(1)και προστέθηκε παρ. 2 από την Φ. 44/2154/22 Ιουλ.-24 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 594) απόφ. Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 6.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου, αφορώσαι τας ήδη εκκρεμείς περιπτώσεις αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας, ως και τας εφεξής τοιαύτας ουδόλως αφορώσι τας ήδη ρυθμισθείσας δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ή τας ήδη παρά της Υπηρεσίας του Ταμείου επεξεργασθείσας. 7.Οικονομικά αποτελέσματα υπέρ των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δεν ανατρέχουσιν εις χρόνον προγενέστερον της ισχύος του. 8.Η περί προσμετρήσεως χρόνου, κατά τα ανωτέρω, απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι αμετάκλητος και υποχρεωτική δια τον αιτήσαντα από της εκδόσεως αυτής. Καταβληθείσαι εισφοραί δι’ αναγνώρισιν και προσμέτρησιν χρόνου δεν αναζητούνται δι’ ην περίπτωσιν κατά τον χρόνον εξόδου του ησφαλισμένου υφίσταται διάφορον νομοθετικόν καθεστώς ρυθμίσεως του τρόπου διαδοχικής ασφαλίσεως του αναγνωρισθέντος χρόνου, δια της καταβολής των εισφορών εξαγοράς, καθισταμένου συνταξίμου από της εκδόσεως της περί προσμετρήσεως αποφάσεως και διεπομένου υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. (Αντί για τη σελ. 2024,041(δ) Σελ. 2024,041(ε) Τεύχος ΙΑ-4-3 Σελ. 115 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 9.Αι διατάξεις του άρθρου τούτου, ως προς τον καθορισμόν της καταβλητέας εισφοράς, εφαρμόζονται αναλόγως και επί πάσης ετέρας περιπτώσεως, μη προβλεπομένης υπό του παρόντος, αναγνωρίσεως ή προσμετρήσεως εκ του Νόμου συνταξίμου χρόνου, δι’ ον είναι καταβλητέα εισφορά εξαγοράς. 10.Δια τους το πρώτον ασφαλιζόμενον υπό τας προϋποθέσεις του άρθρ. 6 και υπηρετούντας ήδη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτών από του διορισμού των μέχρι της ασφαλίσεώς των αναγνωρίζεται εξ ολοκλήρου επί τη καταβολή των εν τω παρόντι άρθρω εισφορών. Δια τους εκ τούτων δικηγόρους και νομικούς συμβούλους, ων η ασφάλισις εμπίπτει εις τας διατάξεις του άρθρ. 21 εδάφ. α΄ του Ν.Δ. 3790/1957 ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 4272/1962, ο καθορισμός και η καταβολή των εισφορών εξαγοράς χωρεί συμφώνως προς το Ν.Δ. 4272/1962». Το άρθρ. 22 τροποποιηθέν δια του άρθρ. 5 Κ.Δ. της 13 Μαρτ./30 Απρ. 1942 (ΦΕΚ Α΄ 103) και δια των υπ’ αριθ. 39762 της 29 Οκτ./20 Νοεμ. 1942 (ΦΕΚ Β΄ 205), 42546/Σ.785 της 5/6 Δεκ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 236) και 75086/Σ.877 της 12 Δεκ. 1959/16 Ιαν. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 18) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 22 της υπ’ αριθ. 75358/ Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 640 της 24 Οκτ.
- «11.Ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποβάλλοντες ή υποβαλόντες αιτήσεις προσμετρήσεως προϋπηρεσιών, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου δικαιούνται να ανακαλέσουν ταύτας εφ’ όσον δεν ήρξατο η εκτέλεσις της επ’ αυτών αποφάσεως του Δ.Σ. εν όλω ή εν μέρει. Η ανάκλησις είναι οριστική και αμετάκλητος τούτου μη δικαιουμένου όπως επανέλθη εκ νέου, αποσβενημένου οριστικώς του δι’ ο η ανάκλησις δικαιώματος του αιτούντος προς προσμέτρησιν του ανακληθέντος χρόνου. Επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 8 του παρόντος άρθρου, κατ’ εξαίρεσιν επί εκδοθεισών και εκτελουμένων αποφάσεων του Δ.