισθοι υπάλληλοι των εν Αθήναις και Πειραιεί Πρακτορείων Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου οι συμπληρώσαντες το 18ον έτος της ηλικίας των. 5.Υπάλληλοι Πρακτορείων Εφημερίδων ασφαλιζόμενοι κατά τας διατάξεις του παρόντος παρά τω Ταμείω θεωρούνται οι τακτικοί υπάλληλοι οι κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενοι με την εξυπηρέτησιν της κυκλοφορίας των δια του πρακτορείου παρ’ ω υπηρετούν κυκλοφορουσών εφημερίδων, περιοδικών βιβλίων και λοιπών υποκειμένων εις εισφοράν υπέρ του Ταμείου εντύπων. «6.Το τακτικόν επί μισθώ υπηρετικόν προσωπικόν (κλητήρες και καθαρίστριαι) των Πρακτορείων Εφημερίδων». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 11101/ Υ.109 της 15 Φεβρ. /10 Μαρτ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. ΙΙΙ.Υπάλληλοι Ταμείου 7.«Οι μόνιμοι υπάλληλοι και οι κλητήρες του Ταμείου». Η ανωτέρω παράγραφος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 11101/Υ. 109 της 15 Φεβρ./ 10 Μαρτ. 1955 απόφ. Υπ. Εργασίας. IV.Προαιρετικώς ησφαλισμένοι «8.Ασφαλισμένος του Κλάδου Σύνταξης του Ταμείου που έχασε την ιδιότητα του υποχρεωτικά ασφαλισμένου, έχει τη δυνατότητα, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, να συνεχίσει προαιρετικά, την ασφάλισή του σ’ αυτόν, εφόσον: α)Έχει πραγματοποιήσει 15 χρόνια στην ασφάλιση του Ταμείου. β)Έχει διακόψει αποδεδειγμένα την υποχρεωτικά ασφαλιστέα στο Ταμείο εργασία του. γ)Δεν εργάζεται σε εργασία ασφαλιστέα σε οποιοδήποτε Ταμείο Κύριας Ασφάλισης. δ)Δεν είναι ανάπηρος, σε ποσοστό ικανό να θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης λόγω αναπηρίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ταμείου. Η μη ύπαρξη της αναπηρίας αποδεικνύεται με απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου, στην οποία παραπέμπεται ο ασφαλισμένος μετά την υποβολή της αίτησης για συνέχιση της ασφάλισής του, προαιρετικά ε)Υποβάλει αίτηση μέσα σε ένα χρόνο από τη διακοπή της εργασίας του. Η συνέχιση προαιρετικά της ασφάλισης, εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αρχίζει από την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης και λήγει: α)Από την πρώτη του επόμενου μήνα, εκείνου της υποβολής της αίτησης διακοπής. β)Από την ημέρα ανάληψης εργασίας ασφαλιστέας σε οποιοδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης. γ)Όταν συμπληρωθούν οι ελάχιστες χρονικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, με βάση τη νομοθεσία του Ταμείου. δ)Όταν καθυστερήσει η καταβολή των ανάλογων εισφορών πέραν του εξαμήνου από τότε που έγιναν απαιτήσεις, οπότε και χάνεται οριστικά το δικαίωμα του ασφαλισμένου για συνέχιση προαιρετικά της ασφάλισης. ε)Με το θάνατο του ασφαλισμένου. Ο προαιρετικά ασφαλισμένος υποχρεούται στην καταβολή μηνιαίων εισφορών που είναι ίσες με το 20% των αποδοχών που προβλέπει η 3η κλίμακα της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των Υπαλλήλων-μελών της Ένωσης Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών που ισχύει κατά την ημερομηνία διακοπής της εργασίας, για εργαζόμενο 25 χρόνια Υπηρεσίας. Οι εισφορές αυτές θα αναπροσαρμόζονται κάθε φορά που θα αυξάνονται τα ποσά της παραπάνω Σ.Σ.