← Ελλάδα

3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 21/22 Αυγ. 1931 Περί κώδικος των αφορωσών την Τράπεζαν της Ελλάδος διάταξεων.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και τροποποιεί διατάξεις που αφορούν την Τράπεζα της Ελλάδος, ρυθμίζοντας θέματα όπως η έκδοση νομισμάτων, η παροχή στατιστικών πληροφοριών και οι περιορισμοί στις δραστηριότητές της.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 21/22 Αυγ. 1931 Περί κώδικος των αφορωσών την Τράπεζαν της Ελλάδος διάταξεων. Άρθρον μόνον Αι ισχύουσαι διατάξεις: 1)του ν. 3424 και του δι’ αυτού κυρωθέντος Ν.Δ. της 10/10 Νοεμ. 1927, 2)του ν. 4502 και της δια τούτου κυρωθείσης συμβάσεως της 25 Νοεμ. 1929, 3)του ν. 4731, 4)του ν. 5055 μετά του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου, έχον ούτω: Κώδιξ των αφορωσών την Τράπεζαν της Ελλάδος διάταξεων άρθρ. 3 και 56 εδ. 1 του καταστατικού της απορρέοντος δικαιώματος, όπως εκδίδη τραπεζικά γραμμάτια ονομαστικής αξίας δραχμών 20, και αναγνωρίζει δικαίωμα εις το δημόσιον όπως εκδίδη κερματικά νομίσματα ονομαστικής αξίας δραχμών 20 κατά τας διατάξεις των άρθρ. 6-12 του από 10 Νοεμ. 1927 Ν.Δ. του κυρωθέντος δια του 3424 νόμου και του άρθρ. 3 του καταστατικού (ανωτ. αρ. 1). Το δημόσιον ταμείον δύναται να κόπτη και εκδίδη δια της Τραπέζης της Ελλάδος και τη αιτήσει αυτής κέρματα ονομαστικής αξίας ουχί ανωτέρας των δραχμών είκοσιν. Η σύνθεσις, το βάρος, αι διαστάσεις, η αντοχή και ο τύπος των κερμάτων καθορίζεται δια Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του υπουργού των Οικονομικών. Άρθρ.-55Γ(55Β).-«Επιφυλασσομένης της υποχρεώσεως παροχής στατιστικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 5 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της κατ΄ εφαρμογή του εκδιδόμενης συμπληρωματικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης». Οι μέσα σε «» λέξεις προτάχθηκαν με την παρ.26 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.74 Πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή άλλοι συμμετέχοντες στις αγορές οφείλουν, μη δικαιούμενοι να επικαλεσθούν το τραπεζικό ή άλλο απόρρητο, να παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος τα ευρισκόμενα στην κατοχή χους στοιχεία και πληροφορίες που είναι αναγκαία για την άσκηση των κατά τα άρθρο 2 του παρόντος αρμοδιοτήτων της. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και οι δημόσιες υπηρεσίες. Η υποχρέωση παροχής στοιχείων περιλαμβάνει και τα απαιτούμενα στοιχεία για την κατάρτιση του ισοζυγίου πληρωμών και των χρηματοοικονομικών λογαριασμών των επί μέρους τομέων της οικονομίας, καθώς και για τον υπολογισμό της διεθνούς επενδυτικής θέσης της χώρας. Ειδικότερα, τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα οφείλουν, για την εκπλήρωση της παραπάνω υποχρέωσης τους, σε περίπτωση διενέργειας, μέσω αυτών, συναλλαγών προσώπων εγκατεστημένων στην ημεδαπή με πρόσωπα εγκατεστημένα στην αλλοδαπή, να λαμβάνουν από τους εγκατεστημένους στην ημεδαπή συναλλασσόμενους τα στοιχεία που ή Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει κατά το επόμενο εδάφιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που οφείλουν να τις παρέχουν οι κατά την πρώτη παράγραφο υπόχρεοι σχετικά με τις συναλλαγές τους με πρόσωπα εγκατεστημένα στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή και τις έναντι των προσώπων αυτών απαιτήσεις και υποχρεώσεις τους, καθώς και τον τρόπο. το χρόνο και τη διαδικασία παροχής αυτών και: κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. (Αντί για τη σελ. 158,01(α) Σελ. 158,01(β) Τεύχος 1416 Σελ. 23 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Απαγορεύεται στα πρόσωπα που ασκούν ή άσκησαν δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος να γνωστοποιούν σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που παρέχονται σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνει την ανακοίνωση με συγκεντρωτική μορφή των πιο πάνω στοιχείων και πληροφοριών, εφόσον- δεν προκύπτει η ταυτότητα των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα αν παραβούν το πιο πάνω απόρρητο. Κατά τις διατάξεις του ίδιου άρθρου τιμωρείται και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κοινοποιήσει τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος με οποιονδήποτε τρόπο και αν έλαβε γνώση τούτων. «Σε περίπτωση παράβασης των κατά το παρόν άρθρο υποχρεώσεων, η Τράπεζα, με πράξη του Διοικητή ή εξουσιοδοτουμένων από αυτόν οργάνων, μπορεί να επιβάλλει κατά των υπόχρεων του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, καθώς και των νόμιμων εκπροσώπων τους και όσων ασκούν διοίκηση, προκειμένου μεν περί προσώπων υποκειμένων στην εποπτεία της Τράπεζας τις κατά το άρθρο 55Α κυρώσεις, προκειμένου δε περί των λοιπών υπόχρεων, πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι ποσού εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών. Τα όρια αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με όμοια πράξη.» Η μέσα σε «» παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.27 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  2. «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στο πλαίσιο των λειτουργιών που η Τράπεζα ασκεί σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.28 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  3. Σελ. 158,02(β) Τεύχος 1416 Σελ. 24 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΄Αρθρ.55Δ(55Γ).-«Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της κατ' εφαρμογή του εκδιδόμενης συμπληρωματικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Οι μέσα σε «» λέξεις προτάχθηκαν με την παρ.29 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της στα πλαίσια της εποπτείας, δικαιούται να διενεργεί έλεγχο βιβλίων και στοιχείων, περιλαμβάνοντα και δικαίωμα λήψης αντιγράφων, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση. εφόσον υπάρχουν κατά την κρίση της ενδείξεις παραβάσεων κατά την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας σχετικής με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 αρμοδιότητές της. Επίσης η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να ασκεί έλεγχο, με το αυτό περιεχόμενο και έκταση, των βιβλίων και στοιχείων των, κατά το «άρθρ.55Γ» εδάφιο πρώτο, υπόχρεων με σκοπό την εξακρίβωση των παρεχόμενων πληροφοριών. Η κατά το ίδιο άρθρο απαγόρευση γνωστοποίησης στοιχείων, καθώς και η προβλεπομένη σε αυτό κύρωση ισχύουν και για τα στοιχεία των οποίων τα όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των κατά το παρόν άρθρο ελέγχων. Οι μέσα σε «» λέξεις αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.30 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  5. Τα φυσικά πρόσωπα, καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι ασκούντες διοίκηση των νομικών προσώπων της πρώτης παραγράφου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών

(3)μηνών, αν αρνούνται ή παρακωλύουν τον έλεγχο, κατόπιν εγκλήσεως της Τράπεζας της Ελλάδος/ Τα άρθρ.55Α, 55Γ(55Β) και 55Δ (55Γ) προστέθηκαν με την παρ.30 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  1. Άρθρον 56 (Άρθρ. 56 καταστατικού, άρθρ.
  2. ν. 4502 και άρθρ. ν. 5055) Η Τράπεζα δεν δικαιούται: 1.Να εκδίδη τραπεζικά γραμμάτια ονομαστικής αξίας είκοσι δραχμών και κάτω. 2.Να ασκή εμπορίαν ή άλλως να μετέχη αμέσως εις οιανδήποτε εμπορικήν, βιομηχανικήν ή άλλην επιχείρησιν. 3.Να κτάται ακίνητον κτήσιν, πλην εφ’ όσον είναι αναγκαίον διά τας ιδίας εργασίας και εξαιρέσει της περιπτώσεως του άρθρ.
  3. 4.Να αγοράζη τας ιδίας αυτής μετοχάς και τας μετοχάς οιασδήποτε άλλης Τραπέζης ή εταιρείας, πλην των μετοχών της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών. «
  4. Να παρέχη τόκον εις τας παρ' αυτή καταθέσεις ή τους τρεχούμενους λογαριασμούς. Κατ' εξαίρεσιν η Τράπεζα δικαιούται να παρέχη τόκον εις το Ελληνικόν Δημόσιον ως προβλέπεται εν άρθρω 45, ως και εις τας καταθέσεις των εν Ελλάδι Τραπεζών. Επίσης δικαιούται να παρέχη τόκον δια παρ' αυτή εις εξωτερικόν μετατρέψιμον συνάλλαγμα καταθέσεις επί προθεσμία Τραπεζών ή άλλων νομικών ή φυσικών προσώπων εδρευόντων εν τω εξωτερικώ και δια παρεχομένας αυτή πιστώσεις εις εξωτερικόν μετατρέψιμον συνάλλαγμα παρά των άνω προσώπων." Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.
  5. 6.(Καταργήθηκε από την παρ.31 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). «7.Να παρέχει αμέσως ή εμμέσως προκαταβολάς εις το Δημόσιον . Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.
  6. 8.Να χορηγή υπερβάσεις πιστώσεων ή ανασφαλίστους πιστώσεις (ή πιστώσεις ησφαλισμένας άλλως ή ως ορίζεται εν άρθρ. 55 παράγρ. 10). Οι μέσα σε () λέξεις απαλείφθηκαν από την παρ.31 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). 9-10.(Καταργήθηκαν όπως η παρ.10 είχε αντικατασταθεί από άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.65, από την παρ.31 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). (Αντί για τη σελ.159(ε) Σελ. 159(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 25 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Άρθρον 57 Εάν η αξία του ενεχύρου μειωθή, ο οφειλέτης οφείλει να παράσχη συμπληρωματικήν προσήκουσαν ασφάλειαν, ή να εξοφλήση το δάνειον (κατά το μέτρον το επιβαλλόμενον) (ίνα τηρηθή η διάταξις του άρθρ. 55 παρ. 10). Αν παραλείψη να συμμορφωθεί προς την αξίωσιν ταύτην, ή αν το δάνειον δεν εξωφλήθη κατά την λήξιν, η Τράπεζα οφείλει να λάβη αμέσως μέτρα προς ανάληψιν της ληξιπροθέσμου οφειλής και δύναται να εκποιήση το σύνολον ή μέρος του κατεχομένου ενεχύρου και ικανοποιήση την αξίωσιν αυτής επί του κεφαλαίου των τόκων και των τυχόν αμοιβών και δαπανών, φέρουσα το τυχόν απομένον υπόλοιπον εις πίστωσιν του οφειλέτου. Εάν το προϊόν της εκποιήσεως του ενεχύρου δεν επαρκή ίνα ικανοποιήση την αξίωσιν της Τραπέζης, αύτη δύναται να διώξη τον οφειλέτην. Οι μέσα σε ( ) λέξεις διαγράφηκαν από την παρ.31 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  7. Η Τράπεζα δεν υποχρεούται να εκποιήση την ασφάλειαν, μη πράττουσα δε τούτο διατηρεί αμειώτους τας αξιώσεις αυτής διά το κεφάλαιον, τους τόκους και τας αμοιβάς και δαπάνας. Εν περιπτώσει πτωχεύσεως οφειλέτου, τα δικαιώματα της Τραπέζης επί των έναντι των πιστώσεων παρασχεθεισών ασφαλειών προηγούνται κατά σειράν των δικαιωμάτων παντός άλλου δανειστού μέχρις αποπληρωμής του οφειλομένου εις την Τράπεζαν κεφαλαίου μετά των τόκων, αμοιβών και εξόδων. Οι μέσα σε () λέξεις απαλείφθηκαν από την παρ.32 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.
  8. «Οι διατάξεις του παρόντος άοθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των σχετικών με τη λήψη ασφαλειών διατάξεων του άρθρου 55 αριθμός
  9. καθώς και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών » Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.32 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  10. Σελ. 160(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 26 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΄Αρθρ.57Α.-«Για την εξασφάλιση του συνόλου των απαιτήσεων της Τράπεζας κατά πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει επιχείρησης από την παροχή πιστώσεων στο πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής και των κάθε είδους απαιτήσεων της Τράπεζας από συναλλαγές μέσω των συστημάτων του άρθρου 55 αριθμός
  11. η Τράπεζα έχει νόμιμο ενέχυρο επί των εκάστοτε τηρούμενων στο λογαριασμό ιδίου χαρτοφυλακίου του υπόχρεου τίτλων με λογιστική μορφή, μέχρι του συνολικού ποσού των ως άνω απαιτήσεων και των προβλεπόμενων προσαυξήσεων. Εφόσον δημιουργούνται υποχρεώσεις πιστωτικών ιδρυμάτων ή εν γένει επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται από την Τράπεζα μέσω πράξεων που συνδέονται με την άσκηση νομισματικής πολιτικής και στο πλαίσιο συναλλαγών μέσω των συστημάτων του άρθρου 55 αριθμός 5, οι οποίες υποχρεώσεις είναι ληξιπρόθεσμες για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων ωρών, η Τράπεζα, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της, δύναται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί ενεχύρου και αναγκαστικής εκποίησης, να προχωρεί σε εκποίηση των ενεχυρασμένων τίτλων, είτε χρημσποτηριακώς, μέσω μέλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών που ορίζει η (δια, είτε εξωχρηματιστηριακώς ή, εφόσον οι τίτλοι είναι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, να εισπράττει ιδίω ονόματι τις εξ αυτών απαιτήσεις. Η Τράπεζα επιλέγει, κατά την κρίση της, από τους ενεχυρασμένους τίτλους, εκείνους που θα εκποιήσει ή θα εισπράξει προς ικανοποίηση των ασφαλισμένων απαιτήσεων. Το προϊόν της εκποίησης ή ρευστοποίησης διατίθεται για την ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, κατά δαπάνες, τόκους και κεφάλαιο, κατά προτεραιότητα έναντι παντός άλλου πιστωτή. Η Τράπεζα κρατεί το πο«> που απαιτείται προς ικανοποίηση των ασφαλισμένων απαιτήσεων και φέρει το υπόλοιπο σε πίστωση του οφειλέτη. Προτού προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης ή είσπραξης η Τράπεζα πρέπει να έχει ενημερώσει τον οφειλέτη με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας. Τα δικαιώματα της Τράπεζας από τη συμμετοχή της, είτε ως διαχειριστή είτε ως απλού συμμετέχοντος, στα παραπάνω συστήματα επί των κάθε είδους ασφαλειών και εγγυοδοσιών, που έχουν συσταθεί με οποιονδήποτε τρόπο από ή υπέρ επιχείρησης που συμμετέχει στο σύστημα, δεν θίγονται από την πτώχευση της επιχείρησης αυτής. Τα αποτελέσματα της πτώχευσης επιχείρησης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εκ της συμμετοχής της στο σύστημα δεν ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση. Με την πτώχευση εξομοιώνεται κάθε άλλη συλλογική διαδικασία ικανοποίησης πιστωτών. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση κατά την οποία η Τράπεζα ενεργεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή Κεντρικής Τράπεζας μέλους του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Το άρθρ.57Α προστέθηκε με την παρ.33 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  12. Άρθρον 58 Εάν μετά την χορήγησιν πιστώσεως η αξία της κατεχομένης έναντι αυτής ασφαλείας μειωθή, ή εάν διά την αιτίαν ταύτην ή άλλην αιτίαν το χρέος θεωρηθή ως επισφαλές, η Τράπεζα δύναται να δεχθή ως συμπληρωματικήν ασφάλειαν, εν ανάγκη, υποθήκην επί της ακινήτου περιουσίας του οφειλέτου, ή οιανδήποτε άλλην ασφάλειαν, εγκρινομένων παρά του γενικού συμβουλίου. Εν περιπτώσει μη καταβολής χρέους οφειλομένου εις την Τράπεζαν πάσα ακίνητος ιδιοκτησία περιελθούσα εις την Τράπεζαν κατά το παρόν άρθρον δέον να εκποιήται το ταχύτερον είτε δια δημοσίου πλειστηριασμού είτε δι’ ιδιωτικής πωλήσεως. Η Τράπεζα δεν δύναται να διατηρήση δι’ εαυτήν ακίνητον ιδιοκτησίαν, ειμή μόνον αν είναι αναγκαία δια την διεξαγωγήν των εργασιών της Τραπέζης. «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των σχετικών με τη λήψη ασφαλειών διατάξεων του άρθρου 55 αριθμός 10, καθώς και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.34 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  13. Άρθρον 7 (Άρθρ. 7 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927, ν. 4502, άρθρ. 1 παρ. 2 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929). Η ονομαστική αξία των εκδιδομένων πενταδράχμων, δεκαδράχμων και εικοσαδράχμων κερμάτων δεν δύνανται να υπερβή τας εκατόν πεντήκοντα δραχμάς κατά κεφαλήν του πληθυσμού, ως προκύπτει ούτος εκ της τελευταίας απογραφής, των δε λοιπών κερμάτων τας 20 δραχμάς κατά κεφαλήν του πληθυσμού. Άρθρον 59 Η Τράπεζα δικαιούται να αρνηθή την αποδοχήν αιτήσεως περί ανοίγματος τρεχουμένου λογαριασμού, ή λογαριασμού καταθέσεως, δικαιούται δε να κλείση ανοιχθέντα ήδη λογαριασμόν χωρίς να υποχρεούται να δικαιολογή τούτο. Άρθρ. 60.-(Καταργήθηκε από την παρ.35 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000, ΦΕΚ Α΄141, κατωτ.αριθ.76). (Μετά τη σελ.160(στ) Σελ. 160,01 Τεύχος 1416 Σελ. 27 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 ΤΜΗΜΑ ΧΙ Κάλυμμα τραπεζικών γραμματίων και άλλων υποχρεώσεων όψεως. Άρθρ.61-64.