- ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 669 της 15 Ιουν./2 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 169) (Διορθ. Σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 189/21 Ιουλ. 1981 και ΦΕΚ Α΄ 213/14 Αυγ. 1981). Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως ανασυντάξεως και κατατάξεως της διεπούσης το Ταμείον Συντάξεων Αυτοκινητιστών νομοθεσίας. Έχοντας υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις του άρθρου 10 του Νόμου 984/79 «περί τροποποιήσεως της περί Τ.Σ.Α. νομοθεσίας, υπαγωγής των μισθωτών οδηγών αυτοκινήτων εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ και άλλων τινών διατάξεων». 2.Την υπ’ αριθ. 1029/16.5.80 απόφασιν του Πρωθυπουργού και Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τους Υφυπουργούς Κοινωνικών Υπηρεσιών» (ΦΕΚ 491/21.5.1980 τ.Β΄). 3.Γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών ληφθείσαν κατά την από 5.3.80 συνεδρίασιν αυτού και υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 24660/1.4.80 αναφοράς του. 4.Γνώμην του παρά τω Υπουργείω Κοινωνικών Υπηρεσιών λειτουργούντος Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως διατυπωθείσαν κατά τας υπ’ αριθ. 63η/23.7.80 και 77η/12.11.80 συνεδριάσεις αυτού της Κ. Περιόδου. 5.Την υπ’ αριθ. 52/15.1.1981 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, αποφασίζομεν: Άρθρον μόνον. 1.Η διέπουσα το Ταμείον Συντάξεως Αυτοκινητιστών νομοθεσία τροποποιείται, συμπληρούται και αντικαθίσταται ως ακολούθως: (Αντί για τη σελ. 1390,243(γ) Σελ. 1390,243(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 17 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 99 Ι.ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΄Αρθρον
- Κυβερνητικός Επίτροπος. 1.Εις τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου και της παρά τη Κεντρική Υπηρεσία λειτουργούσης Επιτροπής Ασφαλίσεως και Παροχών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. 2.Ο Κυβερνητικός Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκ των παρά τω Υπουργείω Σελ. 1390,248 Τεύχος Ε122-Σελ. 10 Κοινωνικών Υπηρεσιών υπηρετούντων επί τη βαθμώ τουλάχιστον 4ω και άνω τακτικών υπαλλήλων αυτού, οπωσδήποτε δε ανωτέρου και επί ομοιοβάθμου αρχαιοτέρου του εκ του Υπουργείου τούτου προερχομένου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, καλείται δε πάντοτε, επί ποινή ακυρότητος αυτών, εις πάσας τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και της παρά τω ταμείω λειτουργούσης Επιτροπής Ασφαλίσεως και Παροχών. Η θητεία του Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή μετά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεως της την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ή της εις ην παρίσταται Επιτροπής, ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας κειμένας διατάξεις. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κυβερνητικού Επιτρόπου, δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Διοικητικού Συμβουλίου, υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβερνητικού Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβερνητικού Επιτρόπου ή του Διοικητικού Συμβουλίου, τούτο δύναται ν’ αποφασίση την εκτέλεσιν της, εφ’ ης η διαφωνία, αποφάσεως. 4.Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλλη εφ’ άπαξ, μέχρι της επομένης συνεδριάσεως, και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, δι’ ην ήθελε διατυπώση ητιολογημένας επιφυλάξεις, αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα Κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν, δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβερνητικού Επιτρόπου. 5.Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλλη, δια τους αυτούς λόγους, και αποφάσεις της, εις ην παρίσταται Επιτροπής, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, όπερ δύναται, δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβερνητικού Επιτρόπου. 6.Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρούνται ως νομίμως γενόμεναι και εν απουσία του Κυβερνητικού Επιτρόπου ή του αναπληρωτού του, εφ’ όσον ούτοι προσεκλήθησαν κανονικώς και δεν προσήλθον. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 106 ΄Αρθρον
- Διαδικασία υπαγωγής εις την ασφάλισινΚυρώσεις. 1.Τα αρμόδια όργανα του Ταμείου προβαίνουν αυτεπαγγέλτως κατόπιν ελέγχου εις τας ενδεικνυομένας ενεργείας δια την υπαγωγήν των υποχρέων εις την ασφάλισιν, των προσώπων τούτων υποχρεουμένων όπως παρέχουν πάσαν διευκόλυνσιν δια την απρόσκοπτον διεξαγωγήν του ελέγχου. 2.Οι καθ’ οιονδήποτε τρόπον καθιστάμενοι ιδιοκτήται αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως ή τριτρόχου φορτηγού Δ.Χ. οι χρησιούχοι και οι εκμεταλλευταί αυτών υποχρεούνται εντός μηνός από της εκδόσεως επ’ ονόματί των της σχετικής πράξεως μεταβιβάσεως όπως αναγγείλουν τούτο εις το Ταμείο δι’ υποβολής εγγράφου δηλώσεως περιεχούσης τα υπό του κανονισμού καθορισθησόμενα στοιχεία. 3.Επί παραλείψεως των περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσώπων όπως, εντός εξαμήνου αφ’ ης κατέστησαν ιδιοκτήται και νομείς ή χρησιούχοι και εκμεταλλευταί αυτοκινήτου ή τριτρόχου φορτηγου Δ.Χ. γωνστοποιήσουν τούτο εις το Ταμείον ή προκαλέσουν την έκδοσιν ασφαλιστικού βιβλιαρίου, ούτοι, ανεξαρτήτως των άλλων συνεπειών εκ της μη καταβολής εντός των νομίμων προθεσμιών των ασφαλιστικών εισφορών, επιβαρύνονται και δια καταβολής εφ’ άπαξ ποσού ίσου προς 20% των εκ της αιτίας ταύτης οφειλομένων εισφορών. Η διάταξις αύτη έχει εφαρμογήν και προκειμένου περί των εκπαιδευτών οδηγών αυτοκινήτων το δε εξάμηνον της γνωστοποιήσεως εις τους υπαγομένους εις την κατηγορίαν ταύτην άρχεται αφ’ ης εθεώρησαν την άδειαν ικανότητος εκπαιδευτικού οδηγών αυτοκινήτων ή ίδρυσαν σχολήν οδηγών. 4.Εις την κατά τ’ ανωτέρω επιβάρυνσιν υπόκεινται και οι κατά τον χρόνον ενάρξεως ισχύος του παρόντος ησφαλισμένοι του Ταμείου εάν εντός εξαμήνου από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος δεν γνωστοποιήσουν εις το Ταμείον τα στοιχεία περί ων αι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος. 5.Η τήρησις Μητρώου ησφαλισμένων, αλφαβητικών ευρετηρίων και λοιπών απαραιτήτων βιβλίων, ο τρόπος τηρήσεως αυτών και τα στοιχεία άτινα δέον να περιέχουν, η διαδικασία υπαγωγής εις την ασφάλισιν, τα απαραίτητα προς υποβολήν δικαιολογητικά και πάσα λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος περί ασφαλίσεως, ρυθμίζονται υπό του Κανονισμού ασφαλιστικής λειτουργίας (ΑΥΚΥ22/527/30.1.75 ΦΕΚ 134/6.2.75 τεύχος Β΄). ΄Αρθρον
- Διαγραφή εκ του Μητρώου. 1.Οσάκις προκύπτουν στοιχεία μη δικαιολογούντα την παραμονήν εις την ασφάλισιν προσώπου τινός εκ του λόγου ότι εχώρησε παράνομος ασφάλισις τούτου, το Ταμείον προβαίνει αυτεπαγγέλτως εις την διαγραφήν του εκ του Μητρώου, δια πράξεως του αρμοδίου καθ’ ύλην Διευθυντού ή των Προϊσταμένων των Περιφερειακών Υποκαταστημάτων, μετά προηγουμένην πρόσκλησιν του ενδιαφερομένου, προς διαπίστωσιν των απόψεων ή τυχόν αντιρρήσεων αυτού. 2.Κατά των πράξεων των ανωτέρω οργάνων περί διαγραφής επιτρέπεται υπό του ενδιαφερομένου άσκησις ενστάσεως ενώπιον της αρμοδίας κατά τόπον Τοπικής Επιτροπής εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν της περί διαγραφής πράξεως. ΄Αρθρον
- Πιστοποιητικά και βεβαιώσεις δια την μεταβίβασιν αυτοκινήτου Δ.Χ. 1.Πάσα έκδοσις, ανανέωσις ή αντικατάστασις αδείας αυτοκινήτου ή τριτρόχου φορτηγού Δημοσίας χρήσεως ανακοινούται υποχρεωτικώς εις το Ταμείον υπό της αρμοδίας δημοσίας Υπηρεσίας. Προκειμένου περί χορηγήσεως τοιούτων αδειών εις κοινοπραξίας, Εταιρείας συνεταιρισμούς και νομικά και φυσικά πρόσωπα εν γένει, ως και θεωρήσεως αδείας ικανότητος εκπαιδευτού οδηγών αυτοκινήτων, απαιτείται απαραιτήτως η υποβολή εις την αρμοδίαν αρχήν και βεβαιώσεως του Ταμείου περί εξοφλήσεως απασών των προς αυτό υποχρεώσεών των εκ πάσης φύσεως εισφορών. Κατ’ εξαίρεσιν δύνανται να χορηγούνται και άνευ προηγουμένης εξοφλήσεως των οφειλομένων εισφορών πιστοποιητικά και βεβαιώσεις εφ’ όσον, βάσει κειμένων διατάξεων, αι οφειλόμεναι εισφοραί κεφαλοποιούνται και καταβάλλονται εις δόσεις και υπό την προϋπόθεσιν της κανονικής εξοφλήσεως των δόσεων. 2.Το Ταμείον υποχρεούται να χορηγή εις τους ησφαλισμένους του πιστοποιητικά περί της παρ’ αυτώ ασφαλίσεώς των και βεβαιώσεις δια την μεταβίβασιν του αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως αυτών, ως και του τριτρόχου φορτηγού Δ.Χ. Τα πιστοποιητικά ασφαλίσεως και αι βεβαιώσεις μεταβιβάσεως εκδίδονται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου και επί τη υποβολή των υπό του Κανονισμού Ασφαλιστικής Λειτουργίας (Α.Υ.Κ.Υ 22/527/30.1.75 ΦΕΚ. 134/6.2.75 τεύχος Β΄) προβλεπομένων δικαιολογητικών. «Για τη χορήγηση των ανωτέρω πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων απαιτείται προηγουμένη εξόφληση όλων γενικά των προς το Τ.Σ.Α. υποχρεώσεων του αιτούντος από οποιεσδήποτε εισφορές». Το τελευταίο εδάφιο της άνω παραγράφου προστέθηκε από το άρθρ. 3 Π.Δ. 8/10-20 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 13), (κατωτ. αριθ. 63). 3.Πας μεταβιβάζων την κυριότητα, χρήσιν ή εκμετάλλευσιν ή παραχωρών την χρήσιν και εκμετάλλευσιν δια συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως ή τριτρόχου φορτηγού Δ.Χ. εις έτερον είτε εξ ολοκλήρου είτε κατά ποσοστόν υποχρεούται να προσκομίζη εις την συμβολαιογράφον ή την αρμοδίαν αρχήν οσάκις δεν απαιτείται συμβολαιογραφική πράξις (Ν.Δ. 1146/1972 ΦΕΚ 64 Α΄) και βεβαίωσιν του Ταμείου περί εξοφλήσεως απασών των προς αυτό υποχρεώσεών του εκ πάσης φύσεως εισφορών. (Αντί για τη σελ. 1390,249(δ) Σελ. 1390,249(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 21 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 107 Ο Συμβολαιογράφος ως και πάσα αρμοδία κατά νόμον αρχή υποχρεούνται όπως αρνούνται την σύνταξιν συμβολαιογραφικής πράξεως εις περίπτωσιν μη προσκομίσεως βεβαιώσεως του Ταμείου περί εξοφλήσεως των εισφορών, εντός δε μηνός από της υπογραφής του συμβολαίου ή προσυμφώνου αποστέλλουν εις το Ταμείον αντίγραφον του συμβολαίου ή προσυμφώνου εφ’ απλού χάρτου δεόντως τεθεωρημένον. Οσάκις κατά την πώλησιν και αγοράν του αυτοκινήτου δεν συντάσσεται συμβολαιογραφική πράξις ο αγοραστής του αυτοκινήτου ή τριτρόχου Δ.Χ. υποχρεούται να προσκομίση εις τας κατά τόπους αρμοδίας Υπηρεσίας του Ταμείου εντός μηνός από της μεταβιβάσεως τούτου το βιβλιάριον μεταβολών κυριότητος και κατοχής αυτοκινήτων οχημάτων κ.λ.π. (Ν.Δ. 1146/1972 ΦΕΚ 64 Α΄) ή ετέραν πράξιν. Αι κατά τόπους αρμόδιαι Υπηρεσίαι του Ταμείου προβαίνουν εις την ενημέρωσιν των οικείων μερίδων και των ασφαλιστικών φακέλλων των ενδιαφερομένων ενεργούσαι σχετικήν πράξιν επί του βιβλιαρίου. 4.Οι ιδιοκτήται χρήσται και εκμεταλλευταί ή χρησιούχοι και εκμεταλλευταί αυτοκινήτου ή τριτρόχου Δ.Χ., ησφαλισμένοι ή υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν του Ταμείου, υποχρεούνται κατ’ έτος να θεωρούν εις τας κατά τόπους αρμοδίας αστυνομικάς αρχάς την άδειαν κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ή τριτρόχου αυτών. Αι κατά τόπους αρμόδιαι δια την θεώρησιν αστυνομικαί αρχαί υποχρεούνται ν’ αρνηθούν την τοιαύτην θεώρησιν, εφ’ όσον δεν προσκομίζεται εις αυτάς βεβαίωσις του Ταμείου περί ασφαλιστικής και ταμειακής ενημερότητος των εν λόγω προσώπων. 5.Πας ησφαλισμένος δύνται να λάβη γνώσιν οποτεδήποτε των στοιχείων των αφορώντων την ασφαλιστικήν του σχέσιν, δι’ αιτήσεώς του προς το Ταμείον, και να υποβάλη αντιρρήσεις κατά του εγγράφου του Ταμείου εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς του προς αυτόν. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης ή εκ των στοιχείων του Ταμείου προκύπτουσα ασφαλιστική σχέσις θεωρείται ακριβής, ως προς τον διαδραμόντα χρόνον. ΄Αρθρον
- Πόροι. 1.Το Ταμείον έχει ως πόρους: α.(Καταργήθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 33 Νόμ. 1902/1990, ΦΕΚ Α΄ 138, Τόμ. 15Β
(1)σελ. 18,31). β)Την εισφοράν του τακτικού προσωπικού του ΤΣΑ εκ 5% των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του επιφυλασσομένης της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 2 του Ν.Δ. 78/
- Σελ. 1390,250(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 22 γ)Το ήμισυ της δια του άρθρου 4 του Ν. 984/79 θεσπισθείσης εισφοράς καταβαλλομένης υπό παντός κυρίου και νομέως ή χρησιούχου και εκμεταλλευτού επαγγελματικού αυτοκινήτου δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως δια την χρησιμοποίησιν ή εκμετάλλευσιν εκάστου αυτοκινήτου, καθοριζομένης μηνιαίας ως ακολούθως: Δι’ αυτοκίνητα και ρυμουλκούμενα οχήματα ωφελίμου φορτίου μέχρι και 1 τόν. δρχ.
- Δι’ αυτοκίνητα και ρυμουλκούμενα οχήματα ωφελίμου φορτίου άνω του 1 τόν. και μέχρι 1,1/2 τόν. δρχ. 254 « « 1,1/2 « « « 2 « « 290 « « 2 « « « 2,1/2 « « 327 « « 2,1/2 « « « 3 « « 363 « « 3 « « « 3,1/2 « « 390 « « 3,1/2 « « « 4 « « 436 « « 4 « « « 5 « « 472 « « 5 « « « 6 « « 508 « « 6 « « « 6,1/2 « « 532 « « 6,1/2 « « « 7 « « 557 « « 7 « « « 8 « « 581 « « 8 « « « 9 « « 605 « « 9 « « « 10 « « 629 « « 10 « « « 11 « « 653 « « 11 « « « 12 « « 678 « « 12 « « « 13 « « 702 « « 13 « « « 14 « « 726 « « 14 « « « 15 « « 750 « « 15 τόν. 774 Δια μοτοσυκλέττας Δ.Χ. 121 δρχ. Δια λεωφορεία-πούλμαν 12 δρχ. ανά θέσιν. Δια ταξί και αγοραία 121 δρχ. Δι’ αυτοκίνητα των οποίων τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάσιν μόνον την ιπποδύναμιν, την ιπποδύναμιν και το ωφέλιμον φορτίον ή τον αριθμόν των θέσεων και το ωφέλιμον φορτίον, η κατά μήνα εισφορά καθορίζεται ως εξής: Δι’ έκαστον ίππον 24 δραχμές. Δι’ εκάστην θέσιν 12 δραχμάς και δι’ έκαστον τόννον ωφελίμου φορτίου, ως η ανωτέρω κλίμαξ. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 108 Η κατά τα ανωτέρω εισφορά βεβαιούται και συνεισπράττεται μετά των τελών κυκλοφορίας προκειμένου περί αυτοκινήτων δια τα οποία καταβάλλονται τοιαύτα τέλη και αποδίδεται εις το ταμείον εντός τριμήνου από της εισπράξεως, κατά τα προβλεπόμενα υπό της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 984/
- Δια τα αυτοκίνητα δια τα οποία δεν καταβάλλονται τέλη κυκλοφορίας, η εν λόγω εισφορά καταβάλλεται υπό των υποχρέων εις το Ταμείον και συνεισπράττεται μετά της ασφαλιστικής εισφοράς, εφαρμοζομένων δια την είσπραξιν ταύτης των οικείων διατάξεων της διεπούσης εκάστοτε το Ταμείον νομοθεσίας. Το ποσόν της ανωτέρω εισφοράς αυξάνεται κατά 10% ετησίως από της 1.1.1982 μέχρι και της 31.12.
- δ)Τας πάσης φύσεως προσόδους εκ της περιουσίας αυτού. ε)Παν έσοδον πραγματοποιούμενον παρ’ αυτού εκ δωρεάς, κληρονομίας, κληροδοσίας ή άλλης αιτίας. 2.Αι καταβλητέαι κατά μήνα εισφοραί στρογγυλοποιούνται εις ακεραίας δραχμάς του κάτω του ημίσεως της δραχμής παραλειπομένου, από δε του ημίσεως και άνω λογιζομένου ως ακεραίας δραχμής. Σύμφωνα με την παρ. 3 άρθρ. 33 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50). (τόμ. 15Β 1 , σελ. 70,866) από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα (1-5-1988) από τη δημοσίευση του νόμου αυτού θεσπίζεται υπέρ του Τ.Σ.Α. α.Ποσοστιαία εισφορά 3% στη μεταβιβαζόμενη συνολική αξία κάθε αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης ή ποσοστού αυτού, καταβαλλόμενη κατά ίσα μέρη από τους συμβαλλόμενους. Η εισφορά συμβεβαιώνεται και συνεισπράττεται μαζί με τα υπόλοιπα τέλη υπέρ του Δημοσίου μετά από ειδικό σημείωμα του οργάνου που θα συντάξει την πράξη μεταβίβασης και αποδίδεται στο Τ.Σ.Α. μέσα σε ένα τρίμηνο από την είσπραξή της. β.Ποσοστιαία εισφορά ίση με το 25% του συνόλου των τελών κυκλοφορίας κάθε επαγγελματικού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης. Το κατά το προηγούμενο εδάφιο ποσοστό μπορεί να αυξάνεται μετά γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α. με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο τρόπος είσπραξης της παραπάνω εισφοράς καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για τις υπέρ του Τ.Σ.Α. ειδικές εισφορές εκμετάλλευσης αυτοκινήτου δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσης βλέπε άρθρ. 10 Νόμ. 2556/23-24 Δεκ. 1997 (ΦΕΚ Α΄ 270), κατωτ. αριθ.