Ε. Οι εισφορές καταβάλλονται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου στο οποίο αντιστοιχούν σε περίπτωση δε καθυστέρησης καταβολής, εφαρμόζεται η νομοθεσία του Ταμείου που αφορά τις εισφορές για την υποχρεωτική ασφάλιση. Εισφορές που καταβλήθηκαν μέχρι την για οποιονδήποτε λόγο διακοπή της προαιρετικής ασφάλισης δεν επιστρέφονται, όσες δε καταβλήθηκαν μετά την διακοπή, επιστρέφονται άτοκα. Ο χρόνος της προαιρετικής ασφάλισης, μετά την καταβολή των ανάλογων εισφορών εξομοιούται με αυτόν της υποχρεωτικής ασφάλισης για κάθε συνέπεια». Η μέσα σε « » παρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ.55/2035/5-10 Οκτ. 1998 (ΦΚ Β΄ 1095), Απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 9.(Κατηργήθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 25116/Σ. 268 της 7/21 Μαΐου 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας, ΦΕΚ Β΄ 215). (Αντί για τη σελ. 901(δ) Σελ. 901(ε) Τεύχος 1325 Σελ. 13 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ 10.Αι Οργανώσεις των εφημεριδοπωλών προκειμένου περί εφημεριδοπωλών και τα οικεία Πρακτορεία προκειμένου περί Υπαλλήλων Πρακτορείων, υποχρεούνται ν’ αναγγέλουν εις το Ταμείον την εγγραφήν εις την οικείαν Οργάνωσιν ή την πρόσληψιν παντός νέου προσώπου εντός μηνός από της εγγραφής ή της προσλήψεώς του. «11.Η ιδιότης των ησφ/νων πάσης κατηγορίας κατά τας διατάξεις του παρόντος αποδεικνύεται εκ του ατομ. βιβλιαρίου χορηγουμένου παρά του Ταμείου. 12.Εντός του τελευταίου μηνός εκάστου έτους οι ησφ/νοι εφημ/λαι και υπάλληλοι Πρακτορείου υποχρεούνται να υποβάλουν εις το Ταμείον την υπό του Νόμ. 105/69 προβλεπομένην υπεύθυνον δήλωσιν βεβαίωσιν εξ ης να προκύπτη, ότι ήσκησαν το ασφαλιζόμενον επάγγελμα ως κύριον καθ’ όλη την διάρκειαν του έτους ως και παν έτερον αναγκαίον στοιχείον σχέσιν έχον με την επαγγελματικήν και ασφαλιστικήν κατάστασίν του, καθοριζόμενον δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. Η βεβαίωσις αύτη δέον να είναι θεωρημένη δια το αληθές του περιεχομένου της υπό της οικείας επαγγελματικής Οργανώσεως των ησφαλισμένων. Η μη υποβολή της προαναφερομένης υπευθύνου δηλώσεως εντός της ως άνω τασσομένης προθεσμίας συνεπάγεται την προσωρινήν διακοπήν της ασφαλίσεως. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως υποβολής ταύτης πέραν των τριών μηνών διακόπτεται οριστικώς η ασφάλισις, επανακτωμένη κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου εφ’ όσον κατά την ανέλεγκτον κρίσιν του Δ.Σ. η μη υποβολή της περί ης πρόκειται υπευθύνου δηλώσεως-βεβαιώσεως οφείλεται εις σοβαρούς λόγους δικαιολογούντος την καθυστέρησιν». Αι παρ. 11-12 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341). 13.Η κρίσις περί του χαρακτηρισμού ως ασφαλιστέου παρά τω Ταμείω προσώπου τινός πασών των κατηγοριών επί τη βάσει των υπό των ανωτέρω διατάξεων του παρόντος οριζομένων στοιχείων απόκειται εις το Δ.Σ. του Ταμείου, το οποίον δύναται να προσφύγη εις παν κατά την κρίσιν του έτερον πρόσφορον μέτρον εκτός των υπό του παρόντος καθοριζομένων, προς μόρφωσιν γνώμης και προάσπισιν των συμφερόντων του Ταμείου. 