← Ελλάδα

25. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 136 της 30/30 Σεπτ. 1946 Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 10/11/5/1946 Ν.Δ. "Περί Αγορανομικού Κώ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει, τροποποιεί και συμπληρώνει τον Αγορανομικό Κώδικα του 1946, ο οποίος ρυθμίζει τις τιμές και τα ποσοστά κέρδους σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και τις διαδικασίες ελέγχου και επιβολής των σχετικών διατάξεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
25. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 136 της 30/30 Σεπτ. 1946 Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 10/11/5/1946 Ν.Δ. "Περί Αγορανομικού Κώδικος". Έχοντες υπ’ όψει το ψήφισμα Η΄ της 1 Αυγ. 1946 της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "Περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν ψηφισμάτων και Νομοθετικών Διαταγμάτων κατά την διάρκεια των διακοπών της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής "μετ’ απόφασιν της Επιτροπής εξουσιοδοτήσεως της Βουλής, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον Πρώτον.-Κυρούται το από 10/11/5/1946 Ν.Δ. "Περί Αγορανομικού Κώδικος" δημοσιευθέν εις το υπ’ αριθ. 159 (τεύχος Α΄) Φ.Ε.Κ., ου το κείμενον τροποποιηθέν και συμπληρωθέν έχει ως κατωτέρω: Περί Αγορανομικού Κώδικος Προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Αγορανομικαί διατάξεις Άρθρ.5.-«1.Ο Υπουργός Εμπορίου δύναται να εκδίδη δελτία ανωτάτων τιμών επί αντικειμένων βιοτικών αναγκών, εφ’ όσον δεν εξεδόθη Αγορανομική Διάταξις κατά το άρθρ.1 του παρόντος. Τα δελτία ταύτα ισχύουν από της επομένης της δια του ημερησίου τύπου ανακοινώσεως, δύναται όμως να ορίζηται εν αυτοίς και μεταγενέστερα ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των. Αι υπό των Νομαρχών εκδιδόμεναι εκάστοτε Αγορανομικαί Διατάξεις δημοσιεύονται δια του ημερησίου τοπικού τύπου, η δε έναρξις της ισχύος των άρχεται από της επομένης της δια του εν λόγω τύπου δημοσιεύσεώς των, ελλείψει δε του ως άνω τύπου τοιχοκολλώνται εν τω Νομαρχιακώ και Δημοτικώ Καταστήματι και ετέρω χώρω οριζόμενω δια πράξεως του Νομάρχου, συντασσομένης προς τούτο και σχετικής εκθέσεως η δε ισχύς τούτων εν τη περιπτώσει ταύτη, άρχεται από της επομένης της εις τους εν λόγω χώρους τοιχοκολλήσεώς των. Τα υπό των Νομαρχών εκδιδόμενα εκάστοτε Δελτία Τιμών τοιχοκολλώνται εν τω Νομαρχιακώ και Δημοτικώ Καταστήματι και ετέρω χώρω οριζομένω δια της οικείας πράξεως του Νομάρχου, συντασσομένης προς τούτο και σχετικής εκθέσεως, ή δε ισχύς αυτών, εν τη περιπτώσει ταύτη, άρχεται από της επομένης της εις τους εν λόγω χώρους τοιχοκολλήσεώς των. Αι εν τη παρούση παραγράφω αναφερόμεναι Αγορανομικαί Διατάξεις και Δελτία Τιμών των Νομαρχών δύνανται να ορίζουν ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος των μεταγενεστέραν της επομένης της δια του ημερησίου τύπου δημοσιεύσεως ή της επομένης της τοιχοκολλήσεως». Η παρ.1 αντικατασταθείσα δια του άρθρ.1 παρ.2 Ν.Δ. 61/1973 (κατωτ. αριθ. 39), αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ.3 Νόμ. 802/1978 (κατωτ. αριθ. 44). 2.Ο Υπουργός Εφοδιασμού δύναται να καθορίζη δι’ αποφάσεων αυτού ανώτατα όρια τιμών ή ποσοστά κέρδους επί αντικειμένων βιοτικών αναγκών παραγομένων ή κατεχομένων υπό ωρισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου. Η απόφασις ισχύει από της κοινοποιήσεως αυτής εις τον ενδιαφερόμενον. Άρθρ.63.-1.Κατά την εκδίκασιν αδικήματος προβλεπομένου υπό του παρόντος νόμου δεν απαγορεύεται η εξέτασις ως μάρτυρος του ενεργήσαντος την προανάκρισιν ή άλλην ανακριτικήν πράξιν υπαλλήλου, δύναται δε να καλήται, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ή Εισαγγελέως, προς εξέτασιν ο ενεργήσας την υγειονομικήν, χημικήν, μικροβιολογικήν κλπ. εξέτασιν ή άλλος ειδικός δημόσιος υπάλληλος ή αντιπρόσωπος της δημοσίας υπηρεσίας εις ην ούτος ανήκει. 2.Εν περιπτώσει αναβολής της δίκης το Δικαστήριον ορίζει υποχρεωτικώς εν τη ιδία περί αναβολής αποφάσει, ετέραν ρητήν δικάσιμον εντός δεκαπενθημέρου από την αναβολής άνευ νέας κλητεύσεως των παρόντων κατηγορουμένων και μαρτύρων. Άρθρ.64.-1.Οι παρά τη Αγορανομία υπηρετούντες χημικοί, κτηνίατροι, αστυΐατροι, περιβάλλονται δια την ενέργειαν των ειδικών αυτών αγορανομικών καθηκόντων δια δικαιωμάτων και καθηκόντων ανακριτικού υπαλλήλου. 2.Οι δημόσιοι υπάλληλοι, αρμοδιότητος αγορανομίας, οι κατά τας ειδικάς περί αυτών διατάξεις αρμόδιοι, και πας ανακριτικός υπάλληλος, έχουσι δια την εκτέλεσιν των κατά τον παρόντα Νόμον ειδικών καθηκόντων των δικαίωμα ελευθέρας εισόδου εις πάντας τους κατά το άρθρον 7 παρ.2 του παρόντος Νόμου και 122 του κωδικοποιηθέντος Νόμου 4971 (30-9-41) περί Αστυνομίας Πόλεων τόπους, εργαστήρια, εργοστάσια, πρατήρια και καταστήματα, προς ενέργειαν επιθεωρήσεως και ελέγχου κατά τε την ημέραν και νύκτα (εφ’ όσον κατά την τελευταίαν ταύτην εκτελείται εργασία). Οι αυτοί υπάλληλοι δικαιούνται να ελέγχωσι τα βιβλία και παν έγγραφον σχετιζόμενον με το διεξαγόμενον εμπόριον. (Αντί για τις σελ. 66,001-66,02(α) Σελ. 66,01(β) Τεύχος ΣΤ63-Σελ. 45 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 Άρθρ.65.-(Καταργήθηκε από το άρθρ.2 Νόμ. 1290/1982, (κατωτ. αριθ. 45). Άρθρ.66.-Αι περί ιδιαζούσης και εξαιρετικής δικαιοδοσίας διατάξεις των άρθρων 36-41 της Ποινικής Δικονομίας ή οιουδήποτε άλλου Νόμου, δεν έχουσιν εφαρμογήν επί των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων αδικημάτων, των κατηγορουμένων πάντων, ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών, υπαγομένων εις το Δικαστήριον των πλημμελειοδικών και τας παρά Πλημμελειοδίκαις ανακριτικάς αρχάς. Άρθρ.67.-Όπου εν τη κειμένη νομοθεσία αναφέρεται παραπομπή εις τους νόμους περί αισχροκερδείας και νοθείας, ως τοιούτοι θεωρούνται ο παρών Νόμος, προκειμένου δε περί ποινών τοιαύτοι θεωρούνται αι υπό του παρόντος Νόμου οριζόμεναι. Άρθρ.68.-1.Η εφαρμογή του παρόντος Νόμου ανήκει εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και τον έλεγχον του Υπουργού Εφοδιασμού και των εξ αυτού εξαρτωμένων υπηρεσιών. 2.Δια Διατάγματος, τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου εκδιδομένου, δύνανται να υπαχθώσι και άλλα αντικείμενα εις την αρμοδιότητα του Υπουργού Εφοδιασμού, πλην των προβλεπομένων υπό του παρόντος ή άλλου γενικού ή ειδικού Νόμου. Άρθρ.69.-1.Αι κατά τον παρόντα Νόμον εκδιδόμεναι αποφάσεις του Υπουργού Εφοδιασμού δεν χρήζουν καταχωρήσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Αι απαιτούμεναι πιστώσεις δια την αντιμετώπισιν των κατά τον παρόντα Νόμον δαπανών (περιλαμβανομένων και των γραφικών εξόδων, προμηθείας εργαλείων και λοιπών αντικειμένων δειγματοληψίας και χημικής εξετάσεως, ελέγχου και σφραγίσεως μέτρων και σταθμών) εγγράφονται εν ειδικώ προϋπολογισμώ των εξόδων και Υπουργείου Εφοδιασμού. Τα γραφικά έξοδα των Επιτροπών των υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένων, ως και η αμοιβή των μελών των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων Επιτροπών κανονίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού. Σελ. 66,02(β) Τεύχος ΣΤ63-Σελ. 46 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ Τελικαί διατάξεις Άρθρ.70.-1.Καταργούνται: α)τα Ν.Δ. 699 του 1941 και 1249 του 1942, β)οι νόμοι 127, 383 και 493 του 1943 και οι νόμοι 1459, 1531 και 1820 του 1944, γ)ο αναγκ. νόμος 382 του 1936 περί Αγορανομικού κώδικος, ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως πλήν των άρθρων 60-61 αυτού και ο αναγκ. νόμος 996 του 1937, δ)ο νόμος 702 του 1916, ε)ο νόμος 223 του 1945, ς)το άρθρον 5 παρ.3 του Νομ. Διατάγματος 1690 του 1942 «περί εκμεταλλεύσεως των δασών κλπ.» και το άρθρον 2 του νόμου 482 του 1943 «περί τρόπου εκδικάσεως των δασικών αδικημάτων» μόνον όσον αφορά την αρμοδιότητα των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων, ανθ’ ων καθίστανται αρμόδια τα δικαστήρια των πλημμελειοδικών εφαρμόζοντα τας κοινάς δικονομικάς διατάξεις, ζ)το άρθρον 13 του αν. νόμου 312 του 1945, η)ο αν. νόμος 722 του 1945, θ)το άρθρον 5 του άν. νόμου 710 του 1945, ι)ο αν. νόμος 756 του 1945, των εκκρεμών αναθεωρήσεων θεωρουμένων ως μη ασκηθεισών, ια)το άρθρον 3 του άν. νόμου 1024 του 1946 και ιβ)ο αν. νόμος 514/1945. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 2.Πάσα γενική ή ειδική διάταξις, αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον ή οπωσδήποτε ρυθμίζουσα ή αφορώσα αντικείμενα, περί ων ο παρών νόμος διαλαμβάνει, καταργείται, πλήν: 1)των ειδικών διατάξεων δι’ ων ανατίθεται εις άλλας αρχάς ο καθορισμός ανωτάτης τιμής ή ποσοστού κέρδους επί πωλήσεως ωρισμένων ειδών ή παροχής υπηρεσιών ή ο καθορισμός των όρων ους δέον να πληρώσι τα εις την κατανάλωσιν προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως, και καθ’ ους ειδικώτερον επιτρέπεται η κατεργασία και συντήρησις αυτών προς προφύλαξιν της δημοσίας υγείας και αποφυγήν απάτης των αγοραστών, 2)των αφορωσών οπωσδήποτε εις αντικείμενα αρμοδιότητος ετέρου Υπουργείου και αίτινες άπασαι διατηρούνται εν ισχύϊ. 3.Δεν θίγονται δια του παρόντος Νόμου αι διατάξεις: α)του Νόμου 378/45, β)της υπ’ αριθ. 57/1945 Συντ. Πράξεως, γ)της υπ’ αριθ. 79/1946 Συντ. Πράξεως, δ)του Α.Ν. 755/1945 και ε)του Α.Ν. 1030/1945. 4.Άπαντα τα τουριστικά επαγγέλματα υπάγονται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα και δικαιοδοσίαν του Υπουργείου Εφοδιασμού δια παν αντικείμενον προβλεπόμενον ή οπωσδήποτε ρυθμιζόμενον υπό του παρόντος νόμου καταργουμένης πάσης αντιθέτου διατάξεως. 5.Αι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου εν ισχύϊ πάσης φύσεως διατάξεις αγορανομικού περιεχομένου, εκδοθείσαι υπό του Υπουργού Εφοδιασμού ή άλλων αρμοδίων οργάνων κατά τας διατάξεις του υπ’ αριθ. 382/1936 Αν. Νόμου «περί Αγορανομικού Κώδικος», ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια νεωτέρων Νόμων, διατηρούνται εν ισχύϊ, εφ’ όσον αύται δεν αντίκεινται εις τον παρόντα Νόμον, επί τετράμηνον από της κυρώσεως του παρόντος Νόμου, μετά την παρέλευσιν του οποίου αποβάλλουσιν την ισχύν των. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.71.-Αι εκκρεμείς ενώπιον των κατά το άρθρον 29 του Ν.Δ. 1249 ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 20 του νόμου 493 του 1943, ειδικών ανακριτών υποθέσεις διαβιβάζονται άμα τη ενάρξει της ισχύος του παρόντος εις τον παρά πλημμελειοδίκαις Εισαγγελέα, όστις ενεργεί περαιτέρω κατά το άρθρον 85 του παρόντος. Η προφυλάκισις των κατηγορουμένων συνεχίζεται μέχρις εκδικάσεως της κατηγορίας, εκτός εάν ήθελε διακοπή κατά το άρθρον 228 Ποιν. Δικονομίας ή διαταχθή η επ’ εγγυήσει απόλυσις του κατηγορουμένου, κατά τας σχετικάς διατάξεις της αυτής Δικονομίας. Άρθρ.6.-Ο Υπουργός του Εφοδιασμού δύναται να αναθέτη την άσκησιν των κατά τον παρόντα νόμον αρμοδιοτήτων αυτού εν όλω ή εν μέρει εις Γενικούς Διοικητάς, Διοικητάς, Νομάρχας, Επάρχους, Αγορανομικάς Επιτροπάς και εις αστυνομικάς αρχάς. (Αντί για τη σελ.50,01(α) Σελ.50,01(β) Τεύχος 1275-Σελ.1 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Αγορανομικαί Επιτροπαί Η Κεντρική Αγορανομική Επιτροπή που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 136/1946 σε συνδυασμό με το Π.Δ. 397/88, καταργήθηκε από την περίπτ. 6, της παρ. Γ΄ του άρθρ.5 της Β3-340/26 Αυγ.-4 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 552) απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβ. και Εμπορίου, τόμ. 13Β, σελ.772,27. Άρθρ.72.-1.Αι εκκρεμείς ενώπιον των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων και του εν Κρήτη Εφετείου (νόμος 127 του 1943) υποθέσεις εισάγονται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων πλημμελειοδικών δια κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως. Ενώπιον αυτών εισάγονται επίσης οι εκκρεμείς ανακοπαί κατά των αποφάσεων των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων. Τα Δικαστήρια των πλημμελειοδικών εφαρμόζουσι τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εφ’ όσον αύται είναι επιεικέστεραι. 2.Κατά των ερήμην καταδικαστικών αποφάσεων των Ανωτέρων Αγορανομικών Δικαστηρίων, και αυτών έτι των αμετακλήτων καταστασών επιτρέπεται εφ’ όσον δεν εξετίθη η δι’ αυτών επιβληθείσα περιοριστική της ελευθερίας ποινή, ανακοπή κατά τα άρθρα 338-340 Ποινικής Δικονομίας εντός 20 ημερών από της ισχύος του παρόντος, συντασσομένης εκθέσεως ενώπιον του γραμματέως των πλημμελειοδικών. Η ανακοπή εισάγεται προς συζήτησιν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου πλημμελειοδικών την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας δέκα από της ασκήσεως αυτής. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνον αίτησις αναιρέσεως κατά τα εν τη Ποιν. Δικονομία ωρισμένα. Ο από της δημοσιεύσεως της ερήμην αποφάσεως μέχρι της υπό του δικαστηρίου των πλημμελειοδικών εκδικάσεως της ανακοπής διαδρομών χρόνος, δεν υπολογίζεται εις τον υπό του άρθρου 77 οριζόμενον χρόνον παραγραφής. Άρθρ.73.-1.Επί των αμετακλήτως προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου καταδικασθέντων δια παραβάσεις των δια του άρθρου 70 καταργουμένων διατάξεων εις εγκληματικήν ποινήν, εφ’ όσον τας παραβάσεις ταύτας ο παρών νόμος ή άλλη ποινική διάταξις τιμωρεί δια ποινής φυλακίσεως ή και χρηματικής, το δικαστήριον των πλημμελειοδικών του τόπου της εκτίσεως της ποινής, μετά προηγουμένην κλήτευσιν του καταδικασθέντος, προσδιορίζει το μέγεθος της εκτιτέας ποινής κατά τας διατάξεις τας προβλεπούσας την επανορθωτικήν ποινήν. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Της προσδιορισθείσης ποινής επιτρέπεται η μετατροπή εις χρηματικήν. 2.Εάν η πράξις εφ’ η κατεδικάσθη τις αμετακλήτως κατ’ εφαρμογήν των δια του άρθρου 70 καταργουμένων διατάξεων, δεν προβλέπεται υπό του παρόντος νόμου ή άλλης ποινικής διατάξεως, ο καταδικασθείς απολύεται άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εκ των φυλακών, διαταγή του εισαγγελέως των πλημμελειοδικών του τόπου της εκτίσεως της ποινής. Πάσαν αμφισβήτησιν ή αμφιβολίαν λύει το συμβούλιον των πλημμελειοδικών, κατά του βουλεύματος του οποίου επιτρέπεται μόνον Σελ. 67 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 αίτησις αναιρέσεως κατά τας σχετικάς διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Άρθρ.74.-1.Πάσα λεπτομέρεια αφορώσα την εκτέλεσιν του παρόντος νόμου και παν έτερον συναφές αντικείμενον ρυθμίζεται δια Β. Διαταγμάτων προτάσει του Υπουργού Εφοδιασμού εκδιδομένων. 2.Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται μετά είκοσιν ημέρας από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρον δεύτερον.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εις το Ημέτερον Υπουργικόν Συμβούλιον ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. Άρθρ.7.-1.Εις την έδραν εκάστου Πρωτοδικείου συνιστώνται Επιτροπαί, ων η αρμοδιότης και δικαιοδοσία εκτείνεται εντός της περιφερείας του οικείου Πρωτοδικείου, συντιθέμεναι κατά τας εν τω επομένω άρθρω διατάξεις. Αι επιτροπαί αύται καθορίζουσι δι’ αγορανομικών διατάξεων ανωτάτας τιμάς ή ποσοστά κέρδους: α)επί της χονδρικής, ημιχονδρικής και λιανικής πωλήσεως αντικειμένων βιοτικών αναγκών εν γένει, β)των πάσης φύσεως παροχών, των οπωσδήποτε εξυπηρετουσών βιοτικάς ανάγκας, γ)ξενοδοχείων φαγητού και λοιπών καταστημάτων. Ως κατάστημα νοείται πας περίκλειστος ή αναπεπταμένος τόπος εις ον γίνεται δεκτόν το κοινόν και ένθα παρασκευάζεται ή παρέχεται οιονδήποτε είδος τροφής ή ποτού ή άλλης τινός βιωτικής ανάγκης. Υπό τον όρον τούτον περιλαμβάνονται ιδία αναψυκτήρια, θέατρα, κινηματογράφοι, καφενεία, ζυθοπωλεία, παντοπωλεία, ξενοδοχεία, οικοτροφεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστιατόρια, οινοπνευματοπωλεία, αρτοποιεία, γαλακτοπωλεία, μαγειρεία, οινομαγειρεία, και πάντα τα παρόμοια καταστήματα, πρατήρια, εργαστήρια και εργοστάσια ως και δημόσια κέντρα πάσης φύσεως (οπουδήποτε λειτουργούντα και επί μεταφορικών μέσων έτι). 2.Αι κατά το παρόν άρθρον Επιτροπαί, ή υποεπιτροπαί, εκ των μελών των συνιστάμεναι, δύνανται να συντάσσωσι δελτία τιμών επί παντός είδους τροφίμων και άλλων ειδών βιωτικών αναγκών. Τα δελτία ταύτα τοιχοκολλούνται κατά τα εν άρθροις 12 και 16 παρ.3 του παρόντος νόμου οριζόμενα. 3.