← Ελλάδα

1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Του Ταμείου Συντάξεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής. (Το Ταμείον τούτο συνεστήθη δια της διχοτομίσεως του Ταμ

Εν συντομία

Αυτό το καταστατικό αφορά το Ταμείο Συντάξεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής, καθορίζοντας τη διοίκησή του και τους δικαιούχους συντάξεως.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Του Ταμείου Συντάξεως του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής. (Το Ταμείον τούτο συνεστήθη δια της διχοτομίσεως του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος, δυνάμει του ανωτ. εν σελ. Ν.Δ. 2626/1953, ως καταστατικόν δε αυτού εχρησιμοποιήθη το υπάρχον καταστατικόν του διχοτομηθέντος ταμείου, το εγκριθέν δια της υπ’ αριθ. 21545 της 6/13 Ιουλ. 1927 (ΦΕΚ Παράρτ. 174) ως είχε τροποποιηθή μέχρι του Οκτ. 1953. Κατωτέρω παρατίθεται τούτο, ως ετροποποιήθη έκτοτε ειδικώς ως Ταμείον Συντάξεως Προσωπικού των Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής). Άρθρ.1.-«1.Το εν Αθήναις εδρεύον Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος και Κτηματικής, αποτελούν ίδιον Νομικόν Πρόσωπον, διοικείται παρά «εννεαμελούς» Διοικητικού Συμβουλίου, απαρτιζομένου: α)Εκ του Διοικητού ή Υποδιοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος ως Προέδρου, του αναπληρωτού του οριζομένου υπό της Διοικήσεώς της. β)Εξ ενός (1) ανωτέρου ή ανωτάτου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας, ως Αντιπροέδρου. «γ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος ησφαλισμένου παρά τω Ταεμίω ως εκπροσώπου ταύτης και ενός εκπροσώπου της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης, οριζομένων μετά των αναπληρωτών των, υπό της Δικοικήσεως εκάστης Τραπέζης». Η εντός « » λέξις και το εδάφ. γ΄ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 81942/4052 της 17/26 Νοεμ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 795) αποφ. Υπ. Εργασίας. δ)Εκ τεσσάρων (4) αντιπροσώπων των ησφαλισμένων εξ ων τρεις (3) εκ των υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος και είς (1) εκ των υπαλλήλων της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης. ε)Εξ ενός αντιπροσώπου των συνταξιούχων. 2.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου, πλην των υπό στοιχ. α΄ και γ΄ , διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών), υποβαλλομένου υπό του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής του ανωτέρω πίνακος, ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων κατά την κρίσιν του. 3.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελούν είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας οριζόμενος δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας και είς υπάλληλος υπηρετών εις το Ταμείον, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. αυτού». Το άρθρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16730/Ε225 της 17 Φεβρ./6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Εργασίας. «4.Η Υπηρεσία του Ταμείου, διεξάγηται υπό υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης. Η Νομική Υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται υπό των νυν υπηρετούντων Δικηγόρων, μετά δε την αποχώρησιν τούτων υπό Δικηγόρων της Τραπέζης της Ελλάδος ή της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης». Η παρ. 4 προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. άρθρ. 7 συνταξιούχου, η συζευχθείσα μετ’ αυτού προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας, εφ’ όσον έχει έγγαμον βίον ενός τουλάχιστον έτους προ του θανάτου του συζύγου της. Γ)Η χήρα του κατά τας λοιπάς περιπτώσεις του άρθρ. 7 συνταξιούχου ή συζευχθείσα μετ’ αυτού μετά την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας εφ’ όσον έχει έγγαμον βίον δύο τουλάχιστον ετών προ του θανάτου του συζύγου της. «Δ.α)Τα μη συμπληρώσαντα το 20όν έτος της ηλικίας των εκ νομίμου γάμου γνήσια νομιμοποίητα εξώγαμα, είτε δι’ επιγενομένου γάμου μετά της μητρός των, είτε δια δικαστικής αποφάσεως τέκνα, ως και τα φυσικά τοιαύτα του μετά πενταετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ων η συνταξιοδότησις παύει οπωσδήποτε άμα τη συμπληρώσει του 20ου έτους της ηλικίας των, ή προ ταύτης, άμα τη τελέσει του γάμου των. «β)Οι από νόμιμο γάμοι γνήσιοι, νομιμοποίητοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, εξώγαμοι άγαμοι υιοί, που δεν έχουν συμπληρώσει τα 21 έτη της ηλικίας τους, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί εξακολουθούν τις σπουδές τους σε ανεγνωρισμένες από το Κράτος Σχολές του Εσωτερικού ή σε αντίστοιχες Σχολές του Εξωτερικού, καθώς και οι άγαμες θυγατέρες ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 έτη συντάξιμη υπηρεσία, των οποίων η συνταξιοδότηση παύει, των μεν θυγατέρων, με την τέλεση του γάμου τους, των δε υιών με την συμπλήρωση των 21 ετών της ηλικίας τους ή των 25 ετών της ηλικίας τους εφόσον εξακολουθούν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα παραπάνω ή και πριν από τη συμπλήρωση των παραπάνω ηλικιών, με την τυχόν τέλεση γάμου. Η σύνταξη της άγαμης θυγατέρας, μετά την συμπλήρωση των 21 ετών της ηλικίας της περικόπτεται, κατά το ποσό που αυτή μαζί με τα εισοδήματά της από όλες τις άλλες πηγές, υπερβαίνει την κάθε φορά σύνταξη του 30ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, αναστέλλεται δε η συνταξιοδότησή της εφόσον και για όσο χρόνο τα εισοδήματά της από κάθε πηγή εκτός από την σύνταξή της από το Ταμείο, είναι ίσα ή ανώτερα από το ποσό της σύμφωνα με τα παραπάνω συντάξεως του 30ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Εφόσον η αναστολή της συνταξιοδότησης υπερβεί τα δύο έτη χάνεται οριστικά το δικαίωμά της για σύνταξη. γ)Οι γνήσιοι από νόμιμο γάμο άγαμοι υιοί καθώς και οι σύμφωνα με τα παραπάνω νομιμοποίητοι εξώγαμοι άγαμοι υιοί που συμπλήρωσαν μεν τα 21 έτη της ηλικίας τους αλλά είναι οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανοι για οποιαδήποτε εργασία κατά την ημέρα του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 ετών συντάξιμη υπηρεσία εφόσον κατά την κρίση του Δ. Συμβουλίου στερούνται άλλης προστασίας ή αξιολόγων περιουσιακών στοιχείων ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα του κάθε φορά βασικού μισθού του 14ου (Αντί για τη σελ. 2033(γ) Σελ. 2033(δ) Τεύχος 1206-Σελ. 115 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα εισοδήματά τους από κάθε πηγή υπερβαίνουν το βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, περικόπτεται από αυτή το ποσό που υπερβαίνει το βασικό αυτό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους κάτω από το βασικό αυτό μισθό ή απώλεια ολική ή μερική των παραπάνω αξιόλογων περιουσιακών τους στοιχείων ή απώλεια της άλλης προστασίας ή της ικανότητας για εργασία, κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτούς, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12 πλάσιου του βασικού μισθού του 14ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απόκτηση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή άλλης προστασίας ή ανάκτηση της ικανότητας για εργασία ή τέλεση γάμου τους επιφέρει την οριστική απώλεια του δικαιώματος για παραπέρα συνταξιοδότηση. δ)Οι θυγατέρες που έχει λυθεί ο γάμος τους με διαζύγιο από υπαιτιότητα των συζύγων τους ή με κοινή υπαιτιότητα (γνήσιες από νόμιμο γάμο, νομιμοποίητες κατά τα παρά πάνω εξώγαμες) του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 ετών συντάξιμη υπηρεσία εφόσον κατά την κρίση του Δ.