← Ελλάδα

1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 21545 της 6/13 Ιουλ. 1927 (ΦΕΚ Παράρτημα 174) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων του Προ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση εγκρίνει το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, καθορίζοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεων στα μέλη του προσωπικού και τους δικαιούχους τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 21545 της 6/13 Ιουλ. 1927 (ΦΕΚ Παράρτημα 174) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Έχοντες υπ’ όψει: 1)τας διατάξεις του Νόμ. 2868 περί υποχεωτικής ασφαλίσεως των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων, 2)σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου εποπτείας εργατικών ασφαλίσεων, εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν εξ άρθρ. 26 καταστατικόν του Ταμείου Συντάξεων Πρσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως τούτο ετροποποιήθη και συνηρμολογήθη εις ενιαίον κείμενον. Η παρούσα μετά του εγκρινομένου καταστατικού δημοσιευθήτω δαπάναις του Ταμείου δια της Εφημερίδος της Κυβενήσεως. Ταμείον συντάξεων του προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ Σύστασις και σκοπός του Ταμείου Άρθρ.1.-1.Συνιστάται εν Αθήναις εν τω Κεντρικώ Καταστήματι της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ειδικόν Ταμείον υπό τον τίτλον «Ταμείον συντάξεων του Προσωπικού των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος», αποτελούν ίδιον Νομικόν Πρόσωπον (και διοικούμενον παρά δεκατριμελούς Διοικητικού Συμβουλίου, απαρτιζόμενου:) Το άρθρ. 1 είχε τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 56045 της -/28 Σεπτ. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 207) αποφ. Υπ. Εργασίας, ήτις όμως ηκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 973/1954 αποφ. Συμβ. Επικρατείας. Περί της διοικήσεως του Ταμείου βλ. ήδη κατ. αριθ. 4 απ. Υπ. Εργασίας 73459/
  2. Άρθρ.8.-«1.Δικαίωμα εις σύνταξιν έχουν επίσης εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ως δικαιοδόχοι αυτού. α)Η χήρα που μετά δεκαετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου εφ’ όσον συνεζεύχθη μετ’ αυτού τρείς τουλάχιστον μήνες προ του θανάτου του. β)Η χήρα του συνταξιούχου ή συζευχθείσα μετ’ αυτού προ της εξόδου εκ της υπηρεσίας, εφ’ όσον έχει έγγαμον βίον ενός τουλάχιστον έτους προ του θανάτου του, ως και η χήρα του συνταξιούχου ή συζευχθείσα μετ’ αυτού μετά την εκ της υπηρεσίας έξοδόν του, εφ’ όσον έχει συμπληρωμένον έγγαμον βίον δύο τουλάχιστον ετών προ του θανάτου του. Οι ανωτέρω προβλεπόμενοι χρονικοί περιορισμοί τελέσεως του γάμου και διαρκείας εγγάμου βίου, δεν ισχύουσιν εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου επήλθε συνεπεία βιαίου συμβάντος, ή εφ’ όσον η χήρα σύζυγος απέκτησεν εκ του γάμου αυτής τέκνον ή ευρισκομένη εν κυοφορία αποκτήση τέκνον. Κατά το διάστημα της κυοφορίας τίθεται υπό προσωρινήν σύνταξιν οριστικοποιουμένην άμα τη γεννήσει του τέκνου. Η χήρα αποκλείεται του κατά τα ανωτέρω δικαιώματος προς σύνταξιν, εαν δι’ οριστικής αποφάσεως εκδοθείσης προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, απηγγέλθη διαζύγιον υπαιτιότητι αυτής ή αμφοτέρων των συζύγων, ή το διαζύγιον απηγγέλθη υπαιτιότητι του συζύγου της πλήν δεν εδικαιώθη διατροφής από της εκδόσεως της οριστικής περί διαζυγίου αποφάσεως συνεχώς μέχρι του θανάτου αυτού. Εν περιπτώσει λύσεως του γάμου διαζυγίω, αποκλειστική υπαιτιότητι του συζύγου, το δικαίωμα απολαβής της συντάξεως ανακτάται υπό της θυγατρός μετ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου, υπό την προΰπόθεσιν ότι η περί διαζυγίου αγωγή ησκήθη εντός ενός έτους από της τελέσεως του γάμου και εφ’ όσον αύτη στερείται αξιολόγου περιουσίας. «γ.Τα νόμιμα ή νομιμοποιηθέντα (δι’ επιγενομένου γάμου ή δικαστικής αποφάσεως) τέκνα του μετά δεκαετή συνταξίμου υπηρεσίαν αποβίωσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή τα φυσικά τέκνα μητρός ασφαλισμένης ή συνταξιούχου ιδίω δικαίω, εξ ιδίας υπηρεσίας παρά τη Τραπέζη, εάν τα μεν θήλεα είναι άγαμα και μέχρι της δια γάμου αποκαταστάσεώς των, ως τοιούτου νοουμένου και του κατά το αλλοδαπόν δίκαιον τελουμένου, τα δε άρρενα δεν έχουν μεν συμπληρώσει το 21ον έτος της ηλικίας των και είναι άγαμα ή έχουν μεν συμπληρώσει τούτο, ουχί δε και το 25ον έτος της ηλικίας των, άγαμα όντα εξακολουθούν τακτικώς τας σπουδάς αυτών εις ανεγνωρισμένας υπό του Κράτους Σχολάς εν τη ημεδαπή ή εις αντιστοίχους σχολάς της αλλοδαπής ή ανεξαρτήτως ηλικίας είναι οριστικώς και εξ Σελ.2012,02(β) Τεύχος Ι-22-Σελ.138 ολοκλήρου ανίκανα δια οιανδήποτε εργασίαν κατά την ημέραν της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και στερούνται επαρκών πόρων προς ιδίαν αυτών συντήρησιν ή αξιολόγου περιουσίας. Υπό τας αυτάς προΰποθέσεις το Δ.Σ. του Ταμείου, δύναται δι’ αποφάσεως του, εκτιμών προσέτι και τας ιδιαιτέρας συνθήκας και την όλην οικογενειακήν κατάστασιν του τέκνου, να απονέμει σύνταξιν και εις καθιστάμενα ανίκανα τέκνα, μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως και εφ’ όσον θα είναι άγαμα, αναθεωρουμένης της συντάξεως των τυχόν λοιπών δικαιοδόχων, από της απονομής εις το τέκνον τούτο, αρχομένης από της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. αποκλειομένης πάσης αναδρομικής καταβολής. Εν περιπτώσει λύσεως του γάμου διαζυγίω υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι το δικαίωμα απολαβής της συντάξεως απονέμεται ή ανακτάται υπό της θυγατρός μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό την προΰπόθεσιν ότι η διάζευξις αφορά την λύσιν του πρώτου γάμου και εφ’ όσον αύτη, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου στερείται προστασίας ή αξιολόγου περιουσίας. Η σύνταξη της διαζευγμένης θυγατέρας, ανεξάρτητα από την ηλικία της, περικόπτεται μέχρι και ολικής περικοπής και το ποσό που αυτή έχει εισοδήματα από οποιανδήποτε άλλη πηγή, που μαζί με τη σύνταξη υπερβαίνουν το 60% του 15ου Κλιμακίου με το 60% της εκάστοτε ΑΤΑ επί αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση. Στα εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν λαμβάνεται υπόψη η επικούρηση που παίρνει αυτή απο το Λογαρισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ της ΕΛΛΑΔΟΣ. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή, όπως ορίζονται στην περίπτωση ε΄, της παρ. 1, του άρθρου τούτου». Το άνω τέταρτο εδάφιο τροποποιήθηκε από την παρ. 1 της Φ44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων Η διάταξις αυτή εφαρμόζεται και επί λύσεως του γάμου λόγω ακυρότητος ή ακυρώσεως αυτού (άκυρος-ανυπόστατος-ακυρώσιμος γάμος) της θυγατρός δικαιουμένης της απονομής ή ανακτήσεως της συντάξεως υπό τας αυτάς ως άνω προΰποθέσεις ως και επί διαζυγίου. Η συνταξιοδότησις των εις τας περιπτώσεις ταύτας υπαγομένων θυγατέρων (λόγω διαζυγίου λύσεως ή ακυρότητος ή ακυρώσεως ή ανυποστάτου δια αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως κυρήξεως του γάμου) διακόπτεται οριστικώς άμα τη τέλεσει νέου γάμου, μη δικαιουμένης της θυγατρός εκ νέου συνταξιοδοτήσεως, άμα τη καθ’ οιονδήποτε τρόπον λύσει (διαζυγίου ή ακυρώσεως κλπ. ως ανωτέρω) του νέου τούτου γάμου. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Τα ανωτέρω εφαρμόζονται τόσον επί των επελθουσών ήδη ασφαλιστικών περιπτώσεων, όσον και επί των εφ’ εξής τοιούτων, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα άρχονται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης, αποκλειομένης απολύτως πάσης αναδρομικής Καταβολής οιουδήποτε ποσού ή διαφοράς, Περικοπή ή απώλεια ολική λόγω περικοπής της ήδη απονεμηθείσης και καταβαλλομένης συντάξεως προ της ισχύος της παρούσης διατάξεως, το πρώτον επερχομένη δι’ αυτής, αποκλείεται. Το ούτω καταβαλλόμενον ποσόν, προ της ενάρξεως ισχύος της παρούσης θα εξακολουθήση παρεχόμενον, εφ’ όσον θα είναι μείζον του κατά την διάταξιν ταύτην καθοριζομένου ποσού καταβολής. Αι προΰποθέσεις κατά την παρούσαν διάταξιν θεμελιώσεως του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως κρίνονται δια τας επελθούσας ήδη ασφαλιστικάς περιπτώσεις κατά την ημέραν δημοσιεύσεως της παρούσης, δια δε τας εφεξής ασφαλιστικάς περιπτώσεις κατά την ημέραν επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/3/44/οικ. 2263/22 Σεπτ. 5 Οκτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 856) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «δ)υπό τας αυτάς ως άνω προΰποθέσεις, επί νομίμων ή νομιμοποιηθέντων τέκνων απονέμεται σύνταξις: αα)Εις εκουσίως αναγνωρισθέντα ή δια δικαστικής αποφάσεως οπωσδήποτε αναγνωρισθέντα (πλήρως ή ατελώς) τέκνα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου». Η πρώτη φραστική περίοδος περιπτ. δ΄ και η υποπερίπτ. αα τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 3 της Β2/3/44/802/23 Μαρτ.-10 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 318) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «ββ)Σε υιοθετηθέντα παιδιά με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν και για τα νόμιμα ή φυσικά τέκνα». Η μέσα σε « » περίπτ. ββ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της με αριθμ. Φ.44/355/21 Μαρτ.-9 Απρ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 229), αποφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. ε)«Η σύνταξη της άγαμης θυγατέρας που έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας της ή εφόσον αυτή συνεχίζει τακτικά τις σπουδές της, σε μία από τις Σχολές που αναφέρονται στην περίπτ. γ΄, της παραγράφου αυτής, μετά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας της ή και νωρίτερα αν τελειώσει τις σπουδές της, καθώς και του ανίκανου αρρένος τέκνου, περικόπτεται κατά το ποσό που μαζί με τη σύνταξη έχουν εισόδημα, είτε από εργασία, είτε από τακτική ασφάλιση παροχή από οποιοδήποτε και πάσης φύσης ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης (εξαιρουμένης μόνο της επικουρήσεως που λαμβάνεται από το Λογαριασμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της ΕΛΛΑΔΟΣ) ή του Δημοσίου ή εκ πάσης πηγής περιουσιακών στοιχείων, που υπερβαίνει το 15ο Κλιμάκιο του κύριου προσωπικού με την εκάστοτε ΑΤΑ χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση. Η περικοπή αυτή γίνεται ακόμα και αν μόνη η καθοριζομένη σύνταξη της κατά τα ανωτέρω ενηλίκου θυγατέρας και ανίκανου γυιού, και εν ελλείψει οποιουδήποτε εισοδήματος αυτών, υπερβαίνει το 15ο Κλιμάκιο του κύριου προσωπικού με την εκάστοτε ΑΤΑ, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση, περικοπτόμενη και στην περίπτωση αυτή κατά το υπερβαίνον ποσό». Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 2 της Φ.44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Εν τη εννοία του εισοδήματος περιλαμβάνεται 1)το πραγματικόν εισόδημα των πάσης πηγής περιουσιακών αυτού στοιχείων, 2)το τεκμαρτόν εξ ιδιοκατοικήσεως τοιούτον, καθ’ ο ποσόν, κατά την κρίσιν του Δ. Σ., υπερβαίνει τον αναγκαιούντα εκ των βιοτικών αναγκών αυτών, απαραίτητον προς ιδιοκατοίκησιν κυρίας κατοικίας αυτού χώρον και 3)παν εισόδημα όπερ δύναται βασίμως να προκύψη εκ της καταλλήλου χρησιμοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων αυτού, τυχόν μη χρησιμοποιουμένων υπ’ αυτού καταλλήλως εξ οιουδήποτε λόγου. Η σύνταξις του ανικάνου προς εργασίαν τέκνου, διοακόπτεται άμα τη ανακτήσει της προς εργασίαν ικανότητος αυτού. Η προς εργασίαν ανικανότης διαπιστούται συμφώνως προς το άρθρ. 19 του παρόντος Κανονισμού. Εν μερική ανακτήσει της προς εργασίαν ικανότητος η σύνταξις αυτού μειούται περικοπτομένη αναλόγως προς τον βαθμόν της ανακτηθείσης ικανότητος, εφαρμοζομένου και εν προκειμένω του άρθρ. 19 του Κανονισμού. Μετά της χήρας συζύγου και των τέκνων των περιπτ. α΄β΄γ΄δ΄ και της παρούσης συντρέχει πάντοτε και η μήτηρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υπό τους όρους και περιορισμούς της επομένης περιπτώσεως». Η υποπερίπτ. ββ περιπτ. δ και η περίπτωση ε αντικαταστάθηκαν ως άνω από την περίπτ. α παρ. 4 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. ς)Ελλείψει των ανωτέρω κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο ανίκανος προς εργασίαν πατήρ ή ο πατήρ ο υπερβάς το 60ον έτος της ηλικίας του και η μήτηρ του μετά 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ’ όσον ούτοι αποδεδειγμένως συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού. Η σύνταξις τούτων περικόπτεται καθ’ ο ποσόν κέκτηνται εισόδημα ομού μετά της συντάξεως και αναστέλλεται συμφώνως προς του όρους της εφαρμοζομένης εξ ολοκλήρου και εν προκειμένω ανωτέρω διατάξεως του εδαφ. ε΄ του παρόντος άρθρου. (Αντί για τη σελ.2013(δ) Σελ. 2013(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 111 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 ζ)Ελλείψει των ανωτέρω κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του μη καταλιπόντος ιδίαν οικογένειαν ή εκλιψάσης ταύτης προ του θανάτου αυτού, και υπό τους κατώθι όρους και περιορισμούς δικαιούνται ωσαύτως συντάξεως ως δικαιοδόχοι του μετά 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου: αα)Οι εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφοί, μέχρι της συμπληρώσεως του 18ου έτους ή του 21ου έτους της ηλικίας των εφ’ όσον συνεχίζουν, τας σπουδάς των ή οι συμπληρώσαντες μεν τούτο, αλλ’ οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανοι δι’ οιανδήποτε εργασίαν και ββ)Αι εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφαί.Οι δικαιοδόχοι των περιπτώσεων του παρόντος εδαφ. ζ΄ δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου αποδεδειγμένως συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού και στερούνται αξιολόγου περιουσίας. «Η σύνταξη τούτων διακόπτεται με την τέλεση γάμου κατά το ημεδαπό ή αλλοδαπό δίκαιο, περικόπτεται δε κατά το ποσόν που μαζί με τη σύνταξη έχει ο κάθε δικαιοδόχος εισόδημα που υπερβαίνει το 42% του 15ου κλιμακίου με το 42% της εκάστοτε ΑΤΑ επί του κλιμακίου αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση, αναστέλλεται δε σύμφωνα με τους όρους της διατάξεως της περιπτ. ε΄ της παραγράφου αυτής». Το δεύτερο εδάφιο της άνω υποπερίπτ. ββ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Φ44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Παραίτησις δικαιοδόχου από συντάξεως οιασδήποτε ετέρας πηγής ή εξ οιουδήποτε άλλου εσόδου ή ηθελημένη ενέργεια προς μείωσιν των εκ πάσης πηγής εσόδων του ή των περιουσιακών αυτού στοιχείων περί ων το παρόν άρθρον, ουδέν δικαίωμα υπέρ αυτού δημιουργεί εις βάρος του Ταμείου. Προς απονομήν ή διακοπήν συντάξεως ή καθορισμόν του ύψους αυτής ή του περικοπτομένου μέρους αυτής λογίζονται ως υφιστάμενα τα σκοπίμως μειωθέντα περιουσιακά στοιχεία και ως πραγματοποιούμενα εις το ακέραιον τα έσοδα εξ ων παρητήθη ή άτινα δι’ ηθελημένης ενεργείας του δικαιούχου εμειώθησαν. «3.Οι κατά τας ανωτέρω διατάξεις δικαιοδόχοι συντάξεως υποχρεούνται όπως δηλώνουν εγγράφως κατά τον τύπον της δηλώσεως-βεβαιώσεως του Ν. Δ. 105/69 πάραυτα εις την διεύθυνσιν του Ταμείου πάσαν μεταβολήν των εισοδημάτων των, επιφέρουσαν μεταβολήν ή αναστολήν της καταβαλλομένης συντάξεως. Η μη έγκαιρος δήλωσις επιφέρει τας συνεπείας του άρθρ. 13 παρ. 1 εδάφ. στ΄ του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. β παρ. 4 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ.2014(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 112 4.