14)«Ως περίχωρα εν τη εννοία των Νόμ. 4434 και 5376 καθορίζονται οι Συνοικισμοί οι περιλαμβανόμενοι εντεύθεν της κάτωθι περιμετρικής ζώνης Αθηνών-Πειραιώς: Παλαιόν Φάληρον, Γλυφάδα, Βουλιαγμένη, Βάρκιζα, Αγία Παρασκευή, Πεντέλη, Διόνυσος, Δροσιά, Νέα Λιόσια, Χαϊδάρι, Πέραμα, Ναύσταθμος, Σαλαμίς, Πειραιεύς, Νέον Φάληρον, Σελ. 902(ε) Τεύχος 1325 Σελ. 14 Παλαιόν Φάληρον». Το άρθρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56275/1/54 της 31 Μαΐου /31 Ιουλ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας, η δε παρ. 14 ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 19901/Σ. 289 της 5/17 Απρ. 1962 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 133). «Ο χρόνος της υποχρεώσεως υποβολής του καθιερωθέντος δελτίου εφημεριδοπωλών ο καθορισθείς δια της προστεθείσης διατάξεως εν τέλει της παρ. 3 του άρθρ. 3 του Καταστατικού δυνάμει της υπ’ αριθ. 25116/Σ. 268/1963 (ΦΕΚ 215/1963 τεύχος Β΄.) αποφάσεως Υπουργού Εργασίας ορίζεται η 1η Σεπτ. 1964, αντί του υπό ταύτης οριζομένου». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 66176/6.643 της 29 Σεπτ. /3 Νοεμ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 488). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Προϋποθέσεις εγγραφής ησφαλισμένων άρθρ. 11 του Καταστατικού προβλεπόμενοι πόροι του Ταμείου (Κλάδος Συντάξεων) επί μίαν διετίαν από της ισχύος της παρούσης, δύνανται να αποδίδωνται εις το Ταμείον υπό των υποχρέων μέχρι του τέλους του μεθεπομένου μηνός εκείνου εις τον οποίον ανάγονται». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 55/3/3203 της 29 Αυγ./11 Σεπτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 876) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Εις τους ανωτέρω πόρους περιλαμβάνονται και οι πόροι υπέρ του κλάδου «Ασθενείας». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσέτεθη δια της υπ’ αριθ. 405/55 της 31 Ιαν./10 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 146) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Εξαιρετικώς οι υπό των παρ. 1 έως και 4 του άρθρ. 11 του Καταστατικού (Κλάδος Συντάξεων), του άρθρ. 2 του Νόμ. 1601/1950 (Κλάδος Προνοίας) και του άρθρ. 5 παρ. 2 περ. α΄ έως και γ΄ (Κλάδος Ασθενείας) προβλεπόμενοι πόροι του Ταμείου από 1.10.1976 έως και της 30.9.1978 δύνανται να αποδίδωνται εις τούτο παρά των υποχρέων μέχρι του τέλους του μεθεπομένου μηνός, εκείνου εις τον οποίον ανάγονται». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 55/3/3052 της 22 Ιουλ./11 Αυγ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1021) αποφάσεως Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. «Επί των ήδη καταβαλλομένων υπό του Ταμείου συντάξεων ως και δια την εφαρμογήν των μη εισέτι εκτελεσθεισών Σ.Σ.Ε. δια τον καθορισμόν των συνταξίμων αποδοχών, έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρούσης». Η μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από (Αντί για τη σελ. 919(θ) Σελ. 919(ι) Τεύχος 1325 Σελ. 21 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ την παρ. 3 της Β2/55/3/2637/24 Νοεμ.