-.( Το τμήμα ΧΙ καταργήθηκε από την παρ.33 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). ΤΜΗΜΑ ΧΙΙ Έκδοσις τραπεζικών γραμματίων Άρθρ.65.-(Καταργήθηκε από την παρ.34 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). Σελ. 160,02 Τεύχος 1416 Σελ. 28 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Άρθρον 66 Τα υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εκδιδόμενα τραπεζικά γραμμάτια «σε δραχμές» κυκλοφορούσιν ως νόμιμα χρήματα εντός της επικρατείας, γίνονται τουτέστι δεκτά υπό τον περιορισμόν του άρθρ. 68 παρά τε του δημοσίου και παντός νομικού ή φυσικού προσώπου ως νόμιμον μέσον εξοφλήσεως υποχρεώσεων, επί τη αναγραφομένη ονομαστική αξία. Οι μέσα σε «» λέξεις τέθηκαν με την παρ.36 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  14. Άρθρον 67 Προ της εκδόσεως νέου τύπου τραπεζικών γραμματίων «σε δραχμές» η Τράπεζα οφείλει να δημοσιεύση εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως περιγραφήν αυτών. Οι μέσα σε «» λέξεις τέθηκαν με την παρ.36 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  15. Άρθρον 68 Οσάκις αποσύρεται της κυκλοφορίας σειρά τις τραπεζικών γραμματίων, «σε δραχμές» το γενικόν συμβούλιον θέλει καθορίζει και γνωστοποιεί δημοσία την προθεσμίαν, εντός της οποίας τα τραπεζικά ταύτα γραμμάτια δέον να προσάγωνται προς ανταλλαγήν. Μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης, τα αποσυρθέντα τραπεζικά γραμμάτια «σε δραχμές» δεν θα αποτελώσι νόμιμον χρήμα, πλην μόνον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος. Μετά πάροδον δεκαετίας από της λήξεως της τελευταίας δημοσία γνωστοποιηθείσης προθεσμίας προς προσαγωγήν της αποσυρθείσης της κυκλοφορίας σειράς τραπεζικών γραμματίων, «σε δραχμές» η Τράπεζα δικαιούται να αφαιρή από του ποσού των εν κυκλοφορία τραπεζικών γραμματίων «σε δραχμές» το ποσόν των μη προσαχθέντων και μη πληρωθέντων γραμματίων της σειράς τούτης, τα γραμμάτια δε ταύτα δεν θα θεωρώνται του λοιπού εν κυκλοφορία. Εν τούτοις και τοιούτον τραπεζικόν γραμμάτιον προσαγόμενον μεταγενεστέρως προς πληρωμήν θα πληρώνεται παρά της Τραπέζης. Η β΄ παράγραφος τροποποιηθείσα υπό του Νόμ. 5305/1931 και αντικατασταθείσα υπό του Ν.Δ. 2106/1943 επανήλθεν εν ισχύϊ ως αύτη είχε προ της δια των ανωτέρω Νόμων τροποποιήσεως κατόπιν της καταργήσεως του Νόμ. 2106/1943 δια του άρθρ. 6 Νόμ. 2120/
  16. Οι μέσα σε «» λέξεις τέθηκαν με την παρ.36 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  17. Άρθρον 8 (Άρθρ. 8 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) Κέρματα εις τοιούτον βαθμόν εφθαρμένα, κατά την κρίσιν της Τραπέζης, ώστε να μη δύνανται να αναγνωρισθώσιν ως νομίσματα του ελληνικού Κράτους, δεν γίνονται δεκτά παρά της Τραπέζης και των υποκαταστημάτων αυτής. Κέρματα γενόμενα αποδεκτά παρά της Τραπέζης, αλλά ακατάλληλα προς κυκλοφορίαν λόγω παραμορφώσεως ή αποκοπής τεμαχίων δεν επανετίθενται εις κυκλοφορίαν, αλλ’ επιστρέφονται παρά της Τραπέζης εις το δημόσιον ταμείον επί καταβολή της ονομαστικής αξίας των. Άρθρον 69 Η Τράπεζα θα ανταλλάσση εν τω κεντρικώ καταστήματι και τοις υποκαταστήμασιν αυτής τα τραπεζικά γραμμάτια προς τραπεζικά γραμμάτια άλλης ονομαστικής αξίας, ή προς κερματικά νομίσματα μέχρι του ποσού, όπερ κατά την κρίσιν της Τραπέζης, είναι αναγκαίον δια την κυκλοφορίαν. Άρθρον 70 Η Τράπεζα θα παρακρατή παν τραπεζικόν γραμμάτιον πλαστογραφηθέν ή ηλλοιωμένον παρέχουσα απόδειξιν. ΤΜΗΜΑ ΧΙΙΙ Διάθεσις κερδών Άρθρ.71.-"1.Μετά τον καταλογισμόν προβλέψεως δια τας άνευ αξίας ή επισφαλείς απαιτήσεις την υποτίμησιν των στοιχείων του ενεργητικού, τας καταβολάς εις τα Ταμεία Προσωπικού και Συντάξεων και δια πάντα τα ενδεχόμενα εκείνα, δι’ α συνήθως γίνεται πρόβλεψις παρά των Τραπεζών και μετά την πληρωμήν εκ των καθαρών κερδών της Τραπέζης μερίσματος προς 12%, ετησίως επί του κεφαλαίου, το ήμισυ του πλεονάσματος διατίθεται υπέρ του τακτικού αποθεματικού μέχρις ου τούτο εξισωθή προς το κεφάλαιον, το δε απομένον ήμισυ καταβάλλεται εις το Δημόσιον. Εφ’ όσον το τακτικόν αποθεματικόν είναι εξισωμένον προς το κεφάλαιον, δύναται να καταβληθή εις τους μετόχους, από της χρήσεως 1973 και εφεξής, μετ’ απόφασιν της γενικής συνελεύσεως του έτους 1974 κ.ε., λαμβανομένην απαραιτήτως μετά πρότασιν του γενικού συμβουλίου, και ισχύουσαν μόνον δια το έτος εις ο αφορά, ως πρόσθετον μέρισμα, ποσοστόν των καθαρών κερδών, του υπολοίπου αυτών περιερχομένου εις το Δημόσιον. (Το ποσοστόν τούτο, καθοριζόμενον υπό της ως άνω αποφάσεως, ουδέποτε δύναται να είναι ανώτερον του απαιτουμένου, ίνα το συνολικώς παρά των μετόχων λαμβανόμενον μέρισμα ισούται προς το 12% του συνόλου των καθαρών κερδών της χρήσεως). Το μέσα σε ( ) τρίτο εδάφιο καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 9 Νόμ. 1266/2-2 Ιουλ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 81), (ανωτ. σελ. 124,07). Η διάταξη αυτή σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ισχύει και για την χρήση
  18. (Αντί για τη σελ.161(ε) Σελ. 161(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 29 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 2.Ως κεφάλαιον εν τη προηγουμένη παραγράφω νοείται το εν άρθρ. 8 του Καταστατικού, ως εκάστοτε ισχύει, οριζομένον". Το άρθρ. 71 τροποποιηθέν δια του Ν.Δ. 1303/1949 (κατωτ. αριθ. 29), δια της από 11 Απρ. 1957 αποφ. Γεν. Συνελεύσεως των Μετόχων, κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 4022/1959 (κατωτ. αριθ. 37), διά των Ν.Δ. 278/1968 (κατωτ. αριθ. 38) και Ν.Δ. 513/1970 (κατωτ. αριθ. 44) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51). ΤΜΗΜΑ XIV Ειδικά προνόμια της Τραπέζης Άρθρ.72.-Αι διατάξεις των περί ανωνύμων εταιρειών και Τραπεζών νόμων δεν έχουσιν εφαρμογήν επί της Τραπέζης της Ελλάδος, εφ’ όσον αντιβαίνουσι προς το παρόν καταστατικόν. Άρθρ.73.-(Άρθρ. 73 του καταστατικού και άρθρ. 5 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929 κυρωθείσης δια Νόμ. 4502). Η Τράπεζα απαλλάσσεται παντός φόρου ή τέλους. Ιδία απαλλάσσεται της πληρωμής οιουδήποτε φόρου ή τέλους επί των εκδιδομένων τραπεζικών γραμματίων, πλην του επιβλητέου φόρου εν ωρισμέναις περιπτώσεις προβλεπομέναις εν άρθρ. 63(α). Η δασμολογική ατέλεια της Τραπέζης υπόκειται εις τους περιορισμούς του άρθρ. 2 Α.Ν. 896/1937 (τόμ. 30) συμφώνως προς το άρθρ. 1 παρ. 32 του ρηθέντος Α. Νόμου. 2."Συμβάσεις δανείου ή παροχής πιστώσεως, συναπτόμεναι μεταξύ της Τραπέζης της Ελλάδος και αλλοδαπού νομικού ή φυσικού προσώπου, απαλλάσσονται παντός τέλους χαρτοσήμου και πάσης εισφοράς ή τέλους υπέρ οιουδήποτε Ασφαλιστικού Ταμείου ή οιουδήποτε τρίτου. Ο καταβαλλόμενος υπό της Τραπέζης της Ελλάδος τόκος εις δανειστάς αυτής, όταν το δάνειον παρεσχέθη υπό αλλοδαπού φυσικού ή νομικού προσώπου, δεν υπόκειται εις φόρον εισοδήματος ούτε εις άλλον φόρον ή τέλος". Η ανωτέρω εντός « » παρ. 2 προσετέθη δια του Ν.Δ. 847 της 26/27 Φεβρ. 1971 (ΦΕΚ Α' 44) Σελ. 162(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 30 ΤΜΗΜΑ XV Διάλυσις Τραπέζης Άρθρ.74.-Εν περιπτώσει ανακλήσεως του εκδοτικού προνομίου της Τραπέζης της Ελλάδος (άρθρ. 2) η Τράπεζα διαλύεται, το δε ενεργητικόν και αποθεματικόν αυτής εκτιμάται υπό τριών εμπειρογνωμόνων. Εις τούτων διορίζεται υπό της Κυβερνήσεως, εις υπό του γενικού συμβουλίου, ο δε τρίτος κοινή συμφωνία Κυβερνήσεως και γενικού συμβουλίου. Εν ασυμφωνία ο τρίτος διορίζεται υπό του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το δημόσιον θα αναλάβη εις ακέραιον πάσας τας ανειλημμένας τότε υποχρεώσεις της Τραπέζης προς το εν ενεργεία και υπό σύνταξιν προσωπικόν αυτής, όσον αφορά πάντα τα δικαιώματά του. Μετά την ως άνω εξακρίβωσιν της αξίας του ενεργητικού και παθητικού της Τραπέζης θα καταβληθή πρώτον εις τους μετόχους η ονομαστική αξία των μετοχών, παν δε καθαρόν πλεόνασμα της αξίας ταύτης θα διανεμηθή εξ ημισείας μεταξύ Κυβερνήσεως και μετόχων. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.75.-(Καταργήθηκε από την παρ.35 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998, ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Τράπεζα της Ελλάδος-Εβδομαδιαία κατάστασις Ενεργητικόν 1.Χρυσός εις νομίσματα και ράβδους. 2.Εξωτερικόν συνάλλαγμα εις χρυσόν (Καταστατικόν, άρθρ. 62). 3."Δάνεια δημοσίου εις χρυσόν". 4.Έτερον εξωτερικόν συνάλλαγμα. 5.Κερματικά ελληνικά νομίσματα. 6.Συναλλαγματικαί και γραμμάτια εσωτερικού:α)Εμπορικαί συναλλαγματικαί και γραμμάτια, β)Γραμμάτια του δημοσίου. 7.Πιστώσεις. 1)Πληρωτέαι εις δραχμάς: α)δημοσίου, β)έτεραι. 2)Πληρωτέαι εις εξωτερικόν συνάλλαγμα. 8.Χρέος του δημοσίου. 9.Επενδύσεις. 10.Κτίρια Τραπέζης και εγκαταστάσεις. 11.Έτερα στοιχεία του ενεργητικού. Παθητικόν 12.Κεφάλαιον καταβεβλημένον. 13.Αποθεματικά:α)Τακτικόν αποθεματικόν. β)Έκτακτον αποθεματικόν. 14.Τραπεζικά γραμμάτια εν κυκλοφορία. 15.Έτεραι υποχρεώσεις όψεως εις δραχμάς. 1)Λογαριασμοί τρεχούμενοι και καταθέσεων α)Δημοσίου, β)Τραπεζών, γ)Έτεροι λογαριασμοί, 2)Γραμμάτια και τραβηκτικαί όψεως. 16.Καταθέσεις εις δραχμάς υπό προθεσμίαν: α)Δημοσίου, β)Τραπεζών, γ)Έτεροι λογαριασμοί. 17.Υποχρεώσεις εις εξωτερικόν συνάλλαγμα: α)Εξωτερικόν συνάλλαγμα εις χρυσόν (Καταστατικόν, άρθρ. 62), β)Έτερον εξωτερικόν συνάλλαγμα. 18.Έτεραι υποχρεώσεις. Αναλογία χρυσού και καθαρού εξωτερικού συναλλάγματος εις χρυσόν προς υποχρεώσεις όψεως "Χρυσός …………… Καθαρόν εξωτ. συν/μα εις χρυσόν (αριθ. 2 μείον 17 Ι) …………… Δάνεια δημοσίου εις χρυσόν …………… Κάλυμμα (Καταστατικόν άρθρ. 62).. Σύνολον (α) Τραπεζικα γραμμάτια Έτεραι υποχρεώσεις όψεως εις δραχμάς …………… Μείον ελληνικά κερματικά νομί σματα …………… …. Σύνολον (β) Αναλογία συνόλου (α) προς σύνολον (β) ….. τοις εκατόν" Τα εντός « » του άνω παραρτήματος τίθενται κατά τροποποίησιν υπό του άρθρου μόνου περιπτ.θ' ν. 5534 (κατωτ. αρ. 6) Άρθρον 9 (Άρθρ. 9 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Οσάκις πρόκειται ν’ αποσυρθώσι της κυκλοφορίας κέρματα οιασδήποτε κυκλοφορίας, κατόπιν διαταγής του υπουργού των Οικονομικών, θα δίδεται εις το κοινόν προθεσμία τουλάχιστον έτους προς ανταλλαγήν αυτών. Διαρκούσης της προθεσμίας ταύτης η ανταλλαγή θα ενεργήται εις πάντα τα καταστήματα της Τραπέζης της Ελλάδος, εντός δε ετέρας προθεσμίας πέντε ετών από τη λήξεως της πρώτης το κεντρικόν μόνον κατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος θα δέχηται ν’ανταλλάσση τοιαύτα νομίσματα. Μετά την πάροδον και της προθεσμίας ταύτης τα κέρματα ταύτα δεν θα γίνωνται δεκτά παρά της Τραπέζης ή του Κράτους. Άρθρον 10 (Άρθρ. 10 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Κέρματα ηλλοιωμένα δια ρινίσματος, θραύσεως ή τριβής, ή ων το βάρος έχει ελαττωθή δια χρήσεως χημικών μέσων ή άλλως, αποβάλλουσι την ιδιότητα αυτών ως νομίμου χρήματος προς πληρωμήν ή ανταλλαγήν. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα καταβάλη πλήρη την ονομαστικήν αξίαν τοιούτων κερμάτων, εφ’ όσον δεν έχουσιν αποβάλει πλέον των πέντε τοις εκατόν του βάρους και δεν αποδεικνύεται ότι ο προσάγων αυτά ηλλοίωσεν αυτός ταύτα κακοβούλως. Άρθρον 11 (Άρθρ. 11 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927, ν. 4502 άρθρ. 1 παρ. 3-4 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929) Τα εικοσάδραχμα κέρματα είναι νόμιμον χρήμα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας πεντακοσίας δραχμάς, τα δεκάδραχμα και πεντάδραχμα είναι νόμιμον χρήμα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας διακοσίας δραχμάς, τα δίδραχμα και μονόδραχμα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας πεντήκοντα δραχμάς, τα δε μικροτέρας ονομαστικής αξίας κέρματα δια ποσά μη υπερβαίνοντα τας δέκα δραχμάς. Τα ως άνω αναφερόμενα όρια χρήσεως των κερμάτων ως νομίμων χρημάτων δεν ισχύουσιν επί κερμάτων προσαγομένων προς την Τράπεζαν της Ελλάδος και τα υποκαταστήματα αυτής, ήτις υποχρεούται να δέχηται εις κατάθεσιν ή τρεχούμενον λογαριασμόν παντός είδους κερματικά νομίσματα του Ελληνικού Κράτους δι’ οιονδήποτε ποσόν (υπό τους περιορισμούς των άρθρ. 8 και 10). Σελ. 139 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να επιστρέφη εις το δημόσιον ταμείον κέρματα οιουδήποτε ποσού, το δε δημόσιον ταμείον υποχρεούται να καταβάλη εις αυτήν την ονομαστικήν αξίαν των ούτως επιστρεφομένων κερμάτων. Τα της άρσεως εκ της κυκλοφορίας των τραπεζικών γραμματίων ονομαστικής αξίας 20 δραχμών ρυθμίζονται κατά το άρθρ. 68 του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 12 (Άρθρ.12 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Κέρματα απολέσαντα τη ιδιότητά των ως νομίμων χρημάτων δια το κοινόν κατά το άρθρον 10 του παρόντος δεν δύνανται να επανατίθενται εις κυκλοφορίαν υπό της Τραπέζης της Ελλάδος. Το δημόσιον ταμείον υποχρεούται να αποδέχηται τα νομίσματα ταύτα παρά της Τραπέζης επί τη ονομαστική των αξία. Την νεωτέραν νομοθεσίαν περί εκδόσεως κερματικών νομισμάτων βλ. εν τόμω
  19. Άρθρον 13 (Άρθρ. 13 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927 και άρθρ. 2 παρ. 1 ν. 5055) Πάσα Τράπεζα εκτελούσα εργασίας εν Ελλάδι υποχρεούται να υποβάλη εις τον υπουργόν των Οικονομικών το βραδύτερον 20 ημέρας από της λήξεως εκάστου μηνός, μηνιαίαν κατάστασιν των λογαριασμών αυτής, υπό τύπον προσδιορισθησόμενον δια Δ/τος. Ο υπουργός των Οικονομικών θα διαβιβάζη εις την Τράπεζαν της Ελλάδος αντίγραφα των καταστάσεων τούτων και θα δημοσιεύη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συνοπτικήν κατάστασιν δεικνύουσαν τους σχετικούς δι' εκάστην Τράπεζαν αριθμούς. Εξεδόθη το Π.Δ. 19/24 Μαΐου 1928 περί υποβολής μηνιαίων καταστάσεων εις τον υπουργόν των Οικονομικών υπό των εν Ελλάδι Τραπεζών, τροποποιηθέν είτα υπό του Β.Δ. 14/18 Μαΐου 1937 (
  20. Θα 1 και 5). Άρθρον 14 (Άρθρ. 14 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) Η διάταξις του άρθρ. 6 της δια του παρόντος κυρουμένης συμβάσεως έχει εφαρμογήν και επί πάσης άλλης Τραπέζης ως ανωνύμου εταιρείας. Σελ. 140 Άρθρον 15 (Άρθρ. 15 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Η εν άρθρ. 3 της κυρουμένης συμβάσεως προβλεπομένη μεταβίβασις στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εις την Τράπεζαν της Ελλάδος γενήσεται δι' ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ των δύο Τραπεζών, άνευ άλλης τινός διατυπώσεως. Άρθρον 1 (Άρθρ.1 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927 (ν.3424) και άρθρον 1 ν. 4502) Κυρούται: α)Η από 17 Οκτ. 1927 σύμβασις μεταξύ ελληνικού δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος από του προνομίου της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων και περί συστάσεως νέας Τραπέζης υπό την επωνυμίαν «Τράπεζα της Ελλάδος» συγκειμένη εκ δώδεκα άρθρων. β)Το προσαρτώμενον τη ως άνω συμβάσει ως παράρτημα αυτής καταστατικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, συγκείμενον εξ εβδομήκοντα τεσσάρων άρθρων και ενός παραρτήματος. γ)Η από 25 Νοεμ. 1929 σύμβασις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Τραπέζης της Ελλάδος. Η τε σύμβασις και το καταστατικόν δημοσιεύονται εν τέλει του παρόντος, αι δε διατάξεις αυτών έχουσιν ισχύν διατάξεων νόμου. Άρθρον 16 (Άρθρ. 16 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Η δια του παρόντος κυρουμένη σύμβασις μεταξύ δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, το καταστατικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, η εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένη συμφωνία περί μεταβιβάσεως στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού και πάσα άλλη συμφωνία ή πράξις, απαιτούμεναι προς εκμετάλλευσιν της συμβάσεως, απαλλάσσονται παντός τέλους χαρτοσήμου. Άρθρον 17 (Άρθρ. 17 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) (Επιτρέπεται η υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, και μετά την ίδρυσιν αυτής υπό της Τραπέζης της Ελλάδος, εξαγωγή χρυσού εκτός της επικρατείας.) Βλ. νεωτέρας διατάξεις περί εξαγωγής χρυσού εν τόμω