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των προ της ισχύος αυτού επελθουσών ασφαλιστικών περιπτώσεων. Δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως ή αναθεωρήσεως συντάξεως προς απόκτησιν διαφοράς αυξήσεως, παρεχόμενον το πρώτον υπό των διατάξεων του παρόντος άρθρου, γεννάται μόνον από της ισχύος αυτού και εφεξής, αποκλειομένης απολύτως πάσης αναδρομικής καταβολής οιουδήποτε ποσού. Περικοπή ή μείωσις ή απώλεια, κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, της ήδη απονεμηθείσης και καταβαλλομένης προ της ισχύος αυτού συντάξεως, αποκλείεται. Το ούτω καταβαλλόμενον ποσόν, προ της ενάρξεως ισχύος του άρθρου τούτου, θα εξακολουθήση παρεχόμενον εφ’ όσον θα είναι μείζον του κατά τας διατάξεις τούτου καθοριζομένου ποσού καταβολής». Το άρθρ. 8 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 32187/Σ.1049 της 18/19 Σεπτ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 150), 26462/2151 της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 141), 37125/3461 της 3/11 Οκτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 166) ΚΑΙ 28149/Σ.726 της 28 Μαΐου/19 Ιουν. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 138) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «5.Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις περικοπής εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου αυτού για τις καταβαλλόμενες συντάξεις και για τις αναπροσαρμοζόμενες και ορίζεται ότι αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή αύξησης, ως και κάθε περικοπή ή απώλεια αυτών που μέχρι σήμερα καταβάλλονται για την παραπάνω αιτία από την ύπαρξη εισοδημάτων». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 4 της Φ.44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Συντάξεις εξαιρετικών περιπτώσεων Άρθρ.9.-«1.Εν περιπτώσει καθ’ ην, προ της συμπληρώσεως δεκαετούς υπηρεσίας, αλλά μετά την συμπλήρωσιν τριετούς τοιαύτης, ησφαλισμένος τις ήθελε περιέλθει εις ολοκληρωτικήν ανικανότητα, το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, εκτιμών τας ιδιαιτέρας συνθήκας του ησφαλισμένου, δύναται να ορίση υπέρ αυτού σύνταξιν ανάλογον προς το βαθμόν και τα έτη της υπηρεσίας του, ως και προς την όλην αυτού οικογενειακήν κατάστασιν. Η ούτω παρεχομένη σύνταξις δεν δύναται να υπερβαίνη τα 30/100 των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου». Το άρθρ. 9 (πρώην 10) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ.Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 2.»Υπο τας προΰποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου, το Διοικ. Συμβούλιον δύναται να καθορίση σύνταξιν και υπέρ της χήρας και των ορφανών αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, προ της συμπληρώσεως δεκαετούς υπηρεσίας και μετά συμπλήρωσιν τριετούς τοιαύτοις. Η σύνταξις αυτή κανονισθήσεται υπό τας προΰποθέσεις του άρθρ. 8 επί τη βάσει συντάξεως, μη δυναμένης επίσης να υπερβή τα 30/100 των συνταξίμων αποδοχών του αποβιώσαντος». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2838 της 5 Φεβρ./6 Απρ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 41) αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.(Καταργήθηκε από την παρ. 13 της 44/3/ 3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών). Δια την σύνταξιν υπαλλήλων εξερχομένων λόγω ελαττώσεως του ορίου ηλικίας βλ. άρθρ. 5 Α. Ν. 199/1936 ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 5 Α. Ν. 759/1937 (τομ. 15 σελ. 261 β). Καθορισμός Συντάξεων Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.10.-«1.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 7 του Κανονισμού. Η Σύνταξις των κατά το άρθρ. 7 δικαιούχων καθορίζεται εις ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών αναλόγως των συνταξίμων ετών, κατά τα κατωτέρω καθοριζόμενα: 2.«Συντάξιμα έτη: Συντάξιμα έτη είναι τα έτη εμμίσθου υπηρεσίας αυτών και εφ’ όσον δια ταύτα είναι ή ήσαν συμφώνως τω άρθρ. 6 του παρόντος Κανονισμού ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω ή παρά τω τέως Ταμείω Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος, προσηυξημένα κατά τον χρόνον της προσμετρουμένης υπηρεσίας, βάσει ετέρων διατάξεων του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9α της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «3.Ποσοστά συντάξεων. α)Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε τόσα τριακοστά πέμπτα όσα τα συντάξιμα χρόνια από το 1ο μέχρι και το 35ο συμπεριλαμβανόμενο, (1/35 για κάθε χρόνο μέχρι και του 35ου) και μέχρι συμπληρώσεως κατά ανώτατο όριο 35/35 των 80% των συνταξίμων αποδοχών, πέρα από το οποίο δεν δίνεται καμιά αύξηση των παραπάνω ποσοστών. β)Ο υπολογισμός του ποσοστού συντάξεων που έγινε κατά την προηγούμενη περίπτ. α΄, για τους εξελθόντες από 25.2.1982 και εφαρμόζεται από τότε σε κάθε περίπτωση, έχει επίσης εφαρμογή και στις ασφαλιστικές περιπτώσεις που έχουν επέλθει και πριν από τη χρονολογία αυτή, για τις οποίες οι συντάξεις που έχουν απονεμηθεί, αναθεωρούνται αυταπάγγελτα απο το Ταμείο, σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτ. α΄, τα δε οικονομικά αποτελέσματα των υπολογισμών αυτών, αρχίζουν από 1ης Ιαν. 1984». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 4.«Συντάξιμοι αποδοχαί: Ως συντάξμοι αποδοχαί εκ του συνόλου των πάσης φύσεως αποδοχών νοούνται αποκλειστικώς και μόνον: α)Δια τους εφεξής εξερχομένους και τους ήδη προ της ισχύος της παρούσης εξελθόντας εκ της υπηρεσίας ο εκάστοτε βασικός μισθός του βαθμού με τον οποίον εξήλθον της υπηρσίας, ή ο εκάστοτε βασικός μισθός προηγουμένου τινός βαθμού, ον έφερον και εφ’ όσον ούτος υφίστατο κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας και με τον οποίον θα εμισθοδοτούντο επί τη βάσει του ισχύοντος μισθολογίου (λαμβανομένου υπ’ όψιν του αριθμού των προσαυξήσεων βαθμού και επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας κατά τα κατωτέρω), εκτός εάν ο βαθμός απενεμηθή κατά την έξοδον εκ υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσίν του απαιτουμένου κατά τον Οργανισμόν της υπηρεσίας της Τραπέζης χρόνου. Ως βασικός μισθός βαθμού νοείται ο μισθός εκάστου βαθμού εφ’ ου υπολογίζονται αι προσαυξήσεις βαθμού υπό της Τραπέζης. «β)Τόσαι εις αριθμόν προσαυξήσεις λόγω παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ ονομαζόμεναι περαιτέρω προσαυξήσεις βαθμού, όσαι είχον χορηγηθή εις τον ησφαλισμένον εις τον βαθμόν, ο βασικός μισθός του οποίου αποτελεί την βάσιν της συνταξιοδοτήσεως και εφ’ όσον βάσει των προσαυξήσεων αυτών εμισθοδοτείτο ούτος, προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας και επί των οποίων κατεβάλλοντο εισφοραί εις το Ταμείον εκτός αν αυταί απενεμήθησαν κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας, μετά την συμπλήρωσιν του απαιτούμενου κατά τον Οργανισμόν της Υπηρεσίας της Τραπέζης χρόνου. Αι προσαυξήσεις βαθμού υπολογίζονται με τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοτά εν τη Τραπέζη εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν χορηγούνται εκάστοτε υπό της Τραπέζης εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. Εις τας ως άνω προσαυξήσεις περιλαμβάνονται και αι απονεμόμεναι τοιαύται άμα τη κτήσει του οικείου βαθμού, ως και τα τυχόν κλάσματα αυτών τα χορηγούμενα άμα τη κτήσει του βαθμού ή κατά την έξοδον αυτών, από της τελευταίας προαγωγής ή προσαυξήσεως, ανάλογα του διαδραμόντος χρόνου, συμφώνως προς τον Οργανισμόν της Υπηρεσίας της Τραπέζης, τας ισχυούσας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας και την εν γένει διέπουσαν το εν ενεργεία ησφαλισμένον προσωπικόν της Τραπέζης Νομοθεσίαν, υφ’ ην και καθ’ ην έκτασιν χορηγούνται αύται εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. (Αντί τη σελ.2015(γ) Σελ.2015(δ) Τεύχος 1090-Σελ.107 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Συνταξιούχοι εξελθόντες ήδη της υπηρεσίας άνευ των ανωτέρω προσαυξήσεων ή κλασμάτων αυτών από της τελευταίας προαγωγής ή προσαυξήσεως και έχοντες ευδόκιμον υπηρεσίαν μέχρι της εξόδου των, δικαιούνται του αντιστοίχου και αναλόγου προς τον διαδραμόντα χρόνον κλάσματος ή προσαυξήσεως, υφ’ ην και καθ’ ην έκτασιν χορηγούνται αύται εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους, αναθεωρουμένης της συντάξεως αυτών και του συνταξιοδοτικού φακέλλου οίκοθεν παρά του Ταμείου, δια της απονομής υπό τας ως άνω προΰποθέσεις της προσαυξήσεως ή του κλάσματος αυτών. Τα εκ της απονομής ταύτης οικονομικά αποτελέσματα δια τους μη λαμβάνοντας την προσαύξησιν ταύτην ή κλάσμα, άρχονται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αποκλειομένης πάσης αναδρομικής καταβολής». Η περίπτ. β τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. α παρ. 5 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. γ)Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας όπερ υπολογίζεται με τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοστά του υπό της Τραπέζης χορηγουμένου αναλόγου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν χορηγείται τούτο, εκάστοτε υπ’ αυτής εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. Δια την εξεύρεσιν των ποσοστών του εκάστοτε υπολογιζομένου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας,λαμβάνονται υπ’ όψιν τα συμφώνως τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου συντάξιμα έτη, εφαρμοζομένου εν προκειμένω του άρθρ. 18 του παρόντος, η δε σύμφωνως προς τούτο συμπλήρωσις του υπό της Τραπέζης οριζομένου εκάστοτε ανωτάτου ορίου προς καθορισμόν του ποσοστού πολυετίας, του παρ’ αυτής χορηγουμένου αναλόγου τοιούτου επιδόματος εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους θεωρείται πλήρης χορηγουμένου εις τον δικαιούχον του ποσοστού της επομένης ανωτέρας βαθμίδος της κλίμακος της υπ’ αυτής προς τον σκοπόν τούτον εκάστοτε καθοριζομένης, αντί των στοιχείων πολυετούς υπηρεσίας κλπ. των λαμβανομένων υπ’ όψιν υπ’ αυτής δια την χορήγησιν τούτου εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. «δ)Το επιστημονικό επίδομα που υπολογίζεται με τα κάθε φορά ποσά ή ποσοστά πάνω στις αποδοχές, σε όποια και όση έκταση αυτό χορηγείται από την Τράπεζα στους ασφαλισμένους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία, αλλά με την προΰπόθεση ότι ο ασφαλισμένος απέκτησε το πτυχίο που παρέχει επίδομα και μισθοδοτεί το με αυτό τέσσερα τουλάχιστον χρόνια πριν από την έξοδο και εφόσον έγιναν οι κρατήσεις υπέρ του Ταμείου, εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη, από τη χορήγηση και μέχρι την έξοδο, επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Σελ.2016(δ) Τεύχος 1090-Σελ.108 Σε περίπτωση εξόδου πριν από τη συμπλήρωση των παραπάνω 4 χρόνων, υπολογίζεται ανάλογο κλάσμα του επιδόματος αντίστοιχο του χρόνου κατά τον οποίον έγιναν οι κρατήσεις ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του Ταμείου. Στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια καταβολής του επιστημονικού επιδόματος ήταν μικρότερη των τεσσάρων ετών ή αν δεν είχε ποτέ καταβληθεί επίδομα, αν και υπήρχε κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας τους πτυχίο και παρέχει τέτοιο δικαίωμα κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, παρέχεται κατ’ εξαίρεση η ευχέρεια στους συνταξιούχους να καταβάλλουν στο Ταμείο Συντάξεων τις ανάλογες εισφορές (ασφαλισμένου και εργοδότη), για ολόκληρη τη τετραετία ή για τον υπολειπόμενο προς συμπλήρωσή της χρόνο. Η εισφορά ορίζεται σε ποσοστό 16% και υπολογίζεται πάνω στο ποσό του αντιστοίχου επιστημονικού επιδόματος και χορηγείται από την Τράπεζα στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, οι οποίοι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την εξαγορά, υπάγονται στο ίδιο κλιμάκιο ή βαθμό με τον συνταξιούχο. Η εισφορά καταβάλλεται εφάπαξ ή σε δόσεις των οποίων ο αριθμός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των μηνών του υπολειπόμενου για τη συμπλήρωση της 4ετίας χρόνου. Πριν από την πλήρη εξόφληση του ποσού της εισφοράς δεν αποκτά κανένα δικαίωμα ο συνταξιούχος». Η περίπτ. δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ44/1306/15-26 Μαΐου 1989 (ΦΕΚ Β΄ 406), (Διόρθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 537/6 Ιουλ. 1989) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Με την παρ. 2 της ίδιας άνω απόφασης ορίστηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ότι σε καμμία περίπτωση δεν αναγνωρίζονται οικονομικά αποτελέσματα πριν από την ημερομηνία αυτή. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ε)Το επίδομα βαθμού που υπολογίζεται με τα κάθε φορά ποσά ή ποσοστά στις αποδοχές του βαθμού σε όποια και όση έκταση αυτό χορηγείται από την Τράπεζα στους ασφαλισμένους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία, και εφ’ όσον εμισθοδοτούντο με αυτό πριν από την έξοδό τους από την υπηρεσία και πάνω στο οποίο καταβάλλονταν εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, υπέρ του Ταμείου. Συνταξιούχοι του Ταμείου που έπαιρναν κάτω από τις παραπάνω προϋποθέσεις το επίδομα βαθμού κατά το χρόνο της ενεργού υπηρεσίας τους, και εμισθοδοτούντο με αυτό και το είχαν αποκτημένο κατά την ημέρα της εξόδου τους, όπως επίσης και συνταξιούχοι που δεν το πήραν (διότι εξήλθαν πριν από τη χορήγησή τους από την Τράπεζα), που κατείχαν όμως κατά την έξοδό τους αντίστοιχο βαθμό στον οποίο χορηγείται από την Τράπεζα το επίδομα αυτό κάθε φορά και σε όση έκταση στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, δικαιούνται τον ανακαθορισμό της σύνταξής τους με τον υπολογισμό αυτού του επιδόματος στις συντάξιμες αποδοχές τους, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση αυτήν της τροποποίησης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή. στ)Άλλα επιδόματα και ειδικότερα το επίδομα αδείας που παίρνουν κάθε χρόνο οι ασφαλισμένοι, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να συμπεριληφθούν στις συντάξιμες αποδοχές κατά τα παραπάνω, ούτε θεωρούνται ως συντάξιμες αποδοχές». Οι περιπτ. δ και ε προστέθηκαν και η υπάρχουσα περίπτ. δ αριθμήθηκε ως περίπτ. στ΄, από την παρ. 1 της Β2/44/3/2471/12-31 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 37) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 95/9 Μαρτ. 1983). Η παρ. 4 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 76571/Σ.729 της 2/14 Οκτ. 1963 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 451) αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9β της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «4α)Επιδόματα οικογενειακά και τέκνων. α)Οικογενειακό επίδομα. Αυτό καθορίζεται σε ποσοστό 10% επί της συντάξεως που καταβάλλεται σύμφωνα με τον Κανονισμό. Το ανωτέρω επίδομα παρέχεται σε κάθε έγγαμο συνταξιούχο εξ ιδίας υπηρεσίας. Σε περίπτωση που λυθεί ο γάμος, το επίδομα διακόπτεται, εκτός αν υπάρχει άγαμο τέκνο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του, ή έχει συμπληρώσει μεν αυτό, αλλά όχι το 25ο και εφόσον αυτό το τελευταίο εξακολουθεί τις σπουδές του σε σχολές της ημεδαπής αναγνωρισμένες από το Κράτος, ή σε αντίστοιχες σχολές της αλλοδαπής, και δεν εργάζεται ή αν το άγαμο τέκνο έχει συμπληρώσει και το 25ο έτος της ηλικίας του, είναι όμως οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία και στερείται επαρκών πόρων για τη συντήρησή του ή αξιόλογης περιουσίας. β)Επίδομα τέκνων. Στο συνταξιούχο εξ ιδίας υπηρεσίας που έχει παιδιά, παρέχεται επίδομα τέκνου, εφόσον αυτό θα εδικαιούτο συντάξεως σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ταμείου, σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου. Το επίδομα καθορίζεται σε ποσοστό 5% για κάθε παιδί και υπολογίζεται επί του ποσού της συντάξεως που καταβάλλεται κάθε μήνα στο συνταξιούχο και εφόσον το παιδί, για το οποίο χορηγείται το επίδομα, δεν εργάζεται. Οπωσδήποτε το ανωτέρω επίδομα διακόπτεται εφόσον το παιδί συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του ή και πριν από τη συμπλήρωση αυτού σε περίπτωση που εργαστεί. Το επίδομα δεν διακόπτεται εάν το παιδί έχει μεν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, είναι όμως οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία και στερείται επαρκών πόρων για τη συντήρησή του ή αξιόλογης περιουσίας. Σε περίπτωση λύσεως του γάμου εφαρμόζονται και για το επίδομα τέκνων, αυτά που ισχύουν κατά το εδάφ. α΄ της παραγράφου για το οικογενειακό επίδομα. Η ισχύς αυτής της διάταξης (εδάφ. α και β) αρχίζει από την επόμενη μέρα της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης». Η παρ. 4α τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 44/3/2632/26 Νοεμ.