Σ. η ανάκλησις δύναται να χώριση ένεκεν εξαιρετικών λόγων, ων η εκτίμησις εναπόκειται εις την κρίσιν του Δ.Σ. εκτιμώντος την σοβαρότητα των επικαλουμένων λόγων. Εις την περίπτωσιν ταύτην η ανάκλησις χωρει μόνον δια το μη καλυφθέν εκ των καταβληθέντων ποσών εξαγοράς χρονικόν διάστημα, εις ο αντιστοιχεί το οφειλόμενον μέχρι της υποβολής της αιτήσεως ανακλήσεως ποσόν εξαγοράς. Αποκλείεται η ανάκλησις εφ’ όσον εχώρησεν πλήρης εξόφλησις του ποσού εξαγοράς της αναγνωρισθείσης προϋπηρεσίας. Επερχομένης της ανακλήσεως ο αναγνωρισθείς χρόνος θεωρείται ως μηδέποτε γενόμενος, δεν δύναται δε ούτος να προσμετρηθή ως πρόσθετος συντάξιμος χρόνος εξ ετέρας αιτίας ή άλλης διατάξεως. Δια της αυτής Σελ. 2024,042(ε) Τεύχος ΙΑ-4-3 Σελ. 116 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αποφάσεως του Δ.Σ. αναθεωρείται, προκειμένου περί συνταξιούχου, η απονεμηθείσα σύνταξις, αφαιρουμένου του ανακληθέντος χρόνου αφ’ ης εχώρησεν η αναγνώρισις και τα οικονομικά αποτελέσματα υπέρ του συνταξιούχου, υποχρεουμένου τούτου όπως επιστρέψη πάσας τας ληφθείσας διαφοράς αυξήσεως συντάξεως, δια δόσεων ουχί πλειόνων των 36, εντόκως επί τω νομίμω τόκω εκάστης δόσεως μέχρις εξοφλήσεως, παρακρατουμένων εκ της μηνιαίας συντάξεως αυτού. 12.Ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποβάλλοντες ή υποβαλόντες αιτήσεις προσμετρήσεως μετά των ελλειπών δικαιολογητικών ,καλούμενοι παρά της υπηρεσίας του Ταμείου όπως συμπληρώσωσι ταύτα, εντός τασσομένης υπό ταύτης προθεσμίας και παραλείποντες την συμπλήρωσιν αυτών, απόλλυσιν το προς αναγνώρισιν του αιτηθέντος χρόνου προϋπηρεσίας δικαίωμα, της αιτήσεώς των απορριπτομένης αμετακλήτως δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. ως αναποδείκτου. Ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι καλούμενοι παρά της υπηρεσίας, μετά την επεξεργασίαν του φακέλου των όπως δηλώσωσι εντός τασσομένης προθεσμίας εάν επιθυμούν την εφ’ άπαξ ή κατά δόσεις καταβολήν της λογισθείσης εισφοράς εξαγοράς, και παραλείποντες όπως απαντήσουν εμπροθέσμως, θεωρούνται ότι αποδέχονται την εφ’ άπαξ καταβολήν της εισφοράς εξαγοράς». «Αι περί ων το παρόν άρθρον προϋπηρεσίαι αναγνωρίζονται ως συντάξιμοι κατά τους εν αυτώ οριζομένους όρους και προϋποθέσεις, αιτήσει του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, υποβαλλομένη εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Αι παρ. 11 και 12 ως και η εντός «» διάταξις μετά την παρ. 12 προσετέθησαν δια των παρ. 7 και 8 αντιστοίχως της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Ισχύς και τροποποιήσεις Κανονισμού Άρθρ.23.-1.Ο παρών Κανονισμός τροποποιείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και τη εγκρίσει του αρμοδίου Υπουργού. 2.«Η ισχύς αυτού άρχεται από 1 ης ; Αυγ. 1932, αι δε της προ ισχύος αυτού απονεμημέναι συντάξεις θέλουσιν εξακολουθήσει διεπόμεναι υπό του δια της υπ’ αριθ. 21545 της 6ης Ιουλ. 1927 Υπουργικής Αποφάσεως εγκριθέντος Κανονισμού, πλην του άρθρ. 13 αυτού, όπερ καταργείται και δι’ αυτάς. Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 73081 της 16/30 Δεκ. 1940 αποφ. Υπ. Εργασιας (ΦΕΚ Β΄ 297, διόρθ. ημαρτ. Β΄ 16/ 1941). Εννοιολογικός Καθορισμός Άρθρ.24.-«1.Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται η λέξη «Τράπεζα» η «Εθνική Τράπεζα τηυς Ελλάδος», νοούνται, τόσο η Τράπεζα Αθηνών που συγχωνεύθηκε με αυτήν, όσο και τα Ταμεία Συντάξεων και Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης και της τέως Τραπέζης Αθηνών ως εργοδότες των ασφαλιζομένων, σύμφωνα με το άρθρ. 6, νομικών συμβούλων, δικηγόρων, τεχνικών συμβούλων και μηχανικών αυτών. Όπου δε αναφέρεται η λέξη «πραγματική υπηρεσία» νοείται η πραγματική υπηρεσία που παρεσχέθη στα ανωτέρω Ταμεία και την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με την ανωτέρω έννοια. Προκειμένου για γυναίκες ασφαλισμένες μέχρι και την 31.12.1982 εξ ιδίας υπηρεσίας προς την Τράπεζα, στην έννοια των «εγγάμων ή εν χηρεία μετ’ ανηλίκων τέκνων» περιλαμβάνονται και οι διαζευγμένες ή άγαμες μητέρες ανηλίκων παιδιών, εφόσον φέρουν αποδεδειγμένα την επιμέλεια των παιδιών και συγκατοικούν με αυτά. «Για την εφαρμογή των διατάξεων των εδαφ. γ και δ της παρ. 4 του άρθρ. 7 του Κανονισμού, στην έννοια του «ανηλίκου τέκνου» περιλαμβάνεται και το ανήλικο θετό τέκνο, εφόσον κατά την ημέρα της υιοθεσίας δεν υπερέβαινε το 15ο έτος της ηλικίας του». Το μέσα σε « » τρίτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.44/355/21 Μαρτ.-9 Απρ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 229), αποφ. του Υπουργού Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Όπου επίσης αναφέρεται το Υπουργείο Εργασίας ή ο Υπουργός Εργασίας νοείται αντίστοιχα το Υπουργείο, το οποίο ασκεί με νόμο κάθε φορά την εποπτεία». Οι παρ. 1 και 2 τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 4 της Φ. 44/3/2632/26 Νοεμ. – 31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. ΥΠ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «3.Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται ο βασικός μισθός βαθμού και οι προσαυξήσεις, μετά την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, νοείται το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και τυχόν προσαυξήσεις». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 7 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 3΄96) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2024,043) Σελ. 2024,043(α) Τεύχος 1327 Σελ. 113 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Διεξαγωγή υπηρεσίας Ταμείου Άρθρ.25.-«Η υπηρεσία του Ταμείου εν γένει διεξάγεται υπό υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος οριζομένων υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή απόντος ή κωλυομένου αυτού υπό του αναπληρωτού του, εις ους χορηγείται επίδομα, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου και κατά την κρίσιν αυτού». Το άρθρ. 25 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 24 της υπ’ αριθ. 75358/Σ. 543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 577). Σελ. 2024,044(α) Τεύχος 1327 Σελ. 114 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος «Άρθρ.26.-1)Αι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 4, 5, εδάφ. α΄, 6, 7, 8, 11, 12, και 13 του άρθρ. 10 ως και του άρθρ. 11 του παρόντος εφαρμόζονται και επί των συνταξιούχων των προερχομένων εκ της τέως Τραπέζης Ανατολής των υπαχθέντων εις τας διατάξεις του Κανονισμού του τέως «Ταμείου Συντάξεων των Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης», οι οποίοι ετύγχανον υπάλληλοι της Τραπέζης Ανατολής κατά την συγχώνευσιν, ταύτης εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος. 2)Δια