  21. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΣΥΜΒΑΣΙΣ Μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος της 27 Οκτωβρίου 1927 (ως εκυρώθη δια του ν. 3424 και συνεπληρώθη δια της από 25 Νοεμ. 1929 συμβάσεως μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Τραπέζης της Ελλάδος, κυρωθείσης δια του ν. 4502) περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος του προνομίου της εκδόσεως τραπεζιτικών γραμματίων και περί συστάσεως νέας Τραπέζης υπό την επωνυμίαν "Τράπεζαν της Ελλάδος". Μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, αφ' ενός, εκπροσωπουμένου υπό του επί των Ναυτικών και προσωρινώς επί των Οικονομικών υπουργού κ. Π. Μερλοπούλου και του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας κ. Ν. Βελέντζα, και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, αφ' ετέρου, εκπροσωπουμένης υπό του διοικητού αυτής κ. Αλ. Ν. Διομήδους, συνωμολογήθησαν τ' ακόλουθα: Άρθρον 1 (Σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Συμφώνως τω συνημμένω τη παρούση καταστατικώ συνιστάται ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "Τράπεζα της Ελλάδος". Εις την ούτω συνιστωμένην Τράπεζαν παρέχεται το αποκλειστικόν δικαίωμα της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων καθ' όλην την Επικράτειαν, κατά τα εν τω ως άνω καταστατικώ αυτής οριζόμενα. Η Τράπεζα θα άρξηται της λειτουργίας αυτής καθ' ημέραν ορισθησομένην δια Δ/τος, πάντως δε ουχί βραδύτερον των εξ μηνών από της ημέρας καθ' ην το εν άρθρ. 1 του εν Γενεύη τη 15 Σεπτ. 1927 υπογραφέντος πρωτοκόλλου αναφερόμενον δάνειον θα έχη εκδοθή εις δημοσίαν εγγραφήν. Αφ' ης ημέρας η Τράπεζα της Ελλάδος θα άρξηται της λειτουργίας αυτής, η Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος παραιτείται του προνομίου της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων. Η Εθνική Τράπεζα θα εξακολουθήση εν τούτοις, και πέραν της προθεσμίας ταύτης, ασκούσα πάσας τας λοιπάς υπό του εκάστοτε ισχύοντος καταστατικού αυτής και των εκάστοτε ισχυόντων νόμων ή συμβάσεων οριζομένας εργασίας, εφ' όσον αύται δεν ανήκουσιν, ως εκ της φύσεως των εις την δικαιοδοσίαν της Κεντρικής Εκδοτικής Τραπέζης. Η Τράπεζα της Ελλάδος ήρξατο της λειτουργίας της από 14 Μαΐου 1928, (βλ.σχόλιον άρθρ. 3 παρόντος Δ/τος). Άρθρον 2 (Άρθρ.2 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Το μετοχικόν κεφάλαιον της Τραπέζης της Ελλάδος, ως ορίζεται εν άρθρ. 8 του καταστατικού της, αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου εις το άρτιον παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, θα καταβληθή δε κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος ως ακολούθως: Το σύνολον του κεφαλαίου θα καταβληθή δια της μεταβιβάσεως παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εις την Τράπεζαν της Ελλάδος γραμματίων, πιστώσεων και άλλων ρευστών στοιχείων του ενεργητικού, οία η τελευταία αύτη δικαιούται να κατέχη συμφώνως προς το καταστατικόν της, και άτινα θα προσδιορισθώσιν από συμφώνου υπό των δύο τραπεζών. Το σύνολον του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος του ούτως αναληφθέντος παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος θα εκδοθή παρά της τελευταίας ταύτης εις δημοσίαν εγγραφήν εις το άρτιον, (προϋπολογιζομένου εν ανάγκη του δεδουλευμένου τόκου προς 8%) κατά τον επόμενον τρόπον: Εν τρίτον θα εκδοθή το βραδύτερον δύο μήνας από της ημέρας της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος. Εν τρίτον το βραδύτερον 12 μήνας από της ημέρας της ως άνω πρώτης δημοσίας εκδόσεως. Εν τρίτον το βραδύτερον 12 μήνας από της ημέρας της δευτέρας δημοσίας εκδόσεως. Καθ' εκάστην έκδοσιν εις δημοσίαν εγγραφήν θα παρέχεται δικαίωμα προτιμήσεως προς εγγραφήν, εις το ήμισυ του ποσού της εν λόγω εκδόσεως, εις τους μετόχους της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, εν αναλογία προς τας υπ' αυτών κατεχομένας μετοχάς της Τραπέζης ταύτης, υπό την προϋπόθεσιν ότι παν τμήμα του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος επιφυλαχθέν υπέρ των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και μη αναληφθέν παρ' αυτών θα προστίθεται εις το έτερον ήμισυ της εν λόγω εκδόσεως, το εκδιδόμενον εις δημοσίαν εγγραφήν. Η εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος χορηγητέα προμήθεια δια τας παρεχομένας υπ' αυτής κατά την έκδοσιν υπηρεσίας δεν δύναται να υπερβή το ήμισυ τοις εκατόν. Το ποσόν του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος, όπερ δεν θα έχη εκδοθή εις δημοσίαν εγγραφήν, ή όπερ, καίτοι εκδοθέν, δεν θα έχη καλυφθή και ως εκ τούτου θα παραμένη εις την κατοχήν της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, θα αποτελή μίαν αδιαίρετον συμμετοχήν εγγεγραμένην επ' ονόματι της Τραπέζης ταύτης και εκπροσωπουμένην δι' ενός τίτλου. Μέχρι της πραγματοποιήσεως της ως άνω αναφερομένης τρίτης δημοσίας εκδόσεως η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν δικαιούται να πωλή ή διαθέτη άλλως δι' ιδιωτικής συμφωνίας οιονδήποτε τμήμα του κεφαλαίου της Τραπέζης της Ελλάδος. Σελ. 141 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Μετά την πραγματοποίησιν των ως άνω τριών δημοσίων εκδόσεων, τουτέστι μετά την έκδοσιν εις δημοσίαν εγγραφήν ολοκλήρου του κεφαλαίου, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να πωλή επί τη αιτήσει παν τμήμα του κεφαλαίου, όπερ ήθελε παραμείνει ακάλυπτον δια της δημοσίας εγγραφής εις τιμήν ουχί ανωτέραν του αρτίου πλέον των δεδουλευμένων τόκων και προμηθείας μη υπερβαινούσης το ήμισυ τοις εκατόν. Άρθρον 3 (Άρθρ.3 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος θα μεταβιβάση εις την Τράπεζαν της Ελλάδος τα ακόλουθα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού αυτής, ήτοι: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ α)Χρυσόν ή εξωτερικόν συνάλλαγμα χρυσής βάσεως αξίας λιρών Αγγλίας 700.
  22. β)Τον χρυσόν και τας εις χρυσόν ομολογίας εθνικών δανείων, τας φερουμένας εν τω ισολογισμώ της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως κάλυμμα τραπεζικών γραμματίων, εκδιδομένων συμφώνως τοις ν. 656 του 1915 και 2547 του 1920 (
  23. Θδ. 18 και 20), μετ' αφαίρεσιν εκ των ομολογιών των αποτελουσών τμήμα του καλύμματος τούτου ομολογιών αξίας λιρών Αγγλίας 700.
  24. γ)Το κάλυμμα των τραπεζικών γραμματίων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος των εκδεδομένων συμφώνως τω Ν.Δ/τι της 23 Απρ.
  25. Το κάλυμμα τούτο θα μεταβιβασθή υπό μορφήν στοιχείων του ενεργητικού καταλλήλων όπως περιληφθώσιν εις το κάλυμμα της Τραπέζης της Ελλάδος, ως ορίζεται εν άρθρω 62 του καταστατικού αυτής. δ)Τον παρά του Κράτους κατατεθειμένον άργυρον ως κάλυμμα της εκδόσεως κερμάτων. ε)Τον παρά του Κράτους κατατεθειμένον χρυσόν συμφώνως τω Ν.Δ. της 11 Μαΐου
  26. ς)Τα επόμενα χρέη του δημοσίου: 1)Δάνεια επ' αναγκαστική κυκλοφορία και προσωρινά δάνεια συναφθέντα συμφώνως προς τους νόμους ΒΦΙΘ' (τ.26), 2547, 2577 (12,Θδ. 20 και 21), 2855 (τ. 26) και τα Ν.Δ/τα της 10 Δεκεμβρίου 1922, 3 Μαρτίου 1923, 22 Απριλίου 1924 και 5 Αυγούστου 1925 (μετ' αφαίρεσιν της ανηκούσης εις το Κράτος αναλογίας επί των αποθεματικών των συσταθέντων δια του νόμου 2577 και της αξίας του χρυσού του ανήκοντος εις το Κράτος, συμφώνως τω Νομ. Δ/τι της 11 Μαΐου 1923). Σελ. 142 2)Δάνεια προερχόμενα εκ του νόμου ΓΧΜΒ' του 1910 (τ. 26) μετ' αφαίρεσιν α)της συναλλαγματικής διαφοράς της προκυψάσης ότε το ελληνικόν νόμισμα ευρίσκετο εν ισοτιμία προς το δολλάριον των Ηνωμένων Πολιτειών, β)των παρά γερμανικών και αυστριακών Τραπεζών εισπραχθέντων ποσών συμφώνως προς τας συνθήκας των Βερσαλλιών και του Τριανόν, και παρ' ουγγρικής Τραπέζης, κατόπιν ιδιωτικής συμφωνίας, προς τμηματικήν απόδοσιν προπολεμικών καταθέσεων παρά ταις Τραπέζαις ταύταις. 3)Το δάνειον συναφθέν συμφώνως τω νομοθετικώ διατάγματι της 3 Μαρτίου 1923, ήτοι δραχμάς χρυσάς 16.446.
  27. 4)Έτερα δημόσια δάνεια ή κυμαινόμενα χρέη, ων η μεταβίβασις εις την Τράπεζαν της Ελλάδος ήθελε συμφωνηθή μεταξύ των δύο Τραπεζών. ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ α)Τα εν κυκλοφορία τραπεζικά γραμμάτια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. β)Τας καταθέσεις του δημοσίου και των δημοσίων επιχειρήσεων. γ)Τας καταθέσεις δια την υπηρεσίαν των Εθνικών δανείων. δ)Τας καταθέσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. ε)Τας καταθέσεις του δημοσίου εις αντίκρυσμα της εκδόσεως κερμάτων. ς)Τας καταθέσεις της διεθνούς οικονομικής επιτροπής. ζ)Τας καταθέσεις των ελληνικών Τραπεζών, εφ' όσον ήθελον συναινέσει οι ενδιαφερόμενοι καταθέται. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος θα καταβάλη πάσαν προσπάθειαν όπως επιτύχη την συγκατάθεσιν των καταθετών τούτων. Συνομολογείται εν τούτοις ότι το συνολικόν ποσόν του εις την Τράπεζαν της Ελλάδος μεταβιβασθησομένου παθητικού (συμπεριλαμβανομένου και του υπέρ της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος προκύψαντος τυχόν πιστωτικού υπολοίπου), θα είναι τοσούτον ώστε κατά την έναρξιν της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος, το εν τω άρθρ. 62 του καταστατικού αυτής οριζόμενον κάλυμμα δεν θα είναι κατώτερον του 50% των εν κυκλοφορία τραπεζικών γραμματίων και των άλλων υποχρεώσεων όψεως των τότε μεταβιβασθησομένων. Τα μετενεκτέα ποσά εκ των ως άνω αναφερομένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θα προσδιορισθώσιν εκ των εγγραφών εις τα βιβλία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος κατά το κλείσιμον των εργασιών κατά την προηγουμένην της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος ημέραν. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Ο χρυσός και ο άργυρος θα αναληφθώσιν επί τιμή εις δραχμάς βασιζομένη επί του μέσου όρου των μέσων ημερησίων τιμών εξαγωγίμου χρυσού και αργύρου εις την αγοράν του Λονδίνου κατά τον προηγούμενον της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος μήνα, μετατρεπομένου εις ελληνικόν νόμισμα επί τη τιμή της σταθεροποιήσεως. Αι ομολογίαι του ελληνικού Κράτους θα μεταβιβασθώσιν επί τω μέσω όρω των μέσων τιμών "συμψηφισμού" ελληνικών ομολογιών εν τω Χρηματιστηρίω του Λονδίνου κατά το τρίμηνον το λήγον τη 30 Σεπτ. 1927, μετατρεπομένω εις ελληνικόν νόμισμα επί τη τιμή της σταθεροποιήσεως. Το αλλοδαπόν συνάλλαγμα θα μεταβιβασθή επί τη τιμή της σταθεροποιήσεως. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα εκποιήση ευθύς ως καταστή δυνατόν τον άργυρον και τας ομολογίας τας περιλαμβανομένας εις το ανωτέρω αναγραφόμενον ενεργητικόν, εκ δε του προϊόντος της πωλήσεως θα αποκτήση στοιχεία δυνάμενα να περιληφθώσιν εις το κάλυμμμα, ως τούτο ορίζεται εν άρθρ. 62 του καταστατικού αυτής. Πρβλ. και νόμ.3483 και 4356 (12.Θβ.28 και 29). Άρθρον 4 (Άρθρ. 4 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Το Δημόσιον θα καταβάλη προς την Τράπεζαν της Ελλάδος, κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας αυτής, εις εξωτερικόν συνάλλαγμα χρυσής βάσεως, κατάλληλον όπως περιληφθή εις το κάλυμμα, ως ορίζεται εν άρθρ. 62 του κατασταστικού της Τραπέζης, το ισότιμον των 3 εκατομμυρίων αγγλικών λιρών εκ του προϊόντος του δανείου του εκδοθησομένου συμφώνως προς το πρωτόκολλον το υπογραφέν υπό της ελληνικής Κυβερνήσεως εν Γενεύη τη 15 Σεπτ. 1927, διά του ποσού δε τούτου θέλει εξοφληθή ταυτοχρόνως ανάλογον τμήμα χρέους του δημοσίου προς την Τράπεζαν της Ελλάδος. Άρθρον 5 (Άρθρ. 5 σύμβασις 27 Οκτ. 1927και άρθρ. 2,3 και 4 σύμβασις 25 Νοεμ. 1929). 1.Το δημόσιον θα διαθέτη ετησίως τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά προς απόσβεσιν του υπολοίπου των χρεών αυτού προς την Τράπεζαν της Ελλάδος και την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ως ταύτα θα υφίστανται μετά την πραγματοποίησιν της εν άρθρ. 4 αναφερομένης καταβολής: α)Καθ' έκαστον των δύο πρώτων μετά την έναρξιν της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος ετών ποσόν 200 εκατομμυρίων δραχμών, και ακολούθως 300 εκατομμυρίων δραχμών. β)Πάντα τα κέρδη του δημοσίου τα προκύπτοντα εκ της εκδόσεως κερμάτων. γ)Πάντα τα τέλη και τους φόρους τους παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος καταβλητέους εις το δημόσιον και ποσόν ίσον προς την συμμετοχήν του δημοσίου εις τα κέρδη της Τραπέζης της Ελλάδος, μείον του ποσού του απαιτουμένου προς πληρωμήν του τόκου του δανείου ενοποιήσεως 6% 1924 του ελληνικού δημοσίου. Το εκ τριών πηγών (α'),(β΄) και (γ΄) διαθέσιμον ποσόν θα κατανέμηται μεταξύ των δύο Τραπεζών κατ' αναλογίαν 2/3 εις την Τράπεαν της Ελλάδος και 1/3 εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος. Αφ' ης το χρέος του Δημοσίου προς την Τράπεζαν της Ελλάδος ελαττωθή εις 800 εκατομμύρια δραχμών, το δημόσιον θα διαθέτη προς απόσβεσιν του εις την Τράπεζαν ταύτην οφειλομένου υπολοίπου χρέους το σύνολον της συμμετοχής του δημοσίου εις τα κέρδη της Τραπέζης της Ελλάδος, άνευ της ανωτέρω υπό στοιχείον (γ') προβλεπομένης μειώσεως, επί πλέον δε πάντα τα εκ κερμάτων κέρδη, θα καταβάλη δε προς απόσβεσιν του τότε οφειλομένου υπολοίπου χρέους προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος το ποσόν δραχμών 100 εκατομμυρίων ετησίως, μέχρις εξοφλήσεως του χρέους τούτου. Έναντι των εν τω παρόντι άρθρω προβλεπομένων καταβολών η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να παρακρατή τους παρ' αυτής οφειλομένους εις το δημόσιον φόρους και τέλη, η δε Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να παρακρατή το σύνολον της εις τα κέρδη αυτής συμμετοχής του δημοσίου. Τα εκ της εκδόσεως εικοσαδράχμων κερμάτων προκύπτοντα κέρδη του δημοσίου διατίθενται προς εξόφλησιν των προς την Τράπεζαν της Ελλάδος χρεών του δημοσίου. 2.Εξαιρετικώς διά το πρώτον ποσόν των εκδοθησομένων κερμάτων ονομαστικής αξίας πέντε, δέκα και είκοσι δραχμών, ανερχομένων εν συνόλω εις δραχμάς τετρακόσια τριάκοντα εκατομμύρια (430.000.000), προς αντικατάστασιν των κυκλοφορούντων ήδη τραπεζικών γραμματίων αντιστοίχου αξίας, η Τράπεζα της Ελλάδος εκχωρεί εις το δημόσιον: α)Το ήμισυ της εις αυτήν περιερχομένης αναλογίας εκ του κέρδους των εκδοθησομένων πενταδράχμων και δεκαδράχμων κερμάτων συμφώνως τω ανωτέρω εδαφίω β' της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου. β)Το ήμισυ του κέρδους του προκύψαντος εκ τη εκδόσεως εικοσαδράχμων κερμάτων. Δι' ειδικών συμφωνιών μετά της Τραπέζης της Ελλάδος δύναται το δημόσιον να προεξοφλή μίαν ή πλείονας των ετησίων καταβολών ας το δημόσιον υποχρεούται να ενεργή κατά τα ανωτέρω προς απόσβεσιν των προς την Τράπεζαν της Ελλάδος χρεών αυτού. Σελ. 143 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Ο τόκος της τοιαύτης προεξοφλήσεως ορίζεται δι' εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν από συμφώνου μεταξύ δημοσίου και Τραπέζης της Ελλάδος. Νοείται, κατά την αληθή έννοιαν των ανωτέρω, ότι, αφ' ης το προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος χρέος του δημοσίου εξοφληθή ολοσχερώς, το σύνολον του διαθεσίμου ποσού του απορρέοντος εκ των υπό στοιχεία α', β' και γ' εδαφίων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων πηγών διατίθεται εις εξόφλησιν του απομένοντος χρέους του δημοσίου προς την Τράπεζαν της Ελλάδος, μέχρις ου το χρέος τούτο ελαττωθή εις 800 εκατομμύρια δραχμών, οπότε εφαρμόζονται τα εν τω παρόντι άρθρω ειδικώς διά την περίπτωσιν ταύτην οριζόμενα. Άρθρον 6 (Άρθρ. 6 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Εκ των ετησίων καθαρών κερδών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος απαλλάσσεται πάσης φορολογίας το τμήμα εκείνο, όπερ πηγάζει εκ της προσθήκης εις τας ακαθαρίστους ωφελείας αυτής των μερισμάτων, άτινα απολαμβάνει ως μέτοχος της Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 7 (Άρθρ. 7 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αναλαμβάνει να τηρή ημερησίως παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ελάχιστον υπόλοιπον, ίσον προς 7% του συνόλου των καταθέσεων όψεως των πληρωτέων εις δραχμάς (συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων όψεως του ταμιευτηρίου), των τηρουμένων εν τοις καταστήμασιν αυτής εις Αθήνας, Πειραιά και εις πάντα τα κέντρα, εν οις η Τράπεζα της Ελλάδος ήθελεν ιδρύσει υποκαταστήματα. Άρθρον 2 (Άρθρ.2 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήτις αποκτά νομικήν προσωπικότητα, άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος άνευ άλλης διατυπώσεως, κέκτηται το αποκλειστικόν δικαίωμα της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων καθ’ όλην την επικράτειαν, κατά τα εν τω καταστατικώ αυτής οριζόμενα. Σελ. 138(β) Τεύχος 1416 Σελ. 2 Άρθρον 8 (Άρθρ. 8 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να υποβάλη εις τον υπουργόν των Οικονομικών, το βραδύτερον δέκα ημέρας από της λήξεως εκάστου μηνός, μηνιαίαν κατάστασιν των λογαριασμών αυτής υπό τύπον προσδιορισθησόμενον από συμφώνου μετά της ελληνικής Κυβερνήσεως, η δε Κυβέρνησις αναλαμβάνει όπως επιβάλη την αυτήν υποχρέωσιν προς υποβολήν ομοίων καταστάσεων εις πάσας τας λοιπάς ιδιωτικάς Τραπέζας τας εν Ελλάδι λειτουργούσας. Η Κυβέρνησις θα διαβιβάζη εις την Τράπεζαν της Ελλάδος αντίγραφα των καταστάσεων τούτων και θα δημοσιεύη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως συνοπτικήν κατάστασιν δεικνύουσαν τους σχετικούς δι' εκάστην Τράπεζαν αριθμούς. Βλ. σχόλιον άρθρ. 13 του παρόντος Δ/τος. Σελ. 144 Άρθρον 9 (Άρθρ. 9 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος πάντες οι υπάρχοντες περιορισμοί επί της αγοράς ή πωλήσεως εξωτερικού συναλλάγματος καταργούνται. Βλ. νεωτέραν νομοθεσίαν περί συναλλάγματος εν τόμω
