← Ελλάδα

3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 21/22 Αυγ. 1931 Περί κώδικος των αφορωσών την Τράπεζαν της Ελλάδος διάταξεων.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και τροποποιεί διατάξεις που αφορούν την Τράπεζα της Ελλάδος, ρυθμίζοντας θέματα όπως η έκδοση νομισμάτων, η παροχή στατιστικών πληροφοριών και οι περιορισμοί στις δραστηριότητές της.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 21/22 Αυγ. 1931 Περί κώδικος των αφορωσών την Τράπεζαν της Ελλάδος διάταξεων. Άρθρον μόνον Αι ισχύουσαι διατάξεις: 1)του ν. 3424 και του δι’ αυτού κυρωθέντος Ν.Δ. της 10/10 Νοεμ. 1927, 2)του ν. 4502 και της δια τούτου κυρωθείσης συμβάσεως της 25 Νοεμ. 1929, 3)του ν. 4731, 4)του ν. 5055 μετά του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου, έχον ούτω: Κώδιξ των αφορωσών την Τράπεζαν της Ελλάδος διάταξεων άρθρ. 3 και 56 εδ. 1 του καταστατικού της απορρέοντος δικαιώματος, όπως εκδίδη τραπεζικά γραμμάτια ονομαστικής αξίας δραχμών 20, και αναγνωρίζει δικαίωμα εις το δημόσιον όπως εκδίδη κερματικά νομίσματα ονομαστικής αξίας δραχμών 20 κατά τας διατάξεις των άρθρ. 6-12 του από 10 Νοεμ. 1927 Ν.Δ. του κυρωθέντος δια του 3424 νόμου και του άρθρ. 3 του καταστατικού (ανωτ. αρ. 1). Το δημόσιον ταμείον δύναται να κόπτη και εκδίδη δια της Τραπέζης της Ελλάδος και τη αιτήσει αυτής κέρματα ονομαστικής αξίας ουχί ανωτέρας των δραχμών είκοσιν. Η σύνθεσις, το βάρος, αι διαστάσεις, η αντοχή και ο τύπος των κερμάτων καθορίζεται δια Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του υπουργού των Οικονομικών. Άρθρ.-55Γ(55Β).-«Επιφυλασσομένης της υποχρεώσεως παροχής στατιστικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 5 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της κατ΄ εφαρμογή του εκδιδόμενης συμπληρωματικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης». Οι μέσα σε «» λέξεις προτάχθηκαν με την παρ.26 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.74 Πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή άλλοι συμμετέχοντες στις αγορές οφείλουν, μη δικαιούμενοι να επικαλεσθούν το τραπεζικό ή άλλο απόρρητο, να παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος τα ευρισκόμενα στην κατοχή χους στοιχεία και πληροφορίες που είναι αναγκαία για την άσκηση των κατά τα άρθρο 2 του παρόντος αρμοδιοτήτων της. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και οι δημόσιες υπηρεσίες. Η υποχρέωση παροχής στοιχείων περιλαμβάνει και τα απαιτούμενα στοιχεία για την κατάρτιση του ισοζυγίου πληρωμών και των χρηματοοικονομικών λογαριασμών των επί μέρους τομέων της οικονομίας, καθώς και για τον υπολογισμό της διεθνούς επενδυτικής θέσης της χώρας. Ειδικότερα, τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα οφείλουν, για την εκπλήρωση της παραπάνω υποχρέωσης τους, σε περίπτωση διενέργειας, μέσω αυτών, συναλλαγών προσώπων εγκατεστημένων στην ημεδαπή με πρόσωπα εγκατεστημένα στην αλλοδαπή, να λαμβάνουν από τους εγκατεστημένους στην ημεδαπή συναλλασσόμενους τα στοιχεία που ή Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει κατά το επόμενο εδάφιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που οφείλουν να τις παρέχουν οι κατά την πρώτη παράγραφο υπόχρεοι σχετικά με τις συναλλαγές τους με πρόσωπα εγκατεστημένα στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή και τις έναντι των προσώπων αυτών απαιτήσεις και υποχρεώσεις τους, καθώς και τον τρόπο. το χρόνο και τη διαδικασία παροχής αυτών και: κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. (Αντί για τη σελ. 158,01(α) Σελ. 158,01(β) Τεύχος 1416 Σελ. 23 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Απαγορεύεται στα πρόσωπα που ασκούν ή άσκησαν δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος να γνωστοποιούν σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που παρέχονται σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνει την ανακοίνωση με συγκεντρωτική μορφή των πιο πάνω στοιχείων και πληροφοριών, εφόσον- δεν προκύπτει η ταυτότητα των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα αν παραβούν το πιο πάνω απόρρητο. Κατά τις διατάξεις του ίδιου άρθρου τιμωρείται και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κοινοποιήσει τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος με οποιονδήποτε τρόπο και αν έλαβε γνώση τούτων. «Σε περίπτωση παράβασης των κατά το παρόν άρθρο υποχρεώσεων, η Τράπεζα, με πράξη του Διοικητή ή εξουσιοδοτουμένων από αυτόν οργάνων, μπορεί να επιβάλλει κατά των υπόχρεων του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, καθώς και των νόμιμων εκπροσώπων τους και όσων ασκούν διοίκηση, προκειμένου μεν περί προσώπων υποκειμένων στην εποπτεία της Τράπεζας τις κατά το άρθρο 55Α κυρώσεις, προκειμένου δε περί των λοιπών υπόχρεων, πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι ποσού εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών. Τα όρια αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με όμοια πράξη.» Η μέσα σε «» παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.27 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στο πλαίσιο των λειτουργιών που η Τράπεζα ασκεί σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.28 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Σελ. 158,02(β) Τεύχος 1416 Σελ. 24 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΄Αρθρ.55Δ(55Γ).-«Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της κατ' εφαρμογή του εκδιδόμενης συμπληρωματικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Οι μέσα σε «» λέξεις προτάχθηκαν με την παρ.29 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Η Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της στα πλαίσια της εποπτείας, δικαιούται να διενεργεί έλεγχο βιβλίων και στοιχείων, περιλαμβάνοντα και δικαίωμα λήψης αντιγράφων, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση. εφόσον υπάρχουν κατά την κρίση της ενδείξεις παραβάσεων κατά την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας σχετικής με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 αρμοδιότητές της. Επίσης η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να ασκεί έλεγχο, με το αυτό περιεχόμενο και έκταση, των βιβλίων και στοιχείων των, κατά το «άρθρ.55Γ» εδάφιο πρώτο, υπόχρεων με σκοπό την εξακρίβωση των παρεχόμενων πληροφοριών. Η κατά το ίδιο άρθρο απαγόρευση γνωστοποίησης στοιχείων, καθώς και η προβλεπομένη σε αυτό κύρωση ισχύουν και για τα στοιχεία των οποίων τα όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των κατά το παρόν άρθρο ελέγχων. Οι μέσα σε «» λέξεις αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.30 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.74. Τα φυσικά πρόσωπα, καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι ασκούντες διοίκηση των νομικών προσώπων της πρώτης παραγράφου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, αν αρνούνται ή παρακωλύουν τον έλεγχο, κατόπιν εγκλήσεως της Τράπεζας της Ελλάδος/ Τα άρθρ.55Α, 55Γ(55Β) και 55Δ (55Γ) προστέθηκαν με την παρ.30 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70. Άρθρον 56 (Άρθρ. 56 καταστατικού, άρθρ. 2. ν. 4502 και άρθρ. ν. 5055) Η Τράπεζα δεν δικαιούται: 1.Να εκδίδη τραπεζικά γραμμάτια ονομαστικής αξίας είκοσι δραχμών και κάτω. 2.Να ασκή εμπορίαν ή άλλως να μετέχη αμέσως εις οιανδήποτε εμπορικήν, βιομηχανικήν ή άλλην επιχείρησιν. 3.Να κτάται ακίνητον κτήσιν, πλην εφ’ όσον είναι αναγκαίον διά τας ιδίας εργασίας και εξαιρέσει της περιπτώσεως του άρθρ. 58. 4.Να αγοράζη τας ιδίας αυτής μετοχάς και τας μετοχάς οιασδήποτε άλλης Τραπέζης ή εταιρείας, πλην των μετοχών της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών. «5. Να παρέχη τόκον εις τας παρ' αυτή καταθέσεις ή τους τρεχούμενους λογαριασμούς. Κατ' εξαίρεσιν η Τράπεζα δικαιούται να παρέχη τόκον εις το Ελληνικόν Δημόσιον ως προβλέπεται εν άρθρω 45, ως και εις τας καταθέσεις των εν Ελλάδι Τραπεζών. Επίσης δικαιούται να παρέχη τόκον δια παρ' αυτή εις εξωτερικόν μετατρέψιμον συνάλλαγμα καταθέσεις επί προθεσμία Τραπεζών ή άλλων νομικών ή φυσικών προσώπων εδρευόντων εν τω εξωτερικώ και δια παρεχομένας αυτή πιστώσεις εις εξωτερικόν μετατρέψιμον συνάλλαγμα παρά των άνω προσώπων." Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.65. 6.(Καταργήθηκε από την παρ.31 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). «7.Να παρέχει αμέσως ή εμμέσως προκαταβολάς εις το Δημόσιον . Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.65. 8.Να χορηγή υπερβάσεις πιστώσεων ή ανασφαλίστους πιστώσεις (ή πιστώσεις ησφαλισμένας άλλως ή ως ορίζεται εν άρθρ. 55 παράγρ. 10). Οι μέσα σε () λέξεις απαλείφθηκαν από την παρ.31 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). 9-10.(Καταργήθηκαν όπως η παρ.10 είχε αντικατασταθεί από άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.65, από την παρ.31 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). (Αντί για τη σελ.159(ε) Σελ. 159(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 25 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Άρθρον 57 Εάν η αξία του ενεχύρου μειωθή, ο οφειλέτης οφείλει να παράσχη συμπληρωματικήν προσήκουσαν ασφάλειαν, ή να εξοφλήση το δάνειον (κατά το μέτρον το επιβαλλόμενον) (ίνα τηρηθή η διάταξις του άρθρ. 55 παρ. 10). Αν παραλείψη να συμμορφωθεί προς την αξίωσιν ταύτην, ή αν το δάνειον δεν εξωφλήθη κατά την λήξιν, η Τράπεζα οφείλει να λάβη αμέσως μέτρα προς ανάληψιν της ληξιπροθέσμου οφειλής και δύναται να εκποιήση το σύνολον ή μέρος του κατεχομένου ενεχύρου και ικανοποιήση την αξίωσιν αυτής επί του κεφαλαίου των τόκων και των τυχόν αμοιβών και δαπανών, φέρουσα το τυχόν απομένον υπόλοιπον εις πίστωσιν του οφειλέτου. Εάν το προϊόν της εκποιήσεως του ενεχύρου δεν επαρκή ίνα ικανοποιήση την αξίωσιν της Τραπέζης, αύτη δύναται να διώξη τον οφειλέτην. Οι μέσα σε ( ) λέξεις διαγράφηκαν από την παρ.31 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Η Τράπεζα δεν υποχρεούται να εκποιήση την ασφάλειαν, μη πράττουσα δε τούτο διατηρεί αμειώτους τας αξιώσεις αυτής διά το κεφάλαιον, τους τόκους και τας αμοιβάς και δαπάνας. Εν περιπτώσει πτωχεύσεως οφειλέτου, τα δικαιώματα της Τραπέζης επί των έναντι των πιστώσεων παρασχεθεισών ασφαλειών προηγούνται κατά σειράν των δικαιωμάτων παντός άλλου δανειστού μέχρις αποπληρωμής του οφειλομένου εις την Τράπεζαν κεφαλαίου μετά των τόκων, αμοιβών και εξόδων. Οι μέσα σε () λέξεις απαλείφθηκαν από την παρ.32 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70. «Οι διατάξεις του παρόντος άοθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των σχετικών με τη λήψη ασφαλειών διατάξεων του άρθρου 55 αριθμός 10. καθώς και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών » Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.32 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Σελ. 160(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 26 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΄Αρθρ.57Α.-«Για την εξασφάλιση του συνόλου των απαιτήσεων της Τράπεζας κατά πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει επιχείρησης από την παροχή πιστώσεων στο πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής και των κάθε είδους απαιτήσεων της Τράπεζας από συναλλαγές μέσω των συστημάτων του άρθρου 55 αριθμός 5. η Τράπεζα έχει νόμιμο ενέχυρο επί των εκάστοτε τηρούμενων στο λογαριασμό ιδίου χαρτοφυλακίου του υπόχρεου τίτλων με λογιστική μορφή, μέχρι του συνολικού ποσού των ως άνω απαιτήσεων και των προβλεπόμενων προσαυξήσεων. Εφόσον δημιουργούνται υποχρεώσεις πιστωτικών ιδρυμάτων ή εν γένει επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται από την Τράπεζα μέσω πράξεων που συνδέονται με την άσκηση νομισματικής πολιτικής και στο πλαίσιο συναλλαγών μέσω των συστημάτων του άρθρου 55 αριθμός 5, οι οποίες υποχρεώσεις είναι ληξιπρόθεσμες για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων ωρών, η Τράπεζα, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της, δύναται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί ενεχύρου και αναγκαστικής εκποίησης, να προχωρεί σε εκποίηση των ενεχυρασμένων τίτλων, είτε χρημσποτηριακώς, μέσω μέλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών που ορίζει η (δια, είτε εξωχρηματιστηριακώς ή, εφόσον οι τίτλοι είναι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, να εισπράττει ιδίω ονόματι τις εξ αυτών απαιτήσεις. Η Τράπεζα επιλέγει, κατά την κρίση της, από τους ενεχυρασμένους τίτλους, εκείνους που θα εκποιήσει ή θα εισπράξει προς ικανοποίηση των ασφαλισμένων απαιτήσεων. Το προϊόν της εκποίησης ή ρευστοποίησης διατίθεται για την ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, κατά δαπάνες, τόκους και κεφάλαιο, κατά προτεραιότητα έναντι παντός άλλου πιστωτή. Η Τράπεζα κρατεί το πο«> που απαιτείται προς ικανοποίηση των ασφαλισμένων απαιτήσεων και φέρει το υπόλοιπο σε πίστωση του οφειλέτη. Προτού προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης ή είσπραξης η Τράπεζα πρέπει να έχει ενημερώσει τον οφειλέτη με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας. Τα δικαιώματα της Τράπεζας από τη συμμετοχή της, είτε ως διαχειριστή είτε ως απλού συμμετέχοντος, στα παραπάνω συστήματα επί των κάθε είδους ασφαλειών και εγγυοδοσιών, που έχουν συσταθεί με οποιονδήποτε τρόπο από ή υπέρ επιχείρησης που συμμετέχει στο σύστημα, δεν θίγονται από την πτώχευση της επιχείρησης αυτής. Τα αποτελέσματα της πτώχευσης επιχείρησης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εκ της συμμετοχής της στο σύστημα δεν ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση. Με την πτώχευση εξομοιώνεται κάθε άλλη συλλογική διαδικασία ικανοποίησης πιστωτών. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση κατά την οποία η Τράπεζα ενεργεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή Κεντρικής Τράπεζας μέλους του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Το άρθρ.57Α προστέθηκε με την παρ.33 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Άρθρον 58 Εάν μετά την χορήγησιν πιστώσεως η αξία της κατεχομένης έναντι αυτής ασφαλείας μειωθή, ή εάν διά την αιτίαν ταύτην ή άλλην αιτίαν το χρέος θεωρηθή ως επισφαλές, η Τράπεζα δύναται να δεχθή ως συμπληρωματικήν ασφάλειαν, εν ανάγκη, υποθήκην επί της ακινήτου περιουσίας του οφειλέτου, ή οιανδήποτε άλλην ασφάλειαν, εγκρινομένων παρά του γενικού συμβουλίου. Εν περιπτώσει μη καταβολής χρέους οφειλομένου εις την Τράπεζαν πάσα ακίνητος ιδιοκτησία περιελθούσα εις την Τράπεζαν κατά το παρόν άρθρον δέον να εκποιήται το ταχύτερον είτε δια δημοσίου πλειστηριασμού είτε δι’ ιδιωτικής πωλήσεως. Η Τράπεζα δεν δύναται να διατηρήση δι’ εαυτήν ακίνητον ιδιοκτησίαν, ειμή μόνον αν είναι αναγκαία δια την διεξαγωγήν των εργασιών της Τραπέζης. «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των σχετικών με τη λήψη ασφαλειών διατάξεων του άρθρου 55 αριθμός 10, καθώς και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.34 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Άρθρον 7 (Άρθρ. 7 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927, ν. 4502, άρθρ. 1 παρ. 2 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929). Η ονομαστική αξία των εκδιδομένων πενταδράχμων, δεκαδράχμων και εικοσαδράχμων κερμάτων δεν δύνανται να υπερβή τας εκατόν πεντήκοντα δραχμάς κατά κεφαλήν του πληθυσμού, ως προκύπτει ούτος εκ της τελευταίας απογραφής, των δε λοιπών κερμάτων τας 20 δραχμάς κατά κεφαλήν του πληθυσμού. Άρθρον 59 Η Τράπεζα δικαιούται να αρνηθή την αποδοχήν αιτήσεως περί ανοίγματος τρεχουμένου λογαριασμού, ή λογαριασμού καταθέσεως, δικαιούται δε να κλείση ανοιχθέντα ήδη λογαριασμόν χωρίς να υποχρεούται να δικαιολογή τούτο. Άρθρ. 60.-(Καταργήθηκε από την παρ.35 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000, ΦΕΚ Α΄141, κατωτ.αριθ.76). (Μετά τη σελ.160(στ) Σελ. 160,01 Τεύχος 1416 Σελ. 27 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 ΤΜΗΜΑ ΧΙ Κάλυμμα τραπεζικών γραμματίων και άλλων υποχρεώσεων όψεως. Άρθρ.61-64.