← Ελλάδα

1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. πρωτ. 3510/Σ.97 της 31 Μαρτ./22 Μαΐου 1943 Περί ανασυντάξεως καταστατικού Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως υπαλλήλων

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση αφορά την ανασύνταξη του καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων, καθορίζοντας τη λειτουργία, τη διοίκηση και τις αρμοδιότητές του.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. πρωτ. 3510/Σ.97 της 31 Μαρτ./22 Μαΐου 1943 Περί ανασυντάξεως καταστατικού Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως υπαλλήλων εμπορικών καταστημάτων. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 ''περί οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας'' ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 ''περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως διατάξεων τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας''. 2)Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 220/1942 αναφοράς αυτού. 3)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. 94/1942 Συν. 62/25.1.1943) αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν την ανασύνταξιν του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων εξ άρθρων 44 έχοντος ως εξής: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Λειτουργίας του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. Γενικαί Διατάξεις και έκτασις Ασφαλίσεως Ίδρυσις-Έδρα και Εποπτεία Ταμείου Άρθρ.1.-''1.Το Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων, αποκαλούμενον εν τοις επομένοις, χάριν συντομίας ''Ταμείον'', ιδρυθέν δια της από 2 Ιουν. 1939 Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, κυρωθείσης δια του υπ’ αριθ. 912/1941 Ν.Δ/τος, δια τας περιφερείας τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Βόλου και Καλαμών, εδρεύει εν Αθήναις, είναι Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, τελεί υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας και λειτουργεί βάσει των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. 2.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, δύναται να επεκταθή η υπό του Ταμείου παρεχομένη ασφάλισις και εις περιφερείας άλλων πόλεων της Ελλάδος''. Το άρθρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.10.-"Το Δ. Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. Ειδικώτερον: α)Επιμελείται της κανονικής εισπράξεως των πόρων του Ταμείου. Σελ. 376(α) β)Διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου, βάσει των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού και της διεπούσης το Ταμείον Νομοθεσίας. γ)Αποφασίζει περί της τοποθετήσεως των Κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, της εκμισθώσεως των τυχόν ακινήτων, ως ο Νόμος ορίζει και συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος. δ)αποφασίζει περί της απονομής των παροχών, οσάκις η χορήγησις τούτων δεν ανατίθεται εις έτερα όργανα δι’ ετέρων διατάξεων και μεριμνά δια την ταχείαν και κανονικήν χορήγησιν αυτών. ε)Εγκρίνει τον ετήσιον Πρ/σμόν, Ισολογισμόν και Απολογισμόν του Ταμείου, ως και τα μηνιαία αυτού ισοζύγια. ς)Εγκρίνει πάσαν δαπάνην αφορώσαν την εν γένει λειτουργίαν του Ταμείου. ζ)Λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Ταμείου. η)Αποφασίζει περί της χορηγήσεως δανείου εις τους ησφαλισμένους και συνταξιούχους του Ταμείου, ως και εις τους υπαλλήλους τούτου. θ)Διορίζει τους δια την υπεράσπισιν των υποθέσεων του Ταμείου απαραιτήτους πληρεξουσίους Δικηγόρους, ι)Αποφασίζει και εισηγείται αρμοδίως την τροποποίησιν ή συμπλήρωσιν των διατάξεων του παρόντος και της διεπούσης εν γένει το Ταμείον Νομοθεσίας. ια)Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων, ει μη μόνον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου τούτου". Το άρθρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Επιτροπαί Άρθρ.11.-«Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να καταρτίζη τας κάτωθι Επιτροπάς εκ τριών μελών αυτού: α)Επιτροπήν Οικονομικών και Ασφαλιστικών θεμάτων, εις ην το Διοικητικόν Συμβούλιον παραπέμπει προς μελέτην και εισήγησιν σοβαρά θέματα αφορώντα τα έσοδα και παροχάς, τροποποιήσεις ασφαλιστικών διατάξεων, ως και έτερα σχετικά θέματα. β)Επιτροπήν Διοικητικών θεμάτων εις ην το Διοικητικόν Συμβούλιον παραπέμπει θέματα αφορώντα την διοίκησιν του Ταμείου, την ενέργειαν προμηθειών πάσης φύσεως υλικού και την παρακολούθησιν των ζητημάτων των ακινήτων του Ταμείου, προς μελέτην και εισήγησιν, εφ’ όσον τούτο καθίσταται αναγκαίον. Των Επιτροπών τούτων προεδρεύει το υπό του Δ.Σ. οριζόμενον μέλος, συμμετέχουν δε ως Εισηγητής ο Διευθυντής του Ταμείου και ως Γραμματεύς ο Γραμματεύς του Δ.Σ. ή είς υπάλληλος του Ταμείου οριζόμενος υπό του Δ. Συμβουλίου. Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις αμφοτέρων των Επιτροπών δεν δύνανται να υπερβούν τας 6 κατά μήνα». Το άρθρ. 11 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αποζημιώσεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.12.-«1.Εις τον Πρόεδρον, τους Αντιπροέδρους και τα μη εκ Δημοσίων υπαλλήλων μέλη του Δ.Σ. παρέρχονται αι εκάστοτε καθοριζόμεναι δια των οικείων Υπουργικών αποφάσεων πάγιαι και κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεις. Αι αυταί αποζημιώσεις καταβάλλονται και εις τα μη εκ δημοσίων υπαλλήλων μέλη των υπό του Διοικητικού Συμβουλίου συγκροτουμένων Επιτροπών κατά την συνεδρίασιν εις ην λαμβάνουν μέρος. 2.Τα εκ δημοσίων υπαλλήλων μέλη του Δ.Σ. ο Κυβερνητικός Επίτροπος, ο Γραμματεύς και ο εις τούτο παριστάμενος Εισηγητής, δικαιούνται μόνον εξόδων κινήσεως κατά συνεδρίασιν του Δ.Σ. και των υπό τούτου συνιστωμένων Επιτροπών εις ας λαμβάνουσι μέρος. 3.Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, τα μέλη του Δ. Συμβουλίου και ο Νομικός Σύμβουλος εξερχόμενοι εκτός της έδρας του Ταμείου προς εκτέλεσιν υπηρεσίας, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., δικαιούνται οδοιπορικών εξόδων και ημερησίας αποζημιώσεως οριζομένης δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Τα οδοιπορικά συνίστανται εκ του αντιτίμου του εισιτηρίου και προσθέτου ποσοστού δια τας λοιπάς του ταξιδίου δαπάνας, ήτοι κόμιστρα αποσκευών, αμαξαγώγια, λεμβουχικά, αχθοφορικά κ.λπ. 4.Το ανωτέρω ποσοστόν ορίζεται εις 30% επί του αντιτίμου του εισιτηρίου του αεροπλάνου, σιδηροδρόμου και αυτοκινήτου. Δια την πληρωμήν ημερησίας αποζημιώσεως υπολογίζεται η ημέρα της αναχωρήσεως, αλλ’ ουχί και η ημέρα της επανόδου. 5.Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, οι Σύμβουλοι και ο Νομικός Σύμβουλος δικαιούνται να ταξιδεύουν εις την Α΄ θέσιν, χρησιμοποιούντες την συντομωτέραν οδόν, ως και τα οικονομικότερα μέσα συγκοινωνίας. Ως δικαιολογητικά δια την εκκαθάρισιν, των μεν οδοιπορικών εξόδων υποβάλλονται αι αποδείξεις του καταβληθέντος αντιτίμου εισιτηρίου, της δε ημερησίας αποζημιώσεως πίναξ εμφαίνων ημερολογιακώς της εκτός έδρας του Ταμείου κίνησιν του ταξιδεύοντος». Το άρθρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 απόφ. Υπ. Εργασίας. Τοπικαί Επιτροπαί Άρθρ.13.-«1.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου δι’ αποφάσεών του, εγκρινομένων παρά του Υπουργού Εργασίας, δύναται να συνιστά Τοπικάς Ασφαλιστικάς Επιτροπάς εις τας εκτός της έδρας του Ταμείου πόλεις, εις ας έχει επεκταθή η ασφάλισις, προς καλυτέραν προστασίαν και παρακολούθησιν των συμφερόντων του Ταμείου. 2.Αι Τοπικαί Επιτροπαί αποτελούνται: α)Εξ ενός δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου ως Προέδρου. β)Εξ ενός αντιπροσώπου των εργοδοτών. γ)Εξ ενός αντιπροσώπου των ησφαλισμένων. 3.«Ο Πρόεδρος και τα μέλη των τοπικών Επιτροπών μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών, λαμβανομένων αντιστοίχως, διορίζονται επί τριετεί θητεία δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχου, προτάσσει του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, μετά γνώμην των οικείων επαγγελματικών Οργανώσεων. Προκειμένου περί των αντιπροσώπων των εργοδοτών και ησφαλισμένων, υποχρεουμένων όπως υποδείξωσιν τούτους εντός 10ημέρου προθεσμίας από της προς τούτο προσκλήσεως, άλλως το Δ. Συμβούλιο του Ταμείου προτείνει τούτους οίκοθεν. Εν περιπτώσει αρνήσεως των διορισθέντων όπως αποδεχθώσι το διορισμόν των, το Δ.Σ. δι’ αποφάσεως αυτού εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, αναστέλλει επί εξάμηνον Σελ.377 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 την λειτουργίαν της τοπικής Επιτροπής αναθέτον την άσκησιν των εργασιών αυτής εις υπάλληλον του Ταμείου, ή μη υπάρχοντος τοιούτου εις την έδραν της Τ. Επιτροπής, εις έτερον υπάλληλον Ν.Π.Δ.Δ. ή εις δημόσιον υπάλληλον». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 55332/Σ.1527 της 6/21 Σεπτ. 1955 απόφ. Υπ. Εργασίας. 4.Χρέη Γραμματέως της Τοπικής Επιτροπής εκτελεί ο παρά του Προέδρου αυτής οριζόμενος υπάλληλος του Ταμείου, εκ των υπηρετούντων παρ’ εκάστη τούτων και εν ελλείψει τοιούτων, ο εκ των μελών της Επιτροπής αντιπρόσωπος των ησφαλισμένων. 5.Αι Τοπικαί Επιτροπαί εξαρτώμεναι οικονομικώς και διοικητικώς εκ του Δ.Σ. του Ταμείου, έχουν τας κάτωθι αρμοδιότητας: α)Μεριμνούν δια την κανονικήν βεβαίωσιν και είσπραξιν των πόρων του Ταμείου εν τη περιφερεία των και ασκούν πάσαν δικαιοδοσίαν ην ήθελε μεταβιβάσει εις αυτάς το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου. β)Παρακολουθούν και ελέγχουν δια του Προέδρου αυτών τους εν τη περιφερεία των υπηρετούντας υπαλλήλους του Ταμείου, δια την επιμελή και ευσυνείδητον εκτέλεσιν των καθηκόντων των. γ)Εκπροσωπούν δια του Προέδρου αυτών το Ταμείον, ενώπιον πάσης αρχής και παντός Δικαστηρίου, δια τας εμφανιζομένας εν τη περιφερεία των υποθέσεις τούτου, αλλά πάντοτε κατόπιν ειδικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Αι τοπικαί Επιτροπαί εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να δεσμεύσωσιν οπωσδήποτε το Ταμείον, άνευ ειδικής προς τούτο αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. 6.Εις τα μέλη των ως άνω Τοπικών Ασφαλιστικών Επιτροπών παρέχονται αι υπό των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών διατάξεων προβλεπόμεναι πάγιαι ή κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεις ή έξοδα κινήσεως δια τας συνεδριάσεις αυτών, εις ας λαμβάνουν μέρος και αίτινες δεν δύνανται να υπερβαίνουσι τας τρεις κατά μήνα». Το άρθρ. 13 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ.Υπ. Εργασίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Σύνθεσις και αρμοδιότης Υπηρεσιών του Ταμείου Καθορισμός Υπηρεσιών Άρθρ.14.-1.Αι υπηρεσίαι του Ταμείου διεξάγονται υπό του Διοικητικού, λογιστικού και υπηρετικού προσωπικού. α)Το Διοικητικόν προσωπικόν αποτελούν ο Διευθυντής, οι Γραμματείς και οι γραφείς - δακτυλογράφοι. β)Το λογιστικόν ο Αρχιλογιστής, λογιστής, ο βοηθός λογιστού και οι Ελεγκταί. γ)Το υπηρετικόν οι κλητήρες και αι καθαρίστριαι. Σελ. 378 2.Το Ταμείον απαρτίζεται από τας κάτωθι υπηρεσίας. 1)Διεύθυνσιν. 2)Γραμματείαν. 3)Λογιστήριον. 4)Υπηρεσίαν Ελέγχου Εσόδων. 5)Υπηρεσίαν Μητρώου και Στατιστικής. Αρμοδιότης Υπηρεσιών Διεύθυνσις Άρθρ.15.-1.Ο Διευθυντής μεριμνά δια την εκτέλεσιν και εφαρμογήν πασών των εν ισχύϊ διατάξεων περί συστάσεως και λειτουργίας του Ταμείου, των διατάξεων του Κανονισμού και των αποφάσεων του Δ.Σ. Είναι ο άμεσος προϊστάμενος απασών των υπηρεσιών του Ταμείου τας οποίας διευθύνει και εποπτεύει εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του κατά τας αποφάσεις του Δ.Σ. και τας διατάξεις του Κανονισμού. 2.Ειδικώτερον ο Διευθυντής του Ταμείου παρίσταται εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. άνευ ψήφου εισηγούμενος απάσας τας υποθέσεις του Ταμείου, εκτός εκείνων τας οποίας εισηγείται ο Πρόεδρος ή ο ειδικός Εισηγητής οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. Υποβάλλει εν σχεδίω εις το Δ.Σ. τας παρατηρήσεις του επί της λειτουργίας του Ταμείου και προτείνει τα κατά την γνώμην του χρήσιμα μέτρα προς αρτιωτέραν οργάνωσιν και γενικώς καλλιτέραν λειτουργίαν αυτού. Υποβάλλει εν σχεδίω εις το Δ.Σ. τον ετήσιον Ισολογισμόν και Απολογισμόν εκάστης οικονομικής χρήσεως και τον ετήσιον προϋπολογισμόν. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 3.Λαμβάνει γνώσιν απάσης της αλληλογραφίας και επιμελείται της νομίμου ενεργείας αυτής, εισηγούμενος σχετικώς εις τον Πρόεδρον του Δ.Σ. Υπογράφει κατ’ εντολήν και εξουσιοδότησιν του Προέδρου τα προπαρασκευαστικά έγγραφα ως και τα έγγραφα δι’ ων αιτούνται ή παρέχονται πληροφορίαι. Συνυπογράφει ομοίως μετά του Προέδρου του Δ.Σ. α)τα προς διαφόρους αρχάς έγγραφα του Ταμείου και άπαντα τα εξερχόμενα τοιαύτα τα οπωσδήποτε δεσμεύοντα το Ταμείον, β)τας μισθοδοτικάς καταστάσεις του προσωπικού, γ)τας προς την Εθν. Τράπεζαν της Ελλάδος επιταγάς, εκδιδομένας εις διαταγήν οιουδήποτε και δι’ οιονδήποτε ποσόν, συμφώνως προς τας εκάστοτε αποφάσεις του Δ.Σ., δ)άπαντα τα γραμμάτια εισπράξεως, εντάλματα πληρωμών και δελτία συμψηφιστικών πράξεων, ων ελέγχει την ακρίβειαν και συμφωνίαν προς τα οικεία δικαιολογητικά, ε)άπαντα τα λογιστικά έγγραφα και λογαριασμούς, τα μηνιαία λογιστικά ισοζύγια, τον Προϋπολογισμόν και ετήσιον Ισολογισμόν της διαχειρίσεως του Ταμείου. 4.Ο Δ/ντής του Ταμείου επιμελείται όλων των ζητημάτων των αφορώντων την υπηρεσιακήν κατάστασιν του προσωπικού. Κατανέμει το προσωπικόν εις τας διαφόρους υπηρεσίας του Ταμείου και υποβάλλει κατ’ έτος εις το Δ.Σ. έκθεσιν περί της ποιότητος και ικανότητος των υπαλλήλων. 5.Ασκεί πειθαρχικήν εξουσίαν επί του προσωπικού του Ταμείου κατά τα ειδικώτερον εις το οικείον άρθρον διαλαμβανόμενα και χορηγεί εις τους υπαλλήλους του Ταμείου αδείας απουσίας μέχρι 10 εν συνόλω ημερών κατ’ έτος ημερολογιακόν εις έκαστον, προσμετρουμένας εις την χορηγουμένην εις έκαστον υπάλληλον κανονικήν άδειαν. 6.Τον Δ/ντήν απόντα ή ελλείποντα ή κωλυόμενον αναπληροί είς των ανωτέρων υπαλλήλων του Ταμείου, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ αναλήψεις όμως χρημάτων υπογράφει αντ’ αυτού το δι’ ειδικής αποφάσεως του Δ.Σ. οριζόμενον μέλος αυτού. 7.Προς αντιμετώπισιν διαφόρων μικροεξόδων του Ταμείου επιτρέπεται η έκδοσις κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. επ’ ονόματι του Δ/ντού του Ταμείου εντάλματος μέχρι ποσού 10.000 επί αποδόσει λογαριασμού. Γραμματεία Άρθρ.16.