Σ. στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα από τον κάθε φορά βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα από κάθε πηγή εισοδήματά τους υπερβαίνουν το βασικό μισθό του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών, περικόπτεται από αυτή το ποσό που υπερβαίνει το βασικό αυτό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους κάτω του βασικού μισθού του 14ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απώλεια ολική ή μερική των παρά πάνω αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων τους ή απώλεια της άλλης προστασίας κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτές, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12πλάσιου του παραπάνω βασικού μισθού ή απόκτηση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή άλλης προστασίας, επιφέρει οριστική απώλεια του δικαιώματος για την συνέχιση της συνταξιοδοτήσεώς τους. Η συνταξιοδότηση της θυγατέρας που ο γάμος της έχει λυθεί με διαζύγιο σύμφωνα με τα παραπάνω παύει οριστικά με την τέλεση δευτέρου γάμου και δεν δικαιούται συνταξιοδοτήσεως σε περίπτωση που θα λυθεί ο δεύτερος γάμος. Η παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται από την ημέρα που ισχύει και στις θυγατέρες που έχουν διαζευχθεί μέχρι σήμερα. Σελ. 2034(δ) Τεύχος 1206-Σελ. 116 Οι περιπτ. β, γ και δ΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 1 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/-11-1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. ε)Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις των περιπτ. α, β και γ, απονέμεται σύνταξις δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις έν και μόνον θετόν τέκνον (το πρώτον χρονικώς υιοθετηθέν υπό του μη αποκτήσαντος γνήσιον τέκνον μέχρι του χρόνου της υιοθεσίας), αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου ιδίω δικαίω ανεξαρτήτως του αριθμού των υπ’ αυτού υιοθετηθέντων τέκνων, εφ’ όσον η περί υιοθεσίας δικαστική απόφασις εξεδόθη 2 τουλάχιστον έτη προ του θανάτου του υιοθετούντος κατά δε την ημέραν της υιοθεσίας δεν έχουσι συμπληρώσεις ο υιοθετών το 60όν έτος της ηλικίας του, το δε θετόν τέκνον το 10ον έτος της ηλικίας του, να τελή δε τούτο εν σωματική και πνευματική υγεία κατά την ημέραν της υιοθεσίας. Δια τας μέχρι τούδε νομίμως γενομένας υιοθεσίας τέκνων μη συμπληρωσάντων το 10όν έτος της ηλικίας των δεν ισχύουν αι ανωτέρω περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμόν των δικαιουμένων συντάξεως υιοθετηθέντων τέκνων, και την ηλικίαν του υιοθετούντος. Αι διατάξεις των περιπτ. α, β, γ και δ΄ του παρόντος εδαφίου Δ αι αφορώσαι το ύψος της συντάξεως και την απώλειαν του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως έχουν ανάλογον εφαρμογήν και επί των θετών τέκνων. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Η ασφάλισις των ήδη υιοθετηθέντων και υιοθετουμένων τέκνων χωρεί δι’ αιτήσεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, αφ’ ης κατέστη ενεργόν το δικαίωμά του, επί καταβολή πλην της από της ασφαλίσεως και εντεύθεν κατά μήνα αναλόγου εισφοράς, ως επί γνησίων τέκνων και εισφοράς δια τον διαρρεύσαντα χρόνον από της γεννήσεως του τέκνου μέχρι της ημέρας ενάρξεως της ασφαλίσεως, υπολογιζομένης κατά το αυτό ποσοστόν το καταβαλλόμενον και επί γνησίων τέκνων και επί τη βάσει των κατά την ημέραν της καταθέσεως της αιτήσεως αποδοχών του ησφαλισμένου, επί δε συνταξιούχου των αποδοχών του εν τη υπηρεσία φέροντος τον αυτόν βαθμόν ησφαλισμένου. Δεν καταβάλλεται εισφορά δι’ ον χρόνον κατεβλήθη ή καταβάλλεται τυχόν τοιαύτη υπό των Τραπεζών. Εν περιπτώσει υποβολής της περί ασφαλίσεως αιτήσεως από του υιοθετούντος ή υιοθετουμένου, μετά πάροδον έτους από της υιοθεσίας, και επί γενομένων ήδη υιοθεσιών μετά πάροδον έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης, η ανωτέρω εισφορά προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 10% δια έκαστον έτος. Κρινομένης αποδεκτής της αιτήσεως, το εις σύνταξιν δικαίωμα των τέκνων κτάται μόνον εφ’ όσον ο αιτών καταβάλη εξ ολοκλήρου την δια το παρελθόν κατά τα ανωτέρω οφειλομένην εισφοράν εντός 6μήνου, αφ’ ης εκλήθη εις καταβολήν της. Το δικαίωμα συντάξεως των τέκνων αίρεται οριστικώς εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της καταβολής έξ μηνιαίων εισφορών. ς)Μετά της χήρας συζύγου και των τέκνων εις τας περιπτώσεις των εδαφ. α, β και γ του παρόντος συντρέχει πάντοτε και η μήτηρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υπό τους όρους και περιορισμούς του επομένου εδαφ. Ε΄. β)Εν τέλει του εδαφ. Ε προστίθεται διάταξις έχουσα ως ακολούθως: «Μετά του πατρός ή της μητρός εις την περίπτωσιν του παρόντος εδαφίου συντρέχουσι πάντοτε και εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφαί του αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ’ όσον πληρούνται εν τω προσώπω των αι εν τω επομένω εδαφ. ΣΤ΄ προβλεπόμεναι αντίστοιχοι προϋποθέσεις, όροι και περιορισμοί. Η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται από της ισχύος της και επί των μη δικαιωθεισών μέχρι σήμερον συντάξεως αγάμων αδελφών». Το εδαφ. Δ΄ αντικατασταθέν δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 45/2446 της 2/17 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 814) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του εδαφ. α΄ της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. «Ε)Εάν δεν υπάρχουν οι παραπάνω (κατά την ημέρα του θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου) η μητέρα του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 5 έτη συντάξιμη υπηρεσία ή ο ανίκανος για εργασία πατέρας ή ο πατέρας που έχει περάσει τα 60 έτη της ηλικίας του, του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε μετά από 10 έτη συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα από κάθε πηγή εισοδήματά τους υπερβαίνουν το βασικό μισθό του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών, περικόπτεται από αυτή, κάθε ποσό που υπερβαίνει τον ανωτέρω βασικό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους κάτω του βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απώλεια ολική ή μερική των ως άνω αξιολόγων περιουσιακών στοιχείων ή απώλεια της άλλης προστασίας ή της ικανότητας για εργασία του κάτω των 60 ετών της ηλικίας του πατέρα, κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτούς, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12πλάσιου του ανωτέρω βασικού μισθού ή απόκτηση αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή άλλης προστασίας ή τυχόν ανάκτηση της ικανότητας για εργασία του ανίκανου πατέρα επιφέρει την οριστική απώλεια του δικαιώματος για παραπέρα συνταξιοδότηση. Με τον πατέρα ή την μητέρα στην περίπτωση του παρόντος εδαφίου συντρέχουν πάντοτε και οι από νόμιμο γάμο άγαμες αδελφές του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε, εφόσον υπάρχουν στο πρόσωπό τους οι αναφερόμενες στο επόμενο εδάφιο ΣΤ, αντίστοιχες προϋποθέσεις, όροι και περιορισμοί. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται από την ημέρα που ίσχυσε και για τις άγαμες αδελφές που δεν δικαιώθηκαν μέχρι σήμερα συντάξεως». Το εδάφιο Ε΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 639/4-11-1983) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. ΣΤ)Ελλείψει των ανωτέρω (κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου μη καταλιπόντος ατομικήν οικογένειαν), και υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, δικαιούνται ωσαύτως συντάξεως ως δικαιοδόχοι του μετά 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου: α)Οι εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφοί μέχρι της συμπληρώσεως του 21ου έτους της ηλικίας των. (Αντί για τη σελ. 2034,01(α) Σελ. 2034.01(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 127 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 β)Οι εκ νομίμου γάμου αδελφοί οι έχοντες συμπεπληρωμένον μεν το 21ον έτος της ηλικίας των, αλλ’ οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανοι δι’ οιανδήποτε εργασίαν. «γ)Οι από νόμιμο άγαμο άγαμες αδελφές. Οι δικαιοδόχοι των περιπτ. α΄ β΄ και γ΄ του υπεδ. Ι του παρόντος εδαφ. ΣΤ΄ δικαιούνται συντάξεως εφόσον κατά την ημέρα του θανάτου του ασφαλισμένου ή συντ/χου, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων ή τα από κάθε πηγή μηνιαία εισοδήματά τους είναι κατώτερα του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη μαζί με τα από κάθε πηγή εισοδήματά τους υπερβαίνουν το βασικό αυτό μισθό περικόπτεται από αυτή κάθε ποσό που υπερβαίνει το βασικό