-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 8 του Κανονισμού. Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 8 καθορίζεται ως έπεται: α)Των δικαιούχων των περίπτ. α΄, β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις 60%, εφ’ όσον πρόκεται περί χήρας συζύγου και 50% προκειμένου περί τέκνου, της συντάξεως την οποίαν ελάμβανε ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος, εάν καθίστατο ανάπηρος κατά τον χρόνον του θανάτου του εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου, εις 80% εφ’ όσον οι δικαιούχοι είναι δύο. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 5% της συντάξεως του ησφαλισμένου, μη δυναμένης πάντως να υπερβή τα 95% αυτής οσοιδήποτε και αν είναι οι δικαιούχοι. β)Των δικαιούχων των περιπτ. στ΄και ζ΄της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις τα 40% της συντάξεως, την οποίαν ελάμβανε ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος, εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον, η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 8% της συντάξεως του ησφαλισμένου, μη δυναμένης να υπερβή τα 64% αυτής, οσοιδήποτε και να είναι οι δικαιούχοι. (Αντί για τη σελ. 2017(δ) Σελ. 2017(ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 119 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 γ)Κατά την εφαρμογήν των περίπτ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου, εκλιπόντως δικαιούχου τινός ή περικοπτομένης ολικώς της συντάξεως δικαιούχου τινός λόγω εισοδημάτων συμφώνως προς τας διατάξεις του Κανονισμού, η σύνταξις των λοιπών ελαττούται κατά το ποσοστόν προσαυξήσεως, περιοριζομένη τελικώς, αναλόγως της περιπτώσεως, εις τα 60% ή 50% ή 40% της συντάξεως του ησφαλισμένου, εάν απομένει είς μόνον δικαιούχος. δ)Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως απόρου μητρός, ησφαλισμένης κατά την περίπτ. ε της παρ. 1 του άρθρ. 8, η σύνταξίς της, εκλιπόντων των λοιπών ή περικοπτομένης λόγω εισοδημάτων ολικώς της συντάξεως των δικαιούχων μετά των οποίων συνέτρεχεν, θα περιορισθή εις τα 40% της συντάξεως του συνταξιούχου ή ησφαλισμένου. ε)Η ολική περικοπή της συντάξεως δικαιούχου, λόγω εισοδημάτων, δεν επηρεάζει το κατά ποσοστόν δικαίωμα της συντάξεως των λοιπών συνδικαιούχων, της ολικής περικοπής εξομοιουμένης με έλλειψιν υπάρξεως του δικαιούχου τούτου, εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η ολική περικοπή αυτού. Επί μερικής περικοπής της συντάξεως του συνδικαιούχου, εις πάσας τας ανωτέρω περιπτ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου, τα ανωτέρω ποσοστά 60% ή 50% ή 40% προσαυξανόμενα κατά τα ανωτέρω, μειούνται αναλόγως του ποσοστού περικοπής της συντάξεως του συντρέχοντος δικαιοδόχου. στ)Αποκαθισταμένης εις το ακέραιον της συντάξεως του δικαιούχου, εκλιπόντων των λόγων της περικοπής, η σύνταξις των συνδικαιούχων καθορίζεται κατά τα οριζόμενα εις τας περιπτ. α΄και β΄της παρούσης παραγράφου. ζ)Επί όλων των περιπτώσεων της παρούσης παραγράφου, ο επιμερισμός κατά τα λοιπά της συντάξεως γίνεται συμφώνως προς το άρθρ. 11 του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/3/44/2630/8 Ιαν.-13 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 254) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «6.Μεθ’ εκάστην μεταβολήν του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης, όπερ αποτελεί την βάσιν του υπολογισμού των συντάξεων, συμφώνως προς τα εις τας προηγουμένας παραγράφους οριζόμενα, το Δ.Σ. προβαίνει εις αναπροσαρμογήν των ποσών των συντάξεων μη δυναμένην να ισχύση προ της παρελεύσεως 45 ημερών από της χορηγήσεως της αυξήσεως των αποδοχών των εν ενεργεία ησφαλισμένων. Σελ. 2018 (ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 120 Εις περίπτωσιν όμως καθ’ ην κρίνει το Δ.Σ. ότι δεν υπάρχουν οικονομικαί δυνατότητες του Ταμείου δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων, δύναται τούτο να αναστέλλη την αναπροσαρμογήν αυτών, μέχρις ότου κρίνει ότι επετεύχθησαν αι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την παροχήν ηυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν, καθορίζον και τον χρόνον αφ’ης αύτη θα ισχύση. Ησφαλισμένοι, εξερχόμενοι της υπηρεσίας κατά τον χρόνον της αναστολής της αναπροσαρμογής των συντάξεων, λαμβάνουν σύνταξιν βάσει του μισθολογίου, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων δια τους εξελθόντας προ αυτών της υπηρεσίας». Η παρ. 6 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 14263/Σ.149 της 24 Φεβρ./1 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 152) απόφ. Υπ. Εργασίας και αντικατασταθείσα δια της παρ. 9γ της υπ’ αριθ. 75358/Σ. 543 της 12/18 Σεπτ. 1967 (ΦΕΚ Β΄571) ομοίας και δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 44/3/328 της 4/13 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 168) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 282 της 6 Μαρτ. 1975) ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 47/3/1445 της 7/17 Απρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 413) ομοίας. Έναρξις ισχύος από της 13 Φεβρ. 1975, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 44/3/328/1975 αποφάσεως. Ειδικαί διατάξεις 7.Οργανικός μισθός καταργουμένων βαθμών. Ησφαλισμένοι εξελθόντες εκ της υπηρεσίας με βαθμόν όστις έπαυσεν ή θέλει παύσει υφιστάμενος, ή με βαθμόν, όστις είχε κατά την έξοδόν των ή δι’ον εδημιουργήθησαν μετά την έξοδόν των πλείονες μισθολογικαί κλπ. διακρίσεις, λογίζονται εξελθόντες με βαθμόν (ή μισθολογικήν κλπ. διάκρισιν βαθμού), ευρισκόμενον μισθολογικώς εγγύτερον (είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω) προς τον καταργηθέντα βαθμόν των κλπ. κατά τον χρόνον της καταργήσεως αυτού. Αν ο εγγύτερον ευρισκόμενος βαθμός είναι ο του Διευθυντού ή του Υποδιευθυντού εφαρμόζονται και εις την περίπτωσιν ταύτην αι διατάξεις της παρ. 10 του παρόντος άρθρου βαθμοί και διακρίσεις βαθμού υφιστάμεναι κατά τινα χρόνον και καταργηθέντες δεν θεωρούνται οι αυτοί βαθμοί κλπ. με τους δημιουργηθέντας βραδύτερον βαθμούς και διακρίσεις φέροντες την αυτήν ονομασίαν. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος «7α.Συντάξιμοι αποδοχαί ειδικών περιπτώσεων. 1.Ως συντάξιμοι αποδοχαί ησφαλισμένου, μη φέροντος βαθμόν της υπαλληλικής ιεραρχίας κατά την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας, θεωρούνται αι τοιαύται του βαθμού της υπαλληλικής ιεραρχίας ου τας αποδοχάς εδικαιούτο ή ελάμβανε κατ’ αντιστοιχίαν βάσει των διατάξεων του Κανονισμού του οικείου εργοδότου, υπολογιζόμεναι, συμφώνως προς τας διατάξεις των παρ. 4, 7 και 8 του παρόντος άρθρου, έστω και αν αι πραγματικαί αποδοχαί του, καθοριζόμεναι εκτός του ισχύοντος κατά βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μισθολογίου, του οικείου εργοδότου είναι ανώτεραι, της επί πλέον διαφοράς μη συμπεριλαμβανομένης εις τας συνταξίμους αυτού αποδοχάς. «2.Στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος όταν εξέρχεται από την υπηρεσία, δεν έχει αποκτήσει βαθμό ή κλιμάκιο της υπαλληλικής ιεραρχίας του οικείου εργοδότη, ούτε εδικαιούτο να λάβει αποδοχές τέτοιου κλιμακίου ή βαθμού, λογίζεται ότι εξέρχεται με βαθμό ή κλιμάκιο της υπαλληλικής ιεραρχίας της Εθνικής Τραπέζης του οποίου οι συντάξιμες αποδοχές πλέον του αντίστοιχου οικογενειακού επιδόματος, αντιστοιχούν στις αποδοχές που λαμβάνει κατά την έξοδό του και οι οποίες αναλύονται στο βασικό μισθό ή αντιμισθία, τις νόμιμες προσαυξήσεις τριετιών, τα επιδόματα πολυετίας και οικογενειακών βαρών ή άλλα τα οποία τυχόν λαμβάνονται με βάση τη Νομοθεσία η οποία ρυθμίζει τις αποδοχές του. Το κλιμάκιο ή ο βαθμός στον οποίο εντάσσεται κατά τα ανωτέρω, αποτελεί πλέον το βαθμό ή το κλιμάκιο εξόδου, πάνω στο οποίο υπολογίζονται οι σχετικές προσαυξήσεις και τα επιδόματα στην παρ. 4 του παρόντος άρθρου (ενώ αποκλείεται κάθε άλλο επίδομα το οποίο δεν συνυπολογίζεται κατά την περίπτ. δ΄ της ιδίας παραγράφου, όπως και για τους υπόλοιπους ασφαλισμένους), πλέον του οικογενειακού επιδόματος και του επιδόματος τέκνων τα οποία προσαυξάνουν τη σύνταξη αυτού, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην παρ. 4α του παρόντος άρθρου και για τους υπόλοιπους συνταξιούχους. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ δεν εφαρμόζεται επί των ασφαλιστικών περιπτώσεων και εντάξεων οι οποίες επήλθαν πριν από την ανωτέρω ημερομηνία». Η άνω με τον αριθμό 2 διάταξη τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.44/3/2632/26 Νοεμ.-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 7α προσετέθη δια της παρ. 9δ της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571) Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 698 της 13 Δεκ. 1968). «8.Αναγνώρισις βαθμού και προσαυξήσεων βαθμού. Απονεμηθέντες βαθμοί και προσαυξήσεις βαθμού λαμβάνονται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των συνταξίμων αποδοχών των ησφαλισμένων μόνον εφ’ όσον εμισθοδοτούντο βάσει τούτων προ της εξόδου των εκ της υπηρεσίας και κατεβάλλοντο υπ’ αυτών εισφοραί εις το Ταμείον, εκτός εάν απενεμήθησαν αυτοίς βάσει των γενομένων εθελουσίων εξόδων ή των νομίμως γενομένων εντάξεων των ησφαλισμένων δι’ αποφάσεων της Τραπέζης ή των άμα τη κτήσει του βαθμού παρεχομένων προσαυξήσεων κ.λ.π. κατά τα υπό των διατάξεων των περιπτ. α΄ και β΄ της παρ. 4 οριζόμενα, επιφυλασσομένης και της διατάξεως της παρ. 7α του παρόντος άρθρου, αναλόγως εφαρμοζομένης. «9.Οι συντάξιμες αποδοχές των Διοικητών και Υποδιοικητών της Τράπεζας καθορίζονται στα 115% των ανώτατων συντάξιμων αποδοχών του Διευθυντή, που έχει το ανώτατο ύψος συνταξίμων αποδοχών, όπως καθορίζονται στο άρθρο τούτο, στην παρ. 4 εδάφ. α, β, γ, δ, ε και στ και στην παρ.
  3. Η διάταξη αυτή ισχύει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές περιπτώσεις, που έχουν ήδη επέλθει, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή. Μεγαλύτερο ποσόν που τυχόν καταβάλλεται βάσει της καταργούμενης διατάξεως, εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρις απορροφήσεως του». Η παρ. 9 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ44/701/16-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 335) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «10.Συντάξιμες αποδοχές Διευθυντών και Υποδιευθυντών. Οι συντάξιμες αποδοχές των Διευθυντών και Υποδιευθυντών καθορίζονται όπως και για τους λοιπούς ασφαλισμένους σύμφωνα με την παραπάνω παρ. 4 του άρθρου αυτού. Η διάταξη αυτή ισχύει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, περιλαμβάνει δε και τις ασφαλιστικές περιπτώσεις που έχουν ήδη επέλθει, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή. Μεγαλύτερο ποσόν που τυχόν καταβάλλεται βάσει της καταργουμένης διάταξης, εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρι απορροφήσεώς του». Η παρ. 10 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Οι παρ. 8 και 9 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την περίπτ. δ΄ παρ. 5 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 2018,01(α) Σελ. 2018,01(β) Τεύχος Η43 – Σελ. 121 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 «11.Κατώτατα όρια συντάξεως. Κατ’ εξαίρεσιν των εις τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζομένων: «α)Κατώτατη σύνταξη του Διοικητή και Υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που η θητεία του διήρκεσε τουλάχιστον ένα χρόνο και εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού, ορίζεται η ανώτατη σύνταξη Διευθυντή, που υπολογίζεται με το ανώτατο ύψος των συντάξιμων, αποδοχών του, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου αυτού, (αποδοχές βαθμού – προσαυξήσεις ή μισθολογικό κλιμάκιο με τυχόν προσαυξήσεις και επιδόματα πολυετίας, βαθμού και επιστημονικό)». Η περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ44/701/16-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 335) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Αι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμεναι συντάξεις των δικαιούχων του άρθρ. 13 του Καταστατικού, ανεξαρτήτως συνταξίμων ετών, δεν δύνανται να είναι κατώτεραι ποσοστού 30% των συνταξίμων αποδοχών των ή ποσοστού 35% εφ’ όσον ούτοι είναι έγγαμοι (μη διατελούντες εν διαζεύξει ή χηρεία) ή έχουν άρρενα τέκνα μη υπερβάντα το 20ον έτος της ηλικίας των ή άγαμα θήλεα. γ)Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων των περιπτ. α, β, γ και δ, της παρ. α΄ του άρθρ. 14 δεν δύναται να είναι κατωτέρα ποσοστού 25% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου ή ποσοστού 20% η συνολική σύνταξις των δικαιούχων των περίπτ. ε΄και ς΄του αυτού άρθρου. δ)Ως κατωτάξη σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 13 και η συνολική σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 14 ορίζεται ποσοστόν μεν 35% «του 42% του 15ου Κλιμακίου, συν το 42% της εκάστοτε ΑΤΑ επί αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση «προκειμένου περί εγγάμων (μη διατελούντων εν χηρεία ή εν διαζεύξει) ή εχόντων άρρενα τέκνα μη υπερβάντα το 20όν έτος της ηλικίας ή άγαμα θήλεα, ποσοστόν δε 30% προκειμένου περί των λοιπών περιπτώσεων. Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. να χορηγήται ως κατώτατον ποσόν συντάξεως εις τους δικαιούχους της παρ. 1 και 2 του άρθρ. 15 ποσοστόν 30% «του 42% του 15ου Κλιμακίου, συν το 42% της εκάστοτε ΑΤΑ επί αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση». Η άνω μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της Φ44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 11 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 25113/Σ.273 της 18/19 Απρ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ Σελ. 2018,02(β) Τεύχος Η43 – Σελ. 122 182) απόφ. Υπ. Εργασίας, δια της παρ. 9ζ της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 571) ομοίας και δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 44/3/328 της 4/13 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 168) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (Διόρθ. Ήμαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 282 της 6 Μαρτ. 1975), αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 47/3/1445 της 7/17 Απρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄413) ομοίας. Έναρξις ισχύος από της 13 Φεβρ. 1975, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 44/3/ 328/1975 αποφάσεως. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 12.«Διατήρησις συντάξεων κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου. Αι μέχρι της ισχύος της παρούσης τροποποιήσεως απονεμηθείσαι συντάξεις, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του προϊσχύσαντος Κανονισμού, εφ’ όσον είναι ανώτεραι των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων εξακολουθούσι καταβαλλόμεναι. Οι συνταξιούχοι της περιπτώσεως ταύτης δύνανται να τύχωσι μείζονος της ήδη καταβαλλομένης και κατά το άρθρον τούτο καθοριζομένης συντάξεως, μόνον εφ’ όσον, μεθ’ εκάστην αναπροσαρμογήν των συντάξεων περί ης η παρ. 6, η σύνταξίς των, υπολογιζομένη βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι μεγαλυτέρα της ήδη καταβαλλομένης». Η παρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9η της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 13.