← Ελλάδα

25. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 136 της 30/30 Σεπτ. 1946 Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 10/11/5/1946 Ν.Δ. "Περί Αγορανομικού Κώ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει, τροποποιεί και συμπληρώνει τον Αγορανομικό Κώδικα του 1946, ο οποίος ρυθμίζει τις τιμές και τα ποσοστά κέρδους σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και τις διαδικασίες ελέγχου και επιβολής των σχετικών διατάξεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 136 της 30/30 Σεπτ. 1946 Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 10/11/5/1946 Ν.Δ. "Περί Αγορανομικού Κώδικος". Έχοντες υπ’ όψει το ψήφισμα Η΄ της 1 Αυγ. 1946 της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "Περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν ψηφισμάτων και Νομοθετικών Διαταγμάτων κατά την διάρκεια των διακοπών της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής "μετ’ απόφασιν της Επιτροπής εξουσιοδοτήσεως της Βουλής, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον Πρώτον.-Κυρούται το από 10/11/5/1946 Ν.Δ. "Περί Αγορανομικού Κώδικος" δημοσιευθέν εις το υπ’ αριθ. 159 (τεύχος Α΄) Φ.Ε.Κ., ου το κείμενον τροποποιηθέν και συμπληρωθέν έχει ως κατωτέρω: Περί Αγορανομικού Κώδικος Προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Αγορανομικαί διατάξεις Άρθρ.5.-«1.Ο Υπουργός Εμπορίου δύναται να εκδίδη δελτία ανωτάτων τιμών επί αντικειμένων βιοτικών αναγκών, εφ’ όσον δεν εξεδόθη Αγορανομική Διάταξις κατά το άρθρ.1 του παρόντος. Τα δελτία ταύτα ισχύουν από της επομένης της δια του ημερησίου τύπου ανακοινώσεως, δύναται όμως να ορίζηται εν αυτοίς και μεταγενέστερα ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των. Αι υπό των Νομαρχών εκδιδόμεναι εκάστοτε Αγορανομικαί Διατάξεις δημοσιεύονται δια του ημερησίου τοπικού τύπου, η δε έναρξις της ισχύος των άρχεται από της επομένης της δια του εν λόγω τύπου δημοσιεύσεώς των, ελλείψει δε του ως άνω τύπου τοιχοκολλώνται εν τω Νομαρχιακώ και Δημοτικώ Καταστήματι και ετέρω χώρω οριζόμενω δια πράξεως του Νομάρχου, συντασσομένης προς τούτο και σχετικής εκθέσεως η δε ισχύς τούτων εν τη περιπτώσει ταύτη, άρχεται από της επομένης της εις τους εν λόγω χώρους τοιχοκολλήσεώς των. Τα υπό των Νομαρχών εκδιδόμενα εκάστοτε Δελτία Τιμών τοιχοκολλώνται εν τω Νομαρχιακώ και Δημοτικώ Καταστήματι και ετέρω χώρω οριζομένω δια της οικείας πράξεως του Νομάρχου, συντασσομένης προς τούτο και σχετικής εκθέσεως, ή δε ισχύς αυτών, εν τη περιπτώσει ταύτη, άρχεται από της επομένης της εις τους εν λόγω χώρους τοιχοκολλήσεώς των. Αι εν τη παρούση παραγράφω αναφερόμεναι Αγορανομικαί Διατάξεις και Δελτία Τιμών των Νομαρχών δύνανται να ορίζουν ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος των μεταγενεστέραν της επομένης της δια του ημερησίου τύπου δημοσιεύσεως ή της επομένης της τοιχοκολλήσεως». Η παρ.1 αντικατασταθείσα δια του άρθρ.1 παρ.2 Ν.Δ. 61/1973 (κατωτ. αριθ. 39), αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ.3 Νόμ. 802/1978 (κατωτ. αριθ. 44). 2.Ο Υπουργός Εφοδιασμού δύναται να καθορίζη δι’ αποφάσεων αυτού ανώτατα όρια τιμών ή ποσοστά κέρδους επί αντικειμένων βιοτικών αναγκών παραγομένων ή κατεχομένων υπό ωρισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου. Η απόφασις ισχύει από της κοινοποιήσεως αυτής εις τον ενδιαφερόμενον. Άρθρ.63.-1.Κατά την εκδίκασιν αδικήματος προβλεπομένου υπό του παρόντος νόμου δεν απαγορεύεται η εξέτασις ως μάρτυρος του ενεργήσαντος την προανάκρισιν ή άλλην ανακριτικήν πράξιν υπαλλήλου, δύναται δε να καλήται, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ή Εισαγγελέως, προς εξέτασιν ο ενεργήσας την υγειονομικήν, χημικήν, μικροβιολογικήν κλπ. εξέτασιν ή άλλος ειδικός δημόσιος υπάλληλος ή αντιπρόσωπος της δημοσίας υπηρεσίας εις ην ούτος ανήκει. 2.Εν περιπτώσει αναβολής της δίκης το Δικαστήριον ορίζει υποχρεωτικώς εν τη ιδία περί αναβολής αποφάσει, ετέραν ρητήν δικάσιμον εντός δεκαπενθημέρου από την αναβολής άνευ νέας κλητεύσεως των παρόντων κατηγορουμένων και μαρτύρων. Άρθρ.64.-1.Οι παρά τη Αγορανομία υπηρετούντες χημικοί, κτηνίατροι, αστυΐατροι, περιβάλλονται δια την ενέργειαν των ειδικών αυτών αγορανομικών καθηκόντων δια δικαιωμάτων και καθηκόντων ανακριτικού υπαλλήλου. 2.Οι δημόσιοι υπάλληλοι, αρμοδιότητος αγορανομίας, οι κατά τας ειδικάς περί αυτών διατάξεις αρμόδιοι, και πας ανακριτικός υπάλληλος, έχουσι δια την εκτέλεσιν των κατά τον παρόντα Νόμον ειδικών καθηκόντων των δικαίωμα ελευθέρας εισόδου εις πάντας τους κατά το άρθρον 7 παρ.2 του παρόντος Νόμου και 122 του κωδικοποιηθέντος Νόμου 4971 (30-9-41) περί Αστυνομίας Πόλεων τόπους, εργαστήρια, εργοστάσια, πρατήρια και καταστήματα, προς ενέργειαν επιθεωρήσεως και ελέγχου κατά τε την ημέραν και νύκτα (εφ’ όσον κατά την τελευταίαν ταύτην εκτελείται εργασία). Οι αυτοί υπάλληλοι δικαιούνται να ελέγχωσι τα βιβλία και παν έγγραφον σχετιζόμενον με το διεξαγόμενον εμπόριον. (Αντί για τις σελ. 66,001-66,02(α) Σελ. 66,01(β) Τεύχος ΣΤ63-Σελ. 45 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 Άρθρ.65.-(Καταργήθηκε από το άρθρ.2 Νόμ. 1290/1982, (κατωτ. αριθ. 45). Άρθρ.66.-Αι περί ιδιαζούσης και εξαιρετικής δικαιοδοσίας διατάξεις των άρθρων 36-41 της Ποινικής Δικονομίας ή οιουδήποτε άλλου Νόμου, δεν έχουσιν εφαρμογήν επί των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων αδικημάτων, των κατηγορουμένων πάντων, ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών, υπαγομένων εις το Δικαστήριον των πλημμελειοδικών και τας παρά Πλημμελειοδίκαις ανακριτικάς αρχάς. Άρθρ.67.-Όπου εν τη κειμένη νομοθεσία αναφέρεται παραπομπή εις τους νόμους περί αισχροκερδείας και νοθείας, ως τοιούτοι θεωρούνται ο παρών Νόμος, προκειμένου δε περί ποινών τοιαύτοι θεωρούνται αι υπό του παρόντος Νόμου οριζόμεναι. Άρθρ.68.-1.Η εφαρμογή του παρόντος Νόμου ανήκει εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και τον έλεγχον του Υπουργού Εφοδιασμού και των εξ αυτού εξαρτωμένων υπηρεσιών. 2.Δια Διατάγματος, τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου εκδιδομένου, δύνανται να υπαχθώσι και άλλα αντικείμενα εις την αρμοδιότητα του Υπουργού Εφοδιασμού, πλην των προβλεπομένων υπό του παρόντος ή άλλου γενικού ή ειδικού Νόμου. Άρθρ.69.-1.Αι κατά τον παρόντα Νόμον εκδιδόμεναι αποφάσεις του Υπουργού Εφοδιασμού δεν χρήζουν καταχωρήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Αι απαιτούμεναι πιστώσεις δια την αντιμετώπισιν των κατά τον παρόντα Νόμον δαπανών (περιλαμβανομένων και των γραφικών εξόδων, προμηθείας εργαλείων και λοιπών αντικειμένων δειγματοληψίας και χημικής εξετάσεως, ελέγχου και σφραγίσεως μέτρων και σταθμών) εγγράφονται εν ειδικώ προϋπολογισμώ των εξόδων και Υπουργείου Εφοδιασμού. Τα γραφικά έξοδα των Επιτροπών των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων, ως και η αμοιβή των μελών των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων Επιτροπών κανονίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού. Σελ. 66,02(β) Τεύχος ΣΤ63-Σελ. 46 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ Τελικαί διατάξεις Άρθρ.70.-1.Καταργούνται: α)τα Ν.Δ. 699 του 1941 και 1249 του 1942, β)οι νόμοι 127, 383 και 493 του 1943 και οι νόμοι 1459, 1531 και 1820 του 1944, γ)ο αναγκ. νόμος 382 του 1936 περί Αγορανομικού κώδικος, ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως πλήν των άρθρων 60-61 αυτού και ο αναγκ. νόμος 996 του 1937, δ)ο νόμος 702 του 1916, ε)ο νόμος 223 του 1945, ς)το άρθρον 5 παρ.3 του Νομ. Διατάγματος 1690 του 1942 «περί εκμεταλλεύσεως των δασών κλπ.» και το άρθρον 2 του νόμου 482 του 1943 «περί τρόπου εκδικάσεως των δασικών αδικημάτων» μόνον όσον αφορά την αρμοδιότητα των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων, ανθ’ ων καθίστανται αρμόδια τα δικαστήρια των πλημμελειοδικών εφαρμόζοντα τας κοινάς δικονομικάς διατάξεις, ζ)το άρθρον 13 του αν. νόμου 312 του 1945, η)ο αν. νόμος 722 του 1945, θ)το άρθρον 5 του άν. νόμου 710 του 1945, ι)ο αν. νόμος 756 του 1945, των εκκρεμών αναθεωρήσεων θεωρουμένων ως μη ασκηθεισών, ια)το άρθρον 3 του άν. νόμου 1024 του 1946 και ιβ)ο αν. νόμος 514/
  2. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 2.Πάσα γενική ή ειδική διάταξις, αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον ή οπωσδήποτε ρυθμίζουσα ή αφορώσα αντικείμενα, περί ων ο παρών νόμος διαλαμβάνει, καταργείται, πλήν: 1)των ειδικών διατάξεων δι’ ων ανατίθεται εις άλλας αρχάς ο καθορισμός ανωτάτης τιμής ή ποσοστού κέρδους επί πωλήσεως ωρισμένων ειδών ή παροχής υπηρεσιών ή ο καθορισμός των όρων ους δέον να πληρώσι τα εις την κατανάλωσιν προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως, και καθ’ ους ειδικώτερον επιτρέπεται η κατεργασία και συντήρησις αυτών προς προφύλαξιν της δημοσίας υγείας και αποφυγήν απάτης των αγοραστών, 2)των αφορωσών οπωσδήποτε εις αντικείμενα αρμοδιότητος ετέρου Υπουργείου και αίτινες άπασαι διατηρούνται εν ισχύϊ. 3.Δεν θίγονται δια του παρόντος Νόμου αι διατάξεις: α)του Νόμου 378/45, β)της υπ’ αριθ. 57/1945 Συντ. Πράξεως, γ)της υπ’ αριθ. 79/1946 Συντ. Πράξεως, δ)του Α.Ν. 755/1945 και ε)του Α.Ν. 1030/
  3. 4.Άπαντα τα τουριστικά επαγγέλματα υπάγονται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα και δικαιοδοσίαν του Υπουργείου Εφοδιασμού δια παν αντικείμενον προβλεπόμενον ή οπωσδήποτε ρυθμιζόμενον υπό του παρόντος νόμου καταργουμένης πάσης αντιθέτου διατάξεως. 5.Αι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου εν ισχύϊ πάσης φύσεως διατάξεις αγορανομικού περιεχομένου, εκδοθείσαι υπό του Υπουργού Εφοδιασμού ή άλλων αρμοδίων οργάνων κατά τας διατάξεις του υπ’ αριθ. 382/1936 Αν. Νόμου «περί Αγορανομικού Κώδικος», ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια νεωτέρων Νόμων, διατηρούνται εν ισχύϊ, εφ’ όσον αύται δεν αντίκεινται εις τον παρόντα Νόμον, επί τετράμηνον από της κυρώσεως του παρόντος Νόμου, μετά την παρέλευσιν του οποίου αποβάλλουσιν την ισχύν των. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.71.-Αι εκκρεμείς ενώπιον των κατά το άρθρον 29 του Ν.Δ. 1249 ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 20 του νόμου 493 του 1943, ειδικών ανακριτών υποθέσεις διαβιβάζονται άμα τη ενάρξει της ισχύος του παρόντος εις τον παρά πλημμελειοδίκαις Εισαγγελέα, όστις ενεργεί περαιτέρω κατά το άρθρον 85 του παρόντος. Η προφυλάκισις των κατηγορουμένων συνεχίζεται μέχρις εκδικάσεως της κατηγορίας, εκτός εάν ήθελε διακοπή κατά το άρθρον 228 Ποιν. Δικονομίας ή διαταχθή η επ’ εγγυήσει απόλυσις του κατηγορουμένου, κατά τας σχετικάς διατάξεις της αυτής Δικονομίας. Άρθρ.6.-Ο Υπουργός του Εφοδιασμού δύναται να αναθέτη την άσκησιν των κατά τον παρόντα νόμον αρμοδιοτήτων αυτού εν όλω ή εν μέρει εις Γενικούς Διοικητάς, Διοικητάς, Νομάρχας, Επάρχους, Αγορανομικάς Επιτροπάς και εις αστυνομικάς αρχάς. (Αντί για τη σελ.50,01(α) Σελ.50,01(β) Τεύχος 1275-Σελ.1 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Αγορανομικαί Επιτροπαί Η Κεντρική Αγορανομική Επιτροπή που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 136/1946 σε συνδυασμό με το Π.Δ. 397/88, καταργήθηκε από την περίπτ. 6, της παρ. Γ΄ του άρθρ.5 της Β3-340/26 Αυγ.-4 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 552) απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβ. και Εμπορίου, τόμ. 13Β, σελ.772,
  4. Άρθρ.72.-1.Αι εκκρεμείς ενώπιον των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων και του εν Κρήτη Εφετείου (νόμος 127 του 1943) υποθέσεις εισάγονται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων πλημμελειοδικών δια κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως. Ενώπιον αυτών εισάγονται επίσης οι εκκρεμείς ανακοπαί κατά των αποφάσεων των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων. Τα Δικαστήρια των πλημμελειοδικών εφαρμόζουσι τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εφ’ όσον αύται είναι επιεικέστεραι. 2.Κατά των ερήμην καταδικαστικών αποφάσεων των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων, και αυτών έτι των αμετακλήτων καταστασών επιτρέπεται εφ’ όσον δεν εξετίθη η δι’ αυτών επιβληθείσα περιοριστική της ελευθερίας ποινή, ανακοπή κατά τα άρθρα 338-340 Ποινικής Δικονομίας εντός 20 ημερών από της ισχύος του παρόντος, συντασσομένης εκθέσεως ενώπιον του γραμματέως των πλημμελειοδικών. Η ανακοπή εισάγεται προς συζήτησιν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου πλημμελειοδικών την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας δέκα από της ασκήσεως αυτής. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνον αίτησις αναιρέσεως κατά τα εν τη Ποιν. Δικονομία ωρισμένα. Ο από της δημοσιεύσεως της ερήμην αποφάσεως μέχρι της υπό του δικαστηρίου των πλημμελειοδικών εκδικάσεως της ανακοπής διαδρομών χρόνος, δεν υπολογίζεται εις τον υπό του άρθρου 77 οριζόμενον χρόνον παραγραφής. Άρθρ.73.-1.Επί των αμετακλήτως προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου καταδικασθέντων δια παραβάσεις των δια του άρθρου 70 καταργουμένων διατάξεων εις εγκληματικήν ποινήν, εφ’ όσον τας παραβάσεις ταύτας ο παρών νόμος ή άλλη ποινική διάταξις τιμωρεί δια ποινής φυλακίσεως ή και χρηματικής, το δικαστήριον των πλημμελειοδικών του τόπου της εκτίσεως της ποινής, μετά προηγουμένην κλήτευσιν του καταδικασθέντος, προσδιορίζει το μέγεθος της εκτιτέας ποινής κατά τας διατάξεις τας προβλεπούσας την επανορθωτικήν ποινήν. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Της προσδιορισθείσης ποινής επιτρέπεται η μετατροπή εις χρηματικήν. 2.Εάν η πράξις εφ’ η κατεδικάσθη τις αμετακλήτως κατ’ εφαρμογήν των δια του άρθρου 70 καταργουμένων διατάξεων, δεν προβλέπεται υπό του παρόντος νόμου ή άλλης ποινικής διατάξεως, ο καταδικασθείς απολύεται άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εκ των φυλακών, διαταγή του εισαγγελέως των πλημμελειοδικών του τόπου της εκτίσεως της ποινής. Πάσαν αμφισβήτησιν ή αμφιβολίαν λύει το συμβούλιον των πλημμελειοδικών, κατά του βουλεύματος του οποίου επιτρέπεται μόνον Σελ. 67 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 αίτησις αναιρέσεως κατά τας σχετικάς διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Άρθρ.74.-1.Πάσα λεπτομέρεια αφορώσα την εκτέλεσιν του παρόντος νόμου και παν έτερον συναφές αντικείμενον ρυθμίζεται δια Β. Διαταγμάτων προτάσει του Υπουργού Εφοδιασμού εκδιδομένων. 2.Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται μετά είκοσιν ημέρας από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρον δεύτερον.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εις το Ημέτερον Υπουργικόν Συμβούλιον ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. Άρθρ.7.-1.Εις την έδραν εκάστου Πρωτοδικείου συνιστώνται Επιτροπαί, ων η αρμοδιότης και δικαιοδοσία εκτείνεται εντός της περιφερείας του οικείου Πρωτοδικείου, συντιθέμεναι κατά τας εν τω επομένω άρθρω διατάξεις. Αι επιτροπαί αύται καθορίζουσι δι’ αγορανομικών διατάξεων ανωτάτας τιμάς ή ποσοστά κέρδους: α)επί της χονδρικής, ημιχονδρικής και λιανικής πωλήσεως αντικειμένων βιοτικών αναγκών εν γένει, β)των πάσης φύσεως παροχών, των οπωσδήποτε εξυπηρετουσών βιοτικάς ανάγκας, γ)ξενοδοχείων φαγητού και λοιπών καταστημάτων. Ως κατάστημα νοείται πας περίκλειστος ή αναπεπταμένος τόπος εις ον γίνεται δεκτόν το κοινόν και ένθα παρασκευάζεται ή παρέχεται οιονδήποτε είδος τροφής ή ποτού ή άλλης τινός βιωτικής ανάγκης. Υπό τον όρον τούτον περιλαμβάνονται ιδία αναψυκτήρια, θέατρα, κινηματογράφοι, καφενεία, ζυθοπωλεία, παντοπωλεία, ξενοδοχεία, οικοτροφεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστιατόρια, οινοπνευματοπωλεία, αρτοποιεία, γαλακτοπωλεία, μαγειρεία, οινομαγειρεία, και πάντα τα παρόμοια καταστήματα, πρατήρια, εργαστήρια και εργοστάσια ως και δημόσια κέντρα πάσης φύσεως (οπουδήποτε λειτουργούντα και επί μεταφορικών μέσων έτι). 2.Αι κατά το παρόν άρθρον Επιτροπαί, ή υποεπιτροπαί, εκ των μελών των συνιστάμεναι, δύνανται να συντάσσωσι δελτία τιμών επί παντός είδους τροφίμων και άλλων ειδών βιωτικών αναγκών. Τα δελτία ταύτα τοιχοκολλούνται κατά τα εν άρθροις 12 και 16 παρ.3 του παρόντος νόμου οριζόμενα. 