αυτό μισθό. Μεταγενέστερη μείωση των εσόδων τους, κάτω του βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου, του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών ή απώλεια ολική ή μερική των παραπάνω αξιόλογων περιουσιακών τους στοιχείων ή απώλεια της άλλης προστασίας ή της ικανότητας για εργασία του αδελφού του άνω των 21 ετών της ηλικίας του, κανένα δικαίωμα για σύνταξη δημιουργεί γι’ αυτούς, μεταγενέστερη όμως αύξηση των από κάθε πηγή εσόδων τους σε ετήσιο ποσό ανώτερο του 12πλάσιου του βασικού αυτού μισθού ή απόκτηση προστασίας ή τυχόν ανάκτηση της ικανότητας για εργασία του ανίκανου αδελφού, επιφέρει την οριστική απώλεια του δικαιώματος για παραπέρα συνταξιοδότηση. Άγαμη αδελφή που έρχεται σε γάμο ή που έχει, μετά τα 21 έτη της ηλικίας της οποιαδήποτε πρόσοδο από σχετικά αξιόλογη και τακτική, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου προσωπική εργασία, στερείται οριστικά του δικαιώματος για σύνταξη, ο Δε αδελφός με την συμπλήρωση των 21 ετών της ηλικίας του (ή πριν από την συμπλήρωση αυτής με την τέλεση γάμου του) εκτός αν αυτός είναι οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία κατά την ημέρα της συμπλήρωσης των 21 ετών της ηλικίας του οπότε ισχύουν και γι’ αυτόν τα παραπάνω οριζόμενα στο υπεδ. Ι περιπτ. β΄ του παρόντος εδαφίου». Η περιπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτεμβρίου 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/4-11-1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Οι εν τοις εδαφ. Α΄ Β΄ και Γ΄ τη προηγουμένης παραγράφου προβλεπόμενοι χρονικοί περιορισμοί τελέσεως του γάμου και διαρκείας εγγάμου βίου, δεν ισχύουσιν, εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου επήλθε συνεπεία Σελ. 2034,02(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 128 βιαίου συμβάντος ή εφ όσον η χήρα σύζυγος απέκτησεν εκ του γάμου αυτής τέκνον ή ευρισκομένη εν κυοφορία αποκτήση τέκνον. Κατά το διάστημα της κυοφορίας τίθεται υπό προσωρινήν σύνταξιν, οριστικοποιουμένην άμα τη γεννήσει του τέκνου. 3.Η χήρα σύζυγος αποκλείεται του κατά τα ανωτέρω δικαιώματος προς σύνταξιν εάν δι’ οριστικής αποφάσεως, εκδοθείσης προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου απηγγέλθη διαζύγιον υπαιτιότητι αυτής ή αμφοτέρων των συζύγων, εις ην δε περίπτωσιν το διαζύγιον απηγγέλθη υπαιτιότητι του συζύγου της, εφ’ όσον δεν εδικαιώθη διατροφής υπό του συζύγου της από της εκδόσεως της περί διαζυγίου οριστικής αποφάσεως συνεχώς μέχρι και του θανάτου αυτού. Εφ’ όσον υπάρχει και σύζυγος εξ επακολουθήσαντος γάμου, δικαιουμένη συντάξεως, η σύνταξίς των υπολογίζεται ως εάν επρόκειτο περί μιας δικαιούχου χήρας συζύγου, κατανέμεται όμως μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. «4.Παραίτησις δικαιούχου από συντάξεως εξ οιασδήποτε ετέρας πηγής ή εξ οιουδήποτε άλλου εσόδου ή ηθελημένη ενέργεια προς μείωσιν των εκ πάσης πηγής εσόδων του ή των περιουσιακών αυτού στοιχείων περί ων τα υπεδαφ. β΄ και γ΄ του εδαφ. Δ΄ και τα εδάφ. Ε΄ και ΣΤ΄ της ανωτέρω πρώτης παραγράφου, ουδέν δικαίωμα υπέρ αυτού δημιουργεί εις βάρος του Ταμείου. Προς απονομήν ή διακοπήν συντάξεως ή καθορισμόν του ύψους αυτής ή του περικοπτομένου μέρους αυτής λογίζονται ως υφιστάμενα τα σκοπίμως μειωθέντα περιουσιακά στοιχεία και ως πραγματοποιούμενα εις το ακέραιον τα έσοδα εξ ων παρητήθη ή άτινα δι’ ηθελημένης ενεργείας του δικαιούχου εμειώθησαν. Δεν διακόπτεται ούτε μειούται η σύνταξις δικαιούχου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου λόγω μεταβολής της οικονομικής αυτού καταστάσεως, των περιουσιακών στοιχείων, ή αποκτήσεως ετέρας προστασίας εφ’ όσον η συνταξιοδότησίς του, μετά την συμπλήρωσιν του 30ού έτους τη ηλικίας του, διήρκεσε πέραν των 15 ετών, ή, εφ’ όσον μετά 10ετή τουλάχιστον συνταξιοδότησιν συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας του. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περιπτώσεων των δικαιούχων του άρθρ. 9 του Κανονισμού». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 73763/Ε.1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) αποφ. Υπ. Εργ. ισχυσάσης από 1 Οκτ. 1964 Το άρθρ. 8 ετροποποιήθη, ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ.563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Συντάξεις εξαιρετικών περιπτώσεων Άρθρ.9.-«1.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται, όλως εξαιρετικώς, να απονείμη σύνταξιν εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α)Εις ησφαλισμένον καταστάντα, μετά την υπαγωγήν του εις την ασφάλισιν του Ταμείου, οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανον δι’ οιανδήποτε εργασίαν, και εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης αύτη, έχοντα τριετή πραγματικήν έμμισθον υπηρεσίαν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ή την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ησφαλισμένην εις το Ταμείον συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού β)Εις την χήραν και τα άγαμα τέκνα τα μη συμπληρώσαντα το 20όν έτος της ηλικίας των αποβιώσαντος ησφαλισμένου έχοντος τριετή πραγματική έμμισθον υπηρεσίαν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ή την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ησφαλισμένην εις το Ταμείον, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού ή αποβιώσαντος συνταξιούχου της περιπτώσεως του προηγουμένου εδαφίου α΄. γ)Εις θυγατέρα τελούσαν εν χηρεία ή διαζεύξει ή, μη υπαρχούσης θυγατρός. εις αδελφήν τελούσαν εν χηρεία ή διαζεύξει αποβιώσαντος άνευ δικαιοδόχων, περί ων το άρθρ. 8 του Κανονισμού και το προηγούμενον εδάφ. β΄ του παρόντος άρθρου, ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, έχοντος εικοσαετή συντάξιμον υπηρεσίαν εφ’ όσον αύτη τελεί εν χηρεία ή διαζεύξει πέντε τουλάχιστον έτη προ της ημέρας του θανάτου του και έχει συμπεπληρωμένον το εξηκοστόν έτος της ηλικίας της κατά την ημέραν ταύτην. «2.Για την απονομή των συντάξεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, πρέπει τα πρόσωπα για τα οποία γίνεται η απονομή να στερούνται άλλης προστασίας ή αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, τα δε μηνιαία εισοδήματά τους να μη είναι ανώτερα ποσοστού 30% του κάθε φορά βασικού μισθού του 5ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών. Εφόσον η σύνταξη απονέμεται σύμφωνα με τα εδάφια β΄ και γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, πρέπει επιπλέον τα πρόσωπα για τα οποία απονέμεται αυτή να συντηρούντο αποκλειστικά από τον ασφαλισμένο ή συνταξιούχο που πέθανε και να μη έχουν αγόρια άνω των 25 ετών. 3.Το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει την σύνταξη, που απονέμεται απ’ αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου που πέθανε, 30% κατ’ ανώτατο όριο, το ποσό όμως της συντάξεως σε καμμιά περίπτωση μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό 30% επί του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών». Οι παρ. 2 και 3 τροποποιήθησαν ως άνω από την παρ. 4 της Β2/45/3 οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Μετά τη σελ. 2034,02(β) Σελ. 2034,03 Τεύχος Ζ32-Σελ. 129 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 4.Το Δ.Σ. απονέμον την σύνταξιν, δύναται να ορίζη και την διάρκειαν της χορηγήσεώς της. Εν πάση περιπτώσει αι συντάξεις αύται διακόπτονται οριστικώς: α)Προκειμένου περί χήρας συζύγου, χήρας ή διαζευγμένης θυγατρός ή αδελφής άμα τη τυχόν τελέσει παρ’ αυτών γάμου, ή συμπληρώσεως του 25ου έτους της ηλικίας παρ’ ενός άρρενος τέκνου των. β)Προκειμένου περί τέκνων, άμα τη συμπληρώσει του 20ού έτους της ηλικίας των και γ)Προκειμένου περί οιουδήποτε προσώπου εκ των εν τοις παρ. 1 και 5 του παρόντος άρθρου αναφερομένων άμα τη εκτελέσει οιασδήποτε μεταβολής εις τας προϋποθέσεις υφ’ ας απενεμήθη η σύνταξις ή άμα τη εκτελέσει οιασδήποτε μεταβολής, προβλεπομένης υπό των λοιπών διατάξεων του Κανονισμού ήτις θα είχεν ως αποτέλεσμα την διακοπήν της συντάξεως αν αύτη είχε χορηγηθή ουχί βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αλλά βάσει ετέρων διατάξεων του Κανονισμού. 