«α)Κατά τον υπολογισμόν της συντάξεως τα κλάσματα της δραχμής παραλείπονται αι δε επ’ αυτής επιβαρύνσεις εκ τελών χαρτοσήμου κατανέμεται κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ του Ταμείου και των συνταξιούχων». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 81943/Σ.645 της 25 Σεπτ./4 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 649). «β)Σε καμιά περίπτωση οι καθοριζόμενες συντάξιμες αποδοχές από τις διατάξεις του άρθρου αυτού μπορεί να υπερβαίνουν τις αντίστοιχες αποδοχές του «εν ενεργεία» βαθμού εξόδου ή τις τυχόν διατηρούμενες τέτοιες προηγούμενου βαθμού του ασφαλισμένου». Η περίπτ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 14.«Ισχύς. Η ισχύς του παρόντος άρθρου έχει εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων και άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 14 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9ι της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Το άρθρ. 10 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 362 – Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 392 της 9.11.59). «15.Όπου στο άρθρο αυτό για τον καθορισμό των συνταξίμων αποδοχών αναφέρεται ο εκάστοτε βασικός μισθός βαθμού και οι προσαυξήσεις, μετά την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου με την Σ.Σ.Ε. του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας κλπ. από 4.8.1982, λογίζονται για τον υπολογισμό των συντάξεων, ως συντάξιμες αποδοχές (βαθμού και προσαυξήσεων), το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο που έχει ενταχθεί ο ασφαλισμένος και που κατέχει κατά την έξοδό του και τυχόν προσαυξήσεις, ως και το αντίστοιχο κλιμάκιο που εντάσσονται οι μέχρι 31.12.1981 συνταξιούχοι και οι έκτοτε μέχρις ισχύος της παρούσας εντασσόμενοι. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα όσα ισχύουν στο άρθρο αυτό για τον υπολογισμό της σύνταξης, όπως και όσα λογίζονται τόσο στον καθορισμό των συνταξίμων αποδοχών, όσο και στην προσαύξηση των συντάξεων στις διατάξεις του άρθρου αυτού». Η παρ. 15 προστέθηκε από την παρ. 5 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2019(δ) Σελ. 2019(ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 123 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Επιμερισμός συντάξεων Άρθρ.11.-«1.Εις περίπτωσιν υπάρξεως πλειόνων του ενός δικαιοδόχων η συνολική σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών ως ακολούθως: α)Αν δικαιοδόχοι είναι μόνον η χηρα σύζυγος του ησφαλισμένου και η μήτηρ αυτού, η μεν πρώτη λαμβάνει 60% της επιμεριζομένης συντάξεως, η δε μήτηρ 40%. β)Αν δικαιοδόχοι είναι η χήρα σύζυγος του ησφαλισμένου, τέκνα και μήτηρ αυτού, η μήτηρ λαμβάνει ποσοστόν 20% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως. Εκ του υπολοίπου (ή εκ του συνόλου της συντάξεως αν δεν τυγχάνει δικαιοδόχος η μήτηρ του ησφαλισμένου) η χήρα σύζυγος λαμβάνει 60% αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου όπερ λαμβάνει 40% και 50%, αν συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων, άτινα λαμβάνουσι τα έτερα 50% κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι μήτηρ του ησφαλισμένου και τέκνα αυτού, η μήτηρ λαμβάνει 40% της επιμεριζομένης συντάξεως, αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου όπερ λαμβάνει 60% εξ αυτής, αν δε συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων του ησφαλισμένου αύτη λαμβάνει 25% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως, του υπολοίπου επιμεριζομένου περαιτέρω μεταξύ των τέκνων κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα, η σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. γ)Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως τέκνων εκ προηγουμένου γάμου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο επιμερισμός της συντάξεως, μεταξύ πλειόνων δικαιοδόχων γίνεται κατά τ’ ανωτέρω προσαυξανομένης της μερίδος των εκ προηγουμένου γάμου τέκνων κατά 20% καθ’ ο ποσόν μειούνται εξ ίσου τα μερίδια των υπολοίπων. Αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν έχουσιν εφαρμογήν αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. δ)«Η σύνταξις των δικαιοδόχων των περιπτ. ς΄ και ζ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 επιμερίζεται μεταξύ αυτού κατ’ ίσας μερίδας». Το εδάφ. δ΄ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 10α της υπ’ αριθ.75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Σελ. 2020(ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 124 «2.Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των ήδη απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων, βάσει των άρθρ. 7, 8, 9 του Καν/σμού, άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης, καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων των προϊσχυσάντων άρθρ. 10 και 11 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως τα θέματα, περί ων το παρόν άρθρον». Η παρ. 2 προσετέθη δια της παρ. 10β της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 362). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Επιστροφή κρατήσεων Άρθρ.12.-«1.Εις τους εξερχομένους της υπηρεσίας της Τραπέζης λόγω πλήρους ανικανότητος ή θανάτου προ της συμπληρώσεως των προς απονομήν συντάξεως απαιτουμένων προϋποθέσεων, αλλά μετά την συμπλήρωσιν 5ετούς πραγματικής υπηρεσίας εν τη Τραπέζη ησφαλισμένης, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού του Ταμείου, καταβάλλεται τη αιτήσει των, υπό τους κάτωθι όρους δι’ επιστροφήν των εις το Ταμείον καταβληθεισών εισφορών ειδική εφ’ άπαξ ασφαλιστική παροχή συνισταμένη: α)Εκ του διπλασίου του βασικού μισθού του βαθμού εισόδου των εις την Τράπεζαν, του ισχύοντος κατά τον χρόνον της υποβολής της σχετικής αιτήσεως και β)Εκ 5% των μηνιαίων, κατά το άρθρ. 10 του Κανονισμού, συνταξίμων αυτών αποδοχών δι’ έκαστον μήνα ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού, δι’ ον κατεβλήθησαν αι υπό του άρθρ. 5 του Κανονισμού καθοριζόμεναι εισφοραί. Εις ην περίπτωσιν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 10ετή κατά τα ανωτέρω ασφάλισιν εις το Ταμείον η ειδική ασφαλιστική αποζημίωσις του παρόντος εδάφ. β΄ υπολογίζεται προς 10%». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Εις τους λοιπούς ησφαλισμένους τους δι’ οιονδήποτε λόγον εξερχομένους της υπηρεσίας προ της συμπληρώσεως των προς απόλαυσιν της συντάξεως απαιτουμένων προϋποθέσεων, τους μη εμπίπτοντας εις την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, επιστρέφονται αυτοίς αι υπ’ αυτών καταβληθείσαι εισφοραί ησφαλισμένων ως κάτωθι: α)Δια συμπληρώσαντας 5ετή ουχί δε και 15ετή υπηρεσίαν εντόκως προς 3% ετησίως άνευ ανατοκισμού. β)Δια τους συμπληρώσαντας 15ετή υπηρεσίαν ηυξημέναι κατά το ήμισυ εντόκως προς 3% ετησίως, άνευ ανατοκισμού και, γ)Δια τους μη συμπληρώσαντας 5ετή υπηρεσίαν ατόκως. 3.Εις ην περίπτωσιν η έξοδος εκ της υπηρεσίας του ησφαλισμένου επέρχεται λόγω θανάτου, της κατά τα ανωτέρω εν παρ. 1 ειδικής εφ’ άπαξ ασφαλιστικής παροχής ή της παρ. 2 δικαιούνται οι κατά το άρθρ. 8 δικαιοδόχοι αυτού, υποβάλλοντες την σχετικήν αίτησιν, εφ’ όσον συντρέχουσιν εις τα πρόσωπα αυτών, άπασαι αι λοιπαί προϋποθέσεις του άρθρου τούτου, η δε μη συνταξιοδότησίς των οφείλεται εις την μη συμπλήρωσιν υπό του θανόντος ησφαλισμένου της απαιτουμένης, δια την συνταξιοδότησίν των συνταξίμου υπηρεσίας. Εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων δικαιούχων το επιστρεπτέον ποσόν επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του Κανονισμού, εφαρμοζομένας αναλόγως. 4.Εν περιπτώσει αναδιορισμού διατελέσαντος ησφαλισμένου του Ταμείου και αναλαβόντος τας κατά το παρόν άρθρον εισφοράς του, παρέχεται εις τούτον η ευχέρεια καταθέσεως των αναληφθεισών εισφορών, αναπροσηρμοσμένων, βάσει του κατά τον χρόνον της καταθέσεως ισχύοντος ποσοστού εισφοράς και των κατά τον αυτόν χρόνον αποδοχών. Κατατιθεμένων των επιστραφεισών εισφορών του, αίτινες κατ’ ουδεμίαν περίπτωσιν δύνανται να είναι κατώτεραι των υπ’ αυτού ληφθεισών, ο χρόνος εις ον αντιστοιχούσιν αύται, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Καν/σμού περί προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως και υπολογισμού του ποσού της συντάξεως. Η κατάθεσις ενεργείται τη αιτήσει του αναδιοριζομένου υποβαλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από του αναδιορισμού είτε εφ’ άπαξ, είτε εις δόσεις, ων ο αριθμός, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., δεν δύναται να είναι ανώτερος των
  4. Επί των εκκρεμών περιπτώσεων παρέχεται εξάμηνος ανατρεπτική προθεσμία από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Το άρθρ. 12 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 1203 της 28 Νοεμ. 1935/18 Μαΐου 1936 (ΦΕΚ Παράρτημα 108) και 32392/3771 της 23/31 Αυγ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 124) ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 11 της υπ’ αριθ. 75358/Σ,543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Απώλεια δικαιώματος συντάξεως. Άρθρ.13.-«1)Αποβάλλουσι το προς σύνταξιν δικαίωμα: α)Ο συνταξιούχος, εάν καταδικασθή δι’ αμετακλήτου αποφάσεως επί κακουργήματι επί οιωδήποτε αδικήματι ή επί πλημμελήματι, επί κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη, ιδιοποιήσει, πλαστογραφία απιστία ή παραποιήσει, εφ’ όσον τα αδικήματα ταύτα (κακουργήματα ή πλημμελήματα) στρέφονται κατά της Τραπέζης, του Ταμείου τούτου και των εν γένει Ασφαλιστικών Οργανισμών του Προσωπικού της Τραπέζης. Εάν όμως υπάρχουσι σύζυγοι και τέκνα άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά τους όρους του άρθρ. 8 καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις ήτις θα τοις απενέμετο εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν η θυγατήρ έλθη εις γάμον ή η χήρα ή η μήτηρ εις νέον τοιούτον, είτε κατά το ημεδαπόν, είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον, ή εάν η χήρα σύζυγος εκπέση της επιτροπείας των τέκνων αυτής δι’ αισχράν διαγωγήν. γ)Η χήρα σύζυγος εάν καταδικασθή δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως επί παιδοκτονία ή επί ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του συζύγου της συνταξιούχου ή ησφαλισμένου του Ταμείου. δ)Τα εις τας παρ. α΄, β΄ και γ΄ αίτια απωλείας της συντάξεως προϋπάρχοντα της κτήσεως αυτής, παρακωλύουσι την ενάσκησιν του δικαιώματος απονομής συντάξεως. (Αντί για τη σελ. 2021(α) Σελ. 2021(β) Τεύχος ΣΤ11-Σελ. 121 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 ε)Παρεχομένης χάριτος μετ’ άρσεως συνεπειών ή επερχομένης αποκαταστάσεως, το δικαίωμα άρχεται ή επαναλαμβάνεται από της πρώτης του επομένου μετά την άρσιν μηνός. Τούτ’ αυτό ισχύει αρθέντος του λόγου της μη ασκήσεως του εις σύνταξιν δικαιώματος. ς)Πάντα τα μέλη της οικογενείας συνταξιούχου εάν δεν δηλώσωσιν εγκαίρως εις το Ταμείον επισυμβάσαν περίπτωσιν, επιφέρουσαν ελάττωσιν ή τροποποίησιν της συντάξεώς των. Δια την περίπτωσιν ταύτην απαιτείται η κρίσις και η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου προς οριστικήν αποβολήν του προς σύνταξιν δικαιώματος, δυναμένου να επιβάλη αντί της οριστικής αποβολής, προσωρινήν διακοπήν της συντάξεως επί χρόνον ουχί μείζονα της διετίας. 2.Η έκτισις της ποινής επί καταδίκη δι’ αδίκημα επιφέρον την κατά τας διατάξεις του Κανονισμού ή του Νόμου απώλειαν της συντάξεως δεν γεννά δικαίωμα επανακτήσεως της συντάξεως». Το άρθρ. 13 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 12 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Χορήγησις δανείων εις συνταξιούχους Άρθρ.2.-«Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή μηνιαίας συντάξεως εις τους εκ της υπηρεσίας των αποχωρούντας ησφαλισμένους ή εις τας οικογενείας αυτών, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 7 και 8 του παρόντος Κανονισμού». Το άρθρ. 2 αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) αντοκατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571) (Αντί για τη σελ.2009(β) Σελ.2009(γ) Τεύχος 1090-Σελ.105 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Καθήκοντα και δικαιώματα Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.13α.-«Δύναται το Δ.Σ., του Ταμείου εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και προς κάλυψιν επιτακτικών και απροβλέπτων αναγκών των συνταξιούχων του Ταμείου, να εγκρίνη την χορήγησιν εις αυτούς δανείων μέχρι του ποσού τριών μηνιαίων συντάξεων, επί τόκω 5% και ασφαλίστρω 1% ετησίως και ουχί πλέον του διπλασίου του εκάστοτε βασικού μισθού του Τμηματάρχου Α΄ τάξεως εν συνόλω. Η εξόφλησις του δανείου ενεργείται δια μηνιαίων δόσεων, οριζομένων υπό του Δ.Σ. μη δυναμένων εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβούν τας 36, παρακρατουμένων εκ της συντάξεώς του». Το άρθρ. 13α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ. 2022(β) Τεύχος ΣΤ11-Σελ. 122 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Χορήγησις βοηθημάτων Άρθρ.13β.-«1.Εις τους συνταξιούχους, πλην της μηνιαίας συντάξεώς των, δύναται το Δ.Σ. μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας, ν’ αποφασίση α)την καταβολήν μιας πλήρους συντάξεως επί τας εορταίς των Χριστουγέννων και ημισείας συντάξεως επί ταις εορταίς του Πάσχα. β)«Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου (αμέσου ή εμμέσου) καταβάλλεται εφ’ άπαξ βοήθημα δι’ έξοδα κηδείας εις τους οικείους του θανόντος ή τους επιμελουμένους της κηδείας αυτού, ως τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά. Το ποσόν του βοηθήματος ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, μη δυνάμενον πάντως να είναι ανώτερον του εκάστοτε βασικού μισθού Τμηματάρχου Α΄ της Εθνικής Τραπέζης προσηυξημένον κατά 50% (πεντήκοντα τοις εκατόν)». Το εδάφ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 44/6024 της 6/21 Δεκ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1472) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, η ισχύς της οποίας ήρχισεν από 1 Ιαν.
  5. «2.Εις τους συνταξιούχους παρέχεται, κατ’ έτος πρόσθετον βοήθημα ίσον προς το ήμισι της μηνιαίας συντάξεως ως επίδομα αδείας, κατά τα υπό της κειμένης νομοθεσίας οριζόμενα, της ημέρας καταβολής καθοριζομένης εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Δ.Σ.». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 8 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Δύναται το Διοκητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δι’ αποφάσεως αυτού, εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Εργασίας, να χορηγή εφ’ άπαξ, κατ’ έτος, ειδικόν επίδομα εις τους εκ των εξελθόντων της υπηρεσίας λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους οίτινες, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου βάσει των προσκομιζομένων δικαιολογητικών ή ετέρων στοιχείων, χρήζουν ιδιαιτέρας, λόγω της συνεχιζομένης ασθενείας των, αεροθεραπείας, δυναμένου έτι να παραπέμπη και εις το κατά το άρθρ. 19 Συμβούλιον εξ ιατρών τούτους προς εξέτασιν». Αι παρ. 2 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 14 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Προγενεστέρως αι παρ. 1 και 2 είχον τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 362) και η παρ. 3 είχε προστεθή δια της υπ’ αριθ. 86641/ Σ.838 της 22/30 Ιαν. 1964 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 33). Τρόποι καταβολής συντάξεως Άρθρ.14.-«1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως προκαταβάλλεται, εντολή της Διευθύνσεως του Ταμείου, βάσει του καθοριζομένου εκάστοτε, υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, τρόπου πληρωμής αυτής. Εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου, άνευ δικαιοδόχων, προ της συμπληρώσεως του μηνός, δι’ ον η εισπραχθείσα προκαταβολικώς σύνταξις, αύτη δεν αναζητείται δια τον μη συμπληρωθέντα χρόνον και αποσβέννυται αποφάσει του Δ.Σ. του Ταμείου. Εάν υπάρχουν δικαιοδόχοι εφαρμόζεται η διάταξις του άρθρ. 16 παρ.
