← Ελλάδα

25. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24 Σεπτ./20 Οκτ. 1958 (ΦΕΚ Α΄171) Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τα έσοδα των δήμων και των κοινοτήτων σε ένα ενιαίο νομικό κείμενο. Ρυθμίζει τον τρόπο διαχείρισης και χρήσης αυτών των εσόδων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
25. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24 Σεπτ./20 Οκτ. 1958 (ΦΕΚ Α΄171) Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων. Ο ουσιαστικός έλεγχος (έγκριση) των πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων, που προβλέπεται από τα άρθρ.2 παρ.3, άρθρ.9 παρ.2, άρθρ.12 παρ.7, άρθρ.21 παρ.1, άρθρ.22 παρ.1, άρθρ.52 παρ.4, καταργήθηκε από το άρθρο μόνοΠ.Δ.22/4-8 Ιαν. 1982 (ΦΕΚ Α΄3), (τόμ.3 σελ.52, 251 αριθ.54). Έχοντες υπ’ όψιν το άρθρ.27 του Ν.Δ.3777 της 11-10-1957 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της νομοθεσίας περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων και του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος κλπ.», προτάσει του Ημετέρου επί των Εσωτερικών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον Νόμου αι ακόλουθοι διατάξεις Νόμων και Β.Δ/των: 1.Το Β.Δ. της 19.12.1955/21.1.1956 «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων» πλην των άρθρ. 25, 26, 28, 29, 30, 31, 54, 56 παρ. 2, 92, 95, 96 της περιπτώσεως β΄ της πρώτης παραγράφου του άρθρ.33 και του εδάφ.β΄ της παρ.4 του άρθρ.53. 2.Το Ν.Δ.3570/1956 «περί τροποποιήσεως των περί προσόδων των δήμων και κοινοτήτων ως και της Αγροφυλακής διατάξεων» πλην των άρθρ. 11, 14. 3.Εκ του Ν.Δ.3777/1957 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων της νομοθεσίας περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων και του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος κλπ» τα άρθρ.3, 4, 5, 6, 7, παρ.1, 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΕΣΟΔΑ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ Άρθρ.1.-(Άρθρ.1 Β.Δ.19/12/55). Τα έσοδα είναι: Ι.Τακτικά, προερχόμενα: α)εκ των προσόδων της κινητής και ακινήτου περιουσίας, β)εκ των τελών και δικαιωμάτων, γ)εκ φόρων και δ)εξ εισφορών. ΙΙ.Έκτακτα, προερχόμενα: α)εκ του αντιτίμου της προσωπικής εργασίας, β)εκ δανείων, δωρεών, κληροδοτημάτων, κληρονομιών, γ)εξ εκποιήσεως περιουσίας και δ)εκ πάσης άλλης πηγής. Ι.ΤΑΚΤΙΚΑ ΕΣΟΔΑ Α΄. ΕΚ ΚΙΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ 1.Δημοτική ή κοινοτική αγορά Άρθρ.9.-«1.Ποσοστό απο τις ετήσιες εισπράξεις του δικαιώματος βοσκής, που καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, διατίθεται υποχρεωτικά για τη βελτίωση των βοσκοτόπων. Οι εργασίες βελτίωσης των βοσκοτόπων γίνονται με βάση μελέτη γεωπόνου, η οποία εγκρίνεται από την υπηρεσία Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ύστερα από αίτηση του δήμου ή της κοινότητας». Η μέσα σε « » παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.7 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ.αριθ.76. 2.Τα εις τας βελτιωθείσας βοσκάς εισαγόμενα μικρά ή μεγάλα ζώα υπόκεινται άπαντα, πέραν του υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένου δικαιώματος βοσκής, και εις ειδικόν δικαίωμα χρήσεως βελτιωμένων βοσκοτόπων, καθοριζόμενον δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, (εγκρινομένης υπό του Νομάρχου). Το ύψος του δικαιώματος τούτου προκύπτει εκ της διαιρέσεως των ετησίων δαπανών λειτουργίας και συντηρήσεως του βελτιωθέντος βοσκοτόπου, προσηυξημένων κατά 10%, δια του αριθμού των ζώων, τα οποία δύνανται βάσει της βοσκοϊκανότητος να εισαχθούν εις αυτόν. 3.Ο χαρακτηρισμός του βοσκοτόπου ως βελτιωθέντος, το σύνολον των περί ων η προηγουμένη παράγραφος ετησίων δαπανών, ως και ο συνολικός αριθμός των κατ’ είδος εισαγομένων ζώων, επί σχέσει ενός μεγάλου προς έξ μικρά ζώα, της σχέσεως ταύτης δυναμένης να αυξομειούται μέχρι 35%, προσδιορίζονται δι’ ητιολογημένης πράξεως επιτροπής αποτελουμένης εκ του οικείου διευθυντού γεωργίας, του αγρονόμου και του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος ή των νομίμων αναπληρωτών αυτών. Η αυτή επιτροπή γνωματεύει και επί του κανονισμού λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως του βοσκοτόπου, ως και περί του τρόπου και χρόνου εισαγωγής των ζώων. Εις τα μέλη της επιτροπής δεν καταβάλλεται αμοιβή. 3.Ζ.α.25 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 4.Το δημοτικόν ή κοινοτικόν συμβούλιον βάσει δηλώσεως των επιθυμούντων δημοτών να βοσκήσουν τα ζώα των εις τον βελτιωθέντα βοσκότοπον, υποβαλλομένης κατά μήνα Σεπτέμβριον εκάστου έτους, του συνολικού αριθμού των εισαγομένων ζώων και λαμβάνον υπ’ όψιν την πράξιν της, κατά την προηγουμένην παράγραφον, επιτροπής δια της αυτής, κατά τα άνω, αποφάσεώς του επεχούσης θέσιν αγρονομικής διατάξεως: α)Καθορίζει τον δικαιούμενον προς εισαγωγήν αριθμόν κατ’ είδος ζώων κατά δημότην και εν περιπτώσει περισσεύματος της βοσκησίμου εκτάσεως κατανέμει τον αριθμόν των επί πλέον εισαγωμένων κατ’ είδος ζώων κατά δημότην, αναλόγως των κατεχομένων υπ’ αυτού ζώων, εν σχέσει με τον αριθμόν των ζώων τα οποία αναλογούν επί του περισσεύματος της βοσκής. β)Καταρτίζει τον κανονισμόν λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως του βοσκοτόπου, ως και τον τρόπον και χρόνον εισαγωγής των παρ’ εκάστου δικαιούχου προς βόσκησιν ζώων του, βάσει του οποίου ο οικείος δήμαρχος ή πρόεδρος της κοινότητος χορηγεί έγγραφον σχετικήν άδειαν. Περίσσευμα μη καλυπτόμενον υπό των ζώων των δημοτών, είτε συνεπεία μη υποβολής δηλώσεων, είτε συνεπεία ελλείψεως ζώων των δημοτών, εκμισθούται εις κατ’ επάγγελμα κτηνοτρόφους μέχρι του αριθμού των καλυπτόντων το περίσσευμα τούτο ζώων, δια δημοπρασίας, με ελάχιστον όριον πρώτης προσφοράς κατ’ είδος και κεφαλήν ζώου, το σύνολον του δικαιώματος βοσκής και του κατά τας διατάξεις του παρόντος καθορισθέντος δικαιώματος χρήσεως βελτιωθέντος βοσκοτόπου. 5.Των διατάξεων του παρόντος άρθρου εξαιρούνται τα θηλάζοντα ζώα μικρά μέχρις ηλικίας τριών μηνών και μεγάλα μέχρις ηλικίας έξ μηνών. 6.Πάς εισάγων αυθαιρέτως ζώα εντός του βελτιωθέντος βοσκοτόπου υπόκειται, εκτός της ποινικής διώξεως και εις πρόστιμον ίσον προς το πενταπλάσιον του ορισθέντος ειδικού δικαιώματος χρήσεως βελτιωθέντος βοσκοτόπου, προκειμένου περί δημότου και εις το δεκαπλάσιον του αυτού δικαιώματος περί ετεροδημότου. Εν υποτροπή το πρόστιμον τούτο διπλασιάζεται. 7.Τα έσοδα εκ του ειδικού δικαιώματος χρήσεως βελτιωμένου βοσκοτόπου, διατίθενται αποκλειστικώς δια την λειτουργίαν και συντήρησιν αυτού, το προϊόν δε του μισθώματος της δημοπρασίας του πλεονάζοντος βελτιωμένου βοσκοτόπου, μειωμένον κατά το σύνολον του ποσού όπερ αντιστοιχεί προς το δικαίωμα βοσκής, περί ου το άρθρ.5, του από 24.9.1958 Β.Δ/τος, διατίθεται δια την αντιμετώπισιν των δαπανών λειτουργίας και συντηρήσεως του βελτιωθέντος βοσκοτόπου ως και δια την εκτέλεσιν νέων έργων εν αυτώ. Τυχόν περίσσευμα διατίθεται δια την κάλυψιν των πάσης φύσεως αναγκών του δήμου ή της κοινότητος». Το άρθρ.9 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.86.-(Άρθρ. 78 Β.Δ. 19/12/55).1.Εις ας περιπτώσεις υπό του παρόντος Β.Δ/τος προβλέπεται η διάθεσις εσόδων εκ φόρων, τελών, δικαιωμάτων ή εισφορών προς εκτέλεσιν έργων ή δι' άλλους ειδικούς σκοπούς υποχρεούνται οι εκτελούντες την ταμιακήν υπηρεσίαν των δήμων και κοινοτήτων όπως καταθέτουν εις το ταμείον παρακαταθηκών και δανείων τα ανωτέρω έσοδα, τα οποία αναλαμβάνουν διά την εξόφλησιν χρηματικών ενταλμάτων εκδοθέντων προς πληρωμήν δαπάνης εις εκτέλεσιν έργου ή του ειδικού σκοπού. 2.Οι παραβαίνοντες τα ανωτέρω ταμίαι διώκονται πειθαρχικώς και ποινικώς επί παραβάσει καθήκοντος, καταλογίζεται δε εις βάρος των, δι' αποφάσεως του νομάρχου, πάσα δι' οιανδήποτε άλλην αιτίαν γενομένη ανάληψις χρημάτων εκ του εσόδου τούτου. 3.Τας αυτάς ευθύνας υπέχουν δήμαρχοι, πρόεδροι κοινοτήτων ή πρόεδροι συνδέσεων κοινοτήτων και οι υπεύθυνοι του δήμου, κοινότητος ή συνδέσμου υπάλληλοι, οίτινες διά πράξεων ή διαταγών των ήθελον μεταβάλλει τον σκοπόν της διαθέσεως των ως άνω εσόδων. Ειδική διάθεσις εσόδων Άρθρ.87.-(Άρθρ. 79 Β.Δ. 19/12/55).1.