← Ελλάδα

1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων (Ως ενεκρίθη δια της υπ’ αριθ. 54883/Σ. 1667 της 22 Ιαν./1

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ιδρύει ένα Ταμείο Συντάξεως και Προνοίας για το προσωπικό των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, με σκοπό την παροχή συντάξεων και εφάπαξ βοηθημάτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων (Ως ενεκρίθη δια της υπ’ αριθ. 54883/Σ. 1667 της 22 Ιαν./10 Φεβρ. 1940 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας). ΜΕΡΟΣ Α΄ Ίδρυσις – Έδρα – Σκοπός Άρθρ.1.-«1.Συνιστάται Ασφαλιστικός Οργανισμός υπό την επωνυμίαν, «Ταμείον Συντάξεως και Προνοίας του Προσωπικού των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων» αποτελούν Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την Εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. Όπου εν τοις επομένοις άρθροις αναφέρεται χάριν συντομίας απλώς «Ταμείον» νοείται το Ταμείον Συντάξεως και Προνοίας του Προσωπικού των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων». 2.Σκοπός του Ταμείου είναι: α)Η χορήγησις συντάξεως εις τα εν άρθρ. 13 αναφερόμενα πρόσωπα εις περίπτωσιν αναπηρίας, γήρατος ή ατυχήματος ως και εις τα μέλη της οικογενείας αυτών εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου αυτών ησφαλισμένου. β)Η παροχή εφ’ άπαξ βοηθημάτων εις τους εξερχομένους ησφαλισμένους του Ταμείου ως και εις τους δικαιοδόχους αυτών κατά τα εν άρθρ. 36 και 37 οριζόμενα». Το άρθρ. 1 συνεπληρώθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 58447/Σ 1301 της 20/28 Φεβρουαρίου 1951 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. ΜΕΡΟΣ Β΄ Διοικητική Οργάνωσις ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Διοικ. Συμβούλιον, Σύνθεσις Διοικ. Συμβουλίου Θητεία Μελών Διοικ. Συμβουλίου Άρθρ.9. (Καταργήθηκε από το άρθρ. 8 του Π.Δ. 1023/24 Οκτ. - 10 Νοεμ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 259) κατωτ. αριθ. ΙΙ). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙV Λογιστική και Διαχειριστική Οργάνωσις – Έναρξις και λήξις Λογιστικού έτους – Σύνταξις Προϋπολογισμού, Ισολογισμού και Απολογισμού Άρθρ.10-12.-(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 16 Π.Δ. 10/7-24 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 6), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 24/1 Μαρτ. 1991 (κατωτ. αριθ. 34). ΜΕΡΟΣ Γ΄ Ασφαλιστική λειτουργία ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Ησφαλισμένοι (αμέσως και εμμέσως) και τρόπος υπαγωγής αυτών εις την ασφάλισιν Άρθρ.13.-Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως από της προσλήψεώς των πάντες οι κατά κύριον επάγγελμα παρέχοντες εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής υπάλληλοι και υπηρέται (μισθωτοί) των πάσης φύσεως και παντός βαθμού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, Σωματείων ή Συνδέσμων αυτών και της Πανελληνίου Συνομοσπονδίας των Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, ασχέτως όρων και χρονικής διαρκείας (Αντί για τη σελ. 331(β) Σελ. 331(γ) Τεύχος 1084 – Σελ. 47 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 45 της συμβάσεως εργασίας. Το α΄ εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια των υπ’ αριθ. 12859 της 26 Ιουν./9 Ιουλ. 1942, 1604/Σ. 44 της 27 Απρ./5 Μαΐου 1950 και 48429/Σ. 1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτεμβρίου 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Επίσης υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου, από της ισχύος του άρθρ. 5 του Νόμ. 4497/66, οι υπάλληλοι και υπηρέται των ιδρυθεισών ή ιδρυομένων τη συμμετοχή των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, Εταιρειών ή Κοινοπραξιών ή ετέρων μορφών Οργανώσεων». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 40474/Σ. 281 της 26 Μαΐου/5 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 363). 3-4.(Καταργήθηκαν από την Φ 26/2377/21 Δεκ. 1990 - 9 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 8) απόφ. Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων).Οι παρ. 5, 6 και 7 αναριθμήθηκαν με την ίδια άνω απόφαση σε παρ. 3, 4 και 5. 3(«5).Οι υπαχθέντες εις την ασφάλισιν του Ταμείου δυνάμει του άρθρ. 5 του Νόμ. 4497/66 μισθωτοί των αναφερομένων εν αυτώ Οργανώσεων εξομοιούνται πλήρως προς τους μισθωτούς των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων ως προς τας εκ του Καταστατικού του Ταμείου απορρεούσας υποχρεώσεις και δικαιώματα. Ειδικώτερον: α)Δικαιούνται εις αναγνώρισιν υπηρεσιών ή προϋπηρεσιών, υπό τους όρους, περιορισμούς και προϋποθέσεις του άρθρ. 31 του Καταστατικού, εφ’ όσον δεν είχον ασφαλισθή δια ταύτας εις οιονδήποτε έτερον ασφαλιστικόν φορέα. Η ενιαυσία ανατρεπτική προθεσμία δια την υποβολήν των αιτήσεων αναγνωρίσεως μετά πλήρων δικαιολογητικών, άρχεται από της δημοσιεύσεως της παρούσης, δια δε τους μεταγενεστέρως ασφαλιζομένους, από της ημέρας της κατά Νόμον υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Οι περιορισμοί της παρ. 9 του άρθρ. 31 του Καταστατικού έχουν εφαρμογήν επί των αναλαβόντων υπηρεσίαν από της 1ης Ιαν. 1960 και εντεύθεν. β)Ως πρώτος μισθός δια την εφαρμογήν της διατάξεως του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17 του Καταστατικού, υπολογίζεται, δια τους προσληφθέντας μέχρι της ισχύος του άρθρ. 5 του Νόμ. 4497/66 υπαλλήλους, ο αναφερόμενος εν τη ως άνω διατάξει του Καταστατικού μισθός, δια δε τους μεταγενεστέρως προσλαμβανομένους ο μισθός του διορισμού των. Η καταβολή των δόσεων άρχεται από του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός. Σελ. 332(γ) Τεύχος 1084 – Σελ. 48 γ)Η υπηρεσία των εν λόγω υπαλλήλων, η παρασχεθείσα εις εργοδότην του οποίου το προσωπικόν ασφαλίζεται παρά τω Ταμείω, θεωρείται ως παρασχεθείσα παρά Γεωργική Συνεταιρική Οργανώσει». Η παρ. 5 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 40474/Σ. 281 της 25 Μαΐου/5 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 363). 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 46 4(«6).Ησφαλισμένοι του Ταμείου εκλεγόμενοι ή διοριζόμενοι ως Πρόεδροι των Δ.Σ. Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, Κοινοπραξιών και της ΠΑΣΕΓΕΣ, ανεξαρτήτως διαρκείας της θητείας των και διατηρήσεως ή μη υπό τούτων της υπαλληλικής σχέσεως, δύνανται να συνεχίσουν προαιρετικώς την ασφάλισιν εις το Ταμείον, αφ’ ης ανέλαβεν υπηρεσίαν Προέδρου Δ.Σ. των ως άνω Οργανώσεων και υπό την ιδιότητά των ταύτην, εφ’ όσον έχουν 10ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω υπηρεσίαν και εφ’ όσον δεν υπερέβη η διακοπή της ασφαλίσεώς των την διετίαν μέχρι της εκλογής των ή του διορισμού των ως Προέδρων των Δ.Σ. των ως άνω Οργανώσεων, καταβάλλοντες το σύνολον των ασφαλιστικών εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου υπολογιζομένων επί των αποδοχών ας ελάμβανον κατά τον χρόνον της διακοπής της πραγματικής ασφαλίσεως. Η μη καταβολή υπό του προαιρετικώς συνεχίζοντος την ασφάλισιν των ασφαλιστικών εισφορών εντός διμήνου από του μηνός εις ον ανάγονται αύται συνεπάγεται την έκπτωσιν εκ του δικαιώματος περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως. Η περί προαιρετικής ασφαλίσεως αίτησις δέον να υποβληθή εντός προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 23/12129 της 5 Σεπτ./1 Οκτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 690). 5(«7).