← Ελλάδα

1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Του Ταμείου Συντάξεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής. (Το Ταμείον τούτο συνεστήθη δια της διχοτομίσεως του Ταμ

Εν συντομία

Αυτό το καταστατικό αφορά το Ταμείο Συντάξεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής, καθορίζοντας τη διοίκησή του και τους δικαιούχους συντάξεως.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Του Ταμείου Συντάξεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής. (Το Ταμείον τούτο συνεστήθη δια της διχοτομίσεως του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος, δυνάμει του ανωτ. εν σελ. Ν.Δ. 2626/1953, ως καταστατικόν δε αυτού εχρησιμοποιήθη το υπάρχον καταστατικόν του διχοτομηθέντος ταμείου, το εγκριθέν δια της υπ’ αριθ. 21545 της 6/13 Ιουλ. 1927 (ΦΕΚ Παράρτ. 174) ως είχε τροποποιηθή μέχρι του Οκτ.
  2. Κατωτέρω παρατίθεται τούτο, ως ετροποποιήθη έκτοτε ειδικώς ως Ταμείον Συντάξεως Προσωπικού των Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής). Άρθρ.1.-«1.Το εν Αθήναις εδρεύον Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής, αποτελούν ίδιον Νομικόν Πρόσωπον, διοικείται παρά «εννεαμελούς» Διοικητικού Συμβουλίου, απαρτιζομένου: α)Εκ του Διοικητού ή Υποδιοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος ως Προέδρου, του αναπληρωτού του οριζομένου υπό της Διοικήσεώς της. β)Εξ ενός

(1)ανωτέρου ή ανωτάτου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας, ως Αντιπροέδρου. «γ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος ησφαλισμένου παρά τω Ταεμίω ως εκπροσώπου ταύτης και ενός εκπροσώπου της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης, οριζομένων μετά των αναπληρωτών των, υπό της Δικοικήσεως εκάστης Τραπέζης». Η εντός « » λέξις και το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 81942/4052 της 17/26 Νοεμ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 795) αποφ. Υπ. Εργασίας. δ)Εκ τεσσάρων
(4)αντιπροσώπων των ησφαλισμένων εξ ων τρεις
(3)εκ των υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος και είς
(1)εκ των υπαλλήλων της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης. ε)Εξ ενός αντιπροσώπου των συνταξιούχων. 2.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου, πλην των υπό στοιχ. α΄ και γ΄ , διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών), υποβαλλομένου υπό του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής του ανωτέρω πίνακος, ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων κατά την κρίσιν του. 3.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελούν είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας οριζόμενος δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας και είς υπάλληλος υπηρετών εις το Ταμείον, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού». Το άρθρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16730/Ε225 της 17 Φεβρ./6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Εργασίας. «4.Η Υπηρεσία του Ταμείου, διεξάγηται υπό υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης. Η Νομική Υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται υπό των νυν υπηρετούντων Δικηγόρων, μετά δε την αποχώρησιν τούτων υπό Δικηγόρων της Τραπέζης της Ελλάδος ή της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης». Η παρ. 4 προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. άρθρ. 7 συνταξιούχου, η συζευχθείσα μετ’ αυτού προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας, εφ’ όσον έχει έγγαμον βίον ενός τουλάχιστον έτους προ του θανάτου του συζύγου της. Γ)Η χήρα του κατά τας λοιπάς περιπτώσεις του άρθρ. 7 συνταξιούχου ή συζευχθείσα μετ’ αυτού μετά την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας εφ’ όσον έχει έγγαμον βίον δύο τουλάχιστον ετών προ του θανάτου του συζύγου της. «Δ.α)Τα μη συμπληρώσαντα το 20όν έτος της ηλικίας των εκ νομίμου γάμου γνήσια νομιμοποίητα εξώγαμα, είτε δι’ επιγενομένου γάμου μετά της μητρός των, είτε δια δικαστικής αποφάσεως τέκνα, ως και τα φυσικά τοιαύτα του μετά πενταετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ων η συνταξιοδότησις παύει οπωσδήποτε άμα τη συμπληρώσει του 20ου έτους της ηλικίας των, ή προ ταύτης, άμα τη τελέσει του γάμου των. «β)Οι από νόμιμο γάμοι γνήσιοι, νομιμοποίητοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, εξώγαμοι άγαμοι υιοί, που δεν έχουν συμπληρώσει τα 21 έτη της ηλικίας τους, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί εξακολουθούν τις σπουδές τους σε ανεγνωρισμένες από το Κράτος Σχολές του Εσωτερικού ή σε αντίστοιχες Σχολές του Εξωτερικού, καθώς και οι άγαμες θυγατέρες ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 έτη συντάξιμη υπηρεσία, των οποίων η συνταξιοδότηση παύει, των μεν θυγατέρων, με την τέλεση του γάμου τους, των δε υιών με την συμπλήρωση των 21 ετών της ηλικίας τους ή των 25 ετών της ηλικίας τους εφόσον εξακολουθούν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα παραπάνω ή και πριν από τη συμπλήρωση των παραπάνω ηλικιών, με την τυχόν τέλεση γάμου. Η σύνταξη της άγαμης θυγατέρας, μετά την συμπλήρωση των 21 ετών της ηλικίας της περικόπτεται, κατά το ποσό που αυτή μαζί με τα εισοδήματά της από όλες τις άλλες πηγές, υπερβαίνει την κάθε φορά σύνταξη του 30ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, αναστέλλεται δε η συνταξιοδότησή της εφόσον και για όσο χρόνο τα εισοδήματά της από κάθε πηγή εκτός από την σύνταξή της από το Ταμείο, είναι ίσα ή ανώτερα από το ποσό της σύμφωνα με τα παραπάνω συντάξεως του 30ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Εφόσον η αναστολή της συνταξιοδότησης υπερβεί τα δύο έτη χάνεται οριστικά το δικαίωμά της για σύνταξη. γ)Οι γνήσιοι από νόμιμο γάμο άγαμοι υιοί καθώς και οι σύμφωνα με τα παραπάνω νομιμοποίητοι εξώγαμοι άγαμοι υιοί που συμπλήρωσαν μεν τα 21 έτη της ηλικίας τους αλλά είναι οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανοι για οποιαδήποτε εργασία κατά την ημέρα του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 ετών συντάξιμη υπηρεσία εφόσον κατά την κρίση του Δ. Συμβουλίου στερούνται άλλης προστασίας ή αξιολόγων περιουσιακών στοιχείων ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα του κάθε φορά βασικού μισθού του 14ου (Αντί για τη σελ. 2033(γ) Σελ. 2033(δ) Τεύχος 1206-Σελ. 115 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα εισοδήματά τους από κάθε πηγή υπερβαίνουν το βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, περικόπτεται από αυτή το ποσό που υπερβαίνει το βασικό αυτό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους κάτω από το βασικό αυτό μισθό ή απώλεια ολική ή μερική των παραπάνω αξιόλογων περιουσιακών τους στοιχείων ή απώλεια της άλλης προστασίας ή της ικανότητας για εργασία, κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτούς, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12 πλάσιου του βασικού μισθού του 14ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απόκτηση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή άλλης προστασίας ή ανάκτηση της ικανότητας για εργασία ή τέλεση γάμου τους επιφέρει την οριστική απώλεια του δικαιώματος για παραπέρα συνταξιοδότηση. δ)Οι θυγατέρες που έχει λυθεί ο γάμος τους με διαζύγιο από υπαιτιότητα των συζύγων τους ή με κοινή υπαιτιότητα (γνήσιες από νόμιμο γάμο, νομιμοποίητες κατά τα παρά πάνω εξώγαμες) του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 ετών συντάξιμη υπηρεσία εφόσον κατά την κρίση του Δ.Σ. στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα από τον κάθε φορά βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα από κάθε πηγή εισοδήματά τους υπερβαίνουν το βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών, περικόπτεται από αυτή το ποσό που υπερβαίνει το βασικό αυτό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους κάτω του βασικού μισθού του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απώλεια ολική ή μερική των παρά πάνω αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων τους ή απώλεια της άλλης προστασίας κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτές, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12πλάσιου του παραπάνω βασικού μισθού ή απόκτηση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή άλλης προστασίας, επιφέρει οριστική απώλεια του δικαιώματος για την συνέχιση της συνταξιοδοτήσεώς τους. Η συνταξιοδότηση της θυγατέρας που ο γάμος της έχει λυθεί με διαζύγιο σύμφωνα με τα παραπάνω παύει οριστικά με την τέλεση δευτέρου γάμου και δεν δικαιούται συνταξιοδοτήσεως σε περίπτωση που θα λυθεί ο δεύτερος γάμος. Η παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται από την ημέρα που ισχύει και στις θυγατέρες που έχουν διαζευχθεί μέχρι σήμερα. Σελ. 2034(δ) Τεύχος 1206-Σελ. 116 Οι περιπτ. β, γ και δ΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 1 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/-11-1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. ε)Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις των περιπτ. α, β και γ, απονέμεται σύνταξις δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις έν και μόνον θετόν τέκνον (το πρώτον χρονικώς υιοθετηθέν υπό του μη αποκτήσαντος γνήσιον τέκνον μέχρι του χρόνου της υιοθεσίας), αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου ιδίω δικαίω ανεξαρτήτως του αριθμού των υπ’ αυτού υιοθετηθέντων τέκνων, εφ’ όσον η περί υιοθεσίας δικαστική απόφασις εξεδόθη 2 τουλάχιστον έτη προ του θανάτου του υιοθετούντος κατά δε την ημέραν της υιοθεσίας δεν έχουσι συμπληρώσεις ο υιοθετών το 60όν έτος της ηλικίας του, το δε θετόν τέκνον το 10ον έτος της ηλικίας του, να τελή δε τούτο εν σωματική και πνευματική υγεία κατά την ημέραν της υιοθεσίας. Δια τας μέχρι τούδε νομίμως γενομένας υιοθεσίας τέκνων μη συμπληρωσάντων το 10όν έτος της ηλικίας των δεν ισχύουν αι ανωτέρω περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμόν των δικαιουμένων συντάξεως υιοθετηθέντων τέκνων, και την ηλικίαν του υιοθετούντος. Αι διατάξεις των περιπτ. α, β, γ και δ΄ του παρόντος εδαφίου Δ αι αφορώσαι το ύψος της συντάξεως και την απώλειαν του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως έχουν ανάλογον εφαρμογήν και επί των θετών τέκνων. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Η ασφάλισις των ήδη υιοθετηθέντων και υιοθετουμένων τέκνων χωρεί δι’ αιτήσεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, αφ’ ης κατέστη ενεργόν το δικαίωμά του, επί καταβολή πλην της από της ασφαλίσεως και εντεύθεν κατά μήνα αναλόγου εισφοράς, ως επί γνησίων τέκνων και εισφοράς δια τον διαρρεύσαντα χρόνον από της γεννήσεως του τέκνου μέχρι της ημέρας ενάρξεως της ασφαλίσεως, υπολογιζομένης κατά το αυτό ποσοστόν το καταβαλλόμενον και επί γνησίων τέκνων και επί τη βάσει των κατά την ημέραν της καταθέσεως της αιτήσεως αποδοχών του ησφαλισμένου, επί δε συνταξιούχου των αποδοχών του εν τη υπηρεσία φέροντος τον αυτόν βαθμόν ησφαλισμένου. Δεν καταβάλλεται εισφορά δι’ ον χρόνον κατεβλήθη ή καταβάλλεται τυχόν τοιαύτη υπό των Τραπεζών. Εν περιπτώσει υποβολής της περί ασφαλίσεως αιτήσεως από του υιοθετούντος ή υιοθετουμένου, μετά πάροδον έτους από της υιοθεσίας, και επί γενομένων ήδη υιοθεσιών μετά πάροδον έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης, η ανωτέρω εισφορά προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 10% δια έκαστον έτος. Κρινομένης αποδεκτής της αιτήσεως, το εις σύνταξιν δικαίωμα των τέκνων κτάται μόνον εφ’ όσον ο αιτών καταβάλη εξ ολοκλήρου την δια το παρελθόν κατά τα ανωτέρω οφειλομένην εισφοράν εντός 6μήνου, αφ’ ης εκλήθη εις καταβολήν της. Το δικαίωμα συντάξεως των τέκνων αίρεται οριστικώς εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής έξ μηνιαίων εισφορών. ς)Μετά της χήρας συζύγου και των τέκνων εις τας περιπτώσεις των εδαφ. α, β και γ του παρόντος συντρέχει πάντοτε και η μήτηρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υπό τους όρους και περιορισμούς του επομένου εδαφ. Ε΄. β)Εν τέλει του εδαφ. Ε προστίθεται διάταξις έχουσα ως ακολούθως: «Μετά του πατρός ή της μητρός εις την περίπτωσιν του παρόντος εδαφίου συντρέχουσι πάντοτε και εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφαί του αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ’ όσον πληρούνται εν τω προσώπω των αι εν τω επομένω εδαφ. ΣΤ΄ προβλεπόμεναι αντίστοιχοι προϋποθέσεις, όροι και περιορισμοί. Η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται από της ισχύος της και επί των μη δικαιωθεισών μέχρι σήμερον συντάξεως αγάμων αδελφών». Το εδαφ. Δ΄ αντικατασταθέν δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 45/2446 της 2/17 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 814) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του εδαφ. α΄ της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. «Ε)Εάν δεν υπάρχουν οι παραπάνω (κατά την ημέρα του θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου) η μητέρα του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 5 έτη συντάξιμη υπηρεσία ή ο ανίκανος για εργασία πατέρας ή ο πατέρας που έχει περάσει τα 60 έτη της ηλικίας του, του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 έτη συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα από κάθε πηγή εισοδήματά τους υπερβαίνουν το βασικό μισθό του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών, περικόπτεται από αυτή, κάθε ποσό που υπερβαίνει τον ανωτέρω βασικό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους κάτω του βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απώλεια ολική ή μερική των ως άνω αξιολόγων περιουσιακών στοιχείων ή απώλεια της άλλης προστασίας ή της ικανότητας για εργασία του κάτω των 60 ετών της ηλικίας του πατέρα, κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτούς, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12πλάσιου του ανωτέρω βασικού μισθού ή απόκτηση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή άλλης προστασίας ή τυχόν ανάκτηση της ικανότητας για εργασία του ανίκανου πατέρα επιφέρει την οριστική απώλεια του δικαιώματος για παραπέρα συνταξιοδότηση. Με τον πατέρα ή την μητέρα στην περίπτωση του παρόντος εδαφίου συντρέχουν πάντοτε και οι από νόμιμο γάμο άγαμες αδελφές του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε, εφόσον υπάρχουν στο πρόσωπό τους οι αναφερόμενες στο επόμενο εδάφιο ΣΤ, αντίστοιχες προϋποθέσεις, όροι και περιορισμοί. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται από την ημέρα που ίσχυσε και για τις άγαμες αδελφές που δεν δικαιώθηκαν μέχρι σήμερα συντάξεως». Το εδάφιο Ε΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 639/4-11-1983) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. ΣΤ)Ελλείψει των ανωτέρω (κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου μη καταλιπόντος ατομικήν οικογένειαν), και υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, δικαιούνται ωσαύτως συντάξεως ως δικαιοδόχοι του μετά 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου: α)Οι εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφοί μέχρι της συμπληρώσεως του 21ου έτους της ηλικίας των. (Αντί για τη σελ. 2034,01(α) Σελ. 2034.01(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 127 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 β)Οι εκ νομίμου γάμου αδελφοί οι έχοντες συμπεπληρωμένον μεν το 21ον έτος της ηλικίας των, αλλ’ οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανοι δι’ οιανδήποτε εργασίαν. «γ)Οι από νόμιμο άγαμο άγαμες αδελφές. Οι δικαιοδόχοι των περιπτ. α΄ β΄ και γ΄ του υπεδ. Ι του παρόντος εδαφ. ΣΤ΄ δικαιούνται συντάξεως εφόσον κατά την ημέρα του θανάτου του ασφαλισμένου ή συντ/χου, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα από κάθε πηγή εισοδήματά τους υπερβαίνουν το βασικό αυτό μισθό περικόπτεται από αυτή κάθε ποσό που υπερβαίνει το βασικό αυτό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους, κάτω του βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου, του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απώλεια ολική ή μερική των παραπάνω αξιόλογων περιουσιακών τους στοιχείων ή απώλεια της άλλης προστασίας ή της ικανότητας για εργασία του αδελφού του άνω των 21 ετών της ηλικίας του, κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτούς, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12πλάσιου του βασικού αυτού μισθού ή απόκτηση προστασίας ή τυχόν ανάκτηση της ικανότητας για εργασία του ανίκανου αδελφού, επιφέρει την οριστική απώλεια του δικαιώματος για παραπέρα συνταξιοδότηση. Άγαμη αδελφή που έρχεται σε γάμο ή που έχει, μετά τα 21 έτη της ηλικίας της οποιαδήποτε πρόσοδο από σχετικά αξιόλογη και τακτική, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου προσωπική εργασία, στερείται οριστικά του δικαιώματος για σύνταξη, ο Δε αδελφός με την συμπλήρωση των 21 ετών της ηλικίας του (ή πριν από την συμπλήρωση αυτής με την τέλεση γάμου του) εκτός αν αυτός είναι οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία κατά την ημέρα της συμπλήρωσης των 21 ετών της ηλικίας του οπότε ισχύουν και γι’ αυτόν τα παραπάνω οριζόμενα στο υπεδ. Ι περιπτ. β΄ του παρόντος εδαφίου». Η περιπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτεμβρίου 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/4-11-1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Οι εν τοις εδαφ. Α΄ Β΄ και Γ΄ τη προηγουμένης παραγράφου προβλεπόμενοι χρονικοί περιορισμοί τελέσεως του γάμου και διαρκείας εγγάμου βίου, δεν ισχύουσιν, εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου επήλθε συνεπεία Σελ. 2034,02(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 128 βιαίου συμβάντος ή εφ όσον η χήρα σύζυγος απέκτησεν εκ του γάμου αυτής τέκνον ή ευρισκομένη εν κυοφορία αποκτήση τέκνον. Κατά το διάστημα της κυοφορίας τίθεται υπό προσωρινήν σύνταξιν, οριστικοποιουμένην άμα τη γεννήσει του τέκνου. 3.Η χήρα σύζυγος αποκλείεται του κατά τα ανωτέρω δικαιώματος προς σύνταξιν εάν δι’ οριστικής αποφάσεως, εκδοθείσης προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου απηγγέλθη διαζύγιον υπαιτιότητι αυτής ή αμφοτέρων των συζύγων, εις ην δε περίπτωσιν το διαζύγιον απηγγέλθη υπαιτιότητι του συζύγου της, εφ’ όσον δεν εδικαιώθη διατροφής υπό του συζύγου της από της εκδόσεως της περί διαζυγίου οριστικής αποφάσεως συνεχώς μέχρι και του θανάτου αυτού. Εφ’ όσον υπάρχει και σύζυγος εξ επακολουθήσαντος γάμου, δικαιουμένη συντάξεως, η σύνταξίς των υπολογίζεται ως εάν επρόκειτο περί μιας δικαιούχου χήρας συζύγου, κατανέμεται όμως μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. «4.Παραίτησις δικαιούχου από συντάξεως εξ οιασδήποτε ετέρας πηγής ή εξ οιουδήποτε άλλου εσόδου ή ηθελημένη ενέργεια προς μείωσιν των εκ πάσης πηγής εσόδων του ή των περιουσιακών αυτού στοιχείων περί ων τα υπεδαφ. β΄ και γ΄ του εδαφ. Δ΄ και τα εδάφ. Ε΄ και ΣΤ΄ της ανωτέρω πρώτης παραγράφου, ουδέν δικαίωμα υπέρ αυτού δημιουργεί εις βάρος του Ταμείου. Προς απονομήν ή διακοπήν συντάξεως ή καθορισμόν του ύψους αυτής ή του περικοπτομένου μέρους αυτής λογίζονται ως υφιστάμενα τα σκοπίμως μειωθέντα περιουσιακά στοιχεία και ως πραγματοποιούμενα εις το ακέραιον τα έσοδα εξ ων παρητήθη ή άτινα δι’ ηθελημένης ενεργείας του δικαιούχου εμειώθησαν. Δεν διακόπτεται ούτε μειούται η σύνταξις δικαιούχου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου λόγω μεταβολής της οικονομικής αυτού καταστάσεως, των περιουσιακών στοιχείων, ή αποκτήσεως ετέρας προστασίας εφ’ όσον η συνταξιοδότησίς του, μετά την συμπλήρωσιν του 30ού έτους τη ηλικίας του, διήρκεσε πέραν των 15 ετών, ή, εφ’ όσον μετά 10ετή τουλάχιστον συνταξιοδότησιν συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας του. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περιπτώσεων των δικαιούχων του άρθρ. 9 του Κανονισμού». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 73763/Ε.1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) αποφ. Υπ. Εργ. ισχυσάσης από 1 Οκτ. 1964 Το άρθρ. 8 ετροποποιήθη, ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ.563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Συντάξεις εξαιρετικών περιπτώσεων Άρθρ.9.-«1.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται, όλως εξαιρετικώς, να απονείμη σύνταξιν εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α)Εις ησφαλισμένον καταστάντα, μετά την υπαγωγήν του εις την ασφάλισιν του Ταμείου, οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανον δι’ οιανδήποτε εργασίαν, και εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης αύτη, έχοντα τριετή πραγματικήν έμμισθον υπηρεσίαν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ή την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ησφαλισμένην εις το Ταμείον συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού β)Εις την χήραν και τα άγαμα τέκνα τα μη συμπληρώσαντα το 20όν έτος της ηλικίας των αποβιώσαντος ησφαλισμένου έχοντος τριετή πραγματική έμμισθον υπηρεσίαν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ή την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ησφαλισμένην εις το Ταμείον, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού ή αποβιώσαντος συνταξιούχου της περιπτώσεως του προηγουμένου εδαφίου α΄. γ)Εις θυγατέρα τελούσαν εν χηρεία ή διαζεύξει ή, μη υπαρχούσης θυγατρός. εις αδελφήν τελούσαν εν χηρεία ή διαζεύξει αποβιώσαντος άνευ δικαιοδόχων, περί ων το άρθρ. 8 του Κανονισμού και το προηγούμενον εδάφ. β΄ του παρόντος άρθρου, ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, έχοντος εικοσαετή συντάξιμον υπηρεσίαν εφ’ όσον αύτη τελεί εν χηρεία ή διαζεύξει πέντε τουλάχιστον έτη προ της ημέρας του θανάτου του και έχει συμπεπληρωμένον το εξηκοστόν έτος της ηλικίας της κατά την ημέραν ταύτην. «2.Για την απονομή των συντάξεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, πρέπει τα πρόσωπα για τα οποία γίνεται η απονομή να στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, τα δε μηνιαία εισοδήματά τους να μη είναι ανώτερα ποσοστού 30% του κάθε φορά βασικού μισθού του 5ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη απονέμεται σύμφωνα με τα εδάφια β΄ και γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, πρέπει επιπλέον τα πρόσωπα για τα οποία απονέμεται αυτή να συντηρούντο αποκλειστικά από τον ασφαλισμένο ή συνταξιούχο που πέθανε και να μη έχουν αγόρια άνω των 25 ετών. 3.Το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει την σύνταξη, που απονέμεται απ’ αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε, 30% κατ’ ανώτατο όριο, το ποσό όμως της συντάξεως σε καμμιά περίπτωση μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό 30% επί του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών». Οι παρ. 2 και 3 τροποποιήθησαν ως άνω από την παρ. 4 της Β2/45/3 οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Μετά τη σελ. 2034,02(β) Σελ. 2034,03 Τεύχος Ζ32-Σελ. 129 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 4.Το Δ.Σ. απονέμον την σύνταξιν, δύναται να ορίζη και την διάρκειαν της χορηγήσεώς της. Εν πάση περιπτώσει αι συντάξεις αύται διακόπτονται οριστικώς: α)Προκειμένου περί χήρας συζύγου, χήρας ή διαζευγμένης θυγατρός ή αδελφής άμα τη τυχόν τελέσει παρ’ αυτών γάμου, ή συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας παρ’ ενός άρρενος τέκνου των. β)Προκειμένου περί τέκνων, άμα τη συμπληρώσει του 20ού έτους της ηλικίας των και γ)Προκειμένου περί οιουδήποτε προσώπου εκ των εν τοις παρ. 1 και 5 του παρόντος άρθρου αναφερομένων άμα τη εκτελέσει οιασδήποτε μεταβολής εις τας προϋποθέσεις υφ’ ας απενεμήθη η σύνταξις ή άμα τη εκτελέσει οιασδήποτε μεταβολής, προβλεπομένης υπό των λοιπών διατάξεων του Κανονισμού ήτις θα είχεν ως αποτέλεσμα την διακοπήν της συντάξεως αν αύτη είχε χορηγηθή ουχί βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αλλά βάσει ετέρων διατάξεων του Κανονισμού. 5.Απονεμηθείσαι συντάξεις βάσει των προϊσχυουσών διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται εφ’ εξής υπό των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Eξαιρετικώς αι απονεμηθείσαι ήδη συντάξεις βάσει των καταργουμένων διατάξεων δια του παρόντος άρθρου εξακολουθούσι καταβαλλόμεναι: α)Εις εξελθόντας της υπηρεσίας λόγω πλήρους ανικανότητος ή εις ανίκανα δι’ οιανδήποτε εργασίαν τέκνα αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συντα-ξιούχου, εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης αυτών δι’ οιανδήποτε εργασίαν, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 19 του Κανονισμού. β)Εις χήρας συζύγους αποβιωσάντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων μέχρι τυχόν τελέσεως παρ’ αυτών γάμου. γ)Εις άγαμα θήλεα τέκνα αποβιωσάντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων μέχρι της τελέσεως του γάμου των, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω των διατάξεων του άρθρ. 8(παρ. 1 εδάφ. Δβ). 6.Ισχύς. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσόν επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρ. 9 του Κανονισμού άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 9 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον, πλην του εδαφ. Ε΄ της παρ. 11 του άρθρ. 10 του Κανονισμού του Ταμείου». Το άρθρ. 9 ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ.645 της 27 Ιουλ. /14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). 7.«Ησφαλισμένοι ιατροί παρά τω Ταμείων, δικαιούνται συντάξεως μετά 20ετή έμμισθον υπηρεσίαν παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος συνυπολογιζομένου και του χρόνου εμμίσθου υπηρεσίας των παρά τω Αλληλοβοηθητικώ Ταμείω του Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, ε’ όσον κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας της Τραπέζης, άγωσι τουλάχιστον τον 70όν έτος της ηλικίας των, της συντάξεώς των υπολογιζομένης κατά τας διατάξεις της παρ. 7α του άρθρ. 10 του Κανονισμού και υπό την προϋπόθεσιν της καταβολής εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου». Η παρ. 7 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 45/3/1728 της 14/30 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 575) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Καθορισμός συντάξεων Γενικαί διατάξεις Άρθρ.10.-«1.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 7 του Κανονισμού. Η σύνταξις των κατά το άρθρ. 7 δικαιούχων καθορίζεται εις ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών, αναλόγως των συνταξίμων ετών, κατά τα κατωτέρω καθοριζόμενα. 2.Συντάξιμα έτη. Συντάξιμα έτη είναι τα έτη εμμίσθου υπηρεσίας εν ταις Τραπέζαις Ελλάδος και ΕΚΤΕ ή παρά τη τέως ΕΤΕ και εφ’ όσον δια ταύτα ήσαν συμφώνως τω άρθρ. 6 του παρόντος Κανονισμού ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω ή παρά τω τέως Ταμείω Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Εθνική, Κτηματικής και Ελλάδος, προσηυξημένα κατά τον χρόνον προσμετρουμένης υπηρεσίας βάσει ετέρων διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. Ίνα θεωρηθή ως συντάξιμος χρόνος ο παρά τη τέως ΕΤΕ χρόνος εμμίσθου υπηρεσίας ησφαλισμένου τινός δέον ούτος να ανήκεν εις το προσωπικόν της Τραπέζης της Ελλάδος ή της ΕΚΤΕ κατά την 1.1.053 (Ν.Δ. 2626/53) ή να ήτο συνταξιούχος του προκατόχου Ταμείου εξελθών της υπηρεσίας εκ των Τραπεζών Ελλάδος και ΕΚΤΕ. «3.Ποσοστά συντάξεων Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε 2,2857% για κάθε συντάξιμο έτος από το 1ο μέχρι και του 35ου συμπεριλαμβανομένου οπότε συμπληρώνεται ποσοστό 80% των συνταξίμων αποδοχών και πέραν αυτού καμμιά αύξηση του παραπάνω ποσοστού γίνεται. Ο υπολογισμός του ανωτέρω ποσοστού εφαρμόζεται και στις ασφαλιστικές περιπτώσεις που έχουν επέλθει μέχρι σήμερα και γι’ αυτό αναθεωρείται η σύνταξη των συνταξιούχων αυτοδίκαια το Ταμείο, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού αρχίζουν από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα της (Αντί για τη σελ. 2035(β) Σελ. 2035(γ) Τεύχος Ζ32-Σελ. 131 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 δημοσίευσης της παρούσης τροποποίησης». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Β2/45/3/2459/6-17 Δεκ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 1037) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «4.Συντάξιμες αποδοχές. Σαν συντάξιμες αποδοχές, από το σύνολο των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών, θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο: α)Για όσους αποχωρούν από 1.1.82 και μετέπειτα, ο τελευταίος βασικός μισθός του κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου (βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του προσωπικού των Τραπεζών) του οποίου έπαιρναν πριν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας. β)Για όσους είχαν αποχωρήσεις από την υπηρεσία της Τράπεζας πριν από την 1.1.82, ο βασικός μισθός του Κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου, στο οποίο θα υπαχθούν σύμφωνα με τα οριζόμενα στην από 4.8.82 Σ.Σ.Ε. Α.Υ.Ε. 18617 1982, (ΦΕΚ 601/ Β/82)». Η πρώτη φραστική περίοδος και οι περιπτ. α και β αντικασταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 της Β2/45/3/675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) απόφασης Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. γ)Επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας υπολογίζεται με τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοστά του υπό της Τραπέζης εξ ης εξήλθεν ο ησφαλισμένος χορηγουμένου αναλόγου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν χορηγείται τούτο, εκάστοτε υπ’ αυτής, εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. Δια την εξεύρεσιν των ποσοστών του εκάστοτε υπολογιζομένου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας λαμβάνονται υπ’ όψιν τα, συμφώνως τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου, συντάξιμα έτη αντί των στοιχείων πολυετούς υπηρεσίας κλπ. των λαμβανομένων υπ’ όψιν υπό των αντιστοίχων Τραπεζών δια την παρ’ αυτών χορήγησιν αναλόγου επιδόματος εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. «δ.Επιστημονικό Επίδομα και επίδομα θέσεως. Το Επιστημονικό επίδομα και το επίδομα θέσεως υπολογίζονται με τα ποσοστά ή τα ποσά που χορηγούνται κάθε φορά από την Τράπεζα, από την οποία εξήλθε ο ασφαλισμένος, εφόσον και σε όποιο ύψος χορηγούνται αυτά κάθε φορά από την εν λόγω Τράπεζα στους εν ενεργεία υπαλλήλους της. Ειδικά το επιστημονικό επίδομα υπολογίζεται στις συντάξιμες αποδοχές, υπό τον όρον ότι καταβάλλονταν στον ασφαλισμένο από την Τράπεζα επί τέσσερα έτη πριν από την ημερομηνία της εξόδου του. Σελ. 2036(γ) Τεύχος Ζ32-Σελ. 132 Στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια καταβολής του επιστημονικού επιδόματος ήταν μικρότερη των τεσσάρων ετών, ή αν δεν είχε ποτέ καταβληθεί επίδομα (λόγω μεταγενέστερης καθιερώσεώς του), παρέχεται κατ’ εξαίρεση ή ευχέρεια τους ενδιαφερομένους να καταβάλουν στο Ταμείο Συντάξεων τις ανάλογες εισφορές (ασφαλισμένου και εργοδότη) για ολόκληρη την τετραετία ή για τον υπολειπόμενο προς συμπλήρωσή της χρόνο. Η εισφορά ορίζεται σε ποσοστό 15% (10%) εργοδότη και 5% ασφαλισμένου) υπολογιζόμενο στο ποσό του αντίστοιχου επιδόματος, που χορηγείται από τις Τράπεζες στους εν ενεργεία υπαλλήλους τους, οι οποίοι, κατά την ημέρα της εξαγοράς, υπάγονται στο ίδιο κλιμάκιο ή βαθμό με τον συνταξιούχο». Η περιπτ. δ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/45/3//675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής «4α.