- Ασφαλιστικαί Κλάσεις. ΄Αρθρ.13.-(Καταργήθηκε από την 1 Νοεμ. 1983 με την παρ. 1 άρθρ. 5 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/3011-1983) (κατωτ. αριθ. 65). Για την υποχρέωση των ασφαλισμένων στην καταβολή της μηνιαίας εισφοράς που έχουν καταβληθεί βλέπε άρθρ. 5 Π.Δ. 425/83, κατωτ. αριθ. 65). (Μετά τη σελ.1390,250(ε) Σελ. 1390,2501 Τεύχος 1327 Σελ. 23 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 109 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 110 ΄Αρθρον
- Τρόπος Εισπράξεως Εισφορών. 1.Η είσπραξις των πόρων του ΤΣΑ ενεργείται υπό των αρμοδίων Υπηρεσιών του Κεντρικού Καταστήματος του Ταμείου και των κατά τόπους Υποκαταστημάτων αυτού. Η κατά την ανωτέρω είσπραξις δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καθορίζοντος και πάσαν αναγκαίαν λεπτομέρειαν να ανατίθεται εις Πράκτορας, Νομικά Πρόσωπα ή Τραπέζας, Κοινά Ταμεία αυτοκινήτων ή τους διαχειριστάς αυτών και εις τας πάσης φύσεως αυτοκινητιστικάς Οργανώσεις επί ποσοστώ των εισπραττομένων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει μη δυναμένου πάντως να υπερβή το 5%. 2.Το Τ.Σ.Α. δύναται προς είσπραξιν των εισφορών του να εκδίδη και χρησιμοποιή ένσημα, άτινα απολαύουσι της νομικής προστασίας της θεσπιζομένης δια τα υπό του Κράτους εκδιδόμενα χαρτόσημα. 3.«Ο ασφαλισμένος του Τ.Σ.Α. υποχρεούται να καταβάλλει την βαρύνουσα αυτόν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά το βραδύτερο μέχρι του τέλους του επομένου μήνα εκείνου στον οποίο ανάγεται, διαφορετικά από της 1ης του μεθεπομένου θεωρείται καθυστερούμενη». Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 2 Π.Δ. 53/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 53/16 Απρ. 1991 (κατωτ. αριθ. 83). Προκειμένου περί Εταιρειών πάσης φύσεως, ΚΤΕΛ, Οργανισμών Κοινοπραξιών, ή πάσης φύσεως Ν.Π.Ι.Δ. ή συγεκκριμένων ομάδων εκμεταλλεύσεως Δ.Χ. αυτοκινήτων ή μηνιαία εισφορά του ησφαλισμένου ιδιοκτήτου, μετόχου, μέλους, κ.λπ. παρακρατείται υποχρεωτικώς και αποδίδεται εις το Ταμείον εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός του επομένου εκείνου εις ον ανάγεται η εισφορά. Τα ησφαλισμένα μέλη, μέτοχοι κ.λπ. των κατά τ’ ανωτέρω Εταιρειών και Οργανισμών εν γένει υποχρεούνται όπως, εντός του πρώτου τριμήνου εκάστου έτους, προσκομίζουν βεβαίωσιν περί της γενομένης παρακρατήσεως. Εν περιπτώσει παραλείψεως, παραμένουν αλληλεγγύως υπόχρεοι έναντι του Ταμείου προς καταβολήν των κατά νόμον οφειλομένων εισφορών. «4.΄Ολων των ειδών οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Τ.Σ.Α. αναπροσαρμόζονται, στο ύψος του ασφαλίστρου του χρόνου καταβολής και επιβαρύνονται με πρόσθετο τέλος 1% για κάθε δεκαήμερο καθυστέρησης και ως 50% του ποσού της κύριας οφειλής. Τα πρόσθετα τέλη υπολογίζονται από την ημέρα που οι νέες αναπροσαρμοζόμενες εισφορές καθίστανται απαιτητές, δηλαδή από της 10ης του μεθεπόμενου μήνα της αναπροσαρμογής». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 2 Π.Δ. 53/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 53/16 Απρ. 1991 (κατωτ. αριθ. 83). 5.Δια τας περιπτώσεις καθ’ ας τα πρόσωπα περί ων αι διατάξεις υπό στοιχ. α, β, δ, ε, και στ, της παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος δεν είχον καταστή ιδιοκτήται χρήσται και εκμεταλλευταί αυτοκινήτου ή τριτρόχου Δ.Χ. ή ιδανικού μεριδίου αυτού από της 1ης του μηνός ή απώλεσαν την ιδιότητα ταύτην προ της λήξεως του μηνός ταύτα υποχρεούνται εις καταβολήν τμήματος της μηνιαίας εισφοράς υπολογιζομένης εις τόσα εικοστά πέμπτα όσαι αι ημέραι δια τας οποίας εντός του μηνός απέκτησαν τας άνω ιδιότητας. Κατά την αυτήν αναλογίαν υπολογίζεται και η μηνιαία εισφορά των εκπαιδευτών αφ’ ης ταύτα ήρξαντο να ασκούν το επάγγελμα του εκπαιδευτού ή διέκοψαν τούτο. Με το άρθρ. 8 Π.Δ. 8/10-20 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 17), (κατωτ. αριθ. 63), ορίστηκε, ότι όπου οι διατάξεις της άνω παραγράφου παραπέμπουν στο άρθρ. 2 αυτού, νοείται παραπομπή στο άρθρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος. 6.Το δικαίωμα προς είσπραξιν των εισφορών παραγράφεται μετά δεκαετίαν από της λήξεως του Οικονομικού έτους, καθ’ ο αύται κατέστησαν απαιτηταί. Επί της τοιαύτης παραγραφής εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν αι διατάξεις περί βραχυπροθέσμων παραγραφών του Αστικού Κώδικος. 7.Εισφοραί αχρεωστήτως εισπραχθείσαι επιστρέφονται επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως υπό της Υπηρεσίας εντόκως προς 4%. ΄Αρθρον
- Αναγκαστική είσπραξις εισφορών. 1.Αι απαιτήσεις του ΤΣΑ εκ καθυστερουμένων πάσης φύσεως εισφορών, προσθέτων τελών και ειδικών προσαυξήσεων κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του παρόντος εισπράττονται κατά την διαδικασίαν του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων υπό των ιδίων αυτού οργάνων. Ως τίτλοι δια την βεβαίωσιν και αναγκαστικήν είσπραξιν των απαιτήσεως του Ταμείου χρησιμεύουν αι υπό των εντεταλμένων οργάνων τούτου συντασσόμεναι πράξεις επιβολής εισφορών και προσθέτων τελών. 2.Επί τη βάσει των εν τη προηγουμένη παραγράφω τίτλων προς είσπραξιν και αφού προηγουμένως διαπιστωθή η μη πληρωμή της οφειλής υπό των προς τούτο υποχρέων συντάσσονται υπό του Ταμείου καταστάσεις οφειλετών, αίτινες υπογραφόμεναι υπό του αρμοδίου προς τούτο οργάνου επέχουν θέσιν τίτλου εκτελέσεως και εκτελούνται συμφώνως προς τας διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. 3.Κατά των ανωτέρω πράξεων επιτρέπεται η άσκησις ενστάσεων υπό των ενδιαφερομένων ενώπιον των Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων εντός προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως τούτων. Κατά την εκδίκασιν της ενστάσεως καλείται ίνα αναπτύξη τας απόψεις του ο ενιστάμενος δυνάμενος, να παραστή και δι’ αντιπροσώπου. Προκειμένου περί αποφάσεως αναφερομένης εις θέματα υπαγωγής εις την ασφάλισιν διαρκούσης της ασφαλιστικής σχέσεως και καταβολής των εισφορών καλούνται ίνα αναπτύξουν τας απόψεις των και οι αναφερόμενοι εις την απόφασιν ησφαλισμένοι εφ’ όσον δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των ενισταμένων δυνάμενοι να παραστούν και δι’ αντιπροσώπων. 4.Η τυχόν υπό του οφειλέτου άσκησις ενστάσεως κατά της πράξεως επιβολής εισφορών και προσθέτων τελών δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν. 5.Ο τύπος, και τα στοιχεία άτινα πρέπει να περιέχουν αι συντασσόμεναι πράξεις επιβολής εισφορών και προσθέτων τελών (Π.Ε.Ε.Π.Τ.) ο τρόπος επιδόσεως τούτων και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια προβλέπονται υπό του Κανονισμού Ασφαλιστικής Λειτουργίας του Ταμείου (Α.Υ.Κ.Υ. 22/527/30.1.75 ΦΕΚ 134/6.2.75 τεύχος Β΄). (Αντί για τη σελ. 1390,251(β) Σελ. 1390,251(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 61 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 111 Άρθρον
- Πρόσωπα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν. Για την ρύθμιση καθυστερούμενων εισφορών σε δόσεις από το Τ.Σ.Α. μερικών κατηγοριών ασφαλισμένων εκδόθηκαν τα Π.Δ. 358/11-19 Σεπτ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 231), κατωτ. αριθ. 100 και Π.Δ. 354/30 Σεπτ. – 16 Οκτ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 235), κατωτ. αριθ.
- Για τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α. βλέπε και άρθρ. 9 Νόμ. 2556/23-24 Δεκ. 1997 (ΦΕΚ Α΄ 270), κατωτ. αριθ.
- 1.Εις την ασφάλισιν του ΤΣΑ υπάγονται υποχρεωτικώς: α)Οι ιδιοκτήται αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, εφ’ όσον έχουν την χρήσιν και εκμετάλλευσιν τούτων. β)Οι έχοντες την χρήσιν και εκμετάλλευσιν αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως αφ’ ότου δια συμβολαιογραφικού προσυμφώνου ή συμβολαίου αγοράς ή ετέρας τοιαύτης πράξεως, οσάκις δεν απαιτείται συμβολαιογραφική πράξις, μεταβιβάζεται εις αυτούς η χρήσις και εκμετάλλευσις του αυτοκινήτου, έστω και αν δι’ οιονδήποτε λόγον δεν έχει περιέλθει εις αυτούς η κυριότης του αυτοκινήτου. γ)Οι κεκτημένοι αδείας εκγυμναστού οδηγών αυτοκινήτων εφ’ όσον ασκούν αυτοπροσώπως το επάγγελμα τούτο δι’ ιδιοκτήτου εκπαιδευτικού αυτοκινήτου ή εφ’ όσον διατηρούν Σχολήν οδηγών αυτοκινήτων, η δε λειτουργία αυτής αποδεικνύεται δια βεβαιώσεως της οικείας Οικονομικής Εφορίας. δ)Τα μέλη και οι μέτοχοι Οργανισμών, ή Κοινοπραξιών ή εταιρειών, πλην των ανωνύμων, των οποίων ο σκοπός είναι η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, επί κομίστρω, δι’ αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως. ε)Οι μέτοχοι ανωνύμων εταιρειών των οποίων σκοπός είναι η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων επί κομίστρω, δι’ αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, εφ’ όσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών αι οποίαι αντιπροσωπεύουν ποσοστόν αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως κατά τα υπό της παραγράφου 2 του παρόντος οριζόμενα. στ)Οι ιδιοκτήται οι έχοντες την χρήσιν και εκμετάλλευσιν ή οι χρησιούχοι και εκμεταλλευταί τριτρόχων φορτηγών δημοσίας χρήσεως, εφ’ όσον είναι κάτοχοι επαγγελματικής αδείας ικανότητος οδηγού αυτοκινήτου και οδηγούν αυτοπροσώπως το τρίτροχον. ζ)Το τακτικόν προσωπικόν του Ταμείου. Σελ. 1390,244(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 18 2.Τα πρόσωπα των περιπτώσεων α, β και δ, της παρ. 1 του παρόντος άρθρου υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου εφ’ όσον έκαστον τούτων έχει την κυριότητα και νομήν ή χρήσιν και εκμετάλλευσιν τουλάχιστον ενός τετάρτου λεωφορείου αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως ή ημίσεος επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως μετά ή άνευ μετρητού ή ποσοστόν φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως αντιστοιχούν τουλάχιστον εις 3 τόννους ή ολόκληρον φορτηγόν αυτοκίνητον δημοσίας χρήσεως ανεξαρτήτως τονάζ εκτός εάν εις πάσας τας περιπτώσεις, οδηγούν αυτοπροσώπως το ιδιόκτητον ή συνιδιόκτητον αυτών αυτοκίνητον ότε υπάγονται εις την ασφάλισιν ως ιδιοκτήται αυτοκινήτων ανεξαρτήτως ποσοστού. 3.Τα περί ων η προηγουμένη παράγραφος πρόσωπα υπάγονται εις την ασφάλισιν έστω και αν δεν κέκτηνται επαγγελματικήν άδειαν ικανότητος οδηγού αυτοκινήτων. Εις περίπτωσιν ακυρώσεως της αγοραπωλησίας και επιστροφής του αυτοκινήτου εις τον πωλητήν ο χρόνος χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του αυτοκινήτου υπό του αγοραστού θεωρείται ως τοιούτος ασφαλίσεώς του εις το Ταμείον. Η μη αυτοπροσώπως εκμετάλλευσις του αυτοκινήτου δεν αποκλείει την παρά τω Ταμείω ασφάλισιν του ιδιοκτήτου και νομέως ή χρησιούχου και εκμεταλλευτού αυτού. Η πρόσκαιρος μέχρις ενός έτους παραμονή του ιδιοκτήτου και νομέως ή χρησιούχου και εκμεταλλευτού αυτοκινήτου εις την αλλοδαπήν δεν αποκλείει την ασφάλισιν τούτου εις το ΤΣΑ. Δεν αποκλείεται ωσαύτως η ασφάλισις και δια τον πέραν του έτους χρόνον παραμονής εις την αλλοδαπήν, εφ’ όσον οφείλεται αύτη εις λόγους ανωτέρας βίας. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 100 4.Τα περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι πρόσωπα, πλην των τοιούτων της περιπτ. ζ΄ της παρ. 1 υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου εφ’ όσον συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των. 5.Τα ανωτέρω πρόσωπα υπάγονται εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Ταμείου ανεξαρτήτως υπαγωγής των εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως ως εκ της ασκήσεως ετέρου επαγγέλματος. «6.Τα πρόσωπα της παρ. 1 αυτού του άρθρου υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ταμείου, από την ημέρα που ασκούν το ασφαλιστέο επάγγελμα ή απέκτησαν ιδιότητα, λόγω της οποίας ασφαλίζονται στο Ταμείο. Η ασφάλιση των παραπάνω προσώπων μπορεί να ανατρέξει σε χρονικό διάστημα μέχρι μία μόνο δεκαετία πριν από την ημέρα που το Ταμείο έλαβε γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, για την απασχόλησή τους, σε καμιά όμως περίπτωση πέρα από το χρόνο που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρ. 14 του παρόντος για την παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών. Ο χρόνος της σχετικής απασχόλησης που πραγματοποιήθηκε σε περίοδο προγενέστερη του κατά το προηγούμενο εδάφιο χρόνου υποχρεωτικής ασφάλισης, δεν υπολογίζεται ως χρόνος ασφάλισης, εκτός από τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έχουν καταβληθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές ή έχει εκδοθεί πράξη επιβολής εισφορών. Για την εξόφληση των οφειλών των ασφαλισμένων των προηγουμένων εδαφίων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 5 του Π.Δ. 425/1983». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από το ΄Αρθρον
- Απόδειξις χρόνου ασφαλίσεως. 1.Ο παρά τω Ταμείω χρόνος ασφαλίσεως αποδεικνύεται εκ των στοιχείων ιδιοκτησίας και εκμεταλλεύσεως αυτοκινήτου ή τριτρόχου Δ.Χ. ή εκπαιδευτικού αυτοκινήτου οία είναι τα συμβόλαια αγοράς και πωλήσεως, τα συμβολαιογραφικά προσύμφωνα δι’ ων μεταβιβάζεται η χρήσις και η εκμετάλλευσις, η άδεια κυκλοφορίας, εταιρικά συστάσεως και διαλύσεως εταιρειών, πιστοποιητικά Υπουργείου Συγκοινωνιών, πάσα ετέρα πράξις μεταβιβάσεως αυτοκινήτου ή τριτρόχου Δ.Χ. οσάκις δια την μεταβίβασιν ταύτην δεν απαιτείται συμβολαιογραφική πράξις βάσει κειμένων διατάξεων, ως και παν έτερον στοιχείον δημοσίας αρχής προβλεπόμενον υπό του παρόντος δια την υπαγωγήν εις την υποχρεωτικήν ή προαιρετικήν ασφάλισιν του ΤΣΑ εν συνδιασμώ και προς την καταβολήν των ασφαλιστικών εισφορών. 2.Πάντα τ’ απαραίτητα αποδεικτικά του ασφαλιστέου χρόνου στοιχεία καταχωρούνται ενυπογράφως υπό του αρμοδίου ασφαλιστικού οργάνου κατά χρονολογικήν σειράν υποβολής και χρόνου ασφαλίσεως, εις ειδικόν έντυπον δελτίον υπό τον τίτλον «ΔΕΛΤΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ» φέρον τον αριθμόν Μητρώου και το ονοματεπώνυμον του ησφαλίσμένου το οποίον φυλάσσεται εντός του ασφαλιστικού φακέλλου του ησφαλισμένου. 3.Το κατά την προγουμένην παράγραφον δελτίον απεικονίζει την όλην ασφαλιστικήν κατάστασιν του ησφαλισμένου άμα δε τη επελεύσει του ασφαλιστικού κινδύνου συμπληρούται δια των τυχόν ελλειπόντων ασφαλιστικών στοιχείων υποβαλλομένων υπό του ενδιαφερομένου, αντίγραφον δε αυτού διαβιβάζεται εις την αρμοδίαν Υπηρεσίαν Εσόδων προς διαπίστωσιν καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών. Εν συνεχεία και μετά τον έλεγχον της όλης ασφαλιστικής καταστάσεως συντάσσεται υπό του Προϊσταμένου της αρμοδίας Υπηρεσίας ασφαλίσεως ή των Προϊσταμένων των κατά τόπους Υποκαταστημάτων του ΤΣΑ ευρείας αρμοδιότητος πράξις προσδιορισμού του χρόνου ασφαλίσεως της οποίας αντίγραφον, δεόντως υπογεγραμμένον διαβιβάζεται εις το αρμόδιον Τμήμα Παροχών και κοινοποιείται εις τον ενδιαφερόμενον όστις δύναται να ασκήση το υπό της παρ. 1 του άρθρου 18 του παρόντος προβλεπόμενον ένδικον μέσον και κατά την υπ’ αυτού καθοριζομένην διαδικασίαν. Σελ. 1390,252(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 62 «4.Κατ’ εξαίρεση χρονικά διαστήματα πριν από την ισχύ του Νόμ. 984/1979 για τα οποία είχαν καταβληθεί στο ΤΣΑ οι ισχύουσες κάθε φορά ασφαλιστικές εισφορές, θεωρούνται αυτοδίκαια σαν χρόνος ασφάλισης στο ΤΣΑ χωρίς άλλη διαδικασία και ανεξάρτητα από την άσκηση άλλου επαγγέλματος, εκτός από τα διαστήματα εκείνα για τα οποία, πριν από την ισχύ αυτού Δ/τος έχει εκδοθεί πράξη διαγραφής του ασφαλισμένου, έστω και αν δεν έχουν επιστραφεί οι ασφαλιστικές εισφορές ή έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης για τον κλάδο συντάξεως». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. ΦΕΚ Α΄ 176/30-11-1983), (κατωτ. αριθ. 65). 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 112 ΄Αρθρον