Ασφαλίζεται εις το Ταμείον υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως ο παρέχων τας καθαρώς νομικάς υπηρεσίας του επί παγία μηνιαία αντιμισθία δικηγόρος του Ταμείου από του διορισμού του, επί τη καταβολή των εκάστοτε αναλογουσών ατομικών μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών επί τη βάσει των εκάστοτε ισχυουσών καταστατικών διατάξεων του Ταμείου, υπολογιζομένων επί της καταβαλλομένης εκάστοτε αυτώ μηνιαίας αντιμισθίας, εκτός εάν δηλώση ότι δεν επιθυμεί την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν του εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος της παρούσης. Η εξόφλησις των, κατά τα ως άνω, εισφορών καθορίζεται εις μηνιαίας ισοπόσους δόσεις, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι ισχύουσαι δι’ άπαντας τους ησφαλισμένους του Ταμείου γενικαί και ειδικαί διατάξεις του Κατατ/κού του Ταμείου». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 23/4782 της 24 Οκτ./11 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1305) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Οι παρ. 5, 6 και 7 αναριθμήθηκαν σε παρ. 3, 4, 5 από την παρ. 2 της Φ 26/2377/21 Δεκ. 1990 – 9 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 8) απόφ. Υπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφαλ. «6.1.Ο υποχρεωτικά ασφαλισμένος στον κλάδο κύριας ή επικουρικής ασφάλισης του ταμείου μπορεί να ζητήσει την συνέχιση (προαιρετικά) της ασφάλισής του. α)Αν έχει πραγματοποιήσει 500 ημέρες ασφάλισης μέσα στην αμέσως προηγούμενη πενταετία πριν τη διακοπή της ασφάλισής του στον αντίστοιχο κλάδο ασφάλισης και υποβάλει αίτηση μέσα σε προθεσμία 12 μηνών από την τελευταία ημέρα ασφάλισής του στον κλάδο αυτό. β)Αν έχει πραγματοποιήσει οποτεδήποτε 3.000 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του κλάδου, ανεξάρτητα με τον χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση στην περίπτωση αυτή. γ)Αν δεν είναι ανάπηρος, κατά την υποβολή της αίτησης, με ποσοστό ανώτερο του 59,9%. Η μη ύπαρξη της αναπηρίας αποδεικνύεται με σχετική γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ στην οποία παραπέμπεται ο ενδιαφερόμενος, μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης για συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά και η δαπάνη της υγειονομικής εξέτασης βαρύνει τον ίδιο. Αν δεν είναι ασφαλισμένος για τον κλάδο σύνταξης σε άλλο οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης όταν υποβάλλεται η αίτηση. 2)Η συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά αρχίζει από την υποβολή της αίτησης και διενεργείται για 25 ημέρες ασφάλισης το μήνα και 300 τον χρόνο. Ο προαιρετικά ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει κάθε μήνα την συνολική εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου, που ισχύει κάθε φορά για τον κλάδο στον οποίο ασφαλίζεται και η οποία προσδιορίζεται βάσει του μισθού που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης και την ειδικότητά του, σύμφωνα με την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ΠΑΣΕΓΕΣ – ΟΓΕΣΟ κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, αναπροσαρμοζομένου με τις εκάστοτε αυξήσεις της εν λόγω Σύμβασης. Οι εισφορές καταβάλλονται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου που αφορούν, διαφορετικά επιβαρύνονται με τα προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη. 3.Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται: α)Με αίτηση του ασφαλισμένου, από τον επόμενο μήνα εκείνου της υποβολής της αίτησης. β)Αν ο ασφαλισμένος αποκτήσει την ιδιότητα του υποχρεωτικά ασφαλισμένου σε ομοειδή φορέα ασφάλισης. γ)Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής της εισφοράς περισσότερο από 12 μήνες από τότε που είναι απαιτητή. δ)Αν ο ασφαλισμένος θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή αναπηρίας. ε)Με τον θάνατο του ασφαλισμένου. 4.Η προαιρετική ασφάλιση αναστέλλεται αν ο ασφαλισμένος επιδοτείται για ασθένεια ή παίρνει σύνταξη αναπηρίας ορισμένου χρόνου. Ο ασφαλισμένος δεν υποχρεούται σε καταβολή εισφορών κατά το χρόνο που λαμβάνει επίδομα ασθένειας. (Αντί για τη σελ. 333(γ) Σελ. 333(δ) Τεύχος 1203 – Σελ. 25 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 47 5.Καταβολή εισφορών που γίνεται μετά την διακοπή της προαιρετικής ασφάλισης, που επέρχεται μετά από αίτηση του ασφαλισμένου ή αυτοδίκαια ή μετά την απώλεια του δικαιώματος, ουδεμία απαίτηση ή αξίωση δημιουργεί έναντι του ταμείου, εκτός από την επιστροφή των επιπλέον αυτών εισφορών στον καταβάλοντα, άτοκα. 6.Ο χρόνος της προαιρετικής ασφάλισης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης που απαιτείται για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω απόλυσης από την υπηρεσία, για οποιονδήποτε λόγο». Η παρ. 6 προστέθηκε από την αριθ. Φ. 26/ 2362/26 Ιαν. – 11 Φεβρ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 88) απ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Αποκλειόμενοι της Ασφαλίσεως Άρθρ.14.-«Δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι Αλλοδαποί οι προσκαίρως εν Ελλάδι απασχολούμενοι. Ως πρόσκαιρος απασχόλησις θεωρείται η μη μέλλουσα να διαρκέση εν Ελλάδι, τουλάχιστον επί έν έτος. Δύναται το Διοικ. Συμβούλιον επί εξαιρετικών περιπτώσεων να παρατείνη τον χρόνον της μη ασφαλισίμου απασχολήσεως μέχρι 3 ετών εν συνόλω». Το άρθρ. 14 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ.1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. Δικαιώματα (αμέσως) ησφαλισμένων Άρθρ.15.-«Δικαίωμα συντάξεως έχει πας ησφαλισμένος: α)Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε της υπηρεσίας, μετά την συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 60ού προκειμένου περί θηλέων και έχη 15ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. β)Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 55ου προκειμένου περί θηλέων και έχη 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. «γ.Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, εξ ης 25ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην και ηλικίαν 50 ετών συμπεπληρωμένων». Το εδάφ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). Σελ. 334(δ) Τεύχος 1203 – Σελ. 26 δ)Εάν απολυθή της υπηρεσίας λόγω καταργήσεως θέσεως ή εξ άλλων λόγων μη οφειλομένων εις υπαιτιότητα αυτού, μετά την συμπλήρωσιν του 50ού έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 45ου προκειμένου περί θηλέων και έχει 20ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην ή επί ηλικίας 45 ετών και άνω α)μετά την συμπλήρωσιν 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 15ετή εν ασφαλίσει τοιαύτην και β)μετά συμπλήρωσιν 20ετούς συνταξίμου συνεταιριστικής και εν πραγματική ασφαλίσει υπηρεσίας. Η ένεκα υποβιβασμού κατά βαθμόν λόγω μεταβολής εις την οργανικήν θέσιν του προσωπικού παραίτησις εξομοιούται προς την λόγω καταργήσεως θέσεως απόλυσιν. ε)Εάν η απόλυσις οφείλεται είτε αποδεδειγμένως εις βαρύ παράπτωμα πειθαρχικόν είτε εις καταδίκην συνεπεία αξιοποίνου πράξεως εις βαθμόν κακουργήματος είτε δια κατάχρησιν, κλοπή, υπεξαίρεσιν, απάτην ή πλαστογραφίαν, απιστίαν εις βαθμόν πλημμελήματος, ο ούτως απολυθείς δεν δικαιούται συντάξεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει η σύνταξις απονέμεται εις τα κατά το παρόν δικαιούχα μέλη της οικογενείας του, αλλά μόνον εφ’ όσον ο ησφαλισμένος έχει συμπληρώσει 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν και ηλικίαν 50 ετών. Η ούτως απονεμομένη σύνταξις εις τα δικαιοδόχα μέλη διακόπτεται ευθύς ως ο ησφαλισμένος συμπληρώσει τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως των εδαφ. α΄ ή β΄ του παρόντος άρθρου, οπότε η σύνταξις απονέμεται εις τούτον. Ειδικώς δια τον απολυθέντα λόγω καταδίκης ησφαλισμένον, απαιτείται και προηγουμένη αποφυλάκισις τούτου. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 48 ς)«Εάν αποχωρήση της υπηρεσίας ησφαλισμένη, μετά την συμπλήρωσιν του 45ου έτους της ηλικίας της και έχη εικοσαετή συντάξιμον συνεταιριστικήν υπηρεσίαν, εξ ης δεκαπενταετή εν πραγματική ασφαλίσει τοιαύτην, ή έγγαμος μετ’ ανηλίκου τέκνου ησφαλισμένη, ασχέτως ορίου ηλικίας και έχη συμπληρώσει δεκαπενταετή συντάξιμον συνεταιριστικήν και εν ασφαλίσει υπηρεσίαν». Η παρ. ς΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42265/Ε. 1411 της 25 Μαΐου/4 Ιουν. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 191), ως αύτη διωρθώθη δια διορθ. ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 293 της 21 Αυγ. 1962. ζ)Εάν απολυθή της υπηρεσίας λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος εκ νόσου καθιστώσης αυτόν ανίκανον προς περαιτέρω εργασίαν και δι’ όσον χρόνον διαρκή αύτη, μετά 10 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. η)Ασχέτως χρόνου ασφαλίσεως, αν η κατά το προηγούμενον εδάφιον ανικανότης προήλθεν εξ εργατικού ατυχήματος ήτοι εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος προδήλως και αναμφισβητήτως κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του, ή εξ αφορμής αυτής και εφ’ όσον διαρκή η ανικανότης αύτη. Προς εργατικόν ατύχημα εξομοιούνται και τα υπό της υπ’ αριθ. 67724/1940 Υπουρ. αποφάσεως προβλεπόμενα πολεμικά ατυχήματα, ως και τα διαρκούσης της ανταρσίας και εξ αφορμής αυτής επερχόμενα τοιαύτα, εφ’ όσον δε πάντως ταύτα δεν οφείλονται εις συμμετοχήν του παθόντος εις την ανταρσίαν. θ)Οι υπάλληλοι και υπηρέται της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων (Κ.Υ.Δ.Ε.Π.) οίτινες μέχρι της 31ης Οκτ. 1948 διετέλεσαν ησφαλισμένοι του Ιδρύματος Κοινων. Ασφαλίσεων και οίτινες από 1ης Νοεμβρίου του ιδίου έτους υπήχθησαν εις την ασφάλισιν του Ταμείου, εάν απολυόμενοι της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας μετά την 1ην Ιαν. 1950, δεν δικαιούνται συντάξεως κατά τας διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου, συνταξιοδοτούνται υπό του Ταμείου επί τη βάσει των περί συνταξιοδοτήσεως διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ. Δια τον υπολογισμόν του ποσού συντάξεως εις τας περιπτώσεις ταύτας λαμβάνονται υπ’ όψιν τόσον αι εν τη ασφαλίσει του ΙΚΑ., όσον και εν τη ασφαλίσει του Ταμείου πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας. ι)Οι συνταξιοδοτηθέντες υπό του Ταμείου υπάλληλοι, και υπηρέται επί τη βάσει των περί συνταξιοδοτήσεως διατάξεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ εξακολουθούσι να συνταξιοδοτούνται, ακολουθούντες τας εκάστοτε ισχυούσας και τροποποιουμένας διατάξεις του Ιδρύματος. Η Διοίκησις του Ταμείου δύναται μετά την δημοσίευσιν της παρούσης να προβή εις αναπροσαρμογήν των τοιούτων συντάξεων βάσει των ισχυουσών διατάξεων του ΙΚΑ. ια)Η παρά τη διαλυθείση ΚΕΠΕΣ και η παρά τη ΠΑΕΓΑΕ υπηρεσία των μεταταχθέντων εις την ΚΥΔΕΠ δυνάμει των Νόμ. 466/41 και 255/47 υπαλλήλων αυτών, καθώς και η υπηρεσία υπαλλήλων παρά τοις καταργηθέσι Γεωργικοίς Επιμελητηρίοις και Οίκοις του Αγρότου εξομοιούται προς διανυθείσαν παρά τη Γεωργική Συνεταιριστική Οργανώσει υπηρεσίαν και θεωρείται ως εν ασφαλίσει τοιαύτη μόνον η αναγομένη εις τον μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρόνον. ιβ)Ησφαλισμένοι του ΙΚΑ υπαχθέντες υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ταμείου από 8.9.1953, εξερχόμενοι ή εξελθόντες της υπηρεσίας από της ισχύος του Α.Νόμ. 1846/51 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος και μη δικαιούμενοι συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, λόγω μεταβολής ασφαλιστικού φορέως δικαιούνται από της δημοσιεύσεως της παρούσης συντάξεως κατά τας διατάξεις της Νομοθεσίας του ΙΚΑ εάν πληρούν τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως τας καθοριζομένας υπό ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το ποσόν της συντάξεως και η εν γένει συνταξιοδοτική κατάστασις των ησφαλισμένων τούτων διέπεται υπό της Νομοθεσίας του ΙΚΑ. «ιγ.Εν περιπτώσει αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας ησφαλισμένου πληρούντος απάσας τας κατά τ’ ανωτέρω εδάφ. α, β, γ, δ, ε και ς, προβλεπομένας δια την απόκτησιν δικαιώματος συντάξεως προϋποθέσεις εκτός της του ορίου ηλικίας, η σύνταξις απονέμεται μετά την συμπλήρωσιν του απαιτουμένου ορίου ηλικίας, υπό τον όρον ότι η κατά την νομοθεσίαν του Ταμείου συντάξιμος υπηρεσία του δεν ελήφθη υπ’ όψει δια την απονομήν αυτώ συντάξεως παρ’ ετέρου Οργανισμού κυρίας Ασφαλίσεως, εν περιπτώσει δε θανάτου του ησφαλισμένου προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας θεωρείται ως συμπληρωθέν το όριον τούτο κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου». Το εδάφ. ιγ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). ιδ)Η ηλικία αποδεικνύεται μόνον δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή ελλείψει τοιαύτης, δια της εγγραφής εις τα μητρώα αρρένων ή τα δημοτολόγια γενομένης τρία τουλάχιστον έτη προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Εφ’ όσον δεν προσάγεται ληξιαρχική πράξις εξ υπαρχής συντεταγμένη, ως ημέρα γεννήσεως λογίζεται η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως. ιε)Ησφαλισμένοι εξαρχόμενοι της υπηρεσίας από της ισχύος του Α.Ν. 1846/51 λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος και μη δικαιούμενοι συντάξεως κατά (Αντί της σελ. 335(γ) Σελ. 335(δ) Τεύχος 435 – Σελ. 3 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 49 τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, ως και οι δικαιοδόχοι αυτών, δικαιούνται τοιαύτης κατά τας διατάξεις της Νομοθεσίας του ΙΚΑ, εάν πληρούν τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως τας καθοριζομένας υπό ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει το ποσόν της συντάξεως και η εν γένει συνταξιοδοτική κατάστασις των ησφαλισμένων τούτων, διέπεται από της Νομοθεσίας του ΙΚΑ». Το άρθρ. 15 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 67064/Σ. 670 της 19 Νοέμ./4 Δεκ. 1957 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. Δικαιώματα (εμμέσως ησφαλισμένων). Ι.Δικαιούχοι Άρθρ.16.-«1.Εις περίπτωσιν α)θανάτου ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) έχοντος συμπληρώσει δεκαετή συντάξιμον υπηρεσίαν, β)θανάτου ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος εν τη ασκήσει της υπηρεσίας, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας προς ον θάνατον εξομοιούται και θάνατος επελθών εις ησφαλισμένον (ησφαλισμένην) μετά την κήρυξιν του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μέχρι της λήξεως της εμπολέμου καταστάσεως εξ αιτίας γεγονότων του πολέμου ή εκ γεγονότων οπωσδήποτε συνδεομένων προς το Κίνημα και την ανταρσίαν, μη οφειλομένων δε πάντως εις συμμετοχήν του παθόντος εις ταύτα και γ)θανάτου συνταξιούχου, δικαιούνται ασφαλιστικών παροχών τα κάτωθι πρόσωπα υπό τους εξής περιορισμούς: α)Η χήρα σύζυγος επί ησφαλισμένης δε ο επιζών ανάπηρος και άπορος σύζυγος. Τα άγαμα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα και επί ησφαλισμένης τα νόθα) και η χήρα μήτηρ η συντηρουμένη υπό του θανόντος. β)Η μήτηρ ή ο ανάπηρος και άπορος πατήρ, οι έγγονοι και οι πρόγονοι. γ)Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί ή αδελφαί. 