Αι ως άνω Επιτροπαί έργον έχουσιν επίσης όπως γνωμοδοτώσιν εάν, εν περιπτώσει καθ’ ην δεν υφίσταται καθωρισμένη ανωτάτη τιμή ή ανώτατον ποσοστόν κέρδους κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, απεκτήθη ή επεδιώχθη υπερβολικόν κέρδος κατά το άρθρον 30 παρ.1 του παρόντος Νόμου και συμφώνως προς τα εν αυτή αναφερόμενα κριτήρια. Αι αποφάσεις των Επιτροπών τούτων έχουσιν ισχύν απλής γνωμοδοτήσεως συνεκτιμωμένης μετά των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Αι Επιτροπαί δικαιούνται να προβαίνωσιν εις πάσαν έρευναν και να αιτώνται την προσαγωγήν παντός στοιχείου, χρησίμου δια το έργον των. Δικασταί μετασχόντες της Σελ.50,02(β) Τεύχος 1275-Σελ.2 Επιτροπής ως γνωμοδοτικής δεν δύνανται να μετάσχωσι της συνθέσεως του δικάζοντος το υπερβολικόν κέρδος δικαστηρίου. Αι Επιτροπαί υποχρεούνται , όπως εντός δεκαπενθημέρου το βραδύτερον από της παραλαβής της σχετικής αιτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως γνωμοδοτώσιν επί των τιθεμένων αυταίς ερωτημάτων. Προς τούτο ο Πρόεδρος της Επιτροπής υποχρεούται αμελλητί να συγκαλέση ταύτην. Άρθρ.8.-Αι κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου συνιστώμενοι Επιτροπαί συντίθενται ως εξής: Α΄.Δια την περιφέρειαν των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς συνιστάται ενιαία Επιτροπή εδρεύουσα εν Αθήναις, ήτις αποτελείται: Η σύνθεσις αυτής ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 6901/1953 απόφ. Υπ. Εμπ. (κατωτ. σελ. 68,01). Η επιτροπή αύτη διετηρήθη δια του άρθρ.23 Β.Δ. 866 της 28/30 Δεκ. 1960 περί Οργανισμού Υπ. Εμπορίου (τόμ. 13Α σελ. 766,01) και δια του άρθρ.1 παρ.2 Β.Δ.458 της 29/31 Μαΐου 1965 (τόμ. 13Α σελ. 778,09) ένθα και καθορίζεται η σύνθεσις ταύτης. Γραμματεύς της Επιτροπής ταύτης ορίζεται υπό του Προέδρου είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εφοδιασμού. Η Επιτροπή συνεδριάζει εν τω καταστήματι του Υπουργείου και ευρίσκεται εν απαρτία όταν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Β΄.1.Δια τας περιφερείας των λοιπών Πρωτοδικείων, αι επιτροπαί αποτελούνται: α)Εξ ενός Εφέτου ως Προέδρου, εάν υπάρχη Εφετείον εν τη έδρα του Πρωτοδικείου, οριζομένου, ως και του αναπληρωτού του, κατά τας κειμένας διατάξεις, άλλως εκ του Προέδρου των Πρωτοδικών. β)Εκ του παρά τω Ειδικώ Αγορανομικώ Τμήματι της Εισαγγελίας Εισαγγελέως, όπου δε δεν λειτουργεί τοιούτο εκ του Εισαγγελέως των Πρωτοδικών. γ)Εκ του Διοικητού της Χωροφυλακής, όπου δε υπάρχει Αστυνομία Πόλεων εκ του Διευθυντού της Αστυνομίας. δ)Εκ του προϊσταμένου του Παραρτήματος του Γενικού Χημείου του Κράτους. ε)Εκ του Προϊσταμένου της Γεωργικής υπηρεσίας. ς)Εκ του Προϊσταμένου του Γραφείου Εφοδιασμού. ζ)Εξ ενός αντιπροσώπου του Εμπορικού και βιομηχανικού Επιμελητηρίου. η)Εξ ενός αντιπροσώπου του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου. θ)Εξ ενός αντιπροσώπου του Εργατικού Κέντρου, εν ελλείψει δε τοιούτου της πολυμελεστέρας εργατικής οργανώσεως. 2.Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου υπάρχη Περιφερειακόν Εμπορικόν και Βιομηχανικόν Επιμελητήριον, της Επιτροπής μετέχει αντιπρόσωπος τούτου, όπου δε δεν υπάρχει ούτε τοιούτον Επιμελητήριον, της Επιτροπής μετέχει αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συλλόγου. 3.Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου υπάρχουσιν ιδιαίτερα Επιμελητήρια, Επαγγελματικόν και Βιοτεχνικόν, της Επιτροπής μετέχουσιν ανά είς αντιπρόσωπος εκατέρου των Επιμελητηρίων τούτων. Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου υπάρχη Τοπικόν Τμήμα του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου, μετέχει της Επιτροπής αντιπρόσωπος τούτου. Όπου δε δεν υπάρχει ούτε τοιούτον Τμήμα, της Επιτροπής μετέχει αντιπρόσωπος της οικείας οργανώσεως των επαγγελματιών και βιοτεχνών. 4.Τα εκ δημοσίων υπαλλήλων μέλη της Επιτροπής αναπληρούσιν οι νόμιμοι αναπληρωταί των. Εάν εις την έδραν του Πρωτοδικείου δεν εδρεύουν οι υπό στοιχ. δ΄, ε΄και ς΄ της παρ.1 δημόσιαι υπηρεσίαι, ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει αντί τούτων άλλους δημοσίους υπαλλήλους ως και τους αναπληρωτάς αυτών. Οι αντιπρόσωποι των επαγγελματικών τάξεων, ως και οι αναπληρωταί τούτων, ορίζονται εντός ευλόγου προθεσμίας τασσομένης υπό του Προέδρου, υπό των οικείων συμβουλίων, όπου δε δεν υπάρχουσι σχετικαί οργανώσεις ή εν περιπτώσει παρελεύσεως απράκτου της ταχθείσης δια τον διορισμόν προθεσμίας, τον αντιπρόσωπον εκάστης τάξεως ως και τον αναπληρωτήν αυτού ορίζει ο Πρόεδρος της Επιτροπής. 5.Εν περιπτώσει καθ’ ην μετέχουσι της Επιτροπής Πρωτοδίκης και Αντιεισαγγελεύς Πρωτοδικών, της Επιτροπής προεδρεύει ο Πρωτοδίκης. 6.Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί δημόσιος υπάλληλος οριζόμενος υπό του Προέδρου αυτής, όστις ορίζει και τον αναπληρωτήν αυτού. 7.Αι επιτροπαί συνέρχονται άπαξ τουλάχιστον της εβδομάδος καθ’ ημέραν και ώραν οριζομένην υπό του Προέδρου, κατόπιν σχετικής προσκλήσεως αυτού. Αποφασίζουσιν όταν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων, αι δε αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Άρθρ.9.-Αι Αγορανομικαί διατάξεις της εν Αθήναις Επιτροπής υποβάλλονται δια του Προέδρου αυτής εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού άμα τη εκδόσει των. Αι αγορανομικαί διατάξεις των Επιτροπών των περιφερειών των υπαγομένων εις Γενικάς Διοικήσεις υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τους αρμοδίους Γενικούς Διοικητάς, εφ’ όσον ασκούσιν εν τω θέματι τούτω τα ανωτέρω δικαιώματα του Υπουργού Εφοδιασμού, κατά το άρθρον 6 του παρόντος νόμου, άλλως αύται ως και των λοιπών πόλεων υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού. Άρθρ.10.-1.Συνιστάται εν τη περιφερεία των Πρωτοδικείων Αθηνών-Πειραιώς Ειδική Αγορανομική Επιτροπή καθορισμού ανωτάτης τιμής ή ποσοστού κέρδους επί των αλεύρων και άρτου συντιθεμένη: α)εκ του Γενικού Γραμματέως του Υπουργείου Εφοδιασμού, ως Προέδρου, β)του Διευθυντού της Δ/σεως Άρτου του Υπουργείου Εφοδιασμού, γ)του Διευθυντού της Δ/σεως Δικαστικού του Υπουργείου Εφοδιασμού, δ)του Γενικού Επόπτου Αγορανομίας, ε)ενός Χημικού οριζομένου υπό του Υπουργείου Εφοδιασμού, ς)ενός αντιπροσώπου του Συνδέσμου Αλευροβιομηχάνων της Ελλάδος, ζ)ενός αντιπροσώπου της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Αθηνών, η)ενός αντιπροσώπου της Συντεχνίας Αρτοποιών Αθηνών, και θ)ενός αντιπροσώπου των αρτεργατών οριζομένου υπό του Υπουργού Εφοδιασμού. 2.Τον πρόεδρον κωλυόμενον αναπληροί ο κατά βαθμόν ανώτερος των δημοσίων υπαλλήλων μελών της Επιτροπής. Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί είς εκ των μονίμων υπαλλήλων του Υπουργείου Εφοδιασμού, οριζόμενος ως και ο αναπληρωτής του, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού. Σελ.51 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 3.Τα υπό στοιχεία ε΄, ς΄ και η΄ μέλη της Επιτροπής, ως και οι αναπληρωταί τούτων, ορίζονται εκάστοτε υπό των οικείων οργανώσεων. 4.Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία, όταν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων, των αποφάσεων λαμβανομένων κατά πλειοψηφίαν, της ψήφου του Προέδρου νικώσης εν περιπτώσει ισοψηφίας. 5.Η κατά το παρόν άρθρον αρμοδιότης της Ειδικής Αγορανομικής Επιτροπής ασκείται εις τα εκτός της περιφερείας των Πρωτοδικείων Αθηνών-Πειραιώς περιφερείας, υπό των κατά τόπους Αγορανομικών Επιτροπών. Άρθρ.11.-1.Αι κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπαί υποχρεούνται να συνυπολογίζωσιν εις τα αλεστικά έξοδα και τας υπέρ των ταμείων ασφαλίσεως μυλεργατών και αρτεργατών εν τοις οικείοις νόμοις οριζομένας εισφοράς, εκ του τυχόν δε μη γενομένου συνυπολογισμού ουδέν γεννάται δικαίωμα προς αποφυγήν της καταβολής των εισφορών τούτων, υποχρεωμένου του αλευροβιομηχάνου να συνυπολογίζει ταύτας κατά τον καθορισμόν της τιμής πωλήσεως των αλεύρων. Εν περιπτώσει άρσεως της διατιμήσεως του άρτου, συνεχίζεται η καταβολή εις τα Ταμεία ασφαλίσεως μυλεργατών και ασφαλίσεως αρτεργατών των υπέρ αυτών κατά τας κειμένας διατάξεις πόρων. 2.Η κατά τα ανωτέρω μη τήρησις των επιβαλλομένων εις τους αλευροβιομηχάνους υποχρεώσεων τιμωρείται με τας εν άρθρω 30 του παρόντος νόμου ποινάς. Άρθρ.12.