-1.Ο Γραμματέας έχει την επιμέλειαν της διεκπεραιώσεως πάσης διοικητικής υποθέσεως του Ταμείου. 2.Επιμελείται της προμηθείας επίπλων και υλικού του Ταμείου των επισκευών του κτιρίου και των επίπλων αυτού. 3.Ο Γραμματεύς παραλαμβάνει, αποσφραγίζει και διεκπεραιώνει την αλληλογραφίαν του Ταμείου. 4.Πρωτοκολλεί τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα εις το βιβλίον πρωτοκόλλου κατ’ αύξοντα αριθμόν ετησίως, μετά περιλήψεως συσχετίζων ταύτα και διανέμει την αλληλογραφίαν επί αποδείξει μεταξύ των υπηρεσιών του Ταμείου. 5.Προβαίνει εις την προσήκουσαν ενέργειαν επί παντός εισερχομένου και εξερχομένου εγγράφου εν συνεννοήσει μετά της Διευθύνσεως και τηρεί αντίγραφα των εξερχομένων εγγράφων. 6.Ταξινομεί και διαφυλάττει εν τω αρχείω του Ταμείου τα έγγραφα εις ειδικούς φακέλλους κατ’ έτη και κατηγορίας. 7.Επιμελείται της προπαρασκευής των συνεδριάσεων του Δ.Σ. παραδίδων εγκαίρως εις τον Γραμματέα αυτού τα εις χείρας του στοιχεία και ανακοινοί εις τας υπηρεσίας του Ταμείου τας αποφάσεις του Δ.Σ. τας αφορώσας αυτάς φροντίζων δια την εκτέλεσίν των. 8.Τηρεί το βιβλίον αντιγραφής των εκθέσεων των εξελεγκτικών Επιτροπών ως και παν βιβλίον χρήσιμον δια την διεκπεραίωσιν των διοικητικών υποθέσεων του Ταμείου. 9.Δια την κανονικήν λειτουργίαν της όλης υπηρεσίας της Γραμματείας ως και δια την τάξιν και ενημερότητα του αρχείου είναι προσωπικώς υπεύθυνος και υπόλογος ο προϊστάμενος αυτής Γραμματεύς Α΄. Λογιστήριον Άρθρ.17.-1.Το Λογιστήριον συγκεντροί την όλην λογιστικήν υπηρεσίαν του Ταμείου, τηρούν κατά το συγκεντρωτικόν διπλογραφικόν σύστημα λογαριασμών τα κάτωθι βιβλία: α)Βιβλίον απογραφών τεθεωρημένον υπό της αρμοδίας αρχής, εις ο καταχωρούνται, η απογραφή, ο ισολογισμός και απολογισμός εκάστης χρήσεως, η ανάλυσις του Γενικού Απολογισμού διαχειρίσεως και ο πίναξ των εις την κατοχήν του Ταμείου χρηματογράφων. β)Συγκεντρωτικόν Ημερολόγιον τεθεωρημένον υπό της αρμοδίας Αρχής. γ)Αναλυτικόν Ημερολογίον Ταμείου. δ)Συγκεντρωτικόν Καθολικόν. ε)Αναλυτικά Καθολικά των περιληπτικών λογαριασμών του Συγκεντρωτικού Καθολικού, αναλόγως, της ειδικής λογιστικής υπηρεσίας του Ταμείου και των εκάστοτε παρουσιαζομένων αναγκών. ς)Βιβλία ατομικών λογαριασμών των ησφαλισμένων και συνταξιούχων ή καρτέλλες. ζ)Βιβλίον μηνιαίων ισοζυγίων συγκεντρωτικού και αναλυτικών Καθολικών. η)Βιβλία μηνιαίων ισοζυγίων ατομικών λογαριασμών των ησφαλισμένων και συνταξιούχων. (Αντί της σελ. 379) Σελ. 379(α) Τεύχος 435-Σελ. 13 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 2.Τηρεί επίσης τα βιβλία: α)Παρακολουθήσεως εκτελέσεως του Προϋπολογισμού των εσόδων ασφαλιστικών παροχών και δαπανών του Ταμείου. β)Διπλότυπα γραμμάτια εισπράξεως, εντάλματα πληρωμής και διπλότυπα συμψηφιστικών πράξεων. 3.Δύναται επίσης να τηρή και έτερα βιβλία, άτινα κατά την κρίσιν του Δ.Σ. θα εθεωρούντο απαραίτητα δια την ακριβή παρακολούθησιν και έλεγχον της δράσεως αυτού. 4.Το Λογιστήριον συντάσσει τας μισθοδοτικάς καταστάσεις του προσωπικού, τας καταστάσεις αποζημιώσεων των μελών του Δ.Σ. εκδίδει τας προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος ή ετέραν Τράπεζαν επιταγάς δια την ανάληψιν των αναγκαιούντων δια τας πληρωμάς χρηματικών ποσών, τα γραμμάτια εισπράξεως, εντάλματα πληρωμής και τα δελτία συμψηφιστικών πράξεων. Εκδίδει ωσαύτως τα φυλλάδια των συντάξεων και επιδομάτων των κατόπιν των οικείων αποφάσεων του Δ.Σ. συνταξιοδοτουμένων ησφαλισμένων ή δικαιοδόχων αυτών. 5.Παρακολουθεί τας προς το Ταμείον διαβιβαζομένας μέσω της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος υπό των εργοδοτών καταστάσεις, κρατήσεων των ησφαλισμένων και καταχωρεί αυτάς εις τους ατομικούς λογαριασμούς και εις τα οικεία αναλυτικά Καθολικά. 6.Παρακολουθεί και ελέγχει τους μετά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος λογαριασμούς του Ταμείου, ως και τους μετά τρίτων τοιούτους καθώς επίσης και την κίνησιν των χρηματογράφων ήτοι, αγοράς, κληρώσεις αυτών, λήξεις τοκομεριδίων κ.λπ. Συντάσσει και υποβάλλει εις την Διεύθυνσιν τον Προϋπολογισμόν εσόδων και δαπανών του Ταμείου, τον ετήσιον Ισολογισμόν και Απολογισμόν της διαχειρίσεως του Ταμείου, ως και τας σχετικάς εκθέσεις επί ζητημάτων της αρμοδιότητός του. Διακανονίζει τους λογαριασμούς των απονεμητέων συντάξεων εις τους συνταξιούχους και τους δικαιοδόχους αυτών, επί τη βάσει των καταστατικών διατάξεων, ον συνυπεύθυνον μετά του Διευθυντού δια την ακρίβειαν των εκθέσεων παροχών. Μεριμνά δια την συγκέντρωσιν των δικαιολογητικών στοιχείων εισπράξεων και πληρωμών, άτινα φυλάσσει επιμελώς εις ειδικούς φακέλλους. Τηρεί το βιβλίον απογραφής και περιουσίας του Ταμείου εις ο καταγράφονται τα έπιπλα και λοιπά είδη του Ταμείου εις την αρχικήν αυτών αξίαν της προμηθείας των. 7.Της υπηρεσίας του Λογιστηρίου προΐσταται ο Αρχιλογιστής, όστις κατευθύνει γενικώς ταύτην και λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα, όπως η υπηρεσία του Λογιστηρίου διεξάγεται κανονικώς και ευρύθμως ων υπεύθυνος δια πάσαν τυχόν καθυστέρησιν ή ανωμαλίαν του Λογιστηρίου. Σελ. 380(α) Τεύχος 435-Σελ. 14 8.Ο Αρχιλογιστής προσυπογράφει μετά του Προέδρου του Δ.Σ. και του Διευθυντού του Ταμείου, τας προς την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος εκδιδομένας επιταγάς, τα γραμμάτια εισπράξεως, εντάλματα πληρωμών και δελτία συμψηφιστικών πράξεων. Τον Αρχιλογιστήν απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. οριζόμενος λογιστής. Η ταμειακή υπηρεσία διεξάγεται δια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Εις περίπτωσιν καταβολής εκτάκτων επιδομάτων δύναται το Δ.Σ. δι’ αποφάσεώς του να αναθέση την πληρωμήν ταύτην εις τον Διευθυντήν του Ταμείου δι’ εκδόσεως εντάλματος επί αποδόσει λογαριασμού. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Υπηρεσία Παροχών «Άρθρ.17Α.-1.Η υπηρεσία παροχών αποτελεί ιδιαιτέραν υπηρεσίαν του Ταμείου και έχει τας κάτωθι αρμοδιότητας: α)Εισηγείται την έγκρισιν ή απόρριψιν των αιτήσεων απονομής συντάξεων γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, κατά τας διατάξεις του Κανονισμού Παροχών. β)Τηρεί το Μητρώον των συνταξιούχων του Ταμείου. γ)Τηρεί τους ατομικούς φακέλλους των αυτών συνταξιούχων. δ)Εισηγείται την έγκρισιν ή απόρριψιν των αιτήσεων χορηγήσεως εφ’ άπαξ παροχών, κατά τας διατάξεις του Κανονισμού Προνοίας. ε)Εισηγείται την έγκρισιν ή απόρριψιν των αιτήσεων επιστροφής εισφορών και αναγνωρίσεως υπηρεσίας, κατά τας διατάξεις του κανονισμού Παροχών. ς)Τηρεί και συμφωνεί λογιστικώς τους ατομικούς λογαριασμούς των συνταξιούχων του Ταμείου και ζ)Επιλαμβάνεται γενικώς παντός θέματος αφορώντος τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας εν γένει παροχάς. 2.Της υπηρεσίας παροχών προΐσταται υπάλληλος επί βαθμώ 6ω και άνω, της Α ή Β κατηγορίας όστις τυγχάνει υπεύθυνος δια την λειτουργίαν αυτής». Το άρθρ. 17Α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Ε4 οικ.4095 της 31 Ιουλ./24 Αυγ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 691). Υπηρεσία Εσόδων Άρθρ.18.-«1.Η υπηρεσία Εσόδων είναι αρμοδία δια την κανονικήν βεβαίωσιν και είσπραξιν, παρά των υποχρέων εργοδοτών, των υπέρ του Ταμείου ασφαλιστικών εισφορών και δικαιωμάτων. 2.Αι αρμοδιότητες της υπηρεσίας Εσόδων κατανέμονται μεταξύ των Γραφείων αυτής ως ακολούθως: α)Γραφείον 1ον. Ελέγχου Εσόδων Παρακολουθεί, ελέγχει και μεριμνά δια την κανονικήν κατάθεσιν παρά των υποχρέων εργοδοτών εντός της καθοριζομένης προθεσμίας των υπέρ του Ταμείου ασφαλιστικών εισφορών και δικαιωμάτων εις την υπό του Δ.Σ. οριζομένην Τράπεζαν, εισηγουμένη αρμοδίως δια την δίωξιν των παραβατών. Ενεργεί επιθεωρήσεις εις τα εμπορικά καταστήματα τα εντός και εκτός της έδρας του Ταμείου και δια τα τελευταία μετά προηγουμένην απόφασιν του Δ.Σ., μεριμνώσα δια την υπαγωγήν απάντων των υποκειμένων εις την ασφάλισιν υπαλλήλων, υποβάλλουσα τας σχετικάς εκθέσεις της εις την Διεύθυνσιν του Ταμείου. Επίσης εκτελεί και πάσαν άλλην εξωτερικήν υπηρεσίαν έχουσα τον χαρακτήρα ελέγχου ή επιθεωρήσεως, ήτις ήθελεν ανατεθή αυτή υπό του Δ.Σ. Της υπηρεσίας Ελέγχου Εσόδων προΐσταται υπάλληλος επί βαθμώ 6ω και άνω της Α ή Β κατηγορίας. Ούτος:Τυγχάνει προσωπικώς υπεύθυνος και υπόλογος δια την κανονικήν διεξαγωγήν της υπηρεσίας υπό των ελεγκτών του Ταμείου κατά τα ως άνω εκτιθέμενα. Τηρεί βιβλίον εργοδοτών και κρατεί πάντοτε τούτο ενήμερον βάσει των στοιχείων τα οποία προσκομίζουν, εις αυτόν, οι ελεγκταί, σημειοί δε επί της οικείας στήλης αυτού την χρονολογίαν καθ’ ην εγένετο ο τελευταίος έλεγχος εις τα βιβλία του εργοδότου και τον μήνα μέχρι του οποίου κατέβαλε τας υποχρεώσεις του εις το Ταμείον. Προς παρακολούθησιν της εν γένει αποδόσεως των ελεγκτών δύναται κατόπιν αδείας της διευθύνσεως να εξέρχεται άπαξ της εβδομάδος και να ενεργή έλεγχον επί της εργασίας των ελεγκτών. β)Γραφείον 2ον. Εισπράξεως Εσόδων Εισηγείται τα μέτρα διώξεως των οφειλετών του Ταμείου. Τηρεί και εφαρμόζει την διοικητικήν εκτέλεσιν κατά των οφειλετών του Ταμείου, βάσει των διατάξεων της νομοθεσίας περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Ε.Δ.Ε.). Εισηγείται την υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου έκδοσιν αποφάσεων, δι’ ων καθορίζονται το ποσόν του χρέους των οφειλετών του Ταμείου και η χρονική περίοδος εις ην ανάγεται τούτο. Συντάσσει τας ατομικάς ειδοποιήσεις, παραγγελίας προς κατάσχεσιν, αναγγελίας εις πτώχευσιν και πλειστηριασμόν, ως και λοιπά σχετικά έγγραφα κατ’ εφαρμογήν του Ν.Ε.Δ.Ε. Τηρεί τους ατομικούς λογαριασμούς των εργοδοτών, ως και τους φακέλλους αυτών. Τηρεί και συμφωνεί τας υπό της Τραπέζης αποστελλομένας κατά μήνα αποδείξεις και καταστάσεις καταβολής εισφορών και προσθέτων τελών και, επιλαμβάνεται γενικώς παντός θέματος εισπράξεως των πόρων του Ταμείου και διώξεως των οφειλετών αυτού». Το άρθρ. 18 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Ε4 οικ.4095 της 31 Ιουλ./24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 691) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Υπηρεσία Επιθεωρήσεως «Άρθρ.18α.-Η Υπηρεσία Επιθεωρήσεως έχει τας κάτωθι αρμοδιότητας: α)Ενεργεί επιθεωρήσεις προς εξακρίβωσιν της κανονικής αποδόσεως των πόρων του Ταμείου και της δραστηριότητας των εντεταλμένων με τον έλεγχον και την βεβαίωσιν τούτων οργάνων αυτού. (Αντί της σελ. 381(α) Σελ. 381(β) Τεύχος 435-Σελ. 15 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 β)Ενεργεί επίσης επιθεώρησιν της εσωτερικής λειτουργίας των περιφερειακών γραφείων και των εις αυτά εδρευόντων υπολόγων διαχειριστών και εκτελεί πάσαν άλλην εξωτερικήν υπηρεσίαν έχουσαν τον χαρακτήρα επιθεωρήσεως, η οποία ήθελεν ανατεθή εις αυτήν δι’ αποφάσεως του Διευθυντού του Ταμείου. γ)Προς εκτέλεσιν των κατά τα ανωτέρω αρμοδιοτήτων της δύναται να πραγματοποιή επιθεωρήσεις εις τας πόλεις τας οποίας έχει επεκταθή η ασφάλισις του Ταμείου και εις μεν την περιφέρειαν της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης οποτεδήποτε, εις δε τας λοιπάς πόλεις άπαξ του έτους κατόπιν αποφάσεως του Διευθυντού του Ταμείου. δ)Εις περίπτωσιν ανάγκης δι’ αποφάσεως του Διευθυντού δύνανται να διενεργηθώσι και περισσότεραι της μιας επιθεωρήσεις εις τας εκτός της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης πόλεις. ε)Ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας, μεθ’ εκάστην επιθεώρησιν, υποχρεούται να υποβάλη εις την Διεύθυνσιν του Ταμείου έκθεσιν, σχετικήν με την απόδοσιν των πόρων και προσόδων τούτου, την δραστηριότητα των εντεταλμένων οργάνων του Ταμείου ως και πάσαν άλλην πληροφορίαν ή παρατήρησιν σχέσιν έχουσαν με τας αρμοδιότητας της υπηρεσίας του. ς)Της υπηρεσίας επιθεωρήσεως προΐσταται υπάλληλος επί βαθμώ 6ω και άνω της Α΄ ή Β΄ Κατηγορίας όστις τυγχάνει υπεύθυνος δια την λειτουργίαν αυτής». Το άρθρ. 18α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 9897/567 της 8 Φεβρ./1 Μαρτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 118 Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 279 της 9 Μαΐου 1966). Υπηρεσία Μητρώου και Στατιστικής Άρθρ.2.-''Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των εν τω επομένω άρθρω αναφερομένων προσώπων, δια της χορηγήσεως, εις τας υπό ειδικού Κανονισμού ορισθησομένας περιπτώσεις εφ’ άπαξ ή περιοδικών παροχών λόγω αναπηρίας και γήρατος, εις τα πρόσωπα ταύτα και εις τα μέλη οικογενείας αυτών, εν περιπτώσει θανάτου τούτων''. Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. Πρόσωπα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν. Άρθρ.19.-1.Εις την αρμοδιότητα της υπηρεσίας Μητρώου και Στατιστικής υπάγεται: α)Η έκδοσις ασφαλιστικών δελτίων ταυτότητος ησφαλισμένων. β)Η τήρησις βιβλίου Μητρώου αναφέροντος αύξοντα αριθμόν, ονοματεπώνυμον ησφαλισμένου και πάσαν λεπτομέρειαν της οικογενειακής και επαγγελματικής καταστάσεως τούτου. γ)Η τήρησις ευρετηρίου Μητρώου κατά καθορισθησόμενον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. τρόπον. δ)Η τήρησις ατομικών φακέλλων των ησφαλισμένων εν οις τοποθετούνται άπαντα τα αφορώντα αυτούς έγγραφα και στοιχεία. 2.Η υπηρεσία Μητρώου και Στατιστικής συγκεντρώνει και κατατάσσει πάντα τα στατιστικά στοιχεία των ησφαλισμένων καταρτίζουσα τους αναγκαίους στατιστικούς πίνακας. 3.Της υπηρεσίας ταύτης προΐσταται υπάλληλος επί βαθμώ Γραμματέως όστις τυγχάνει προσωπικώς υπεύθυνος και υπόλογος δια την ενημερότητα και κανονικήν λειτουργίαν της υπηρεσίας ταύτης. Σελ. 382(β) Τεύχος 435-Σελ. 16 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Σύνθεσις και κατανομή προσωπικού Άρθρ.20.-«1.Η σύνθεσις του τακτικού προσωπικού του Ταμείου ορίζεται ως κάτωθι: α)Είς Διευθυντής επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Διευθυντού Β΄ ή Α΄ τάξεως. β)Είς Αρχιλογιστής επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Τμηματάρχου Β΄ ή Α΄ τάξεως. γ)Είς Λογιστής επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραμματέως Β΄ ή Α΄ τάξεως ή Εισηγητού. δ)Τέσσαρες Γραμματείς επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραμματέως Β΄ ή Α΄ τάξεως ή Εισηγητού. ε)Είς Ελεγκτής επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραμματέως Β΄ ή Α΄ τάξεως ή Εισηγητού. ς)Οκτώ βεβαιωταί επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Ακολούθου ή Γραμματέως β΄ τάξεως. ζ)Δύο βοηθοί Λογιστού επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Ακολούθου ή Γραμματέως Β΄ τάξεως. η)Οκτώ Γραφείς επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραφέως β΄ ή α΄ τάξεως ή ακολούθου. θ)Είς Δακτυλογράφος επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Γραφέως β΄ ή α΄ τάξεως ή ακολούθου. ι)Είς Κλητήρ επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού κλητήρος β΄ ή α΄. ια)Μία καθαρίστρια. 