← Ελλάδα

1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων (Ως ενεκρίθη δια της υπ’ αριθ. 54883/Σ. 1667 της 22 Ιαν./1

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ιδρύει ένα Ταμείο Συντάξεως και Προνοίας για το προσωπικό των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, με σκοπό την παροχή συντάξεων και εφάπαξ βοηθημάτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων (Ως ενεκρίθη δια της υπ’ αριθ. 54883/Σ. 1667 της 22 Ιαν./10 Φεβρ. 1940 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας). ΜΕΡΟΣ Α΄ Ίδρυσις – Έδρα – Σκοπός Άρθρ.1.-«1.Συνιστάται Ασφαλιστικός Οργανισμός υπό την επωνυμίαν, «Ταμείον Συντάξεως και Προνοίας του Προσωπικού των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων» αποτελούν Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την Εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. Όπου εν τοις επομένοις άρθροις αναφέρεται χάριν συντομίας απλώς «Ταμείον» νοείται το Ταμείον Συντάξεως και Προνοίας του Προσωπικού των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων». 2.Σκοπός του Ταμείου είναι: α)Η χορήγησις συντάξεως εις τα εν άρθρ. 13 αναφερόμενα πρόσωπα εις περίπτωσιν αναπηρίας, γήρατος ή ατυχήματος ως και εις τα μέλη της οικογενείας αυτών εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου αυτών ησφαλισμένου. β)Η παροχή εφ’ άπαξ βοηθημάτων εις τους εξερχομένους ησφαλισμένους του Ταμείου ως και εις τους δικαιοδόχους αυτών κατά τα εν άρθρ. 36 και 37 οριζόμενα». Το άρθρ. 1 συνεπληρώθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 58447/Σ 1301 της 20/28 Φεβρουαρίου 1951 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. ΜΕΡΟΣ Β΄ Διοικητική Οργάνωσις ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Διοικ. Συμβούλιον, Σύνθεσις Διοικ. Συμβουλίου Θητεία Μελών Διοικ. Συμβουλίου Άρθρ.
  2. (Καταργήθηκε από το άρθρ. 8 του Π.Δ. 1023/24 Οκτ. - 10 Νοεμ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 259) κατωτ. αριθ. ΙΙ). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙV Λογιστική και Διαχειριστική Οργάνωσις – Έναρξις και λήξις Λογιστικού έτους – Σύνταξις Προϋπολογισμού, Ισολογισμού και Απολογισμού Άρθρ.10-12.-(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 16 Π.Δ. 10/7-24 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 6), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 24/1 Μαρτ. 1991 (κατωτ. αριθ. 34). ΜΕΡΟΣ Γ΄ Ασφαλιστική λειτουργία ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Ησφαλισμένοι (αμέσως και εμμέσως) και τρόπος υπαγωγής αυτών εις την ασφάλισιν Άρθρ.13.-Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως από της προσλήψεώς των πάντες οι κατά κύριον επάγγελμα παρέχοντες εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής υπάλληλοι και υπηρέται (μισθωτοί) των πάσης φύσεως και παντός βαθμού Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, Σωματείων ή Συνδέσμων αυτών και της Πανελληνίου Συνομοσπονδίας των Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, ασχέτως όρων και χρονικής διαρκείας (Αντί για τη σελ. 331(β) Σελ. 331(γ) Τεύχος 1084 – Σελ. 47 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 45 της συμβάσεως εργασίας. Το α΄ εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια των υπ’ αριθ. 12859 της 26 Ιουν./9 Ιουλ. 1942, 1604/Σ. 44 της 27 Απρ./5 Μαΐου 1950 και 48429/Σ. 1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτεμβρίου 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Επίσης υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου, από της ισχύος του άρθρ. 5 του Νόμ. 4497/66, οι υπάλληλοι και υπηρέται των ιδρυθεισών ή ιδρυομένων τη συμμετοχή των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, Εταιρειών ή Κοινοπραξιών ή ετέρων μορφών Οργανώσεων». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 40474/Σ. 281 της 26 Μαΐου/5 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 363). 3-4.(Καταργήθηκαν από την Φ 26/2377/21 Δεκ. 1990 - 9 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 8) απόφ. Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων).Οι παρ. 5, 6 και 7 αναριθμήθηκαν με την ίδια άνω απόφαση σε παρ. 3, 4 και
  3. 3(«5).Οι υπαχθέντες εις την ασφάλισιν του Ταμείου δυνάμει του άρθρ. 5 του Νόμ. 4497/66 μισθωτοί των αναφερομένων εν αυτώ Οργανώσεων εξομοιούνται πλήρως προς τους μισθωτούς των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων ως προς τας εκ του Καταστατικού του Ταμείου απορρεούσας υποχρεώσεις και δικαιώματα. Ειδικώτερον: α)Δικαιούνται εις αναγνώρισιν υπηρεσιών ή προϋπηρεσιών, υπό τους όρους, περιορισμούς και προϋποθέσεις του άρθρ. 31 του Καταστατικού, εφ’ όσον δεν είχον ασφαλισθή δια ταύτας εις οιονδήποτε έτερον ασφαλιστικόν φορέα. Η ενιαυσία ανατρεπτική προθεσμία δια την υποβολήν των αιτήσεων αναγνωρίσεως μετά πλήρων δικαιολογητικών, άρχεται από της δημοσιεύσεως της παρούσης, δια δε τους μεταγενεστέρως ασφαλιζομένους, από της ημέρας της κατά Νόμον υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Οι περιορισμοί της παρ. 9 του άρθρ. 31 του Καταστατικού έχουν εφαρμογήν επί των αναλαβόντων υπηρεσίαν από της 1ης Ιαν. 1960 και εντεύθεν. β)Ως πρώτος μισθός δια την εφαρμογήν της διατάξεως του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17 του Καταστατικού, υπολογίζεται, δια τους προσληφθέντας μέχρι της ισχύος του άρθρ. 5 του Νόμ. 4497/66 υπαλλήλους, ο αναφερόμενος εν τη ως άνω διατάξει του Καταστατικού μισθός, δια δε τους μεταγενεστέρως προσλαμβανομένους ο μισθός του διορισμού των. Η καταβολή των δόσεων άρχεται από του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός. Σελ. 332(γ) Τεύχος 1084 – Σελ. 48 γ)Η υπηρεσία των εν λόγω υπαλλήλων, η παρασχεθείσα εις εργοδότην του οποίου το προσωπικόν ασφαλίζεται παρά τω Ταμείω, θεωρείται ως παρασχεθείσα παρά Γεωργική Συνεταιρική Οργανώσει». Η παρ. 5 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 40474/Σ. 281 της 25 Μαΐου/5 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 363). 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 46 4(«6).Ησφαλισμένοι του Ταμείου εκλεγόμενοι ή διοριζόμενοι ως Πρόεδροι των Δ.Σ. Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, Κοινοπραξιών και της ΠΑΣΕΓΕΣ, ανεξαρτήτως διαρκείας της θητείας των και διατηρήσεως ή μη υπό τούτων της υπαλληλικής σχέσεως, δύνανται να συνεχίσουν προαιρετικώς την ασφάλισιν εις το Ταμείον, αφ’ ης ανέλαβεν υπηρεσίαν Προέδρου Δ.Σ. των ως άνω Οργανώσεων και υπό την ιδιότητά των ταύτην, εφ’ όσον έχουν 10ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω υπηρεσίαν και εφ’ όσον δεν υπερέβη η διακοπή της ασφαλίσεώς των την διετίαν μέχρι της εκλογής των ή του διορισμού των ως Προέδρων των Δ.Σ. των ως άνω Οργανώσεων, καταβάλλοντες το σύνολον των ασφαλιστικών εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου υπολογιζομένων επί των αποδοχών ας ελάμβανον κατά τον χρόνον της διακοπής της πραγματικής ασφαλίσεως. Η μη καταβολή υπό του προαιρετικώς συνεχίζοντος την ασφάλισιν των ασφαλιστικών εισφορών εντός διμήνου από του μηνός εις ον ανάγονται αύται συνεπάγεται την έκπτωσιν εκ του δικαιώματος περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως. Η περί προαιρετικής ασφαλίσεως αίτησις δέον να υποβληθή εντός προθεσμίας 3 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 23/12129 της 5 Σεπτ./1 Οκτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 690). 5(«7).Ασφαλίζεται εις το Ταμείον υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως ο παρέχων τας καθαρώς νομικάς υπηρεσίας του επί παγία μηνιαία αντιμισθία δικηγόρος του Ταμείου από του διορισμού του, επί τη καταβολή των εκάστοτε αναλογουσών ατομικών μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών επί τη βάσει των εκάστοτε ισχυουσών καταστατικών διατάξεων του Ταμείου, υπολογιζομένων επί της καταβαλλομένης εκάστοτε αυτώ μηνιαίας αντιμισθίας, εκτός εάν δηλώση ότι δεν επιθυμεί την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν του εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος της παρούσης. Η εξόφλησις των, κατά τα ως άνω, εισφορών καθορίζεται εις μηνιαίας ισοπόσους δόσεις, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι ισχύουσαι δι’ άπαντας τους ησφαλισμένους του Ταμείου γενικαί και ειδικαί διατάξεις του Κατατ/κού του Ταμείου». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 23/4782 της 24 Οκτ./11 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1305) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Οι παρ. 5, 6 και 7 αναριθμήθηκαν σε παρ. 3, 4, 5 από την παρ. 2 της Φ 26/2377/21 Δεκ. 1990 – 9 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 8) απόφ. Υπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφαλ. «6.1.Ο υποχρεωτικά ασφαλισμένος στον κλάδο κύριας ή επικουρικής ασφάλισης του ταμείου μπορεί να ζητήσει την συνέχιση (προαιρετικά) της ασφάλισής του. α)Αν έχει πραγματοποιήσει 500 ημέρες ασφάλισης μέσα στην αμέσως προηγούμενη πενταετία πριν τη διακοπή της ασφάλισής του στον αντίστοιχο κλάδο ασφάλισης και υποβάλει αίτηση μέσα σε προθεσμία 12 μηνών από την τελευταία ημέρα ασφάλισής του στον κλάδο αυτό. β)Αν έχει πραγματοποιήσει οποτεδήποτε 3.000 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του κλάδου, ανεξάρτητα με τον χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση στην περίπτωση αυτή. γ)Αν δεν είναι ανάπηρος, κατά την υποβολή της αίτησης, με ποσοστό ανώτερο του 59,9%. Η μη ύπαρξη της αναπηρίας αποδεικνύεται με σχετική γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ στην οποία παραπέμπεται ο ενδιαφερόμενος, μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης για συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά και η δαπάνη της υγειονομικής εξέτασης βαρύνει τον ίδιο. Αν δεν είναι ασφαλισμένος για τον κλάδο σύνταξης σε άλλο οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης όταν υποβάλλεται η αίτηση. 2)Η συνέχιση της ασφάλισης προαιρετικά αρχίζει από την υποβολή της αίτησης και διενεργείται για 25 ημέρες ασφάλισης το μήνα και 300 τον χρόνο. Ο προαιρετικά ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλλει κάθε μήνα την συνολική εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου, που ισχύει κάθε φορά για τον κλάδο στον οποίο ασφαλίζεται και η οποία προσδιορίζεται βάσει του μισθού που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης και την ειδικότητά του, σύμφωνα με την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ΠΑΣΕΓΕΣ – ΟΓΕΣΟ κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, αναπροσαρμοζομένου με τις εκάστοτε αυξήσεις της εν λόγω Σύμβασης. Οι εισφορές καταβάλλονται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου που αφορούν, διαφορετικά επιβαρύνονται με τα προβλεπόμενα πρόσθετα τέλη. 3.Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται: α)Με αίτηση του ασφαλισμένου, από τον επόμενο μήνα εκείνου της υποβολής της αίτησης. β)Αν ο ασφαλισμένος αποκτήσει την ιδιότητα του υποχρεωτικά ασφαλισμένου σε ομοειδή φορέα ασφάλισης. γ)Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής της εισφοράς περισσότερο από 12 μήνες από τότε που είναι απαιτητή. δ)Αν ο ασφαλισμένος θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω γήρατος ή αναπηρίας. ε)Με τον θάνατο του ασφαλισμένου. 4.Η προαιρετική ασφάλιση αναστέλλεται αν ο ασφαλισμένος επιδοτείται για ασθένεια ή παίρνει σύνταξη αναπηρίας ορισμένου χρόνου. Ο ασφαλισμένος δεν υποχρεούται σε καταβολή εισφορών κατά το χρόνο που λαμβάνει επίδομα ασθένειας. (Αντί για τη σελ. 333(γ) Σελ. 333(δ) Τεύχος 1203 – Σελ. 25 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 47 5.Καταβολή εισφορών που γίνεται μετά την διακοπή της προαιρετικής ασφάλισης, που επέρχεται μετά από αίτηση του ασφαλισμένου ή αυτοδίκαια ή μετά την απώλεια του δικαιώματος, ουδεμία απαίτηση ή αξίωση δημιουργεί έναντι του ταμείου, εκτός από την επιστροφή των επιπλέον αυτών εισφορών στον καταβάλοντα, άτοκα. 6.Ο χρόνος της προαιρετικής ασφάλισης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης που απαιτείται για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω απόλυσης από την υπηρεσία, για οποιονδήποτε λόγο». Η παρ. 6 προστέθηκε από την αριθ. Φ. 26/ 2362/26 Ιαν. – 11 Φεβρ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 88) απ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Αποκλειόμενοι της Ασφαλίσεως Άρθρ.14.-«Δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι Αλλοδαποί οι προσκαίρως εν Ελλάδι απασχολούμενοι. Ως πρόσκαιρος απασχόλησις θεωρείται η μη μέλλουσα να διαρκέση εν Ελλάδι, τουλάχιστον επί έν έτος. Δύναται το Διοικ. Συμβούλιον επί εξαιρετικών περιπτώσεων να παρατείνη τον χρόνον της μη ασφαλισίμου απασχολήσεως μέχρι 3 ετών εν συνόλω». Το άρθρ. 14 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ.1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. Δικαιώματα (αμέσως) ησφαλισμένων Άρθρ.15.-«Δικαίωμα συντάξεως έχει πας ησφαλισμένος: α)Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε της υπηρεσίας, μετά την συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 60ού προκειμένου περί θηλέων και έχη 15ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. β)Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 55ου προκειμένου περί θηλέων και έχη 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. «γ.Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, εξ ης 25ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Εάν αποχωρήση οπωσδήποτε εκ της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην και ηλικίαν 50 ετών συμπεπληρωμένων». Το εδάφ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). Σελ. 334(δ) Τεύχος 1203 – Σελ. 26 δ)Εάν απολυθή της υπηρεσίας λόγω καταργήσεως θέσεως ή εξ άλλων λόγων μη οφειλομένων εις υπαιτιότητα αυτού, μετά την συμπλήρωσιν του 50ού έτους της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων και του 45ου προκειμένου περί θηλέων και έχει 20ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην ή επί ηλικίας 45 ετών και άνω α)μετά την συμπλήρωσιν 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 15ετή εν ασφαλίσει τοιαύτην και β)μετά συμπλήρωσιν 20ετούς συνταξίμου συνεταιριστικής και εν πραγματική ασφαλίσει υπηρεσίας. Η ένεκα υποβιβασμού κατά βαθμόν λόγω μεταβολής εις την οργανικήν θέσιν του προσωπικού παραίτησις εξομοιούται προς την λόγω καταργήσεως θέσεως απόλυσιν. ε)Εάν η απόλυσις οφείλεται είτε αποδεδειγμένως εις βαρύ παράπτωμα πειθαρχικόν είτε εις καταδίκην συνεπεία αξιοποίνου πράξεως εις βαθμόν κακουργήματος είτε δια κατάχρησιν, κλοπή, υπεξαίρεσιν, απάτην ή πλαστογραφίαν, απιστίαν εις βαθμόν πλημμελήματος, ο ούτως απολυθείς δεν δικαιούται συντάξεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει η σύνταξις απονέμεται εις τα κατά το παρόν δικαιούχα μέλη της οικογενείας του, αλλά μόνον εφ’ όσον ο ησφαλισμένος έχει συμπληρώσει 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 15ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν και ηλικίαν 50 ετών. Η ούτως απονεμομένη σύνταξις εις τα δικαιοδόχα μέλη διακόπτεται ευθύς ως ο ησφαλισμένος συμπληρώσει τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως των εδαφ. α΄ ή β΄ του παρόντος άρθρου, οπότε η σύνταξις απονέμεται εις τούτον. Ειδικώς δια τον απολυθέντα λόγω καταδίκης ησφαλισμένον, απαιτείται και προηγουμένη αποφυλάκισις τούτου. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 48 ς)«Εάν αποχωρήση της υπηρεσίας ησφαλισμένη, μετά την συμπλήρωσιν του 45ου έτους της ηλικίας της και έχη εικοσαετή συντάξιμον συνεταιριστικήν υπηρεσίαν, εξ ης δεκαπενταετή εν πραγματική ασφαλίσει τοιαύτην, ή έγγαμος μετ’ ανηλίκου τέκνου ησφαλισμένη, ασχέτως ορίου ηλικίας και έχη συμπληρώσει δεκαπενταετή συντάξιμον συνεταιριστικήν και εν ασφαλίσει υπηρεσίαν». Η παρ. ς΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42265/Ε. 1411 της 25 Μαΐου/4 Ιουν. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 191), ως αύτη διωρθώθη δια διορθ. ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 293 της 21 Αυγ.