Τα εκ των εσόδων των άρθρ. 23, 38 και 53 εκτελεστέα έργα και απαλλοτριώσεις προς εφαρμογήν εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως συμπεριλαμβάνονται εις το τεχνικόν πρόγραμμα, το προβλεπόμενον υπό του άρθρ. 205 του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος. 2.Επί του μέρους του προγράμματος του αναφερομένου εις την εφαρμογήν του σχεδίου πόλεως αποφαίνεται ο νομάρχης μετά γνώμην του κατά τόπους συμβουλίου δημοσίων έργων περί της σκοπιμότητος και της σειράς προτεραιότητος των εκτελεστέων έργων και απαλλοτριώσεων. 3.Αν δεν υφίσταται ανάγκη απαλλοτριώσεων ή εκτελέσεως έργων διά την εφαρμογήν σχεδίου πόλεως, τα εκ των ανωτέρω άρθρων έσοδα διατίθενται διά την εκτέλεσιν άλλων έργων κοινής ωφελείας κατόπιν αποφάσεως του συμβουλίου εγκρινομένης υπό του νομάρχου, μετά γνώμην του κατά τόπους συμβουλίου δημοσίων έργων. 4.Αν δεν υφίσταται ή δεν λειτουργεί συμβούλιον δημοσίων έργων, ο νομάρχης αποφαίνεται μετά γνώμην του προϊσταμένου του γραφείου νομομηχανικού. (Μετά τη σελ. 318,02(ζ) Σελ. 318,021 Τεύχος 530-Σελ. 33 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 3.Ζ.α.25 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων Ευθύνη εν περιπτώσει μεταβιβάσεως ακινήτου Άρθρ. 88.-(Άρθρ. 80 Β.Δ. 19/12/55). Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως του ακινήτου επί του οποίου υπελογίσθησαν οι φόροι α)επί των ακαλύπτων οικοπέδων και β)επεκτάσεως σχεδίου πόλεως δια τα οφειλόμενα εκ της αιτίας ταύτης ευθύνεται αλληλεγγύως και αδιαιρέτως και ο εκάστοτε ιδιοκτήτης. Απαλλοτρίωσις δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων Άρθρ. 89.-(Άρθρ. 81 Β.Δ. 19/12/55). Η απαλλοτρίωσης, δέσμευσις ή οιοσδήποτε περιορισμός της διοικήσεως, διαχειρίσεως και διαθέσεως δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων, έργων, υπηρεσιών και υδάτων αρδεύσεως ή υδρεύσεως δεν επιτρέπεται άνευ προηγουμένης γνωματεύσεως του συμβουλίου. Απαγόρευσις διοικητικής εκτελέσεως Άρθρ. 90.-(Άρθρ. 82 Β.Δ. 19/12/55). Απαγορεύεται η εις βάρος της περιουσίας των δήμων και κοινοτήτων διοικητική εκτέλεσις. Διάθεσις προϊόντων επιχειρήσεων Άρθρ. 91.- (Άρθρ. 83 Β.Δ. 19/12/55). 1.Αι τιμαί πωλήσεως των προϊόντων των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων και το οφειλόμενον αντάλλαγμα παρά των ποιουμένων χρήσιν των έργων των επιχειρήσεων ή των προσφερομένων παρ' αυτών υπηρεσιών ορίζονται υπό του συμβουλίου. Η διάθεσις των προϊόντων ή η χρήσις των έργων ή υπηρεσιών ρυθμίζονται δι' αποφάσεως του συμβουλίου. 2.Ο τρόπος βεβαιώσεως και εισπράξεως του καθορισθέντος δι' εκάστην περίπτωσιν τιμολογίου ρυθμίζεται δια κανονισμού υποκειμένου εις την έγκρισιν του νομάρχου. Δια του κανονισμού επιτρέπεται, όπως ο τρόπος βεβαιώσεως και εισπράξεως είναι διάφορος του υπό των εν ισχύϊ διατάξεων καθοριζομένου. (Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί καθορισμού της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος και αεριόφωτος ήτις ορίζεται κατά τας κειμένας διατάξεις). Το εντός ( ) τρίτον εδάφιον κατηργήθη δια της παρ. 1 άρθρ. 26 Α.Ν. 344/1968 (κατωτ. αριθ. 37). Ειδικαί φορολογίαι δωδεκανήσου Άρθρ. 92.-1.(Καταργήθηκε από το εδάφ. γ' της παρ. 2 άρθρ. 65 Νόμ. 2214/1994, ΦΕΚ Α' 75, Τόμ. 27, σελ. 194, 563). "2.Τα εισαγόμενα εκ της λοιπής Ελλάδος εις Δωδεκάνησον φάρμακα εν γένει απαλλάσσονται του ισχύοντος εν Δωδεκανήσω φόρου εισαγομένων προϊόντων". Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 344/1968 (κατωτ. αριθ. 37). Ταμιακή υπηρεσία ενώσεων δήμων και κοινοτήτων Άρθρ. 93.-(Άρθρ. 85 Β.Δ. 19/12/55). Η ταμιακή υπηρεσία και η διαχείρισις των εσόδων και εξόδων της κεντρικής ενώσεως και των τοπικών ενώσεων δήμων και κοινοτήτων της Ελλάδος ενεργείται υπό του ταμείου παρακαταθηκών και δανείων, παρ' ω κατατίθενται εφεξής τα υπέρ τούτων έσοδα. Ο τρόπος διεξαγωγής της διαχειρίσεως και κινήσεως των λογαριασμών των ενώσεων ορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών. Καταργούμεναι και διατηρούμεναι διατάξεις Άρθρ. 94.-(Άρθρ. 86 Β.Δ. 19/12/55).1.Πάσα διάταξις γενική ή ειδική ρυθμίζουσα τα δια του παρόντος διεπόμενα θέματα καταργείται. 2.Διατηρούνται εν ισχύϊ καθ' ας διατάξεις δεν αντίκεινται εις τον Α.Ν. 843/1948. α)Ο Νόμ. 3864/1926 "περί κυρώσεως του Ν.Δ. της 21.4.1926 περί συστάσεως συνδέσμου κοινοτήτων Δοξάτου". β)Ο Νόμ. 3866/1929 "περί κυρώσεως του Ν.Δ. της 13 Νοεμ. 1927 "περί κυρώσεως του Ν.Δ. της 21 Απρ. 1926, "περί συστάσεως συνδέσμου κοινοτήτων Θάσου". γ)Τα άρθρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 2175/1952 "περί των διοικητικών ορίων των κοινοτήτων των επί των νήσων Ρόδου και Κω κλπ.". δ)Ο Νόμ. 54/1946 "περί επιβολής ειδικής εισφοράς εν Αμαλιάδι δια την εκτέλεσιν έργων υδρεύσεως". ε)Ο Νόμ. 4008/1929 "περί επιβολής κοινοτικού φόρου επί της αξίας των πωλουμένων ζώων κατά την διάρκειαν της εις Κοινότητα Αχουρίων, τελουμένης εμποροπανηγύρεως. ς)Το Ν.Δ. της 30 Μαΐου 1939 "περί του καθορισμού των πόρων υπέρ του Συνδέσμου Κοινοτήτων Πιερίας". ζ)Ο Νόμ. 6335/34 περί εκτελέσεως υπέρ του Δήμου Μεγάρων έργων αγροτικής οδοποιΐας, υδρεύσεως, εξυγιάνσεως και εξωραϊσμού". η)Το άρθρ. 8 του Ν.Δ. 1438/42 δι' ου επεβλήθη ειδικός επί της σταφίδος φόρος υπέρ του Δήμου Ζαχάρως δια την κατασκευήν και συντήρησιν της αμαξιτής οδού Ζαχάρως - Λουτρών Καϊάφα και προς εξυπηρέτησιν ετέρων επειγουσών αναγκών της Κοινότητος. Άρθρ. 95.-(Άρθρ. 87 Β.Δ. 19/12/55).1.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού των Εσωτερικών καθορίζεται πάσα προς εκτέλεσιν διατάξεων του παρόντος αναγκαία λεπτομέρεια. 2.Μέχρις της εκδόσεως των υπό του παρόντος προβλεπομένων Β.Δ/των εφαρμόζονται τα προς εκτέλεσιν των προϋφισταμένων αντιστοίχων διατάξεων εκδεδομένα, εφ' όσον το περιεχόμενον αυτών δεν αντιβαίνει εις τας διατάξεις του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 318,03(γ) Σελ. 318,03(δ) Τεύχος 1249 - Σελ. 81 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 Τελική διάταξις άρθρ.8 Νόμ. 994/1979 (ΦΕΚ Α΄279) βλ.τόμ.17 2 , σελ. 296,12. Για τις αρμοδιότητες και τη σύνθεση των επιτροπών του πιο πάνω άρθρου βλ.παρ.1 Άρθρ. 96.-(Άρθρ. 88 Β.Δ. 19/12/55). (Κατηργήθη δια της παρ. 6 άρθρ. 199 Ν.Δ. 2868/1954, προστεθείσης δια του άρθρ. 30 Ν.Δ. 4260/1962 (ανωτ. σελ. 46). Άρθρ. 97.-(Άρθρ. 89 Β.Δ. 19/12/55)."Με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου μπορεί για εξαιρετικούς λόγους να ορίζεται η εξόφληση των χρεών σε δήμους και κοινότητες σε δόσεις". Το μέσα σε " " πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 7 Νόμ. 2307/815 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α' 113), κατωτ. αριθ. 76. Αι χρονολογίαι καταβολής των δόσεων δεν δύνανται να ορίζωνται πέραν του τέλους του οικονομικού έτους και εν πάση περιπτώσει του πρώτου εξαμήνου του επομένου της βεβαιώσεως του χρέους οικονομικού έτους. Άρθρ. 98.-(παρ. 4 άρθρ. 17 Ν.Δ. 3777/57). Οι δημοτικοί και κοινοτικοί ταμίαι δύνανται να παρέχουν εις τους οφειλέτας των δήμων και κοινοτήτων τας δια τους οφειλέτας του δημοσίου επιτρεπομένας διευκολύνσεις, εξαιρουμένων των εκ συμβάσεων οφειλετών. Β' ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρ. 99.-(Άρθρ. 90 Β.Δ. 19/12/55). Απαιτήσεις κατά δήμων και κοινοτήτων δια φόρους εισπραχθέντας κατ' εφαρμογήν των άρθρ. 22 - 24 του Α.Ν. 1910/1951, άτινα κατηργήθησαν υπό των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρ. 15 του Ν.Δ. 2585/1953, θεωρούνται παραγεγραμμέναι. Άρθρ. 100.-(Άρθρ. 91 Β.Δ. 19/12/55). Τα εις τον δήμον Ζακυνθίων αναλογούντα ποσά εκ των εισπράξεων του προσθέτου δημοτικού φόρου επί των εξ αλλοδαπής εισαγομένων εμπορευμάτων, άτινα μέχρι τούδε απεδίδοντο εις τον Οργανισμόν Δημοσίας Αντιλήψεως Ζακύνθου, αποδίδονται εις τον Δήμον Ζακυνθίων. Άρθρ. 101.-(Άρθρ. 93 Β.