Επιδόματα: α)Οικογενειακό επίδομα. Αυτό καθορίζεται σε ποσοστό 10% επί της συντάξεως που καταβάλλεται σύμφωνα με τον κανονισμό. Το ανώτερο επίδομα παρέχεται σε κάθε έγγαμο συνταξιούχο από ίδιο δικαίωμα. Σε περίπτωση λύσεως του γάμου το επίδομα διακόπτεται εκτός αν υπάρχει άγαμο τέκνο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του ή έχει συμπληρώσει μεν αυτό, αλλά όχι και το 25ο και εφόσον το τελευταίο αυτό εξακολουθεί τις σπουδές του σε σχολές της ημεδαπής αναγνωρισμένες από το Κράτος ή σε αντίστοιχες σχολές της αλλοδαπής και δεν εργάζεται. Κατ’ εξαίρεση το επίδομα δεν διακόπτεται ή αν έχει διακοπεί επαναχορηγείται αν το άγαμο τέκνο είναι ή μετά τη διακοπή του επιδόματος καθίσταται εξ’ ολοκλήρου και οριστικά ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία, εφόσον η ανικανότητα έχει επέλθει πριν από τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας του ή του 25ου έτους σε περίπτωση σπουδών και κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερείται επαρκών για τη συντήρησή του εισοδημάτων και αξιόλογης περιουσίας. Σε περίπτωση που υπάρχει συρροή συντάξεων από πολλές αιτίες, στη χήρα σύζυγο ασφαλισμένου ή συνταξιούχου παρέχεται το πιο πάνω επίδομα επί του συνόλου των καταβαλλομένων εις αυτή κατά μήνα συντάξεων εφαρμοζομένης αναλόγως της διατάξεως του άρθρ. 17 του Κανονισμού. β)Επίδομα τέκνων. Στον συνταξιούχο από ίδιο δικαίωμα, που έχει τέκνα, παρέχεται επίδομα τέκνου, εφόσον σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ταμείου αυτό θα εδικαιούτο συντάξεως σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου. Το επίδομα αυτό καθορίζεται σε ποσοστό 5% για κάθε τέκνο και υπολογίζεται επί του ποσού της συντάξεως που καταβάλλεται κάθε μήνα στον συνταξιούχο και υπό την προϋπόθεση ότι το τέκνο για το οποίο χορηγείται δεν εργάζεται. Οπωσδήποτε το παραπάνω επίδομα διακόπτεται εφόσον το τέκνο συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του ή και πριν από τη συμπλήρωση αυτού, εφόσον εργασθεί. Κατ’ εξαίρεση το επίδομα δεν διακόπτεται, ή αν έχει διακοπεί, επαναχορηγείται, αν το τέκνο έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, είναι όμως η μετά τη διακοπή του επιδόματος καθίσταται οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανο προς εργασία εφόσον η ανικανότητα έχει επέλθει πριν από την συμπλήρωση του παραπάνω ορίου ηλικίας και κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερείται επαρκών για τη συντήρησή του εισοδημάτων και αξιόλογης περιουσίας». Η μέσα σε « » παρ. 4α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της με αριθ. Φ45/2322/96 (ΦΕΚ Β΄ 1142), αποφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 8 του Κανονισμού. Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 8 καθορίζεται ως έπεται: α)Των δικαιούχων των περιπτ. Α, Β, Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις 60% προκειμένου περί χήρας συζύγου και 50% προκειμένου περί τέκνου, της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος εάν καθίστατο ανάπηρος κατά την ημέραν του θανάτου του, εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου, εις 80 δε εκατοστά εφ’ όσον οι δικαιούχοι είναι δύο. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 5% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, μη δυναμένη να υπερβή τα 95% αυτής οσοιδήποτε και αν ώσιν οι δικαιούχοι. β)Των δικαιούχων των περιπτ. Ε΄ και ΣΤ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις τα 40% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος, εάν καθίστατο ανάπηρος κατά την ημέραν του θανάτου του, εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 8% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, μη δυναμένη να υπερβή τα 64% αυτής, οσοιδήποτε και αν ώσιν οι δικαιούχοι. Εν ταις περιπτώσεσι των εδαφ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου, εκλιπόντος δικαιούχου τινός η σύνταξις των λοιπών ελαττούται κατά το εν σχετικώ εδαφίω ποσοστόν προσαυξήσεως, περιοριζομένη τελικώς, αναλόγως της περιπτώσεως, εις τα 60% ή 50% ή 40% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εάν απομένη είς μόνον δικαιούχος. Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως μητρός του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου κατά το εδάφ. Δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 η σύνταξίς της, εκλιπόντων των λοιπών μεθ’ ων συνέτρεχε δικαιοδόχων, θα περιορίζεται εις 40% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. 6.Αναπροσαρμογή συντάξεων 6)Αναπροσαρμογή συντάξεων. Μεθ’ εκάστην μεταβολήν του μισθολογίου των εν ενεργεία υπαλλήλων των Τραπεζών Ελλάδος και Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων, συμφώνως προς τα εις τα προηγουμένας παραγράφους οριζόμενα το Δ.Σ. προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν του ποσού των συντάξεων πάντων των συνταξιούχων. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων ισχύει μετά ένα και ήμισυ μήνα από της ημέρας ισχύος του νέου μισθολογίου και εφόσον η οικονομική κατάστασις του Ταμείου επιτρέπει την τοιαύτην αναπροσαρμογήν. Εις περίπτωσιν καθ’ ην κρίνει το Δ.Σ., ότι δεν υπάρχουσιν οικονομικαί δυνατότητες του Ταμείου δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων, αναστέλλει την αναπροσαρμογήν αυτών δι’ άπαντας τους συνταξιούχους, μέχρις ότου κρίνει ότι επιτεύχθησαν αι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την παροχήν ηυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν, καθορίζον και τον χρόνον, αφ’ ης αύτη θα ισχύση. (Αντί για τη σελ. 2037(β) Σελ. 2037(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 117 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 Ησφαλισμένοι εξερχόμενοι της υπηρεσίας προ της, κατά το ανωτέρω αναπροσαρμογής των συντάξεων, λαμβάνουσι σύνταξιν ουχί βάσει του μισθολογίου του ισχύοντος κατά τον χρόνον της εξόδου των, αλλά βάσει του μισθολογίου, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων δια τους προ αυτών εξελθόντας της υπηρεσίας. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Ειδικαί διατάξεις 7.Οργανικός μισθός καταργουμένων βαθμών. Ησφαλισμένοι εξελθόντες εκ της υπηρεσία με βαθμόν όστις έπαυσεν ή θέλει παύσει υφιστάμενον ή με βαθμόν, όστις είχε κατά την έξοδόν των ή δι’ ον εδημιουργήθησαν μετά την έξοδόν των πλείονες μισθολογικαί κλπ. διακρίσεις λογίζονται εξελθόντες με βαθμόν (ή μισθολογικήν κλπ. διάκρισιν βαθμού), ευρισκόμενον μισθολογικώς εγγύτερον (είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω) προς τον καταργηθέντα βαθμόν των κλπ. κατά τον χρόνον της καταργήσεως αυτού. Αν ο εγγύτερον ευρισκόμενος βαθμός είναι ο του Διευθυντού ή του Υποδιευθυντού εφαρμόζονται και εις την περίπτωσιν ταύτην αι διατάξεις της παρ. 10 του παρόντος άρθρου. Βαθμοί και διακρίσεις βαθμού υφιστάμεναι κατά τινα χρόνον και καταργηθέντες δεν θεωρούνται οι αυτοί βαθμοί κλπ. με τους δημιουργηθέντας βραδύτερον βαθμούς και διακρίσεις φέροντας την αυτήν ονομασίαν. Δια τους εξελθόντας της υπηρεσίας ησφαλισμένους με τον βαθμόν του κλητήρος οργανικός μισθός είναι ο εκάστοτε οργανικός μισθός του κλητήρος Γ΄. Δια τους εξελθόντας με τον βαθμόν του εισπράκτορος οργανικός μισθός είναι ο εκάστοτε οργανικός μισθός του Β. Διαχειριστού της κατωτέρας, σήμερον υφισταμένης, μισθολογικής κλίμακος. Δια τους εξελθόντας προ της 1.1.1943 με τον βαθμόν του Τμηματάρχου οιασδήποτε μισθολογικής κλπ. διακρίσεως, οργανικός μισθός είναι ο εκάστοτε οργανικός μισθός του Τμηματάρχου της κατωτέρας, σήμερον υφισταμένης μισθολογικής κλίμακος. Σελ. 2038(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 118 «7α.Συντάξιμοι αποδοχαί ειδικών περιπτώσεων 1.Ως συντάξιμοι αποδοχαί ησφαλισμένου, έστω και μη φέροντος βαθμόν της υπαλληλικής ιεραρχίας κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας, θεωρούνται αι τοιαύται του βαθμού της υπαλληλικής ιεραρχίας ου τας αποδοχάς εδικαιούτο ή ελάμβανε, βάσει των διατάξεων του Κανονισμού της οικείας Τραπέζης, υπολογιζόμεναι συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 4, 7 και 8 του παρόντος άρθρου έστω και αν αι πραγματικαί αποδοχαί του καθοριζόμεναι εκτός του ισχύοντος κατά βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μισθολογίου της οικείας Τραπέζης είναι ανώτεραι, της επί πλέον διαφοράς μη συμπεριλαμβανομένης εις τας συνταξίμους αυτού αποδοχάς. «2.Σε περίπτωση που ασφαλισμένοι από το προσωπικό της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής εξέρχονται από την υπηρεσία που δεν έχουν βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας της Τραπέζης από την οποία εξέρχονται ούτε είχαν αποδοχές βάσει κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, οι συντάξιμες αποδοχές τους καθώς και των Νομικών Συμβούλων ή Δικηγόρων που υπηρετούν στο Ταμείο και είναι ασφαλισμένοι σ’ αυτό καθορίζονται: 1.Αν συμπλήρωσαν 20 ετών πραγματική υπηρεσία στην Τράπεζα ή στο Ταμείο σε τόσα τριακοστά και μέχρι τριάντα πέντε τριακοστά κατ’ ανώτατο όριο των κάθε φορά ανωτάτων μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών του 30ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών, όσα είναι τα έτη της πραγματικής έμμισθης υπηρεσίας των ασφαλισμένων στην Τράπεζα από την οποία εξέρχονται ή στο Ταμείο. 2.Αν δεν συμπλήρωσαν 20 ετών πραγματική υπηρεσία στην Τράπεζα ή στο Ταμείο, σε τόσα τριακοστά των κάθε φορά ανωτάτων συντάξιμων αποδοχών του 22ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών όσα τα έτη πραγματικής έμμισθης υπηρεσίας των ασφαλισμένων στην Τράπεζα από την οποία εξέρχονται ή στο Ταμείο. Κατ’ εξαίρεση για το πρώτο έτος ασφαλισμένης υπηρεσίας υπολογίζονται τέσσερα τριακοστά. Οι συντάξιμες αποδοχές που καθορίζονται έτσι είναι οι ανώτατες συντάξιμες αποδοχές της κατηγορία αυτής των ασφαλισμένων. Σε περίπτωση όμως που ο μέσος μηνιαίος μισθός του ασφαλισμένου κατά το τελευταίο έτος πριν από την έξοδό του από την υπηρεσία είναι μικρότερος των ανώτατων μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών του 30ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών στην πρώτη περίπτωση ή του 22ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών στην δεύτερη περίπτωση, ο μικρότερος αυτός μέσος μηνιαίος μισθός αποτελεί τις κάθε φορά μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου. Για τον υπολογισμό του παραπάνω μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου έτους πριν από την έξοδό του από την υπηρεσία δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν επ’ αυτού προσαυξήσεις από επιδόματα ή παροχές οποιασδήποτε φύσεως ή αποδοχές από δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, επίδομα αδείας κλπ. οι οποίες δεν λαμβάνονται, υπόψη και για τον υπολογισμό των ανώτατων μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών των παραπάνω κλιμακίων, σύμφωνα με τις υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος άρθρου». Η περιπτ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 5 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/1-11-1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «7β.Τυφλοί εξ αμφοτέρων των οφθαλμών ησφαλισμένοι εις το ταμείον, εφ’ όσον συμπλήρωσαν δεκαπενταετή (15ετή) τουλάχιστον πραγματικήν έμμισθον υπηρεσίαν εν ταις Τραπέζαις Ελλάδος και ΕΚΤΕ, δικαιούνται συντάξεως, υπολογιζομένης κατ’ εξαίρεσιν εις 35 συντάξιμα έτη. Η κατ’ εφαρμογήν του προηγουμένου εδαφίου χορηγουμένη σύνταξις λογίζεται επί των συνταξίμων αποδοχών, αποκλειστικώς και μόνον επί του εκάστοτε οργανικού μισθού του βαθμού εξόδου και των προσαυξήσεων βαθμού, αίτινες εχορηγήθησαν εις τον ησφαλισμένον από της εξόδου του εκ της υπηρεσίας και εφ’ ων κατεβάλλονται εισφοραί εις το Ταμείον και εφ’ όσον ο βαθμός και αι προσαυξήσεις απενεμήθησαν κατά την έξοδον μετά την συμπλήρωσιν του απαιτουμένου κατά τον οργανισμόν της Τραπέζης χρόνον, ως και επί του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, υπολογιζομένου με τα ισχύοντα ποσοστά, εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν εχορηγήθη τούτο υπό της Τραπέζης εξ ης εξήλθεν ο ησφαλισμένος». Η παρ. 7β προστέθηκε από την Β2/3/45/2322/ 29 Δεκ. 1977-17 Ιαν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 30) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «7.Το συνολικό ποσό της σύνταξης των εξερχομένων ασφαλισμένων από 1.1.1994 έως 31.12.1995 με αποδοχές της Σ.Σ.Ε. 1994-1995 δεν είναι δυνατό να υπολείπεται του ποσού της σύνταξης που καταβάλλεται κατά την ίδια ημερομηνία στους εξελθόντες τον Δεκέμβριο του 1993 ασφαλισμένους, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που καθορίζουν το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης. Η μέσα σε « » με αριθμ. 7 παράγραφος προστέθηκε από την με αριθμ. Φ45/619/17-30 Μαΐου 1995 (ΦΕΚ Β΄ 475) απόφ. Υπ. Υγ. Προν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2038,01(α) Σελ. 2038,01(β) Τεύχος 1327 Σελ. 119 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 8.Αναγνώρισις βαθμού και προσαυξήσεων βαθμού. Απονεμηθέντες βαθμοί και προσαυξήσεις βαθμού λαμβάνονται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των συνταξίμων αποδοχών των ησφαλισμένων μόνον εφ’ όσον εμισθοδοτούντο βάσει τούτων προ της εξόδου των εκ της υπηρεσίας και κατεβάλλονται επ’ αυτών εισφοραί εις το Ταμείον εκτός αν απενεμήθησαν αυτοίς βάσει της νομίμως γενομένης εντάξεως των ησφαλισμένων, δι’ αποφάσεων των οικείων Τραπεζών. «9.Συντάξιμες αποδοχές μελών Διοικήσεως: Οι συντάξιμες αποδοχές των Διοικητών και Υποδιοικητών καθορίζονται στα 150% των ανώτατων συντάξιμων αποδοχών του 30ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών με το ανώτατο ποσοστό επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας. 10.Οι συντάξιμες αποδοχές των Δ/ντών και Υποδ/ντών αποτελούνται: α)Από το βασικό μισθό του 33ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. β)Από το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, «γ.Από το επίδομα θέσεως που χορηγείται αντίστοιχα στο βαθμό του Δ/ντή και του Υποδ/ντή και από το επιστημονικό επίδομα. Για τον υπολογισμό του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, του επιδόματος θέσεως και του επιστημονικού επιδόματος ισχύουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που ορίζονται στα εδάφ. γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. δ.Το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια προσαυξάνεται κατά 20%, όταν πρόκειται για Δ/ντές και κατά 15%, όταν πρόκειται για Υποδιευθυντές και αποτελεί τις συντάξιμες αποδοχές τους, οι οποίες όμως δεν μπορούν να είναι ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών του εν ενεργεία Δ/ντών και Υποδ/ντών, επί των οποίων υπολογίζονται οι προβλεπόμενες από τον παρόντα Κανονισμό εισφορές προς το Ταμείο. Τα παραπάνω ποσοστά 20% και 15% αυξάνονται σε 35% και 25% αντίστοιχα, όταν πρόκειται για ασφαλισμένους Δ/ντές ή Υποδ/ντές, που αποχώρησαν ήδη ή θα αποχωρούν στο μέλλον από την υπηρεσία για τους εξής λόγους: 1.Λόγω θανάτου ή πλήρους ανικανότητας για εργασία. 2.Λόγω καταλήψεώς τους από το όριο ηλικίας, εφόσον διετέλεσαν για ένα εξάμηνο Δ/ντές ή Υποδ/ντές και 3.Για οποιαδήποτε άλλη αιτία, εφόσον διετέλεσαν Δ/ντές ή Υποδιευθυντές για ένα έτος ή για παραπάνω από ένα εξάμηνο υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχουν συμπληρωμένη συντάξιμη υπηρεσία 35 ετών». Οι περιπτ. γ και δ΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 3 της Β2/45/3/675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 2038,02(β) Τεύχος 1327 Σελ. 120 ε)Οι συντάξιμες αποδοχές των ασφαλισμένων των περιπτ. 2 και 3 του προηγουμένου εδαφ. δ που αφορούν εξερχόμενους Δ/ντές ή Υποδ/ντές, δεν είναι δυνατόν να είναι κατώτερες από τις κάθε φορά συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου που έχει ενταχθεί στο 33ο κλιμάκιο του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. ς)Στη περίπτωση που ασφαλισμένος εξέρχεται με τον βαθμό του Δ/ντού και δεν συγκεντρώνει τις παραπάνω χρονικές προϋποθέσεις στο βαθμό αυτό, δικαιούται συντάξεως Υποδ/ντού εφ’ όσον έφερε το βαθμό αυτό, πριν από τον διορισμό του ή την προαγωγή του στο βαθμό του Δ/ντού και εφ’ όσον στον βαθμό του Υποδ/ντού συγκεντρώνει τις παραπάνω χρονικές προϋποθέσεις αφού συνυπολογισθεί γι’ αυτό και ο χρόνος που είχε αυτός στο βαθμό του Δ/ντού. Οι χρονικές προϋποθέσεις που αναφέρονται παραπάνω δεν ισχύουν αν πρόκειται για Δ/ντές ή Υποδ/ντές που εξήλθαν από την υπηρεσία πριν από την 31.12.1967». Οι παρ. 9 και 10 τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 6 της Β2/45/3/οικ. 1846 της 19-21 Σεπτ. 1983 (Διόρθ. Σφαλμ. ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983 αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 11)Κατωτάτη σύνταξις Μελών Διοικήσεως - Κατώτερα όρια συντάξεων: «Α.