  4. ζ)Εάν απολυθή της υπηρεσίας λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος εκ νόσου καθιστώσης αυτόν ανίκανον προς περαιτέρω εργασίαν και δι’ όσον χρόνον διαρκή αύτη, μετά 10 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην. η)Ασχέτως χρόνου ασφαλίσεως, αν η κατά το προηγούμενον εδάφιον ανικανότης προήλθεν εξ εργατικού ατυχήματος ήτοι εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος προδήλως και αναμφισβητήτως κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του, ή εξ αφορμής αυτής και εφ’ όσον διαρκή η ανικανότης αύτη. Προς εργατικόν ατύχημα εξομοιούνται και τα υπό της υπ’ αριθ. 67724/1940 Υπουρ. αποφάσεως προβλεπόμενα πολεμικά ατυχήματα, ως και τα διαρκούσης της ανταρσίας και εξ αφορμής αυτής επερχόμενα τοιαύτα, εφ’ όσον δε πάντως ταύτα δεν οφείλονται εις συμμετοχήν του παθόντος εις την ανταρσίαν. θ)Οι υπάλληλοι και υπηρέται της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων (Κ.Υ.Δ.Ε.Π.) οίτινες μέχρι της 31ης Οκτ. 1948 διετέλεσαν ησφαλισμένοι του Ιδρύματος Κοινων. Ασφαλίσεων και οίτινες από 1ης Νοεμβρίου του ιδίου έτους υπήχθησαν εις την ασφάλισιν του Ταμείου, εάν απολυόμενοι της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας μετά την 1ην Ιαν. 1950, δεν δικαιούνται συντάξεως κατά τας διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου, συνταξιοδοτούνται υπό του Ταμείου επί τη βάσει των περί συνταξιοδοτήσεως διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ. Δια τον υπολογισμόν του ποσού συντάξεως εις τας περιπτώσεις ταύτας λαμβάνονται υπ’ όψιν τόσον αι εν τη ασφαλίσει του ΙΚΑ., όσον και εν τη ασφαλίσει του Ταμείου πραγματοποιηθείσαι ημέραι εργασίας. ι)Οι συνταξιοδοτηθέντες υπό του Ταμείου υπάλληλοι, και υπηρέται επί τη βάσει των περί συνταξιοδοτήσεως διατάξεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ εξακολουθούσι να συνταξιοδοτούνται, ακολουθούντες τας εκάστοτε ισχυούσας και τροποποιουμένας διατάξεις του Ιδρύματος. Η Διοίκησις του Ταμείου δύναται μετά την δημοσίευσιν της παρούσης να προβή εις αναπροσαρμογήν των τοιούτων συντάξεων βάσει των ισχυουσών διατάξεων του ΙΚΑ. ια)Η παρά τη διαλυθείση ΚΕΠΕΣ και η παρά τη ΠΑΕΓΑΕ υπηρεσία των μεταταχθέντων εις την ΚΥΔΕΠ δυνάμει των Νόμ. 466/41 και 255/47 υπαλλήλων αυτών, καθώς και η υπηρεσία υπαλλήλων παρά τοις καταργηθέσι Γεωργικοίς Επιμελητηρίοις και Οίκοις του Αγρότου εξομοιούται προς διανυθείσαν παρά τη Γεωργική Συνεταιριστική Οργανώσει υπηρεσίαν και θεωρείται ως εν ασφαλίσει τοιαύτη μόνον η αναγομένη εις τον μετά την ίδρυσιν του Ταμείου χρόνον. ιβ)Ησφαλισμένοι του ΙΚΑ υπαχθέντες υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ταμείου από 8.9.1953, εξερχόμενοι ή εξελθόντες της υπηρεσίας από της ισχύος του Α.Νόμ. 1846/51 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος και μη δικαιούμενοι συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, λόγω μεταβολής ασφαλιστικού φορέως δικαιούνται από της δημοσιεύσεως της παρούσης συντάξεως κατά τας διατάξεις της Νομοθεσίας του ΙΚΑ εάν πληρούν τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως τας καθοριζομένας υπό ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το ποσόν της συντάξεως και η εν γένει συνταξιοδοτική κατάστασις των ησφαλισμένων τούτων διέπεται υπό της Νομοθεσίας του ΙΚΑ. «ιγ.Εν περιπτώσει αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας ησφαλισμένου πληρούντος απάσας τας κατά τ’ ανωτέρω εδάφ. α, β, γ, δ, ε και ς, προβλεπομένας δια την απόκτησιν δικαιώματος συντάξεως προϋποθέσεις εκτός της του ορίου ηλικίας, η σύνταξις απονέμεται μετά την συμπλήρωσιν του απαιτουμένου ορίου ηλικίας, υπό τον όρον ότι η κατά την νομοθεσίαν του Ταμείου συντάξιμος υπηρεσία του δεν ελήφθη υπ’ όψει δια την απονομήν αυτώ συντάξεως παρ’ ετέρου Οργανισμού κυρίας Ασφαλίσεως, εν περιπτώσει δε θανάτου του ησφαλισμένου προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας θεωρείται ως συμπληρωθέν το όριον τούτο κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου». Το εδάφ. ιγ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). ιδ)Η ηλικία αποδεικνύεται μόνον δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ή ελλείψει τοιαύτης, δια της εγγραφής εις τα μητρώα αρρένων ή τα δημοτολόγια γενομένης τρία τουλάχιστον έτη προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Εφ’ όσον δεν προσάγεται ληξιαρχική πράξις εξ υπαρχής συντεταγμένη, ως ημέρα γεννήσεως λογίζεται η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως. ιε)Ησφαλισμένοι εξαρχόμενοι της υπηρεσίας από της ισχύος του Α.Ν. 1846/51 λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος και μη δικαιούμενοι συντάξεως κατά (Αντί της σελ. 335(γ) Σελ. 335(δ) Τεύχος 435 – Σελ. 3 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 49 τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, ως και οι δικαιοδόχοι αυτών, δικαιούνται τοιαύτης κατά τας διατάξεις της Νομοθεσίας του ΙΚΑ, εάν πληρούν τας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως τας καθοριζομένας υπό ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει το ποσόν της συντάξεως και η εν γένει συνταξιοδοτική κατάστασις των ησφαλισμένων τούτων, διέπεται από της Νομοθεσίας του ΙΚΑ». Το άρθρ. 15 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 67064/Σ. 670 της 19 Νοέμ./4 Δεκ. 1957 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. Δικαιώματα (εμμέσως ησφαλισμένων). Ι.Δικαιούχοι Άρθρ.16.-«1.Εις περίπτωσιν α)θανάτου ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) έχοντος συμπληρώσει δεκαετή συντάξιμον υπηρεσίαν, β)θανάτου ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος εν τη ασκήσει της υπηρεσίας, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας προς ον θάνατον εξομοιούται και θάνατος επελθών εις ησφαλισμένον (ησφαλισμένην) μετά την κήρυξιν του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μέχρι της λήξεως της εμπολέμου καταστάσεως εξ αιτίας γεγονότων του πολέμου ή εκ γεγονότων οπωσδήποτε συνδεομένων προς το Κίνημα και την ανταρσίαν, μη οφειλομένων δε πάντως εις συμμετοχήν του παθόντος εις ταύτα και γ)θανάτου συνταξιούχου, δικαιούνται ασφαλιστικών παροχών τα κάτωθι πρόσωπα υπό τους εξής περιορισμούς: α)Η χήρα σύζυγος επί ησφαλισμένης δε ο επιζών ανάπηρος και άπορος σύζυγος. Τα άγαμα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα και επί ησφαλισμένης τα νόθα) και η χήρα μήτηρ η συντηρουμένη υπό του θανόντος. β)Η μήτηρ ή ο ανάπηρος και άπορος πατήρ, οι έγγονοι και οι πρόγονοι. γ)Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί ή αδελφαί. 2.Τα εν τοις εδαφ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 αναφερόμενα πρόσωπα θεωρούνται ως δικαιοδόχοι του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου εφ’ όσον συνετηρούντο και συνεβίον μετ’ αυτού. Θεωρείται ότι υπάρχει συμβίωσις και εάν δια σοβαρούς λόγους κρινομένους υπό του Δ. Συμβουλίου τα εν λόγω πρόσωπα δεν διαμένουσιν υπό την αυτήν στέγην. 3.Εκάστη τάξις δικαιοδόχων αποκλείει την επομένην. ΙΙ.Προϋποθέσεις μεταβιβάσεις δικαιωμάτων εις δικαιοδόχους 1.Η χήρα δικαιούται συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχής. Α΄.Εφ’ όσον δεν είχεν διαζευχθεί μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν έν έτος τουλάχιστον προ του θανάτου αυτού πλην αν α)ο θάνατος επήλθεν συνεπεία ατυχήματος ή Σελ. 336(δ) Τεύχος 435 – Σελ. 4 οξείας νόσου, β)υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εν καταστάσει εγκυμοσύνης, οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος μεταξύ γάμου και του θανάτου και Β΄«Γυνή ερχομένη εις γάμον μετά συνταξιούχου του Ταμείου δεν δικαιούται συντάξεως εάν ο θάνατος του συνταξιούχου επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, πλην αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α΄, β΄ και γ΄ του εδαφ. Α΄ αναφερομένων οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος μεταξύ γάμου και θανάτου». Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως ανω δια της υπ’ αριθ. 11324/Σ. 113 της 29 Μαρτ./4 Απρ. 1958 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. 2.Προς την χήραν εξομοιούται και ο ανάπηρος ή ο συμπληρώσας το 60ον έτος της ηλικίας του και άπορος χήρος. 3.«Τα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα, νόθα), δικαιούνται συντάξεως, ή εφ’ άπαξ παροχών, εφ’ όσον κατά την εποχήν του θανάτου ησφαλισμένου (ή ησφαλισμένης) ή συνταξιούχου δεν έχουσι συμπληρώσει το 19ον έτος της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και το 30όν προκειμένου περί θηλέων και είναι άγαμα πλην της περιπτώσεως σπουδής των αρρένων τέκνων ότε το ως άνω χρονικόν όριον της ηλικίας των παρατείνεται μέχρι πέρατος των σπουδών των και ουχί πέραν του 23ου έτους της ηλικίας των. Η υιοθεσία να έχη λάβει χώραν τουλάχιστον πέντε έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως, εις τον θετόν γονέα, πλην αν ο θάνατος επήλθε συνεπεία βιαίου συμβάντος οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο εν τω μεταξύ χρόνος». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δυνάμει της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων απόρων και ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και δι’ όσον χρόνον υφίστανται αμφότεραι αι προϋποθέσεις αύται. Η ανικανότης διαπιστούται κατά τους ορισμούς του άρθρ. 8 του Καταστατικού η δε απορία κρίνεται ανελέγκτως υπό του Δ.Σ. λαμβάνοντος υπ’ όψει βεβαίωσιν Δημοσίας ή Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής ως και οιαδήποτε έτερα στοιχεία ων την προσκόμισιν ήθελε κρίνει τούτο απαραίτητον». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 120/Σ. 2 της 31 Μαΐου/11 Ιουν. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 261) αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 50 4.Η χήρα μήτηρ δικαιούται συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχών εφ’ όσον συμβιούσα μετά του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου συνετηρείτο παρ’ αυτού. 5.Οι γονείς, οι έγγονοι και οι πρόγονοι δικαιούνται συντάξεως ή εφ’ άπαξ παροχών, εφ’ όσον η συντήρησις τούτων εβάρυνε τον θανόντα. Ως ανάπηρος θεωρείται και ο πατήρ αποθανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ο συμπληρώσας το 60όν έτος της ηλικίας του. Επί εγγονών και προγόνων εφαρμόζονται τα εν τη παρ. 3 του παρόντος αναφερόμενα όρια ηλικίας. 6.Οι αδελφοί δικαιούνται παροχών, υφ’ ας προϋποθέσεις και οι εν τη παρ. 3 του παρόντος αναφερόμενοι δικαιοδόχοι. 7.Η εις τα δικαιούμενα πρόσωπα απονεμηθείσα σύνταξις εάν μεταγενεστέρως παύση οπωσδήποτε να χορηγήται αυτοίς, δεν μεταβιβάζεται εις τα πρόσωπα της επομένης τάξεως». Αι παρ. Ι και ΙΙ ετροποποιήθησαν ως άνω δια των υπ’ αριθ. 24486 της 16 Σεπτ./28 Οκτ. 1943 και 1604/Σ. 44 της 27 Απρ./5 Μαΐου 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας. ΙΙΙ.Περιοδικαί παροχαί δικαιοδόχων 1.«Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 2.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται έκαστον τέκνον ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων, η κατά το ανωτέρω εδάφιον σύνταξις αυτού τριπλασιάζεται. Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων, δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως, τα 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον των συντάξεων, υπερβαίνει τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιούμενου μειούται αναλόγως. 3.Οι περί ων το εδάφ. 5 της παρ. ΙΙ του παρόντος άρθρου γονείς, έγγονοι και προγονοί δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή επί υπαρχόντων τοιούτων, δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλήται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγόνου προγονού, του πατρός ή της χήρας μητρός, ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της δε χήρας μητρός προς τα 40% του ποσού της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των γονέων, εγγόνων και προγονών να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης περιόδου του παρόντος εδαφίου το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), εν δε τη δευτέρα περιπτώσει το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας (χήρου) ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τελευταίου υπεδαφίου του εδάφ. 2 της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω». Αι παρ. 1-4 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ. 1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 5.Τα εν τη παρ. 4 του παρόντος αναφερόμενα ισχύουσι δια την περίπτωσιν της συνταξιοδοτήσεως των αδελφών. 6.Εν περιπτώσει ανικανότητος προς εργασίαν ενός των ως άνω δικαιούχων συντάξεως, η σύνταξις τούτου δύναται ν’ αυξηθή κατά 15% επί πλέον χωρίς η τοιαύτη επαύξησις να θίγη οπωσδήποτε τα δικαιώματα των λοιπών δικαιουμένων συντάξεως προσώπων. «7.Δια την εξεύρεσιν των συντάξεων των δικαιοδόχων λόγω θανάτου ησφαλισμένου, η σύνταξις του θανόντος υπολογίζεται ως θα υπελογίζετο αύτη αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ούτος ανίκανος λόγω επαγγελματικής ανικανότητος. Εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν προδήλως και αναμφισβήτως κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του ή εξ αιτίας ταύτης, η σύνταξις του θανόντος υπολογίζεται: α)εφ’ όσον ούτος έχει συντάξιμον χρόνον ελάσσονα των 20 ετών, ως θα υπελογίζετο αύτη αν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ούτος ανίκανος λόγω πλήρους ανικανότητος προς πάσαν εργασίαν άνευ όμως των προσαυξήσεων της παρ. 4 του άρθρ. 21, β)εφ’ όσον ούτος έχει συντάξιμον χρόνον, μείζονα των 20 ετών ως θα υπελογίζετο αύτη αν κατά την ημέραν του θανάτου είχε 35ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, άνευ των προσαυξήσεων της παρ. 4 του άρθρ.