-Αι Αγορανομικαί διατάξεις, της μεν Επιτροπής Αθηνών και Πειραιώς δημοσιεύονται εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως, των δε Γενικών Διοικητών, Νομαρχών, ως και των λοιπών Επιτροπών τοιχοκολλώνται εν τω Καταστήματι της Γενικής Διοικήσεως, Νομαρχίας ή του Δημαρχείου της πόλεως ένθα εδρεύει η οικεία επιτροπή και ισχύουσιν από της τοιαύτης δημοσιεύσεως ή τοιχοκολλήσεως αυτών. Άρθρ.1.-1.Δι’ αγορανομικών διατάξεων, εκδιδομένων υπό του Υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να ρυθμίζωνται γενικώς μεν παν μέτρον δια τον κανονισμόν των τιμών αντικειμένων και παροχών παντός είδους, ως και δια την επάρκειαν ειδών βιωτικών αναγκών, ιδία δε: α)Αι σχέσεις παραγωγής, διανομής και καταναλώσεως. β)Τα της οργανώσεως και προστασίας της καταναλώσεως, επίσης δε και τα των μεταφορών από των τόπων της παραγωγής μέχρι των τόπων της καταναλώσεως. γ)Οι όροι, ους δέον να πληρώσι τα αντικείμενα των βιωτικών αναγκών, ο έλεγχος της ποιότητος αυτών και τα κατά της νοθείας του των μέτρα. (Αντί της σελ.47) Σελ.47(α) Τεύχος 677-Σελ. 11 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.22-25 «δ)Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας (δραχμικόν κέρδος), επί πωλήσεως χονδρικής και λιανικής, αντικειμένων βιοτικών αναγκών. ε)Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας (δραχμικόν κέρδος) επί παροχών πάσης φύσεως εξυπηρετουσών αμέσως ή εμμέσως βιοτικάς ανάγκας. Αι περιπτ. δ΄ και ε΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ.6 Νόμ. 802/1978 (κατωτ. αριθ. 44). ς)Τα της απαγορεύσεως μεταφοράς από μιας περιφερείας εις άλλην εγχωρίων ή εκ του εξωτερικού εισαγομένων ειδών, τα της επιβολής παρακρατήματος επί τούτων, ως και έτερα συναφή μέτρα επιβαλλόμενα εκ γενικωτέρου συμφέροντος ή τοπικών αναγκών. ζ)Τα της απαγορεύσεως ή περιορισμού πωλήσεως και καταναλώσεως ωρισμένων ειδών βιωτικών αναγκών, τα της αναπληρώσεως ελλειπόντων τοιούτων και αντικαταστάσεως αυτών δι’ άλλων ομοειδών ή αναλόγων, τα του περιορισμού του αριθμού των εις τα εστιατόρια και παρόμοια καταστήματα παρασκευαζομένων φαγητών και τα συστατικά και η περιεκτηκότης εκάστου είδους, ως και το ποσόν της εξ εκάστου τούτων παρεχομένης μερίδος. η)Μετ’ έγκρισιν του Υπουργικού Συμβουλίου τα της απαγορεύσεως ή περιορισμού της εξαγωγής ειδών εις το εξωτερικόν καθόλου ή εν μέρει και καθ’ ας περιπτώσεις εκ των κειμένων διατάξεων δεν απαγορεύεται η εξαγωγή. θ)Καθ’ όλην την Χώραν ή καθ’ ωρισμένας περιφερείας: 1)αι ποιότητες των αλεύρων και του άρτου, αίτινες φέρονται εις την κατανάλωσιν και τα διακριτικά τούτων γνωρίσματα, 2)αι ποιότητες του άρτου εκ μίγματος αλεύρων εκ σίτου και αλεύρων εξ άλλων δημητριακών καρπών κατ’ αναλογίαν οριζομένην δια της αυτής διατάξεως ή ιδία ποιότης άρτου δια τα άτομα δια τα οποία ενδείκνυται η χρήσις τοιούτου άρτου εκ λόγων υγείας. ι)Τα του τόπου και του τρόπου πωλήσεως και αποθηκεύσεως αντικειμένων βιωτικών αναγκών και αι σχετικαί υποχρεώσεις των ιδιοκτητών ή κατόχων τοιούτων ειδών και του προσωπικού αυτών. ια)Τα της κατατάξεως εις κατηγορίας προς καθορισμό ανωτάτης τιμής ή ποσοστού κέρδους των εστιατορίων, ζαχαροπλαστείων και παντός εν γένει εργοστασίου, εργαστηρίου ή καταστήματος παρασκευάζοντος ή πωλούντος τρόφιμα και ποτά και παντός δημοσίου κέντρου ή καταστήματος εις εξυπηρέτησιν του κοινού προωρισμένου, αναλόγως της φορολογικής κλάσεως εις ην υπάγονται τούτα ή επί τη βάσει άλλων στοιχείων οικονομικών, εμφανίσεως, πελατείας κλπ. η ανωτάτη τιμή ή ποσοστόν Σελ.48(α) Τεύχος 677-Σελ.12 κέρδους επί των υπό τούτων πωλουμένων ειδών ή παρεχομένων υπηρεσιών, ως και το τυχόν εις το προσωπικόν αυτών παρεχόμενον φιλοδώρημα. ιβ)Τα κόμιστρα μεταφοράς προσώπων ή πραγμάτων δι’ οιουδήποτε μεταφορικού μέσου. ιγ)Αι μεταξύ παραγωγών, εμπόρων χονδρικής, ημιχονδρικής πωλήσεως και εμπόρων λιανικής πωλήσεως αγοραπωλησίαι. ιδ)Αι απαγορεύσεις προαγορών επί παντός είδους αντικειμένων βιωτικών αναγκών και τα της περαιτέρω εκτελέσεως των προ των σχετικών αγορανομικών διατάξεων συναφθεισών τοιούτων συμβάσεων. ιε)Τα του ελέγχου των μέτρων και σταθμών και τα του καθορισμού των απαιτουμένων μέτρων προς πρόληψιν εξαπατήσεως του κοινού. «ις΄.Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας (δραχμικόν κέρδος) επί πωλήσεως χονδρικής ή λιανικής αντικειμένων βιοτικών αναγκών ή αι ανώταται τιμαί παροχής υπηρεσιών, κατά κλάδους ομοειδών επιχειρήσεων, τούτων συναγομένων βάσει των εφαρμοσθεισών υπ’ αυτών τούτων των επιχειρήσεων, κατά περίπτωσιν, τιμών κατά προγενέστερον της εκδηλώσεως του ρυθμιστικού μέτρου χρονικόν διάστημα». Η περίπτ. ις΄ προσετέθη δια του άρθρ.7 Νόμ. 802/1978. 2.Ομοίως, επιτρέπεται, όπως προς διατήρησιν της τιμής του άρτου κανονίζωνται εκάστοτε δι’ αγορανομικών διατάξεων: α)Τα είδη, αι ποσότητες και η αναλογία του εισαγομένου και του αλεθομένου σίτου, η εξ εγχωρίου σίτου ειδική παρασκευή αλεύρων δια ζυμαρικά, ζαχαροπλαστικήν και αλευροποιΐαν πολυτελείας δι’ ειδικών αλευρομύλων. β)Η παρασκευή ειδικού άρτου δια διαιτητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. γ)Τα της παρασκευής και καταναλώσεως σταφιδοψώμου, αι σχετικαί υποχρεώσεις αρτοποιών και κοινού και παν συναφές αντικείμενον. Καθ’ όμοιον τρόπον ορίζονται αι υποχρεώσεις των αλευροβιομηχάνων και αρτοποιών, ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα τα αντικείμενα, περί ων διαλαμβάνει η παρούσα παράγραφος. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας Άρθρ.13.-Αι Αγορανομικαί Επιτροπαί υποχρεούνται να καλώσιν αντιπροσώπους των ενδιαφερομένων επαγγελματιών, όπως εκθέτωσι προφορικώς ή εγγράφως τας απόψεις των επί των θεμάτων, ων αύται επιλαμβάνονται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Άρθρ.14.-1.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να συσταθώσιν Αγορανομικαί Επιτροπαί και εις τας έδρας των Ειρηνοδικείων ένθα δεν εδρεύουσι Πρωτοδικεία. Σελ.52 2.Αι τοπικαί αύται Επιτροπαί συντίθεται ως εξής: α)Εκ του Επάρχου, εις ας έδρας Ειρηνοδικείων υφίσταται τοιούτος, β)εκ του Ειρηνοδίκου, γ)εκ του Οικ. Εφόρου, δ)εκ του αστυνόμου, ε)εξ ενός καθηγητού των Φυσικομαθηματικών του εν τη ιδία πόλει εδρεύοντος Γυμνασίου ή εν ελλείψει ή κωλύματι τοιούτου, ετέρου σχολείου δημοσίου εν τη ιδία πόλει εδρεύοντος, οριζομένου υπό του κατά το παρόν άρθρον Προέδρου της Επιτροπής, ς)ενός δημοτικού ή κοινοτικού συμβούλου της έδρας του Ειρηνοδικείου οριζομένου υπό του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού Συμβουλίου, ζ)ενός αντιπροσώπου εκ των μελών εκάστης των εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου οργανώσεων εμπορικής, επαγγελματικής, γεωργικής και εργατικής. 3.Τα υπό στοιχεία Ζ΄ μέλη της Επιτροπής, ως και ανά δύο αναπληρωταί εκάστου τούτων, ορίζονται καθ’ ημερολογιακόν έτος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της οικείας οργανώσεως. Εάν εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου υπάρχωσιν εν δράσει πλείονες της μιας οργανώσεις εκάστης τάξεως, ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει την οργάνωσιν, ήτις θα αντιπροσωπευθή εν τη Επιτροπή. Εν η περιπτώσει δεν υπάρχει οργάνωσις τάξεώς τινος ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει ένα ιδιώτην εκ της τάξεως ταύτης. 4.Χρέη Προέδρου της Επιτροπής εκτελεί ο Έπαρχος, εν ελλείψει δε Επάρχου ο Ειρηνοδίκης. Τον Ειρηνοδίκην ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εν τη προεδρία εις αμφοτέρας τας ως άνω περιπτώσεις είς εκ των δημοσίων υπαλλήλων μελών της Επιτροπής, οριζόμενος υπό του Νομάρχου, μέχρι δε ορισμού τοιούτου ο κατά βαθμόν ανώτερος τούτων και επί ομοιοβάθμων ο αρχαιότερος. 5.Εις ας πόλεις εδρεύει Νομαρχία μετέχει της κατά το παρόν άρθρον Επιτροπής ο Νομάρχης ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Εν τη περιπτώσει ταύτη προεδρεύει της Επιτροπής ο Νομάρχης ή ο αναπληρωτής τούτου, εφ’ όσον έχει βαθμόν τουλάχιστον τμηματάρχου. 6.Προκειμένου η Επιτροπή να επιληφθεί προϊόντων γεωργικών, κτηνοτροφικών ή δασικών μετέχει ταύτης κατά λόγον αρμοδιότητος ο εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου τυχόν εδρεύων προϊστάμενος της οικείας Γεωργικής ή Κτηνιατρικής ή της Δασικής Υπηρεσίας. 7.Χρέη γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί ο γραμματεύς του Ειρηνοδικείου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Η Επιτροπή εν τοσούτω δύναται να ορίση άλλον δημόσιον υπάλληλον ως γραμματέα αυτής. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 8.Τα εκ του νόμου μέλη της Επιτροπής ελλείποντα ή απόντα ή κωλυόμενα αναπληρούνται υπό των νομίμων αναπληρωτών των. Άρθρ.15.-Εις ας πόλεις δεν εδρεύει ούτε Πρωτοδικείον ούτε Ειρηνοδικείον, δύνανται να συσταθώσιν Αγορανομικαί Επιτροπαί δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού, δι’ ης ορίζεται και η σύνθεσις αυτών. Άρθρ.16.-1.Σκοπός της συστάσεως και λειτουργίας των κατά τα άρθρα 14 και 15 τοπικών αυτών επιτροπών είναι ο δια τας Αγορανομικάς Επιτροπάς εν γένει κατά τα προηγούμενα άρθρα καθοριζόμενος, επί πλέον δε και η κατά μήνα λεπτομερής καταγραφή πάσης υπαρχούσης ποσότητος εις την περιφέρειαν του Ειρηνοδικείου, και ειδικώς εις ένα έκαστον των τόπων της παραγωγής και εις χείρας των παραγωγών και κατόχων, εκάστου είδους βιωτικών αναγκών. 2.Αι κατά τα άρθρα 14 και 15 Επιτροπαί συνεδριάζουν προσκλήσει του Προέδρου εν τω γραφείω αυτού, ή εν άλλω δημοσίω καταστήματι οριζομένω υπ’ αυτού, ευρίσκονται εν απαρτία εάν οι παρόντες είναι πλείονες των απόντων και αποφασίζουν κατά πλειοψηφίαν των παρόντων, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. 3.Αι αγορανομικαί διατάξεις των κατά τα άρθρα 14 και 15 Επιτροπών ισχύουσιν από της τοιχοκολλήσεως εις το κατάστημα του Επάρχου ή του Ειρηνοδικείου ή της Κοινότητος και υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τον Πρόεδρον της οικείας πρωτοδικειακής Επιτροπής προς έγκρισιν. Άρθρ.17.-1.Τα πρακτικά των συνεδριάσων των κατά τον παρόντα νόμον Επιτροπών εισίν έγκυρα εάν φέρωσι τας υπογραφάς του απαιτουμένου δια την συγκρότησιν της νομίμου απαρτίας αριθμού μελών. Εάν μέλος τι αρνηθή να υπογράψη τα πρακτικά βεβαιούται τούτο εν αυτοίς. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα πρακτικά εισίν έγκυρα, εφ’ όσον είναι υπογεγραμμένα υπό της πλειοψηφίας. 2.Αι λεπτομέρειαι της λειτουργίας των ιδίων Επιτροπών τα δικαιώματα και καθήκοντα των Προέδρων των μελών και των γραμματέων τούτων και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα ταύτας, ρυθμίζεται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού. 3.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού δύναται να συνιστώνται επιτροπαί προς μελέτην αντικειμένων αγορανομικών. «4.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού και Διανομών εκδιδομένων κατόπιν συμφώνου γνώμης του κατά τα Ν.Δ. 666/48 Ανωτάτου Συμβουλίου Εφοδιασμού και Διανομών, δύναται να τροποποιήται η σύνθεσις των κατά τα άρθρ.7-16 του παρόντος Νόμου Επιτροπών». Η παρ.4 προσετέθη δια του άρθρ.2 Α.Ν. 782/1948 (κατωτ. αρ. 26). Άρθρ.18.-Ο Υπουργός Εφοδιασμού δικαιούται να προεδρεύει κατ’ οικείαν κρίσιν των Αγορανομικών Επιτροπών. Άρθρ.19.-Άπασαι αι αγορανομικαί διατάξεις υποβάλλονται άμα τη εκδόσει των εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού δικαιούμενον ν’ αναστέλλη την εφαρμογήν αυτών, ν’ ακυροί, καταργή ή τροποποιή ταύτας δι’ αποφάσεών του, ως και να προκαλή την έκδοσιν νέων τοιούτων. Άρθρ.20.-Η διάταξις του προηγουμένου άρθρου έχει εφαρμογήν και επί των κατά το άρθρον 6 εκδιδομένων πράξεων, αποφάσεων και αγορανομικών διατάξεων κατ’ εξουσιοδότησιν του Υπουργού Εφοδιασμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Λαϊκαί Αγοραί Άρθρ.21.-1.Επιτρέπεται, όπως δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού συνιστώνται και διαλύωνται λαϊκαί αγοραί καθ’ άπαν το Κράτος. 2.Αι λαϊκαί αγοραί υπάγονται εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και τον έλεγχον του Υπουργού Εφοδιασμού. 3.Τα της λειτουργίας των λαϊκών αγορών ως και παν έτερον αντικείμενον αφορών ταύτας ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εφοδιασμού. 4.»Εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και αι λαϊκαί αγοραί αι λειτουργούσαι κατ’ έθιμον υπό την μορφήν παζαρίου καθ’ εκάστην Κυριακήν ή άλλην ημέραν της εβδομάδος εις τους Δήμους ή τας Κοινότητας της Επικρατείας». Η παρ.4 προσετέθη δια του Νόμ. 3255/1955. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Δεσμεύσεις-Επιτάξεις Δεσμεύσεις Άρθρ.22.-1.Ο Υπουργός Εφοδιασμού δύναται δι’ αγορανομικών αυτού διατάξεων: α)Να υποχρεώνη πάντα βιομήχανον, βιοτέχνην, παραγωγόν και γενικώς κάτοχον ειδών βιωτικών αναγκών, όπως υποβάλη δήλωσιν περί πάντων των υπ’ αυτού παραγομένων ή κατεχομένων ειδών, β)Να απαγορεύη την ελευθέραν διάθεσιν αυτών, γ)να ορίζη τα του τρόπου διαθέσεως των κατά το παρόν άρθρον δεσμευομένων ειδών. Ο κάτοχος του είδους του οποίου απηγορεύθη η ελευθέρα διάθεσις οφείλει να τηρή αυτό εν καλή καταστάσει και να λαμβάνη πάντα τα προς τούτο απαιτούμενα μέτρα. Εάν ο κάτοχος δεν λάβη τα προσήκοντα μέτρα δύναται η Αστυνομική Αρχή, τη εντολή του Υπουργού Εφοδιασμού ή της αρμοδίας Αγορανομικής Επιτροπής, να διατάξη την (Αντί της σελ. 53) Σελ. 53(α) Ν-15 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 δια τρίτου εκτέλεσιν των αναγκαίων έργων δαπάναις του κατόχου. 2.Προκειμένου περί δεσμεύσεως ειδών βιωτικών αναγκών παραγομένων ή κατεχομένων υπό ωρισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου ή κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρέωσις προς δήλωσιν, δέσμευσις και διάθεσις του είδους δύναται να ενεργήται και δι’ αποφάσεως του Υπουργού, ισχυούσης από της κοινοποιήσεως αυτής εις τον ενδιαφερόμενον. Επιτάξεις Άρθρ.1α.-«Με αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον Υπουργό Εμπορίου μπορούν να ρυθμίζονται και τα εξής θέματα: α)Η έκδοση από τους παραγωγούς, εισαγωγείς χονδρεμπόρους τιμοκαταλόγου με αναγραφή της αρχικής των ενδιαμέσων, της τελικής τιμής (καταναλωτή) και των εκπτώσεων λόγω κύκλου εργασιών, με χρονική διάρκεια ισχύος όχι μικρότερη από 4 μήνες. β)Η υποχρεωτική τήρηση από Ανώνυμες Εταιρείες και Ε.Π.Ε. και από κλάδους επιχειρήσεων, άσχετα από τη νομική τους μορφή, θεωρημένου Βιβλίου Αποθήκης ή/ και Βιβλίου Παραγωγής/Κοστολογίου, τα οποία θα τηρούνται όπως ορίζουν τα άρθρ.8 και 9 Π.Δ. 99/1977 «περί Κ.Φ.Σ.» και όταν ακόμη δεν είναι υποχρεωτική η τήρησή τους από φορολογικό νόμο. γ)Τα της πώλησης ή κατοχής για πώληση ή μεταποίηση ή διανομής ή μεταφοράς για κατανάλωση αγαθών τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση ή μπορούν να προκαλέσουν οποιοδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ανθρώπων ή ζώων ή οποιαδήποτε ζημιά σε φυτά. δ)Η γνωστοποίηση στο Υπουργείο Εμπορίου, ύστερα από πρόσκληση του επιτηδευματία, οποιωνδήποτε στοιχείων κόστους, τιμών, πιστώσεων, εκπτώσεων και άλλων χρήσιμων στοιχείων ή πληροφοριών για το σκοπό προσδιορισμού του κόστους, όπως αυτά προκύπτουν και διαμορφώνονται από τα τηρούμενα από τον επιτηδευματία Βιβλία και στοιχεία, θεωρημένα και μη και η διαδικασία, ο τρόπος και ο χρόνος γνωστοποίησης. ε)Ο καθορισμός κατώτατης τιμής της με οποιοδήποτε τρόπο διάθεσης κάθε αγαθού που παράγεται εγχώρια ή εισάγεται». Το άρθρ.1α προστέθηκε από το άρθρ.18 (Α) Νόμ. 1436/26-30 Απρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 54) Τόμ. 11 σελ. 210,219. «Άρθρ.2.-1.Με αγορανομικές διατάξεις, που εκδίδονται από τον Υπουργό Εμπορίου μετά από γνωμοδότηση της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Τιμών, ή, αν πρόκειται για την περιφέρεια ενός νομού, με αγορανομική διάταξη του οικείου νομάρχη και μετά από γνωμοδότηση της οικείας νομαρχιακής αγορανομικής επιτροπής τα αντικείμενα, οι παροχές και τα είδη βιοτικής ανάγκης κατατάσσονται στις παρακάτω αγορανομικές κατηγορίες: α)«Ελεγχόμενα». β)«Μη ελεγχόμενα». Η κατά το προηγούμενο εδάφιο κατάταξη των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης σε ελεγχόμενα και σε μη ελεγχόμενα μπορεί να είναι ολόκληρη ή μερική ίδια σε ολόκληρο το κράτος ή και διαφορετική ανάλογα με τις περιφέρειες. Εφ’ όσον αντικείμενο, παροχή και κάποιο είδος δεν ήθελε χαρακτηρισθεί με αγορανομική διάταξη ως ελεγχόμενο, θεωρείται ως μη ελεγχόμενο. Επί των αντικειμένων, παροχών και ειδών που δεν ελέγχονται κάθε φορά και για όσο χρόνο θα διαρκεί ο χαρακτηρισμός τους ως μη ελεγχομένων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις: α)του άρθρ.1 παρ.1, στοιχ. δ΄, ε΄, και ιστ΄. β)του άρθρ.5. γ)του άρθρ.7 παρ.1, 2. δ)του άρθρ.30 παρ.1 του παρόντος νόμου. Με απόφαση της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων, που θα εκδοθεί εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και οι λοιποί όροι για την κατάταξη αντικειμένων και παροχών στις παραπάνω κατηγορίες καθώς και για την μετάταξή τους από μια κατηγορία σε άλλη. 2.