  28. Άρθρον 10 (Άρθρ. 10 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η ισχύς της παρούσης συμβάσεως και του συνημμένου ταύτη καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος άρχεται από της διά Ν.Δ/τος κυρώσεως αυτών και της υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εγκρίσεως της συμβάσεως ταύτης. Ουδεμία τροποποίησις της παρούσης συμβάσεως δύναται να γίνη άνευ της συγκαταθέσεως της γενικής συνελεύσεως της Τραπέζης της Ελλάδος. Άρθρον 11 (Άρθρ. 11 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Η εις χρυσόν περιεκτικότης της δραχμής θα ορισθή διά Δ/τος εκδιδομένου κατά την ημέραν της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος. Η Κυβέρνησις από κοινού μετά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, μέχρι της ενάρξεως της λειτουργίας της Τραπέζης της Ελλάδος, μετέπειτα δε από κοινού μετά της Τραπέζης της Ελλάδος, θα καθορίζη το ανώτατον όριον των κερμάτων, άτινα θα δύνανται να κυκλοφορώσιν εν πάση στιγμή, τον τρόπον της εκδόσεως αυτών και το ποσόν, μέχρι του οποίου τα κέρματα ταύτα θα είναι δεκτά εις τας συναλλαγάς ως νόμιμον χρήμα. Εν πάση περιπτώσει αι επί των θεμάτων τούτων λαμβανόμεναι αποφάσεις δεν θα αντιβαίνωσι προς τας διατάξεις του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος, του συνημμένου τη παρούση. Βλ. σχόλιον άρθρ. 3 του παρόντος Ν.Δ/τος. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Άρθρον 12 (Άρθρ. 12 σύμβασις 27 Οκτ. 1927) Εν περιπτώσει διαφωνίας μεταξύ της Κυβερνήσεως, της Εθνικής Τραπέζης και της Τραπέζης της Ελλάδος ή μεταξύ δύο εξ αυτών, ως προς την ερμηνείαν οιουδήποτε μέρους της παρούσης συμβάσεως, το εφ' ου η διαφωνία ζήτημα παραπέμπεται εις επιτροπήν διαιτητών, αποτελουμένην εξ' ενός αντιπροσώπου οριζομένου παρ' εκάστου των διαφωνούντων μερών και ενός προέδρου εκλεγομένου παρά των αντιπροσώπων τούτων. Εν περιπτώσει ασυμφωνίας περί την εκλογήν του προέδρου, ως πρόεδρος ορίζεται ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Η επιτροπή αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν. Εν ισοψηφία νικά η ψήφος του προέδρου. Αι αποφάσεις της επιτροπής είναι ανέκκλητοι. Εγένετο εις διπλούν πρωτότυπον και υπεγράφη υπό των συμβαλλομένων, ων έκαστος έλαβεν εν αντίτυπον. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ως εκυρώθη διά του νόμ. 3424 και συνεπληρώθη διά των νόμ. 4502, 4731 και 5055) Με την παρ.37 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76, ορίστηκε ότι:΄ Όπου σε διατάξεις του Καταστατικού αναφέρονται οι όροι αφ' ενός «υιοθέτηση του ευρώ ως του εθνικού νομίσματος» ή «υιοθέτηση του ευρώ ως εθνικού νομίσματος» και αφ' ετέρου «Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση» αντικαθίστανται αντιστοίχως, από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις αυτές, με τους όρους «υποκατάσταση του ευρώ στο εθνικό νόμισμα» και «Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας». Πίναξ περιεχομένων Τμήμα Άρθρα Ι.Γενικαί διατάξεις 1-7 ΙΙ.Κεφάλαιον και αποθεματικά 8-10 ΙΙΙ.Γενικαί συνελεύσεις μετόχων 11-19 ΙV.Διοίκησις 20-37 1)Γενικόν συμβούλιον 20-27 2)Εκτελεστική επιτροπή 28 3)Διοικηταί 29-35 4)Συμβούλιον διευθύνσεως 36-37 V.Προσωπικόν της Τραπέζης 38-39 VI.Επιτροπαί προεξοφλήσεων. 40-43 VII.Ελεγκταί 44 VIII.Σχέσεις μετά του Κράτους 45-50 IX.Λογαριασμοί και καταστάσεις 51-54 X.Εργασίαι της Τραπέζης 55-60 XI.Κόλυμμα τραπεζικών γραμματίων και άλλων υποχρεώσεων όψεως 61-64 XII.Έκδοσις τραπεζικών γραμματίων 65-70 XIV.Ειδικά προνόμια της Τραπέζης 72-73 XV.Διάλυσις Τραπέζης 74 Τμήμα Ι Γενικαί διατάξεις Άρθρον 1 Συνιστάται διά του παρόντος ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" εδρεύουσα εν Αθήναις και διεπομένη υπό του παρόντος καταστατικού. Η διάρκεια της Τραπέζης ορίζεται μέχρι της 31Δεκ. 1970, δυναμένη να παραταθή δι' αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, εγκρινομένης διά Δ/τος. "΄Αρθρ.2.-Οι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος είναι οι εξής: α)Χαράσσει και ασκεί τη νομισματική πολιτική. Στην έννοια της νομισματικής πολιτικής περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική. β)Ασκεί την πολιτική της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι των άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η Κυβέρνηση, ύστερα από διαβουλεύσεις με την Τράπεζα της Ελλάδος. γ)Κατέχει και διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας της Ελλάδος και του Δημοσίου και ενεργεί πράξεις σε συνάλλαγμα, δ)Ασκεί την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και οργανισμών του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας, σύμφωνα με το άρθρο 55Α του παρόντος. ε)Προωθεί και επιβλέπει την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων, σύμφωνα με το « άρθρο 55 αριθ.5» του παρόντος. Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  29. στ)Έχει το αποκλειστικό προνόμιο της εκδόσεως τραπεζικών γραμματίων, τα οποία κυκλοφορούν ως νόμιμο χρήμα σε όλη την επικράτεια. ζ)Ενεργεί ως ταμίας και εντολοδόχος του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 45 επ. του παρόντος, (Αντί για τη σελ. 145(β) Σελ. 145(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 3 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και την εκπλήρωση των κατά το άρθρο 5 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καθηκόντων της η Τράπεζα της Ελλάδος συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες και στοιχεία κατά τα οριζόμενα στο «αρθρ. 55Γ» του παρόντος. Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  30. «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα της χώρας, η Τράπεζα παύει να ασκεί αυτοτελώς τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων α', β , γ και τις εμπίπτουσες στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών αρμοδιότητες της περίπτωσης ε , αλλά συμβάλλει, ως αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, στην άσκηση των καθηκόντων του Συστήματος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καταστατικού του. και ενεργεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά τα άρθρα 105 παράγραφοι 2 και 3 και 111 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και τα άρθρα 3,
  31. 14 παράγραφος 3, 30 και 31 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Από την ίδια ημερομηνία η Τράπεζα εκδίδει τραπεζογραμμάτια που κυκλοφορούν ως νόμιμο χρήμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 106 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του άρθρου 16 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» τρίτη παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  32. Η Τράπεζα της Ελλάδος μετέχει σε διεθνείς νομισματικούς και οικονομικούς οργανισμούς «επιφυλασσομένης της εγκρίσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Οι μέσα σε «» λέξεις προστέθηκαν με την παρ.4 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  33. Το άρθρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  34. Σελ. 146(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 4 Άρθρ.3.-"Το Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, σ' όλη τη διάρκεια του προνομίου που παρέχεται στην Τράπεζα, να μην εκδίδει ούτε να επανεκδίδει άλλα νομίσματα οποιασδήποτε φύσεως εκτός από κέρματα που η ονομαστική τους αξία να μην είναι ανώτερη των πενήντα δραχμών και αυτά μόνο μέσω της Τράπεζας και με αίτηση αυτής και σύμφωνα με το νόμο". Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το δεύτερο άρθρο του Νόμ. 1261/1982 (τομ. 26 σελ. 18,12). Με την παρ.5 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.76, ορίστηκε ότι: Στο άρθρο 3, παράγραφος πρώτη, η λέξη «εκατό» αντικαθίσταται με τη λέξη «χιλίων» και, παράγραφος δεύτερη, οι λέξεις «των εκατό» αντικαθίστανται με τις λέξεις «μέχρι χιλίων». «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα η ποσότητα των εκδιδόμενων κερμάτων τελεί υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η δε ονομαστική αξία και οι τεχνικές προδιαγραφές των κερμάτων σε ευρώ καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.» Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.6 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  35. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος "Αρθρ.4.-Πρωταρχικός σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου των τιμών. Me την επιφύλαξη του πρωταρχικού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Από της υιοθετήσεως του ευρώ ως του εθνικού νομίσματος της Χώρας, η Τράπεζα της Ελλάδος επιδιώκει τον πρωταρχικό σκοπό της διατηρήσεως της σταθερότητας των τιμών, ως αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και κατά τους όρους του άρθρου 105 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.' Το άρθρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  36. Άρθρ.5.-(Καταργήθηκε από την παρ.3 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 ,ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70.). "Αρθρ.5Α.-Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, η Τράπεζα της Ελλάδος και τα μέλη των οργάνων της δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από την Κυβέρνηση ή οργανισμούς. Η Κυβέρνηση και οι λοιποί φορείς πολιτικής εξουσίας δεν επιδιώκουν να επηρεάζουν τα όργανα της Τράπεζας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Άρθρ.5Β.-Η Τράπεζα της Ελλάδος υποβάλλει κάθε έτος έκθεση για τη νομισματική πολιτική του προηγούμενου και του τρέχοντος έτους στη Βουλή των Ελλήνων και στο Υπουργικό Συμβούλιο. Κατά τη διάρκεια του έτους η Τράπεζα υποβάλλει συμπληρωματική έκθεση για τις νομισματικές εξελίξεις και τη νομισματική πολιτική. Από της ιδρύσεως του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών η Τράπεζα της Ελλάδος συμβάλλει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για υποβολή εκθέσεων κατά τα άρθρα 109 Β1 παράγραφος 3 της Συνθήκης και 15 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος καλούμενος εμφανίζεται ενώπιον αρμόδιας επιτροπής της Βουλής, προκειμένου να ενημερώσει επί θεμάτων αρμοδιότητας της Τράπεζας της Ελλάδος. Για τον ίδιο λόγο ο Διοικητής μπορεί να ζητεί από τον Πρόεδρο της Βουλής να κληθεί για να εμφανισθεί ενώπιον της επιτροπής. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος καλείται και μπορεί να παρίσταται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή αρμόδιων επιτροπών του Υπουργικού Συμβουλίου, όταν συζητούνται θέματα που σχετίζονται με τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Για κάθε σχέδιο νόμου που αφορά τις αρμοδιότητες του άρθρου 2 ζητείται η γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διατυπώνει προτάσεις προς την Κυβέρνηση επί θεμάτων της αρμοδιότητάς της.' Τα άρθρ.5Α και 5Β προστέθηκαν με την παρ.4 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  37. Άρθρον 3 (Άρθρ.3 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927) Η νομισματική μονάς εν Ελλάδι είναι η δραχμή. Η εις χρυσόν περιεκτικότης αυτής ορισθήσεται δια Δ/τος εκδιδομένου εφ’ άπαξ, προτάσει του υπουργικού συμβουλίου, και δημοσιευομένου την αυτήν ημέραν, καθ’ ην άρξεται η λειτουργία της Τραπέζης της Ελλάδος. Δια το άρθρ. 2 του Π.Δ. της 12/12 Μαΐου 1928 περί προσδιορισμού της εις χρυσόν περιεκτικότητος της δραχμής και περί ενάρξεως των εργασιών της Τραπέζης της Ελλάδος (τ.26), ωρίσθη ότι η έναρξις της λειτουργίας της Τραπέζης και η υποχρέωσις αυτής όπως ανταλλάσση τα τραπεζικά αυτής γραμμάτια προς εξωτερικόν συνάλλαγμα, άρχεται από της 14 Μαΐου
  38. Την νεώτεραν περί του νομίσματος νομοθεσίαν βλ. εν τόμω
  39. Άρθρον 6 Το κεντρικόν κατάστημα της Τραπέζης θα ευρίσκεται εν Αθήναις. Η Τράπεζα δικαιούται να ιδρύη υποκαταστήματα ή πρακτορεία ή να διορίζη πράκτορας οπουδήποτε της Ελλάδος, δύναται δε να ιδρύη πρακτορεία ή να διορίζη πράκτορας εν τη αλλοδαπή (εις μίαν ή πλείονας των κατά το άρθρ. 5
(4)οριζομένων χωρών χρυσής νομισματικής βάσεως.) Η μέσα σε () φράση διαγράφηκε από την παρ.5 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  1. Άρθρον 7 Το παρόν καταστατικόν δύναται να τροποποιηθή δι' αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, κυρουμένης διά νόμου. Τμήμα ΙΙ Κεφάλαιον και αποθεματικά Άρθρ.8.-"Το μετοχικόν κεφάλαιον της Τραπέζης, ορισθέν κατά την ίδρυσιν αυτής εις 400.000.000 δραχμών, διηρέθη εις 80.000 μετοχάς, (αξίας 5.000 δραχμών εκάστη), κατεβλήθη δε εξ ολοκλήρου υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, αναλαβούσης ολόκληρον το μετοχικόν κεφάλαιον κατά τους όρους του άρθρ. 2 της μεταξύ του Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως, ης παράρτημα αποτελεί το παρόν Καταστατικόν. Το μετοχικόν τούτο κεφάλαιον της Τραπέζης της Ελλάδος, κατ' αναπροσαρμογήν, συμφώνως προς το Δ/μα της 14/27 Νοεμ. 1956 "περί αναπροσαρμογής των ισολογισμών των Ανωνύμων εταιρειών" από της 1ης Ιαν. 1957 ορίζεται εις 168.000.000 δραχμάς διαιρούμενον εις 80.000 μετοχάς". Το εδάφιον α' ετροποποιήθη ως άνω διά της από 11 Απρ. 1957 αποφ. Γεν. Συνελεύσεως των Μετόχων κυρωθείσης διά του Ν.Δ. 4022/1959 κατωτ. σελ. 166,
  2. (Αντί για τη σελ. 146,01) Σελ. 146,01(α) Τεύχος 1416 Σελ. 5 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Αι μετοχαί της Τραπέζης είναι ονομαστικαί. Η μεταβίβασις των μετοχών γίνεται δι' εγγραφής εις ειδικόν βιβλίον εκδιδομένου καθ' εκάστην μεταβίβασιν ιδίου τίτλου. Η εγγραφή υπογράφεται υπό του μεταβιβάζοντος μετόχου ή του πληρεξουσίου αυτού και του διοικητού της Τραπέζης. Πάς μέτοχος, οπουδήποτε και αν κατοική, ως προς τας σχέσεις του ως μετόχου μετά της Τραπέζης, έχει νόμιμον κατοικίαν τας Αθήνας και υπόκειται εις τους ελληνικούς νόμους και εις την αρμοδιότητα των εν Αθήναις δικαστηρίων. Η κυριότης του τίτλου της μετοχής επάγεται αυτοδικαίως την αποδοχήν των διατάξεων του καταστατικού της Τραπέζης και των κατά τους όρους αυτού λαμβανομένων αποφάσεων των οργάνων της Τραπέζης. Ο μέτοχος της Τραπέζης ευθύνεται μόνον μέχρι του ονομαστικού κεφαλαίου της μετοχής, έχει δε εν τη Τραπέζη τα ρητώς υπό του παρόντος καταστατικού παρεχόμενα αυτώ δικαιώματα. Απαγορεύεται ιδίως εις τους μετόχους, ως και εις τους δανειστάς αυτών, να ζητώσι την σφράγισιν ή κατάσχεσιν των βιβλίων ή περιουσιακών στοιχείων της Τραπέζης. «Επί των μετοχών της Τράπεζας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί άυλων, ονομαστικών μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, όπως εκάστοτε ισχύουν. Οι εγγραφές στο σύστημα αποϋλοποίησης έχουν τη δύναμη καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Κατά τα λοιπά ισχύει το άρθρ.72 του Καταστατικού». Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με το άρθρ.32 Νόμ.2733/28-30 Ιουλ.1999 (ΦΕΚ Α΄155), κατωτ.αριθ.
