← Ελλάδα

43. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2304 της 11/11 Μαΐου 1995 (ΦΕΚ Α΄ 83) Κύρωση του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κυρώνει τον Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, ο οποίος καθορίζει τους κανόνες για την κατάσταση των δικαστικών λειτουργών και τη διαδικασία πειθαρχικής δίωξης εντός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
43. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2304 της 11/11 Μαΐου 1995 (ΦΕΚ Α΄ 83) Κύρωση του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων. Άρθρο πρώτο Κυρώνεται ο Κώδικας Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων του οποίου το κείμενο ακολουθεί, όπως καταρτίσθηκε από την αναθεωρητική νομοπαρασκευαστική επιτροπή του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 1911/1990. ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α Έκταση εφαρμογής - Λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία Άρθρο 9 Κοινοποίηση του διορισμού 1.Το διάταγμα του διορισμού ανακοινώνεται στον διοριζόμενο με έγγραφο του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Το έγγραφο αυτό επιδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση του διατάγματος. 2.Στο έγγραφο της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να αναφέρονται ο αριθμός και η ημερομηνία του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπου δημοσιεύτηκε η περίληψη του άρθρου 8. 3.Στο πιο πάνω έγγραφο ορίζεται και προθεσμία δέκα έως τριάντα ημερών από την επίδοση, για την ορκωμοσία και την ανάληψη υπηρεσίας από τον διοριζόμενο. Αν δεν ορίζεται, η προθεσμία θεωρείται ότι αυτή είναι τριάντα ημερών. Ύστερα από αίτηση του διοριζομένου, είναι δυνατόν να παραταθεί η προθεσμία αυτή και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, για τριάντα ακόμη ημέρες. 4.Αν δεν πραγματοποιηθεί η επίδοση που προβλέπει η παράγραφος, 1 θεωρείται ότι η επίδοση του εγγράφου του Υπουργούν Εθνικής Άμυνας έγινε την τριακοστή ημέρα από τη δημοσίευση του Σελ. 214,14 Τεύχος 1211-Σελ. 90 διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από τότε αρχίζει και η προθεσμία των τριάντα ημερών για την ορκωμοσία και την ανάληψη υπηρεσίας από τον διοριζόμενο. Άρθρο 97 Υποχρέωση για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως 1.Ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση, ότι τελέστηκε από δικαστικό λειτουργό πράξη, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πειθαρχικό παράπτωμα, υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική αγωγή. 2.Αν τα στοιχεία, που περιέρχονται στον Εισαγγελέα, καθώς και όσα συλλέγει ο ίδιος δεν πιθανολογούν τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος ή τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται δεν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου ή λήξεως της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του που κοινοποιείται στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. 3.Σε πειθαρχικά παραπτώματα που οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια και δικαιολογούν προδήλως μόνο ποινή επιπλήξεως, η δίωξη είναι στη διακριτική ευχέρεια του Εισαγγελέα, ο οποίος πρέπει να λάβει υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης και τη διαγωγή του δικαστικού λειτουργού εντός της υπηρεσίας και εκτός αυτής. 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων Άρθρο 98 Γνωστοποίηση πειθαρχικών παραπτωμάτων 1.Πρόεδροι και εισαγγελείς δικαστηρίων, όταν λάβουν γνώση ότι ο δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο δικαστήριο ή την εισαγγελία διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα, οφείλουν να το ανακοινώσουν στον αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως και να αποστείλουν τα σχετικά στοιχεία. 2.Εκθέσεις επιθεωρητών, που περιέχουν πρόταση για πειθαρχική δίωξη δικαστικού λειτουργού, διαβιβάζονται στον αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως με τα σχετικά στοιχεία. 3.Οι εισαγγελείς πλημμελειοδικών υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμέσως στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής διώξεως κάθε ποινική δίωξη που ασκούν κατά δικαστικού λειτουργού. 4.Αν κατά τη διάρκεια ποινικής ή πειθαρχικής ανακρίσεως προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση και τη στέλνει αμέσως στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής διώξεως. Άρθρο 99 1.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής διώξεως έχει το δικαίωμα να ενεργεί προκαταρκτική εξέταση για τον έλεγχο των στοιχείων, που έχουν περιέλθει σε αυτόν και την εκτίμηση της συνδρομής των λόγων για την άσκηση πειθαρχικής διώξεως. Η προκαταρκτική εξέταση είναι άτυπη και γίνεται από τον ίδιο ή με εντολή του από άλλο δικαστικό λειτουργό ανώτερο στο βαθμό εκείνου που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. 2.Εκείνος που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση οφείλει να ζητήσει προφορικές ή έγγραφες εξηγήσεις από αυτόν που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα και μπορεί να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση άλλων στοιχείων από κάθε άλλη αρχή. Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις οφείλει να τις δώσει και έχει δικαίωμα να λάβει γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν. 3.Εκείνος που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση μεριμνά επίσης για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο. 4.Για την προκαταρκτική εξέταση συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να έχει επαρκή αιτιολογία. 5.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής διώξεως, αν από την προκαταρκτική εξέταση καταλήξει σε κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως, θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη. Όταν η πράξη αυτή εκδίδεται από τον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου κοινοποιείται στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Άρθρο 100 Έναρξη πειθαρχικής διώξεως 1.Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την έγερση πειθαρχικής αγωγής. 2.Η πειθαρχική αγωγή πρέπει να περιέχει: α.Το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου. β.Πλήρη και σαφή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα που του αποδίδεται, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε και τις διατάξεις των νόμων που το προβλέπουν. 3.Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο αρμόδιο συμβούλιο και συνοδεύεται από την πειθαρχική δικογραφία που σχηματίστηκε και τα στοιχεία που υπάρχουν. Η αρμοδιότητα του συμβουλίου κρίνεται από το βαθμό του διωκομένου κατά το χρόνο ασκήσεως της πειθαρχικής αγωγής με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 69 παράγραφος 2. 4.Εφόσον η πειθαρχική αγωγή ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, κοινοποιείται αντίγραφο της στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Η πειθαρχική αγωγή κοινοποιείται επίσης στον πρόεδρο και τον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός, τον οποίο αφορά η πειθαρχική αγωγή. Άρθρο 101 Η πειθαρχική δίωξη τελειώνει με την έκδοση οριστικής, ανέκκλητης ή τελεσίδικης αποφάσεως πειθαρχικού δικαστηρίου ή συμβουλίου, κατά περίπτωση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ΄ Προδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων Άρθρο 102 Ορισμός εισηγητή 1.Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ορίζει ένα από τα τακτικά μέλη του ως εισηγητή. Η πράξη ορισμού του εισηγητή με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στον διωκόμενο. 2.Σε περίπτωση κωλύματος του εισηγητή, ο πρόεδρος τον αντικαθιστά με άλλον από τα τακτικά μέλη του συμβουλίου. 3.Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της πράξεως ορισμού εισηγητή, να ζητήσει την εξαίρεση του τελευταίου, αναφέροντας τους λόγους εξαιρέσεως, Για την αίτηση αποφασίζει το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του εισηγητή, του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση. Αν γίνει δεκτή η αίτηση, ο πρόεδρος ορίζει άλλον εισηγητή. 