Με αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται κατά τον τρόπο που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο τα ελεγχόμενα αντικείμενα, οι παροχές και τα είδη βιοτικής ανάγκης διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α)Σε ελεγχόμενα για υπερβολικό κέρδος. β)Σε διατιμημένα ή ελεγχόμενου κέρδους. Εφ’ όσον αντικείμενο, παροχή ή κάποιο είδος δεν χαρακτηρίζεται με αγορανομική διάταξη σαν διατιμημένο ή προκαθορισμένου ποσοστιαίου ή απόλυτου δραχμικού κέρδους, θεωρείται ως ελεγχόμενο για υπερβολικό κέρδος. Επί των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης που κάθε φορά χαρακτηρίζονται και είναι καταταγμένα στην αγορανομική κατηγορία των ελεγχομένων για υπερβολικό κέρδος δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις: α)του άρθρ.1 παρ.1, στοιχ. δ΄, ε΄ και ιστ΄. β)του άρθρ.5. γ)του άρθρ.7 παρ.1, 2 του παρόντος νόμου. 3.Η γνωμοδοτική Επιτροπή Τιμών, καθώς και οι αγορανομικές επιτροπές κατά περίπτωση, γνωματεύουν περί της κατάταξης των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό, μέσα σε προθεσμία που ορίζει ο υπουργός ή ο κατά περίπτωση νομάρχης. Εάν οι ανωτέρω επιτροπές δεν υποβάλουν μέσα στην παραπάνω προθεσμία τις γνωματεύσεις στις αρχές από τις οποίες τους ζητείται κατά νόμο η γνώμη τους ή κατά το Άρθρ.23.-1.Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού να προβαίνη δι’ αποφάσεως αυτού εις επίταξιν τροφίμων και άλλων αντικειμένων κινητών εξυπηρετούντων οπωσδήποτε βιωτικάς ανάγκας, ή εργοστασίων, εργαστηρίων, καταστημάτων παραγωγής, επεξεργασίας ή πωλήσεως ή αποθηκεύσεως τοιούτων ειδών ή της χρήσεως ακινήτων χρησίμων εις δημοσίαν ή κοινωνικήν ανάγκην. Η επίταξις ενεργείται υπό της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής ή άλλης Δημοσίας ή Κοινοτικής Αρχής, επί τούτω διατασσομένης υπό του αυτού Υπουργού. Κατά την ενέργειαν της επιτάξεως δύναται να παρίσταται ή συμμετέχη αντιπρόσωπος του Υπουργού Εφοδιασμού δημόσιος υπάλληλος ή δικαστικός λειτουργός, οριζόμενος υπ’ αυτού. 2.Ο Υπουργός Εφοδιασμού καθορίζει δι’ αποφάσεών του τον τρόπον της χρησιμοποιήσεως ή διαθέσεως των επιτασσομένων πραγμάτων. Άρθρ.24.-Άμα τη επιβολή της επιτάξεως καλείται ο δια ταύτης βαρυνόμενος όπως εντός προθεσμίας τασσομένης παρά του διατάξαντος την επίταξιν, κατά το προηγούμενον άρθρον, καταθέση τα δικαιολογητικά αυτού έγγραφα εις την ενεργήσασαν την επίταξιν Αρχήν, ήτις διαβιβάζει ταύτα αμελλητί εις την Αγορανομικήν Επιτροπήν της περιφερείας όπου ενηργήθη η επίταξις προς γνωμοδότησιν δια τον κανονισμόν της τιμής του επιταχθέντος είδους. Άρθρ.25.-Την τιμήν της επιτάξεως ορίζει ο Υπουργός Εφοδιασμού μετά σχετικήν γνωμοδότησιν της κατά το προηγούμενον άρθρον αρμοδίας Αγορανομικής Επιτροπής. Η Αγορανομική Επιτροπή υποχρεούται όπως εντός δεκαπέντε ημερών, αφ’ ης περιέλθωσι τα σχετικά έγγραφα εις τον Πρόεδρον αυτής, γνωμοδοτήση και υποβάλη την σχετικήν γνωμοδότησιν προς τον Υπουργόν εκτός εάν ειδικοί λόγοι κωλύματος δεν επιτρέπουσι τούτο, ότε υποχρεούται να δικαιολογήση την βραδύτητα της υποβολής, αναφέρουσα δια του Προέδρου της. Εκάστης γνωμοδοτήσεως προηγείται ακρόασις των ενδιαφερομένων, των προτάσεων αυτής καταχωριζομένων εις τα πρακτικά της γνωμοδοτήσεως εκάστης Επιτροπής. Σελ.54(α) Ν-16 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Χημικαί εξετάσεις Άρθρ.26.-1.Αι αρμόδιαι διοικητικαί, αστυνομικαί, χημικαί, υγειονομικαί, κτηνιατρικαί και αγορανομικαί υπηρεσίαι, οι Πρόεδροι των Αγορανομικών Επιτροπών, οι Εισαγγελείς και δικαστικοί λειτουργοί αγορανομικής αρμοδιότητος δύνανται να επιθεωρώσι τα προς πώλησιν εκτιθέμενα ή οπωσδήποτε προοριζόμενα είδη, όσα υπόκεινται εις τον κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου έλεγχον. 2.Αι αυταί αρχαί δύνανται να λαμβάνωσι δείγματα προς εξέτασιν εκ πάντων των ελεγχομένων ειδών. Τα του τρόπου της λήψεως του δείγματος, του ποσού, της συσκευής, σφραγίσεως και επισημάνσεως, τα της διασφαλίσεως της ταυτότητος του δείγματος και πάσα λεπτομέρεια αφορώσα την δειγματοληψίαν κανονίζονται δια αγορανομικής διατάξεως εκδιδομένης κατά το άρθρον 1 του παρόντος νόμου κατόπιν γνωματεύσεως των αρμοδίων αρχών. 3.Εις τον παρ’ ου λαμβάνεται το δείγμα δίδεται δελτίον παραλαβής εν τω οποίω σημειούται και το ποσόν του δείγματος, δίδεται δ’ ωσαύτως τη αιτήσει του ιδίου και δείγμα ταυτοχρόνως λαμβανόμενον και του ελεγχομένου είδους επισήμως εσφραγισμένον. Άρθρ.27.-1.Κατά την ενέργειαν δειγματοληψίας λαμβάνονται υποχρεωτικώς δύο δείγματα κατά τα κεκανονισμένα υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους ή άλλης αρμοδίας Κρατικής Υπηρεσίας, άτινα αποστέλλονται τάχιστα μετά των σχετικών πρωτοκόλλων προς την αρμοδίαν χημικήν υπηρεσίαν, ήτις μετ’ εξακρίβωσιν και πιστοποίησιν του αλυμάντου των σφραγίδων και της ταυτότητος του δείγματος το μεν έν των δειγμάτων φυλάσσει εσφραγισμένον παρ’ αυτή, το δ’ έτερον υποβάλλει προς εξέτασιν. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 2.Περί της γενόμενης εξετάσεως συντάσσεται έκθεσις, ήτις αποστέλλεται εις την ερωτώσαν αρχήν, ήτις ανακοινοί το αποτέλεσμα της εξετάσεως (ουχί δε αντίγραφον εκθέσεως ή αριθμόν δείγματος) δι’ επιδόσεως εις τον κύριον του εξετασθέντος δείγματος. Η έκθεσις αύτη συντάσσεται τόσον δι’ ιδίου εγγράφου, όσον και επί της οπισθίας όψεως του πρωτοκόλλου δειγματοληψίας. Εν τη τελευταία ταύτη αναγράφεται και η χρονολογία καθ’ ην παρελήφθη το δείγμα υπό της χημικής υπηρεσίας, ως και εκείνη καθ’ ην ενηργήθη η χημική εξέτασις. Αν ο κύριος του εξετασθέντος δείγματος δηλώση, ότι ηγόρασε το είδος εξ ου το δείγμα παρ’ άλλου τινός, ούτινος, υποχρεούται να δηλώση και την ταυτότητα και κατοικίαν, η περί της εξετάσεως έκθεσις ανακοινούται και εις τον πωλήσαντα τούτο δι’ επιδόσεως. «3.Η ενεργήσασα την δειγματοληψίαν αρχή εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ’ ας δια της εκθέσεως του Γενικού Χημείου του Κράτους βεβαιούται ότι τα δείγματα είναι κανονικά, αναφέρει περί του αποτελέσματος της εξετάσεως ταύτης εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα, προς ον υποβάλλει ταυτοχρόνως και τα κατά τα προηγούμενα εδάφια αποδεικτικά επιδόσεως». Η παρ.3 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 980/1971 (κατωτ. αριθ. 36). Άρθρ.28.-1.Ο κύριος του δείγματος ή ο εξ ου ηγόρασε τούτο τρίτος, δύναται να υποβάλη έφεσιν κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως, επιδιδομένην εντός 48 ωρών από της εις εκάτερον των ενδιαφερομένων επιδόσεως. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η έκθεσις του πρώτου εξετάσαντος χημικού καθίσταται οριστική. 2.Έφεσις επιδίδεται εις την ενεργήσασαν την δειγματοληψίαν αρχήν, συνοδεύεται δε δια Γραμματίου καταθέσεως παραβόλου δραχμών πέντε χιλιάδων (5.000) εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων εις πίστωσιν του Γενικού Χημείου του Κράτους δια την προμήθειαν εργαλείων και επιστημονικών συγγραμμάτων. (Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εφοδιασμού δύναται ν’ αυξομειούται το ποσόν του κατά το προηγούμενον εδάφιον παραβόλου). Δια του Β.Δ. 28 Δεκ. 1950/24 Ιαν. 1951 το άνω παράβολον εφέσεως ωρίσθη εις δρχ. 100.000. Το εντός ( ) εδάφιον κατηργήθη δια της παρ.2 άρθρ.2 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτέρω αριθ. 28). 3.Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησις ταύτης αναστέλλει την διαδικασίαν της ποινικής διώξεως. 4.