- Αναγνώρισις προϋπηρεσιών. 1.Οι ησφαλισμένοι του Ταμείου ή εν περιπτώσει θανάτου τούτων, τα εξ αυτών έλκοντα δικαίωμα συντάξεως μέλη της οικογενείας αυτών, δύνανται κατόπιν αιτήσεώς των, να αναγνωρίσουν: α)Χρόνον υπηρεσίας διανυθέντα εις το Δημόσιον δι’ ον δεν εδικαιώθησαν συντάξεως εκ του Δημοσίου. β)Χρόνον υπηρεσίας διανυθέντα εις τας ενόπλους δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας, το Λιμενικόν και το Πυροσβεστικόν Σώμα υπό την ιδιότητα του κληρωτού ή εφέδρου, την Εθνικήν Αντίστασιν κατά τα εν άρθρω 18 του Ν.Δ. 179/69 οριζόμενα ως και τον χρόνον ομηρίας και αιχμαλωσίας και εμπολέμου και κατοχικής περιόδου εφ’ όσον ο ησφαλισμένος διέκοψε την άσκησιν του αυτοκινητιστικού επαγγέλματος συνεπεία κηρύξεως του πολέμου ή προ αυτού λόγω στρατεύσεως ή της επιτάξεως του αυτοκινήτου. Αι υπηρεσίαι αύται αναγωνρίζονται ως χρόνος ασφαλίσεως δια την προασαύξησιν της υπό του Ταμείου χορηγουμένης συντάξεως. 2.Η αναγνώρισις του περί ου η προηγουμένη παράγραφος χρόνου ενεργείται κατόπιν εξαγοράς και επί τη καταβολή της ισχυούσης κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως αναγνωρίσεως εισφοράς ησφαλισμένου ιδιοκτήτου της ασφαλιστικής κλάσεως εις ην ήτο κατατεταγμένος ή της Ι ασφαλιστικής κλάσεως δια την περίπτωσιν καθ’ ην δεν είχε καταταχθή είς τινα ασφαλιστικήν κλάσιν. Η καταβολή του ποσού της εξαγοράς του αναγνωριζομένου χρόνου ενεργείται κατ’ επιλογήν του ησφαλισμένου είτε εφ’ άπαξ, είτε εις τακτικάς ισοπόσους μηνιαίας δόσεις, ο αριθμός των οποίων οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου δεν δύναται να υπερβή τας 60 δόσεις κατ’ ανώτατον όριον. Η πρώτη δόσις καταβάλλεται μέχρι τέλους του μηνός του επομένου εκείνου καθ’ ον υπεβλήθη η περί αναγνωρίσεως αίτησις, η δευτέρα μέχρι τέλους του επομένου μηνός καθ’ ον κατεβλήθη η πρώτη δόσις και ούτω καθεξής. 3.Η μη εμπρόθεσμος καταβολή δόσεως τινός κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα συνεπάγεται την προσαύξησιν του ποσού εκάστης καθυστερουμένης δόσεως με τα επ’ αυτής αναλογούντα πρόσθετα τέλη συμφώνως πρό τας περί προσθέτων τελών διατάξεις του παρόντος. Εάν μετά παρέλευσιν έτους αφ’ ης υπεβλήθη η περί αναγνωρίσεως αίτησις ο ενδιαφερόμενος δεν έχει εξοφλήσει κανονικώς τας δόσεις δια τον αναγνωρισθέντα χρόνον το υπολειπόμενον ποσόν της εξαγοράς αναπροσαρμόζεται και εξοφλείται κατά τ’ ανωτέρω εις το ύψος της εισφοράς του ησφαλισμένου ιδιοκτήτου της ασφαλιστικής κλάσεως εις ην είναι κατατεταγμένος ο ησφαλισμένος κατά τον χρόνον της καταβολής. 4.Εν ουδεμιά περιπτώσει είναι δυνατή η προσμέτρησις των αναγνωριζομένου χρόνου προ της πλήρους εξοφλήσεως του ποσού δια την εξαγοράν τούτου οφειλής. 5.Ο κατά τ’ ανωτέρω δυνάμενος να αναγνωρισθή χρόνος προϋπηρεσίας δεν αναγνωρίζεται εφ’ όσον ούτος ελήφθη υπ’ όψιν υπό του Δημοσίου ή υπό ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως δια την απονομήν συντάξεως ή δια τον υπολογισμόν ταύτης. 6.Η αναγνώρισις του χρόνου προϋπηρεσιών ενεργείται δια πράξεως του αρμοδίου καθ’ ύλην Διευθυντού ή των Προϊσταμένων των Υποκαταστημάτων ευρείας αρμοδιότητος ή και ετέρων Υποκαταστημάτων εφ’ όσον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του ΤΣΑ ήθελε μεταβιβασθούν τοιαύται αρμοδιότητες εις ταύτα κοινοποιουμένης εις τον ενδιαφερόμενον. Κατά της πράξεως των ανωτέρω οργάνων περί αναγνωρίσεως των αναφερομένων χρόνων επιτρέπεται υπό του ενδιαφερομένου η άσκησις ενστάσεως ενώπιον της αρμοδίας κατά τόπον Τοπικής Επιτροπής του ΤΣΑ εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν της πράξεως. 7.Δια την αναγνώρισιν του χρόνου κατά την παράγρ. 1 του παρόντος άρθρου χρόνου, την σχετικήν περί τούτου αίτησιν δέον απαραιτήτως να συνοδεύουν κατά περίπτωσιν τα εξής δικαιολογητικά: α)Υπεύθυνος δήλωσις του αιτούντος εις ην θα δηλούται ότι ο χρόνος ούτος δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεως παρά του Δημοσίου ή ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως. β)Πιστοποιητικόν του οικείου Στρατολογικού Γραφείου τύπου Α προκειμένου περί αναγνωρίσεως χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. γ)Βεβαίωσις του οικείου Αρχηγείου των Σωμάτων Ασφαλείας, εξ ης να προκύπτη ο χρόνος της αιτουμένης προς αναγνώρισιν υπηρεσίας, προκειμένου περί αναγνωρίσεως χρόνου υπηρεσίας εις τα Σώματα Ασφαλείας. δ)Βεβαίωσις της οικείας Αρχής περί του εις την Εθνικήν Αντίστασιν χρόνου ή του τοιούτου αιχμαλωσίας και Ομηρίας. ε)Στοιχεία αποδείξεως ασκήσεως του αυτοκινητιστικού επαγγέλματος υπό του αιτούντος μέχρι της κηρύξεως του πολέμου (28.10.1940) ή μέχρι της προ της κηρύξεως του πολέμου στρατεύσεως, ήτις διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι της κηρύξεως τούτου ή μέχρι της επιτάξεως του ούτινος κατείχε Δ.Χ. αυτοκινήτου προκειμένου περί αναγνωρίσεως του χρόνου της επιτάξεως εφ’ όσον εις απάσας τας περιπτώσεις δεν έχουν υποβληθή ταύτα. ΄Αρθρον
- Τοπικαί Επιτροπαί Ενστάσεων. 1.Κατ’ αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του Ταμείου εκδιδομένων κατά τας διατάξεις των οικείων άρθρων του παρόντος Π.Δ/τος επιτρέπεται η άσκησις ενστάσεως εντός προθεσμίας 30 ημερών από της παραλαβής της σχετικής αποφάσεως ενώπιον των Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων του Κεντρικού Καταστήματος του ΤΣΑ και των Υποκαταστημάτων αυτού εις α έχουν συσταθή και λειτουργούν τοιαύται Επιτροπαί. Εις ας περιπτώσεις δι’ οιονδήποτε λόγον αι συσταθείσαι Επιτροπαί δεν λειτουργούν αι περί ων το προηγούμενον εδάφιον ενστάσεις εκδικάζονται υπό του Δ.Σ. του ΤΣΑ. (Αντί για τη σελ. 1390,2521) Σελ. 1390,2521(α) Τεύχος 1327 Σελ. 25 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 113 ΄Αρθρον
- Σύνθεσις Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων ΤΣΑ (Τ.Ε.Ε.). 1.Αι τοπικαί Επιτροπαί Ενστάσεως του ΤΣΑ αποτελούνται: Εξ ενός
(1)ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, ως Προέδρου «β.Από έναν ειδικό στα ασφαλιστικά». Το μέσα σε « » εδάφ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 64/11-20 Μαρτ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 53). γ)Εξ ενός
(1)αντιπροσώπου των ησφαλισμένων ιδιοκτητών και δ)Εξ ενός
(1)υπαλλήλου επί βαθμώ τουλάχιστον 6ω του ΑΤ Κλάδου της αρμοδίας Διευθύνσεως του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, ως μελών. 2.Προκειμένου περί των Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων των Υποκαταστημάτων του Ταμείου, ελλείψει των υπό στοιχεία (α), (β) και (δ) οριζομένων προσώπων, δύνανται αντ’ αυτών να διορίζωνται: α)Αντί του υπό στοιχείον (α) ανώτεροι υπάλληλοι της Δ/νσεως Εσωτερικών της οικείας Νομαρχίας, ως Πρόεδροι. «β.Αντί του υπό στοιχείο (β) ένας ειδικός στα ασφαλιστικά, ως μέλος και» Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 1 Π.Δ. 64/11-20 Μαρτ. 1996, (ΦΕΚ Α΄ 53). γ)Αντί του υπό στοιχείον (δ) υπάλληλος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών επί βαθμώ τουλάχιστον 6ω και εν ελλείψει τούτου υπάλληλος της Δ/νσεως Εσωτερικών της Νομαρχίας επί βαθμώ τουλάχιστον 6ω. 3.Χρέη Εισηγητού άνευ ψήφου εκτελεί εις μεν τας παρά τω Κεντρικώ Καταστήματι Τοπικάς Επιτροπάς ο καθ’ ύλην αρμόδιος Διευθυντής ή ο αναπληρωτής αυτού και Γραμματέως είς υπάλληλος μέχρι και του 6ου βαθμού, εις δε εις τα Υποκαταστήματα ευρείας αρμοδιότητος Θεσσαλονίκης, Πατρών, Χανίων, Ιωαννίνων, Τριπόλεως, Καβάλας, και Λαρίσης Λειτουργούσας Επιτροπάς ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος και είς υπάλληλος κεκτημένος οπωσδήποτε κατώτερον βαθμόν του εισηγητού αντιστοίχως. Εις τας εις τα λοιπά Υποκαστήματα λειτουργούσας Επιτροπάς, χρέη εισηγητού άνευ ψήφου και Γραμματέως εκτελεί ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος. 4.Εν ελλείψει, κωλύματι ή απουσία υπαλλήλου του οικείου Υποκαταστήματος χρέη εισηγητού Γραμματέως εις την τοπικήν Επιτροπήν του Υποκαταστήματος εκτελεί ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος ευρείας αρμοδιότητος εις ο υπάγεται τούτο ή ο αναπληρωτής αυτού. Σελ. 1390,2522(α) Τεύχος 1327 Σελ. 26 ΄Αρθρον
- Διορισμός μελών Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων. 0 Πρόεδρος και τα μέλη των Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων του ΤΣΑ μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εντός του τελευταίου μηνός της θητείας των προηγουμένων μελών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα αντιπροσωπευτικά μέλη λαμβάνονται εκ τριπλασίου αριθμού προσώπων υποδεικνυομένων υπό της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Αυτοκινητιστικών Ελλάδος. Εν περιπτώσει μη υποδείξεως των ανωτέρω προσώπων υπό της άνω Οργανώσεως εντός 15 ημερών από της προσκλήσεως του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, ταύτα διορίζονται απ’ ευθείας μετά των υπολοίπων μελών υπό του Υπουργού. 2.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑ, μετ’ εισήγησιν της Υπηρεσίας εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, διορίζονται οι εισηγηταί και οι Γραμματείς των Τοπικών Επιτροπών του ΤΣΑ. 3.Η θητεία του Προέδρου, των μελών, του εισηγητού και του Γραμματέως των Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων του ΤΣΑ ορίζεται τριετής, αρχομένη από της λήξεως της θητείας των προηγουμένων μελών. Διορισμός νέου μέλους γίνεται και προ της λήξεως της θητείας εν περιπτώσει παραιτήσεως ή θανάτου ή παύσεως τινός εκ των υπηρετούντων μελών, δια τον υπολειπόμενον μέχρι λήξεως της θητείας χρόνον. Η έκπτωσις κηρύσσεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, προτάσσει του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑ, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι υπό του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος αναφερόμενοι λόγοι εκπτώσεως των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού ισχύουν και δια μέλη των Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων αυτού. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 114 ΄Αρθρον
- Λειτουργία Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων. Η Τοπική Επιτροπή Ενστάσεων συνεδριάζει εις το Κατάστημα του Κεντρικού Καταστήματος ή του Υποκαταστήματος μετά πρόσκλησιν του προέδρου αυτής τούτου δε απόντος, ελλείποντος ή κωλυομένου του αναπληρωτού αυτού, τακτικώς μεν τετράκις του μηνός δια την παρά τω κεντρικώ καταστήματι Επιτροπήν και τρις του μηνός δια τας εις τα Υποκαταστήματα Επιτροπάς, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή προς τούτο ανάγκη κατά την κρίσιν του Προέδρου μη δυναμένων πάντως των τακτικών και εκτάκτων συνεδριάσεων να υπερβούν τας έξ
(6)δια το Κεντρικόν Κατάστημα και πέντε
(5)δια τα Υποκαταστήματα. 2.Προσκλήσεις κοινοποιούνται εις άπαντα τα τακτικά μέλη μετά της ημερησίας διατάξεως 24 τουλάχιστον ώρας προ του καθοριζομένου χρόνου συνεδριάσεως. Εάν μέλος τι κωλύεται να παραστή δέον να ειδοποιήση αμελλητί απ’ ευθείας ή δια της Υπηρεσίας τον αναπληρωτήν του. 3.΄Αμα τη αποστολή των προσκλήσεων κατατίθεται φάκελλος των συζητητέων θεμάτων μετά πάντων των σχετικών εγγράφων εις τον Γραμματέα της Επιτροπής, όπου δύνανται να λάβουν γνώσιν άπαντα τα μέλη και να ζητήσωσιν οιαδήποτε στοιχεία υποβοηθούντα την συζήτησιν. 4.Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τριών
(3)τουλάχιστον μελών, εν οις δέον να περιλαμβάνηται απαραιτήτως ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής αυτού και λαμβάνει αποφάσεις δια της απολύτου πλειοψηφίας των παρόντων μελών της, εν ισοψηφία υπερισχυούσης της γνώμης υπέρ ης ετάχθη ο προεδρεύον. Κηρυχθείσης εν απαρτία της συνεδριάσεως επικυρούνται τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως, ουδεμία δε υπηρεσιακή ενέργεια γίνεται επί των αποφάσεων προ της επικυρώσεως των Πρακτικών, πλην των περιπτώσεων, καθ’ ας απεφάσισε ρητώς η Επιτροπή την προ της επικυρώσεως εκτέλεσιν ωρισμένης αποφάσεως. Μετά την επικύρωσιν ο εισηγητής εισηγείται τα θέματα της ημερησίας διατάξεως κατά σειράν αναγραφής αυτών την οποίαν δύναται να μεταβάλη η Επιτροπή εάν συντρέχουν προς τούτο αποχρώντες λόγοι. Δύναται η Επιτροπή να αναθέτη την εισήγησιν εφ’ ωρισμένων θεμάτων εις έν ή πλείονα μέλη αυτής, οπότε η εισήγησις του αρμοδίου εισηγητού διατυπούται ως γνώμη της Υπηρεσίας επί του συζητουμένου θέματος ευθύς μετά την ανάπτυξιν αυτού επί του ειδικού εισηγητού. Τα μέλη της Επιτροπής λαμβάνουν τον λόγον παρά του Προέδρου αυτής κατά την σειράν της προς τούτο αιτήσεώς των. 5.Τα πρακτικά των συζητήσεων και των αποφάσεων τηρούνται μερίμνη του Γραμματέως αυτής. 6.Τα δια της παρ. 1 του άρθρ. 18 του παρόντος Π.Δ/τος αναφερόμενα πρόσωπα ως και παν έτερον πρόσωπον ενιστάμενον κατά τας κειμένας διατάξεις, καλούνται όπως παραστούν κατά την εκδίκασιν της ενστάσεώς των αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου πέντε ημέρας προ της δια την συνεδρίασιν ορισθείσης ημερομηνίας. ΄Αρθρον
- Αρμοδιότητες-Τοπική αρμοδιότης Τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων. 1.Η Τοπική Επιτροπή Ενστάσεων έχει τας κάτωθι αρμοδιότητας: α)Αποφαίνεται επί ενστάσεων των ενδιαφερομένων ασκουμένων κατά πράξεων επιβολής εισφορών και προσθέτων τελών (Π.Ε.Ε.Π.Τ.) των αρμοδίων Οργάνων του Κεντρικού Καταστήματος του ΤΣΑ και των Υποκαταστημάτων αυτού. β)Αποφαίνεται επί ενστάσεων κατά πράξεων των αρμοδίων καθ’ ύλην Διευθυντών, των Προϊσταμένων των Υποκαταστημάτων ευρείας αρμοδιότητος και παντός αρμοδίου κατά νόμον οργάνου δι’ ων απορρίπτεται εν όλω ή εν μέρει η υπαγωγή εις την ασφάλισιν, η αναδρομική ασφάλισις, η διαγραφή, ο προσδιορισμός ασφαλιστέου χρόνου, η αναγνώρισις στρατιωτικής υπηρεσίας και η επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων. 2.Αι κατά τ’ ανωτέρω ενστάσεις εκδικάζονται υπό των τοπικών Επιτροπών Ενστάσεων της έδρας του Κεντρικού Καταστήματος ή του Υποκαταστήματος της κατοικίας του ενισταμένου. 3.Ενστάσεις υποβαλλόμεναι υπό ενδιαφερομένων περιοχής Υποκαταστήματος εις το οποίον δι’ οιονδήποτε λόγον, δεν λειτουργεί Τοπική Επιτροπή Ενστάσεων δύνανται να εκδικάζωνται υπό της Τοπικής Επιτροπής Ενστάσεων του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος. ΄Αρθρον
- Ενστάσεις ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου. 1.Κατ’ αποφάσεων του Γενικού Διευθυντού του ΤΣΑ περί απονομής πάσης φύσεως παροχών και αναγνωρίσεως χρόνου προϋπηρεσιών εκδιδομένων κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 1 του Νόμου 831/1979, ως συνεπληρώθη δια της υπ’ αριθ. Β2/7/407/22.2.79 αποφάσεως Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ 207 Β΄), επιτρέπεται η άσκησις ενστάσεως ενώπιον του Δ.Σ. του ΤΣΑ εντός προθεσμίας τριών μηνών από της κοινοποιήσεως (παραλαβής) της αποφάσεως. 2.Ο ενιστάμενος καλείται όπως παραστή ενώπιον του Δ.Σ. κατά την εκδίκασιν της ενστάσεώς του αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου πέντε ημέρας προ της δια την συνεδρίασιν ορισθείσης ημερομηνίας. ΄Αρθρον
- Λογιστικά Βιβλία. 1.Τα λογιστικά βιβλία του Ταμείου τηρούνται κατά την διπλογραφικήν μέθοδον συμφώνως προς τους κανόνας της λογιστικής επιστήμης. Πάσα εγγραφή ταμειακή ή συμψηφιστική ενεργείται βάσει προηριθμημένων παραστατικών. (Αντί για τη σελ. 1390,253) Σελ. 1390,253(α) Τεύχος 1327 Σελ. 27 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 115 2.Τα υπό του Ταμείου τηρούμενα υποχρεωτικώς επίσημα λογιστικά βιβλία είναι τα εξής: α)Βιβλίον Απογραφών και ισολογισμών. β)Συγκεντρωτικόν Ημερολόγιον. γ)Γενικόν Καθολικόν. δ)Αναλυτικά Ημερολόγια ταμειακών πράξεων και συμψηφιστικών εγγραφών. ε)Αναλυτικά Καθολικά περιληπτικών λογαριασμών του Γενικού Καθολικού. 3.Το Ταμείον δύναται να τηρή και έτερα βοηθητικά βιβλία άτινα,. κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Λογιστικής Υπηρεσίας, θεωρούνται απαραίτητα δια την ακριβή παρακολούθησιν και τον έλεγχον της οικονομικής και λογιστικής καταστάσεως αυτού. 4.Εκ των ανωτέρω βιβλίων το Συγκεντρωτικόν Ημερολόγιον και το βιβλίον Απογραφών και Ισολογισμών θεωρούνται και μονογράφονται, προ πάσης εγγραφής, παρά της αρμοδίας αρχής, τα δε λοιπά υπό του Προέδρου του Δ.Σ. του Ταμείου. Τα αναλυτικά καθολικά καθώς και τα βοηθητικά βιβλία δύνανται να τηρώνται ή εις βιβλία με κινητά φύλλα ή εις ειδικά φύλλα (καρτέλλες). άρθρ. 1 Π.Δ. 17/11-23 Ιαν. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 8) (Διορθ. σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 31/8-3-1985, και ΦΕΚ Α΄ 57/28-3-1985) (κατωτ. αριθ. 67). «7.Πρόσωπα τα οποία έχουν παραμείνει στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α. μέχρι της έναρξης ισχύος του παρόντος, βάσει της διάταξης της παρ. 7 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 404/1974, εξακολουθούν υπαγόμενα στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α. κατά τις διατάξεις του παρόντος. Μπορούν όμως να ζητούν τη διακοπή της ασφάλισης με αίτησή τους, η δε διακοπή θα αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο θα υποβληθεί η σχετική αίτηση». Οι παρ. 6 και 7 προστέθηκαν από τα άρθρ. 1 και 2 αντίστοιχα Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-111983) (κατωτ. αριθ. 65) «8.Οι ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Α. των οποίων το εκμεταλλευόμενο αυτοκίνητο Δ.Χ. τέθηκε σε ακινησία από οποιαδήποτε αιτία, η οποία βεβαιώνεται με έγγραφο της αρμόδιας Οικονομικής Εφορίας Αυτοκινήτων ή του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, εξακολουθούν να υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ταμείου και για χρονικό διάστημα μέχρι έξι
(6)μηνών από την κατάθεση των πινακίδων κυκλοφορίας, υποχρεούμενοι στην καταβολή των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών. Μετά την παρέλευση της εξάμηνης υποχρεωτικής ασφάλισης μπορούν να ζητήσουν, με αίτησή τους, την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση του Ταμείου σε όποιον Κλάδο (Σύνταξης-Ασθένειας) επιθυμούν, για χρονικό διάστημα μέχρι 2 έτη συνολικά για όλες τις φορές που το αυτοκίνητο θα τεθεί σε ακινησία, με τους όρους και περιορισμούς των παρ. 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του άρθρ. 2 αυτού του Π.Δ/τος. Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε περίπτωση στράτευσης του ασφαλισμένου». Η παρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 53/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 53/16 Απρ. 1991 (κατωτ. αριθ. 83). ΄Αρθρον