  5. Το σύνολον πάντως της συντάξεως εκάστης ομάδος δικαιοδόχων εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται να υπερβή το 90% της κατά τα ανωτέρω υπολογιζομένης συντάξεως του θανόντος, μειουμένης εν εναντία περιπτώσει της συντάξεως εκάστου μέλους της ομάδος αναλόγως». Η παρ. 7 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπουργ. Κοινων. Υπηρεσιών. 8.Πάσα μεταβολή εις τον αριθμόν των δικαιουμένων προσώπων προερχομένη εκ γάμου, ενηλικιώσεως των ορφανών ή αδελφών ή θανάτου, επιφέρει αύξησιν της συντάξεως των λοιπών δικαιουμένων προσώπων εντός των καθοριζομένων ποσοστών συντάξεως ενός εκάστου. (Αντί για τη σελ. 336,01) Σελ. 336,01(α) Τεύχος 726 – Σελ. 117 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 51 «9.Εν περιπτώσει θανάτου αμέσως ησφαλισμένου ή αμέσως συνταξιούχου καταβάλλεται ως έξοδα κηδείας, ποσόν ίσον προς το εκάστοτε καταβαλλόμενον υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα δια την καταβολήν των εξόδων κηδείας υποβλητέα δικαιολογητικά, καθορίζονται δια γενικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου». Η παρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπουργ. Κοινων. Υπηρεσιών. Σελ. 336,02(α) Τεύχος 726 – Σελ. 118 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 52 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Πόροι Άρθρ.17.-Πόροι του Ταμείου τακτικοί και έκτακτοι, εισίν οι ακόλουθοι: 1.Τακτικοί «α.Οι αποδοχές του πρώτου μήνα κάθε ασφαλισμένου, οι οποίες καταβάλλονται σε 12 συνεχείς άτοκες δόσεις, από το διορισμό τους. Ειδικά, για τους έκτακτους με σύμβαση κ.λπ. υπάλλήλους, η καταβολή των δόσεων αρχίζει μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου υπηρεσίας. Ποσά που έχουν καταβληθεί επιπλέον των παραπάνω, δεν αναζητούνται». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ. 26/3218/5-17 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Β΄ 164) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «β.Η διαφορά μισθού λόγω προσαύξησης ένεκα πολυετούς υπηρεσίας ή λόγω αλλαγής μισθολογικού κλιμακίου καταβαλλομένη εφάπαξ» Η περίπτ. β τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/23/3/2084/27 Οκτ. - 24 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 681) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. γ)«Εισφορά 10% κατά μήνα επί των αποδοχών εκάστου ησφαλισμένου». Το εδάφ. γ΄ αντικατασταθέν δια των υπ’ αριθ. Φ. 23/2/15649 της 24 Νοεμ./8 Δεκ. 1970 (ΦΕΚ Β΄ 886) και δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 23/3/ 6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 745) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23/3/4090 της 25 Αυγ./20 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1034) ομοίας. δ)«Εισφορά 15% κατά μήνα των εργοδοτών, επί των αποδοχών εκάστου ησφαλισμένου, ως και ισόποσος εισφορά τούτων προς τας ανωτέρω των εδαφ. α΄ και β΄ καταβολάς των ησφαλισμένων». Το εδάφ. δ΄ τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 45371/Σ. 384 της 14 Μαΐου/30 Ιουν. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 392) αποφ. Υπ. Εργασίας και αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 745) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23/3/4090 της 25 Αυγ./20 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1034) ομοίας. «ε.Οι αποδοχές των ασφαλισμένων που υπόκεινται σε εισφορές για τους δύο κλάδους ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί την 1.9.1990, θα αναπροσαρμόζονται στο εξής: α)Με το ποσοστό της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.) που χορηγείται στις αποδοχές των μισθωτών του Δημόσιου τομέα και με την ίδια κλιμάκωση ή με την με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αύξηση των αποδοχών των ασφαλισμένων. β)Με την αύξηση που χορηγείται στις αποδοχές των ασφαλισμένων βάσει της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΥΓΟ». Η περίπτ. ε΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ26/2664/16-21 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 733) απόφ. Υπουρ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. στ.«Οι εισφορές για πλήρη απασχόληση δεν μπορεί να υπολογίζονται σε αποδοχές κατώτερες απ’ αυτές που καθορίζονται κάθε φορά από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας του κάθε Κλάδου ή από το 25πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κάθε φορά προκειμένου για ανειδίκευτους εργάτες». Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ26/2664/16-21 Νοεμ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 733) απόφ. Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Οι ασφαλισμένοι, εκτός των καθαριστριών, των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές είναι ανώτερες του 75% του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, θεωρούνται ότι έχουν πλήρη απασχόληση. Οι καθαρίστριες των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές είναι ανώτερες του 50% του 25πλάσιου του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, θεωρούνται ότι έχουν πλήρη απασχόληση. Αν οι μηνιαίες αποδοχές των ασφαλισμένων εκτός των καθαριστριών, είναι κατώτερες του 75% του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου αυτής της περίπτωσης, υπολογίζονται τόσες ημέρες ασφάλισης όσες προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του, δια του αριθμού που προκύπτει από τη διαίρεση του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών με τον αριθμό
  6. Αν οι αποδοχές των καθαριστριών είναι κατώτερες του 50% του 25πλάσιου του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, υπολογίζονται τόσες ημέρες ασφάλισης όσες προκύπτουν από τη διαίρεση του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών τους δια του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη όπως ισχύει κάθε φορά». Η περίτπ. στ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 23/1168/19-26 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Β΄ 264) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 337(ν) Σελ. 337(ξ) Τεύχος 1203 – Σελ. 27 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 53 2.Έκτακτοι α)Τα εκ της περιουσίας του Ταμείου έσοδα. β)Τα επιβαλλόμενα εις τους ησφαλισμένους πρόστιμα. γ)Αι περικοπτόμεναι λόγω αυθαιρέτων απουσιών των ησφαλισμένων αποδοχαί και δ)Αι προς το Ταμείον επιχορηγήσεις Οργανισμών, Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου ή Κοινωφελούς χαρακτήρος, εν οις και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ως και αι τυχόν δωρεαί και κληροδοτήσεις. Βεβαίωσις πόρων – Υποχρεώσεις Εργοδοτών Άρθρ.18.-1.Οι κατά τα ανωτέρω πόροι βεβαιούνται υπό του Ταμείου επί τη βάσει του παρόντος Καταστατικού και του Α.Ν. 1154, ως ούτος συνεπληρώθη μεταγενεστέρως και των λαμβανομένων εκάστοτε, συμφώνως ταις διατάξεσι τούτων αποφάσεων των οικείων Οργανισμών και των Οργάνων της Διοικήσεως αυτών καταβάλλονται δε ως ακολούθως: 2.Αι εργοδότιδες Γεωργικαί Συνετ/και Οργανώσεις υποχρεούνται κατά μήνα να κρατώσιν υπέρ του Ταμείου εκ των αποδοχών των ησφαλισμένων, των μεν κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος παρ’ αυταίς υπηρετούντων άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εις την Εφημ. της Κυβερνήσεως και άνευ άλλης τινός ειδοποιήσεως, δια δε τους προσληφθησομένους ακολούθως εις την υπηρεσίαν αυτών από της πρώτης μισθοδοσίας των. α)Τας κατά τα άρθρ. 17 και 31 καταβολάς ησφαλισμένων. β)Τα ποσά των επιβαλλομένων εις τούτους προστίμων και των περικοπτομένων δι’ αυθαιρέτους απουσίας αποδοχών αυτών εκ της μισθοδοσίας του επομένου, τη κοινοποιήσει της ποινής μηνός. 3.Τα ανωτέρω ποσά ως και η ανάλογος εισφορά της εργοδότιδος Οργανώσεως αναγραφομένη υπό των Προϊσταμένων του Γραφείου και του Λογιστηρίου καθώς και του Ταμείου της Εργοδότιδος Οργανώσεως. 4.Της καταστάσεως ταύτης το έν αντίτυπον υποβάλλεται κατά την ημέραν της μισθοδοσίας εις το Ταμείον Συντάξεως και Προνοίας του Προσωπικού Γεωργικών Συν/κών Οργανώσεων δια ταχυδρομήσεως αυθημερόν, το έτερον παραμένει παρά τη Εργοδότιδι Οργανώσει και το τρίτον παραδίδεται εις τον Ταμίαν της Οργανώσεως. 5.«Οι προϊστάμενοι της Υπηρεσίας και του Λογιστηρίου της Εργοδότιδος Οργανώσεως ευθύνονται έναντι του Ταμείου δια τε την ακριβή και την έγκαιρον σύνταξιν και υποβολήν της καταστάσεως, η δε παράβασις αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα κατά τα δια του Οργανισμού της Π.Σ.Ε.Γ.Σ. ορισθησόμενα». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 12859 της 26 Ιουν./9 Ιουλ. 1942 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 338(ξ) Τεύχος 1203 – Σελ. 28 6.«Αι εργοδότιδες Γεωργικαί Συνεταιρικαί Οργανώσεις υποχρεούνται: α)Να επιτρέπωσιν εις τα όργανα του Ταμείου την εξέτασιν των βιβλίων ή καταστάσεων μισθολογίου και επιτόπιον έρευναν προς διαπίστωσιν της ακριβείας των εν αυταίς εγγραφών. β)Να παρέχουν εις τα εν λόγω όργανα πάσαν πληροφορίαν δυναμένην να καταστήση ευχερή και αποτελεσματικήν την ενάσκησιν του ελέγχου. γ)Τα όργανα του Ταμείου υποχρεούνται να τηρώσιν απόλυτον εχεμύθειαν δια παν, ό,τι κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων των υποπίπτει εις την αντίληψιν αυτών και δεν αφορά την εφαρμογήν του παρόντος. δ)Εάν αι ως άνω εργοδότιδες οργανώσεις εκ προθέσεως ή βαρείας αμελείας παραβαίνουν την υποχρεώσιν προς τήρησιν και διαφύλαξιν των περί ων ανωτέρω βιβλίων και μισθολογικών καταστάσεων ή δεν τηρή ταύτα προσηκόντως αι καταβλητέαι εισφοραί καθορίζονται κατά την ανεξέλεγκτον κρίσιν του Ταμείου». Η παρ. 6 προσετέθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1604/Σ. 44 της 27 Απρ./5 Μαΐου 1950 απόφ. Υπ. Εργασίας. «7.Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να ενημερώνει το Ταμείο για τις παραλείψεις του εργοδότη του που αφορούν την ασφάλισή του. Κατά τη διάρκεια του χρόνου της απασχόλησής του στον ίδιο εργοδότη, ο ασφαλισμένος δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του από το Ταμείο την ασφάλισή του για τις ημέρες απασχόλησής του για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές. Ο ασφαλισμένος που αποχωρεί ή απολύεται από την εργασία του, υποχρεούται μέσα σε προθεσμία έξι

(6)μηνών που αρχίζει από την ημέρα της αποχώρησής του ή απόλυσής του, να δηλώσει στο Ταμείο τις ημέρες απασχόλησης που πραγματοποιήθηκαν στον εργοδότη στον οποίο απασχολήθηκε πριν από την αποχώρηση ή απόλυσή του, για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν στο Ταμείο οι ασφαλιστικές εισφορές. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να αποδείξει την απασχόλησή του για τις ημέρες που δεν καταβλήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές. Πάντως, για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν αναγνωρίζεται χρόνος απασχόλησης πριν από την πενταετία από την ημέρα που υποβάλλεται στο Ταμείο η σχετική αίτηση». Η παρ. 7 προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ. 23/1168/19-26 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Β΄ 264) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 54 «8.Με αποφάσεις του Δ.Σ., πλήρως αιτιολογημένες, παρέχεται η ευχέρεια της εξοφλήσεως σε μηνιαίες δόσεις, των προς το Ταμείο οφειλών εκ καθυστερουμένων ασφ. εισφορών, προσθέτων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατ’ ανώτατον όριο, τις 24 δόσεις. Η ως άνω ρύθμιση λαμβάνει χώραν μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου οφειλέτη, η οποία θα γίνεται αποδεκτή με την προκαταβολή του 10% του οφειλομένου ποσού καθώς και την καταβολή των τρεχουσών εισφορών. Οι προαναφερόμενες αποφάσεις του Δ.Σ. πρέπει να εκδίδονται ειδικώς για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του ύψους του χρέους και της οικονομικής κατάστασης του υποχρέου και μετά προηγούμενη διαπίστωση ότι η καθυστέρηση υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη. Κατ’ εξαίρεση και εφόσον το συνολικό ποσό της οφειλής είναι πάνω από 100.000.000 δρχ. μπορεί με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. να αυξηθεί ο αριθμός των δόσεων σε 36 κατ’ ανώτατο όριο. Η πρώτη δόση θα καταβάλλεται τον επόμενο μήνα από της κοινοποιήσεως προς τον οφειλέτη της απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή 3 συνεχών δόσεων καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπάγεται την αμετάκλητη απώλεια του παρασχεθέντος ευεργετήματος της τμηματικής εξοφλήσεως των οφειλομένων εισφορών και την απώλεια δικαιώματος επανυποβολής νέας αίτησης για ρύθμιση οφειλών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλομένου ποσού από κύρια εισφορά μετά των αναλογούντων προσθέτων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων». Η παρ. 8 προστέθηκε από την Β/23/2508/2530 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 600) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «Κατ’ εξαίρεση με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. δύναται να παρέχεται η ευχέρεια στον οφειλέτη να ρυθμίζει για μία εισέτι φορά την οφειλή μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, αν και είχε απωλέσει το δικαίωμα της ρύθμισης, λόγω μη καταβολής οφειλομένης σε αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία αυτού. Η ρύθμιση θα γίνεται με την προϋπόθεση της καταβολής των τρεχουσών εισφορών». Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την Β/23/2839/7-13 Σεπτ. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 685) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Μετά τη σελ. 338(ξ) Σελ. 338,01(γ) Τεύχος 1203 – Σελ. 29 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 55 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 56 Είσπραξις καταβολών και εισφορών Άρθρ.2.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου. α)Εκ του Προέδρου. β)Εκ δύο Δημοσίων υπαλλήλων εξ ων ο 1 του Υπουργείου Εργασίας και ο έτερος του Υπουργείου Γεωργίας. γ)εξ 1 εκπροσώπου των Γεωργικών Συνεταιρισμών. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων εξ ων ο 1 να τυγχάνη μέλος της Ο.Σ.Υ.Γ.Ο. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εκ 2 προσώπων εχόντων πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται επί πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνεται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων εργοδοτικών, επαγγελματικών ή άλλων συναφών εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των εργατικών και εργοδοτικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπου των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. (Αντί των σελ. 327(α) και 328,01) Σελ. 327(β) 250 – 043 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 41 Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71004 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχείον δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών Επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Σ. ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Διαταγμάτων και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελεν συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβερνητικού Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελεν διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συΣελ. 328(β) 250 – 044 νόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβερνητικού Επιτρόπου. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τουλάχιστον τρίτων του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμημ/χού β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ. Συμβουλίου. 6.«Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντος τουλάχιστον 7 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητας υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71004 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 7.Δεν διορίζονται μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου: α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη ή να διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο τελών εις οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς το Ταμείον. δ)Ο μη έχων ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του. ε)Ο μη έχων την Ελληνικήν Ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Συμβουλίου ο μη συμπληρώσας τριετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν επέλευσις λόγου τινός εκ των υπό στοιχ. β΄-ε΄ αναφερομένων, ως και η αποβολή της ιδιότητος υφ’ ην εγένετο ο διορισμός μέλους τινός του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπουργού Εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Δ.Σ. ή και αυτεπαγγέλτως. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 42 8.Δύναται ο Υπουργός Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να κηρύσση έκπτωτον μέλος τούτου όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάσει επί τρεις τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις του Συμβουλίου. 9.Τα εις αντικατάστασιν εκπιπτόντων, αποβιούντων οπωσδήποτε αποχωρούντων διοριζόμενα μέλη διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των εκπεσόντων ή αποβιωσάντων ή αποχωρούντων μελών. 10.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αύτη παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού των νέων μελών ουχί όμως πάντως πέραν του τριμήνου από της λήξεώς της. 11.Τα μέλη του Δ.Σ. υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαύουν της υπέρ αυτών θεσπισμένης προστασίας. 12.Χρέη Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου εκτελεί εις των υπαλλήλων του Υπουγείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργείου Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. 13.Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβερνητικός Επίτροπος του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, τα λοιπά μέλη του Διοικ. Συμβουλίου ως και ο γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία, της θητείας των ήδη διωρισμένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της περί ης ανωτέρω αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πάσα διάταξις της διεπούσης το Ταμείον Νομοθεσίας αντικειμένη εις τας διατάξεις της παρούσης καταργείται. Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 5104/Σ. 165 της 20/27 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αμοιβή μελών Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.19.-«1.