4.Ο διωκόμενος δεν μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση και άλλου εισηγητή. Άρθρο 103 Κλήση σε απολογία 1.Ο εισηγητής μελετά τη δικογραφία και καλεί τον διωκόμενο σε απολογία. 2.Με την κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία, όχι βραχύτερη των δέκα (10) ημερών. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί με αίτηση του διωκομένου μέχρι το τριπλάσιο. 3.Από την επίδοση της κλήσεως σε απολογία μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, που τάχθηκε, αλλά όχι περισσότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες, ο διωκόμενος θεωρείται ότι είναι σε κανονική άδεια, την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει, αφού κάνει σχετική δήλωση στον προϊστάμενό του. Άρθρο 104 Απολογία 1.Ο διωκόμενος, πριν απολογηθεί, έχει δικαίωμα να λάβει γνώση της δικογραφίας που σχηματίστηκε και να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας αφού συνταχθεί σχετική έκθεση. 2.Η απολογία είναι έγγραφη και υποβάλλεται είτε στον εισηγητή με χορήγηση αποδείξεως είτε με συστημένη επιστολή. 3.Στην απολογία του μπορεί ο διωκόμενος να προτείνει μάρτυρες, από τους οποίους οι πέντε εξετάζονται υποχρεωτικώς. Επίσης, μπορεί να αναφέρει την ύπαρξη (Μετά τη σελ. 214,28) Σελ. 214,29 Τεύχος 1211-Σελ. 105 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 κρίσιμων εγγράφων ή άλλων στοιχείων, που βρίσκονται σε οποιαδήποτε αρχή, με τα οποία πρέπει να συμπληρωθεί ή πειθαρχική δικογραφία, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζονται στο άρθρο 106 παράγραφος 4. 4.Στην απολογία του ο διωκόμενος επισυνάπτει όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του. Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εύλογη προθεσμία για τη συμπληρωματική υποβολή στοιχείων, που δεν βρίσκονται στην κατοχή του. Άρθρο 105 Ορισμός ανακριτή 1.Εφόσον, μετά την απολογία του διωκομένου, τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία κρίνονται από τον εισηγητή και τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στο άρθρο 111. Εφόσον όμως τα στοιχεία αυτά κρίνονται από τον εισηγητή ή τον πρόεδρο ελλιπή, ο τελευταίος ορίζει με πράξη του ως ανακριτή άλλο μέλος, τακτικό ή αναπληρωματικό, του συμβουλίου και του δίνει παραγγελία να διενεργήσει ανάκριση. 2.Η πράξη του προέδρου για τον ορισμό ανακριτή επιδίδεται στον διωκόμενο. Αυτός έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή, όπως ορίζεται και για τον εισηγητή στο άρθρο 102 παράγραφοι 3 και 4. Άρθρο 106 1.Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για το σχηματισμό της κρίσεως του πειθαρχικού συμβουλίου. 2.Ανακριτικές πράξεις είναι κυρίως: α.Η εξέταση μαρτύρων. β.Η εξέταση του διωκομένου. γ.Η αυτοψία. δ.Η πραγματογνωμοσύνη και ε.Η αναζήτηση εγγράφων. 3.Για κάθε ανακριτική πράξη της προηγούμενης παραγράφου συντάσσεται έκθεση. 4.Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξεως υπηρεσιακό απόρρητο, εφόσον δεν συναινεί στην ανακοίνωσή του η αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε επαγγελματικό απόρρητο κατά νόμο. 5.Ο ανακριτής ενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις. Εάν πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του ανακριτή, μπορεί αυτός, εφόσον δεν κρίνει αναγκαία τη μετακίνησή του ή την κλήτευση των μαρτύρων στην έδρα του, να παραγγείλει τη διενέργειά της, από δικαστικό λειτουργό του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων, που υπηρετεί στην περιφέρεια όπου πρόκειται να διενεργηθεί η ανακριτική πράξη, αρκεί να είναι ανώτερος στο βαθμό ή αρχαιότερος του διωκομένου. Σελ. 214,30 Τεύχος 1211-Σελ. 106 Άρθρο 10 Αποδοχή του διορισμού 1.Η δημόσια υπηρεσιακή σχέση του δικαστικού λειτουργού δημιουργείται με το διορισμό και την αποδοχή του. 2.Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία. Πριν από την ορκωμοσία δεν επιτρέπεται ανάληψη υπηρεσίας. 3.Ο αποδεχόμενος το διορισμό του δίνει τον όρκο του στρατιωτικού και τον όρκο του επόμενου άρθρου. Ο τελευταίος δίνεται ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίασή του. 4.Για την ορκωμοσία συντάσσεται πρακτικό. Άρθρο 107 Εξέταση μαρτύρων και του διωκομένου 1.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως κατά τον τύπο που προβλέπουν τα άρθρα 218 και 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2.Η μη εμφάνιση ή άρνηση καταθέσεως μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα για απείθεια. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με τον διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό. 3.Η εξέταση των μαρτύρων που προτείνει ο διωκόμενος, πέρα από τον αριθμό των πέντε, είναι στην κρίση του ανακριτή. Κατά τα λοιπά, για την εξέταση των μαρτύρων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 213 μέχρι και 217 και 223 μέχρι 227 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 4.Κατά την ανάκριση καλείται υποχρεωτικά από τον ανακριτή, ο διωκόμενος για εξέταση, η οποία γίνεται ανωμοτί. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου για εξέταση δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανακρίσεως. 5.Ο διωκόμενος, πριν από την εξέτασή του, έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των εγγράφων της ανακρίσεως, καθώς και τα δικαιώματα του άρθρου 104 παράγραφοι 1 και 3 του παρόντος. Άρθρο 108 1.Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον ανακριτή είτε μετά από πρότασή του από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για τη διαπίστωση των πραγματικών συνθηκών τελέσεως του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλων συναφών στοιχείων με αυτό. 2.Η εξέταση δημόσιων εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή ενεργείται, εφόσον είναι δυνατόν, στο γραφείο, όπου φυλάσσονται αυτά. 3.Πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί από τον πίνακα του άρθρου 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Όταν γίνει η πραγματογνωμοσύνη οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό. 4.Κατά τα λοιπά, στην αυτοψία και στην πραγματογνωμοσύνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων Άρθρο 109 Αναζήτηση εγγράφων 1.Ο ανακριτής μπορεί να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή σε αυτό στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων για αντικείμενα που ανάγονται στην αρμοδιότητά της ή αντιγράφων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της. 2.Έγγραφα τα οποία κατέχει ιδιώτης μπορούν να ζητηθούν από τον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος μετά από αίτηση του ιδιώτη να χορηγήσει ατελώς, εκτός από την απόδειξη, επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων που παρέλαβε. Αν πρόκειται για έγγραφα αναγκαία στον ιδιώτη προς εξυπηρέτηση συμφέροντός του, αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξετάσεως στον τόπο όπου βρίσκονται. 3.Η άρνηση της παραδόσεως ή ανακοινώσεως τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα. Άρθρο 110 Τέλος της ανακρίσεως Μετά το τέλος της ανακρίσεως, ο ανακριτής υποβάλλει τη δικογραφία στον πρόεδρο του συμβουλίου με το πόρισμά του για την υπόθεση. Άρθρο 111 Ορισμός δικασίμου – Κλήση του διωκομένου 1.Ο πρόεδρος του συμβουλίου, όταν λάβει τη δικογραφία της υποθέσεως, μετά το τέλος της ανακρίσεως ή όταν κρίνει και αυτός, κατά το άρθρο 105, ότι η ανάκριση δεν είναι αναγκαία, ορίζει με πράξη του δικάσιμο για τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου. Η δικάσιμος δεν μπορεί να απέχει χρονικώς λιγότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξεως. 2.Η παραπάνω πράξη κοινοποιείται και στον διωκόμενο μαζί με την κλήση για να προσέλθει και λάβει γνώση της δικογραφίας και να παραταθεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. 3.Για την προσέλευση του διωκομένου συντάσσεται έκθεση στην οποία αναφέρεται αν έλαβε γνώση όλης της δικογραφίας. Η έκθεση υπογράφεται από τον διωκόμενο και το γραμματέα. Η μη προσέλευση του διωκομένου για να λάβει γνώση της δικογραφίας πριν τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της πειθαρχικής δίκης. 