  3. Με την παρ.1 άρθρ.34 Νόμ.2778/29-30 Δεκ.1999 (ΦΕΚ Α΄295), κατωτ.αριθ.74, ορίστηκε ότι: «Το Δημόσιο και αι Δημόσιαι Επιχειρήσεις δεν δύνανται να κατέχωσιν αμέσως ή εμμέσως μετοχάς της Τράπεζας κατά ποσόν υπερβαίνον εν συνόλω τα τριάντα πέντε εκατοστά του εκδεδομένου ονομαστικού κεφαλαίου». Σελ. 146,02(α) Τεύχος 1416 Σελ. 6 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Το δημόσιον και αι δημόσιαι επιχειρήσεις δεν δύνανται να κατέχωσιν αμέσως ή εμμέσως μετοχάς της Τραπέζης κατά ποσόν υπερβαίνον εν συνόλω το εν δέκατον του εκδιδομένου ονομαστικού κεφαλαίου. Άρθρον 9 Το κεφάλαιον της Τραπέζης δύναται να αυξηθή δι' αποφάσεως του γενικού συμβουλίου εγκρίσει της Κυβερνήσεως. Η αύξησις καταβάλλεται εξ ολοκλήρου, η δε τιμή και ο τρόπος της εκδόσεως των νέων μετοχών ορίζεται παρά του γενικού συμβουλίου εγκρίσει της Κυβερνήσεως. «Κατά τον αυτόν τρόπον αποφασίζεται διάσπαση των μετοχών σε περισσότερα τμήματα και ορίζεται η ονομαστική αξία εκάστου, ώστε το κάθε τμήμα να αποτελεί αυτοτελή μετοχή». Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.34 Νόμ.2778/29-30 Δεκ.1999 (ΦΕΚ Α΄295), κατωτ.αριθ.
  4. Άρθρον 10 Το τακτικόν αποθεματικόν (ως και το έκτακτον αποθεματικόν, εφ' όσον υπάρχει τοιούτον) σχηματίζεται εκ των ετησίων καθαρών κερδών, ως προβλέπεται εν άρθρω
  5. Καταβολαί εις το τακτικόν αποθεματικόν δύνανται να ανασταλώσιν, εφ' όσον τούτο ανέλθη ή υπερβή το καταβεβλημένον κεφάλαιον της Τραπέζης. Τμήμα ΙΙΙ Γενικαί συνελεύσεις των μετόχων Άρθρον 11 Η γενική συνέλευσις των μετόχων, καταρτιζομένη συμφώνως τω παρόντι καταστατικώ, είναι το ανώτατον όργανον της Τραπέζης και εκπροσωπεί το σύνολον των μετόχων. Αι αποφάσεις αυτής υποχρεούσι πάντας, και αυτούς τους απόντας ανικάνους ή διαφωνούντας μετόχους. Άρθρον 12 Αι γενικαί συνελεύσεις συνέρχονται ως έπεται: α)Η τακτική γενική συνέλευσις συνέρχεται άπαξ του έτους, ουχί βραδύτερον του μηνός Απριλίου. β)Έκτακτοι γενικαί συνελεύσεις συνέρχονται οσάκις παρίσταται ανάγκη. Αι τακτικοί και έκτακτοι γενικαί συνελεύσεις συγκαλούνται υπό του γενικού συμβουλίου. Τη εγγράφω αιτήσει μετόχων, δεόντως νομιμοποιουμένων και εκπροσωπούντων τουλάχιστον το έν τέταρτον του μετοχικού κεφαλαίου, το συμβούλιον υποχρεούται ίνα συγκαλή έκτακτον γενικήν συνέλευσιν, συνερχομένην εντός τριάκοντα ημερών από της λήψεως της τοιαύτης αιτήσεως. Πάσα τοιαύτη αίτησις θα περιέχη τα θέματα τα υποβληθησόμενα εις την συνέλευσιν και θα συνοδεύηται υπό αιτηολογικής εκθέσεως. Η πρόσκλησις γενικής συνελεύσεως, ορίζουσα τον τόπον, την ημέραν και την ώραν και την ημερησίαν διάταξιν, τοιχοκολλάται εν εμφανή θέσιν του καταστήματος της Τραπέζης και δημοσιεύεται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εις ας εφημερίδας ήθελεν αποφασίσει το γενικόν συμβούλιον. Η πρόσκλησις γίνεται είκοσι μίαν τουλάχιστον ημέρας προ πάσης γενικής συνελεύσεως. Προκειμένου περί της τακτικής γενικής συνελεύσεως αντίγραφα της ετησίας εκθέσεως θα ευρίσκωνται εις την διάθεσιν των μετόχων εις πάντα τα καταστήματα της Τραπέζης. "Προτάσεις περί τροποποιήσεως του καταστατικού, εξαιρουμένης της αυξήσεως του κεφαλαίου περί ης προβλέπει το άρθρ. 9, δύνανται να συζητώνται και εις έκτακτον γενικήν συνέλευσιν, συνερχομένην προς το σκοπόν τούτον. Αι επί τοιούτων προτάσεων αποφάσεις υποβάλλονται εις τας Βουλάς διά της Κυβερνήσεως προς κύρωσιν. Η εντός " " διάταξις προσετέθη υπό του άρθρου μόνου περιπτ. α' ν. 5534 (κατωτ. αρ. 6) Επί των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της Τραπέζης της Ελλάδος δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 39 και 40 ν. 2190 (άρθρ. 2 νόμ. 5305, κατωτ. αρ. 4) Άρθρ. 13.-«Εις τας γενικάς συνελεύσεις της Τραπέζης δικαιούται να συμμετάσχη και να ψηφίση ο κύριος τουλάχιστον είκοσι πέντε μετοχών, εγγεγραμμένος ως τοιούτος, εις το ειδικόν βιβλίον της Τραπέζης, τρεις μήνας προ της γενικής συνελεύσεως. Ανά είκοσι πέντε μετοχαί παρέχουν εις τον κύριον αυτών το δικαίωμα μιας ψήφου. Μέτοχοι έχοντες ολιγωτέρας των είκοσι πέντε μετοχών δύνανται να διορίσουν κοινόν αντιπρόσωπον μέτοχον, δυνάμενον να παραστή εις την γενικήν συνέλευσιν, εφ' όσον συγκεντρώνει την αντιπροσωπείαν τουλάχιστον είκοσι πέντε μετοχών". Το άρθρ. 13 συμπληρωθέν διά της περιπτ. β' του άρθρου μόνου Νομ. 5534/1932 (κατωτ. αριθ. 6) αντικατεστάθη ως άνω διά του άρθρ. 3 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51). «Σε περίπτωση διασπάσεως των μετοχών κατά το Άρθρον 4 (Άρθρ.4 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927 και ν. 4502 άρθρον 1 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929) Τα τραπεζικά γραμμάτια ονομαστικής αξίας ανωτέρας των είκοσι δραχμών, τα εκδιδόμενα παρά της Τραπέζης της Ελλάδος, ή κυκλοφορούντα κατά το άρθρ.9, εδάφ.3, ο απαιτούμενος ως άνω ελάχιστος αριθμός μετοχών για την παροχή δικαιώματος συμμετοχής ή παραστάσεως και ψήφου στη Γενική Συνέλευση, δύναται να αναπροσαρμόζεται εκάστοτε αναλόγως με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου». Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.34 Νόμ.2778/29-30 Δεκ.1999 (ΦΕΚ Α΄295), κατωτ.αριθ.
  6. (Αντί για τη σελ. 147(α) Σελ. 147(β) Τεύχος 1416 Σελ. 7 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Άρθρον 14 Δεν δικαιούνται ν' ασκήσωσι τα δικαιώματα μετόχων εν γενικαίς συνελεύσεσιν ούτε αυτοπροσώπως, ούτε δι' αντιπροσώπου οι εξής: α)Οι μη έχοντες την ελληνικήν υπηκοότητα. β)Οι πτωχεύσαντες, κατά την περίοδον του περιορισμού των δικαιωμάτων των. γ)Πρόσωπα μη εκπληρώσαντα τας προς την Τράπεζαν υποχρεώσεις των ή ων γραμμάτια ευρισκόμενα εις χείρας της Τραπέζης διεμαρτυρήθησαν και παραμένουσιν απλήρωτα. δ)Πρόσωπα ων τα αστικά ή πολιτικά δικαιώματα εμειώθησαν ή αφηρέθησαν κατ' ακολουθίαν καταδίκης δι' εγκληματικήν πράξιν, εφ' όσον χρόνον η τοιαύτη μείωσις ή αφαίρεσις παραμένει εν ισχύϊ. Άρθρον 15 Υπάλληλος της Τραπέζης δεν δύναται να παρίσταται εις γενικήν συνέλευσιν υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου μετόχων, παρά μόνον ως αντιπρόσωπος συγγενών του μέχρι τετάρτου βαθμού συμπεριλαμβανομένου, ή ως νομίμως διωρισμένος κηδεμών ή διαχειριστής. Άρθρ.16.-"Πάς μέτοχος, έχων δικαίωμα παραστάσεως εις την γενικήν συνέλευσιν και ψήφου, δικαιούται να ασκή αυτό διά πληρεξουσίου, ισχυόντων των περιορισμών του άρθρ. 13". Το άρθρ. 16 συμπληρωθέν διά της περιπτ. γ' του άρθρου μόνου Νομ. 5534/1932 (κατωτ. αριθ. 6) αντικατεστάθη ως άνω διά του άρθρ. 4 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51). Άρθρον 17 Το διοικητικόν συμβούλιον αποφασίζει περί του τρόπου της μεταβιβάσεως του δικαιώματος ψήφου, τα δε σχετικά πληρεξούσια κατατίθενται παρά τη γραμματεία, επτά τουλάχιστον ημέρας προς της συνελεύσεως. Άρθρον 18 «Ο Πρόεδρος των Γενικών Συνελεύσεων εκλέγεται υπό της Συνελεύσεως».Εν περιπτώσει ισοψηφίας νικά η ψήφος του προέδρου. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.7 άρθρ.18 Νόμ.2832/913 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  7. Διά της παρ. 2 του άρθρ. 2 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51) ωρίσθη, ότι Πρόεδρος των Γενικών Συνελεύσεων, δύναται να εκλεγή και μη μέτοχος της Τραπέζης. Σελ. 148(β) Τεύχος 1416 Σελ. 8 Άρθρον 19 Η ετησία γενική συνέλευσις είναι μόνη αρμοδία ν' αποφασίζη επί των ακολούθων θεμάτων: α)Εγκρίσεως της ετησίας εκθέσεως. β)Εγκρίσεως του ισολογισμού κατόπιν εκθέσεως των ελεγκτών. γ)Καταβολών εις αποθεματικά και άλλα ειδικά κεφάλαια, προσδιορισμού του μερίσματος και εν γένει διαθέσεως των καθαρών κερδών. δ)Εκλογής ή ανακλήσεως των μελών του γενικού συμβουλίου και των ελεγκτών και καθορισμού της αμοιβής και των οδοιπορικών αυτών εξόδων. ε)Απαλλαγής του γενικού συμβουλίου και των ελεγκτών από πάσης προσωπικής ευθύνης. Η επί τω σκοπώ τούτω ψηφοφορία είναι φανερά και γίνεται δι' ονομαστικής κλήσεως. ς)Προτάσεων περί τροποποιήσεως του παρόντος καταστατικού υποβλητέων εις την Βουλήν διά της Κυβερνήσεως, εξαιρουμένης της αυξήσεως του κεφαλαίου (άρθρ.9). ζ)Προτάσεων επί παντός άλλου θέματος υποβαλλομένου εις την συνέλευσιν υπό του γενικού συμβουλίου (ή των μετόχων). Τηρουμένων των διατάξεων του καταστατικού τούτου, η γενική συνέλευσις αποφασίζει περί του τρόπου της διεξαγωγής των εργασιών της. Αι εντός ( ) λέξεις του στοιχ. ζ' διεγράφησαν διά του άρθρ. 6 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51). Τμήμα IV 1.Γενικόν συμβούλιον Διοίκησις "Αρθρ.20.-Η γενική διαχείριση των υποθέσεων της Τραπέζης ανατίθεται εις το Γενικόν Συμβούλιον υπεύθυνον προς την Γενικήν Συνέλευσιν. Το Συμβούλιον δικαιούται να λαμβάνει πάσαν απόφασιν και να ασκεί πάσαν εξουσίαν, εντός των ορίων του Καταστατικού, μη υπαγομένην εις την αρμοδιότητα της Γενικής Συνελεύσεως ή του Συμ-βουλίου Νομισματικής Πολιτικής ή τις κατ’ άρθρα 31 εδάφιο τελευταίο και 55Α του παρόντος αρμοδιότητες του Διοικητού.' Το άρθρ.20 αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ.6 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  8. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος «'Αρθρ.21.-Το Γενικόν Συμβούλιον αποτελείται εκ του Διοικητού, των δύο Υποδιοικητών, των λοιπών μελών του Συυβουλίου Νομισματικής Πολιτικής και έξι Συμβούλων, τρεις τουλάχιστον εκ των οποίων θα εκλέγονται εκ των περί την βιομηχανίαν, το εμπόριον και την γεωργίαν ειδικώς ασχολουμένων. Ο Διοικητής και οι Υποδιοικηταί διορίζονται κατά τα εν άρθρω 29 προβλεπόμενα, τα δε λοιπά μέλη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35A, Οι έξι Σύμβουλοι εκλέγονται υπό της Γενικής Συνελεύσεως δια τρία έτη και είναι επανεκλέξιμοι. Τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής θα μετέχουν στο Γενικό Συμβούλιο, κατά το άρθρο 35Α, από την επομένη της ετησίας Γενικής Συνελεύσεως του
  9. Μέχρι την ημερομηνία της Γενικής Συνελεύσεως του 1998 εξακολουθεί η θητεία των εν ενεργεία Συμβούλων, η οποία λήγει τότε αυτοδικαίως. Εκ των κατά την ετησίαν ταύτην Γενικήν Συνέλευσιν εκλεγησομένων έξι Συμβούλων, ανά δύο, ορισθησόμενοι δια κλήρου, θα αποχωρήσωσιν εις εκάστην των ετησίων Γενικών Συνελεύσεων των ετών 1999, 2000 και 2001." Το άρθρ.21 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.7 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  10. Άρθρ.22.-«Δεν είναι εκλέξιμοι ως Σύμβουλοι: 1) Μέλη της Κυβερνήσεως, δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι δημοσίων ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. 2) Μέλη της Βουλής. 3) Σύμβουλοι ή υπάλληλοι άλλων Τραπεζών. 4) Κάθε πρόσωπο που υπάγεται στην κατηγορία του άρθρου 14.» Η μέσα σε «» πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.8 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  11. «΄Από την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ο Διοικητής μετέχει, ως εκ της θέσεώς ταυ, ως ανεξάρτητη προσωπικότητα στο Γενικό Συμβούλιο και στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.' Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ.8 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  12. Ο Διοικητής και οι Υποδιοικηταί δύνανται να μετέχωσι του Διοικητικού Συμβουλίου της Τραπέζης των Διεθνών Διακανονισμών. Δεν δύνανται να ώσι Σύμβουλοι ή Διοικηταί της Τραπέζης συγχρόνως πρόσωπα ασκούντα συνεταιρικώς επιχείρησιν ή συνδεόμενα διά συγγενείας μέχρι τρίτου βαθμού συμπεριλαμβανομένου. Αν κατά την διάρκειαν του έτους και μεταξύ δύο ετησίων Γενικών Συνελεύσεων κενωθή θέσις Συμβούλου, το Γενικόν Συμβούλιον εκλέγει αναπληρωτήν Σύμβουλον μέχρι της προσεχούς ετησίας Γενικής Συνελεύσεως. Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές και οι Σύμβουλοι αναλαμβάνοντες υπηρεσίαν ορκίζονται να τηρώσιν αυστηρώς και πιστώς τας διατάξεις του Καταστατικού τούτου, να προάγωσι τα συμφέροντα της Τραπέζης υπό πάσαν έποψιν, ν' αφοσιωθώσι τιμίως και ενδελεχώς εις την διοίκησιν των εργασιών της Τραπέζης και να τηρώσιν εχεμύθειαν, όσον αφορά εις τας συναλλαγάς της Τραπέζης. Ο Διοικητής και οι Υποδιοικηταί ορκίζονται ενώπιον της Α.Μ. του Βασιλέως, οι δε Σύμβουλοι ενώπιον του Διοικητού εν συνεδριάσει του Γενικού Συμβουλίου". Το άρθρ. 22 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. Διά της παρ. 2, του άρθρ. 2 Ν.Δ. 244/1973 (κατωτ. αριθ. 51) ωρίσθη ότι δύναται να εκλεγή μέλος του Γενικού Συμβουλίου και μη μέτοχος της Τραπέζης. Άρθρ.23.-(Αντικατασταθέν διά της παρ.1του άρθρ. 1 Ν.Δ. 1385/1973, κατωτ. αριθ. 50, κατηργήθη διά της παρ. 1, του άρθρ. 2 Ν.Δ. 244/1973, κατωτ. αριθ. 51). "Άρθρ.24.-Εάν ο Διοικητής ή τις των Υποδιοικητών ή των μελών του Γενικού Συυβουλίου καταστούν οριστικώς ανίκανοι ή υποπέσουν σε βαρύ παράπτωμα, ιδίως δε καταστώσιν ένοχοι παραβάσεως του παρόντος Καταστατικού, αποκαλύψωσι μυστικά αναγόμενα εις τας υποθέσεις της Τραπέζης ή καταχρασθώσι της θέσεως αυτών δι' ιδίους προσωπικούς ή εμπορικούς σκοπούς, η Γενική Συνέλευσίς των Μετόχων δικαιούται να απομακρύνη αυτούς της θέσεώς των." Το άρθρ.24 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  13. άρθρον 65 του καταστατικού αυτής, θα έχωσι την ιδιότητα νομίμου χρήματος, ως ορίζεται εν άρθρ. 66 του αυτού καταστατικού. Κατ’ εξαίρεσιν τα τραπεζικά γραμμάτια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ονομαστικής αξίας είκοσι δραχμών και κάτω, τα αποτελούντα τμήμα των εν κυκλοφορία τραπεζικών γραμματίων, των μεταβιβαζομένων εις την Τράπεζαν της Ελλάδος παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρ. 3 («Παθητικόν») της μεταξύ αυτής και του Δημοσίου συμβάσεως, θα εξακολουθήσωσι κυκλοφορούντα ως νόμιμα χρήματα μέχρι της υπό του δημοσίου εκδόσεως εικοσαδράχμων, δεκαδράχμων και πενταδράχμων κερμάτων, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Ευθύς ως το δημόσιον εκδώση τοιαύτα κέρματα, η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται ν’ αποσύρη της κυκλοφορίας τα τότε εν κυκλοφορία τραπεζικά γραμμάτια ονομαστικής αξίας είκοσι δραχμών και κάτω και αντικαταστήση αυτά δια τραπεζικών γραμματίων αξίας ανωτέρας των είκοσι δραχμών. Αι διατάξεις του άρθρ. 68 του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος εφαρμόζονται και εν τη περιπτώσει ταύτη. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Άρθρον 25 Το λειτούργημα του συμβούλου είναι επίτιμον. Αι αμοιβαί και τα οδοιπορικά αυτών έξοδα, τα σχετικά προς την άσκησιν των καθηκόντων των ως συμβούλων, ορίζονται εκάστοτε υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων. (Αντί για τη σελ. 149(γ) Σελ. 149(δ) Τεύχος 1416 Σελ. 9 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Άρθρ.26.-"Ο Διοικητής, ή, εν απουσία αυτού, ο αναπληρών αυτόν Υποδιοικητής, κατά τα εν άρθρ. 32 οριζόμενα, καλεί εις συνεδρίασιν το Γενικόν Συμβούλιον οσάκις παραστή ανάγκη και άπαξ τουλάχιστον του μηνός, προεδρεύει δε των συνεδριάσεων αυτού. Το Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία εάν παρίστανται εξ τουλάχιστον των μελών αυτού. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν των παρόντων μελών. Εν περιπτώσει ισοψηφίας, η ψήφος του Προέδρου νικά. Τα πρακτικά των Συνεδριάσεων του Συμβουλίου περιλαμβάνουσι τα ονόματα των παρόντων Συμβούλων και αναφέρουσι τας λαμβανομένας αποφάσεις. Τα πρακτικά υπογράφονται υπό του Προέδρου της Συνεδριάσεως και ενός μέλους του Συμβουλίου. Ουδείς Σύμβουλος δικαιούται αδείας απουσίας πέραν των τεσσάρων κατ' ανώτατον όριον μηνών εντός του έτους, εκτός εάν συντρέχει περίπτωσις ανωτέρας βίας καθιστώσα την απουσίαν δικαιολογημένην. Σύμβουλος μη παραστάς εις τας Συνεδριάσεις του Συμβουλίου επί τέσσαρας μήνας εντός του έτους, ή εις τέσσαρας συνεχείς συνεδριάσεις χωρίς να διατελή επ' αδεία ή να συντρέχη περίπτωσις ανωτέρας βίας, θεωρείται παρητημένος και αντικαθίσταται κατά τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού. Το εδαφ. 2 του άρθρ. 35 ισχύει και διά τους Συμβούλους της Τραπέζης". «Το Γενικό Συμβούλιο δύναται, κατόπιν αποφάσεως του, να συνεδριάζει και εκτός έδρας, εντός της Ελληνικής Επικράτειας». Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.