Κατώτατη σύνταξη Μελών Διοικήσεως. Κατώτερα όρια συντάξεων: Κατώτατη σύνταξη των Διοικητών και Υποδιοικητών, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρ. 7 του κανονισμού, ορίζεται η ανώτατη σύνταξη Δ/ντού υπολογιζόμενη με το ανώτατο επίδομα πολυετούς υπηρεσίας με 35 συντάξιμα έτη, προσαυξημένη κατά 20%. Κατωτάτη σύνταξη του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας Δικαστικού Συμβούλου ή του Οικονομικού Συμβούλου της Τράπεζας της Ελλάδος εφ’ όσον δικαιούνται σύνταξη ορίζεται η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό ανωτάτη σύνταξη του 33ου κλιμακίου του κύριου Προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Το εδάφ. Α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 7 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. Σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983) αποφ. Υπουρ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Β΄.«Ανεξαρτήτως συνταξίμων ετών αι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμεναι συντάξεις των δικαιούχων του άρθρ. 7 του Κανονισμού δεν δύνανται να είναι κατώτεραι ποσοστού 35% των συνταξίμων αποδοχών των. Γ)Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων των εδαφ. Α΄, Β΄, Γ΄, και Δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 δεν δύναται να είναι κατωτέρα ποσοστού 35% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου (ή συνταξιούχου) εφ’ όσον δικαιούχοι, είναι πλείονα του ενός πρόσωπα, ή 30% εφ’ όσον δικαιούχος είναι έν πρόσωπον, η δε συνολική σύνταξις των δικαιούχων των εδαφ. Ε΄ και ΣΤ΄ ή της μητρός της τυχούσης συντάξεως βάσει το εδαφ. Δ΄ του αυτού άρθρου, (εν περιπτώσει διακοπής των μεθ’ ων συνέτρεχε δικαιοδόχων), οσοιδήποτε και αν είναι ούτοι, δεν δύναται να είναι κατωτέρα ποσοστού 25% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Δ.Κατώτερο ποσό συντάξεως των δικαιούχων του άρθρ. 7 και της συνολικής συντάξεως των δικαιούχων του άρθρ. 8 ορίζεται ποσοστό 40% του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Με απόφαση του Δ. Συμβουλίου είναι δυνατόν να χορηγείται το ίδιο κατώτατο ποσό συντάξεως σε δικαιούχους του άρθρ. 9». Το εδάφ. Δ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 7 της Β2/45/3/οικ.1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 5451) (Διόρθ. Σφαλμ. ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983 αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «Ε΄.Υπάλληλοι της Τραπέζης της Ελλάδος και Εθνικής Κτηματικής, υπαγόμενοι εις τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 110/1974 «περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις το προσωπικόν των Ταμείων» έχοντες κατά την έναρξιν ισχύος αυτού την υπό της περιπτ. β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 22 του Κανονισμού προβλεπομένην ασφάλισιν παρά τω Ταμείω, δικαιούνται εκ τούτου συντάξεως, υπό τας παρ. 1 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 110/74 αναφερομένας χρονικάς προϋποθέσεις, ανεξαρτήτως χρόνου συμπληρώσεως αυτών, ηλικίας και βαθμού. Ο χρόνος καθ’ ον ο υπάλληλος ήσκησε μετά την ισχύν του Ν.Δ. 110/1974 και μέχρι δημοσιεύσεως της παρούσης, λειτούργημα εκ των εν παρ. 2 του άρθρ. 6 του αυτού Ν.Δτος αναφερομένων, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας παρά τη οικεία Τραπέζη και χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω, επί καταβολή των κεκανονισμένων εισφορών, και μέχρις ενός έτους κατ’ ανώτατον όριον». Το εδαφ. Ε΄ προσετέθη δια της παρ. 6 εδαφ. ε της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. 12.Διατήρησις συντάξεων κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου. Αι μέχρι της ισχύος της παρούσης τροποποιήσεως απονεμηθείσαι συντάξεις, εφ’ όσον είναι ανώτεραι των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων, εξακολουθούσι καταβαλλόμεναι, χωρίς να τυγχάνωσι ουδεμιάς, εξ οιασδήποτε αιτίας, αυξήσεως. Οι συνταξιούχοι της περιπτώσεως ταύτης, δύνανται να τύχωσι μείζονος της ήδη καταβαλλομένης συντάξεως, μόνον εφ’ όσον, μεθ’ εκάστην αναπροσαρμογήν των συντάξεων περί ης η παρ. 6, η σύνταξίς των, υπολογιζομένη βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι μεγαλυτέρα της ήδη καταβαλλομένης. (Αντί για τη σελ. 2039(α) Σελ. 2039(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 135 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής «12α.Εις τους συνταξιούχους του Ταμείου τους δικαιουμένους συντάξεως την 1ην Αυγούστου, καταβάλλεται καθ’ έκαστον έτος μετά της συντάξεως του μηνός τούτου, πρόσθετος προσωποπαγής (μη κληρονομουμένη), παροχή, ίση με το ήμισυ της κατά την ημέραν ταύτην μηνιαίας αυτών συντάξεως. Εις τους συνταξιούχους, ων η συνταξιοδότησις άρχεται μετά την 1ην Αυγούστου, η άνω πρόσθετος παροχή, κατά το πρώτον έτος της συνταξιοδοτήσεώς των, καθορίζεται εις το ήμισυ της συντάξεως της ημέρας ενάρξεως της συνταξιοδοτήσεώς των και καταβάλλεται μετά της πρώτης αυτών συντάξεως. Η ανωτέρω, κατ’ έτος πρόσθετος παροχή, καθορίζεται εις το ήμισυ της ης δικαιούνται μηνιαίας συντάξεως την 1ην Αυγούστου ή την ημέραν ενάρξεως συνταξιοδοτήσεώς των, δια τους συνταξιοδοτουμένους μετά την 1ην Αυγούστου. Δεν δικαιούνται της άνω προσθέτου παροχής κατά το έτος ενάρξεως συνταξιοδοτήσεώς των, οι τυχόντες συντάξεως μετά την 1ην Ιανουαρίου του αυτού έτους: α)Ιδίω δικαίω συνταξιούχοι λαβόντες ή δικαιούμενοι να λάβωσι κατά το αυτό έτος επίδομα αδείας παρά της εξ ης εξήλθον Τραπέζης. β)Δικαιοδόχοι θανόντος συνταξιούχου όστις έλαβε παρά του Ταμείου κατά το αυτό έτος την άνω πρόσθετον παροχήν και γ)Δικαιοδόχοι θανόντος ησφαλισμένου, εφ’ όσον ο ίδιος έλαβεν ή οι κληρονόμοι του έλαβον ή δικαιούνται να λάβωσιν επίδομα αδείας δια το αυτό έτος υπό της παρ’ η υπηρέτει ο ησφαλισμένος Τραπέζης. Β΄. Η πρόσθετος παροχή δια το έτος 1964 περιορίζεται εις το έν τέταρτον της συντάξεως μηνός Αυγ. 1964 δια τους κατά τον μήνα τούτον δικαιούχους συντάξεως. Προκειμένου περί συνταξιούχων, ων η έναρξις συνταξιοδοτήσεως εγένετο εντός μεν του 1964 αλλά μετά την 31ην Αυγούστου, η πρόσθετος παροχή υπολογίζεται επί της συντάξεως ης θα εδικαιούτο κατά τον μήνα Αυγ. 1964 αν καθίσταντο από μηνός τούτου συνταξιούχοι. Κατά τα λοιπά ισχύουσι και δια το έτος 1964 αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφ. Α΄. Γ΄. Αι υπό των λοιπών διατάξεων του Κανονισμού καθοριζόμεναι μηνιαίαι συντάξιμοι αποδοχαί δεν προσαυξάνονται δια των επιδομάτων αδείας Χριστουγέννων και Πάσχα. ή οιασδήποτε ετέρας τακτικής ή εκτάκτου παροχής». «13)Τα κλάσματα της δραχμής παραλείπονται κατά τον υπολογισμόν των συντάξεων αι δε επ’ αυτών επιβαρύνσεις ενεργούνται ως μέχρι τούδε. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων». 14.Ισχύς. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των άρθρ. 7 και 8 του Κανονισμού άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης τροποποιήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 10 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον». Το άρθρ. 10 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. α)25446/Ε. 725 της 24/29 Απρ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 121) (διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 312/1958) αποφ. Υπ. Εργασίας, β)63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 298), γ)73763/Ε. 1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) και δ)16730/Ε. 225 της 17 Φεβρ./6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) (διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 293 και 386/1965), ομοίων αποφάσεων, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 45/3/178 της 4/12 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 273 της 3 Μαρτ. 1975). «Η ως άνω πρόσθετος παροχή δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να καταβάλλεται την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους αντί της 1ης Αυγούστου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις, προσετέθη δια της παρ. 6 εδάφ. ς της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. Επιμερισμός συντάξεων Άρθρ.11.-1.Εις περίπτωσιν υπάρξεως πλειόνων του ενός δικαιοδόχων η συνολική σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών ως ακολούθως: α)Αν δικαιούχοι είναι μόνον η χήρα σύζυγος του ησφαλισμένου και η μήτηρ αυτού, η μεν πρώτη λαμβάνει 60% της επιμεριζομένης συντάξεως η δε μήτηρ 40%. β)Αν δικαιοδόχοι είναι η χήρα σύζυγος του ησφαλισμένου, τέκνα και μήτηρ αυτού, η μήτηρ λαμβάνει ποσοστόν 20% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως. Εκ του υπολοίπου (ή επί του συνόλου της συντάξεως, αν δεν τυγχάνη δικαιοδόχος η μήτηρ του ησφαλισμένου) η χήρα σύζυγος λαμβάνει 60% αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου, όπερ λαμβάνει 40% και 60% αν συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων, άτινα λαμβάνουσι τα έτερα 50% κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι η μήτηρ του ησφαλισμένου και τέκνα αυτού η μήτηρ λαμβάνει 40% της επιμεριζομένης συντάξεως, αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου όπερ λαμβάνει 60% εξ αυτής, αν δε συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων του ησφαλισμένου αύτη λαμβάνει (Αντί της σελ. 2041) Σελ. 2041(α) Τεύχος 607 Σελ. 133 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 25% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως, του υπολοίπου επιμεριζομένου περαιτέρω μεταξύ των τέκνων κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα, η σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. Τα εντός «» του εδαφ. β΄ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298) αι διατάξεις δε αύται έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των απονεμηθησομένων συντάξεων. γ)Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως τέκνων, εκ προηγουμένου γάμου, του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο επιμερισμός της συντάξεως, μεταξύ πλειόνων δικαιοδόχων γίνεται κατά τα ανωτέρω, προσαυξανομένης της μερίδος των εκ προηγουμένου γάμου τέκνων κατά 20% καθ’ ο ποσόν μειούνται εξ ίσου τα μερίδια των υπολοίπων. Αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν έχουσιν εφαρμογήν αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. δ)Η σύνταξις των δικαιοδόχων των περιπτ. ς΄ και ζ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των ήδη απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των άρθρ. 7, 8, 9 του Κανονισμού, άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης τροποποιήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 11 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον». Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 25446/Ε. 725 της 24/29 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 121- διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 312/1958). Επιστροφή κρατήσεων Άρθρ.12.-«1.Εις τους εξερχομένους της υπηρεσίας εκ της οικείας Τραπέζης, λόγω ορίου ηλικίας, πλήρους ανικανότητος ή θανάτου, προ της συμπληρώσεως των προς απονομήν συντάξεως απαιτουμένων προϋποθέσεων αλλά μετά την συμπλήρωσιν πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας εν τη οικεία Τραπέζη, ησφαλισμένης συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού του Ταμείου, καταβάλλεται τη αιτήσει των, υπό τους κάτωθι όρους, δι’ επιστροφήν των εις το Ταμείον καταβληθεισών εισφορών, ειδική εφ’ άπαξ ασφαλιστική αποζημίωσις συνισταμένη. α)Εκ του διπλασίου του οργανικού μισθού του βαθμού εισόδου των εις την Τράπεζαν, του ισχύοντος κατά τον χρόνον της υποβολής της σχετικής αιτήσεως, και Σελ. 2042(α) Τεύχος 607 Σελ. 134 β)Εκ 5% των μηνιαίων, κατά το άρθρ. 10 του Κανονισμού συνταξίμων αυτών αποδοχών δι’ έκαστον μήνα ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού, δι’ ον κατεβλήθησαν αι υπό του άρθρ. 5 του Κανονισμού καθοριζόμεναι εισφοραί. Εις ην περίπτωσιν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 10ετή κατά τα ανωτέρω, ασφάλισιν εις το Ταμείον, η ειδική ασφαλιστική αποζημίωσις του παρόντος εδαφ. β΄ υπολογίζεται προς 10%. 2.Εις ην περίπτωσιν η έξοδος εκ της υπηρεσίας του ησφαλισμένου επέρχεται λόγω θανάτου, της κατά τα ανωτέρω ειδικής εφ’ άπαξ ασφαλιστικής αποζημιώσεως δικαιούνται οι κατά το άρθρ. 8 δικαιοδόχοι αυτού, υποβάλλοντες την σχετικήν αίτησιν, εφ’ όσον συντρέχουσιν εις τα πρόσωπα αυτών, άπασαι αι λοιπαί προϋποθέσεις του άρθρου τούτου, η δε μη συνταξιοδότησίς των οφείλεται εις την μη συμπλήρωσιν υπό του θανόντος ησφαλισμένου της απαιτουμένης, δια την συνταξιοδότησίν των, συνταξίμου υπηρεσίας. Εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων δικαιούχων η αποζημίωσις επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του Κανονισμού, εφαρμοζομένας αναλόγως. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν επί των εφεξής εξερχομένων της υπηρεσίας». Το άρθρ. 12 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Απώλεια δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή μηνιαίας συντάξεως εις τους εκ της υπηρεσίας των τριών Τραπεζών αποχωρούντας ησφαλισμένους ή εις τας οικογενείας αυτών, κατά τας διατάξεις των Άρθρ.13.-Αποβάλλουσιν το προς σύνταξιν δικαίωμα: α)Ο συνταξιούχος εάν καταδικασθή δι’ αμετακλήτου αποφάσεως επί κακουργήματι ή πλημμελήματι δια πράξεις περί την υπηρεσίαν Τραπέζης. «Εάν όμως υπάρχουσι σύζυγος ή τέκνα, άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά τους όρους του άρθρ. 8, καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις, ήτις θα τοις απενέμετο εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. β)»Η εις γάμον ελθούσα θυγάτηρ ή χήρα σύζυγος ή μήτηρ εις νέο τοιούτον, είτε κατά το ημεδαπόν, είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον, ως και η συνεπεία δικαστικής αποφάσεως εκπεσούσα της επιτροπείας των τέκνων της χήρα σύζυγος δι’ αισχράν διαγωγήν». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 45/2446 της 2/17 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 814) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «γ)Συνταξιούχοι του Ταμείου, συνταξιοδοτούμενοι παρ’ αυτού είτε ιδίω δικαίω, είτε ως δικαιοδόχοι θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου εάν δεν δηλώσωσι εγκαίρως εις το Ταμείον επισυμβάσαν περίπτωσιν επιφέρουσαν ελάττωσιν ή τροποποίησιν της συντάξεώς των. Δια την περίπτωσιν ταύτην απαιτείται η κρίσις και η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου προς αποβολήν του προς σύνταξιν δικαιώματος, δυναμένου να επιβάλη πρόστιμον της αποβολής του προς σύνταξιν δικαιώματος». Η παρ. γ του άρθρ. 13 ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). «Δ)Πρόσωπα δικαιούμενα συντάξεως ως διακοδόχοι θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου δια τον θάνατον του οποίου κατεδικάσθησαν ως υπαίτια εκ προθέσεως εις οιανδήποτε ποινήν». Η παρ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). Χορήγησις δανείων εις συνταξιούχους Άρθρ.13α.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεώς του, εντός της εγκρίσεως της παρασχεθησομένης υπό της Νομισματικής Επιτροπής και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, να προβαίνη εις την χορήγησιν δανείων προς τους συνταξιούχους του Ταμείου, εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α)Καθ’ εκάστην τριετίαν εις άπαντας γενικώς τους συνταξιούχους του Ταμείου προς κάλυψιν αναγκών αυτών, μεχρι του ποσού μιας μηνιαίας συντάξεως, επί τόκω 5% ετησίως. Η εξόφλησις του δανείου τούτου ενεργείται δια 36 μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, παρακρατουμένων εκ της καταβαλομένης μηνιαίας συντάξεως, αρχής γενομένης από της 1ης του μεθεπομένου μηνός της χορηγήσεως του δανειου, μη ενεργουμένης παρακρατήσεως προς εξόφλησιν του δανείου κατά τους μήνας Ιανουάριον και Μάιον εκάστου έτους. «β)Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά την κρίση του Δ. σ. του Ταμείου, ανεξάρτητα από το χορηγούμενο δάνειο κατά τις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, μπορεί να χορηγείται δάνειο στους συνταξιούχους για κάλυψη επιτακτικών και επιβεβλημένων αναγκών αυτών, μέχρι του ποσού 2 μηνιαίων συντάξεων και με ετήσιο τόκο οριζόμενο με απόφαση του Δ. Σ. του Ταμείου και μέσα στα πλαίσια των εκάστοτε αποφάσεων της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Η εξόφληση του δανείου αυτού γίνεται σε 24 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, παρακρατουμένων από την καταβαλλομένη μηνιαία σύνταξη με αρχή την 1η του μεθεπόμενου μήνα της χορήγησης του δανείου». Η περίπτ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π. Δ. 366/27 Αυγ. – 9 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 163). Το άρθρ. 13α, τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 73763/Ε/1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) αποφ. Υπ. Εργ., ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 8 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) αποφάσεως Υπουργού Κοινων. Υπηρεσιών. Χορήγησις βοηθημάτων Άρθρ.13β.