2.Το ανωτέρω Προσωπικόν κατανέμεται ως ακολούθως: 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Α΄. Διεύθυνσις α)Είς Διευθυντής. β)Είς Κλητήρ. Β΄. Γραμματεία α)Τρεις Γραμματείς. β)Τρεις Γραφείς. γ)Είς δακτυλογράφος. Γ΄. Λογιστήριον α)Είς Αρχιλογιστής. β)Είς Λογιστής. γ)Δύο Βοηθοί Λογιστού. δ)Τρεις Γραφείς. Δ΄. Υπηρεσία Ελέγχου Εσόδων α)Είς Ελεγκτής. β)΄Εξ βεβαιωταί δια την περιφέρειαν της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. γ)Δύο βεβαιωταί δια την περιφέρειαν Θεσσαλονίκης. Ε΄. Υπηρεσία Μητρώου και Στατιστικής α)Είς Γραμματεύς. β)Δύο Γραφείς. 3.Δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου δύναται το υπαλληλικόν προσωπικόν να χρησιμοποιείται και εις άλλας υπηρεσίας εκτός των ως άνω ειδικώς καθοριζομένων, αναλόγως των παρουσιαζομένων υπηρεσιακών αναγκών. 4.Προς αντιμετώπισιν εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του ταμείου δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δι’ αποφάσεώς του, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας να προσλαμβάνη προσωρινώς και δια χρόνον ουχί μείζονα των έξ μηνών δύο το πολύ εκτάκτους υπαλλήλους, επί αμοιβή καθοριζομένη δια της αυτής αποφάσεως. 5.Ωσαύτως προς αντιμετώπισιν εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του ταμείου, δύναται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας να συνιστώνται συνεργεία εκ του Προσωπικού του Ταμείου δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων». Το άρθρ. 20 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 30441/2576 της 5/6 Σεπτ. 1946 αποφ. Υπ. Εργασίας. Δυνάμει του Ν.Δ. 169/1969 περί τακτοποιήσεως εκτάκτων υπαλλήλων συνεστήθησαν και άλλαι θέσεις δια του Β.Δ. 144 της 11/16 Φεβρ. 1970 (ΦΕΚ Α΄ 39) περί συστάσεως τακτικών θέσεων παρά τω Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ. Μισθοδοσία Προσωπικού Άρθρ.21.-«1.Ο μισθός και τα πάσης φύσεως επί τούτου επιδόματα του προσωπικού του Ταμείου, καθορίζονται βάσει των διατάξεων των διεπουσών εκάστοτε τα της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων, αναλόγως του βαθμού αυτών. 2.«Εις το υπαλληλικόν και υπηρετικόν προσωπικόν του Ταμείου δύνανται να χορηγώνται μηνιαίως και από 1ης Μαρτ. 1949 κατ’ αποκοπήν πάγια έξοδα κινήσεως μέχρι δραχ. 200.000 αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου, καταβαλλόμενα την 1ην εκάστου μηνός». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 35474/Σ.810 της 3/3 Αυγ. 1949 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 122). 3.«Δύνανται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. να χορηγούνται εις τον κλητήρα του Ταμείου κατ’ έτος μεν μία στολή θερινή ή χειμερινή κατά την κρίσιν του Δ.Σ. και δύο ζεύγη υποδημάτων, ανά τριετίαν δε και έν αδιάβροχον αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου αυτών εις χρήμα». Η παρ. 3 ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 12081/Σ.333 της 27/31 Μαρτ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας και είτα ως άνω δια της υπ’ αριθ. 66720/Σ.1564 της 7/23 Νοεμ. 1955 ομοίας. 4.«Εις τον προϊστάμενον της υπηρεσίας Ελέγχου Εσόδων του Ταμείου ως και τους μονίμους βεβαιωτάς αυτού τους εκτελούντας τακτικώς υπηρεσίαν εκτός γραφείου δύναται να χορηγείται κατ’ έτος μετ’ απόφασιν του Δ.Σ. ανά μία χειμερινή στολή και έν ζεύγος υποδημάτων, αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου των ως άνω ειδών εις χρήμα. Η ισχύς της παρούσης ανατρέχει από της ισχύος της υπ’ αριθ. 56355/1/54 Υπουργικής αποφάσεως». Η παρ. 4 ετροποποιήθη δια της υπ’ άριθ. 56355/54/1 της 2/16 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας και είτα ως άνω δια της υπ’ αριθ. 28107/Σ.671 της 29 Απρ./18 Μαΐου 1955 ομοίας. «Τα είδη ταύτα δύνανται υπό τας ιδίας προϋποθέσεις να χορηγώνται και εις τους εκτάκτους ή επί συμβάσει βεβαιωτάς του Ταμείου, εφ’ όσον ούτοι συνεπλήρωσαν 2ετίαν εις την υπηρεσίαν του βεβαιωτού». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 70494/Σ.725 της 19/28 Δεκ. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί της σελ. 382,01) Σελ. 382,01(α) Τεύχος 435-Σελ. 17 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 «5.Τα είδη ταύτα δύνανται υπό τας αυτάς προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου να χορηγώνται και εις υπαλλήλους της υπηρεσίας Επιθεωρήσεως του Ταμείου τους εκτελούντας τακτικώς υπηρεσίαν εκτός γραφείου». Η ανωτέρω παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Ε4 οικ.4095 της 31 Ιουλ./24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 691) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «5.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δύναται να χορηγήται κατ’ έτος μία εσθής εις εκάστην υπάλληλον του Ταμείου τακτικήν ή μη και εις εκάστην καθαρίστριαν αυτού». Η παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 100127/ 4716 της 17/26 Νοεμ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 792). Προσόντα Προσωπικού Άρθρ.22.-«1.Ίνα διορισθή τις υπάλληλος του Ταμείου δέον να κέκτηται τα κάτωθι γενικά και ειδικά προσόντα. Α΄. Γενικά α)Να είναι Έλλην πολίτης εγγεγραμμένος εις τα Μητρώα Δήμου ή Κοινότητος του Κράτους. β)Να μη έχη καταδικασθή οπωσδήποτε επί παραβάσει των άρθρ. 22 και 24 του Ποινικού Νόμου. γ)Να είναι υγιής, πιστοποιουμένης της υγείας του δια της γνωματεύσεως ενός ιατρού οριζομένου υπό του Διοικ. Συμβουλίου. Β΄. Ειδικά α)Δια την θέσιν του Διευθυντού πτυχίον Νομικής ή της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή της Παντείου Σχολής, ή ισοτίμου ημεδαπής ή αλλοδαπής Σχολής, είτε απολυτήριον Γυμνασίου και υπερδεκαετή προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή παρά Νομικώ προσώπω Δημοσίου Δικαίου. Σελ. 382,02(α) Τεύχος 435-Σελ. 18 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) β)Δια την θέσιν του Αρχιλογιστού πτυχίον της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών είτε Απολυτήριον Μέσης Εμπορικής Σχολής και υπερεξαετή προϋπηρεσίαν εις ομοειδή θέσιν παρά Νομικώ προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή σοβαρά Οικονομική Επιχειρήσει. γ)Δια την θέσιν του Γραμματέως πτυχίον Νομικής Σχολής ή της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή της Παντείου Σχολής ή ισοτίμου ημεδαπής ή αλλοδαπής Σχολής, είτε απολυτήριον Γυμνασίου και πενταετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν παρά τω Δημοσίω ή Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή σοβαρά οικονομική Επιχειρήσει. δ)Δια την θέσιν του Λογιστού, πτυχίον της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών είτε απολυτήριον Μέσης Εμπορικής Σχολής και υπερτριετή προϋπηρεσίαν εις ομοειδή θέσιν παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή σοβαρά οικονομική επιχειρήσει. ε)Δια την θέσιν του Ελεγκτού Απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής. ς)Δια την θέσιν του βεβαιωτού ενδεικτικόν τετάρτης τάξεως εξαταξίου Γυμνασίου. ζ)Δια την θέσιν του βοηθού Λογιστού απολυτήριον Μέσης Εμπορικής Σχολής ή απολυτήριον Γυμνασίου και υπερδιετή προϋπηρεσίαν παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή σοβαρά οικονομική επιχειρήσει. η)Δια την θέσιν του Γραφέως απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Εμπορικής Σχολής. θ)Δια την θέσιν της Δακτυλογράφου ενδεικτικόν Δ΄ τάξεως εξαταξίου Γυμνασίου και επαρκείς γνώσεις δακτυλογραφίας. ι)Δια την θέσιν του κλητήρος γνώσις γραφής και αναγνώσεως. 2.Εντός μηνός από της δημοσιεύσεως της παρούσης το Διοικ. Συμβούλιον δέον να προβή εις ένταξιν του ήδη υπηρετούντος παρά τω Ταμείω τακτικού προσωπικού του, επί τη βάσει των προσόντων της υπηρεσιακής ικανότητος, δι’ αποφάσεως αυτού, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Αι μετά την ένταξιν του ήδη υπηρετούντος τακτικού προσωπικού απομένουσαι κεναί θέσεις του Ταμείου, πληρούνται βάσει των διατάξεων του παρόντος δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας». Το άρθρ. 22 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 30441/2576 της 5/6 Σεπτ. 1946 αποφ. Υπ. Εργασίας. Προαγωγαί Υπαλλήλων «Άρθρ.22α.-1.Οι Υπάλληλοι του Ταμείου προάγονται εις τον αμέσως ανώτερον βαθμόν εφ’ όσον υπάρχουν κεναί οργανικαί θέσεις, κέκτηνται τα δια τον ανώτερον βαθμόν απαιτούμενα προσόντα και μετά την συμπλήρωσιν του εν τω Νόμ. 1811/51 οριζομένου αναλόγως του βαθμού χρόνου υπηρεσίας. 2.Η προαγωγή των υπαλλήλων του Ταμείου κατά τα ανωτέρω ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας». Το άρθρ. 22α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 69419/Σ.1588/1950 της 4/6 Δεκ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας. Τρόπος διορισμού προσωπικού Άρθρ.23.-1.Ο διορισμός των υπαλλήλων εις τας υπό του παρόντος Κανονισμού προβλεπομένας θέσεις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. 2.Η υπαλληλική σχέσις άρχεται από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της εγκρίσεως της περί διορισμού αποφάσεως του Δ.Σ. και λήγει από του θανάτου ή από της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως του Υπουργού Εργασίας της περί απολύσεως αποφάσεως του Δ.Σ. ή από της αποδοχής παρά του Δ.Σ. της περί παραιτήσεως αιτήσεως του οικειοθελώς αποχωρούντος υπαλλήλου. «3.«α)Οι μόνιμοι υπάλληλοι του Ταμείου απολύονται αυτοδικαίως άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους της ηλικίας των». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56488/54 της 28 Ιαν./12 Φεβρ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. Δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται πάντοτε η 31 Δεκεμβρίου του έτους της γεννήσεως του υπαλλήλου. Η ηλικία αποδεικνύεται εκ της εντός ενενήκοντα ημερών από της γεννήσεως, συντεταγμένης ληξιαρχικής πράξεως και ελλείψει τοιαύτης προκειμένου μεν περί αρρένων εκ του Μητρώου αρρένων, προκειμένου δε περί θηλέων εκ του γενικού Μητρώου των Δημοτών. Επί πλειόνων εν τοις Μητρώοις εγγραφών, επικρατεί η πρώτη. Δικαστικαί αποφάσεις βεβαιούσαι την ηλικίαν ή διορθούσαι εγγραφήν ουδέποτε λαμβάνονται υπ’ όψιν». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56207/54/3 της 28 Απρ./1 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας και Οικονομικών. Σελ. 383 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Καταβολή αποδοχών Άρθρ.24.-«1.Αι αποδοχαί των υπαλλήλων του Ταμείου, καταβάλλονται κατά 15ήμερον προκαταβολικώς μεν δια τους εκ τούτων μονίμους δεδουλευμέναι δε δια τους εκτάκτους. 2.Η επί του μισθού αξίωσις του υπαλλήλου άρχεται: α)Του διορισθέντος από της εγκαταστάσεως εις την θέσιν του, δεόντως βεβαιουμένης. β)Του προαχθέντος ή υποβιβασθέντος από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της περί προαγωγής ή υποβιβασμού πράξεως. γ)Του ανακληθέντος εκ της διαθεσιμότητος ή της αργίας, η επί του πλήρους μισθού αξίωσις άρχεται από της επανεγκαταστάσεως εις την θέσιν αυτού δεόντως βεβαιουμένης. 3.Η επί του μισθού αξίωσις του υπαλλήλου διαρκεί: α)Επί απολύσεως του υπαλλήλου λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, ή επί θανάτου αυτού, επί τρίμηνον από της τοιαύτης απολύσεως ή του θανάτου. β)Επί παραιτήσεως ή απολύσεως δι’ οιανδήποτε άλλην αιτίαν μέχρι και της ημέρας τα κοινοποιήσεως της σχετικής περί αποδοχής της παραιτήσεως ή περί απολύσεως πράξεως, εν ουδεμία όμως περιπτώσει πέραν των 20 ημερών από της δημοσιεύσεως της ως άνω πράξεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Το άρθρ. 24 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56207/54/3 της 28 Απρ./1 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας και Οικονομικών. Οδοιπορικά προσωπικού Άρθρ.25.-1.Οι υπάλληλοι του Ταμείου απομακρυνόμενοι της έδρας τούτου κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ εκτέλεσιν υπηρεσίας, δικαιούνται ημερησίας αποζημιώσεως και οδοιπορικών εξόδων. 2.Η ημερησία αποζημίωσις ορίζεται εις το 1/30 των αποδοχών ενός μηνός του υπαλλήλου και καταβάλλεται δια τας ημέρας του ταξειδίου και της εκτός της έδρας παραμονής του υπαλλήλου. Η ημέρα αναχωρήσεως και η τοιαύτη επανόδου υπολογίζονται ως ημέραι εκτός έδρας. 3.Ο Διευθυντής, ο γραμματεύς Α΄ και ο Αρχιλογιστής ταξιδεύοντες δι’ εκτέλεσιν υπηρεσίας δικαιούνται εισιτηρίου Α΄ θέσεως, άπαντες δε οι λοιποί υπάλληλοι Β΄ θέσεως. 4.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δύναται να προκαταβληθή εις τους εξερχομένους της έδρας του Ταμείου δι’ υπηρεσίαν υπαλλήλους ανάλογον χρηματικόν ποσόν επί αποδόσει λογαριασμού. Σελ. 384 Κανονικαί και αναρρωτικαί άδειαι προσωπικού Άρθρ.26.-1.Εις τους υπαλλήλους του Ταμείου δύναται να χορηγηθή δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. κανονική άδεια απουσίας μετά πλήρων αποδοχών μέχρις ενός μηνός καθ’ έκαστον ημερολογιακόν έτος, εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει ως τακτικοί υπάλληλοι του Ταμείου δύο ετών υπηρεσίαν, 15 ημερών δε εφ’ όσον έχουν κάτω των δύο ετών υπηρεσίαν. 2.Πας υπάλληλος ασθενών υποχρεούται αμέσως από της πρώτης ημέρας της ασθενείας του να ειδοποιήση την Δ/νσιν του Ταμείου, άλλως θεωρείται ως απουσιάζων αδικαιολογήτως. Εάν η ασθένεια δεν παραταθή πέραν των πέντε ημερών ο ασθενών υπάλληλος θεωρείται ως λαβών πενθήμερον σιωπηράν άδειαν αναρρωτικήν. Εν περιπτώσει όμως παρατάσεως της ασθενείας του πέραν των πέντε ημερών χορηγείται εις τον ασθενούντα δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και κατόπιν γνωματεύσεως ιατρού του Ταμείου αναρρωτική άδεια μετά πλήρων αποδοχών μέχρι τόσων μηνών όσα είναι τα συμπεπληρωμένα έτη της υπηρεσίας εν τω Ταμείω κατ’ ελάχιστον μεν όριον μέχρι τριών μηνών, κατ’ ανώτατον δε όριον μέχρις ενός έτους. 3.Το κατά την προηγουμένην παράγραφον όριον τριμήνου αδείας δύναται να παραταθή δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. μέχρις έξ μηνών εν συνόλω μετά πλήρων αποδοχών, εάν η ανάγκη και η έκτασις της ασθενείας επιβάλλουν τούτο. 