  14. Το άρθρ. 26 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960 δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. Άρθρον 27 (Άρθρ.27 καταστατικού και άρθρ. 1 ν. 5055) Το γενικόν συμβούλιον αποφασίζει επί των κάτωθι θεμάτων: α) (Απαλείφθηκε με την παρ.10 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998,ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). Σελ. 150(δ) Τεύχος 1416 Σελ. 10 «β) Των γενικών όρων και της εκτάσεως των εργασιών της Τράπεζας που εκτελούνται εκτός του πεδίου των καθηκόντων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Το μέσα σε «» στοιχ.β΄ όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ.11 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/1111 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρ.18Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  15. γ)Της εκλογής των πιστούχων της Τραπέζης προς ους θα παρέχωνται ευκολίαι, υπό μορφήν προεξοφλήσεων ή πιστώσεων, και εγκρίσεως των ορίων των προτεινομένων υπό του διοικητού διά τοιαύτης πιστώσεως «εφόσον τούτο δεν ανάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής». Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε με την παρ.12 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  16. δ)Της εγκρίσεως ανανεώσεως γραμματίων, ανανεώσεως πιστώσεων δι' ωρισμένην προθεσμίαν, και της περιοδικής αναθεωρήσεως . (άπαξ τουλάχιστον καθ' εξαμηνίαν) πασών των πιστώσεων, προεξοφλήσεων και προκαταβολών «εφόσον τούτο δεν ανάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής». Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε με την παρ.12 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  17. ε) (Καταργήθηκε από την παρ.10 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000, ΦΕΚ Α΄141, κατωτ.αριθ.76). ς)Του διορισμού ή παύσεως των διευθυντών, τη προτάσει του διοικητού, και περί του γενικού εσωτερικού οργανισμού της Τραπέζης. ζ) (Καταργήθηκε από την παρ.10 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000, ΦΕΚ Α΄141, κατωτ.αριθ.76). η) (Απαλείφθηκε από την παρ.13 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998,ΦΕΚ Α΄101, κατωτ.αριθ.70). 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος θ)Ζητημάτων σχετικών με την απόκτησιν ακινήτων αναγκαιούντων διά τας εργασίας της Τραπέζης και την πρόσκαιρον κτήσιν και πώλησιν τοιούτων ακινήτων κατά το άρθρον
  18. ι)Της αποσβέσεως ενεργητικού της Τραπέζης. ια) «Με την επιφύλαξη των άρθρ.30 και 31 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών» του διορισμού ξένων ανταποκριτών και του προσδιορισμού του ανωτάτου ορίου των κεφαλαίων, άτινα δύνανται να τηρώνται παρ' αυτής διά λογαριασμόν της Τραπέζης, ως και του ορίου των πιστωτικών ευκολιών, χορηγηθησομένων αυτοίς δια προεξοφλήσεων ή δανείων. Οι μέσα σε «» λέξεις προτάχθηκαν με την παρ.14 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  19. ιβ)Ζητημάτων αφορώντων τον τύπον, το κείμενον, το υλικόν, τας κατηγορίας και την προμήθειαν τραπεζικών γραμματίων, «σε δραχμές» την απόσυρσιν και ακύρωσιν αυτών και τους όρους, υφ' ους είναι πληρωτέα εφθαρμένα τραπεζικά γραμμάτια , «σε δραχμές». Το σχέδιον όμως, το κείμενον και αι κατηγορίαι θα ορίζωνται από συμφώνου μετά του υπουργού των Οικονομικών. Οι μέσα σε «» λέξεις προστέθηκαν με την παρ.11άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  20. ιγ)Ζητημάτων αφορώντων εις την εκκαθάρισιν επιχειρήσεων εν πτωχεύσι και χρεών οφειλομένων προς την Τράπεζαν. ιδ)Της ιδρύσεως και καταργήσεως υποκαταστημάτων και πρακτορείων της Τραπέζης. ιε)Της ημερησίας διατάξεως των γενικών συνελεύσεων. ις)Των υποχρεουσών την Τράπεζαν υπογραφών. ιζ)Της εγκρίσεως της ετησίας εκθέσεως και του ισολογισμού των υποβληθησομένων εις την ετησίαν γενικήν συνέλευσιν. Τηρουμένων των διατάξεων του καταστατικού τούτου, το γενικόν συμβούλιον αποφασίζει περί του τρόπου της διεξαγωγής των εργασιών του και δύναται να καταρτίζη εκ των μελών του επιτροπάς προς μελέτην και λήψιν αποφάσεων επί θεμάτων ανατιθεμένων αυταίς υπό του συμβουλίου. Άρθρ.28.-"Αν, προκειμένου περί υποθέσεων δι' ας απαιτείται απόφασις του Γενικού Συμβουλίου, παρίσταται ανάγκη λήψεως επειγόντως αποφάσεως, η απόφασις αύτη δύναται να ληφθή παρ' Εκτελεστικής Επιτροπής, απαρτιζομένης εκ του Διοικητού υφ' ενός των Υποδιοικητών και δύο ετέρων μελών του Συμβουλίου. Η Επιτροπή προσκαλείται υπό του Διοικητού, ή, εν απουσία τούτου, υπό του αναπληρούντος αυτόν Υποδιοικητού, κατά τα εν άρθρ. 32 οριζόμενα ευρίσκεται δε εν απαρτία αν παρίστανται τουλάχιστον τρία μέλη. Εν η περίπτωση παρίστανται τρία μόνον μέλη, αι αποφάσεις της Επιτροπής δέον να είναι ομόφωνοι. Πάσαι αι λαμβανόμεναι αποφάσεις καταχωρούνται εις πρακτικά και υποβάλλονται εις το Γενικόν Συμβούλιον προς επικύρωσιν κατά την αμέσως επομένην συνεδρίαν αυτού". Το άρθρ. 28 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. Άρθρ.29.-«Ό Διοικητής και οι Υποδιοικητές διορίζονται για μία εξαετία, με προεδρικό διάταγμα, μετά πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, υποχρεούνται δε να διαθέτωσιν ολόκληρον τον χρόνον αυτών δια τας υποθέσεις της Τραπέζης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ' ας νόμω αποτελούσι μέλη Διοικητικών Συμβουλίων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημοσίων επιχειρήσεων ή κρατικών συμβουλευτικών σωμάτων.» Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.15 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  21. Λαμβάνουσι μισθόν και αμοιβάς οριζομένας υπό του Γενικού Συμβουλίου. Η αμοιβή αυτών δεν δύναται να ορίζεται υπό την μορφήν προμηθείας (ποσοστών) ή συμμετοχής εις τα κέρδη της Τραπέζης. Ο τε Διοικητής και οι Υποδιοικητές δύνανται να επαναδιορισθώσιν. Καθηγηταί των νομικών ή οικονομικών μαθημάτων των Πανεπιστημίων δύνανται να εκλεγούν μέλη της Διοικήσεως της Τραπέζης, δικαιούμενοι συγχρόνως να εκτελούν και τα εκ της πανεπιστημιακής αυτών θέσεως απορρέοντα καθήκοντα". Το άρθρ. 29 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. Άρθρ.30.-"1.Ο Διοικητής ή, εν απουσία αυτού ο αναπληρών αυτόν Υποδιοικητής, κατά τα εν άρθρ. 32 οριζόμενα, προεδρεύει των συνεδριάσεων του Γενικού Συμβουλίου. Αν άπαντα τα μέλη της Διοικήσεως κωλύονται προεδρεύει των συνεδριάσεων του Γενικού Συμβουλίου ο κατά το άρθρ. 32 εκλεγόμενος σύμβουλος. 2.Την Τράπεζαν εκπροσωπεί και ενώπιον των Δικαστηρίων παντός βαθμού ο Διοικητής και τούτου κωλυομένου ο κατά το άρθρ. 32 αναπληρωτής του, προκειμένου δε περί των υποθέσεων των Υποκαταστημάτων και Πρακτορείων και ο Διευθυντής ή ο Υποδιευθυντής αυτών, τούτων δε κωλυομένων, ο αναπληρωτής των. (Αντί για τη σελ. 151(δ) Σελ. 151(ε) Τεύχος 1416 Σελ. 11 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Εις περιπτώσεις απαιτούσας την ενώπιον του Δικαστηρίου ή Εισηγητού προσωπικήν εμφάνισιν του Διοικητού ή του αναπληρωτού αυτού ή την δόσιν όρκου επιβληθέντος εις την Τράπεζαν, ταύτην εκπροσωπεί είτε ο Διοικητής ή ο αναπληρωτής του, είτε, διά μεν τας υποθέσεις του Κεντρικού Καταστήματος, ο Διευθυντής των Νομικών Υπηρεσιών η εις των Διευθυντών του Κεντρικού, διά δε τας υποθέσεις των Υποκαταστημάτων και των Πρακτορείων ο Διευθυντής ή ο Υποδιευθυντής αυτών, τούτων δε κωλυομένων ο αναπληρωτής αυτών". Το άρθρ. 30 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. "΄Αρθρ.31.- Ο Διοικητής θα ασκεί, εξ ονόματος του Γενικού Συμβουλίου. διαρκή έλεγχον επί της διαχειρίσεως του ενεργητικού και των γενικών εργασιών της Τραπέζης, λαμβάνων αποφάσεις επί πάντων των θεμάτων, των μη ειδικώς επιφυλασσομένων εις το Γενικόν Συμβούλιον ή το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής ή μη διεπομένων από κανονισμούς, οι οποίοι εκδίδονται από τα Συμβούλια αυτά. Με εξαίρεση τα θέματα που ανατίθενται στο Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής, ο Διοικητής αποφασίζει επί των λοιπών θεμάτων, που εμπίπτουν στα καθήκοντα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών." Το άρθρ.31 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.16 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  22. Άρθρ.32.-"Ο Διοικητής δύναται να αναθέση οιονδήποτε των καθηκόντων αυτού εις τους Υποδιοικητάς. Ο αρχαιότερος Υποδιοικητής της Τραπέζης εντασσόμενος ευθύς μετά τον Διοικητήν, αναπληροί τούτον απόντα, κωλυόμενον ή μη υπάρχοντα, καθ' όλην την έκτασιν των καθηκόντων αυτού. Εν απουσία και τούτου, τον Διοικητήν αναπληροί ο νεώτερος εν τη αρχαιότητι Υποδιοικητής. Η μεταξύ των Υποδιοικητών αρχαιότης καθορίζεται εκ του χρόνου του αρχικού εκατέρου αυτών διορισμού, εφ' όσον είναι συνεχής έκτοτε η υπό την ιδιότητα ταύτην υπηρεσία. Σελ. 152(ε) Τεύχος 1416 Σελ. 12 Αν άπαντα τα μέλη της Διοικήσεως κωλύωνται, τον Διοικητήν αναπληροί έτερον μέλος του Γενικού Συμβουλίου, οριζόμενον εν αρχή εκάστου έτους προς τον σκοπόν τούτον". Το άρθρ. 32 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. Άρθρον 33 Το (κύριον) προσωπικόν της Τραπέζης, πλην των διευθυντών, διορίζεται και απολύεται υπό του διοικητού, τη προτάσει του συμβουλίου διευθύνσεως "συμφώνως προς το άρθρ. 38". Τα εντός ( ) διεγράφησαν και τα εντός '' '' προσετέθησαν υπό του άρθρ. 1 παρ. Ν. 6294 (κατωτ. αριθ. 9). Άρθρον 5 (Άρθρ.5 Ν.Δ. Νοεμ. 1927) (Προς το σκοπόν της διατηρήσεως της κατά το Άρθρ.34.-(Αντικατασταθέν διά του Β.Δ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, κατηργήθη διά της παρ. 1 του άρθρ.2 Ν.Δ. 244/1973, κατωτ. αριθ. 51). Άρθρ.35.-"Ο Διοικητής και οι Υποδιοικητές δεν δύνανται ν' ασκώσι δι' ίδιον λογαριασμόν οιανδήποτε επιχείρησιν. Συναλλαγματικαί ή εμπορικά γραμμάτια υπογεγραμμένα παρ' αυτών δεν δύνανται να γίνωσι δεκτά παρά της Τραπέζης προς προεξόφλησιν ή ως εγγύησις παροχής πιστώσεως". Το άρθρ. 35 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος «΄Αρθρ.-35Α.-Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τη χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, καθώς και επί των θεμάτων που αφορούν την άσκηση της συναλλαγματικής πολιτικής, τη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και την έκδοση τραπεζογραμματίων. Οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται με πράξεις του Συμβουλίου. «Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα, οι συνδεόμενες ευθέως με τη νομισματική πολιτική αρμοδιότητες του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής περιορίζονται ως εξής: Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής αναλύει τις οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις και εξετάζει την επίδραση της νομισματικής πολιτικής που χαράσσεται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας του Διοικητή από οδηγίες, όπως προβλέπεται στο άρθρο
  23. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής ενεργεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.». Το μέσα σε «» τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.12 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  24. Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής αποτελείται από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τους δύο Υποδιοικητές και άλλα τρία μέλη που διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη του Διοικητή, και δίνουν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 22 του παρόντος όρκο. Τα μέλη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής επιλέγονται μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε νομισματικά ή τραπεζικά θέματα και είναι πλήρους απασχόλησης. Υπάλληλοι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου δεν μπορούν να διατηρήσουν τη θέση τους, εφόσον αποδεχθούν το διορισμό τους ως μελών του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, Κατ' εξαίρεση, μπορούν να διοριστούν μέλη του Συμβουλίου καθηγητές Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, οι οποίοι δικαιούνται να ασκούν συγχρόνως τα καθήκοντά τους στα Ιδρύματα αυτά. Τα μέλη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής οφείλουν και μετά την παύση των καθηκόντων τους να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες των οποίων έλαβαν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και οι οποίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι όροι απασχόλησης και οι αποδοχές των μελών του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής καθορίζονται με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας. Ο Διοικητής και οι Υποδιοικητές είναι μελή του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, ως εκ της ιδιότητας τους, και η θητεία τους διαρκεί για όσο χρόνο έχουν την ιδιότητα αυτή. Η θητεία των υπόλοιπων μελών είναι εξαετής και μπορεί να ανανεώνεται. Σε περίπτωση θανάτου ή αποχώρησης για οποιονδήποτε λόγο μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, εκτός από το Διοικητή και τους Υποδιοικητές, πριν από τη λήξη της θητείας τους, η θητεία του μέλους που διορίζεται σε αντικατάστασή του θα περιλαμβάνει το υπόλοιπο της θητείας του θανόντος ή αποχωρήσαντος μέλους και μια ακόμη πλήρη θητεία, εφόσον το υπολειπόμενο μέρος της θητείας είναι μικρότερο από δύο έτη. Κατά την πρώτη σύνθεση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής η θητεία των λοιπών, πλην του Διοικητή και του ενός Υποδιοικητή, μελών του Συμβουλίου δύναται να καθορισθεί, κατ΄ εξαίρεση, βραχύτερη των έξι ετών. ούτως ώστε να εξασφαλίζεται σταδιακή τμηματική ανανέωση των μελών του Συμβουλίου, ως νόμος ορίζει. Ο ακριβής χρόνος της θητείας καθενός εκ των μελών αυτών θα καθορίζεται στην πράξη διορισμού. Πρόεδρος του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής είναι ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπληρούμενος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32 του παρόντος Καταστατικού. Ο Πρόεδρος καλεί τα μέλη του Συμβουλίου σε συνεδρίαση όταν παρίσταται ανάγκη και του-λάχιστον μια φορά το μήνα. Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται τέσσερα τουλάχιστον μέλη. Το Συμβούλιο αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Σε περίπτωση θανάτου, λήξης της θητείας ή αποχώρησης μελών του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής και μέχρι τον ορισμό νέων μελών, το Συμβούλιο μπορεί να λειτουργεί με ελλιπή συγκρότηση. Η διάταξη του άρθρου 26 παράγραφος τελευταία του παρόντος Καταστατικού ισχύει και για τα μέλη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής που δεν είναι μέλη της Διοίκησης της Τράπεζας. Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής επικουρείται στο έργο του από υπηρεσιακές μονάδες της Τράπεζας και από επιτροπές αποτελούμενες από μέλη του και από υπαλλήλους της Τράπεζας, στις οποίες επιτροπές μπορεί να αναθέτει τη λήψη αποφάσεων επί ορισμένων θεμάτων της αρμοδιότητάς του, διατηρούμενης πάντως της αρμοδιότητας του Συμβουλίου να αποφασίζει και επί των θεμάτων αυτών. (Μετά τη σελ.152(ε) Σελ. 152,001 Τεύχος 1416 Σελ. 13 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής μπορεί να αναθέτει την εποπτεία τομέων της αρμοδιότητας του σε ορισμένα μέλη του. Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής καταρτίζει κανονισμό της εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας του. Τα μέλη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής είναι, ως εκ του λειτουργήματός τους, μέλη και του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας." Το άρθρ.35Α προστέθηκε με την παρ.17 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  25. Άρθρ.36.