-«1.Εις τους συνταξιούχους πλην της μηνιαίας συντάξεώς των, δύναται το Δ. Σ. μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας, ν’ αποφασίση την καταβολήν μιας πλήρους συντάξεως επί ταις εορταίς τωνΧριστουγέννων και ημισείας συντάξεως επί ταις εορταίς του Πάσχα. 2.Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των ήδη απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των άρθρ. 7, 8 και 9 του Κανονισμού, άρχεται πό της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης τροποποιήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 13β του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον». Το άρθρ. 13β ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 25446/Ε. 725 της 24/29 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 121- διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 322/1958). (Αντί για τη σελ. 2043(β) Σελ. 2043(γ) Τεύχος Ι-22 Σελ. 141 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 Τρόποι καταβολής συντάξεως Άρθρ.14.-1.Το ποσόν των συντάξεων καταβάλλεται εις την αρχήν εκάστου μηνός εντολή της υπηρεσίας του Ταμείου παρά των ταμιών του τε Κεντρικού Καταστήματος και των Υποκαταστημάτων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, οίτινες εισίν υπεύθυνοι και δια την ταυτότητα των δικαιούχων. 2.Καθ’ όσον δε αφορά τους εν τη αλλοδαπή μένοντας συνταξιούχους απαιτείται πιστοποιητικόν της αρμοδίας προξενικής αρχής ή, εν ελλείψει τοιαύτης, της επιτοπίου, βεβαιούν ότι ο συνταξιούχος υπάρχει εν τη ζωή και δεν συνέβη εις αυτόν ουδεμία εκ των περιστάσεων, αίτινες επιφέρουσι την ελάττωσιν ή τροποποιησιν της συντάξεως. Πληρωμή κατά το τρίμηνον από της εξόδου ή του θανάτου Άρθρ.15.-Το προς σύνταξιν δικαίωμα γεννάται δια τον εκ της υπηρεσίας εξερχόμενον μέτοχον ή την οικογένειαν του εν τη υπηρεσία θνήσκοντος τοιούτου μετά τρίμηνον από της ημέρας της εξόδου ή του θανάτου, εφ’ όσον κατά το τρίμηνον τούτο καταβάλλονται υπό των Τραπεζών της Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος τω μετόχω ή τη οικογενεία του αποδοχαί ενεργείας. Πάντως το τρίμηνον τούτο δεν θεωρείται συντάξιμον, της ημέρας της εξόδου ή του θανάτου αποτελούσης το τέρμα της συνταξίμου υπηρεσίας. Ειδικά θέματα δικαιοδόχων Άρθρ.16.-«1.Εις τους κατά το άρθρ. 8 και 9 δικαιοδόχους θανόντος συνταξιούχου καταβάλλεται επί τρίμηνον από της ημέρας του θανάτου του ακεραία η σύνταξις αυτού, της νέας συντάξεώς των αρχομένης μετά το τρίμηνον τούτο. Εφ’ όσον όμως ο θανών δεν διήνυσεν εν ζωή ολόκληρον τον χρόνον δι’ ον είχεν εισπράξει την σύνταξίν του, εκπίπτεται εκ της συντάξεως των δικαιοδόχων αυτού το εισπραχθέν τμήμα της συντάξεως το αναλογούν εις το μετά τον θάνατόν του χρονικόν διάστημα. 2.Οφειλαί θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου προς τον Ταμείον εξοφούνται υποχρεωτικώς δια μηνιαίων κρατήσεων εκ 10% επί της συντάξεως των κατά το άρθρ. 8 και 9 δικαιοδόχων αυτού. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων». Το άρθρ. 16 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). Περίπτωσις πλειόνων συντάξεων Άρθρ.17.-Εις ην περίπτωσιν υφίσταται συρροή συντάξεων εκ του Ταμείου εκ πλειόνων αιτιών, εις το αυτό πρόσωπον, το σύνολον των απονεμητέων συντάξεων εις το αυτό πρόσωπον περικόπτεται καθ’ ο ποσόν υπερβαίνει την εκάστοτε υπό του Κανονισμού του Ταμείου προβλεπομένην ανωτάτην σύνταξιν. Σελ. 2044(γ) Τεύχος Ι-22 Σελ. 142 Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξης απονεμηθησομένων συντάξεων». Το άρθρ. 17 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.18.-«Κατά την συγκεφαλαίωσιν του προς απόλαυσιν της συντάξεως ωρισμένου χρόνου, το έλαττον των 12 μηνών χρονικόν διάστημα λογίζεται ως πλήρες έτος εάν είναι εξάμηνον ή και ανώτερον, μόνον δια τον υπολογισμόν των συνταξίμων ετών και της πραγματικής υπηρεσίας παρά ταις Τραπέζαις Ελλάδος και Κτηματικής, ενώ δια τας λοιπάς περιπτώσεις απαιτείται συμπεπληρωμένον έτος προς υπολογισμόν. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των ήδη απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των άρθρ. 7 και 8 του Κανονισμού άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης τροποποιήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 18 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον». Το άρθρ. 18 ετροποποιήθη ως ανωτέρω διατης υπ’ αριθ. 25446/Ε. 725 της 24/29 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 121- διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 322/1958). άρθρ. 7 και 8 του παρόντος Κανονισμού. Καθήκοντα και δικαιώματα Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.19.-1.Προς πιστοποίησιν της ανικανότητος προς εργασίαν, γνωμοδοτεί Συμβούλιον εκ τριών επιστημόνων ιατρών, ων είς υποδεικνυόμενος υπό του ενδιαφερομένου και δύο οριζόμενοι υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφαίνεται δε το τελευταίον τούτο, ορίζον την απονεμητέαν επί τη βάσει του παρόντος σύνταξιν και δυνάμενον, προς διαπίστωσιν της εξακολουθήσεως ή μη της ανικανότητος, να αξιοί την προσαγωγήν σχετικών πιστοποιητικών. 2.Η υπό άλλων ιατρών πιστοποίησις δεν δύναται να ληφθή υπ’ όψιν, απαιτουμένης απαραιτήτως της γνωμοδοτήσεως των ως άνω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου οριζομένων ιατρών. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής «3.Η κάθε φορά σύνταξη των συνταξιοδοτουμένων από το Ταμείου συνταξιούχων λόγω πλήρους ανικανότητας για εργασία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 7 και 9 του Κανονισμού του Ταμείου που έχουν οποιαδήποτε πρόσοδο από προσωπική εργασία περικόπτεται κατά το ποσό που η σύνταξη μαζί με τις προσόδους από την εργασία τους και με τα από τα από κάθε άλλη πηγή έσοδά τους υπερβαίνουν τον κάθε φορά βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του Ενιαίου Μισθολογίου των Τραπεζών, αναστέλλεται δε η συνταξιοδότηση για όσο χρονικό διάστημα οι πρόσοδοί τους από την προσωπική εργασία τους και οι από κάθε άλλη πηγή πρόσοδοι τους υπερβαίνουν τον κάθε φορά βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του Κύριου Προσωπικού του Ενιαίου Μισθολογίου των Τραπεζών. Εφ’ όσον όμως οι δικαιούχοι της κατηγορίας αυτής συμπλήρωσαν 10 ετών πλήρη και συνεχή συνταξιοδότηση κατά το διάστημα της οποίας ούτε ικανοί για εργασία κρίθηκαν, σύμφωνα με τα παραπάνω, ούτε ανεστάλη η συνταξιοδότησή τους γίνεται οριστική χωρίς παραπέρα έλεγχο της ικανότητάς τους για εργασία ή της υπάρξεως προσόδων από προσωπική εργασία». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 8 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. Σφάλμ. ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 4.Οι ησφαλισμένοι ή συνταξιούχοι υποχρεούνται να υποβάλλουσιν εις το Ταμείον, εφ’ άπαξ ή περιοδικώς, μετ’ απόφασιν του Δ. Σ. εντός τασσομένης προθεσμίας, υπευθύνους δηλώσεις και πιστοποιητικά περί της προσωπικής, οικογενειακής ή οικονομικής των καταστάσεως, του Δ. Σ. δικαιουμένου εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου υποβολής, να αναστείλη την αναγνώρισιν δικαιωμάτων ή την χορήγησιν της συντάξεως ή οιασδήποτε παροχής, εφ’ όσον ταύτα ήρτηνται εκ της υπάρξεως προϋποθέσεων περί ων το περιεχόμενον των υπευθύνων δηλώσεων και πιστοποιητικών. Αι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των περιπτώσεων των ήδη συνταξιούχων και ησφαλισμένων, όσον και των εφεξής συνταξιοδοτουμένων και ασφαλιζομένων εις το Ταμείον». Αι παρ. 3 και 4 προσετέθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564//Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). Άρθρ.20.-1.Ενός μηνός από της λήξεως εκάστου έτους, η υπηρεσία του Ταμείου συντάσσει και δημοσιεύει λεπτομερώς τον απολογισμόν της διαχειρίσεως μετά του ισολογισμού του Ταμείου δια το λήξαν έτος ον υποβάλλει εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου και το αρμόδιον Υπουργείον. «2.Ο έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου ενεργείται υπό τριμελούς Επιτροπής οριζομένης δι’ αποφάσεως του Υποουργού της Εργασίας εκ δύο υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας και ενός εκπροσώπου των ησφαλισμένων». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). «3.Ο προληπτικός έλεγχος των δαπανών και γενικώς των πληρωμών του Ταμείου, των μη αφορωσών ασφαλιστικάς παροχάς ή, μετ’ απόφασιν του Δ. Σ., και των πληρωμών των αφορωσών ασφαλιστικάς παροχάς, ασκείται υπό των ειδικών υπαλλήλων υπηρετούντων εις το Ταμείον. Ο έλεγχος ούτος συνίσταται εις την βεβαίωσιν ότι προηγήθη η συμφώνως προς τας ισχυούσας διατάξεις του Κανονισμού του Ταμείου έγκρισις της υποκειμένης εις προληπτικόν έλεγχον δαπάνης προ της, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πραγματοποιήσεως της δαπάνης αύτης. 4.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι αποφάσεώς του να εγκρίνη, δαπάναις του Ταμείου, την καταβολήν εξόδων κινήσεως εις υπαλλήλους υπηρετούντας παρ’ αυτώ». Αι ανωτέρω υπ’ αριθ. 3 και 4 παράγραφοι προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ.645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). Άρθρ.21.-«Πάσα οφειλή του Ταμείου προς συνταξιούχον, ησφαλισμένον ή διακόψαντα την παρ’ αυτώ ασφάλισίν του άνευ δικαιώματος συντάξεως παραγράφεται μετά πενταετίαν, αφ’ ης κατέστη αύτη απαιτητή περιερχομένη εις τα Κεφάλαια αυτού». Το άρθρ. 21 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ.563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). «Οφειλαί συνταξιούχων ή εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένων προς το Ταμείον, προερχόμεναι εξ οιασδήποτε αιτίας, εισπράττονται υποχρεωτικως δια μηνιαίων κρατήσεων εκ της συντάξεώς των ή των αποδοχών των εκ της παρ’ η εργάζονται Τραπέζη μη υπερβαινουσών το έν τέταρτον της μηνιαίας συντάξεώς των ή των μηνιαίων αποδχών των. Το Ταμείον πάντως δύναται να επιδιώξη της είσπραξιν των οφειλών τούτων δια παντός ετέρου νομίμου μέσου και εφ’ όσον δι’ ειδικών διατάξεων του Κανονισμού του Ταμείου δεν προβλέπεται διάφορος τρόπος εισπράξεως». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). (Αντί για τη σελ. 2045) Σελ. 2045(α) Τεύχος Ζ32 Σελ. 137 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 Πρόσθετος συντάξιμος χρόνος Αρθρ.22.-«1.Εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου αναγνωρίζεται, τη αιτήσει των, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., επί καταβολή εισφοράς, και υπό τους εν τω παρόντι άρθρω λοιπούς όρους και περιορισμούς ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος. α)Η προ του διορισμού των εις την Τράπεζαν της Ελλάδος και την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος (ή την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, δια τους προερχομένους εξ αυτής ) και προ της ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, διανυθείσα παρ’ αυτών έμμισθος κατά κύριον και αποκλειστικόν επάγγελμα και με πλήρη απασχόλησιν, υπηρεσία των παρά τω Ελληνικώ Δημοσίω, παρά Ν.Π.Δ.Δ. ή παρ’ Ανωνύμω Εταιρεία, εφ’ όσον διέκοψαν ταύτην και δι’ ην δεν έτυχον και δεν εδικαιούντο ουδέ δικαιούνται να τύχωσι συντάξεως, ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδηποτε πηγής. β)Ο χρόνος ον διήνυσαν εν ασφαλίσει, προ της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου, εις ετέρους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς κυρίας ασφαλίσεως δια τον Κλάδον Συνταξεως, εφ’ όσον διέκοψαν την παρ’ αυτοίς ασφάλισίν των και δι’ ον δεν έτυχον και δεν εδικαιούντο ουδέ δικαιούνται συντάξεως,ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγής. γ)Η προ της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου διανυθείσα στρατιωτική υπηρεσία των εξ αυτών εχόντων την ιδιότητα του Παλ. Πολεμιστού συμφώνως τοις Α.Ν. 28/31 10.35, 244/1936 και 771/ 1937 ως και των υπαγομένων εις τας διατάξεις των Νόμ. 751/48 και 1836/51 και του άρθρ. 9 του Α.Ν. 1799/42, ως τούτο ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 1764/44, εφ’ όσον ο χρόνος διαρκείας αυτής, δεν ελήφθη υπ’ όψιν, εν όλω ή εν μέρει δια την χορήγησιν συντάξεως, η μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγης. δ)Ησφαλισμένος δεν δικαιούται εις αναγνώρισιν ως προσθέτου συνταξίμου χρόνου προϋπηρεσίας, κλπ., περι ών τα προηγούμενα εδάφ. α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου ταύτης, εφ’ όσον κατά την διάρκειαν αυτής ήτο δι’ οιονδήποτε λόγον ησφαλισμένος εις έτερον Ταμείον κυρίας ασφαλίσεως ή παρά τω Ελλην. Δημοσίω, παρ΄τινος των οποίων έλαβεν σύνταξιν, ή παρ’ ω εξακολουθεί να είναι ησφαλισμένος και εφ’ όσον ο χρόνος καθ’ ον διηνύθη η προϋπηρεσία κλπ., είναι σύνταξιμος παρά τω Ταμείω τούτω ή τω Ελλην. Δημοσίω. Εν ουδεμιά περιπτώσει αναγνωρίζεται συντάξιμος χρόνος δια το αυτό χρονικόν διάστημα εκ διαφόρων αιτιών, λαμβανομένης μόνον υπ’ όψιν της μιας τοιαύτης, ή πρόσθετος συντάξιμος χρόνος αναγνωρισθείς παρ’ ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσιου. Σελ. 2046(α) Τεύχος Ζ32 Σελ. 138 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Αποφάσεις του Δ.Σ. δι’ ων αναγνωρίζεται πρόσθετος συντάξιμος χρόνος βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ή δι’ ων ανεγνωρίσθη τοιούτος βάσει των διατάξεων της προϋσχυσάσης νομοθεσίας, ανακαλούνται υποχρεωτικώς υπό του Δ.Σ. αφ’ ης μεταβληθώσιν αι προϋποθέσεις υφ’ ας εγένετο η αναγνώρισις, επιστρεφομένων ατόκων των σχετικών εισφορών μετ’ αφαίρεσιν των τυχόν καταβληθεισών παροχών. ε)Ησφαλισμένος έχων προϋπηρεσίαν παρά Ν.Π.Ι.Δ. ή παρ’ Επιχειρήσει μη Ανωνύμω Εταιρεία εφ’ όσον το Ν.Π.Ι.Δ. μετετράπη εις Ν.Π.Δ.Δ (ή εις Δημ. Υπηρεσίαν) ή η Επιχείρησις μετετράπη εις Ανώνυμον Εταιρείαν δικαιούται να αναγνωρίση κατά το εδάφ. α΄ και υπό του λοιπούς όρους, περιορισμούς και προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και το τμήμα της προϋπηρεσίας του καθ’ ο το Ν.Π.Δ.Δ. (ή η Δημ. Υπηρεσία) ήτο Ν.Π.Ι.Δ. ή η Επιχείρησις δεν ήτο Ανώνυμος Εταιρεία. Τα σχετικά πιστοποιητικά προϋπηρεσίας δέον απαραιτήτως να εκδίδωνται υπό της Ανων. Εταιρείας ή του Ν.Π.Δ.Δ. ή της Δημ. Υπηρεσίας. 2.α)Ο κατά τα εδαφ. α, β, γ και ε της προηγουμένης παραγράφου χρόνος, εν συνόλω λαμβανόμενμος, αναγνωρίζεται ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος, υπό τους κάτωθι περιορισμούς: Τα πρώτα πέντε έτη αναγνωρίζονται εξ ολοκλήρου. Εκ των επομένων πέντε αναγνωρίζονται τα 3/5 και εκ των υπολοίπων τα ήμισυ. Εν ουδεμιά περιπτώσει, το σύνολον του κατά την προηγουμένη παράγραφον αναγνωριζομένου προσθέτου συνταξίμου χρόνου, δύναται να υπερβή τα 15 έτη. Δια την εφαρμογήν των περιορισμών της παρούσης παραγράφου συνυπολογίζονται, προς εξεύρεσιν του αναγνωριστέου προσθέτου συνταξίμου χρόνου, και τα ήδη αναγνωρισθέντα πρόσθετα συντάξιμα έτη βάσει εκδοθεισών ήδη αποφάσεων του Δ.