5.Απονεμηθείσαι συντάξεις βάσει των προϊσχυουσών διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται εφ’ εξής υπό των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Eξαιρετικώς αι απονεμηθείσαι ήδη συντάξεις βάσει των καταργουμένων διατάξεων δια του παρόντος άρθρου εξακολουθούσι καταβαλλόμεναι: α)Εις εξελθόντας της υπηρεσίας λόγω πλήρους ανικανότητος ή εις ανίκανα δι’ οιανδήποτε εργασίαν τέκνα αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συντα-ξιούχου, εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης αυτών δι’ οιανδήποτε εργασίαν, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 19 του Κανονισμού. β)Εις χήρας συζύγους αποβιωσάντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων μέχρι τυχόν τελέσεως παρ’ αυτών γάμου. γ)Εις άγαμα θήλεα τέκνα αποβιωσάντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων μέχρι της τελέσεως του γάμου των, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω των διατάξεων του άρθρ. 8(παρ. 1 εδάφ. Δβ). 6.Ισχύς. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσόν επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρ. 9 του Κανονισμού άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 9 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον, πλην του εδαφ. Ε΄ της παρ. 11 του άρθρ. 10 του Κανονισμού του Ταμείου». Το άρθρ. 9 ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ.645 της 27 Ιουλ. /14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). 7.«Ησφαλισμένοι ιατροί παρά τω Ταμείων, δικαιούνται συντάξεως μετά 20ετή έμμισθον υπηρεσίαν παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος συνυπολογιζομένου και του χρόνου εμμίσθου υπηρεσίας των παρά τω Αλληλοβοηθητικώ Ταμείω του Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, ε’ όσον κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας της Τραπέζης, άγωσι τουλάχιστον τον 70όν έτος της ηλικίας των, της συντάξεώς των υπολογιζομένης κατά τας διατάξεις της παρ. 7α του άρθρ. 10 του Κανονισμού και υπό την προϋπόθεσιν της καταβολής εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου». Η παρ. 7 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 45/3/1728 της 14/30 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 575) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Καθορισμός συντάξεων Γενικαί διατάξεις Άρθρ.10.-«1.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 7 του Κανονισμού. Η σύνταξις των κατά το άρθρ. 7 δικαιούχων καθορίζεται εις ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών, αναλόγως των συνταξίμων ετών, κατά τα κατωτέρω καθοριζόμενα. 2.Συντάξιμα έτη. Συντάξιμα έτη είναι τα έτη εμμίσθου υπηρεσίας εν ταις Τραπέζαις Ελλάδος και ΕΚΤΕ ή παρά τη τέως ΕΤΕ και εφ’ όσον δια ταύτα ήσαν συμφώνως τω άρθρ. 6 του παρόντος Κανονισμού ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω ή παρά τω τέως Ταμείω Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Εθνική, Κτηματικής και Ελλάδος, προσηυξημένα κατά τον χρόνον προσμετρουμένης υπηρεσίας βάσει ετέρων διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. Ίνα θεωρηθή ως συντάξιμος χρόνος ο παρά τη τέως ΕΤΕ χρόνος εμμίσθου υπηρεσίας ησφαλισμένου τινός δέον ούτος να ανήκεν εις το προσωπικόν της Τραπέζης της Ελλάδος ή της ΕΚΤΕ κατά την 1.1.053 (Ν.Δ. 2626/53) ή να ήτο συνταξιούχος του προκατόχου Ταμείου εξελθών της υπηρεσίας εκ των Τραπεζών Ελλάδος και ΕΚΤΕ. «3.Ποσοστά συντάξεων Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε 2,2857% για κάθε συντάξιμο έτος από το 1ο μέχρι και του 35ου συμπεριλαμβανομένου οπότε συμπληρώνεται ποσοστό 80% των συνταξίμων αποδοχών και πέραν αυτού καμμιά αύξηση του παραπάνω ποσοστού γίνεται. Ο υπολογισμός του ανωτέρω ποσοστού εφαρμόζεται και στις ασφαλιστικές περιπτώσεις που έχουν επέλθει μέχρι σήμερα και γι’ αυτό αναθεωρείται η σύνταξη των συνταξιούχων αυτοδίκαια το Ταμείο, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού αρχίζουν από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα της (Αντί για τη σελ. 2035(β) Σελ. 2035(γ) Τεύχος Ζ32-Σελ. 131 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 δημοσίευσης της παρούσης τροποποίησης». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Β2/45/3/2459/6-17 Δεκ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 1037) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «4.Συντάξιμες αποδοχές. Σαν συντάξιμες αποδοχές, από το σύνολο των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών, θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο: α)Για όσους αποχωρούν από 1.1.82 και μετέπειτα, ο τελευταίος βασικός μισθός του κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου (βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του προσωπικού των Τραπεζών) του οποίου έπαιρναν πριν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας. β)Για όσους είχαν αποχωρήσεις από την υπηρεσία της Τράπεζας πριν από την 1.1.82, ο βασικός μισθός του Κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου, στο οποίο θα υπαχθούν σύμφωνα με τα οριζόμενα στην από 4.8.82 Σ.Σ.Ε. Α.Υ.Ε. 18617 1982, (ΦΕΚ 601/ Β/82)». Η πρώτη φραστική περίοδος και οι περιπτ. α και β αντικασταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 της Β2/45/3/675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) απόφασης Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. γ)Επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας υπολογίζεται με τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοστά του υπό της Τραπέζης εξ ης εξήλθεν ο ησφαλισμένος χορηγουμένου αναλόγου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν χορηγείται τούτο, εκάστοτε υπ’ αυτής, εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. Δια την εξεύρεσιν των ποσοστών του εκάστοτε υπολογιζομένου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας λαμβάνονται υπ’ όψιν τα, συμφώνως τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου, συντάξιμα έτη αντί των στοιχείων πολυετούς υπηρεσίας κλπ. των λαμβανομένων υπ’ όψιν υπό των αντιστοίχων Τραπεζών δια την παρ’ αυτών χορήγησιν αναλόγου επιδόματος εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. «δ.Επιστημονικό Επίδομα και επίδομα θέσεως. Το Επιστημονικό επίδομα και το επίδομα θέσεως υπολογίζονται με τα ποσοστά ή τα ποσά που χορηγούνται κάθε φορά από την Τράπεζα, από την οποία εξήλθε ο ασφαλισμένος, εφόσον και σε όποιο ύψος χορηγούνται αυτά κάθε φορά από την εν λόγω Τράπεζα στους εν ενεργεία υπαλλήλους της. Ειδικά το επιστημονικό επίδομα υπολογίζεται στις συντάξιμες αποδοχές, υπό τον όρον ότι καταβάλλονταν στον ασφαλισμένο από την Τράπεζα επί τέσσερα έτη πριν από την ημερομηνία της εξόδου του. Σελ. 2036(γ) Τεύχος Ζ32-Σελ. 132 Στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια καταβολής του επιστημονικού επιδόματος ήταν μικρότερη των τεσσάρων ετών, ή αν δεν είχε ποτέ καταβληθεί επίδομα (λόγω μεταγενέστερης καθιερώσεώς του), παρέχεται κατ’ εξαίρεση ή ευχέρεια τους ενδιαφερομένους να καταβάλουν στο Ταμείο Συντάξεων τις ανάλογες εισφορές (ασφαλισμένου και εργοδότη) για ολόκληρη την τετραετία ή για τον υπολειπόμενο προς συμπλήρωσή της χρόνο. Η εισφορά ορίζεται σε ποσοστό 15% (10%) εργοδότη και 5% ασφαλισμένου) υπολογιζόμενο στο ποσό του αντίστοιχου επιδόματος, που χορηγείται από τις Τράπεζες στους εν ενεργεία υπαλλήλους τους, οι οποίοι, κατά την ημέρα της εξαγοράς, υπάγονται στο ίδιο κλιμάκιο ή βαθμό με τον συνταξιούχο». Η περιπτ. δ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/45/3//675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής «4α.