-.( Το τμήμα ΧΙ καταργήθηκε από την παρ.33 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). ΤΜΗΜΑ ΧΙΙ Έκδοσις τραπεζικών γραμματίων Άρθρ.65.-(Καταργήθηκε από την παρ.34 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). Σελ. 160,02 Τεύχος 1416 Σελ. 28 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Άρθρον 66 Τα υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εκδιδόμενα τραπεζικά γραμμάτια «σε δραχμές» κυκλοφορούσιν ως νόμιμα χρήματα εντός της επικρατείας, γίνονται τουτέστι δεκτά υπό τον περιορισμόν του άρθρ. 68 παρά τε του δημοσίου και παντός νομικού ή φυσικού προσώπου ως νόμιμον μέσον εξοφλήσεως υποχρεώσεων, επί τη αναγραφομένη ονομαστική αξία. Οι μέσα σε «» λέξεις τέθηκαν με την παρ.36 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Άρθρον 67 Προ της εκδόσεως νέου τύπου τραπεζικών γραμματίων «σε δραχμές» η Τράπεζα οφείλει να δημοσιεύση εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως περιγραφήν αυτών. Οι μέσα σε «» λέξεις τέθηκαν με την παρ.36 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Άρθρον 68 Οσάκις αποσύρεται της κυκλοφορίας σειρά τις τραπεζικών γραμματίων, «σε δραχμές» το γενικόν συμβούλιον θέλει καθορίζει και γνωστοποιεί δημοσία την προθεσμίαν, εντός της οποίας τα τραπεζικά ταύτα γραμμάτια δέον να προσάγωνται προς ανταλλαγήν. Μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης, τα αποσυρθέντα τραπεζικά γραμμάτια «σε δραχμές» δεν θα αποτελώσι νόμιμον χρήμα, πλην μόνον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος. Μετά πάροδον δεκαετίας από της λήξεως της τελευταίας δημοσία γνωστοποιηθείσης προθεσμίας προς προσαγωγήν της αποσυρθείσης της κυκλοφορίας σειράς τραπεζικών γραμματίων, «σε δραχμές» η Τράπεζα δικαιούται να αφαιρή από του ποσού των εν κυκλοφορία τραπεζικών γραμματίων «σε δραχμές» το ποσόν των μη προσαχθέντων και μη πληρωθέντων γραμματίων της σειράς τούτης, τα γραμμάτια δε ταύτα δεν θα θεωρώνται του λοιπού εν κυκλοφορία. Εν τούτοις και τοιούτον τραπεζικόν γραμμάτιον προσαγόμενον μεταγενεστέρως προς πληρωμήν θα πληρώνεται παρά της Τραπέζης. Η β΄ παράγραφος τροποποιηθείσα υπό του Νόμ. 5305/1931 και αντικατασταθείσα υπό του Ν.Δ. 2106/1943 επανήλθεν εν ισχύϊ ως αύτη είχε προ της δια των ανωτέρω Νόμων τροποποιήσεως κατόπιν της καταργήσεως του Νόμ. 2106/1943 δια του άρθρ. 6 Νόμ. 2120/1952. Οι μέσα σε «» λέξεις τέθηκαν με την παρ.36 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Άρθρον 8 (Άρθρ. 8 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) Κέρματα εις τοιούτον βαθμόν εφθαρμένα, κατά την κρίσιν της Τραπέζης, ώστε να μη δύνανται να αναγνωρισθώσιν ως νομίσματα του ελληνικού Κράτους, δεν γίνονται δεκτά παρά της Τραπέζης και των υποκαταστημάτων αυτής. Κέρματα γενόμενα αποδεκτά παρά της Τραπέζης, αλλά ακατάλληλα προς κυκλοφορίαν λόγω παραμορφώσεως ή αποκοπής τεμαχίων δεν επανετίθενται εις κυκλοφορίαν, αλλ’ επιστρέφονται παρά της Τραπέζης εις το δημόσιον ταμείον επί καταβολή της ονομαστικής αξίας των. Άρθρον 69 Η Τράπεζα θα ανταλλάσση εν τω κεντρικώ καταστήματι και τοις υποκαταστήμασιν αυτής τα τραπεζικά γραμμάτια προς τραπεζικά γραμμάτια άλλης ονομαστικής αξίας, ή προς κερματικά νομίσματα μέχρι του ποσού, όπερ κατά την κρίσιν της Τραπέζης, είναι αναγκαίον δια την κυκλοφορίαν. Άρθρον 70 Η Τράπεζα θα παρακρατή παν τραπεζικόν γραμμάτιον πλαστογραφηθέν ή ηλλοιωμένον παρέχουσα απόδειξιν. ΤΜΗΜΑ ΧΙΙΙ Διάθεσις κερδών Άρθρ.71.-"1.Μετά τον καταλογισμόν προβλέψεως δια τας άνευ αξίας ή επισφαλείς απαιτήσεις την υποτίμησιν των στοιχείων του ενεργητικού, τας καταβολάς εις τα Ταμεία Προσωπικού και Συντάξεων και δια πάντα τα ενδεχόμενα εκείνα, δι’ α συνήθως γίνεται πρόβλεψις παρά των Τραπεζών και μετά την πληρωμήν εκ των καθαρών κερδών της Τραπέζης μερίσματος προς 12%, ετησίως επί του κεφαλαίου, το ήμισυ του πλεονάσματος διατίθεται υπέρ του τακτικού αποθεματικού μέχρις ου τούτο εξισωθή προς το κεφάλαιον, το δε απομένον ήμισυ καταβάλλεται εις το Δημόσιον. Εφ’ όσον το τακτικόν αποθεματικόν είναι εξισωμένον προς το κεφάλαιον, δύναται να καταβληθή εις τους μετόχους, από της χρήσεως 1973 και εφεξής, μετ’ απόφασιν της γενικής συνελεύσεως του έτους 1974 κ.ε., λαμβανομένην απαραιτήτως μετά πρότασιν του γενικού συμβουλίου, και ισχύουσαν μόνον δια το έτος εις ο αφορά, ως πρόσθετον μέρισμα, ποσοστόν των καθαρών κερδών, του υπολοίπου αυτών περιερχομένου εις το Δημόσιον. (Το ποσοστόν τούτο, καθοριζόμενον υπό της ως άνω αποφάσεως, ουδέποτε δύναται να είναι ανώτερον του απαιτουμένου, ίνα το συνολικώς παρά των μετόχων λαμβανόμενον μέρισμα ισούται προς το 12% του συνόλου των καθαρών κερδών της χρήσεως). Το μέσα σε ( ) τρίτο εδάφιο καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 9 Νόμ. 1266/2-2 Ιουλ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 81), (ανωτ. σελ. 124,07). Η διάταξη αυτή σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ισχύει και για την χρήση 1981. (Αντί για τη σελ.161(ε) Σελ. 161(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 29 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 2.Ως κεφάλαιον εν τη προηγουμένη παραγράφω νοείται το εν άρθρ. 8 του Καταστατικού, ως εκάστοτε ισχύει, οριζομένον". Το άρθρ. 71 τροποποιηθέν δια του Ν.Δ. 1303/1949 (κατωτ. αριθ. 29), δια της από 11 Απρ. 1957 αποφ. Γεν. Συνελεύσεως των Μετόχων, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 4022/1959 (κατωτ. αριθ. 37), διά των Ν.Δ. 278/1968 (κατωτ. αριθ. 38) και Ν.Δ. 513/1970 (κατωτ. αριθ. 44) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51). ΤΜΗΜΑ XIV Ειδικά προνόμια της Τραπέζης Άρθρ.72.-Αι διατάξεις των περί ανωνύμων εταιρειών και Τραπεζών νόμων δεν έχουσιν εφαρμογήν επί της Τραπέζης της Ελλάδος, εφ’ όσον αντιβαίνουσι προς το παρόν καταστατικόν. Άρθρ.73.-(Άρθρ. 73 του καταστατικού και άρθρ. 5 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929 κυρωθείσης δια Νόμ. 4502). Η Τράπεζα απαλλάσσεται παντός φόρου ή τέλους. Ιδία απαλλάσσεται της πληρωμής οιουδήποτε φόρου ή τέλους επί των εκδιδομένων τραπεζικών γραμματίων, πλην του επιβλητέου φόρου εν ωρισμέναις περιπτώσεις προβλεπομέναις εν άρθρ. 63(α). Η δασμολογική ατέλεια της Τραπέζης υπόκειται εις τους περιορισμούς του άρθρ. 2 Α.Ν. 896/1937 (τόμ. 30) συμφώνως προς το άρθρ. 1 παρ. 32 του ρηθέντος Α. Νόμου. 2."Συμβάσεις δανείου ή παροχής πιστώσεως, συναπτόμεναι μεταξύ της Τραπέζης της Ελλάδος και αλλοδαπού νομικού ή φυσικού προσώπου, απαλλάσσονται παντός τέλους χαρτοσήμου και πάσης εισφοράς ή τέλους υπέρ οιουδήποτε Ασφαλιστικού Ταμείου ή οιουδήποτε τρίτου. Ο καταβαλλόμενος υπό της Τραπέζης της Ελλάδος τόκος εις δανειστάς αυτής, όταν το δάνειον παρεσχέθη υπό αλλοδαπού φυσικού ή νομικού προσώπου, δεν υπόκειται εις φόρον εισοδήματος ούτε εις άλλον φόρον ή τέλος". Η ανωτέρω εντός « » παρ. 2 προσετέθη δια του Ν.Δ. 847 της 26/27 Φεβρ. 1971 (ΦΕΚ Α' 44) Σελ. 162(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 30 ΤΜΗΜΑ XV Διάλυσις Τραπέζης Άρθρ.74.-Εν περιπτώσει ανακλήσεως του εκδοτικού προνομίου της Τραπέζης της Ελλάδος (άρθρ. 2) η Τράπεζα διαλύεται, το δε ενεργητικόν και αποθεματικόν αυτής εκτιμάται υπό τριών εμπειρογνωμόνων. Εις τούτων διορίζεται υπό της Κυβερνήσεως, εις υπό του γενικού συμβουλίου, ο δε τρίτος κοινή συμφωνία Κυβερνήσεως και γενικού συμβουλίου. Εν ασυμφωνία ο τρίτος διορίζεται υπό του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το δημόσιον θα αναλάβη εις ακέραιον πάσας τας ανειλημμένας τότε υποχρεώσεις της Τραπέζης προς το εν ενεργεία και υπό σύνταξιν προσωπικόν αυτής, όσον αφορά πάντα τα δικαιώματά του. Μετά την ως άνω εξακρίβωσιν της αξίας του ενεργητικού και παθητικού της Τραπέζης θα καταβληθή πρώτον εις τους μετόχους η ονομαστική αξία των μετοχών, παν δε καθαρόν πλεόνασμα της αξίας ταύτης θα διανεμηθή εξ ημισείας μεταξύ Κυβερνήσεως και μετόχων. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.75.