Τα ποσά των καταβολών ησφαλισμένων του εδαφ. α΄ της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρ. 18 και της παρ. 2 του άρθρ. 31 μετά της ισοπόσου προς ταύτας εισφοράς της Εργοδότιδος Συνεταιριστικής Οργανώσεως καθώς και των κρατήσεων του εδαφ. β΄ της αυτής παραγράφου του άρθρ. 18 και της παρ. 3 του άρθρ. 31 μετά του τρίτου αντιτύπου της κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρου καταστάσεως κατατίθενται υπό προσωπικήν ευθύνην του Προέδρου και Διευθυντού της Εργοδότιδος Οργανώσεως, εις το εν τη περιφερεία ταύτης Υποκατάστημα ή Πρακτορείον μιας ή πλειόνων εκ των Τραπεζών Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Αθηνών, Εμπορικής Πίστεως, Αγροτικής, Λαϊκής, Ιονικής, Εμπορικής και Ελλάδος, κατά τας περί τούτο αποφάσεις του Δ.Σ. δια λογαριασμόν του Ταμείου, εντός μηνός από της καταβολής των αποδοχών των ησφαλισμένων». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 60983/Σ. 683 της 20 Οκτ./2 Νοεμ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.«Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της ανωτέρω παραγράφου, επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους ίσου προς 20% τούτων, εκτός εάν ο υπόχρεως δια την καταβολήν εργοδότης προβή εις εξόφλησιν των καθυστερουμένων εισφορών προ πάσης καταλογιστικής πράξεως ή και το βραδύτερον εντός μηνός από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της σχετικής καταλογιστικής πράξεως, ότε το πρόσθετον τέλος περιορίζεται εις 10%. Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ. 1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. 3.«Αι καθυστερούμεναι εισφοραί και συνεισφοραί από της ενάρξεως λειτουργίας του Ταμείου, ήτοι από της 22 Ιαν. 1940 μέχρι της 11 Νοέμ. 1944 καταβάλλονται εις το Ταμείον προς 10% επί των αποδοχών του ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της καταβολής. Εις την καταβολήν ταύτην υποχρεούται η Γεωργική Συνεταιριστική Οργάνωσις εάν έχη ενεργήση κρατήσεις κατά την εν λόγω περίοδον χωρίς να καταθέτη ταύτας εις το Ταμείον, άλλως αι οφειλαί αύται βαρύνουν, κατά το ήμισυ τον ησφαλισμένον και κατά το έτερον ήμισυ τους εργοδότας παρ’ οις υπηρέτει κατά τον χρόνον εκείνον. Από τους ησφαλισμένους δια τους οποίους επήλθεν εν τω μεταξύ ασφαλιστική περίπτωσις η είσπραξις των καθυστερουμένων τούτων οφειλών ενεργείται από την σύνταξίν των είτε λαμβάνουν ταύτην οι ίδιοι ως αμέσως συνταξιούχοι, είτε οι δικαιοδόχοι των και επί τη βάσει των αποδοχών ας θα ελάμβανον οι πρώτοι εάν κατά την ημέραν της ενάρξεως καταβολής του ποσού των οφειλών διετηρούντο εις την υπηρεσίαν». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως άνω από την 8705/Σ. 142/12 Φεβρ. - 7 Μαρτ. 1951 απόφ. Υπουργ. Εργασίας. «4.α)Οι απαιτήσεις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων πάσης φύσεως εισφορών, πόρων αυτού και προσθέτων τελών κ.λπ. εισπράττονται κατά τη διαδικασία του Ν.Δ. 356/74 «περί Κώδικος εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» με δικά του όργανα, χωρίς να αποκλείεται η παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. β)Όλα τα έξοδα που απαιτούνται για τη λήψη, από μέρους του Ταμείου, μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, βαρύνουν τελικά τον οφειλέτη και συνεισπράττονται κατά προτεραιότητα κατά τη μερική ή ολική εξόφληση της οφειλής. Τα έξοδα αυτά που προκαταβάλλει το Ταμείο στους δικαιούχους (δικαστικούς επιμελητές κ.λπ.) και βαρύνουν τον οφειλέτη, υπόκεινται σε 20ετή παραγραφή». Η παρ. 4 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β/23/2078/7 Οκτ.- 4 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 580) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.α)Πράξεις ή αποφάσεις που αφορούν διαφορές σχετικά με την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκεια αυτής, τις καταβλητέες εισφορές (εργοδοτών – ασφαλισμένων), προσβάλλονται μέσα σε 30 ημέρες από την κοινοποίηση της σχετικής Πράξης της Υπηρεσίας ή της σχετικής απόφασης Δ/ντού, ενώπιον του Δ.Σ. του Ταμείου, τυχόν δε υποβολή ενστάσεως δεν αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων της Υπηρεσίας. β)Οι αποφάσεις του Δ.Σ., προσβάλλονται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών και για τους διαμένοντες στο εξωτερικό σε προθεσμία 90 ημερών, από της κοινοποιήσεώς τους, ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων. 6.α)Εάν κατά τον έλεγχο που διενεργούν τα αρμόδια όργανα του Ταμείου (ελεγκτές – βεβαιωτές) στις επιχειρήσεις, διαπιστωθεί η μη ασφάλιση των εργαζομένων ή η ασφάλιση αυτών με χαμηλότερο μισθό ή ημερομίσθιο ή μικρότερο αριθμό ημερών εργασίας, συντάσσεται εις βάρος της επιχείρησης πράξη επιβολής εισφορών με την οποία καλείται η επιχείρηση εντός 4 ημερών να καταβάλει στο Ταμείο τις καθυστερούμενες εισφορές, με τα αναλογούντα πρόσθετα τέλη. β)Εάν κατά τον έλεγχο που διενεργούν τα αρμόδια όργανα του Ταμείου στις επιχειρήσεις, διαπιστωθεί ότι έχουν καταβληθεί οι σχετικές εισφορές εκπρόθεσμα, συντάσσεται εις βάρους της επιχείρησης πράξη επιβολής πρόσθετου τέλους. (Αντί για τις σελ. 338,01(β) - 340(β) Σελ. 339(γ) Τεύχος 1084 - Σελ. 53 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 57 γ)Η άρνηση ή η δυστροπία εργοδότη προς υποβολήν μισθοδοτικών ή άλλων καταστάσεων του προσωπικού καθώς και λοιπών στοιχείων που αφορούν την ασφάλιση των εργαζομένων προσώπων σ’ αυτόν, παρέχει το δικαίωμα οίκοθεν και κατ’ εκτίμηση των στοιχείων της Υπηρεσίας του Ταμείου σύνταξης πράξης η οποία αποτελεί νόμιμο τίτλο εκτελεστό δυνάμει του οποίου εισπράττονται οι ασφαλιστικές εισφορές και τα αναλογούντα τέλη. 7.Σε περίπτωση μη καταχώρησης μισθωτών στις καταστάσεις μέσα στην προθεσμία καταβολής των αντιστοίχων ασφαλιστικών εισφορών και μετά παρέλευση ενός έτους ή καταχώρησης με ανακριβή στοιχεία, απασχόλησης και αμοιβής, πλην των λοιπών συνεπειών που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, ο εργοδότης επιβαρύνεται με εφάπαξ ποσό εισφορών ίσο με το 50% των οφειλόμενων εισφορών από τις αιτίες αυτές». Οι παρ. 5, 6 και 7 προστέθηκαν από την παρ. 2 της Β/23/2078/7 Οκτ. - 4 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 580) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Τοποθέτησις κεφαλαίων Άρθρ.20.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 16 Π.Δ. 10/7- 24 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 6), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 24/1 Μαρτ. 1991 (κατωτ. αριθ. 34). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ Παροχαί συντάξεως αμέσως ησφαλισμένων Άρθρ.21.-«1.Ως συντάξιμος μισθός επί τη βάσει του οποίου καθορίζεται η σύνταξις λαμβάνεται ποσοστόν 80% του μέσου όρου των εκάστοτε καταβαλλομένων αποδοχών εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου, εφ’ ων αποδίδονται εισφοραί κατά το τελευταίον εικοσιτετράμηνον της υπηρεσίας του ησφαλισμένου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις του πρώτου εδαφίου αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). Σελ. 340(γ) Τεύχος 1084 – Σελ. 54 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 58 «Αυξήσεις των αποδοχών των ησφαλισμένων χορηγούμεναι εντός της τελευταίας τριετίας ενεργού υπηρεσίας του ησφαλισμένου και μη δικαιολογούμεναι εκ των διατάξεων των Κανονισμών των εργοδοτών των ή μη οφειλόμεναι εις εφαρμογήν Κυβερνητικών αποφάσεων, είτε διοικητικών αποφάσεων ή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εις οικειοθελώς παρεχομένας υπό του εργοδότου γενικάς αυξήσεις εις άπαν το προσωπικόν υπό τας αυτάς προϋποθέσεις, δεν συνυπολογίζονται δια την εξεύρεσιν του συνταξίμου μισθού του ησφαλισμένου των αναλογουσών εισφορών εις το επί πλέον ποσόν επιστρεφομένων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις του δευτέρου εδαφίου προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). «Αυξήσεις αποδοχών που χορηγήθηκαν από πρωτοβάθμιες Γεωργικές Συνεταιρικές Οργανώσεις κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συνταξίμων αποδοχών αν εμφανίζουν διαφορά μεγαλύτερη του 6% κάθε χρόνο, από τις αυξήσεις που προβλέπουν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας». Η ανωτέρω διάταξη προστέθηκε από την παρ. 1 της Β2/23/105/1-15 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 65) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Προκειμένου όμως περί ησφαλισμένου αναλαβόντος υπηρεσίαν εις ετέραν Γεωργικήν Συνεταιρικήν Οργάνωσιν επί συμβατικώ μισθώ ηυξημένω εν σχέσει προς τον ον ελάμβανε παρά τη Γεωργική Συνεταιρική Οργανώσει παρ’ η ειργάζετο αμέσως προηγουμένως, ο κατά τ’ ανωτέρω συντάξιμος μισθός του υπολογίζεται επί των αποδοχών του τελευταίου εικοσιτετραμήνου της ενεργού υπηρεσίας του παρά τω προηγουμένω εργοδότη, προσηυξημένων κατά το τυχόν χορηγηθέν εν τω μεταξύ ποσοστόν αυξήσεων των συντάξεων υπό του Ταμείου, εκτός εάν η σύμβασις εργασίας διήρκεσε πλέον της τετραετίας, οπότε ούτος υπολογίζεται επί των αποδοχών του τελευταίου εικοσιτετραμήνου προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας». Το ανωτέρω εδάφιο αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. («Εφ’ όσον εις τον κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον συντάξιμον μισθόν συμπεριλαμβάνονται και οικογενειακά επιδόματα, ο μισθός ούτος αναθεωρείται εκ νέου όταν εκλείψουν, διαρκούσης της συνταξιοδοτήσεως του συνταξιούχου, αι προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιδομάτων τούτων, εφαρμοζομένων αναλόγως των ισχυουσών διατάξεων δια τους εν ενεργεία ησφαλισμένους, δι’ ων προβλέπεται η χορήγησις των οικογενειακών τούτων επιδομάτων».) Το μέσα σε ( ) εδάφιο καταργήθηκε από την Φ26/907/23 Απρ.-12 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Β΄ 450) απόφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η κατάργηση ισχύει από την έναρξη ισχύος της άνω ίδιας Φ26/907/98 απόφασης. Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 4 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών 2.Η σύνταξις συνίσταται μέχρι 25 ετών συνταξίμου υπηρεσίας εις τόσα πεντηκοστά του ανωτέρω συνταξίμου μισθού, όσα είναι τα έτη της συνταξίμου υπηρεσίας. Μετά την συμπλήρωσιν 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας η σύνταξις αύτη προσαυξάνεται κατά δύο πεντηκοστά του ως ανωτέρω συνταξίμου μισθού δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας από του 25 έτους μέχρι του 30 έτους συμπεριλαμβανομένου και κατά τρία πεντηκοστά του αυτού ως ανωτέρω μισθού δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας από του τριακοστού πρώτου μέχρι του τριακοστού πέμπτου συμπεριλαμβανομένου. (Αντί για τη σελ. 341(ι) Σελ. 341(ια) Τεύχος 1323 Σελ. 77 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 59 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 60 3.Ο καθορισμός της συντάξεως ανικανότητος των δικαιουμένων τοιαύτης βάσει των διατάξεων της παρ. ε΄ του άρθρ. 15 ενεργείται υπολογιζομένου ως χρόνου υπηρεσίας, κατ’ ελάχιστον α)25 μεν ετών συνταξίμου υπηρεσίας εφ’ όσον επήλθε μόνον επαγγελματική ανικανότης το ποσοστόν της οποίας εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται να είναι κατώτερον του 60% δια την άσκησιν των καθηκόντων του παθόντος εν τη υπηρεσία του ή παρεμφερή Οργανισμώ, β)τριάκοντα δε ετών συνταξίμου υπηρεσίας, εφ’ όσον επήλθε πλήρης ανικανότης προς πάσαν εργασίαν. 4.Το ποσόν των υπό του Ταμείου καταβαλλομένων συντάξεων εις τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50% μεν εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου κατά 30% δε, εφ’ όσον η αναπηρία καθιστά απολύτως αναγκαίαν, δια τας μετακινήσεις του συνταξιούχου, την χρησιμοποίησιν μεταφορικού μέσου (πάθησις κάτω άκρων). «Κατ’ εξαίρεσιν, χορηγείται εις τους αμέσους συνταξιούχους, προσαύξησις κατά 50% επί της συντάξεως, εφ’ όσον ούτοι κατά και μετά την συνταξιοδότησίν των ,κατέστησαν τυφλοί». Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 5 της Β2/23/3/2250/3 - 27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 5.«Το ποσόν της περιοδικής παροχής (εκ του Κλάδου Συντάξεως) μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων ή επιδομάτων δεν δύναται να υπερβή τον συντάξιμον μισθόν του ησφαλισμένου ως ούτος καθορίζεται εν παρ. 1 του άρθρ. 21 του Καταστατικού. Εις τον εν λόγω περιορισμόν δεν υπάγονται οι χορηγούμεναι δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας αυξήσεις, λόγω των κρατουσών οικονομικών συνθηκών, εκδιδομένων κατά τον Νόμ. 19/1944, ως και αι χορηγούμεναι αυξήσεις δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εις εφαρμογήν των περί ανακαθορισμού κ.λπ. καταστατικών διατάξεων. Πάντως το υπό των συνταξιούχων λαμβανόμενον ποσόν, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή τον συντάξιμον μισθόν του εδαφ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17». Το τελευταίον εδάφ. της παρ. 5 είχεν αντικατασταθή δια της υπ’ αριθ. 25127/Ε. 301 της 12 Μαρτ./5 Απρ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 209), πλην η απόφασις αύτη ανεκλήθη αφ’ ης ίσχυσε δια της υπ’ αριθ. 48842/Σ. 413 της 2/29 Ιουν. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 402). Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. 6.Συνταξιούχοι του Ταμείου, τυχόντες συντάξεως επί τη βάσει των διατάξεων των ισχυουσών προ της δημοσιεύσεως της παρούσης δύνανται να αιτήσωνται εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας, αρχομένης από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον ανακαθορισμόν της συντάξεώς των επί τη βάσει των διατάξεων της παρούσης. 7.Τυχόν αμφισβητήσεις κατά την εφαρμογήν της παρ. 4 του παρόντος άρθρου επιλύονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του παρά τω Υπουργείω Εργασίας Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως». Το άρθρ. 21 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 8607/Ε. 191 της 7/21 Φεβρ. 1956 απόφ. Υπ. Εργασίας. Επιστροφή εισφορών. Άρθρ.22.-«Δικαιούνται εις ανάληψιν των ατομικών του ησφαλισμένου εισφορών ατόκως, μόνον και εφ’ όσον καθ’ απάσας τας κατωτέρω περιπτώσεις, δεν πληρούνται αι προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως παρά του Ταμείου και δεν υφίσταται περίπτωσις όπως ο χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω συνυπολογισθή εις χρόνον ασφαλίσεως παρ’ ετέρω ή ετέροις Οργανισμοίς Κοινωνικής Ασφαλίσεως δια την απονομήν ή επαύξησιν συντάξεως παρ’ ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού α)ο ησφαλισμένος ο αποχωρών της Υπηρεσίας λόγω διαρκούς ολικής ανικανότητος προς εργασίαν του ή λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας προς απονομήν συντάξεως και β)τα μέλη οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου». Το άρθρ. 22 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 62746/Σ. 697 της 29 Οκτ./7 Νοεμ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.«Ησφαλισμένοι εξελθόντες της υπηρεσίας μέχρι της ημέρας της δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 62746/Σ. 697/28.10.56 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δι’ οιανδήποτε αιτίαν άνευ δικαιώματος συντάξεως και αναλαβόντες τας εισφοράς του Κλάδου Συντάξεως υπαγόμενοι μεταγενεστέρως εις την ασφάλισιν του Ταμείου, δικαιούνται, μετά την συμπλήρωσιν πενταετούς εκ νέου υπηρεσίας εις Γεωργικάς Συνεταιρικάς Οργανώσεις, να αναγνωρίσουν τον χρόνον της προτέρας υπηρεσίας των, ως χρόνον πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας δια την μετά την ίδρυσιν του Ταμείου περίοδον επί τη καταβολή δια την τοιαύτην εξαγοράν της εκάστοτε ισχυούσης εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου επί των αποδοχών του χρόνου υποβολής της σχετικής αιτήσεως αυτών. Η αναγνώρισις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου, υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης και δια τους μεταγενεστέρως υπαγομένους εκ νέου εις την (Αντί για τη σελ. 343(θ) Σελ. 343(ι) Τεύχος Ι – 13 – Σελ. 139 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 61 ασφάλισιν, εντός έτους από της συμπληρώσεως πενταετίας από της επανόδου των. Το ποσόν της εξαγοράς όπερ δεν δύναται να είναι κατώτερον του αναληφθέντος υπό του ησφαλισμένου ποσού μετά του νομίμου τόκου, δύναται να εξοφληθή και εις δόσεις καθοριζομένας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και μη υπερβαινούσας τον αριθμόν των μηνών του αναγνωριζομένου χρόνου». Η παρ. 2 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 96464/Σ. 903 της 19 Δεκ. 1964/5 Ιαν. 1965 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 3) Καταβολή συντάξεων Άρθρ.23.-«1.Οι συντάξεις καταβάλλονται στους δικαιούχους ή στους πληρεξούσιους αυτών που έχουν πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο και αποστέλλονται με επιταγή ή γίνεται πίστωση του ατομικού λογαριασμού του συνταξιούχου σε Τράπεζα που ορίζει το Ταμείο. Οι συντάξεις καταβάλλονται το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα του προηγούμενου εκείνου για τον οποίο οφείλονται, ανάλογα με τη δυνατότητα του Ταμείου. 2.Κάθε συνταξιούχος έχει την υποχρέωση να γνωστοποιεί στο Ταμείο, το αργότερο μέσα σε ένα τρίμηνο, με υπεύθυνη δήλωση του Ν.Δ. 105/69 ή του άρθρ. 8 του Νόμ. 1599/86, κάθε μεταβολή που επέρχεται στην προσωπική ή οικογενειακή του κατάσταση η οποία επιφέρει μείωση ή διακοπή της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού ή της ισχύουσας νομοθεσίας. Όποιος δεν γνωστοποιεί έγκαιρα τη μεταβολή αυτή, υποχρεώνεται να επιστρέψει έντοκα τα ποσά που έλαβε επί πλέον αχρεώστητα. 3.Ο Πρόεδρος, ο Δ/ντής, ο Προϊστάμενος του Λογιστηρίου και οι αρμόδιοι για τις συντάξεις υπάλληλοι είναι συνυπεύθυνοι απέναντι του Ταμείου για κάθε ζημία που θα προκύψει, σε περίπτωση που δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την είσπραξη των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεώστητα εφόσον είχαν διαπιστώσει τούτο από έγγραφα στοιχεία. 4.