4.Ο πρόεδρος του συμβουλίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διωκομένου, μπορεί να καλέσει ενώπιον του συμβουλίου μάρτυρες. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ΄ Κύρια διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων Άρθρο 112 Συνεδρίαση πειθαρχικού συμβουλίου 1.Με την έναρξη της συνεδριάσεως βεβαιώνεται η νόμιμη σύνθεση του συμβουλίου και η παρουσία ή όχι του διωκομένου. 2.Αν ο διωκόμενος δεν εμφανίστηκε και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή δεν προσήλθε λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος, ορίζεται νέα δικάσιμος και παραγγέλεται η γνωστοποίησή της. 3.Το συμβούλιο μπορεί και αν δεν συντρέχουν οι όροι της προηγούμενης παραγράφου να αναβάλει τη συνεδρίαση σε νέα δικάσιμο, λόγω της μη προσελεύσεως του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Για τους μάρτυρες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τη βίαιη προσαγωγή στο ακροατήριο. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της συνεδριάσεως, το συμβούλιο προσχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως και με απόντα τον διωκόμενο. 4.Ο διωκόμενος, μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση δύο το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαιρέσεως. Για την αίτηση αυτή που υποβάλλεται εγγράφως, μέχρι την έναρξη της συνεδριάσεως, αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη των οποίων ζητείται η εξαίρεση ή την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά μέλη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως εξαιρέσεως ή της υποθέσεως αντίστοιχα. 5.Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανακρίσεως. Στη συνέχεια ο πρόεδρος καλεί για εξέταση καθένα από τους μάρτυρες και δίνει το λόγο στον διωκόμενο για να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα που θα θέσουν σε αυτόν τα μέλη του συμβουλίου. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει υπόμνημα, μέσα σε εύλογη προθεσμία που ορίζει ο πρόεδρος. Άρθρο 113 Διεύθυνση συζητήσεως – Πρακτικά 1.Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, δίνει το λόγο στον εισηγητή, τον διωκόμενο και το συνήγορό του, απευθύνει ερωτήσεις προς τον διωκόμενο και τους μάρτυρες και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου, στον διωκόμενο και στο συνήγορό του να υποβάλλουν ερωτήσεις. 2.Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από το γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων, που γίνονται κατά τη συνεδρίαση, επιτρέποντας ενδεχομένως και την υπαγόρευση αυτών. Άρθρο 114 Προδικαστική απόφαση Το συμβούλιο εκτιμά ελεύθερο τα αποδεικτικά στοιχεία και αν τα κρίνει ανεπαρκή μπορεί με απόφασή του να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις. Εφ’ όσον αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, αυτή διενεργείται από το συμβούλιο. Η προδικαστική απόφαση επιδίδεται στον διωκόμενο και όταν εκτελεσθούν όσα διατάσσονται με αυτή επαναλαμβάνεται η κυρία διαδικασία, όπως ορίζεται στο άρθρο 112 του Κώδικα. Άρθρο 115 Οριστική απόφαση 1.Για την έκδοση οριστικής αποφάσεως, το συμβούλιο σε διάσκεψη μελετά όλη τη δικογραφία και στη συνέχεια γίνεται ψηφοφορία, παρουσία και του γραμματέα, για τα ζητήματα που ανακύπτουν στην υπόθεση. Αν σε κάποιο ζήτημα σχηματίζονται περισσότερες από δύο γνώμες, αυτοί που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης (Μετά τη σελ. 214,30) Σελ. 214,31 Τεύχος 1211-Σελ. 107 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 για τον διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για καθένα από τα ζητήματα βεβαιώνεται στο πρακτικό της διασκέψεως, το οποίο υπογράφεται από όλους τους παρισταμένους. 2.Η οριστική απόφαση πρέπει να περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του διωκομένου, μνεία της τυχόν παραστάσεώς του, άλλως της νόμιμης κλητεύσεώς του, περίληψη της κατηγορίας, καθώς και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, αιτιολογικό και διατακτικό. Η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, τόσο ως προς τη διαπίστωση ή μη της ενοχής, όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής. 3.Το σχέδιο της αποφάσεως συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο, το δε πρωτότυπό της από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται στο βιβλίο αποφάσεων του συμβουλίου. Ως χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως λαμβάνεται η χρονολογία υπογραφής του πρωτοτύπου της από τον πρόεδρο. Άρθρο 116 Κοινοποίηση αποφάσεως 1.Η οριστική απόφαση επιδίδεται με μέριμνα του γραμματέα στον διωκόμενο. 2.Η απόφαση αυτή επιδίδεται και στον πρόεδρο του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί ο διωκόμενος και σε όσους έχουν δικαίωμα εφέσεως. Επίσης, επιδίδεται στον εισαγγελέα, εφόσον ο διωκόμενος υπηρετεί σε εισαγγελία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ΄ Ένδικα μέσα Άρθρο 11 Όρκος δικαστικού λειτουργού Ο τύπος του όρκου είναι: Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και στους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου. Άρθρο117 Έφεση 1.Οι οριστικές αποφάσεις του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου είναι εκκλητές. 2.Δικαίωμα εφέσεως σε κάθε απόφαση έχουν: α.Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας. β.Ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. 3.Δικαίωμα εφέσεως έχει αυτός που τιμωρήθηκε πειθαρχικά ή απαλλάχθηκε με δυσμενή αιτιολογία. 4.Η έφεση ασκείται από αυτόν που διώχθηκε μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή μέσα σε τρεις (3) μήνες. Όταν πρόκειται για τους αναφερομένους στην παράγραφο 2 η έφεση ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση της αποφάσεως κατά το άρθρ. 116 παράγραφος 2, πάντως δε όχι πέρα από τρεις μήνες από την έκδοση της αποφάσεως. Σελ. 214,32 Τεύχος 1211-Σελ. 108 5.Η έφεση ασκείται από αυτόν που διώχθηκε με την κατάθεσή της στο γραμματέα του συμβουλίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και αν συντάσσεται σχετική έκθεση και από αυτούς που έχουν δικαίωμα εφέσεως κατά την παράγραφο 2 με την αποστολή του εγγράφου που απευθύνεται προς τον παραπάνω γραμματέα, οπότε η έφεση θεωρείται ότι έχει ασκηθεί με την πρωτοκόλληση του εγγράφου. Η έφεση μπορεί να ασκηθεί από αυτόν που διώχθηκε και με κατάθεσή της στο γραμματέα του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην αλλοδαπή, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να την αποστείλουν αμέσως στο γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε θεωρείται ότι ασκήθηκε με την κατάθεσή της. 6.Με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να κάνει χειρότερη τη θέση του διωκομένου, αν μόνο αυτός έχει ασκήσει έφεση. 7.Η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της αποφάσεως. 8.Ως προς τη διαδικασία ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, τα δικαιώματα εκείνου που διώχθηκε, την έκδοση και επίδοση της αποφάσεως προς αυτόν, ισχύουν αναλόγως, όσα ορίζονται παραπάνω για το πενταμελές συμβούλιο. 9.Οι αποφάσεις του επταμελούς συμβουλίου δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο, εκτός από την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης. 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων Άρθρο 118 Επανάληψη πειθαρχικής δίκης 1.Μετά την έκδοση ανέκκλητης ή τελεσίδικης αποφάσεως πειθαρχικού συμβουλίου, μπορεί να ζητηθεί η επανάληψη της πειθαρχικής δίκης: α)αν μετά την καταδικαστική πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε για την ίδια πράξη αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα που αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία. β)αν μετά την αθωωτική πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση για την ίδια πράξη σε βαθμό πλημμελήματος ή κακουργήματος και γ)αν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής αποφάσεως αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία ή ανατράπηκε, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη και γι’ αυτό δεν ήταν φανερή η αθωότητα εκείνου που διώχθηκε. 