Δ. 19/12/55). Η ήδη εν Αθήναις δημιουργηθείσα αγορά χονδρικής πωλήσεως λαχανικών κειμένη μεταξύ των οδών Πειραιώς, Περσεφόνης και Αφαίας, θέλει λειτουργήσει μέχρι της ανεγέρσεως και λειτουργίας της νέας Λαχαναγοράς του Δήμου Αθηναίων. Οι ιδιοκτήται πάντων των ανεγερθέντων εν αυτή καταστημάτων υποχρεούνται όπως καταβάλωσιν εις τον Δήμον Αθηναίων δικαίωμα του προσωρινού τούτου προνομίου οριζόμενον ετησίως δι' αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων αναλόγως του εμβαδού εκάστου καταστήματος και ανά τετραγωνικόν μέτρον ήτις υποβάλλεται εις τον Σελ. 318,04(δ) Τεύχος 1249 - Σελ. 82 Υπουργόν των Εσωτερικών, όστις τη ητιολογημένη αποφάσει Επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός Συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οριζομένου παρά του Προέδρου τούτου ενός Νομικού Συμβούλου οριζομένου παρά του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενός Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών οριζομένου παρά του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, ενός των Διευθυντών της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού οριζομένου παρά του Υπουργού των Οικονομικών και του Γεν. Διευθυντού της Ι Γεν. Διευθύνσεως του Υπουργείου Εσωτερικών, εγκρίνει ή μεταρρυθμίζει την απόφασιν ταύτην του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων. Η περί καθορισμού του ανωτέρω δικαιώματος δια το οικονομικόν έτος 1951-52, απόφασις των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, καταργείται, του δικαιώματος τούτου καθορισθησομένων, δια το αυτό οικονομικόν έτος βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Εις τα μέλη της Επιτροπής παρέχεται αποζημίωσις οριζομένη δι' αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών και καταβάλλεται υπό του Δήμου Αθηναίων. 2.Αντί του ως άνω δικαιώματος, κατόπιν αιτήσεως των ιδιοκτητών της ως άνω αγοράς και μετ' απόφασιν του Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων και έγκρισιν του νομάρχου, εφ' όσον βεβαιούνται και εισπράττονται υπό του Δήμου τούτου τα δια την δημοτικήν οπωραγοράν δικαιώματα και τέλη του Δήμου Αθηναίων, δύναται εφεξής να λειτουργή η αγορά αύτη, του Δήμου Αθηναίων αναλαμβάνοντας τα έξοδα συντηρήσεως και καθαριότητος των υπό χρήσιν χώρων της αγοράς δια διαθέσεως προς τούτο των 20% των εσόδων του εν λόγω δικαιώματος, είτε απ' ευθείας υπό του Δήμου, είτε μέσω των επαγγελματιών της αγοράς κατά την περί τούτου συμφωνίαν των δύο μερών. Εν περιπτώσει διαφωνίας ως προς τον τρόπον της διαθέσεως το ζήτημα ρυθμίζεται υπό του Υπουργού Εσωτερικών. Υπόχρεοι εις την καταβολήν του δικαιώματος της παρ. 1 είναι οι ιδιοκτήται, των καταστημάτων. Εφ' όσον ο Δήμος Αθηναίων δεν παρέχει, βάσει της κειμένης νομοθεσίας, εις την δημοτικήν αγοράν επαγγελματικήν στέγην εις πάντας τους εις την επί των οδών Πειραιώς - Ερμού - Περσεφόνης - Αφαίας ιδιωτικήν οπωραγοράν στεγαζομένους επαγγελματίας και εις ίσον αριθμόν καταστημάτων, η αγορά αύτη θα παραμείνη εν λειτουργία υπό τους όρους της προηγουμένης παραγράφου. Το βάσει του άρθρ. 84 του Α.Ν. 1910/1951 βεβαιωθέν δικαίωμα δια τα οικονομικά έτη 1951-52 και 1952-53, ως και το βεβαιωθησόμενον δια το οικονομικόν έτος 1953-54 μειούται εις το ήμισυ, εισπραττόμενον εις τέσσαρας εξαμηνιαίας δόσεις απαλλασσόμενον προσαυξήσεων λόγω εκπροθέσμου καταβολής. Τυχόν καταβληθέν ποσόν δεν επιστρέφεται. 3.Ζ.α.25 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων Εκποίησις αστικών κτημάτων Άρθρ. 102.-(Άρθρ. 94 Β.Δ. 19/12/55)1.Αστικά δημοτικά ή κοινοτικά οικόπεδα κατεχόμενα αυθαιρέτως από μιας τουλάχιστον πενταετίας, εκποιούνται εις τους κατόχους των απ' ευθείας και άνευ δημοπρασίας, δι' αποφάσεως του συμβουλίου, εγκρινομένης υπό του νομάρχου, επί καταβολή τιμήματος οριζομένου κατά τας διατάξεις του άρθρ. 52 παρ. 4 του παρόντος και υπό τας επομένας προϋποθέσεις: α)Χρησιμοποιούνται υπό των κατόχων των δι' οικογενειακήν ή επαγγελματικήν στέγασιν, β)οι κάτοχοι ούτοι στερούνται ετέρου ιδιοκτήτου ακινήτου και γ)οι αυτοί κάτοχοι τυγχάνουν μόνιμοι κάτοικοι του δήμου ή της κοινότητος, ένθα το κατεχόμενον ακίνητον προ της 28ης Οκτ. 1940. Οι ανωτέρω κάτοχοι δημοτικών ή κοινοτικών αστικών κτημάτων υποχρεούνται όπως υποβάλλουν εντός εξαμήνου από της ισχύος του Ν.Δ. 3033/54 αίτησιν προς τον ιδιοκτήτην δήμον ή κοινότητα, περί απ' ευθείας εξαγοράς των παρ' αυτών κατεχομένων κτημάτων. Παρεχομένης της εξαμήνου προθεσμίας οι κάτοχοι των κτημάτων τούτων απόλλυσι το δικαίωμα της απ' ευθείας και άνευ δημοπρασίας αγοράς, του δήμου ή κοινότητος δικαιουμένου όπως με την εκπνοήν της προθεσμίας ταύτης προβή εις την συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος εκποίησιν των κτημάτων τούτων. Το τίμημα των ούτω εκποιουμένων κτημάτων, καθοριζόμενον βάσει της τρεχούσης κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξίας των, καταβάλλεται εις εξ εξαμηνιαίας ισοπόσους δόσεις, μετά την εξόφλησιν των οποίων γίνεται η μεταβίβασις της κυριότητος. Η έναρξις της εφαρμογής της παρούσης παραγράφου ορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών. 2.Εκτάσεις ανήκουσαι εις την κοινότητα Γόνων διανεμηθείσαι κατά παρέκκλισιν των κειμένων διατάξεων εις απόρους κατοίκους της κοινότητος προς στέγασίν των παραχωρούνται εις αυτούς δι' αποφάσεως του συμβουλίου απ' ευθείας και άνευ δημοπρασίας επί καταβολή τιμήματος καθορισθησομένου κατά τας διατάξεις του άρθρ. 52 παρ. 4 του παρόντος και μετ' έγκρισιν του νομάρχου. 3.Οικόπεδα ανήκοντα εις τον Δήμον Σερρών, κατεχόμενα δε από δεκαετίας και πλέον υπό των τελευταίων πλειοδοτών ενεργηθεισών δημοπρασιών μεταβιβάζονται εις τούτους επί καταβολή του τετρακοσιαπλασίου του ποσού εις ο εγένετο η κατακύρωσις. Τυχόν καταβληθέν μέρος του τιμήματος εκπίπτεται αναλόγως. Άρθρ. 103.-(Άρθρ. 97 Β.Δ. 19/12/55)1.Το άρθρ. 39 του Α.Ν. 1910/51 "περί προσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων" καταργείται από της 30 Ιουν. 1953. 2.Απαιτήσεις κατά των Δήμων και Κοινοτήτων, δι' εισφοράς εισπραχθείσας κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρ. 39 του Α.Ν. 1910/51 θεωρούνται παραγεγραμμέναι. Άρθρ. 104.-(Άρθρ. 98 Β.Δ. 19/12/55)1.Αι κατά των Δήμων Αθηναίων, Θεσ/νίκης, και Πειραιώς υπάρχουσαι απαιτήσεις των Δήμων και Κοινοτήτων της περιφερείας της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, αι προερχόμεναι εκ αξιώσεων εισπράξεων εκ φόρων εγχωρίων προϊόντων και βιομηχανικών τοιούτων και προκύψασαι μέχρι της ισχύος του Νόμ. 843 του 1948, θα εξοφληθώσιν ατόκως, εις 36 μηνιαίας δόσεις, της πρώτης αρχομένης από της ισχύος του Ν.Δ. 2585/1953. Η απόδοσις των οφειλομένων εις τους δικαιουμένους Δήμους και Κοινότητας, γίνεται υπό του Υπουργείου των Εσωτερικών δια παρακρατήσεως εκ του εσόδου του άρθρ. 41 του αναλογούντος εις τους οφειλέτας Δήμους. 2.Ο Ημέτερος επί των Εσωτερικών Υπουργός εκτελέσει και δημοσιεύσει το παρόν Β.Δ/μα. άρθρ.6 Κεφ.Β΄ της 347624/21-22 Οκτ. 1982 (ΦΕΚ Β΄841) απόφ.Υπ.Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Γεωργίας, (Τόμ.16, σελ. 50, 255). Άρθρον 10 (Άρθρον 10 Β.Δ. 19/12/55) Το ενοικιοστάσιον βοσκών αίρεται εκ των δημοτικών και κοινοτικών βοσκησίμων τόπων μετά έν έτος από της δημοσιεύσεως του Ν.Δ. 3033/1954. Άρθρον 11 (Άρθρον 11 Β.Δ. 19/12/55) Διατηρούνται εν ισχύϊ 1)το άρθρ.3 του Α.Ν.875 της 22/28.9.1937 «περί βοσκής εντός δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και μη πεδινών χορτολείβαδίων» το δε εξ αυτού έσοδον διατίθεται δια τους υπό του άρθρου τούτου προβλεπομένους ειδικούς σκοπούς, και 2)το άρθρ.2 του Α.Ν. 1085 της 11-11-46 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Αγροτικού Κώδικος 2880». Δικαίωμα επί εμπορίας ποσίμων ιαματικών ή μη υδάτων Άρθρ.12.-«1.Η εμπορία των ποσίμων ιαματικών ή μη ιαματικών νερών, που διατίθενται είτε σε φυσική κατάσταση είτε με ανάμειξη με χημικές ή άλλες ουσίες ή χυμούς και με οποιαδήποτε ονομασία, κατάσταση και συσκευασία, επιτρέπεται μόνον έπειτα από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα νερά, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Στην απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μετά προηγούμενη γνώμη του προϊσταμένου της υγειονομικής υπηρεσίας του νομού για την καταλληλότητα του νερού, προσδιορίζεται και η χρονική διάρκεια της άδειας». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.26 Νόμ. 1828/1989, ΦΕΚ Α΄ 2 (κατωτ.αριθ.70). «2.