2.Τα εν τοις εδαφ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 αναφερόμενα πρόσωπα θεωρούνται ως δικαιοδόχοι του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου εφ’ όσον συνετηρούντο και συνεβίον μετ’ αυτού. Θεωρείται ότι υπάρχει συμβίωσις και εάν δια σοβαρούς λόγους κρινομένους υπό του Δ. Συμβουλίου τα εν λόγω πρόσωπα δεν διαμένουσιν υπό την αυτήν στέγην. 3.Εκάστη τάξις δικαιοδόχων αποκλείει την επομένην. ΙΙ.Προϋποθέσεις μεταβιβάσεις δικαιωμάτων εις δικαιοδόχους 1.Η χήρα δικαιούται συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχής. Α΄.Εφ’ όσον δεν είχεν διαζευχθεί μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν έν έτος τουλάχιστον προ του θανάτου αυτού πλην αν α)ο θάνατος επήλθεν συνεπεία ατυχήματος ή Σελ. 336(δ) Τεύχος 435 – Σελ. 4 οξείας νόσου, β)υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εν καταστάσει εγκυμοσύνης, οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος μεταξύ γάμου και του θανάτου και Β΄«Γυνή ερχομένη εις γάμον μετά συνταξιούχου του Ταμείου δεν δικαιούται συντάξεως εάν ο θάνατος του συνταξιούχου επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, πλην αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α΄, β΄ και γ΄ του εδαφ. Α΄ αναφερομένων οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος μεταξύ γάμου και θανάτου». Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως ανω δια της υπ’ αριθ. 11324/Σ. 113 της 29 Μαρτ./4 Απρ. 1958 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. 2.Προς την χήραν εξομοιούται και ο ανάπηρος ή ο συμπληρώσας το 60ον έτος της ηλικίας του και άπορος χήρος. 3.«Τα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα, νόθα), δικαιούνται συντάξεως, ή εφ’ άπαξ παροχών, εφ’ όσον κατά την εποχήν του θανάτου ησφαλισμένου (ή ησφαλισμένης) ή συνταξιούχου δεν έχουσι συμπληρώσει το 19ον έτος της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και το 30όν προκειμένου περί θηλέων και είναι άγαμα πλην της περιπτώσεως σπουδής των αρρένων τέκνων ότε το ως άνω χρονικόν όριον της ηλικίας των παρατείνεται μέχρι πέρατος των σπουδών των και ουχί πέραν του 23ου έτους της ηλικίας των. Η υιοθεσία να έχη λάβει χώραν τουλάχιστον πέντε έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως, εις τον θετόν γονέα, πλην αν ο θάνατος επήλθε συνεπεία βιαίου συμβάντος οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο εν τω μεταξύ χρόνος». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δυνάμει της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων απόρων και ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και δι’ όσον χρόνον υφίστανται αμφότεραι αι προϋποθέσεις αύται. Η ανικανότης διαπιστούται κατά τους ορισμούς του άρθρ. 8 του Καταστατικού η δε απορία κρίνεται ανελέγκτως υπό του Δ.Σ. λαμβάνοντος υπ’ όψει βεβαίωσιν Δημοσίας ή Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής ως και οιαδήποτε έτερα στοιχεία ων την προσκόμισιν ήθελε κρίνει τούτο απαραίτητον». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 120/Σ. 2 της 31 Μαΐου/11 Ιουν. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 261) αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 50 4.Η χήρα μήτηρ δικαιούται συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχών εφ’ όσον συμβιούσα μετά του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου συνετηρείτο παρ’ αυτού. 5.Οι γονείς, οι έγγονοι και οι πρόγονοι δικαιούνται συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχών, εφ’ όσον η συντήρησις τούτων εβάρυνε τον θανόντα. Ως ανάπηρος θεωρείται και ο πατήρ αποθανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ο συμπληρώσας το 60όν έτος της ηλικίας του. Επί εγγονών και προγόνων εφαρμόζονται τα εν τη παρ. 3 του παρόντος αναφερόμενα όρια ηλικίας. 6.Οι αδελφοί δικαιούνται παροχών, υφ’ ας προϋποθέσεις και οι εν τη παρ. 3 του παρόντος αναφερόμενοι δικαιοδόχοι. 7.Η εις τα δικαιούμενα πρόσωπα απονεμηθείσα σύνταξις εάν μεταγενεστέρως παύση οπωσδήποτε να χορηγήται αυτοίς, δεν μεταβιβάζεται εις τα πρόσωπα της επομένης τάξεως». Αι παρ. Ι και ΙΙ ετροποποιήθησαν ως άνω δια των υπ’ αριθ. 24486 της 16 Σεπτ./28 Οκτ. 1943 και 1604/Σ. 44 της 27 Απρ./5 Μαΐου 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας. ΙΙΙ.Περιοδικαί παροχαί δικαιοδόχων 1.«Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων, η κατά το ανωτέρω εδάφιον σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται. Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων, δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, τα 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων, υπερβαίνει τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιούμενου μειούται αναλόγως. 3.Οι περί ων το εδάφ. 5 της παρ. ΙΙ του παρόντος άρθρου γονείς, έγγονοι και προγονοί δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλήται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου προγονού, του πατρός ή της χήρας μητρός, ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της δε χήρας μητρός προς τα 40% του ποσού της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των γονέων, εγγόνων και προγονών να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης περιόδου του παρόντος εδαφίου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τελευταίου υπεδαφίου του εδάφ. 2 της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω». Αι παρ. 1-4 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ. 1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 5.Τα εν τη παρ. 4 του παρόντος αναφερόμενα ισχύουσι δια την περίπτωσιν της συνταξιοδοτήσεως των αδελφών. 6.Εν περιπτώσει ανικανότητος προς εργασίαν ενός των ως άνω δικαιούχων συντάξεως, η σύνταξις τούτου δύναται ν’ αυξηθή κατά 15% επί πλέον χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων συντάξεως προσώπων. «7.Δια την εξεύρεσιν των συντάξεων των δικαιοδόχων λόγω θανάτου ησφαλισμένου, η σύνταξις του θανόντος υπολογίζεται ως θα υπελογίζετο αύτη αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ούτος ανίκανος λόγω επαγγελματικής ανικανότητος. Εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν προδήλως και αναμφισβήτως κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του ή εξ αιτίας ταύτης, η σύνταξις του θανόντος υπολογίζεται: α)εφ’ όσον ούτος έχει συντάξιμον χρόνον ελάσσονα των 20 ετών, ως θα υπελογίζετο αύτη αν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ούτος ανίκανος λόγω πλήρους ανικανότητος προς πάσαν εργασίαν άνευ όμως των προσαυξήσεων της παρ. 4 του άρθρ. 21, β)εφ’ όσον ούτος έχει συντάξιμον χρόνον, μείζονα των 20 ετών ως θα υπελογίζετο αύτη αν κατά την ημέραν του θανάτου είχε 35ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, άνευ των προσαυξήσεων της παρ. 4 του άρθρ. 21. Το σύνολον πάντως της συντάξεως εκάστης ομάδος δικαιοδόχων εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται να υπερβή το 90% της κατά τα ανωτέρω υπολογιζομένης συντάξεως του θανόντος, μειουμένης εν εναντία περιπτώσει της συντάξεως εκάστου μέλους της ομάδος αναλόγως». Η παρ. 7 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπουργ. Κοινων. Υπηρεσιών. 8.