2.Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης ζητά στις περιπτώσεις α΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αυτός που διώχθηκε πειθαρχικά και στην περίπτωση β΄ της ίδιας παραγράφου ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η αίτηση απευθύνεται προς το συμβούλιο που έχει εκδώσει την απόφαση κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. 3.Η αίτηση επαναλήψεως της πειθαρχικής δίκης ασκείται μέσα σε ένα χρόνο από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση, στην οποία στηρίζεται, ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. 4.Η αίτηση ασκείται κατά το άρθρ. 117 παράγραφος 5 του παρόντος. 5.Τυχόν μεταβολή της υπηρεσιακής καταστάσεως αυτού που διώχθηκε δεν επιδρά στην αρμοδιότητα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την απόφαση κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για την επανάληψη της δίκης. 6.Κατά την επανάληψη της δίκης τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 111 έως 115 και η απόφαση που εκδίδεται, εφόσον είναι αθωωτική ή επιβάλλει ελαφρότερη ποινή, διότι έγινε δεκτή η αίτηση που άσκησε ο Υπουργός, εξαφανίζει αυτή που εκδόθηκε αρχικά. Άρθρο 119 Απαράδεκτο άλλων ενδίκων μέσων Εκτός από τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στα προηγούμενα άρθρα οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων δεν υπόκεινται σε κανένα άλλο ένδικο μέσο ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ούτε σε προσφυγή ενώπιον οποιαδήποτε αρχής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΓ΄ Συνέπειες αποφάσεων Άρθρο 120 Εκτελεστές αποφάσεις 1.Οι ανέκκλητες ή τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις είναι υποχρεωτικά εκτελεστές. 2.Όταν η απόφαση είναι ανέκκλητη ή γίνει τελεσίδικη, ο πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου διατάζει την επίδοση του κυρωμένου αντιγράφου της εκτελεστής αποφάσεως σε αυτόν που διώχθηκε πειθαρχικά και διαβιβάζει όλη τη δικογραφία με το αποδεικτικό επιδόσεως της αποφάσεως στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας το οποίο επιμελείται για τις περαιτέρω ενέργειες εκτελέσεως. Άρθρο 121 Καταχώριση πειθαρχικών αποφάσεων Όλες οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο μητρώο αυτού που διώχθηκε, αντίγραφο δε αυτών τίθεται στον ατομικό φάκελό του. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της Διευθύνσεως Στρατιωτικής Δικαιοσύνης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Άρθρο 122 Εκτέλεση ποινών προστίμου και προσωρινής παύσεως 1.Η εκτέλεση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου ανήκει στον εκκαθαριστή των αποδοχών του τιμωρημένου δικαστικού λειτουργού. Σε περίπτωση μεταγενέστερης αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία, τα οφειλόμενα ποσά από την παραπάνω αιτία εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, σε περίπτωση δε θανάτου, η ποινή δεν εκτελείται. 2.Το ποσόν του προστίμου που επιβλήθηκε παρακρατείται από τις αποδοχές του πρώτου μηνός από την κοινοποίηση της πειθαρχικής αποφάσεως στον εκκαθαριστή αποδοχών. Αν το ποσό τούτο είναι ανώτερο του ενός τετάρτου των μηνιαίων αποδοχών του τιμωρημένου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, που ορίζονται με την πειθαρχική απόφαση, χωρίς να μπορεί καθεμία να υπερβεί το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών. 3.Η εκτέλεση της ποινής προσωρινής παύσεως αρχίζει από την επόμενη ημέρα της κοινοποιήσεως της ανέκκλητης ή τελεσίδικης κατά περίπτωση αποφάσεως στον τιμωρημένο ή από την επόμενη ημέρα εκείνης, κατά την οποία η απόφαση που υπόκειται σε έφεση έγινε τελεσίδικη. 4.Η ποινή της επιπλήξεως θεωρείται ότι εκτελέστηκε με την επίδοση της ανέκκλητης ή τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως. 5.Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της ποινής προσωρινής παύσεως, ο τιμωρημένος: α)δεν μπορεί να ασκήσει τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, καθώς και κάθε άλλη αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί σε αυτόν με την ιδιότητά του ως δικαστικού λειτουργού και β)στερείται το μισό των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στο μετοχικό ταμείο του κλάδου όπου υπηρετεί ο τιμωρημένος. Άρθρο 123 Παραγραφή πειθαρχικών ποινών Οι πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν με ανέκκλητες ή τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις, εφ’ όσον παρέμειναν ανεκτέλεστες, παραγράφονται: (α)η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως μετά από διετία, (β)η πειθαρχική ποινή του προστίμου μετά από τριετία και (γ)η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεως μετά από πενταετία από την επιβολή τους. (Μετά τη σελ. 214,32) Σελ. 214,33 Τεύχος 1211-Σελ. 109 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 Άρθρο 124 Άρση συνεπειών Διαγράφονται από το μητρώο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις του οι ποινές της επίπληξης μετά ένα έτος, του προστίμου μετά διετία, της προσωρινής παύσεως, έως ένα μήνα, μετά τριετία και της προσωρινής παύσεως άνω του μηνός μετά πενταετία, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί σε αυτόν οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Αν μέσα στον άνω χρόνο, επιβλήθηκε νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι’ αυτήν ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΔ΄ Διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού δικαστηρίου. Άρθρο 125 Απόφαση για παραπομπή 1.Εφόσον το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει ότι ο δικαστικός λειτουργός που παραπέμφθηκε ενώπιόν του είναι υπαίτιος του πειθαρχικού παραπτώματος και πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή οριστικής παύσεως, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για παραπομπή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο. 2.Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στον διωκόμενο και διαβιβάζεται αμέσως με όλη τη δικογραφία στον πρόεδρο του παραπάνω δικαστηρίου. 3.Κατά της αποφάσεως για την παραπομπή δεν επιτρέπεται κανένα ένδικο μέσο. Άρθρο 126 Προδικασία 1.Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η πράξη ορισμού του εισηγητή επιδίδεται στον διωκόμενο. 2.Κατά την προδικασία δεν απαιτείται επανάληψη αυτών που ορίζονται στα άρθρα 103 μέχρι 110. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο 111 του παρόντος. Άρθρο 12 Ανάληψη υπηρεσίας Η ανάληψη υπηρεσίας από το δικαστικό λειτουργό βεβαιώνεται με έκθεση. Αυτή συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου στο οποίο τοποθετήθηκε και υπογράφεται και από τον διοριζόμενο. Άρθρο 127 Κύρια διαδικασία 1.Η συνεδρίαση του δικαστηρίου διέπεται από τις οικείες διατάξεις. Κατά, τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στα άρθρα 112 μέχρι 116 του παρόντος. 2.Κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου παρίσταται και ο Εισαγγελέας. Ο διωκόμενος μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως μόνος ή με δικηγόρο ή να εκπροσωπείται από δικηγόρο. Άρθρο 128 Ένδικα μέσα Η πειθαρχική δίκη ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να επαναληφθεί κατά τους όρους του άρθρου 118 του παρόντος. Σελ. 214,34 Τεύχος 1211-Σελ. 110 Άρθρο 129 Εκτέλεση 1.Η δικαστική απόφαση που επιβάλλει ποινή οριστικής παύσεως διαβιβάζεται στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας για την έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος. 2.Εφόσον το δικαστήριο επέβαλε ελαφρότερη ποινή ή εκήρυξε αθώο τον διωκόμενο, ενεργούνται τα οριζόμενα στα άρθρα 120 μέχρι 124. 3.Εφόσον ο διωκόμενος κηρύχθηκε αθώος ή τιμωρήθηκε με ελαφρότερη ποινή μετά από επανάληψη της δίκης, η δικαστική απόφαση διαβιβάζεται στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος για την αποκατάσταση εκείνου που διώχθηκε. 4.