  6. 2.Η πληρωμή της συντάξεως γίνεται αυτοπροσώπως προς τον συνταξιούχον. Κατ’ εξαίρεσιν, αποφάσει του Δ.Σ. δύναται να επιτρέπεται η δια πληρεξουσίου είσπραξις, του οποίου ο τύπος, ο χρόνος ισχύος αυτού και η έκτασις καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καθορίζεται ομοίως ο εκάστοτε χρόνος ισχύος και προσκομίσεως υπό των συνταξιούχων των δικαιολογητικών του αμεταβλήτου της προσωπικής καταστάσεως του δικαιούχου (πιστοποιητικόν αγαμίας, πιστοποιητικά ότι διατελούν εν ζωή και έτερα, κατά την κρίσιν της Υπηρεσίας). 3.Δια τους εν αλλοδαπή διαμένοντας απαιτείται πιστοποιητικόν της αρμοδίας προξενικής Αρχής, η εν ελλείψει τοιαύτης, της επιτοπίου, βεβαιούν την εν τη ζωή ύπαρξιν του δικαιούχου και την έλλειψιν οιασδήποτε περιπτώσεως επιφερούσης την ελάττωσιν ή τροποποίησιν της συντάξεως». Το άρθρ. 14 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 9 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Πληρωμή κατά το τρίμηνον από της εξόδου ή του θανάτου Άρθρ.15.-«Το προς σύνταξιν δικαίωμα γεννάται δια τον εκ της υπηρεσίας εξερχόμενον ησφαλισμένον ή την οικογένειαν του εν τη υπηρεσία θνήσκοντος ησφαλισμένου από της ημέρας της εξόδου ή του θανάτου αυτού». Το άρθρ. 15 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 10 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Ειδικά θέματα δικαιοδόχων Άρθρ.16.-«1.Εις τους κατά το άρθρ. 8 και 9 δικαιοδόχους θανόντος συνταξιούχου καταβάλλεται επί τρίμηνον από της ημέρας του θανάτου του ακεραία η σύνταξις αυτού, της νέας συντάξεώς των αρχομένης κατά το τρίμηνον τούτο. (Αντί για τη σελ. 2023(δ) Σελ. 2023(ε) Τεύχος Η43-Σελ. 125 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Εφ’ όσον όμως ο θανών δεν διήνυσεν εν ζωή ολόκληρον τον χρόνον, δι’ ον είχεν εισπράξει την σύνταξίν του, εκπίπτεται εκ της συντάξεως των δικαιοδόχων αυτού το εισπραχθέν τμήμα της συντάξεως, το αναλογούν εις το μετά τον θάνατον χρονικόν διάστημα. 2.Οφειλαί θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου προς το Ταμείον εξοφλούνται υποχρεωτικώς δια μηνιαίων κρατήσεων εκ 10% επί της συντάξεως των κατά το άρθρ. 8 και 9 δικαιοδόχων αυτού». Το άρθρ. 16 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 17 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β. 571). Περίπτωση περισσοτέρων συντάξεων Άρθρ.17.-«Σε περίπτωση που υπάρχει συρροή συντάξεων από το Ταμείο από διάφορες αιτίες στο αυτό πρόσωπο, το σύνολο των συντάξεων που απονέμονται στο πρόσωπο περικόπτεται κατά το ποσό που υπερβαίνει την ανώτατη σύνταξη του Διευθυντή με 35 συντάξιμα έτη, με ανώτατο ποσοστό του επιδόματος πολυετίας και με πτυχίο ανωτάτης σχολής, όπως αυτή προβλέπεται κάθε φορά από τον Κανονισμό του Ταμείου. Η ισχύς της παρούσας διάταξης έχει εφαρμογή τόσο επί των συντάξεων που έχουν ήδη απονεμηθεί, όσο και επί αυτών που θα απονεμηθούν στο μέλλον. Επί των συντάξεων που ήδη έχουν απονεμηθεί, τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα της δημοσίευσης της διάταξης αυτής, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή». Το άρθρ. 17 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Φ.44/3/2632/26 Νοεμ.-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 2024(ε) Τεύχος Η43-Σελ. 126 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.18.-«Κατά την συγκεφαλαίωσιν του προς απόλαυσιν της συντάξεως ωρισμένου χρόνου, το έλαττον των 12 μηνών χρονικόν διάστημα, λογίζεται ως πλήρες έτος, εάν είναι εξάμηνον ή και ανώτερον, μόνον δια τον υπολογισμόν των συνταξίμων ετών εκ της πραγματικής υπηρεσίας παρά τη Τραπέζη και της προσμετρουμένης τοιαύτης κατά τας διατάξεις του παρόντος, ενώ δια τας λοιπάς περιπτώσεις απαιτείται συμπεπληρωμένον έτος προς υπολογισμόν». Το άρθρ. 18 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 362) αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 19 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «2.Όπου εν τω παρόντι Κανονισμώ αναφέρεται η φράσις «αξιόλογος περιουσία» νοείται το σύνολον των πάσης πηγής περιουσιακών στοιχείων του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή δικαιοδόχου, των αποδιδόντων ή μη εισόδημα, ομού μετά των εκ πάσης αιτίας εισοδημάτων αυτού πραγματοποιουμένης ή δυναμένων να πραγματοποιηθώσι δια καταλλήλου χρησιμοποιήσεως αυτών, ως εν άρθρ. 8 παρ. 1 περίπτ. ε΄ ορίζεται, όπερ δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. εκτιμώντος τας ιδιαιτέρας βιωτικάς ανάγκας αυτού, εν συναρτήσει και του τόπου της κατοικίας, κατά τον χρόνον της γενέσεως του δικαιώματος, είναι ικανόν είτε εκ των πραγματοποιουμένων ή δυναμένων να πραγματοποιηθούν εισοδημάτων εξ αυτού ή της εκποιήσεως του όλου ή μέρους αυτών, να παράσχη τη δυνατότητα ικανοποιήσεως των αναγκαίων βιωτικών αναγκών, άνευ κινδύνου της ιδίας αυτών ζωής». Η παρ. 2 προσετέθη δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Πιστοποίησις ανικανότητος Άρθρ.19.-«1.Εις περίπτωσιν, καθ’ ην ησφαλισμένος τις περιπέση εις διαρκή ανικανότητα, υποχρεούται όπως τη αιτήσει του, υποβληθή εις ιατρικήν εξέτασιν παρά Συμβουλίου ιατρών, ουχί πλειόνων των τριών οριζομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δι’ αποφάσεώς του, όπερ και γνωμοδοτεί, καθορίζον άμα το διαρκές ή πρόσκαιρον αυτής και τον βαθμόν της ολοκληρωτικής ή μερικής ανικανότητος δια την παρά τη Τραπέζη υπηρεσίαν. Παρά τω Συμβουλίω ιατρών δύναται να συμμετέχη άνευ ψήφου και ιατρός, υποδεικνυόμενος εγκαίρως παρά του ενδιαφερομένου. Δικαίωμα συντάξεως παρέχεται μόνον εις την περίπτωσιν της διαρκούς, οιουδήποτε βαθμού, δια την υπηρεσίαν της Τραπέζης ανικανότητος παρεχούσης δικαίωμα αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας της Τραπέζης. Το Διοικητικόν Συμβούλιον, καθορίζον την σύνταξιν κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, απονέμει τοιαύτην κατ’ ανάλογον ποσοστόν βαθμού ανικανότητος, περικόπτον το επί πλέον, μη εφαρμοζομένου δια τας περιπτώσεις ταύτας του εκάστοτε καθοριζομένου ελαχίστου ορίου συντάξεως. Η υπό άλλων ιατρών πιστοποίησις δεν δύναται να ληφθή υπ’ όψιν, απαιτουμένης απαραιτήτως της γνωμοδοτήσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον Συμβουλίου ιατρών. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον, κατά την κρίσιν του κατά πάσαν περίπτωσιν, διατάσσει επανεξέτασιν του δικαιωθέντος συντάξεως ανικάνου προς διαπίστωσιν της εξακολουθήσεως ή μη της ανικανότητος, εάν δεν έχει συμπληρώσει ούτος το δια την έξοδον εκ της Υπηρεσίας καθοριζόμενον εκάστοτε όριον ηλικίας. Διαπιστουμένης της θεραπείας, ολοκληρωτικώς ή μερικώς, κατά τον καθοριζόμενον βαθμόν μερικής ανικανότητος, το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να περικόπτη έτι πλέον, αναλόγως και κατά την κρίσιν του, λαμβάνον υπ’ όψιν και τας λοιπάς συνθήκας διαβιώσεως του συνταξιούχου, ως και την οικονομικήν αυτού κατάστασιν, σύνταξιν αυτού. 4.Η διάταξις του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως επί πάσης περιπτώσεως ανικανότητος προς εργασίαν δικαιοδόχων του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, παρεχούσης, κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, δικαίωμα εις σύνταξιν. 5.Η παρούσα εφαρμόζεται επί των από της ισχύος αυτής και εντεύθεν εξερχομένων δια λόγους ανικανότητος ησφαλισμένων και επί δικαιοδόχων επί των περιπτώσεων των από της ισχύος της παρούσης και εφεξής επελευσομένων». Το άρθρ. 19 (πρώην 20) αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 20 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Άρθρ.20.-«1.Εντός μηνός από της λήξεως εκάστου έτους η υπηρεσία του Ταμείου συντάσσει λεπτομερώς τον απολογισμον της διαχειρίσεως μετά του ισολογισμού του Ταμείου δια το λήξαν έτος ον υποβάλλει εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου και το αρμόδιον Υπουργείον. 2.Παρά τω Ταμείω συνιστάται υπηρεσία προληπτικού ελέγχου. Ο προληπτικός έλεγχος συνιστάται εις την προ πάσης εξοφλήσεως εντάλματος πληρωμής οιασδήποτε δαπάνης, βε(Αντί της σελ. 2024,01) Σελ. 2024,01(α) Τεύχος 530-Σελ. 133 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 βαίωσιν ότι η πληρωμή εντέλλεται εντός των ορίων της εγκεκριμένης πιστώσεως, ότι εν τη ενεργεία της δαπάνης ετηρήθησαν αι ισχύουσαι διατάξεις περί εκτελέσεως δαπανών του Ταμείου και ότι επισυνάπτονται εις το ένταλμα πάντα τα αποδεικνύοντα την νόμιμον διενέργειαν της δαπάνης δικαιολογητικά. Ο προληπτικός έλεγχος ασκείται παρ’ ειδικού υπαλλήλου του Ταμείου, διοριζομένου μετά του αναπληρωτού του δι’ αποφάσεως του Δ.Συμβουλίου του Ταμείου. 3.Ο κατασταλτικός έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου εκάστης οικονομικής χρήσεως ενεργείται παρ’ ειδικής εξελεγκτικής Επιτροπής αποτελουμένης: α)εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, ως Προέδρου. β)εξ ενός υπαλλήλου της αυτής ως άνω υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, ως μέλους. γ)εξ ενός εκπροσώπου των ησφαλισμένων εκ των μη μετεχόντων εις την Διοίκησιν του Ταμείου κατά τον χρόνον δι’ ον ασκείται ο έλεγχος, ως μέλους. 4.Η ως άνω ειδική εξελεγκτική Επιτροπή, συγκροτείται καθ’ έκαστον έτος, τα δε μέλη αυτής διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Ο εκπρόσωπος των ησφαλισμένων υποδεικνύεται μετά του αναπληρωτού του, εις τον Υπουργόν Εργασίας υπό του Συλλόγγου υπαλλήλων Ε.Τ.Ε. και διορίζονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν των διοριστέων. 5.Εις τα ενασκούντα τον προληπτικόν και τον κατασταλτικόν έλεγχον διαχειρίσεως όργανα, παρέχονται τα υπό των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών διατάξεων καθοριζόμενα έξοδα κινήσεως ή αποζημιώσεις». Το άρθρ. 20 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 44677/Σ.670/62 της 27 Ιουν./9 Ιουλ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 298). Άρθρ.3.-«1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου: α)διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν αυτού, επιτηρεί την υπό της υπηρεσίας του Ταμείου τήρησιν των μητρώων των ησφαλισμένων και συνταξιούχων, εξελέγχει τας αιτήσεις και κρίνει τας προΰποθέσεις περί απονομής συντάξεων και επιστροφών εισφορών, καθορίζει το ποσόν συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος και εντέλλεται την πληρωμήν αυτού, ως και πάσης άλλης δαπάνης σχετιζομένης προς την υπηρεσίαν αυτού, β)ορίζει δια πράξεώς του, εκ των παρά τω Ταμείω υπηρετούντων οργάνων, τον Διευθυντήν του Ταμείου και τον αναπληρωτήν αυτού και καθορίζει τας αρμοδιότητας αυτού. 2.Το Διοκητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει τακτικώς άπαξ του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε κληθή υπό του Προέδρου ή τη εγγράφω προς αυτόν αιτήσει τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, εν η δέον να αναγράφηται και το συζητητέον θέμα. 3.Κατά τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου παρίσταται, άνευ ψήφου, και ο Διευθυντής του Ταμείου, ή ο αναπληρωτής του εισηγούμενος τα προς συζήτησιν θέματα». Αι παρ. 1-3 ετέθησαν εις αντικατάστασιν των παρ. 1-6 και αι επομέναι ηριθμήθησαν αναλόγως δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 4.«Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν ειναι δημόσιαι. Περίληψις των γενομένων συζητήσεων και των λειφθεισών αποφάσεων δύναται να δίδηται μόνον αποφάσει του Δ. Συμβουλίου. 5.Απαγορεύεται η δημοσίευσις ολοκλήρων των πρακτικών άνευ ειδικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Αντίγραφα τμήματος ή ολοκλήρων των πρακτικών δύναται να χορηγηθώσι μόνον μετ’ απόφασιν του Δ. Σ. 6.Απαγορεύεται επίσης εις τα μέλη η ανακοίνωσις των εν τω Διοικ. Συμβουλίω διαμειφθέντων πλήν εάν χορηγηθή ειδικώς προς τούτο άδεια του Δ. Σ. 7.Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεων κεφαλαίων συζητήσεις, θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία επ’ αυτών επιτρέπεται ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Δ.Σ. Το Διοικ. Συμβούλιον δύναται να χαρακτηρίση και έτερα θέματα ως εμπιστευτικά». Το άρθρ. 3 συνεπληρώθη δια των ανωτέρω παρ. 4-7 (αρχικώς παρ. 1-4) δια της υπ’ αριθ. Φ.62616/Σ.1462 της 14 Οκτ./9 Νοεμ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 196). Σελ.2010(γ) Τεύχος 1090-Σελ.106 Εκπροσώπησις του Ταμείου Άρθρ.21.-«1.Πας ησφαλισμένος ή δικαιοδόχος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούμενος συντάξεως εκ του Ταμείου τούτου, ή αυξήσεως, ή αναθεωρήσεως αυτής, ή παροχής οικονομικής ή οιουδήποτε επιδοτήματος του άρθρ. 12 του παρόντος, υποχρεούται να υποβάλη, επί ποινή εκπτώσεως από του δικαιώματος εντός πενταετίας, αφ’ ης το δικαίωμα εγεννήθη, αίτησιν προς το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου, ήτις καταχωρείται εις το υπό της Υπηρεσίας τηρούμενον Πρωτόκολλον, Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της αιτήσεως συνεπάγεται την έκπτωσιν από του δικαιώματος. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται το Διοικ. Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του. Εν ουδεμιά ανεξαιρέτως περιπτώσει αναγνωρίζονται αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου συντάξεις ή αυξήσεις ή περιοδικαί παροχαί ή οικονομικά αποτελέσματα δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθ’ ον υπεβλήθη η αίτησις του ενδιαφερομένου. Σελ. 2024,02(α) Τεύχος 530-Σελ. 134 2.Δια τας γεγενημένας περιπτώσεις, κατά την έναρξιν της ισχύος της παρούσης διατάξεως, αι ανωτέρω προθεσμίαι άρχονται από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Πάσα οφειλή συνταξιούχου ή ησφαλισμένου προς το Ταμείον, ης ο τρόπος εισπράξεως δεν προβλέπεται ειδικώς υπό ετέρας διατάξεως του παρόντος εξοφλείται υποχρεωτικώς δια δόσεων, αποφάσει του Διοικ. Συμβουλίου, εκάστης δόσεως μη δυναμένης να υπερβή το 1/4 της συντάξεως ή του μισθού». Το άρθρ. 21 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 21 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Πρόσθετος συντάξιμος χρόνος Άρθρ.22.-«1.Εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου αναγνωρίζεται, τη αιτήσει των, δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου επί καταβολή εισφοράς και υπό τους εν τω παρόντι άρθρω λοιπούς όρους και περιορισμούς, ως συντάξιμος χρόνος: α)Η προ του διορισμού των εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος και προ της ασφαλίσεως των εις το Ταμείον διανυθείσα παρ’ αυτών έμμισθος κατά κύριον και αποκλειστικόν επάγγελμα και με πλήρη απασχόλησιν υπηρεσία των παρά τω Ελληνικώ Δημοσίω, παρά Ν.Π.Δ.Δ. ή παρ’ Ανωνύμω Εταιρεία ή Τραπέζη, εφ’ όσον διέκοψαν ταύτην και δι’ ην δεν έτυχον συντάξεως, ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγής. β)Η προϋπηρεσία παρά ΝΠΙΔ ή παρ’ επιχειρήσει μη Ανων. Εταιρεία εφ’ όσον το ΝΠΙΔ μετετράπη εις ΝΠΔΔ (ή εις Δημ. Υπηρεσίαν) ή η επιχείρησις μετετράπη εις Ανων. Εταιρείαν προ της προσλήψεώς του εις την Εθνικήν Τράπεζαν, δι’ ην δεν έτυχον και δεν εδικαιούντο ουδέ δικαιούνται να τύχωσιν συντάξεως ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγής. Τα σχετικά πιστοποιητικά προϋπηρεσίας δέον απαραίτητως να εκδίδωνται υπό της Ανων. Εταιρείας ή υπό του ΝΠΔΔ ή της Δημ. Υπηρεσίας. γ)Η προϋπηρεσία εις τους πάσης φύσεως Ασφαλιστικούς Οργανισμούς του Προσωπικού της Τραπέζης, Συνεταιρισμούς και κυρίως αντιπροσωπευτικάς Συνδικαλιστικάς Οργανώσεις αυτού, δι’ ην δεν έτυχον και δεν εδικαιούντο ουδέ δικαιούνται να τύχωσι συντάξεως ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγής. δ)Η προ της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου διανυθείσα στρατιωτική υπηρεσία των εξ αυτών εχόντων την ιδιότητα του Παλ. Πολεμιστού, συμφώνως τοις Α.