Όταν τα νερά που διατίθενται ανήκουν σε δήμους ή κοινότητες, στην ίδια απόφαση με την οποία χορηγείται η άδεια προσδιορίζεται η ελάχιστη ποσότητα νερού, για την οποία θα καταβάλλεται το ανάλογο δικαίωμα ανεξάρτητα από τη λήψη ή μη της ποσότητας αυτής, ο χρόνος καταβολής του δικαιώματος και κάθε όρος που διασφαλίζει τα συμφέροντα του δήμου ή της κοινότητας και του καταναλωτικού κοινού. Όταν τα νερά που διατίθενται δεν ανήκουν σε δήμους ή κοινότητες, αρμόδιος να χορηγήσει την άδεια και να (Αντί για τη σελ. 308,01(δ) Σελ. 308,01(ε) Τεύχος 1195-Σελ. 101 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 προσδιορίσει το δικαίωμα είναι ο δήμος ή η κοινότητα, στην περιφέρεια του οποίου γίνεται η υδροληψία». Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.26 Νόμ. 1828/1989, ΦΕΚ Α΄2, (κατωτ.αριθ.70). 3.Ο τυγχάνων της κατά την προηγουμένην παράγραφον αδείας υποχρεούται: α)Να τηρή τους κατά τας κειμένας διατάξεις όρους τους διασφαλίζοντας την γνησιότητα και υγιεινήν κατάστασιν των υδάτων, «β.Να καταβάλλει υπέρ του δήμου ή της κοινότητας δικαίωμα που καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου από 0,30 έως 0,60 δρχ. ανά λίτρο νερού και από 0,30 έως 0,50 δρχ. όταν γίνεται πρόσμιξη του νερού με χυμούς. Όταν το νερό που διατίθεται ανήκει σε δήμους και κοινότητες το δικαίωμα καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου». Η μέσα σε « » περίπτ.β αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.14 άρθρ. 57 Νόμ. 2218/9-13 Ιουν. 1994 (ΦΕΚ Α΄90), ανωτ.σελ. 52, 371. και γ)να εκδίδη εις πάσαν περίπτωσιν, το κατά τας διατάξεις του π.δ.99/1977 «περί Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων» οριζόμενον δελτίον αποστολής, εις τριπλούν, το έν αντίτυπον του οποίου συνοδεύει το μεταφερόμενον ύδωρ μέχρι του τόπου προορισμού και παραδίδεται εις τον παραλήπτην, το έτερον αποστέλλεται εντός δέκα ημερών από της εκδόσεώς του εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και το τρίτον παραμένει εις το στέλεχος. Το αντιστοιχούν εις την ληφθείσαν ποσότητα ύδατος ποσόν του δικαιώματος καταβάλλεται υπό του υποχρέου εις το οικείον δημοτικόν ή κοινοτικόν ταμείον εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου από της λήψεως του ύδατος μηνός, αποστελλομένου άμα υπό τούτου εις τον δήμον ή την κοινότητα του σχετικού γραμματίου εισπράξεως. Εν περιπτώσει μη καταβολής ή ελλιπούς ή εκπρόθεσμου καταβολής του δικαιώματος καταλογίζεται εις βάρος του υποχρέου, δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, το αναλογούν δικαίωμα επί της ληφθείσης ποσότητος ύδατος μετά ισοπόσου προστίμου. Η δημοτική ή κοινοτική αρχή δικαιούται εις έλεγχον της κανονικής εκδόσεως των δελτίων αποστολής και αποδόσεως του τέλους. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα δύναται να αυξάνεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εσωτερικών και Εμπορίου δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Σελ. 308,02(ε) Τεύχος 1195-Σελ. 102 4.Ο παραβαίνων τας διατάξεις των περιπτ.α΄ και γ΄ της προηγουμένης παραγράφου τιμωρείται δια ποινής φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών ή χρηματικής ποινής μέχρις 100.000 δραχμών ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων. Επί τελεσιδίκου καταδίκης του τυχόντος αδείας, το δημοτικόν ή κοινοτικόν συμβούλιον δικαιούται εις ανάκλησιν της αδείας. 5.Δι’ οιανδήποτε παράβασιν των δια της κατά την παρ.2 αποφάσεως οριζομένων όρων, βεβαιουμένην υπό των οργάνων του δήμου ή της κοινότητος, το συμβούλιον δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του, ελεγχομένης υπό του νομάρχου, δύναται να προβαίνει εις ανάκλησιν της αποφάσεώς του ταύτης. 6.Όστις, άνευ αδείας, προβαίνει εις εμπορίαν των κατά την παρ.1 υδάτων, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και εν υποτροπή δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξ μηνών, καταλογιζομένου δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου εις βάρος αυτού του αναλογούντος δικαιώματος επί της ληφθείσης ποσότητος ύδατος μετά ισοπόσου προστίμου. 7.Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, εκτιμωμένας υπό του συμβουλίου (και μετ’ έγκρισιν του νομάρχου), δύναται να χορηγήται εις φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον τη αιτήσει του και επί τη καταβολή του κατά την παρ.3 δικαιώματος, άδεια μεταφοράς ποσίμου ύδατος, αποκλειστικώς όμως διατιθεμένου δι’ ύδρευσιν, υπό τον όρον ότι η διάθεσις τούτου, εις τους κατοίκους της κοινότητος θα γίνεται επί τη καταβολή τιμήματος, οριζομένου υπό της αρμοδίας αγορανομικής αρχής και απ’ ευθείας εκ του βυτίου, εφ’ όσον τηρούνται οι απαραίτητοι όροι υγιεινής, κατά βεβαίωσιν της αρμοδίας υγειονομικής υπηρεσίας, ανανεουμένην ανά τριάκοντα ημέρας, μερίμνη του αδειούχου. 8.Αι διατάξεις της παρ.3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των ήδη ισχυουσών συμβάσεων μισθώσεως του δικαιώματος εμπορίας ποσίμων ιαματικών ή μη υδάτων ή χορηγήσεως αδείας εμπορίας τούτων. «Στο δικαίωμα του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται τα εξαγόμενα προς κατανάλωση εκτός της Ελληνικής Επικράτειας ύδατα. Η εξαγωγή βεβαιώνεται από την αρμόδια τελωνειακή αρχή». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.14 Νόμ. 1518/1985 (ΦΕΚ Α΄30), (Τόμ.29, σελ. 90, 792). Το άρθρ.12, όπως ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.2 Νόμ. 1080/20-22 Οκτ. 1980, ΦΕΚ Α΄246, (κατωτ.αριθ.58). 3.Ζ.α.25 Έσοδα Δήμων και Κοινοτήτων Β΄.ΕΚ ΤΕΛΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Τέλος χρήσεως πεζοδρομίων, πλατειών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων Με την παρ. 4 άρθρ. 12 Νόμ. 3074/4-4 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α΄296), τόμ. 1 σελ. 116,31063, ορίστηκε ότι: Πρόστιμα του άρθρ. 5 του Νόμ. 2323/1995 (ΦΕΚ 145 Α΄), καθώς και οφειλές από τέλη χρήσης κοινόχρηστων χώρων του άρθρ. 3 του Νόμ. 1080/1980 (ΦΕΚ 246 Α΄), τα οποία έχουν βεβαιωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μπορεί να ρυθμιστούν και να καταβληθούν, σε 24 μηνιαίες δόσεις, μειωμένα σε ποσοστό 70% και χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμου καταβολής, ύστερα από απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέσα σε 3 μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. «Άρθρ.13.-1.Επιτρέπεται η, υπέρ δήμου ή κοινότητος, επιβολή τέλους εις βάρος των χρησιμοποιούντων διαρκώς ή προσκαίρως πεζοδρόμια, οδούς, πλατείας και εν γένει κοινοχρήστους χώρους και το υπέδαφος αυτών. Ως κοινόχρηστος χώρος δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νοείται και το δάπεδον χώρων μεταξύ της θέσεως των προσόψεων των ισογείων των οικοδομών και των εγκεκριμένων οικοδομικών γραμμών (στοαί και το υπέδαφος αυτών ως και αποτμήσεις γωνιών οικοδομικών τετραγώνων), αποτελούντων των χώρων τούτων προεκτάσεις πεζοδρομίων και αφεθέντων εις κοινήν χρήσιν. 2.Τα τμήματα των κοινοχρήστων χώρων, των οποίων επιτρέπεται η παραχώρησις της χρήσεως, καθορίζονται δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. «Ειδικά για τους κοινόχρηστους χώρους που παραχωρούνται για χρήση σε καφενεία, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, και παρεμφερή καταστήματα, το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο μπορεί με την ίδια απόφασή του να ορίζει ότι τα σερβιριζόμενα από τα καταστήματα αυτά στους ανωτέρω χώρους είδη θα προσφέρονται σε τιμές καταστήματος κατώτερης κατηγορίας από εκείνη στην οποία ανήκουν». Το μέσα στα « » δεύτερο εδάφιο της άνω παρ.2 προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 54 Νόμ. 1416/18-21 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄18) Τόμ. 3 σελ. 52, 263. Εις δήμους πληθυσμού άνω των 10.000 η απόφασις του συμβουλίου δημοσιεύεται άπαξ εις μίαν ή δύο εφημερίδας της πόλεως ή του νομού. Προκειμένου περί των λοιπών δήμων και των κοινοτήτων η απόφασις δημοσιεύεται δια τοιχοκολλήσεως εις την είσοδον του δημοτικού ή κοινοτικού καταστήματος. 3.α.Το κατά την παρ.1 τέλος ορίζεται ετήσιον δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου κατά τετραγωνικόν μέτρον, ανεξαρτήτως χρόνου χρήσεως και αναλόγως της περιοχής της πόλεως ή χωρίου εις την οποίαν κείται ο χρησιμοποιούμενος χώρος. Επί χρησιμοποιήσεως των ανωτέρω χώρων ως προθήκης καταστήματος, το τέλος ορίζεται εις το διπλάσιον. «β.