Ο δικαστικός λειτουργός που αποκαθίσταται με την ακύρωση ή επιβολή ελαφρότερης πειθαρχικής ποινής καταλαμβάνει την κενή θέση του βαθμού του που τυχόν υπάρχει και σε αντίθετη περίπτωση παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί. Ο απαλλασσόμενος ως αθώος ανακτά τη σειρά αρχαιότητάς του. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΕ΄ Επιθεώρηση Άρθρο 130 Η επιθεώρηση των στρατιωτικών δικαστηρίων, των γραμματέων τους και των δικαστικών λειτουργών ενεργείται σύμφωνα με τις παρακάτω διατάξεις. Άρθρο 131 Όργανα επιθεώρησης 1.Την επιθεώρηση ενεργούν: α.Στα στρατιωτικά δικαστήρια και στις αντίστοιχες εισαγγελίες ένας Αναθεωρητής. β.Στις γραμματείες των παραπάνω δικαστηρίων και εισαγγελιών ο ίδιος επιθεωρητής και οι εισαγγελείς των δικαστηρίων αυτών. 2.Με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους ο επιθεωρητής Αναθεωρητής, ο οποίος πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον ένα (1) χρόνο στο βαθμό του Αναθεωρητή και, εάν είναι δυνατόν, να μην έχει εκτελέσει καθήκοντα επιθεωρητή κατά την προηγούμενη διετία. 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 3.Η θητεία του επιθεωρητή είναι ετήσια και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από το διορισμό του. Παράταση της θητείας του μέχρι δύο (2) μήνες είναι δυνατή με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 4.Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης από την υπηρεσία του επιθεωρητή ορίζεται, κατά την παράγραφο 2, αντικαταστάτης για το υπόλοιπο της θητείας του. 5.Ο επιθεωρητής Αναθεωρητής, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων του, δύναται, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, να απαλλάσσεται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία για ορισμένο διάστημα της θητείας του. Σε περίπτωση παράτασης της θητείας του μπορεί να απαλλάσσεται μέχρι το τέλος του χρόνου της παράτασης. 6.Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του εισαγγελέα, την επιθεώρηση ενεργεί ή συνεχίζει ο αντικαταστάτης του και, εφόσον δεν τοποθετήθηκε αυτός, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Άρθρο 132 Αρμοδιότητες επιθεωρητή και χρόνος επιθεώρησης 1.Ο επιθεωρητής Αναθεωρητής: α. Επιθεωρεί όλα τα στρατιωτικά δικαστήρια και τις αντίστοιχες εισαγγελίες και γραμματείες. β. Ενεργεί, ύστερα από παραγγελία του Υπουργού Εθνικής Άμυνας ή του Προέδρου ή του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση κάθε δικαστηρίου, εισαγγελίας, γραμματείας ή δικαστικού λειτουργού. 2.Ο επιθεωρητής Αναθεωρητής μεταβαίνει στις έδρες των στρατιωτικών δικαστηρίων για διενέργεια επιθεώρησης από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου. Έκτακτες ή συμπληρωματικές επιθεωρήσεις ενεργεί οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θητείας του. 3.Η επιθεώρηση της παραγράφου 1 αφορά την εργασία που συντελέστηκε από την ημέρα ενάρξεως της προηγούμενης επιθεωρήσεως μέχρι την ημέρα ενάρξεως της νέας. Άρθρο 133 Τρόπος διενέργειας της επιθεώρησης 1.Ο επιθεωρητής εξετάζει τον τρόπο κατά τον οποίο διεξάγεται η υπηρεσία των στρατιωτικών δικαστηρίων, των εισαγγελιών και των γραμματειών και την εργασία που συντελέστηκε κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα. Επίσης εξετάζει την ενημερότητα της υπηρεσίας στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, την τακτική και ομαλή διεξαγωγή των συνεδριάσεων και την καταλληλότητα των κτιρίων. 2.Ο επιθεωρητής εξετάζει την εργασία των δικαστικών λειτουργιών και διεξάγει κάθε χρήσιμη έρευνα, συμβουλευόμενος και τον πρόεδρο ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, για τη μόρφωση ασφαλούς γνώμης σχετικά με το ήθος, το σθένος, την επιστημονική κατάρτιση, την υπηρεσιακή απόδοση, την ευθυκρισία, φιλοπονία και υπηρεσιακή και κοινωνική παράσταση των δικαστικών λειτουργών. Οφείλει δε να διεξάγει με κάθε λεπτομέρεια την έρευνά του για το σχηματισμό ασφαλούς γνώμης ως προς τους επιθεωρούμενους, χρησιμοποιώντας απαραίτητα και την προσωπική επαφή με αυτούς. Άρθρο 134 Εκθέσεις επιθεώρησης 1.Ο επιθεωρητής συντάσσει γενικές εκθέσεις για τη λειτουργία κάθε στρατιωτικού δικαστηρίου, εισαγγελίας και γραμματείας. Σε αυτές εισηγείται απαραιτήτως και τα μέτρα που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών αυτών. 2.Ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη λεπτομερή και ειδικά αιτιολογημένη ατομική έκθεση για κάθε δικαστικό λειτουργό. Στην έκθεση αυτή αξιολογούνται τα εξής προσόντα του δικαστικού λειτουργού: α)το ήθος και το σθένος. β)η επιστημονική κατάρτιση, γ)η κρίση και η αντίληψη, δ)η επιμέλεια, η εργατικότητα και η υπηρεσιακή απόδοση, ε)η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, ιδιαίτερα στη διεύθυνση της ποινικής διαδικασίας και η συμπεριφορά στο ακροατήριο και στ)η συμπεριφορά του γενικά και η κοινωνική παράσταση. Ειδικά για τους τοποθετημένους στις εισαγγελίες αξιολογείται και η ικανότητα στο χειρισμό του προφορικού λόγου. 3.Για την αξιολόγηση του δικαστικού λειτουργού ως προς τα πιο πάνω προσόντα, ο επιθεωρητής χρησιμοποιεί υποχρεωτικά την εξής κλίμακα: α. Για την επιστημονική κατάρτιση: (1)άρτια ή εξαίρετη, (2)πολύ καλή, (3)περισσότερο από καλή, (4)καλή, (5)μέτρια και (6)ανεπαρκής. β. Για το ήθος και το σθένος: (1)προσήκον και (2)μη προσήκον. 4.Ο επιθεωρητής σημειώνει επίσης στην ατομική έκθεση των δικαστικών λειτουργών κάθε άλλη παρατήρηση που θεωρεί χρήσιμη. 5.Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθιερώνεται ενιαίο έντυπο για τις εκθέσεις επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών. Στο έντυπο αυτό περιλαμβάνονται τα στοιχεία του επιθεωρουμένου, τα αξιολογούμενα προσόντα του και χώρος για την ειδική αιτιολογία ή ειδικές και άλλες παρατηρήσεις. Εκδόθηκε η με αριθ. Φ. 400/12606 Σ. 187/25 Οκτ.4 Νοεμ. 1996 (ΦΕΚ Β΄1005), απόφ. Υπ. Εθν. Άμυνας, βλ. κατωτ. αριθ. 46. Άρθρο 135 Υποβολή των εκθέσεων Οι εκθέσεις του επιθεωρητή υποβάλλονται στον προϊστάμενο της επιθεώρησης μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της ετήσιας επιθεώρησης. Σε περίπτωση έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης, η έκθεση υποβάλλεται αμέσως μετά τη διενέργειά της. Αντίγραφο της έκθεσης κάθε τακτικής ή έκτακτης επιθεώρησης υποβάλλεται από τον προϊστάμενο της επιθεώρησης στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και στον Πρόεδρο και στον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας θέτει αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης στον ατομικό φάκελο του επιθεωρουμένου και επιδίδει όμοιο σε αυτόν. (Αντί για τη σελ. 214,35) Σελ. 214,35(α) Τεύχος 1257-Σελ. 49 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 Άρθρο 136 Προϊστάμενος της επιθεώρησης 1.Προϊστάμενος της επιθεώρησης είναι ο νεότερος Αντιπρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. 2.Ο προϊστάμενος της επιθεώρησης: α)συγκεντρώνει τις εκθέσεις επιθεώρησης. β)διατυπώνει σε ιδιαίτερη έκθεσή του τις τυχόν παρατηρήσεις του πάνω σε αυτές, γ)ασκεί πειθαρχική αγωγή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αν κατά την κρίση του συντρέχει τέτοια περίπτωση. δ)παραγγέλλει έκτακτη επιθεώρηση ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση προηγούμενης, εφόσον συντρέχει λόγος. ε)ενεργεί αυτοπροσώπως επιθεώρηση οποιουδήποτε δικαστηρίου, εισαγγελίας, γραμματείας, ή δικαστικού λειτουργού, αν κατά την κρίση του συντρέχει εξαιρετικός λόγος. 3.Με γενική προς τον Υπουργό Εθνικής άμυνας έκθεσή του, ο προϊστάμενος της επιθεώρησης περιγράφει την κατάσταση των δικαστηρίων, των εισαγγελιών και της γραμματείας τους και υποδεικνύει τα τυχόν αναγκαία μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους,. Επιπλέον, σημειώνει τυχόν ειδικές παρατηρήσεις για δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν ή υπηρέτησαν σε αυτά, καθώς και για τους δικαστικούς γραμματείς των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Αντίγραφο της έκθεσής του διαβιβάζει στον Πρόεδρο και τον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΣΤ΄ Άρθρο 13 Ανάκληση του διορισμού 1.