Η ενεργήσασα την δειγματοληψίαν αρχή αναφέρει εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα περί της ασκηθείσης εφέσεως, ειδοποιεί δε παρευθύς την αρμοδίαν Χημικήν υπηρεσίαν του Γενικού Χημείου του Κράτους της εξετάσασαν το πρώτον δείγμα, ήτις εφ’ όσον παρ’ αυτή υπηρετούσι πλείονες του ενός Χημικοί προβαίνει εις την εξέτασιν τούτου, δι’ ετέρου Χημικού, άλλως μεριμνά δια την άμεσον αποστολήν του δευτέρου δείγματος μετά των σχετικών εις την πλησιεστέραν χημικήν υπηρεσίαν του Γενικού Χημείου του Κράτους, ίνα αύτη προβή εις την εξέτασιν τούτου. «Η εξέταση του δευτέρου δείγματος μπορεί να γίνει και από άλλη χημική υπηρεσία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Κώδικας Τροφίμων, Ποτών και αντικειμένων κοινής χρήσεως», Το μέσα σε « » άνω εδάφιο προστέθηκε από την παρ.1 άρθρ.54 Νόμ. 1961/3-3 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 132), τόμ. 11 σελ. 210,229). Κατά τας εξετάσεις ταύτας δύναται να παρίσταται και ιδιώτης επιστήμων Χημικός, διοριζόμενος υπό του εκκαλούντος, όστις δέον εν τη αιτήσει του ν’ αναφέρη το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του προτεινομένου ιδιώτου Χημικού. Εν περιπτώσει καθ’ ην ο εν τη αιτήσει υποδεικνυόμενος χημικός δεν προσήλθε κατά την καθορισθείσαν υπό της υπηρεσίας ημέραν προς εκτέλεσιν της εξετάσεως, κατόπιν εγγράφου ειδοποιήσεως της υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, τότε η κατ’ έφεσιν εξέτασις ενεργείται παρά της υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους άνευ παρουσίας του ιδιώτη χημικού. (Επί δειγμάτων τροφίμων ευαλλοιώτων, εις ην περίπτωσιν κατά την κατ’ έφεσιν εξέτασιν το δείγμα να ευρεθεί ηλλοιωμένον, ισχύει το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως). Το εντός ( ) εδάφιον κατηργήθη δια της παρ.2 άρθρ.2 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτέρω αριθ. 28). «Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εμπορίου, εκδιδομένων μετά γνώμην του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά». Το εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.1 άρθρ.2 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτ. αριθ. 28). Έν περιπτώσει διαφωνίας μεταξύ των δύο ενεργησάντων τας εξετάσεις Χημικών δημοσίων υπαλλήλων, ή μεταξύ του Χημικού δημοσίου υπαλλήλου και του παρισταμένου κατά την έφεσιν εξέτασιν ιδιώτου Χημικού, αποφαίνεται το Ανώτατον Χημικόν Συμβούλιον κατά τον σχετικόν περί Γενικού Χημείου του Κράτους νόμον, προς ο διαβιβάζεται υπό της υπηρεσίας ολόκληρος ο φάκελλος της κρινομένης υποθέσεως. Κατά την περίπτωσιν ταύτην του Συμβουλίου τούτου μετέχει ως μέλος αντιπρόσωπος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου (Αντί για τη σελ. 55(ε) Σελ. 55(ζ) Τεύχος 1275-Σελ. 3 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 Αθηνών. Κατά την υπό του Συμβουλίου συζήτησιν κλητεύεται υποχρεωτικώς και ο ενδιαφερόμενος, όστις δύναται να παρασταθή αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου του και αναπτύξη ενώπιον αυτού την υπόθεσίν του. Εν περιπτώσει διαφωνίας, υποχρεούται ο ιδιώτης χημικός να διατυπώση λεπτομερώς ταύτην εν τω συντασσομένω πρωτοκόλλω επανεξετάσεως ως και ο Χημικός δημόσιος υπάλληλος την αντιπαρατήρησίν του. Η κατά τα ανωτέρω έκθεσις αποστέλλεται εν αντιγράφω εις την ενεργήσασαν την δειγματοληψίαν αρχήν, ήτις άμα τη περατώσει της μετά την παρούσαν παράγραφον διαδικασίας, υποβάλλει αντίγραφα απασών των εκθέσεων των χημικών υπηρεσιών εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα. 5.Ο Γενικός Διευθυντής του Γενικού Χημείου του Κράτους διατάσσει την επιστροφήν του παραβόλου αν η έφεσις γίνη δεκτή ή την κατάπτωσιν αυτού υπέρ του Γενικού Χημείου κατά την παρ.2 του παρόντος άρθρου αν η έφεσις ήθελεν εναντίον του εκκαλούντος. «6.Προκειμένου περί των ευαλλοιώτων τροφίμων και ποτών η ενεργήσασα την δειγματοληψίαν Αρχή αποστέλλει τα παρά ταύτης ληφθέντα δείγματα, μετά των σχετικών πρωτοκόλλων δειγματοληψίας, αυθημερόν εις την αρμοδίαν Χημικήν υπηρεσίαν, ήτις επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου των εις διπλούν, κατά τα κεκανονισμένα, ληφθέντος δείγματος, εφ’ όσον δε εκ των αποτελεσμάτων της χημικής εξετάσεως προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένον ή ακατάλληλον προς βρώσιν και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικος περί τροφίμων, ποτών κλπ. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως υπό του ενδιαφερομένου της υπό των διατάξεων του άρθρ.28 του Αγορανομικού Κώδικος προβλεπομένης εφέσεως, εις την χημικήν εξέτασιν του δευτέρου δείγματος, εκτός εάν εν τω πρωτοκόλλω δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται υπό του ενδιαφερομένου ότι δεν επιθυμεί την κατ’ έφεσιν εξέτασιν του ληφθέντος δείγματος. «Κατά την διενέργειαν δειγματοληψίας επί ευαλλοιώτων τροφίμων και ποτών, δέον εις το συντασσόμενον πρωτόκολλον δειγματοληψίας να δηλούται εγγράφως υπό του κατόχου του δείγματος: α)εάν ούτος επιθυμή η κατ’ έφεσιν εξέτασις του δευτέρου δείγματος να γίνη παρουσία ιδιώτου χημικού, αναγράφων άμα το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν αυτού ή β)εάν επιθυμή την εκτέλεσιν της εφέσεως άνευ της παρουσίας ιδιώτου χημικού ή γ)εάν δεν επιθυμή την άσκησιν εφέσεως. Σελ.56(ζ) Τεύχος 1275-Σελ.4 «Η εξέταση του δεύτερου δείγματος μπορεί να γίνει και από άλλη χημική υπηρεσία υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Κώδικας Τροφίμων, Ποτών και αντικειμένων κοινής χρήσεως». Το μέσα στα « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ.1 άρθρ.54 Νόμ. 1961/3-3 Σεπτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 132), (τόμ. 11 σελ. 210,229). Εις περίπτωσιν καθ’ ην εν τω πρωτοκόλλω δειγματοληψίας ουδεμία δήλωσις εγένετο, τότε ο κύριος του δείγματος ή ο κάτοχος αυτού στερείται του δικαιώματος της ασκήσεως εφέσεως, η δε αρμοδία Χημική Υπηρεσία ανακοινοί το αποτέλεσμα της εξετάσεως του πρώτου δείγματος εις την αποστείλασαν τούτο Αρχήν δια την περαιτέρω ενέργειαν. Τα εδαφ. β΄ και γ΄ προσετέθησαν δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 3013/1954 (κατωτ. αριθ. 32). 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας «Εάν η δειγματοληψία επί ευαλλοιώτων τροφίμων και ποτών, διενεργήται εις χείρας τρίτου κατόχου ή εάν ο κύριος του δειγματιζομένου είδους δηλώση ότι ηγόρασε τούτο παρ’ άλλου τινός, η αρμοδία χημική υπηρεσία, εις περίπτωσιν μη κανονικότητος του δείγματος, προβαίνει πάντοτε αυτεπαγγέλτως εις εξέτασιν του δευτέρου δείγματος, έστω και αν ακόμη ο κάτοχος του εξ ου ελήφθη το δείγμα είδους, δηλώση εν τω πρωτοκόλλω της δειγματοληψίας ότι δεν επιθυμεί την άσκησιν εφέσεως ή παραλείψη, ένεκα οιουδήποτε λόγου την υποβολήν σχετικής δηλώσεως. Εν η περιπτώσει, ο εξ ου λαμβάνεται το δείγμα δηλώση εν τω πρωτοκόλλω δειγματοληψίας ότι επιθυμεί την κατ’ έφεσιν εξέτασιν τούτου παρουσία ιδιώτου χημικού, αύτη ενεργείται κατά την δήλωσιν του». To ανωτέρω εδάφ. δ΄ προστεθέν δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 3013/1954 (κατωτ. αριθ. 32) και αντικατασταθέν δια του άρθρ.7 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40), αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ.2 Νόμ. 101/1975 (κατωτ. αριθ. 43). Η επανεξέτασις του δείγματος εκτελείται προκειμένου περί της Κεντρικής Υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, παρά της Χημικής υπηρεσίας του Τμήματος Εφέσεων αυτής, προκειμένου δε περί παραρτημάτων του Γενικού Χημείου του Κράτους, εν οις υπηρετούσι πλείονες του ενός χημικοί, η εξέτασις εκτελείται παρ’ ετέρου χημικού του παραρτήματος και ουχί παρά του εκτελέσαντος την εξέτασιν του πρώτου δείγματος τοιούτου. Οι Διευθυνταί Παραρτημάτων, εν οις υπηρετεί είς μόνον χημικός, αποστέλλουσιν άμα τω πέρατι της εξετάσεως του πρώτου δείγματος εφόσον τούτο είναι νοθευμένον ή μη κανονικόν, το δεύτερον δείγμα μετά των σχετικών εις το πλησιέστερον Παράρτημα του Γενικού Χημείου του Κράτους, ούτινος η υπηρεσία προβαίνει εις την ταχίστην εξέτασιν αυτού. 7.(Κατηργήθη δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 3013/1954, κατωτ. αριθ. 30). 8.Εν περιπτώσει καθ’ ην το δεύτερον δείγμα ήθελεν ευρεθή ηλλοιωμένον, εις βαθμόν παρακωλύοντα την εκτέλεσιν της εξετάσεως αυτού, δεν ενεργείται η εξέτασις τούτου. Εν τη περιπτώσει ταύτη ισχύει το αποτέλεσμα της εξετάσεως του πρώτου δείγματος. Εν τη συντασσομένη εκθέσει παρά του ενεργήσαντος την εξέτασιν χημικού ή χημικών αναγράφεται το είδος της αλλοιώσεως, το ποσοστόν ταύτης το προκαλέσαν ή επιταχύναν την αλλοίωσιν αίτιον και παν έτερον σχετικόν στοιχείον προς μόρφωσιν ακριβούς γνώμης. Εν περιπτώσει διαφωνίας του παραστάντος ιδιώτου χημικού εφαρμόζονται αι διατάξεις του εδάφ. ς΄ της παρ.4 του άρθρ.28 ως το άρθρον τούτο τροποποιείται και συμπληρούται δια του παρόντος. 