Πάσα μεταβολή εις τον αριθμόν των δικαιουμένων προσώπων προερχομένη εκ γάμου, ενηλικιώσεως των ορφανών ή αδελφών ή θανάτου, επιφέρει αύξησιν της συντάξεως των λοιπών δικαιουμένων προσώπων εντός των καθοριζομένων ποσοστών συντάξεως ενός εκάστου. (Αντί για τη σελ. 336,01) Σελ. 336,01(α) Τεύχος 726 – Σελ. 117 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 51 «9.Εν περιπτώσει θανάτου αμέσως ησφαλισμένου ή αμέσως συνταξιούχου καταβάλλεται ως έξοδα κηδείας, ποσόν ίσον προς το εκάστοτε καταβαλλόμενον υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα δια την καταβολήν των εξόδων κηδείας υποβλητέα δικαιολογητικά, καθορίζονται δια γενικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου». Η παρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπουργ. Κοινων. Υπηρεσιών. Σελ. 336,02(α) Τεύχος 726 – Σελ. 118 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 52 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Πόροι Άρθρ.17.-Πόροι του Ταμείου τακτικοί και έκτακτοι, εισίν οι ακόλουθοι: 1.Τακτικοί «α.Οι αποδοχές του πρώτου μήνα κάθε ασφαλισμένου, οι οποίες καταβάλλονται σε 12 συνεχείς άτοκες δόσεις, από το διορισμό τους. Ειδικά, για τους έκτακτους με σύμβαση κ.λπ. υπάλλήλους, η καταβολή των δόσεων αρχίζει μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου υπηρεσίας. Ποσά που έχουν καταβληθεί επιπλέον των παραπάνω, δεν αναζητούνται». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ. 26/3218/5-17 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 164) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «β.Η διαφορά μισθού λόγω προσαύξησης ένεκα πολυετούς υπηρεσίας ή λόγω αλλαγής μισθολογικού κλιμακίου καταβαλλομένη εφάπαξ» Η περίπτ. β τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/23/3/2084/27 Οκτ. - 24 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 681) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. γ)«Εισφορά 10% κατά μήνα επί των αποδοχών εκάστου ησφαλισμένου». Το εδάφ. γ΄ αντικατασταθέν δια των υπ’ αριθ. Φ. 23/2/15649 της 24 Νοεμ./8 Δεκ. 1970 (ΦΕΚ Β΄ 886) και δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 23/3/ 6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 745) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23/3/4090 της 25 Αυγ./20 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1034) ομοίας. δ)«Εισφορά 15% κατά μήνα των εργοδοτών, επί των αποδοχών εκάστου ησφαλισμένου, ως και ισόποσος εισφορά τούτων προς τας ανωτέρω των εδαφ. α΄ και β΄ καταβολάς των ησφαλισμένων». Το εδάφ. δ΄ τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 45371/Σ. 384 της 14 Μαΐου/30 Ιουν. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 392) αποφ. Υπ. Εργασίας και αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 745) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23/3/4090 της 25 Αυγ./20 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1034) ομοίας. «ε.Οι αποδοχές των ασφαλισμένων που υπόκεινται σε εισφορές για τους δύο κλάδους ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί την 1.9.1990, θα αναπροσαρμόζονται στο εξής: α)Με το ποσοστό της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.) που χορηγείται στις αποδοχές των μισθωτών του Δημόσιου τομέα και με την ίδια κλιμάκωση ή με την με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αύξηση των αποδοχών των ασφαλισμένων. β)Με την αύξηση που χορηγείται στις αποδοχές των ασφαλισμένων βάσει της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΥΓΟ». Η περίπτ. ε΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ26/2664/16-21 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 733) απόφ. Υπουρ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. στ.«Οι εισφορές για πλήρη απασχόληση δεν μπορεί να υπολογίζονται σε αποδοχές κατώτερες απ’ αυτές που καθορίζονται κάθε φορά από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας του κάθε Κλάδου ή από το 25πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά προκειμένου για ανειδίκευτους εργάτες». Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ26/2664/16-21 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 733) απόφ. Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Οι ασφαλισμένοι, εκτός των καθαριστριών, των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές είναι ανώτερες του 75% του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, θεωρούνται ότι έχουν πλήρη απασχόληση. Οι καθαρίστριες των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές είναι ανώτερες του 50% του 25πλάσιου του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, θεωρούνται ότι έχουν πλήρη απασχόληση. Αν οι μηνιαίες αποδοχές των ασφαλισμένων εκτός των καθαριστριών, είναι κατώτερες του 75% του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου αυτής της περίπτωσης, υπολογίζονται τόσες ημέρες ασφάλισης όσες προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του, δια του αριθμού που προκύπτει από τη διαίρεση του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών με τον αριθμό 25. Αν οι αποδοχές των καθαριστριών είναι κατώτερες του 50% του 25πλάσιου του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, υπολογίζονται τόσες ημέρες ασφάλισης όσες προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών τους δια του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη όπως ισχύει κάθε φορά». Η περίτπ. στ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 23/1168/19-26 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Β΄ 264) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 337(ν) Σελ. 337(ξ) Τεύχος 1203 – Σελ. 27 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 53 2.Έκτακτοι α)Τα εκ της περιουσίας του Ταμείου έσοδα. β)Τα επιβαλλόμενα εις τους ησφαλισμένους πρόστιμα. γ)Αι περικοπτόμεναι λόγω αυθαιρέτων απουσιών των ησφαλισμένων αποδοχαί και δ)Αι προς το Ταμείον επιχορηγήσεις Οργανισμών, Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου ή Κοινωφελούς χαρακτήρος, εν οις και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ως και αι τυχόν δωρεαί και κληροδοτήσεις. Βεβαίωσις πόρων – Υποχρεώσεις Εργοδοτών Άρθρ.18.-1.Οι κατά τα ανωτέρω πόροι βεβαιούνται υπό του Ταμείου επί τη βάσει του παρόντος Καταστατικού και του Α.Ν. 1154, ως ούτος συνεπληρώθη μεταγενεστέρως και των λαμβανομένων εκάστοτε, συμφώνως ταις διατάξεσι τούτων αποφάσεων των οικείων Οργανισμών και των Οργάνων της Διοικήσεως αυτών καταβάλλονται δε ως ακολούθως: 2.Αι εργοδότιδες Γεωργικαί Συνετ/και Οργανώσεις υποχρεούνται κατά μήνα να κρατώσιν υπέρ του Ταμείου εκ των αποδοχών των ησφαλισμένων, των μεν κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος παρ’ αυταίς υπηρετούντων άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εις την Εφημ. της Κυβερνήσεως και άνευ άλλης τινός ειδοποιήσεως, δια δε τους προσληφθησομένους ακολούθως εις την υπηρεσίαν αυτών από της πρώτης μισθοδοσίας των. α)Τας κατά τα άρθρ. 17 και 31 καταβολάς ησφαλισμένων. β)Τα ποσά των επιβαλλομένων εις τούτους προστίμων και των περικοπτομένων δι’ αυθαιρέτους απουσίας αποδοχών αυτών εκ της μισθοδοσίας του επομένου, τη κοινοποιήσει της ποινής μηνός. 3.Τα ανωτέρω ποσά ως και η ανάλογος εισφορά της εργοδότιδος Οργανώσεως αναγραφομένη υπό των Προϊσταμένων του Γραφείου και του Λογιστηρίου καθώς και του Ταμείου της Εργοδότιδος Οργανώσεως. 4.Της καταστάσεως ταύτης το έν αντίτυπον υποβάλλεται κατά την ημέραν της μισθοδοσίας εις το Ταμείον Συντάξεως και Προνοίας του Προσωπικού Γεωργικών Συν/κών Οργανώσεων δια ταχυδρομήσεως αυθημερόν, το έτερον παραμένει παρά τη Εργοδότιδι Οργανώσει και το τρίτον παραδίδεται εις τον Ταμίαν της Οργανώσεως. 