-(Καταργήθηκε από την παρ.35 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Τράπεζα της Ελλάδος-Εβδομαδιαία κατάστασις Ενεργητικόν 1.Χρυσός εις νομίσματα και ράβδους. 2.Εξωτερικόν συνάλλαγμα εις χρυσόν (Καταστατικόν, άρθρ. 62). 3."Δάνεια δημοσίου εις χρυσόν". 4.Έτερον εξωτερικόν συνάλλαγμα. 5.Κερματικά ελληνικά νομίσματα. 6.Συναλλαγματικαί και γραμμάτια εσωτερικού:α)Εμπορικαί συναλλαγματικαί και γραμμάτια, β)Γραμμάτια του δημοσίου. 7.Πιστώσεις. 1)Πληρωτέαι εις δραχμάς: α)δημοσίου, β)έτεραι. 2)Πληρωτέαι εις εξωτερικόν συνάλλαγμα. 8.Χρέος του δημοσίου. 9.Επενδύσεις. 10.Κτίρια Τραπέζης και εγκαταστάσεις. 11.Έτερα στοιχεία του ενεργητικού. Παθητικόν 12.Κεφάλαιον καταβεβλημένον. 13.Αποθεματικά:α)Τακτικόν αποθεματικόν. β)Έκτακτον αποθεματικόν. 14.Τραπεζικά γραμμάτια εν κυκλοφορία. 15.Έτεραι υποχρεώσεις όψεως εις δραχμάς. 1)Λογαριασμοί τρεχούμενοι και καταθέσεων α)Δημοσίου, β)Τραπεζών, γ)Έτεροι λογαριασμοί, 2)Γραμμάτια και τραβηκτικαί όψεως. 16.Καταθέσεις εις δραχμάς υπό προθεσμίαν: α)Δημοσίου, β)Τραπεζών, γ)Έτεροι λογαριασμοί. 17.Υποχρεώσεις εις εξωτερικόν συνάλλαγμα: α)Εξωτερικόν συνάλλαγμα εις χρυσόν (Καταστατικόν, άρθρ. 62), β)Έτερον εξωτερικόν συνάλλαγμα. 18.Έτεραι υποχρεώσεις. Αναλογία χρυσού και καθαρού εξωτερικού συναλλάγματος εις χρυσόν προς υποχρεώσεις όψεως "Χρυσός …………… Καθαρόν εξωτ. συν/μα εις χρυσόν (αριθ. 2 μείον 17 Ι) …………… Δάνεια δημοσίου εις χρυσόν …………… Κάλυμμα (Καταστατικόν άρθρ. 62).. Σύνολον (α) Τραπεζικα γραμμάτια Έτεραι υποχρεώσεις όψεως εις δραχμάς …………… Μείον ελληνικά κερματικά νομί σματα …………… …. Σύνολον (β) Αναλογία συνόλου (α) προς σύνολον (β) ….. τοις εκατόν" Τα εντός « » του άνω παραρτήματος τίθενται κατά τροποποίησιν υπό του άρθρου μόνου περιπτ.θ' ν. 5534 (κατωτ. αρ. 6) Άρθρον 9 (Άρθρ. 9 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Οσάκις πρόκειται ν’ αποσυρθώσι της κυκλοφορίας κέρματα οιασδήποτε κυκλοφορίας, κατόπιν διαταγής του υπουργού των Οικονομικών, θα δίδεται εις το κοινόν προθεσμία τουλάχιστον έτους προς ανταλλαγήν αυτών. Διαρκούσης της προθεσμίας ταύτης η ανταλλαγή θα ενεργήται εις πάντα τα καταστήματα της Τραπέζης της Ελλάδος, εντός δε ετέρας προθεσμίας πέντε ετών από τη λήξεως της πρώτης το κεντρικόν μόνον κατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος θα δέχηται ν’ανταλλάσση τοιαύτα νομίσματα. Μετά την πάροδον και της προθεσμίας ταύτης τα κέρματα ταύτα δεν θα γίνωνται δεκτά παρά της Τραπέζης ή του Κράτους. Άρθρον 10 (Άρθρ. 10 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Κέρματα ηλλοιωμένα δια ρινίσματος, θραύσεως ή τριβής, ή ων το βάρος έχει ελαττωθή δια χρήσεως χημικών μέσων ή άλλως, αποβάλλουσι την ιδιότητα αυτών ως νομίμου χρήματος προς πληρωμήν ή ανταλλαγήν. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα καταβάλη πλήρη την ονομαστικήν αξίαν τοιούτων κερμάτων, εφ’ όσον δεν έχουσιν αποβάλει πλέον των πέντε τοις εκατόν του βάρους και δεν αποδεικνύεται ότι ο προσάγων αυτά ηλλοίωσεν αυτός ταύτα κακοβούλως. Άρθρον 11 (Άρθρ. 11 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927, ν. 4502 άρθρ. 1 παρ. 3-4 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929) Τα εικοσάδραχμα κέρματα είναι νόμιμον χρήμα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας πεντακοσίας δραχμάς, τα δεκάδραχμα και πεντάδραχμα είναι νόμιμον χρήμα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας διακοσίας δραχμάς, τα δίδραχμα και μονόδραχμα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας πεντήκοντα δραχμάς, τα δε μικροτέρας ονομαστικής αξίας κέρματα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας δέκα δραχμάς. Τα ως άνω αναφερόμενα όρια χρήσεως των κερμάτων ως νομίμων χρημάτων δεν ισχύουσιν επί κερμάτων προσαγομένων προς την Τράπεζαν της Ελλάδος και τα υποκαταστήματα αυτής, ήτις υποχρεούται να δέχηται εις κατάθεσιν ή τρεχούμενον λογαριασμόν παντός είδους κερματικά νομίσματα του Ελληνικού Κράτους δι’ οιονδήποτε ποσόν (υπό τους περιορισμούς των άρθρ. 8 και 10). Σελ. 139 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να επιστρέφη εις το δημόσιον ταμείον κέρματα οιουδήποτε ποσού, το δε δημόσιον ταμείον υποχρεούται να καταβάλη εις αυτήν την ονομαστικήν αξίαν των ούτως επιστρεφομένων κερμάτων. Τα της άρσεως εκ της κυκλοφορίας των τραπεζικών γραμματίων ονομαστικής αξίας 20 δραχμών ρυθμίζονται κατά το άρθρ. 68 του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 12 (Άρθρ.12 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Κέρματα απολέσαντα τη ιδιότητά των ως νομίμων χρημάτων δια το κοινόν κατά το άρθρον 10 του παρόντος δεν δύνανται να επανατίθενται εις κυκλοφορίαν υπό της Τραπέζης της Ελλάδος. Το δημόσιον ταμείον υποχρεούται να αποδέχηται τα νομίσματα ταύτα παρά της Τραπέζης επί τη ονομαστική των αξία. Την νεωτέραν νομοθεσίαν περί εκδόσεως κερματικών νομισμάτων βλ. εν τόμω 26. Άρθρον 13 (Άρθρ. 13 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927 και άρθρ. 2 παρ. 1 ν. 5055) Πάσα Τράπεζα εκτελούσα εργασίας εν Ελλάδι υποχρεούται να υποβάλη εις τον υπουργόν των Οικονομικών το βραδύτερον 20 ημέρας από της λήξεως εκάστου μηνός, μηνιαίαν κατάστασιν των λογαριασμών αυτής, υπό τύπον προσδιορισθησόμενον δια Δ/τος. Ο υπουργός των Οικονομικών θα διαβιβάζη εις την Τράπεζαν της Ελλάδος αντίγραφα των καταστάσεων τούτων και θα δημοσιεύη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συνοπτικήν κατάστασιν δεικνύουσαν τους σχετικούς δι' εκάστην Τράπεζαν αριθμούς. Εξεδόθη το Π.Δ. 19/24 Μαΐου 1928 περί υποβολής μηνιαίων καταστάσεων εις τον υπουργόν των Οικονομικών υπό των εν Ελλάδι Τραπεζών, τροποποιηθέν είτα υπό του Β.Δ. 14/18 Μαΐου 1937 (12. Θα 1 και 5). Άρθρον 14 (Άρθρ. 14 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) Η διάταξις του άρθρ. 6 της δια του παρόντος κυρουμένης συμβάσεως έχει εφαρμογήν και επί πάσης άλλης Τραπέζης ως ανωνύμου εταιρείας. Σελ. 140 Άρθρον 15 (Άρθρ. 15 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Η εν άρθρ. 3 της κυρουμένης συμβάσεως προβλεπομένη μεταβίβασις στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εις την Τράπεζαν της Ελλάδος γενήσεται δι' ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ των δύο Τραπεζών, άνευ άλλης τινός διατυπώσεως. Άρθρον 1 (Άρθρ.1 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927 (ν.3424) και άρθρον 1 ν. 4502) Κυρούται: α)Η από 17 Οκτ. 1927 σύμβασις μεταξύ ελληνικού δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος από του προνομίου της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων και περί συστάσεως νέας Τραπέζης υπό την επωνυμίαν «Τράπεζα της Ελλάδος» συγκειμένη εκ δώδεκα άρθρων. β)Το προσαρτώμενον τη ως άνω συμβάσει ως παράρτημα αυτής καταστατικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, συγκείμενον εξ εβδομήκοντα τεσσάρων άρθρων και ενός παραρτήματος. γ)Η από 25 Νοεμ. 1929 σύμβασις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Τραπέζης της Ελλάδος. Η τε σύμβασις και το καταστατικόν δημοσιεύονται εν τέλει του παρόντος, αι δε διατάξεις αυτών έχουσιν ισχύν διατάξεων νόμου. Άρθρον 16 (Άρθρ. 16 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Η δια του παρόντος κυρουμένη σύμβασις μεταξύ δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, το καταστατικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, η εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένη συμφωνία περί μεταβιβάσεως στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού και πάσα άλλη συμφωνία ή πράξις, απαιτούμεναι προς εκμετάλλευσιν της συμβάσεως, απαλλάσσονται παντός τέλους χαρτοσήμου. Άρθρον 17 (Άρθρ. 17 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) (Επιτρέπεται η υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, και μετά την ίδρυσιν αυτής υπό της Τραπέζης της Ελλάδος, εξαγωγή χρυσού εκτός της επικρατείας.) Βλ. νεωτέρας διατάξεις περί εξαγωγής χρυσού εν τόμω 26. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΣΥΜΒΑΣΙΣ Μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος της 27 Οκτωβρίου 1927 (ως εκυρώθη δια του ν. 3424 και συνεπληρώθη δια της από 25 Νοεμ. 1929 συμβάσεως μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Τραπέζης της Ελλάδος, κυρωθείσης δια του ν. 4502) περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος του προνομίου της εκδόσεως τραπεζιτικών γραμματίων και περί συστάσεως νέας Τραπέζης υπό την επωνυμίαν "Τράπεζαν της Ελλάδος". Μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, αφ' ενός, εκπροσωπουμένου υπό του επί των Ναυτικών και προσωρινώς επί των Οικονομικών υπουργού κ. Π. Μερλοπούλου και του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας κ. Ν. Βελέντζα, και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, αφ' ετέρου, εκπροσωπουμένης υπό του διοικητού αυτής κ. Αλ. Ν. Διομήδους, συνωμολογήθησαν τ' ακόλουθα: Άρθρον 1 (Σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Συμφώνως τω συνημμένω τη παρούση καταστατικώ συνιστάται ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Τράπεζα της Ελλάδος". Εις την ούτω συνιστωμένην Τράπεζαν παρέχεται το αποκλειστικόν δικαίωμα της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων καθ' όλην την Επικράτειαν, κατά τα εν τω ως άνω καταστατικώ αυτής οριζόμενα. Η Τράπεζα θα άρξηται της λειτουργίας αυτής καθ' ημέραν ορισθησομένην δια Δ/τος, πάντως δε ουχί βραδύτερον των εξ μηνών από της ημέρας καθ' ην το εν άρθρ. 1 του εν Γενεύη τη 15 Σεπτ. 1927 υπογραφέντος πρωτοκόλλου αναφερόμενον δάνειον θα έχη εκδοθή εις δημοσίαν εγγραφήν. Αφ' ης ημέρας η Τράπεζα της Ελλάδος θα άρξηται της λειτουργίας αυτής, η Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος παραιτείται του προνομίου της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων. Η Εθνική Τράπεζα θα εξακολουθήση εν τούτοις, και πέραν της προθεσμίας ταύτης, ασκούσα πάσας τας λοιπάς υπό του εκάστοτε ισχύοντος καταστατικού αυτής και των εκάστοτε ισχυόντων νόμων ή συμβάσεων οριζομένας εργασίας, εφ' όσον αύται δεν ανήκουσιν, ως εκ της φύσεως των εις την δικαιοδοσίαν της Κεντρικής Εκδοτικής Τραπέζης. Η Τράπεζα της Ελλάδος ήρξατο της λειτουργίας της από 14 Μαΐου 1928, (βλ.σχόλιον άρθρ. 3 παρόντος Δ/τος). Άρθρον 2 (Άρθρ.2 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Το μετοχικόν κεφάλαιον της Τραπέζης της Ελλάδος, ως ορίζεται εν άρθρ. 8 του καταστατικού της, αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου εις το άρτιον παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, θα καταβληθή δε κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος ως ακολούθως: Το σύνολον του κεφαλαίου θα καταβληθή δια της μεταβιβάσεως παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εις την Τράπεζαν της Ελλάδος γραμματίων, πιστώσεων και άλλων ρευστών στοιχείων του ενεργητικού, οία η τελευταία αύτη δικαιούται να κατέχη συμφώνως προς το καταστατικόν της, και άτινα θα προσδιορισθώσιν από συμφώνου υπό των δύο τραπεζών. Το σύνολον του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος του ούτως αναληφθέντος παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος θα εκδοθή παρά της τελευταίας ταύτης εις δημοσίαν εγγραφήν εις το άρτιον, (προϋπολογιζομένου εν ανάγκη του δεδουλευμένου τόκου προς 8%) κατά τον επόμενον τρόπον: Εν τρίτον θα εκδοθή το βραδύτερον δύο μήνας από της ημέρας της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος. Εν τρίτον το βραδύτερον 12 μήνας από της ημέρας της ως άνω πρώτης δημοσίας εκδόσεως. Εν τρίτον το βραδύτερον 12 μήνας από της ημέρας της δευτέρας δημοσίας εκδόσεως. Καθ' εκάστην έκδοσιν εις δημοσίαν εγγραφήν θα παρέχεται δικαίωμα προτιμήσεως προς εγγραφήν, εις το ήμισυ του ποσού της εν λόγω εκδόσεως, εις τους μετόχους της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, εν αναλογία προς τας υπ' αυτών κατεχομένας μετοχάς της Τραπέζης ταύτης, υπό την προϋπόθεσιν ότι παν τμήμα του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος επιφυλαχθέν υπέρ των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και μη αναληφθέν παρ' αυτών θα προστίθεται εις το έτερον ήμισυ της εν λόγω εκδόσεως, το εκδιδόμενον εις δημοσίαν εγγραφήν. Η εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος χορηγητέα προμήθεια δια τας παρεχομένας υπ' αυτής κατά την έκδοσιν υπηρεσίας δεν δύναται να υπερβή το ήμισυ τοις εκατόν. Το ποσόν του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος, όπερ δεν θα έχη εκδοθή εις δημοσίαν εγγραφήν, ή όπερ, καίτοι εκδοθέν, δεν θα έχη καλυφθή και ως εκ τούτου θα παραμένη εις την κατοχήν της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, θα αποτελή μίαν αδιαίρετον συμμετοχήν εγγεγραμένην επ' ονόματι της Τραπέζης ταύτης και εκπροσωπουμένην δι' ενός τίτλου. Μέχρι της πραγματοποιήσεως της ως άνω αναφερομένης τρίτης δημοσίας εκδόσεως η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν δικαιούται να πωλή ή διαθέτη άλλως δι' ιδιωτικής συμφωνίας οιονδήποτε τμήμα του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος. Σελ. 141 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Μετά την πραγματοποίησιν των ως άνω τριών δημοσίων εκδόσεων, τουτέστι μετά την έκδοσιν εις δημοσίαν εγγραφήν ολοκλήρου του κεφαλαίου, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να πωλή επί τη αιτήσει παν τμήμα του κεφαλαίου, όπερ ήθελε παραμείνει ακάλυπτον δια της δημοσίας εγγραφής εις τιμήν ουχί ανωτέραν του αρτίου πλέον των δεδουλευμένων τόκων και προμηθείας μη υπερβαινούσης το ήμισυ τοις εκατόν. Άρθρον 3 (Άρθρ.3 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος θα μεταβιβάση εις την Τράπεζαν της Ελλάδος τα ακόλουθα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού αυτής, ήτοι: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ α)Χρυσόν ή εξωτερικόν συνάλλαγμα χρυσής βάσεως αξίας λιρών Αγγλίας 700.000. β)Τον χρυσόν και τας εις χρυσόν ομολογίας εθνικών δανείων, τας φερουμένας εν τω ισολογισμώ της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως κάλυμμα τραπεζικών γραμματίων, εκδιδομένων συμφώνως τοις ν. 656 του 1915 και 2547 του 1920 (12. Θδ. 18 και 20), μετ' αφαίρεσιν εκ των ομολογιών των αποτελουσών τμήμα του καλύμματος τούτου ομολογιών αξίας λιρών Αγγλίας 700.000. γ)Το κάλυμμα των τραπεζικών γραμματίων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος των εκδεδομένων συμφώνως τω Ν.Δ/τι της 23 Απρ. 1923. Το κάλυμμα τούτο θα μεταβιβασθή υπό μορφήν στοιχείων του ενεργητικού καταλλήλων όπως περιληφθώσιν εις το κάλυμμα της Τραπέζης της Ελλάδος, ως ορίζεται εν άρθρω 62 του καταστατικού αυτής. δ)Τον παρά του Κράτους κατατεθειμένον άργυρον ως κάλυμμα της εκδόσεως κερμάτων. ε)Τον παρά του Κράτους κατατεθειμένον χρυσόν συμφώνως τω Ν.Δ. της 11 Μαΐου 1923. ς)Τα επόμενα χρέη του δημοσίου: 1)Δάνεια επ' αναγκαστική κυκλοφορία και προσωρινά δάνεια συναφθέντα συμφώνως προς τους νόμους ΒΦΙΘ' (τ.26), 2547, 2577 (12,Θδ. 20 και 21), 2855 (τ. 26) και τα Ν.Δ/τα της 10 Δεκεμβρίου 1922, 3 Μαρτίου 1923, 22 Απριλίου 1924 και 5 Αυγούστου 1925 (μετ' αφαίρεσιν της ανηκούσης εις το Κράτος αναλογίας επί των αποθεματικών των συσταθέντων δια του νόμου 2577 και της αξίας του χρυσού του ανήκοντος εις το Κράτος, συμφώνως τω Νομ. Δ/τι της 11 Μαΐου 1923). Σελ. 142 2)Δάνεια προερχόμενα εκ του νόμου ΓΧΜΒ' του 1910 (τ. 26) μετ' αφαίρεσιν α)της συναλλαγματικής διαφοράς της προκυψάσης ότε το ελληνικόν νόμισμα ευρίσκετο εν ισοτιμία προς το δολλάριον των Ηνωμένων Πολιτειών, β)των παρά γερμανικών και αυστριακών Τραπεζών εισπραχθέντων ποσών συμφώνως προς τας συνθήκας των Βερσαλλιών και του Τριανόν, και παρ' ουγγρικής Τραπέζης, κατόπιν ιδιωτικής συμφωνίας, προς τμηματικήν απόδοσιν προπολεμικών καταθέσεων παρά ταις Τραπέζαις ταύταις. 3)Το δάνειον συναφθέν συμφώνως τω νομοθετικώ διατάγματι της 3 Μαρτίου 1923, ήτοι δραχμάς χρυσάς 16.446.000. 4)Έτερα δημόσια δάνεια ή κυμαινόμενα χρέη, ων η μεταβίβασις εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ήθελε συμφωνηθή μεταξύ των δύο Τραπεζών. ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ α)Τα εν κυκλοφορία τραπεζικά γραμμάτια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. β)Τας καταθέσεις του δημοσίου και των δημοσίων επιχειρήσεων. γ)Τας καταθέσεις δια την υπηρεσίαν των Εθνικών δανείων. δ)Τας καταθέσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. ε)Τας καταθέσεις του δημοσίου εις αντίκρυσμα της εκδόσεως κερμάτων. ς)Τας καταθέσεις της διεθνούς οικονομικής επιτροπής. ζ)Τας καταθέσεις των ελληνικών Τραπεζών, εφ' όσον ήθελον συναινέσει οι ενδιαφερόμενοι καταθέται. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος θα καταβάλη πάσαν προσπάθειαν όπως επιτύχη την συγκατάθεσιν των καταθετών τούτων. Συνομολογείται εν τούτοις ότι το συνολικόν ποσόν του εις την Τράπεζαν της Ελλάδος μεταβιβασθησομένου παθητικού (συμπεριλαμβανομένου και του υπέρ της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος προκύψαντος τυχόν πιστωτικού υπολοίπου), θα είναι τοσούτον ώστε κατά την έναρξιν της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος, το εν τω άρθρ. 62 του καταστατικού αυτής οριζόμενον κάλυμμα δεν θα είναι κατώτερον του 50% των εν κυκλοφορία τραπεζικών γραμματίων και των άλλων υποχρεώσεων όψεως των τότε μεταβιβασθησομένων. Τα μετενεκτέα ποσά εκ των ως άνω αναφερομένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θα προσδιορισθώσιν εκ των εγγραφών εις τα βιβλία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος κατά το κλείσιμον των εργασιών κατά την προηγουμένην της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος ημέραν. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Ο χρυσός και ο άργυρος θα αναληφθώσιν επί τιμή εις δραχμάς βασιζομένη επί του μέσου όρου των μέσων ημερησίων τιμών εξαγωγίμου χρυσού και αργύρου εις την αγοράν του Λονδίνου κατά τον προηγούμενον της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος μήνα, μετατρεπομένου εις ελληνικόν νόμισμα επί τη τιμή της σταθεροποιήσεως. Αι ομολογίαι του ελληνικού Κράτους θα μεταβιβασθώσιν επί τω μέσω όρω των μέσων τιμών "συμψηφισμού" ελληνικών ομολογιών εν τω Χρηματιστηρίω του Λονδίνου κατά το τρίμηνον το λήγον τη 30 Σεπτ. 1927, μετατρεπομένω εις ελληνικόν νόμισμα επί τη τιμή της σταθεροποιήσεως. Το αλλοδαπόν συνάλλαγμα θα μεταβιβασθή επί τη τιμή της σταθεροποιήσεως. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα εκποιήση ευθύς ως καταστή δυνατόν τον άργυρον και τας ομολογίας τας περιλαμβανομένας εις το ανωτέρω αναγραφόμενον ενεργητικόν, εκ δε του προϊόντος της πωλήσεως θα αποκτήση στοιχεία δυνάμενα να περιληφθώσιν εις το κάλυμμμα, ως τούτο ορίζεται εν άρθρ. 62 του καταστατικού αυτής. Πρβλ. και νόμ.3483 και 4356 (12.Θβ.28 και 29). Άρθρον 4 (Άρθρ. 4 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Το Δημόσιον θα καταβάλη προς την Τράπεζαν της Ελλάδος, κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας αυτής, εις εξωτερικόν συνάλλαγμα χρυσής βάσεως, κατάλληλον όπως περιληφθή εις το κάλυμμα, ως ορίζεται εν άρθρ. 62 του κατασταστικού της Τραπέζης, το ισότιμον των 3 εκατομμυρίων αγγλικών λιρών εκ του προϊόντος του δανείου του εκδοθησομένου συμφώνως προς το πρωτόκολλον το υπογραφέν υπό της ελληνικής Κυβερνήσεως εν Γενεύη τη 15 Σεπτ. 1927, διά του ποσού δε τούτου θέλει εξοφληθή ταυτοχρόνως ανάλογον τμήμα χρέους του δημοσίου προς την Τράπεζαν της Ελλάδος. Άρθρον 5 (Άρθρ. 5 σύμβασις 27 Οκτ. 1927και άρθρ. 2,3 και 4 σύμβασις 25 Νοεμ. 1929). 1.Το δημόσιον θα διαθέτη ετησίως τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά προς απόσβεσιν του υπολοίπου των χρεών αυτού προς την Τράπεζαν της Ελλάδος και την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ως ταύτα θα υφίστανται μετά την πραγματοποίησιν της εν άρθρ. 4 αναφερομένης καταβολής: α)Καθ' έκαστον των δύο πρώτων μετά την έναρξιν της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος ετών ποσόν 200 εκατομμυρίων δραχμών, και ακολούθως 300 εκατομμυρίων δραχμών. β)Πάντα τα κέρδη του δημοσίου τα προκύπτοντα εκ της εκδόσεως κερμάτων. γ)Πάντα τα τέλη και τους φόρους τους παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος καταβλητέους εις το δημόσιον και ποσόν ίσον προς την συμμετοχήν του δημοσίου εις τα κέρδη της Τραπέζης της Ελλάδος, μείον του ποσού του απαιτουμένου προς πληρωμήν του τόκου του δανείου ενοποιήσεως 6% 1924 του ελληνικού δημοσίου. Το εκ τριών πηγών (α'),(β΄) και (γ΄) διαθέσιμον ποσόν θα κατανέμηται μεταξύ των δύο Τραπεζών κατ' αναλογίαν 2/3 εις την Τράπεαν της Ελλάδος και 1/3 εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος. Αφ' ης το χρέος του Δημοσίου προς την Τράπεζαν της Ελλάδος ελαττωθή εις 800 εκατομμύρια δραχμών, το δημόσιον θα διαθέτη προς απόσβεσιν του εις την Τράπεζαν ταύτην οφειλομένου υπολοίπου χρέους το σύνολον της συμμετοχής του δημοσίου εις τα κέρδη της Τραπέζης της Ελλάδος, άνευ της ανωτέρω υπό στοιχείον (γ') προβλεπομένης μειώσεως, επί πλέον δε πάντα τα εκ κερμάτων κέρδη, θα καταβάλη δε προς απόσβεσιν του τότε οφειλομένου υπολοίπου χρέους προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος το ποσόν δραχμών 100 εκατομμυρίων ετησίως, μέχρις εξοφλήσεως του χρέους τούτου. Έναντι των εν τω παρόντι άρθρω προβλεπομένων καταβολών η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να παρακρατή τους παρ' αυτής οφειλομένους εις το δημόσιον φόρους και τέλη, η δε Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να παρακρατή το σύνολον της εις τα κέρδη αυτής συμμετοχής του δημοσίου. Τα εκ της εκδόσεως εικοσαδράχμων κερμάτων προκύπτοντα κέρδη του δημοσίου διατίθενται προς εξόφλησιν των προς την Τράπεζαν της Ελλάδος χρεών του δημοσίου. 2.Εξαιρετικώς διά το πρώτον ποσόν των εκδοθησομένων κερμάτων ονομαστικής αξίας πέντε, δέκα και είκοσι δραχμών, ανερχομένων εν συνόλω εις δραχμάς τετρακόσια τριάκοντα εκατομμύρια (430.000.000), προς αντικατάστασιν των κυκλοφορούντων ήδη τραπεζικών γραμματίων αντιστοίχου αξίας, η Τράπεζα της Ελλάδος εκχωρεί εις το δημόσιον: α)Το ήμισυ της εις αυτήν περιερχομένης αναλογίας εκ του κέρδους των εκδοθησομένων πενταδράχμων και δεκαδράχμων κερμάτων συμφώνως τω ανωτέρω εδαφίω β' της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου. β)Το ήμισυ του κέρδους του προκύψαντος εκ τη εκδόσεως εικοσαδράχμων κερμάτων. Δι' ειδικών συμφωνιών μετά της Τραπέζης της Ελλάδος δύναται το δημόσιον να προεξοφλή μίαν ή πλείονας των ετησίων καταβολών ας το δημόσιον υποχρεούται να ενεργή κατά τα ανωτέρω προς απόσβεσιν των προς την Τράπεζαν της Ελλάδος χρεών αυτού. Σελ. 143 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Ο τόκος της τοιαύτης προεξοφλήσεως ορίζεται δι' εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν από συμφώνου μεταξύ δημοσίου και Τραπέζης της Ελλάδος. Νοείται, κατά την αληθή έννοιαν των ανωτέρω, ότι, αφ' ης το προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος χρέος του δημοσίου εξοφληθή ολοσχερώς, το σύνολον του διαθεσίμου ποσού του απορρέοντος εκ των υπό στοιχεία α', β' και γ' εδαφίων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων πηγών διατίθεται εις εξόφλησιν του απομένοντος χρέους του δημοσίου προς την Τράπεζαν της Ελλάδος, μέχρις ου το χρέος τούτο ελαττωθή εις 800 εκατομμύρια δραχμών, οπότε εφαρμόζονται τα εν τω παρόντι άρθρω ειδικώς διά την περίπτωσιν ταύτην οριζόμενα. Άρθρον 6 (Άρθρ. 6 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Εκ των ετησίων καθαρών κερδών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος απαλλάσσεται πάσης φορολογίας το τμήμα εκείνο, όπερ πηγάζει εκ της προσθήκης εις τας ακαθαρίστους ωφελείας αυτής των μερισμάτων, άτινα απολαμβάνει ως μέτοχος της Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 7 (Άρθρ. 7 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αναλαμβάνει να τηρή ημερησίως παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ελάχιστον υπόλοιπον, ίσον προς 7% του συνόλου των καταθέσεων όψεως των πληρωτέων εις δραχμάς (συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων όψεως του ταμιευτηρίου), των τηρουμένων εν τοις