3.Αι ως άνω Επιτροπαί έργον έχουσιν επίσης όπως γνωμοδοτώσιν εάν, εν περιπτώσει καθ’ ην δεν υφίσταται καθωρισμένη ανωτάτη τιμή ή ανώτατον ποσοστόν κέρδους κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, απεκτήθη ή επεδιώχθη υπερβολικόν κέρδος κατά το άρθρον 30 παρ.1 του παρόντος Νόμου και συμφώνως προς τα εν αυτή αναφερόμενα κριτήρια. Αι αποφάσεις των Επιτροπών τούτων έχουσιν ισχύν απλής γνωμοδοτήσεως συνεκτιμωμένης μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Αι Επιτροπαί δικαιούνται να προβαίνωσιν εις πάσαν έρευναν και να αιτώνται την προσαγωγήν παντός στοιχείου, χρησίμου δια το έργον των. Δικασταί μετασχόντες της Σελ.50,02(β) Τεύχος 1275-Σελ.2 Επιτροπής ως γνωμοδοτικής δεν δύνανται να μετάσχωσι της συνθέσεως του δικάζοντος το υπερβολικόν κέρδος δικαστηρίου. Αι Επιτροπαί υποχρεούνται , όπως εντός δεκαπενθημέρου το βραδύτερον από της παραλαβής της σχετικής αιτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως γνωμοδοτώσιν επί των τιθεμένων αυταίς ερωτημάτων. Προς τούτο ο Πρόεδρος της Επιτροπής υποχρεούται αμελλητί να συγκαλέση ταύτην. Άρθρ.8.-Αι κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου συνιστώμενοι Επιτροπαί συντίθενται ως εξής: Α΄.Δια την περιφέρειαν των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς συνιστάται ενιαία Επιτροπή εδρεύουσα εν Αθήναις, ήτις αποτελείται: Η σύνθεσις αυτής ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 6901/1953 απόφ. Υπ. Εμπ. (κατωτ. σελ. 68,01). Η επιτροπή αύτη διετηρήθη δια του άρθρ.23 Β.Δ. 866 της 28/30 Δεκ. 1960 περί Οργανισμού Υπ. Εμπορίου (τόμ. 13Α σελ. 766,01) και δια του άρθρ.1 παρ.2 Β.Δ.458 της 29/31 Μαΐου 1965 (τόμ. 13Α σελ. 778,09) ένθα και καθορίζεται η σύνθεσις ταύτης. Γραμματεύς της Επιτροπής ταύτης ορίζεται υπό του Προέδρου είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εφοδιασμού. Η Επιτροπή συνεδριάζει εν τω καταστήματι του Υπουργείου και ευρίσκεται εν απαρτία όταν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Β΄.1.Δια τας περιφερείας των λοιπών Πρωτοδικείων, αι επιτροπαί αποτελούνται: α)Εξ ενός Εφέτου ως Προέδρου, εάν υπάρχη Εφετείον εν τη έδρα του Πρωτοδικείου, οριζομένου, ως και του αναπληρωτού του, κατά τας κειμένας διατάξεις, άλλως εκ του Προέδρου των Πρωτοδικών. β)Εκ του παρά τω Ειδικώ Αγορανομικώ Τμήματι της Εισαγγελίας Εισαγγελέως, όπου δε δεν λειτουργεί τοιούτο εκ του Εισαγγελέως των Πρωτοδικών. γ)Εκ του Διοικητού της Χωροφυλακής, όπου δε υπάρχει Αστυνομία Πόλεων εκ του Διευθυντού της Αστυνομίας. δ)Εκ του προϊσταμένου του Παραρτήματος του Γενικού Χημείου του Κράτους. ε)Εκ του Προϊσταμένου της Γεωργικής υπηρεσίας. ς)Εκ του Προϊσταμένου του Γραφείου Εφοδιασμού. ζ)Εξ ενός αντιπροσώπου του Εμπορικού και βιομηχανικού Επιμελητηρίου. η)Εξ ενός αντιπροσώπου του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου. θ)Εξ ενός αντιπροσώπου του Εργατικού Κέντρου, εν ελλείψει δε τοιούτου της πολυμελεστέρας εργατικής οργανώσεως. 2.Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου υπάρχη Περιφερειακόν Εμπορικόν και Βιομηχανικόν Επιμελητήριον, της Επιτροπής μετέχει αντιπρόσωπος τούτου, όπου δε δεν υπάρχει ούτε τοιούτον Επιμελητήριον, της Επιτροπής μετέχει αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συλλόγου. 3.Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου υπάρχουσιν ιδιαίτερα Επιμελητήρια, Επαγγελματικόν και Βιοτεχνικόν, της Επιτροπής μετέχουσιν ανά είς αντιπρόσωπος εκατέρου των Επιμελητηρίων τούτων. Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου υπάρχη Τοπικόν Τμήμα του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, μετέχει της Επιτροπής αντιπρόσωπος τούτου. Όπου δε δεν υπάρχει ούτε τοιούτον Τμήμα, της Επιτροπής μετέχει αντιπρόσωπος της οικείας οργανώσεως των επαγγελματιών και βιοτεχνών. 4.Τα εκ δημοσίων υπαλλήλων μέλη της Επιτροπής αναπληρούσιν οι νόμιμοι αναπληρωταί των. Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου δεν εδρεύουν οι υπό στοιχ. δ΄, ε΄και ς΄ της παρ.1 δημόσιαι υπηρεσίαι, ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει αντί τούτων άλλους δημοσίους υπαλλήλους ως και τους αναπληρωτάς αυτών. Οι αντιπρόσωποι των επαγγελματικών τάξεων, ως και οι αναπληρωταί τούτων, ορίζονται εντός ευλόγου προθεσμίας τασσομένης υπό του Προέδρου, υπό των οικείων συμβουλίων, όπου δε δεν υπάρχουσι σχετικαί οργανώσεις ή εν περιπτώσει παρελεύσεως απράκτου της ταχθείσης δια τον διορισμόν προθεσμίας, τον αντιπρόσωπον εκάστης τάξεως ως και τον αναπληρωτήν αυτού ορίζει ο Πρόεδρος της Επιτροπής. 5.Εν περιπτώσει καθ’ ην μετέχουσι της Επιτροπής Πρωτοδίκης και Αντιεισαγγελεύς Πρωτοδικών, της Επιτροπής προεδρεύει ο Πρωτοδίκης. 6.Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί δημόσιος υπάλληλος οριζόμενος υπό του Προέδρου αυτής, όστις ορίζει και τον αναπληρωτήν αυτού. 7.Αι επιτροπαί συνέρχονται άπαξ τουλάχιστον της εβδομάδος καθ’ ημέραν και ώραν οριζομένην υπό του Προέδρου, κατόπιν σχετικής προσκλήσεως αυτού. Αποφασίζουσιν όταν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων, αι δε αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Άρθρ.9.-Αι Αγορανομικαί διατάξεις της εν Αθήναις Επιτροπής υποβάλλονται δια του Προέδρου αυτής εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού άμα τη εκδόσει των. Αι αγορανομικαί διατάξεις των Επιτροπών των περιφερειών των υπαγομένων εις Γενικάς Διοικήσεις υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τους αρμοδίους Γενικούς Διοικητάς, εφ’ όσον ασκούσιν εν τω θέματι τούτω τα ανωτέρω δικαιώματα του Υπουργού Εφοδιασμού, κατά το άρθρον 6 του παρόντος νόμου, άλλως αύται ως και των λοιπών πόλεων υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού. Άρθρ.10.-1.Συνιστάται εν τη περιφερεία των Πρωτοδικείων Αθηνών-Πειραιώς Ειδική Αγορανομική Επιτροπή καθορισμού ανωτάτης τιμής ή ποσοστού κέρδους επί των αλεύρων και άρτου συντιθεμένη: α)εκ του Γενικού Γραμματέως του Υπουργείου Εφοδιασμού, ως Προέδρου, β)του Διευθυντού της Δ/σεως Άρτου του Υπουργείου Εφοδιασμού, γ)του Διευθυντού της Δ/σεως Δικαστικού του Υπουργείου Εφοδιασμού, δ)του Γενικού Επόπτου Αγορανομίας, ε)ενός Χημικού οριζομένου υπό του Υπουργείου Εφοδιασμού, ς)ενός αντιπροσώπου του Συνδέσμου Αλευροβιομηχάνων της Ελλάδος, ζ)ενός αντιπροσώπου της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Αθηνών, η)ενός αντιπροσώπου της Συντεχνίας Αρτοποιών Αθηνών, και θ)ενός αντιπροσώπου των αρτεργατών οριζομένου υπό του Υπουργού Εφοδιασμού. 2.Τον πρόεδρον κωλυόμενον αναπληροί ο κατά βαθμόν ανώτερος των δημοσίων υπαλλήλων μελών της Επιτροπής. Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί είς εκ των μονίμων υπαλλήλων του Υπουργείου Εφοδιασμού, οριζόμενος ως και ο αναπληρωτής του, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού. Σελ.51 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 3.Τα υπό στοιχεία ε΄, ς΄ και η΄ μέλη της Επιτροπής, ως και οι αναπληρωταί τούτων, ορίζονται εκάστοτε υπό των οικείων οργανώσεων. 4.Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία, όταν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων, των αποφάσεων λαμβανομένων κατά πλειοψηφίαν, της ψήφου του Προέδρου νικώσης εν περιπτώσει ισοψηφίας. 5.Η κατά το παρόν άρθρον αρμοδιότης της Ειδικής Αγορανομικής Επιτροπής ασκείται εις τα εκτός της περιφερείας των Πρωτοδικείων Αθηνών-Πειραιώς περιφερείας, υπό των κατά τόπους Αγορανομικών Επιτροπών. Άρθρ.11.-1.Αι κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπαί υποχρεούνται να συνυπολογίζωσιν εις τα αλεστικά έξοδα και τας υπέρ των ταμείων ασφαλίσεως μυλεργατών και αρτεργατών εν τοις οικείοις νόμοις οριζομένας εισφοράς, εκ του τυχόν δε μη γενομένου συνυπολογισμού ουδέν γεννάται δικαίωμα προς αποφυγήν της καταβολής των εισφορών τούτων, υποχρεωμένου του αλευροβιομηχάνου να συνυπολογίζει ταύτας κατά τον καθορισμόν της τιμής πωλήσεως των αλεύρων. Εν περιπτώσει άρσεως της διατιμήσεως του άρτου, συνεχίζεται η καταβολή εις τα Ταμεία ασφαλίσεως μυλεργατών και ασφαλίσεως αρτεργατών των υπέρ αυτών κατά τας κειμένας διατάξεις πόρων. 2.Η κατά τα ανωτέρω μη τήρησις των επιβαλλομένων εις τους αλευροβιομηχάνους υποχρεώσεων τιμωρείται με τας εν άρθρω 30 του παρόντος νόμου ποινάς. Άρθρ.12.-Αι Αγορανομικαί διατάξεις, της μεν Επιτροπής Αθηνών και Πειραιώς δημοσιεύονται εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως, των δε Γενικών Διοικητών, Νομαρχών, ως και των λοιπών Επιτροπών τοιχοκολλώνται εν τω Καταστήματι της Γενικής Διοικήσεως, Νομαρχίας ή του Δημαρχείου της πόλεως ένθα εδρεύει η οικεία επιτροπή και ισχύουσιν από της τοιαύτης δημοσιεύσεως ή τοιχοκολλήσεως αυτών. Άρθρ.1.-1.Δι’ αγορανομικών διατάξεων, εκδιδομένων υπό του Υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να ρυθμίζωνται γενικώς μεν παν μέτρον δια τον κανονισμόν των τιμών αντικειμένων και παροχών παντός είδους, ως και δια την επάρκειαν ειδών βιωτικών αναγκών, ιδία δε: α)Αι σχέσεις παραγωγής, διανομής και καταναλώσεως. β)Τα της οργανώσεως και προστασίας της καταναλώσεως, επίσης δε και τα των μεταφορών από των τόπων της παραγωγής μέχρι των τόπων της καταναλώσεως. γ)Οι όροι, ους δέον να πληρώσι τα αντικείμενα των βιωτικών αναγκών, ο έλεγχος της ποιότητος αυτών και τα κατά της νοθείας του των μέτρα. (Αντί της σελ.47) Σελ.47(α) Τεύχος 677-Σελ. 11 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.22-25 «δ)Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας (δραχμικόν κέρδος), επί πωλήσεως χονδρικής και λιανικής, αντικειμένων βιοτικών αναγκών. ε)Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας (δραχμικόν κέρδος) επί παροχών πάσης φύσεως εξυπηρετουσών αμέσως ή εμμέσως βιοτικάς ανάγκας. Αι περιπτ. δ΄ και ε΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ.6 Νόμ. 802/1978 (κατωτ. αριθ. 44). ς)Τα της απαγορεύσεως μεταφοράς από μιας περιφερείας εις άλλην εγχωρίων ή εκ του εξωτερικού εισαγομένων ειδών, τα της επιβολής παρακρατήματος επί τούτων, ως και έτερα συναφή μέτρα επιβαλλόμενα εκ γενικωτέρου συμφέροντος ή τοπικών αναγκών. ζ)Τα της απαγορεύσεως ή περιορισμού πωλήσεως και καταναλώσεως ωρισμένων ειδών βιωτικών αναγκών, τα της αναπληρώσεως ελλειπόντων τοιούτων και αντικαταστάσεως αυτών δι’ άλλων ομοειδών ή αναλόγων, τα του περιορισμού του αριθμού των εις τα εστιατόρια και παρόμοια καταστήματα παρασκευαζομένων φαγητών και τα συστατικά και η περιεκτηκότης εκάστου είδους, ως και το ποσόν της εξ εκάστου τούτων παρεχομένης μερίδος. η)Μετ’ έγκρισιν του Υπουργικού Συμβουλίου τα της απαγορεύσεως ή περιορισμού της εξαγωγής ειδών εις το εξωτερικόν καθόλου ή εν μέρει και καθ’ ας περιπτώσεις εκ των κειμένων διατάξεων δεν απαγορεύεται η εξαγωγή. θ)Καθ’ όλην την Χώραν ή καθ’ ωρισμένας περιφερείας: 1)αι ποιότητες των αλεύρων και του άρτου, αίτινες φέρονται εις την κατανάλωσιν και τα διακριτικά τούτων γνωρίσματα, 2)αι ποιότητες του άρτου εκ μίγματος αλεύρων εκ σίτου και αλεύρων εξ άλλων δημητριακών καρπών κατ’ αναλογίαν οριζομένην δια της αυτής διατάξεως ή ιδία ποιότης άρτου δια τα άτομα δια τα οποία ενδείκνυται η χρήσις τοιούτου άρτου εκ λόγων υγείας. ι)Τα του τόπου και του τρόπου πωλήσεως και αποθηκεύσεως αντικειμένων βιωτικών αναγκών και αι σχετικαί υποχρεώσεις των ιδιοκτητών ή κατόχων τοιούτων ειδών και του προσωπικού αυτών. ια)Τα της κατατάξεως εις κατηγορίας προς καθορισμό ανωτάτης τιμής ή ποσοστού κέρδους των εστιατορίων, ζαχαροπλαστείων και παντός εν γένει εργοστασίου, εργαστηρίου ή καταστήματος παρασκευάζοντος ή πωλούντος τρόφιμα και ποτά και παντός δημοσίου κέντρου ή καταστήματος εις εξυπηρέτησιν του κοινού προωρισμένου, αναλόγως της φορολογικής κλάσεως εις ην υπάγονται τούτα ή επί τη βάσει άλλων στοιχείων οικονομικών, εμφανίσεως, πελατείας κλπ. η ανωτάτη τιμή ή ποσοστόν Σελ.48(α) Τεύχος 677-Σελ.12 κέρδους επί των υπό τούτων πωλουμένων ειδών ή παρεχομένων υπηρεσιών, ως και το τυχόν εις το προσωπικόν αυτών παρεχόμενον φιλοδώρημα. ιβ)Τα κόμιστρα μεταφοράς προσώπων ή πραγμάτων δι’ οιουδήποτε μεταφορικού μέσου. ιγ)Αι μεταξύ παραγωγών, εμπόρων χονδρικής, ημιχονδρικής πωλήσεως και εμπόρων λιανικής πωλήσεως αγοραπωλησίαι. ιδ)Αι απαγορεύσεις προαγορών επί παντός είδους αντικειμένων βιωτικών αναγκών και τα της περαιτέρω εκτελέσεως των προ των σχετικών αγορανομικών διατάξεων συναφθεισών τοιούτων συμβάσεων. ιε)Τα του ελέγχου των μέτρων και σταθμών και τα του καθορισμού των απαιτουμένων μέτρων προς πρόληψιν εξαπατήσεως του κοινού. «ις΄.Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας (δραχμικόν κέρδος) επί πωλήσεως χονδρικής ή λιανικής αντικειμένων βιοτικών αναγκών ή αι ανώταται τιμαί παροχής υπηρεσιών, κατά κλάδους ομοειδών επιχειρήσεων, τούτων συναγομένων βάσει των εφαρμοσθεισών υπ’ αυτών τούτων των επιχειρήσεων, κατά περίπτωσιν, τιμών κατά προγενέστερον της εκδηλώσεως του ρυθμιστικού μέτρου χρονικόν διάστημα». Η περίπτ. ις΄ προσετέθη δια του άρθρ.7 Νόμ. 802/
  5. 2.Ομοίως, επιτρέπεται, όπως προς διατήρησιν της τιμής του άρτου κανονίζωνται εκάστοτε δι’ αγορανομικών διατάξεων: α)Τα είδη, αι ποσότητες και η αναλογία του εισαγομένου και του αλεθομένου σίτου, η εξ εγχωρίου σίτου ειδική παρασκευή αλεύρων δια ζυμαρικά, ζαχαροπλαστικήν και αλευροποιΐαν πολυτελείας δι’ ειδικών αλευρομύλων. β)Η παρασκευή ειδικού άρτου δια διαιτητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. γ)Τα της παρασκευής και καταναλώσεως σταφιδοψώμου, αι σχετικαί υποχρεώσεις αρτοποιών και κοινού και παν συναφές αντικείμενον. Καθ’ όμοιον τρόπον ορίζονται αι υποχρεώσεις των αλευροβιομηχάνων και αρτοποιών, ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα τα αντικείμενα, περί ων διαλαμβάνει η παρούσα παράγραφος. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Άρθρ.13.-Αι Αγορανομικαί Επιτροπαί υποχρεούνται να καλώσιν αντιπροσώπους των ενδιαφερομένων επαγγελματιών, όπως εκθέτωσι προφορικώς ή εγγράφως τας απόψεις των επί των θεμάτων, ων αύται επιλαμβάνονται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Άρθρ.14.-1.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να συσταθώσιν Αγορανομικαί Επιτροπαί και εις τας έδρας των Ειρηνοδικείων ένθα δεν εδρεύουσι Πρωτοδικεία. Σελ.52 2.Αι τοπικαί αύται Επιτροπαί συντίθεται ως εξής: α)Εκ του Επάρχου, εις ας έδρας Ειρηνοδικείων υφίσταται τοιούτος, β)εκ του Ειρηνοδίκου, γ)εκ του Οικ. Εφόρου, δ)εκ του αστυνόμου, ε)εξ ενός καθηγητού των Φυσικομαθηματικών του εν τη ιδία πόλει εδρεύοντος Γυμνασίου ή εν ελλείψει ή κωλύματι τοιούτου, ετέρου σχολείου δημοσίου εν τη ιδία πόλει εδρεύοντος, οριζομένου υπό του κατά το παρόν άρθρον Προέδρου της Επιτροπής, ς)ενός δημοτικού ή κοινοτικού συμβούλου της έδρας του Ειρηνοδικείου οριζομένου υπό του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού Συμβουλίου, ζ)ενός αντιπροσώπου εκ των μελών εκάστης των εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου οργανώσεων εμπορικής, επαγγελματικής, γεωργικής και εργατικής. 3.Τα υπό στοιχεία Ζ΄ μέλη της Επιτροπής, ως και ανά δύο αναπληρωταί εκάστου τούτων, ορίζονται καθ’ ημερολογιακόν έτος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της οικείας οργανώσεως. Εάν εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου υπάρχωσιν εν δράσει πλείονες της μιας οργανώσεις εκάστης τάξεως, ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει την οργάνωσιν, ήτις θα αντιπροσωπευθή εν τη Επιτροπή. Εν η περιπτώσει δεν υπάρχει οργάνωσις τάξεώς τινος ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει ένα ιδιώτην εκ της τάξεως ταύτης. 4.Χρέη Προέδρου της Επιτροπής εκτελεί ο Έπαρχος, εν ελλείψει δε Επάρχου ο Ειρηνοδίκης. Τον Ειρηνοδίκην ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εν τη προεδρία εις αμφοτέρας τας ως άνω περιπτώσεις είς εκ των δημοσίων υπαλλήλων μελών της Επιτροπής, οριζόμενος υπό του Νομάρχου, μέχρι δε ορισμού τοιούτου ο κατά βαθμόν ανώτερος τούτων και επί ομοιοβάθμων ο αρχαιότερος. 5.Εις ας πόλεις εδρεύει Νομαρχία μετέχει της κατά το παρόν άρθρον Επιτροπής ο Νομάρχης ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Εν τη περιπτώσει ταύτη προεδρεύει της Επιτροπής ο Νομάρχης ή ο αναπληρωτής τούτου, εφ’ όσον έχει βαθμόν τουλάχιστον τμηματάρχου. 