5.«Οι προϊστάμενοι της Υπηρεσίας και του Λογιστηρίου της Εργοδότιδος Οργανώσεως ευθύνονται έναντι του Ταμείου δια τε την ακριβή και την έγκαιρον σύνταξιν και υποβολήν της καταστάσεως, η δε παράβασις αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα κατά τα δια του Οργανισμού της Π.Σ.Ε.Γ.Σ. ορισθησόμενα». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 12859 της 26 Ιουν./9 Ιουλ. 1942 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 338(ξ) Τεύχος 1203 – Σελ. 28 6.«Αι εργοδότιδες Γεωργικαί Συνεταιρικαί Οργανώσεις υποχρεούνται: α)Να επιτρέπωσιν εις τα όργανα του Ταμείου την εξέτασιν των βιβλίων ή καταστάσεων μισθολογίου και επιτόπιον έρευναν προς διαπίστωσιν της ακριβείας των εν αυταίς εγγραφών. β)Να παρέχουν εις τα εν λόγω όργανα πάσαν πληροφορίαν δυναμένην να καταστήση ευχερή και αποτελεσματικήν την ενάσκησιν του ελέγχου. γ)Τα όργανα του Ταμείου υποχρεούνται να τηρώσιν απόλυτον εχεμύθειαν δια παν, ό,τι κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων των υποπίπτει εις την αντίληψιν αυτών και δεν αφορά την εφαρμογήν του παρόντος. δ)Εάν αι ως άνω εργοδότιδες οργανώσεις εκ προθέσεως ή βαρείας αμελείας παραβαίνουν την υποχρεώσιν προς τήρησιν και διαφύλαξιν των περί ων ανωτέρω βιβλίων και μισθολογικών καταστάσεων ή δεν τηρή ταύτα προσηκόντως αι καταβλητέαι εισφοραί καθορίζονται κατά την ανεξέλεγκτον κρίσιν του Ταμείου». Η παρ. 6 προσετέθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1604/Σ. 44 της 27 Απρ./5 Μαΐου 1950 απόφ. Υπ. Εργασίας. «7.Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να ενημερώνει το Ταμείο για τις παραλείψεις του εργοδότη του που αφορούν την ασφάλισή του. Κατά τη διάρκεια του χρόνου της απασχόλησής του στον ίδιο εργοδότη, ο ασφαλισμένος δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του από το Ταμείο την ασφάλισή του για τις ημέρες απασχόλησής του για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές. Ο ασφαλισμένος που αποχωρεί ή απολύεται από την εργασία του, υποχρεούται μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών που αρχίζει από την ημέρα της αποχώρησής του ή απόλυσής του, να δηλώσει στο Ταμείο τις ημέρες απασχόλησης που πραγματοποιήθηκαν στον εργοδότη στον οποίο απασχολήθηκε πριν από την αποχώρηση ή απόλυσή του, για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν στο Ταμείο οι ασφαλιστικές εισφορές. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να αποδείξει την απασχόλησή του για τις ημέρες που δεν καταβλήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές. Πάντως, για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν αναγνωρίζεται χρόνος απασχόλησης πριν από την πενταετία από την ημέρα που υποβάλλεται στο Ταμείο η σχετική αίτηση». Η παρ. 7 προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ. 23/1168/19-26 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Β΄ 264) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 54 «8.Με αποφάσεις του Δ.Σ., πλήρως αιτιολογημένες, παρέχεται η ευχέρεια της εξοφλήσεως σε μηνιαίες δόσεις, των προς το Ταμείο οφειλών εκ καθυστερουμένων ασφ. εισφορών, προσθέτων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατ’ ανώτατον όριο, τις 24 δόσεις. Η ως άνω ρύθμιση λαμβάνει χώραν μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου οφειλέτη, η οποία θα γίνεται αποδεκτή με την προκαταβολή του 10% του οφειλομένου ποσού καθώς και την καταβολή των τρεχουσών εισφορών. Οι προαναφερόμενες αποφάσεις του Δ.Σ. πρέπει να εκδίδονται ειδικώς για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του ύψους του χρέους και της οικονομικής κατάστασης του υποχρέου και μετά προηγούμενη διαπίστωση ότι η καθυστέρηση υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη. Κατ’ εξαίρεση και εφόσον το συνολικό ποσό της οφειλής είναι πάνω από 100.000.000 δρχ. μπορεί με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. να αυξηθεί ο αριθμός των δόσεων σε 36 κατ’ ανώτατο όριο. Η πρώτη δόση θα καταβάλλεται τον επόμενο μήνα από της κοινοποιήσεως προς τον οφειλέτη της απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή 3 συνεχών δόσεων καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπάγεται την αμετάκλητη απώλεια του παρασχεθέντος ευεργετήματος της τμηματικής εξοφλήσεως των οφειλομένων εισφορών και την απώλεια δικαιώματος επανυποβολής νέας αίτησης για ρύθμιση οφειλών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλομένου ποσού από κύρια εισφορά μετά των αναλογούντων προσθέτων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων». Η παρ. 8 προστέθηκε από την Β/23/2508/2530 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 600) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «Κατ’ εξαίρεση με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. δύναται να παρέχεται η ευχέρεια στον οφειλέτη να ρυθμίζει για μία εισέτι φορά την οφειλή μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, αν και είχε απωλέσει το δικαίωμα της ρύθμισης, λόγω μη καταβολής οφειλομένης σε αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία αυτού. Η ρύθμιση θα γίνεται με την προϋπόθεση της καταβολής των τρεχουσών εισφορών». Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την Β/23/2839/7-13 Σεπτ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 685) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Μετά τη σελ. 338(ξ) Σελ. 338,01(γ) Τεύχος 1203 – Σελ. 29 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 55 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 56 Είσπραξις καταβολών και εισφορών Άρθρ.2.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου. α)Εκ του Προέδρου. β)Εκ δύο Δημοσίων υπαλλήλων εξ ων ο 1 του Υπουργείου Εργασίας και ο έτερος του Υπουργείου Γεωργίας. γ)εξ 1 εκπροσώπου των Γεωργικών Συνεταιρισμών. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων εξ ων ο 1 να τυγχάνη μέλος της Ο.Σ.Υ.Γ.Ο. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εκ 2 προσώπων εχόντων πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται επί πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνεται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων εργοδοτικών, επαγγελματικών ή άλλων συναφών εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των εργατικών και εργοδοτικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπου των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. (Αντί των σελ. 327(α) και 328,01) Σελ. 327(β) 250 – 043 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 41 Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71004 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχείον δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών Επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Σ. ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Διαταγμάτων και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελεν συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβερνητικού Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελεν διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συΣελ. 328(β) 250 – 044 νόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβερνητικού Επιτρόπου. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τουλάχιστον τρίτων του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμημ/χού β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ. Συμβουλίου. 