καταστήμασιν αυτής εις Αθήνας, Πειραιά και εις πάντα τα κέντρα, εν οις η Τράπεζα της Ελλάδος ήθελεν ιδρύσει υποκαταστήματα. Άρθρον 2 (Άρθρ.2 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήτις αποκτά νομικήν προσωπικότητα, άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος άνευ άλλης διατυπώσεως, κέκτηται το αποκλειστικόν δικαίωμα της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων καθ’ όλην την επικράτειαν, κατά τα εν τω καταστατικώ αυτής οριζόμενα. Σελ. 138(β) Τεύχος 1416 Σελ. 2 Άρθρον 8 (Άρθρ. 8 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να υποβάλη εις τον υπουργόν των Οικονομικών, το βραδύτερον δέκα ημέρας από της λήξεως εκάστου μηνός, μηνιαίαν κατάστασιν των λογαριασμών αυτής υπό τύπον προσδιορισθησόμενον από συμφώνου μετά της ελληνικής Κυβερνήσεως, η δε Κυβέρνησις αναλαμβάνει όπως επιβάλη την αυτήν υποχρέωσιν προς υποβολήν ομοίων καταστάσεων εις πάσας τας λοιπάς ιδιωτικάς Τραπέζας τας εν Ελλάδι λειτουργούσας. Η Κυβέρνησις θα διαβιβάζη εις την Τράπεζαν της Ελλάδος αντίγραφα των καταστάσεων τούτων και θα δημοσιεύη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συνοπτικήν κατάστασιν δεικνύουσαν τους σχετικούς δι' εκάστην Τράπεζαν αριθμούς. Βλ. σχόλιον άρθρ. 13 του παρόντος Δ/τος. Σελ. 144 Άρθρον 9 (Άρθρ. 9 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος πάντες οι υπάρχοντες περιορισμοί επί της αγοράς ή πωλήσεως εξωτερικού συναλλάγματος καταργούνται. Βλ. νεωτέραν νομοθεσίαν περί συναλλάγματος εν τόμω 26. Άρθρον 10 (Άρθρ. 10 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η ισχύς της παρούσης συμβάσεως και του συνημμένου ταύτη καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος άρχεται από της διά Ν.Δ/τος κυρώσεως αυτών και της υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εγκρίσεως της συμβάσεως ταύτης. Ουδεμία τροποποίησις της παρούσης συμβάσεως δύναται να γίνη άνευ της συγκαταθέσεως της γενικής συνελεύσεως της Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 11 (Άρθρ. 11 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η εις χρυσόν περιεκτικότης της δραχμής θα ορισθή διά Δ/τος εκδιδομένου κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος. Η Κυβέρνησις από κοινού μετά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, μέχρι της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος, μετέπειτα δε από κοινού μετά της Τραπέζης της Ελλάδος, θα καθορίζη το ανώτατον όριον των κερμάτων, άτινα θα δύνανται να κυκλοφορώσιν εν πάση στιγμή, τον τρόπον της εκδόσεως αυτών και το ποσόν, μέχρι του οποίου τα κέρματα ταύτα θα είναι δεκτά εις τας συναλλαγάς ως νόμιμον χρήμα. Εν πάση περιπτώσει αι επί των θεμάτων τούτων λαμβανόμεναι αποφάσεις δεν θα αντιβαίνωσι προς τας διατάξεις του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος, του συνημμένου τη παρούση. Βλ. σχόλιον άρθρ. 3 του παρόντος Ν.Δ/τος. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Άρθρον 12 (Άρθρ. 12 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Εν περιπτώσει διαφωνίας μεταξύ της Κυβερνήσεως, της Εθνικής Τραπέζης και της Τραπέζης της Ελλάδος ή μεταξύ δύο εξ αυτών, ως προς την ερμηνείαν οιουδήποτε μέρους της παρούσης συμβάσεως, το εφ' ου η διαφωνία ζήτημα παραπέμπεται εις επιτροπήν διαιτητών, αποτελουμένην εξ' ενός αντιπροσώπου οριζομένου παρ' εκάστου των διαφωνούντων μερών και ενός προέδρου εκλεγομένου παρά των αντιπροσώπων τούτων. Εν περιπτώσει ασυμφωνίας περί την εκλογήν του προέδρου, ως πρόεδρος ορίζεται ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Η επιτροπή αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν. Εν ισοψηφία νικά η ψήφος του προέδρου. Αι αποφάσεις της επιτροπής είναι ανέκκλητοι. Εγένετο εις διπλούν πρωτότυπον και υπεγράφη υπό των συμβαλλομένων, ων έκαστος έλαβεν εν αντίτυπον. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ως εκυρώθη διά του νόμ. 3424 και συνεπληρώθη διά των νόμ. 4502, 4731 και 5055) Με την παρ.37 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76, ορίστηκε ότι:΄ Όπου σε διατάξεις του Καταστατικού αναφέρονται οι όροι αφ' ενός «υιοθέτηση του ευρώ ως του εθνικού νομίσματος» ή «υιοθέτηση του ευρώ ως εθνικού νομίσματος» και αφ' ετέρου «Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση» αντικαθίστανται αντιστοίχως, από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις αυτές, με τους όρους «υποκατάσταση του ευρώ στο εθνικό νόμισμα» και «Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας». Πίναξ περιεχομένων Τμήμα Άρθρα Ι.Γενικαί διατάξεις 1-7 ΙΙ.Κεφάλαιον και αποθεματικά 8-10 ΙΙΙ.Γενικαί συνελεύσεις μετόχων 11-19 ΙV.Διοίκησις 20-37 1)Γενικόν συμβούλιον 20-27 2)Εκτελεστική επιτροπή 28 3)Διοικηταί 29-35 4)Συμβούλιον διευθύνσεως 36-37 V.Προσωπικόν της Τραπέζης 38-39 VI.Επιτροπαί προεξοφλήσεων. 40-43 VII.Ελεγκταί 44 VIII.Σχέσεις μετά του Κράτους 45-50 IX.Λογαριασμοί και καταστάσεις 51-54 X.Εργασίαι της Τραπέζης 55-60 XI.Κόλυμμα τραπεζικών γραμματίων και άλλων υποχρεώσεων όψεως 61-64 XII.Έκδοσις τραπεζικών γραμματίων 65-70 XIV.Ειδικά προνόμια της Τραπέζης 72-73 XV.Διάλυσις Τραπέζης 74 Τμήμα Ι Γενικαί διατάξεις Άρθρον 1 Συνιστάται διά του παρόντος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" εδρεύουσα εν Αθήναις και διεπομένη υπό του παρόντος καταστατικού. Η διάρκεια της Τραπέζης ορίζεται μέχρι της 31Δεκ. 1970, δυναμένη να παραταθή δι' αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, εγκρινομένης διά Δ/τος. "΄Αρθρ.2.-Οι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος είναι οι εξής: α)Χαράσσει και ασκεί τη νομισματική πολιτική. Στην έννοια της νομισματικής πολιτικής περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική. β)Ασκεί την πολιτική της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι των άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η Κυβέρνηση, ύστερα από διαβουλεύσεις με την Τράπεζα της Ελλάδος. γ)Κατέχει και διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας της Ελλάδος και του Δημοσίου και ενεργεί πράξεις σε συνάλλαγμα, δ)Ασκεί την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και οργανισμών του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, σύμφωνα με το άρθρο 55Α του παρόντος. ε)Προωθεί και επιβλέπει την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων, σύμφωνα με το « άρθρο 55 αριθ.5» του παρόντος. Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. στ)Έχει το αποκλειστικό προνόμιο της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων, τα οποία κυκλοφορούν ως νόμιμο χρήμα σε όλη την επικράτεια. ζ)Ενεργεί ως ταμίας και εντολοδόχος του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 45 επ. του παρόντος, (Αντί για τη σελ. 145(β) Σελ. 145(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 3 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και την εκπλήρωση των κατά το άρθρο 5 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καθηκόντων της η Τράπεζα της Ελλάδος συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες και στοιχεία κατά τα οριζόμενα στο «αρθρ. 55Γ» του παρόντος. Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα της χώρας, η Τράπεζα παύει να ασκεί αυτοτελώς τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων α', β , γ και τις εμπίπτουσες στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών αρμοδιότητες της περίπτωσης ε , αλλά συμβάλλει, ως αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, στην άσκηση των καθηκόντων του Συστήματος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καταστατικού του. και ενεργεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά τα άρθρα 105 παράγραφοι 2 και 3 και 111 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και τα άρθρα 3, 12. 