- Παραστατικά Διαχειρίσεως. 1.Δι’ εκάστην είσπραξιν, πληρωμήν και κίνησιν κεφαλαίων και τακτοποίησιν λογαριασμών, απαιτείται η έκδοσις ειδικού παραστατικού, όπερ λαμβάνεται εξ ηριθμημένων κατ’ αύξουσαν αρίθμησιν εντύπων στελεχών. 2.Δια την παρακολούθησιν της κινήσεως ενίων λογιστικών εγγραφών παρέχεται η ευχέρεια, μετ’ έγκρισιν του Δ.Σ., της τηρήσεως και ετέρων παραστατικών λαμβανομένων και τούτων εξ ηριθμημένων κατ’ αύξουσαν αρίθμησιν εντύπων στελεχών. 3.Επί του παραστατικού διατυπούται σαφώς η αιτία της εκδόσεως, μνημονεύεται η απόφασις του Δ.Σ. εις ας περιπτώσεις απαιτείται αύτη και γίνεται μνεία των επισυνημμένων δικαιολογητικών. 4.Τα παραστατικά εκδίδονται υπό του Λογιστηρίου και υπογράφονται υπό των προϊσταμένων του Λογιστηρίου και της Εσωτερικής Υπηρεσίας ελέγχου του Ταμείου, του Γενικού Διευθυντού ή του Διευθυντού Διοικητικού και του Προέδρου του Δ.Σ. ή των νομίμων αναπληρωτών πάντων των ανωτέρω προσώπων. 5.Επί των παραστατικών του παρόντος άρθρου στηρίζονται πάντοτε αι εγγραφαί εις τα λογιστικά βιβλία του Ταμείου. ΄Αρθρον
- Το οικονομικόν και λογιστικόν έτος του Ταμείου, ταυτιζόμενον μετά του ημερολογιακού τοιούτου, άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου του αυτού έτους. Σελ. 1390,254(α) Τεύχος 1327 Σελ. 28 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 116 ΄Αρθρον
- Προϋπολογισμός. 1.Τα έσοδα και τα έξοδα του Ταμείου προσδιορίζονται καθ’ έκαστον οικονομικόν έτος δια του Προϋπολογισμού τον οποίον υποχρεούται να καταρτίζη η Λογιστική Υπηρεσία του Οργανισμού κατά το δεκαδικόν κωδικόν σύστημα. 2.Ως έσοδα θεωρούνται τα κατά την διάρκειαν του οικονομικού έτους εισπραττόμενα, ασχέτως της χρονικής περιόδου εις ην ανάγονται ταύτα. Ως έξοδα θεωρούνται τα κατά την διάρκειαν του οικονομικού έτους πραγματοποιούμενα δια παροχάς και λοιπάς δαπάνας, ασχέτως του χρόνου καθ’ ον εδημιουργήθη η προς πληρωμήν υποχρέωσις. 3.Αναλόγως του παγίου ή μη χαρακτήρος αυτών τα έσοδα και τα έξοδα διακρίνονται εις τακτικά και έκτακτα και βάσει οικονομικών κριτηρίων κατατάσσονται εις τας βασικάς και γενικάς κατηγορίας του δεκαδικού κωδικού συστήματος. Εκάστη των κατηγοριών περιλαμβάνει ομοειδή έσοδα, αναλόγως της πηγής προελεύσεως του εσόδου και ομοειδή έξοδα αναλόγως του σκοπού του αντικειμένου της δαπάνης. Αι περαιτέρω υποδιαιρέσεις των βασικών κατηγοριών του δεκαδικού κωδικού συστήματος εις μονάδας τελευταίας τάξεως έχουν σκοπόν την εξατομίκευσιν του εσόδου ή εξόδου, κατά περίπτωσιν, προς ευχερεστέραν και λεπτομερεστέραν παρακολούθησιν αυτών. 4.Τα έσοδα παρελθόντων ετών εμφανίζονται εν τω προϋπολογισμώ ιδιαιτέρως και υπό ειδικήν κατηγορίαν, ενώ τα έξοδα παρελθόντων ετών δεν εμφανίζονται ιδιαιτέρως, αλλά αι σχετικαί προβλεφθείσαι δαπάναι περιλαμβάνονται κατά περίπτωσιν εις τον υπό εκτέλεσιν Προϋπολογισμόν. ΄Αρθρον
- Κατάρτησις και έγκρισις Προϋπολογισμού. 1.Ο Προϋπολογισμός εκάστου οικονομικού έτους καταρτίζεται υπό της Λογιστικής Υπηρεσίας του Ταμείου κατά το δεκαδικόν κωδικόν σύστημα προ της ενάρξεως του Οικονομικού έτους, υποβάλλεται δε προς έγκρισιν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον υπό του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου, συνοδευόμενος υπό εισηγητικής εκθέσεως περιεχούσης ανάλυσιν και αιτιολόγησιν των επί μέρους κονδυλίων των προβλεπομένων εσόδων και εξόδων. 2.Ο Προϋπολογισμός, μετά την έγκρισίν του παρά του Διοικητικού Συμβουλίου, υποβάλλεται εις το εποπτεύον Υπουργείον προς έγκρισιν. 3.Εις περίπτωσιν μη εγκρίσεως του Προϋπολογισμού υπό του εποπτεύοντος Υπουργείου άμα τη ενάρξει του οικονομικού έτους επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του εποπτεύοντος Υπουργού μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, η έγκρισις και εκτέλεσις δαπανών υπό την προϋπόθεσιν ότι εις τον υποβληθέντα προϋπολογισμόν υφίσταται σχετική πρόβλεψις. ΄Αρθρον
- Εκτέλεσις Προϋπολογισμού. 1.Ουδεμία εισήγησις περί εγκρίσεως δαπάνης υποβάλλεται προς το Διοικητικόν Συμβούλιον ή τον Γενικόν Διευθυντήν του Ταμείου εάν δεν υφίσταται η απαιτουμένη πίστωσις. 2.Δια την παρακολούθησιν της εκτελέσεως του προϋπολογισμού Λογιστική Υπηρεσία του Ταμείου τηρεί ίδιον βιβλίον εις ο αναγράφεται κατά κωδικόν αριθμόν αι πιστώσεις του προϋπολογισμού και καταχωρούνται εις μείωσιν αυτών τα ποσά των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων και των εκδιδομένων ενταλμάτων πληρωμής. 3.Η εκτέλεσις του προϋπολογισμού εκάστου οικονομικού έτους παρατίνεται επί δύο μήνας δια την είσπραξιν των εσόδων του λήξαντος οικονομικού έτους, ως και δια την πληρωμήν των εξόδων, δι’ α αι σχετικαί υποχρεώσεις ανελήφθησαν μέχρι της λήξεως αυτού. Το ανώτερον χρονικόν όριον παρατείνεται επί έν εισέτι δίμηνον μόνον δια την ενέργειαν συμψηφιστικών εγγραφών. 4.Τα έσοδα και τα έξοδα του προϋπολογισμού δέον να ισοσκελίζονται. Τυχόν πλεόνασμα εσόδων δύναται να αναγραφή ως περιουσιακή προσαύξησις ή αποθεματικόν, τυχόν δε έλλειμμα καλύπτεται εκ του Ταμειακού υπολοίπου του προηγουμένου έτους. ΄Αρθρον
- Αναπληρωματικαί πιστώσεις-νέαι πιστώσειςαποθεματικά Αυξομείωσις Πιστώσεων. 1.Διαρκούσης της εκτελέσεως του προϋπολογισμού, επιτρέπεται η αναμόρφωσις αυτού, κατόπιν εγκρίσεως του εποπτεύοντος Υπουργείου μετά προηγουμένην απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και πρότασιν της Λογιστικής Υπηρεσίας αυτού. 2.Εν τω προϋπολογισμώ αναγράφονται πιστώσεις υπό τον τίτλον:α)«Τακτικόν αποθεματικόν», προς αναπλήρωσιν των πιστώσεων αίτινες ήθελον ευρεθή εν ανεπαρκεία. β)«΄Εκτακτον αποθεματικόν» προς αντιμετώπισιν εκτάκτων δαπανών μη δυναμένων εξ αντικειμένου να προβλεφθώσι κατά την κατάρτισιν του προϋπολογισμού. 3.Εν περιπτώσει εξαντλήσεως των κατά την προηγουμένην παράγραφον αποθεματικών, είναι δυνατή η εγγραφή νέων πιστώσεων κατά την εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου διαδικασίαν. Εις ας περιπτώσεις κατά την εκτέλεσιν του προϋπολογισμού, προβλεφθείσα πίστωσις δεν επαρκέσει δια την κάλυψιν ωρισμένης δαπάνης εκ του λόγου ότι η προς την πραγματικότητα μεγάλη προσέγγισις ταύτης είναι δυσχερής επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεσιν. δι’ αποφάσεως των αρμοδίων προς έγκρισιν του προϋπολογισμού οργάνων, η αύξησις της πιστώσεως ταύτης επί ισοπόσω μειώσει ετέρας πιστώσεως ήτις είναι μεγαλυτέρα του αιτουμένου ποσού. Αι πιστώσεις δι’ αποδοχάς προσωπικού, συντάξεις και επιδόματα δεν είναι δεκτικαί μειώσεως. ΄Αρθρον
- Απολογισμός-Ισολογισμός. 1.Κατ’ έτος καταρτίζεται υπό του Ταμείου απολογισμός του προηγουμένου έτους, εις ον αναγράφονται κατά στήλας και κατά την αυτήν προς τον προϋπολογισμόν τάξιν τα αρχικώς προϋπολογισθέντα έσοδα και έξοδα, αι γενόμεναι μεταγενεστέρως συμπληρώσεις και τροποποιήσεις τούτου και τα πραγματοποιηθέντα έσοδα και έξοδα κατά το έτος εις ο αφορά ούτος. Μετά του απολογισμού εκάστου έτους συντάσσεται και ισολογισμός απεικονίζων την εν γένει περιουσιακήν κατάστασιν του Ταμείου κατά την 31ην Δεκεμβρίου του έτους εις ο αναφέρεται ούτος, ως ταύτα προκύπτουν εκ του Γενικού Καθολικού. 2.Της καταρτίσεως του απολογισμού και του ισολογισμού προηγείται η διενέργεια απογραφής των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού υπό της υπό τούτο συγκροτουμένης κατ’ έτος τριμελούς Επιτροπής απογραφής κατόπιν αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου. Δια την απόσβεσιν στοιχείων του ενεργητικού, πλην των παγίων περιουσιακών, απαιτείται απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένη υπό του εποπτεύοντος Υπουργείου. 3.Ο ισολογισμός συντάσσεται κατά τας παραδεδεγμένας αρχάς της λογιστικής επιστήμης και η σειρά κατατάξεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, αναλόγως του βαθμού ρευστότητος αυτών, καθορίζεται ως ακολούθως: (Μετά τη σελ. 1390,254) Σελ. 1390,255 Τεύχος Ε122-Σελ. 17 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 117 α)ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ Πάγιον Κυκλοφορούν Διαθέσιμον β)ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ Κεφάλαιον Αποθεματικά Υποχρεώσεις \γ)Υπό το άθροισμα των λογαριασμών ενεργητικού και παθητικού, αναγράφονται οι λογαριασμοί τάξεως. 4.Ο Απολογισμός και ο Ισολογισμός μετά των σχετικών αναλυτικών εκθέσεων εισάγονται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, προς έγκρισιν και υποβάλλονται εις το εποπτεύον Υπουργείον. ΄Αρθρον
- Εισπράξεις-Πληρωμαί. 1.Αι εισπράξεις των εσόδων και αι πληρωμαί των δαπανών του Ταμείου και αι δια τον σκοπόν τούτον αναλήψεις χρημάτων εκ των παρά ταις Τραπέζαις καταθέσεων του Ταμείου, ενεργούνται εις βάρος των παρά ταις Τραπέζαις λογαριασμών συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις και τας αποφάσεις του Δ.Σ. δι’ εκδόσεως ηριθμημένων τριπλοτύπων γραμματίων εισπράξεως, ενταλμάτων πληρωμής, χρηματικών εντολών εκδιδομένων υπό του Λογιστηρίου, καθώς και δι’ επιταγών. Αι χρηματικαί έντολαί, τα προεδρικά εντάλματα τα θεωρούμενα υπό του Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αι επιταγαί υπογράφονται υπό των Προϊσταμένων Λογιστηρίου και Εσωτερικής Υπηρεσίας Ελέγχου του Ταμείου, του Γενικού Διευθυντού ή του Διευθυντού Διοικητικού και του Προέδρου του Δ.Σ. ή των νομίμων αναπληρωτών αυτών. Η πληρωμή των συντάξεων εις τους συνταξιούχους του Ταμείου διενεργείται δι’ επιταγών μέσω μιας ή πλειόνων αναγνωρισμένων Τραπεζών ή ετέρου πιστωτικού Οργανισμού ή δια ταχυδρομικών επιταγών. 2.Οσάκις η είσπραξις και η πληρωμή πραγματοποιείται υπό του Ταμείου του Οργανισμού πρόκειται περί Ταμειακής εισπράξεως και πληρωμής. Δια τας πραγματοποιουμένας δια λογαριασμόν του Ταμείου παρά Τραπεζών ή τρίτων εισπράξεις και πληρωμάς αναγγελλομένας δι’ εγγράφων ή επιστολών ή δι’ υποβολής των οικείων δικαιολογητικών ή βάσει εντολών ή επιταγών, η Λογιστική Υπηρεσία ενεργεί τας οικείας χρεωπιστώσεις, ότε πρόκειται περί συμψηφιστικής εισπράξεως και πληρωμής. 3.Αι εισπράξεις των εσόδων εξ εισφορών, πραγματοποιούμεναι υπό των αρμοδίων Οργάνων του Ταμείου συμφώνως προς τας οικείας διατάξεις του παρόντος Π.Δ/τος, βάσει ηριθμημένων τριπλοτύπων ή τετραπλοτύπων αποδείξεων, κατατίθενται άνευ ουδεμιάς αναιτιολογήτου καθυστερήσεως εις τα κατά τόπους Καταστήματα της προς τούτο οριζομένης Τραπέζης. 4.Η καταβολή διαφόρων μικροδαπανών της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ταμείου το ύψος των οποίων δεν υπερβαίνει το εκάστοτε απαιτούμενον δια τας κατά τας κειμένας διατάξεις διενέργειαν προχείρου ή τακτικού διαγωνισμού, πραγματοποιείται δι’ αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου δι’ εκδόσεως ενταλμάτων προπληρωμής παγίων μηνιαίων προκαταβολών επί αποδόσει λογαριασμού εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός επ’ ονόματι τακτικών υπαλλήλων του Κεντρικού Καταστήματος. Δια της αυτής αποφάσεως του Γεν. Διευθυντού καθορίζονται αι πιστώσεις εις βάρος των οποίων δύνανται να καταβάλωνται αι μικροδαπάναι. Σελ. 1390,256 Τεύχος Ε122-Σελ. 18 5.Η καταβολή διαφόρων δαπανών της Κεντρικής Υπηρεσίας δια το ύψος των οποίων δεν απαιτείται η κατά τας κειμένας διατάξεις διενέργεια τακτικού δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, πραγματοποιείται κατόπιν αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου δι’ εκδόσεως εντάλματος πληρωμής επ’ ονόματι του δικαιούχου. 6.Αι δαπάναι λειτουργίας των περιφερειακών Υπηρεσιών του Ταμείου (Υποκαταστημάτων) δι’ έκαστον τρίμηνον ενεργούνται κατόπιν αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού δι’ εκδόσεως ενταλμάτων προπληρωμής επ’ ονόματι των Προϊσταμένων των περιφερειακών Υπηρεσιών ή των αναπληρωτών αυτών επί αποδόσει λογαριασμού εντός του επομένου μηνός εκάστου τριμήνου. Δια της αυτής αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού καθορίζονται αι πιστώσεις εις βάρος των οποίων δύνανται να καταβάλλωνται αι δαπάναι. 7.Ουδεμία δαπάνη του Ταμείου πραγματοποιείται εάν προηγουμένως δεν ελεγχθή υπό των εντεταλμένων οργάνων ως προς την νομιμότητα αυτής την ύπαρξιν πιστώσεως, την προέγκρισιν της πιστώσεως, όπου απαιτείται τοιαύτη, και την πληρότητα των δικαιολογητικών αυτής. ΄Αρθρον
- Κατάθεσις-Διάθεσις Κεφαλαίων. 1.Τα κεφάλαια του Ταμείου, κατατίθενται εις την Τράπεζαν της Ελλάδος, τηρουμένων των διατάξεων του Ν. 1611/1950 και του Ν.Δ. 2999/1954, ως τροποποιούμεναι ισχύουν εκάστοτε. Η ταμειακή διαχείρησις του Ταμείου ανατίθεται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. είς μίαν των εν Ελλάδι ανεγνωρισμένων Τραπεζών. 2.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου δύνανται, τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών γενικών ειδικών διατάξεων να επενδύωνται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, ως εξής: α)Εις χρηματόγραφα του Κράτους. β)Εις χρηματόγραφα Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής ωφελείας καθώς και εις μετοχάς των Εταιρειών επενδύσεως χαρτοφυλακίου και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων. 3.Μέρος των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να διατεθή προς απόκτησιν προσοδοφόρων αστικών ακινήτων. Δια την αγοράν ακινήτου, απαιτείται απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη δια πλειοψηφίας των 3/4 των μελών αυτού και εγκρινομένη υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 4.Δια την ανοικοδόμησιν υπό του Ταμείου επί ιδιοκτήτων οικοπέδων, εις ην περιλαμβάνεται και η κατεδάφισις υπαρχόντων επ’ αυτών παλαιών κτιρίων και κτισμάτων, ως και ουσιώδη ανακαίνισιν ή διαρρύθμισιν ιδιοκτήτων αυτού, δέον όπως τηρείται η διαδικασία η προβλεπομένη υπό των διατάξεων περί εποπτείας και ελέγχου των υπό των Ν.Π.Δ.Δ. εκτελουμένων κτιριακών έργων, εν συνδιασμώ προς τας διατάξεις, περί εκτελέσεως των Δημοσίων έργων, ως ισχύουν εκάστοτε. 5.Το Δ.Σ. του Ταμείου εν τη διαχειρίσει της περιουσίας τούτου, δύναται δι’ αποφάσεώς του λαμβανομένης δια της αυτής ως άνω δια την αγοράν ακινήτου πλειοψηφίας, να αποφασίση την εκποίησιν ακινήτων του Ταμείου ή να παραχωρή ταύτα προς ανοικοδόμησιν επί αντιπαροχή οριζοντίων ιδιοκτησιών επ’ αυτού τούτου του οικοδομήματος δια δημοσίου διαγωνισμού, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων και κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 118 Άρθρον
- Προαιρετική ασφάλισις. 1.Εις την ασφάλισιν του ΤΣΑ, δύναται να υπάγωνται προαιρετικώς τη αιτήσει των και από της υποβολής ταύτης τα κάτωθι πρόσωπα: α)Οι ιδιοκτήται οι έχοντες την χρήσιν και εκμετάλλευσιν ή χρησιούχοι και εκμεταλλευταί αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως εις ποσοστόν έλασσον του υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένου οι μη οδηγούντες αυτοπροσώπως το αυτοκίνητον αυτών. β)Οι ιδιοκτήται υδροφόρων και βυτιοφόρων αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως εφ’ όσον είναι κάτοχοι επαγγελματικής αδείας ικανότητος οδηγού και οδηγούν αυτοπροσώπως το αυτοκίνητον αυτών εν τη ενασκήσει του επαγγέλματός των. γ)Οι μετέχοντες εις Ανωνύμους Εταιρείας, των οποίων σκοπός είναι η μεταφορά επί κομίστρω δι’ αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, εφ’ όσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών μη αντιπροσωπευτικών ποσοστόν αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως προβλεπόμενον υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος. Με το άρθρ. 8 Π.Δ. 8/10-20 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 13), (κατωτ. αριθ. 63), ορίστηκε ότι όπου οι διατάξεις των άνω περιπτ. α και γ παραπέμπουν στο άρθρ. 2 αυτού, νοείται παραπομπή στο ΄Αρθρον
- Συμβάσεις-Προμήθειαι. 1.Πάσης συμβάσεως του Ταμείου συνεπαγομένης έσοδον ή δαπάνην προϋπολογισμού αυτής, προηγείται η ενέργεια Δημοσίου πλειοδοτικού ή μειοδοτικού Διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται ενώπιον του Δ.Σ. κατά την διαδικασίαν και τους όρους τους προβλεπομένους υπό των οικείων δια το Δημόσιον διατάξεων, αναλόγως εφαρμοζομένων. 2.Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού, τελεί πάντοτε υπό την έγκρισιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Επιτρέπεται η άνευ διαγωνισμού κατάρτισις συμβάσεων συνεπαγομένων έσοδον, εφ’ όσον τούτο, εκτιμάται υπό της Διοικήσεως του Ταμείου εις ποσόν μη υπερβαίνον τας 20.000 δρχ. 4.Ομοίως επιτρέπεται η απ’ ευθείας άνευ Δημοσίου διαγωνισμού κατάρτισιν συμβάσεων δια προμηθείας και εκτέλεσιν εργασιών οσάκις: α)Η ολική δαπάνη δεν υπερβαίνει τας δρχ. 20.