-4 Δεκ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 1073) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Αι ήδη καταβαλλόμεναι υπό του Ταμείου συντάξεις, αι υπολογισθείσαι βάσει των διατάξεων του άρθρ. 6 παρ. 1, αναπροσαρμόζονται βάσει των διατάξεων της παρούσης, από 1ης Μαΐου 1980». Η άνω μέσα σε « » μεταβατική διάταξη προστέθηκε από την Β2/55/3/516/10-19 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 268). «Αναγνωρίζεται μέχρις ενός έτους χρόνος ασφάλισης στους Εφημεριδοπώλες, υπαλλήλους πρακτορείων και συνταξιούχους του Ταμείου που σήμερα έχει απωλεσθεί, με στοιχεία για το χρόνο αυτό που υπάρχουν στην Υπηρεσία του Ταμείου και για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές. Αιτήσεις για την αναγνώριση του χρόνου έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν στο Ταμείο οι ενδιαφερόμενοι εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 2 μηνών από της δημοσίευσης της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η άνω μέσα στα « » μεταβατική διάταξη προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ. 55/2228/5-13 Σεπτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 677) απ. Υπ. Υγείας. Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 18 του Καταστατικού του Ταμείου, έχουν εφαρμογή και για τους ήδη συνταξιούχους του Ταμείου». Η άνω μέσα σε « » μεταβατική διάταξη προστέθηκε από την παρ. 2 της με αριθμ. Φ.55/1852/29 Νοεμ.-20 Δεκ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 1044), αποφ. Υπ. Εργασίας και Κοινων. Ασφαλίσεων Άρθρ.4.-«1.Δέον να εγγραφή τις, ως ησφαλισμένος παρά τω Ταμείω δέον να πληροί τας υπό του άρθρ. 3 του Καταστατικού καθοριζομένας προϋποθέσεις, προσέτι δε: α)Να υποβάλη αίτησιν υπογεγραμμένην παρ’ αυτού και συνοδευομένην υπό ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, ελλείψει δε τοιαύτης πιστοποιητικού αρμοδίας αρχής, εξ ης να εμφαίνηται η εν τοις Μητρώοις Δήμου τινός ή Κοινότητος εγγραφή του και το έτος γεννήσεως. β)«Να κριθή ικανός δια την άσκησιν του επαγγέλματός του παρά της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 2664/Σ. 15 της 19/16 Φεβρ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 108). 2.Η ιδιότης του αιτούντος ασφάλισιν αποδεικνύεται προκειμένου περί εφημεριδοπωλών δια πιστοποιητικού εκδιδομένου υπό της οικείας επαγγελματικής Οργανώσεως Εφημεριδοπωλών, προκειμένου περί υπαλλήλων Πρακτορείων δια πιστοποιητικών εκδιδομένων υπό της Διευθύνσεως της Επιχειρήσεως και της οικείας Επαγγελματικής Οργανώσεως και προκειμένου περί υπαλλήλων του Ταμείου εκ της εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως της πράξεως του διορισμού των. 3.Οι εκ των ησφαλισμένων παρά τω Ταμείω έγγαμοι ή προστάται γονέων και αδελφών υποχρεούνται να συνυποβάλουν συν τοις ανωτέρω και πιστοποιητικόν της οικείας Αρχής εμφαίνων την οικογενειακήν κατάστασιν αυτών, να γνωστοποιώσι δε τω Ταμείω τας εκάστοτε επερχομένας μεταβολάς της οικογενειακής των καταστάσεως, εφ’ όσον αύται έχουν σχέσιν με τας υπό του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένας παροχάς. 4.Το Δ.Σ. του Ταμείου υποχρεούται να παραπέμψη τον αιτούντα ασφάλισιν εντός μηνός από της υποβολής της αιτήσεως εγγραφής, μεθ’ απάντων των δικαιολογητικών εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν του Ταμείου προς εξέτασιν, ήτις υποχρεούται να αποφανθή εντός μηνός από της ημέρας της διαβιβάσεως της σχετικής αιτήσεως του ενδιαφερομένου εις αυτήν. Εν περιπτώσει ελλείψεως δικαιολογητικών εκ των αναγκαίων δια την θεμελίωσιν δικαιώματος ασφαλίσεως το Ταμείον θα ειδοποιεί αμελλητί τον ενδιαφερόμενον ίνα συμπληρώση ταύτα. Αι κατά το δεύτερον εδάφιον προθεσμίαι άρχονται από της συμπληρώσεως των δικαιολογητικών. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο ενδιαφερόμενος δεν προσέλθη αδικαιολογήτως προς εξέτασιν παρά της Υγειονομικής Επιτροπής κατά την ορισθείσαν ημέραν, υποχρεούται ούτος να καταβάλη πάσαν παραγματοποιηθείσαν δαπάνην συνεπεία της μη προσελεύσεώς του. «Εάν εντός 6 μηνών από της υποβολής της αιτήσεως δεν προσκομισθούν άπαντα τ’ απαιτούμενα δικαιολογητικά και δεν έχη εκδοθή απόφασις της Υγειονομικής Επιτροπής υπαιτιότητι του ενδιαφερομένου, η αίτησις απορρίπτεται, θεωρουμένη ως μηδέποτε υποβληθείσα». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 2664/Σ. 15 της 19/26 Φεβρ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 108). 5.Το Δ.Σ. του Ταμείου, δύναται δι’ αποφάσεώς του να αξιοί παρά των ησφαλισμένων την προσαγωγήν και ετέρων, εκτός των δια του παρόντος οριζομένων εγγράφων ή άλλων στοιχείων δια την μόρφωσιν γνώμης επί παντός σχετιζομένου, με τον ησφαλισμένον και τα συμφέροντα του Ταμείου, ζητήματος». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄. Συντάξιμος Υπηρεσία Άρθρ.5.-«Η συντάξιμος υπηρεσία διακρίνεται: α)Εις τον χρόνον πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. β)Εις τον χρόνον της αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας. «2.Ως χρόνος πραγματικής στην ασφάλιση του Ταμείου υπηρεσίας θεωρείται: α.Ο από την σύσταση του Ταμείου (29 Αυγ. 1929 για τους Εφημεριδοπώλες και 6 Απρ. 1932 για τους Υπαλλήλους Πρακτορείων) και μετά χρόνος άσκησης του επαγγέλματος. Η ασφάλιση αρχίζει από την ημέρα απασχόλησης και καταβολής εισφορών υπέρ του Ταμείου, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στην ασφάλιση για όσους υπαχθούν στην ασφάλιση του Ταμείου από την ημερομηνία ισχύος της διάταξης αυτής και μετέπειτα». Η περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 55/2228/5-13 Σεπτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 677) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Ο χρόνος διακοπής της ασκήσεως του επαγγέλματος λόγω ασθενείας μέχρις ενός έτους συνεχώς ή διακεκομμένως κατά την διάρκειαν της ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω εφ’ όσον και δι’ όσον εκ τούτου χρόνου ο ησφαλισμένος έτυχεν επιδόματος ασθενείας παρά του Κλάδου Υγιεινής και Περιθάλψεως. γ)Ο χρόνος της εν τω στρατώ υποχρεωτικής εφεδρικής υπηρεσίας εφ’ όσον αύτη εμπίπτει εις τον μετά την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω χρόνον και εφ’ όσον εντός τριμήνου
(3)από της απολύσεώς του εκ των τάξεων του στρατού αναλάβη εκ νέου την άσκησιν ασφαλιζομένου παρά τω Ταμείω επαγγέλματος ως και ο κατά τας διατάξεις της οικείας νομοθεσίας αναγνωριζόμενος χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας ως παλαιού πολεμιστή και εφ’ όσον εξαγορασθούν κατά τα κατωτέρω υπό των παρ. 4 και 5 του παρόντος οριζόμενα. Δεν αναγνωρίζεται η εν τω στρατώ αναγκαστική υπηρεσία λόγω ανυποταξίας ή άλλης ποινής ως και η τοιαύτη ησφαλισμένων υποβαλόντων εις το παρελθόν αίτησιν αναγνωρίσεως και εξαγοράς και μη καταβαλλόντων εν όλω ή εν μέρει εμπροθέσμως το καθορισθέν ποσόν εξαγοράς. (Αντί για τη σελ. 902,01(η) Σελ. 902,01(θ) Τεύχος 1325 Σελ. 15 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.1γ Δεν υπόκειται εις εξαγοράν εκ της κατά τ’ ανωτέρω αναγνωριζομένης