4.Εάν ο εξαντλήσας την δικαιουμένην αναρρωτικήν άδειαν ως ανωτέρω δεν δύναται να ασκήση τα υπηρεσιακά του καθήκοντα λόγω παρατάσεως της ασθενείας του, προκαλείται υπό του Δ.Σ. γνωμάτευσις της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. ήτις Επιτροπή αποφαίνεται είτε περί της ανάγκης της παρατάσεως της νοσηλείας του ασθενούντος, οπότε χορηγείται εις αυτόν κατά τας υποδείξεις της Επιτροπής παράτασις της αδείας μέχρις έξ το πολύ μηνών άνευ αποδοχών είτε περί πλήρους ανικανότητος προς περαιτέρω εκτέλεσιν των υπηρεσιακών του καθηκόντων οπότε ο ασθενών υπάλληλος απολύεται οριστικώς της υπηρεσίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει ούτος δικαιούται αποζημιώσεως ίσης προς τους μισθούς τριών μηνών, ήτις πάντως δεν δύναται να είναι μικροτέρα της υπό του Νόμ. 2112 προβλεπομένης. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 5.Εις υπάλληλον λαβόντα αναρρωτικήν άδειαν απουσίας ενός έτους δεν δύναται να χορηγηθή άδεια νέα λόγω ασθενείας πέραν των τεσσάρων μηνών εντός τριετίας από της λήξεως της προηγουμένης αδείας. Μετά την πάροδον του τετραμήνου χορηγείται κατά τα ανωτέρω αναρρωτική άδεια άνευ αποδοχών μέχρις συμπληρώσεως ενός έτους ήτοι επί οκτώ εισέτι μήνας, μεθ’ ο απολύεται οριστικώς ο υπάλληλος εάν εξακολουθή η ανικανότης προς εργασίαν. 6.Η διαπίστωσις της ασθενείας προς χορήγησιν αναρρωτικής αδείας γίνεται προκειμένου περί αδείας μικροτέρας του ενός μηνός υφ’ ενός ιατρού του Ι.Κ.Α. προκειμένου δε περί αδείας μεγαλυτέρας, υπό της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. 7.Υπάλληλοι του Ταμείου εκπληρούντες την στρατιωτικήν των θητείαν λογίζονται εν κανονική αδεία, άνευ αποδοχών, εκπληρούντες δε εφεδρικήν εν τω στρατώ υπηρεσίαν θεωρούνται εν εκτάκτω κανονική αδεία και λαμβάνουσι τον μηνιαίον μισθόν των πλήρη. Γενικά καθήκοντα και υποχρεώσεις υπαλλήλων Ταμείου Άρθρ.27.-1.Οι υπάλληλοι του Ταμείου οφείλουν να εκτελούν τα υπηρεσιακά αυτών καθήκοντα μετ’ απολύτου ευσυνειδησίας καταβάλλοντες εν τη εκτελέσει αυτών πάσαν επιμέλειαν και εξυπηρετούντες και προασπίζοντες μεθ’ όλων των δυνάμεων αυτών τα συμφέροντα του Ταμείου. Κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας των υποχρεούνται να συμμορφούνται απαρεγκλίτως προς τας εν ισχύϊ διατάξεις των Νόμων και του Κανονισμού του Ταμείου, προς τας αποφάσεις του Δ.Σ. και τας διαταγάς της Διευθύνσεως, τους κανόνας της κρατούσης εν υπηρεσία ιεραρχικής τάξεως και πειθαρχίας και να εκτελούν την εργασίαν των συμφώνως προς τας εκδιδομένας προς αυτούς οδηγίας των προϊσταμένων. 2.Οσάκις δίδεται παρ’ ανωτέρου προς κατώτερον διαταγή δια την νομιμότητα της οποίας αμφιβάλλει ο υφιστάμενος ο τελευταίος ούτος οφείλει να εκθέση εις τον προϊστάμενόν του τας αντιλήψεις του, υποχρεούται δε να εκτελέση την δοθείσαν διαταγήν μόνον κατόπιν εγγράφου εντολής του Διευθυντού. 3.Οι υπάλληλοι του Ταμείου οφείλουν να τηρούν απόλυτον εχεμύθειαν δι’ όλας τας υποθέσεις του Ταμείου και δια παν ότι περιέρχεται εις γνώσιν αυτών ως εκ της υπηρεσίας των και όταν εισέτι αφορά τρίτους ως και δια πάντα τα μελετώμενα ή λαμβανόμενα μέτρα προς προστασίαν των συμφερόντων του Ταμείου και πραγματοποίησιν των σκοπών του. Οι παραβαίνοντες το καθήκον των υποπίπτουν εις πειθαρχικόν παράπτωμα βαρύ και υποχρεούνται εις επανόρθωσιν πάσης ζημίας του Ταμείου προκυψάσης εκ της παραβάσεως ταύτης. 4.Οι υπάλληλοι υποχρεούνται να αποφεύγουν πάσαν πράξιν ασυμβίβαστον προς τα καθήκοντα αυτών, το κύρος της θέσεώς των και την υπαλληλικήν και κοινωνικήν αξιοπρέπειαν αυτών. Οφείλουν να εκτελούν την υπηρεσίαν των μετ’ άκρας προθυμίας και ευπρεπείας και της επιβαλλομένης λεπτότητος απένταντι των ησφαλισμένων του Ταμείου και των μετ’ αυτών συναλλασσομένων. Να σέβωνται τους ανωτέρους των και να έχουν απέναντι όλων των συναδέλφων των το αίσθημα της φιλαλληθίας και της συναδελφικής αλληλεγγύης και να εκτελούν ταχέως την ανατιθεμένην εις αυτούς υπηρεσίαν, να ενεργούν εις αυτούς παραδιδόμενα έγγραφα και εν γένει πάσας τας υποθέσεις της αρμοδιότητός των εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου άνευ ουδεμιάς αδικαιολογήτου καθυστερήσεως. 5.Οι υπάλληλοι οφείλουν να εργάζωνται εις την υπηρεσίαν του Ταμείου καθ’ όλας τας κεκανονισμένας εργασίμους ώρας, μη δικαιούμενοι άλλως μισθού δια τας ημέρας της αδικαιολογήτου απουσίας και διωκόμενοι πειθαρχικώς. 6.Η εκτός της υπηρεσίας συμπεριφορά του υπαλλήλου πρέπει να είναι ανεπίληπτος, αξιοπρεπής και σύμφωνος προς την ιδιότητα της θέσεως και του βαθμού του. Απαγορεύεται εις τους υπαλλήλους του Ταμείου να αναλαμβάνουν οικονομικάς υποχρεώσεις, είτε απ’ ευθείας, είτε ως εγγυηταί, τας οποίας δεν είναι δυνατόν να εκτελέσουν εκ των εισοδημάτων των ή της άλλης περιουσίας των. 7.Υπάλληλος παραβαίνων το καθήκον της προς τους συναδέλφους του οφειλομένης εκτιμήσεως και αλληλεγγύης, διαβάλλων συνάδελφόν του, προς τους άλλους υπαλλήλους ή προς τους προϊσταμένους του ή προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διώκεται πειθαρχικώς. Υπάλληλος ο οποίος προκαλεί την πειθαρχικήν δίωξιν συναδέλφου του δι’ ανακριβών εκ δόλου ή βαρείας αμελείας δηλώσεων ή καταθέτει εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, εν πειθαρχική δίκη πράγματα αναληθή ανεξαρτήτως οιασδήποτε ποινικής ευθύνης παραπέμπεται υποχρεωτικώς προς οριστικήν απόλυσιν. 8.Τα καθήκοντα υπαλλήλων εν τη διεξαγωγή της εσωτερικής υπηρεσίας, η προσωρινή αναπλήρωσις των απουσιαζόντων και η κατά τον αυτόν χρόνον ανάθεσις επιπροσθέστου εργασίας και γενικώς οιασδήποτε άλλης υπηρεσίας καθορίζονται υπό του Διευθυντού αναλόγως των παρουσιαζομένων υπηρεσιακών αναγκών τηρουμένης πάντοτε της υπηρεσιακής ιεραρχίας. Σελ. 385 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Πειθαρχικαί Παραβάσεις Άρθρ.28.-Πειθαρχικαί παραβάσεις είναι: α)Η ανάρμοστος διαγωγή ή η αναξιοπρεπής συμπεριφορά του υπαλλήλου. β)Η εκ της υπηρεσίας αυθαίρετος απουσία ή αδικαιολόγητος ή η μη έγκαιρος προσέλευσις και αποχώρησις εκ της υπηρεσίας προώρως. γ)Η ραθυμία, η αμέλεια, η ατελής και μη έγκαιρος και πλημμελής εκτέλεσις της υπηρεσίας. δ)Η άρνησις ή η παρέλκυσις υπηρεσίας νομίμως διαταχθείσης. ε)Η παράβασις της οφειλομένης εχεμυθείας περί την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του υπαλλήλου και η ανακοίνωσις αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου προς ησφαλισμένους συνταξιούχους ή και προς τρίτους παρά την περί του εναντίου ρητήν εντολήν του Διευθυντού. ς)Πάσα πράξις του υπαλλήλου αντικειμένη εις τα καθωρισμένα υπαλληλικά καθήκοντα. Πειθαρχικαί ποιναί Άρθρ.3.-''1.Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς: α)Πάντες οι υπάλληλοι χονδρικής και λιανικής πωλήσεως και οι υπηρέται των πάσης φύσεως και μορφής Εμπορικών Καταστημάτων, Πρατηρίων και Αποθηκών, των περιφερειών της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης και των πόλεων Θεσσαλονίκης, Πατρών, Βόλου και Καλαμών, πλην των Καταστημάτων Φαρμακευτικών ειδών και ειδών διατροφής, οι παρέχοντες εξηρτημένην εργασίαν έναντι οιασδήποτε αμοιβής και συγκεντρούντες τας προϋποθέσεις του άρθρ. 10 του Νόμ. 1234, των κάτωθι ενδεικτικώς παρατιθεμένων κατηγοριών: Ειδών ανδρικών, γυναικείων και παιδικών εν γένει υφασμάτων παντός είδους, ετοίμων ενδυμάτων, πίλων ανδρικών, γυναικείων και παιδικών, γουναρικών, κλωστικών παντός είδους, παιγνιδίων και ψιλικών εν γένει. Ειδών πολυτελείας, αδαμαντοπωλείων, χρυσοχοείων και ωρολογοπωλείων, μουσικών ειδών, γραμμοφώνων και Ραδιοφώνων. Ειδών οικιακής χρήσεως, κλινοστρωμνών και ταπήτων, υαλικών, κρυστάλλων, υαλοπινάκων, ηλεκτρικών ειδών, λαμπτήρων και λοιπών συναφών. Ειδών οπτικών και φωτογραφικών μηχανών, ειδών υγιεινής, ταξιδίου και επίπλων πάσης φύσεως. Υποδημάτων πάσης κατηγορίας και ειδών υποδηματοποιΐας, δερμάτων και δερματίνων ειδών. Μηχανημάτων και ειδών Βιομηχανίας πάσης φύσεως, γεωργικών, ιατρικών, ορθοπεδικών και επιστημονικών εργαλείων εν γένει. Ραπτομηχανών, αθροιστικών μηχανών, πολυγράφων, γραφομηχανών και ανταλλακτικών τούτων. Ειδών μυροπωλείου και αιθερίων ελαίων, ειδών ανθοπωλείων και Καταστημάτων πωλήσεως φυτών και σπόρων, (Αντί για τη σελ.371(ε) Σελ. 371(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 85 χρωματοπωλείων και χημικών προϊόντων, ειδών κυνηγίου, αλιείας και ναυτιλίας. Σιδηρικών πάσης φύσεως, βιομηχανοποιημένων και μη, ειδών κηροπλαστικής κ.λπ. β)Οι υπάλληλοι των Γραφείων των Εμπορικών Καταστημάτων, Πρατηρίων και αποθηκών της προηγουμένης παραγράφου, οι αποδεδειγμένως εξυπηρετούντες την οργάνωσιν και λειτουργίαν των επιχειρήσεων τούτων. γ)Οι υπάλληλοι των Εμποροϋπαλληλικών Οργανώσεων των αυτών ως άνω περιφερειών, εφ’ όσον καταβάλλωσι και την εργοδοτικήν εισφοράν. "2.Κάθε αμφισβήτηση από οποιονδήποτε και αν προέρχεται, σχετικά με την υπαγωγή ή όχι στην ασφάλιση του Ταμείου, επιλύεται με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου που πρέπει να υποβληθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 60 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Διευθυντού του Ταμείου". Η παρ. 2 συμπληρώθηκε ως άνω από την 113/3/2687/14-27 Οκτ. 1983 (ΦΕΚ Β' 618) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. "3.Εξαιρούνται της ασφαλίσεως εις το Ταμείον από 1ης Απρ. 1953 πρόσωπα άγοντα ηλικίαν μικροτέραν του 18ου έτους συμπληρωμένου. Αι δια το χρονικόν διάστημα από της ανωτέρω ημερομηνίας και εντεύθεν καταβληθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται. Δύνανται όμως επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου να συμψηφισθώσι προς υφισταμένας ή μελλοντικάς υποχρεώσεις αυτού προς το Ταμείον εξ ασφαλιστικών εισφορών". Το άρθρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργ. Εργασίας,, η δε παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 50636/53 της 2/11 Ιαν. 1954 ομοίας απόφασης. "3.Από της 1.7.1963 εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγοντα υποχρεωτικώς άπαντα τα πρόσωπα τα περιλαμβανόμενα εις τας διατάξεις των εδαφ. α', β', γ', της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ανεξαρτήτως ηλικίας τούτων. Ο χρόνος υπηρεσίας, προσώπων αγόντων ηλικίαν μικροτέραν του 18ου έτους, από 1ης Απρ. 1953 μέχρι 31 Ιουλ. 1963 θεωρείται ως χρόνος διανυθείς εν πραγματική ασφαλίσει, εφ’ όσον τα πρόσωπα ταύτα, δια δηλώσεών των εις το Ταμείον υποβαλλομένων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης, γνωρίσουν τον χρόνον υπηρεσίας αυτών, τας επιχειρήσεις εις ας ειργάσθησαν και υποβάλλουν τας υπό των κειμένων διατάξεων βαρυνούσας αυτά ασφαλιστικάς εισφοράς". Η ανωτ. παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22728/Σ.138 της 9/27 Απρ. 1964 αποφάσεως Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β' 153). Σελ. 372(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 86 «4.α.Ασφαλισμένοι του Ταμείου, οι οποίοι έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.000 ημέρες ασφαλίσεως στην ασφάλιση αυτού και το 55ο έτος της ηλικίας τους, παραμένουν στην ασφάλιση του Ταμείου, εάν μεταφερθεί η επιχείρηση στην οποία απασχολούνται εκτός περιοχών ασφαλιστικής αρμοδιότητάς του, όπως οι περιοχές αυτές έχουν ορισθεί με σχετικές υπουργικές αποφάσεις. β.Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της αποφάσεως αυτής διακόπτεται η ασφάλιση στον Κλάδο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ προσώπων με τις προϋποθέσεις της προηγουμένης περιπτώσεως της ιδίας παραγράφου, εφόσον έχει χωρήσει και τα πρόσωπα αυτά επανυπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου. γ.Ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, οι οποίες έχουν καταβληθεί στον Κλάδο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ για την ασφάλιση προσώπων της κατηγορίας αυτής από τη διακοπή της ασφαλίσεώς τους στο Ταμείο, εξαιτίας μεταφοράς της επιχειρήσεως στην οποία έχουν απασχοληθεί, μέχρι την επανυπαγωγή τους στην ασφάλιση αυτού με βάση τη διάταξη της περίπτ. β΄ της παραγράφου αυτής, μεταφέρονται στο Ταμείο και οι ημέρες ασφαλίσεως που αναλογούν στις μεταφερόμενες ασφαλιστικές εισφορές γίνονται ημέρες ασφαλίσεως στο Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ. Το ποσό της διαφοράς ασφαλίστρου υπέρ του Ταμείου 2%, καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο σε 24 δόσεις και υπολογίζεται επί των αποδοχών των χρονικών περιόδων απασχολήσεως στις οποίες αντιστοιχούν, χωρίς επιβάρυνση προσθέτου τέλους. δ.Ημέρες ασφαλίσεως, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί στην ασφάλιση του Ταμείου από πρόσωπα καλυπτόμενα από τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής μετά τη μεταφορά της επιχειρήσεως την οποία απασχολούνται και πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, παραμένουν ισχυρές». Η άνω μέσα σε « » παρ. 4 προστέθηκε από την με αριθμ. 113/943/14-31 Ιουλ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 667) απόφ. Υπουργού Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων, (Διόρθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 779 της 11 Σεπτ. 1995). 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Χρόνος και τρόπος υπαγωγής εις την ασφάλισιν Άρθρ.29.-Αι πειθαρχικαί ποιναί εις τας οποίας υπόκειται το Προσωπικόν του Ταμείου εισίν οι ακόλουθοι. α)Έγγραφος επίπληξις. β)Πρόστιμον δρχ. 25 και μέχρι των αποδοχών ενός μηνός. γ)Προσωρινή απόλυσις μέχρι τριών μηνών και δ)Οριστική απόλυσις. Πειθαρχική δικαιοδοσία Άρθρ.30.-Πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν έχουσι: 1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δυνάμενον να επιβάλλη την ποινήν του προστίμου μέχρι των αποδοχών ενός μηνός, ή την ποινήν της προσωρινής ή οριστικής απολύσεως. 2.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου δυνάμενος να επιβάλλη την ποινήν της εγγράφου επιπλήξεως ή του προστίμου, ανεκκλήτως μεν μέχρι του ποσού των δρχ. 200, εκκλητώς δε μέχρι των δρχ. 500 και ουχί πλέον των 1.000 δραχμών ετησίως. 3.Ο Διευθυντής του Ταμείου δυνάμενος να επιβάλλη την ποινήν της επιπλήξεως ή του προστίμου ανεκκλήτως μεν μέχρι του ποσού των δρχ. 50, εκκλητώς δε μέχρι των δρχ. 200 και ουχί πλέον των 400 δραχμών ετησίως. Κατά των κατ’ έκκλησιν επιβαλλομένων ποινών χωρεί προσφυγή εντός πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου. 4.