6.Προκειμένου η Επιτροπή να επιληφθεί προϊόντων γεωργικών, κτηνοτροφικών ή δασικών μετέχει ταύτης κατά λόγον αρμοδιότητος ο εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου τυχόν εδρεύων προϊστάμενος της οικείας Γεωργικής ή Κτηνιατρικής ή της Δασικής Υπηρεσίας. 7.Χρέη γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί ο γραμματεύς του Ειρηνοδικείου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Η Επιτροπή εν τοσούτω δύναται να ορίση άλλον δημόσιον υπάλληλον ως γραμματέα αυτής. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 8.Τα εκ του νόμου μέλη της Επιτροπής ελλείποντα ή απόντα ή κωλυόμενα αναπληρούνται υπό των νομίμων αναπληρωτών των. Άρθρ.15.-Εις ας πόλεις δεν εδρεύει ούτε Πρωτοδικείον ούτε Ειρηνοδικείον, δύνανται να συσταθώσιν Αγορανομικαί Επιτροπαί δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού, δι’ ης ορίζεται και η σύνθεσις αυτών. Άρθρ.16.-1.Σκοπός της συστάσεως και λειτουργίας των κατά τα άρθρα 14 και 15 τοπικών αυτών επιτροπών είναι ο δια τας Αγορανομικάς Επιτροπάς εν γένει κατά τα προηγούμενα άρθρα καθοριζόμενος, επί πλέον δε και η κατά μήνα λεπτομερής καταγραφή πάσης υπαρχούσης ποσότητος εις την περιφέρειαν του Ειρηνοδικείου, και ειδικώς εις ένα έκαστον των τόπων της παραγωγής και εις χείρας των παραγωγών και κατόχων, εκάστου είδους βιωτικών αναγκών. 2.Αι κατά τα άρθρα 14 και 15 Επιτροπαί συνεδριάζουν προσκλήσει του Προέδρου εν τω γραφείω αυτού, ή εν άλλω δημοσίω καταστήματι οριζομένω υπ’ αυτού, ευρίσκονται εν απαρτία εάν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων και αποφασίζουν κατά πλειοψηφίαν των παρόντων, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. 3.Αι αγορανομικαί διατάξεις των κατά τα άρθρα 14 και 15 Επιτροπών ισχύουσιν από της τοιχοκολλήσεως εις το κατάστημα του Επάρχου ή του Ειρηνοδικείου ή της Κοινότητος και υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τον Πρόεδρον της οικείας πρωτοδικειακής Επιτροπής προς έγκρισιν. Άρθρ.17.-1.Τα πρακτικά των συνεδριάσων των κατά τον παρόντα νόμον Επιτροπών εισίν έγκυρα εάν φέρωσι τας υπογραφάς του απαιτουμένου δια την συγκρότησιν της νομίμου απαρτίας αριθμού μελών. Εάν μέλος τι αρνηθή να υπογράψη τα πρακτικά βεβαιούται τούτο εν αυτοίς. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα πρακτικά εισίν έγκυρα, εφ’ όσον είναι υπογεγραμμένα υπό της πλειοψηφίας. 2.Αι λεπτομέρειαι της λειτουργίας των ιδίων Επιτροπών τα δικαιώματα και καθήκοντα των Προέδρων των μελών και των γραμματέων τούτων και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα ταύτας, ρυθμίζεται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού. 3.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού δύναται να συνιστώνται επιτροπαί προς μελέτην αντικειμένων αγορανομικών. «4.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού και Διανομών εκδιδομένων κατόπιν συμφώνου γνώμης του κατά τα Ν.Δ. 666/48 Ανωτάτου Συμβουλίου Εφοδιασμού και Διανομών, δύναται να τροποποιήται η σύνθεσις των κατά τα άρθρ.7-16 του παρόντος Νόμου Επιτροπών». Η παρ.4 προσετέθη δια του άρθρ.2 Α.Ν. 782/1948 (κατωτ. αρ. 26). Άρθρ.18.-Ο Υπουργός Εφοδιασμού δικαιούται να προεδρεύει κατ’ οικείαν κρίσιν των Αγορανομικών Επιτροπών. Άρθρ.19.-Άπασαι αι αγορανομικαί διατάξεις υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού δικαιούμενον ν’ αναστέλλη την εφαρμογήν αυτών, ν’ ακυροί, καταργή ή τροποποιή ταύτας δι’ αποφάσεών του, ως και να προκαλή την έκδοσιν νέων τοιούτων. Άρθρ.20.-Η διάταξις του προηγουμένου άρθρου έχει εφαρμογήν και επί των κατά το άρθρον 6 εκδιδομένων πράξεων, αποφάσεων και αγορανομικών διατάξεων κατ’ εξουσιοδότησιν του Υπουργού Εφοδιασμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Λαϊκαί Αγοραί Άρθρ.21.-1.Επιτρέπεται, όπως δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού συνιστώνται και διαλύωνται λαϊκαί αγοραί καθ’ άπαν το Κράτος. 2.Αι λαϊκαί αγοραί υπάγονται εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και τον έλεγχον του Υπουργού Εφοδιασμού. 3.Τα της λειτουργίας των λαϊκών αγορών ως και παν έτερον αντικείμενον αφορών ταύτας ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού. 4.»Εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και αι λαϊκαί αγοραί αι λειτουργούσαι κατ’ έθιμον υπό την μορφήν παζαρίου καθ’ εκάστην Κυριακήν ή άλλην ημέραν της εβδομάδος εις τους Δήμους ή τας Κοινότητας της Επικρατείας». Η παρ.4 προσετέθη δια του Νόμ. 3255/
  6. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Δεσμεύσεις-Επιτάξεις Δεσμεύσεις Άρθρ.22.-1.Ο Υπουργός Εφοδιασμού δύναται δι’ αγορανομικών αυτού διατάξεων: α)Να υποχρεώνη πάντα βιομήχανον, βιοτέχνην, παραγωγόν και γενικώς κάτοχον ειδών βιωτικών αναγκών, όπως υποβάλη δήλωσιν περί πάντων των υπ’ αυτού παραγομένων ή κατεχομένων ειδών, β)Να απαγορεύη την ελευθέραν διάθεσιν αυτών, γ)να ορίζη τα του τρόπου διαθέσεως των κατά το παρόν άρθρον δεσμευομένων ειδών. Ο κάτοχος του είδους του οποίου απηγορεύθη η ελευθέρα διάθεσις οφείλει να τηρή αυτό εν καλή καταστάσει και να λαμβάνη πάντα τα προς τούτο απαιτούμενα μέτρα. Εάν ο κάτοχος δεν λάβη τα προσήκοντα μέτρα δύναται η Αστυνομική Αρχή, τη εντολή του Υπουργού Εφοδιασμού ή της αρμοδίας Αγορανομικής Επιτροπής, να διατάξη την (Αντί της σελ. 53) Σελ. 53(α) Ν-15 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 δια τρίτου εκτέλεσιν των αναγκαίων έργων δαπάναις του κατόχου. 2.Προκειμένου περί δεσμεύσεως ειδών βιωτικών αναγκών παραγομένων ή κατεχομένων υπό ωρισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου ή κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρέωσις προς δήλωσιν, δέσμευσις και διάθεσις του είδους δύναται να ενεργήται και δι’ αποφάσεως του Υπουργού, ισχυούσης από της κοινοποιήσεως αυτής εις τον ενδιαφερόμενον. Επιτάξεις Άρθρ.1α.-«Με αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον Υπουργό Εμπορίου μπορούν να ρυθμίζονται και τα εξής θέματα: α)Η έκδοση από τους παραγωγούς, εισαγωγείς χονδρεμπόρους τιμοκαταλόγου με αναγραφή της αρχικής των ενδιαμέσων, της τελικής τιμής (καταναλωτή) και των εκπτώσεων λόγω κύκλου εργασιών, με χρονική διάρκεια ισχύος όχι μικρότερη από 4 μήνες. β)Η υποχρεωτική τήρηση από Ανώνυμες Εταιρείες και Ε.Π.Ε. και από κλάδους επιχειρήσεων, άσχετα από τη νομική τους μορφή, θεωρημένου Βιβλίου Αποθήκης ή/ και Βιβλίου Παραγωγής/Κοστολογίου, τα οποία θα τηρούνται όπως ορίζουν τα άρθρ.8 και 9 Π.Δ. 99/1977 «περί Κ.Φ.Σ.» και όταν ακόμη δεν είναι υποχρεωτική η τήρησή τους από φορολογικό νόμο. γ)Τα της πώλησης ή κατοχής για πώληση ή μεταποίηση ή διανομής ή μεταφοράς για κατανάλωση αγαθών τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση ή μπορούν να προκαλέσουν οποιοδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ανθρώπων ή ζώων ή οποιαδήποτε ζημιά σε φυτά. δ)Η γνωστοποίηση στο Υπουργείο Εμπορίου, ύστερα από πρόσκληση του επιτηδευματία, οποιωνδήποτε στοιχείων κόστους, τιμών, πιστώσεων, εκπτώσεων και άλλων χρήσιμων στοιχείων ή πληροφοριών για το σκοπό προσδιορισμού του κόστους, όπως αυτά προκύπτουν και διαμορφώνονται από τα τηρούμενα από τον επιτηδευματία Βιβλία και στοιχεία, θεωρημένα και μη και η διαδικασία, ο τρόπος και ο χρόνος γνωστοποίησης. ε)Ο καθορισμός κατώτατης τιμής της με οποιοδήποτε τρόπο διάθεσης κάθε αγαθού που παράγεται εγχώρια ή εισάγεται». Το άρθρ.1α προστέθηκε από το άρθρ.18 (Α) Νόμ. 1436/26-30 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 54) Τόμ. 11 σελ. 210,
  7. «Άρθρ.2.-1.Με αγορανομικές διατάξεις, που εκδίδονται από τον Υπουργό Εμπορίου μετά από γνωμοδότηση της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Τιμών, ή, αν πρόκειται για την περιφέρεια ενός νομού, με αγορανομική διάταξη του οικείου νομάρχη και μετά από γνωμοδότηση της οικείας νομαρχιακής αγορανομικής επιτροπής τα αντικείμενα, οι παροχές και τα είδη βιοτικής ανάγκης κατατάσσονται στις παρακάτω αγορανομικές κατηγορίες: α)«Ελεγχόμενα». β)«Μη ελεγχόμενα». Η κατά το προηγούμενο εδάφιο κατάταξη των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης σε ελεγχόμενα και σε μη ελεγχόμενα μπορεί να είναι ολόκληρη ή μερική ίδια σε ολόκληρο το κράτος ή και διαφορετική ανάλογα με τις περιφέρειες. Εφ’ όσον αντικείμενο, παροχή και κάποιο είδος δεν ήθελε χαρακτηρισθεί με αγορανομική διάταξη ως ελεγχόμενο, θεωρείται ως μη ελεγχόμενο. Επί των αντικειμένων, παροχών και ειδών που δεν ελέγχονται κάθε φορά και για όσο χρόνο θα διαρκεί ο χαρακτηρισμός τους ως μη ελεγχομένων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις: α)του άρθρ.1 παρ.1, στοιχ. δ΄, ε΄, και ιστ΄. β)του άρθρ.
  8. γ)του άρθρ.7 παρ.1,
  9. δ)του άρθρ.30 παρ.1 του παρόντος νόμου. Με απόφαση της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων, που θα εκδοθεί εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και οι λοιποί όροι για την κατάταξη αντικειμένων και παροχών στις παραπάνω κατηγορίες καθώς και για την μετάταξή τους από μια κατηγορία σε άλλη. 2.Με αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται κατά τον τρόπο που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο τα ελεγχόμενα αντικείμενα, οι παροχές και τα είδη βιοτικής ανάγκης διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α)Σε ελεγχόμενα για υπερβολικό κέρδος. β)Σε διατιμημένα ή ελεγχόμενου κέρδους. Εφ’ όσον αντικείμενο, παροχή ή κάποιο είδος δεν χαρακτηρίζεται με αγορανομική διάταξη σαν διατιμημένο ή προκαθορισμένου ποσοστιαίου ή απόλυτου δραχμικού κέρδους, θεωρείται ως ελεγχόμενο για υπερβολικό κέρδος. Επί των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης που κάθε φορά χαρακτηρίζονται και είναι καταταγμένα στην αγορανομική κατηγορία των ελεγχομένων για υπερβολικό κέρδος δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις: α)του άρθρ.1 παρ.1, στοιχ. δ΄, ε΄ και ιστ΄. β)του άρθρ.
  10. γ)του άρθρ.7 παρ.1, 2 του παρόντος νόμου. 3.Η γνωμοδοτική Επιτροπή Τιμών, καθώς και οι αγορανομικές επιτροπές κατά περίπτωση, γνωματεύουν περί της κατάταξης των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό, μέσα σε προθεσμία που ορίζει ο υπουργός ή ο κατά περίπτωση νομάρχης. Εάν οι ανωτέρω επιτροπές δεν υποβάλουν μέσα στην παραπάνω προθεσμία τις γνωματεύσεις στις αρχές από τις οποίες τους ζητείται κατά νόμο η γνώμη τους ή κατά το Άρθρ.23.-1.Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού να προβαίνη δι’ αποφάσεως αυτού εις επίταξιν τροφίμων και άλλων αντικειμένων κινητών εξυπηρετούντων οπωσδήποτε βιωτικάς ανάγκας, ή εργοστασίων, εργαστηρίων, καταστημάτων παραγωγής, επεξεργασίας ή πωλήσεως ή αποθηκεύσεως τοιούτων ειδών ή της χρήσεως ακινήτων χρησίμων εις δημοσίαν ή κοινωνικήν ανάγκην. Η επίταξις ενεργείται υπό της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής ή άλλης Δημοσίας ή Κοινοτικής Αρχής, επί τούτω διατασσομένης υπό του αυτού Υπουργού. Κατά την ενέργειαν της επιτάξεως δύναται να παρίσταται ή συμμετέχη αντιπρόσωπος του Υπουργού Εφοδιασμού δημόσιος υπάλληλος ή δικαστικός λειτουργός, οριζόμενος υπ’ αυτού. 2.Ο Υπουργός Εφοδιασμού καθορίζει δι’ αποφάσεών του τον τρόπον της χρησιμοποιήσεως ή διαθέσεως των επιτασσομένων πραγμάτων. Άρθρ.24.-Άμα τη επιβολή της επιτάξεως καλείται ο δια ταύτης βαρυνόμενος όπως εντός προθεσμίας τασσομένης παρά του διατάξαντος την επίταξιν, κατά το προηγούμενον άρθρον, καταθέση τα δικαιολογητικά αυτού έγγραφα εις την ενεργήσασαν την επίταξιν Αρχήν, ήτις διαβιβάζει ταύτα αμελλητί εις την Αγορανομικήν Επιτροπήν της περιφερείας όπου ενηργήθη η επίταξις προς γνωμοδότησιν δια τον κανονισμόν της τιμής του επιταχθέντος είδους. Άρθρ.25.-Την τιμήν της επιτάξεως ορίζει ο Υπουργός Εφοδιασμού μετά σχετικήν γνωμοδότησιν της κατά το προηγούμενον άρθρον αρμοδίας Αγορανομικής Επιτροπής. Η Αγορανομική Επιτροπή υποχρεούται όπως εντός δεκαπέντε ημερών, αφ’ ης περιέλθωσι τα σχετικά έγγραφα εις τον Πρόεδρον αυτής, γνωμοδοτήση και υποβάλη την σχετικήν γνωμοδότησιν προς τον Υπουργόν εκτός εάν ειδικοί λόγοι κωλύματος δεν επιτρέπουσι τούτο, ότε υποχρεούται να δικαιολογήση την βραδύτητα της υποβολής, αναφέρουσα δια του Προέδρου της. Εκάστης γνωμοδοτήσεως προηγείται ακρόασις των ενδιαφερομένων, των προτάσεων αυτής καταχωριζομένων εις τα πρακτικά της γνωμοδοτήσεως εκάστης Επιτροπής. Σελ.54(α) Ν-16 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Χημικαί εξετάσεις Άρθρ.26.-1.Αι αρμόδιαι διοικητικαί, αστυνομικαί, χημικαί, υγειονομικαί, κτηνιατρικαί και αγορανομικαί υπηρεσίαι, οι Πρόεδροι των Αγορανομικών Επιτροπών, οι Εισαγγελείς και δικαστικοί λειτουργοί αγορανομικής αρμοδιότητος δύνανται να επιθεωρώσι τα προς πώλησιν εκτιθέμενα ή οπωσδήποτε προοριζόμενα είδη, όσα υπόκεινται εις τον κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου έλεγχον. 2.Αι αυταί αρχαί δύνανται να λαμβάνωσι δείγματα προς εξέτασιν εκ πάντων των ελεγχομένων ειδών. Τα του τρόπου της λήψεως του δείγματος, του ποσού, της συσκευής, σφραγίσεως και επισημάνσεως, τα της διασφαλίσεως της ταυτότητος του δείγματος και πάσα λεπτομέρεια αφορώσα την δειγματοληψίαν κανονίζονται δια αγορανομικής διατάξεως εκδιδομένης κατά το άρθρον 1 του παρόντος νόμου κατόπιν γνωματεύσεως των αρμοδίων αρχών. 3.Εις τον παρ’ ου λαμβάνεται το δείγμα δίδεται δελτίον παραλαβής εν τω οποίω σημειούται και το ποσόν του δείγματος, δίδεται δ’ ωσαύτως τη αιτήσει του ιδίου και δείγμα ταυτοχρόνως λαμβανόμενον και του ελεγχομένου είδους επισήμως εσφραγισμένον. Άρθρ.27.-1.Κατά την ενέργειαν δειγματοληψίας λαμβάνονται υποχρεωτικώς δύο δείγματα κατά τα κεκανονισμένα υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους ή άλλης αρμοδίας Κρατικής Υπηρεσίας, άτινα αποστέλλονται τάχιστα μετά των σχετικών πρωτοκόλλων προς την αρμοδίαν χημικήν υπηρεσίαν, ήτις μετ’ εξακρίβωσιν και πιστοποίησιν του αλυμάντου των σφραγίδων και της ταυτότητος του δείγματος το μεν έν των δειγμάτων φυλάσσει εσφραγισμένον παρ’ αυτή, το δ’ έτερον υποβάλλει προς εξέτασιν. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 2.Περί της γενόμενης εξετάσεως συντάσσεται έκθεσις, ήτις αποστέλλεται εις την ερωτώσαν αρχήν, ήτις ανακοινοί το αποτέλεσμα της εξετάσεως (ουχί δε αντίγραφον εκθέσεως ή αριθμόν δείγματος) δι’ επιδόσεως εις τον κύριον του εξετασθέντος δείγματος. Η έκθεσις αύτη συντάσσεται τόσον δι’ ιδίου εγγράφου, όσον και επί της οπισθίας όψεως του πρωτοκόλλου δειγματοληψίας. Εν τη τελευταία ταύτη αναγράφεται και η χρονολογία καθ’ ην παρελήφθη το δείγμα υπό της χημικής υπηρεσίας, ως και εκείνη καθ’ ην ενηργήθη η χημική εξέτασις. Αν ο κύριος του εξετασθέντος δείγματος δηλώση, ότι ηγόρασε το είδος εξ ου το δείγμα παρ’ άλλου τινός, ούτινος, υποχρεούται να δηλώση και την ταυτότητα και κατοικίαν, η περί της εξετάσεως έκθεσις ανακοινούται και εις τον πωλήσαντα τούτο δι’ επιδόσεως. «3.Η ενεργήσασα την δειγματοληψίαν αρχή εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ’ ας δια της εκθέσεως του Γενικού Χημείου του Κράτους βεβαιούται ότι τα δείγματα είναι κανονικά, αναφέρει περί του αποτελέσματος της εξετάσεως ταύτης εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα, προς ον υποβάλλει ταυτοχρόνως και τα κατά τα προηγούμενα εδάφια αποδεικτικά επιδόσεως». Η παρ.3 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 980/1971 (κατωτ. αριθ. 36). Άρθρ.28.-1.Ο κύριος του δείγματος ή ο εξ ου ηγόρασε τούτο τρίτος, δύναται να υποβάλη έφεσιν κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως, επιδιδομένην εντός 48 ωρών από της εις εκάτερον των ενδιαφερομένων επιδόσεως. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η έκθεσις του πρώτου εξετάσαντος χημικού καθίσταται οριστική. 2.Έφεσις επιδίδεται εις την ενεργήσασαν την δειγματοληψίαν αρχήν, συνοδεύεται δε δια Γραμματίου καταθέσεως παραβόλου δραχμών πέντε χιλιάδων (5.000) εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων εις πίστωσιν του Γενικού Χημείου του Κράτους δια την προμήθειαν εργαλείων και επιστημονικών συγγραμμάτων. (Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εφοδιασμού δύναται ν’ αυξομειούται το ποσόν του κατά το προηγούμενον εδάφιον παραβόλου). Δια του Β.Δ. 28 Δεκ. 1950/24 Ιαν. 1951 το άνω παράβολον εφέσεως ωρίσθη εις δρχ. 100.