- Εάν η ολική δαπάνη υπερβαίνει τας δρχ. 20.000 ουχί όμως και τας δρχ. 75.000 αντί δημοσίου Διαγωνισμού, ενεργείται πρόχειρος διαγωνισμός. β)Πρόκειται περί προμηθείας αντικειμένων για τα οποία υπάρχει αποκλειστικότης διαθέσεως, λόγω αποκλειστικότητος εκμεταλλεύσεως ή εισαγωγής. γ)Πρόκειται περί εργασιών, η εκτέλεσις των οποίων απαιτεί ειδικάς ικανότητας κατεχομένας υπό ενός μόνου φυσικού ή νομικού προσώπου. δ)Πρόκειται περί εργασιών γενομένων δοκιμαστικώς. ε)Ο Δημόσιος διαγωνισμός απέτυχε ή εκρίθη ασύμφορον το αποτέλεσμα αυτού. Εις την περίπτωσιν όμως ταύτην, δεν επιτρέπεται οι όροι της απ’ ευθείας καταρτιζομένης συμβάσεως να απομακρυνθούν των όρων του προκηρυχθέντος διαγωνισμού, εκτός εάν είναι ευνοϊκώτεροι δια το Ταμείον. στ)Πρόκειται περί προβολής Ελληνικών προϊόντων ή πνευματικών έργων διαφημίσεων εν γένει και πνευματικών εκδηλώσεων. ζ)Πρόκειται προφανώς περί κατεπειγουσών περιπτώσεων επαρκώς ητιολογημένων. 5.Ως προς το ανώτατον όριον των εν παραγράφοις 3 και 4 (εδάφ. α΄) του παρόντος άρθρου χρηματικών ποσών εφαρμόζονται αναλόγως αι ισχύουσαι εκάστοτε δια το Δημόσιον σχετικαί διατάξεις. ΄Αρθρον
- Αι δια προχείρου διαγωνισμού προμήθειαι και εκτελέσεις εργασιών καθώς ή ποσοτική και ποιοτική παραλαβή τούτων διενεργούνται υπό τριμελούς Επιτροπής οριζομένης δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και αποτελουμένης εξ ενός μέλους αυτού ως Προέδρου και δύο υπαλλήλων του Ταμείου. ΙΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ ΄Αρθρον
- Σύνταξις λόγω Γήρατος. 1.Ο παρά τω ΤΣΑ ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως συνεπλήρωσε: α)Χρόνον ασφαλίσεως δέκα πέντε τουλάχιστον ετών και ηλικίαν 65 ετών. β)Χρόνον ασφαλίσεως είκοσι πέντε τουλάχιστον ετών και ηλικίαν 60 ετών. «γ)Χρόνον ασφάλισης 35 ετών και ηλικίας 58 ετών. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη καταβάλλεται μειωμένη κατά 1/100 της πλήρους σύνταξης για κάθε μήνα που λείπει από το 60ό έτος της ηλικίας. Με την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας εφόσον ο συνταξιούχος αποξενωθεί του τυχόν διατηρουμένου αυτοκινήτου Δ.Χ. ή του ποσοστού αυτού, παύει η μειωμένη καταβολή της σύνταξης και αυτή, καταβάλλεται πλήρης». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 53/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 53/16 Απρ. 1991 (κατωτ. αριθ. 83). 2.Ησφαλισμένοι του Ταμείου ανάπηροι πολέμου δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον συνεπλήρωσαν το 55όν έτος της ηλικίας των και επραγματοποίησαν χρόνον πραγματικής ασφαλίσεως 25 τουλάχιστον ετών. Τα πρόσωπα ταύτα δύνανται, τη αιτήσει των, να προσμετρήσουν εις τον ανωτέρω χρόνον ασφαλίσεώς των μέχρι 5 έτη κατόπιν εξαγοράς δια καταβολής της εισφοράς ησφαλισμένου ιδιοκτήτου της ασφαλιστικής κλάσεως εις ην ήσαν κατατεταγμένα κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως. 3.Δια την θεμελίωσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος λόγω γήρατος συνυπολογίζεται, μέχρι συμπληρώσεως των απαιτουμένων χρονικών προϋποθέσεων και ο χρόνος καθ’ ον ο ησφαλισμένος εδικαιώθη συντάξεως λόγω αναπηρίας εντός της τελευταίας προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας δεκαετίας. Ο χρόνος ούτος δεν προσμετράται δια την προσαύξησιν του ποσού της συντάξεως. Σύνταξις λόγω Αναπηρίας. ΄Αρθρ.37.-«1.Ο ασφαλισμένος του Τ.Σ.Α. πλην του συνταξιοδοτούμενου κατά τις διατάξεις του Νόμ. 317/1976 9ΦΕΚ 111/1976 τ.Α΄) τακτικού προσωπικού του Ταμείου, δικαιούται σύνταξη λόγω αναπηρίας εάν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοια της επομένης παραγράφου και α)έχει πραγματοποιήσει χρόνο ασφάλισης δέκα τουλάχιστον ετών, από τα οποία ένα τουλάχιστον έτος κατά την τελευταία πριν από την επέλευση της αναπηρίας τριετία ή β)έχει χρόνο ασφάλισης 15 τουλάχιστον ετών εφόσον δεν έχει καλυφθεί ασφαλιστικά από της διακοπής της ασφάλισής του μέχρι της επέλευσης της αναπηρίας από άλλο ασφαλιστικό φορέα Κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο και δεν παίρνει σύνταξη από τον Οργανισμό αυτό ή το Δημόσιο. 2.Ο ασφαλισμένος του ΤΣΑ, θεωρείται ανάπηρος για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, σε περίπτωση πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής εξάμηνης τουλάχιστον διάρκειας κατά ιατρική πρόβλεψη, εφόσον καταστεί ανίκανος. α)Με ποσοστό 67% τουλάχιστον για την οδήγηση του αυτοκινήτου και 50% για την εκμετάλλευση αυτού εφόσον κατά το χρόνο επέλευσης της αναπηρίας είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδηγού ή εκπαιδευτικού ή τρικύκλου από 5ετίας και κύριος ή νομέας, ή χρήστης και εκμεταλλευτής ολόκληρου αυτοκινήτου Δ.Χ. ή ποσοστού αυτού ίσου ή μεγαλυτέρου του προβλεπομένου από την παρ. 2 του άρθρ. 1 αυτού Π.Δ/τος. β)Με ποσοστό 67% τουλάχιστον για την οδήγηση του αυτοκινήτου και 50% για κάθε άλλη εργασία, εφόσον κατά το χρόνο της επέλευσης της αναπηρίας είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδηγού ή εκπαιδευτού ή τρικύκλου από 5ετίας και έχει αποξενωθεί της κυριότητας και νομής ή χρήσης και εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου Δ.Χ. ή (Αντί για τη σελ. 1390,257(β) Σελ. 1390,257(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 65 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 119 είναι κάτοχος ποσοστού αυτοκινήτου Δ.Χ. μικρότερου του προβλεπομένου από την παρ. 2 του άρθρ. 1 αυτού του Π.Δ/τος κατά την τελευταία τουλάχιστον διετία και υπήγετο στην ασφάλιση του ΤΣΑ λόγω αυτοπροσώπου οδηγήσεως του αυτοκινήτου ή εκπαίδευσης οδηγών αυτοκινήτων. γ)Με ποσοστό 67% για την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου και για κάθε άλλη εργασία εφόσον είναι κύριος και νομέας ή χρήστης και εκμεταλλευτής αυτοκινήτου Δ.Χ. σε ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του προβλεπομένου από την παρ. 2 του άρθρ. 1 αυτού του Π.Δ/τος και δεν είναι κάτοχος επαγγελματικού διπλώματος ή κατέχει δίπλωμα για χρονικό διάστημα μικρότερο της 5ετίας. Στην περίπτωση όμως που θα αποξενωθεί του αυτοκινήτου με οριστικό συμβόλαιο θα πρέπει να κριθεί ανίκανος με ποσοστό αναπηρίας 67% για κάθε άλλη εργασία και 50% για την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου και να μην έχει ασφάλιση σε άλλο ασφαλιστικό Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης κατά το ίδιο διάστημα». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 17/11-23 Ιαν. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 8) (Διορθ. σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 31/28-31985) (κατωτ. αριθ. 67). 3.(Καταργήθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 10 Π.Δ. 17/11-23 Ιαν. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 8) (Διορθ. σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 31/8-3-1985 και ΦΕΚ Α΄57/28-3-1985) (κατωτ. αριθ. 67). 4.Εάν η ανικανότης προς εργασίαν οφείλεται εις βίαιον συμβάν επελθόν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας εξ αφορμής αυτής, δια την χορήγησιν συντάξεων δεν απαιτείται η πραγματοποίησις του καθοριζομένου εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου χρόνου ασφαλίσεως. Εάν η ανικανότης προς εργασίαν οφείλεται εις βίαιον συμβάν, μη επελθόν όμως εν τη εκτελέσει ή εξ αφορμής της εργασίας, δια την χορήγησιν συντάξεως αρκεί η πραγματοποίησις του ημιίσεος μόνον του χρόνου ασφαλίσεως του καθοριζομένου εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου, άνευ όμως αντιστοίχου μειώσεως και του κατά την τελευταίαν προ της επελεύσεως της αναπηρίας τριετίαν απαιτουμένου χρόνου ασφαλίσεως. 5.Εάν ο ασφαλισμένος κατέστη ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, αποδεικνύεται δε η ενοχή του δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούται συντάξεως λόγω αναπηρίας. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εν άρθρω 38 του παρόντος αναφερομένων, δικαιούνται ταύτα της συντάξεως εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου. Σελ. 1390,258(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 66 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 120 Άρθρον
- Σύνταξις λόγω θανάτου 1.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου έχοντος τας προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 37 του παρόντος Π.Δ/τος ως και εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος, δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένας παραγράφους: α)Η χήρα ή ο οικονομικώς αδύνατος και ανάπηρος χήρος του οποίου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα άγαμα νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα τέκνα, εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα φυσικά τέκνα αυτής, μέχρι της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των ή προ της τούτου συνάψεως γάμου, εφ’ όσον εις απάσας τας περιπτώσεις δεν λαμβάνουν ετέραν σύνταξιν εκ του Ταμείου. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορφανοί πατρός και μητρός άγαμοι εγγονοί και προγονοί εφ’ όσον ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος ή της θανούσης άπαντες υπό τας προϋποθέσεις της προηγουμένης περιπτώσεως β΄. Τα πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων β΄ και γ΄ δικαιούνται συντάξεως μέχρι του 24ου έτους της ηλικίας εφ’ όσον εξακολουθούν τας σπουδάς των εις ανεγνωρισμένας υπό του Κράτους Σχολάς Επιστημονικής, Επαγγελματικής ή Τεχνικής Εκπαιδεύσεως της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Προκειμένου περί αγάμων τέκνων εγγονών και προγονών ανικάνων και προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν η σύνταξις καταβάλλεται και μετά την συμπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας, εφ’ όσον η ανικανότης επήλθεν προ της συμπληρώσεως του 18ου έτους ή 24ου προκειμένου περί σπουδαζόντων. Ειδικώς προκειμένου περί αγάμων ή διαζευγμένων θυγατέρων η σύνταξις μετά επαναχορηγείται ή συντρεχούσης περιπτώσεως χορηγείται το πρώτο μετά την συμπλήρωσιν του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον δεν εργάζονται ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ετέρας πηγής. Το όριον τούτο προσαυξάνεται εις το 60όν έτος από 1.1.1982 και εις το 65ο από 1.1,
- «Απονεμηθείσες ή απονεμηθησόμενες συντάξεις των οποίων η έναρξη καταβολής εμπίπτει στο μέχρι 31.10.83 χρονικό διάστημα, βάσει προηγουμένων διατάξεων συνεχίζουν καταβαλλόμενες μέχρις εκλείψεως των προϋποθέσεως εκείνων με τις οποίες θεμελιώθηκε το δικαίωμα της παροχής». Το πιο πάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από τη παρ. 1 άρθρ. 8 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-11-1983) (κατωτ. αριθ. 65). «Σε περίπτωση που η ανικανότητα επήλθε μετά τα χρονικά όρια που προβλέπονται από την τρίτη περίπτωση του αυτού εδαφίου, η σύνταξη χορηγείται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που θα υποβληθεί η σχετική αίτηση, με την προϋπόθεση ότι δεν καλύπτονται ασφαλιστικά από άλλο φορέα, από τον οποίο να δικαιούνται παροχής ή συντήρησης και δεν έχουν μηνιαίο εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή μεγαλύτερο από το μισό του ύψους του κατώτατου όριου σύνταξης λόγω θανάτου, που χορηγεί το ΤΣΑ, κάθε φορά και εφ’ όσον κανείς δεν παίρνει για τα πρόσωπα της τρίτης περιπτώσεως του αυτού εδαφίου σύνταξη ή οικονομική ενίσχυση ή επίδομα από το ΤΣΑ ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή». Το πιο πάνω τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 8 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-11-1983, κατωτ. αριθ. 65). δ)Οι γονείς εάν είναι οικονομικώς αδύνατοι και συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος ο δε πατήρ είναι ανίκανος προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και εφ’ όσον ουδείς τούτων λαμβάνει σύνταξιν εξ οιασδήποτε πηγής εξαιρουμένων των αναπήρων και θυμάτων πολέμου και των συνταξιοδοτουμένων υπό του ΟΓΑ. Οι θετοί γονείς δικαιούνται συντάξεως υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις, εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν τρία τουλάχιστον έτη συμπεπληρωμένα προ του θανάτου του υιοθετηθέντος τέκνου. 2.Ο οικονομικώς αδύναμος κατά την έννοιαν της προηγουμένης παραγράφου, θεωρείται εκείνος του οποίου τα πάσης φύσεως μηνιαία εισοδήματα δεν υπερβαίνουν το ύψος του υπό του ΤΣΑ καταβαλλομένου εκάστοτε κατωτάτου ορίου συντάξεως λόγω γήρατος. 3.Η χήρα ή ο χήρος δεν δικαιούνται συντάξεως εάν ο θάνατος του συζύγου ή της συζύγου επήλθε προ της παρόδου έξ μηνών από της τελευταίας τελέσεως του γάμου εκτός εάν: α)Ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν. β)Υφισταμένου γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και δ)Ο θανών ή η θανούσα ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος ο δε θάνατος επήλθε προ της περιόδου των 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχεία α, β και γ, αναφερομένων. Ποσό σύνταξης λόγω γήρατος και αναπηρίας Άρθρ.39.-«1.α)(Καταργήθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 33 Νόμ. 1902/1990, ΦΕΚ Α΄ 138, Τόμ. 15Β
(1), σελ. 18,31). β)Η πιο πάνω βασική μηνιαία σύνταξη προσαυξάνεται για κάθε επιπλέον συντάξιμο έτος από του 16ου συμπεριλαμβανομένου κατά ποσοστό 3%. γ)Από την ίδια πιο πάνω προθεσμία (1.5.85) το ποσό της βασικής μηνιαίας σύνταξης λόγω Γήρατος και Αναπηρίας προσαυξάνεται: αα)Κατά ποσοστό 10% το μήνα, εφόσον ο συνταξιούχος είναι έγγαμος η δε σύζυγός του δεν ασκεί κάποιο επάγγελμα ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου, ούτε παίρνει επίδομα από άλλη πηγή. ββ)Κατά ποσοστό 5% το μήνα για κάθε παιδί του συνταξιούχου μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ή του 24ου εφόσον εξακολουθεί τις σπουδές του σε αναγνωρισμένες από το κράτος ανώτατες, ανώτερες ή μέσες σχολές εκπαίδευσης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής με την προϋπόθεση ότι είναι άγαμο, δεν εργάζεται ή δεν ασκεί κάποιο επάγγελμα ή δεν παίρνει γι’ αυτό προσαύξηση ή επίδομα από οποιαδήποτε άλλη πηγή το ίδιο ή κάποιος από τους γονείς του. (Αντί για τη σελ. 1390,259(β) Σελ. 1390,259(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 67 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 121 δ)Το κατώτατο όριο μηνιαίας σύνταξης λόγω Γήρατος και Αναπηρίας καθορίζεται στο ποσό της βασικής μηνιαίας σύνταξης που αντιστοιχεί κάθε φορά στα 15 συντάξιμα έτη. 2.Το ποσό της καταβαλλομένης από το ΤΣΑ μηνιαίας σύνταξης λόγω Αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50% της βασικής μηνιαίας σύνταξης αναπηρίας εφόσον ο ανάπηρος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου (απόλυτη αναπηρία). 3.Τα ποσά των συντάξεων των προσώπων που συνταξιοδοτήθηκαν μέχρι την ισχύ αυτού του Π.Δ/τος αναπροσαρμόζονται με βάση όχι τα πλασματικά αλλά μόνο τα πραγματικά συντάξιμα έτη σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, εφαρμοζομένων και των διατάξεων του άρθρ. 1 του Π.Δ. 8/83 (ΦΕΚ 13/20.1.83 τ. Α΄). Σε περίπτωση που από την αναπροσαρμογή αυτή προκύπτει μικρότερο ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει ο συνταξιούχος αναπροσαρμοζόμενο με κάθε μελλοντική αύξηση. 4.Όπου στις διατάξεις του παρόντος Δ/τος αναφέρεται βασική μηνιαία σύνταξη νοείται το ποσό το καθοριζόμενο από το εδάφ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Το άρθρ.