9.Το αποτέλεσμα των χημικών εξετάσεων του πρώτου και του δευτέρου δείγματος κοινοποιούνται εις την αποστείλασαν το δείγμα Αρχήν, ήτις ανακοινοί ταύτα εις τον κάτοχον του είδους εφ’ ου εγένετο η δειγματοληψία, εφόσον δε εκ των αποτελεσμάτων εξετάσεως του δευτέρου δείγματος επιβεβαιούνται τα αποτελέσματα εξετάσεως του πρώτου τοιούτου, η Αρχή αύτη προσκαλεί τον ενδιαφερόμενον όπως εντός προθεσμίας 5 ημερών καταβάλη εις Δημόσιον Ταμείον το νόμιμον παράβολον της γενομένης αναλύσεως του δευτέρου δείγματος. Εν περιπτώσει δυστροπίας ή αρνήσεως του υποχρέου εις την καταβολήν του παραβόλου τούτου, η αποστείλασα το δείγμα Αρχή προβαίνει εις την βεβαίωσιν του οφειλομένου ποσού, ούτινος η είσπραξις ενεργείται κατά τας σχετικάς περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων διατάξεις. 10.Εν περιπτώσει διαφοράς μεταξύ των αποτελεσμάτων των χημικών εξετάσεων πρώτου και δευτέρου δείγματος, ως και εις τας περιπτώσεις αυτεπαγγέλτου εξετάσεως, καθ’ ας το δεύτερον δείγμα ευρέθη ηλλοιωμένον και δεν γίνεται εξέτασις αυτού αποφαίνεται περί ταύτης, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου ε΄ της παρ.4 του άρθρ.28, ως το άρθρον τούτο τροποποιείται και συμπληρούται δια του παρόντος , το Ανώτατον Χημικόν Συμβούλιον, προς ο διαβιβάζεται ο οικείος φάκελλος μεθ’ απάντων των σχετικών. 11.(Κατηργήθη δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 3013/1954, κατωτ. αριθ. 30) 12.Παρέχεται εις τον Υπουργόν Εμπορίου το δικαίωμα όπως δι’ αποφάσεών του, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, αυξομειώνη εκάστοτε το παράβολον ασκουμένων εφέσεων προς επανεξέτασιν δειγμάτων τροφίμων κλπ.». Αι εντός « » παράγραφοι 6-12 προσετέθησαν δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 2606/1953 (κατωτέρω αριθ. 28). Δια της υπ’αριθ. 60190/3573 της 18 Αυγ./16 Σεπτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 992) αποφ. Υπ. Εμπορίου, το παράβολον ασκουμένων εφέσεων προς επανεξέτασιν δειγμάτων τροφίμων κλπ. υπό του Γεν. Χημείου του Κράτους ωρίσθη εις 500 δραχμάς. Με την 3001396/49/0078/25-31 Ιαν. 1994 (ΦΕΚ Β΄ 61) απόφ. Υπ. Οικον. και Εμπορίου ανακαθορίστηκε το παράβολο για την κατ’ έφεση εξέταση δειγμάτων τροφίμων κλπ. από το Γ.Χ.Κ. σε δρχ. 10.000 τροποποιηθείσης έτσι της υπ’ αριθ. 3013338/3052/0078/3.8.90 απόφ. Υπ. Οικον. και Εμπορίου. Με την 3011238/6397/0078/4-16 Ιουν. 1998 (ΦΕΚ Β 607), απόφ. Υπ. Οικον. και Ανάπτυξης, κατωτ. σελ. 248,18, τροποποιήθηκε η άνω 3001396/492/0078/94 απόφαση και ανακαθορίστηκε το ανωτέρω παράβολο σε δρχ. 30.000. (Αντί για τη σελ.56,01(δ) Σελ.56,01(ε) Τεύχος 1275-Σελ.5 Αγορανομικός Κώδικας 5.Β.α.25 άρθρο αυτό κατάταξη των αντικειμένων, παροχών και ειδών βιοτικής ανάγκης ενεργείται και χωρίς τη γνώμη τους». Το άρθρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 Άρθρ.29.-Πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα τας κατά τον παρόντα νόμον εξετάσεις την παράστασιν κατά τας εφέσεις ιδιωτών χημικών, ως και παν έτερον συναφές αντικείμενον, ρυθμισθήσεται δια Β.Δ/τος προτάσει του Υπουργού Εφοδιασμού εκδιδομένου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.30.-«Με φυλάκισιν ή με χρηματικήν ποινήν ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:» Η ανωτέρω εντός « » φράσις είχεν αντικατασταθή δια της παρ.1 του καταργηθέντος άρθρ.1 Ν.Δ. 218/1973 (κατωτ. αριθ. 40). Δια του άρθρ.2 Ν.Δ. 69/1974 (κατωτ. αριθ. 42) επανήχθη εν ισχύϊ ως ανωτέρω, η προϊσχύουσα διάταξις. «1.Όστις, δια τρόφιμα παντός είδους, καυσίμους ή φωτιστικάς ύλας, δι’ αντικείμενα χρήσιμα δια τας ανάγκας των στρατιωτικών εν γένει υπηρεσιών ή του κοινού, δια φάρμακα ή φαρμακευτικά είδη και γενικώς δια παν αντικείμενον ή πάσαν παροχήν αμέσως ή εμμέσως εξυπηρετούσαν βιοτικάς ανάγκας, απαιτεί, προς πώλησιν χονδρικήν, ημιχονδρικήν ή λιανικήν, προς μίσθωσιν ή γενικώς προς οιανδήποτε χρήσιν, τιμάς ή ανταλλάγματα ή δέχεται προσφοράς ή υποσχέσεις περί καταβολής εις αυτόν ανταλλαγμάτων ή τιμών, αι οποίαι υπερβαίνουσι προκειμένου μεν περί ουσιωδών ειδών ευρισκομένων εν ανεπαρκεία την καθωρισμένην ανωτάτην τιμήν ή το καθωρισμένον ανώτατον ποσοστόν εμπορικού ή επαγγελματικού κέρδους, προκειμένου δεν περί ουσιωδών ειδών εν γένει περιέχουσαν υπερβολικόν κέρδος, λαμβανομένων υπ’όψιν του τιμήματος της αγοράς, των ειδικών δαπανών του εμπορίου, βιομηχανίας ή βιοτεχνίας, «της αποδόσεως των ιδίων, ως και των συνολικώς απασχολουμένων κεφαλαίων», των αναλογιών εις τας γενικάς δαπάνας, και τας αποσβέσεις των επαγγελματικών εγκαταστάσεων κλπ. εις τους τόκους του κεφαλαίου, εις το ποσοστόν του εμπορικού κινδύνου, της αμοιβής της προσωπικής εργασίας του επιχειρηματίου εν συνδυασμώ προς τας περιστάσεις και την εν γένει κατάστασιν της αγοράς και παν έτερον συναφές προς το ασκούμενον εμπόριον, βιομηχανίαν ή βιοτεχνίαν στοιχείον, λαμβανομένης πάντοτε υπ’ όψιν υπό του Δικαστηρίου και της τιμής της αντικαταστάσεως. Οι άνω μέσα σε « » λέξεις προστέθηκαν από την παρ.3 άρθρ.23 Νόμ. 1682/14-16 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 14), Τομ. 13Β σελ. 829. Σελ.56,02(ε) Τεύχος 1275-Σελ. 6 Προκειμένου περί διώξεως δι’ υπερβολικόν κέρδος κατά το προηγούμενον εδάφιον επί ουσιωδών ειδών εν επαρκεία ευρισκομένων εν τη αγορά, προ πάσης εισαγωγής της υποθέσεως εις το ακροατήριον απαιτείται γνωμοδότησις της οικείας Αγορανομικής Επιτροπής συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρ.7 παρ.3 και του άρθρ.60 παρ.2 και 3 του παρόντος Νόμου». Η παρ.1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.3 Α.Ν. 782/1948 (κατωτ. αρ. 26). 2.Όστις επιδιώκει ή επιτυγχάνει υπερβολικόν κέρδος καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ιδία δε ελλιπούς σταθμίσεως ή μετρήσεως, πωλήσεως ειδών τινών κατωτέρας ποιότητος, εις τιμήν αρμόζουσαν εις ανωτέραν ποιότητα, ή ατελούς εψήσεως ή παρασκευής, συνυπολογισμού βάρους περικαλλύματος, καθ’ ας περιπτώσεις απαγορεύεται ούτος, ή χρήσεως περικαλλύματος βάρους ανωτέρου του δι’ αγορανομικών ή άλλων διατάξεων καθωρισμένου, καθ’ ας περιπτώσεις επιτρέπεται ο συνυπολογισμός ούτος, ή δι’ οιουδήποτε άλλου τεχνάσματος. 3.Όστις ηγόρασε και γενικώς συνηλλάγη μετά του επιτυχόντος κατά την παρ.1 και 2 το υπερβολικόν κέρδος, εφ’ όσον την συναλλαγήν ενήργησε προς εμπορίαν και εν γνώσει του υπερβολικού της τιμής. 4.Όστις επί σκοπώ κέρδους δια μεταπωλήσεως ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον αγοράζει εν τω εσωτερικώ ή εν πλω αντικείμενα εκ των εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων εις τιμάς υπερβαινούσας τας δια των αγορανομικών διατάξεων καθωρισμένας τιμάς ή ανώτατον ποσοστόν κέρδους. 5.Β.α.25 Αγορανομικός Κώδικας 5.Οι κατά ξηράν και θάλασσαν αγωγιάται, πλοιοκτήται, εφοπλισταί και πλοίαρχοι, αξιούντες διόδια ή κόμιστρα υπερβαίνοντα τας δια συμβάσεων ή υπό των αρμοδίων αρχών οριζομένας τιμάς ή ανώτατον ποσοστόν κέρδους ή ενέχοντα υπερβολικόν κέρδος λαμβανομένων υπ’ όψιν των εν γένει περιστάσεων υφ’ ας διεξάγωνται αι κατά ξηράν ή θάλασσαν μεταφοραί. Αγωγιάτης θεωρείται πας όστις επί μισθώ (αμοιβή) δέχεται να μεταφέρη εις ωρισμένον τόπον πρόσωπα ή πράγματα ή και αμφότερα είτε αυτοπροσώπως, είτε δι’ άλλων παρενθέτων προσώπων δι’ οιουδήποτε μέσου ή οιασδήποτε δυνάμεως, ως κόμιστρα δε ή διόδια θεωρούνται παν ό,τι λαμβάνουσι τα ανωτέρω πρόσωπα (αγωγιάται κλπ.) προς εκτέλεσιν της συμβάσεως μεταφοράς (αμοιβή, δαπάνη δια μεταφοράν και φύλαξιν, εκφόρτωσιν, έξοδα υπερημερίας, και γενικώς πάσα αμοιβή ή δαπάνη προς εκτέλεσιν της συμβάσεως). 6.Οι ιδιοκτήται, εκμισθωταί ή διευθυνταί ξενοδοχείων, οικοτροφείων ή παρεμφερών επιχειρήσεων, οι εκμισθωταί βοσκών, λειβαδίων, οίτινες λαμβάνουσι ή αξιούσι μισθώματα πέραν του εκάστοτε τασσομένου ορίου. «7.Οι ανακριβώς δηλούντες και οι αρνούμενοι να δηλώσουν προς το κοινό ή τις αρχές την ποιότητα, την ποσότητα και τον τόπο προελεύσεως και παραγωγής των αντικειμένων βιοτικών αναγκών και οι παρέχοντες ανακριβείς πληροφορίες επί των τιμών στις οποίες πραγματοποίη …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.