Κατά της ποινής της οριστικής απολύσεως ασκείται έφεσις ενώπιον του Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υφυπουργείου Εργασίας. 5.Ουδεμία πειθαρχική ποινή επιβάλλεται άνευ κλήσεως προς απολογίαν προηγουμένως. 6.Την πειθαρχικήν εξουσίαν επί του Διευθυντού ασκεί το Διοικητικόν Συμβούλιον. Σελ. 386 7.Ουδείς εκ του τακτικού προσωπικού του Ταμείου απολύεται άνευ ειδικής ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και δια πειθαρχικήν παράβασιν προβλεπομένην υπό του παρόντος Κανονισμού. 8.Υπάλληλος όστις απέχει αδικαιολογήτως της εκπληρώσεως των καθηκόντων του υπέρ τας είκοσιν ημέρας απολύεται της υπηρεσίας του. 9.Οι υπάλληλοι απολύονται της υπηρεσίας κατόπιν αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. Όροι Εργασίας Άρθρ.31.-1.Αι ώραι εργασίας του Ταμείου ορίζονται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αναλόγως των εποχών του έτους και των υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου μη δυνάμεναι να υπερβούν τας 42 καθ’ εβδομάδα. 2.Το Ταμείον αργεί καθ’ ας ημέρας αργούν και τα Δημόσια Γραφεία. Νομικός Σύμβουλος Ταμείου Άρθρ.32.-«1.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας Νομικός Σύμβουλος του Ταμείου προσλαμβάνεται δικηγόρος επί αποζημιώσει ουχί ανωτέρα προς τας αποδοχάς Τμηματάρχου β΄ τάξεως, διωρισμένος ως τοιούτος παρ’ Αρείω Πάγω». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 46261/Σ.1218 της 24 Φεβρ./10 Μαρτ. 1953 αποφ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας. 2.Ο Νομικός Σύμβουλος θεωρεί ενυπογράφως παν σχέδιον συμβάσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως εξ ης μέλλουσιν ή δύνανται να προκύψουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις του Ταμείου έναντι τρίτων. 3.Γνωματεύει εγγράφως επί παντός ζητήματος όπερ αφορά τα συμφέροντα του Ταμείου και επί του οποίου ήθελε ζητηθεί η γνώμη του υπό της Διευθύνσεως του Ταμείου. 4.Παρίσταται και διεξάγει ενώπιον των Δικαστηρίων απάσας τας δικαστικάς υποθέσεις του Ταμείου ως και τας φορολογικάς τοιαύτας. 5.Τας ανωτέρω υπηρεσίας του παρέχει άνευ ετέρας αποζημιώσεως πλην της αναφερομένης τοιαύτης εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Πόροι του Ταμείου Άρθρ.33.-«Πόροι του Ταμείου είναι: 1.Τακτική μηνιαία εισφορά των ησφαλισμένων ίση προς 4% επί των αποδοχών αυτών. 2.Ισόποσος συνεισφορά των εργοδοτών αυτών. 3.Οι τόκοι των Κεφαλαίων και οι πάσης φύσεως πρόσοδοι εκ της περιουσίας του Ταμείου. 4.Πάσα πρόσοδος προερχομένη εκ χαριστικής αιτίας». Το άρθρ. 33 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Υπολογισμός των Εισφορών-Είσπραξις των πόρων Άρθρ.34.-«1)Ως αποδοχαί, εφ’ ων υπολογίζονται αι προς το Ταμείον εισφοραί των ησφαλισμένων και συνεισφοραί των εργοδοτών αυτών, λαμβάνονται υπ’ όψιν αι πράγματι καταβαλλόμεναι τοιαύται και μέχρι του ανωτάτου ορίου υπό του ΙΚΑ εκάστοτε αναγνωριζομένου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 113/3/1327 της 22 Ιουν./12 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 767) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2.Οι κατά το προηγούμενον άρθρον πόροι του Ταμείου, οι προερχόμενοι εξ εισφορών των ησφαλισμένων και συνεισφορών των εργοδοτών, εισπράττονται μέσω της οριζομένης εκάστοτε υπό του Δ.Σ. Τραπέζης, ως κατωτέρω: 3.Οι οικείοι εργοδόται, υποχρεούνται όπως καθ’ εκάστην πληρωμήν των αποδοχών εις τους ησφαλισμένους μισθωτούς των, παρακρατώσι την βαρύνουσαν αυτούς εισφοράν και καταθέτωσι ταύτην, ομού μετά της ιδικής των συνεισφοράς, εις την προς τούτο ωρισμένην Τράπεζαν, επί τη υποβολή ονομαστικής μισθοδοτικής καταστάσεως των μισθωτών των, ους αφορούν αι κατατιθέμεναι εισφοραί. 4.Η καταβολή των εισφορών ενεργείται εντός του επομένου μηνός, εκείνου δι’ ον κατεβλήθησαν αι αποδοχαί. 5.Πλείονες εργοδόται ευθύνονται αλληλεγγύως και αδιαιρέτως. 6.Εισφοραί ησφαλισμένων μη παρακρατηθείσαι υπό του υποχρέου εργοδότου κατά την καταβολήν των αποδοχών των βαρύνουν εξ ολοκλήρου αυτόν τούτον τον εργοδότην». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Υποχρεώσεις Εργοδοτών Άρθρ.35-«Οι εργοδόται υποχρεούνται να παρέχουν εις το Ταμείον ή εις τους προς τούτο εντεταλμένους υπαλλήλους αυτού, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίας και διασαφηνίσεις περί της ταυτότητος και του μισθού των υπ’ αυτών απασχολουμένων μισθωτών, περί του χρόνου προσλήψεως και απομακρύνσεως αυτών εκ της εργασίας των κ.λπ. Οι εργοδόται υποχρεούνται ωσαύτως να επιδεικνύωσι εις τα αρμόδια όργανα του Ταμείου τα παρ’ αυτών τηρούμενα βιβλία μισθολογίου κ.λπ. ως και τας παρ’ αυτών κατεχομένας αποδείξεις καταβολής των εισφορών. Αι αυταί ως άνω υποχρεώσεις ισχύουν και προκειμένου περί παροχής πληροφοριών ή στοιχείων δια μισθωτούς οίτινες έπαυσαν ασχολούμενοι παρά τινι εργοδότη. Οι επί του Ελέγχου υπάλληλοι του Ταμείου δικαιούνται να ενεργώσι τον κατά τ’ ανωτέρω έλεγχον εν τοις Γραφείοις και Καταστήμασι των εργοδοτών, οίτινες και υποχρεούνται να διευκολύνωσι τα όργανα ταύτα και να παρέχωσι πάντα τα ζητούμενα προς διεξαγωγήν του ελέγχου στοιχεία. Εν περιπτώσει αρνήσεως των εργοδοτών προς παροχήν των ανωτέρω πληροφοριών και στοιχείων, ο επί του ελέγχου υπάλληλος του Ταμείου προβαίνει αυτεπαγγέλτως εις την συλλογήν παντός στοιχείου χρησίμου δια τον καθορισμόν των βαρυνουσών τον εργοδότην εισφορών εν γένει, βάσει δε τούτων εκδίδει κατ’ εκτίμησιν καταλογιστικήν πράξιν των οφειλομένων εισφορών εις βάρος του αρνουμένου εργοδότου». Το άρθρ. 35 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Είσπραξις καθυστερουμένων εισφορών Άρθρ.36.-«1.Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της οριζομένης υπό του άρθρ. 34 παρ. 4, θεωρούνται ως καθυστερούμεναι και επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους ίσου προς 20% τούτων, εκτός εάν ο υπόχρεως δια την καταβολήν εργοδότης, προβή εις εξόφλησιν των καθυστερουμένων πόρων και εισφορών προ πάσης καταλογιστικής πράξεως ή και το βραδύτερον εντός μηνός από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της σχετικής καταλογιστικής πράξεως, ότε το πρόσθετον τέλος περιορίζεται εις 10%. Διατηρουμένης της εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, η καθυστέρησις της καταβολής των πόρων ή εισφορών δι’ έκαστον συμπληρούμενον τρίμηνον από της πρώτης του επομένου μηνός εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον, ίνα εισπραχθώσιν αναγκαστικώς κατά τας διατάξεις του παρόντος, συνεπάγεται επιβάρυνσιν του εργοδότου δια προσθέτου τέλους εκ 10%, ήτις πάντως δεν δύναται να υπερβή το ποσοστόν 100% της αρχικώς βεβαιωθείσης οφειλής. 2.Καθυστερούμεναι κατά τ’ ανωτέρω εισφοραί ή πόροι, εισπράττονται μετά των αντιστοιχούντων εις ταύτας προσθέτων τελών δια (Αντί για τη σελ. 387(κ) Σελ. 387(κα) Τεύχος 1323 Σελ. 87 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 των Δημοσίων Ταμείων, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της εκάστοτε διεπούσης την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων Εσόδων Νομοθεσίας. Ως τίτλοι δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν δια των Δημοσίων Ταμείων χρησιμεύουσιν αποφάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου, καθορίζουσαι επακριβώς το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων πόρων ή εισφορών, προσθέτων τελών κ.λπ. ως και την χρονικήν περίοδον εις ην ανάγονται αι καθυστερούμεναι εισφοραί ή πόροι. 3.Κατά της κατά τ’ ανωτέρω εκτελέσεως επιτρέπονται προσφυγαί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Διοικητικού Ασφαλιστικού Δικαστηρίου. Κατά δε των αποφάσεων τούτου επιτρέπεται έφεσις ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, εφ’ όσον πρόκειται περί ποσών υπερβαινόντων το πεντηκονταπλάσιον του τεκμαρτού ημερομισθίου της Ανωτάτης ασφαλιστικής κλάσεως του Ι.Κ.Α. 4.Εν περιπτώσει εισπράξεως των απαιτήσεων του Ταμείου δια πλειστηριασμού ή αναγγελίας εις την πτώχευσιν η κατάταξις αυτών γίνεται προνομιακώς μετά των απαιτήσεως της παρ. 4 του άρθρ. 940 της Πολιτικής Δικονομίας, επί ενδεχομένης δε ανεπαρκείας του απομένοντος υπολοίπου προς εντελή εξόφλησιν, αι ούτω συντρέχουσαι προνομιακαί απαιτήσεις κατατάσσονται συμμέτρως. 5.«Το δικαίωμα προς είσπραξιν των εισφορών παραγράφεται μετά δεκαετίαν από της λήξεως του οικονομικού έτους καθ’ ο αύται κατέστησαν απαιτηταί. Επί τοιαύτης παραγραφής εφαρμόζονται αι διατάξεις, περί βραχυπροθέσμων παραγραφών του Αστικού Κώδικος». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 68789/Σ.673 της 21 Αυγ./9 Σεπτ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 370). «6.Εισφοραί αχρεωστήτως εισπραχθείσαι, επιστρέφονται επί τη αιτήσει του εργοδότου, ο δε ησφαλισμένος δικαιούται ν’ απαιτήση την απ’ ευθείας εις αυτόν πληρωμήν του αναλογούντος αυτώ ποσού εκ των αχρεωστήτως εισπραχθεισών εισφορών. Η επιστροφή διενεργείται εντόκως και προς 6% ετησίως». Η παρ. 6 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3(Α) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. «Αξιώσεις κατά του Ταμείου για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών παραγράφονται μετά πενταετία αρχομένη από το τέλος του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου κατεβλήθησαν». Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την με αριθμ. Φ.113/1395/8-24 Νοεμ. 1999 (ΦΕΚ Β΄ 2056) απόφ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 388(κα) Τεύχος 1323 Σελ. 88 «7.Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου μπορεί να καθορίζει την πληρωμή των καθυστερημένων από εργοδότες ασφαλιστικών εισφορών και προσθέτων τελών, σε μηνιαίες δόσεις μέχρι 12 σταθμίζοντας με αιτιολογημένη απόφαση το μέγεθος του χρέους, την οικονομική κατάσταση του υποχρέου και τις λοιπές συνθήκες». Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Γ/113/3543/20 Δεκ. 1983-15 Φεβρ. 84 (ΦΕΚ Β΄ 76) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την ίδια διαδικασία, μπορεί να ρυθμίζεται η πληρωμή των παραπάνω οφειλών μέχρι και 18 μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση της προκαταβολής του 1/18 της οφειλής». Το μέσα σε « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από την 113/2028/13-30 Δεκ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 945) Αποφ. Υπουρ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 36 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. «8.α)Ημέραι εργασίας πραγματοποιηθείσαι παρ’ ησφαλισμένου εις περίοδον προγενεστέραν της πενταετίας από της παρ’ αυτού υποβολής της περί αναγνωρίσεως τούτων σχετικής αιτήσεως, αναγνωρίζονται μόνον αν προκύπτουν είτε εκ των στοιχείων του ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως είτε εκ προηγουμένης πράξεως του Ταμείου. β)Η αναγνώρισις της ανωτέρω υπηρεσίας αναγομένης εις διάστημα προγενέστερον της πενταετίας ενεργείται δι’ εξαγοράς αυτής, συμφώνως προς τα οριζόμενα υπό του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου. γ)Η αναγνώρισις υπηρεσίας αναγομένης εις διάστημα εντός της πενταετίας από της υποβολής της αιτήσεως, ενεργείται δι’ εκδόσεως πράξεων βεβαιώσεως εισφορών και προσθέτων τελών εις βάρος του οικείου εργοδότου, εν περιπτώσει δε διαλύσεως της επιχειρήσεως η αναγνώρισις ενεργείται δι’ εξαγοράς, συμφώνως προς τα οριζόμενα υπό του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου». Η παρ. 8 που είχε προστεθεί από την 112144/Σ.912/30 Δεκ. 1965-13 Ιαν. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 10) αποφ. Υπ. Εργασίας, τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3(Α) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) «9.Εξαιρετικώς καθορίζεται ότι αι ασφαλιστικαί εισφοραί του κατά τα άρθρ. 3 και 4 του παρόντος καταστατικού ασφαλιστέου προσωπικού των ξυλεμπορικών και βιβλιοχαρτεμπορικών καταστημάτων πρατηρίων και αποθηκών, οφείλονται από της 1ης Ιουλ. 1966 και εντεύθεν». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 2036/Σ.199 της 12 Φεβρ./5 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 153). «10.Κατ’ εξαίρεσιν αι ασφαλιστικαί εισφοραί του προσωπικού των καταστημάτων πρατηρίων και αποθηκών πωλήσεως σιγαρέττων και λοιπών προϊόντων καπνού, οφείλονται από της 1ης Ιουν. 1971 και εντεύθεν. Ο μέχρι της 31ης Μαΐου 1971 διανυθείς χρόνος υπηρεσίας του ως άνω προσωπικού εις καταστήματα, πρατήρια, ή αποθήκην πωλήσεως σιγαρέττων και λοιπών προϊόντων καπνού, αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 10 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 113/Οικ.2848 της 25 Μαΐου/21 Ιουν. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 686) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «11.Κατ’ εξαίρεσιν αι ασφαλιστικαί εισφοραί του προσωπικού των Καταστημάτων, Πρατηρίων και Αποθηκών πωλήσεως υγρών καυσίμων, οφείλονται από 1ης Ιαν. 1977 και εντεύθεν. Ο μέχρι της 31ης Δεκ. 1976 χρόνος υπηρεσίας του άνω προσωπικού εις καταστήματα, πρατήρια ή αποθήκας πωλήσεως υγρών καυσίμων, αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μισθωτού υποβαλλομένη εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ μηνών, από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 11 προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 113/3/1327 της 22 Ιουν./12 Αυγ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 767) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 66/1978). «12.Κατ’ εξαίρεσιν αι ασφαλιστικαί εισφοραί των οδηγών αυτοκινήτων μεταφορών και διανομέων των καταστημάτων, πρατηρίων ή αποθηκών οιουδήποτε είδους πλην ειδών φαρμακευτικών και διατροφής, οφείλονται από 1ης Ιουλ. 1973 και εντεύθεν. Ο μέχρι της 30ης Ιουν. 1973 διανυθείς χρόνος υπηρεσίας υπό των άνω μισθωτών αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μισθωτού υποβαλλομένης εις το Ταμείον, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 12 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 113/3/2931 της 4/17 Ιαν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 30). «13.Η υπό του εδάφ. β΄ της παρ. 11 του παρόντος άρθρου οριζομένη προθεσμία υποβολής αιτήσεως προς αναγνώρισιν και εξαγοράν υπηρεσίας διανυθείσης μέχρι της 31.12.76 εις καταστήματα, πρατήρια και αποθήκας πωλήσεως υγρών καυσίμων, παρατείνεται μέχρι 31.12.