  11. Το εντός ( ) εδάφιον κατηργήθη δια της παρ.2 άρθρ.2 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτέρω αριθ. 28). 3.Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησις ταύτης αναστέλλει την διαδικασίαν της ποινικής διώξεως. 4.Η ενεργήσασα την δειγματοληψίαν αρχή αναφέρει εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα περί της ασκηθείσης εφέσεως, ειδοποιεί δε παρευθύς την αρμοδίαν Χημικήν υπηρεσίαν του Γενικού Χημείου του Κράτους της εξετάσασαν το πρώτον δείγμα, ήτις εφ’ όσον παρ’ αυτή υπηρετούσι πλείονες του ενός Χημικοί προβαίνει εις την εξέτασιν τούτου, δι’ ετέρου Χημικού, άλλως μεριμνά δια την άμεσον αποστολήν του δευτέρου δείγματος μετά των σχετικών εις την πλησιεστέραν χημικήν υπηρεσίαν του Γενικού Χημείου του Κράτους, ίνα αύτη προβή εις την εξέτασιν τούτου. «Η εξέταση του δευτέρου δείγματος μπορεί να γίνει και από άλλη χημική υπηρεσία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Κώδικας Τροφίμων, Ποτών και αντικειμένων κοινής χρήσεως», Το μέσα σε « » άνω εδάφιο προστέθηκε από την παρ.1 άρθρ.54 Νόμ. 1961/3-3 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 132), τόμ. 11 σελ. 210,229). Κατά τας εξετάσεις ταύτας δύναται να παρίσταται και ιδιώτης επιστήμων Χημικός, διοριζόμενος υπό του εκκαλούντος, όστις δέον εν τη αιτήσει του ν’ αναφέρη το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του προτεινομένου ιδιώτου Χημικού. Εν περιπτώσει καθ’ ην ο εν τη αιτήσει υποδεικνυόμενος χημικός δεν προσήλθε κατά την καθορισθείσαν υπό της υπηρεσίας ημέραν προς εκτέλεσιν της εξετάσεως, κατόπιν εγγράφου ειδοποιήσεως της υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, τότε η κατ’ έφεσιν εξέτασις ενεργείται παρά της υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους άνευ παρουσίας του ιδιώτη χημικού. (Επί δειγμάτων τροφίμων ευαλλοιώτων, εις ην περίπτωσιν κατά την κατ’ έφεσιν εξέτασιν το δείγμα να ευρεθεί ηλλοιωμένον, ισχύει το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως). Το εντός ( ) εδάφιον κατηργήθη δια της παρ.2 άρθρ.2 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτέρω αριθ. 28). «Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εμπορίου, εκδιδομένων μετά γνώμην του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά». Το εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.1 άρθρ.2 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτ. αριθ. 28). Έν περιπτώσει διαφωνίας μεταξύ των δύο ενεργησάντων τας εξετάσεις Χημικών δημοσίων υπαλλήλων, ή μεταξύ του Χημικού δημοσίου υπαλλήλου και του παρισταμένου κατά την έφεσιν εξέτασιν ιδιώτου Χημικού, αποφαίνεται το Ανώτατον Χημικόν Συμβούλιον κατά τον σχετικόν περί Γενικού Χημείου του Κράτους νόμον, προς ο διαβιβάζεται υπό της υπηρεσίας ολόκληρος ο φάκελλος της κρινομένης υποθέσεως. Κατά την περίπτωσιν ταύτην του Συμβουλίου τούτου μετέχει ως μέλος αντιπρόσωπος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου (Αντί για τη σελ. 55(ε) Σελ. 55(ζ) Τεύχος 1275-Σελ. 3 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 Αθηνών. Κατά την υπό του Συμβουλίου συζήτησιν κλητεύεται υποχρεωτικώς και ο ενδιαφερόμενος, όστις δύναται να παρασταθή αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου του και αναπτύξη ενώπιον αυτού την υπόθεσίν του. Εν περιπτώσει διαφωνίας, υποχρεούται ο ιδιώτης χημικός να διατυπώση λεπτομερώς ταύτην εν τω συντασσομένω πρωτοκόλλω επανεξετάσεως ως και ο Χημικός δημόσιος υπάλληλος την αντιπαρατήρησίν του. Η κατά τα ανωτέρω έκθεσις αποστέλλεται εν αντιγράφω εις την ενεργήσασαν την δειγματοληψίαν αρχήν, ήτις άμα τη περατώσει της μετά την παρούσαν παράγραφον διαδικασίας, υποβάλλει αντίγραφα απασών των εκθέσεων των χημικών υπηρεσιών εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα. 5.Ο Γενικός Διευθυντής του Γενικού Χημείου του Κράτους διατάσσει την επιστροφήν του παραβόλου αν η έφεσις γίνη δεκτή ή την κατάπτωσιν αυτού υπέρ του Γενικού Χημείου κατά την παρ.2 του παρόντος άρθρου αν η έφεσις ήθελεν εναντίον του εκκαλούντος. «6.Προκειμένου περί των ευαλλοιώτων τροφίμων και ποτών η ενεργήσασα την δειγματοληψίαν Αρχή αποστέλλει τα παρά ταύτης ληφθέντα δείγματα, μετά των σχετικών πρωτοκόλλων δειγματοληψίας, αυθημερόν εις την αρμοδίαν Χημικήν υπηρεσίαν, ήτις επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου των εις διπλούν, κατά τα κεκανονισμένα, ληφθέντος δείγματος, εφ’ όσον δε εκ των αποτελεσμάτων της χημικής εξετάσεως προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένον ή ακατάλληλον προς βρώσιν και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικος περί τροφίμων, ποτών κλπ. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως υπό του ενδιαφερομένου της υπό των διατάξεων του άρθρ.28 του Αγορανομικού Κώδικος προβλεπομένης εφέσεως, εις την χημικήν εξέτασιν του δευτέρου δείγματος, εκτός εάν εν τω πρωτοκόλλω δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται υπό του ενδιαφερομένου ότι δεν επιθυμεί την κατ’ έφεσιν εξέτασιν του ληφθέντος δείγματος. «Κατά την διενέργειαν δειγματοληψίας επί ευαλλοιώτων τροφίμων και ποτών, δέον εις το συντασσόμενον πρωτόκολλον δειγματοληψίας να δηλούται εγγράφως υπό του κατόχου του δείγματος: α)εάν ούτος επιθυμή η κατ’ έφεσιν εξέτασις του δευτέρου δείγματος να γίνη παρουσία ιδιώτου χημικού, αναγράφων άμα το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν αυτού ή β)εάν επιθυμή την εκτέλεσιν της εφέσεως άνευ της παρουσίας ιδιώτου χημικού ή γ)εάν δεν επιθυμή την άσκησιν εφέσεως. Σελ.56(ζ) Τεύχος 1275-Σελ.4 «Η εξέταση του δεύτερου δείγματος μπορεί να γίνει και από άλλη χημική υπηρεσία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Κώδικας Τροφίμων, Ποτών και αντικειμένων κοινής χρήσεως». Το μέσα στα « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ.1 άρθρ.54 Νόμ. 1961/3-3 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 132), (τόμ. 11 σελ. 210,229). Εις περίπτωσιν καθ’ ην εν τω πρωτοκόλλω δειγματοληψίας ουδεμία δήλωσις εγένετο, τότε ο κύριος του δείγματος ή ο κάτοχος αυτού στερείται του δικαιώματος της ασκήσεως εφέσεως, η δε αρμοδία Χημική Υπηρεσία ανακοινοί το αποτέλεσμα της εξετάσεως του πρώτου δείγματος εις την αποστείλασαν τούτο Αρχήν δια την περαιτέρω ενέργειαν. Τα εδαφ. β΄ και γ΄ προσετέθησαν δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 3013/1954 (κατωτ. αριθ. 32). 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας «Εάν η δειγματοληψία επί ευαλλοιώτων τροφίμων και ποτών, διενεργήται εις χείρας τρίτου κατόχου ή εάν ο κύριος του δειγματιζομένου είδους δηλώση ότι ηγόρασε τούτο παρ’ άλλου τινός, η αρμοδία χημική υπηρεσία, εις περίπτωσιν μη κανονικότητος του δείγματος, προβαίνει πάντοτε αυτεπαγγέλτως εις εξέτασιν του δευτέρου δείγματος, έστω και αν ακόμη ο κάτοχος του εξ ου ελήφθη το δείγμα είδους, δηλώση εν τω πρωτοκόλλω της δειγματοληψίας ότι δεν επιθυμεί την άσκησιν εφέσεως ή παραλείψη, ένεκα οιουδήποτε λόγου την υποβολήν σχετικής δηλώσεως. Εν η περιπτώσει, ο εξ ου λαμβάνεται το δείγμα δηλώση εν τω πρωτοκόλλω δειγματοληψίας ότι επιθυμεί την κατ’ έφεσιν εξέτασιν τούτου παρουσία ιδιώτου χημικού, αύτη ενεργείται κατά την δήλωσιν του». To ανωτέρω εδάφ. δ΄ προστεθέν δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 3013/1954 (κατωτ. αριθ. 32) και αντικατασταθέν δια του άρθρ.7 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40), αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ.2 Νόμ. 101/1975 (κατωτ. αριθ. 43). Η επανεξέτασις του δείγματος εκτελείται προκειμένου περί της Κεντρικής Υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, παρά της Χημικής υπηρεσίας του Τμήματος Εφέσεων αυτής, προκειμένου δε περί παραρτημάτων του Γενικού Χημείου του Κράτους, εν οις υπηρετούσι πλείονες του ενός χημικοί, η εξέτασις εκτελείται παρ’ ετέρου χημικού του παραρτήματος και ουχί παρά του εκτελέσαντος την εξέτασιν του πρώτου δείγματος τοιούτου. Οι Διευθυνταί Παραρτημάτων, εν οις υπηρετεί είς μόνον χημικός, αποστέλλουσιν άμα τω πέρατι της εξετάσεως του πρώτου δείγματος εφόσον τούτο είναι νοθευμένον ή μη κανονικόν, το δεύτερον δείγμα μετά των σχετικών εις το πλησιέστερον Παράρτημα του Γενικού Χημείου του Κράτους, ούτινος η υπηρεσία προβαίνει εις την ταχίστην εξέτασιν αυτού. 7.(Κατηργήθη δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 3013/1954, κατωτ. αριθ. 30). 8.Εν περιπτώσει καθ’ ην το δεύτερον δείγμα ήθελεν ευρεθή ηλλοιωμένον, εις βαθμόν παρακωλύοντα την εκτέλεσιν της εξετάσεως αυτού, δεν ενεργείται η εξέτασις τούτου. Εν τη περιπτώσει ταύτη ισχύει το αποτέλεσμα της εξετάσεως του πρώτου δείγματος. Εν τη συντασσομένη εκθέσει παρά του ενεργήσαντος την εξέτασιν χημικού ή χημικών αναγράφεται το είδος της αλλοιώσεως, το ποσοστόν ταύτης το προκαλέσαν ή επιταχύναν την αλλοίωσιν αίτιον και παν έτερον σχετικόν στοιχείον προς μόρφωσιν ακριβούς γνώμης. Εν περιπτώσει διαφωνίας του παραστάντος ιδιώτου χημικού εφαρμόζονται αι διατάξεις του εδάφ. ς΄ της παρ.4 του άρθρ.28 ως το άρθρον τούτο τροποποιείται και συμπληρούται δια του παρόντος. 9.Το αποτέλεσμα των χημικών εξετάσεων του πρώτου και του δευτέρου δείγματος κοινοποιούνται εις την αποστείλασαν το δείγμα Αρχήν, ήτις ανακοινοί ταύτα εις τον κάτοχον του είδους εφ’ ου εγένετο η δειγματοληψία, εφόσον δε εκ των αποτελεσμάτων εξετάσεως του δευτέρου δείγματος επιβεβαιούνται τα αποτελέσματα εξετάσεως του πρώτου τοιούτου, η Αρχή αύτη προσκαλεί τον ενδιαφερόμενον όπως εντός προθεσμίας 5 ημερών καταβάλη εις Δημόσιον Ταμείον το νόμιμον παράβολον της γενομένης αναλύσεως του δευτέρου δείγματος. Εν περιπτώσει δυστροπίας ή αρνήσεως του υποχρέου εις την καταβολήν του παραβόλου τούτου, η αποστείλασα το δείγμα Αρχή προβαίνει εις την βεβαίωσιν του οφειλομένου ποσού, ούτινος η είσπραξις ενεργείται κατά τας σχετικάς περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων διατάξεις. 10.Εν περιπτώσει διαφοράς μεταξύ των αποτελεσμάτων των χημικών εξετάσεων πρώτου και δευτέρου δείγματος, ως και εις τας περιπτώσεις αυτεπαγγέλτου εξετάσεως, καθ’ ας το δεύτερον δείγμα ευρέθη ηλλοιωμένον και δεν γίνεται εξέτασις αυτού αποφαίνεται περί ταύτης, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου ε΄ της παρ.4 του άρθρ.28, ως το άρθρον τούτο τροποποιείται και συμπληρούται δια του παρόντος , το Ανώτατον Χημικόν Συμβούλιον, προς ο διαβιβάζεται ο οικείος φάκελλος μεθ’ απάντων των σχετικών. 11.(Κατηργήθη δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 3013/1954, κατωτ. αριθ. 30) 12.Παρέχεται εις τον Υπουργόν Εμπορίου το δικαίωμα όπως δι’ αποφάσεών του, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, αυξομειώνη εκάστοτε το παράβολον ασκουμένων εφέσεων προς επανεξέτασιν δειγμάτων τροφίμων κλπ.». Αι εντός « » παράγραφοι 6-12 προσετέθησαν δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτέρω αριθ. 28). Δια της υπ’αριθ. 60190/3573 της 18 Αυγ./16 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 992) αποφ. Υπ. Εμπορίου, το παράβολον ασκουμένων εφέσεων προς επανεξέτασιν δειγμάτων τροφίμων κλπ. υπό του Γεν. Χημείου του Κράτους ωρίσθη εις 500 δραχμάς. Με την 3001396/49/0078/25-31 Ιαν. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 61) απόφ. Υπ. Οικον. και Εμπορίου ανακαθορίστηκε το παράβολο για την κατ’ έφεση εξέταση δειγμάτων τροφίμων κλπ. από το Γ.Χ.Κ. σε δρχ. 10.000 τροποποιηθείσης έτσι της υπ’ αριθ. 3013338/3052/0078/3.8.90 απόφ. Υπ. Οικον. και Εμπορίου. Με την 3011238/6397/0078/4-16 Ιουν. 1998 (ΦΕΚ Β 607), απόφ. Υπ. Οικον. και Ανάπτυξης, κατωτ. σελ. 248,18, τροποποιήθηκε η άνω 3001396/492/0078/94 απόφαση και ανακαθορίστηκε το ανωτέρω παράβολο σε δρχ. 30.
  12. (Αντί για τη σελ.56,01(δ) Σελ.56,01(ε) Τεύχος 1275-Σελ.5 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 άρθρο αυτό κατάταξη των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης ενεργείται και χωρίς τη γνώμη τους». Το άρθρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 Άρθρ.29.-Πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα τας κατά τον παρόντα νόμον εξετάσεις την παράστασιν κατά τας εφέσεις ιδιωτών χημικών, ως και παν έτερον συναφές αντικείμενον, ρυθμισθήσεται δια Β.Δ/τος προτάσει του Υπουργού Εφοδιασμού εκδιδομένου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.30.-«Με φυλάκισιν ή με χρηματικήν ποινήν ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:» Η ανωτέρω εντός « » φράσις είχεν αντικατασταθή δια της παρ.1 του καταργηθέντος άρθρ.1 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). Δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 69/1974 (κατωτ. αριθ. 42) επανήχθη εν ισχύϊ ως ανωτέρω, η προϊσχύουσα διάταξις. «1.Όστις, δια τρόφιμα παντός είδους, καυσίμους ή φωτιστικάς ύλας, δι’ αντικείμενα χρήσιμα δια τας ανάγκας των στρατιωτικών εν γένει υπηρεσιών ή του κοινού, δια φάρμακα ή φαρμακευτικά είδη και γενικώς δια παν αντικείμενον ή πάσαν παροχήν αμέσως ή εμμέσως εξυπηρετούσαν βιοτικάς ανάγκας, απαιτεί, προς πώλησιν χονδρικήν, ημιχονδρικήν ή λιανικήν, προς μίσθωσιν ή γενικώς προς οιανδήποτε χρήσιν, τιμάς ή ανταλλάγματα ή δέχεται προσφοράς ή υποσχέσεις περί καταβολής εις αυτόν ανταλλαγμάτων ή τιμών, αι οποίαι υπερβαίνουσι προκειμένου μεν περί ουσιωδών ειδών ευρισκομένων εν ανεπαρκεία την καθωρισμένην ανωτάτην τιμήν ή το καθωρισμένον ανώτατον ποσοστόν εμπορικού ή επαγγελματικού κέρδους, προκειμένου δεν περί ουσιωδών ειδών εν γένει περιέχουσαν υπερβολικόν κέρδος, λαμβανομένων υπ’όψιν του τιμήματος της αγοράς, των ειδικών δαπανών του εμπορίου, βιομηχανίας ή βιοτεχνίας, «της αποδόσεως των ιδίων, ως και των συνολικώς απασχολουμένων κεφαλαίων», των αναλογιών εις τας γενικάς δαπάνας, και τας αποσβέσεις των επαγγελματικών εγκαταστάσεων κλπ. εις τους τόκους του κεφαλαίου, εις το ποσοστόν του εμπορικού κινδύνου, της αμοιβής της προσωπικής εργασίας του επιχειρηματίου εν συνδυασμώ προς τας περιστάσεις και την εν γένει κατάστασιν της αγοράς και παν έτερον συναφές προς το ασκούμενον εμπόριον, βιομηχανίαν ή βιοτεχνίαν στοιχείον, λαμβανομένης πάντοτε υπ’ όψιν υπό του Δικαστηρίου και της τιμής της αντικαταστάσεως. Οι άνω μέσα σε « » λέξεις προστέθηκαν από την παρ.3 άρθρ.23 Νόμ. 1682/14-16 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 14), Τομ. 13Β σελ.