α)Σε περίπτωση που θα αυξηθούν οι αποδοχές των υπαλλήλων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, επειδή αυξήθηκαν οι βασικοί μισθοί ή το χρονοεπίδομα ή άλλα επιδόματα ή διότι χορηγήθηκαν νέα επιδόματα, ύστερα από υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του προσωπικού των Γεωργικών Συνεταιρικών Οργανώσεων, μεταξύ της ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΥΓΟ αναπροσαρμόζονται οι συντάξεις όλων των συνταξιούχων από την ίδια ημερομηνία που αυξήθηκαν οι αποδοχές, εκτός από τις συντάξεις των συνταξιούχων που διέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ. Η πιο πάνω αναπροσαρμογή ενεργείται με υπολογισμό από την Σελ. 344(ι) Τεύχος Ι – 13 – Σελ. 140 αρχή των ποσών των συντάξεων με βάση τις αποδοχές που καθορίζονται από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τα έτη ασφάλισης, όπως ορίζεται από τις διατάξεις των επομένων περιπτ. γ και δ. β)Η αναπροσαρμογή γίνεται μόνο στις συντάξεις των συνταξιούχων οι οποίοι υπηρέτησαν σε οργανώσεις που εφαρμόζουν τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΥΓΟ, κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής. Οι συντάξεις των υπόλοιπων συνταξιούχων αναπροσαρμόζονται με βάση τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που ισχύουν κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής για τις οργανώσεις στις οποίες υπηρέτησαν. γ)Η αναπροσαρμογή των συντάξεων των συνταξιούχων οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν με προσμέτρηση χρόνου ασφάλισης που διανύθηκε σε άλλο οργανισμό, εφόσον ο χρόνος αυτός είναι χρόνος συνεταιριστικής υπηρεσίας, γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης περίπτ. β΄. Για τους συνταξιούχους οι οποίοι έχουν χρόνο εξωσυνεταιριστικό, η αναπροσαρμογή των συντάξεών τους θα γίνεται με βάση τα συνεταιριστικά έτη και από τα εξωσυνεταιριστικά έτη θα λαμβάνονται υπόψη μόνο όσα προβλέπονται από την υπογραφείσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΥΓΟ με βάση την οποία γίνεται η αναπροσαρμογή των συντάξεων. Τα επιδόματα υπολογίζονται όπως ακριβώς προβλέπεται από την υπογραφείσα Συλλογική Σύμβαση, εκτός από το χρονοεπίδομα για τον υπολογισμό του οποίου λαμβάνονται υπόψη όλα τα έτη ασφάλισης είτε αυτά διανύθηκαν στην ασφάλιση του Ταμείου είτε άλλου ασφαλιστικού οργανισμού. δ)Για την αναπροσαρμογή των συντάξεων των συνταξιούχων, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ασφάλισής τους κατέβαλαν εισφορές που υπολογίσθηκαν στα κατώτατα όρια ασφαλισίμων αποδοχών όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις της περίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17 του Καταστατικού, λαμβάνονται υπόψη τα κατώτατα όρια των αποδοχών που προβλέπονται από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ ΠΑΣΕΓΕΣ και ΟΣΥΓΟ. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 62 5.To ποσό της σύνταξης που προκύπτει μετά την αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου αυτού, ή την αύξηση των συντάξεων, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ανώτατο όριο σύνταξης όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 21 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περίπτ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17 του Καταστατικού. «Σε καμιά περίπτωση το δικαιούμενο ποσό σύνταξης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης που παίρνει νεοεξερχόμενος συνταξιούχος με τα ίδια χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας και που η σύνταξή του υπολογίζεται στο ανώτατο όριο ασφαλίσιμων αποδοχών κατά το τελευταίο 24μηνο πριν τη συνταξιοδότησή του». Το μέσα στα « » δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 1 της Φ.26/2276/23 Ιουλ.-24 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 592) αποφ. Υπουρ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 6.Στην περίπτωση κατά την οποία το Δ.Σ. κρίνει ότι δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα για την αναπροσαρμογή των συντάξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου αυτού, μπορεί με απόφασή του που εγκρίνεται από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, να περιορίσει το ποσοστό της αναπροσαρμογής ή να αναστείλει ολοκληρωτικά την αναπροσαρμογή τους μέχρις ότου κρίνει ότι έχουν επιτευχθεί οι οικονομικές προϋποθέσεις για την παροχή αυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει στην αναπροσαρμογή τους καθορίζοντας και το χρόνο από τον οποίο θα ισχύσει η αναπροσαρμογή. 7.Με απόφαση του Δ.Σ. που εγκρίνεται από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, είναι δυνατή η χορήγηση έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης σε όλους τους συνταξιούχους του Ταμείου ή σε ορισμένη κατηγορία συνταξιούχων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 1 του Νόμ. 4577/66, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. 8.Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Ταμείου οι οποίοι συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ, αυξάνονται κάθε φορά από την ίδια ημερομηνία και κατά το ίδιο ποσοστό κατά το οποίο αυξάνονται οι συντάξεις των συνταξιούχων του Ι.Κ.Α.». Το άρθρ. 23 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ.23/2188/3-8 Δεκ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 705) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Γέννησις δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.24-«1.Το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γεννάται: α)Για τον ασφαλισμένο που εξέρχεται από την υπηρεσία, από την ημέρα που ο εργοδότης έπαψε να του καταβάλει αποδοχές ενεργείας. β)Για τους δικαιοδόχους του θανόντος ασφαλισμένου από την πρώτη του επόμενου, μετά το θάνατο του ασφαλισμένου, μήνα. 2.Σε καμμιά περίπτωση η καταβολή της σύνταξης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο των έξι
(6)μηνών από την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση». Το άρθρ. 24 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ.23/2188/3-8 Δεκ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 705) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Απώλεια δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.25.-Αποβάλλει το προς σύνταξιν δικαίωμα η εκ νέου εις γάμον ελθούσα χήρα σύζυγος ή μήτηρ. Δεν ανακτώσι το προς σύνταξιν δικαιώμα η συνταξιούχος σύζυγος ή μήτηρ ή θυγάτηρ ένεκα λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ένεκα του οποίου απέβαλον το προς σύνταξιν δικαίωμα. «Εις περίπτωσιν αναλήψεως υπηρεσίας εις Οργανώσεις των οποίων το προσωπικόν ασφαλίζεται εις το Ταμείον, υπό Συνταξιούχων του Ταμείου εξελθόντων λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας των ή 35ετούς συνταξίμου χρόνου, αναστέλλεται η χορήγησις της συντάξεως, δι’ ολόκληρον το χρονικόν διάστημα της τοιαύτης υπηρεσίας, είτε αύτη παρέχεται εξηρτημένως είτε υπό μορφήν συμβούλου (νομικού, τεχνικού, οικονομικού, Συν/κού, φορολογικού κ.λπ.) και ασχέτως του τρόπου αμοιβής ή αποζημιώσεως ή της χρονικής διαρκείας της συμβάσεως εργασίας. Εις ην περίπτωσιν το ποσόν της λαμβανομένης αμοιβής ή αποζημιώσεως είναι μικρότερον του τοιούτου της συντάξεως, η παρεχομένη σύνταξις περικόπτεται κατά ποσόν ίσον προς την λαμβανομένην αμοιβήν ή αποζημίωσιν. Εις περίπτωσιν αναλήψεως υπηρεσίας κατά τα ανωτέρω, υπό αμέσων συνταξιούχων των λοιπών κατηγοριών του άρθρ. 15 του Κατ/κού, η σύνταξις διακόπτεται οριστικώς και ο συνταξιούχος επανέρχεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο χρόνος της νέας υπηρεσίας των προστίθεται εις τον προηγούμενον συντάξιμον και εν ασφαλίσει χρόνον του ησφαλισμένου, επί τη βάσει του οποίου έτυχε συντάξεως, ο συντάξιμος όμως μισθός του παραμένει ο αυτός εκτός εάν η νέα σύμβασις εργασίας διήρκεσε συνολικώς πλέον της πενταετίας. «Εις περίπτωσιν αναλήψεως υπηρεσίας, κατά τα ανωτέρω υπό αμέσων συνταξιούχων των λοιπών κατηγοριών του άρθρ. 15 του Καταστατικού, η σύνταξις διακόπτεται οριστικώς και ο συνταξιούχος επανέρχεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο χρόνος της νέας υπηρεσίας του προστίθεται εις τον προηγούμενον συντάξιμον χρόνον του ησφαλισμένου, επί τη βάσει του οποίου έτυχε συντάξεως, ο συντάξιμος όμως μισθός του παραμένει ο αυτός. (Αντί για τη σελ. 344,01(ζ) Σελ. 344,01(η) Τεύχος 1Α-4-1 Σελ. 5 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 63 Εις την ανωτέρω περίπτωσιν η σύνταξις προσαυξάνεται κατά το ποσοστόν των εν τω μεταξύ δοθεισών αυξήσεων εις τας συντάξεις υπό του Ταμείου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην η σύμβασις εργασίας διήρκησε πλέον της πενταετίας ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται επί των αποδοχών του τελευταίου 24μήνου, προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας». Τα μέσα στα « » τελευταία εδάφια τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 7 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Άρθρ.25α.-«Το δικαίωμα σε σύνταξη και εφάπαξ παροχή από το Ταμείο, είναι απαράγραπτο». Το άρθρ. 25α αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ.23/2188/3-8 Δεκ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 705) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Υπολογισμός συνταξίμου χρόνου και ποσού Άρθρ.3.-«1.Η αποζημίωση του Προέδρου, του Κυβερνητικού Επιτρόπου, των μελών, των εισηγητών και του γραμματέα για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου, καθορίζεται εκάστοτε απ’ τις ισχύουσες διατάξεις. 2.Στα μέλη του Δ.Σ. που διαμένουν εκτός Νομού Αττικής ή που μετακινούνται εκτός έδρας για τη ρύθμιση θεμάτων του Ταμείου, καθώς και σε υπαλλήλους του Ταμείου που μετακινούνται εκτός έδρας για το σκοπό αυτό, καταβάλλονται οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια αποζημίωση, σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις κείμενες διατάξεις». Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ. 23/2188/3-8 Δεκ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 705) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Αρμοδιότης του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.26.-1.Κατά τον υπολογισμόν του προς απόκτησιν της συντάξεως χρόνου το έλαττον των 12 μηνών χρονικόν διάστημα αν μεν είναι κατώτερον των 6 μηνών δεν λογίζεται, αν δε είναι εξάμηνον ή ανώτερον λογίζεται ως πλήρες έτος. 2.Κατά τον υπολογισμόν της συντάξεως τα κλάσματα της δραχμής παραλείπονται. Σελ. 344.02(η) Τεύχος 1Α-4-1 Σελ. 6 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 64 ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1 Γενικαί διατάξεις-Εκπροσώπησις του Ταμείου Άρθρ.27.-«1.Το Ταμείον εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως υπό του Προέδρου του Δ.Σ. και εν κωλύματι ή απουσία αυτού υπό του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου. Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ν’ ανατίθεται η εκπροσώπησις του Ταμείου εις ειδικάς περιπτώσεις και εις έτερα μέλη αυτού. «Το Ταμείον δύναται να εκπροσωπείται ενώπιον παντός Δικαστηρίου, Διοικητικών Επιτροπών και Διοικητικών Αρχών εκτός της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης δια πληρεξουσίου Δικηγόρου διοριζομένου υπό του Προέδρου αυτού δια γενικής ή ειδικής πληρεξουσιότητος, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 8 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων και δεν αναλαμβάνει ουδεμίαν απολύτως υποχρέωσιν έναντι οιουδήποτε παρά μόνον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καταχωρουμένης εις τα πρακτικά. 3.«Τα εκτός έδρας μετακινούμενα δι’ εκτέλεσιν υπηρεσίας μέλη του Δ.Σ. εν οις και ο Πρόεδρος δικαιούνται ημερησίας αποζημιώσεως ήτις προκειμένου μεν περί του Προέδρου καθορίζεται εις δραχ. 250 προκειμένου δε περί των λοιπών μελών εφ’ όσον ταύτα δεν κέκτηνται την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. μη δυναμένη εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβή την αποζημίωσιν ην λαμβάνει δημόσιος υπάλληλος επί βαθμώ 2ω εξερχόμενος της έδρας του δι’ υπηρεσίαν. Πέραν της κατά τα ανωτέρω καθοριζομένης ημερησίας αποζημιώσεως τα εκτός έδρας του Ταμείου μετακινούμενα μέλη του Δ.Σ. εν οις και ο Πρόεδρος δικαιούνται οδοιπορικών εξόδων άτινα συνίστανται εκ του αντιτίμου του εισιτηρίου, ως και προσθέτου ποσοστού δια τας λοιπάς δαπάνας του ταξειδίου, ήτοι κόμιστρα αποσκευών, αμαξαγώγια, λεμβουχικά, αχθοφορικά κ.λπ. Το Δ.Σ. δύναται να εγκρίνη την προκαταβολήν οδοιπορικών εξόδων επί αποδόσει λογαριασμού». Το άρθρ. 27 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 8607/Ε.191 της 7/21 Φεβρ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 41079/2125 της 26 Αυγ./13 Σεπτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 572). Επιμέλεια εκτελέσεως αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου Άρθρ.28.-Ο Πρόεδρος του Ταμείου, τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, επιμελείται δια του Διευθυντού του Ταμείου της εκτελέσεως των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου. Υπογραφή εγγράφων Άρθρ.29.-1.Τα έγγραφα πάσης φύσεως υπογράφει ο Πρόεδρος. 2.Προτάσει του Προέδρου το Δ. Συμβούλιον δύναται ν’ αναθέση την υπογραφήν ωρισμένης κατηγορίας εγγράφων εις τον Διευθυντήν αυτού. 3.Έγγραφα δεσμεύοντα οπωσδήποτε το Ταμείον υπογράφονται υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου. 4.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται απέναντι τρίτων εάν δεν υπάρχη απόφασις του Δ. Συμβουλίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ Εφεδρική στρατιωτική υπηρεσία ησφαλισμένων Άρθρ.30.-1.Ο καλούμενος υπό τα όπλα έφεδρος ησφαλισμένος, κατά τον χρόνον της στρατεύσεώς του καθ’ ον δεν διακόπτεται η παρά τω Ταμείω ασφάλισίς του, υποχρεούται εις τας αυτάς υπέρ του Ταμείου ως και προ της στρατεύσεώς του καταβολάς ως κατωτέρω. Εφ’ όσον μεν απολαμβάνει πλήρων αποδοχών αι καταβολαί κρατούνται ως και προγενεστέρως εκ των αποδοχών του, εφ’ όσον δε λαμβάνει μειωμένας αποδοχάς ή δεν δικαιούται ποσώς τοιούτων αι καταβολαί είναι ανάλογοι προς τας καταβαλλομένας αυτώ αποδοχάς, του εργοδότου εις την περίπτωσιν ταύτην καταβάλλοντος εις το Ταμείον εκτός της συνεισφοράς του και το υπολειπόμενον μέρος των καταβολών του ησφαλισμένου διαρκούσης της στρατεύσεως. 2.«Έτη υπηρεσίας κληρωτών, προσαυξάνουν απλώς την σύνταξιν κατά τόσα πεντηκοστά του κατ’ άρθρ. 21 συνταξίμου μισθού, όσα τα έτη ταύτα, χωρίς όμως και να λαμβάνωνται υπ’ όψιν για την θεμελίωσιν του προς συνταξιοδότησιν δικαιώματος των ησφαλισμένων. Η προσαύξησις χορηγείται τη αιτήσει του συνταξιούχου υποβαλλομένη εντός προθεσμίας ενός έτους από της κοινοποιήσεως ή ανακοινώσεως αυτώ της περί συνταξιοδοτήσεώς του πράξεως του Διοικητικού Συμβουλίου επί τη καταβολή εξαγοράς ίσης προς τα 10% του συνταξίμου μισθού δι’ έκαστον εξαγοραζόμενον μήνα, καταβάλλεται δε είτε εφ’ άπαξ, είτε εις δόσεις, ανερχομένας κατά μέγιστον όριον εις το διπλάσιον των εξαγοραζομένων μηνών». Η παρ. 2 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 37840/Σ.484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 61981/Σ.471 της 22/31 Αυγ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 543). (Αντί για τη σελ. 345(δ) Σελ. 345(ε) Τεύχος 726-Σελ. 127 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 65 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ Μεταβατικαί διατάξεις Ασφάλισις υπηρεσίας παρά Γ. Οργανώσεσι προ της ισχύος του παρόντος Καταστατικού Άρθρ.31.-«1.Δύναται ν’ αναγνωρισθή ως συντάξιμος υπηρεσίας ο χρόνος της πραγματικής επ’ αντιμισθία και κατά κύριον επάγγελμα, υπηρεσίας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου παρά Γεωργικαίς Συνεταιρικαίς Οργανώσεσι, ο διανυθείς προ της λειτουργίας του Ταμείου, ήτοι προ της 22ας Ιαν. 1940, εφ’ όσον ήθελεν εξαγορασθή παρά του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή των μελών οικογενείας των. Η εξαγορά της κατά την προηγουμένην παράγραφον αναγνωριστέας προϋπηρεσίας ενεργείται δια της καταβολής εις το Ταμείον των εις τον εξαγοραζόμενον χρόνον αναλογουσών εισφορών υπολογιζομένων προς 5% επί των αποδοχών του ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως και προκειμένου περί των αναγνωρισθεισών ήδη προϋπηρεσιών ή υπό αναγνώρισιν τοιούτων συνεπεία υποβληθεισών παλαιών αιτήσεων επί των αποδοχών του χρόνου της δημοσιεύσεως της παρούσης. Το ποσόν της εξαγοράς βαρύνει κατά το ήμισυ τον ησφαλισμένον και κατά το έτερον ήμισυ τους εργοδότας, παρ’ οις υπηρέτει κατά τον εξαγοραζόμενον χρόνον. Εν περιπτώσει, καθ’ ην οι οικείοι εργοδόται, δεν συγκατατίθενται εις την καταβολήν του αναλογούντος αυτοίς κατά τα προηγούμενα εδάφια ποσού εξαγοράς τούτο βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ησφαλισμένον. Προκειμένου περί αμέσως συνταξιούχων ή μελών οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων δικαιουμένων κατά τ’ ανωτέρω εις αναγνώρισιν προϋπηρεσίας του εξ ου έλκουσι τα δικαιώματα θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, το ποσόν της εξαγοράς υπολογίζεται επί των αποδοχών τας οποίας θα ελάμβανεν ο συνταξιούχος εάν κατά την ημέραν της ενάρξεως καταβολής του ποσού της εξαγοράς διετηρείτο εις την υπηρεσίαν επί ασφαλίστρω 5%. Η καταβολή του ποσού της αγοράς ενεργείται εφ’ άπαξ ή κατά δόσεις ων ο αριθμός ορίζεται υπό του Δ.Σ. και δεν δύναται να υπερβή τας
  1. Αι βαρύνουσαι τον ίδιον ησφαλισμένον δόσεις παρακρατούνται παρά του εργοδότου, κατά την καταβολήν των αποδοχών του, αι δε βαρύνουσαι τους συνταξιούχους εκ της συντάξεως αυτών, ήτις πάντως δεν δύναται να μειωθή εκ του λόγου τούτου πέραν του ποσοστού 20%. Σελ. 346(ε) Τεύχος 726-Σελ. 128 Αι βαρύνουσαι τους εργοδότας δόσεις, εφ’ όσον ήθελον αναλάβει δια δηλώσεώς των προς το Ταμείον υποβλητέας εντός της κατά το επόμενον εδάφιον ενιαυσίας ανατρεπτικής προθεσμίας την υποχρέωσιν καταβολής μέρους του ποσού της εξαγοράς καταβάλλονται υποχρεωτικώς προς το Ταμείον κατά τα κεκανονισμένα χρονικά διαστήματα, εν περιπτώσει δε καθυστερήσεώς των εφαρμόζονται αι γενικαί διατάξεις περί προσθέτων τελών και αναγκαστικής εισπράξεως καθυστερουμένων προς το Ταμείον εισφορών. Δια την αναγνώρισιν της κατά τ’ ανωτέρω προϋπηρεσίας δέον, όπως υποβληθή εις το Ταμείον παρά του ενδιαφερομένου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή των μελών οικογενείας των αίτησις εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της ισχύος της παρούσης ή από του διορισμού των, προκειμένου περί των εν τω μέλλοντι υπαχθησομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου». Δια της υπ’ αριθ. 48429/Σ.1172 της 27 Αυγ./8 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργ. απηλείφθη η παλαιά παρ. 1, η δε παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω λαβούσα αριθ.