  2. Η αναγνώρισις και εξαγορά της άνω υπηρεσίας θα διενεργηθεί συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών του Ταμείου». Η παρ. 13 προστέθηκε από την 113/3/1139/ 17-21 Μαΐου 1980 (ΦΕΚ Β΄ 492) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. «14.Κατ’ εξαίρεση επιχειρήσεις εμπορίας καλλυντικών, των οποίων οι οφειλές από εισφορές υπάχθηκαν στις ρυθμίσεις της Φ.11/οικ.792/6.3.89 (ΦΕΚ 175/Β/8.3.89) κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Υγείας-Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης». «Διακανονισμός εξόφλησης οφειλών από καθυστερούμενες εισφορές προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου ΥγείαςΠρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων» δεν οφείλουν εισφορές για όσο χρονικό διάστημα από 1.2.83 μέχρι31.12.88 απέδιδαν εισφορές υπέρ του ΙΚΑΤΕΑΜ. Ο χρόνος αυτός της ασφάλισης στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ λαμβάνεται υπόψη κατά τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης». Η παρ. 14 προσετέθη από την 113/843/6-7 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 244), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 338/9 Μαΐου 1989) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Οικονομική οργάνωσις του Ταμείου Λογιστική και διαχειριστική οργάνωσις του Ταμείου. Άρθρ.4.-"1.Οι υποκείμενοι εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται εις αυτήν από της ημέρας αφ’ ης αναλαμβάνουσι το πρώτον εργασίαν, ως υπάλληλοι ή υπηρέται, εις τα εν τω άρθρ. 3 διαλαμβανόμενα Εμπορικά Καταστήματα και Επιχειρήσεις. "2.Πάντα τ’ ανωτέρω πρόσωπα εγγράφονται εις τα Μητρώα των ησφαλισμένων του Ταμείου και εφοδιάζονται δι’ ασφαλιστικού δελτίου, αφού συμπληρώσουν και υπογράψουν απογραφικόν δελτίον περί των στοιχείων αυτών, ήτοι ονοματεπώνυμον, έτος και τόπος γεννήσεως, ειδικότης, εργοδότης, έναρξις απασχολήσεως και λοιπά στοιχεία. Ο αριθμός μητρώου λαμβάνεται άνευ ερεύνης του χρόνου ενάρξεως υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου". Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 (Α) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β' 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. "3.α)Πρόσωπον διατελέσαν ησφαλισμένον παρά τω Ταμείω δικαιούται να συνεχίση προαιρετικώς την παρ’ αυτώ ασφάλισίν του : αα)Εάν εντός των αμέσως προ της τελευταίας ημέρας εργασίας του εν τη ασφαλίσει του Ταμείου 5 ετών, έχη πραγματοποιήσει εις την ασφάλισιν τουλάχιστον 500 ημέρας εργασίας και υποβάλη εγγράφως δήλωσιν εντός ενός έτους από της τελευταίας ημέρας ασφαλίσεώς του εις το Ταμείον ή ββ)εάν έχη πραγματοποιήσει οποτεδήποτε 3.000 ημέρας εργασίας εις την ασφάλισιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη δύναται να υποβάλη την έγγραφον περί τούτου δήλωσίν του οποτεδήποτε. "β)Όποιος συνεχίζει την ασφάλιση προαιρετικά, υποχρεώνεται να καταβάλει κάθε μήνα το σύνολο της εισφοράς ασφαλισμένου και της συνεισφοράς εργοδότη, που υπολογίζεται στο μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου 24μήνου της απασχόλησής του, οι οποίες δεν μπορεί να είναι μικρότερες από τις αποδοχές που καθορίζει η αντίστοιχη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του ασφαλισμένου, με βάση τον συνολικό χρόνο ασφάλισης αυτού. Ο ασφαλιστέος αυτός μισθός αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με βάση τον συνολικό χρόνο ασφάλισης και το ποσοστό αύξησης που ορίζει κάθε φορά η αντίστοιχη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Καθυστέρηση καταβολής εισφορών πέραν του επόμενου μήνα εκείνου για τον οποίο αυτές οφείλονται, συνεπάγεται την επιβολή προσθέτων τελών σε βάρος του προαιρετικά ασφαλισμένου σύμφωνα με αυτά που ισχύουν στην υποχρεωτική ασφάλιση. Οι διατάξεις του εδαφίου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και σε όσους έχουν ασφαλισθεί προαιρετικά πριν από την ισχύ της απόφασης αυτής κατά τα ειδικώτερα στο εδαφ. ε οριζόμενα". Η περιπτ. β' τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 113/3/3086/30 Νοεμ.-21 Δεκ. 1983 (ΦΕΚ Β' 742) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β' 9/13-1-1984). γ)Προαιρετική συνέχισις της ασφαλίσεως δεν χωρεί εάν ο ησφαλισμένος κατά την υποβολήν της περί συνεχίσεως δηλώσεως, είναι ανάπηρος κατά την έννοιαν του Κανονισμού Παροχών. Περί της υπάρξεως ή μη αναπηρίας αποφαίνεται, μετά παραπομπήν υπό του Ταμείου, η πρωτοβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του Ι.Κ.Α., δαπάναις του αιτούντος την συνέχισιν της προαιρετικής ασφαλίσεως". Τα εδαφ. β και γ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 2(Α) της 113/3/2939/17 Νοεμ.-8 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Β' 1097) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. δ)Ο προαιρετικώς συνεχίζων την υπαγωγήν του εις την ασφάλισιν εξομοιούται κατά πάντα προς τον υποχρεωτικώς ησφαλισμένον. "ε.Αι διατάξεις του πιο πάνω εδαφ. β' όπως τροποποιούνται με την απόφαση αυτή, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους προ της ισχύος της απόφασης αυτής προαιρετικά ασφαλισθέντες με την προϋπόθεση καταβολής της διαφοράς των ασφαλιστικών εισφορών από της ενάρξεως της προαιρετικής ασφάλισης και εφεξής. Η αναπροσαρμογή γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. μετά από αίτηση του ασφαλισμένου που υποβάλλεται οποτεδήποτε. Προκύπτουσες ασφαλιστικές εισφορές από τη διαφορά των αποδοχών από της έναρξης της προαιρετικής ασφάλισης μέχρι της υποβολής της αίτησης, προσαυξάνονται με το επιτόκιο που ίσχυσε και ισχύει κάθε φορά για τις καταθέσεις Ν.Π.Δ.Δ. στην Τράπεζα της Ελλάδος και καταβάλλονται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης του Δ.Σ., πάντως δε πριν από το χρόνο έναρξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Σε περίπτωση μη καταβολής των διαφορών που προκύπτουν μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, χάνεται το δικαίωμα της αναπροσαρμογής". Η περιπτ. ε', που είχε προστεθεί από την 113/3/2217/Ι-10 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Β' 1042) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρ., τροποποιήθηκε ως άνω από την 113/2525/4 Οκτ.-18 Νοεμ. 1982 (ΦΕΚ Β' 942) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 4.Η προαιρετική ασφάλισις άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της υποβολής της εγγράφου δηλώσεως". Αι παρ. 3 και 4 τροποποιηθείσαι δια των υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας, 34947/Σ.323 της 25 Απρ./ 7 Μαΐου 1963 (ΦΕΚ Β' 197) αποφ. Υπ.Εργασίας, 114014/Σ.1410 της 2/12 Δεκ. 1968 (ΦΕΚ Β' 694) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών και 113/1484 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1972 (ΦΕΚ Β' 455) ομοίας ετροποποιήθησαν εκ νέου ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 113/3/351 της 11/20 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β' 339) ομοίας. (Αντί για τη σελ. 372,01(ε) Σελ. 372,01(ζ) Τεύχος Η33-Σελ. 95 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 "5.Οι απολέσαντες το δικαίωμα περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως, λόγω μη εμπροθέσμου καταβολής των προς το Ταμείον εισφορών ή δι’ οιονδήποτε έτερον λόγον, δύνανται, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να υποβάλουν αίτησιν περί συνεχίσεως ταύτης. Η νέα προαιρετική συνέχισις της ασφαλίσεως και η υποχρέωσις καταβολής των προς το Ταμείον εισφορών χωρεί από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Καταβληθείσαι εκπροθέσμως προηγούμεναι εισφοραί είτε επιστρέφονται ατόκως εις τους ενδιαφερομένους, είτε συμψηφίζονται προς τας εισφοράς βάσει της παρούσης νέας προαιρετικής ασφαλίσεως κατ’ επιλογήν τούτων". Η παρ. 5 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 113/3/351 της 11/20 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β' 339) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Με την 113/2848/30 Οκτ.-25 Νοεμ. 1985 (ΦΕΚ Β' 711) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσων, η προθεσμία που προβλέπεται από την άνω παρ. 5 παρατάθηκε για έξι

(6)μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. Σελ. 372,02(ζ) Τεύχος Η33-Σελ. 96 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Διοικητική οργάνωσις του Ταμείου Διοίκησις του Ταμείου Άρθρ.37.-«1.Το οικονομικόν έτος και η λογιστική χρήσις του Ταμείου άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το της λογιστικής οργανώσεως και λειτουργίας του Ταμείου διέπονται υπό των διατάξεων του από 7 Φεβρ. 1933 Ν.Δ/τος «περί λογιστικής λειτουργίας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως» ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών εγκυκλίων διαταγών και οδηγιών της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας. 3.Η είσπραξις των πόρων του Ταμείου, ως ούτοι καθορίζονται εν άρθρ. 34 του παρόντος, ενεργείται μέσω μιας ή πλειόντων των ανεγνωρισμένων Τραπεζών της Ελλάδος, οριζομένων δια σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. του (Αντί για τη σελ. 388,01(δ) Σελ. 388,01(ε) Τεύχος 1084 Σελ. 65 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Ταμείου, εις ας κατόπιν σχετικής ανακοινώσεως του Ταμείου, υποχρεούνται οι εργοδόται:να καταθέτουν τους υπέρ του Ταμείου πόρους κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα εν άρθρ. 34 του παρόντος». Το άρθρ. 37 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου 2/Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Προϋπολογισμός-Ισολογισμός-Απολογισμός Απογραφή Άρθρ.38.-«1.Το Δ.Σ. του Ταμείου εγκρίνει εντός του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους τον προϋπολογισμόν Εσόδων και Δαπανών του Ταμείου της επομένης χρήσεως, καταρτιζόμενον και υποβαλλόμενον αυτώ προς έγκρισιν υπό του Διευθυντού του Ταμείου, συμφώνως προς τας διατάξεις του από 14 Ιουλ. 1937 Β.Δ/τος «περί τρόπου καταρτίσεως και εγκρίσεως του Προϋπολογισμού των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως», ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών εγκυκλίων διαταγών και οδηγιών της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας. Ο ούτω εγκρινόμενος Προϋπολογισμός του Ταμείου υποβάλλεται το βραδύτερον μέχρι της 20ής Νοεμβρίου εκάστου έτους εις την αρμοδίαν Υπηρεσίαν του Υπουργείου Εργασίας προς τελικήν έγκρισιν, συμφώνως προς τας ισχυούσας εκάστοτε διατάξεις. 2.Την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, εάν δε αυτή είναι εξαιρετέα την αμέσως προηγουμένην ταύτης εργάσιμον ημέραν, συντάσσεται παρά της υπηρεσίας του Ταμείου λεπτομερής απογραφή των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου. 3.Βάσει των αποτελεσμάτων, της περί ης η προηγουμένη παράγραφος απογραφής, συντάσσεται ωσαύτως κατά την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους ο Γενικός Ισολογισμός και Απολογισμός της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως, οίτινες και υποβάλλονται προς έλεγχον και έγκρισιν εις την υπηρεσίαν του Υπουργείου Εργασίας. Ο Ισολογισμός του Ταμείου συντάσσεται συμφώνως προς τας διατάξεις του από 27 Φεβρ. 1933 Β.Δ/τος «περί λογιστικής λειτουργίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών» ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών διαταγών και οδηγιών της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας. Τα στοιχεία απογραφής, ο Ισολογισμός και Απολογισμός καταχωρούνται εις το υπό του Ταμείου τηρούμενον Βιβλίον Απογραφών και Ισολογισμών». Το άρθρ. 38 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Σελ. 388,02(ε) Τεύχος 1084-Σελ. 66 Έλεγχος Διαχειρίσεως Ταμείου Άρθρ.39.-«Τα του προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου της διαχειρίσεως του Ταμείου διέπονται υπό των διατάξεων του Νόμ. 2868/1922 των Α.Ν. 487 και 885/1937 και των εκάστοτε ισχυουσών ετέρων συναφών διατάξεων της κειμένης Νομοθεσίας και εγκυκλίων διαταγών και οδηγιών της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας». Το άρθρ. 39 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Προμήθειαι Άρθρ.40.-«1.Πάσα δια λογαριασμόν του Ταμείου συνομολογουμένη συμφωνία δια προμηθείας και εργασίας εν γένει ενεργείται κατά την επομένην διαδικασίαν: α)Άνευ δημοσίου συναγωνισμού αν η δαπάνη δεν υπερβαίνει τα 2.500.000 δραχμών. β)Δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δρχ. 2.500.000, αλλ’ ουχί τας δρχ. 5.000.000. γ)Δια προχείρου μειοδοτικού διαγωνισμού υπό της Επιτροπής, κατόπιν δημοσιεύσεως σχετικής περιλήψεως εις τον ημερήσιον τύπον, αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δρχ. 5.000.000, αλλ’ ουχί τας δρχ. 10.000.000, ως επίσης αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δρχ. 10.000.000, ουχί όμως και τα 20.000.000, εφ’ όσον ανάγκη προφανώς κατεπείγουσα διαπιστουμένη δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου και υπό περιστάσεις απροόπτως προελθούσας, δεν συγχωρεί την χρονοτριβήν τακτικού δημοσίου διαγωνισμού. δ)Δια τακτικού Δημοσίου συναγωνισμού, αν η δαπάνη υπερβαίνη τας δρχ. 10.000.000, εφ’ όσον δεν συντρεχει περίπτωσις εφαρμογής της τελευταίας διατάξεως του προηγουμένου εδαφίου. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 2.Η συνομολόγησις των περί ων η προηγουμένη παράγραφος συμφωνιών προμηθειών ή εκτελέσεως έργων και γενικώς η διενέργεια των διαγωνισμών και συναγωνισμών ενεργείται παρά τριμελούς Επιτροπής αποτελουμένης εκ δύο μελών του Δ.Σ. οριζομένων δι’ αποφάσεως αυτού και εκ του Διευθυντού του Ταμείου. Προκειμένου περί προμηθειών ή εκτελέσεως εργασιών, δι’ ας κατά την κρίσιν του Δ.Σ. απαιτούνται ειδικαί γνώσεις, εις την κατά τ’ ανωτέρω Επιτροπήν δύναται να προστίθεται, αποφάσει του Δ.Σ. και είς ειδικός. Εφ’ όσον το αποτέλεσμα του διαγωνισμού ήθελεν αποβή άκαρπον, επαναλαμβάνεται ούτος εντός 15θημέρου το βραδύτερον. Η ποσοτική και ποιοτική παραλαβή διενεργείται υπό τριμελούς Επιτροπής Παραλαβών, οριζομένης υπό του Δ.Σ. εις ην υποχρεωτικώς μετέχει έν τουλάχιστον εκ των μελών του Δ.Σ. Οσάκις δε απαιτούνται κατά την κρίσιν του Δ.Σ. ειδικαί γνώσεις δύνανται να προστίθενται έν ή δύο μέλη, αναλόγως του μεγέθους και της ποιότητας του προμηθευομένου είδους, ως εμπειρογνώμονες. Εάν η απόφασις της Επιτροπής παραλαβών διαπιστώση δι’ ητιολογημένης εκθέσεώς της ότι τα υπό προμήθειαν είδη δεν πληρούν τους όρους της συμβάσεως, δύνανται ν’ απορρίπτωνται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και διατάσσεται η κατάπτωσις της εγγυήσεως υπέρ του Ταμείου, του προμηθευτού μη δικαιουμένου εν τη περιπτώσει ταύτη να διατυπώνη ουδεμίαν ένστασιν ή αντίρρησιν κατά της αποφάσεως ταύτης, ούτε να ζητήση αποζημίωσιν δια την ζημίαν ην τυχόν υφίσταται εκ της ως άνω απορρίψεως του εμπορεύματος. Ο τρόπος της πληρωμής των ενεργουμένων αγορών ή προμηθειών και αι παρασχετέαι εγγυήσεις κανονίζονται εκάστοτε δια της συναπτομένης συμβάσεως. 3.