Επιδόματα: α)Οικογενειακό επίδομα. Αυτό καθορίζεται σε ποσοστό 10% επί της συντάξεως που καταβάλλεται σύμφωνα με τον κανονισμό. Το ανώτερο επίδομα παρέχεται σε κάθε έγγαμο συνταξιούχο από ίδιο δικαίωμα. Σε περίπτωση λύσεως του γάμου το επίδομα διακόπτεται εκτός αν υπάρχει άγαμο τέκνο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του ή έχει συμπληρώσει μεν αυτό, αλλά όχι και το 25ο και εφόσον το τελευταίο αυτό εξακολουθεί τις σπουδές του σε σχολές της ημεδαπής αναγνωρισμένες από το Κράτος ή σε αντίστοιχες σχολές της αλλοδαπής και δεν εργάζεται. Κατ’ εξαίρεση το επίδομα δεν διακόπτεται ή αν έχει διακοπεί επαναχορηγείται αν το άγαμο τέκνο είναι ή μετά τη διακοπή του επιδόματος καθίσταται εξ’ ολοκλήρου και οριστικά ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία, εφόσον η ανικανότητα έχει επέλθει πριν από τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας του ή του 25ου έτους σε περίπτωση σπουδών και κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερείται επαρκών για τη συντήρησή του εισοδημάτων και αξιόλογης περιουσίας. Σε περίπτωση που υπάρχει συρροή συντάξεων από πολλές αιτίες, στη χήρα σύζυγο ασφαλισμένου ή συνταξιούχου παρέχεται το πιο πάνω επίδομα επί του συνόλου των καταβαλλομένων εις αυτή κατά μήνα συντάξεων εφαρμοζομένης αναλόγως της διατάξεως του άρθρ. 17 του Κανονισμού. β)Επίδομα τέκνων. Στον συνταξιούχο από ίδιο δικαίωμα, που έχει τέκνα, παρέχεται επίδομα τέκνου, εφόσον σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ταμείου αυτό θα εδικαιούτο συντάξεως σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου. Το επίδομα αυτό καθορίζεται σε ποσοστό 5% για κάθε τέκνο και υπολογίζεται επί του ποσού της συντάξεως που καταβάλλεται κάθε μήνα στον συνταξιούχο και υπό την προϋπόθεση ότι το τέκνο για το οποίο χορηγείται δεν εργάζεται. Οπωσδήποτε το παραπάνω επίδομα διακόπτεται εφόσον το τέκνο συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του ή και πριν από τη συμπλήρωση αυτού, εφόσον εργασθεί. Κατ’ εξαίρεση το επίδομα δεν διακόπτεται, ή αν έχει διακοπεί, επαναχορηγείται, αν το τέκνο έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, είναι όμως η μετά τη διακοπή του επιδόματος καθίσταται οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανο προς εργασία εφόσον η ανικανότητα έχει επέλθει πριν από την συμπλήρωση του παραπάνω ορίου ηλικίας και κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου στερείται επαρκών για τη συντήρησή του εισοδημάτων και αξιόλογης περιουσίας». Η μέσα σε « » παρ. 4α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της με αριθ. Φ45/2322/96 (ΦΕΚ Β΄ 1142), αποφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 8 του Κανονισμού. Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 8 καθορίζεται ως έπεται: α)Των δικαιούχων των περιπτ. Α, Β, Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις 60% προκειμένου περί χήρας συζύγου και 50% προκειμένου περί τέκνου, της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος εάν καθίστατο ανάπηρος κατά την ημέραν του θανάτου του, εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου, εις 80 δε εκατοστά εφ’ όσον οι δικαιούχοι είναι δύο. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 5% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, μη δυναμένη να υπερβή τα 95% αυτής οσοιδήποτε και αν ώσιν οι δικαιούχοι. β)Των δικαιούχων των περιπτ. Ε΄ και ΣΤ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις τα 40% της συντάξεως ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος, εάν καθίστατο ανάπηρος κατά την ημέραν του θανάτου του, εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 8% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, μη δυναμένη να υπερβή τα 64% αυτής, οσοιδήποτε και αν ώσιν οι δικαιούχοι. Εν ταις περιπτώσεσι των εδαφ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου, εκλιπόντος δικαιούχου τινός η σύνταξις των λοιπών ελαττούται κατά το εν σχετικώ εδαφίω ποσοστόν προσαυξήσεως, περιοριζομένη τελικώς, αναλόγως της περιπτώσεως, εις τα 60% ή 50% ή 40% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εάν απομένη είς μόνον δικαιούχος. Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως μητρός του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου κατά το εδάφ. Δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 η σύνταξίς της, εκλιπόντων των λοιπών μεθ’ ων συνέτρεχε δικαιοδόχων, θα περιορίζεται εις 40% της συντάξεως του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. 6.Αναπροσαρμογή συντάξεων 6)Αναπροσαρμογή συντάξεων. Μεθ’ εκάστην μεταβολήν του μισθολογίου των εν ενεργεία υπαλλήλων των Τραπεζών Ελλάδος και Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων, συμφώνως προς τα εις τα προηγουμένας παραγράφους οριζόμενα το Δ.Σ. προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν του ποσού των συντάξεων πάντων των συνταξιούχων. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων ισχύει μετά ένα και ήμισυ μήνα από της ημέρας ισχύος του νέου μισθολογίου και εφόσον η οικονομική κατάστασις του Ταμείου επιτρέπει την τοιαύτην αναπροσαρμογήν. Εις περίπτωσιν καθ’ ην κρίνει το Δ.Σ., ότι δεν υπάρχουσιν οικονομικαί δυνατότητες του Ταμείου δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων, αναστέλλει την αναπροσαρμογήν αυτών δι’ άπαντας τους συνταξιούχους, μέχρις ότου κρίνει ότι επιτεύχθησαν αι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την παροχήν ηυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν, καθορίζον και τον χρόνον, αφ’ ης αύτη θα ισχύση. (Αντί για τη σελ. 2037(β) Σελ. 2037(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 117 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 Ησφαλισμένοι εξερχόμενοι της υπηρεσίας προ της, κατά το ανωτέρω αναπροσαρμογής των συντάξεων, λαμβάνουσι σύνταξιν ουχί βάσει του μισθολογίου του ισχύοντος κατά τον χρόνον της εξόδου των, αλλά βάσει του μισθολογίου, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων δια τους προ αυτών εξελθόντας της υπηρεσίας. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Ειδικαί διατάξεις 7.Οργανικός μισθός καταργουμένων βαθμών. Ησφαλισμένοι εξελθόντες εκ της υπηρεσία με βαθμόν όστις έπαυσεν ή θέλει παύσει υφιστάμενον ή με βαθμόν, όστις είχε κατά την έξοδόν των ή δι’ ον εδημιουργήθησαν μετά την έξοδόν των πλείονες μισθολογικαί κλπ. διακρίσεις λογίζονται εξελθόντες με βαθμόν (ή μισθολογικήν κλπ. διάκρισιν βαθμού), ευρισκόμενον μισθολογικώς εγγύτερον (είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω) προς τον καταργηθέντα βαθμόν των κλπ. κατά τον χρόνον της καταργήσεως αυτού. Αν ο εγγύτερον ευρισκόμενος βαθμός είναι ο του Διευθυντού ή του Υποδιευθυντού εφαρμόζονται και εις την περίπτωσιν ταύτην αι διατάξεις της παρ. 10 του παρόντος άρθρου. Βαθμοί και διακρίσεις βαθμού υφιστάμεναι κατά τινα χρόνον και καταργηθέντες δεν θεωρούνται οι αυτοί βαθμοί κλπ. με τους δημιουργηθέντας βραδύτερον βαθμούς και διακρίσεις φέροντας την αυτήν ονομασίαν. Δια τους εξελθόντας της υπηρεσίας ησφαλισμένους με τον βαθμόν του κλητήρος οργανικός μισθός είναι ο εκάστοτε οργανικός μισθός του κλητήρος Γ΄. Δια τους εξελθόντας με τον βαθμόν του εισπράκτορος οργανικός μισθός είναι ο εκάστοτε οργανικός μισθός του Β. Διαχειριστού της κατωτέρας, σήμερον υφισταμένης, μισθολογικής κλίμακος. Δια τους εξελθόντας προ της 1.1.1943 με τον βαθμόν του Τμηματάρχου οιασδήποτε μισθολογικής κλπ. διακρίσεως, οργανικός μισθός είναι ο εκάστοτε οργανικός μισθός του Τμηματάρχου της κατωτέρας, σήμερον υφισταμένης μισθολογικής κλίμακος. Σελ. 2038(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 118 «7α.Συντάξιμοι αποδοχαί ειδικών περιπτώσεων 1.Ως συντάξιμοι αποδοχαί ησφαλισμένου, έστω και μη φέροντος βαθμόν της υπαλληλικής ιεραρχίας κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας, θεωρούνται αι τοιαύται του βαθμού της υπαλληλικής ιεραρχίας ου τας αποδοχάς εδικαιούτο ή ελάμβανε, βάσει των διατάξεων του Κανονισμού της οικείας Τραπέζης, υπολογιζόμεναι συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 4, 7 και 8 του παρόντος άρθρου έστω και αν αι πραγματικαί αποδοχαί του καθοριζόμεναι εκτός του ισχύοντος κατά βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μισθολογίου της οικείας Τραπέζης είναι ανώτεραι, της επί πλέον διαφοράς μη συμπεριλαμβανομένης εις τας συνταξίμους αυτού αποδοχάς. «2.