Σ. β)Ίνα αναγνωρισθή ο κατά την προηγουμένην παράγραφον πρόσθετος συντάξιμος χρόνος δέον ο ησφαλισμένος να έχη δεκαετή ασφάλισιν παρά τω Ταμείω συμφώνως τω άρθρ. 6, ή συμπεπληρωμένην πενταετή εν περιπτώσει εξόδου εκ της υπηρεσίας του ησφαλισμένου λόγω θανάτου ή πλήρους ανικανότητος προς εργασίαν ή συμπεπληρωμένην 8ετή προκειμένου περί εξόδου εκ της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας Παλαιού Πολεμιστού υπαγομένου εις τας διατάξεις του Α. Ν. 28/31.10.1935, 244/1936 και 771/1937. «Κατ’ εξαίρεσιν η αναγνώρισις του ως άνω προσθέτου συνταξίμου χρόνου δύναται να γίνη, τη αιτήσει του ησφαλισμένου , προ της συμπληρώσεως των εν ετω προηγουμένω εδαφίω οριζομένων προθεσμιών, υπό τον πρόσθετον όρον, ότι τα εκ ταύτης κτώμενα δικαιώματα θέλουν ισύσει μετά την πάροδον των προθεσμιών τούτων». Το ανωτέρω εντός «δεύτερον εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45/3/6375/73 της 22 Φεβρ./7 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 279) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. γ)Δια την αναγνώρισιν του προσθέτου συνταξίμου χρόνου, δέον να υποβάλλωσιν οι ησφαλισμένοι σχετικήν αίτησιν, υπεύθυνον δήλωσιν περί της αληθείας των εν τη αιτήσει και τοις σχετικοίς πιστοποιητικοίς αναφερομένων, και πλήρη και επίσημα διακιολογητικά, δι’ ων να βεβαιούται η κατά τα ανωτέρω προϋπηρεσία κλπ. αυτών και η ύπαρξις των εν τω παρόντι άρθρω καθοριζομένων προϋποθέσεων. Παραίτησις από της δικαιουμένης συντάξεως ή μη λήψις αυτής ή μη υποβολή αιτήσεως κλπ., δια την απονομήν της δια προϋπηρεσίαν, χρόνον εν ασφαλίσει εις έτερον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν κλπ., περί ων η πρώτη παράγραφος του παρόντος άρθρου, δεν δημιουργεί δικαίωμα αναγνωρίσεως προσθέτου συνταξίμου χρόνου. Ένορκοι καταθέσεις και δικαστικαί αποφάσεις, εκδιδόμεναι μόνον βάσει ενόρκων καταθέσεων ή πιστοπιητικά, εκδιδόμενα βάσει υπευθύνων δηλώσεων ή ενόρκων καταθέσεων, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν ως αποδεικτικά στοιχεία δια την αναγνώρισιν προσθέτου συνταξίμου χρόνου. Εφ’ όσον δια την υπηρεσίαν την προβλεπομένη υπό του εδαφ. α΄ της 1ης παραγράφου οι ησφαλισμένοι έδει, κατά την ισχύουσαν κατά την διάρκειαν αυτής νομοθεσίαν να ώσιν ησφαλισμένοι εις Ασφαλιστικούς οργανισμούς, ο πρόσθετος συντάξιμος χρόνος αναγνωρίζεται βάσει του εδαφ. β΄ της αυτής παραγράφου, προσκομιζομένου απαραιτήτως σχετικού πιστοποιητικού του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού. 3.Η εισφορά δια την ανγνώρισιν του προσθέτου συνταξίμου χρόνου υπολογίζεται ως ακολούθως: «α.Η εισφορά για την αναγνώριση του πρόσθετου συντάξιμου χρόνου υπολογίζεται με βάση τις ετήσιες αποδοχές των ασφαλισμένων, οι οποίες υπόκεινται σ’ αυτήν κατά το μισθολόγιο το ισχύον την ημέρα της εκδόσεως της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου για την αναγνώριση του χρόνου αυτού και οι οποίες αντιστοιχούν στον βασικό μισθό τον προσδιοριζόμενο από το κλιμάκιο του ενιαίου Μισθολογίου των Τραπεζών, που έχει ενταχθεί ο ασφαλισμένος, στο επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, στο επιστημονικό επίδομα στο επίδομα θέσεως, στο ποσό ΑΤΑ και στα επιδόματα εορτών και αδείας τα υπολογιζόμενα επί των παραπάνω ετησίων αποδοχών. β.Προκειμένου να αναγνωρισθεί πρόσθετος συντάξιμος χρόνος σε συνταξιούχο του Ταμείου, σαν βάση για τον υπολογισμό της εισφοράς λαμβάνονται οι υποκείμενες στην εισοφορά κατά την ημέρα της αναγνωρίσεως ετήσιες κατά την παραπάνω έννοια, αποδοχές ασφαλισμένου σε ενεργό υπηρεσία, ο οποίος εντάσσεται στο ίδιο με τον συνταξιούχο κλιμάκιο και για τον οποιο συντρέχουν και όλα τα άλλα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία συνταξιοδοτείται ο συνταξιούχος» Οι περιπτ. α και β αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 4 της Β2/45/3/675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «γ)Η κατά τα ανωτέρω καθοριζομένη εισφορά εξοφλείται είτε εφ’ άπαξ, είτε, προκειμένου περί εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένων, δια μηνιαίων κρατήσεων, αναλόγως του ποσού, και κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Δ. Σ. , εκ της μισθοδοσίας των ησφαλισμένων, της κρατήσεως ταύτης μη δυναμένης να υπερβή ποσοστόν 10%, ουδέ δυναμένης να αποτελή ποσοστόν έλαττον του 5% επί των πάσης φύσεως τακτικών μηνιαίων, αποδοχών των, προ όμως της πλήρους εξοφλήσεως της εισφοράς ταύτης ουδέν δικαίωμα κτάται ο ησφαλισμένος, είτε ο πρόσθετος συντάξιμος χρόνος ανεγνωρίσθη βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου είτε βάσει εκδοθεισών ήδη αποφάσεων του Δ.Σ. Προκειμένου περί αναγνωρίσεως προσθέτου συνταξίμου χρόνου εις συνταξιούχους, τα οικονομικά αποτελέσμα άρχονται, από της ημερομηνίας αναγνωρίσεως του προσθέτου συνταξίμου χρόνου, υπό την προϋπόθεσιν ότι (Αντί για τη σελ. 2047(β) Σελ. 2047(γ) Τεύχος Ζ32 Σελ. 139 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 θα παρακρατήται εκ της συντάξεώς των η προκύπτουσα διαφορά εκ της επερχομένης αυξήσεως της συντάξεως και ποσοστόν 10% εκ του υπολοίπου αυτής μέχρις εξοφλήσεως της εκ του προσμετρουμένου χρόνου οφειλομένης εισφοράς, της τοιαύτης κρατήσεως μη δυναμένης να υπερβή το 1/4 της συντάξεως, εκτός αν ο πρόσθετος αυτών συντάξιμος χρόνος ανεγνωρίσθη δι’ εκδοθεισών ήδη αποφάσεων του Δ. Σ. , οπότε η εξόφλησις ενεργείται βάσει των προ της δημοσιεύσεως του παρόντος άρθρου ισχυόντων». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ/14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). δ)Προκειμένου περί αναγνωρίσεως ως συνταξίμου χρόνου συμφώνως προς το εδάφ. β΄της 1ης παραγράφου, η οφειλή του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου περιορίζεται εις τα 60% της κατά τα εδάφ. α, β και γ της παρούσης παραγράφου εισφοράς, εκχωρουμένων εις το Ταμείον, βάσει της παρούσης διατάξεως, των δικαιωμάτων αυτού επί του ατομικού του λογαριασμού παρά τω Ασφαλιστικώ Οργανισμώ κλπ., παρ’ ω διηνύθη εν ασφαλίσει ο αναγνωριζόμενος πρόσθετος συντάξιμος χρόνος. Ο κατά το 40% περιορισμός της οφειλής δεν ενεργείται καθ’ ο μέρος το απομένον ποσόν των 60% της αρχικής οφειλής δεν καλύπτει το ποσόν της, συμφώνως τοις εδαφ. α, β κα γ της παρούσης παραγράφου, εισφοράς, αν αύτη υπελογίζετο με συνολικόν ασφάλιστρον εργοδοτικής και εργατικής εισφοράς εξ 9%,. Η υπό τας ανωτέρω προϋποθέσεις μείωσις της οφειλής χωρεί ανεξαρτήτως εισπράξεως, ή μη, παρά του Ταμείου, του εκχωρουμένου ατομικού λογαριασμού. Εις ην περίπτωσιν το Ταμείον εισπράξει τον ατομικόν λογαριασμόν του ησφαλισμένου, επιστρέφει εις αυτόν το ποσόν καθ’ ο ο εισπραχθείς ατομικός λογαριασμός υπερβαίνει τυχόν το ποσόν του 40% της εισφοράς, καθ’ ο περιωρίσθη η οφειλή, μη δικαιούμενον να αναζητήση παρά του ησφαλισμένου συμπλήρωσιν του εισπραχθέντος ατομικού λογαριασμού καθ’ ο ποσόν ούτος υπολείπεται του ποσού της εκπτώσεως. «ε)Η ανεξόφλητος εξ εισφοράς οφειλή του αναγνωρίσαντος πρόσθετον συντάξιμον χρόνον ησφαλισμένου, εξερχομένου της υπηρεσίας εισπράττεται και δια κρατήσεως προς εξασφάλισιν της οποίας το Ταμείον οφείλει να λαμβάνη τα ενδεικνυόμενα μέτρα, εκ των εφ’ άπαξ παροχών, ας δικαιούται ούτος ή, εν περιπτώσει εξόδου του, λόγω θανάτου, οι δικαιοδόχοι αυτού, εκ της εξ ης απεχώρησε Τραπέζης και των Ασφαλιστικών Οργανισμών κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής. Το ανωτέρω υπό στοιχ. ε΄ εδάφιον προσετέθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΕΚ Β΄ 283). Σελ. 2048(γ) Τεύχος Ζ32 Σελ. 140 4.Εις ην περίπτωσιν υφίσταται, ή μέλλει να υφίσταται, υποχρεώσις ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού, ή οιουδήποτε τρίτου δια συμμετοχήν του εις την δαπάνην συνταξιοδοτήσεως συνταξιούχου τινός λόγω ασφαλίσεώς του ή υπηρεσίας του, παρ’ αυτώ ήτις εν όλω ή έν μέρει ανεγνωρίσθη υπό του Ταμείου ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος, το Ταμείον υποχρεούται, εις άμεσον επιστροφήν εις τον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν κλπ. του τυχόν μεταφερθέντος ατομικού λογαριασμού του, περί ου το εδάφ. εδ΄ της προηγουμένης παρ. 3. Εν τοιαύτη περιπτώσει το Ταμείον: α)Δικαούται να εισπράττη δι’ ίδιον αυτού λογαριασμόν παρά του ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού κ.λπ. το ποσόν δι’ ο ούτος θα συμμετέχη εις την δαπάνην συνταξιοδοτήσεως του συνταξιούχου, εφ’ όσον τούτο είναι ίσον ή κατώτερον του ποσού καθ’ ο ηυξήθη η συνταξίς του λόγω της κατά το παρόν άρθρον, αναγνωρίσεως του πρσθέτου συνταξίμου χρόνου. Εις ήν όμως περίπτωσιν το ποσόν τούτο είναι ανώτερον, η εισπραττομένη παρ’ αυτού επί πλέον διαφορά ανήκει εις τον συνταξιούχον, εις ον και υποχρεούται να αποδίδη ταύτην. β)Υποχρεούται εν πάση περιπτώσει να εξακολουθή να καταβάλλη την συμφώνως προς τας διατάξεις του Κανονισμού του καθοριζομένην σύνταξιν εις τον συνταξιούχον, λόγω της παρ’ αυτού αναγνωρίσεως του κατά τα ανωτέρω προσθέτου συνταξίμου χρόνου, και άνευ της συμμετοχής του ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού κλπ. εις την δαπάνην της συνταξιοδοτήσεως. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 5.Υπό των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου οι ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείου ουδέν δικαίωμα κτώνται εις βάρος αυτού ούτε δια την αναγνώρισιν συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή προσθέτου συνταξίμου χρόνου, ούτε δια τον υπολογισμόν της παρ’αυτού καταβαλλομένης συντάξεως, πλην του δικαιώματος να ζητήσωσι, υπό τας εν τη παρ. 4 προϋποθέσεις την επιστροφήν του τυχόν μεταφερθέντος ατομικού των λογαριασμού ή την καταβολήν αυτοίς της τυχόν εισπραττομένης υπό του Ταμείου επί πλέον διαφοράς συντάξεως του εδαφ. α΄ της αυτής παραγράφου και εφ’ όσον πραγματοποιηθή η είσπραξις αύτη υπό του Ταμείου. 6.Αναγνωρίζεται ωσαύτως ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος επί καταβολή εισφοράς, κατά τα εν παρ. 3 του παρόντος άρθρου καθοριζόμενα, μη ισχυουσών εν προκειμένω των περιορισμών της παρ. 2. Α΄. Η άδεια άνευ αποδοχών του ησφαλισμένου υπό τους κάτωθι περιορισμούς: α)Μέχρις ενός μηνός δι’ εκάστον έτος εμμίσθου υπηρεσίας εν τη Τραπέζη της Ελλάδος ή τη Εθνική Κτηματική Τραπέζη της Ελλάδος, ή τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, δια τους εξ αυτής προερχομένους, δι’ οιονδήποτε λόγον και αν εχορηγήθη αύτη και ανεξαρτήτως αν αύτη ήτο συνεχής ή κατά διαστήματα. Δια τους έχοντας συμπληρώσει 20ετή έμμισθον υπηρεσίαν αναγνωρίζεται έν επί πλέον έτος αδείας άνευ αποδοχών. β)Εξ ολοκλήρου, και ασχέτως της κατά το προηγούμενον υπεδάφ. α΄ αναγνωριζομένης, αν εχορηγήθη δια την εκπλήρωσιν στρατιωτικών υποχρεώσεων ή μετά την χρονολογίαν καθ’ ην ο ησφαλισμένος είχε, παραιτούμενος της υπηρεσίας, δικαίωμα συντάξεως, μέχρι δε τεσσάρων ετών εάν εχορηγήθη προς μετάβασιν εις την αλλοδαπήν δι’ εκπαιδευτικούς λόγους. «γ)Η γονική άδεια, μέχρι 2 ετών, που χροηγήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, για την πείοδο της προσχολικής ηλικίας των παιδιών». Η περίπτ. γ΄ προστέθηκε από την Φ. 45/2577/9-31 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 754) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Β΄. Ο χρόνος καθ’ ον ο ησφαλισμένος ελάμβανε το 1/2 ή το 1/3 των αποδοχών του και γενικώς μειωμένας αποδοχάς. Εν τοιαύτη περιπτώσει εκ του χρόνου τουτου θεωρείται ησφαλισμένον ποσοστόν ίσον προς το πσοστόν των αποδοχών άς ελάμβανεν ο ησφαλισμένος, ολοκλήρου του υπολοίπου αναγνωριζομένου ως προσθέτου συνταξίμου χρόνου επί καταβολή εισφοράς κατά τα ανωτέρω. Γ΄.Ο χρόνος καθ’ ον ο ησφαλισμένος διετέλεσεν εις προσωρινήν παύσιν, εφ’ όσον δεν είχε λυθή η εργασιακή του σχέσεις με την οικείαν Τράπεζαν, μη δυνάμενος να υπερβή το έν έτος. Δ΄.Ο χρόνος καθ’ ον ησφαλισμένος απολυθείς υπό της οικείας Τραπέζης, δι’ οιονδήποτε λόγον, ουχί όμως δι’ εγκατάλειψιν θέσεως και απουσίαν εκ της υπηρεσίας, διετέλεσεν εκτός υπηρεσίας, μη μισθοδοτούμενος και επανήλθεν εις την υπηρεσίαν της Τραπέζης θεωρηθείς δια διατάξεως Νόμου, δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως της οικείας Τραπέζης, ως μηδέποτε απολυθείς, υπό τους κάτωθι περιορισμούς: α)Μέχρις ενός έτους, αν επανήλθεν εις την υπηρεσίαν της Τραπέζης, δυνάμει διατάξεως Νόμου ή δικαστικής αποφάσεως, εφ΄ όσον εκτός υπηρεσίας δεν παρέμενεινεν πέραν της διετίας γ)Μέχρι τριών ετών αν επανήλθεν εις την υπηρεσίαν της Τραπέζης δυνάμει διατάξεως, Νόμου ή δικαστικής αποφάσεως εφ’ όσον, αφ’ ενός μεν δεν παρέμεινεν εκτός υπηρεσίας πέραν της πενταετίας, αφ’ ετέρου δε μετά την επάνοδόν του παρέμεινεν εν ενεργώ εμμίσθω υπηρεσία και εν ασφαλίσει εις το Ταμείον, κατά το άρθρ. 6 του Κανονισμού, επί μίαν τουλάχιστον τριετίαν. «Ε΄. Στην περίπτωση απολύσεως για πολιτικούς λόγους, όπως την προβλέπει το άρθρ. 7, παρ. Ι, περίπτ. ζ΄, αναγνωρίζεται χωρίς περιορισμό πρόσθετος συντάξιμος πλασματικός χρόνος μέχρι 15 κατά ανώτατο όριο ετών, ο οποίος μετράται από το χρόνο της απολύσεως μέχρι το θάνατο του ασφαλισμένου ή τη συμπλήρωση από αυτόν, του ισχύοντος κατά την αναγνώριση ορίου ηλικίας ή 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας. Η προσμέτρηση των πλασματικών αυτών ετών δεν έχει αναδρομικές οικονομικές συνέπεις και προϋποθέτει την καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς 15% (10% εργοδότη και 5% ασφαλισμένου), που βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ασφαλισμένο και υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στα εδάφ. α και β, της παρ. 3, του άρθρου αυτού, όπως ισχύουν σήμερα. ΣΤ΄.Με τους ίδιους γενικούς όρους και προϋποθέσεις, που ορίζονται στο άρθρο αυτό, μπορεί επίσης να αναγνωριστεί ως συντάξιμος και ο πριν από την πρόσληψη χρόνος σπουδών του ασφαλισμένου με τους παρακάτω ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις: α)Αναγνωρίζεται ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση ενός μόνο τίτλου σπουδών Ανώτερης ή Ανώτατης Εκπαίδευσης και ενός μόνο τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών. β)Ο χρόνος σπουδών, που αναγνωρίζεται είναι ίσος με τα κατά το χρόνο της αποφοίτησης επίσημα ακέραια χρόνια σπουδών της Ανώτερης ή Ανώτατης Σχολης, της οποίας έχει προσκομίσει πτυχία ή σχετική βεβαίωση εκείνος, που ζητά την αναγνώριση. Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης ή έλλειψης πληρότητας της βεβαίωσης αυτής, αποφασίζει το Διοικητικό συμβούλιο. γ)Ο χρόνος που αναγνωρίζεται για μεταπτυχιακές σπουδές, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 ακέραια χρόνια, εκτός αν πρόκειται για Διδακτορικό οπότε αναγνωρίζονται μέχρι 3 ακέραια χρόνια. (Αντί για τη σελ. 2049(γ) Σελ. 2049(δ) Τεύχος Θ42 Σελ. 119 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 δ)Με το χρόνο, που αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά προσαυξάνεται το ποσό της σύνταξης που απονέμεται κατά 1/35 του 80% των συντάξιμων αποδοχών για κάθε χρόνο σπουδών που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος. ε)Το ασφάλιστρο (εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου) για την εξαγορά του χρόνου σπουδών υπολογίζεται πάνω στο μισθό βάσης του 5ου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, προσαυξανόμενο με τα ποσοστιαία επιδόματα που αναλογούν στο κλιμάκιο αυτό, καθώς και με τα δραχμικά επιδόματα που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά την ημέρα υποβολής της άιτησης για αναγνώριση του χρόνου σπουδών και τα οποία συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του ύψους της σύνταξης με βάση πάντα το 5ο μισθολογικό κλιμάκιο. στ)Χρονικό διάστημα, το οποί οπροσμετρήθηκε ή αναγνωρίστηκε από το Ταμείο ως συντάξιμος χρόνος, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, λόγω διαδοχικής ασφάλισης ,εξαγοράς προϋπηρεσίας ή συμπίπτει με χρόνο σπουδών, δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να υπολογισθεί περισσότερο από μία φορά είτε για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όπου αυτό προβλέπεται, είτε για την προσαύξηση των συντάξιμων αποδοχών ή των συντάξιμων ετών. Η ρύθμιση του εδαφ. ΣΤ΄ επεκτείνεται και στους συνταξιούχους του Ταμείου». Τα εδάφ. Ε΄ και ΣΤ΄ προστέθηκαν από την παρ. 2 της Φ. 45/3/246/13-19 Φεβρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 89) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 7.