  13. Σελ.56,02(ε) Τεύχος 1275-Σελ. 6 Προκειμένου περί διώξεως δι’ υπερβολικόν κέρδος κατά το προηγούμενον εδάφιον επί ουσιωδών ειδών εν επαρκεία ευρισκομένων εν τη αγορά, προ πάσης εισαγωγής της υποθέσεως εις το ακροατήριον απαιτείται γνωμοδότησις της οικείας Αγορανομικής Επιτροπής συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρ.7 παρ.3 και του άρθρ.60 παρ.2 και 3 του παρόντος Νόμου». Η παρ.1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.3 Α.Ν. 782/1948 (κατωτ. αρ. 26). 2.Όστις επιδιώκει ή επιτυγχάνει υπερβολικόν κέρδος καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ιδία δε ελλιπούς σταθμίσεως ή μετρήσεως, πωλήσεως ειδών τινών κατωτέρας ποιότητος, εις τιμήν αρμόζουσαν εις ανωτέραν ποιότητα, ή ατελούς εψήσεως ή παρασκευής, συνυπολογισμού βάρους περικαλλύματος, καθ’ ας περιπτώσεις απαγορεύεται ούτος, ή χρήσεως περικαλλύματος βάρους ανωτέρου του δι’ αγορανομικών ή άλλων διατάξεων καθωρισμένου, καθ’ ας περιπτώσεις επιτρέπεται ο συνυπολογισμός ούτος, ή δι’ οιουδήποτε άλλου τεχνάσματος. 3.Όστις ηγόρασε και γενικώς συνηλλάγη μετά του επιτυχόντος κατά την παρ.1 και 2 το υπερβολικόν κέρδος, εφ’ όσον την συναλλαγήν ενήργησε προς εμπορίαν και εν γνώσει του υπερβολικού της τιμής. 4.Όστις επί σκοπώ κέρδους δια μεταπωλήσεως ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον αγοράζει εν τω εσωτερικώ ή εν πλω αντικείμενα εκ των εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων εις τιμάς υπερβαινούσας τας δια των αγορανομικών διατάξεων καθωρισμένας τιμάς ή ανώτατον ποσοστόν κέρδους. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 5.Οι κατά ξηράν και θάλασσαν αγωγιάται, πλοιοκτήται, εφοπλισταί και πλοίαρχοι, αξιούντες διόδια ή κόμιστρα υπερβαίνοντα τας δια συμβάσεων ή υπό των αρμοδίων αρχών οριζομένας τιμάς ή ανώτατον ποσοστόν κέρδους ή ενέχοντα υπερβολικόν κέρδος λαμβανομένων υπ’ όψιν των εν γένει περιστάσεων υφ’ ας διεξάγωνται αι κατά ξηράν ή θάλασσαν μεταφοραί. Αγωγιάτης θεωρείται πας όστις επί μισθώ (αμοιβή) δέχεται να μεταφέρη εις ωρισμένον τόπον πρόσωπα ή πράγματα ή και αμφότερα είτε αυτοπροσώπως, είτε δι’ άλλων παρενθέτων προσώπων δι’ οιουδήποτε μέσου ή οιασδήποτε δυνάμεως, ως κόμιστρα δε ή διόδια θεωρούνται παν ό,τι λαμβάνουσι τα ανωτέρω πρόσωπα (αγωγιάται κλπ.) προς εκτέλεσιν της συμβάσεως μεταφοράς (αμοιβή, δαπάνη δια μεταφοράν και φύλαξιν, εκφόρτωσιν, έξοδα υπερημερίας, και γενικώς πάσα αμοιβή ή δαπάνη προς εκτέλεσιν της συμβάσεως). 6.Οι ιδιοκτήται, εκμισθωταί ή διευθυνταί ξενοδοχείων, οικοτροφείων ή παρεμφερών επιχειρήσεων, οι εκμισθωταί βοσκών, λειβαδίων, οίτινες λαμβάνουσι ή αξιούσι μισθώματα πέραν του εκάστοτε τασσομένου ορίου. «7.Οι ανακριβώς δηλούντες και οι αρνούμενοι να δηλώσουν προς το κοινό ή τις αρχές την ποιότητα, την ποσότητα και τον τόπο προελεύσεως και παραγωγής των αντικειμένων βιοτικών αναγκών και οι παρέχοντες ανακριβείς πληροφορίες επί των τιμών στις οποίες πραγματοποίησαν τις συναλλαγές τους, ή περί των μεταξύ των παραγωγών, βιομηχάνων, βιοτεχνών, εμπόρων χονδρικής, ημιχονδρικής, και λιανικής πωλήσεως συναλλαγών των και οι παρέχοντες ανακριβείς ή ελλειπείς πληροφορίες επί του περιεχομένου αυτών, των τιμολογίων, βιβλίων κ.λπ.». Η παρ.7 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.54 Νόμ. 1961/3-3 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 132), (τόμ. ΙΙ, σελ. 210,229). 8.Όσοι, λαβόντες άδειαν εξαγωγής είδους τινός εκ των εν τη παρ.1 καθοριζομένων, εφ’ ου έχει καθορισθή παρακράτημα, εξάγουσι το παρακράτημα τούτο. 9.Όστις αναμιγνύει και ούτω πωλεί διαφόρων ποιοτήτων είδη εκ των εν τη παραγράφω 1 αναφερομένων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ’ ας λόγω της φύσεως του είδους επιβάλλεται ή επιτρέπεται η τοιαύτη ανάμιξις και εφ’ όσον αύτη είναι ανεγνωρισμένη επισήμως. 10.Ο διατηρών κατάστημα, πρατήριο, εργαστήριον, ή εργοστάσιον τροφίμων και γενικώς ειδών βιωτικών αναγκών και πας έμπορος τοιούτων ειδών, όστις άνευ νομίμου δικαιολογητικής αιτίας και επί σκοπώ καταστρατηγήσεως των διατάξεων του παρόντος νόμου δεν προμηθεύεται τα αναγκαία είδη. Ως ένοχοι του κατά το προηγούμενον εδάφιον προβλεπομένου αδικήματος θεωρούνται και οι πωλούντες αντικείμενα βιωτικών αναγκών μόνον καθ’ ωρισμένον χρόνον ή τόπον ή σειράν, επί σκοπώ καταστρατηγήσεως των διατάξεων του παρόντος νόμου. 11.Πας καταστηματάρχης, εργοστασιάρχης, πρατηριούχος, πλανόδιος ή στάσιμος (μη καταστηματάρχης) πωλητής, μεταπράτης και γενικώς πας έμπορος ειδών βιωτικών αναγκών, όστις :α)κατέχει ψευδή μέτρα ή σταθμά ή ζυγούς ή β)μεταχειρίζεται άλλα παρά τα διατεταγμένα κατά τα νόμιμα σεσημασμένα και εις καλήν κατάστασιν διατηρούμενα, μέτρα ή σταθμά ή ζυγούς ή γ)αποποιείται την μέτρησιν ή στάθμισιν και δ)πωλεί με μέτρον είδη ων η πώλησις είναι καθωρισμένη δια σταθμών. Εν πάση περιπτώσει τα ψευδή μέτρα, σταθμά ή ζυγοί κατάσχονται και καταστρέφονται. (Μετά τη σελ.56,02(ε) Σελ.56,021 Τεύχος 1275-Σελ.7 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 12.Οι μη συμμορφούμενοι με τας υπό της αρμοδίας χημικής υπηρεσίας οδηγίας, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις, δι’ ων καθορίζονται οι όροι ους δέον να πληρώσι τα εις κατανάλωσιν προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι οίτινες δέον να τηρώνται κατά την κατεργασίαν και την συντήρησιν αυτών προς φύλαξιν της δημοσίας υγείας και αποφυγήν απάτης των αγοραστών. 13.Όστις καταστρέφει, βλάπτει, θέτει εις κυκλοφορίαν, αναλίσκει, εξάγει, μεταφέρει, αλλοιοί ή δι’ οιουδήποτε μέσου υφαιρεί από τας αρχάς τρόφιμα ή άλλα είδη, τα οποία κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου κατεσχέθησαν ή ων απηγορεύθη, η κυκλοφορία, κατανάλωσις, εξαγωγή ή μεταφορά. 14.Όστις δυσχεραίνει ή εμποδίζει τον υπό των αρμοδίων υπαλλήλων ασκούμενον συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου έλεγχον, ως και όστις καθ’ οιονδήποτε τρόπον αρνείται να παραδώση εις τους αρμοδίους υπαλλήλους προς έλεγχον τα υπ’ αυτών κατεχόμενα δικαιολογητικά, αγοράς ή πωλήσεως, κοστολόγια, τιμολόγια και παν άλλο έγγραφον εξ ων διαπιστούται η τιμή αγοράς ή πωλήσεως και παν έτερον έξοδον ως και η προέλευσις αυτών. 15.Οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τας κατά τον παρόντα νόμον εκδιδομένας αγορανομικάς διατάξεις και άλλας Αστυναμικάς Διατάξεις ρυθμιζούσας αγορανομικά αντικείμενα. 16.Οι αρνούμενοι να προβώσιν εις την κατά το άρθρ.22 δήλωσιν, οι ανακριβώς δηλούντες, οι οπωσδήποτε αρνούμενοι να παράσχωσι πάσαν υπό των Αρχών αιτουμένην σχετικήν πληροφορίαν, οι μη παρέχοντες αυτήν εντός της ταχθείσης προθεσμίας, οι οπωσδήποτε διαθέτοντες είδη, ων απηγορεύθη η ελευθέρα διάθεσις, οι παραβαίνοντες οιονδήποτε όρον τιθέμενον υπό των αυτών αρχών και οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τας διατάξεις των άρθρων 5 (παραγρ.2) και
  14. 17.Οι σιτοπαραγωγοί, σιτέμποροι, κτηνοτρόφοι, ζωέμποροι, τυροκόμοι, παραγωγοί και έμποροι ελαίου και άλλων προϊόντων βιωτικών αναγκών, οίτινες δολίως μεταβιβάζουσι δια συμβολαίων ή προφορικών συμφωνιών είδη του εμπορίου των ή βιομηχανίας ή της παραγωγής αυτών, επί σκοπώ να αποφύγωσι τας επιβαλλομένας αυτοίς ανωτάτας τιμάς ή ποσοστά κέρδους ή όρους απαγορεύοντας την εξαγωγήν, τας προπωλήσεις, προαγοράς και αγοράς, τα παρακρατήματα και πάντα περιοριστικόν όρον, επιβαλλόμενον αυτοίς εκ γενικωτέρω συμφέροντος ή εκ τοπικών ακαγκών. Εάν η τοιαύτη ενέργεια εγένετο κατά συνεννόησιν και προέκυψεν εντεύθεν έλλειψις ή απόκρυψις τροφίμων ή και άλλων ειδών βιωτικών αναγκών, τούτο αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίστασιν. 18.Όστις, επί τω σκοπώ συγκαλύψεως αγορανομικού τινός αδικήματος, ή όπως επιτύχη καθορισμόν επωφελούς τιμής, αποκρύπτει τα εμπορικά αυτού βιβλία ή προυσιάζει βιβλία ή στοιχεία παραποιημένα ή περιέχοντα ψευδείς ενδείξεις, εάν η πράξις δεν τιμωρείται βαρύτερον κατ’ άλλην διάταξιν. «19.Η μη παρασκευή, εν όλω ή εν μέρει, φαγητών και λοιπών ειδών βιοτικής ανάγκης από εστιατόρια και άλλα καταστήματα, εργαστήρια ή εργοστάσια που προορίζονται για την εξυπηρέτηση του κοινού, τιμωρείται μόνο με διοικητικό πρόστιμο». H παρ.19 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρο.1 Νόμ. 1732/7-15 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 164), κατωτ. αριθ.
  15. «20.Για τα αντικείμενα, τις παροχές και λοιπά είδη βιοτικής ανάγκης, που κάθε φορά χαρακτηρίζονται και είναι καταταγμένα στην αγορανομική κατηγορία των ελεγχομένων για υπερβολικό κέρδος, η επίτευξη ή επιδίωξη τέτοιου κέρδους τιμωρείται μόνο με διοικητικό πρόστιμο». Η παρ.20 προστέθηκε από την παρ.2 του άρθρ.1 Νόμ. 1732/7-15 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 164), κατωτ. αριθ.
  16. Άρθρ.31.-«Με φυλάκισιν και με χρηματικήν ποινήν τιμωρούνται :» Η ανωτέρω εντός « » φράσις είχεν αντικατασταθή δια της παρ.2 του καταργηθέντος άρθρ.1 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). Δια του αρθρ.2 Ν.Δ. 69/1974 (κατωτ. αριθ. 42) επανήχθη εν ισχύϊ, ως ανωτέρω, η προϊσχύσασα διάταξις. «1.Όστις, ανεξαρτήτως διωκομένου σκοπού, καταστρέφει παρακαταθήκας και αποταμιεύματα οιωνδήποτε ειδών βιοτικής ανάγκης και γενικώς αντικειμένων παντός είδους εξυπηρετούντων βιοτικάς ανάγκας, αδιακρίτως αγορανομικής κατηγορίας εις ην υπάγονται, περιορίζει την παραγωγήν ή το εμπόριον αυτών, προβαίνει εις τεχνάσματα ή άλλας αθεμίτους ενεργείας. Εις τας περιπτώσεις ταύτας περιλαμβάνει επίσης: α)η καθ’ οιονδήποτε τρόπον σκοπουμένη συγκέντρωσις προϊόντων (ενός ή πλειόνων), β)η απόκρυψις εν μέρει ποσότητος εξ αυτών και η αγορά μεγάλων ποσοτήτων τοιούτων. 2.Όστις, παρακρατεί αντικείμενα εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένων, άτινα παρήχθησαν ή απεκτήθησαν υπ’ αυτού επί σκοπώ απαλλοτριώσεως. Ως παρακράτησις ιδία θεωρείται και η απόκρυψις ή άρνησις πωλήσεως και η καθ’ οιονδήποτε τρόπον μη θέσις εις κυκλοφορίαν των αντικειμένων τούτων». Αι παρ.1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ.10 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). 3.Ο διατηρών ξενοδοχείον ύπνου, όστις αποκρύπτει την ύπαρξιν εν αυτώ κενών δωματίων. Ως κενόν δωμάτιον νοείται πας διαθέσιμος χώρος προωρισμένος δι’ ενοίκησιν πελατών και πάσα έν τινι δωματίω ελευθέρα (μη μεμισθωμένη) κλίνη. (Αντί για τη σελ.57(β) Σελ.57(γ) Τεύχος ΘΙΙ3- Σελ. 71 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 4.Όστις, εκτός της περιπτώσεως του άρθρ.292 του Ποινικού νόμου, παραποιεί ή νοθεύει τρόφιμα και εν γένει είδη βιωτικών αναγκών προωρισμένα προς εμπορίαν. Η υπό του δράστου πώλησις, θέσις εις κυκλοφορίαν ή κατοχή προς πώλησιν ή χρήσιν του κοινού τοιούτων αντικειμένων αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίστασιν. 5.Όστις, μη συμμετασχών εις το υπό της προηγουμένης παραγράφου προβλεπόμενον αδίκημα, εν γνώσει κατέχει προς εμπορίαν, πωλεί, θέτει εις κυκλοφορίαν ή παραδίδει εις χρήσιν άλλου αντικείμενα εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένων παραποιημένα ή νοθευμένα παρ’ άλλου. 6.Πας παραγωγός, εργοστασιάρχης, καταστηματάρχης ή οιοσδήποτε τρίτος, αποκρύπτων, καταστρέφων, βλάπτων ή δι’ οιουδήποτε μέσου υφαιρών τρόφιμα ή άλλα είδη, ων διετάχθη η επίταξις, είτε προ είτε μετά την επιβολήν αυτής, ως και ο αρνούμενος ή παρεμποδίζων την εκτέλεσιν αυτής καθ’ οιονδήποτε τρόπον επιφυλαττομένης και πάσης ετέρας βαρυτέρας ποινικής διατάξεως, αι δε τυχόν επί τοιούτω αθεμίτω σκοπώ γενόμεναι απαλλοτριώσεις θεωρούνται αυτοδικαίως άκυροι. 7.Όστις εκποιεί ή άλλως παρανόμως χρησιμοποιεί επιτεταγμένα είδη ή παραμελεί την καλήν συντήρησιν των εις την κατοχήν του τοιούτων ειδών, ως και ο μεταφέρων τοιαύτα είδη παρά την υπάρχουσαν απαγόρευσιν. 8.Ο ιδιοκτήτης, διευθυντής ατμοπλοϊκής εταιρείας ή κυβερνήτης ατμοπλοίου ή ετέρων μεταφορικών μέσων, ως και πας τρίτος εις την κατοχήν του οποίου ευρίσκονται ταύτα, όστις παρά την γενομένην επίταξιν αρνείται να θέση ταύτα εις την διάθεσιν της αρχής ή ποιείται χρήσιν τούτων παρά τας υποδείξεις αυτής. 9.Όστις, παραλαβών ποσότητα εμπορευμάτων ή εν γένει αντικειμένων βιωτικών αναγκών κατ’ εντολήν των αρχών, διαθέτει ταύτην κατά διάφορον τρόπον εκείνου, δι’ ον τω παρεδόθησαν. 10.Όστις, έχων την υποχρέωσιν να διαθέση κατά καθωρισμένον υπό του νόμου ή της αρχής τρόπον τα εμπορεύματα, τα οποία κατέχει προς εμπορίαν, διαθέτει ταύτα κατά διάφορον τρόπον. 11.Όστις εξαπατά την αρχήν κατά την έκδοσιν ή χρησιμοποίησιν αδειών μεταφοράς ή διατακτικών αφορωσών τρόφιμα ή άλλα αντικείμενα αμέσως ή εμμέσως, χρήσιμα δια τας βιωτικάς ανάγκας, εάν η πράξις δεν τιμωτείται βαρύτερον κατ’ άλλην διάταξιν. 12.Όστις αποκτά είδη εκ των υπό της αρχής διανεμομένων, ων δεν δικαιούται ή εις ποσόν ανώτερον εκείνου όπερ δικαιούται. 13.Όστις επί τω σκοπώ μη επιτρεπομένης κτήσεως ειδών κατά την προηγουμένην παράγραφον ποιείται εν γνώσει χρήσιν πλαστών πιστοποιήσεων ή δελτίων ή ακύρων δελτίων ή δελτίων ανηκόντων εις Σελ.58(γ) Τεύχος ΘΙΙ3-Σελ. 72 άλλον, ως και ο εκδούς ή παραδούς εις τον χρησιμοποιήσαντα τας τοιαύτας πιστοποιήσεις ή δελτίο, εάν κατ’ άλλην διάταξιν δεν επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή. Δια της καταδικαστικής αποφάσεως δύναται να διατάσσεται προσέτι η αφαίρεσις και του δελτίου, ου κατά νόμον δικαιούται ο καταδικασθείς. 14.Ο εν αγνοία του αγοραστού πωλών κρέας εκ ζώου, όπερ κατά τας εν Ελλάδι συνηθείας δεν θεωρείται βρώσιμον. 15.Πας ιδιοκτήτης ή διευθυντής εργοστασίου, διευθυντής ή προϊστάμενος ή αντιπρόσωπος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχειρήσεως πάσης κατηγορίας, χειροτέχνης, αρτοποιός, παντοπώλης, ιδιοκτήτης ή οδηγός αυτοκινήτου και επαγγελματίας οιουδήποτε είδους, όστις αρνείται να εκτελέση οιανδήποτε διαταγήν νομίμως εκδιδομένην υπό του Υπουργού Εφοδιασμού ή των παρ’ αυτού εντεταλμένων οργάνων, αφορώσαν τον επισιτισμόν του Κράτους, πόλεως, κώμης ή χωρίου. «16.Βιομήχανος ή βιοτέχνης ζυμαρικών, όστις πωλεί άλευρα μακαρονοποιΐας ή χρησιμοποιεί ή διαθέτει ταύτα εις άλλας χρήσεις εκτός της παρασκευής ζυμαρικών. 17.Αλευροβιομήχανος όστις πωλεί ή οπωσδήποτε διαθέτει άλευρα μακαρονοποιΐας εις πάντα έτερον μη τυγχάνοντα βιομήχανον ή βιοτέχνην ζυμαρικών και διατηρούντα μακαρονοποιείον εν λειτουργία. 18.Όστις, πλην των διατηρούντων μακαρονοποιείον εν λειτουργία βιομηχάνων ή βιοτεχνών ζυμαρικών, κατέχει άλευρα μακαρονοποιΐας». Αι παρ.16-18 προσετέθησαν δια του άρθρ.1 Νόμ. 2838/1954, (κατωτ. αριθ. 29). 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας άρθρ.23 Νόμ. 1682/14-16 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 14), τόμ.13Β σελ.