- όπως είχε αντικατασταθεί και τροποποιηθεί από το άρθρ. 9 Π.Δ. 425/1981 και τα άρθρ. 5 και 6 Π.Δ. 17/1985, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 418/6-30 Αυγ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 146). Σελ. 1390,260(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 68 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 122 Άρθρον
- Ποσόν συντάξεως λόγω θανάτου. 1.Ποσόν της υπό του Ταμείου χορηγουμένης βασικής μηνιαίας συντάξεως λόγω θανάτου ορίζεται ως ακολούθως: α)Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα ή ο χήρος ισούται προς τα 70% του ποσού της συντάξεως ην ελάμβανεν ο θανών αν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ανάπηρος μη συνυπολογιζομένου μόνον του επιδόματος απολύτου αναπηρίας. β)Το ποσόν της συντάξεως ην δικαιούται έκαστον τέκνον ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως ην ελάμβανεν ο θανών (ή θανούσα) ή ης θα εδικαιούτο ούτος (αύτη) κατά τα εν τη προηγουμένη περίπτ. α΄ οριζόμενα. Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων ή ορφανού πατρός τέκνου, ούτινος η μήτηρ ήλθεν εις νέον γάμον, η ως άνω σύνταξις τέκνου τριπλασιάζεται. Το σύνολον πάντως των συντάξεων της χήρας ή του χήρου και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης και μη υπαρχούσης χήρας ή χήρου δικαιουμένης συντάξεως τα 80% της εν λόγω συντάξεως. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. γ)Οι περί ων περίπτ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 38 εγγονοί, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υπάρχουν χήρα ή χήρος ή τέκνα δικαιούμενοι συντάξεως ή υπαρχόντων τοιούτων εάν δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλήται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης. δ)Το ποσόν της συντάξεως εκάστου εγγονού, προγονού, του πατρός και της μη χήρας μητρός ισούται προς 20% της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης δι’ έκαστον εξ αυτών, της δε χήρας μητρός προς τα 40% της αυτής συντάξεως, χωρίς όμως το σύνολον των συντάξεων των εγγονών και γονέων να δύναται να υπερβή εν μεν τη πρώτη περιπτώσει της προηγουμένης περιπτ. γ΄ τα 80% της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης, εν δε τη δευτέρα περιπτώσει το ποσόν το απομένον εκ της εν λόγω συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας ή του χήρου ή των τέκνων. Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τ’ ανωτέρω όρια η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 2.Πρόσωπα εκ των κατά το παρόν άρθρον δικαιουμένων συντάξεως στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή αμετακλήτως δια πράξιν αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου. Άρθρον
- Συρροή Συντάξεων. Ουδείς δικαιούται παρά του Ταμείου περισσοτέρων της μιας συντάξεως εξ ιδίας αυτού εργασίας. Εάν ο ησφαλισμένος δικαιούται πλειόνων συντάξεων εξ ιδίας εργασίας λαμβάνει την μεγαλυτέραν τοιαύτην. Άρθρον
- Διαδικασία βεβαιώσεως αναπηρίας. 1.Αρμοδία δια την διαπίστωσιν της αναπηρίας τυγχάνει η Πρωτοβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του οικείου Υποκαταστήματος του ΙΚΑ, του τόπου κατοικίας του ησφαλισμένου, εις την οποίαν παραπέμπεται ο ησφαλισμένος δι’ αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του Ταμείου. «2.Η Υγειονομική Επιτροπή που εξετάζει τον ασθενή αποφαίνεται για το είδος της πάθησής του, τη διάρκεια ανικανότητας, καθώς και αν είναι ανίκανος για το ασφαλιζόμενο επάγγελμα του εκμεταλλευτού ή του οδηγού αυτοκινήτου (αυτοπρόσωπη απασχόληση) και ποιο είναι το ποσοστό αναπηρίας για κάθε περίπτωση χωριστά. Την απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής μπορούν να προσβάλλουν στη Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, τόσο ο ασφαλισμένος, όσο και το Ταμείο, μέσα σε ένα μήνα από την παραλαβή της γνωστοποίησης. Ο ασφαλισμένος προτού περάσει εξάμηνο από την ημερομηνία που κρίθηκε τελεσίδικα από την Υγειονομική Επιτροπή, δεν μπορεί να ζητήσει να κριθεί και πάλι για την ίδια πάθηση, εκτός και αν επέλθει χειροτέρευση της υγείας του. Αν αργότερα προκύψουν στοιχεία ότι αποκαταστάθηκε η υγεία του συν/χου λόγω αναπηρίας, μπορεί το Δ.Σ. του Τ.Σ.Α. με απόφαση του να τον παραπέμψει στην Υγειον. Επιτροπή και εφόσον κριθεί ικανός να διακόψει την σύνταξή του. 3.Ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας μπορεί με αίτησή του να ζητήσει τη μετατροπή της σύνταξης λόγω αναπηρίας σε λόγω γήρατος, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β της παρ. 1 του άρθρ. 36 του Π.Δ. 669/
- Επίσης η σύνταξη, λόγω αναπηρίας μπορεί να συνεχισθεί εφ’ όρου ζωής, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου επί των παροχών, μετά από προηγούμενη αίτηση του ενδιαφερομένου, αν κατά την τελευταία εξέταση από την Υγειον. Επιτροπή κατά την οποία κρίνεται ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός του και θεμελιώνει δικαίωμα συνεχίσεως της συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας, έχει συμπληρώσει: 1)ηλικία 60 ετών και έχει συνταξιοδοτηθεί προηγουμένως λόγω αναπηρίας τουλάχιστον επί 5ετία συνεχώς, 2)ηλικία 50 ετών και έχει συνταξιοδοτηθεί προηγουμένως λόγω αναπηρίας τουλάχιστον επί 10 έτη συνεχώς και 3)είναι κάτω των 50 ετών και έχει συνταξιοδοτηθεί προηγουμένως τουλάχιστο επί 15 έτη συνεχώς λόγω αναπηρίας». Οι παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος. δ)Οι ιδιοκτήται μηχανημάτων έργων πλην των αγροτικών και γεωργικών τοιούτων, εφ’ όσον είναι κάτοχοι επαγγελματικής αδείας ικανότητος οδηγού αυτοκινήτου. ε)Οι ιδιοκτήται Δ.Χ. αυτοκινήτου μετά ή άνευ επαγγελματικής αδείας ικανότητος οδηγού οι στερηθέντες δι’ οιονδήποτε λόγον την ιδιότητα του αυτοκινητιστού και προγματοποιήσαντες 15ετή πραγματικήν ασφάλισιν εις το Ταμείον. στ)Οι ιδιοκτήται οι έχοντες την χρήσιν και εκμετάλλευσιν ή οι χρησιούχοι και εκμεταλλευταί τριτρόχων φορτηγών δημοσίας χρήσεως οι κάτοχοι αδείας οδηγήσεως τριτρόχου μη κεκτημένοι όμως επαγγελματικήν άδειαν ικανότητος οδηγού αυτοκινήτου εφ’ όσον οδηγούν αυτοπροσώπως το τρίτροχον. (Αντί για τη σελ. 1390,2441) Σελ. 1390,2441(α) Τεύχος 1327 Σελ. 19 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 101 2.Τα περί ων αι διατάξεις υπό στοιχ. ε΄ και στ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρόσωπα ασφαλίζονται προαιρετικώς κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους, αρχομένης, δια μεν τους στερηθέντας την ιδιότητα του αυτοκινητιστού μέχρι της ισχύος του παρόντος, από της ισχύος αυτού, δια δε τους εφεξής διακόψαντας τούτο από του επομένου μηνός της διακοπής. 3.Προαιρετική ασφάλισις ή συνέχισις ταύτης δεν χωρεί: α)Εάν ο αιτών τυγχάνη υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς ησφαλισμένος εις έτερον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως ή κατέστη συνταξιούχος τοιούτου Οργανισμού ή του Δημοσίου. β)Εάν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός
(1)έτους από του χρόνου λήξεως της δια την υποβολήν της αιτήσεως προθεσμίας, δεν εξοφλήθη ολοσχερώς τα οφειλόμενα τυχόν εξ εισφορών προς το Ταμείον ποσά τα προερχόμενα εκ του μέχρι της διακοπής χρόνου ασφαλίσεως. Μετά την εκπνοήν της ανωτέρω προθεσμίας άνευ ολοσχερούς εξοφλήσεως, η υποβληθείσα αίτησις απορρίπτεται και το δικαίωμα συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως απόλλυται. Σελ. 1390,2442(α) Τεύχος 1327 Σελ. 20 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 102 4.H προαιρετική ασφάλισις διακόπτεται: α)Τη αιτήσει των υπαχθέντων εις αυτήν και από του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός. Η καταβολή των μέχρι της ως άνω χρονολογίας οφειλομένων εισφορών είναι υποχρεωτική. β)Εάν ο προαιρετικώς ησφαλισμένος αποκτήση μίαν των εν περίπτ. α΄ της προηγουμένης παραγράφου ιδιοτήτων. Συνέχισις τυχόν της προαιρετικής ασφαλίσεως εις τας περιπτώσεις ταύτας, ουδέν δικαίωμα γεννά έναντι του Ταμείου πλην του της επιστροφής των, δια τον αντίστοιχον χρόνον καταβληθεισών εισφορών ατόκως. 5.Ο προαιρετικώς ασφαλιζόμενος δύναται να καταταγή εις οιανδήποτε ασφαλιστικήν κλάσιν, δηλουμένην δια της περί προαιρετικής ασφαλίσεως αιτήσεώς του. Νέα κατάταξις εις ανωτέραν ασφαλιστικήν κλάσιν, δύναται να χωρήσει από της 1ης Ιανουαρίου του τρίτου ημερολογιακού έτους εκ της προηγουμένης κατατάξεως. Κατάταξις εις κατωτέραν ασφαλιστικήν κλάσιν δεν είναι δυνατή εις πάσαν περίπτωσιν. 6.Τα προαιρετικώς συνεχίζοντα την ασφάλισιν ή ασφαλιζόμενα εις το Ταμείον πρόσωπα υποχρεούνται εις την τακτικήν καταβολήν των νομίμων εισφορών των, αφ’ ης διέκοψαν την ασφαλιστέαν απασχόλησίν των ή αφ’ ης υπήχθησαν εις την ασφάλισιν. Αι από της διακοπής του επαγγέλματος μέχρι της κοινοποιήσεως της δια την προαιρετικήν συνέχισιν της ασφαλίσεως, αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου απαιτηταί ασφαλιστικαί εισφοραί, δύνανται να εξοφληθώσιν εφ’ άπαξ εντός ενός έτους από της κοινοποιήσεως της εγκριτικής αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου άνευ προσθέτων τελών, άλλως ταύτα επιβάλλονται αναδρομικώς. 7.Η καθυστέρησις καταβολής εισφοράς τινός παρά του προαιρετικώς ησφαλισμένου πέραν του εξαμήνου αφ’ ης κατέστη απαιτητή, συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως. 8.Καταβολή εισφορών γενομένη μετά την διακοπήν της προαιρετικής ασφαλίσεως επελθούσης τη αιτήσει του ησφαλισμένου ή αυτοδικαίως ή μετά την απώλειαν του δικαιώματος, ουδέν δικαίωμα γεννά έναντι του Ταμείου, πλην της επιστροφής των εισφορών εις τον καταβάλλοντα ατόκως. 9.Η προαιρετική ασφάλισις διέπεται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας του Ταμείου των ισχυουσών και δια την υποχρεωτικήν ασφάλισιν, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως εν τω παρόντι. 10.Χρόνος επαγγελματικής απασχολήσεως των ησφαλισμένων ή των υπακτέων εις την ασφάλισιν του Ταμείου πραγματοποιηθείς εις περίοδον προγενεστέραν της τελευταίας δεκαετίας, εν ουδεμιά περιπτώσει αναγνωρίζεται υπό του Ταμείου ως χρόνος ασφαλίσεως εκτός του χρόνου δι’ ον κατέχουν ασφαλιστικαί εισφοραί ή εξεδόθη πράξις επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.Π.Τ.) μέχρις ενάρξεως ισχύος του παρόντος. Ο αναδρομικώς ασφαλιζόμενος υποχρεούται εις ολοσχερή εξόφλησιν της αντιστοίχου προς τον χρόνον ασφαλίσεως εισφοράς της ασφαλιστικής κλάσεως εις ην ήτο κατατεταγμένος κατά την τελευταίαν καταβολήν ή της 1 ασφαλιστικής κλάσεως δια την περίπτωσιν καθ’ ην δεν είχεν ούτος καταταχθή εις τινα κλάσιν, μετά των νομίμων προσθέτων τελών και λοιπών προσαυξήσεων. Κατά της περί αναδρομικής ασφαλίσεως πράξεως του Διευθυντού ασφαλίσεως και παροχών ή του Προϊσταμένου του Υποκ/τος ευρείας αρμοδιότητος επιτρέπεται υπό του ενδιαφερομένου άσκησις ενστάσεως κατά τα εν άρθρω 19 του παρόντος οριζόμενα. Σύνθεσις, Λειτουργία, Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου Σύνθεσις Διοικητικού Συμβουλίου, διορισμός-θητεία. 1.Το Ταμείον Συντάξεων Αυτοκινητιστών διοικείται υπό επταμελούς Διοικητικού Συμβουλίου αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ως μέλους. γ)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Συγκοινωνιών ως μέλους. δ)Εκ του εκάστοτε Διοικητού της Τροχαίας Κινήσεως Αθηνών ως μέλους. ε)Εκ δύο εκπροσώπων της τάξεως των ιδιοκτητών αυτοκινήτων Δ.Χ. ως μελών. στ)Εξ ενός εκπροσώπου της τάξεως των συνταξιούχων του ΤΣΑ ως μέλους. 2.Ο Πρόεδρος επιλέγεται μεταξύ προσώπων κεκτημένων πείραν και ικανότητα ή ειδικάς γνώσεις περί την διοίκησιν και οργάνωσιν Ασφαλιστικών Οργανισμών, εχόντων οπωσδήποτε Πτυχίον Ανωτάτης Σχολής. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου προσώπου εμπίπτοντος εις τα προβλεπόμενα υπό της παρ. 3 του παρόντος άρθρου κωλύματα ή έχοντα την ιδιότητα του Διοικητού ή Υποδιοικητού ή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως, δημοσίου υπαλλήλου εν ενεργεία ή υπαλλήλου Νομικού Προσώπου Δημοσίου δικαίου εν ενεργεία ή εν συντάξει ή Δικηγότρου του ΤΣΑ. 3.Δεν διορίζεται, ουδέ δύναται ν’ αποτελή τακτικόν ή αναπληρωματικόν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου: α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο μη δυνάμενος να διορισθή δημόσιος υπάλληλος συμφώνως προς τα άρθρα 17 και 18 του Νόμου 1811/1951 «περί κώδικος καταστάσεως των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων» ως ισχύουν. γ)Ο ανίκανος ν’ αναλάβη δημόσιον εν γένει λειτούργημα. δ)Ο μη γνωρίζων ανάγνωσιν και γραφήν. ε)Ο υπό την ιδιότητά του ως ησφαλισμένου ιδιοκτήτου υπόχρεως εκ του νόμου εισφορών εν γένει προς το ΤΣΑ, εφ’ όσον καθυστερεί την καταβολήν των πέραν του 6μήνου. στ)Ο μη έχων ή απολέσας οριστικώς την ιδιότητα, υφ’ ην διωρίσθη, και ζ)Ο εις ον ήθελον, αποδεδειγμένως, καταλογισθή πράξεις ή ενέργειαι δι’ ων καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζημίωσε τον Οργανισμόν ή εχαρίσθη υπέρ τινός εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του. Υφισταμένων των ανωτέρω κωλυμάτων τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκπίπτουν του αξιώματός των δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4.Ο Πρόεδρος, τα μέλη, ο Γραμματεύς και οι νόμιμοι αναπληρωταί τούτων οι έχοντες τας ιδιότητας των αναπληρουμένων, ων η θητεία ορίζεται τριετής, διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών κατά μήνα Δεκέμβριον εκάστου τρίτου έτους. Ειδικώτερον, τον Διοικητήν της Τροχαίας Κινήσεως Αθηνών αναπληροί ως μέλος του Δ.Σ. ο νομίμως αναπληρών αυτόν εις τα καθήκοντά του Υποδιοικητής. Διαρκούσης της θητείας δεν επιτρέπεται η αντικατάστασις μελών ει μη δι’ εύλογον αιτίαν. Η περί διορισμού απόφασις δημοσιεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 5.Τα μέλη του Συμβουλίου εκ της τάξεως των ησφαλισμένων ιδιοκτητών και συνταξιούχων λαμβάνονται εκ πινάκων τριπλασίου αριθμού υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων παρά της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγγελματιών Αυτοκινητιστών Ελλάδος (ΓΣΕΑΕ) και της Πανελληνίου Ομοσπονδίας Συνταξιούχων Αυτοκινητιστών (ΠΟΣΑ) αντιστοίχως. (Μετά τη σελ. 1390,244) Σελ. 1390,245 Τεύχος Ε122 Σελ. 7 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 103 Εν περιπτώσει μη υποδείξεως παρά των ως άνω επαγγελματικών Οργανώσεων, εντός 15νθημέρου προθεσμίας αφ’ ης ζητηθή τούτο ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών προβαίνει εις τον διορισμόν των μελών τούτων ελευθέρως άνευ δεσμεύσεως τινός. 6.Εν περιπτώσει παραιτήσεως, αποχωρήσεως, θανάτου ή εκπτώσεως μέλους, λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Συμβούλιον θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού νέου μέλους και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του τριμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού, τακτικών και αναπληρωματικών, δύναται να επιτευχθή απαρτία. Ο εις αντικατάστασιν παραιτηθέντος, εκπεσόντος, θανόντος, αντικατασταθέντος ή αποχωρήσαντος Προέδρου ή μέλους διορισθείς νέος Πρόεδρος ή το νέον μέλος διανύει τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας. Ο Πρόεδρος ή το μέλος, μετά την εξάντλησιν της θητείας των, δύνανται να διορισθούν εκ νέου. Ο Πρόεδρος και τα μέλη παραμένουσιν εις την θέσιν των και μετά την λήξιν της θητείας των μέχρι διορισμού των διαδόχων των, όστις δέον να λάβη χώραν το πολύ εντός τριών μηνών από της λήξεως της θητείας των. 7.Μέλη του Δ.Σ. συνοδευόμενα μεταξύ των δια συγγενείας μέχρι και τετάρτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας, δεν δύνανται να μετέχουν εις την αυτήν συνεδρίασιν. 8.Εάν τακτικόν ή αναπληρωματικόν μέλος απουσιάση πέραν των τριών συνεχών συνεδριάσεων του Δ.Σ., ή των παρ’ αυτού συνιστωμένων Επιτροπών, άνευ αποχρώντος λόγου κρινομένου παρά του Δ.Σ., κηρύσσεται έκπτωτον του αξιώματός του, προτάσει του Δ.Σ. και αποφάσει του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 9.Χρέη Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εκτελεί είς των υπαλλήλων του ΤΣΑ επί βαθμώ 7ω-4ω, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, προτάσει του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη Γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του ΤΣΑ, οριζόμενος υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Γραμματεύς του Δ.Σ. έχει ως έργον την τήρησιν των Πρακτικών των συνεδριάσεων, του ευρετηρίου των λαμβανομένων αποφάσεων και την επιμέλειαν κοινοποιήσεως αυτών προς τας Υπηρεσίας. άρθρ. 10 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30 Νοεμ. 1983), (κατωτ. αριθ. 65). 4.Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ βαρύνουν το Ταμείον. 5.Εάν η απόφασις των περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι Υγειονομικών οργάνων, είναι διάφορος της τοιαύτης της εκδιδομένης υπό των Υγειονομικών οργάνων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, άτινα κρίνουν περί της οριστικής αφαιρέσεως της επαγγελματικής αδείας ικανότητος των οδηγών ιδιοκτητών αυτοκινήτων, λόγω ανικανότητος τούτων προς εργασίαν, κατισχύει η απόφασις των υγειονομικών οργάνων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, εφ’ όσον δι’ αυτής καθορίζεται το είδος της παθήσεως και το ποσοστόν της εκ της παθήσεως ανικανότητος. (Μετά τη σελ. 1390,260(β) Σελ. 1390,2601 Τεύχος Η43-Σελ. 39 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 123 Άρθρον