α)Θέματα, περί ων το παρόν άρθρον, έστω και αν δια ταύτα υπεβλήθησαν σχετικαί αιτήσεις, ρυθμίζονται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων αυτού. Μόνον εκδοθείσαι αποφάσεις του Δ. Σ. δεν θίγονται υπό των ως είρηται διατάξεων, ειμή όπου ρητώς αναφέρεται τούτο. β)Οικονομικά αποτελέσματα υπέρ των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου άρχονται συμφώνως προς τας διατάξεις αυτού και πάντως δεν ανατρέχουσιν εις προγενέστερον χρόνον από της ισχύος του. Από της ισχύος του παρόντος άρθρου δεν αναγνωρίζεται πρόσθετος συντάξιμος χρόνος (μη ησφαλισμένος κατά το άρθρ. 6 του Κανονισμού) άνευ καταβολής εισφοράς εις το Ταμείον, συμφώνως προς τας διατάξεις του Κανονισμού του». Τα άρθρ. 22 και 24 συνεχωνεύθησαν εις έν άρθρον υπ’ αριθ. 22 έχον ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). Σελ. 2050(δ) Τεύχος Θ42 Σελ. 120 «8.Συντάξιμα και εν ασφαλίσει έτη Νομικών Συμβούλων και Δικηγόρων του Ταμείου. α)Τα έτη πραγματικής υπηρεσίας των επί παγία περιοδική αμοιβή παρασχόντων προς το Ταμείον τας υπηρεσίας των Νομικών Συμβούλων και Δικηγόρων από του διορισμού των μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, υπολογίζεται ως χρόνος εν ασφαλίσει παρ’ αυτώ εξ ολοκλήρου ,επί καταβολή(εφ’ άπαξ ή δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου) εισφορών ησφαλισμένου, ως αύται καθορίζονται δια των εδαφ. α, β, γ και δ του άρθρ. 5, της εργοδοτικής εισφοράς βαρυνούσης το Ταμείον. β)Τα κατά το προηγούμενον εδάφιον του παρόντος άρθρου έτη ασφαλίσεως των Νομικών Συμβούλων και Δικηγόρων του Ταμείου, ως και ο κατά την παρ. 5 του άρθρ. 6 χρόνος ασφαλίσεώς των, προστίθενται επί τυχόν ήδη συνταξιούχων του Ταμείου εις τα συντάξιμα έτη του βαθμού με τον οποίον εξήλθον και συνταξιοδοτούνται. γ)Τα εκτός υπηρεσίας έτη των Νομικών Συμβούλων ή Δικηγόρωντου Ταμείου, λόγω απολύσεώς των κατά την από 21.4.1967 μέχρι 23.7.1974 χρονικήν περίοδον εφ’ όσον ούτοι επανήλθον δυνάμει του Ν. Δ. 76/1974 ή του Ν.Δ. 168/1974, λογίζονται εξ ολοκλήρου εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω συμφώνς προς τας διατάξεις των Νομοθετικών τούτων Δ/των, άνευ καταβολής εισφορών. δ)Από της δημοσιεύσεως του παρόντος και εφεξής, αι μεν κατά τα εδάφ. α, β, γ και δ του άρθρ. 5 εισφοραί ησφαλισμένου παρακρατούνται εκ των αποδοχών των υπηρετούντων παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων Νομικών Συμβούλων και Δικηγόρων, η δε εργοδοτική εισφορά βαρύνει το Ταμείον. ε)άπαντα τα εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω έτη των υπηρετοπυντων παρ’ αυτώ Νομικών Συμβούλων και Δικηγόρων, τόσον τα μετά την δημοσίευσιν, όσον και τα προ της δημοσιεύσεως του παρόντος, ως ταύτα καθορίζονται δια της παρούσης παραγράφου, υπλογίζονται εξ ολοκλήρου ως συντάξιμα έτη διατον καθορισμόν της συντάξεως τούτων». Η παρ. 8 προσετέθη δια της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. Ισχύς και τροποποιήσεις Κανονισμού. Άρθρ.23.-1.Ο παρών Κανονισμός τροποποιείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και τη εγκρίσει του αρμοδίου Υπουργού. 2. «Η ισχύς αυτού άρχεται από 1ης Αυγ. 1932, αι δε της προ ισχύος αυτού απονεμημέναι συντάξεις θέλουσιν εξακοκουθήσει διεπόμεναι υπό του δια της υπ’ αριθ. 21545 της 6ης Ιουλ. 1927 Υπουργικής Αποφάσεως εγκριθέντος Κανονισμού, πλην του άρθρ. 13 αυτού, όπερ καταργείται και δι’ αυτάς». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 73081 της 16/30 Δεκ. 1940 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 297, διόρθ. ημαρτ. Β΄ 16/1941). Άρθρ.24.-(Συνεχωνεύθη εις το ανωτ. άρθρ. 22). 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Καθορισμός εισφοράς των Τραπεζών Άρθρ.25.-Ορίζομεν από 1ης Ιουν. 1943 και εργοδοτικήν συνεισφοράν των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος δια την παρά τω Ταμείω Συντάξεων του προσωπικού αυτών κυρίαν ασφάλισιν του προσωπικού των, ίση προς το διπλάσιον της προς το Ταμείον τούτο εισφοράς των ησφαλισμένων. Το άρθρ. 25 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 18334 της 7 Ιουν. / 7 Ιουλ. 1943 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 106) «Από 1.1.1955 μέχρι 31.12.59 αι προς το Ταμείον ετήσιαι εισφοραί της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος ορίζονται ίσαι προς το διπλάσιον του συνόλου των ετησίων εισφορών των εις εκάστην εξ αυτών υπηρετούντων ησφαλισμένων». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 16045/Σ. 375 της 26 Απρ. /18 Μαΐου 1955 αποφ. Υπ. εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 91). Η ισχύς της αποφάσεως παρετάθη αφ’ ης έληξε μέχρι 31 Δεκ. 1964 δια της υπ’ αριθ. 74615/Σ. 867 της 12 Δεκ. 1959/15 Ιαν. 1960 αποφ. Υπ. Εργασίς (ΦΕΚ Β΄ 13). «2.Α΄.Αι μήπω καταβληθείσαι εργοδοτικαί και εργατικαί εισφοραί των υπαγομένων εις την ασφάλισιν συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 6 του Κανονισμού, των υπηρετούντων είς τινα των δύο Τραπεζών προ της ισχύος της παρούσης διατάξεως, οίτινες υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου από του διορισμού των, αι αναγόμεναι εις χρονικόν διάστημα προ της ισχύος του Ν. Δ. 3790/1957, καταβάλλονται παρ’ αυτών των ιδίων, κατά τα υπό των διατάξεών του οριζόμενα, αι από της ισχύος δε του άνω Ν. Δ/τος εισφοραί καταβάλλονται ως και των λοιπών ησφαλισμένων, προ όμως της πλήρους εξοφλήσεώς των ουδέν δικαίωμα κτάται ο ησφαλισμένος δια την χορήγησιν αυτώ ασφαλιστικών παροχών υπό του Ταμειου. Δια τους το πρώτον υπαγομένους εις την ασφάλισιν του Ταμειου, συμφώνς προς τας διατάξεις της παρ. 4 του Άρθρ.3.-1.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου διοικεί το Ταμείον, επιτηρεί την υπό της υπηρεσίας του Ταμείου τήρησιν των μητρώων (Αντί για τη σελ. 2029(β) Σελ. 2029(γ) Τεύχος 1090 Σελ. 109 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 των μετόχων και συνταξιούχων, εξελέγχει τας αιτήσεις περί απονομής συντάξεων και επιστροφών καταθέσεων, καθορίζει το ποσόν συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος και εντέλλεται την πληρωμήν αυτού, ως και πάσης άλλης δαπάνης σχετιζομένης προς την υπηρεσίαν αυτού. Διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου, προβαίνει εις την δι’ αγοράς ακινήτων επένδυσιν κεφαλαίων του, εις την εκποίησιν ακινήτων του, εις την ανέγερσιν κτιρίων επί ακινήτων του και εκμετάλλευσιν αυτών. Της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου περί του συμφόρου ή μη της αγοράς ή πωλήσεως ακινήτων προηγείται εκτίμησις των προς αγοράν ή πώλησιν ακινήτων υπό ειδικής επιτροπής συντασσομένης σχετικής εκθέσεως. Η εν λόγω επιτροπή απαρτίζεται εκ δύο μηχανικών της Τραπέζης Ελλάδος, εξ ενός της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης Ελλάδος οριζομένων υπό των Διοικήσεων των οικείων Τραπεζών και ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου οριζομένου υπ’ αυτού. Εκ των τριών ως άνω μηχανικών οι δύο δέον να έχουν την ειδικότητα του Πολιτικού Μηχανικού και ο είς την του αρχιτέκτονος». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 45/3/3776 της 21 Μαρτ./11 Απρ.1970 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄248). 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει τακτικώς άπαξ του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε κληθή υπό του Προέδρου ή τη εγγράφω προς αυτόν αιτήσει τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, εν η δέον να αναγράφηται και το συζητητέον θέμα. «3.Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 5 μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής τούτου ή ο Αντιπρόεδρος και 3 τουλάχιστον εκπρόσωποι των ησφαλισμένων, λαμβάνει δε αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16730/Ε. 225 της 17 Φεβρ./6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Εργασίας. «4.Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός, λόγω της απωλείας της ιδιότητός του, υφ’ ην διωρίσθη, το Διοικητικόν Συμβούλιον θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του τριμήνου». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 5.Κατά τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου παρίσταται άνευ ψήφου και ο Προϊστάμενος του Γραφείου, εισάγων τας διαφόρους υποθέσεις προς συζήτησιν. Σελ. 2030(γ) Τεύχος 1090 Σελ. 110 «6.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να αναθέση την μελέτην διαφόρων ζητημάτων αφορώντων το Ταμείον εις Επιτροπήν εκ Συμβούλων, τακτικών ή αναπληρωματικών, εις ην δύνανται να μετέχουν και ησφαλισμένοι εκ των δύο Τραπεζών, μη έχοντες την ιδιότητα του Συμβούλου». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16730/Ε 225 της 17 Φεβρ./6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Εργασίας (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 293/28.4.65). Εκπροσώπησις του Ταμείου άρθρ. 6 του Κανονισμού, επιτρέπεται η οριστική παραίτησις εκ της ασφαλίσεως, εντός προθεσμίας έξ μηνών από του διορισμού των ή από της ισχύος των διατάξεων της παρούσης παραγράφου. Δια τους ήδη υπηρετούντας δεν έχουσι εφαρμογήν αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 6 του Κανονισμού του Ταμείου. Β΄.Συντάξιμοι αποδοχαί ησφαλισμένου υπηρετούντος ήδη κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του εδαφ. β΄ της παρ. 4 του άρθρ. 6 είναι αι καθοριζόμεναι υπό των διατάξεων της παρ. 10 του άρθρ. 10 του Κανονισμού δια τον ησφαλισμένον τον έχοντα τα αυτά έτη υπηρεσίας εις τον υπ’ αυτών προβλεπόμενον ανώτερον βαθμόν και τας εις τα έτη ταύτα αντιστοιχούσας προσαυξήσεις μισθού. Εφ’ όσον όμως ο ησφαλισμένος της κατηγορίας ταύτης φέρει βαθμόν της υπαλληλικής ιεραρχίας κατά την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας, ή διακιούται αποδοχών τοιούτου βαθμού, εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 10 του Κανονισμού». «α.Στους συνταξιούχους του Ταμείου που δικαιούνται σύνταξη την 1η Μαΐου, καταβάλεται κάθε χρόνο μαζί με την σύνταξη του μηνός αυτού πρόσθετη παροχή (μη κληρονομούμενη) ίση με τη μισή σύνταξη του συνταξιοιύχου κατά την ημέρα αυτή εφόσον το επιτρέπουν οι οικονομικές συνθήκες του Ταμείου. Δεν διακιούνται να πάρουν την πρόσθετη αυτή παροχή όσοι συνταξιοδοτήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους και πήραν ή διακιούνται να πάρουν από την Τράπεζα τον ίδιο χρόνο εφάπαξ αμοιβή για την εξαγωγή οικονομικών αποτελεσμάτων πεοηγουμένης χρήσεως. β)Οι διατάξεις της τρίτης και τετάρτης περιόδου του εδαφ. δ΄ της παρ. 4 του άρθρ. 10 του Καταστατικού, όπως τροποποιούνται με την παρ. 2 της απόφασης αυτής εφαρμόζονται και επί των καταβαλλομένων συντάξεων, οι οποίες αναθεωρούνται αυτοδικαίως, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, υπό τον όρο της ολοσχερούς καταβολής των εισφορών εξαγοράς». Οι τελευταίες μέσα στα « » διατάξεις προστέθηκαν από την παρ. 5 της Β2/45//3/675/1927 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) απόφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 2 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 73763/Ε. 1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) αποφ. Υπ. Εργασίας ισχυσάσης από 1 Οκτ. 1964. «Άρθρ.26.-1.Διοικητές και Υποδιοικητές οι οποίοι υπηρετούν κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καλύπτονται από άλλη κύρια ασφάλιση ή είναι συνταξιούχοι οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης παραμένου στην ασφάλιση του Ταμείου εκτός αν δηλώσουν, μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση, ότι επιθυμούν την εξαίρεσή τους. 2.Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρ. 7 εφαρμόζονται και επί των κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής ήδη συνταξιούχων οι οποίοι απασχολούνται σε ασφαλιστέα στο Ταμείο εργασία». Το άρθρ. 26 προστέθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Φ. 45/2589/27-31 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 961) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2051) Σελ. 2051(α) Τεύχος 1206 Σελ. 117 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΣ 39 Α.ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ α)Γενικές Διατάξεις Ν.Π.Δ.Δ Σελ. 5 β)Συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά θέματα προσωπικού Ν.Π.Δ.Δ Σελ. 12,21 Β.ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ α)Οργανικές διατάξεις Τ.Π. και Δανείων. Σελ. 13 β)Σύσταση και απόδοση παρακαταθηκών από Τ.Π.και Δ. » 37 γ)Χορήγηση δανείων από Τ.Π.και Δ » 45 δ)Υπηρεσία στις επαρχίες Τ.Π και Δ » 53 Γ.ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ α)Γενικές διατάξεις Ταμείου Νομικών Σελ. 61 β)Είσπραξη πόρων Ταμείου Νομικών » 109 γ)Απονομή συντάξεων Ταμείου Νομικών » 117 δ)Οργανισμός Ταμείου Νομικών » 121 ε)Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ταμείου Νομικών. » 159 ζ)Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων (Κ.Ε.Α.Δ) » 166,31 Δ.ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ α)Καταστατικές διατάξεις Τ.Ε.Β.Ε Σελ. 167 β)Ασφάλιση και είσπραξη πόρων Τ.Ε.Β.Ε » 181 γ)Κανονισμός παροχών Τ.Ε.Β.Ε » 189 δ)Κλάδος Ασθενείας Τ.Ε.Β.Ε. » 201 ε)Κανονισμός Λειτουργίας Τ.Ε.Β.Ε » 207 Ε.ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ α)Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (Τ.Α.Ε) Σελ. 219 β)Κλάδος Υγειονομικής Περίθαλψης (Τ.Α.Ε) » 274,31 Ζ.ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ α)Καταστατικό Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε Σελ. 275 β)Κανονισμός Παροχών Τ.Ε.Α.Α.Π.Α.Ε » 287 ΖΑ.ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε) α) Γενικές διατάξεις Ο.Α.Ε.Ε. Σελ. 299 β) Κλάδος Υγείας Ο.Α.Ε.Ε « 300,31 (Μετά τη σελ. ευρετ. 10 τομ. 39Ε) Σελ. ευρετ. 11 Τεύχος Η51-Σελ. 69 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39 ΤΟΜΟΣ 39Α Η.ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ . α)Ταμείο Επικ.Ασφαλ Εκπροσώπων και Υπαλ.Εργατ. Επαγγ/τικών Οργανώσεων Σελ 301 (Τ.Ε.Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο) β)Ταμείο Συντάξεων και Επικουρικής Ασφάλισεως Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Τ.Σ.Ε.Α.Π.Γ.Σ.Ο) » 327 γ)Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών, Επαγγελματιkών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων του Κράτους » 351 δ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ) » 371 ε)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορίου Τροφίμων (Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Τ) » 403 ζ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών (Τ.Ε.Α.Χ) » 421 η)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων(ΤΕΑΠΕΤ) » 435 θ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Υαλουργών » 451 ι)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών Κλωστοϋφαντουργίας » 465 κ)Ταμείο Συντάξεων Ηθοποιών-Συγγραφέων-Τεχνικών Θεάτρου » 497 λ)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Ελληνικών Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων Αθηνών –Πειραιώς ( Τ.Σ.Π - Η.Σ.Α.Π) » 523 μ)Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού (Τ.Α.Π.Α.Σ.Ο) » 537 ν)Ταμείο Ασφάλισεως Προσωπικού Ασφαλιστ. Εταιρείας «Η Εθνική» .(Τ.Α.Π.Α.Ε «Η ΕΘΝΙΚΗ») » 563 ξ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελλην. Ερυθρού Σταυρού (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Ε.Σ) » 597 ο)Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Περιφ. Γεν. Νοσοκ «Ο Ευαγγελισμός» » 617 π)Ταμείο Προνοίας Προσ/κού Εταιρειών Λιπασμάτων(Τ.Α.Π.Π.Ε.Λ) » 631 ω)Αναπροσαρμογές Συντάξεων » 655 (Μετά τη σελ. ευρετ. 11 τόμ. 39Ε) Σελ. ευρετ. 13 Τεύχος Η51-Σελ. 71 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39Α ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39 ΤΟΜΟΣ 39Β Θ.ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΤΡΑΠΕΖΩΝ α)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τράπεζας Αθηνών Σελ. 659 β)Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Σ.Π –Α.Τ.Ε) » 683 γ)Ταμεία Επικουρικής Ασφαλίσεως και Προνοίας Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης Ελλάδος (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε &Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε) » 699 δ)Ταμείο Ασφαλίσεως Προσ/κου Ιονικής και Λαϊκής Τραπέζης (Τ.Α.Π-Ι.Λ.Τ) » 725 ε)Ταμείο Ασφαλίσεως Ασθενείας Προσωπικού Τραπεζών Πίστεως, Γενικής και Αμέρικαν Εξπρές » 763 Ι.ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΤΥΠΟΥ α)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (ΤΣΠΕΑΘ) Σελ. 785 β)Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περι θάλψεως (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π) » 819 γ)Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου(Τ.