Ν. 28/31.10.1935244/1936 και 771/1937 ως και των υπαγομένων εις τας διατάξεις του Νόμ. 751/1948 και 1836/1951 και του άρθρ. 9 του Ν.Δ. 1799/1942 ως τούτο ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 1764/1944 εφ’ όσον ο χρόνος διαρκείας αυτών δεν ελήφθη υπ’ όψιν εν όλω ή εν μέρει δια την χορήγησιν συντάξεως, ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγής. ε)Ωσαύτως λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως ο χρόνος ο διανυθείς εις την ασφάλισιν ετέρων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως βάσει του Ν.Δ. 4202/1961 υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις αυτού. 2.Εν ουδεμιά περιπτώσει αναγνωρίζεται συντάξιμος χρόνος δια το αυτό χρονικόν διάστημα εκ διαφόρων αιτιών, λαμβανομένης μόνον υπ’ όψιν της μιας τοιαύτης ή πρόσθετος συντάξιμος χρόνος αναγνωρισθείς παρ’ ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου. 3.Ο κατά τα εδάφ. α, β, γ και δ της υπ’ αριθ. 1 παραγράφου του παρόντος, εν συνόλω λαμβανόμενος χρόνος, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος υπό τους κάτωθι περιορισμούς. α)Τα πρώτα 5 έτη αναγνωρίζονται εξ ολοκλήρου. Εκ των επομένων πέντε αναγνωρίζονται τα 3/5 και εκ των υπολοίπων τα ήμισυ. Εν ουδεμιά περιπτώσει το σύνολον του κατά την προηγουμένην παράγραφον αναγνωριζομένου προσθέτου συνταξίμου χρόνου δύναται να υπερβή τα 15 έτη. Δια την εφαρμογήν των περιορισμών της παρούσης παραγράφου συνυπολογίζονται, προς εξεύρεσιν του αναγνωριστέου προσθέτου συνταξίμου χρόνου, και τα ήδη αναγνωρισθέντα συντάξιμα έτη βάσει εκδοθεισών ήδη αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου. «β.Ίνα αναγνωρισθή ο κατά την προηγουμένην παράγραφον πρόσθετος συντάξιμος χρόνος, δέον ο ησφαλισμένος να πραγματοποιήση δεκαετή ασφάλισιν παρά τω Ταμείω εκ πραγματικής παρά τη Τραπέζη πλήρους δεκαετούς υπηρεσίας, του κατά την παρ. 4 του παρόντος υπολογισμού του ποσού εξαγοράς τελούντος υπό την αίρεσιν της συμπληρώσεως δεκαετούς πραγματικής υπηρεσίας εν μη συμπληρώσει της οποίας ο υπολογισμός θεωρείται μη γενόμενος, επιστρεφομένων ατόκως των ληφθέντων ποσών εξαγοράς εις τον ησφαλισμένον. Εν περιπτώσει όμως πλήρους ανικανότητος προς εργασίαν ή θανάτου, επερχομένου προ της συμπληρώσεως δεκαετούς, αλλά μετά την συμπλήρωσιν 5ετούς ασφαλίσεως εκ πραγματικής υπηρεσίας παρά τη Τραπέζη, η σύνταξις του ησφαλισμένου ή της χήρας και των οργάνων κανονίζεται επί τη βάσει και του προσθέτου χρόνου προηγουμένης εργασίας, κατά τους όρους του παρόντος Κανονισμού αναγνωριζομένης». Η περίπτ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «γ)Η αναγνώριση του πρόσθετου συντάξιμου χρόνου γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού και μόνο για τις περιπτώσεις που δεν ρυθμίζονται από τους Νόμ. 1358/1983 και 1405/1983 με αίτηση του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, η οποία μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε. Μαζί με την αίτηση πρέπει να υποβάλλονται πλήρη και επίσημα δικαιολογητικά, από τα οποία θα βεβαιούται η κατά τα ανωτέρω προϋπηρεσία κ.λ.π. αυτών, και η ύπαρξη των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο αυτό. Ένορκες καταθέσεις ή πιστοποιητικά εκδιδόμενα βάσει υπεύθυνων δηλώσεων ή ενόρκων καταθέσεων ή βάσει του Ν.Δ.105/1969, δύνανται να λαμβάνονται υπόψη κατά την κρίση του Δ.Σ. αλλά μόνον με συνεκτίμηση με άλλα προσκομιζόμενη δικαιολογητικά και αποδεικτικά στοιχεία για την αναγνώριση πρόσθετου συντάξιμου χρόνου». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 5 της Φ. 44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2024,03(γ) Σελ. 2024,03(δ) Τεύχος Η43-Σελ. 127 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 δ)Παραίτησις από της δικαιουμένης συντάξεως εξ οιουδήποτε ασφαλιστικού φορέως ή του Δημοσίου, ή μη λήψις αυτής, ή υποβολή αιτήσεως κλπ. δια την απονομήν της δια προϋπηρεσίαν (στρατιωτικήν ή οιανδήποτε ετέραν υπηρεσίαν) δεν δημιουργεί δικαίωμα αναγνωρίσεως προσθέτου συνταξίμου χρόνου, ουδέ τοιούτον απονομής αυτοτελούς συντάξεως παρά του Ταμείου τούτου. 4.Η εισφορά δια την αναγνώρισιν του προσθέτου συνταξίμου χρόνου υπολογίζεται ως ακολούθως: α)Επί τη βάσει του κατά την ημέραν της καταθέσεως της αιτήσεως μετά πλήρων, συμφώνως τω παρόντι, απαιτουμένων δικαιολογητικών ή του κατά την ημέραν της συμπληρώσεως τούτων ισχύοντος μισθολογίου εξευρίσκονται αι εις εισφοράν υποκείμεναι ετήσιαι αποδοχαί των ησφαλισμένων (περιλαμβανομένων και των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας). Η κατά την ημέραν της αναγνωρίσεως εργοδοτική και εργατική εισφορά του 1/12 των κατά τα άνω ετησίων αποδοχών του, πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμόν των αναγνωριζομένων μηνών, και κλάσματος μηνός, του προσθέτου συνταξίμου χρόνου και το γινόμενον αποτελεί το ποσόν της οφειλομένης υπό του ασφαλισμένου εις το Ταμείον εισφοράς. β)Προκειμένου περί συνταξιούχου ως ετήσιαι αποδοχαί, περί ων το προηγούμενον εδάφ. α΄, λαμβάνονται αι κατά την ημέραν υποβολής πλήρων κατά τα άνω δικαιολογητικών τακτικαί τοιαύται του εν ενεργώ υπηρεσία, φέροντος τον αυτόν βαθμόν ησφαλισμένου (λογιζομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας). γ)Η εισφορά καταβάλλεται εφ’ άπαξ ή κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δια μηνιαίων κρατήσεων επί των αποδοχών ή της συντάξεως. Η κράτησις προκειμένου περί ησφαλισμένου, δεν δύναται να υπερβαίνη το 10%, ουδέ να υπολείπεται το 5% των αποδοχών αυτού, προ όμως της εξοφλήσεως της εισφοράς ουδέν δικαίωμα κτήται ο ησφαλισμένος. «Προκειμένου περί συνταξιούχου τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία συμπληρώσεως όλων των απαιτουμένων δικαιολογητικών, εφόσον η αύξηση της σύνταξης που επέρχεται με την αναγνώριση, πλέον 10% από το υπόλοιπο της σύνταξης, κρατούνται για την εξόφληση της εισφοράς. Η συνολική κράτηση δεν μπορεί να υπερβεί το 1/4 του συνόλου της σύνταξης». Το τρίτο μέσα στα « » εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 6 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Αι ήδη προ της ισχύος του παρόντος λογισθείσαι δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εισφοραί εξακολουθούν ισχύουσαι. Σελ. 2024,04(δ) Τεύχος Η43-Σελ. 128 5.Αναγνωρίζεται, ωσαύτως, ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος επί καταβολή εισφοράς κατά τα εν τοις παρ. 2 και 4 του παρόντος άρθρου καθοριζόμενα μη ισχυουσών εν προκειμένω των περιορισμών των εδαφ. α, β και γ της παρ.
  7. Α΄.Η άδεια άνευ αποδοχών του ησφαλισμένου, η οφειλομένη: α)Εις αποδεδειγμένως σοβαράν ασθένειαν και κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου. β)Εις εκπλήρωσιν στρατιωτικών υποχρεώσεων πάσης φύσεως. «γ)Εις πάσαν άλλην δεδικαιολογημένην κατά την κρίσιν του Δ.Σ. περίπτωσιν πάντως ουχί πέραν των 24 μηνών κατ’ ανώτατον όριον». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 11 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Β΄.Ο χρόνος, καθ’ ον ο ησφαλισμένος ελάμβανε μέρος των αποδοχών του. Εκ του χρόνου τούτου θεωρείται ησφαλισμένον ποσοστόν ίσον προς το ποσοστόν των κλαταβληθεισών αποδοχών, ολοκλήρου του υπολοίπου αναγνωριζομένου ως προσθέτου συνταξίμου χρόνου επί καταβολή εισφοράς κατά τα ανωτέρω. Γ΄.Ο χρόνος, καθ’ ον ο ησφαλισμένος απολυθείς υπό της Τραπέζης, βάσει του Ν.Δ. 2510/53 διετέλεσεν εκτός υπηρεσίας, μη μισθοδοτούμενος και επανήλθεν εις την υπηρεσίαν της Τραπέζης, υπηρετήση δε επί τριετίαν τουλάχιστον. Η εισφορά, εν προκειμένω λογίζεται βάσει των αποδοχών του βαθμού ον εκέκτητο ο ησφαλισμένος κατά την απόλυσίν του. Δ΄.Έν έτος εκ του χρόνου καθ’ ον διετέλεσεν εις προσωρινήν παύσην δι’ οιονδήποτε λόγον προσκρούοντα προς τα χρηστά ήθη κατά την προσφοράν της εργασίας. Ε΄.Μέχρι 3 έτη εκ του χρόνου, καθ’ ον ο ησφαλισμένος διετέλεσεν υπό απόλυσιν εκτός υπηρεσίας ουχί πέραν της πενταετίας και επανήλθεν εις την υπηρεσίαν της Τραπέζης, αποκατασταθείς δια διατάξεως Νόμου, δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως της Τραπέζης. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΣΤ΄.Ο χρόνος υπηρεσίας εις τα εν αλλοδαπή υπό την νομικήν μορφήν της Νομοθεσίας της Πολιτείας εκείνης λειτουργούντα Υποκαταστήματα της Εθνικής Τραπέζης και της μετ’ αυτής συγχωνευθείσης Τραπέζης Αθηνών, εφ’ όσον δεν έτυχον και δεν εδικαιούντο ουδέ δικαιούνται να τύχωσι συντάξεως ή μηνιαίου βοηθήματος εξ οιασδήποτε πηγής δια τον λόγον τούτον. («5α.).1.Αναγνωρίζεται υπό τους περιορισμούς της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η κατά το άρθρ. 7 παρ. 2, εδάφ. β΄, προϋπηρεσίας Τραπέζης των Διοικητών ή Υποδιοικητών, αντί καταβολής εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου υπολογιζομένων στις αποδοχές του 20 κλιμακίου όπως έχουν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως ποσοστιαία επιδόματα, κατά περίπτωση, που αναλογούν στο κλιμάκιο αυτό και τα δραχμικά επιδόματα, που λαμβάνει ο ασφαλισμένος και τα οποία συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του ύψους της σύνταξης με βάση το 20 μισθολογικό κλιμάκιο, όπως και η αναλογούσα Α.Τ.Α. επί των εν λόγω αποδοχών. Κατά τα λοιπά, για τη διαδικασία αναγνώρισης του εκτός της Εθνικής Τραπέζης χρόνου υπηρεσίας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της παρ. 3 εδάφ. γ΄ και παρ. 4 εδάφ. α΄ και γ΄ αυτού του άρθρου». Η παρ. 5α προστέθηκε από την παρ. 2 της Φ.44/οικ. 948/13-22 Απρ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 206), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 309/18 Ιουν. 1987), απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «2.Με τους ίδιους γενικούς όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο αυτό, μπορεί επίσης να αναγνωρισθεί ως συντάξιμος και ο πριν από την πρόσληψη, χρόνος σπουδών του ασφαλισμένου, που οδήγησε στην κτήση τίτλου σπουδών, με τους παρακάτω ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις: α)Αναγνωρίζεται υπό τους περιορισμούς της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, ο χρόνος σπουδών που απαιτήθηκε για την απόκτηση ενός μόνον τίτλου σπουδών ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης και ενός μόνον τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών, αντί καταβολής εισφοράς κατά τα οριζόμενα στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου. β)Ο χρόνος σπουδών που αναγνωρίζεται, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα κατά τον χρόνο της αποφοίτησης επίσημα ακέραια χρόνια σπουδών της ανώτερης ή ανώτατης Σχολής της οποίας έχει προσκομίσει πτυχίο ή σχετική βεβαίωση κτήσης πτυχίου εκείνος που ζητά την αναγνώριση. γ)Ο χρόνος που αναγνωρίζεται για μεταπτυχιακές σπουδές δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 ακέραια χρόνια εκτός αν πρόκειται για διδακτορικό, οπότε αναγνωρίζονται μέχρι 3 ακέραια χρόνια. δ)Ο αναγνωριζόμενος με το παρόν εδάφιο χρόνος δεν υπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος αλλά μόνο για προσαύξηση του ποσού της σύνταξης. ε)Κατ’ εξαίρεση από τα καθοριζόμενα στην παρ. 4 του παρόντος άρθρου, παρέχεται η ευχέρεια στους ασφαλισμένους, εφόσον υποβάλουν αίτηση και δικαιολογητικά για την αναγνώριση του χρόνου σπουδών, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος, να πληρώσουν ασφάλιστρο (εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου) που υπολογίζεται πάνω στο μισθό βάσης του πέμπτου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου των Τραπεζών προσαυξανόμενο με τα πάσης φύσεως ποσοστιαία επιδόματα που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης, υπολογιζόμενα στο Κλιμάκιο αυτό, καθώς και δραχμικά επιδόματα που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του ύψους της σύνταξης. Η καταβολή του ασφαλίστρου αυτού, γίνεται είτε εφάπαξ είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται και σε καμιά περίπτωση της
  8. Τα οικονομικά αποτελέσματα για τις περιπτώσεις του παρόντος υπεδαφ. (ε), επέρχονται από της ημερομηνίας της πλήρους εξόφλησης του ποσού της εισφοράς. Στις ρυθμίσεις της παρούσας διάταξης δεν περιλαμβάνονται οι συνταξιούχοι». Η διάταξη της παρ. 5α αριθμήθηκε ως παρ. 5α

(1)και προστέθηκε παρ. 2 από την Φ. 44/2154/22 Ιουλ.-24 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 594) απόφ. Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 6.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου, αφορώσαι τας ήδη εκκρεμείς περιπτώσεις αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, ως και τας εφεξής τοιαύτας ουδόλως αφορώσι τας ήδη ρυθμισθείσας δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ή τας ήδη παρά της Υπηρεσίας του Ταμείου επεξεργασθείσας. 7.Οικονομικά αποτελέσματα υπέρ των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δεν ανατρέχουσιν εις χρόνον προγενέστερον της ισχύος του. 8.Η περί προσμετρήσεως χρόνου, κατά τα ανωτέρω, απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι αμετάκλητος και υποχρεωτική δια τον αιτήσαντα από της εκδόσεως αυτής. Καταβληθείσαι εισφοραί δι’ αναγνώρισιν και προσμέτρησιν χρόνου δεν αναζητούνται δι’ ην περίπτωσιν κατά τον χρόνον εξόδου του ησφαλισμένου υφίσταται διάφορον νομοθετικόν καθεστώς ρυθμίσεως του τρόπου διαδοχικής ασφαλίσεως του αναγνωρισθέντος χρόνου, δια της καταβολής των εισφορών εξαγοράς, καθισταμένου συνταξίμου από της εκδόσεως της περί προσμετρήσεως αποφάσεως και διεπομένου υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. (Αντί για τη σελ. 2024,041(δ) Σελ. 2024,041(ε) Τεύχος ΙΑ-4-3 Σελ. 115 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 9.Αι διατάξεις του άρθρου τούτου, ως προς τον καθορισμόν της καταβλητέας εισφοράς, εφαρμόζονται αναλόγως και επί πάσης ετέρας περιπτώσεως, μη προβλεπομένης υπό του παρόντος, αναγνωρίσεως ή προσμετρήσεως εκ του Νόμου συνταξίμου χρόνου, δι’ ον είναι καταβλητέα εισφορά εξαγοράς. 10.Δια τους το πρώτον ασφαλιζόμενον υπό τας προϋποθέσεις του άρθρ. 6 και υπηρετούντας ήδη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτών από του διορισμού των μέχρι της ασφαλίσεώς των αναγνωρίζεται εξ ολοκλήρου επί τη καταβολή των εν τω παρόντι άρθρω εισφορών. Δια τους εκ τούτων δικηγόρους και νομικούς συμβούλους, ων η ασφάλισις εμπίπτει εις τας διατάξεις του άρθρ. 21 εδάφ. α΄ του Ν.Δ. 3790/1957 ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 4272/1962, ο καθορισμός και η καταβολή των εισφορών εξαγοράς χωρεί συμφώνως προς το Ν.Δ. 4272/1962». Το άρθρ. 22 τροποποιηθέν δια του άρθρ. 5 Κ.Δ. της 13 Μαρτ./30 Απρ. 1942 (ΦΕΚ Α΄ 103) και δια των υπ’ αριθ. 39762 της 29 Οκτ./20 Νοεμ. 1942 (ΦΕΚ Β΄ 205), 42546/Σ.785 της 5/6 Δεκ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 236) και 75086/Σ.877 της 12 Δεκ. 1959/16 Ιαν. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 18) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 22 της υπ’ αριθ. 75358/ Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 640 της 24 Οκτ.