-"Προς εξασφάλισιν ενιαίας κατευθύνσεως και μεθόδου εν τη λειτουργία των διαφόρων Τμημάτων της Τραπέζης συνιστάται Συμβούλιον Διευθύνσεως, αποτελούμενον εκ του Διοικητού, των Υποδιοικητών και των Διευθυντών. Το Συμβούλιον συνέρχεται άπαξ τουλάχιστον της εβδομάδος". Το άρθρ. 36 αντικατεστάθη ως άνω δυνάμει του Β.Δ/τος υπ' αριθ. 3 της 8/11 Ιαν. 1960, δι' ου ενετάχθησαν εν τω καταστατικώ αι επενεχθείσαι διά του Ν.Δ. 4022/1959 τροποποιήσεις. «Συνιστάται υπηρεσιακή μονάς εξ υπαλλήλων των δύο ανωτάτων βαθμών οιουδήποτε κλάδου και ειδικότητος, τοποθετουμένων διά Πράξεως του Διοικητού, οίτινες, διαρκούσης της παρ' αυτή τοποθετήσεώς των, δεν θα ασκώσι καθήκοντα παρ' άλλη υπηρεσία της Τραπέζης. Οι υπάλληλοι ούτοι αποτελούν μέλη Επιτροπής της οποίας προεδρεύει ο Υποδιοικητής ή ο εξ αυτών αρχαιότερος Διευθυντής. Έργον της Επιτροπής είναι η επεξεργασία θεμάτων αρμοδιότητος του Συμβουλίου Διευθύνσεως, παραπεμπομένων αυτή υπό του Διοικητού, προ της εισαγωγής των εις το Συμβούλιον προς συζήτησιν. Εις την Επιτροπήν ή και μέλος αυτής δύναται ο Διοικητής να αναθέτη την μελέτην οιουδήποτε θέματος". Η ανωτέρω παράγραφος προσετέθη διά του άρθρ. 9 Ν.Δ. 110/1974 (ανωτ. σελ. 126,01). Άρθρον 37 Το συμβούλιον διευθύνσεως υποβάλλει μηνιαίως προς το γενικόν συμβούλιον λεπτομερή έκθεσιν των εργασιών και της καταστάσεως της Τραπέζης, ιδία όσον αφορά εις τας προεξοφλήσεις και πιστώσεις, εκφέρει δε γνώμην επί πάντων των θεμάτων των παραπεμπομένων εις αυτό υπό του γενικού συμβουλίου. Σελ. 152,002 Τεύχος 1416 Σελ. 14 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος ΤΜΗΜΑ V Προσωπικόν της Τραπέζης Άρθρον 38 "Το προσωπικόν της Τραπέζης, πλην του Γενικού Διευθυντού και των Διευθυντών, διορίζεται και απολύεται υπό του Διοικητού, προτάσει του Συμβουλίου Διευθύνσεως". Η εντός " " παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω διά του άρθρ. 3 Νομ. 2120/1952 κατωτ. αριθ. 32 "Υπάλληλοι διορίζονται μόνον εις δημιουργουμένας δι' αποφάσεως του γενικού συμβουλίου θέσεις. Ο αριθμός των υπαλλήλων των υπηρετούντων παρά τη Τραπέζη παντός βαθμού και κατηγορίας ορίζεται εκάστοτε παρά του γενικού συμβουλίου αναλόγως των αναγκών. Ουδείς διορίζεται μέχρι του βαθμού του υπολογιστού συμπεριλαμβανομένου, παρά μόνον μετά διαγωνισμόν, διεξαγόμενον εκάστοτε κατά τα ειδικώτερον διά κανονισμού οριζόμενα. Διά το βοηθητικόν προσωπικόν (εισπράκτορας κλπ.) αρκεί δοκιμασία μετά έρευναν και σύγκρισιν των προσόντων αυτού και των συνυποψηφίων. Έκτακτοι τεχνικοί υπάλληλοι δύνανται να προσληφθούν επί ωρισμένη χρονική θητεία ή μη, μετ' απόφασιν του γενικού συμβουλίου καθορίζοντος και τας αποδοχάς των τοιούτων υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι ούτοι δύνανται να μονιμοποιηθώσι μετ' απόφασιν του γενικού συμβουλίου κατόπιν εξετάσεων". Οι διευθυνταί και υπάλληλοι της Τραπέζης οφείλουσι να τηρώσιν εχεμύθειαν εν σχέσει προς πάσας τας συναλλαγάς και εργασίας της Τραπέζης. Οι διευθυνταί και υπάλληλοι της Τραπέζης λαμβάνουσι τον μισθόν αυτών, την σύνταξιν ή οιασδήποτε άλλας αμοιβάς υπό τους υπό του γενικού συμβουλίου τιθεμένους όρους. Η αμοιβή αυτών δεν δύναται να ορίζεται υπό μορφήν προμηθείας (ποσοστών) ή συμμετοχής εις τα κέρδη της Τραπέζης. Η εντός ( ) λέξις της α' παραγράφου διεγράφη και η β' παράγραφος προσετέθη υπό του άρθρ. 1 παράγρ. 2 Ν. 6294 (κατωτ. αριθ. 9). Στο προσωπικό της Τραπέζης της Ελλάδος εφαρμόζεται ήδη ο θεσμός της τριακονταπενταετίας βλ. παρ. 4 άρθρ. 1 σε συνδυασμό με τα άρθρ. 8 και 9 Νομ. 1232/24-25 Φεβρ. 1982 (ΦΕΚ Α' 22), (τομ. 2Α σελ. 316,839). Άρθρον 39 Οι διευθυνταί ή οιοιδήποτε άλλοι υπάλληλοι της Τραπέζης δεν δικαιούνται να ασκώσι δι' ίδιον λογαριασμόν επιχειρήσεις. Συναλλαγματικαί ή εμπορικά γραμμάτια υπογεγραμμένα παρ' αυτών δεν γίνονται δεκτά παρά της Τραπέζης προς εξόφλησιν ή ως εγγύησις παροχής πιστώσεως. ΤΜΗΜΑ VI Επιτροπαί προεξοφλήσεων Άρθρ. 40-43.-(Καταργήθηκαν από την παρ.13 άρθρ. 3 του παρόντος ορισθησομένης εις χρυσόν αξίας της δραχμής, η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται ν’ ανταλλάσση τα τραπεζικά αυτής γραμμάτια προς εξωτερικόν συνάλλαγμα, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 5 του καταστατικού αυτής). Το παρόν άρθρον ανεστάλη από 26 Απρ. 1932 υπό του άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 5422 (τ.26). Βλ. και σχόλιον άρθρ. 63 του Καταστατικού Τραπέζης της Ελλάδος. άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000, ΦΕΚ Α΄141, κατωτ.αριθ.76). ΤΜΗΜΑ VII Ελεγκταί Άρθρον 44 Η πρώτη γενική συνέλευσις, και μετά ταύτα εκάστη ετησία γενική συνέλευσις εκλέγει τρία κατάλληλα πρόσωπα ως ελεγκτάς και δύο αναπληρωτάς αυτών, ίνα εξετάσωσι και υποβάλωσιν έκθεσιν επί του ισολογισμού αυτής, του υποβληθησομένου εις την επομένην ετησίαν γενικήν συνέλευσιν, ορίζει δε και την αμοιβήν αυτών. Σύμβουλοι ή υπάλληλοι της Τραπέζης δεν είναι εκλέξιμοι ως ελεγκταί διαρκούσης της υπηρεσίας των. Οι ελεγκταί δικαιούνται να λαμβάνωσι πάσαν αναγκαίαν εξήγησιν ή πληροφορίαν παρά των διοικητών ή διευθυντών, και να εξετάζωσι τα βιβλία και τα έγγραφα της Τραπέζης. Οι ελεγκταί υποβάλλουσιν εις τους μετόχους έκθεσιν επί του ετησίου ισολογισμού και των λογαριασμών αναφέροντες εν τη εκθέσει αν, κατά την κρίσιν των, ο ισολογισμός είναι πλήρης και ακριβής, περιέχων πάσαν αναγκαίαν λεπτομέρειαν, και αν είναι δεόντως κατηρτισμένος, ούτως ώστε να παρέχη πιστήν και ακριβή εικόνα της καταστάσεως των εργασιών της Τραπέζης, εφ' όσον δεν εζήτησαν εξήγησιν ή πληροφορίαν παρά των διοικητών ή διευθυντών, εάν τοις εχορηγήθη και κατά πόσον είναι ικανοποιητική. Αι προς τους μετόχους εκθέσεις αύται αναγιγνώσκονται εις την ετησίαν γενικήν συνέλευσιν. Οι ελεγκταί δύνανται, δαπάναις της Τραπέζης, να χρησιμοποιώσι λογιστάς ή αλλους βοηθούς κατά την εξέτασιν των λογαριασμών της Τραπέζης. (Αντί για τη σελ.152,01(α) Σελ. 152,01(β) Τεύχος 1416 Σελ. 15 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 Πλην της περιπτώσεως παροχής πληροφοριών εις την γενικήν συνέλευσιν, οι ελεγκταί και οι βοηθοί αυτών υποχρεούνται να τηρώσιν αυστηράν εχεμύθειαν εις ό,τι αφορά εις τας υποθέσεις της Τραπέζης. «Ο ανωτέρω έλεγχος ασκείται επιφυλασσομένου του ελέγχου από τους, κατά το άρθρο 27 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, ανεξαρτήτους εξωτερικούς ελεγκτές.». Η μέσα σε «» παράγραφος προστέθηκε με την παρ.14 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  26. ΤΜΗΜΑ VIII Σχέσεις μετά του Κράτους "Άρθρ.45.-Το Δημόσιο δύναται να αναθέτει στην Τράπεζα τη διεξαγωγή συναλλαγών του σε χρήμα, επιταγές και συνάλλαγμα και γενικώς τραπεζικών συναλλαγών στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Ειδικότερα, λογαριασμοί και υπόλοιπα του Δημοσίου σε. δραχμές συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών των Δημοσίων Επιχειρήσεων, δύνανται να τηρούνται στην Τράπεζα. Οι λογα-ριασμοί και τα διαθέσιμα του Δημοσίου σε συνάλλαγμα θα τηρούνται στην Τράπεζα. Επί των ανωτέρω λογαριασμών θα καταβάλλεται τόκος από την Τράπεζα. Το ύψος του επιτοκίου θα καθορίζεται με σύμβαση και πάντως θα αντανακλά τις συνθήκες και τους όρους της Αγοράς. Η Τράπεζα θα ενεργεί για λογαριασμό του Δημοσίου εισπράξεις και πληρωμές δημόσιων χρημάτων και θα τηρεί τους σχετικούς λογαριασμούς σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων δημόσιων αρχών έναντι αμοιβής που θα καθορίζεται με σύμβαση. Η ευθύνη της Τράπεζας σε σχέση με τα κεφάλαια αυτά περιορίζεται στην ακριβή εκτέλεση των λαμβανόμενων οδηγιών». Το άρθρ.45 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.
  27. "΄Αρθρ. 46.-Η Τράπεζα δεν δύναται να παρέχει ευκολίας εις το Δημόσιον ή τας Δημοσίας Επιχειρήσεις αμέσως ή εμμέσως δια προεξοφλήσεων, δανείων, προκαταβολών ή υπερβάσεων πιστώσεων. Επίσης η Τράπεζα δεν δύναται να εγγυάται γραμμάτια του Δημοσίου Ταμείου ή άλλας υποχρεώσεις του Δημοσίου ή των Δημοσίων Επιχειρήσεων." Το άρθρ.46 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.
  28. Σελ. 152,02(β) Τεύχος 1416 Σελ. 16 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος Άρθρον 47 Ο υπουργός των Οικονομικών δύναται να διορίζη επίτροπον του Κράτους, όστις δικαιούται να μετέχη των γενικών συνελεύσεων και των συνεδριάσεων του γενικού Συμβουλίου, άλλ' άνευ ψήφου. Αι αποδοχαί του επιτρόπου του Κράτους θα καταβάλλωνται παρά του Δημοσίου. Ο επίτροπος δικαιούται να εναντιούται κατά πάσης αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως ή του γενικού συμβουλίου, ην θεωρεί ως αντιβαίνουσαν εις το παρόν καταστατικόν ή άλλους Νόμους του Κράτους. Τοιαύτη εναντίωσις, εφ' όσον υιοθετηθή παρά του υπουργού των Οικονομικών εντός δύο ημερών, έχει την δύναμιν ανασταλτικού βέτο, μέχρις ου το υπό αμφισβήτησιν θέμα λυθή παρ' επιτροπής εκ τριών μελών, διοριζομένων εντός επτά ημερών τη αιτήσει είτε της Τραπέζης, είτε του επιτρόπου του Κράτους, ήτις αποφαίνεται εντός επτά ημερών από του διορισμού. Η επιτροπή αποτελείται εξ' ενός αντιπροσώπου της Κυβερνήσεως, ενός αντιπροσώπου του γενικού συμβουλίου και ενός προέδρου, εκλεγομένου κοινή συμφωνία Δημοσίου και Τραπέζης. Εν διαφωνία πρόεδρος είναι ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Περί του παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος επιτρόπου του Κράτους βλ. νόμ. 3729 (ανωτ. αρ. 2). Άρθρον 48 Ούτε εν τω κεντρικώ καταστήματι ούτε εν τοις υποκαταστήμασιν αυτής, δικαιούται αντιπρόσωπος του Δημοσίου να ερευνά τα βιβλία της Τραπέζης, πλην εν τη περιπτώσει του προηγουμένου άρθρου, οπότε ο επίτροπος του Κράτους δύναται να ζητήση παρά της Διοικήσεως της Τραπέζης να παράσχη παν στοιχείον αναγκαίον αυτώ προς μόρφωσιν γνώμης. Ο επίτροπος του Κράτους υποχρεούται να τηρή αυστηράν εχεμύθειαν εν σχέσει προς τας υποθέσεις της Τραπέζης. Άρθρον 49 Οιαδήποτε διαφωνία μεταξύ του Δημοσίου και της Τραπέζης και εκτός των δυναμένων να προκαλέσωσιν ανασταλτικόν βέτο του επιτρόπου του Κράτους, θα λύεται επίσης διά διαιτησίας κατά τον εν άρθρ. 47 οριζόμενον τρόπον. Άρθρον 50 Η Τράπεζα δεν υπόκειται εις ειδικούς κανονισμούς εκδιδομένους υπό της Κυβερνήσεως ή άλλων αρχών διαρκούσης της περιόδου του εκδοτικού της προνομίου, πλην των εν τω παρόντι καταστατικώ προβλεπομένων. ΤΜΗΜΑ IX Λογαριασμοί και καταστάσεις Άρθρον 51 Το οικονομικόν έτος της Τραπέζης άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου. Εις το τέλος του οικονομικού έτους οι λογαριασμοί της Τραπέζης υποβάλλονται προς έλεγχον εις τους ελεγκτάς τους εκλεγέντας υπό της ετησίας γενικής συνελεύσεως κατά το άρθρον
  29. Άρθρον 52 "Η Τράπεζα θέλει συντάσσει κατάστασιν του ενεργητικού και παθητικού αυτής κατά την 15ην και τελευταίαν ημέραν εκάστου μηνός και θέλει δημοσιεύει ταύτην το βραδύτερον μίαν εβδομάδα μετά τας χρονολογίας ταύτας". Το άρθρ. 52 αντικατεστάθη ως άνω διά του Άρθρον 6 (Άρθρ.6 Ν.Δ. 10 Νοεμ. 1927, ν. 4502 άρθρ. 1 συμβάσεως 25 Νοεμ. 1929). Η Τράπεζα της Ελλάδος παραιτείται του εκ των άρθρ. 4 Νόμ. 2120/1952 κατωτ. αριθ. 32 Άρθρον 53 Η Τράπεζα θα δημοσιεύη ωσαύτως ετησίως και τουλάχιστον ένα μήνα προ της ημέρας της τακτικής γενικής συνελεύσεως τον ισολογισμόν και τον λογαριασμόν κερδών και ζημιών αυτής κατά την 31 Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους. Άρθρον 54 Η Τράπεζα θα δημοσιεύη τας ως άνω καταστάσεις, τον ισολογισμόν, τον λογαριασμόν κερδών και ζημιών και άλλας ανακοινώσεις αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εις τας υπό του γενικού συμβουλίου ορισθησομένας εφημερίδας. Αντίγραφα των καταστάσεων και ανακοινώσεων τούτων και της ετησίας εκθέσεως υποβάλλονται εις τον υπουργόν των Οικονομικών. «΄Αρθρ. 54Α.- 0ι λογαριασμοί και οι καταστάσεις της Τράπεζας καταρτίζονται με βάση τους λογιστικούς κανόνες και τις λογιστικές τεχνικές που ισχύουν κάθε φορά για το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, όπως αυτοί καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.» Το άρθρ.54Α προστέθηκε με την παρ.15 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  30. (Αντί για τη σελ.153(α) Σελ. 153(β) Τεύχος 1416 Σελ. 17 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 ΤΜΗΜΑ Χ •ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ" Ο μέσα σε «» τίτλος συμπληρώθηκε ως άνω από την παρ.18 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  31. Άρθρον 55 (Άρθρον 55 καταστατικού, άρθρ. 1 ν. 4731 και άρθρ. 1 ν. 5055) Αι εργασίαι της Τραπέζης περιορίζονται ως ακολούθως. «Η Τράπεζα, ενεργώντας σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις που διέπουν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, δύναται:». Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.16 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  32. 1.Να παρασκευάζη και να εκδίδη τραπεζικά γραμμάτια. 2.Να εκδίδη γραμμάτια όψεως και τραπεζικάς επιταγάς πληρωτέας εις το Κεντρικόν Κατάστημα της Τραπέζης ή τα υποκαταστήματα αυτής. Τα υπό της Τραπέζης εκδιδόμενα και υπ' αυτής πληρωτέα γραμμάτια και αι επιταγαί αυταί δεν δύνανται να είναι εις τον κομιστήν. «
  33. Να αγοράζει και να πωλεί με πράξεις όψεως ή προθεσμίας κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία σε συνάλλαγμα, καθώς και πολύτιμα μέταλλα. Ως περιουσιακά στοιχεία σε συνάλλαγμα νοούνται τίτλοι και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο εκφρασμένο σε οποιοδήποτε νόμισμα ή σε λογιστικές μονάδες. Να κατέχει και να διαχειρίζεται τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία. (Να διαχειρίζεται και να επιβλέπει συστήματα διακανονισμού συναλλαγών επί υποχρεώσεων σε αξιογραφική ή λογιστική μορφή.)" Το μέσα σε () εδάφιο καταργήθηκε από την παρ.17 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  34. Ο αριθ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.19 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  35. Σελ. 154(β) Τεύχος 1416 Σελ. 18 "4) Να τηρεί λογαριασμό του Δημοσίου και δημόσιων οργανισμών, πιστωτικών ιδρυμάτων, νομικών και φυσικών προσώπων και άλλων συμμετεχόντων στις αγορές. Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της η Τράπεζα μπορεί να δέχεται και ενέχυρο επί τίτλων με λογιστική μορφή.' Ο αριθ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.20 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  36. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος «5) Να θέτει κανόνες λειτουργίας και να επιβλέπει συστήματα πληρωμών και συστήματα εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών με στόχο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία τους και ιδίως τον περιορισμό του συστημικού κινδύνου και την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Επίσης να διαχειρίζεται τέτοια συστήματα, επιφυλασσομένων των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Στην έννοια των παραπάνω συστημάτων υπάγονται τα συστήματα συμψηφισμού, διακανονισμού και εν γένει εκκαθάρισης πληρωμών, καθώς και τα συστήματα διενέργειας, συμψηφισμού, διακανονισμού και εν γένει εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων σε αξιογραφική ή λογιστική μορφή και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων. Η Τράπεζα λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας των συστημάτων συμψηφισμού και πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 22 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Ο νέος μέσα σε «» αριθ.5 προστέθηκε με την παρ.18 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  37. 5-6.(Καταργήθηκαν από την παρ.21 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  38. 7.Να αναλαμβάνη την έκδοσιν και υπηρεσίαν των δημοσίων δανείων και των δανείων άλλων προσώπων δημοσίου δικαίου, ως και την διεξαγωγήν των συναλλαγών του δημοσίου, ως προβλέπεται εν άρθρ.