υπηρεσίας εκείνη δι’ ην κατεβλήθησαν εισφοραί υπέρ του Ταμείου. δ)Ο χρόνος υπαγωγής εν τη ασφαλίσει παρ’ εταίροις Ασφαλιστικοίς Οργανισμοίς κυρίας ασφαλίσεως συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61 «περί διατηρήσεως των εκ της Κοινωνικής Ασφαλίσεως δικαιωμάτων εις περιπτώσεις μεταβολής ασφαλιστικού φορέως» ως και η υπηρεσία παρά τω Δημοσίω υφ’ οιονδήποτε νομικήν σχέσιν εφ’ όσον δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεως παρ’ αυτού ή ετέρου Οργανισμού. ε)Δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος βάσει των διατάξεων του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 18 του Καταστατικού, συνυπολογίζεται μέχρι συμπληρώσεως του εν αυτοίς οριζομένου συνταξίμου χρόνου και ο τοιούτος καθ’ ον ο ησφαλισμένος εδικαιώθη συντάξεως λόγω αναπηρίας εντός της τελευταίας προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας δεκαετίας. Ωσαύτως συνυπολογίζεται κατά το ήμισυ ο αυτός χρόνος προ της τελευταίας ως άνω δεκαετίας από της ισχύος της παρούσης. «Δια τους μέχρι της ισχύος της παρούσης ησφαλισμένους πασών των κατηγοριών λογίζεται ως στρατιωτική υπηρεσία η καθ’ οιονδήποτε τρόπον αναγνωρισθείσα και εξαγορασθείσα τοιαύτη μέχρι της ισχύος της παρούσης, συνεχιζομένης της καταβολής των καθορισμένων δόσεων εν περιπτώσει μη ολοσχερούς εξοφλήσεώς της». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 55/5024 της 7/18 Μαΐου 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 341). 3)Ως χρόνος προϋπηρεσίας λογίζεται η δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου αναγνωρισθείσα και εξαγορασθείσα προϋπηρεσία κατ’ εφαρμογήν των προϊσχυουσών διατάξεων. 4)Η αναγνώρισις και εξαγορά της κατά τας διατάξεις του εδάφ. γ΄ της παρ. 2 του παρόντος στρατιωτικής υπηρεσίας πραγματοποιείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, συνοδευομένη απαραιτήτως υπό των αναγκαίων δικαιολογητικών εξ ων να προκύπτη η ως άνω υπηρεσία. Αιτήσεις μη συνοδευόμεναι υπό των ως άνω δικαιολογητικών δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν. 5α)Το ποσόν της εξαγοράς της ως άνω στρατιωτικής υπηρεσίας καθορίζεται εις ποσοστόν ίσον προς 5% επί των κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 του Καταστατικού συνταξίμων αποδοχών των αντιστοιχουσών εις την κατά την ημέραν της υποβολής αιτήσεως πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν προκειμένου περί εφημεριδοπωλών των καταβαλλομένων δε αποδοχών προκειμένου περί υπαλλήλων. β)Η εξόφλησις του ποσού της εξαγοράς ενεργείται ατόκως εφ’ άπαξ ή δια μηνιαίων δόσεων, ων ο αριθμός καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δεν δύναται δε να είναι ανώτερος των 36. Σελ. 902,02(θ) Τεύχος 1325 Σελ. 16 Εν περιπτώσει επελεύσεως ασφαλιστικής περιπτώσεως προς της ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς ανεγνωρισμένης προϋπηρεσίας ή στρατιωτικής υπηρεσίας, το υπόλοιπον της οφειλής παρακρατείται ατόκως εκ της μηναίας συντάξεως των δικαιούχων και εν περιπτώσει θανάτου αυτών, παρά των δικαιοδόχων τούτων δια δόσεων, ων ο αριθμός, καθοριζόμενος δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. δεν δύναται να είναι ανώτερος των 36, εν ουδεμιά περιπτώσει μέιζων του 1/4 της συντάξεως. Εκάστη των κατά τ’ ανωτέρω δόσις εξαγοράς είναι καταβλητέα μέχρι της 15ης εκάστου μηνός. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεώς τινος πλέον των 6 μηνών το υπολειπόμενον χρονικόν διάστημα της μη εξαγορασθείσης υπηρεσίας δεν αναγνωρίζεται. 6)Αι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και επί των υπό συνταξιοδότησιν κατά την ισχύν της παρούσης τελούντων ησφαλισμένων ή δικαιοδόχων αυτών ων η εκδίκασις των αιτήσεων περί συνταξιοδοτήσεώς των εκκρεμεί εισέτι. 7)Χρόνος συνταξίμου υπηρεσίας μέχρι και του 6ου μηνός δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν, πέραν δε των 6 μηνών λογίζεται ως έτος συμπεπληρωμένον. Δι’ έκαστον έτος πλήρους απασχολήσεως οι ησφαλισμένοι λογίζεται ότι επραγματοποίησαν 300 ημέρας πραγματικής υπηρεσίας ή 25 δι’ έκαστον μήνα. 8.Αι αποφάσεις του Δ.Σ. περί εγγραφής των ησφαλισμένων εις το Ταμείον ως και αι τοιαύται δι’ ων καθορίζεται ο χρόνος της συνταξίμου υπηρεσίας των ησφαλισμένων, ως και αι απορριπτικαί τοιαύται υπόκεινται εφ’ άπαξ εις αναθεώρησιν τη αιτήσει του ησφαλισμένου ή οίκοθεν υπό του Ταμείου εντός έτους από της κοινοποιήσεώς των εις τους ενδιαφερομένους». Το άρθρ. 5 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 3275/Σ.17 της 8/13 Φεβρ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 55) και υπ’ αριθ. 2664/Σ. 15 της 19/26 Φεβρ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 108) απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 61274/Σ. 465 της 22/28 Αυγ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 531). 39.Ι.ζ.1γ Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) «Ησφαλισμένοι ή συνταξιούχοι απωλέσαντες το δικαίωμα εξαγοράς αναγνωρισθείσης στρατιωτικής υπηρεσίας συνεπεία μη καταβολής των καθορισθεισών δόσεων, δύνανται, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να αιτήσωσι τον επανακαθορισμόν του ποσού της εξαγοράς βάσει των συνταξίμων αποδοχών της ημέρας υποβολής της νέας αιτήσεως εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των οικείων διατάξεων του παρόντος άρθρου». Τα ανωτέρω εντός « » προσετέθησαν ως μεταβατική διάταξις δια της υπ’ αριθ. Φ. 35/3/ 16170 της 15 Δεκ. 1969/15 Ιαν. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 18). Συντάξιμοι αποδοχαί Άρθρ.6.-«1.Ως συντάξιμες αποδοχές, για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης των ασφαλισμένων του ταμείου, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των κατωτάτων ορίων των βασικών μισθών των τελευταίων 36 μηνών, που καθορίζονται, με βάση τα χρόνια ασφάλισης, από την 3η μισθολογική κλίμακα της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων – μελών της Ενώσεως Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, που απασχολούνται σε εφημερίδες – μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών» η οποία ισχύει κατά το χρόνο διακοπής της εργασίας κάθε ασφαλισμένου». Το μέσα σε « » πρώτο εδάφ. αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ55/1022/30 Μαΐου11 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 444) απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Προκειμένου περί της κατηγορίας των υπαλλήλων πρακτορείων, ο ούτω εξευρισκόμενος μέσος όρος δεν δύναται να είναι ανώτερος των πράγματι καταβαλλομένων και υποκειμένων εις εισφοράς μισθών. Δια την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης παραγράφου δεν υπολογίζονται αι έτεραι πάσης φύσεως προσαυξήσεις εξ οιασδήποτε αιτίας, ως και το επίδομα αδείας». Η παρ. 1, όπως είχε αντικατασταθεί τελευταία από την παρ. 1 της Β2/55/3/2637/24 Νοεμ.