6.«Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντος τουλάχιστον 7 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητας υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71004 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 7.Δεν διορίζονται μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου: α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη ή να διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο τελών εις οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς το Ταμείον. δ)Ο μη έχων ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του. ε)Ο μη έχων την Ελληνικήν Ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Συμβουλίου ο μη συμπληρώσας τριετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν επέλευσις λόγου τινός εκ των υπό στοιχ. β΄-ε΄ αναφερομένων, ως και η αποβολή της ιδιότητος υφ’ ην εγένετο ο διορισμός μέλους τινός του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπουργού Εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Δ.Σ. ή και αυτεπαγγέλτως. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 42 8.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να κηρύσση έκπτωτον μέλος τούτου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις του Συμβουλίου. 9.Τα εις αντικατάστασιν εκπιπτόντων, αποβιούντων οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των εκπεσόντων ή αποβιωσάντων ή αποχωρούντων μελών. 10.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. 11.Τα μέλη του Δ.Σ. υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 12.Χρέη Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου εκτελεί εις των υπαλλήλων του Υπουγείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργείου Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. 13.Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, τα λοιπά μέλη του Διοικ. Συμβουλίου ως και ο γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία, της θητείας των ήδη διωρισμένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της περί ης ανωτέρω αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πάσα διάταξις της διεπούσης το Ταμείον Νομοθεσίας αντικειμένη εις τας διατάξεις της παρούσης καταργείται. Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 5104/Σ. 165 της 20/27 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αμοιβή μελών Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.19.-«1.Τα ποσά των καταβολών ησφαλισμένων του εδαφ. α΄ της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρ. 18 και της παρ. 2 του άρθρ. 31 μετά της ισοπόσου προς ταύτας εισφοράς της Εργοδότιδος Συνεταιριστικής Οργανώσεως καθώς και των κρατήσεων του εδαφ. β΄ της αυτής παραγράφου του άρθρ. 18 και της παρ. 3 του άρθρ. 31 μετά του τρίτου αντιτύπου της κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρου καταστάσεως κατατίθενται υπό προσωπικήν ευθύνην του Προέδρου και Διευθυντού της Εργοδότιδος Οργανώσεως, εις το εν τη περιφερεία ταύτης Υποκατάστημα ή Πρακτορείον μιας ή πλειόνων εκ των Τραπεζών Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Αθηνών, Εμπορικής Πίστεως, Αγροτικής, Λαϊκής, Ιονικής, Εμπορικής και Ελλάδος, κατά τας περί τούτο αποφάσεις του Δ.Σ. δια λογαριασμόν του Ταμείου, εντός μηνός από της καταβολής των αποδοχών των ησφαλισμένων». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 60983/Σ. 683 της 20 Οκτ./2 Νοεμ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.«Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της ανωτέρω παραγράφου, επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους ίσου προς 20% τούτων, εκτός εάν ο υπόχρεως δια την καταβολήν εργοδότης προβή εις εξόφλησιν των καθυστερουμένων εισφορών προ πάσης καταλογιστικής πράξεως ή και το βραδύτερον εντός μηνός από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της σχετικής καταλογιστικής πράξεως, ότε το πρόσθετον τέλος περιορίζεται εις 10%. Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ. 1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. 3.«Αι καθυστερούμεναι εισφοραί και συνεισφοραί από της ενάρξεως λειτουργίας του Ταμείου, ήτοι από της 22 Ιαν. 1940 μέχρι της 11 Νοέμ. 1944 καταβάλλονται εις το Ταμείον προς 10% επί των αποδοχών του ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της καταβολής. Εις την καταβολήν ταύτην υποχρεούται η Γεωργική Συνεταιριστική Οργάνωσις εάν έχη ενεργήση κρατήσεις κατά την εν λόγω περίοδον χωρίς να καταθέτη ταύτας εις το Ταμείον, άλλως αι οφειλαί αύται βαρύνουν, κατά το ήμισυ τον ησφαλισμένον και κατά το έτερον ήμισυ τους εργοδότας παρ’ οις υπηρέτει κατά τον χρόνον εκείνον. Από τους ησφαλισμένους δια τους οποίους επήλθεν εν τω μεταξύ ασφαλιστική περίπτωσις η είσπραξις των καθυστερουμένων τούτων οφειλών ενεργείται από την σύνταξίν των είτε λαμβάνουν ταύτην οι ίδιοι ως αμέσως συνταξιούχοι, είτε οι δικαιοδόχοι των και επί τη βάσει των αποδοχών ας θα ελάμβανον οι πρώτοι εάν κατά την ημέραν της ενάρξεως καταβολής του ποσού των οφειλών διετηρούντο εις την υπηρεσίαν». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως άνω από την 8705/Σ. 142/12 Φεβρ. - 7 Μαρτ. 1951 απόφ. Υπουργ. Εργασίας. «4.α)Οι απαιτήσεις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων πάσης φύσεως εισφορών, πόρων αυτού και προσθέτων τελών κ.λπ. εισπράττονται κατά τη διαδικασία του Ν.Δ. 356/74 «περί Κώδικος εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» με δικά του όργανα, χωρίς να αποκλείεται η παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. β)Όλα τα έξοδα που απαιτούνται για τη λήψη, από μέρους του Ταμείου, μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, βαρύνουν τελικά τον οφειλέτη και συνεισπράττονται κατά προτεραιότητα κατά τη μερική ή ολική εξόφληση της οφειλής. Τα έξοδα αυτά που προκαταβάλλει το Ταμείο στους δικαιούχους (δικαστικούς επιμελητές κ.λπ.) και βαρύνουν τον οφειλέτη, υπόκεινται σε 20ετή παραγραφή». Η παρ. 4 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β/23/2078/7 Οκτ.- 4 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 580) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.α)Πράξεις ή αποφάσεις που αφορούν διαφορές σχετικά με την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκεια αυτής, τις καταβλητέες εισφορές (εργοδοτών – ασφαλισμένων), προσβάλλονται μέσα σε 30 ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής Πράξης της Υπηρεσίας ή της σχετικής απόφασης Δ/ντού, ενώπιον του Δ.Σ. του Ταμείου, τυχόν δε υποβολή ενστάσεως δεν αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων της Υπηρεσίας. β)Οι αποφάσεις του Δ.Σ., προσβάλλονται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών και για τους διαμένοντες στο εξωτερικό σε προθεσμία 90 ημερών, από της κοινοποιήσεώς τους, ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων. 6.