  17. «Άρθρ.2α.-1.Όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει ή σε διατάξεις άλλων νόμων, διαταγμάτων ή στις αγορανομικές διατάξεις ή αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή τους αναφέρεται ο όρος «ουσιώδη» νοείται ο όρος «ελεγχόμενα». Επίσης αγορανομικές ρυθμίσεις, καθώς και κάθε άλλου είδους ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στους παραπάνω νόμους, διατάγματα, αγορανομικές διατάξεις και αποφάσεις που αναφέρονται στην κατάταξη αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης, στην αγορανομική κατηγορία των ουσιωδών και στην α(Αντί για τη σελ.49(δ) Σελ.49(ε) Τεύχος Θ113-Σελ. 65 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 γορανομικής τους ή άλλης μορφής μεταχείριση, εξ αιτίας αυτής τους της κατάταξης, αυτές νοούνται ότι αναφέρονται στη με τον όρο «ελεγχόμενα» αγορανομική κατηγορία του προηγούμενου άρθρου. 2.Όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, ή σε διατάξεις άλλων νόμων, διαταγμάτων ή στις αγορανομικές διατάξεις ή αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή τους αναφέρεται ο όρος «ουσιώδη εν ανεπαρκεία» νοείται ο όρος «διατιμημένα ή ελεγχόμενου κέρδους». Επίσης ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στους παραπάνω νόμους, διατάγματα, αγορανομικές διατάξεις και αποφάσεις που αναφέρονται στην κατάταξη αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης στην αγορανομική κατηγορία των ουσιωδών σε ανεπάρκεια και στην αγορανομική τους μεταχείριση εξ αιτίας αυτής τους της κατάταξης, αυτές νοούνται ότι αναφέρονται στη με τον όρο «διατιμημένα ή ελεγχομένου κέρδους» αγορανομική κατηγορία του προηγούμενου άρθρου (παρ. 2 στοιχ. β). 3.Όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει ή σε διατάξεις άλλων νόμων, διαταγμάτων ή στις αγορανομικές διατάξεις ή αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή τους αναφέρεται ο όρος «ουσιώδη εν επάρκεια» νοείται ο όρος «ελεγχόμενα για υπερβολικό κέρδος». Επίσης ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στους παραπάνω νόμους, διατάγματα, αγορανομικές διατάξεις και αποφάσεις, που αναφέρονται στην κατάταξη αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης στην αγορανομική κατηγορία των ουσιωδών σε επάρκεια και στην αγορανομική τους μεταχείριση εξ αιτίας αυτής τους της κατάταξης, αυτές νοούνται ότι αναφέρονται στη με τον όρο «ελεγχόμενα για υπερβολικό κέρδος» αγορανομική κατηγορία του προηγούμενου άρθρου (παρ.2, στοιχ. α). 4.Όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, ή σε διατάξεις άλλων νόμων, διαταγμάτων ή στις αγορανομικές διατάξεις ή αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή τους αναφέρεται ο όρος «επουσιώδη» νοείται ο όρος «μη ελεγχόμενα». Όμοια, ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στους παραπάνω νόμους, διατάγματα, αγορανομικές διατάξεις και αποφάσεις, που αναφέρονται στην κατάταξη αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης στην αγορανομική κατηγορία των επουσιωδών και στην αγορανομική τους μεταχείριση εξ αιτίας αυτής τους της κατάταξης, αυτές νοούνται ότι αναφέρονται στη με τον όρο «μη ελεγχόμενα» αγορανομική κατηγορία του προηγούμενου άρθρου». Το άρθρ.2α προστέθηκε από την παρ.2 Άρθρ.32.-«Με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματικήν ποινήν τιμωρούνται :» Η ανωτέρω εντός « »φράσις είχεν αντικατασταθή δια της παρ.3 του καταργηθέντος άρθρ.1 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). Δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 69/1974 (κατωτ. αριθ. 42) επανήχθη εν ισχύϊ, ως ανωτέρω, η προϊσχύσασα διάταξις. 1.Όστις καταστρέφει πρώτας ύλας ή προϊόντα γεωργικά, κτηνοτροφικά ή βιομηχανικά ή μέσα παραγωγής ή μεταφοράς και εντεύθεν προξενεί βαρείαν βλάβην εις την εθνικήν Οικονομίαν ή προκαλεί σημαντικήν ελάττωσιν των προϊόντων αυτών. 2.Ο αρτοποιός, όστις προ της αρτοποιήσεως παρακρατεί ή οπωσδήποτε διαθέτει υπέρ τρίτων είδη παραδοθέντα αυτώ υπό των Αρχών δια την παρασκευήν του άρτου ή όστις διαθέτει τους παρασκευασθέντας άρτους κατά τρόπον διάφορον εκείνου, δι’ ον προωρίσθησαν. 3.Οι εντεταλμένοι την διαχείρισιν, φύλαξιν, άλεσιν ή μεταφοράν ειδών προωρισμένων προς αρτοποιΐαν οι διαπράττοντες την εν τη προηγουμένη παραγράφω παράβασιν. 4.Όστις πωλεί ή κατέχει προς πώλησιν ή διανέμει προς κατανάλωσιν τρόφιμα αποσυντεθειμένα ή εκ τεθνεώντων ή νοσούντων ζώων ή εν γένει τρόφιμα και ποτά παντός είδους οπωσδήποτε επικίνδυνα εις την δημοσίαν υγείαν. Εάν εκ της υπό της παρούσης παραγράφου προβλεπομένης πράξεως επήλθεν ο θάνατος ή η βλάβη της υγείας προσώπου τινος εφαρμόζονται δια το αποτέλεσμα τούτο ή αι του ποινικού νόμου διατάξεις. «5.Όστις παραδίδει εις χρήσιν, παρασκευάζει, κατέχει ή θέτει εις κυκλοφορίαν σπορέλαια, άτινα εξεταζόμενα χημικώς δεν παρέχουν σαφώς τας γενικάς ή ειδικάς αυτών αντιδράσεις ταυτότητος τας εφαρμοζομένας υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους». «6.Όστις απαιτεί ή εισπράττει τίμημα υπέρτερον του εις τας πινακίδας, τιμοκαταλόγους και τιμολόγια αναγραφομένου, έστω και αν δεν επιβάλλεται νόμω η τήρησις τούτων». «7.Όστις, πωλών αγαθά, απαιτεί ή υποχρεώνει τον αγοραστήν εις την συναγοράν υπό τούτου και ετέρου είδους μη ζητουμένου υπ’αυτού». Αι περιπτ.5, 6 και 7 προσετέθησαν δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). «8.Όστις καθ’οιονδήποτε τρόπον παραβαίνει τας εκδιδομένας, συμφώνως τω άρθρ.57α του παρόντος Νόμου, αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου ή των οικείων Νομαρχών, δι’ ων επιβάλλεται το μέτρον της απαγορεύσεως λειτουργίας της Επιχειρήσεως». Η παρ.8 προσετέθη δια του άρθρ.10 Νόμ. 802/1978 (κατωτ. αριθ. 44). Άρθρ.33.-Εάν αι εν τοις άρθροις 30, 31 και 32 παραβάσεις ετελέσθησαν εξ αμελείας, επιβάλλεται φυλάκισις το πολύ έξ μηνών ή χρηματική ποινή. Άρθρ.34.-Τα μηχανήματα και σκεύη, τα χρησιμοποιούμενα προς νοθείαν ή παραποίησιν ειδών βιωτικών αναγκών και τα επικίνδυνα οπωσδήποτε εις την δημοσίαν υγείαν ή ακατάλληλα προς χρήσιν είδη κατάσχονται και καταστρέφονται, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των γενικών περί κατασχέσεως και εκποιήσεως διατάξεων του παρόντος Νόμου. Άρθρ.35.-1.Πας βιομήχανος, βιοτέχνης, έμπορος, πρατηριούχος υποχρεούται να κατέχη και εκδίδη τιμολόγια των υπ’ αυτού αγοραζομένων και προς εμπορίαν πωλουμένων ειδών, εμφαίνονται: 1)έντυπον τον τίτλον και την διεύθυνσιν του καταστήματος, 2)ονοματεπώνυμο πωλητού και αγοραστού, 3)το αντικείμενον, 4)το είδος, 5)την τιμήν κατά συνήθη μονάδα (βάρος, μέτρον, τεμάχιον), 6)την συνολικήν ποσότητα, 7)ποιότητα, 8) προέλευσιν, 9)ημερομηνίαν, 10)υπογραφήν πωλητού. Τα τιμολόγια ταύτα συντάσσονται επί ηριθμημένου διπλοτύπου, ούτινος το αποκοπτόμενον μέρος παραδίδεται εις τον αγοραστήν, δέον δε να επιδεικνύεται εις τους ενεργούντας τον έλεγχον δημοσίους υπαλλήλους. Τοιαύτα τιμολόγια υποχρεούνται να εκδίδωσιν οι ανωτέρω εις πάσαν άλλην περίπτωσιν επί τη αιτήσει μόνον παντός ετέρου αγοραστού. Πάσα λεπτομέρεια ρυθμίζεται δι’ αγορανομικής διατάξεως κατά το άρθρον 1 του παρόντος νόμου. Ο παραβάτης της διατάξεως της παρούσης παραγράφου τιμωρείται με φυλάκισιν ή με χρηματικήν ποινήν. 2.Εν περιπτώσει ενεργείας αγοραπωλησίας ημιχονδρικής ή λιανικής υπό εμπόρου χονδρικής ή ημιχονδρικής πωλήσεως, επιτρέπεται εις τούτον η επίτευξις του ποσοστού κέρδους μόνον ημιχονδρικής ή λιανικής πωλήσεως. 3.Επί των αγοραπωλησιών των παντός είδους τροφίμων, μεταξύ των παραγωγών (δια τα εγχώρια προϊόντα) ή των εισαγωγέων (δια τα εκ του εξωτερικού εισαγόμενα) και των εμπόρων ημιχονδρικής ή λιανικής πωλήσεως, δεν αναγνωρίζεται ποσοστόν κέρδους εις πλείονας των ακολούθων εμπόρων: α)ένα έμπορον χονδρικής ή ημιχονδρικής πωλήσεως εν τω τόπω της παραγωγής ή εισαγωγής (δια τα εκ του εξωτερικού τοιαύτα είδη). β)ένα έμπορον χονδρικής ή ημιχονδρικής πωλήσεως εν τω τόπω της καταναλώσεως και γ)τους εν τω τόπω της καταναλώσεως εμπόρους λιανικής πωλήσεως. Δι’ αγορανομικής διατάξεως εκδιδομένης υπό του Υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να υπαχθώσι και άλλα αντικείμενα βιωτικών αναγκών εν γένει εις την διάταξιν της παρούσης παραγράφου. 4.Ο Υπουργός Εφοδιασμού ή ο αρμόδιος Εισαγγελεύς δύναται εκάστοτε να παραγγέλλη την υπό των αρμοδίων υπαλλήλων αρμοδιό(Αντί για τη σελ.59(δ) Σελ.59(ε) Τεύχος ΣΤ63-Σελ.41 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 τητος Αγορανομίας και υπό παντός ανακριτικού υπαλλήλου θεώρησιν των κοστολογίων ή στελεχών τιμολογίων ή εμπορικών βιβλίων κλπ. Οι υπάλληλοι ούτοι υποχρεούνται εις την τήρησιν εχεμυθείας κατά τους όρους των άρθρων 16 του νόμου 146 και 63 του Νόμου
  18. 5.Πάσα ετέρα συναφής προς τα ανωτέρω υποχρέωσις και λεπτομέρεια ρυθμίζεται δι’ αγορανομικής διατάξεως κατά τα άρθρα 1 και 2 του παρόντος νόμου. Άρθρ.36.-1.α)Δια πάσαν παράβασιν των διατάξεων του παρόντος νόμου και των εις εκτέλεσιν αυτού διατάξεων εις τα ξενοδοχεία φαγητού και ύπνου, τα εστιατόρια παντός είδους, οικοτροφεία, ζαχαροπλαστεία, ζυθοπωλεία, παντοπωλεία, μαγειρεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, αρτεργοστάσια, κρεοπωλεία, και γενικώς τα καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια και δημόσια κέντρα (άρθρον 7 παράγραφος 1) τιμωρούνται ως αυτουργοί και εάν δεν συντρέχωσιν οι όροι της συστάσεως κατά τας διατάξεις του ποινικού νόμου, ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών ως άνω καταστημάτων, εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ., β)δια πάσαν δε παράβασιν των περί ανωτάτων τιμών αγορανομικών διατάξεων, ή υπέρβασιν των εν τοις τιμολογίοις των ανωτέρω καταστημάτων κλπ. αναγραφομένων τιμών (και όταν δεν επιβάλλεται νόμω η τήρησις τοιούτων τιμολογίων), οι προειρημένοι και ο εισπράξας ταμίας και οι θαλαμηπόλοι ή υπηρέται, ή υπάλληλοι των καταστημάτων, εκτός εάν η παράβασις ετελέσθη υπό μόνου του υπαλλήλου, ο δε προϊστάμενος τούτου μόλις λαβών γνώσιν κατεμήνυσεν εις τας αρχάς τον παραβάτην. Επίσης, εάν ο εισπράξας ταμίας, οι θαλαμηπόλοι, υπηρέται, υπάλληλοι, μη ούσης ωρισμένης δια διατάξεως ανωτάτης τιμής, ενήργησαν συμφώνως τιμολογίω καθορισθέντι υπό του διευθυντού ή επόπτου της επιχειρήσεως, όπερ περιέχει υπερβολικόν κέρδος, τότε απαλλάσσονται ούτοι πάσης διώξεως, ευθύνονται δε μόνον οι εν τω στοιχ. α΄ αναφερόμενοι. 2.(Κατηργήθηκε από την παρ.Ι άρθρ.3 Νόμ. 1401/1983, κατωτ. αριθ. 46). Άρθρ.37.-1.Δια πάσαν εις τα εν τω προηγουμένω άρθρω καταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια κλπ. νοθείαν ή παραποίησιν τροφίμων, φαγητών και λοιπών ειδών, ή χρησιμοποίησιν υλικών , κρεάτων, ιχθύων και παντός ετέρου είδους εν αποσυνθέσει, επιβλαβών ή στερουμένων θρεπτικών ουσιών ή ηλαττωμένης αξίας, ως αυτουργοί τιμωρούνται, και αν δεν συντρέχωσιν οι όροι της συστάσεως, ο κύριος των επιχειρήσεων, ο διευθυντής, ο επόπτης του ξενοδοχείου ή εστιατορίου ή παντός ετέρου καταστήματος, εργαστηρίου ή εργοστασίου, ο μάγειρος, Σελ.60(ε) Τεύχος ΣΤ63-Σελ.42 ο υπομάγειρος και πας εν αυτοίς βοηθός και γενικώς το εργατικόν προσωπικόν, εάν δεν καταγγείλωσι την πράξιν και τον παραβάτην εγκαίρως, ώστε να αποτραπή η πώλησις ή χρησιμοποίησις των τοιούτων εδεσμάτων και τροφίμων υπό του κοινού. Η πράξις τιμωρείται και προ οιασδήποτε χρησιμοποιήσεως, εφ’ όσον πάντες οι ανωτέρω υπεύθυνοι δεν σπεύσωσι προ πάσης χρησιμοποιήσεως να προβώσιν εις την καταστροφήν των ανωτέρω ειδών. «2.Οι διατάξεις της παρ.1 στοιχ. β του άρθρ.36 που προβλέπουν απαλλαγή από την ευθύνη εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου αυτού». Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.3 Νόμ. 1401/1983, κατωτ. αριθ. 46 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Άρθρ.38.-1.Πας διατηρών ζυθοπωλείον, οικοτροφείον, γαλακτοπωλείον (συμπεριλαμβανομένων και των κατασκευαζόντων φαγητά), ζαχαροπλαστείον ή παρόμοια καταστήματα, δημόσιον θέαμα ή κέντρον εν ω παρέχεται οιονδήποτε είδος τροφής, ποτόν, ζαχαροπλαστικής ή διατηρών καθ’ οιονδήποτε τρόπον εν δημοσίω θεάματι τοιούτον κατάστημα ή πρατήριον υποχρεούται: α)Να έχη ανηρτημένας σταθερώς, εις καταφανή μέρη του καταστήματος και του τόπου του δημοσίου θεάματος και εις απάσας τας αιθούσας αυτού, πινακίδας εν αις ν’ αναγράφωνται ευδιακρίτως το ονοματεπώνυμον των προϊσταμένων της επιχειρήσεως, η επωνυμία ταύτης, παν υπ’ αυτού πωλούμενον ή κατεχόμενον προς πώλησιν είδος, η ποιότης, προέλευσις και η τιμή πωλήσεως αυτού κατά συνήθη μονάδα (βάρος, μέτρον, τεμάχιον). β)Να διατηρή προς χρήσιν της πελατείας τιμολόγια υπογεγραμμένα υπό των προϊσταμένων της επιχειρήσεως και εμφαίνοντα τα αυτά ως και εν ταις πινακίσι στοιχεία. Τα εστιατόρια, ζυθεστιατόρια και μαγειρεία δέον να τηρώσι μόνον τα κατά το εδάφιον β΄τιμολόγια. 2.Πας διατηρών οιονδήποτε κατάστημα, πρατήριον, εργοστάσιον, εργαστήριον πλην των εν τη προηγουμένη παραγράφω 1, ένθα πωλεί οιονδήποτε είδος βιωτικής ανάγκης και έχων οπωσδήποτε εν τη κατοχή του τοιαύτα είδη, υποχρεούται: α)Να έχη τοποθετημένην επί εκάστου είδους πινακίδα εμφαίνουσαν την ποιότητα, προέλευσιν και τιμήν πωλήσεως κατά συνήθη μονάδα (βάρος, μέτρον, τεμάχιον). Εν περιπτώσει καθ’ ην ως εκ του είδους του αντικειμένου είναι αδύνατος η συγκράτησις πινακίδος υπό τούτου τοποθετείται πινακίς εν τω μέρει (ψυγείον, δοχείον κλπ.) όπου είναι τούτο τοποθετημένον προς πώλησιν. Κατά τας περιπτώσεις του παρόντος εδαφίου επιβάλλεται υποχρέωσις αναρτήσεως σταθερώς πινακίδων εμφαινουσών το ονοματεπώνυμον των προϊσταμένων της επιχειρήσεως και την επωνυμίαν ταύτης, ή β)Να έχη σταθερώς ανηρτημένας εις καταφανή μέρη του καταστήματός του και εις απάσας τας αιθούσας αυτού πινακίδας ως εν τω εδαφίω α΄ της παρ.1 του παρόντος άρθρου. Η κατά την παρούσαν παράγραφον υποχρέωσις επιβάλλεται και εις τους στασίμους (μη όντας καταστηματάρχας) και τους πλανοδίους πωλητάς ειδών βιωτικών αναγκών. 3.Η αυτή υποχρέωσις αναρτήσεως πινακίδων εις πάντα τα δωμάτια, αιθούσας, επιβάλλεται και εις τους διατηρούντας ξενοδοχεία ύπνου, ενοικιαζόμενα δωμάτια (πανσιόν) και παρόμοια καταστήματα, όσον αφορά το μίσθωμα εκάστης κλίνης ή δωματίου και γενικώς πάσης παροχής ή υπηρεσίας, ως και το τίμημα παντός παρεχομένου εν αυτοίς είδους. 4.Αι κατά τας προηγουμένας παραγράφους υποχρεώσεις επιβάλλονται και όταν τα εν αυτοίς καταστήματα κλπ. λειτουργούσιν εντός παντός είδους οχήματος, πλοίου ή μεταφορικού μέσου. 5.Πας εκμισθών υπηρεσίας πληρούσας απαραιτήτους βιωτικάς ανάγκας, υποχρεούται να έχει σταθερώς ανηρτημένας πινακίδας εις καταφανές μέρος του καταστήματός του ή του γραφείου του, εμφαινούσας τας τιμάς, ανθ’ ων παρέχει τας υπηρεσίας ταύτας και να χορηγή εις πάντα πελάτην επί τη αιτήσει του τιμολόγιον. 6.Αι κατά τας προηγουμένας παραγράφους υποχρεώσεις επιβάλλονται είτε υφίσταται καθωρισμένη ανωτάτη τιμή ή ανώτατον ποσοστόν εμπορικού ή επαγγελματικού κέρδους είτε μη. 7.Απαγορεύεται απολύτως η καθ’ οιονδήποτε τρόπον και εν πάση περιπτώσει καθ’ υπέρβασιν των εν ταις κατά τα ανωτέρω διατάξεσι πινακίσι και τιμολογίοις αναγραφομένων τιμών είσπραξις τιμήματος (εξαιρουμένου του κατά τας κειμένας διατάξεις φιλοδωρήματος). «8.Οι παραβάτες των διατάξεων των παρ.Ι και 7 τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Οι παραβάτες των διατάξεων των παρ.2 έως 6 τιμωρούνται μόνο με διοικητικό πρόστιμο». Η παρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.23 Νόμ. 1682/14-16 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 14), τόμ. 13Β σελ.
  19. Σελ.50(ε) Τεύχος Θ113-Σελ.66 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας άρθρ.2 Νόμ. 1732/7-15 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 164), κατωτ. αριθ.