- Διαδικασία απονομής συντάξεως. 1.Προς άσκησιν του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, δέον να υποβληθή εις οιανδήποτε Κεντρικήν ή Περιφερειακήν Υπηρεσίαν του Ταμείου αίτησις. «Θεωρείται διακοπή επαγγέλματος η ημερομηνία υποβολής της επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδηγού γι’ αυτόν που κατέχει τέτοια άδεια ή ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και με την προϋπόθεση ότι κατά τις ημερομηνίες αυτές ο ενδιαφερόμενος δεν κατέχει πάνω από ένα αυτοκίνητο Δ.Χ. της αυτής κατηγορίας. Σε περίπτωση που διατηρεί πάνω από ένα αυτοκίνητο της αυτής κατηγορίας ή ποσοστό επί αυτοκινήτων διαφόρου κατηγορία, δεν θεωρείται ότι διακόπτει το αυτοκινητιστικό επάγγελμα και αν ακόμη καταθέτει την άδεια επαγγελματικής ικανότητος οδηγού που κατέχει ή υποβάλει αίτηση για συνταξιοδότηση». Το πιο πάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. ΙΙ Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-111983) (κατωτ. αριθ. 65). 2.Επί αιτήσεως αναπηρίας ή γήρατος υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: α)Το ασφαλιστικόν βιβλιάριον. β)Επίσημα στοιχεία ιδιοκτησίας αυτοκινήτου ή τρικύκλου Δ.Χ. γ)Επαγγελματική άδεια ικανότητος οδηγού, η άδεια εκπαιδευτού οδηγών αυτοκινήτων και η άδεια οδηγήσεως τρικύκλου εφ’ όσον υφίστανται, άλλως υπεύθυνος δήλωσις ότι δεν εξεδόθη τοιαύτη επ’ ονόματί του. Εν περιπτώσει αφαιρέσεως της αδείας η σχετική απόφασις περί της τοιαύτης αφαιρέσεως της οικείας αρχής. Εν περιπτώσει απωλείας βεβαίωσις της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών εξ ης να προκύπτη η έκδοσις και η μη παρακράτησις ταύτης. δ)Έντυπον περιέχον τα στοιχεία του Αστυνομικού δελτίου ταυτότητος συμπληρούμενον υπό της Υπηρεσίας του Ταμείου. ε)Υπεύθυνος δήλωσις συντεταγμένη βάσει του Ν.Δ. 105/1969 ότι διέκοψε την άσκησιν του επαγγέλματός του, ως και εάν συνταξιοδοτήται εκ του Δημοσίου ή ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως. στ)Πιστοποιητικόν Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής περί της οικογενειακής καταστάσεως του ησφαλισμένου. ζ)Προκειμένου περί αναπήρων λόγω ατυχήματος συνεπεία βιαίου συμβάντος και αντίγραφον του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων ή της σχετικής εκθέσεως της οικείας Αστυνομικής Αρχής, ήτις επελήφθη και ενήργησεν επί του λαβόντος χώραν ατυχήματος. Σελ. 1390,2602 Τεύχος Η43-Σελ. 40 3.Επί αιτήσεως συντάξεως λόγω θανάτου επισυνάπτεται: α)Τα υπό στοιχεία α, β, γ, δ, ε , (ως προς την συνταξιοδότησιν ή μη παρ’ ετέρου φορέως) και στ΄ οριζόμενα δικαιολογητικά της προηγουμένης παραγράφου. β)Αντίγραφον ληξιαρχικής πράξεως θανάτου. γ)Πιστοποιητικόν παντός αρμοδίου Δικαστηρίου περί αμετακλήτου διαλύσεως ή μη του γάμου. δ)Πράξις νομιμοποιήσεως ή αναγνωρίσεως ή υιοθεσίας τέκνων, εφ’ όσον υπάρχουν τοιαύτα, προκειμένου δε περί θανάτου ησφαλισμένης, ληξιαρχική πράξις δια τα τυχόν εγκαταληφθέντα εξώγαμα, τέκνα αυτής, ως και διαζευκτήριον, προκειμένου περί διαζευγμένης θυγατρός. ε)Πιστοποιητικόν Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής, προκειμένου περί εγγονών και προγονών, ότι τυγχάνουν ορφανά εξ αμφοτέρων των γονέων. 4.Πάντα τα ανωτέρω δικαιολογητικά δύνανται να υποβληθούν και εις μεταγενέστερον χρόνον, ουχί πάντως πέραν του τριμήνου από της υποβολής της αιτήσεως, επί τη παρόδω του οποίου αύτη απορρίπτεται ως αναπόδεικτος. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 124 Απόδειξις ηλικίας, συνθέσεως οικογενείας, γάμου και θανάτου. Άρθρ.44.-«1.α)Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίον της αστυνομικής ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γεννήσεως, η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 μέρες από τη γέννηση ή με την εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή τα Δημοτολόγια που ισχύουν. β)Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα Αρρένων, ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με διαφορετικό έτος γεννήσεως λαμβάνεται υπόψη η παλαιότερη εγγραφή. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γεννήσεως που αναγράφεται στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν, με οποιοδήποτε τρόπο, ως έτος γεννήσεως σε όλες τις περιπτώσεις θεωρείται αυτό που γράφτηκε πριν από τη διόρθωση ή τη μεταβολή. γ)Αν δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη γεννήσεως ή εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή τα ισχύοντα Δημοτολόγια, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων περιπτ. α΄ και β΄, η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής Καθορισμού Ηλικίας του ΙΚΑ με αίτηση του Ταμείου ή του ασφαλισμένου. Με απόφαση της ίδιας Επιτροπής, βεβαιώνεται η ηλικία και στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος αμφισβητήσει την ορθότητα της εγγραφής του έτους γεννήσεώς του στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, εφόσον η αμφισβήτηση αυτή στηρίζεται αποκλειστικά σε έγγραφα στοιχεία που έχουν συνταχθεί πριν από την υπαγωγή του στην ασφάλιση. Σαν ημερομηνία γεννήσεως των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους θεωρείται η ημερομηνία που προκύπτει από τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο αυτό καθώς και το εδάφ. α΄. Αν η ηλικία βεβαιώνεται με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής καθώς και αν από τα στοιχεία που υποβάλλονται δεν προκύπτει ακριβώς η ημερομηνία γεννήσεως, σαν ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται οπωσδήποτε η 1η Ιουλίου του έτους γεννήσεως. δ)Η ηλικία των κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεώς τους για χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, αλλοδαπών ή ακαθόριστης υπηκοότητας ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους, αποδεικνύεται με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή με την ταυτότητα με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία η ηλικία αποδεικνύεται με έγγραφο στοιχείο που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Κράτους που γεννήθηκε ο δικαιούχος της παροχής, εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική αρχή. Οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στα πιο πάνω πρόσωπα. ε)Οποιαδήποτε αμφισβήτηση για την εγκυρότητα ή την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων της ηλικίας που στηρίζεται σε έγγραφα στοιχεία τα οποία έχουν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, επιλύεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου είτε αυτεπάγγελτα είτε με αίτηση του ενδιαφερομένου». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Π.Δ. 17/11-23 Ιαν. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 8) (Διόρθ. σφαλμ. στα ΦΕΚ Α΄ 31/8-3-1985 και ΦΕΚ Α΄ 57/28-3-1985) (κατωτ. αριθ. 67) «2.Ο γάμος του ασφαλισμένου αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη ή πιστοποιητικό της αρμόδιας Μητρόπολης ή του αρμόδιου Αρχιερατικού Επιτρόπου ή του Δημάρχου, προκειμένου για τέλεση πολιτικού γάμου». Το πιο πάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.
- Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-111983) (κατωτ. αριθ. 65) Δια τας περιπτώσεις γάμων τελεσθέντων εν τη αλλοδαπή ή τοιούτων ετεροδόξων ο γάμος αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού ή βεβαιώσεως των αρμοδίων Θρησκευτικών ή Εκκλησιαστικών Αρχών δεόντων τεθεωρημένου εν ελλείψει δε τούτων δι’ ενόρκου βεβαιώσεως μαρτύρων. 3.Ο θάνατος αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, προκειμένου δε περί αφάντου δια κηρυσσούσης την αφάνειαν αποφάσεως του Δικαστηρίου. 4.Η σύνθεσις της οικογενείας ως και το αμετάβλητον της προσωπικής καταστάσεως του ησφαλισμένου αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού του Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητος. Άρθρον
- Αρμοδιότης επί αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως. 1.Της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως επιλαμβάνονται εις πρώτον στάδιον τα κατά τόπους Υποκαταστήματα ευρείας αρμοδιότητος της περιφερείας του τόπου της μονίμου κατοικίας του αιτούντος και προκειμένου περί της περιφερείας του Κεντρικού, το Τμήμα Ελέγχου επαγγελματικότητος της Δ/νσεως Ασφαλίσεως και Παροχών. Ο συνταξιοδοτικός φάκελλος συμπληρούμενος με τα απαραίτητα στοιχεία διαβιβάζεται εις το Τμήμα απονομής Συντάξεως της αρμοδίας Δ/νσεως δια περαιτέρω έλεγχον. «2.Μετά την ολοκλήρωση του συνταξιοδοτικού φακέλλου ο Προϊστάμενος παροχών εκδίδει τη σχετική συνταξιοδοτική απόφαση που κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί ν’ ασκήσει τα ένδικα μέσα του άρθρ. 23 του παρόντος». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Π.Δ. 8/10-20 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 13), (κατωτ. αριθ. 63). Άρθρον
- Έτη ασφαλίσεως. 1.Δια την θεμελίωσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος τα απαιτούμενα δι’ εκάστην περίπτωσιν έτη ασφαλίσεως περί ως τα άρθρα 36 και 37 του παρόντος Π.Δ/τος δέον να είναι πλήρως συμπεπληρωμένα. 2.Κατά την άθροισιν του συνολικού συνταξίμου χρόνου κλάσμα του έτους κατώτερον των έξ
(6)μηνών παραλείπεται, ίσον δε ή ανώτερον του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος. (Αντί για τη σελ. 1390,261(α) Σελ. 1390,261(β) Τεύχος Η43-Σελ. 41 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 125 Έναρξις και λήξις δικαιώματος εις Σύνταξιν. Άρθρ.47.-«1.Το δικαίωμα για σύνταξη αρχίζει: α.Για σύνταξη γήρατος από την 1η του μηνός του επόμενου από εκείνο, μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για απονομή σύνταξης μαζί δε μ’ αυτή και η επαγγελματική άδεια ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου προκειμένου περί ασφαλισμένου που κατέχει επαγγελματική άδεια ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου και η άδεια εκπαιδευτού οδηγών αυτοκινήτων και οδηγού τρίτροχου φορτηγού Δ.Χ. προκειμένου περί ασφαλισμένου εκπαιδευτού οδηγών αυτοκινήτων και ιδιοκτήτου Δ.Χ. τρίτροχου αντίστοιχα. β.Για σύνταξη αναπηρίας από την ημέρα κατά την οποία επήλθε η αναπηρία. γ.Γι σύνταξη των μελών οικογένειας, από την πρώτη του μήνα του επόμενου εκείνου μέσα στον οποίο συνέβη ο θάνατος». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 13 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-111983) (κατωτ. αριθ. 65). «2.Το δικαίωμα σε σύνταξη λήγει: α)Επί συντάξεως λόγω γήρατος εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος του συνταξιούχου. «β.Στη σύνταξη λόγω αναπηρίας στο τέλος του μήνα εκείνου κατά τον οποίο ο ανάπηρος βάσει αποφάσεως της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής έπαυσε να εκπληρώνει τις ανάλογες προϋποθέσεις. γ)Επί συντάξεως λόγω θανάτου εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον συνήφθη νέος γάμος. «δ.Στη σύνταξη τέκνων, εγγονών και προγονών στο τέλος του μήνα εκείνου κατά τον οποίο συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή σε περίπτωση συνέχισης σπουδών το 24ο έτος της ηλικίας τους». Η πρώτη φραστική περίοδος και περιπτ. β΄ και δ΄ αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 13 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-11-1983) (κατωτ. αριθ. 65). ε)Επί συντάξεως γονέων, εις το τέλος του μηνός κατά τον οποίον επήλθεν ο θάνατος. 3.Τα κατά την περίπτωσιν δ΄ της προηγουμένης παραγράφου όρια ηλικίας δεν ισχύουν, εφ’ όσον τα πρόσωπα ταύτα είναι ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, της ανικανότητος υφισταμένης κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως του 18ου ή του 24ου έτους της ηλικίας, κατά περίπτωσιν και εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης, ταύτης διαπιστουμένης κατά τας διατάξεις τους παρόντος. Σελ. 1390,262(β) Τεύχος Η43-Σελ. 42 4.Εν περιπτώσει υπάρξεως οφειλής του αιτούντος προκειμένου περί χορηγήσεως συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή του θανόντος, προκειμένου περί χορηγήσεως συντάξεως λόγω θανάτου εκ καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών, ή εκ πάσης άλλης αιτίας η καταβολή της συντάξεως άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου εντός του οποίου συνετελέσθη η πλήρης εξόφλησις της οφειλής. Εάν η εξόφλησις της οφειλής συνετελέσθη ή θέλει συντελεσθή εντός διμήνου από της εγγράφου ατομικής ειδοποιήσεως του οφειλέτου παρά του Ταμείου, η καταβολή της συντάξεως άρχεται από του υπό της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου οριζομένου χρόνου, εκτός εάν αποδειχθή ότι δεν παρελήφθη η ατομική ειδοποίησις υπό του οφειλέτου, ότε η ανωτέρω προθεσμία των δύο μηνών άρχεται από της λήψεως της νέας ειδοποιήσεως. «Ο πιο πάνω περιορισμός στην έναρξη καταβολής της σύνταξης δεν ισχύει για τις περιπτώσεις που το σύνολο της οφειλής δεν είναι μεγαλύτερο από το τετραπλάσιο του ποσού του κατωτάτου ορίου σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως. Κατά τα λοιπά για την εξόφληση της οφειλής εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 6 του 258/1983 Π.Δ/τος (ΦΕΚ 95/83 τ.Α΄)» (Τόμ. 15Β, σελ. 18,00603). Τα τελευταία μέσα στα « » εδάφια προστέθηκαν από το άρθρ. 14 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-11-1983) (κατωτ. αριθ.65). 5.Η διακοπείσα σύνταξις των θηλέων αγάμων, ή διαζευγμένων τέκνων της περιπτώσεως δ΄ της παρ. 2 επαναχορηγείται άμα τη συμπληρώσει του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον ταύτα εξακολουθούν να είναι άγαμα και δεν εμπίπτουν εις τους περιορισμούς της περιπτώσεως ταύτης, εφαρμοζομένης αναλόγως ως προς την αύξησιν του ορίου ηλικίας των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 19 του Ν. 997/79. Το αυτό εφαρμόζεται και εις περιπτώσεις, κατά τας οποίας δεν εδικαιώθησαν τα ως άνω πρόσωπα συντάξεως, λόγω του επελθόντος θανάτου του δικαιοπαρόχου μετά την συμπλήρωσιν του 24ου έτους της ηλικίας των. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 126 Αναστολή της σύνταξης «Άρθρ.48.-1.Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)Για όσο χρόνο ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας αδικαιολόγητα δεν προσέρχεται στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή για εξέταση της κατάστασης της υγείας του. β)Εφόσον ο συνταξιούχος είναι ιδιοκτήτης χρησιούχος ή εκμεταλλευτής σε παραπάνω από ένα
(1)ολόκληρο επιβατικό αυτοκίνητο Δ.Χ. ή παραπάνω από ένα
(1)λεωφορείο Δ.Χ. ή φορτηγό αυτοκίνητο Δ.Χ., ή ποσοστών σε περισσότερα αυτοκίνητα της ίδιας κατηγορίας που στο σύνολό τους ξεπερνούν τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια, ή ποσοστών αυτοκινήτου Δ.Χ. διαφόρων κατηγοριών, εκτός εάν η κατοχή περιοριστεί σε ποσοστά της αυτής κατηγορία αυτοκινήτων και στα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια (παρ. 1 του άρθρ. 5 του Νόμ. 1275/1982). γ)Για όσο χρόνο ο συνταξιούχος αναλάβει την κατατεθείσα επαγγελματική άδεια ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου ή εκγυμναστού οδηγών αυτοκινήτου ή οδηγού τριτρόχου φορτηγού αυτοκινήτου Δ.Χ. 2.Οι συνταξιούχοι των οποίων έχει ανασταλεί η σύνταξη, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο, για όσο χρόνο πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για υπαγωγή στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α., υποχρεούνται στην καταβολή της αντίστοιχης μηνιαίας ατομικής ασφαλιστικής εισφοράς και, εφόσον ο χρόνος αναστολής είναι μεγαλύτερος από ένα