Αι κατά την διαδικασίαν των εδαφίων α΄-γ΄ της παρ. 1 του παρόντος, συναπτόμεναι συμφωνίαι, περί προμηθείας πάσης φύσεως ειδών δια λογαριασμόν του Ταμείου, δεν δύνανται να επαναληφθούν κατά την αυτήν διαδικασίαν και δια το αυτό είδος προ της παρόδου εξαμήνου προθεσμίας, εκτός εάν εξηντλήθη το δια την διαδικασίαν καθ’ ην αύτη συνωμολογήθη προβλεπόμενον ανώτατον όριον, ότε επιτρέπεται η επανάληψίς της δια το υπολειπόμενον μέχρι συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου ποσόν. 4.Αι αποφάσεις της Επιτροπής Προμηθειών υπόκεινται εις την έγκρισιν του Δ. Συμβουλίου. 5.Εις την περί ης η προηγουμένη παράγραφος Επιτροπήν δύναται να ανατίθεται και η ανωτέρα εποπτεία και παρακολούθησις της εκτελέσεως των πάσης φύσεως έργων ανοικοδομήσεως των διενεργουμένων υπό του Ταμείου, ο έλεγχος της ποιότητος και ποσότητος των χρησιμοποιουμένων υλικών, η υπόδειξις των κατά την κρίσιν της ληπτέων μέτρων, δια την αρτιωτέραν εκτέλεσιν των έργων, η παρακολούθησις της καλής συντηρήσεως και η υποβολή εισηγήσεως, περί της επωφελεστέρας εκμεταλλεύσεως των ακινήτων του Ταμείου, κατόπιν εντολής του Δ. Συμβουλίου. 6.Αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος ορισθήσονται δια γενικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. 7.Η μίσθωσις ακινήτου δι’ υπηρεσιακάς ανάγκας του Ταμείου, ως και η εκμίσθωσις ακινήτων του Ταμείου, ενεργούνται πάντοτε δια δημοσίου διαγωνισμού, προκηρυσσομένου υπό του Δ. Συμβουλίου. Ο διαγωνισμός ενεργείται ενώπιον της υπό του άρθρ. 11 εδάφ. β΄ του παρόντος προβλεπομένης τριμελούς Επιτροπής. Το αποτέλεσμα του διαγωνισμού τελεί πάντοτε υπό την έγκρισιν του Δ. Συμβουλίου». «8.Το Δ.Σ. σταθμίζοντας κάθε φορά τις οικονομικές δυνατότητες του Ταμείου, μπορεί, με έγκριση του Υπουργείου Κοιν. Ασφαλίσεων, να διαθέτει τα αναγκαία χρηματικά ποσά, για την αποστολή, κατά τη θερινή περίοδο κάθε χρόνου, παιδιών ασφαλισμένων του Ταμείου, σε κατασκηνώσεις του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή Οργανισμών με Κοινοφελή χαρακτήρα ή Ιδιωτών. Με την ίδια απόφαση του Δ.Σ. ορίζεται ο αριθμός και η ηλικία των παιδιών, που θα σταλούν σε κατασκηνώσεις, ο τρόπος ειδοποίησης των ενδιαφερομένων να δηλώσουν συμμετοχή, η προθεσμία, ο τρόπος επιλογής τους, οι κατασκηνώσεις που θα σταλούν, ο χρόνος παραμονής και οι λοιπές αναγκαίες λεπτομέρειες. Η αποστολή των δικαιουμένων παραθερισμού παιδιών γίνεται, χωρίς διαγωνισμό προκειμένου για κατασκηνώσεις του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή Οργανισμών με Κοινοφελή χαρακτήρα, και με μειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προκειμένου για ιδιωτικές κατασκηνώσεις». Η παρ. 8 προστέθηκε από την 7/753/13-26 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 149) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 40 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Επένδυσις κεφαλαίων Άρθρ.41-«1.Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου δύνανται να τοποθετούνται, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου, τηρουμένων και των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων γενικών ή ειδικών Νόμων, περί τοποθετήσεως των κεφαλαίων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου: α)Εις χρεώγραφα του Δημοσίου, εις αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού και εις μετοχάς μεγάλων Τραπεζών ή Εταιριών κοινής ωφελείας. β)Εις ακίνητα. «γ)Εις μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχάς των εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου του Ν.Δ. 608/1970 περί εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου και αμοιβαίων κεφαλαίων». Η περίπτ. γ΄ προστέθηκε από την απόφαση της Νομισμ. Επιτροπής που δημοσι(Αντί για τη σελ. 389(γ) Σελ. 389(δ) Τεύχος 1084-Σελ. 67 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 εύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 34/19 Μαρτ. 1982 (απόσπασμα πρακτικών της 352/25 Φεβρ.-19 Μαρτ. 1982). «2.Οι επενδύσεις σε ακίνητα περιλαμβάνουν: α)Την αγορά ετοίμων κτισμάτων, οικοπέδων μετά ή άνευ κτισμάτων ή κτισμάτων οικοπεδικής αξίας καθώς και αγροτεμαχίων, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεων σε όλη την επικράτεια της χώρας μετά από έγκριση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. β)Την οικοδόμηση σε ιδιόκτητα οικόπεδα, δηλαδή την ανέγερση, επισκευή και επέκταση κτισμάτων καθώς και την εγκατάσταση και λειτουργία παιδικών κατασκηνώσεων για τα τέκνα των ασφαλισμένων, συνταξιούχων και υπαλλήλων του Ταμείου. Η διοργάνωση και λειτουργία των κατασκηνώσεων ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ταμείου». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 77/27 Φεβρ.-13 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 33). 3.Επίσης μέρος των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου και μέχρι 30% τούτων δύναται να διατίθεται ως προσωπικά τοκοχρεωλυτικά δάνεια εις τους μονίμους υπαλλήλους του Ταμείου, ως και εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους και συνταξιούχους, εξοφλητέα δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ων ο αριθμός δεν δύναται να υπερβή τας εξήκοντα, επί επιτοκίω ίσω προς το εκάστοτε εισπραττόμενον τοιούτον των καταθέσεων όψεως παρά Τραπέζαις και ασφαλίστρω ενός τοις εκατόν. Η χορήγησις των δανείων τούτων επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, δεδικαιολογημένης σοβαράς απροβλέπτου ανάγκης του αιτούντος, κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου, τηρουμένων και των εκάστοτε επί του θέματος τούτου ισχυουσών γενικών αποφάσεων του Υπουργείου Εργασίας. Το ποσόν του χορηγητέου δανείου, δια μεν τους ησφαλισμένους δεν δύναται να είναι ανώτερον των αποδοχών, εφ’ ων αποδίδονται ασφαλιστικαί εισφοραί ενός μηνός, δια τους έχοντας εν ασφαλίσει υπηρεσίαν πέντε ετών συμπεπληρωμένων, δύο μηνών δια τους έχοντας υπηρεσίαν εν ασφαλίσει άνω των πέντε ετών και μέχρις οκτώ ετών συμπεπληρωμένων και τριών μηνών δια τους έχοντας υπηρεσίαν εν ασφαλίσει άνω των οκτώ ετών, δια δε τους μονίμους υπαλλήλους του Ταμείου ανώτερον του συνόλου των αποδοχών τριών μηνών, εφ’ όσον ούτοι συνεπλήρωσαν τριετή υπηρεσίαν παρά τω Ταμείω. Σελ. 390(δ) Τεύχος 1084 Σελ. 68 Προκειμένου περί συνταξιούχων το ποσόν του δανείου δεν δύναται να είναι ανώτερον των τριών μηνιαίων συντάξεων. Η απόδοσις των μηναίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων ενεργείται, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου κατά την κρίσιν αυτού, είτε δια παρακρατήσεως αυτών εκ των αποδοχών του οφειλέτου ή της συντάξεως, είτε δια καταθέσεως, υπό του λαβόντος το δάνειον, των δόσεων εις την επί τούτω οριζομένην Τράπεζαν. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Εν περιπτώσει καθυστερήσεως δόσεώς τινος, του κατά τ’ ανωτέρω χορηγηθέντος τοκοχρεωλυτικού δανείου, πέραν του μηνός, αφ’ ης αύτη κατέστη απαιτητή και εφ’ όσον ο οφειλέτης δεν ήθελε καταβάλει τα οφειλόμενα, εντός επταημέρου προθεσμίας, από της κοινοποιήσεως αυτώ σχετικής προσκλήσεως προς πληρωμήν υπό του Διευθυντού του Ταμείου, καθίσταται αυτοδικαίως αμέσως απαιτητόν ολόκληρον το οφειλόμενον υπόλοιπον Κεφαλαίου και δεδουλευμένων τόκων και εισπράττεται κατά τας διατάξεις του Νομ. 4845 «περί εισπράξεως των Δημοσίων Εσόδων», ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως και ισχύει εκάστοτε και κατά την ειδικήν του Νόμου τούτου διαδικασίαν, μη αποκλειομένης της δια της δικαστικής οδού εισπράξεως και της προστασίας των συμφερόντων του Ταμείου. Προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως χορηγηθέντος οιασδήποτε φύσεως δανείου, ουδέποτε παρέχεται νέον δάνειον. 4.Επίσης μέρος των διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου και μέχρις 20% τούτων, δύναται να διατίθεται εις χορήγησιν ενυποθήκων τοκοχρεωλυτικών δανείων εις ησφαλισμένους, συνταξιούχους και υπαλλήλους του Ταμείου, έχοντας τριετή τουλάχιστον εν ασφαλίσει υπηρεσίαν και επί ακινήτων των ή επί ακινήτων ανηκόντων εις την σύζυγον αυτών, εφ’ όσον τα δάνεια τούτα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν: α)Προς ανέγερσιν, επιδιόρθωσιν ή επέκτασιν των οικοδομών των, το ποσόν των δανείων τούτων ορίζεται μέχρις 60% κατ’ ανώτατον όριον επί της πραγματικής αξίας των ακινήτων. β)Προς εξάλειψιν υφισταμένων εμπραγμάτων βαρών κατ’ αναλογίαν μη υπερβαίνουσαν το 40% της κατά το χρόνον της χορηγήσεως του δανείου πραγματικής αξίας του ακινήτου. Τα δάνεια τούτα χορηγούνται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου και υπό τον όρον της προς ασφάλειαν αυτών εγγραφής πρώτης υποθήκης επί του ακινήτου υπέρ του Ταμείου. Αι δαπάναι ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας, αμοιβής του ενεργούντος την εκτίμησιν του ακινήτου Μηχανικού, συντάξεως συμβολαίων, εγγραφής και εξαλείψεως υποθήκης, βαρύνουσι τους δανειζομένους. Κατά την χορήγησιν των ως άνω δανείων προτιμώνται κατά σειράν: α)Οι έχοντες πολυμελεστέρας οικογενείας κατά λόγον των προστατευομένων προσώπων. β)Οι ασθενεστέρας οικονομικής καταστάσεως λόγων αποδοχών και γενικώς περιουσίας. Ο τόκος των υπό της παρούσης παραγράφου προβλεπομένων δανείων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερος των 2/3 του εκάστοτε ισχύοντος νομίμου τόκου. Η εξόφλησις των ως άνω δανείων συντελείται τοκοχρεωλυτικώς δι’ εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ων ο αριθμός καθορίζεται υπό του Δ.Σ., μη δυνάμενος πάντως να είναι κατώτερος των τριάκοντα και παρακρατουμένων εκ των μηνιαίων αποδοχών των δανειζομένων, δι’ εισπράξεως ποσού ίσου προς το 1/6 της εξαμηνιαίας τακοχρεωλυτικής δόσεως, μερίμνη του μισθοδοτούντος εργοδότου ή άλλου οργάνου. Η υπογραφή του Συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμιά περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργείου Εργασίας. ζ)Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουν εξ ολοκλήρου το Ταμείον. Ωσαύτως βαρύνουν το Ταμείον αι αμοιβαί των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής, οριζόμεναι βάσει των κειμένων διατάξεων δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Εργασίας. 2.«Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Διοικητικόν Συμβούλιον επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανικούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα τούτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ. ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. (Αντί της σελ. 391) Σελ. 391(α) Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου μέσω του επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. 5.Πάσαι αι κατά τ’ ανωτέρω λαμβανόμεναι γενικαί αποφάσεις του Δ.Σ., περί τρόπου επενδύσεως των Κεφαλαίων αυτού και περί της διαθέσεως δι’ εκάστην κατηγορίαν επενδύσεων ανωτάτου ορίου ποσού υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργείου Εργασίας». Το άρθρ. 41 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Αγορά και φύλαξις χρηματογράφων Άρθρ.42.-«1.Η αγορά των περί ων το προηγούμενον άρθρον χρηματογράφων ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. 2.Τα εις την κυριότητα και κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα κατατίθενται προς φύλαξιν παρά τη υπό του Δ.Σ. Οριζομένη Τραπέζη». Το άρθρ. 42 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Αγορά ακινήτων-Ανοικοδομήσεις Άρθρ.43.-«1.Δια την αγοράν ακινήτου απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του Συμβουλίου. Εν τη αποφάσει δέον να καθορίζηται και το διατεθησόμενον προς τον σκοπόν τούτον κατ’ ανώτατον όριον ποσόν. β)Έγκρισις της ως άνω αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υπουργού Εργασίας παρεχομένη μετά σύμφωνον γνώμην των εξ ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων της κειμένης Νομοθεσίας προβλεπομένων οργάνων. γ)Δημοσίευσις σχετικής προκηρύξεως δια 3 τουλάχιστον ημερησίων φύλλων εκδιδομένων εν τη έδρα του Ταμείου και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις τούτων. Δια της προκηρύξεως δέον να καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον εντός ωρισμένης προθεσμίας, ήτις πάντως δεν δύναται να ορίζεται βραχυτέρα του 15θημέρου. Σελ. 392(α) Δια της προκηρύξεως δέον ωσαύτως ν’ αποκλείωνται ως απαράδεκτοι προσφοραί μεσιτών, εφ’ όσον δεν επισυνάπτεται εις ταύτας έγγραφος εξουσιοδότησις του ιδιοκτήτου ή των ιδιοκτητών περί προσφοράς ακινήτων των και του αξιουμένου τιμήματος, αποκλειομένης πάντως της καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων υπό του Ταμείου. δ)Άμα τη λήξει της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας το Δ.Σ. του Ταμείου επιλέγει μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα κατά την κρίσιν του κρινόμενα, ως κατ’ αρχήν κατάλληλα και ανταποκρινόμενα εις τους σκοπούς δι’ ους επιζητείται η αγορά. ε)«Τα κατά τ’ ανωτέρω προκριθησόμενα ως κατ’ αρχήν κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρ’ εκτιμητικής Επιτροπής ήτις υποχρεούται εις την σύνταξιν λεπτομερούς πρακτικού εκτιμήσεως εκάστου ακινήτου και ήτις συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εκ των κάτωθι προσώπων: α)Του οικονομικού εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού του εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου κείται το προς αγοράν ακίνητον. β)Του Προϊσταμένου ή του νομίμου αναπληρωτού του, του οικείου γραφείου του σχεδίου πόλεως. γ)Ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης, τη αιτήσει του Ταμείου». Το εδάφ. ε΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 17444/Σ.90 της 9/22 Απρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 144). ς)Μετά την υποβολήν των εκθέσεων της Εκτιμητικής Επιτροπής το Δ.Σ. εκτιμών το σύνολον των συγκεντρωθέντων στοιχείων, επιλέγει το αγοραστέον ακίνητον και υποβάλλει την απόφασιν επαρκώς ητιολογημένην μεθ’ ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου εις το Υπουργείον Εργασίας προς έγκρισιν. Εν τη αποφάσει του Δ.Σ. δέον να αναφέρηται απαραιτήτως το καταβληθησόμενον ακριβές τίμημα, οι λόγοι δι’ ους επροτίμησε το υπό αγοράν ακίνητον έναντι των ετέρων και ότι ελήφθη υπ’ όψιν γνωμοδότησις περί του κανονικού των τίτλων ιδιοκτησίας και ελλείψεως παντός μειονεκτήματος. Η υπογραφή του Συμβολαίου της αγοραπωλησίας εν ουδεμιά περιπτώσει είναι επιτρεπτή προ της παροχής της εγγράφου προς τούτο εγκρίσεως παρά του Υπουργείου Εργασίας. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) ζ)«Η αμοιβή των μελών της εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής. Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουν εξ ολοκλήρου το Ταμείον». Το εδάφ. ζ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 17444/Σ.90 της 9/12 Απρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 144). 2.«Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Διοικητικόν Συμβούλιον επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανικούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ., ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου μέσω του επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόντων και μηχανικών, μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό του από 13 Ιουν. 1941 Δ/τος ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου». Το άρθρ. 43 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργού Εργασίας ή δε παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56116/1/54 της 1/16 Μαρτ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. «3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται, εν τη διαχειρίσει της περιουσίας τούτου, να εκποιή, ακίνητα αυτού ή ν’ ανταλλάσση προς έτερα ή να παραχωρή ταύτα, προς ανοικοδόμησιν επί αντιπαροχή οριζοντίων ιδιοκτησιών επί του αυτού ακινήτου, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων και κατόπιν δημοσίου διαγωνισμού και συμφώνου γνώμης της υπό της παρ. 2 του παρόντος άρθρου προβλεπομένης Εκτιμητικής Επιτροπής». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 94334/Σ.1271 της 7/15 Δεκ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 471). Ανάληψις χρημάτων ή τίτλων περιουσίας Ταμείου. Πληρωμαί Άρθρ.44.-«1.Η ανάληψις χρημάτων ή τίτλων περιουσίας του Ταμείου από τας Τραπέζας ενεργείται δι’ επιταγών ή δι’ εξοφλητικών αποδείξεων, υπογραφομένων παρά του Προέδρου του Δ.Σ. του Διευθυντού και του Αρχιλογιστού του Ταμείου, εν περιπτώσει δε κωλύματος τούτων παρά των νομίμων αναπληρωτών. 2.Ειδικώς δια την ανάληψιν τίτλων παραστατικών αξιών, ως και δια πάσαν μετατροπήν των εις κινητάς αξίας Κεφαλαίων του Ταμείου απαιτείται απόφασις του Δ.Σ., λαμβανομένη δια πλειοψηφίας των 2/3 του συνόλου των μελών αυτού. 3.Αι πληρωμαί του Ταμείου ενεργούνται δι’ ενταλμάτων επιταγών ή εντολών, υπογραφομένων παρά των εν παρ. 1 του παρόντος αναφερομένων προσώπων. (Αντί της σελ. 393(β) Σελ. 393(γ) 237-059 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 4.Προς αντιμετώπισιν διαφόρων μικροδαπανών δύναται, αποφάσει του Δ.Σ. να χορηγήται εις ένα των υπαλλήλων του Ταμείου ποσόν μη υπερβαίνον το έν εκατομμύριον, επί αποδόσει λογαριασμού εις το τέλος εκάστου μηνός». Το άρθρ. 44 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ.584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική διάταξις «Άρθρ.45.-Εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αι υπάρχουσαι κεναί οργανικαί θέσεις του Ταμείου, ήτοι: Μια θέσις βεβαιωτού, επί βαθμώ και μισθώ υπουργικού ακολούθου ή γραμματέως β΄ τάξεως και Μία θέσις δακτυλογράφου επί βαθμώ και μισθώ υπουργικού γραμματέως β΄ ή α΄ τάξεως ή ακολούθου, αι προβλεπόμεναι υπό του άρθρ. 20 του Καταστατικού του Ταμείου, δύνανται να πληρωθούν και δι’ εντάξεως υπηρετούντων εκτάκτων, συμφώνως τω άρθρ. 20 παρ. 4 του Καταστατικού του Ταμείου, υπαλλήλων, εφ’ όσον ούτοι κέντηνται τουλάχιστον διετή συνεχή πραγματικήν υπηρεσίαν και τα υπό των ισχυουσών διατάξεων προβλεπόμενα τυπικά προσόντα δια την θέσιν εις ην ενεργείται η ένταξις και επέδειξαν ιδιάζουσαν επιμέλειαν και ήθος εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των. Η ένταξις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας και δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εις τον κατώτερον βαθμόν της θέσεως». Το άρθρ. 45 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 25400/Σ.584α της 19/25 Σεπτ. 1952 αποφ. Υπ. Οικονομικών και Εργασίας. Μεταβατική Διάταξις «Δύναται, δι’ ητιολογημένων αποφάσεων του Δ.Σ., εγκρινομένων υπό του Υπουργού Εργασίας, να παρέχηται η ευχέρεια της δια μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως οφειλών προς το Ταμείον εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών και τόκων υπερημερίας. Αι κατά τα ως άνω αποφάσεις του Δ.Σ. δέον να εκδίδωνται ή ειδικώς δι’ εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, μετά προηγουμένην διαπίστωσιν υπό τούτου ότι η καθυστέρησις υπήρξεν δικαιολογημένη, οφειλομένη εις οικονομικήν αδυναμίαν του υποχρέου, ή και γενικώς ρυθμίζουσαι τας εκ καθυστερουμένων εισφορών οφειλάς, την κεφαλαιοποίησιν τούτων, την κατά δόσεις εξόφλησιν, ως και τα του τόκου αυτών». Η ανωτέρω Μεταβατική Διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 17036/Σ.431 της 24 Απρ./8 Μαΐου 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 394(γ) 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Άρθρ.5.-1."Το Ταμείον, διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εκ 2 Δημοσίων Υπαλλήλων εξ ων ο εις τουλάχιστον του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των εργοδοτών. δ)Εκ 3 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων εξ ων 2 εκ της περιφερείας Αθηνών και ο εις εκ της περιφερείας Πειραιώς. ε)Εξ 1 εκπροσώπου εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εξ 1 προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών, ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων Επιμελητηρίων ή των οικείων εργοδοτικών, επαγγελματικών ή άλλων συναφών κατά Κλάδον εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των εργατικών και εργοδοτικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μιαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του". Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71061 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326) 4.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχείον δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ή ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η ανατολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελεν κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβερν. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. (Αντί της σελ. 373(β) Σελ. 373(γ) 250-047 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστείλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει τούτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. 6."Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 7 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινος λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία". Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71061 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 7.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελεί εις των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ.Σ. Το άρθρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3946/Σ.119 της 31 Ιαν./18 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 374(γ) Προϋποθέσεις διορισμού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.6.-"Διορίζεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου: α)Ο συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ικανός ν’ αναλάβη ή διατηρή δημόσιον λειτούργημα. γ)Ο μη έχων οιανδήποτε συνεχή οικονομικήν σχέσιν προς το Ταμείον. δ)Ο μη έχων την ελευθέραν διαχείρισιν της περιουσίας του. ε)Ο έχων την Ελληνικήν ιθαγένειαν. ς)Προκειμένου περί των εξ ησφαλισμένων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ο συμπληρώσας τριετή τουλάχιστον χρόνον ασφαλίσεως. Η μετά τον διορισμόν απώλεια προϋποθέσεώς τινος εκ των υπό στοιχεία β΄ έως ε΄ αναφερομένων, ως και η αποβολή της ιδιότητος, υφ’ ην εγένετο ο διορισμός μέλους τινός, ως μέλους του Συμβουλίου, συνεπάγεται έκπτωσιν εκ του αξιώματος, αποφάσει του Υπουργού εργασίας, λαμβανομένη προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου ή και αυτεπαγγέλτως". Το άρθρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ. 584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπουργ. Εργασίας. 39.Η.δ.1 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) Λειτουργία Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.7.-"1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει μετ’ έγγραφον πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν άπαξ της εβδομάδος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή ανάγκη, κατά την κρίσιν του Προέδρου ή αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, ή ήθελον ζητήσει τούτο εγγράφως τρία τουλάχιστον μέλη αυτού. Εν τη περιπτώσει ταύτη υποχρεούται ο Πρόεδρος να ορίση συνεδρίασιν εντός 48 ωρών από της υποβολής της αιτήσεως, με θέματα τα εν τη αιτήσει αναγραφόμενα. Μη επιτευχθείσης απαρτίας, τα θέματα ταύτα αναγράφονται πρώτα εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης τακτικής συνεδριάσεως. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του δύναται να ορίζη ωρισμένην ημέραν τακτικών συνεδριάσεων. 2.Η πρόσκλησις εις συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη τουλάχιστον δύο ημέρας προ της ημέρας καθ’ ην θα λάβη χώραν η συνεδρίασις, επιτρεπομένης της συντομεύσεως του χρονικού τούτου διαστήματος μόνον εις περίπτωσιν επειγούσης ανάγκης, δικαιολογουμένης παρά του Προέδρου ή του αναπληρούντος τούτον Αντιπροέδρου. Επί της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν αναγράφονται πάντοτε η ημέρα και η ώρα της συνεδριάσεως, ως και τα θέματα της ημερησίας διατάξεως, οριζόμενα υπό του Προέδρου. 3.Εάν τακτικόν μέλος του Δ. Συμβουλίου κωλύεται να παραστή εις συνεδίασιν, δέον όπως ειδοποιήσει αμελλητί, είτε απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του, είτε εγκαίρως την υπηρεσίαν του Ταμείου, ήτις αποστέλλει νέαν πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος, εκτός αν έχη ειδοποιηθή περί του κωλύματος προηγουμένως η υπηρεσία του Ταμείου, ότε η πρόσκλησις αποστέλλεται απ’ ευθείας εις τον αναπληρωτήν. 4.Το Δ. Συμβούλιον δικαιούται ν’ αποφασίζη την αναγραφήν θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. Θέμα μη αναγραφέν εν τη ημερησία διατάξει δύναται, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου, να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν, απόφασις όμως επ’ αυτού δεν δύναται να ληφθή, εφ’ όσον δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη του Δ. Συμβουλίου ή εφ’ όσον δεν ήθελεν αναγνωρισθή παρά πάντων των παρισταμένων μελών κατά την συνεδρίασιν ότι πρόκειται περί θέματος επειγούσης φύσεως. 5.Αι ψηφοφορίαι του Δ. Συμβουλίου είναι πάντοτε φανεραί, πλην προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων ή οσάκις εκ των προτέρων καθορίζεται τούτο υπό του Δ. Συμβουλίου. 6.Κατά τας συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου παρίσταται ο Διευθυντής του Ταμείου, ως εισηγητής των συζητητέων θεμάτων, άνευ ψήφου, όστις δύναται τη εγκρίσει του Δ. Συμβουλίου να αναθέση την εισήγησιν ειδικών θεμάτων εις τους οικείους προϊσταμένους υπηρεσιών. 7.Περί των εν τω Δ.Σ. συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται, μερίμνη του Διευθυντού του Ταμείου υπό του Γραμματέως του Δ.Σ. συνοπτικά πρακτικά, άτινα καταχωρούνται εις ειδικόν Βιβλίον Πρακτικών και υπογράφονται μετά την επικύρωσίν των παρά του Δ.Σ., υπό του Προέδρου, των κατά συνεδρίασιν παραστάντων μελών του Δ.Σ., του Διευθυντού και του Γραμματέως του Δ.Σ. 8.Αι συνεδριάσεις του Δ.Σ. δεν είναι δημόσιοι. Περίληψις των ληφθεισών αποφάσεων δύναται ν’ ανακοινούται μόνον αποφάσει του Δ. Συμβουλίου. 9.Απαγορεύεται η υπό των μελών του Δ. Συμβουλίου ανακοίνωσις εις Τρίτους των πρακτικών των συνεδριάσεων, ως και των εν τω Δ.Σ. διαμειφθέντων. 10.Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεων Κεφαλαίων του Ταμείου συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία επ’ αυτών επιτρέπεται ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Δ. Συμβουλίου. Το Συμβούλιον δύναται να χαρακτηρίζη και έτερα θέματα, ως εμπιστευτικά. 11.Προκειμένου να συζητηθή υπό του Δ. Συμβουλίου υπόθεσις αφορώσα ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός αυτού ή συγγενούς του μέλους μέχρι 4ου βαθμού, δεν δύναται το μέλος τούτο να παραστή κατά την συνεδρίασιν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Δ.Σ. λαμβάνεται μετά πρότασιν του ενδιαφερομένου, υποχρεουμένου εις σχετικήν δήλωσιν ή παντός άλλου μέλους αυτού. 12.Αι αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως παρά τούτου, εν τη επομένη συνεδριάσει, των πρακτικών της συνεδριάσεως, καθ’ ην ελήφθησαν, εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην το Δ. Συμβούλιον κρίνει ότι επείγουσα ανάγκη επιβάλλει την άμεσον επικύρωσιν ως προς ωρισμένα θέματα. 13.Μετά την επικύρωσιν των πρακτικών, ο Διευθυντής του Ταμείου ανακοινοί εις το Δ. Συμβούλιον τας ενεργείας του επί των προηγουμένων αποφάσεων αυτού, ως επίσης και παν άξιον μνείας έγγραφον, ληφθέν εις το Ταμείον κατά το μεσολαβήσαν από της προηγουμένης συνεδριάσεως διάστημα. 14.Εις την πρώτην μετά την έναρξιν εκάστου μηνός συνεδρίασιν, ο διευθυντής του Ταμείου ανακοινοί εις το Δ. Συμβούλιον την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον παρελθόντα μήνα Έσοδα και Έξοδα". Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ. 584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί της σελ. 375) Σελ. 375(α) Τεύχος 435-Σελ. 11 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Υπαλ.Εμπορικών Καταστημάτων(ΤΕΑΥΕΚ) 39.Η.δ.1 Αρμοδιότητες Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.8-"Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου: α)Καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν των συνεδριάσεων εισηγήσει του Διευθυντού και αναλόγως των υφισταμένων υπηρεσιακών αναγκών, συγκαλεί το Δ. Συμβούλιον και διευθύνει τας συνεδριάσεις αυτού. β)Επιμελείται της εκτελέσεως των υπό του Δ. Συμβουλίου λαμβανομένων αποφάσεων δια του Διευθυντού του Ταμείου. γ)Εκπροσωπεί το Ταμείον ενώπιον πάσης Αρχής και παντός Δικαστηρίου. Δύναται όμως, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου, η εκπροσώπησις του Ταμείου ν’ ανατίθεται εις έτερον μέλος του Δ. Συμβουλίου ή τον Διευθυντήν του Ταμείου. "Ειδικώς δε η ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων εκπροσώπησις του Ταμείου κατ’ Εργοδοτών καθυστερούντων την καταβολήν των ασφαλιστικών εισφορών των υπαλλήλων των, δύναται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου ν’ ανατίθηται και εις (ανώτερον) υπάλληλον του Ταμείου". Το εντός " " εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 40430/Σ.976 της 27 Ιουν./12 Ιουλ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. Η λέξις (ανώτερον) απηλείφθη δια της υπ’ αριθ. Ε4 οικ. 4095 της 31 Ιουλ./24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 691) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. δ)Υπογράφει πάντα τα εντάλματα πληρωμών και εισπράξεων, τας επιταγάς, ως και παν άλλο έγγραφον αφορών την λειτουργίαν του Ταμείου, εξαιρέσει εκείνων ων την υπογραφήν το Διοικητικόν Συμβούλιον ήθελε αναθέσει εις μόνον τον Διευθυντήν". Το άρθρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ. 584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αναπλήρωσις Προέδρου-Αντιπροέδρου Άρθρ.9.-"1.Τον Πρόεδρον του Δ. Συμβουλίου απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο έχων το προβάδισμα Αντιπρόεδρος, απόντος δε και τούτου ή κωλυομένου ο έτερος Αντιπρόεδρος. 2.Απόντων ή κωλυομένων του Προέδρου και των Αντιπροέδρων αναπληροί τούτους, δια την υπογραφήν ενταλμάτων και επιταγών, εν εκ των μελών του Δ. Συμβουλίου οριζόμενον υπό τούτου". Το άρθρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 23400/Σ. 584 της 28 Μαΐου/2 Ιουν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.