  2. Αι εν συνεχεία παράγραφοι ηριθμήθησαν αναλόγως. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 66 2.«Δύναται επίσης ν’ αναγνωρισθή ως συντάξιμος υπηρεσία και η παρά τω Δημοσίω, τοις Ν.Π.Δ.Δ. ή παρ’ Αγροτική Τραπέζη κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου και εφ’ όσον η προσφερθείσα υπηρεσία είναι συνεχής και ομοειδής προς την εργασίαν των Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ανεγνωρίσθη δε αύτη δια την μισθολογικήν ή βαθμολογικήν ένταξίν του παρ’ αυτή». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις του πρώτου εδαφίου τροποποιηθείσα αλληλοδιαδόχως δια των υπ’ αριθ. 42265/Ε 1411 της 25 Μαΐου/4 Ιουν. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 191) και 79788/Σ 1116 της 15/29 Νοεμ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 431) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 23/3/6347 της 11/15 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 745). Ο χρόνος της ούτω αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας δεν δύναται να υπερβή τα 10 έτη κατ’ ανώτατον όριον. Η αναγνώρισις ως συνταξίμου της ανωτέρω προϋπηρεσίας επιτρέπεται μόνον μετά την συμπλήρωσιν δι’ οιανδήποτε περίπτωσιν δωδεκαετούς πραγματικής υπηρεσίας εν τη ασφαλίσει του Ταμείου. Η παρά τη διαλυθείση Κεντρική Επιτροπή Προστασίας Εγχωρίου Σιτοπαραγωγής (ΚΕΠΕΣ) η παρά τη ΠΔΕΓΑΕ υπηρεσία των μεταταχθέντων εις την ΚΥΔΕΠ δυνάμει των Νόμ. 255/1947 και 466/41 υπαλλήλων τούτων ως και η υπηρεσία υπαλλήλων παρά τοις Γεωργικοίς Επιμελητηρίοις και τοις Οίκοις του Αγρότου, θεωρείται εν ασφαλίσει παρά Γεωργική Συνεταιριστική Οργανώσει. Η εξαγορά της κατά τ’ ανωτέρω προϋπηρεσίας ενεργείται υπό τους όρους της προηγουμένης παραγράφου, επί ασφαλίστρω 5% καταβλητέω εξ ολοκλήρου παρά του ησφαλισμένου. Πάντως προϋπηρεσία η οποία ελήφθη οπωσδήποτε υπ’ όψιν και υπελογίσθη ως συντάξιμος δια την απονομήν συντάξεως παρά του Δημοσίου ή άλλου Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως, δεν προσμετράται εφ’ εξής εις τον παρά τω Ταμείω συντάξιμον χρόνον. 3.Εάν διαρκούσης της καταβολής των ανωτέρω εισφορών γεννηθή δικαίωμα συντάξεως, το απομένον υπόλοιπον καταβάλλεται δια κρατήσεως μέχρι του ενός πέμπτου της συντάξεως. 4.Αι ανωτέρω προϋπηρεσίαι αναγνωρίζονται συντάξιμοι δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου, τη αιτήσει του ησφαλισμένου ή μετά τον θάνατον τούτου, τη αιτήσει των δικαιοδόχων αυτού και επί τη βάσει στοιχείων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ. 5.«Δύναται επίσης να αναγνωρισθή ως συντάξιμος υπηρεσία εφ’ όσον αποδεικνύεται εξ επισήμων εγγράφων και πιστοποιητικών: α)Ο χρόνος της αναγκαστικής απομακρύνσεως των ησφαλισμένων από τας εις ας υπηρέτουν Γεωργικάς Συνεταιριστικάς Οργανώσεις, τας εδρευούσας εις τας Βουλγαροκρατηθείσας περιοχάς της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης, ως και ο χρόνος της απομακρύνσεως εκ της υπηρεσίας λόγω ομηρίας, αιχμαλωσίας ή φυλακίσεως δι’ εθνικήν δράσιν υπό του Στρατού Κατοχής. Ο ούτως αναγνωριζόμενος χρόνος του παρόντος εδαφίου, μη δυνάμενος να είναι ανώτερος της τριετίας εξομοιούται με χρόνον πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας παρά Γεωργικαίς Συνεταιριστικαίς Οργανώσεσι. β)Ολόκληρος η εφεδρική εν τω στρατώ υπηρεσία του ησφαλισμένου υπολογιζομένη πέραν της υπό της παρ. 2 του παρόντος άρθρου αναγνωριζομένης. (Το δεύτερο εδάφιο της περιπτ. β΄ καταργήθηκε από την παρ. 9 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). «Ο μετά την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας των ησφαλισμένων εις Εθνικάς Ανταρτικάς Ομάδας και μέχρι δύο κατ’ ανώτατον όριον ετών. Η αναγνώρισις χωρεί εφ’ όσον υπεβλήθη αίτησις μέχρι της 31.12.53 και καταβληθούν υπό του ησφαλισμένου αι ασφαλιστικαί εισφοραί 10% επί των αποδοχών του χρόνου της καταβολής των». «γ)Ο χρόνος φοιτήσεως εις την Σχολήν Στελεχών Συνεταιρισμών της Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών αποδεικνυόμενος δια πιστοποιητικού Σπουδών της Σχολής ταύτης. Η αναγνώρισις ως συνταξίμου του χρόνου τούτου σπουδών επιτρέπεται μόνον μετά την συμπλήρωσιν δι’ οιανδήποτε περίπτωσιν 10ετούς πραγματικής Υπηρεσίας εις εργοδότας, των οποίων το Προσωπικόν υπάγεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Το ποσόν της εξαγοράς του χρόνου τούτου υπολογίζεται κατά τα καθωρισμένα ποσοστά εισφορών και επί των αποδοχών του χρόνου υποβολής αιτήσεως και των σχετικών δικαιολογητικών, υποβαλλομένων μετά την συμπλήρωσιν της απαιτουμένης 10ετούς υπηρεσίας εις τους κατά τα άνω εργοδότας». «δ)Ολόκληρος ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας του ησφαλισμένου, εφ’ όσον ούτος διέκοψε, λόγω στρατεύσεως, την παροχήν υπηρεσιών του και απολυθείς των τάξεων του στρατού, επανήλθεν εις την υπηρεσίαν του αυτού εργοδότου. Η εξαγορά των αναγνωριζομένων υπηρεσιών της παρούσης παραγράφου ενεργείται δια καταβολής υπό του ησφαλισμένου των εισφορών (ησφαλισμένου και εργοδότου) ίσης προς τας ισχυούσας κατά τον χρόνον της υποβολής της περί αναγνωρίσεως υπηρεσίας αιτήσεως, υπολογιζομένης επί του συνόλου των λαμβανομένων αποδοχών κατά την ημέραν της υποβολής της εν λόγω αιτήσεως». Οι περίπτ. γ΄ και δ΄ προστέθηκαν από την παρ. 9 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 14478/Σ.111 της 1/23 Μαρτ. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας, η δε εντός « » τελευταία διάταξις του εδαφ. β΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 42265/Ε.1411 της 25 Μαΐου/4 Ιουν. 1962 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 191). (Αντί για τη σελ. 346,01(γ) Σελ. 346,01(δ) Τεύχος 726-Σελ. 129 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 67 6.Δια την αναγνώρισιν προϋπηρεσίας των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου απαιτείται α) Πρωτότυπον πιστοποιητικόν υπηρεσίας εκδιδόμενον υπό του εργοδότου (Δημοσίας Αρχής Ν.Π.Δ.Δ.) εν ω να αναγράφηται η ημερομηνία ενάρξεως και λήξεως της υπηρεσίας, η κατάστασίς του (εάν υπηρέτει ως μόνιμος ή ημερομίσθιος κ.λπ.) το συνεχές ή μη ταύτης και ο μισθός ον απελάμβανεν εκάστοτε. β)Προκειμένου περί Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, συν τοις ανωτέρω και απόσπασμα πρακτικών διορισμού, τεθεωρημένον από τον Επόπτην Γεωργικών Συνετ/σμών της ΑΤΕ. γ) Προκειμένου περί Δημοσίων Υπηρεσιών ή Ν.Π.Δ.Δ. εκτός των εν τω εδαφ. α΄ δικαιολογητικών και αντίγραφον Φ.Ε.Κ. 7.Προϋπηρεσίαι αναγόμεναι εις την μετά την ίδρυσιν του Ταμείου (22.1.40) χρονικήν περίοδον και αίτινες κρίνονται αναγνωριστέαι υπό του Δ.Σ. του ταμείου κατά τα ανωτέρω οριζόμενα εξαγοράζονται δια της καταβολής υπό του ενδιαφερομένου εισφοράς προς 10% επί του συνόλου των αποδοχών των λαμβανομένων κατά την ημέραν της υποβολής της σχετικής αιτήσεώς του περί αναγνωρίσεως τούτων. Η καταβολή της ούτω εξαγοραζομένης προϋπηρεσίας ενεργείται εφ’ άπαξ ή κατά δόσεις, ων ο αριθμός ορίζεται υπό του Δ.Σ. και δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να υπερβή τας
  3. «8.Ησφαλισμένοι μη υποβαλόντες τα σχετικά δικαιολογητικά δια την αναγνώρισιν αιτηθεισών προϋπηρεσιών ή υπηρεσιών υποχρεούνται, όπως προσκομίσουν έγκυρα αποδεικτικά της προϋπηρεσίας ή υπηρεσίας των εντός 4μήνου ανατρεπτικής προθεσμίας, από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως υποβολής των προς αναγνώρισιν της προϋπηρεσίας δικαιολογητικών εκ του αναγνωριστέου χρόνου θα αφαιρήται τόσος χρόνος όσον το διάστημα το οποίον ήθελε μεσολαβήση από της υποβολής της αιτήσεως μέχρι της προσκομίσεως των σχετικών δικαιολογητικών. Το ποσόν πάσης εξαγοράς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας από του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός, υπολογίζεται κατά τα καθωρισμένα ποσοστά, επί των αποδοχών του χρόνου προσκομίσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Η εξαγορά των εξωσυνεταιριστικών προϋπηρεσιών υπολογίζεται επί των αποδοχών του χρόνου καθ’ ον συμπληρούται η δια την αναγνώρισιν τούτων απαιτουμένη δωδεκαετής εν ασφαλίσει υπηρεσία ή του χρόνου υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών ταύτης, εφ’ όσον υποβληθώσιν τοιαύτα εις χρόνον μετά την συμπλήρωσιν της απαιτουμένης 12ετίας. Σελ. 346,02(δ) Τεύχος 726-Σελ. 130 9.Αι διατάξεις του Κατ/κού αι αφορώσαι αναγνώρισιν προϋπηρεσίας ή υπηρεσίας εξωσυνεταιριστικής παύουν να ισχύουν δια τους εισερχομένους εις την ασφάλισιν του Ταμείου από 1ης Ιαν. 1960, παραμενουσών εν ισχύϊ μόνον των διατάξεων των αφορωσών την αναγνώρισιν προϋπηρεσίας ή υπηρεσίας, παρασχεθείσης εις Γεωργικάς Συνεταιριστικάς Οργανώσεις κατά κύριον επάγγελμα και επί νομίμω αμοιβή, επίσης δε των αφορωσών την αναγνώρισιν στρατιωτικών υπηρεσιών και ετών σπουδών». Αι παρ. 8 και 9 προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 24550/Σ.268 της 8/21 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 68 Μεταβατική διάταξις Κατά την πρώτην πενταετίαν από της δημοσιεύσεως της παρούσης δια την εφαρμογήν του εδαφ. δ΄ του άρθρ. 15 της παρούσης, απαιτείται τόσος χρόνος πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας, όσα τα έτη από της ιδρύσεως του Ταμείου μέχρι της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Αι παρ. 2, 3, 4, 6 και 7 ως και η μεταβατική διάταξις ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 8607/Ε.191 της 7/21 Φεβρ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. «10.Δύνανται οι ησφαλισμένοι να ζητήσουν δι’ αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, την αναγνώρισιν ως συνταξίμου της υπηρεσίας αυτών παρά Γεωργικαίς Συνεταιριστικαίς Οργανώσεσιν εφ’ όσον αύτη παρεσχέθη υπό μίαν των, υπό των διατάξεων του άρθρ. 13 του Καταστατικού του Ταμείου ως ισχύει σήμερον, αναφερομένων ιδιοτήτων. Δικαιολογητικά δια την αναγνώρισιν, άτινα επίσης δέον να υποβληθούν εντός της ως άνω προθεσμίας, επί ποινή απορρίψεως της αιτήσεως, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται: α)Βεβαίωσις του εργοδότου και β)αντίγραφον πρακτικού εκάστης αρχικής προσλήψεως, θεωρημένα άπαντα δια την ακρίβειαν του περιεχομένου υπό του Επόπτου Συνεταιρισμών της ΑΤΕ. Πλην των δικαιολογητικών τούτων, δύναται το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου να ζητήση κατά τας περιστάσεις και έτερα αποδεικτικά στοιχεία. Η προσμέτρησις της υπηρεσίας ταύτης εις τον χρόνον ασφαλίσεως γίνεται μετά την καταβολήν της εξαγοράς, ήτις ορίζεται δι’ έκαστον μήνα ίση προς την εκάστοτε ισχύουσαν εισφοράν εργοδότου και ησφαλισμένου επί των αποδοχών του ησφαλισμένου του χρόνου καθ’ ον λαμβάνεται η περί αναγνωρίσεως απόφασις του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και δύναται να εξοφληθή είτε εφ’ άπαξ είτε εις συνεχείς μηνιαίας δόσεις, ουχί δε περισσοτέρας των αναγνωριζομένων μηνών και μέχρις 60 κατ’ ανώτατον όριον. Η καταβολή των δόσεων ενεργείται συμφώνως προς τα οριζόμενα υπό της παρ. 1 του άρθρ. 31 του Καταστατικού. 11.Ωσαύτως αναγνωρίζεται ως συντάξιμος και η παρά τη υπηρεσία Σποροπαραγωγής του Υπουργείου Γεωργίας και η παρά τω Ινστιτούτω καλλιτερεύσεως φυτών παρασχεθείσα υπηρεσία των ησφαλισμένων εφ’ όσον συμπληρώσουν 4ετή εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίαν και υποβάλουν την περί αναγνωρίσεως αίτησιν εντός μηνός από της ισχύος της παρούσης». Αι παρ. 10 και 11 προσετέθησαν δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 96464/Σ.903 της 19 Δεκ. 1964/5 Ιουν. 1965 Αποφ. Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 3). «12.Ησφαλισμένοι του Ταμείου μη ασκήσαντες το δικαίωμα αναγνωρίσεως του υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένου χρόνου υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλομένης μεθ’ απάντων των απαιτουμένων δικ/κών εντός 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 12 προστεθείσα δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 40474/Σ.281 της 26 Μαΐου/5 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 363) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 23/12129 της 5 Σεπτ./1 Οκτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 690). «Αι μέχρι της ισχύος της παρούσης χορηγηθείσαι λόγω βιαίου συμβάντος συντάξεις ανακαθορίζονται βάσει των διατάξεων του άρθρ. 16 υπόδ ΙΙΙ παρ. 7 του Καταστατικού του Ταμείου ως αύται τροποποιούνται δια της παρούσης». Η μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 10 της Β2/23/3/2250/3-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1077) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.32.-Αι μέχρι της ιδρύσεως του Ταμείου Συντάξεως του Προσωπικού των Γεωργικών Οργανώσεων κρατήσεις και λοιπαί, προς τον σκοπόν συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων των Γεωργικών Οργανώσεων, γενόμεναι πάσης φύσεως εισφοραί υπαλλήλων και εργοδοτών Γεωργικών Οργανώσεων, περιέρχονται αυτοδικαίως εις το Ταμείον τούτο, μετά των τόκων αυτών. Εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος Καταστατικού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατατίθενται αύται εις το εγγύτερον Υποκατάστημα ή Πρακτορείον της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος επ’ ονόματι και δια λογαριασμόν του Ταμείου Συντάξεως του Προσωπικού των Γεωργικών Οργανώσεων, βάσει πρωτοκόλλου υπογραφησομένου υπό του Προέδρου, του Ταμίου και του Προϊσταμένου των υπηρεσιών της Οργανώσεως ευθυνομένων δια την παράδοσιν. Εκ των ποσών τούτων αι κρατήσεις εκ των αποδοχών εκάστου ησφαλισμένου μετά του τόκου αυτών θα αχθώσιν εις πίστωσιν του κατά το προηγούμενον άρθρ. 31 του λογαριασμού οφειλών εκ προϋπηρεσίας και της ατομικής μερίδος αυτού. «Νομιμοποιείται η από 16.1.48 απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δι’ ης ενεκρίθη η καταβολή ποσού εκ δρχ. 7.000.000 δια το πρώτον βραβείον και 5.000.000 δια το δεύτερον βραβείον και 4.000.000 δια δύο επαίνους προς εκπόνησιν προσχεδίου μελέτης ιδεών δια την καλυτέραν και προσφορωτέραν εκμετάλλευσιν του ανεγερθησομένου ακινήτου και η από 8.5.48 ομοία, δι’ ης ενεκρίθη η καταβολή ποσού εκ δρχ. 11.000.000 δι’ αμοιβήν των μελών της κριτικής Επιτροπής του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού». Η εντός « » παράγραφος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 7422/Σ.154 της 3 Ιουν./6 Ιουλ. 1949 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 346,03(α) Σελ. 346,03(β) Τεύχος 1Α-4-1 Σελ. 7 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 69 Με τον Νόμ. 935/1979 (ΦΕΚ Α΄ 140), κατωτ. αριθ. 10, ο Κλάδος Προνοίας μετονομάσθηκε εις «Κλάδον Επικουρικής Ασφαλίσεως». Ισχύς του Καταστατικού Άρθρ.4.