(1)έτος συνεχώς ή με διακοπές, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων περί εξοφλήσεως καθυστερούμενων οφειλών, μπορούν με αίτησή τους να ζητήσουν την προσμέτρηση του χρόνου αυτού στο χρόνο ασφάλισης βάσει του οποίου συνταξιοδοτήθηκαν. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, έχουν ανάλογο εφαρμογή και στις περιπτώσεις μετάθεσης της ημερομηνίας έναρξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. 3.Όλοι οι άμεσοι συνταξιούχοι που διατηρούν μέχρι ένα ολόκληρο αυτοκίνητο Δ.Χ. ή ποσοστά αυτού και δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της περίπτ. β της παρ. 1 του άρθρου αυτού, καταβάλλουν υποχρεωτικά ειδική μηνιαία εισφορά ίση με το 30% του συνόλου της καταβαλλόμενης μηνιαίας σύνταξης, η οποία δεν είναι δυνατόν να υπερβεί το ύψος της ισχύουσας κάθε φορά μηνιαίας ατομικής ασφαλιστικής εισφοράς, εφόσον το διατηρούμενο αυτοκίνητο Δ.Χ. είναι ολόκληρο ή το ποσοστό αυτού είναι ίσο ή μεγαλύτερο του προβλεπόμενου από την παρ. 2 του άρθρ. 1 αυτού του Π.Δ/τος. Σε περίπτωση που τα διατηρούμενα ποσοστά ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου είναι μικρότερα από εκείνα που ορίζουν οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 1 αυτού του Π.Δ/τος, τότε η ειδική μηνιαία εισφορά είναι το πηλίκον της διαίρεσης του γινομένου του ποσοστού 30% του συνόλου της καταβαλλόμενης μηνιαίας σύνταξης επί τα διατηρούμενα ποσοστά αυτοκινήτου Δ.Χ. δια του ποσοστού αυτοκινήτου που προβλέπεται για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ταμείου. Η ανωτέρω ειδική μηνιαία εισφορά παρακρατείται κάθε μήνα από την καταβαλλόμενη σύνταξη. Η υποχρέωση καταβολής της ειδικής μηνιαίας εισφοράς παύει σε περίπτωση που το διατηρούμενο αυτοκίνητο τεθεί σε ακινησία και για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, η οποία βεβαιώνεται από την αρμόδια Οικονομική Εφορία Αυτοκινήτων ή το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών». Το άρθρ. 48 αντικαταστάθηκε ως άνω από το ΄Αρθρον
- Λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου. 1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συγκαλείται τη προσκλήσει του Προέδρου αυτού, ή τούτου κωλυωμένου ή απουσιάζοντος υπό του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, ή οσάκις ζητηθή τούτο εγγράφως υπό τριών τουλάχιστον τακτικών μελών αυτού. Σελ. 1390,246 Τεύχος Ε122-Σελ. 8 2.Η πρόσκλησις, εις την οποίαν αναγράφονται τα θέματα της ημερησίας διατάξεως, επιδίδεται επί αποδείξει δι’ οιουδήποτε δημοσίου ή οργάνου του Ταμείου προς ένα έκαστον των τακτικών και αναπληρωματικών μελών δύο τουλάχιστον ημέρας προ της ωρισμένης δια την συνεδρίασιν. Εις κατεπειγούσας περιπτώσεις, εκτιμωμένας υπό του Προέδρου, εις την οποίαν γίνεται μνεία περί του κατεπείγοντος δύναται να επιδίδεται και την προτεραίαν της συνεδριάσεως. Εάν μέλος τι ή ο Κυβερνητικός Επίτροπος κωλύεται να παραστή δέον να ειδοποιήση αμελλητί, απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του ή τον γραμματέα, δια την πρόσκλησιν του αναπληρωματικού μέλους. 3.Θέματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται εις την ημερησίαν διάταξιν δύνανται, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να συζητηθούν, αλλ’ απόφασις επ’ αυτών δεν δύναται να ληφθή ει μη μόνον εις την επομένην συνεδρίασιν, εκτός εάν ητιολογημένως ήθελεν αναγνωρισθή δια της πλειοψηφίας των παρόντων μελών ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης μη επιδεχομένης αναβολήν. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματός τινός εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. 4.Η εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζήτησις γίνεται κατά την σειράν της αναγραφής των θεμάτων εις την ημερησίαν διάταξιν, την οποίαν το Δ.Σ δύναται να μεταβάλλη εάν ευρίσκει προς τούτο αποχρώντας λόγους. 5.Ο Πρόεδρος δύναται να καλή εις τας συνεδριάσεις οιονδήποτε υπάλληλον ή ιδιώτην ή επιτροπήν προς παροχήν πληροφοριών εν σχέσει προς τα συζητούμενα θέματα. 6.Ο Πρόεδρος διευθύνει τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και δίδει τον λόγον εις τα μέλη κατά την σειράν της προς τούτο αιτήσεώς των. 7.Τα εις την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου αναγόμενα θέματα εισηγείται ο Γενικός Διευθυντής ή ο αναπληρωτής του ή οι καθ’ ύλην Διευθυνταί. Ο Πρόεδρος δύναται να ορίση και μέλος του Συμβουλίου προς ειδικωτέραν μελέτην και εισήγησιν επί του προς συζήτησιν θέματος. 8.Το Διοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία, εάν ο αριθμός των παρόντων μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής τούτου Αντιπρόεδρος, είναι μεγαλύτερος των απόντων. Εάν δεν επιτευχθή απαρτία μετά την παρέλευσιν ενός τετάρτου της ώρας από της ώρας της συνεδριάσεως, αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων μελών δύναται να κηρυχθή ματαιωθείσα η συνεδρίασις. 9.Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου είναι μυστικαί. Απαγορεύεται απολύτως εις τους παραστάντας κατ’ αυτάς η ανακοίνωσις των γενομένων συζητήσεων και ληφθεισών αποφάσεων, πλην εάν δοθή ειδικώς προς τούτο άδεια υπό του Συμβουλίου. Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεως κεφαλαίων συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε μυστικαί και ουδεμία επ’ αυτών επιτρέπεται ανακοίνωσις. 39.Ν.β.58 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 104 10.Αι αποφάσεις ή γνωμοδοτήσεις του Δ.Σ., αι οποίαι λαμβάνονται δια φανεράς ψηφοφορίας και κατά πλειοψηφίαν των παρόντων μελών, εν ισοψηφία επικρατούσης της ψήφου του Προέδρου. Εάν υπάρχουν πλείονες των δύο γνωμών, οι ακολουθούντες την ασθενεστέραν οφείλουν να προσχωρήσουν εις μίαν των επικρατεστέρων. 11.Μυστική ψηφοφορία γίνεται οσάκις τούτο κρίνεται απαραίτητον υπό του Προέδρου ή ζητείται παρά τριών τουλάχιστον μελών του Δ.Σ. Εν ισοψηφία η πρότασις θεωρείται απορριφθείσα. 12.Αι αποφάσεις ή γνωμοδοτήσεις του Διοικητικού Συμβουλίου διατυπούνται εις πρακτικά, τηρούμενα υπό του Γραμματέως. Τα πρακτικά επικυρούμενα υπογράφονται υπό του Προέδρου, των παραστάντων εις την συνεδρίασιν μελών των εισηγητών και του Γραμματέως, το βραδύτερον μέχρι της μεθεπομένης συνεδριάσεως. Εις τα πρακτικά αναγράφονται τα ονόματα πάντων των συμμετεχόντων μελών, γενομένης ρητής μνείας περί της απουσίας ή του κωλύματος τακτικού μέλους και συμμετοχής του αναπληρωματικού καταχωρίζονται δε εν αυτοίς και αι γνώμαι των μειοψηφούντων μελών. Εις την τελευταίαν περίπτωσιν το μειοψηφούν μέλος δύναται να παραδώση εις τον Γραμματέα κατά την συνεδρίασιν ή την επομένη το πολύ ημέραν ενυπόγραφον σημείωμα εις ο θα διατυπούται εγγράφως η άποψίς του. Εάν κατά την επικύρωσιν προβληθή αντίρρησίς τις ο Πρόεδρος ενεργεί εξακρίβωσιν επί του θέματος και ενεργούνται αι τυχόν θεωρηθείσαι ως επιβεβλημέναι διορθώσεις. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. αριθμούνται χρονολογικώς και κατ’ αύξοντα αριθμόν δι’ έκαστον έτος. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως των πρακτικών, πλην των περιπτώσεων, καθ’ ας αποφασίζει ρητώς κατά πλειοψηφίαν το Δ.Σ. την άμεσον εκτέλεσιν αυτών, οπότε εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρον να επικυρώση τα πρακτικά της συνεδριάσεως καθ’ ην ελήφθησαν αι αμέσως εκτελεσταίαι αποφάσεις. 13.Επί σοβαρών περιπτώσεων δύναται το Δ.Σ. ν’ αποφασίζη την τήρησιν εστενογραφημένων πρακτικών ή την δια μαγνητικής ταινίας εγγραφήν τούτων. 14.Εις ην περίπτωσιν τίθεται ενώπιον του Δ.Σ. προς συζήτησιν υπόθεσις αφορώσα ιδιωτικά συμφέροντα του Προέδρου, του Κυβ. Επιτρόπου, μέλους τινός ή συγγενούς αυτών μέχρι του τετάρτου βαθμού ούτοι δεν δύναται να παρίστανται κατά την συζήτησιν μηδέ να λάβωσι μέρος εις την ψηφοφορίαν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Δ.Σ. λαμβάνεται κατά πρότασιν του ενδιαφερομένου, υποχρεουμένου εις σχετικήν δήλωσιν ή παντός άλλου μέλους αυτού. 15.Τα μέλη του Δ.Σ. δικαιούνται να υποβάλλουν ερωτήσεις ενώπιον του Δ.Σ. επί θεμάτων αρμοδιότητος τούτου. Αι ερωτήσεις αύται υποβάλλονται εγγράφως προς τον Πρόεδρον τρείς τουλάχιστον ημέρας προ της συνεδριάσεως, η συζήτησις δε τούτων γίνεται πάντοτε αμέσως μετά την επικύρωσιν των πρακτικών της προηγουμένης συνεδριάσεως και προ πάσης άλλης συζητήσεως. 16.Ο Πρόεδρος, τα μέλη, ο Κυβερνητικός Επίτροπος του Δ.Σ. ,οι Εισηγηταί και ο Γραμματεύς δικαιούνται αποζημιώσεως κατά συνεδρίασιν κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις. Ο Πρόεδρος δικαιούται και παγίας αποζημιώσεως καθοριζομένης εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. 17.Τα μέλη του Δ.Σ. υπέχουν κατά την άσκησιν των καθηκόντων των τας ευθύνας των δημοσίων υπαλλήλων και απολαμβάνουσι της υπέρ αυτών τεθεσπισμένης προστασίας. 18.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δύναται να παρίστατι. καλούμενος προς τούτο, ο Νομικός Σύμβουλος του Ταμείου. άρθρ. 4 Π.Δ. 53/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 26), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 53/16 Απρ. 1991 (κατωτ. αριθ. 83). Άρθρον
- Παραγραφή. 1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον (άρθρον 31 Ν. 1027/80). 2.Συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας, κατά την οποίαν κατέστησαν απαιτηταί, παραγράφονται. «3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξη για χρόνο προγενέστερο του εξαμήνου από της χρονολογίας κατά την οποίαν υποβλήθηκε στο Ταμείο η σχετική περί απονομής συντάξεως αίτηση». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 17 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-111983) (κατωτ. αριθ. 65). 4.Αι διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως. Άρθρον
- Εκχώρησις-Κατάσχεσις. Καταβληθέντα αχρεωστήτως δια συντάξεις ποσά επιστρέφονται εις το ΤΣΑ. «Με απόφαση του αρμόδιου Προϊστάμενου Παροχών Κεντρικού μπορεί να καθορισθεί η επιστροφή των παραπάνω ποσών σε μηνιαίες δόσεις όχι περισσότερες από 24». Το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 18 Π.Δ. 425/1-1 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 176/30-111983) (κατωτ. αριθ. 65) Άρθρον
- Υποχρεώσεις Συνταξιούχων. 1.Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται όπως καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον αμέσως, πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν και οικογενειακήν κατάστασιν αυτού συνεπεία γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κ.λπ. και επιφέρουσα αλλαγήν ή διακοπήν της χορηγουμένης συντάξεως. 2.Η μετά πάροδον μηνός από της επελθούσης μεταβολής γνωστοποίησις συνεπάγεται την επιστροφήν των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών. (Αντί για τη σελ. 139,263(β) Σελ. 1390,263(γ) Τεύχος 1089-Σελ. 69 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 127 Άρθρον
- Μεταβατικαί διατάξεις. 1.Δύνανται να αναγνωρίζουν ως χρόνον πραγματικής εν τω ΤΣΑ ασφαλίσεως τη αιτήσει των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Οι ιδιοκτήται οι έχοντες την χρήσιν και εκμετάλλευσιν τριτρόχου φορτηγού Δ.Χ. το χρονικόν διάστημα από 1.11/1961 μέχρι 31.10.1979 εφ’ όσον ήσαν κάτοχοι επαγγελματικής αδείας ικανότητος οδηγού αυτοκινήτου, ωδηγούσαν αυτοπροσώπως το τρίκυκλον αυτών και δεν είχον υπαχθεί εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως. Η τοιαύτη αναγνώρισις ενεργείται κατά τας διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος Π.Δ/τος. Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προς απόδειξιν της επαγγελματικής απασχολήσεως των ανωτέρω περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσώπων. Άρθρον
- Καταργούμεναι διατάξεις. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργείται το Ν.Δ. 404/1974 πλην των διατάξεων του άρθρου 1, της παραγράφου 8 του άρθρου 7, της παραγράφου 3 του άρθρου 8, της παρ. 6 του άρθρου 9 και των άρθρων, 10, 20 και 26 αυτού, ως και των διατάξεων των προβλεπουσών την έκδοσιν υπουργικών αποφάσεων δια την ρύθμισιν ειδικών θεμάτων (άρθρον 10 παρ. 2 Ν. 984/1979). Ωσαύτως καταργείται και το Π.Δ/μα 271/1975, πλην των άρθρων 12, 13 και 14 αυτού και πάσα διάταξις γενική ή ειδική αντικειμένη εις το παρόν Δ/γμα. Άρθρον
- Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του. ΄Αρθρον
- Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου. Εις την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου υπάγονται τα κάτωθι θέματα: 1.Η διοίκησις του Ταμείου, η διαχείρισις της περιουσίας αυτού και η μέριμνα δια την είσπραξιν των πόρων και την εν γένει εκπλήρωσιν του σκοπού αυτού. 2.Η έγκρισις του Προϋπολογισμού, Ισολογισμού και Απολογισμού του Ταμείου. 3.Η έγκρισις πάσης δαπάνης δια το ύψος της οποίας απαιτείται κατά τας κειμένας διατάξεις η διενέργεια τακτικού Δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, πλην των περιοδικώς καταβαλλομένων τακτικών τοιούτων εγγεγραμμένων εις τον Προϋπολογισμόν. 4.Η έγκρισις επενδύσεως των κεφαλαίων του Ταμείου. 5.Η υποβολή αρμοδίως προτάσεων τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως των διατάξεων της διεπούσης το ΤΣΑ νομοθεσίας, του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας των εν γένει Υπηρεσιών του Ταμείου και παντός άλλου Κανονισμού και η έγκρισις τούτων. 6.Η κατά τας κειμένας διατάξεις έγκρισις δια την αγοράν μίσθωσιν και εκμίσθωσιν ακινήτων, εκποίησιν, υποθήκευσιν, ενεχειρίασιν και αξιοποίησιν εν γένει των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, συνομολόγησιν δανείων, συμβιβασμού επιδίκων ή εξωδίκων απαιτήσεων ή οφειλών του Ταμείου, παραιτήσεως από δικαστικού αγώνος, ως επίσης επί επαγωγής, ανταγωγής, δόσεως ή μη επαχθέντος, αντεπαχθέντος, ή επιβληθέντος υπό του Δικαστηρίου αναπληρωματικού ή απαλλακτικού όρκου εγέρσεως αγωγών και ασκήσεως ή μη ενδίκου τινός μέσου ως και του τοιούτου της αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως. 7.Η υποβολή αρμοδίως προτάσεων περί ιδρύσεως και καταργήσεως περιφερειακών Τμημάτων και Γραφείων του Ταμείου και ο διορισμός Πρακτόρων και Διαχειριστών του Ταμείου. 8.Η έγκρισις προμηθείας πάσης φύσεως υλικού και εφοδίων, αναγκαιούντων δια την λειτουργίαν του Ταμείου, ως και της τελέσεως πάσης φύσεως εργασιών δια το ύψος της δαπάνης των οποίων απαιτείται, κατά τας κειμένας διατάξεις, η διενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού. 9.Ο ορισμός μέλους του Δ.Σ. ως Προέδρου των επιτροπών προμηθειών και παραλαβών. 10.Η κατά τας κειμένας διατάξεις πρόσληψις του πάσης φύσεως προσωπικού Ταμείου. 11.Η άσκησις των υπό του Υπαλληλικού Κώδικος και των εκάστοτε σχετικών διατάξεων, προβλεπομένων αρμοδιοτήτων επί του προσωπικού του Ταμείου. 12.Ο διορισμός των δια την προάσπισιν των συμφερόντων του Ταμείου πληρεξουσίων δικηγόρων. 13.Η έγκρισις των πάσης φύσεως συμβάσεων. 14.Η έγκρισις δια την εκποίησιν ή καταστροφήν αχρήστου υλικού, καθοριζομένου και του τρόπου πραγματοποιήσεως αυτού. 15.Η έγκρισις αυξήσεως του υφισταμένου εκάστοτε κεφαλαίου δια την χορήγησιν δανείων εις τους υπαλλήλους και συνταξιούχους υπαλλήλους του Ταμείου. 16.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων και δεν αναλαμβάνει υποχρέωσιν τινά παρά μόνον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καταχωριζομένης εις τα πρακτικά. ΄Αρθρον
- Αρμοδιότητες του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου έχει τας κάτωθι αρμοδιότητας: (Μετά τη σελ. 1390,246) Σελ. 1390,247 Τεύχος Ε122-Σελ. 9 Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) 39.Ν.β.58 105 α)Καταρτίζει μετά του Γενικού Διευθυντού την ημερησίαν διάταξιν των συνεδριάσεων του Δ.Σ. και διευθύνει τας συνεδ