-4 Δεκ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 1073) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αντικαταστάθηκε ως άνω από την Β2/55/3/516/10-19 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 268) όμοια. 2.Δια την κατηγορίαν των ησφαλισμένων υπαλλήλων του Ταμείου, ως συντάξιμοι αποδοχαί λογίζονται αι αποδοχαί του προηγουμένου μηνός της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως. 3.Ο, κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, υπολογιζόμενος μέσος όρος, στρογγυλοποιείται εις ακεραίας δραχμάς, των λεπτών μέχρι μεν πεντήκοντα παραλειπομένων, των πεντήκοντα δε και άνω λογιζομένων ως ακεραίας δραχμής. «4.Σε περίπτωση αύξησης των κατωτάτων ορίων των βασικών μισθών, που προβλέπει η 3η κλίμακα της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που ορίζεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, η αύξηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου αυτού, από την ημερομηνία ισχύος της Σ.Σ.Ε., με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου. Σε καμμία περίπτωση το ποσό της σύνταξης νεοεξερχόμενου συνταξιούχου δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ποσού της σύνταξης παλαιότερου συνταξιούχου με τα ίδια χρόνια υπηρεσίας και τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές». Η μέσα σε « » παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ55/2542/2-23 Δεκ. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 1273) απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, δύναται να αναστέλληται η εφαρμογή της οικείας Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας εν όλω ή εν μέρει εφ’ όσον χρόνον δεν υφίσταται οικονομική ευχέρεια του Ταμείου. Εν περιπτώσει πλήρους αναστολής της εφαρμογής της οικείας Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας θα εφαρμόζεται η προϊσχύουσα τοιαύτη». Αι παρ. 1-5 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 55/3/2056 της 5/18 Αυγ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 604) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 55/3/3793 της 9/18 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1018). 6.Προκειμένου περί των υπαλλήλων Πρακτορείων, ως υπηρεσία, δια τον υπολογισμόν του εις ταύτην αντιστοιχούντος κατωτάτου ορίου μισθού κατά τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης συλλογικής συμβάσεως άρρενος προσωπικού γραφείων ιδιωτικών επιχειρήσεων λογίζεται η υπό της σχετικής νομοθεσίας αναγνωριζομένη τοιαύτη, δια τον προσδιορισμόν της οποίας έκαστος ησφαλισμένος υποχρεούται να υποβάλη εις το Ταμείον τα κάτωθι δικαιολογητικά εντός προθεσμίας 6 μηνών από της δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου υπαγωγής του εις την ασφάλισιν ή της επανασφαλίσεώς του: α)Υπεύθυνον δήλωσιν εις ην ν’ αναφέρεται το σύνολον της πραγματοποιηθείσης ομοειδούς προϋπηρεσίας εις πάσης φύσεως επιχειρήσεις. β)Πάσας τας αναγκαίας βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, εξ ων να προκύπτει η κατά τ’ αν