-Το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού, επιτηρεί την υπό της υπηρεσίας του Ταμείου τήρησιν των Μητρώων ησφαλισμένων και συνταξιούχων, εξελέγχει τας αιτήσεις απονομής συντάξεων και επιστροφών καταβολών, καθορίζει το ποσόν αυτών συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού και εντέλλεται την πληρωμήν αυτού καθώς και πάσης άλλης δαπάνης σχετιζομένης προς την υπηρεσίαν του Ταμείου. Επίσης αποφασίζει περί των διοριστέων υπαλλήλων υπό τας διακρίσεις του Άρθρ.33.-Η ισχύς του παρόντος Καταστατικού άρχεται μετά την έγκρισίν του υπό του Υφυπουργού Εργασίας, δημοσιευομένην εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΚΛΑΔΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ Δικαιούχοι Συντάξεως Άρθρ.34.-«Τα κατά το άρθρ. 3 του Νόμ. 935/79 ασφαλιζόμενα εις τον Κλάδον πρόσωπα και εν περιπτώσει θανάτου αυτών, οι κατά το άρθρ. 16 του παρόντος δικαιοδόχοι αυτών δικαιούνται επικουρικής συντάξεως εφ’ όσον τύχουν και λαμβάνουν κυρίαν τοιαύτην και πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις των άρθρ. 15 και 16 του παρόντος». Το άρθρ. 34, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 23/3/1309/23 Ιουν.–9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Ποσόν Συντάξεως Άρθρ.35.-1.Ως συντάξιμος μισθός, επί τη βάσει του οποίου καθορίζεται η Επικουρική σύνταξις, λαμβάνεται ποσοστόν 25% του μέσου όρου των εκάστοτε καταβαλλομένων αποδοχών εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου, επί των οποίων αποδίδονται εισφοραί κατά το τελευταίον εικοσιτετράμηνον της υπηρεσίας του ησφαλισμένου. «Πάντως το υπό των συνταξιούχων λαμβανόμενο ποσό επικουρικής σύνταξης ύστερα από οποιαδήποτε αύξηση δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να υπερβαίνη το 31,25% της καταβαλλόμενης σε αυτούς Κύριας Σύνταξης». Το μέσα στα « » εδάφιο προστέθηκε από την Φ.23/1998/13-26 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 778) αποφ. Υπουρ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Δια τον υπολογισμόν της επικουρικής συντάξεως εφαρμόζονται, αναλόγως αι λοιπαί διατάξεις του άρθρ. 21, προκειμένου δε περί δικαιοδόχων, αι διατάξεις της περιπτ. ΙΙΙ του άρθρ. 16 του παρόντος. Κατώτατον όριον επικουρικής συντάξεως Άρθρ.36.-1.Η Επικουρική σύνταξις λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, δεν δύναται να είναι μικροτέρα του 1/5 του εκάστοτε, δια τας περιπτώσεις ταύτας, κατωτάτου ορίου της κυρίας συντάξεως του Ταμείου. Σελ. 346,04(β) Τεύχος 1Α-4-1 Σελ. 8 2.Ησφαλισμένοι του Ταμείου ή εν περιπτώσει θανάτου αυτών, δικαιούχοι των, μη θεμελιούντες δικαίωμα προς απόληψιν κυρίας συντάξεως κατά τας διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου, αλλά δικαιούμενοι τοιαύτης κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. ιε του άρθρ. 15 του Καταστατικού, βάσει της Νομοθεσίας του Ι.Κ.Α., δικαιούνται Επικουρικής Συντάξεως, δια τον υπολογισμόν της οποίας εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 35 εν συνδυασμώ προς τας τοιαύτας της παρ. 2 του άρθρ. 21 του Καταστατικού. Αναγνώρισις υπηρεσιών και Προϋπηρεσιών Άρθρ.37.-Ως συντάξιμος υπηρεσία, αναγνωρίζονται αι ακόλουθοι υπηρεσίαι και προϋπηρεσίαι: α)Ο προς της συστάσεως του καταργηθέντος Κλάδου Προνοίας διανυθείς χρόνος πραγματικής υπηρεσίας εις την ασφάλισιν του Ταμείου δια την κυρίαν σύνταξιν. β)Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ησφαλισμένου διανυθείσης εις Γεωργικάς Συνεταιριστικάς Οργανώσεις και εν γένει εις εργοδότας των οποίων οι υπάλληλοι υπήχθησαν υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ταμείου μεταγενεστέρως της συστάσεως αυτού, ο διανυθείς μέχρι της άνω υποχρεωτικής του ασφαλίσεως δια κυρίαν σύνταξιν. γ)Ολόκληρος ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των απολυθέντων υπαλλήλων ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον απομακρυνθέντων ή εξαναγκασθέντων εις παραίτησιν εκ της υπηρεσίας των Εργοδοτικών Οργανώσεων βάσει των Α.Ν. 31/67 και 105/67 και λοιπών συναφών νομοθετημάτων των οποίων το προσωπικόν ασφαλίζεται στο Ταμείον, ως και ο χρόνος δια τον οποίον επεστράφησαν εις αυτούς αι εισφοραί του Κλάδου Προνοίας και επαναφερθέντων εις την υπηρεσίαν των, δυνάμει των Νόμ. 66/74 και 76/74 και συναφών νομοθετημάτων. «δ.Οιαδήποτε συνεταιριστική υπηρεσία καθώς και κάθε προϋπηρεσία αναγνωρισθείσα ή αναγνωριζομένη από τον Κλάδο Κυρίας Ασφαλίσεως». Η περιπτ. δ΄, που είχε προστεθεί από την παρ. 3 της 23/3/1309/23 Ιουν.-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/23/105/1-15 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 65) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «ε.Πάσα πραγματική υπηρεσία ασφαλισθείσα εις έτερον Φορέα Κυρίας Ασφαλίσεως μη υπερβαίνουσα τα δέκα έτη εφόσον συνυπολογίζεται και προσμετράται κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 δια την θεμελίωσιν δικαιώματος απολήψεως συντάξεως παρά του Ταμείου Κυρίας Συντάξεως». Η περίπτ. ε΄ προστέθηκε από την παρ. 3 της 23/3/1309/23 Ιουν.-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρ. 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 70 Άσκησις δικαιώματος αναγνωρίσεως υπηρεσιών και προϋπηρεσιών Άρθρ.38.-«1.Ησφαλισμένοι δικαιούμενοι κατά τα ανωτέρω εις αναγνώρισιν υπηρεσιών και προϋπηρεσιών ως και οι μετά την ισχύν του νόμου περί ιδρύσεως του παρόντος Κλάδου καταστάντες συνταξιούχοι δύνανται να υποβάλουν οποτεδήποτε αίτησιν μη ανακλητή». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4, 1 της 23/3/1309/23 Ιουν.-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου δικαιουμένου εις αναγνώρισιν υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας του, δύνανται οι δικαιούχοι αυτού να ασκήσουν το δικαίωμα τούτο εντός έτους από του θανάτου του. 3.Η κατά τ’ ανωτέρω υπηρεσία και προϋπηρεσία αναγνωρίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίον δια γενικής αποφάσεώς του θα καθορίση τα προς τούτο απαιτούμενα δικαιολογητικά. «4.πρόσωπα ασφαλιζόμενα εις τον Κλάδον κατόπιν ασκήσεως του υπό του άρθρ. 3 παρ. 2 του Νόμ. 935/79 παρεχομένου δικαιώματος επιλογής φορέως Επικουρικής Ασφαλίσεως, ως και οι εν τω μεταξύ εκ τούτων καταστάντες συνταξιούχοι, δύνανται να ζητήσουν την επιστροφήν της ατομικής μερίδος των εκ του καταργουμένου Κλάδου Προνοίας της αντιστοιχούσης προς τον αυτόν χρόνον ασφαλίσεως εις έτερον φορέα Επικουρικής Ασφαλίσεως». Η παρ.4 προστέθηκε από την παρ. 4, ΙΙ της 23/3/1309/23 Ιουν.-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Εξαγορά υπηρεσιών και προϋπηρεσιών Άρθρ.39.-1.Η εξαγορά των υπηρεσιών και των προϋπηρεσιών, εξαιρέσει της περιπτώσεως του εδαφ. γ΄ του άρθρ. 37, γίνεται δια της καταβολής υπό του ενδιαφερομένου εισφοράς ίσης προς 6% δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας υπολογιζομένης επί των υποκειμένων εις εισφοράν αποδοχών κατά την ημέραν της υποβολής της σχετικής αιτήσεώς του περί αναγνωρίσεως ταύτης. Η εξόφλησις του ως άνω ποσού ενεργείται κατά τας διατάξεις της δευτέρας περιόδου της παρ. 3 του άρθρ. 6 του Νόμ. 935/
  4. «2.Η εξαγορά του χρόνου υπηρεσίας της περιπτώσεως του εδαφ. γ΄ του άρθρ. 37 του παρόντος γίνεται δια της καταβολής υπό του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου αφ’ ενός μεν ολοκλήρου του ληφθέντος εκ του λογαριασμού του Κλάδου Προνοίας ποσού και αφ’ ετέρου του αναλογούντος ποσού δι’ εισφοράς του εκτός υπηρεσίας χρόνου υπολογιζομένου προς 3% δι’ έκαστον μήνα επί των αποδοχών του πρώτου μηνός της επαναφοράς του ησφαλισμένου εις την Υπηρεσίαν του, προσηυξημένου δι’ επιτοκίου 6% ετησίως από του χρόνου της επαναφοράς μέχρι του χρόνου της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Μετά ταύτα το σύνολον του επιστρεφομένου εφ’ άπαξ βοηθήματος και των αναλογουσών ως άνω εισφορών μετά του επιτοκίου προσαυξάνεται κατά 50% εφαρμοζομένων αναλόγως δια την εξόφλησιν τούτου των διατάξεων της δευτέρας περιόδου της παρ. 3 του άρθρ. 6 του Νόμ. 935/79». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5, 1 της 23/3/1309/23 Ιουν.-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Εις περίπτωσιν επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ή θανάτου του ησφαλισμένου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς οιασδήποτε προϋπηρεσίας, αι υπολειπόμεναι δόσεις παρακρατούνται εκ της απονεμηθησομένης εις αυτόν ή τα μέλη της οικογενείας του επικουρικής συντάξεως, μη δυναμένης, εις την περίπτωσιν αυτήν, της δόσεως να υπερβαίνη το ήμισυ της συντάξεως, άλλως αυτή περιορίζεται εις το ήμισυ ταύτης, αυξανομένου του αριθμού των υπολειπομένων δόσεων, αναλόγως. «4.Αι διατάξεις των εδαφ. δ΄ και ε΄ του άρθρ. 37 ως και η διάταξις ε της παρ. 2 του παρόντος άρθρου διέπουν όλας τας περιπτώσεις των κατά την έναρξιν της ισχύος του Νόμ. 935/79 υπαχθέντων εις την ασφάλισιν του Κλάδου». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 5, ΙΙ της 23/3/1309/23 Ιουν.-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 401), απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.39.-«1.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που απολύθηκαν ή διώχθηκαν ή αποχώρησαν με οποιοδήποτε τρόπο αποδεδειγμένα από την υπηρεσία τους για πολιτικούς λόγους και έγιναν αργότερα ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστο 67% δικαιούνται σύνταξη από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης του Ταμείου, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει στην ασφάλισή του, χίλιες πεντακόσιες ημέρες εργασίας από τις οποίες τις τριακόσιες στην τελευταία πενταετία πριν από την απόλυσή τους ή εκδίωξή τους ή αποχώρησή τους από την υπηρεσία τους. 2.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που αγωνίσθηκαν στην Εθνική Αντίσταση και απολύθηκαν ή διώχθηκαν ή αποχώρησαν με οποιοδήποτε τρόπο από την υπηρεσία τους για τα κοινωνικά τους φρονήματα σύμφωνα με τις διατάξεις των ψηφισμάτων Θ/1946 και ΜΘ/1948 ή άλλων νομοθετημάτων και Συντακτικών Πράξεων που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της εχθρικής κατοχής της χώρας, έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίσουν ως χρόνο πραγματικής ασφάλισης, τόσο χρόνο όσος υπολείπεται για να συμπληρωθούν 4050 ημέρες εργασίας, εφόσον α)έχουν καταβάλει μέχρι 31.12.1981 εισφορές στο Ταμείο που αντιστοιχούν σε χρόνο ασφάλισης έξι
(6)μηνών, β)δεν παίρνουν σύνταξη από οποιοδήποτε οργανισμό, κύριας ή επικουρικής ασφάλι(Αντί για τη Σελ. 347(ε) Σελ. 347(ζ) Τεύχος 1-21-Σελ. 3 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 71 σης ή το Δημόσιο, εκτός του ΟΓΑ, γ)δεν έχουν υπαχθεί μετά τη διακοπή της ασφάλισής τους στο ταμείο στην ασφάλιση άλλου οργανισμού κύριας ή επικουρικής ασφάλισης ή του Δημοσίου, εκτός του ΟΓΑ. Η εξαγορά των αναγνωριζομένων ημερών εργασίας, γίνεται με την καταβολή από τον ενδιαφερόμενο, των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότου του κλάδου Σύνταξης του ΙΚΑ που υπολογίζεται για κάθε ημέρα αναγνώρισης, στο ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει κατά το χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση για αναγνώριση. Το ποσό της οφειλής για την εξαγορά των αναγνωριζομένων ημερών, εξοφλείται είτε εφάπαξ είτε σε 60 μην. δόσεις και η πρώτη δόση πρέπει να καταβληθεί μέσα σε δύο μήνες από την ημέρα που θα γνωστοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο η απόφαση του Ταμείου για την αναγνώριση του χρόνου. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης, οι ανεξόφλητες δόσεις παρακρατούνται από το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης. 3.Οι ασφαλισμένοι που αναγνωρίζουν ημέρες εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δικαιούνται σύνταξη, εφόσον συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους και έχουν πραγματοποιήσει συνολικά, μαζί με το χρόνο που αναγνωρίζουν 4050 ημέρες εργασίες. Το ποσό της σύνταξης υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ και δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το κατώτατο όριο σύνταξης του ΙΚΑ, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. 4.Ως αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του παρόντος άρθρ. 9 του παρόντος και καθορίζει την αντιμισθίαν αυτών, των αποφάσεων τούτων υποκειμένων εις την έγκρισιν του Υφυπουργού Εργασίας. Λειτουργία Διοικητικού Συμβουλίου άρθρου, θεωρούνται όσοι αναγνωρίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1285/
  1. 5.Για την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, η απόλυση ή δίωξη ή με οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση από την υπηρεσία, για τα κοινωνικά φρονήματα, πρέπει να αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα των αρμοδίων Αρχών για τα οποία θα κρίνει το Δ.Σ. του Ταμείου. 6.Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού, λήγει, ένα χρόνο μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Με την παρ. 7 νέου άρθρ. 40 η προθεσμία της άνω παρ. 6 παρατάθηκε μέχρι 31-12-
  2. Το άνω άρθρο προστέθηκε ως άρθρ. 39 από την Φ.23/626 Ν/9-15 Ιαν. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 16) απόφ. Υπ. Κοινων. Ασφαλίσεων, Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 196/10 Απρ.