Ειδικά σε περιπτώσεις κατάληψης πεζοδρομίου ή οδού από αυτούς που εκτελούν οποιασδήποτε φύσεως τεχνικοοικοδομικές εργασίες, το τέλος ορίζεται μηνιαίο κατά ζώνες με απόφαση του συμβουλίου και κατά τετραγωνικό μέτρο. Για την πληρωμή αυτού του τέλους ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρο εκείνος που πήρε την άδεια οικοδομής καθώς και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου». Η περίπτ.β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.26 Νόμ. 1828/1989, ΦΕΚ Α΄2, (κατωτ.αριθ.70). γ.Επί πάσης άλλης περιπτώσεως, το τέλος ορίζεται δι’ αποφάσεως του οικείου συμβουλίου. Εις πάσαν περίπτωσιν το αναλογούν τέλος κατάβάλλεται εξ ολοκλήρου προ της παραδόσεως της αδείας χρήσεως, εις το οικείον δημοτικόν ή κοινοτικόν ταμείον, αναγραφομένου επ’ αυτής του αριθμού του γραμματίου εισπράξεως. Η είσπραξις ενεργείται κατόπιν σχετικού σημειώματος του δικαιούχου δήμου ή κοινότητος. 4.Η χρήσις των πλατειών διατίθεται εις τους εκμεταλλευομένους τα περί αυτάς καφενεία, ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια, παρεμφερείς επιχειρήσεις και καταστήματα, κατά τα δι’ αποφάσεως της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής ειδικώτερον οριζόμενα. Επιτρέπεται η παραχώρησις της χρήσεως συνεχομένου κοινοχρήστου χώρου, εφ’ όσον δεν θίγονται δικαιώματα ετέρου δικαιουμένου της χρήσεως τούτου, εάν όμως οι δικαιούμενοι χρήσεως αυτού είναι πλείονες του ενός, η χρήσις του συνεχομένου τούτου χώρου παραχωρείται αναλόγως των προσόψεων των καταστημάτων αυτών ή αναλόγως άλλων κριτηρίων (τοπικών, τουριστικών, κυκλοφοριακών, πρασίνου κλπ.). Εν ουδεμιά περιπτώσει ο κατά χρήσιν παραχωρούμενος χώρος επιτρέπεται να επεκτείνεται και εις πεζοδρόμιον παρακειμένου καταστήματος ή κατοικίας, ειμή μόνον τη εγγράφω συγκαταθέσει του χρησιμοποιούντος ή κατέχοντος τα ακίνητα ταύτα. 5.Προκειμένου περί πλατειών ένθα προβάλλονται καταστήματα χρησιμοποιούμενα ως καφενεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, ή παρεμφερείς επιχειρήσεις, εις έκαστον εκμεταλλευτήν τούτων παραχωρείται αναλόγως της προσόψεως του καταστήματος αυτού η χρήσις του 70% του αντιστοιχούντος εις την προβολήν του χώρου, το υπόλοιπον δε 30% του χώρου, διατίθεται υπό του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις τους (Αντί για τη σελ. 309(μ) Σελ. 309(ν) Τεύχος 1430 Σελ. 13 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 αυτούς εκμεταλλευτάς εφ’ όσον κατά την κρίσιν αυτού δεν παρακωλύεται ουσιωδώς η ελευθέρα χρήσις αυτού. Εν περιπτώσει μη χρησιμοποιήσεως υπό δικαιουμένου του αναλογούντος αυτώ κοινοχρήστου χώρου της πλατείας, η χρήσις του χώρου τούτου δύναται να παραχωρηθή υπό του δήμου ή της κοινότητος εις εκμεταλλευτάς συνεχομένων μετ’ αυτού καταστημάτων, αναλόγως της προσόψεώς των. 6.Ο προτιθέμενος να χρησιμοποιήση τους κατά τας προηγουμένας παραγράφους κοινοχρήστους χώρους ή το υπέδαφος αυτών υποβάλλει, προ της χρήσεως, σχετικήν αίτησιν εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα. Εις την αίτησιν αναγράφονται: α)το ονοματεπώνυμον ή η επωνυμία του αιτούντος, το είδος και η διεύθυνσις της ασκουμένης επιχειρήσεως και β)η θέσις, η έκτασις και το είδος του αιτουμένου προς χρήσιν χώρου, ως και η χρονική διάρκεια δι’ ην αιτείται η παραχώρησις της χρήσεως αυτού. Προκειμένης χορηγήσεως της αδείας χρήσεως, η αστυνομική αρχή εντός προθεσμίας 15 ημερών από της παραλαβής του σχετικού ερωτήματος του δήμου ή της κοινότητος, γνωματεύει εάν υφίστανται λόγοι ασφαλείας της κυκλοφορίας πεζών ή τροχοφόρων επιβάλλοντες την μη χορήγησιν της αιτουμένης αδείας, οπότε δεν χορηγείται αύτη. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, η άδεια χορηγείται και άνευ γνωματεύσεως της αστυνομικής αρχής. 7.Χορηγηθείσα άδεια χρήσεως των κατά τας προηγουμένας παραγράφους χώρων ανακαλείται υποχρεωτικώς υπό του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εντός δεκαημέρου από της εγγράφου ειδοποιήσεώς του υπό της αστυνομικής αρχής, ότι συντρέχουν λόγοι ασφαλείας της κυκλοφορίας πεζών ή οχημάτων ή ένεκα ληφθέντων μέτρων παρά δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής. Η τοιαύτη ανάκλησις συνεπάγεται επιστροφήν μόνον του καταβληθέντος ποσού τέλους του αντιστοιχούντος εις την χρονικήν περίοδον δια την οποίαν ανεκλήθη η χορηγηθείσα άδεια, καθοριζομένου δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. «8. Σε περίπτωση αυθαίρετης χρήσης κοινόχρηστων χώρων, των οποίων έχει επιτραπεί η παραχώρηση της χρήσης, καταλογίζεται σε βάρος του υπόχρεου με απόφαση του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας, εκτός από το αναλογούν τέλος και χρηματικό πρόστιμο διπλάσιο προς το αναλογούν τέλος, ανεξάρτητα από το διάστημα της αυθαίρετης χρήσης. Με όμοια απόφαση επιβάλλεται πρόστιμο, σε βάρος εκείνου που κάνει αυθαίρετη χρήση του χώρου του οποίου η παραχώρηση της χρήσης δεν έχει επιτραπεί, ίσο με το τριπλάσιο του Σελ. 310(ν) Τεύχος 1430 Σελ. 14 μεγαλύτερου κατά τετραγωνικό μέτρο ποσού που καθορίστηκε με απόφαση του οικείου συμβουλίου, για τους χώρους για τους οποίους έχει επιτραπεί η παραχώρηση της χρήσης. Η διαπίστωση της αυθαίρετης χρήσης ενεργείται από το δήμο ή την κοινότητα ή την αστυνομική αρχή. «Η διαπίστωση της αυθαίρετης χρήσης ενεργείται από το δήμο ή την κοινότητα ή την αστυνομική αρχή. Σε περίπτωση που γίνεται αυθαίρετη χρήση του χώρου καθ’ υποτροπήν επιβάλλονται, κάθε φορά, και μέχρι δύο φορές τα ως άνω πρόστιμα και αν εξακολουθεί η παράβαση οι δήμοι ή οι κοινότητες με συνεργεία τους προέρχονται στην αφαίρεση κάθε είδους αντικειμένων, με τη συνδρομή της δημοτικής αστυνομίας ή της οικείας αστυνομικής αρχής και επιβάλλουν ειδικό πρόστιμο για τα έξοδα μεταφοράς και αποθήκευσης, ίσο με το διπλάσιο του μεγαλύτερου κατά τετραγωνικό μέτρο ποσού, που καθορίστηκε με απόφαση του οικείου συμβουλίου για τους χώρους για τους οποίους έχει επιτραπεί η παραχώρηση της χρήσης». Το τρίτο εδάφιο της παρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.6 Νόμ. 1900/17-17 Σεπτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄125), (τόμ.3 σελ. 52, 360). Η παρ.8, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.26 Νόμ. 1828/1989, ΦΕΚ Α΄2, (κατωτ.αριθ.70). 9.Δεν υπόκεινται εις το τέλος του παρόντος άρθρου, οι χρησιμοποιούντες κοινοχρήστους χώρους δήμων και κοινοτήτων ή το υπέδαφος αυτών δυνάμει ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως μετά του δημοσίου κυρωθείσης δια νόμου, εις εκτέλεσιν των οποίων γίνεται χρήσις των ως άνω δημοτικών και κοινοτικών χώρων, εφ’ όσον υπό των διατάξεων τούτων προβλέπεται απαλλαγή εκ του τέλους τούτου. 10.Επί κοινοχρήστων χώρων μη ευρισκομένων προ καταστημάτων ή εις την προβολήν αυτών, η χρήσις αυτών επιτρέπεται εφ’ όσον δεν αναιρείται εξ ολοκλήρου η ιδιότης του κοινοχρήστου, απαιτείται δε πάντοτε δια την εκμετάλλευσιν αυτών η διενέργεια δημοπρασίας, τηρουμένων των εκάστοτε διατάξεων περί όρων διενεργείας δημοπρασίας δι’ εκμίσθων δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων. 11.Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητος χορηγεί την άδειαν χρήσεως κοινοχρήστου δημοτικού ή κοινοτικού χώρου, μη δυναμένην να εξικνείται πέραν του ημερολογιακού έτους δια τας περιπτ.α΄ και γ΄ της παρ.3, εις την οποίαν ορίζεται η τοποθεσία και η έκτασις του παραχωρουμένου κατά χρήσιν χώρου, το είδος και η διάρκεια της χρήσεως, ως και το τέλος, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων της παρ.3. 3.Ζ.α.25 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 12.Η χορηγηθείσα άδεια χρήσεως κοινοχρήστου χώρου δύναται να ανανεούται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υπό του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος, μη απαιτουμένης εκ νέου γνώμης της αστυνομικής αρχής. 13.Υπό τας προϋποθέσεις της παρ.6 του παρόντος άρθρου, άδεια του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος απαιτείται και δια την χρήσιν κοινοχρήστων χώρων εν γένει παρά στασίμων υπαιθρίων μικροπωλητών. Εις την άδειαν η οποία κοινοποιείται υπό του δήμου ή κοινότητος εις την οικείαν αστυνομικήν αρχήν, ορίζεται η θέσις, το είδος χρήσεως, ο χρόνος διαρκείας, το καταβληθέν τέλος και γίνεται εν αυτή μνεία πάσης υποδείξεως εξυπηρετούσης αισθητικώς και τουριστικώς την πόλιν. Η αστυνομική αρχή ελέγχει την άνευ αδείας ή καθ’ υπέρβασιν της χορηγηθείσης τοιαύτης εγκατάστασιν των πάσης φύσεως μικροπωλητών. «Η άδεια αυτή μπορεί να χορηγείται και μετά από διενέργεια δημοπρασίας σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία της παρ.10 του άρθρου αυτού». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ.4 άρθρ.57 Νόμ. 1416/18-21Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄18), Τόμ.3 σελ. 52, 263. 14.Ουδεμία άλλη αρχή ή νομικόν πρόσωπον ή ίδρυμα έχει αρμοδιότητα να εκδίδη άδείας χρήσεως πεζοδρομίων, οδών, πλατειών, αλσών ανηκόντων εις δήμους ή κοινότητας ή παραχωρηθέντων εις αυτούς προς εκμετάλλευσιν, στοών και κοινοχρήστων χώρων εν γένει, πλην του δήμου ή της κοινότητος. 15.Ο άνευ αδείας ποιούμενος χρήσιν των περί ων το παρόν άρθρον κοινοχρήστων χώρων, τιμωρείται δια των ποινών του άρθρ.458 του Ποινικού Κώδικος. Δια των αυτών ποινών τιμωρείται και ο καθ’ υπέρβασιν της χορηγηθείσης αυτώ αδείας ποιούμενος χρήσιν των αυτών χώρων, ως και ο χορηγών άδειαν χρήσεως των χώρων τούτων, κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Η αστυνομική αρχή, είτε αυτεπαγγέλτως επιλαμβανομένη είτε κατόπιν αιτήσεως του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος, υποχρεούται να απαγορεύη την άνευ αδείας χρήσιν των περί ων πρόκειται χώρων. Η απομάκρυνσις των αυθαιρέτως τοποθετουμένων αντικειμένων ενεργείται υπό των υποχρέων προς τούτο, κατόπιν εντολής προς αυτούς της αστυνομικής αρχής και εν αρνήσει αυτών υπό οργάνων του δήμου ή της κοινότητος, τη συνδρομή της τελευταίας ταύτης. 16.Εάν ο τυχών αδείας χρήσεως πεζοδρόμων, πλατειών και εν γένει κοινοχρήστων χώρων ή του υπεδάφους αυτών, κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, στερηθή της χρήσεως ταύτης εν όλω ή εν μέρει ένεκα μέτρων ληφθέντων παρά δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών αρχών, δικαιούται εις επιστροφήν μόνον του αναλογούντος τέλος. 17.Του τέλους του παρόντος άρθρου απαλλάσσονται οι ανάπηροι και θύματα πολέμου, εις τους οποίους εχορηγήθη ή ήθελε χορηγηθή άδεια ιδρύσεως περιπτέρου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του ν.δ.1044/1971 «περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως διατάξεων του Α.Ν.1324/ 1949 «περί προστασίας και αποκαταστάσεως των Αναπήρων Πολέμου Οπλιτών και Θυμάτων Πολέμου», κυρωθέντος δια του Νόμ. 1487/1950, ως ισχύει. 18.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εσωτερικών ρυθμίζονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου». Το άρθρ.13, όπως ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.3 Νόμ. 1080/20-22 Οκτ.1980, ΦΕΚ Α΄246, (κατωτ.αριθ.58)., Με την παρ. 2 άρθρ.110 Νόμ. 2696/23-23 Μαρτ. 1999 (ΦΕΚ Α΄57), τόμ. 21Β, σελ. 262,96427, ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις του άρθρ. 13, του β. δ. της 24 Σεπτ./20 Οκτ.1958, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρ. 3 Νόμ. 1080/1980 και ισχύουν, δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η άδεια των δημοτικών και κοινοτικών αρχών για την κατάληψη οδού ή πεζοδρομίου χορηγείται με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 48 του παρόντος Κώδικα». 2.Σταθμικά και μετρικά ΄Αρθρ.2.-(Άρθρ.2 Β.Δ.19/12/55).1.Εις ον δήμον ή κοινότητα υπάρχει ειδική δημοτική ή κοινοτική αγορά λιανικής ή χονδρικής πωλήσεως ενός ή πλειόνων ειδών διατροφής, αποφάσει του συμβουλίου, συγκεντρούνται υποχρεωτικώς εις την αγοράν ταύτην πάντα τα εν τω δήμω ή κοινότητι λειτουργούντα καταστήματα τα χρησιμοποιούμενα δια την πώλησιν των ειδών, δι’ α ιδρύθη η αγορά. 2.Δια την εφαρμογήν της αποφάσεως του συμβουλίου η αστυνομική αρχή υποχρεούται να εκδώσει τας αναγκαίας αστυνομικάς διατάξεις και να επιμεληθή της εκτελέσεως αυτών. 3.Εν ανεπαρκεία χώρου της δημοτικής ή κοινοτικής αγοράς ή ένεκα ειδικών τοπικών λόγων ή συγκοινωνιακών συνθηκών, δύναται το συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του (εγκρινομένης υπό του νομάρχου) να επιτρέψη την ίδρυσιν και λειτουργίαν καταστημάτων και εκτός της αγοράς. 4.Ο τρόπος χρήσεως των καταστημάτων και παραπηγμάτων της αγοράς ρυθμίζεται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου. 5.Η χρήσις των ως άνω χώρων παραχωρείται αποκλειστικώς και μόνον δια την άσκησιν προσωπικώς, του ειδικού επαγγέλματος, δι’ ο προορίζεται η αγορά και ειδικώτερον ο παραχωρούμενος χώρος, πάντοτε δι’ ενοικιάσεως ενεργουμένης κατά τας διατάξεις περί ενοικιάσεως δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων. 6.Απαγορεύεται η ίδρυσις και λειτουργία αγοράς χονδρικής πωλήσεως παρ’ ιδιωτών ή συνεταιρισμών ή άλλων νομικών προσώπων. 7.Το άνοιγμα των ιδιωτικών καταστημάτων χονδρικής πωλήσεως ειδών, πωλουμένων και εις την δημοτικήν ή κοινοτικήν αγοράν χονδρικής πωλήσεως, πραγματοποιείται μίαν τουλάχιστον ώραν μετά το άνοιγμα των καταστημάτων της δημοτικής και κοινοτικής αγοράς, απαγορευομένου του καθορισμού ανοίγματος τούτων ενωρίτερον. 2.Δημοτικόν ή κοινοτικόν σφαγείον Άρθρ.14.-(Άρθρ.14 Β.Δ.19/12/55) 1. Παραχωρείται εις τους δήμους και κοινότητας δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως μέτρων και σταθμών εν κοινοχρήστοις χώροις κειμένοις εν τη περιφερεία των προς στάθμισιν ή μέτρησιν εμπορευμάτων, προϊόντων ή άλλων αντικειμένων. Η στάθμισις ή μέτρησις είναι προαιρετική, γίνεται δε επί καταβολή δικαιώματος οριζομένου δι’ αποφάσεως του συμβουλίου. 2.Υπόχρεοι εις καταβολήν του δικαιώματος είναι εξ ημισείας ο αγοραστής και ο πωλητής των σταθμιζομένων ή μετρουμένων ειδών, εκτός αν ούτοι συμφωνήσουν άλλως. 3.Τα σταθμικά και μετρικά δικαιώματα βεβαιούνται και εισπράττονται δι’ οργάνων του δήμου ή κοινότητος ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον ήθελε κρίνει προσφορώτερον το συμβούλιον. (Αντί για τη σελ. 310 01(ια) Σελ. 310,01(ιβ) Τεύχος 1430 Σελ. 15 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 Τέλος διαφημίσεως «Άρθρ.15.-1.Επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων τέλος για κάθε διαφήμιση που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή σε χώρους που βρίσκονται μέσα στα διοικητικά τους όρια. Ο συντελεστής του τέλους καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, κατά περιοχή και κατηγορία διαφήμισης ως εξής: Κατηγορία Α Για διαφημίσεις που αναγράφονται ή αναρτώνται ή επικολλούνται: α.μέσα σε μόνιμα και σταθερά ή προσωρινά και κινητά πλαίσια, τα οποία τοποθετούνται σε πλατείες, οδούς, πεζοδρόμια, δημόσιους και κοινόχρηστους γενικά χώρους, που καθορίζονται με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, β.στις περιφράξεις ακάλυπτων χώρων και ανεγειρόμενων ή εγκαταλειμμένων οικοδομών με συναίνεση του ιδιοκτήτη ή νομέα ή του διαχειριστή αυτών, γ.σε χώρους σιδηροδρομικών, λιμενικών και αεροπορικών σταθμών καθώς και σε χώρους σταδίων και γηπέδων, που καθορίζονται από τη διοίκηση των αντίστοιχων φορέων, δ.μέσα σε καταστήματα, κινηματογράφους, θέατρα και άλλους δημόσιους χώρους, και ε.σε περίπτερα, στέγαστρα αφετηριών και στάσεων αναμονής επιβατών λεωφορείων αστικών και υπεραστικών συγκοινωνιών, από δραχ.50 μέχρι 125 εβδομαδιαίως το τετραγωνικό μέτρο. Κατηγορία Β Α.α.για διαφημίσεις φωτεινές σε στέγες ή δώματα καθώς και για διαφημίσεις που γίνονται με ηλεκτρικές εφημερίδες, από δραχ.5.000 μέχρι 25.000 ετησίως το τετραγωνικό μέτρο. β.για φωτεινές σε οποιουσδήποτε άλλους χώρους, από δραχ.2.000 μέχρι 10.000 ετησίως το τετραγωνικό μέτρο. γ.για μη φωτεινές ή φωτιζόμενες σε στέγες ή δώματα, από δραχ.700 μέχρι 7.000 ετησίως το τετραγωνικό μέτρο. Β.Τα ανωτέρω τέλη δεν επιβάλλονται εκ νέου όταν μεταβάλλεται, εντός του έτους, το διαφημιστικό μήνυμα. Σελ. 310,02(ιβ) Τεύχος 1430 Σελ. 16 Κατηγορία Γ Για διαφημίσεις που γίνονται μέσα στα οχήματα σιδηροδρόμων, τροχιοδρόμων, ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων και κάθε τύπο οχήματα δημόσιας χρήσης ή στην εξωτερική επιφάνεια αυτών, διαστάσεων μέχρι 30 επί 50 εκατοστόμετρα, από δραχ.140 μέχρι 700 μηνιαίως, ανεξάρτητα από τις ημέρες χρησιμοποίησης. Για διαφημίσεις της κατηγορίας αυτής μεγαλύτερων διαστάσεων καταβάλλεται ανάλογο πολλαπλάσιο τέλος. «Κατηγορία Δ α.