Σε περίπτωση που ασφαλισμένοι από το προσωπικό της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής εξέρχονται από την υπηρεσία που δεν έχουν βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας της Τραπέζης από την οποία εξέρχονται ούτε είχαν αποδοχές βάσει κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών, οι συντάξιμες αποδοχές τους καθώς και των Νομικών Συμβούλων ή Δικηγόρων που υπηρετούν στο Ταμείο και είναι ασφαλισμένοι σ’ αυτό καθορίζονται: 1.Αν συμπλήρωσαν 20 ετών πραγματική υπηρεσία στην Τράπεζα ή στο Ταμείο σε τόσα τριακοστά και μέχρι τριάντα πέντε τριακοστά κατ’ ανώτατο όριο των κάθε φορά ανωτάτων μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών του 30ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών, όσα είναι τα έτη της πραγματικής έμμισθης υπηρεσίας των ασφαλισμένων στην Τράπεζα από την οποία εξέρχονται ή στο Ταμείο. 2.Αν δεν συμπλήρωσαν 20 ετών πραγματική υπηρεσία στην Τράπεζα ή στο Ταμείο, σε τόσα τριακοστά των κάθε φορά ανωτάτων συντάξιμων αποδοχών του 22ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών όσα τα έτη πραγματικής έμμισθης υπηρεσίας των ασφαλισμένων στην Τράπεζα από την οποία εξέρχονται ή στο Ταμείο. Κατ’ εξαίρεση για το πρώτο έτος ασφαλισμένης υπηρεσίας υπολογίζονται τέσσερα τριακοστά. Οι συντάξιμες αποδοχές που καθορίζονται έτσι είναι οι ανώτατες συντάξιμες αποδοχές της κατηγορία αυτής των ασφαλισμένων. Σε περίπτωση όμως που ο μέσος μηνιαίος μισθός του ασφαλισμένου κατά το τελευταίο έτος πριν από την έξοδό του από την υπηρεσία είναι μικρότερος των ανώτατων μηνιαίων συνταξίμων αποδοχών του 30ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών στην πρώτη περίπτωση ή του 22ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολόγιου των Τραπεζών στην δεύτερη περίπτωση, ο μικρότερος αυτός μέσος μηνιαίος μισθός αποτελεί τις κάθε φορά μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου. Για τον υπολογισμό του παραπάνω μέσου μηνιαίου μισθού του τελευταίου έτους πριν από την έξοδό του από την υπηρεσία δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν επ’ αυτού προσαυξήσεις από επιδόματα ή παροχές οποιασδήποτε φύσεως ή αποδοχές από δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, επίδομα αδείας κλπ. οι οποίες δεν λαμβάνονται, υπόψη και για τον υπολογισμό των ανώτατων μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών των παραπάνω κλιμακίων, σύμφωνα με τις υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος άρθρου». Η περιπτ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 5 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/1-11-1983) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «7β.Τυφλοί εξ αμφοτέρων των οφθαλμών ησφαλισμένοι εις το ταμείον, εφ’ όσον συμπλήρωσαν δεκαπενταετή (15ετή) τουλάχιστον πραγματικήν έμμισθον υπηρεσίαν εν ταις Τραπέζαις Ελλάδος και ΕΚΤΕ, δικαιούνται συντάξεως, υπολογιζομένης κατ’ εξαίρεσιν εις 35 συντάξιμα έτη. Η κατ’ εφαρμογήν του προηγουμένου εδαφίου χορηγουμένη σύνταξις λογίζεται επί των συνταξίμων αποδοχών, αποκλειστικώς και μόνον επί του εκάστοτε οργανικού μισθού του βαθμού εξόδου και των προσαυξήσεων βαθμού, αίτινες εχορηγήθησαν εις τον ησφαλισμένον από της εξόδου του εκ της υπηρεσίας και εφ’ ων κατεβάλλονται εισφοραί εις το Ταμείον και εφ’ όσον ο βαθμός και αι προσαυξήσεις απενεμήθησαν κατά την έξοδον μετά την συμπλήρωσιν του απαιτουμένου κατά τον οργανισμόν της Τραπέζης χρόνον, ως και επί του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, υπολογιζομένου με τα ισχύοντα ποσοστά, εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν εχορηγήθη τούτο υπό της Τραπέζης εξ ης εξήλθεν ο ησφαλισμένος». Η παρ. 7β προστέθηκε από την Β2/3/45/2322/ 29 Δεκ. 1977-17 Ιαν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 30) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «7.Το συνολικό ποσό της σύνταξης των εξερχομένων ασφαλισμένων από 1.1.1994 έως 31.12.1995 με αποδοχές της Σ.Σ.Ε. 1994-1995 δεν είναι δυνατό να υπολείπεται του ποσού της σύνταξης που καταβάλλεται κατά την ίδια ημερομηνία στους εξελθόντες τον Δεκέμβριο του 1993 ασφαλισμένους, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που καθορίζουν το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης. Η μέσα σε « » με αριθμ. 7 παράγραφος προστέθηκε από την με αριθμ. Φ45/619/17-30 Μαΐου 1995 (ΦΕΚ Β΄ 475) απόφ. Υπ. Υγ. Προν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2038,01(α) Σελ. 2038,01(β) Τεύχος 1327 Σελ. 119 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 8.Αναγνώρισις βαθμού και προσαυξήσεων βαθμού. Απονεμηθέντες βαθμοί και προσαυξήσεις βαθμού λαμβάνονται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των συνταξίμων αποδοχών των ησφαλισμένων μόνον εφ’ όσον εμισθοδοτούντο βάσει τούτων προ της εξόδου των εκ της υπηρεσίας και κατεβάλλονται επ’ αυτών εισφοραί εις το Ταμείον εκτός αν απενεμήθησαν αυτοίς βάσει της νομίμως γενομένης εντάξεως των ησφαλισμένων, δι’ αποφάσεων των οικείων Τραπεζών. «9.Συντάξιμες αποδοχές μελών Διοικήσεως: Οι συντάξιμες αποδοχές των Διοικητών και Υποδιοικητών καθορίζονται στα 150% των ανώτατων συντάξιμων αποδοχών του 30ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών με το ανώτατο ποσοστό επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας. 10.Οι συντάξιμες αποδοχές των Δ/ντών και Υποδ/ντών αποτελούνται: α)Από το βασικό μισθό του 33ου κλιμάκιου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. β)Από το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, «γ.Από το επίδομα θέσεως που χορηγείται αντίστοιχα στο βαθμό του Δ/ντή και του Υποδ/ντή και από το επιστημονικό επίδομα. Για τον υπολογισμό του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, του επιδόματος θέσεως και του επιστημονικού επιδόματος ισχύουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που ορίζονται στα εδάφ. γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. δ.Το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια προσαυξάνεται κατά 20%, όταν πρόκειται για Δ/ντές και κατά 15%, όταν πρόκειται για Υποδιευθυντές και αποτελεί τις συντάξιμες αποδοχές τους, οι οποίες όμως δεν μπορούν να είναι ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών του εν ενεργεία Δ/ντών και Υποδ/ντών, επί των οποίων υπολογίζονται οι προβλεπόμενες από τον παρόντα Κανονισμό εισφορές προς το Ταμείο. Τα παραπάνω ποσοστά 20% και 15% αυξάνονται σε 35% και 25% αντίστοιχα, όταν πρόκειται για ασφαλισμένους Δ/ντές ή Υποδ/ντές, που αποχώρησαν ήδη ή θα αποχωρούν στο μέλλον από την υπηρεσία για τους εξής λόγους: 1.Λόγω θανάτου ή πλήρους ανικανότητας για εργασία. 2.Λόγω καταλήψεώς τους από το όριο ηλικίας, εφόσον διετέλεσαν για ένα εξάμηνο Δ/ντές ή Υποδ/ντές και 3.Για οποιαδήποτε άλλη αιτία, εφόσον διετέλεσαν Δ/ντές ή Υποδιευθυντές για ένα έτος ή για παραπάνω από ένα εξάμηνο υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχουν συμπληρωμένη συντάξιμη υπηρεσία 35 ετών». Οι περιπτ. γ και δ΄ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 3 της Β2/45/3/675/19-27 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 258) αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 2038,02(β) Τεύχος 1327 Σελ. 120 ε)Οι συντάξιμες αποδοχές των ασφαλισμένων των περιπτ. 2 και 3 του προηγουμένου εδαφ. δ που αφορούν εξερχόμενους Δ/ντές ή Υποδ/ντές, δεν είναι δυνατόν να είναι κατώτερες από τις κάθε φορά συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου που έχει ενταχθεί στο 33ο κλιμάκιο του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. ς)Στη περίπτωση που ασφαλισμένος εξέρχεται με τον βαθμό του Δ/ντού και δεν συγκεντρώνει τις παραπάνω χρονικές προϋποθέσεις στο βαθμό αυτό, δικαιούται συντάξεως Υποδ/ντού εφ’ όσον έφερε το βαθμό αυτό, πριν από τον διορισμό του ή την προαγωγή του στο βαθμό του Δ/ντού και εφ’ όσον στον βαθμό του Υποδ/ντού συγκεντρώνει τις παραπάνω χρονικές προϋποθέσεις αφού συνυπολογισθεί γι’ αυτό και ο χρόνος που είχε αυτός στο βαθμό του Δ/ντού. Οι χρονικές προϋποθέσεις που αναφέρονται παραπάνω δεν ισχύουν αν πρόκειται για Δ/ντές ή Υποδ/ντές που εξήλθαν από την υπηρεσία πριν από την 31.12.1967». Οι παρ. 9 και 10 τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 6 της Β2/45/3/οικ. 1846 της 19-21 Σεπτ. 1983 (Διόρθ. Σφαλμ. ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983 αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 11)Κατωτάτη σύνταξις Μελών Διοικήσεως - Κατώτερα όρια συντάξεων: «Α.Κατώτατη σύνταξη Μελών Διοικήσεως. Κατώτερα όρια συντάξεων: Κατώτατη σύνταξη των Διοικητών και Υποδιοικητών, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρ. 7 του κανονισμού, ορίζεται η ανώτατη σύνταξη Δ/ντού υπολογιζόμενη με το ανώτατο επίδομα πολυετούς υπηρεσίας με 35 συντάξιμα έτη, προσαυξημένη κατά 20%. Κατωτάτη σύνταξη του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας Δικαστικού Συμβούλου ή του Οικονομικού Συμβούλου της Τράπεζας της Ελλάδος εφ’ όσον δικαιούνται σύνταξη ορίζεται η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό ανωτάτη σύνταξη του 33ου κλιμακίου του κύριου Προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Το εδάφ. Α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 7 της Β2/45/3/οικ. 1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 551) (Διόρθ. Σφαλμάτων ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983) αποφ. Υπουρ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Β΄.«Ανεξαρτήτως συνταξίμων ετών αι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμεναι συντάξεις των δικαιούχων του άρθρ. 7 του Κανονισμού δεν δύνανται να είναι κατώτεραι ποσοστού 35% των συνταξίμων αποδοχών των. Γ)Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων των εδαφ. Α΄, Β΄, Γ΄, και Δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 δεν δύναται να είναι κατωτέρα ποσοστού 35% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου (ή συνταξιούχου) εφ’ όσον δικαιούχοι, είναι πλείονα του ενός πρόσωπα, ή 30% εφ’ όσον δικαιούχος είναι έν πρόσωπον, η δε συνολική σύνταξις των δικαιούχων των εδαφ. Ε΄ και ΣΤ΄ ή της μητρός της τυχούσης συντάξεως βάσει το εδαφ. Δ΄ του αυτού άρθρου, (εν περιπτώσει διακοπής των μεθ’ ων συνέτρεχε δικαιοδόχων), οσοιδήποτε και αν είναι ούτοι, δεν δύναται να είναι κατωτέρα ποσοστού 25% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Δ.Κατώτερο ποσό συντάξεως των δικαιούχων του άρθρ. 7 και της συνολικής συντάξεως των δικαιούχων του άρθρ. 8 ορίζεται ποσοστό 40% του κάθε φορά βασικού μισθού του 9ου κλιμακίου του κύριου προσωπικού του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών. Με απόφαση του Δ. Συμβουλίου είναι δυνατόν να χορηγείται το ίδιο κατώτατο ποσό συντάξεως σε δικαιούχους του άρθρ. 9». Το εδάφ. Δ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 7 της Β2/45/3/οικ.1846/19-21 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 5451) (Διόρθ. Σφαλμ. ΦΕΚ Β΄ 639/4.11.1983 αποφ. Υπουργ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «Ε΄.Υπάλληλοι της Τραπέζης της Ελλάδος και Εθνικής Κτηματικής, υπαγόμενοι εις τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 110/1974 «περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις το προσωπικόν των Ταμείων» έχοντες κατά την έναρξιν ισχύος αυτού την υπό της περιπτ. β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 22 του Κανονισμού προβλεπομένην ασφάλισιν παρά τω Ταμείω, δικαιούνται εκ τούτου συντάξεως, υπό τας παρ. 1 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 110/74 αναφερομένας χρονικάς προϋποθέσεις, ανεξαρτήτως χρόνου συμπληρώσεως αυτών, ηλικίας και βαθμού. Ο χρόνος καθ’ ον ο υπάλληλος ήσκησε μετά την ισχύν του Ν.Δ. 110/1974 και μέχρι δημοσιεύσεως της παρούσης, λειτούργημα εκ των εν παρ. 2 του άρθρ. 6 του αυτού Ν.Δτος αναφερομένων, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας παρά τη οικεία Τραπέζη και χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω, επί καταβολή των κεκανονισμένων εισφορών, και μέχρις ενός έτους κατ’ ανώτατον όριον». Το εδαφ. Ε΄ προσετέθη δια της παρ. 6 εδαφ. ε της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. 12.Διατήρησις συντάξεων κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου. Αι μέχρι της ισχύος της παρούσης τροποποιήσεως απονεμηθείσαι συντάξεις, εφ’ όσον είναι ανώτεραι των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων, εξακολουθούσι καταβαλλόμεναι, χωρίς να τυγχάνωσι ουδεμιάς, εξ οιασδήποτε αιτίας, αυξήσεως. Οι συνταξιούχοι της περιπτώσεως ταύτης, δύνανται να τύχωσι μείζονος της ήδη καταβαλλομένης συντάξεως, μόνον εφ’ όσον, μεθ’ εκάστην αναπροσαρμογήν των συντάξεων περί ης η παρ. 6, η σύνταξίς των, υπολογιζομένη βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι μεγαλυτέρα της ήδη καταβαλλομένης. (Αντί για τη σελ. 2039(α) Σελ. 2039(β) Τεύχος Ζ32-Σελ. 135 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής «12α.Εις τους συνταξιούχους του Ταμείου τους δικαιουμένους συντάξεως την 1ην Αυγούστου, καταβάλλεται καθ’ έκαστον έτος μετά της συντάξεως του μηνός τούτου, πρόσθετος προσωποπαγής (μη κληρονομουμένη), παροχή, ίση με το ήμισυ της κατά την ημέραν ταύτην μηνιαίας αυτών συντάξεως. Εις τους συνταξιούχους, ων η συνταξιοδότησις άρχεται μετά την 1ην Αυγούστου, η άνω πρόσθετος παροχή, κατά το πρώτον έτος της συνταξιοδοτήσεώς των, καθορίζεται εις το ήμισυ της συντάξεως της ημέρας ενάρξεως της συνταξιοδοτήσεώς των και καταβάλλεται μετά της πρώτης αυτών συντάξεως. Η ανωτέρω, κατ’ έτος πρόσθετος παροχή, καθορίζεται εις το ήμισυ της ης δικαιούνται μηνιαίας συντάξεως την 1ην Αυγούστου ή την ημέραν ενάρξεως συνταξιοδοτήσεώς των, δια τους συνταξιοδοτουμένους μετά την 1ην Αυγούστου. Δεν δικαιούνται της άνω προσθέτου παροχής κατά το έτος ενάρξεως συνταξιοδοτήσεώς των, οι τυχόντες συντάξεως μετά την 1ην Ιανουαρίου του αυτού έτους: α)Ιδίω δικαίω συνταξιούχοι λαβόντες ή δικαιούμενοι να λάβωσι κατά το αυτό έτος επίδομα αδείας παρά της εξ ης εξήλθον Τραπέζης. β)Δικαιοδόχοι θανόντος συνταξιούχου όστις έλαβε παρά του Ταμείου κατά το αυτό έτος την άνω πρόσθετον παροχήν και γ)Δικαιοδόχοι θανόντος ησφαλισμένου, εφ’ όσον ο ίδιος έλαβεν ή οι κληρονόμοι του έλαβον ή δικαιούνται να λάβωσιν επίδομα αδείας δια το αυτό έτος υπό της παρ’ η υπηρέτει ο ησφαλισμένος Τραπέζης. Β΄. Η πρόσθετος παροχή δια το έτος 1964 περιορίζεται εις το έν τέταρτον της συντάξεως μηνός Αυγ. 1964 δια τους κατά τον μήνα τούτον δικαιούχους συντάξεως. Προκειμένου περί συνταξιούχων, ων η έναρξις συνταξιοδοτήσεως εγένετο εντός μεν του 1964 αλλά μετά την 31ην Αυγούστου, η πρόσθετος παροχή υπολογίζεται επί της συντάξεως ης θα εδικαιούτο κατά τον μήνα Αυγ. 1964 αν καθίσταντο από μηνός τούτου συνταξιούχοι. Κατά τα λοιπά ισχύουσι και δια το έτος 1964 αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφ. Α΄. Γ΄. Αι υπό των λοιπών διατάξεων του Κανονισμού καθοριζόμεναι μηνιαίαι συντάξιμοι αποδοχαί δεν προσαυξάνονται δια των επιδομάτων αδείας Χριστουγέννων και Πάσχα. ή οιασδήποτε ετέρας τακτικής ή εκτάκτου παροχής». «13)Τα κλάσματα της δραχμής παραλείπονται κατά τον υπολογισμόν των συντάξεων αι δε επ’ αυτών επιβαρύνσεις ενεργούνται ως μέχρι τούδε. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων». 14.Ισχύς. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των άρθρ. 7 και 8 του Κανονισμού άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης τροποποιήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 10 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον». Το άρθρ. 10 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. α)25446/Ε. 725 της 24/29 Απρ. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 121) (διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 312/1958) αποφ. Υπ. Εργασίας, β)63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 298), γ)73763/Ε. 1254 της 17/28 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 351) και δ)16730/Ε. 225 της 17 Φεβρ./6 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 162) (διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 293 και 386/1965), ομοίων αποφάσεων, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 45/3/178 της 4/12 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 162) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 273 της 3 Μαρτ. 1975). «Η ως άνω πρόσθετος παροχή δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να καταβάλλεται την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους αντί της 1ης Αυγούστου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις, προσετέθη δια της παρ. 6 εδάφ. ς της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. Επιμερισμός συντάξεων Άρθρ.11.