  20. 9.Αι λεπτομέρειαι προς εκτέλεσιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου και πάσα ετέρα συναφής υποχρέωσις ρυθμίζεται δι’ αγορανομικής διατάξεως κατά τα άρθρα 1-2 του παρόντος νόμου. Άρθρ.39.-Η εν τοις κατά τον παρόντα νόμον καταστήμασιν, εργαστηρίοις και πάσι τοις Δημοσίοις κέντροις, ή καταστήμασιν εις εξυπηρέτησιν του κοινού προωρισμένοις παράβασις των όρων της Υγιεινής και καθαριότητος, των δια των κειμένων διατάξεων κεκανονισμένων, διώκεται και τιμωτείται κατά τας ειδικάς περί ταύτης διατάξεις. Άρθρ.40.-1.Εργοστασιάρχαι, χειροτέχναι, διευθυνταί, προϊστάμενοι και αντιπρόσωποι Βιομηχανικών ή εμπορικών επιχειρήσεων πάσης κατηγορίας και προμηθευταί αναλαβόντες ωρισμένας υποχρεώσεις επισιτισμού τροφοδοσίας ή εφοδιασμού καθ’ οιονδήποτε τρόπον, εγγράφως ή προφορικώς, δυνάμει του νόμου ή συμβάσεως ειδών βιωτικών αναγκών, διαρκείας ωρισμένης ή ενδεικνυομένης εκ των περιστάσεων κατά την κρίσιν του δικαστηρίου, απέναντι οιασδήποτε κρατικής ή δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής, οίτινες απειλούσιν εγγράφως ή προφορικώς την παύσιν των εργασιών ή την διακοπήν της εκπληρώσεως των αναληφθεισών υποχρεώσεών των, εάν έπραξαν ταύτα, όπως επιδιώξωσι την αύξησιν των καθωρισμένων ή συμπεφωνημένων τιμών ή ποσοστών κέρδους, ή όπως επιτύχωσιν οιονδήποτε αθέμιτον κέρδος ή όρους ευνοϊκωτέρους τιμωρούνται επιφυλασσομένων βαρυτέρων ορισμών του παρόντος ή άλλου ποινικού νόμου : (Αντί για την σελ.61(γ) Σελ.61(δ) Τεύχος ΘΙΙ3-Σελ. 73 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 α)Δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός μηνός και χρηματικής ποινής εάν δεν συνεμορφώθησαν εμπροθέσμως με τας προσκλήσεις ή τας διαταγάς της αρχής. β)Δια φυλακίσεως τουλάχιστον δύο μηνών και χρηματικής ποινής εάν η ως άνω ενέργεια εγένετο κατά συνεννόησιν τριών ή πλειόνων και εντεύθεν προκύψη η παύσις της εργασίας ή η διακοπή της εκπληρώσεως των αναληφθεισών υποχρεώσεων αυτών. 2.Με τας ποινάς τιμωρείται πας καθ’ οιονδήποτε τρόπον συνεργήσας εν γνώσει εις τας εν τη παρ.1 του παρόντος άρθρου παραβάσεις, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κ.Π.Ν. Άρθρ.41.-Πας συμμέτοχος εις τας υπό του προηγουμένου άρθρου προβλεπομένας παραβάσεις διευθυντής, σύμβουλος συνεταίρος, διοικητής ανωνύμου εταιρείας ή προϊστάμενος άλλης ιδιωτικής επιχειρήσεως γενικωτέρου σκοπού, τιμωρείται με τας εν τω άρθρω 40 ποινάς και κατά τας εν αυτώ διακρίσεις, απαλλάσσεται όμως πάσης ποινής εάν εγκαίρως και πριν ακόμη επέλθη το εν παραγρ.1 εδαφ. β΄του άρθρου 40 αποτέλεσμα, ανακοινώση εις την Αρχήν πάσαν σχετικήν πληροφορίαν, ης έλαβεν γνώσιν, απέχων εμφανώς και δι’ εμπράκτου ενεργείας της περαιτέρω συμμετοχής του. Άρθρ.42.-Με τας εν άρθρω 40 ποινάς και κατά τας εν αυτώ διακρίσεις τιμωρούνται, κατ’ επάγγελμα παραγωγοί τροφίμων και γενικώς ειδών βιωτικών αναγκών και πάσης κατηγορίας έμποροι, βιομήχανοι, βιοτέχναι, αρτοποιοί, αρτεργάται, οίτινες παύουσι τας εργασίας προμηθείας ή την παραγωγήν των τοιούτων ειδών βιωτικών αναγκών, επί τω σκοπώ να επιτύχωσι τον καθορισμόν μεγαλυτέρων τιμών ή ποσοστού κέρδους, είτε όρους μη επιτραπέντας αυτοίς υπό της Αρχής, είτε προς αποφυγήν εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος ή άλλων σχετικών Νόμων. Άρθρ.43.-Εν περιπτώσει παύσεως των εργασιών εκ μέρους των εν τοις ανωτέρω άρθροις 40-42 αναφερομένων προσώπων δικαιούται η Κυβέρνησις δια Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει των αρμοδίων Υπουργών: α)να προβαίνη εις την επιστράτευσιν των προσώπων τούτων και β)να καλή τα απεργούντα ταύτα πρόσωπα να επαναλάβωσι τας εργασίας αυτών εντός 12 ωρών από της προσκλήσεως. Η άρνησις τούτων όπως υπακούσωσιν εις την πρόσκλησιν ταύτην, συνεπάγεται την πρόσκαιρον ή οριστικήν αφαίρεσιν της αδείας ή την απαγόρευσιν ασκήσεως του επαγγέλματος ή επιτηδεύματος διατασσομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού ή άλλης αρμοδίας κατά τας κειμένας διατάξεις Αρχής. Σελ.62(δ) Τεύχος ΘΙΙ3-Σελ.74 Άρθρ.44.-1.Η ιδιότης του υπαιτίου παραβάσεως του παρόντος νόμου, ως ανήκοντος εις την αγορανομικήν ή την Αστυνομικήν υπηρεσίαν, θεωρείται κατά την επιμέτρησιν της ποινής πάντοτε ως επιβαρυντική περίστασις. 2.Εν τη εννοία του παρόντος νόμου πρόσωπον ανήκον εις την αγορανομικήν υπηρεσίαν θεωρείται το εντεταλμένον έστω και προσωρινώς: α)οιανδήποτε υπηρεσίαν του επισιτισμού παρά τω αρμοδίω Υπουργείω ή εις οιανδήποτε άλλην συναφή υπηρεσίαν και β)άσκησιν αγορανομικών καθηκόντων. Άρθρ.45.-1.Αποφάσει του Υπουργού Εφοδιασμού δύναται να διαταχθή έλεγχος διαχειριστικός ή επισιτιστικός επί παντός οργανισμού ή υπηρεσίας ή ευαγούς ιδρύματος.Εν τη αυτή αποφάσει ορίζονται υπό τούτου και οι ελεγκταί. 2.Πας Διευθυντής ή Ταμίας ή Διαχειριστής των εν τη 1η παραγράφω αναφερομένων ευαγών ιδρυμάτων, υπηρεσιών και οργανισμών υποχρεούται όπως θέτη εις την διάθεσιν των ελεγκτών τα βιβλία της διαχειρίσεως και εν γένει παν στοιχείον όπερ ήθελε ζητηθή παρ’ αυτών. Οι παραβάται της διατάξεως ταύτης τιμωρούνται δια φυλακίσεως. Άρθρ.45α.-«Για τον έλεγχο τήρησης των αγορανομικών νόμων και των αγορανομικών διατάξεων και υπουργικών αποφάσεων που εκδίδονται σε εκτέλεσή τους, ύστερα από εντολή του Υπουργού Εμπορίου, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι των Διευθύνσεων του Υπουργείου Εμπορίου της άλλοτε Γενικής Δ/νσεως Τιμών και Εφοδίων και των περιφερειακών υπηρεσιών έχουν όσες εξουσίες προβλέπονται από το άρθρ.45 του Π.Δ. 99/1977 «περί Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων» και όσες προβλέπονται από τις παρ.1, 2 και 4 του άρθρ.26 του Νόμ. 703/1977 και υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες του άρθρ.27 του ίδιου νόμου. Οι επιτηδευματίες έχουν όλες τις ευθύνες και υπόκεινται σε όλες τις ποινικές και άλλες κυρώσεις που προβλέπονται από την παραπάνω νομοθεσία». Το άρθρ.45α προστέθηκε από το άρθρ.18(Β) Νόμ. 1436/1984 (ΦΕΚ Α΄54) Τόμ. ΙΙ σελ. 210,
  21. Άρθρ.46.-Εν περιπτώσει διπλής υποτροπής του καταδικασθέντος δι’ αγορανομικόν αδίκημα εκ δόλου πραχθέν, επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξ μηνών συν τη χρηματική τοιαύτη. Το άρθρ.46 δέον να θεωρηθή κατηργημένον βάσει της παρ.1 άρθρ. 473 Ποιν. Κωδ. (Γνωμ. Εισαγγελέως Α.Π. 33/1954). Άρθρ.3.-«1.Πάσαι αι κατά τα άρθρ.1 και 2 του παρόντος εκδιδόμεναι Αγορανομικαί Διατάξεις δημοσιεύονται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και ισχύουν από της εν αυτή δημοσιεύσεως ή από της επομένης της δια του Τύπου ανακοινώσεώς των, οσάκις η διάταξις ορίζει τοιαύτην έναρξιν ισχύος. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει η εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσίευσις δέον να ενεργήται το βραδύτερον εντός μηνός από της δια του Τύπου ανακοινώσεως. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον εκδιδόμεναι διατάξεις δύναται να ορίζουν ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος αυτών μεταγενεστέραν της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως ή της επομένης της δια του Τύπου ανακοινώσεως». Το άρθρ.3 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.47.-1.Εν περιπτώσει καταδίκης δι’ αδίκημα προβλεπόμενον υπό του παρόντος Νόμου το Δικαστήριον, λαμβάνον υπ’ όψει την βαρύτητα της παραβάσεως, δύναται να διατάσση την δαπάνη του καταδικασθέντος δημοσίευσιν της αποφάσεως εις δύο τουλάχιστον ημερησίας εφημερίδας του τόπου της εκτελέσεως της πράξεως ή εν ελλείψει τοιούτων εις τας εν τη πρωτευούση του νομού εκδιδομένας. Το ποσόν της δαπάνης ταύτης ορίζεται εν τη ιδία καταδικαστική αποφάσει και εισπράττεται ως έξοδον της δίκης ως και οι κατά της περιουσίας ποιναί. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 2.Την αυτήν δημοσίευσιν δύναται να διατάσση το Δικαστήριον τη αιτήσει του κατηγορηθέντος εις περίπτωσιν αθωώσεως. Το ποσόν και της δαπάνης ταύτης ορίζεται ως ανωτέρω και καταβάλλεται εις την δημοσιεύσασαν εφημερίδα υπό του κατά το Ν.Δ. 12/8/1926 (κυρωθέν δια του Νόμου 3860) Ταμείου Άρτου. Άρθρ.48.-Πάντα τα αντικείμενα του αγορανομικού αδικήματος, εάν δεν πρόκειται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου να καταστραφώσι δημεύονται. Η ασκηθείσα έφεσις παρά του καταδικασθέντος αναστέλλει την εκτέλεσιν της περί δημεύσεως διατάξεως της αποφάσεως και αντιστρόφως η έφεσις της Εισαγγελικής Αρχής κωλύει την εκτέλεσιν της περί αποδόσεως των κατασχεθέντων διατάξεως της αποφάσεως. Άρθρ.49.-(Προέβλεπε την καταβολήν του ημίσεος των κατά τον παρόντα νόμον επιβαλλομένων χρηματικών ποινών εις το Ταμείον Άρτου, το οποίον κατηργήθη δια του Β.Δ. 9/26 Φερβ. 1950, 5.Γζ). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Παραγραφή-Μετατροπή ποινής-Δήμευσις κλπ. Άρθρ.50.-«Τα υπό του παρόντος Ν.Δ/τος προβλεπόμενα αδικήματα υπόκεινται εις την υπό του Ποινικού Κώδικος προβλεπομένην παραγραφήν». Το άρθρ.50 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.3 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). Άρθρ.51.-«1.Η μετατροπή εις χρηματική της δια παράβασιν του παρόντος νόμου ή κατ’ εφαρμογήν αυτού επιβαλλομένης ποινής φυλακίσεως επιτρέπεται συμφώνως προς τας κειμένας σχετικάς διατάξεις. 2.Η προηγουμένη παράγραφος εφαρμόζεται και επί μετατροπής ποινών δια παραβάσεις τελεσθείσας προ της ισχύος του παρόντος». Το άρθρ.51 είχεν αντικατασταθή δια του καταργηθέντος άρθρ.4 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). Δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 69/1974 (κατωτ. αριθ. 42) επανήχθησαν εν ισχύϊ, ως ανωτέρω, αι προϊσχύσασαι διατάξεις του άρθρ.
  22. Άρθρ.52.1-2.«Τα αποσυντεθειμένα, ηλλοιωμένα και γενικώς ακατάλληλα προς βρώσιν ή προς χρήσιν ή επικίνδυνα εν γένει εις την δημοσίαν υγείαν παντός είδους τρόφιμα ή άλλα αντικείμενα βιοτικών αναγκών, απάντων τούτων πιστοποιουμένων δι’ εκθέσεως των κατά τας κειμένας διατάξεις αρμοδίων Αρχών, κατάσχονται έστω και εάν δεν συντρέχη περίπτωσις ποινικής διώξεως, συντασσομένης εκθέσεως. Τα ως άνω παντός είδους τρόφιμα ή άλλα αντικείμενα βιοτικών αναγκών, δύνανται, μετά γνωμάτευσιν του Α.Χ.Σ., να χρησιμοποιηθώσι προς έτερον σκοπόν ή να βιομηχανοποιηθώσι μετά προηγουμένην μετουσίωσιν αυτών, εφ’όσον τυγχάνουσι δεκτικά τοιαύτης, άλλως καταστρέφονται. Τα ως άνω βιομηχανοποιήσιμα κρινόμενα, μη δεκτικά όμως μετουσιώσεως, παρακολουθούνται κατά τον χρόνον της βιομηχανοποιήσεως αυτών παρ’ Επιτροπής οριζομένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου. Τα μη βιομηχανοποιήσιμα, κατά την ανωτέρω παράγραφον ακατάλληλα προς βρώσιν τρόφιμα ή ποτά, εφ’όσον προηγήθη κατάσχεσις αυτών, εκποιούνται και προ της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως, υπό τον όρον της μετουσιώσεως αυτών, ταύτης γινομένης δαπάναις του αγοραστού, υπό τον έλεγχον και παρακολούθησιν της κατά την προηγουμένην παράγραφον Επιτροπής. Το εκ της εκποιήσεως αντίτιμον κατατίθεται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων και αποδίδεται εις εκείνον ον θέλει ορίση η δικαστική απόφασις. Τα μη πληρούντα τους εκάστοτε οριζομένους όρους παντός είδους τρόφιμα κατάλληλα όμως προς βρώσιν, δεν κατάσχονται». Αι παρ.1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ.4 Ν.Δ. 3013/1954, (κατωτ. αριθ. 30). 3.Αι σχετικαί εκθέσεις κατασχέσεως και εκποιήσεως και το γραμμάτιον καταθέσεως του τιμήματος ως και πάσα άλλη έκθεσις διαβιβάζονται εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα δια την ποινικήν δίωξιν του παραβάτου. 4.Πάσα παράβασις του παρόντος άρθρου υπό δημοσίου υπαλλήλου τιμωρείται με την υπό του Ποιν. Νόμου προβλεπομένην επί παραβάσει καθήκοντος ποινήν. Άρθρ.53.-Τα φύλακτρα των κατασχομένων ειδών ορίζονται υπό του ενεργούντος κατά το επόμενον άρθρον την εκποίησιν ή διάθεσιν αυτών δια πράξεως καταχωρουμένης εν τη περί ταύτης εκθέσει αυτών κατά την κρίσιν ανδρός αγαθού, λαμβανομένων υπ’ όψει της διαρκείας φυλάξεως, του καταληφθέντος υπό των κατεσχημένων χώρου, της ποσότητος και του είδους αυτών, και της ορισθείσης δια την εκποίησιν τιμής. Αν ο φύλαξ ή έτερος ήθελε προβή και εις την διανομήν των εκποιουμένων εις την κατά τα άνω αμοιβήν προστίθεται ποσοστόν μέχρι 3% επί της αξίας των πραγμάτων. Τα έξοδα δια την μεταφοράν των κατασχομένων καθορίζονται καθ’ όμοιον τρόπον συνολικώς βάσει των εκάστοτε κρατουσών συνθηκών ως προς τον καθορισμόν των μεταφορικών και βαρύνουσιν επίσης τα κατασχόμενα. Η πράξις αύτη δεν είναι εκτελεστή, ειμή αφού πρότερον εγκριθή ως προς τα φύ(Αντί της σελ.63(β) Σελ.63(γ) Τεύχος 537-Σελ.7 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 λακτρα και την αμοιβήν δια την διανομήν, υπό του αρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικών ή του νομίμου αναπληρωτού του, δυναμένου να μειώση ή αυξήση τα ποσά εντός των ανωτέρω ορίων. Η έγκρισις γράφεται ατελώς παρά πόδας της εκθέσεως περί εκποιήσεως, διαθέσεως ή αποδόσεως των κατεσχημένων αναφερομένου ολογράφως του ποσού. Του κατά τα ανωτέρω καθορισμού των φυλάκτρων εξαιρούνται τα φύλακτρα και λοιπά δικαιώματα της Προνομιούχου Εταιρείας Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος, άτινα ορίζονται συμφώνως τοις ισχύουσιν εκάστοτε τιμολογίοις τούτων. Η δαπάνη δια την φύλαξιν και την εκ του τόπου της κατασχέσεως εις τον τόπον της φυλάξεως μεταφοράν των κατασχομένων ειδών εν περιπτώσει αμετακλήτου απαλλαγής του κατηγορουμένου και αποδόσεως τούτων εις αυτόν βαρύνει το Δημόσιον. Δια την απόληψιν ταύτης υποβάλλεται υπό του ενδιαφερομένου εις τον Πρόεδρον των Πρωτοδικών του τόπου ένθα εγένετο η μεταφορά και η φύλαξις αίτησις εφ’ απλού χάρτου παρά πόδας της οποίας δια πράξεώς του μη υποκειμένης εις τέλος τι ορίζει ο Πρόεδρος τόπον και χρόνον εκδικάσεώς της και διατάσσει την κοινοποίησιν αυτής εν αντιγράφω εφ’ απλού εις το Δημόσιον προ 15 πλήρων ημερών προ της δικασίμου, εφ’όσον πρόκειται περί της περιφερείας των Πρωτοδικείων Αθηνών ή Πειραιώς, εις άλλας δε περιφερείας προ τριάκοντα πλήρων ημερών. Η εκδίκασις της αιτήσεως γίνεται ατελώς κατά την διαδικασίαν των άρθρων 634 και επ. της Πολ. Δικονομίας εκ των ενόντων το δε επιδικαζόμενον ποσόν καθορίζεται συμφώνως τοις οριζομένοις εν τη προηγουμένη παραγράφω. Κατά της αποφάσεως του Προέδρου, μη δυναμένου να παραπέμψει την υπόθεσιν εις το δικαστήριον, ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται, ούσης αμετακλήτου άμα τη εκδόσει της. Άρθρ.54.-1.Η εκποίησις των κατασχομένων ως και των δημευομένων διατάσσεται δι’ αποφάσεως του διευθύνοντος το Αγοραν. Τμήμα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Εισαγγελέως, όπου δε δεν υπάρχει τοιούτον υπό του Εισαγγελέως των Πρωτοδικών, γίνεται δε απ’ ευθείας εις το κοινόν καθ’ ον τρόπον ορίζει η διατάσσουσα ταύτην απόφασις και επί τη υπό ταύτης κατά την κρίσιν ανδρός αγαθού οριζομένη τιμή επί παρουσία δε πάντοτε ενός Πρωτοδίκου ή αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, δυναμένου να αναπληρωθή υπό Ειρηνοδίκου ή Πταισματοδίκου, εν απολύτω δε αδυναμία υπό του οικείου Αστυνόμου συντασσομένης λεπτομερούς εκθέσεως. Τα υποκείμενα εις αμεσωτάτην φθοράν εκποιούνται κατά τον ανωτέρω τρόπον μετ’ απόφασιν του Εισαγγελέως. Πάσα εκποίησις, δι’ ην δεν ετηρήθησαν αι διατάξεις αύται, είναι αυτοδικαίως άκυρος. Σελ.64(γ) Τεύχος 537-Σελ. 8 2.Ο κατά την προηγουμένην παράγραφον αρμόδιος Εισαγγελεύς, δύναται αντί της εκποιήσεως να διαθέτη, επί καταβολή της αξίας, οριζομένης κατά την προηγουμένην παράγραφον, τα κατασχεθέντα είδη δι’ αποφάσεώς του εις Ευαγή Ιδρύματα, Συνεταιρισμούς Προμηθευτικούς Δημοσίων υπαλλήλων, κατηγορίας Δημοσίων υπαλλήλων ή πολιτικών και στρατιωτικών συνταξιούχων και εις Λαϊκά Συσσίτια, εάν δε πρόκειται περί ειδών χρησίμων ή καταλλήλων κυρίως προς βιομηχανικήν επεξεργασίαν ή δι’ ωρισμένας κατηγορίας παραγωγών ή άλλων επαγγελματιών ή δια τας ανάγκας Κρατικών υπηρεσιών εις σχετικάς επιχειρήσεις, παραγωγούς ή Συνεταιρισμούς ή άλλας ενώσεις τοιούτων ή εις τας άνω Κρατικάς υπηρεσίας, συντασσομένης εκθέσεως περί της παραδόσεως. άρθρ.1 παρ.1 του Ν.Δ. 61/1973 (κατωτ. αριθ. 39), ούτινος βλ. και άρθρ.2 όσον αφορά τας Αγορ. Διατάξεις τας εκδιδομένας υπό των νομαρχών. Άρθρον.55.-Αι λεπτομέρειαι ως και παν αντικείμενον συναφές προς τας διατάξεις των άρθρων 5254, ρυθμίζονται δια διατάξεων εκδιδομένων κατά το άρθρον 1 του παρόντος Νόμου. Δι’ ομοίων διατάξεων δύναται να ορίζωνται τα της εκποιήσεως και εν γένει της διαθέσεως των κατασχομένων ή δημευομένων ειδών και κατά τρόπον διάφορον του εν τω προηγουμένω άρθρω οριζομένου. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Άρθρ.56.-1.Το δικαστήριον δια της καταδικαστικής αποφάσεως διατάσσει την δήμευσιν των κατά των άρθρ.52 παράγρ.2 κατασχεθέντων. Τα δημευθέντα εκποιούνται συμφώνως προς το άρθρ.54, το δε προϊόν της εκποιήσεως κατατίθεται παρά τω Ταμείω Άρτου ως έσοδον αυτού. 2.Κηρυχθέντος αθώου του εφ’ ου κατασχέθησαν, διατάσσεται η εις τούτον απόδοσις αυτών ή του προϊόντος της εκποιήσεως, αν προηγήθη αύτη, κατά την παράγρ.2 του άρθρου 52 και το άρθρ.