14 παράγραφος 3, 30 και 31 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Από την ίδια ημερομηνία η Τράπεζα εκδίδει τραπεζογραμμάτια που κυκλοφορούν ως νόμιμο χρήμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 106 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του άρθρου 16 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» τρίτη παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Η Τράπεζα της Ελλάδος μετέχει σε διεθνείς νομισματικούς και οικονομικούς οργανισμούς «επιφυλασσομένης της εγκρίσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Οι μέσα σε «» λέξεις προστέθηκαν με την παρ.4 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. Το άρθρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70. Σελ. 146(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 4 Άρθρ.3.-"Το Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, σ' όλη τη διάρκεια του προνομίου που παρέχεται στην Τράπεζα, να μην εκδίδει ούτε να επανεκδίδει άλλα νομίσματα οποιασδήποτε φύσεως εκτός από κέρματα που η ονομαστική τους αξία να μην είναι ανώτερη των πενήντα δραχμών και αυτά μόνο μέσω της Τράπεζας και με αίτηση αυτής και σύμφωνα με το νόμο". Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το δεύτερο άρθρο του Νόμ. 1261/1982 (τομ. 26 σελ. 18,12). Με την παρ.5 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76, ορίστηκε ότι: Στο άρθρο 3, παράγραφος πρώτη, η λέξη «εκατό» αντικαθίσταται με τη λέξη «χιλίων» και, παράγραφος δεύτερη, οι λέξεις «των εκατό» αντικαθίστανται με τις λέξεις «μέχρι χιλίων». «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα η ποσότητα των εκδιδόμενων κερμάτων τελεί υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η δε ονομαστική αξία και οι τεχνικές προδιαγραφές των κερμάτων σε ευρώ καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.» Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.6 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος "Αρθρ.4.-Πρωταρχικός σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου των τιμών. Me την επιφύλαξη του πρωταρχικού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Από της υιοθετήσεως του ευρώ ως του εθνικού νομίσματος της Χώρας, η Τράπεζα της Ελλάδος επιδιώκει τον πρωταρχικό σκοπό της διατηρήσεως της σταθερότητας των τιμών, ως αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και κατά τους όρους του άρθρου 105 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.' Το άρθρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70. Άρθρ.5.-(Καταργήθηκε από την παρ.3 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 ,ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70.). "Αρθρ.5Α.-Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, η Τράπεζα της Ελλάδος και τα μέλη των οργάνων της δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από την Κυβέρνηση ή οργανισμούς. Η Κυβέρνηση και οι λοιποί φορείς πολιτικής εξουσίας δεν επιδιώκουν να επηρεάζουν τα όργανα της Τράπεζας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Άρθρ.5Β.-Η Τράπεζα της Ελλάδος υποβάλλει κάθε έτος έκθεση για τη νομισματική πολιτική του προηγούμενου και του τρέχοντος έτους στη Βουλή των Ελλήνων και στο Υπουργικό Συμβούλιο. Κατά τη διάρκεια του έτους η Τράπεζα υποβάλλει συμπληρωματική έκθεση για τις νομισματικές εξελίξεις και τη νομισματική πολιτική. Από της ιδρύσεως του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών η Τράπεζα της Ελλάδος συμβάλλει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για υποβολή εκθέσεων κατά τα άρθρα 109 Β1 παράγραφος 3 της Συνθήκης και 15 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος καλούμενος εμφανίζεται ενώπιον αρμόδιας επιτροπής της Βουλής, προκειμένου να ενημερώσει επί θεμάτων αρμοδιότητας της Τράπεζας της Ελλάδος. Για τον ίδιο λόγο ο Διοικητής μπορεί να ζητεί από τον Πρόεδρο της Βουλής να κληθεί για να εμφανισθεί ενώπιον της επιτροπής. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος καλείται και μπορεί να παρίσταται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή αρμόδιων επιτροπών του Υπουργικού Συμβουλίου, όταν συζητούνται θέματα που σχετίζονται με τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Για κάθε σχέδιο νόμου που αφορά τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 ζητείται η γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διατυπώνει προτάσεις προς την Κυβέρνηση επί θεμάτων της αρμοδιότητάς της.' Τα άρθρ.5Α και 5Β προστέθηκαν με την παρ.4 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70. Άρθρον 3 (Άρθρ.3 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Η νομισματική μονάς εν Ελλάδι είναι η δραχμή. Η εις χρυσόν περιεκτικότης αυτής ορισθήσεται δια Δ/τος εκδιδομένου εφ’ άπαξ, προτάσει του υπουργικού συμβουλίου, και δημοσιευομένου την αυτήν ημέραν, καθ’ ην άρξεται η λειτουργία της Τραπέζης της Ελλάδος. Δια το άρθρ. 2 του Π.Δ. της 12/12 Μαΐου 1928 περί προσδιορισμού της εις χρυσόν περιεκτικότητος της δραχμής και περί ενάρξεως των εργασιών της Τραπέζης της Ελλάδος (τ.26), ωρίσθη ότι η έναρξις της λειτουργίας της Τραπέζης και η υποχρέωσις αυτής όπως ανταλλάσση τα τραπεζικά αυτής γραμμάτια προς εξωτερικόν συνάλλαγμα, άρχεται από της 14 Μαΐου 1928. Την νεώτεραν περί του νομίσματος νομοθεσίαν βλ. εν τόμω 26. Άρθρον 6 Το κεντρικόν κατάστημα της Τραπέζης θα ευρίσκεται εν Αθήναις. Η Τράπεζα δικαιούται να ιδρύη υποκαταστήματα ή πρακτορεία ή να διορίζη πράκτορας οπουδήποτε της Ελλάδος, δύναται δε να ιδρύη πρακτορεία ή να διορίζη πράκτορας εν τη αλλοδαπή (εις μίαν ή πλείονας των κατά το άρθρ. 5 (4) οριζομένων χωρών χρυσής νομισματικής βάσεως.) Η μέσα σε () φράση διαγράφηκε από την παρ.5 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70. Άρθρον 7 Το παρόν καταστατικόν δύναται να τροποποιηθή δι' αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, κυρουμένης διά νόμου. Τμήμα ΙΙ Κεφάλαιον και αποθεματικά Άρθρ.8.-"Το μετοχικόν κεφάλαιον της Τραπέζης, ορισθέν κατά την ίδρυσιν αυτής εις 400.000.000 δραχμών, διηρέθη εις 80.000 μετοχάς, (αξίας 5.000 δραχμών εκάστη), κατεβλήθη δε εξ ολοκλήρου υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, αναλαβούσης ολόκληρον το μετοχικόν κεφάλαιον κατά τους όρους του άρθρ. 2 της μεταξύ του Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως, ης παράρτημα αποτελεί το παρόν Καταστατικόν. Το μετοχικόν τούτο κεφάλαιον της Τραπέζης της Ελλάδος, κατ' αναπροσαρμογήν, συμφώνως προς το Δ/μα της 14/27 Νοεμ. 1956 "περί αναπροσαρμογής των ισολογισμών των Ανωνύμων εταιρειών" από της 1ης Ιαν. 1957 ορίζεται εις 168.000.000 δραχμάς διαιρούμενον εις 80.000 μετοχάς". Το εδάφιον α' ετροποποιήθη ως άνω διά της από 11 Απρ. 1957 αποφ. Γεν. Συνελεύσεως των Μετόχων κυρωθείσης διά του Ν.Δ. 4022/1959 κατωτ. σελ. 166,05. (Αντί για τη σελ. 146,01) Σελ. 146,01(α) Τεύχος 1416 Σελ. 5 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Αι μετοχαί της Τραπέζης είναι ονομαστικαί. Η μεταβίβασις των μετοχών γίνεται δι' εγγραφής εις ειδικόν βιβλίον εκδιδομένου καθ' εκάστην μεταβίβασιν ιδίου τίτλου. Η εγγραφή υπογράφεται υπό του μεταβιβάζοντος μετόχου ή του πληρεξουσίου αυτού και του διοικητού της Τραπέζης. Πάς μέτοχος, οπουδήποτε και αν κατοική, ως προς τας σχέσεις του ως μετόχου μετά της Τραπέζης, έχει νόμιμον κατοικίαν τας Αθήνας και υπόκειται εις τους ελληνικούς νόμους και εις την αρμοδιότητα των εν Αθήναις δικαστηρίων. Η κυριότης του τίτλου της μετοχής επάγεται αυτοδικαίως την αποδοχήν των διατάξεων του καταστατικού της Τραπέζης και των κατά τους όρους αυτού λαμβανομένων αποφάσεων των οργάνων της Τραπέζης. Ο μέτοχος της Τραπέζης ευθύνεται μόνον μέχρι του ονομαστικού κεφαλαίου της μετοχής, έχει δε εν τη Τραπέζη τα ρητώς υπό του παρόντος καταστατικού παρεχόμενα αυτώ δικαιώματα. Απαγορεύεται ιδίως εις τους μετόχους, ως και εις τους δανειστάς αυτών, να ζητώσι την σφράγισιν ή κατάσχεσιν των βιβλίων ή περιουσιακών στοιχείων της Τραπέζης. «Επί των μετοχών της Τράπεζας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί άυλων, ονομαστικών μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, όπως εκάστοτε ισχύουν. Οι εγγραφές στο σύστημα αποϋλοποίησης έχουν τη δύναμ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.