Για διαφημίσεις που γίνονται με ημερολόγια, δώρα, έντυπα κάθε είδους παραστάσεις ή λέξεις σε αυτοκόλλητα ή είδη με διαφημιστικές παραστάσεις ή λέξεις ή με άλλον παρόμοιο τρόπο, καθώς και για διαφημίσεις που γίνονται από τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο, το τέλος ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της δαπάνης της διαφήμισης. Τα ένθετα διαφημιστικά φυλλάδια που διανέμονται μαζί με τις εφημερίδες και τα περιοδικά, υπόκεινται στο ανωτέρω τέλος διαφήμισης. β. Η προβολή προϊόντων σε χώρους καταστημάτων, που γίνεται είτε με την τοποθέτησή τους σε ειδικά σημεία εντός του καταστήματος είτε με έντυπα, δώρα, επιγραφές κάθε είδους είτε με άλλο παρόμοιο τρόπο, θεωρείται διαφήμιση και υπόκειται σε τέλος διαφήμισης, βάσει των εκδιδομένων από τα καταστήματα τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Το τέλος υπολογίζεται με συντελεστή 2% επί της διαφημιστικής δαπάνης που καταβάλλεται για τις πράξεις αυτές. Προβολή προϊόντων που εντάσσεται στην παραπάνω έννοια της διαφήμισης συνιστούν οι εξής ενέργειες: -η ενοικίαση χώρων σε ειδικά ράφια, -η τοποθέτηση προϊόντων σε ειδικές προθήκες ή περίπτερα, η δανομή δοκιμαστικών προϊόντων, -εκδηλώσεις-εκπλήξεις (“Happenings”) στους χώρους του καταστήματος. 3.Ζ.α.25 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων γ.Η απόδοση του τέλους για όλες τις ενέργιεες της κατηγορίας αυτής γίνεται πάντοτε από τον διαφημιζόμενο, μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Η καταβολή πραγματοποιείται σε οποιοδήποτε γραφείο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων λειτουργεί σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και αποδεικνύεται με την παροχή ανάλογου παραστατικού στοιχείου (διπλότυπου). Το σύνολο των ποσών που εισπράττονται αποτελεί πόρο ειδικού λογαριασμού, που τηρείται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδεται στους δήμους και κοινότητες. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και αποκέντρωσης η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., καθορίζονται η διαδικασία, ο χρόνος, ο τρόπος, τα κριτήρια και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, για την απόδοση των τελών στους Ο.Τ.Α. α΄βαθμίδας. δ.Ως δαπάνη διαφήμισης για τις διαφημίσεις της παρούσας κατηγορίας είναι το ποσό που καταβάλλεται από τον διαφημιζόμενο για τη διενέργεια της διαφήμισης με βάση το φορολογικό στοιχείο που πρέπει να εκδίδεται για κάθε περίπτωση. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης απόδοσης των οφειλόμενων τελών οι σχετικές δαπάνες διαφήμισης δεν αναγνωρίζονται ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδα, κατά τις φορολογικές διατάξεις». Η μέσα σε «» Κατηγορία Δ, που είχε τροποποιηθεί από τις παρ. 1 και 2 άρθρ. 25 Νόμ. 2753/15-17 Νοεμ. 1999 (ΦΕΚ Α΄249), κατωτ. αριθ. 82 και από το άρθρ. 13 Νόμ. 2839/1112 Σεπτ.2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ. 85, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 6.α. άρθρ. 9 Νόμ. 2880/29-30 Ιαν. 2001 (Α΄9), τόμ. 2Α, σελ. 318,351, με ισχύ της αντικατάστασης από 1.1.2001 σύμφωνα με την παρ. 6.γ του ίδιου άρθρ. 9 Νόμ. 2880/2001. Με την παρ. 6δ άρθρ. 9 Νόμ. 2880/29-30 Ιαν. 2001 (ΦΕΚ Α΄9), τόμ. 2Α, σελ. 318,351, ορίστηκε ότι: «Το οφειλόμενο τέλος για διαφημίσεις της κατηγορίας Δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 15 του Β.Δ. 24.9/20.10.1958 (ΦΕΚ 171 Α΄), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ανερχόμενο σε ποσοστό 6% για το χρονικό διάστημα από 23.4.1993 μέχρι 17.11.1999 και σε ποσοστό 2% για το χρονικό διάστημα από 18.11.1999 μέχρι 31.12.2000, καταβάλλεται στους δικαιούχους δήμους και κοινότητες, με σχετική δήλωση του αντίστοιχου, κατά της οικείες προβλέψεις υπόχρεου, μέχρι τις 31.12.2001, χωρίς την επιβολή οποιασδήποτε προσαύξησης ή τυχόν άλλης κύρωσης, περιλαμβανομένων και των περιπτώσεων για τις οποίες εκκρεμούν σχετι-κές προσφυγές στα δικαστήρια. 2.Εξαιρούνται του τέλους της παρ.1 του άρθρου αυτού διαφημίσεις που γίνονται στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. «3.Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος, το κατά κατηγορία και περίπτωση τέλος διαφήμισης της παρ. 1 μπορεί να αναποσαρμόζεται κατά το ποσοστό του πληθωρισμού, με τον οποίο έκλεισε το έτος». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6β άρθρ. 9 Νόμ.2880/29-30 Ιαν.2001 (ΦΕΚ Α΄9), τομ. 2Α σελ. 318,351, με ισχύ σύμφωνα με την παρ. 6γ του ίδιου άρθρ. 9 Νόμ. 2880/2001. 4.Η μίσθωση κοινόχρηστων χώρων για τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων δεν υπάγεται στις διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων (Νόμ. 813/1978, ΦΕΚ 137/Α΄)». Το άρθρ.15, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.8 Νόμ. 1144/1981, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.5 Νόμ. 1900/17-17 Σεπτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄125), (τόμ.3 σελ. 52, 293). (Μετά τη σελ. 310,02(ιβ) Σελ. 310,021 Τεύχος 1430 Σελ. 17 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 Άρθρ.16.-«1.Δικαιούχος του τέλους διαφημίσεως είναι ο δήμος ή κοινότης, εις την περιφέρειαν του οποίου γίνεται η διαφήμισις. Προκειμένου περί διαφημίσεων της κατηγορίας Γ΄ του προηγουμένου άρθρου, δικαιούχος του τέλους είναι ο δήμος ή η κοινότης ένθα η έδρα της επιχειρήσεως του οχήματος. «2.Η διαφήμιση γίνεται με άδεια του δημάρχου ή προέδρου κοινότητας ύστερα από αίτηση του διαφημιζόμενου που συνοδεύεται από σχέδιο διαφήμισης. Για διαφημίσεις της κατηγορίας Δ΄ του προηγουμένου άρθρου (καθώς και για κάθε διαφήμιση από αέρος με οποιοδήποτε τρόπο) δεν απαιτείται άδεια, αν για τη διαφήμιση αυτή έχει χορηγηθεί, μέσα στο ίδιο έτος, άδεια από άλλο δήμο ή κοινότητα. Δικαιούχος του ποσού του τέλους για την κατηγορία αυτή των διαφημίσεων είναι ο δήμος ή η κοινότητα, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της επιχειρήσεως του διαφημιζόμενου, σε ποσοστό τριάντα στα εκατό και για το υπόλοιπο εβδομήντα στα εκατό η κεντρική ένωση δήμων και κοινοτήτων Ελλάδας. Ο τρόπος απόδοσης του ποσοστού στην κεντρική ένωση δήμων και κοινοτήτων Ελλάδας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Το τέλος για τις διαφημίσεις από αέρος ορίζεται σε ποσοστό έξι στα εκατό επί της δαπάνης διαφήμισης, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο με τίτλο «κατηγορία Δ» της παρ.1 του άρθρ.15 του Β.Δ. της 24.9/20.10.1958, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.8 του Νόμ. 1144/1981. (Ειδικά για τις διαφημίσεις κατά μήκος των εθνικών και επαρχιακών δρόμων, η άδεια του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας χορηγείται μετά από σύμφωνη γνώμη της υπηρεσίας που είναι υπεύθυνη για τη συντήρηση του δρόμου»). Οι μέσα σε () λέξεις του δευτέρου εδαφίου της άνω παρ. 2 διαγράφηκαν από το εδάφ. α΄της παρ. 4 του άρθρ. 15 του Νόμ. 2946/5-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄224), κατωτ. αριθ. 89 και το μέσα σε () τελευταίο εδάφιο της ίδιας παρ. καταργήθηκε, από 1.1.2002, από το εδάφ. β΄της ίδιας άνω παρ. 4 άρθρ. 15 Νόμ. 2946/2001. «3.Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του τέλους και του προστίμου που προβλέπει το άρθρ.73, είναι υπόχρεοι σε ολόκληρο ο διαφημιστής, ο διαφημιζόμενος, καθώς και ο κύριος, ο νομέας και ο επικαρπωτής του χώρου στον οποίο γίνεται η διαφήμιση. Το τέλος καταβάλλεται ολόκληρο στο δημοτικό ή κοινοτικό ταμείο. Η είσπραξη ενεργείται με σχετικό σημείωμα του δικαιούχου δήμου ή κοινότητας. Οι παρ.2 και 3 αντικαταστάθηκαν ως άνω από τις παρ.1 και 2 άρθ.57 Νόμ. 1416/18-21 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄18) Τόμ. 3, σελ. 52, 263. 4.Επί διαφημίσεων της κατηγορίας Δ΄ του προηγουμένου άρθρου το τέλος χρεούται επί του εκδιδομένου τιμολογίου της δαπάνης της διαφημίσεως. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν δεν εκδίδεται τιμολόγιον και η διαφήμισις ενεργείται απ’ ευθείας υπό του διαφημιζομένου το τέλος υπολογίζεται επί της δαπάνης διαφημίσεως κατά την δήλωσιν του διαφημιζομένου. Επί συνεχιζομένων διαφημίσεων της ανωτέρω κατηγορίας το τέλος θα υπολογίζεται μόνον επί των νέων δαπανών αυτών και ουχί επί των αρχικών τοιούτων. 5.