Το προεδρικό διάταγμα του διορισμού ανακαλείται, αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά. Σιωπηρή μη αποδοχή υπάρχει όταν περάσει η προθεσμία χωρίς αυτός να έχει ορκισθεί και να έχει αναλάβει υπηρεσία. 2.Διορισμός, που έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις αυτού του νόμου, ανακαλείται μέσα σε δύο χρόνια από τη δημοσίευση του διατάγματος. Αν τον παράνομο διορισμό προκάλεσε ή υποβοήθησε ο ενδιαφερόμενος, η ανάκληση χωρεί και μετά την πάροδο αυτής της προθεσμίας. 3.Παρά την ανάκληση: α)Εκείνος που διορίστηκε παράνομα έχει τις ευθύνες του δικαστικού λειτουργού, για όσο χρονικό διάστημα άσκησε τα καθήκοντά του. β)Οι πράξεις του είναι έγκυρες. γ)Δεν αναζητούνται οι αποδοχές που του καταβλήθηκαν μέχρι την ανάκληση του διορισμού. 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων Άρθρο 137 Προσφυγή του επιθεωρουμένου 1.Η επίδοση των εκθέσεων της επιθεώρησης στους επιθεωρουμένους γίνεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή τους στο Υπουργείο. Ο επιθεωρούμενος δικαστικός λειτουργός έχει δικαίωμα, σε τριάντα (30) ημέρες αφότου λάβει την έκθεση, να προσφύγει, υπηρεσιακώς ή με συστημένη επιστολή στον προϊστάμενο της επιθεώρησης και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή επανάληψη επιθεωρήσεως μόνο αν η έκθεση: α)περιέχει ανακριβή περιστατικά, β)είναι αναιτιολόγητη ή γ)περιέχει ανακριβείς αιτιολογίες ή δυσμενείς κρίσεις και χαρακτηρισμούς, οι οποίοι δεν δικαιολογούνται από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται σε αυτήν ή στηρίζονται σε στοιχεία αντικειμενικώς ανακριβή ή ευρίσκονται σε αντίθεση με προηγούμενες εκθέσεις. Σελ. 214,36(α) Τεύχος 1257-Σελ.50 2.Ο προϊστάμενος της επιθεώρησης υποβάλλει την προσφυγή, μαζί με τις παρατηρήσεις του, στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (πενταμελούς συνθέσεως). 3.Αν τα παράπονα κριθούν βάσιμα, το Συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του, προβαίνει σε διόρθωση της έκθεσης, εκτός αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της επιθεώρησης, οπότε διατάσσει άλλον, ειδικά οριζόμενο από αυτό Αναθεωρητή, ο οποίος πρέπει, κατά το δυνατόν να είναι αρχαιότερος του πρώτου επιθεωρητή, να ενεργήσει τη νέα επιθεώρηση. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, με την οποία διατάσσεται διόρθωση της έκθεσης, τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου, ενώ η έκθεση που συντάσσεται, ύστερα από επανάληψη της επιθεώρησης, αντικαθιστά την προηγούμενη έκθεση, η οποία αποσύρεται από το φάκελο του επιθεωρουμένου, εφόσον η επανάληψη της επιθεωρήσεως είναι γενική. Αν τα παράπονα κριθούν αβάσιμα, το Συμβούλιο απορρίπτει την προσφυγή με αιτιολογημένη απόφασή του, η οποία τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Κατά της απόφασης του Συμβουλίου που διορθώνει την έκθεση επιθεωρήσεως και κατά της έκθεσης που συντάσσεται ύστερα από επανάληψη της επιθεωρήσεως δεν παρέχεται δικαίωμα προσφυγής. 4.Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και η νέα έκθεση υποβάλλονται και επιδίδονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΖ΄ Άρθρο 138 Έκθεση για οριστική παύση ή μετάθεση 1.Εάν κατά την επιθεώρηση διαπιστωθεί ανικανότητα ή ανεπάρκεια δικαστικού λειτουργού, ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση και την υποβάλλει στον προϊστάμενο της επιθεώρησης, ο οποίος τη διαβιβάζει, μαζί με τις τυχόν παρατηρήσεις του, στον αρμόδιο για την κίνηση της διαδικασίας οριστικής παύσεως. 2.Εάν από την επιθεώρηση διαπιστωθεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τη μετάθεση δικαστικού λειτουργού, ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση και την υποβάλλει στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, σύμφωνα με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου, για την κίνηση της σχετικής διαδικασίας. 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΗ Επιθεώρηση της γραμματείας Άρθρο 139 1.Ο επιθεωρητής και οι εισαγγελείς των στρατιωτικών δικαστηρίων επιθεωρούν τους γραμματείς και τις γραμματείς των αντίστοιχων στρατιωτικών δικαστηρίων και εισαγγελιών κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 132 παράγραφος 2. 2.Κατά την επιθεώρηση εξετάζεται η ενημερότητα της γραμματείας και η εύρυθμη λειτουργία της. Για κάθε γραμματεία συντάσσεται ιδιαίτερη έκθεση, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 134 παράγραφος 1 και 135. Αντίγραφο της έκθεσης παραδίδεται και στον πρόεδρο του δικαστηρίου. 3.Ειδικά ως προς τη βεβαίωση και είσπραξη χρηματικών ποινών και δικαστικών εξόδων, η επιθεώρηση της γραμματείας από τον οικείο εισαγγελέα γίνεται ανά εξάμηνο. Η σχετική έκθεση συντάσσεται και υποβάλλεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 2. 4.Κατά την επιθεώρηση εξετάζεται: α. Εάν τηρούνται οι διατάξεις του Κώδικα για την είσπραξη τελών χαρτοσήμου, την επικόλληση και διαγραφή των ενσήμων, καθώς και οι διατάξεις περί παραστατικών των πόρων των διαφόρων ταμείων για τις παραστάσεις των δικηγόρων. β. Εάν διεξάγεται ορθά η είσπραξη των χρηματικών ποινών και προστίμων, των χρηματικών ποσών που προέρχονται από μετατροπή ποινών, καθώς και των δικαστικών εξόδων και αν το εισπραχθέντα κατατέθηκαν εγκαίρως στο δημόσιο ταμείο. γ. Εάν έγινε σωστά και εγκαίρως η εκκαθάριση των χρηματικών ποινών και δικαστικών εξόδων και η βεβαίωσή τους στο αρμόδιο ταμείο για είσπραξη. δ. Εάν τηρούνται οι διατάξεις περί προεισπράξεως των αμοιβών των δικηγόρων και περί αναγραφής του αριθμού του δελτίου ταυτότητας αυτών στα πρακτικά ή τις αποφάσεις. ε. Εάν καθαρογράφονται εγκαίρως οι αποφάσεις και τα βουλεύματα. στ. Εάν έγινε εγκαίρως η επίδοση των ποινικών δικογράφων, ο προσδιορισμός των υποθέσεων, η εκτέλεση των βουλευμάτων και των εν απουσία των κατηγορουμένων εκδιδομένων αποφάσεων και γενικώς εάν διεξάγεται κανονικώς η υπηρεσία της γραμματείας. Εκδόθηκε η με αριθ. Φ. 400/12606 Σ. 187/25 Οκτ.-4 Νοεμ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 1005), απόφ. Υπ. Εθν. Άμυνας, βλ. κατωτ. αριθ. 46. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΕΛΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΘ΄ Τελικές διατάξεις Άρθρο 140 1.Το δικαστικό σώμα ενόπλων δυνάμεων υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. 2.Στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ιδρύεται Διεύθυνση Στρατιωτικής Δικαιοσύνης υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. 3.Οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα αρμοδιότητες του Υπουργού Εθνικής άμυνας δεν μεταβιβάζονται σε άλλα όργανα και ασκούνται δια της Διευθύνσεως Στρατιωτικής Δικαιοσύνης. 4.Οι Στρατιωτικοί Δικαστές και Αναθεωρητές κατά τις συνεδριάσεις των δικαστηρίων φέρουν ειδική τήβεννο, ενώ στην εκτέλεση των λοιπών καθηκόντων τους πολιτική περιβολή. Σε πολεμική περίοδο φέρουν στρατιωτική στολή. Άρθρο 141 1.Όπου σε άλλες διατάξεις αναφέρονται Στρατιωτικοί Δικαστικοί Σύμβουλοι ή Δικαστικοί Σύμβουλοι ή Σύμβουλοι της Στρατιωτικής, Ναυτικής ή Αεροπορικής Δικαιοσύνης νοούνται οι δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι και αποτελούν τα μέλη αυτού κατά την έννοια του άρθρου 96 παράγραφος 5 του Συντάγματος. 2.Όπου στον Κώδικα αυτόν αναφέρονται Στρατιωτικοί Δικαστές Α΄, Β΄, Γ΄ ή Δ΄ Τάξεως νοούνται οι κατά τις προϊσχύσασες διατάξεις Δικαστικοί Σύμβουλοι Α΄, Β΄, Γ΄, Τάξεως και οι Βοηθοί Δικαστικοί Σύμβουλοι Α΄ Τάξεως αντίστοιχα. 3.Οι κατά τις κείμενες διατάξεις Επίτροποι και Αντεπίτροποι των στρατιωτικών δικαστηρίων και του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου μετονομάζονται σε Εισαγγελείς και Αντεισαγγελείς των αντίστοιχων δικαστηρίων. Οι Γραμματείες Επιτρόπου των παραπάνω δικαστηρίων μετονομάζονται αντίστοιχα σε Γραμματείες Εισαγγελιών αυτών. 4.