Α.Ι.Σ.Υ.Τ) » 821 δ)Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών (Τ.Α.Τ.Τ.Α) » 835 ε)Κλάδος Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Θεσσαλονίκης (Κ.Α.Τ.Τ.Θ) » 881 ζ)Ταμεία Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων » Αθηνών-Θεσ/νίκης (Τ.Σ.Ε.Υ.Π) 899 ζα)Κανονισμός Ασθενείας Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων(Τ.Σ.Ε.Υ.Π) » 920,41 ζβ) Ειδικός Λογαριασμός Πρόνοιας (Τ.Σ.Ε.Υ.Π) » 920,701 η) Δώρο Εορτών Εφημεριδοπωλών » 920,727 θ)Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Εθνικού Τυπογραφείου (Τ.Α.Π.Ε.Τ) » 921 Κ.ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ α)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως και Πρόνοιας Προσωπικού. Ελληνικής Σελ. 925 Ραδιοφωνίας – Τηλεοράσεως – Τουρισμού (Τ.Ε.Α.Π.Π. Ε.Ρ.Τ. Τ) β)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εταιρίας Ελλ. Καλυκοποιείου-Πυριτιδοποιείου » 941 γ)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εταιρείας Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου (Τ.Α.Π – Ε.Δ.Ε.Μ.Ε) » 953 δ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Ε.Α.Σ. και Υπαλλήλων Γραφείων Κοινών Ταμείων Ιδιωτικών Λεωφορείων (Υ.Γ.Κ.Τ.Ι.Λ) » 973 (Μετά τη σελ.ευρετ.13 τόμ.39Ε) Σελ. ευρετ.15 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39Β ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39 ΤΟΜΟΣ 39Γ Λ.ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ο.Γ.Α) α)Καταστατικές διατάξεις Ο.Γ.Α Σελ. 997 β)Διοικητικό Συμβούλιο Ο.Γ.Α » 1013 γ)Διάρθρωση υπηρεσιών Ο.Γ.Α » 1015 δ)Κατάσταση Προσωπικού Ο.Γ.Α » 1021 ε)Είσπραξη πόρων Ο.Γ.Α » 1039 ζ)Προμήθειες-Μισθώσεις-Έργα Ο.Γ.Α » 1055 η)Συνταξιοδότηση Ο.Γ.Α » 1061 θ)Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α) » 1068,2301 ι)Οικονομική Διαχείριση και Λογιστικό » 1068,51 κ)Νοσοκομειακή περίθαλψη ασφαλισμένων Ο.Γ.Α. » 1068,71 λ)Περίθαλψη Προσωπικού Ο.Γ.Α. » 1068,801 μ)Συνταξιοδότηση Προσωπικού Ο.Γ.Α. » 1068,851 ν)Ασφάλιση από Ανεμοθύελλα και Πλημμύρα » 1068,875 Μ.ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ α)Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π. – Ο.Τ.Ε) Σελ. 1068,91 β)Ταμείο Συντάξεων Εκτελωνιστών (Τ.Σ.Ε) » 1117 γ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Εργασιών (Τ.Ε.Α.Ε.Δ.Ξ.Ε) » 1137 δ)Ταμείο Προνοίας και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ιπποδρομιών (Τ.Α.Π.Ε.Α.Π.Ι) » 1167 ε)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Κουρείων και Κομμωτηρίων » 1197 ζ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (Τ.Ε.Α.Π.Ε.Υ.Α.Π) » 1207 η)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών (Τ.Ε.Α.Υ.Φ.Ε) » 1237 θ)Επικουρικό Ταμείο Ασφαλίσεως Κρεοπωλών και Εργατοϋπαλλήλων Κρέατος (Ε.Τ.Α.Κ.Ε.Κ) » 1283 ι)Ταμείο Ασφαλίσεως Επιχειρηματιών Κινηματογράφου » 1303 (Μετά τη σελ.ευρετ.15 τόμ.39Ε) Σελ. ευρετ.17 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39Γ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39 ΤΟΜΟΣ 39Δ Ν.ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ α)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων Σελ 1335 (Τ.Ε.ΑΠ.Α.Ε) β)Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών(Τ.Σ.Α) » 1349 γ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προνοίας και Κοινής Διανομής Πωλητών Βενζίνης Αθηνών Π ειραιώς και Περιχώρων. » 1391 δ)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εταιρείας Γενικών Αποθηκών » 1403 ε)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ανων. Υδροηλεκτρ. Ετ. Γλαύκος » 1419 ζ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών Εστιατορίων, Ζαχαροπλαστείων, Καφενείων ( Τ.Ε.Α.Μ.Ε.Ζ) » 1433 η)Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ηλεκτρ. Ετ. Αθηνών- Πειραιώς και Ελλην. Ηλεκτρ. Εταιρείας(Τ.Α.Π. Η.Ε.Α.Π & Ε.Η.Ε). » 1459 θ)Επικουρικό Ταμείο Προνοίας και Περιθάλψεως Προσωπικού Ε.Η.Ε » 1501 ι)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος( Τ.Ε.Α.Η.Ε) » 1513 κ)Ταμείο Ασφαλίσεως Εργατών Κεραμοποιών » 1537 λ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών Παραγωγής & Εμπορίας Οπωροκηπευτικών » 1575 μ)Ταμείο Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων(Τ.Α.Ξ.Υ) » 1589 ν)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε Οινοποιΐας, Ζυθοποιΐας και Οινοπνευματοποιΐας » 1615 ξ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών » 1637 ο)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Δέρματος Ελλαδας (Τ.Ε.Α.Ε.Ξ.Υ.Δ.Ε) » 1661 π)Ταμείο Ασφαλίσεως Χρηματιστών ,Μεσιτών, Αντικρυστών & ΥπαλλήλωνΧρηματριστηρίου Αθηνών (Τ.Α.Χ.Μ.Α) » 1681 (Μετά τη σελ.ευρετ.17 τόμ.39Ε) Σελ.ευρετ.19 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39Δ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39 ΤΟΜΟΣ 39Ε Ξ.ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΑΡΤΕΡΓΑΤΩΝ ΜΥΛΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΟΝΟΤΕΧΝΙΤΩΝ α)Καταστατικές διατάξεις Ταμείου Ασφαλίσεως Αρτεργατών κ.λ.π Σελ. 1711 β)Επαγγελματικά βιβλιάρια Αρτεργατών κ.λ.π. » 1747 Ο.ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ α)Ταμείο Επικουρ. Ασφαλίσεως Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Σελ 1797 Ασφαλίσεως (Τ.Ε.Α.Π.Ο.Κ.Α) β) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Πρόνοιας & Ασθενείας εργαζομένων στα Λιμάνια (Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.Λ). » 1821 γ)Ταμείο Ασφαλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων( Τ.Α.Ν.Π.Υ) 1837 δ)Ταμείο Εξόδου και Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών Βιομηχανίας Καπνού » 1881 ε)Ταμείο Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Καπνεμπορικών Επιχειρήσεων » 1903 ζ)Ταμείο Επικ. Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εθνικού Οργανισμού Καπνού (Τ.Ε.Α.Υ/Ε.Ο.Κ) 1919 η)Ταμείο Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών (Τ.Α.Τ & Μ.Γ.Τ) » 1931 θ)Ταμείο Προνοίας Μηχανοδηγών Οδοστρωτήρων κ.λ.π. » 1969 ι) Ταμείο Προνοίας Εργατουπαλλήλων Μετάλλου(Τ.Α.Π.Ε.Μ) » 1971 κ)Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών(Τ.Ε.Α.Μ ) » 2008,21 Π.ΤΑΜΕΙΑ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ α)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Σελ. 2009 β)Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής » 2029 (Μετά τη σελ.ευρετ.19 τόμ.39Ε) Σελ.ευρετ.21 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΜΟΥ 39EΆρθρ.4.-«Ο Πρόεδρος, και τούτου κωλυομένου ο αναπληρωτής αυτού, και τούτου κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της εν γένει ευρύθμου λειτουργίας του Ταμείου δια του Διευθυντού του Ταμείου ή και άλλων οργάνων οριζομένων υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, ανταποκρίνεται δε μετά πάσης αρχής δια τα έργα του Ταμείου, εκπροσωπών αυτό συμφώνως προς τας εκάστοτε αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου, ενώπιον του Δικαστηρίου και πάσης άλλης αρχής και διορίζει προς τούτο τους αναγκαίους πληρεξουσίους Δικηγόρους». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 29210/2421 της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 141) αποφ. Υπ. Εργασίας. «Το Δ.Σ. δύναται να ορίζη και έτερον μέλος αυτού ή τον Διευθυντήν του Ταμείου ή τον αναπληρωτήν του ίνα εκπροσωπή τούτο ενώπιον των Δικαστηρίων και πάσης άλλης Αρχής». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 52933/Σ. 617 της 1/14 Αυγ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 299) Πόροι Άρθρ.5.-«Πόροι του Ταμείου εισίν οι ακόλουθοι: α)5% επί των πάσης φύσεως τακτικών και εκτάκτων αποδοχών παντός ησφαλισμένου (εξ οργανικού μισθού, προσαυξήσεων παραμονής εν τω βαθμώ, επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, γάμου και τέκνου, θέσεως, τεχνικού ή οιουδήποτε ετέρου επιδόματος, εξόδων παραστάσεως, εκτάκτου αμοιβής, υπερωριακής εργασίας κλπ.)». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη, ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής β)Ολόκληροι αι αποδοχαί των δύο πρώτων μηνών παντός από της ισχύος του παρόντος Κανονισμού κατά πρώτον διοριζομένου υπαλλήλου ή 2 1 / 2 μηνών, εάν ο διοριζόμενος είναι έγγαμος. Η καταβολή αύτη δύναται να μερισθή επί του μισθού 12 μηνών. «γ)Η του πρώτου ολοκλήρου μηνός αύξησις των πάσης φύσεως αποδοχών παντός ησφαλισμένου εξ οιασδήποτε αιτίας, πλην των περιπτώσεων καθ’ ας αι αποδοχαί αυξάνονται λόγω υπερωριακής εργασίας». Το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄298). δ)»Εφ’ άπαξ εισφορά των εις γάμον ερχομένων ησφαλισμένων, οριζομένη ίση προς 50% των εις εισφοράς υπέρ του Ταμείου υποκειμένων αποδοχών του μηνός, του επομένου της τελέσεως του γάμου. Η καταβολή της ως άνω εισφοράς δύναται να ενεργηθή, είτε εφ’ άπαξ, είτε εις τρεις ίσας μηνιαίας δόσεις. Εις περίπτωσιν μη εγκαίρου καταβολής, η εν λόγω εισφορά υπολογίζεται επί των ως άνω αποδοχών της χρονολογίας εξοφλήσεώς της, και εντόκως προς 5%». Το εδάφ. δ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 28149/Σ. 726 της 28 Μαΐου/ 19 Ιουν. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 138) αποφ. Υπ. Εργασίας. ε)Τα επιβαλλόμενα υπό των τριών Τραπεζών πειθαρχικά πρόστιμα. ς)Ο τόκος των κεφαλαίων και τα εισοδήματα πάσης άλλης περιουσίας του Ταμείου. ζ)Εισφοραί των δύο Τραπεζών, αίτινες καθορίζονται από 1.1.1965 εις το διπλάσιον του συνόλου των εισφορών των εις εκάστην εξ αυτών υπηρετούντων ησφαλισμένων». Η παρ. ζ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16730/Ε225 της 17 Φεβρ. / 6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Εργασίας. «η)Εφ’ άπαξ καταβολή υπό παντός συνταξιούχου (άρρενος ή θήλεος) ερχομένου εις γάμον, οριζομένη εις δύο μηνιαίας αυτού συντάξεις, εφ’ όσον ήθελεν εξοφληθή ή ήθελε γίνει έναρξις καταβολής εις το Ταμείον των δόσεων, βάσει των κατωτέρω οριζομένων εντός έτους από της τελέσεως του γάμου, εις δύο δε και ημίσειαν μηνιαίας αυτού συντάξεις, εφ’ όσον η καταβολή ενεργείται μετά παρέλευσιν έτους από της τελέσεως αυτού. Επί γάμου συνταξιούχου, τελεσθέντος ήδη και δι’ ον δεν κατεβλήθη η εισφορά η καθορισθείσα βάσει της προϊσχυσάσης νομοθεσίας, αύτη ορίζεται εις μίαν μηνιαίαν σύνταξιν, εφ’ όσον ήθελεν εξοφληθή ή ήθελε γίνει έναρξις καταβολής εις το Ταμείον των δόσεων, βάσει των κατωτέρω οριζομένων, εντός έτους από της ισχύος της παρούσης αποφάσεως, εις δύο δε μηνιαίας συντάξεις, εφ’ όσον η καταβολή ενεργείται μετά την παρέλευσιν του έτους. Δια τον υπολογισμόν της εισφοράς της παρούσης παρ. η΄ λαμβάνεται υπ’ όψιν η σύνταξις του τελέσαντος τον γάμον συνταξιούχου ως αύτη υπολογίζεται κατά την ημέραν της εξοφλήσεως ή καταβολής της πρώτης δόσεως, ή εν περιπτώσει θανάτου αυτού, οπότε καταβάλλεται υπό των δικαιοδόχων του ως αύτη θα υπελογίζετο κατά την ημέραν της εξοφλήσεως ή της καταβολής της πρώτης δόσεως ως αν ούτος ευρίσκετο εν ζωή. Η κατά τα ανωτέρω εισφορά, ούσα απαιτητή από του επομένου της τελέσεως του γάμου μηνός, καταβάλλεται εφ’ άπαξ είτε δια μηνιαίων δόσεων, τριάκοντα έξ κατ’ ανώτατον όριον, καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ. Σ.». Το εδάφ. η΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). «θ)Καθυστερούμεναι πέραν του διμήνου εισφοραί περί ων αι παρ. α, β, γ και ζ του παρόντος άρθρου, υπολογίζονται επί τη βάσει του μισθολογίου της ημέρας της καταβολής». Το εδάφ. θ΄ προσετέθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). Ησφαλισμένοι Άρθρ.6.-«1.Στο Ταμείο ασφαλίζεται υποχρεωτικά από το διορισμό του το κύριο και βοηθητικό προσωπικό των δύο Τραπεζών. Επίσης, ασφαλίζονται υποχρεωτικά οι Διοικητές και Υποδιοικητές των δύο Τραπεζών που δεν είναι ασφαλισμένοι ή συνταξιούχοι σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, κατά το χρόνο της θητείας τους. Οι Διοικητές και Υποδιοικητές που έχουν τις παραπάνω ιδιότητες μπορούν να ασφαλιστούν στο Ταμείο εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση. Η ασφάλιση αρχίζει από την ημερομηνία της αίτησής τους». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 45/2589/27-31 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 961) απ. Υπ. Υγεία, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «2.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα παρέχοντα προς τις δύο Τράπεζες υπηρεσίες ή εργασίες επ’ ευκαιρία και όχι κατά κύριο επάγγελμα. Δεν υπάγονται στη ρύθμιση της παρούσας διάταξης: α.Οι υπό οποιαδήποτε ιδιότητα εργαζόμενοι σε σύμβαση ορισμένου χρόνου, της οποίας η διάρκεια ορίστηκε τουλάχιστον ενός έτους. β.Οι υπό οποιαδήποτε ιδιότητα εργαζόμενοι πέραν του έτους υπό καθεστώς συμβάσεων ορισμένου χρόνου συνεχώς ανανεουμένων ή εκείνων των οποίων η σύμβαση ορισμένου χρόνου (Αντί για τη σελ. 2031(β) Σελ. 2031(γ) Τεύχος 1206 Σελ. 113 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 μετετράπη σε αορίστου πριν από την παρέλευση του έτους. Στις περιπτώσεις αυτές η ασφάλιση αρχίζει από της παρόδου του έτους ή από της μετατροπής του χαρακτηρισμού της σύμβασης. 3.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα ανήκοντα στο υπαλληλικό (κύριο και βοηθητικό) και υπηρετικό προσωπικό των δύο Τραπεζών εφόσον κατά την ημέρα του διορισμού τους έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους. Κατ’ εξαίρεση δύναται να ασφαλισθεί το προσωπικό (κύριο και βοηθητικό) που, αν και οι κατά τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου προϋποθέσεις ασφάλισης συνέτρεξαν μετά τη συμπλήρωση του 50ου έτους, εν τούτοις είχε αρχίσει να υπηρετεί στις δύο Τράπεζες πριν από τη κρίσιμη ημερομηνία υπό οποιαδήποτε ιδιότητα. Η υπαγωγή στην ασφάλιση του Ταμείου πραγματοποιείται κατόπιν ανεκκλήτου αιτήσεως των ενδιαφερομένων, υποβαλλομένης εγγράφως εντός εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από της πληρώσεως των προϋποθέσεων». Οι παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την 45/1652/5-19 Σεπτ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 703) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «4.Ασφαλίζονται ωσαύτως υποχρεωτικώς από του διορισμού των εις την Τράπεζαν της Ελλάδος και την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος: α)Οι έμμισθοι δικηγόροι ή Νομικοί Σύμβουλοι εφ’ όσον κατά πλήρη απασχόλησιν προσφέρουσι τας υπηρεσίας των προς ταύτας και υπό τους περιορισμούς των διατάξεων των προηγουμένων παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου. β)Ο Δικαστικός Σύμβουλος της Τραπέζης της Ελλάδος, όστις προΐσταται των Νομικών αυτής υπηρεσιών». Η παρ. 4 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 73763/ Ε. 1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) αποφ. Υπ. Εργασίας ισχυσάσης από 1 Οκτ. 1964. «5.Ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω από της ημέρας του διορισμού των οι Νομικοί Σύμβουλοι και Δικηγόροι, οι παρέχοντες προς αυτό τας νομικάς υπηρεσίας των, επί παγία περιοδική αμοιβή, ουχί κατωτέρα της κατ’ εφαρμογήν της παρ. 2 του άρθρ. 92 του Ν. Δ. 3026/1954 οριζομένης δια των εκάστοτε εκδιδομένων αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ο δια της παρ. 3 του παρόντος άρθρου τιθέμενος χρονικός περιορισμός δεν ισχύει δια τους ήδη υπηρετούντας Δικηγόρους και Νομικούς Συμβούλους εις το Ταμείον, εφ’ όσον ούτοι ή ήσαν ησφαλισμένοι παρά τούτω ή κατά την ημέραν του αρχικού διορισμού των παρ’ αυτώ δεν είχον συμπεπληρωμένον το 50ον έτος της ηλικίας των. Σελ. 2032(γ) Τεύχος 1206 Σελ. 114 6.Ασφαλίζονται ωσαύτως παρά τω Ταμείω αι καθαρίστριαι της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης, αι προσφέρουσαι τας υπηρεσίας των τακτικώς επί 3 1 / 2 ώρας τουλάχιστον ημερησίως και αμειβόμεναι, ως απασχολούμεναι κατά πλήρες ωράριον, δια μηνιαίου μισθού, ίσου τουλάχιστον προς το εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιον της ανειδικεύτου εργατρίας πολλαπλασιαζόμενον επί 25, εφ’ όσον και αφ’ ης το Διοικητικόν Συμβούλιον εκάστης των Τραπεζών τούτων αποφασίσει την ασφάλισίν των. Η ασφάλισις των καθαριστριών διακόπτεται εφ’ όσον αύται απασχολούνται ολιγώτερον των 3 1 / 2 ωρών ημερησίως και αμείβονται επί ωρομισθίω.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.