  39. "8) Να συναλλάσσεται στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου επί απαιτήσεων ή τίτλων σε οποιοδήποτε νόμισμα, καθώς και επί πολυτίμων μετάλλων.' Ο αριθ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.22 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  40. 9.Να ενεργή ως πράκτωρ ή ανταποκριτής άλλων Τραπεζών εν Ελλάδι ή τω εξωτερικώ. «10) Να ενεργεί πιστοδοτικές και πιστοληπτικές πράξεις με πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα που μετέχουν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Οι παρεχόμενες πιστώσεις πρέπει να καλύπτονται από επαρκείς ασφάλειες, που μπορεί να συνίστανται και σε ενέχυρο επί τίτλων με λογιστική μορφή ή και σε αγορά τίτλων με σύμφωνο επαναπωλήσεως ή με άλλες ειδικές συμφωνίες. Η μορφή και οι γενικοί όροι των ασφαλειών καθορίζονται από το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής «κατά τα προβλεπόμενα από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.» Οι μέσα σε «» λέξεις προστέθηκαν με την παρ.19 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  41. Ο αριθ.10 του οποίου το εδάφ.στ΄ είχε αντικατασταθεί από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/2929 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.65,αντικαταστάθηκε ολόκληρος ως άνω από την παρ.23 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  42. 11.(Καταργήθηκε από το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994, ΦΕΚ Α΄238, κατωτ.αριθ.65, η δε κατάργηση ισχύει από 1.1.1994). 12.Να αποδέχεται την παραφυλακήν και διαχείρισιν χρημάτων, χρεωγράφων και άλλων αντικειμένων αξίας. 13.Να αναλαμβάνη διά λογαριασμόν τρίτων την αγοράν και πώλησιν, είσπραξιν και πληρωμήν χρεωγράφων, νομισμάτων και οργάνων πίστεως εν τω εσωτερικώ και εξωτερικώ και την αγοράν και πώλησιν χρυσού και αργύρου. Να παρέχη την εγγύησιν αυτής δια γραμμάτια αγοραζόμενα παρ’ αυτής διά λογαριασμόν άλλων εκδοτικών τραπεζών, «και» της Τραπέζης Διεθνών Διακανονισμών (και νομικών προσώπων δημοσίας ωφελείας) και ν’ αναπροεξοφλή αυτά κατόπιν αποφάσεως του γενικού συμβουλίου επί προμηθεία καθοριζομένη υπ’ αυτού. Οι μέσα σε () λέξεις απαλείφθηκαν και η μέσα σε «» λέξη προστέθηκε με την παρ.24 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  43. "14) Να εγγράφη και δι' ίδιον λογαριασμόν εις το κεφάλαιον της Τραπέζης των Διεθνών Διακανονισμών και διατήρηση εις το ενεργητικόν της μετοχάς της Τραπέζης ταύτης.' Η μέσα σε «» διάταξη διαμορφώθηκε ως άνω μετά την απάλειψη της πρώτης παραγράφου του άνω αριθ.14 από την παρ.25 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  44. (Αντί για τη σελ.155(β) Σελ. 155(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 19 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 15.Να υποβοηθήση την ίδρυσιν συμψηφιστικού γραφείου και να παράσχη ευκολίας προς διεξαγωγήν των εργασιών αυτού εις κατάστημα ανήκον εις την Τράπεζαν. ("Επίσης να επιβλέπει και να θέτει κανόνες για τη λειτουργία των συστημάτων συμψηφισμού και διακανονισμού των πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων με στόχο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία τους, καθώς και να διαχειρίζεται τέτοια συστήματα."). Το μέσα σε( «») δεύτερο εδάφιο όπως είχε προστεθεί με την παρ.26 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.70, καταργήθηκε από την παρ.20 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  45. 16.Να εκτελή πάσαν πράξιν συναφή προς την διεξαγωγήν των επιτρεπομένων εις την Τράπεζαν εργασιών, ως ορίζονται αύται εν τω παρόντι καταστατικώ. «Ί7)  «Επιφυλασσομένων των αρμοδιοτήτων των οργανισμών και οργάνων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης». Να συνάπτει σχέσεις με Κεντρικές Τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα άλλων χωρών, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς. Επίσης να διεξάγει κάθε είδους τραπεζικές συναλλαγές στο πλαίσιο σχέσεων με άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Ειδικότερα»., να εκτελή μετά της Τραπέζης των Διεθνών Διακανονισμών πάσαν εργασίαν, την οποίαν η Τράπεζα αύτη δικαιούται να ενεργή προς τον σκοπόν της ενισχύσεως της μεταξύ των κεντρικών Τραπεζών συνεργασίας και αι οποίαι, καίτοι μη ειδικώς προβλεπόμεναι υπό του παρόντος καταστατικού, θα ήσαν σύμφωνοι προς την νομισματικήν πολιτικήν της Τραπέζης. Τα μέσα σε «» δύο εδάφια και η λέξη προστέθηκαν με την παρ.27 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  46. Οι μέσα σε «» λέξεις προτάχθηκαν με την παρ.21 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  47. Σελ. 156(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 20 18.(Προστεθείσα διά του Ν.Δ. 247/1941 αντικατεστάθη διά του Ν.Δ. 1991/1942 όπερ κατηργήθη διά της παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 2120/1952) "18.Να αναλαμβάνη, προσκτωμένη και διατηρούσα τον απαιτούμενον τεχνικόν εξοπλισμόν και το αναγκαιούν προσωπικόν, την κοπήν μεταλλικών νομισμάτων (κερμάτων) και μεταλλίων τόσον δια λογαριασμόν του Ελληνικού Δημοσίου, όσον και τρίτων". Η νέα παρ. 18 προσετέθη διά της παρ. 2 του άρθρ. 1 Ν.Δ. 1385/1973 (κατωτ. αριθ. 50). 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος "19)Να εκδίδει ομολογιακά δάνεια με δημόσια ή μη εγγραφή στο εσωτερικό και / ή στο εξωτερικό σε ξένα νομίσματα ή σε δραχμές με κάθε είδους ασφαλιστική ρήτρα. Η έκδοση ομολογιακού δανείου γίνεται αποκλειστικά με απόφαση του «Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής» που καθορίζει το ύψος του δανείου, το νόμισμα, τη διάρκεια το επιτόκιο, χωρίς κανένα περιορισμό, την ονομαστική αξία, την υπέρ ή υπό το άρτιο τιμή και το είδος των ομολογιών (ονομαστικές, ανώνυμες, σε διαταγή, μικτές) που είναι πάντοτε μη μετατρέψιμες. Οι λοιποί όροι και οι λεπτομέρειες έκδοσης, διάθεσης και εξόφλησης των ομολογιών, καθώς και τα της τυχόν εισαγωγής τους σε Χρηματιστήρια της ημεδαπής ή της αλλοδαπής καθορίζονται και διενεργούνται αποκλειστικά με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας ή εξουσιοδοτουμένου απ’ αυτόν οργάνου της κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη νόμου. Τα ανωτέρω δάνεια απολαύουν όλων των διευκολύνσεων και φορολογικών απαλλαγών που προβλέπει το Ν.Δ. 3746/1957 "περί ασφαλιστικών ρητρών, φορολογικών απαλλαγών και άλλων τινών διευκολύνσεων εις ομολογιακά δάνεια ή προνομιούχους μετοχάς εκδιδομένας δια παραγωγικούς σκοπούς" χωρίς να υπόκεινται στους περιορισμούς του ίδιου νομοθετικού δ/τος. Στα ίδια δάνεια εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. 1 Νόμ. 1083/1980, όπως συμπληρώθηκαν με το άρθρ. 9 παρ. 3 Νόμ. 1266/1982, οι διατάξεις του άρθρ. 3 Νόμ. 128/1975 και οι διατάξεις του άρθρ. 1 Ν.Δ. 970/1971". Η παρ. 19 προστέθηκε από το άρθρο μόνο του Νόμ. 1392/14-14 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 124). Οι μέσα σε «» λέξεις αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.28 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  48. "
  49. Κατ' απόκλιση των διατάξεων των παρ. 2 και 4 του άρθρου 56 του παρόντος η Τράπεζα δύναται να συνιστά ή να μετέχει σε εξειδικευμένα νομικά πρόσωπα, τα οποία αναλαμβάνουν την υποστήριξη ή ειδικότερη επιδίωξη σκοπών που εμπίπτουν ή ανάγονται στις αρμοδιότητες της Τράπεζας. Η παρ.20 προστέθηκε με το άρθρο όγδοο Νόμ.2275/29-29 Δεκ.1994 (ΦΕΚ Α΄238), κατωτ.αριθ.65 «21) «Για τους σκοπούς της νομισματικής πολιτικής η Τράπεζα μπορεί, μέχρι της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα, να υποχρεώνει τα νομισματικά χρηματοδοτικά ιδρύματα να διατηρούν σε αυτή καταθέσεις, έντοκες ή άτοκες, και να επιβάλλει σε περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσης διοικητικές κυρώσεις κατά το άρθρο 55Β. Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα, η δυνατότητα επιβολής υποχρεωτικών καταθέσεων ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις που διέπουν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών.» Η μέσα σε «» πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.22 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  50. Για τις ανάγκες της παραγράφου αυτής, ως νομισματικά χρηματοδοτικά ιδρύματα νοούνται όσα εμπίπτουν στον ορισμό των νομισματικών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, τον οποίο εκάστοτε υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, ως νομισματικά χρηματοδοτικά ιδρύματα νοούνται τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και όλα τα νομικά πρόσωπα ή σύνολα περιουσίας που έχουν διαχειριστική αυτονομία και λογιστική αυτοτέλεια, των οποίων κύρια οικονομική δραστηριότητα είναι η διαμεσολάβηση στο χρηματοπιστωτικό τομέα και των οποίων οι εργασίες συνίστανται στο να δέχονται καταθέσεις η και συγγενή υποκατάστατα καταθέσεων από οικονομικές μονάδες που δεν είναι νομισματικά χρηματοδοτικά ιδρύματα, στο να χορηγούν για δικό τους λογαριασμό δάνεια και στο να επενδύουν σε τίτλους για δικό τους λογαριασμό. «22) Εκτός των αναφερομένων στο άρθρο αυτό, η Τράπεζα μπορεί, μέχρι της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα, να χρησιμοποιεί και άλλα μέσα νομισματικής πολιτικής, τα οποία κρίνει κατάλληλα για την εξυπηρέτηση των κατά το άρθρο 4 του παρόντος σκοπών της.» Ο μέσα σε «» αριθ.22 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.23 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  51. 23) Εκτός από τις πράξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, η Τράπεζα μπορεί να ενεργεί και άλλες εργασίες, εφόσον αυτές δεν παρακωλύουν την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και δεν αντίκειται στους στόχους και τα καθήκοντα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών." Οι αριθ.21,22 και 23 προστέθηκαν με την παρ.29 άρθρου πρώτου Νόμ.2609/11-11 Μαΐου 1998 (ΦΕΚ Α΄101), κατωτ.αριθ.
  52. (Αντί για τη σελ. 157(ε) Σελ. 157(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 21 Τράπεζα της Ελλάδος 12.Θ.ε.3 "Αρθρ.55Α.-Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και στις ακόλουθες κατηγορίες επιχειρήσεων και οργανισμών του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας: α) εταιριών χρηματοδοτικής μίσθωσης. β) εταιριών πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, γ) εταιριών αμοιβαίων εγγυήσεων, δ) ταμείων αντεγγύησης, ε) ανταλλακτηρίων συναλλάγματος, στ) εταιριών διαμεσολάβησης στις διατραπεζικές αγορές. Επίσης και άλλες κατηγορίες επιχειρήσεων και οργανισμών μπορούν να υπάγονται στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ως νόμος ορίζει, υπό την επιφύλαξη της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 5Β του παρόντος. Η έκταση και το περιεχόμενο της εποπτείας καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για κάθε κατηγορία εποπτευόμενων ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και οργανισμών. Στόχοι της εποπτείας είναι η σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του πιστωτικού συστήματος και γενικότερα του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας. Επίσης, η εποπτεία αποβλέπει στη διαφάνεια των διαδικασιών και των όρων των συναλλαγών των υποκειμένων σε αυτή. «Κατά την άσκηση της εποπτικής αρμοδιότητας, η Τράπεζα επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις κατά πάντων των υποκείμενων σε εποπτεία προσώπων, των νόμιμων εκπροσώπων τους και όσων ασκούν διοίκηση για παραβάσεις των σχετικών με τις αρμοδιότητες της Τράπεζας διατάξεων. Με εξαίρεση τις παραβάσεις των σχετικών με τις κατά το άρθρο 35Α αρμοδιότητες του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής διατάξεων, για τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις αποκλειστικώς κατά το άρθρο 55Β, η Τράπεζα επιβάλλει κατά πάντων των εποπτευόμενων από αυτή προσώπων τις κατά την κρίση της προσήκουσες διοικητικές κυρώσεις, εκ των προβλεπομένων από την ισχύουσα νομοθεσία για τα πιστωτικά ιδρύματα, σε περίπτωση παράβασης των νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με την άσκηση των δραστηριοτήτων τους ή την παρακώλυση των κατά νόμο ελέγχων, καθώς και - άτοκη κατάθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος ποσού μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) επί του ποσού της παράβασης ή, αν το ποσό της παράβασης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, μέχρι τριών δισεκατομμυρίων (3.000.000.000) δραχμών και διάρκειας μέχρι ενός έτους, Σελ. 158(στ) Τεύχος 1416 Σελ. 22 - πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου υπολογιζόμενο είτε ως ποσοστό μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) επί του ποσού της παράβασης είτε ως εφάπαξ ποσό μέχρι τριακοσίων εκατομμυρίων (300.000.000) δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι πεντακοσίων εκατομμυρίων (500.000.000) δραχμών. Τα όρια της άτοκης κατάθεσης και του προστίμου είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζονται με πράξη του Διοικητή. Για τις παραβάσεις αυτές η Τράπεζα μπορεί επίσης να θεσπίζει και άλλες διοικητικές κυρώσεις και να προσδιορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής αυτών, καθώς και των προβλεπομένων από το παρόν άρθρο και από άλλες διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας. Οι κατά το παρόν άρθρο κυρώσεις επιβάλλονται και σωρευτικά. Οι κατά το παρόν άρθρο αρμοδιότητες ασκούνται με πράξεις του Διοικητή ή εξουσιοδοτούμενων από αυτόν οργάνων.» Οι μέσα σε «» παράγραφοι αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.24 άρθρ.18 Νόμ.2832/9-13 Ιουν.2000 (ΦΕΚ Α΄141), κατωτ.αριθ.
  53. 12.Θ.ε.3 Τράπεζα της Ελλάδος «΄Αρθρ. 55Β.- Η Τράπεζα, δια του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, θεσπίζει πλαίσιο διοικητικών κυρώσεων και προσδιορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής τους κατά των προσώπων που ενεργούν κατά παράβαση των σχετικών με τις κατά το άρθρο 35Α αρμοδιότητες του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής διατάξεων. Οι κυρώσεις αυτές συνίστανται ιδίως σε: α. Χρηματική ποινή υπολογιζόμενη ως τόκο επί του ποσού της παράβασης, για τη χρονική διάρκεια αυτής και με επιτόκιο μεγαλύτερο από το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι πέντε
(5)εκατοστιαίες μονάδες, αναπροσαρμοζόμενο σε περίπτωση υποτροπής σύμφωνα με τα ισχύοντα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. β. Αναστολή της δυνατότητας συμμετοχής σε πράξεις που συνδέονται με την άσκηση νομισματικής πολιτικής. γ. Επιβολή περιορισμών στην πρόσβαση στο μηχανισμό οριακής χρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος, αναστολή της δυνατότητας πρόσβασης στην οριακή χρηματοδότηση, αναστολή ή αποκλεισμό από την πρόσβαση στο μηχανισμό παροχής ενδοημερήσιας χρηματοδότησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αναστολή χρήσης του λογαριασμού διακανονισμού μέλους συστημάτων πληρωμών, προσωρινή ή οριστική αποβολή από τέτοια συστήματα. δ. ΄Ατοκη κατάθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος ποσού μέχρι του τριπλάσιου του ποσού της παράβασης και διάρκειας η οποία δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της παράβασης ή, αν το ποσό της παράβασης δεν μπορεί να προσδιορισθεί, άτοκη κατάθεση μέχρι τριών δισεκατομμυρίων (3.000.000.000) δραχμών και διάρκειας μέχρι ενός έτους. ε .΄Αρση της δυνατότητας τήρησης υποχρεωτικών καταθέσεων σε μέσα επίπεδα. Οι παραπάνω κυρώσεις επιβάλλονται σωρευτικά ή διαζευκτικά, με πράξη του Διοικητή ή εξουσιοδοτούμενων από αυτόν οργάνων. Από της υποκαταστάσεως του ευρώ στο εθνικό νόμισμα καταργούνται οι διατάξεις των περιπτώσεων δ' και ε' του παρόντος. Από την ίδια ημερομηνία, οι κατά το παρόν άρθρο αρμοδιότητες της Τράπεζας ισχύουν στην έκταση που δεν προβλέπεται αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις συμφωνά με τα άρθρα 19 και 34 παράγραφος 3 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και ασκούνται, ιδίως ως προς το είδος, τον τρόπο υπολογισμού και τα ανώτατα όρια των επιβαλλόμενων κυρώσεων, σύμ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.