α)Εάν κατά τον έλεγχο που διενεργούν τα αρμόδια όργανα του Ταμείου (ελεγκτές – βεβαιωτές) στις επιχειρήσεις, διαπιστωθεί η μη ασφάλιση των εργαζομένων ή η ασφάλιση αυτών με χαμηλότερο μισθό ή ημερομίσθιο ή μικρότερο αριθμό ημερών εργασίας, συντάσσεται εις βάρος της επιχείρησης πράξη επιβολής εισφορών με την οποία καλείται η επιχείρηση εντός 4 ημερών να καταβάλει στο Ταμείο τις καθυστερούμενες εισφορές, με τα αναλογούντα πρόσθετα τέλη. β)Εάν κατά τον έλεγχο που διενεργούν τα αρμόδια όργανα του Ταμείου στις επιχειρήσεις, διαπιστωθεί ότι έχουν καταβληθεί οι σχετικές εισφορές εκπρόθεσμα, συντάσσεται εις βάρους της επιχείρησης πράξη επιβολής πρόσθετου τέλους. (Αντί για τις σελ. 338,01(β) - 340(β) Σελ. 339(γ) Τεύχος 1084 - Σελ. 53 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 57 γ)Η άρνηση ή η δυστροπία εργοδότη προς υποβολήν μισθοδοτικών ή άλλων καταστάσεων του προσωπικού καθώς και λοιπών στοιχείων που αφορούν την ασφάλιση των εργαζομένων προσώπων σ’ αυτόν, παρέχει το δικαίωμα οίκοθεν και κατ’ εκτίμηση των στοιχείων της Υπηρεσίας του Ταμείου σύνταξης πράξης η οποία αποτελεί νόμιμο τίτλο εκτελεστό δυνάμει του οποίου εισπράττονται οι ασφαλιστικές εισφορές και τα αναλογούντα τέλη. 7.Σε περίπτωση μη καταχώρησης μισθωτών στις καταστάσεις μέσα στην προθεσμία καταβολής των αντιστοίχων ασφαλιστικών εισφορών και μετά παρέλευση ενός έτους ή καταχώρησης με ανακριβή στοιχεία, απασχόλησης και αμοιβής, πλην των λοιπών συνεπειών που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, ο εργοδότης επιβαρύνεται με εφάπαξ ποσό εισφορών ίσο με το 50% των οφειλόμενων εισφορών από τις αιτίες αυτές». Οι παρ. 5, 6 και 7 προστέθηκαν από την παρ. 2 της Β/23/2078/7 Οκτ. - 4 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 580) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Τοποθέτησις κεφαλαίων Άρθρ.20.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 16 Π.Δ. 10/7- 24 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 6), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 24/1 Μαρτ. 1991 (κατωτ. αριθ. 34). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ Παροχαί συντάξεως αμέσως ησφαλισμένων Άρθρ.21.-«1.Ως συντάξιμος μισθός επί τη βάσει του οποίου καθορίζεται η σύνταξις λαμβάνεται ποσοστόν 80% του μέσου όρου των εκάστοτε καταβαλλομένων αποδοχών εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου, εφ’ ων αποδίδονται εισφοραί κατά το τελευταίον εικοσιτετράμηνον της υπηρεσίας του ησφαλισμένου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις του πρώτου εδαφίου αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). Σελ. 340(γ) Τεύχος 1084 – Σελ. 54 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 58 «Αυξήσεις των αποδοχών των ησφαλισμένων χορηγούμεναι εντός της τελευταίας τριετίας ενεργού υπηρεσίας του ησφαλισμένου και μη δικαιολογούμεναι εκ των διατάξεων των Κανονισμών των εργοδοτών των ή μη οφειλόμεναι εις εφαρμογήν Κυβερνητικών αποφάσεων, είτε διοικητικών αποφάσεων ή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εις οικειοθελώς παρεχομένας υπό του εργοδότου γενικάς αυξήσεις εις άπαν το προσωπικόν υπό τας αυτάς προϋποθέσεις, δεν συνυπολογίζονται δια την εξεύρεσιν του συνταξίμου μισθού του ησφαλισμένου των αναλογουσών εισφορών εις το επί πλέον ποσόν επιστρεφομένων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις του δευτέρου εδαφίου προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). «Αυξήσεις αποδοχών που χορηγήθηκαν από πρωτοβάθμιες Γεωργικές Συνεταιρικές Οργανώσεις κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξίμων αποδοχών αν εμφανίζουν διαφορά μεγαλύτερη του 6% κάθε χρόνο, από τις αυξήσεις που προβλέπουν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας». Η ανωτέρω διάταξη προστέθηκε από την παρ. 1 της Β2/23/105/1-15 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 65) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Προκειμένου όμως περί ησφαλισμένου αναλαβόντος υπηρεσίαν εις ετέραν Γεωργικήν Συνεταιρικήν Οργάνωσιν επί συμβατικώ μισθώ ηυξημένω εν σχέσει προς τον ον ελάμβανε παρά τη Γεωργική Συνεταιρική Οργανώσει παρ’ η ειργάζετο αμέσως προηγουμένως, ο κατά τ’ ανωτέρω συντάξιμος μισθός του υπολογίζεται επί των αποδοχών του τελευταίου εικοσιτετραμήνου της ενεργού υπηρεσίας του παρά τω προηγουμένω εργοδότη, προσηυξημένων κατά το τυχόν χορηγηθέν εν τω μεταξύ ποσοστόν αυξήσεων των συντάξεων υπό του Ταμείου, εκτός εάν η σύμβασις εργασίας διήρκεσε πλέον της τετραετίας, οπότε ούτος υπολογίζεται επί των αποδοχών του τελευταίου εικοσιτετραμήνου προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας». Το ανωτέρω εδάφιο αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. («Εφ’ όσον εις τον κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον συντάξιμον μισθόν συμπεριλαμβάνονται και οικογενειακά επιδόματα, ο μισθός ούτος αναθεωρείται εκ νέου όταν εκλείψουν, διαρκούσης της συνταξιοδοτήσεως του συνταξιούχου, αι προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιδομάτων τούτων, εφαρμοζομένων αναλόγως των ισχυουσών διατάξεων δια τους εν ενεργεία ησφαλισμένους, δι’ ων προβλέπεται η χορήγησις των οικογενειακών τούτων επιδομάτων».) Το μέσα σε ( ) εδάφιο καταργήθηκε από την Φ26/907/23 Απρ.-12 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Β΄ 450) απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η κατάργηση ισχύει από την έναρξη ισχύος της άνω ίδιας Φ26/907/98 απόφασης. Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 4 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών 2.Η σύνταξις συνίσταται μέχρι 25 ετών συνταξίμου υπηρεσίας εις τόσα πεντηκοστά του ανωτέρω συνταξίμου μισθού, όσα είναι τα έτη της συνταξίμου υπηρεσίας. Μετά την συμπλήρωσιν 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας η σύνταξις αύτη προσαυξάνεται κατά δύο πεντηκοστά του ως ανωτέρω συνταξίμου μισθού δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας από του 25 έτους μέχρι του 30 έτους συμπεριλαμβανομένου και κατά τρία πεντηκοστά του αυτού ως ανωτέρω μισθού δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας από του τριακοστού πρώτου μέχρι του τριακοστού πέμπτου συμπεριλαμβανομένου. (Αντί για τη σελ. 341(ι) Σελ. 341(ια) Τεύχος 1323 Σελ. 77 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 59 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 60 3.Ο καθορισμός της συντάξεως ανικανότητος των δικαιουμένων τοιαύτης βάσει των διατάξεων της παρ. ε΄ του άρθρ. 15 ενεργείται υπολογιζομένου ως χρόνου υπηρεσίας, κατ’ ελάχιστον α)25 μεν ετών συνταξίμου υπηρεσίας εφ’ όσον επήλθε μόνον επαγγελματική ανικανότης το ποσοστόν της οποίας εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται να είναι κατώτερον του 60% δια την άσκησιν των καθηκόντων του παθόντος εν τη υπηρεσία του ή παρεμφερή Οργανισμώ, β)τριάκοντα δε ετών συνταξίμου υπηρεσίας, εφ’ όσον επήλθε πλήρης ανικανότης προς πάσαν εργασίαν. 4.Το ποσόν των υπό του Ταμείου καταβαλλομένων συντάξεων εις τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50% μεν εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου κατά 30% δε, εφ’ όσον η αναπηρία καθιστά απολύτως αναγκαίαν, δια τας μετακινήσεις του συνταξιούχου, την χρησιμοποίησιν μεταφορικού μέσου (πάθησις κάτω άκρων). «Κατ’ εξαίρεσιν, χορηγείται εις τους αμέσους συνταξιούχους, προσαύξησις κατά 50% επί της συντάξεως, εφ’ όσον ούτοι κατά και μετά την συνταξιοδότησίν των ,κατέστησαν τυφλοί». Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 5 της Β2/23/3/2250/3 - 27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 5.«Το ποσόν της περιοδικής παροχής (εκ του Κλάδου Συντάξεως) μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων ή επιδομάτων δεν δύναται να υπερβή τον συντάξιμον μισθόν του ησφαλισμένου ως ούτος καθορίζεται εν παρ. 1 του άρθρ. 21 του Καταστατικού. Εις τον εν λόγω περιορισμόν δεν υπάγονται οι χορηγούμεναι δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.