  3. Σελ. 348(ζ) Τεύχος 1-21-Σελ. 4 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 72 Λογιστική Οργάνωσις Άρθρ.40-1.Δι’ έκαστον ησφαλισμένον τηρείται ίδιος λογαριασμός εις τον οποίον καταχωρούνται αι υπέρ του Κλάδου Επικουρικής Ασφαλίσεως κρατήσεις επί των αποδοχών του. 2.Ο συνιστώμενος Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως έχει οικονομικήν και λογιστικήν αυτοτέλειαν, τηρουμένου ιδιαιτέρου λογαριασμού. Η μεταφορά ποσών ή πιστώσεων δεν επιτρέπεται. 3.Ο Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως συμμετέχει εις τας εν γένει λειτουργικάς δαπάνας του Ταμείου κατά ποσοστόν 25% του συνόλου τούτων. Άρθρ.41.-Ως προς τα λοιπά θέματα εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις δια τον Κλάδον Συντάξεως του Ταμείου. Τα άρθρ. 34 έως και 38 του Κλάδου Προνοίας καταργήθηκαν από το Νόμ. 935/1979 (κατωτ. αριθ. 10) και αντικαταστάθηκαν από τα ανωτέρω άρθρ. 34-41 της 23/3/234/1-14 Φεβρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 138) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Μεταβατική διάταξις «Από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός, ουδεμία σύνταξις δύναται να υπερβαίνη τον συντάξιμον μισθόν του ανωτάτου ορίου των υποκειμένων εις κράτησιν αποδοχών, ως καθορίζεται τούτο εν άρθρ. 17 παρ. 2 εδάφ. ε΄, περιοριζομένων αναλόγως και των ήδη καταβαλλομένων συντάξεων». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δυνάμει της υπ’ αριθ. 37840/Σ.484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Οι υπερβάντες το 65ον έτος της ηλικίας των ησφαλισμένοι, οι οποίοι πληρούν τας προϋποθέσεις απονομής αυτοίς συντάξεως λόγω γήρατος, δεν δικαιούνται τοιαύτης λόγω αναπηρίας». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 42265/Ε.1411 της 25 Μαΐου/4 Ιουν. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 191). Μεταβατικές διατάξεις Άρθρ.40.-«1.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου οι οποίοι δεν ασφαλίσθηκαν σ’ αυτό για το χρόνο της απασχόλησής τους σε εργασίες που υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου, μπορούν να ζητήσουν την αναγνώριση του χρόνου αυτού στους Κλάδους Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε προθεσμία ενός
(1)έτους που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. 2.Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή από κάθε ασφαλισμένο για κάθε μήνα, του αθροίσματος της μηνιαίας εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη των Κλάδων Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Το ποσό της μηνιαίας εισφοράς θα υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του ασφαλισμένου κατά την ημέρα που υποβάλλεται η αίτηση, όπως αυτές καθορίζονται με τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Αν ο αιτούμενος την αναγνωρίση έχει διακόψει την ασφάλισή του στο Ταμείο, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς θα υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που παίρνει ομοιόβαθμος συνάδελφός του με τον ίδιο χρόνο απασχόλησης, σύμφωνα με την οικεία Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. 3.Το ποσό της οφειλής για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου καταβάλλεται είτε εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση 10% είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ίσες με τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται που δεν μπορούν να είναι περισσότερες από
  1. 4.Σε περίπτωση θεμελίωσης δικαιώματος συνταξιοδότησης πριν από το χρόνο εξόφλησης του ποσού εξαγοράς του αναγνωριζόμενου χρόνου, είναι δυνατή η συνέχιση καταβολής σε δόσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, του ποσού εξαγοράς, δεν είναι όμως δυνατή η προσαύξηση του ποσού της σύνταξης με το συνυπολογισμό του μη αναγνωρισθέντος χρόνου, πριν από την πλήρη εξόφληση του ποσού της οφειλής. Ο χρόνος που αναγνωρίζεται μπορεί να υπολογισθεί για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης και πριν από την ολοσχερή εξόφληση του ποσού εξαγοράς, εφόσον ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει εφάπαξ το 1/3 του συνολικού ποσού της οφειλής και για την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού αποδεχθεί την παρακράτηση από τη σύνταξή του κάθε μήνα και κατ’ ανώτατο όριο μέχρι 48 μήνες, τουλάχιστον το 1/3 του ποσού της σύνταξης. Οι παρ. 3 και 4 τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 2 της Φ.26/2276/23 Ιουλ.-24 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 592) αποφ. Υπουρ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 5.Για την αναγνώριση του χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων οι ασφαλισμένοι των οποίων οι αποδοχές ήταν ανώτερες του 75% του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών που ορίζονται από τις διατάξεις της περίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17 του Καταστατικού, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαθίστανται με την παρ. 1 της απόφασης αυτής, θεωρούνται ότι έχουν πλήρη απασχόληση και θα καταβάλουν το σύνολο της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη που υπολογίζεται στις αποδοχές που ορίζονται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Οι καθαρίστριες των οποίων οι αποδοχές ήταν ανώτερες του 50% του 25πλάσιου του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, θεωρούνται ότι είχαν πλήρη απασχόληση και θα καταβάλουν το σύνολο της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που υπολογίζεται στο 25πλάσιο του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. (Αντί για τη σελ. 348,01(γ) Σελ. 348,01(δ) Τεύχος 1203-Σελ. 31 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 73 Αν οι αποδοχές ήταν κατώτερες του 75% του κατωτάτου ορίου ασφαλίσιμων αποδοχών για τους μισθωτούς, εκτός από τις καθαρίστριες και του 50% του 25πλάσιου του ημερομίσθιου ανειδίκευτου εργάτη για τις καθαρίστριες, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της περίπτ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 17 του Καταστατικού, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαθίστανται με την παρ. 1 της απόφασης αυτής. 6.Για την αναγνώριση του χρόνου απαιτούνται τα εξής δικαιολογητικά. α)Αντίγραφο πρακτικού πρόσληψης στον οικείο εργοδότη. β)Βεβαίωση του εργοδότη στην οποία θα αναφέρεται ο συνολικός χρόνος απασχόλησης και αν αυτή είναι συνεχής ή με διακοπές καθώς και η ημερομηνία ανάληψης και διακοπής της απασχόλησης. γ)Βεβαίωση του εργοδότη από την οποία θα προκύπτουν οι μεταβολές στη μισθοδοσία του ασφαλισμένου. δ)Βεβαίωση του Σώματος Ελεγκτών Συνεταιρικών Οργανώσεων ή του αρμόδιου υπαλλήλου του Ταμείου, στην οποία θα αναφέρεται αν ο ασφαλισμένος απασχολήθηκε κατά κύριο επάγγελμα ή όχι. 7.Η προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρ. 39α του Καταστατικού του Ταμείου παρατείνεται μέχρι 31.12.1987». Το άνω προστέθηκε ως άρθρ. 40 από την παρ. 3 της Φ.23/1168/19-26 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Β΄ 264) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «7α.Η προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού παρατείνεται για ένα χρόνο από τη δημοσίευση της παρούσης απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 7α προστέθηκε από την Φ. 26/οικ. 1618/22 Μαΐου–1 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 423) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Με την Φ. 26/1047/6-24 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Β΄ 350) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, ορίστηκε ότι η προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού παρατείνεται μέχρι 31-7-
  2. Σελ. 348,02(δ) Τεύχος 1203-Σελ. 32 «Άρθρ.41.-Οι μηχανικοί, χημικοί, ηλεκτρολόγοι, θερμαστές, βοηθοί μηχανικών, το εργατοτεχνικό προσωπικό καθώς και οι οδηγοί αυτοκινήτων που υπηρετούσαν τις Γεωργικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις κατά τη δημοσίευση της Φ.26/2377/ 21.12.1990 (ΦΕΚ 8 Β/1991) απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να ζητήσουν την εξαίρεσή τους από την ασφάλιση του Ταμείου, από τότε που υπήχθησαν σ’ αυτή, εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι
(6)μηνών από της ισχύος της παρούσας». Η μεταβατική διάταξη του άνω άρθρ. 41 προστέθηκε από την Φ.26/2704/1-8 Νοεμ. 1991 (ΦΕΚ Β΄ 950) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρ.5.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει οσάκις ήθελε κληθή υπό του Προέδρου αυτού, όστις υποχρεούται όπως συγκαλή τούτο, δις τουλάχιστον του μηνός. Δύναται επίσης να συγκληθή κατόπιν εγγράφου αιτήσεως τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εν η αναγράφονται απαραιτήτως τας προς συζήτησιν επείγοντα θέματα». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δυνάμει της υπ’ αριθ. 37840/Σ. 484 της 30 Αυγ./16 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.«Το Διοικ. Συμβούλιον λογίζεται νομίμως συγκεκροτημένον και εν απαρτία αν παρίστανται τρία εκ των μελών αυτού εν οις ο Πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ άριθ. 37856/Σ 1228 της 14 Νοεμ./6 Δεκεμβρίου 1943 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. 3.Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των τριών εν ισοψηφία υπερισχυούσης της ψήφου του Προέδρου. 4.«Το Διοικ. Συμβούλιον δύναται να συνιστά Επιτροπή, απαρτιζομένην εκ 3 μελών αυτού και του Διευθυντού του Ταμείου της οποίας έργον έσται η μετ’ απόφασιν του Δ. Συμβουλίου προμήθεια των αναγκαιούντων εις το Ταμείον πάσης φύσεως ειδών, κατά τα ειδικώτε(Αντί για στη. 329(γ) Σελ. 329(δ) Τεύχος 1084 – Σελ. 45 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 39.Η.β.1 43 ρον εν άρθρ. 12 οριζόμενα, ως και η επεξεργασία διατάξεων του Καταστατικού και Κανονισμών και ο έλεγχος φακέλλων συνταξιοδοτήσεως και αναγνωρίσεως προϋπηρεσιών ησφαλισμένων. Εις τα μέλη της Επιτροπής παρέχεται η κατά τας κειμένας διατάξεις καθοριζομένη κατά συνεδρίασιν αποζημίωσις ή έξοδα κινήσεως των μελών του Διοικ. Συμβουλίου. Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις της Επιτροπής δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας 6 κατά μήνα». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 18784/Σ. 1027 της 2/6 Αυγ. 1952 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. «5.Το Δ.Σ. δύναται επίσης να συνιστά επιτροπήν εκ μελών του και υπαλλήλων του Ταμείου δια την μελέτην ζητημάτων αφορώντων την ανοικοδόμησιν κτιρίων, την παρακολούθησιν της ανεγέρσεως αυτών, προσφορωτέραν διαχείρισιν των ανεγειρομένων κτιρίων και εν γένει ζητημάτων επενδύσεως των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου. Εις τα μέλη της ως άνω Επιτροπής παρέχεται η εκάστοτε καθοριζόμενη κατά συνεδρίασιν αποζημίωσις δια τα μέλη του Δ. Συμβουλίου αι δ’ αμειβόμεναι συνεδριάσεις αυτής δεν δύνανται να υπερβαίνωσι τας 6 κατά μήνας». Η παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 55864/Σ 1194 της 16/21 Νοεμβ. 1950 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. Άρθρ.6.-1.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται άνευ ψήφου και ο Διευθυντής του Ταμείου, ως εισηγητής των προς συζήτησιν θεμάτων. Το Συμβούλιον δύναται ν’ αναθέση την εισήγησιν οιουδήποτε θέματος και εις μέλη αυτού. 2.«Χρέη Γραμματέως κατά τας συνεδριάσεις εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου ή Δημόσιος υπάλληλος οριζόμενος υπό του Υπουργείου Εργασίας». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 12859 της 26 Ιουν./9 Ιουλ. 1942 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ Επιτροπαί – Εξελεγκτική Επιτροπή Άρθρ.7.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 16 Π.Δ. 10/7-24 Ιαν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 6), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 24/1 Μαρτ. 1991 (κατωτ. αριθ. 34). Σελ. 330(δ) Τεύχος 1084 – Σελ. 46 39.Η.β.1 Ταμείο Συντ.& Επικ.Ασφ.Προσωπικού Γεωργ.Συνετ.Οργανώσεων(ΤΣΕΑΠΓΣΟ) 44 Επιτροπαί προς κρίσιν ανικανότητος Άρθρ.8.-«1.Η διαπίστωσις της σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος δια την απονομήν των υπό του παρόντος προβλεπομένων λόγω αναπηρίας συντάξεων, ενεργείται υπό των κατά τόπους Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. Κατά των αποφάσεων των ως άνω Επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή του τε ησφαλισμένου και του Ταμείου, ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, εφαρμοζομένων αναλόγως των εκάστοτε οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας αυτού, ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν τας προθεσμίας υποβολής των προσφύγων κ.λπ. 2.Προς διαπίστωσιν της εξακολουθήσεως της προς εργασίαν ανικανότητος του συνταξιούχου, δύναται το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου να ζητή παρ’ αυτού προσαγωγήν ανά εξαμηνίαν σχετικού πιστοποιητικού παρ’ αυτού καθοριζομένου ή και να παραπέμπη τούτον εκ νέου οποτεδήποτε εις την κατά το εδάφ. 1 του παρόντος άρθρου επιτροπήν. Η ανωτέρω διάταξις δεν έχει εφαρμογήν επί περιπτώσεων μονίμως κριθέντων ανικάνων προς εργασίαν ησφαλισμένων, με ποσοστόν 60% και άνω. 3.Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων, εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του ΙΚΑ, ο ασφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ, του τόπου διαμονής. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως ως και αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων οσάκις διατάσσονται παρά του Ταμείου βαρύνουν τούτο και καταβάλλονται εις τους δικαιούχους κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην η επιτροπή αποφαίνεται απορριπτικώς επί προσφυγής του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου οπότε βαρύνουν τούτον. 4.Δια την απόληψιν συντάξεως λόγω αναπηρίας δέον αύτη να μη είναι κατωτέρα του ποσοστού 60%. 5.Εις ην περίπτωσιν ο λόγω αναπηρίας συνταξιούχος κριθή υπό των εν παρ. 1 επιτροπών τελεσιδίκως με ποσοστόν κάτω του 60%, η λόγω αναπηρίας σύνταξις διακόπτεται από της 1ης του επομένου μηνός της γνωμοδοτήσεως, ο δε ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ τη παρελεύσεως του έτους νέαν αίτησιν περί παραπομπής του εις Υγειονομικήν Επιτρ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.