  23. Άρθρ.57.-Αι δια των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβαλλόμεναι υποχρεώσεις ισχύουσιν ανεξαρτήτως των δι’ άλλων γενικών ή ειδικών διατάξεων καθοριζομένων τοιούτων. Άρθρ.57α.-«1.Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του νόμου αυτού και των διατάξεων που εκδίδονται σε εκτέλεσή του και που αναφέρονται :α)στην είσπραξη τιμήματος υπερτέρου από αυτό που αναγράφεται στους τιμοκαταλόγους και τιμολόγια, ακόμα και αν δεν επιβάλλεται η τήρηση αυτών από το νόμο, ή στην είσπραξη τιμών ανώτερων από τις διατιμήσεις που ισχύουν κάθε φορά (ανώτατες τιμές) ή τιμών που περιέχουν ποσοστό κέρδους ανώτερο από αυτό που ορίζεται κάθε φορά σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, β)σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.31 παρ.4 και 5 του νόμου αυτού και του άρθρ.281 του Ποινικού Κώδικα και γ)σε διάθεση στην κατανάλωση τροφίμων και ποτών κατά οποιοδήποτε τρόπο επικίνδυνων στην δημόσια υγεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ.32 παρ.4 του νόμου αυτού, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης, να επιβάλλει στο φορέα της επιχείρησης πρόστιμο από 50.000 ως (1.000.000) 10.000.000 δρχ. σε σοβαρές δε περιπτώσεις, ανάλογα με τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, το είδος αυτής και τις συνέπειες που έχει για το κοινό και εφόσον έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη, να διατάσσει την απαγόρευση της λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου για διάστημα μέχρι 30 ημερών. Τα όρια του προστίμου της άνω παρ.1 αναπροσαρμόστηκαν και ορίστηκαν από 50.000 μέχρι 10.000.000 δραχμές από την Α2/3422/925 Απρ.1991, (ΦΕΚ Β΄ 258) απόφ. Υπ. Εμπορίου. 2.Η απόφαση εκδίδεται μετά σύμφωνη γνώμη, για την ύπαρξη παράβασης των διατάξεων της παρ. Ι, της αρμόδιας Αγορανομικής Επιτροπής, η οποία συνέρχεται και γνωμοδοτεί υποχρεωτικά μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο Υπουργός σε κάθε περίπτωση και αφού προηγούμενα η Επιτροπή καλέσει εγγράφως προ σαράντα οκτώ ωρών τον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του. 3.Για τα κέντρα ή επιχειρήσεις που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας του Νομού Αττικής την αρμοδιότητα αυτή, των παρ.1 και 2, έχουν οι κατά τόπους αρμόδιοι κατά περίπτωση Νομάρχες και οι οικείες Αγορανομικές Επιτροπές. «4.Σε περίπτωση νέας παράβασης των διατάξεων που αναφέρονται στην παρ.Ι αυτού του άρθρου, μέσα σε 12 μήνες από την προηγούμενη παράβαση, τα όρια των κυρώσεων της παρ.Ι διπλασιάζονται». Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. α΄ άρθρ.19 Νόμ. 1934/18 Απρ. 1990/8 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 31), (τόμ. ΙΙ σελ. 210,225). 5.Ο Υπουργός Εμπορίου ή ο κατά περίπτωση Νομάρχης αποφασίζει μετά σύμφωνη γνώμη της οικείας Αγορανομικής Επιτροπής για τη διατήρηση ή μη της απαγόρευσης λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου, όταν για την ίδια πράξη εκδοθεί αθωωτική απόφαση από τα ποινικά δικαστήρια. «Σε περίπτωση που η αθωωτική απόφαση στηρίζεται στη μη τέλεση αντικειμενικά της πράξης, επέρχεται αυτοδίκαια ανάκληση της απαγόρευσης λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου και κάθε πρόστιμο επιστρέφεται στον ενδιαφερόμενο, ύστερα από προσκόμιση επίσημου αντίγραφου της αθωωτικής απόφασης του δικαστηρίου στην υπηρεσία που εξέδωσε την απόφαση επιβολής του προστίμου αυτού». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.32 του Νόμ. 2000/24-24 Δεκ. 1991 (ΦΕΚ Α΄206) (διόρθ.σφαλμ.στο ΦΕΚ Α΄ 6/30-1-92), Τόμ. 13Β, σελ.778,
  24. 6.Σε περίπτωση τελεσίδικης καταδίκης, σύμφωνα με το άρθρ.281 του Ποινικού Κώδικα και τα άρθρ.31 παρ.4 και 5 και 32 παρ.4 του Νόμου αυτού για τα αδικήματα νόθευσης τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες και διάθεσης στην κατανάλωση τροφίμων ή ποτών κατά οποιονδήποτε τρόπο επικίνδυνων στην δημόσια υγεία, εφόσον η επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνει τους 3 μήνες, ο Υπουργός Εμπορίου ή ο κατά περίπτωση Νομάρχης μπορεί να διατάσσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.Ι, 2 και 3 αυτού του άρθρου, την απαγόρευση λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου για διάστημα μέχρι έξι μηνών, σε περίπτωση δε υποτροπής μέσα σε μια τριετία μπορεί να διατάσσει το οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης ή του κέντρου. 7.Οι αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου ή του Νομάρχη που προβλέπει το άρθρο αυτό δημο-σιεύονται σε περίληψη σε δύο το πολύ εφη(Αντί για την σελ.65(η) Σελ.65(θ) Τεύχος 1275-Σελ.9 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 μερίδες της έδρας της επιχείρησης ή εάν δεν εκδίδονται τοπικές εφημερίδες σε εκδιδόμενες στην πρωτεύουσα του νομού ή σε μεγαλύτερη του νομού περιφέρεια, με δαπάνες του παραβάτου που εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί είσπραξης δημοσίων εσόδων. 8.Οι απαγορεύσεις λειτουργίας κέντρων ή επιχειρήσεων εν γένει που επιβάλλονται σε εφαρμογή του νόμου αυτού εκτελούνται από τις οικείες αστυνομικές αρχές. Η εκτέλεση των αποφάσεων αυτών δεν εμποδίζεται και αν ακόμη έγινε, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταβίβαση της εκμετάλλευσης του κέντρου ή της επιχείρησης ή στοιχείων αυτής, ως και μεταβολή με οποιοδήποτε τρόπο του φορέα της επιχείρησης ή του κέντρου. 9.Οποιαδήποτε κατά την προηγούμενη παράγραφο μεταβίβαση ή μεταβολή του φορέα εκμετάλλευσης των κέντρων ή των επιχειρήσεων εν γένει είναι άκυρη, αν έγινε μετά την κίνηση της διαδικασίας επιβολής της απαγόρευσης λειτουργίας αυτών». «10.Επί προσφυγών κατά πράξεων που διατάσσουν την προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου, αρμόδιο είναι το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, η απόφαση του οποίου υπόκειται πάντοτε σε έφεση. Η άσκηση προσφυγής κατά πράξης που διατάσσει την οριστική ή προσωρινή απαγόρευση της λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου δεν αναστέλλει την εκτέλεση της πράξης. Το δικαστήριο όμως μπορεί, ως συμβούλιο και μετά από αίτηση του υπόχρεου που έχει ήδη ασκήσει προσφυγή, να αναστείλει την εκτέλεση της πράξης σε περίπτωση πιθανολόγησης ευδοκίμησης της προσφυγής. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι ειδικοί και συγκεκριμένοι λόγοι που είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την αναστολή. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται στον Υπουργό ή το Νομάρχη για να εκθέσουν τις απόψεις τους μέσα σε προθεσμία έξι

(6)ημερών». Η παρ.10 προστέθηκε από το άρθρ.4 του Νόμ. 1732/7-15 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 164), κατωτ. αριθ.
  1. «11.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα όρια των προστίμων που προβλέπονται στην παρ.1 μέχρι του δεκαπλασίου αυτών». Η παρ. 11 προστέθηκε από την περίπτ. β΄ άρθρ. 19 Νόμ. 1934/18 Απρ. 1990-8 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄31), (τόμ.ΙΙ σελ. 210,225). Το άρθρ.57α αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.1 Νόμ. 1401/1983, κατωτ. αριθ.
  2. Σελ.66(θ) Τεύχος 1275-Σελ.10 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Άρθρ.57β.-«1.Με τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρ. 57α καθορίζονται η διαδικασία και ο χρόνος εφαρμογής της απαγόρευσης λειτουργίας της επιχείρησης ή του κέντρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 2.Οι προϊστάμενοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων που εξέδωσαν τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις για αδικήματα του άρθρ.57α παρ.6 αυτού του νόμου έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν μέσα σε προθεσμία 40 ημερών από τη δημοσίευση ή την τελεσιδικία της απόφασης αντίγραφό της ή στην Κεντρική ή στις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορίου. 3.Ο Υπουργός Εμπορίου και οι κατά περίπτωση αρμόδιοι Νομάρχες, μετά την παραπομπή των κατηγορουμένων για αδικήματα της παρ.Ι του άρθρ.57α αυτού του νόμου στο ακροατήριο, μπορούν να ζητούν από τις αρμόδιες Αρχές αντίγραφα των σχετικών δικογραφιών για την τυχόν επιβολή των κυρώσεων του νόμου αυτού. 4.Η οικεία Αστυνομική Αρχή, προς την οποία κοινοποιείται σε δύο αντίγραφα ή κατά το άρθρ.57α αυτού του νόμου απόφαση του Υπουργού Εμπορίου ή του Νομάρχη, φροντίζει για την εκτέλεσή της, ενημερώνει δε χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια Περιφερειακή Υπηρεσία και την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου. 5.Για την παρακολούθηση των επιβαλλομένων ποινών και την προστασία των συναλλασσομένων θα τηρείται σε κάθε Νομαρχία και για την περιφέρεια Αττικής στις Κεντρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορίου ειδικό βιβλίο, αριθμημένο και θεωρημένο, στο οποίο θα αναγράφονται τα στοιχεία της επιχείρησης, η διεύθυνσή της, η απόφαση παραπομπής της υπόθεσης στην Αγορανομική Επιτροπή, η παράβαση, η ημερομηνία απόφασης της Αγορανομικής Επιτροπής, τα στοιχεία της απόφασης επιβολής κυρώσεων, το είδος των κυρώσεων και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ήθελε ορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου». Το άρθρ.57β που είχε προστεθεί από το άρθρ.5 Νόμ. 802/1978 (κατωτ. αριθ. 44) αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.2 Νόμ. 1401/83, (κατωτ. αριθ. 46). Άρθρ.4.-Αι κατά τα άρθρα 1 και 2 αγορανομικαί διατάξεις ισχύουσι καθ’ άπαν το Κράτος, εφ’ όσον δεν γίνεται εν αυταίς ειδικώτερος προσδιορισμός. Άρθρ.57γ.-Δια την επίδοσιν της εν άρθρ.57α του παρόντος Νόμου αποφάσεως εφαρμόζονται τα υπό του άρθρ.155 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα. Άρθρ.57δ.-Δια των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν θίγονται αι ειδικαί διατάξεις της παρ.3 του άρθρ.8 του Ν.Δ. 4485/1965 «περί μεταβολής του φόρου καταναλώσεως επί της βενζίνης και περί τρόπου προσδιορισμού των δαπανών διακινήσεως των υγρών καυσίμων καί τινων άλλων διατάξεων». Τα άρθρ.57γ και 57δ προστέθηκαν από το άρθρ.5 Νόμ. 802/1978, (κατωτ. αριθ. 44). Άρθρ.57ε΄.-«Ι.Το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρ.30 παρ.19 και 20 και στο άρθρ.38 παρ.8 ορίζεται από δρχ 10.000 μέχρι 700.
  3. Τα ποσά αυτά μπορεί να μεταβάλλονται με αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου, μετά από γνώμη της γνωμοδοτικής επιτροπής τιμών. Με την Α2-4755/30 Αυγ.-5 Σεπτ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 770) απόφ. Υπ. Εμπορίου τα όρια των άνω προστίμων αναπροσαρμόζονται και ορίζονται αυτά από 30.000 δρχ. μέχρι και 1.000.000 δρχ. 2.Σε περίπτωση νέας παράβασης των διατάξεων του άρθρ.30 παρ.19 και 20 ή του άρθρ.38 παρ.2 έως και 6 μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαοκτώ μηνών από την τέλεση της προηγούμενης παράβασης, για την οποία έχει επιβληθεί πρόστιμο, το ανώτατο όριο του προστίμου διπλασιάζεται. 3.Η επιμέτρηση του προστίμου γίνεται σε αναλογία με τη βαρύτητα της παράβασης, έπειτα από στάθμιση όλων των ειδικών συνθηκών. Ελαφρότατες παραβάσεις που έγιναν χωρίς δόλο ή βαρειά αμέλεια μπορούν να μένουν ατιμώρητες, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. 4.Το πρόστιμο επιβάλλεται σε βάρος του φορέα της επιχείρησης με απόφαση του Νομάρχη, στην περιφέρεια του οποίου έγινε η παράβαση, μετά από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αγορανομικής επιτροπής. Η επιτροπή γνωμοδοτεί και για την τέλεση της παράβασης και για το ύφος του προστίμου. Η επιτροπή, πριν γνωμοδοτήσει, καλεί τον υπόχρεο να παράσχει γραπτές εξηγήσεις μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση της σχετικής πρόσκλησης. Η επιτροπή μπορεί να καλεί τον υπόχρεο και για την παροχή προφορικών εξηγήσεων, αν το κρίνει αναγκαίο. 5.Στην απόφαση επιβολής προστίμου αναφέρονται περιληπτικά τα πραγματικά περιστατικά της παράβασης καθώς και οι αγορανομικές και άλλες διατάξεις που προβλέπουν την παράβαση και το πρόστιμο. 6.Μαζί με την απόφαση επιβολής του προστίμου επιδίδεται στον υπόχρεο και αντίγραφο γνωμοδότησης της αρμόδιας αγορανομικής επιτροπής. Οι επιδόσεις γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.59 έως και 67 του κώδικα φορολογικής δικονομίας. 7.Κατά της απόφασης που επιβάλλει το πρόστιμο χωρεί προσφυγή στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Η άσκηση και εκδίκαση της προσφυγής και των ένδικων μέσων διέπονται από τον κώδικα φορολογικής δικονομίας, με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις : α)Όπου στον κώδικα φορολογικής δικονομίας αναφέρονται «οικονομική αρχή» ή «φορολογική αρχή», νοείται ο αρμόδιος νομάρχης ενώ όπου αναφέρεται ο «Υπουργός Οικονομικών» νοείται ο Υπουργός Εμπορίου. β)Προσφυγές κατά αποφάσεων επιβολής προστίμου μέχρι ποσού δρχ. 200.000 εκδικάζονται από το μονομελές διοικητικό πρωτοδικείο. (Αντί για τη σελ.66,001(α) Σελ.66,001(β) Τεύχος 1275-Σελ.11 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 γ.(Καταργήθηκε από την παρ.18 του άρθρ.4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, ΦΕΚ Α΄ 67, Τόμ. 1Α, σελ.
  4. Επίσης οι περίπτ. δ΄ και ε΄αναριθμήθηκαν σε γ΄ και δ΄ αντίστοιχα). γ.(δ) Όπου για την ενέργεια διαδικαστικής πράξης ή την άσκηση ένδικου μέσου απαιτείται η σύμπραξη του οικονομικού εφόρου με άλλη αρχή, ενεργεί μόνος ο αρμόδιος νομάρχης. δ.(ε) Στις υποθέσεις αυτές αποκλείεται η διοικητική επίλυση της διαφοράς. 8.Μετά την πάροδο άπρακτης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, το ποσό του προστίμου βεβαιώνεται στο δημόσιο ταμείο της έδρας της επιχείρησης ή της επαγγελματικής ή αστικής κατοικίας του υπόχρεου και εισπράττεται σύμφωνα με τον κώδικα είσπραξης των δημοσίων εσόδων. «Εάν ασκηθεί προσφυγή κατά της αποφάσεως επιβολής του προστίμου, βεβαιώνεται αμέσως ποσοστό 70% του προστίμου για τις παραβάσεις της περίπτ. β)της παρ.1 του άρθρ.57α και 50% του προστίμου, σε κάθε άλλη περίπτωση. Η είσπραξη του παραπάνω ποσοστού του αμφισβητούμενου προστίμου δεν μπορεί να ανασταλεί με δικαστική απόφαση». To δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρ.41 Νόμ. 2065/1992 (ΦΕΚ Α΄ 113), Τόμ. 27, σελ. 196,
  5. 9.Σε περίπτωση αλλαγής του φορέα της επιχείρησης μετά την τέλεση της παράβασης, ο νέος φορέας ευθύνεται εις ολόκληρο με τον παλαιό για την πληρωμή του προστίμου, εκτός εάν ο νέος φορέας τελεί σε καλή πίστη κατά το χρόνο της μεταβίβασης. 10.Στην υπηρεσία εμπορίου κάθε νομαρχίας τηρείται αλφαβητικά μητρώο παραβατών των διατάξεων του άρθρ. 0 παρ.19 και 20 και του άρθρ.38 παρ.2 έως 6, ενώ στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου τηρείται αλφαβητικά γενικό μητρώο για τους παραβάτες όλης της χώρας. Τα μητρώα είναι δημόσια βιβλία προσιτά σε οποιονδήποτε. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου μπορούν να καθορίζονται οι λεπτομέρειες της τήρησης καθώς και οι όροι δημοσιότητας των μητρώων. Με όμοια απόφαση τα μητρώα αυτά μπορεί να συγχωνεύονται με τα ειδικά βιβλία που προβλέπονται στην παρ.5 του άρθρ.57β. Με την ΑΙ-7440/18-29 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 530) απόφ. Υπ. Εμπορίου, καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες για την τήρηση του μητρώου παραβατών αποποινικοποιουμένων αγορανομικών αδικημάτων. Σελ.66,002(β) Τεύχος 1275-Σελ.12 ΙΙ.Οι διατάξεις των παρ.7 και 8 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις επιβολής των διοικητικών κυρώσεων, που προβλέπονται από το άρθρ.57α΄, εφ’ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο». Το άρθρ.57ε΄ προστέθηκε από το άρθρ.3 Νόμ. 1732/7-15 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄164), κατωτ. αριθ.
  6. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Ειδικαί δικονομικαί διατάξεις ΄Αρθρ.58.-1.Τα υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενα πλημμελήματα εισάγονται προς εκδίκασιν δι’ απ’ ευθείας κλήσεως μετά ή άνευ προηγουμένης προανακρίσεως. Αν ο Εισαγγελεύς φρονή ότι δια τινα των κατηγορουμένων δεν υπάρχουσιν ενδείξεις ενοχής, εισάγει δια τούτον την υπόθεσιν εις το δικαστικόν συμβούλιον τους δε λοιπούς παραπέμπει αμέσως δι’ απ’ ευθείας κλήσεως εις το ακροατήριον. 2.Τακτική ανάκρισις τότε μόνον ενεργείται όταν ο εισαγγελεύς κρίνη ότι δέον να προφυλακισθή ο κατηγορούμενος. Και εν τη περιπτώσει ταύτη δύναται ο αρμόδιος Εισαγγελεύς, μετά γνώμην του ανακριτού, να εισαγάγη την υπόθεσιν εις το ακροατήριον δι’ απ’ ευθείας κλήσεως, καθ’ ης δεν επιτρέπεται προσφυγή. Άρθρ.59.-Επί των επ’ αυτοφώρω καταλαμβανομένων αγορανομικών αδικημάτων εφαρμόζονται αι διατάξεις του Ν. Διατάγματος της 22 Νοεμ. 1923 «περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τινών επ’ αυτοφώρω». Άρθρ.60.-1.Εις περίπτωσιν καθ’ ην, μη υφισταμένης καθωρισμένης ανωτάτης τιμής ή ανωτάτου ποσοστού κέρδους, διώκεταί τις λόγω αποκτήσεως ή επιδιώξεως υπερβολικού κέρδους κατά το άρθρον 30 παραγρ.1 του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται, και επί των επ’ αυτοφώρω καταλαμβανομένων τοιούτων αδικημάτων, αι διατάξεις του άρθρου
  7. 2.Κατά πάσαν περίπτωσιν διώξεως δι’ υπερβολικόν κέρδος κατά το άρθρον 30 παρ.1 του παρόντος νόμου ο αρμόδιος Εισαγγελεύς υποχρεούται να προκαλέση αμελλητί προ πάσης εισαγωγής της υποθέσεως εις το ακροατήριον γνωμοδότησιν της οικείας Αγορανομικής Επιτροπής περί της υπάρξεως ή μη υπερβολικού κέρδους. 3.Ο αρμόδιος Εισαγγελεύς υποχρεούται να εισαγάγη την υπόθεσιν εις το ακροατήριον άμα τη περιελεύσει της γνωματεύσεως της Επιτροπής εις την Εισαγγελίαν. Εάν όμως εντός μηνός από της περιελεύσεως της μηνύσεως εις την Εισαγγελίαν η Επιτροπή δεν γνωματεύση ή η γνωμάτευσις αυτής δεν περιέλθη εις την Εισαγγελίαν, ο Εισαγγελεύς υποχρεούται κατά πάσαν περίπτωσιν να εισαγάγη την υπόθεσιν προς εκδίκασιν, μη συγχωρουμένης αναβολής εκ της αιτίας ταύτης. Άρθρ.61.-Κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων του συμβουλίου των πλημμελειοδικών ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Άρθρ.62.-1.Παρά τοις Πρωτοδικείοις Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών καθίσταται ίδιον Τμήμα Πλημμελειοδικείου προς εκδίκασιν των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων πλημμελημάτων «αρμοδιότητος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου» ου οι δικασταί ορίζονται κατά Σεπτέμβριον εκάστου έτους δια κοινής αποφάσεως του Προέδρου και του Εισαγγελέως Εφετών μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών. Παρά ταις Εισαγγελίαις των Πρωτοδικείων τούτων καθίσταται επίσης ίδιον τμήμα δια την δίωξιν των αγορανομικών αδικημάτων διευθυνόμενον υφ’ ενός αντεισαγγελέως οριζομένου υπό του Εισαγγελέως. Η εντός « » φράσις προσετέθη δια του άρθρ.3 Νόμ. 2838/1954, (κατωτ. αριθ. 29). 2.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να αποσπώνται κατώτεροι υπάλληλοι του Υπουργείου Εφοδιασμού εις τα κατά την προηγουμένην παράγραφον τμήματα των Πλημμελειοδικείων και Εισαγγελιών Αθηνών και Πειραιώς προς ενίσχυσιν της Γραμματείας των Τμημάτων τούτων. Οι ούτω αποσπώμενοι υπάλληλοι έχουσι τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις των δικαστικών υπαλλήλων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.