Όπου στον Κώδικα αυτόν αναφέρεται Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο νοείται το κατά το άρθρο 54 Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων. (Αντί για τη σελ. 214,37(β)) Σελ. 214,37(γ) Τεύχος 1365 Σελ. 119 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 Άρθρο 142 Η βαθμολογική αντιστοιχία των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων προς τους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων είναι η ακόλουθη: α. Αναθεωρητής Α΄ Αντιστράτηγος και αντίστοιχοι β. Αναθεωρητής Β΄ Υποστράτηγος και αντίστοιχοι γ. Αναθεωρητής Γ΄ Ταξίαρχος και αντίστοιχοι δ. Στρατιωτικός Δικαστής Α Συνταγματάρχης και αντίστοιχοι ε. Στρατιωτικός Δικαστής Β΄ Αντισυνταγματάρχης και αντίστοιχοι στ Στρατιωτικός Δικαστής Γ΄ Ταγματάρχης και αντίστοιχοι ζ. Στρατιωτικός Δικαστής Δ΄ Λοχαγός και αντίστοιχοι η. Πάρεδρος Στρατιωτικού Υπολοχαγός και Δικαστηρίου αντίστοιχοι Άρθρο 143 1.Διατάξεις με τις οποίες καθορίζονται οργανικές θέσεις στο δικαστικό σώμα ενόπλων δυνάμεων εξακολουθούν να ισχύουν. 2. Η σύσταση νέων οργανικών θέσεων ενεργείται με διάταξη νόμου. 3.Σε περίπτωση μείωσης των οργανικών θέσεων οι υπεράριθμοι κατά βαθμό δικαστικοί λειτουργοί εξακολουθούν να υπηρετούν και να εξελίσσονται καταλαμβάνοντες κενούμενες θέσεις. 4.Η κατανομή των οργανικών θέσεων στα στρατιωτικά δικαστήρια και τις λοιπές υπηρεσίες των ενόπλων δυνάμεων και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ενεργείται με τους Πίνακες Οργανώσεως και Υλικού (Π.Ο.Υ.). Οι πίνακες αυτοί εκδίδονται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, μετά σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Σώματος, εφόσον αφορούν στα στρατιωτικά δικαστήρια και του Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων, εφόσον αφορούν στις λοιπές θέσεις. 5.Οι τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των πινάκων τούτων γίνονται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. 6.Οι πίνακες οργανώσεως και υλικού, που υπάρχουν κατά τη δημοσίευση του νόμου που κυρώνει τον Κώδικα, διατηρούνται σε ισχύ και μπορούν να τροποποιηθούν, συμπληρωθούν, αντικατασταθούν ή καταργηθούν με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. 7.Οι οργανικές θέσεις των Αναθεωρητών Γ΄ ορίζονται σε επτά (7). Σελ. 214,38(γ) Τεύχος 1365 Σελ. 120 " 8. Η κατανομή των υφιστάμενων οργανικών θέσεων κατά βαθμό ενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων." Η παρ.8 προστέθηκε από την παρ.3 άρθρ.14 Νόμ.2913/23-23 Μαΐου 2001 (ΦΕΚ Α΄102), τόμ.36 σελ.1522,206. Άρθρο 144 Οι δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων, όταν εξαιρούνται της δικαιοδοσίας των στρατιωτικών δικαστηρίων για τα παρ’ αυτών πραττόμενα εγκλήματα, δωσιδικούν ενώπιον των δικαστηρίων που είναι αρμόδια για τους δικαστικούς λειτουργούς της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Άρθρ. 145.-(Καταργήθηκε από τότε που ίσχυσε, από την περίπτ. β΄ παρ. 12 άρθρ. 5 Νόμ. 2408/31 Μαΐου – 4 Ιουν. 1996, ΦΕΚ Α΄ 104, διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-1996, ανωτ. σελ. 84,267). 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων "'Αρθρ.146.-Με Π.δ/τα, που καταρτίζονται μετά από πρόταση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, καθορίζονται τα θέματα που αναφέρονται στην οργάνωση και λειτουργία εν γένει των στρατιωτικών δικαστηρίων, στη συγκρότηση, στις αρμοδιότητες και στον τρόπο λειτουργίας της ολομέλειας αυτών, στη διάρκεια του δικαστικού έτους και των δικαστικών διακοπών, στις προϋποθέσεις, στην αρμοδιότητα χορήγησης και στη διάρκεια των αδειών εν γένει των δικαστικών λειτουργών, στον τρόπο κατάρτισης και στο περιεχόμενο των κανονισμών εσωτερικής υπηρεσίας των στρατιωτικών δικαστηρίων, που καταρτίζονται από αυτά, στην πειθαρχική δικαιοδοσία των προέδρων και εισαγγελέων των στρατιωτικών δικαστηρίων επί του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού που υπηρέτησε αυτά, στην οργάνωση και στις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Στρατιωτικής Δικαιοσύνης καθώς και στην πειθαρχική δικαιοδοσία του Διευθυντή της επί του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού που υπηρετεί σε αυτήν, στις ηθικές αμοιβές, στον τύπο του δελτίου ταυτότητας και στην αρχή εκδόσεως αυτού, στα ειδικά προνόμια των επίτιμων δικαστικών λειτουργών, στον τύπο της τηβέννου, της στολής και των διακριτικών σημείων των δικαστικών λειτουργών και γενικώς στα θέματα που προβλέπονται από τον Κώδικα και απαιτούν ειδικότερη ρύθμιση". Το άρθρ. 146 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 46 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α' 112), Τόμ. 6, σελ.146,30. Άρθρο 147 Οι δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων ασφαλίζονται υποχρεωτικώς στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού και στο Ταμείο Συντάξεως Νομικών. Όσοι δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Ταμείο Συντάξεως Νομικών, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, δικαιούνται να εγγραφούν σε αυτό και να αναγνωρίσουν το χρόνο ασφαλίσεως από το διορισμό τους, αφού καταβάλουν τις οφειλόμενες εισφορές. Άρθρο 14 Ιθαγένεια δικαστικού λειτουργού 1.Δικαστικός λειτουργός διορίζεται εκείνος που έχει την ελληνική ιθαγένεια. 2.Έλληνας το γένος, που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, είναι δυνατόν να διορισθεί δικαστικός λειτουργός σύμφωνα με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους. 3.Αλλογενής, που έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, δεν διορίζεται δικαστικός λειτουργός. Άρθρο 148 Στους παρέδρους που απολύονται οριστικά, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 39 του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 108 του ν. 1756/1989 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών», όπως ισχύει κάθε φορά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Μεταβατικές διατάξεις Άρθρο 149 Από τη δημοσίευση του νόμου που κυρώνει τον Κώδικα και μέχρι της ισχύος του αναστέλλονται οι κρίσεις των υπηρετούντων στο δικαστικό σώμα Αναθεωρητών και Δικαστικών Συμβούλων. Άρθρο 150 1.Αναθεωρητές και Δικαστικοί Σύμβουλοι, που ανακλήθηκαν στην ενεργό υπηρεσία κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 66 του ν. δ/τος 1400/1973 «Περί καταστάσεως αξιωματικών ενόπλων δυνάμεων» και του άρθρου 51 του ν. δ/τος 178/1969 «περί ιεραρχίας, προαγωγών και τοποθετήσεων των μονίμων αξιωματικών ενόπλων δυνάμεων» ή έχουν τεθεί εκτός οργανικών θέσεων ή έχουν επανέλθει από την κατάσταση της αποστρατείας στην ενεργό υπηρεσία μετά από ευμενή επανάκρισή τους και υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου που κυρώνει τον Κώδικα, εκτελούν καθήκοντα στις κατά το άρθρο 27 διοικητικές θέσεις των υπηρεσιών των ενόπλων δυνάμεων και εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν για αυτούς πριν από την εφαρμογή του παρόντος. (Μετά τη σελ.214,38(β) Σελ. 214,381 Τεύχος 1351 Σελ. 117 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 8.Ξ.δ.43 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων Άρθρο 151 1.Μέσα σε ένα (1) μήνα από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, το ΚΥ.Σ.Ε.Α. τοποθετεί τους Αναθεωρητές Β΄ Τάξεως στις θέσεις Εισαγγελέα και Αντιπροέδρων του Αναθεωρητικού δικαστηρίου. Μέχρι τότε τα καθήκοντα Εισαγγελέα εκτελεί ο Αναθεωρητής που έχει τοποθετηθεί ως Επίτροπος. 2.Μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, το ανώτατο δικαστικό Συμβούλιο του σώματος ορίζει τον επιθεωρητή και τοποθετεί τους Προέδρους, Εισαγγελείς, Ανακριτές και λοιπούς Δικαστές στα στρατιωτικά δικαστήρια. Μέχρι τότε στις παραπάνω θέσεις υπηρετούν οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές. 3.Η θητεία του επιθεωρητή που ορίστηκε κατά την παράγραφο 2 διαρκεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου έτους. Άρθρο 152 1.Μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος διενεργείται η κλήρωση των μελών του Ανώτατου δικαστικού Συμβουλίου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55. 2.