Η δαπάνη διαφημίσεως δεν αναγνωρίζεται ως δαπάνη της διαφημιζομένης επιχειρήσεως, προκειμένου προσδιορισμού των κερδών αυτής, των υπαγομένων εις φορολογίαν εισοδήματος, εάν δεν αποδεικνύεται η καταβολή του αναλογούντος τέλους δια τριπλοτύπου εισπράξεως του οικείου δήμου ή κοινότητος». 6.(Καταργήθηκε, από τη δημοσίευση του Νόμ. 2946/5-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄224), κατωτ. αριθ. 89, από το εδάφ. γ΄ της παρ. 4 άρθρ. 15 του νόμου αυτού). Για τη λήξη ισχύος, κατά την 30.4.2002, εκτός αν προβλέπεται προγενέστερος χρόνος λήξης αδειών που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της άνω παρ. 6, βλ. παρ. 9 άρθρ. 11 του Νόμ. 2946/5-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄224), κατωτ. αριθ. 89. Το άρθρ.16 όπως ίσχυε, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.9 Νόμ. 1144/10-14 Απρ. 1981 (ΦΕΚ Α΄96), (κατωτ.αριθ. 60). Άρθρ.17.-(Είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.10 Νόμ. 1144/1981, που καταργήθηκε από την περίπτ.α΄ άρθ.22 Νόμ. 1491/10-13 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Α΄173), κατωτ.αριθ.66). Άρθρ.18.-(Άρθρ. 18 Β.Δ. 19/12/55). Των τελών διαφημίσεως απαλλάσσεται πάσα εν γένει επιγραφή ή διαφήμισις, αναγεγραμμένη ή προσηρτημένη ή ανηρτημένη επί των στεγών, τοίχων, παραθύρων, προθηκών, θυρών καταστήματος, γραφείου ή οίκου και αφορώσα εις τας εργασίας αυτού. 4.Χρήσεως κτημάτων, έργων ή υπηρεσιών. Άρθρ.19.-(Άρθρ.19 Β.Δ.19/12/55).1.Εις τους ποιουμένους χρήσιν δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων, έργων ή υπηρεσιών ο δήμος ή η κοινότης δικαιούται να επιβάλη τέλη ή δικαιώματα, οριζόμενα δι’ αποφάσεως του συμβουλίου. (Αντί για τη σελ. 310,03(η) Σελ. 310,03(θ) Τεύχος 1430 Σελ. 19 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 2.Δια την υπηρεσίαν υδρεύσεως, εις ας περιπτώσεις δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις περί υποχρεωτικής υδροληψίας τα δικαιώματα επιβάλλονται υποχρεωτικώς. Δεν επιτρέπεται η επιβολή δικαιώματος εις ας περιπτώσεις δεν προβλέπεται δαπάνη δια την εξυπηρέτησιν της υδρεύσεως εις προσωπικόν ή έργα. 3.Προκειμένου περί χρήσεως φωταερίου ή ηλεκτρικής ενεργείας παραγομένης υπό δημοτικής ή κοινοτικής επιχειρήσεως τα δικαιώματα ορίζονται υπό των αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών, κατά τας κειμένας διατάξεις. 4.Η εξόρυξις λίθων και αμμοληψία εκ δημοτικού ή κοινοτικού λατομείου ή χώρου επιτρέπεται όπως ενεργήται άνευ δημοπρασίας τη αδεία του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος επί τη καταβολή δικαιώματος, οριζομένου υπό του συμβουλίου. 5.Εις τους ποιουμένους παράνομον χρήσιν δημοτικού ή κοινοτικού κτήματος έργου ή υπηρεσίας, εκτός της υποχρεώσεως ην υπέχει ο δήμος ή η κοινότης δια την ποινικήν αυτών δίωξιν, έχει το δικαίωμα να επιβάλη μέχρι του διπλασίου τα δια την γενομένην χρήσιν αναλογούντα τέλη ή δικαιώματα. 6.-(Τα τέλη χρήσεως έργων που εκτελούνται με δανεισμό της παραγράφου αυτής, καταργήθηκαν από το εδάφ. ζ΄ της παρ.6 άρθρ.28 Νόμ. 1828/1989, ΦΕΚ Α΄2, (κατωτ.αριθ.70). «7.Τα κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου τέλη ή δικαιώματα επί των ποιουμένων χρήσιν δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων ή έργων, επιβάλλονται και βεβαιούνται και οσάκις εκ της αυθαιρέτου καταλήψεως των εν λόγω κτημάτων ή έργων, παρακωλύεται ή αποκλείεται η κοινή χρήσις αυτών». Η παρ.7 προσετέθη δια του άρθρ.19 Ν.Δ. 703/1970 (κατωτ.αριθ.42). Δια τα τέλη καθαριότητας και σταθμεύσεως αυτοκινήτων και οχημάτων εν γένει βλέπε και άρθρ.7 Ν.Δ. 703/1970 (κατωτ.αριθ.42). Τα ανωτέρω τέλη καθαριότητας και στάθμευσης αυτοκινήτων ΔΧ και ΙΧ και οχημάτων γενικά καταργήθηκαν από το άρθρ.23 Νόμ. 1326/1983 (ΦΕΚ Α΄19) (τόμ.27, σελ. 66, 03). Σελ. 310,04(θ) Τεύχος 1430 Σελ. 20 3.Ζ.α.25 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 5.Εισητηρίων λεωφορείων αυτοκινήτων Άρθρ.20.-(Άρθρ.20 Β.Δ. 19/12/1955/21-1-1956, άρθρον μόνον παρ.1 Ν.Δ. 3601/1956 και άρθρ.5 Ν.Δ. 3777/1957).1.Δια την κατασκευήν και επισκευήν δημοτικών ή κοινοτικών οδών χρησιμοποιουμένων παρά λεωφορείων αυτοκινήτων αστικής συγκοινωνίας επιτρέπεται η επιβολή τέλους δέκα τοις εκατόν επί του αντιτίμου του εισιτηρίου. Το τέλος επιβάλλεται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου εγκρινομένης υπό των Υπουργών Οικονομικών, Συγκοινωνιών, Δημοσίων Έργων και Εσωτερικών, οίτινες δύνανται να μεταρρυθμίσουν ταύτην. Το ανωτέρω τέλος εκ 10% επί της τιμής των εισιτηρίων των αστικών λεωφορείων των ΚΤΕΛ κατηργήθη από 1 Ιαν. 1975, δια του εδαφ.β΄ του άρθρ.2 Νόμ. 33/1975 (τόμ.21 Α σελ. 208, 873). 2.Δια της αποφάσεως ορίζονται αι οδοί, αίτινες θα κατασκευασθούν ή επισκευασθούν, η χρονική διάρκεια εισπράξεως του τέλους και ο τρόπος βεβαιώσεως και εισπράξεως .αυτού. Της επιβολής του άνω τέλους εξαιρούνται τα εισιτήρια των γραμμών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων των εξυπηρετούντων εν όλω ή εν μέρει τας οδούς τας υπαγομένας εις την δικαιοδοσίαν του Ειδικού ταμείου Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών, δια το οποίον ισχύουν εφεξής αι διατάξεις του Ν.Δ. 2513/1953 των οποίων η ισχύς παρατείνεται επί μίαν τριετίαν αρχομένην από 1 ης Ιαν. 1958. Η υπό των ανωτέρω διατάξεων οριζομένη προσαύξησις περιέρχεται από 1 ης Ιαν. 1958 κατά το ήμισυ εις τον δήμον ή την κοινότητα της αφετηρίας της λεωφορειακής γραμμής. 3.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον προσαύξησις προκειμένου περί των λεωφορείων της ΗΕΜ και των παραλλήλων λεωφορειακών γραμμών, παραμένουσα ως έχει μέχρι τούδε καθορισθή, ανεξαρτήτως της τιμής του εισιτηρίου διαδρομής, παρατείνεται μέχρι της 31 Δεκ. 1958, περιερχομένη ομοίως κατά το ήμισυ εις τον δήμον ή την κοινότητα της αφετηρίας της λεωφορειακής γραμμής. Εις ην περίπτωσιν ήθελεν αμφισβητηθή ότι λεωφορειακή γραμμή τυγχάνει παράλληλος προς τας γραμμάς της ΗΕΜ την αμφισβήτησιν αίρει δι’ αποφάσεώς του ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων. 4.Το κατά τας προηγουμένας παραγράφους έσοδον, δύναται να διατίθηται δια την επισκευήν και άλλων οδών, μετά την εκπλήρωσιν των εκ της παρ.1 του παρόντος υποχρεώσεων. Δια τα τέλη καθαριότητας και σταθμεύσεως αυτοκινήτων και οχημάτων εν γένει βλέπε και άρθρ.7 Ν.Δ. 703/1970 (κατωτ.αριθ.42). 6.Καθαριότητος Άρθρ.21.-«1.Δια τας υπό του δήμου ή κοινότητος παρεχομένας υπηρεσίας καθαριότητας των οδών, πλατειών και κοινοχρήστων εν γένει χώρων, της περισυλλογής, αποκομιδής και διαθέσεως απορριμμάτων, ως και της κατασκευής και λειτουργίας κοινοχρήστων αφοδευτηρίων, επιβάλλεται τέλος οριζόμενον δι’ αποφάσεως του συμβουλίου, υποκειμένης (εις την έγκρισιν του νομάρχου)». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.3.-(Άρθρ.3 Β.Δ.19/12/55).1.Ειτρέπται εις δήμον ή κοινότητα η ίδρυσις καταστήματος σφαγείου, πληρούντος τας εν γένει απαιτήσεις του προορισμού αυτού και λειτουργούντος επί τη βάσει συγχρονισμένων συστημάτων του είδους του και σχεδίου εγκρινομένου υπό του Υπουργού των Εσωτερικών, μετά γνώμην της κτηνιατρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας. Το σφαγείον ιδρύεται εις χώρον εξασφαλίζοντα καλήν και υγιεινήν αποχέτευσιν και ευρισκόμενον εκτός του σχεδίου πόλεως εις επιβαλλομένην από των κατωκημένων περιοχών απόστασιν. (Αντί για τη σελ. 305(ια) Σελ. 305(ιβ) Τεύχος 1430 Σελ. 11 ΄Εσοδα Δήμων και Κοινοτήτων 3.Ζ.α.25 2.Τα της λειτουργίας του σφαγείου διέπονται υπό κανονισμών εγκρινομένων υπό του συμβουλίου, μετά γνώμην της κτηνιατρικής υπηρεσίας του νομού. 3.Δια την χρήσιν του σφαγείου το συμβούλιον επιβάλλει δι’ αποφάσεώς του δικαίωμα. Αι εκ της σφαγής απομένουσαι τρίχες, ο χνους των μικρών ζώων, οι όνυχες, τα κέρατα, η κόπρος των εντοσθίων και τα λοιπά λείψανα της σφαγής διατίθενται υπό του δήμου ή κοινότητος κατά τον υπό των συμβουλίων αυτών κρινόμενον προσφορώτερον τρόπον. 4.Η υγειονομική επίβλεψις του σφαγείου ενεργείται υπό των κατά τόπους αστυνομικών αρχών επικουρουμένων υποχρεωτικώς παρά των υγειονολόγων και των κτηνιάτρων κατά τα δια Β.Δ/τος ορισθησόμενα. άρθρ.4 Νόμ. 1080/20-22 Οκτ. 1980, ΦΕΚ Α΄246, (κατωτ.αριθ.58). 2.Τα επί των λεωφορείων και φορτηγών αυτοκινήτων …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.