  1. «11.Ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποβάλλοντες ή υποβαλόντες αιτήσεις προσμετρήσεως προϋπηρεσιών, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου δικαιούνται να ανακαλέσουν ταύτας εφ’ όσον δεν ήρξατο η εκτέλεσις της επ’ αυτών αποφάσεως του Δ.Σ. εν όλω ή εν μέρει. Η ανάκλησις είναι οριστική και αμετάκλητος τούτου μη δικαιουμένου όπως επανέλθη εκ νέου, αποσβενημένου οριστικώς του δι’ ο η ανάκλησις δικαιώματος του αιτούντος προς προσμέτρησιν του ανακληθέντος χρόνου. Επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 8 του παρόντος άρθρου, κατ’ εξαίρεσιν επί εκδοθεισών και εκτελουμένων αποφάσεων του Δ.Σ. η ανάκλησις δύναται να χώριση ένεκεν εξαιρετικών λόγων, ων η εκτίμησις εναπόκειται εις την κρίσιν του Δ.Σ. εκτιμώντος την σοβαρότητα των επικαλουμένων λόγων. Εις την περίπτωσιν ταύτην η ανάκλησις χωρει μόνον δια το μη καλυφθέν εκ των καταβληθέντων ποσών εξαγοράς χρονικόν διάστημα, εις ο αντιστοιχεί το οφειλόμενον μέχρι της υποβολής της αιτήσεως ανακλήσεως ποσόν εξαγοράς. Αποκλείεται η ανάκλησις εφ’ όσον εχώρησεν πλήρης εξόφλησις του ποσού εξαγοράς της αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας. Επερχομένης της ανακλήσεως ο αναγνωρισθείς χρόνος θεωρείται ως μηδέποτε γενόμενος, δεν δύναται δε ούτος να προσμετρηθή ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος εξ ετέρας αιτίας ή άλλης διατάξεως. Δια της αυτής Σελ. 2024,042(ε) Τεύχος ΙΑ-4-3 Σελ. 116 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αποφάσεως του Δ.Σ. αναθεωρείται, προκειμένου περί συνταξιούχου, η απονεμηθείσα σύνταξις, αφαιρουμένου του ανακληθέντος χρόνου αφ’ ης εχώρησεν η αναγνώρισις και τα οικονομικά αποτελέσματα υπέρ του συνταξιούχου, υποχρεουμένου τούτου όπως επιστρέψη πάσας τας ληφθείσας διαφοράς αυξήσεως συντάξεως, δια δόσεων ουχί πλειόνων των 36, εντόκως επί τω νομίμω τόκω εκάστης δόσεως μέχρις εξοφλήσεως, παρακρατουμένων εκ της μηνιαίας συντάξεως αυτού. 12.Ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποβάλλοντες ή υποβαλόντες αιτήσεις προσμετρήσεως μετά των ελλειπών δικαιολογητικών ,καλούμενοι παρά της υπηρεσίας του Ταμείου όπως συμπληρώσωσι ταύτα, εντός τασσομένης υπό ταύτης προθεσμίας και παραλείποντες την συμπλήρωσιν αυτών, απόλλυσιν το προς αναγνώρισιν του αιτηθέντος χρόνου προϋπηρεσίας δικαίωμα, της αιτήσεώς των απορριπτομένης αμετακλήτως δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ως αναποδείκτου. Ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι καλούμενοι παρά της υπηρεσίας, μετά την επεξεργασίαν του φακέλου των όπως δηλώσωσι εντός τασσομένης προθεσμίας εάν επιθυμούν την εφ’ άπαξ ή κατά δόσεις καταβολήν της λογισθείσης εισφοράς εξαγοράς, και παραλείποντες όπως απαντήσουν εμπροθέσμως, θεωρούνται ότι αποδέχονται την εφ’ άπαξ καταβολήν της εισφοράς εξαγοράς». «Αι περί ων το παρόν άρθρον προϋπηρεσίαι αναγνωρίζονται ως συντάξιμοι κατά τους εν αυτώ οριζομένους όρους και προϋποθέσεις, αιτήσει του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, υποβαλλομένη εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Αι παρ. 11 και 12 ως και η εντός «» διάταξις μετά την παρ. 12 προσετέθησαν δια των παρ. 7 και 8 αντιστοίχως της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Ισχύς και τροποποιήσεις Κανονισμού Άρθρ.23.-1.Ο παρών Κανονισμός τροποποιείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και τη εγκρίσει του αρμοδίου Υπουργού. 2.«Η ισχύς αυτού άρχεται από 1 ης ; Αυγ. 1932, αι δε της προ ισχύος αυτού απονεμημέναι συντάξεις θέλουσιν εξακολουθήσει διεπόμεναι υπό του δια της υπ’ αριθ. 21545 της 6ης Ιουλ. 1927 Υπουργικής Αποφάσεως εγκριθέντος Κανονισμού, πλην του άρθρ. 13 αυτού, όπερ καταργείται και δι’ αυτάς. Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 73081 της 16/30 Δεκ. 1940 αποφ. Υπ. Εργασιας (ΦΕΚ Β΄ 297, διόρθ. ημαρτ. Β΄ 16/ 1941). Εννοιολογικός Καθορισμός Άρθρ.24.-«1.Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται η λέξη «Τράπεζα» η «Εθνική Τράπεζα τηυς Ελλάδος», νοούνται, τόσο η Τράπεζα Αθηνών που συγχωνεύθηκε με αυτήν, όσο και τα Ταμεία Συντάξεων και Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης και της τέως Τραπέζης Αθηνών ως εργοδότες των ασφαλιζομένων, σύμφωνα με το άρθρ. 6, νομικών συμβούλων, δικηγόρων, τεχνικών συμβούλων και μηχανικών αυτών. Όπου δε αναφέρεται η λέξη «πραγματική υπηρεσία» νοείται η πραγματική υπηρεσία που παρεσχέθη στα ανωτέρω Ταμεία και την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με την ανωτέρω έννοια. Προκειμένου για γυναίκες ασφαλισμένες μέχρι και την 31.12.1982 εξ ιδίας υπηρεσίας προς την Τράπεζα, στην έννοια των «εγγάμων ή εν χηρεία μετ’ ανηλίκων τέκνων» περιλαμβάνονται και οι διαζευγμένες ή άγαμες μητέρες ανηλίκων παιδιών, εφόσον φέρουν αποδεδειγμένα την επιμέλεια των παιδιών και συγκατοικούν με αυτά. «Για την εφαρμογή των διατάξεων των εδαφ. γ και δ της παρ. 4 του άρθρ. 7 του Κανονισμού, στην έννοια του «ανηλίκου τέκνου» περιλαμβάνεται και το ανήλικο θετό τέκνο, εφόσον κατά την ημέρα της υιοθεσίας δεν υπερέβαινε το 15ο έτος της ηλικίας του». Το μέσα σε « » τρίτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.44/355/21 Μαρτ.-9 Απρ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 229), αποφ. του Υπουργού Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Όπου επίσης αναφέρεται το Υπουργείο Εργασίας ή ο Υπουργός Εργασίας νοείται αντίστοιχα το Υπουργείο, το οποίο ασκεί με νόμο κάθε φορά την εποπτεία». Οι παρ. 1 και 2 τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 4 της Φ. 44/3/2632/26 Νοεμ. – 31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. ΥΠ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «3.Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται ο βασικός μισθός βαθμού και οι προσαυξήσεις, μετά την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, νοείται το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και τυχόν προσαυξήσεις». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 7 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 3΄96) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2024,043) Σελ. 2024,043(α) Τεύχος 1327 Σελ. 113 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Διεξαγωγή υπηρεσίας Ταμείου Άρθρ.25.-«Η υπηρεσία του Ταμείου εν γένει διεξάγεται υπό υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος οριζομένων υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή απόντος ή κωλυομένου αυτού υπό του αναπληρωτού του, εις ους χορηγείται επίδομα, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου και κατά την κρίσιν αυτού». Το άρθρ. 25 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 24 της υπ’ αριθ. 75358/Σ. 543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 577). Σελ. 2024,044(α) Τεύχος 1327 Σελ. 114 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος «Άρθρ.26.-1)Αι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 4, 5, εδάφ. α΄, 6, 7, 8, 11, 12, και 13 του άρθρ. 10 ως και του άρθρ. 11 του παρόντος εφαρμόζονται και επί των συνταξιούχων των προερχομένων εκ της τέως Τραπέζης Ανατολής των υπαχθέντων εις τας διατάξεις του Κανονισμού του τέως «Ταμείου Συντάξεων των Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης», οι οποίοι ετύγχανον υπάλληλοι της Τραπέζης Ανατολής κατά την συγχώνευσιν, ταύτης εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος. 2)Δια την ανάλογον εφαρμογήν της παρ. 7 του άρθρ. 10 και επί των ανωτέρω συνταξιούχων ως βαθμός εξόδου των λογίζεται ο αντίστοιχος τοιούτος του Προσωπικού του Λογιστικού Κλάδου και μέχρι του βαθμού του Τμηματάρχου α΄ μετά πλήρων προσαυξήσεων, του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος των κατά την 31.1.33 κατά τας προϊσχυσάσας διατάξεις συνταξίμων αποδοχών αυτών, βάσει των οποίων έχει καθορισθή η μέχρι σήμερον συνταξιοδότησίς των, εις ον βαθμόν και εντάσσονται δια την από της ισχύος της παρούσης παραγράφου εφαρμογήν του ανωτέρω άρθρου. 3)Από της ισχύος της παρούσης αναπροσαρμόζονται αι εις τους κατά το παρόν άρθρον συνταξιούχους καταβαλλόμεναι συντάξεις ,κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων. Εφ’ ΄σον εκ της αναπροσαρμογής ταύτης προκύπτει μικρότερον ποσόν συντάξεως της ήδη καταβαλλομένης τοιαύτης, συνεχίζεται η καταβολή του ποσού της ήδη λαμβανομένης συντάξεως. 4)Κατ’ εξαίρεσιν η διαδοχή των ήδη συνταξιούχων και η απονομή συντάξεων εις τα κατά διαδοχήν δικαιούμενα πρόσωπα (χήρα και τέκνα) των ήδη συντ/χων της τέως Τραπέζης Ανατολής, διέπονται υπό των διατάξεων του αρθρ. 8, παρ. 1 εδάφ. α, β, γ, δ και ε, μη εφαρμοζομένων, ως προς τα πρόσωπα ταύτα, από της ισχύος της παρούσης, των άρθρ. 13, 14, 15 και 16 του Κανονισμού του τέως Τ.Σ.Υ.Τ.Α.Ε. (πρώην Ταμείον Συντάξεως της τέως Τραπέζης Ανατολής). Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και επί των επελθουσών ήδη ασφαλιστικών περιπτώσεων, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα των δικαιωθησομένων συντάξεως άρχονται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός αποκλειομένης της καταβολής αναδρομικώς οιουδήποτε ποσού». Το άρθρ. 26 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 81943/Σ. 645 της 25 Σεπτ./4 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 649), (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 48/29 Ιαν. 1966). «Εις τας συντάξεις τας καταβληθείσας την 30ην Ιουν. 1959 εις ένα έκαστον των συνταξιούχων των προερχομένων εκ της τέως Τραπέζης Ανατολής, των υπαγομένων εις τας διατάξεις του κανονισμού του τέως Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης Ανατολής, χορηγείται αύξησις προς 12% αφ’ ης αύτη εχορηγήθη εις τους λοιπούς συνταξιούχους του Ταμείου δυνάμει της υπ’ αριθ. 59336 /Σ. 730/59 Υπουργικού αποφάσεως». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 47374/Σ. 530 της 29 Ιουλ./10 Αυγ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 361) αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.4.-«Ο Πρόεδρος, και τούτου κωλυομένου ο αναπληρωτής αυτού, και τούτου κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της εν γένει ευρύθμου λειτουργίας του Ταμείου δια του Διευθυντού του Ταμείου ή και άλλων οργάνων οριζομένων υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, ανταποκρίνεται δε μετά πάσης αρχής δια τα έργα του Ταμείου, εκπροσωπών αυτό συμφώνως προς τας εκάστοτε αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου, ενώπιον του Δικαστηρίου και πάσης άλλης αρχής και διορίζει προς τούτο τους αναγκαίους πληρεξουσίους Δικηγόρους». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 29210/2421της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 141) αποφ. Υπ. Εργασίας «Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δια την ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπησίν του ή την υπογραφήν συμβάσεων, να ορίζη και έτερον μέλος αυτού ή τον Διευθυντήν του Ταμείου». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Πόροι Άρθρ.27.-1.Αι διατάξεις των περιπτ. γ΄ έως και ζ της παρ. 5 του άρθρ. 10, εφαρμόζονται και επί των επελθουσών μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης ασφαλιστικών περιπτώσεων, τα δε οικονομικά αποτελέσματα άρχονται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Οι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης υπηρετούντες ως και οι από 1.1.1977 οπωσδήποτε εξελθόντες της υπηρεσίας ησφαλισμένοι του Ταμείου δύνανται, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός έξ μηνών από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης, να επανακαταθέσουν τας αναληφθείσας εισφοράς των, κατά τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 12 του Κανονισμού». «3.Οι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείκου δύνανται δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλομένης εντός αναπτρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης, να αναγνωρίσουν χρόνον προϋπηρεσίας των εκ των αναφερομένων εις το άρθρ. 22 του Καταστατικού, ως προσθέτου συνταξίμου χρόνου, κατά τους εις το άρθρον τούτο οριζομένους όρους και προϋποθέσεις». Η παρ. 3 προστέθηκε από την Β2/44/3/399/ 1731 Μαρτ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 183) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 27 προστέθηκε από την παρ. 2 της Β2/3/44/2630/8 Ιαν. – 13 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 254) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «4.α.Ασφαλισμένοι των συγχωνευθέντων με το Νόμ. 810/1978 Ταμείων Ι) Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης (πρ.) Εθνικής που προήλθε από την αναδιοργάνωση με το Ν. Δ. 2626/53 του τέως Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος και 2)Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης (πρ.) Αθηνών (Κλάδος Κύριας ασφάλισης), οι οποίοι εφονεύθησαν από τα στρατεύματα κατοχής μεταξύ των ετών 1941-1944, ή οι οποίοι απολύθηκαν από την τέως Εθνική Τράπεζα ή την τέως Τράπεζα Αθηνών, αποδεδειγμένα και αποκλειστικά για πολιτικούς λόγους κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1941 έως και 1949, ή σύμφωνα με τον Α. Ν. 516/1948 και οι οποίοι δεν επανήλθαν με οποιοδήποτε τρόπο ή αιτία στην ενεργό υπηρεσία, δικαιούνται να ζητήσουν την αναγνώριση ως χρόνου πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και με όλα τα συνταξιοδοτικά αποτελέσματα που παρέχονται από τις διατάξεις του Κανονισμού του Ταμείου, χρονικού διαστήματος μέχρι δεκαπέντε ετών κατ’ ανώτατο όριο. (Αντί για τη σελ. 2024,05(β) Σελ. 2024,05(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 115 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Ο χρόνος προς αναγνώριση περιορίζεται αυτοδίκαια κάτω από τα 15 χρόνια, σε τόσο χρονικό διάστημα, όσο μεσολαβεί από την ημερομηνία εξόδου από την υπηρεσία μέχρι το θάνατο του δικαιούχου ή τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση ορίου ηλικίας, όπως ισχύει σήμερα ή συνολικού συντάξιμου χρόνου 35 ετών. Το δικαίωμα αυτό, με τις παραπάνω προϋποθέσεις παρέχεται και σε αυτούς που κατέστησαν συνταξιούχοι και θεμελίωσαν δικαίωμα για σύνταξη οπωσδήποτε συνεπεία και μόνον της κατά τα ανωτέρω απόλυσής τους. β)Το αυτό δικαίωμα παρέχεται και στους δικαιοδόχους των παραπάνω ασφαλισμένων ή συνταξιούχων. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση ασφαλισμένων που εφονεύθησαν από τα στρατεύματα κατοχής κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 19411944, το κατά το προηγούμενο εδάφιο χρονικό διάστημα των 15 χρόνων δεν περικόπτεται, ούτε περιορίζεται. γ)Αποκλείεται η αναγνώριση του χρόνου αυτού, κατά την παρούσα διάταξη, εφόσον αυτός έχει αναγνωρισθεί ή πρόκειται να αναγνωρισθεί για την ίδια αιτία με βάση το Νόμ. 1543/1985 ή άλλε παρεμφερείς διατάξεις. δ)Για την αναγνώριση του παραπάνω πλασματικού χρόνου καταβάλλεται εισφορά, σύμφωνα με το άρθρ. 22 παρ. 4 εδάφ. α του Κανονισμού, η οποία υπολογίζεται επί των κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως αντιστοίχων αποδοχών του εν ενεργεία ασφαλισμένου με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο θα ενταχθεί ο δικαιούχος με την προσθήκη του πλασματικού χρόνου, ενώ κατά τα λοιπά θα εφαρμόζονται ανάλογα οι λοιπές διατάξεις του άρθρ. 22 του Κανονισμού (παρ. 4 εδάφ. γ, 8, 11 και 12). ε)Ασφαλιστικές εισφορές που έχουν αποδοθεί στον αποκαθιστάμενο, επιστρέφονται στο Ταμείο, είτε αυτός είναι ασφαλισμένος, είτε συνταξιούχος, κατά τα λοιπά οριζόμενα στο άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/