Η θητεία των μελών του Συμβουλίου αυτού λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου έτους. Άρθρο 153 Η ισχύς του παρόντος αρχίζει μετά ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του κυρωτικού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 149 που ισχύει από της δημοσιεύσεως αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΑ΄ Καταργούμενες διατάξεις Άρθρο 154 Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν καταργείται από την έναρξη της ισχύος του, εκτός αν ορίζεται σε αυτόν διαφορετικά. Άρθρο δεύτερο Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και του Κώδικα που κυρώνεται με αυτόν όπως ορίζεται στο άρθρο 153 αυτού. Άρθρο 15 Ηλικία δικαστικού λειτουργού 1.Δικαστικός λειτουργός διορίζεται εκείνος που συμπλήρωσε το 27ο έτος και δεν έχει υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας του. 2.Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται εκείνη που αποδεικνύεται από ληξιαρχική πράξη, η οποία έχει συνταχθεί μέσα σε ενενήντα ημέρες το πολύ από την ημέρα της γεννήσεως. 3Αν δεν έχει συνταχθεί τέτοια ληξιαρχική πράξη, ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται η 30ή Ιουνίου του έτους γεννήσεως. Τότε το έτος γεννήσεως αποδεικνύεται από τα σχετικά μητρώα του οικείου δήμου ή της κοινότητας. Αν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στα μητρώα, επικρατεί χρονικά προγενέστερη. 4.Δικαστικές αποφάσεις που βεβαιώνουν την ηλικία ή διορθώνουν τις σχετικές εγγραφές δεν λαμβάνονται υπόψη. Άρθρο 16 Ανίσχυρο προνομίων Διατάξεις νόμων που θεσπίζουν προνόμια για την κατά προτίμηση κατάληψη θέσεων, δεν έχουν εφαρμογή για το διορισμό σε θέση δικαστικού λειτουργού. Άρθρο 17 Κωλύματα διορισμού Δεν διορίζεται δικαστικός λειτουργός. α.Εκείνος που δεν είναι γραμμένος στα μητρώα αρρένων προκειμένου για άνδρα ή στα γενικά μητρώα των δημοτών, προκειμένου για γυναίκα. β.Εκείνος που στερήθηκε τα πολιτικά δικαιώματα, με αμετάκλητη καταδίκη και μετά τη λήξη του χρόνου στερήσεως. γ.Εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από τρεις μήνες για έγκλημα εκ δόλου. δ.Εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σε οποιαδήποτε ποινή, για κλοπή (άρθρα 372, 373, 374 Π.Κ.), ζωοκλοπή, απάτη (άρθρα 386, 386α Π.Κ.), υπεξαίρεση κοινή ή στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.), εκβίαση (άρθρο 385 Π.Κ.), πλαστογραφία (άρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφία (άρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων (άρθρο 218 Π.Κ.), ψευδή βεβαίωση και νόθευση (άρθρα 242 Π.Κ.), προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους (άριθρο 181 Π.Κ.), ψευδορκία και ψευδή ανώματη κατάθεση (άρθρα 224, 225 Π.Κ.), παραπλάνηση σε ψευδορκία (άρθρο 228 Π.Κ.), ψευδή καταμήνυση (άρθρο 229 Π.Κ.), απιστία δικηγόρου (άρθρο 233 Π.Κ.), απιστία περί την υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.), δωροδοκία (άρθρα 235, 236, 237 Π.Κ.), καταπίεση (άρθρο 244 Π.Κ.), παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 363 Π.Κ.), υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρο 220 Π.Κ.), υπεξαγωγή εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρομ 252 Π.Κ.), έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (άρθρα 336 έως 353 Π.Κ.), παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (άρθρα 370Α, 370Β, 370Γ Π.Κ.), για παράβαση της νομοθεσίας, περί ναρκωτικών, λαθρεμπορίας, όπλων, πυρομαχικών κ.λπ., τυχερών παιχνιδιών, εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, καθώς και για ανυποταξία, λιποταξία, προσβολή της σημαίας ή του στρατού (άρθρο 74 Σ.Π.Κ.), δυσφήμηση ανωτέρου (άρθρο 78 Σ.Π.Κ.), κλοπή ή υπεξαίρεση στρατιωτικών πραγμάτων και πλαστογραφία (άρθρο 115 Σ.Π.Κ.). ε.Εκείνος που έχει τεθεί υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη. στ. Εκείνος που έχει παυθεί οριστικώς από θέση δικαστικού λειτουργού, δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή υπαλλήλου του ευρύτερου δημόσιου τομέα. ζ.Εκείνος που έχει απολυθεί από θέση δικαστικού λειτουργού, δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή υπαλλήλου του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή από θέση δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης ή για πειθαρχικούς λόγους. η.Εκείνος ο οποίος δεν έχει το ήθος και το χαρακτήρα που αρμόζουν σε δικαστικό λειτουργό. Για το ήθος και το χαρακτήρα του υποψήφιου δικαστικού λειτουργού αποφαίνεται με αιτιολογημένη απόφασή του, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου: α)το δικαστικό συμβούλιο του Πρωτοδικείου του τόπου της κατοικίας του, που συγκροτείται κατά τις διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων, εάν είναι δικηγόρος, ασκούμενος δικηγόρος πτυχιούχος ή δημόσιος υπάλληλος. β)το δικαστικό συμβούλιο του στρατιωτικού δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ο στρατιωτικός δικαστικός γραμματέας ή στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η υπηρεσία εκείνου που δεν υπηρετεί σε αυτό. Σε περίπτωση που η απόφαση δεν είναι θετική ή ομόφωνη, το θέμα του ήθους των συγκεκριμένων υποψηφίων δικαστικών λειτουργών παραπέμπεται από το συμβούλιο υποχρεωτικά στο Συμβούλιο Εφετών ή στο συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, αντίστοιχα. θ.Εκείνος που έχει παραπεμφθεί για πλημμέλημα από εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο δ’ αυτού του άρθρου ή για κακούργημα, καθώς και εκείνος που έχει καταδικασθεί με οριστική απόφαση για ένα από αυτά τα εγκλήματα. Το κώλυμα αυτό ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούτευμα ή αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. ι.Εκείνος που δεν είναι αρτιμελής και υγιής σωματικά ή ψυχικά. Η εξέταση της υγείας των υποψηφίων δικαστικών λειτουργών γίνεται με τη διαδικασία που καθορίζεται από το προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του παρόντος. Άρθρο 18 Άρση κωλυμάτων 1.Η παραγραφή κακουργήματος ή πλημμελήματος από εκείνα που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ του προηγούμενου άρθρου ή κακουργήματος δεν αίρει τον κώλυμα, εφόσον ο υποψήφιος έχει παραπεμφθεί αμετακλήτως στο ακροατήριο. Επίσης δεν αίρουν το κώλυμα η αποκατάσταση, η χάρη και η αναστολή εκτελέσεως της ποινής, έστω και αν πέρασε ο χρόνος της αναστολής. 2.Η παραγραφή της ποινής, που έχει επιβληθεί με την καταδικαστική απόφαση ή η άρση των συνεπειών της αποφάσεως για ένα από τα εγκλήματα της παραγράφου 1 δεν αίρει το κώλυμα. (Μετά τη σελ. 214,14) Σελ. 214,15 Τεύχος 1211-Σελ. 91 Δικαστικό Σώμα Ενόπλων Δυνάμεων 8.Ξ.δ.43 Άρθρο 1 Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται στους δικαστικούς λειτουργούς του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων. Άρθρο 19 Χρόνος συνδρομής των προσόντων και ελλείψεως κωλυμάτων 1.Τα απαιτούμενα προσόντα για το διορισμό πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο της ενάρξεως του διαγωνισμού και κατά το χρόνο του διορισμού. Μόνο το προσόν της ηλικίας αρκεί να υπάρχει κατά το χρόνο ενάρξεως του διαγωνισμού. 2.Τα κωλύματα, που αναφέρονται στο άρθρο 17, πρέπει να μην υπάρχουν κατά το χρόνο του διαγωνισμού και κατά το χρόνο του διορισμού. Άρθρο 20 Αναδιορισμός 1.Επιτρέπεται ο αναδιορισμός στο δικαστικό σώμα ενόπλων δυνάμεων του δικαστικού λειτουργού που παραιτήθηκε ή απολύθηκε από αυτό λόγω σωματικής ανικανότητας, μέχρι και το βαθμό του Στρατιωτικού Δικαστή Β΄ σε κενή θέση, ομοιόβαθμη εκείνης από την οποία έχει αποχωρήσει. Πρέπει όμως εκείνος που παραιτήθηκε ή απολύθηκε: α)να ζητήσει τον αναδιορισμό του μέσα σε πέντε χρόνια από την έξοδό του από την υπηρεσία, β)να έχει όλα τα προσόντα που απαιτούνται για το διορισμό δικαστικού λειτουργού, πλην της ηλικίας, γ)να μην έχει κώλυμα διορισμού και δ)να έχει τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσία, εφόσον δεν απολύθηκε ή παραιτήθηκε για λόγους υγείας. 2.Ο αναδιορισμός εκείνου που απολύθηκε λόγω ελλείψεως σωματικής ή ψυχικής υγείας γίνεται μετά από διαπίστωση της πλήρους αποκαταστάσεως της σωματικής ή ψυχικής του υγείας. Η διαπίστωση αυτή γίνεται από τη δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή με τη διαδικασία που καθορίζεται από το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 6. 3.Για τον αναδιορισμό και την αρχαι …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.