-1.Εις περίπτωσιν υπάρξεως πλειόνων του ενός δικαιοδόχων η συνολική σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών ως ακολούθως: α)Αν δικαιούχοι είναι μόνον η χήρα σύζυγος του ησφαλισμένου και η μήτηρ αυτού, η μεν πρώτη λαμβάνει 60% της επιμεριζομένης συντάξεως η δε μήτηρ 40%. β)Αν δικαιοδόχοι είναι η χήρα σύζυγος του ησφαλισμένου, τέκνα και μήτηρ αυτού, η μήτηρ λαμβάνει ποσοστόν 20% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως. Εκ του υπολοίπου (ή επί του συνόλου της συντάξεως, αν δεν τυγχάνη δικαιοδόχος η μήτηρ του ησφαλισμένου) η χήρα σύζυγος λαμβάνει 60% αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου, όπερ λαμβάνει 40% και 60% αν συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων, άτινα λαμβάνουσι τα έτερα 50% κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι η μήτηρ του ησφαλισμένου και τέκνα αυτού η μήτηρ λαμβάνει 40% της επιμεριζομένης συντάξεως, αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου όπερ λαμβάνει 60% εξ αυτής, αν δε συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων του ησφαλισμένου αύτη λαμβάνει (Αντί της σελ. 2041) Σελ. 2041(α) Τεύχος 607 Σελ. 133 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής 39.Π.β.1 25% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως, του υπολοίπου επιμεριζομένου περαιτέρω μεταξύ των τέκνων κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα, η σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. Τα εντός «» του εδαφ. β΄ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298) αι διατάξεις δε αύται έχουσιν εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των απονεμηθησομένων συντάξεων. γ)Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως τέκνων, εκ προηγουμένου γάμου, του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο επιμερισμός της συντάξεως, μεταξύ πλειόνων δικαιοδόχων γίνεται κατά τα ανωτέρω, προσαυξανομένης της μερίδος των εκ προηγουμένου γάμου τέκνων κατά 20% καθ’ ο ποσόν μειούνται εξ ίσου τα μερίδια των υπολοίπων. Αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν έχουσιν εφαρμογήν αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. δ)Η σύνταξις των δικαιοδόχων των περιπτ. ς΄ και ζ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των ήδη απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων βάσει των άρθρ. 7, 8, 9 του Κανονισμού, άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης τροποποιήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρ. 11 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως θέματα περί ων το παρόν άρθρον». Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 25446/Ε. 725 της 24/29 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 121- διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 312/1958). Επιστροφή κρατήσεων Άρθρ.12.-«1.Εις τους εξερχομένους της υπηρεσίας εκ της οικείας Τραπέζης, λόγω ορίου ηλικίας, πλήρους ανικανότητος ή θανάτου, προ της συμπληρώσεως των προς απονομήν συντάξεως απαιτουμένων προϋποθέσεων αλλά μετά την συμπλήρωσιν πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας εν τη οικεία Τραπέζη, ησφαλισμένης συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού του Ταμείου, καταβάλλεται τη αιτήσει των, υπό τους κάτωθι όρους, δι’ επιστροφήν των εις το Ταμείον καταβληθεισών εισφορών, ειδική εφ’ άπαξ ασφαλιστική αποζημίωσις συνισταμένη. α)Εκ του διπλασίου του οργανικού μισθού του βαθμού εισόδου των εις την Τράπεζαν, του ισχύοντος κατά τον χρόνον της υποβολής της σχετικής αιτήσεως, και Σελ. 2042(α) Τεύχος 607 Σελ. 134 β)Εκ 5% των μηνιαίων, κατά το άρθρ. 10 του Κανονισμού συνταξίμων αυτών αποδοχών δι’ έκαστον μήνα ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού, δι’ ον κατεβλήθησαν αι υπό του άρθρ. 5 του Κανονισμού καθοριζόμεναι εισφοραί. Εις ην περίπτωσιν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 10ετή κατά τα ανωτέρω, ασφάλισιν εις το Ταμείον, η ειδική ασφαλιστική αποζημίωσις του παρόντος εδαφ. β΄ υπολογίζεται προς 10%. 2.Εις ην περίπτωσιν η έξοδος εκ της υπηρεσίας του ησφαλισμένου επέρχεται λόγω θανάτου, της κατά τα ανωτέρω ειδικής εφ’ άπαξ ασφαλιστικής αποζημιώσεως δικαιούνται οι κατά το άρθρ. 8 δικαιοδόχοι αυτού, υποβάλλοντες την σχετικήν αίτησιν, εφ’ όσον συντρέχουσιν εις τα πρόσωπα αυτών, άπασαι αι λοιπαί προϋποθέσεις του άρθρου τούτου, η δε μη συνταξιοδότησίς των οφείλεται εις την μη συμπλήρωσιν υπό του θανόντος ησφαλισμένου της απαιτουμένης, δια την συνταξιοδότησίν των, συνταξίμου υπηρεσίας. Εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων δικαιούχων η αποζημίωσις επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του Κανονισμού, εφαρμοζομένας αναλόγως. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν επί των εφεξής εξερχομένων της υπηρεσίας». Το άρθρ. 12 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 63564/Σ. 563 της 1/5 Σεπτ. 1961 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). 39.Π.β.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής Απώλεια δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή μηνιαίας συντάξεως εις τους εκ της υπηρεσίας των τριών Τραπεζών αποχωρούντας ησφαλισμένους ή εις τας οικογενείας αυτών, κατά τας διατάξεις των Άρθρ.13.-Αποβάλλουσιν το προς σύνταξιν δικαίωμα: α)Ο συνταξιούχος εάν καταδικασθή δι’ αμετακλήτου αποφάσεως επί κακουργήματι ή πλημμελήματι δια πράξεις περί την υπηρεσίαν Τραπέζης. «Εάν όμως υπάρχουσι σύζυγος ή τέκνα, άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά τους όρους του άρθρ. 8, καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις, ήτις θα τοις απενέμετο εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 45/3/1524 της 1/14 Απρ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 502) ομοίας. β)»Η εις γάμον ελθούσα θυγάτηρ ή χήρα σύζυγος ή μήτηρ εις νέο τοιούτον, είτε κατά το ημεδαπόν, είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον, ως και η συνεπεία δικαστικής αποφάσεως εκπεσούσα της επιτροπείας των τέκνων της χήρα σύζυγος δι’ αισχράν διαγωγήν». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 45/2446 της 2/17 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 814) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «γ)Συνταξιούχοι του Ταμείου, συνταξιοδοτούμενοι παρ’ αυτού είτε ιδίω δικαίω, είτε ως δικαιοδόχοι θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου εάν δεν δηλώσωσι εγκαίρως εις το Ταμείον επισυμβάσαν περίπτωσιν επιφέρουσαν ελάττωσιν ή τροποποίησιν της συντάξεώς των. Δια την περίπτωσιν ταύτην απαιτείται η κρίσις και η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου προς αποβολήν του προς σύνταξιν δικαιώματος, δυναμένου να επιβάλη πρόστιμον της αποβολής του προς σύνταξιν δικαιώματος». Η παρ. γ του άρθρ. 13 ετροποποιήθη ως ανωτέρω δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). «Δ)Πρόσωπα δικαιούμενα συντάξεως ως διακοδόχοι θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου δια τον θάνατον του οποίου κατεδικάσθησαν ως υπαίτια εκ προθέσεως εις οιανδήποτε ποινήν». Η παρ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 42987/Σ. 645 της 27 Ιουλ./14 Αυγ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). Χορήγησις δανείων εις συνταξιούχους Άρθρ.13α.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεώς του, εντός της εγκρίσεως της παρασχεθησομένης υπό της Νομισματικής Επιτροπής και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, να προβαίνη εις την χορήγησιν δανείων προς τους συνταξιούχους του Ταμείου, εις τας κάτωθι περιπτώ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.