  2. στ)Η ισχύς και τα οικονομικά αποτελέσματα της διάταξης αυτής αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 5 της Φ. 44/3/2632/26 Νοεμ. – 31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 2024,06(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 116 «4.Το συνολικό ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης των εξερχομένων ασφαλισμένων από 1.1.1994 έως 31.12.1995 με αποδοχές της Σ.Σ.Ε. 1994-1995 δεν είναι δυνατό να υπολείπεται του ποσού της σύνταξης που καταβάλλεται κατά την ίδια ημερομηνία στους εξελθόντες τον Δεκέμβριο του 1993 ασφαλισμένους, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, που καθορίζουν το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης.» Η μέσα σε « » παρ. 4 προστέθηκε ως μεταβατική διάταξη από την παρ. 1 της Φ.44/1393/21 Ιουλ.-4 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 689), αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σύμφωνα δε με τις παρ. 2 και 3 αυτής η διάταξη αυτή ισχύει για τους εξερχομένους από 1-1-1994 μέχρι 31-5-1995 των οποίων μεταβάλλονται οι εν ενεργεία αποδοχές με βάση τη Σ.Σ.Ε. 94 η δε ισχύς της αρχίζει από 1-1-
  3. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Άρθρ.5.-«Πόροι του Ταμείου εισίν οι ακόλουθοι: α)6% επί των πάσης φύσεως τακτικών και εκτάκτων αποδοχών παντός ησφαλισμένου (εκ βασικού μισθού), προσαυξήσεων παραμονής εν τω βαθμώ, επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας, γάμου και τέκνων, θέσεως, τεχνικού ή οιουδήποτε ετέρου επιδόματος, εξόδων παραστάσεως, εκτάκτου αμοιβής υπερωριακής εργασίας, επιδόματος αδείας, δώρων και πάσης ετέρας παροχής πλην των ανωτέρω ενδεικτικώς αναφερομένων. β)Ολόκληροι αι αποδοχαί των δύο πρώτων μηνών παντός από της ισχύος του παρόντος Κανονισμού κατά πρώτον διοριζομένου ή 2 1/2 μηνών, εάν ο διοριζόμενος είναι έγγαμος (περιλαμβανομένων των εν χηρεία ή διαζεύξει). Η καταβολή αυτή δύναται αν μερισθή επί μισθού 24 μηνών. «γ)Η συνολική αύξηση των αποδοχών κάθε ασφαλισμένου, ολόκληρου του πρώτου μήνα, που προέρχεται από προαγωγή, αλλαγή κλιμακίου, προσαύξηση παραμονής στον ίδιο βαθμό, επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, επίδομα βαθμού και επιστημονικό επίδομα». Η περιπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. δ)Εφ’ άπαξ εισφορά των εις γάμον ερχομένων ησφαλισμένων, οριζομένη προς 50% των εις εισφοράν υπέρ του Ταμείου υποκειμένων αποδοχών του μηνός, του επομένου της τελέσεως του γάμου. Η καταβολή της ως άνω εισφοράς δύναται να μερισθή εις 12 μηνιαίας δόσεις. Εις περίπτωσιν μη εγκαίρου καταβολής, η εν λόγω εισφορά υπολογίζεται επί των ως άνω αποδοχών της χρονολογίας εξοφλήσεώς της και εντόκως προς 5%. Εν τελέσει δευτέρου ή τρίτου γάμου δεν καταβάλλεται εισφορά εφ’ όσον κατεβλήθη τοιαύτη κατά την τέλεσιν του προηγουμένου γάμου. ε)Τα επιβαλλόμενα υπό της Τραπέζης πειθαρχικά πρόστιμα. ς)Ο τόκος των κεφαλαίων και τα εισοδήματα πάσης άλλης περιουσίας του Ταμείου. «ζ.Συνεισφοραί της Τραπέζης μη δυνάμεναι εν ουδεμιά περιπτώσει να είναι μικρότεραι του συνόλου των ετησίων εισφορών των ησφαλισμένων. Από 1.7.1969 και εφεξής η συνεισφορά της Τραπέζης επί του συνόλου των κατά την περίπτ. α΄ του παρόντος άρθρου αποδοχών των ησφαλισμένων ορίζεται εις 10% ». Η περίπτ. ζ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. η)Εφ’ άπαξ καταβολή παντός συνταξιούχου ερχομένου εις γάμον, οριζομένη εις δύο μηνιαίας αυτού συντάξεις, εφ’ όσον ήθελε εξοφληθή ή ήθελε γίνει έναρξις καταβολής εις το Ταμείον των δόσεων εντός έτους από της τελέσεως του γάμου, εις δύο δε και ημίσειαν μηνιαίας αυτού συντάξεις εφ’ όσον η καταβολή ενεργείται μετά παρέλευσιν έτους από της τελέσεως αυτού. Η κατά τα ανωτέρω εισφορά, ούσα απαιτητή ναμιμοτόκως από του επομένου της τελέσεως του γάμου μηνός, καταβάλλεται είτε εφ’ άπαξ, είτε δια μηνιαίων δόσεων, τριάκοντα εξ κατ’ ανώτατον όριον, καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ. Σ. Εν τελέσει δευτέρου ή τρίτου γάμου δεν καταβάλλεται εισφορά εφ’ όσον κατεβλήθη τοιαύτη κατά την τέλεσιν του προηγουμένου γάμου ως ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. θ)Καθυστερούμεναι πέραν του διμήνου, εισφοραί περί ων αι παρ. α, β, γ και ζ του παρόντος άρθρου, υπολογίζονται επί τη βάσει του μισθολογίου της ημέρας της καταβολής. ι)Δια τους ήδη ελθόντας εις γάμον συνταξιούχους μετά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας και προ της δημοσιεύσεως του παρόντος αι προθεσμίαι δια την καταβολήν της εισφοράς του ανωτέρω εδαφ. η΄ άρχονται από της δημοσιεύσεως του παρόντος. ια)Αι εισφοραί των εδαφ. η΄ και ι΄ του παρόντος άρθρου λογίζονται βάσει της δικαιουμένης συντάξεως κατά την ημέραν της δηλώσεως». Το άρθρ. 5 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) και δια των υπ’ αριθ. 32187/Σ.1049 της 18/19 Σεπτ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 150), 28149/Σ.726 της 28 Μαΐου/19 Ιουν. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 138), 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 (ΦΕΚ Β΄ 362), 50510/Σ.568 της 24 Οκτ./4 Νοεμ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 458) και 34579/Σ.307 της 4 Μαΐου/30 Ιουν. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 392) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «ιβ΄.Αι εκ της απορρεούσης υποχρεώσεως της Τραπέζης εκ του Νόμ. 362/1957 προβλεπόμεναι εισφοραί αυτής (ανεξαρτήτως της συνυποχρεώσεως των Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής εκ του Νόμ. 3662/1957 καταβολής των καθοριζομένων τη προβλεπομένη κοινή υπουργική αποφάσει), καθοριζόμεναι δι’ έκαστον οικονομικόν έτος, προτάσει του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και αποφάσει του Γενικού Συμβουλίου και εγκρίσει της Γενικής Συνελεύσεως αυτής, εις ποσά ανάλογα των μέχρι τούδε καθορισθεισών δια των κοινών υπουργικών αποφάσεων, των προβλεπομένων υπό του Νόμ. 3662/
  4. Εισφοραί εκ του Νόμ. 3662/1957 των οικον. ετών 1968, 1969, 1970 και 1971 καθορισθείσαι υπό της Τραπέζης και εγκριθείσαι υπό της Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων αυτής, αποδίδονται τω Ταμείω». Η περίπτ. ιβ΄ προσετέθη δια της παρ. 2της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ.2011(γ) Σελ.2011(δ) Τεύχος Ζ32-Σελ.113 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Ησφαλισμένοι Άρθρ.6.-«1.Ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω οι Διοικηταί και Υποδιοικηταί της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και πάντες οι ανήκοντες εις το υπαλληλικόν (κύριον και βοηθητικόν) και υπηρετικόν προσωπικόν αυτή από της ημέρας του διορισμού των. Ασφαλίζονται υποχρεωτικώς, επί τούτοις, δικηγόροι ή νομικοί Σύμβουλοι, οι παρέχοντες τας καθαρώς νομικάς υπηρεσίας των προς την Τράπεζαν, ως και οι παρά τω Ταμείω τούτω και τω Ταμείω Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Τραπέζης υπηρετούντες και παρέχοντες τας ως άνω υπηρεσίας νομικοί σύμβουλοι ή δικηγόροι, εφ’ όσον άπαντες οι ανωτέρω αμείβονται επί παγία περιοδική αμοιβή (ετησία ή μηνιαία κλπ.) ουχί κατωτέρα της κατ’ εφαρμογήν της παρ. 2 του άρθρ. 92 του Ν. Δ. 3026/1914 οριζομένης αμοιβής δια των εκδιδομένων αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης. 2.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα παρέχοντα προς την Τράπεζαν υπηρεσίας ή εργασίαν επ’ ευκαιρία και ουχί κατά κύριον επάγγελμα. «3.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα ανήκοντα εις το υπαλληλικόν (κύριον και βοηθητικόν) και υπηρετικόν προσωπικόν συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων και νομικών συμβούλων, εφ’ όσον κατά την ημέραν του διορισμού των, έχουν συμπεπληρωμένον το 47ον έτος της ηλικίας των». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. α παρ. 2 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Ο ανωτέρω χρονικός περιορισμός δεν ισχύει δια τους ήδη υπηρετούντας δικηγόρους και νομικούς Συμβούλους των εν παρ. 1 Ταμείων ως και δια τους υπηρετήσαντας εκ των υπαλλήλων και υπηρετικού προσωπικού εις τα εν αλλοδαπή υπό την νομικήν μορφήν της πολιτείας εκείνης λειτουργούντα υποκαταστήματα της Εθνικής Τραπέζης και της μετ’ αυτής συγχωνευθείσης Τραπέζης Αθηνών». «5.Οι ήδη υπηρετούντες εις τα Ταμεία Συντάξεων και Αυτασφαλείας Προσωπικού Τραπέζης (πρώην) Εθνικής Δικηγόροι ή Νομικοί Σύμβουλοι βαρύνονται δια των από της αρχικής προσλήψεώς των και εντεύθεν χρόνον με τας εισφοράς ησφαλισμένου, υπολογιζομένας βάσει των εισπραχθεισών και εισπραττομένων αποδοχών των, του χρόνου τούτου λογιζομένου εξ ολοκλήρου ως συνταξίμου. 6.Κατ’ εξαίρεσιν οι ήδη υπηρετούντες, οι ανήκοντες εις το επιστημονικόν προσωπικόν της Τραπέζης (μηχανικοί κλπ.) ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω, εφ’ όσον κατά την ημέραν του διορισμού των δεν είχον συμπεπληρωμένον το 50ον έτος της ηλικίας των». «Η διάταξις αύτη εφαρμόζεται και επί των ήδη εξελθόντων μετά την 1ην Ιουλ. 1976, εφ’ όσον η έξοδος εγένετο λόγω θανάτου και υφίστανται δικαιοδόχοι αυτών κατά το άρθρ. 8». Σελ.2012(δ) Τεύχος Ζ32-Σελ.114 Η τελευταία διάταξη της άνω παραγράφου προστέθηκε από την παρ. 1 της Β2/3/44/802/23 Μαρτ.-10 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 318) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Οι παρ. 5 και 6 προστέθηκαν από την περιπτ. β της παρ. 2 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «7.Πέραν των εν παρ. 1 ασφαλιζομένων, επί τούτοις ασφαλίζονται και οι Τεχνικοί Σύμβουλοι ή μηχανικοί οι υπηρετούντες εις τα εις την αυτήν παρ. 1 Ταμεία Συντάξεων και αυτασφαλείας, εφ’ όσον αμείβονται επί μηνίαια ή ετήσια αντιμισθία από της ημέρας της προσλήψεώς των. Ο εν παρ. 3 χρονικός περιορισμός δεν ισχύει δια τους ήδη κατά την ισχύν της παρούσης υπηρετούντας τεχνικούς συμβούλους ή μηχανικούς, οι οποίοι δικαιούνται να αναγνωρίσουν τον από της προσλήψεώς των εις τα ανωτέρω Ταμεία εν όλω ή εν μέρει επί καταβολή εισφοράς εξαγοράς υπολογιζομένης επί των αποδοχών και του ισχύοντος ασφαλίστρου εργοδότου και ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της εξαγοράς, καταβλητέου του ποσού αυτής εκ του ποσού της συντάξεως δια μηνιαίων δόσεων, εκάστη των οποίων θα ανέρχεται εις τα 50% της εκάστοτε μηνιαίας συντάξεως». Η παρ. 7 προστέθηκε από την Β2 /44/3/620/215 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 376) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 6 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) και υπ’ αριθ. 26966/Σ.292 της 1/25 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 259) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Δικαίωμα συντάξεως Άρθρ.7.-1.Δικαίωμα εις σύνταξιν έχει πας ησφαλισμένος: α)Μετά 30 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας. β)Μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφ’ όσον έχει συμπεπληρωμένον το 55ον έτος της ηλικίας του. γ) Μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφ’ όσον έχει συμπεπληρωμένον το 60ον έτος της ηλικίας του. δ) Μετά 15 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει καταλήψεως υπό του ορίου ηλικίας. «ε)Μετά 15 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει απολύσεως εκ της υπηρεσίας ένεκα καταργήσεως θέσεως, ή εξ άλλων υπηρεσιακών λόγων. Επί απολύσεως μετά 15ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, ένεκα καταδίκης δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως λόγω καταχρήσεως, υπεξαιρέσεως, απάτης, πλαστογραφίας εις βάρος της Τραπέζης, δεν χορηγείται εις τον ησφαλισμένον σύνταξις. Εάν όμως υπάρχουν σύζυγος και τέκνα, άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά όρους του άρθρ. 8, καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις, ήτις θα απονέμετο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου». η περίπτ. ε τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. α παρ. 3 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «ς΄.Μετά 10 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν εν περιπτώσει διαρκούς πλήρους, ή μερικής, οιουδήποτε βαθμού δια την υπηρεσίαν της Τραπέζης ανικανότητος, παρεχούσης δικαίωμα αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας της Τραπέζης και υπό τους όρους του άρθρ. 19 του παρόντος». Η περίπτ. ς΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «2.Οι Διοικητές και Υποδιοικητές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση μη επανεκλογής, μη επαναδιορισμού ή παραίτησής τους, δικαιούνται σύνταξης εφόσον: α)Έχουν συμπληρωμένη δεκαετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία που παρασχέθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με οποιαδήποτε ιδιότητα ή β)Έχουν συμπληρωμένη πραγματική υπηρεσία 15 ετών σε ελληνική ή αλλοδαπή Τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα, από την οποία υπηρεσία τουλάχιστον 10 ετών να έχει παρασχεθεί στην Ελλάδα και να περιλαμβάνεται σ’ αυτήν (την 10ετή) τουλάχιστον διετής πραγματική υπηρεσία στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με την ιδιότητα του Διοικητή ή Υποδιοικητή. Για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται να αναγνωριστεί με αίτηση του ενδιαφερομένου προς το Ταμείο, το χρονικό διάστημα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση 10ετούς συνταξίμου χρόνου ασφαλισμένου στο Ταμείο. Για την αναγνώριση ισχύουν τα ειδικότερα αναφερόμενα στο άρθρ. 22 παρ. 5α, του Κανονισμού». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 44/οικ. 948/13-22 Απρ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 206), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 309/18 Ιουν. 1987), αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 3.Η ένεκα υποβιβασμού κατά βαθμόν, λόγω μεταβολής εις την οργανικήν σύνθεσιν του προσωπικού, παραίτησις εξομοιούται προς την λόγω καταργήσεως θέσεως απόλυσιν, δικαιουμένου του ησφαλισμένου εις σύνταξιν επί τη βάσει των συνταξίμων αποδοχών του ανωτέρω βαθμού με τον οποίον υπηρέτησεν. 4.«Εξαιρετικώς δια το θήλυ προσωπικόν της Τραπέζης, τα όρια ηλικίας και υπηρεσίας προς απόλαυσιν του δικαιώματος συντάξεως καθορίζονται ως εξής: α)Μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας και β)Μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν εφ’ όσον έχουσι συμπεπληρωμένον το 45ον έτος της ηλικίας των». «γ)Δια τας εγγάμους (μετά ή άνευ τέκνων) ή εν χηρεία μετά ανηλίκων τέκνων και ασχέτως ηλικίας μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 10 ετών πραγματικής παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και μόνον παρασχεθείσης υπηρεσίας. δ)Δια τους εγγάμους ή εν χηρεία μετά ανηλίκων τέκνων και ασχέτως ηλικίας μετά 15 ετών συντάξιμον εκ πραγματικής παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και μόνον παρασχεθείσης υπηρεσίας, μη συνυπολογιζομένης προς θεμελίωσιν του δικαιώματος ετέρας τινός προσμετρηθείσης ή προσμετρουμένης ξένης προΰπηρεσίας (υπολογιζομένης ταύτης δια τον καθορισμόν και μόνον των ποσοστών συντάξεων και του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας. Οι περιπτ. γ και δ προστέθηκαν ως άνω από την περιπτ. β΄ παρ. 3 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 6γ της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184). (Αντί για τη σελ.2012,01(α) Σελ.2012,01(β) Τεύχος Ι-22-Σελ.137 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Δικαίωμα συντάξεως δικαιοδόχων

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.