την ανάλογον εφαρμογήν της παρ. 7 του άρθρ. 10 και επί των ανωτέρω συνταξιούχων ως βαθμός εξόδου των λογίζεται ο αντίστοιχος τοιούτος του Προσωπικού του Λογιστικού Κλάδου και μέχρι του βαθμού του Τμηματάρχου α΄ μετά πλήρων προσαυξήσεων, του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος των κατά την 31.1.33 κατά τας προϊσχυσάσας διατάξεις συνταξίμων αποδοχών αυτών, βάσει των οποίων έχει καθορισθή η μέχρι σήμερον συνταξιοδότησίς των, εις ον βαθμόν και εντάσσονται δια την από της ισχύος της παρούσης παραγράφου εφαρμογήν του ανωτέρω άρθρου. 3)Από της ισχύος της παρούσης αναπροσαρμόζονται αι εις τους κατά το παρόν άρθρον συνταξιούχους καταβαλλόμεναι συντάξεις ,κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων. Εφ’ ΄σον εκ της αναπροσαρμογής ταύτης προκύπτει μικρότερον ποσόν συντάξεως της ήδη καταβαλλομένης τοιαύτης, συνεχίζεται η καταβολή του ποσού της ήδη λαμβανομένης συντάξεως. 4)Κατ’ εξαίρεσιν η διαδοχή των ήδη συνταξιούχων και η απονομή συντάξεων εις τα κατά διαδοχήν δικαιούμενα πρόσωπα (χήρα και τέκνα) των ήδη συντ/χων της τέως Τραπέζης Ανατολής, διέπονται υπό των διατάξεων του αρθρ. 8, παρ. 1 εδάφ. α, β, γ, δ και ε, μη εφαρμοζομένων, ως προς τα πρόσωπα ταύτα, από της ισχύος της παρούσης, των άρθρ. 13, 14, 15 και 16 του Κανονισμού του τέως Τ.Σ.Υ.Τ.Α.Ε. (πρώην Ταμείον Συντάξεως της τέως Τραπέζης Ανατολής). Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και επί των επελθουσών ήδη ασφαλιστικών περιπτώσεων, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα των δικαιωθησομένων συντάξεως άρχονται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός αποκλειομένης της καταβολής αναδρομικώς οιουδήποτε ποσού». Το άρθρ. 26 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 81943/Σ. 645 της 25 Σεπτ./4 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 649), (Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 48/29 Ιαν. 1966). «Εις τας συντάξεις τας καταβληθείσας την 30ην Ιουν. 1959 εις ένα έκαστον των συνταξιούχων των προερχομένων εκ της τέως Τραπέζης Ανατολής, των υπαγομένων εις τας διατάξεις του κανονισμού του τέως Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης Ανατολής, χορηγείται αύξησις προς 12% αφ’ ης αύτη εχορηγήθη εις τους λοιπούς συνταξιούχους του Ταμείου δυνάμει της υπ’ αριθ. 59336 /Σ. 730/59 Υπουργικού αποφάσεως». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 47374/Σ. 530 της 29 Ιουλ./10 Αυγ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 361) αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.4.-«Ο Πρόεδρος, και τούτου κωλυομένου ο αναπληρωτής αυτού, και τούτου κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της εν γένει ευρύθμου λειτουργίας του Ταμείου δια του Διευθυντού του Ταμείου ή και άλλων οργάνων οριζομένων υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, ανταποκρίνεται δε μετά πάσης αρχής δια τα έργα του Ταμείου, εκπροσωπών αυτό συμφώνως προς τας εκάστοτε αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου, ενώπιον του Δικαστηρίου και πάσης άλλης αρχής και διορίζει προς τούτο τους αναγκαίους πληρεξουσίους Δικηγόρους». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 29210/2421της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 141) αποφ. Υπ. Εργασίας «Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δια την ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπησίν του ή την υπογραφήν συμβάσεων, να ορίζη και έτερον μέλος αυτού ή τον Διευθυντήν του Ταμείου». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Πόροι Άρθρ.27.-1.Αι διατάξεις των περιπτ. γ΄ έως και ζ της παρ. 5 του άρθρ. 10, εφαρμόζονται και επί των επελθουσών μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης ασφαλιστικών περιπτώσεων, τα δε οικονομικά αποτελέσματα άρχονται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Οι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης υπηρετούντες ως και οι από 1.1.1977 οπωσδήποτε εξελθόντες της υπηρεσίας ησφαλισμένοι του Ταμείου δύνανται, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός έξ μηνών από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης, να επανακαταθέσουν τας αναληφθείσας εισφοράς των, κατά τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 12 του Κανονισμού». «3.Οι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ταμείκου δύνανται δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλομένης εντός αναπτρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης, να αναγνωρίσουν χρόνον προϋπηρεσίας των εκ των αναφερομένων εις το άρθρ. 22 του Καταστατικού, ως προσθέτου συνταξίμου χρόνου, κατά τους εις το άρθρον τούτο οριζομένους όρους και προϋποθέσεις». Η παρ. 3 προστέθηκε από την Β2/44/3/399/ 1731 Μαρτ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 183) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 27 προστέθηκε από την παρ. 2 της Β2/3/44/2630/8 Ιαν. – 13 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 254) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «4.α.Ασφαλισμένοι των συγχωνευθέντων με το Νόμ. 810/1978 Ταμείων Ι) Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης (πρ.) Εθνικής που προήλθε από την αναδιοργάνωση με το Ν. Δ. 2626/53 του τέως Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος και 2)Συντάξεων του Προσωπικού της Τραπέζης (πρ.) Αθηνών (Κλάδος Κύριας ασφάλισης), οι οποίοι εφονεύθησαν από τα στρατεύματα κατοχής μεταξύ των ετών 1941-1944, ή οι οποίοι απολύθηκαν από την τέως Εθνική Τράπεζα ή την τέως Τράπεζα Αθηνών, αποδεδειγμένα και αποκλειστικά για πολιτικούς λόγους κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1941 έως και 1949, ή σύμφωνα με τον Α. Ν. 516/1948 και οι οποίοι δεν επανήλθαν με οποιοδήποτε τρόπο ή αιτία στην ενεργό υπηρεσία, δικαιούνται να ζητήσουν την αναγνώριση ως χρόνου πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και με όλα τα συνταξιοδοτικά αποτελέσματα που παρέχονται από τις διατάξεις του Κανονισμού του Ταμείου, χρονικού διαστήματος μέχρι δεκαπέντε ετών κατ’ ανώτατο όριο. (Αντί για τη σελ. 2024,05(β) Σελ. 2024,05(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 115 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Ο χρόνος προς αναγνώριση περιορίζεται αυτοδίκαια κάτω από τα 15 χρόνια, σε τόσο χρονικό διάστημα, όσο μεσολαβεί από την ημερομηνία εξόδου από την υπηρεσία μέχρι το θάνατο του δικαιούχου ή τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση ορίου ηλικίας, όπως ισχύει σήμερα ή συνολικού συντάξιμου χρόνου 35 ετών. Το δικαίωμα αυτό, με τις παραπάνω προϋποθέσεις παρέχεται και σε αυτούς που κατέστησαν συνταξιούχοι και θεμελίωσαν δικαίωμα για σύνταξη οπωσδήποτε συνεπεία και μόνον της κατά τα ανωτέρω απόλυσής τους. β)Το αυτό δικαίωμα παρέχεται και στους δικαιοδόχους των παραπάνω ασφαλισμένων ή συνταξιούχων. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση ασφαλισμένων που εφονεύθησαν από τα στρατεύματα κατοχής κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 19411944, το κατά το προηγούμενο εδάφιο χρονικό διάστημα των 15 χρόνων δεν περικόπτεται, ούτε περιορίζεται. γ)Αποκλείεται η αναγνώριση του χρόνου αυτού, κατά την παρούσα διάταξη, εφόσον αυτός έχει αναγνωρισθεί ή πρόκειται να αναγνωρισθεί για την ίδια αιτία με βάση το Νόμ. 1543/1985 ή άλλε παρεμφερείς διατάξεις. δ)Για την αναγνώριση του παραπάνω πλασματικού χρόνου καταβάλλεται εισφορά, σύμφωνα με το άρθρ. 22 παρ. 4 εδάφ. α του Κανονισμού, η οποία υπολογίζεται επί των κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως αντιστοίχων αποδοχών του εν ενεργεία ασφαλισμένου με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο θα ενταχθεί ο δικαιούχος με την προσθήκη του πλασματικού χρόνου, ενώ κατά τα λοιπά θα εφαρμόζονται ανάλογα οι λοιπές διατάξεις του άρθρ. 22 του Κανονισμού (παρ. 4 εδάφ. γ, 8, 11 και 12). ε)Ασφαλιστικές εισφορές που έχουν αποδοθεί στον αποκαθιστάμενο, επιστρέφονται στο Ταμείο, είτε αυτός είναι ασφαλισμένος, είτε συνταξιούχος, κατά τα λοιπά οριζόμενα στο άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/
- στ)Η ισχύς και τα οικονομικά αποτελέσματα της διάταξης αυτής αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 5 της Φ. 44/3/2632/26 Νοεμ. – 31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 2024,06(γ) Τεύχος 1327 Σελ. 116 «4.Το συνολικό ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης των εξερχομένων ασφαλισμένων από 1.1.1994 έως 31.12.1995 με αποδοχές της Σ.Σ.Ε. 1994-1995 δεν είναι δυνατό να υπολείπεται του ποσού της σύνταξης που καταβάλλεται κατά την ίδια ημερομηνία στους εξελθόντες τον Δεκέμβριο του 1993 ασφαλισμένους, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, που καθορίζουν το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης.» Η μέσα σε « » παρ. 4 προστέθηκε ως μεταβατική διάταξη από την παρ. 1 της Φ.44/1393/21 Ιουλ.-4 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 689), αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σύμφωνα δε με τις παρ. 2 και 3 αυτής η διάταξη αυτή ισχύει για τους εξερχομένους από 1-1-1994 μέχρι 31-5-1995 των οποίων μεταβάλλονται οι εν ενεργεία αποδοχές με βάση τη Σ.Σ.Ε. 94 η δε ισχύς της αρχίζει από 1-1-
- 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Άρθρ.5.-«Πόροι του Ταμείου εισίν οι ακόλουθοι: α)6% επί των πάσης φύσεως τακτικών και εκτάκτων αποδοχών παντός ησφαλισμένου (εκ βασικού μισθού), προσαυξήσεων παραμονής εν τω βαθμώ, επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας, γάμου και τέκνων, θέσεως, τεχνικού ή οιουδήποτε ετέρου επιδόματος, εξόδων παραστάσεως, εκτάκτου αμοιβής υπερωριακής εργασίας, επιδόματος αδείας, δώρων και πάσης ετέρας παροχής πλην των ανωτέρω ενδεικτικώς αναφερομένων. β)Ολόκληροι αι αποδοχαί των δύο πρώτων μηνών παντός από της ισχύος του παρόντος Κανονισμού κατά πρώτον διοριζομένου ή 2 1/2 μηνών, εάν ο διοριζόμενος είναι έγγαμος (περιλαμβανομένων των εν χηρεία ή διαζεύξει). Η καταβολή αυτή δύναται αν μερισθή επί μισθού 24 μηνών. «γ)Η συνολική αύξηση των αποδοχών κάθε ασφαλισμένου, ολόκληρου του πρώτου μήνα, που προέρχεται από προαγωγή, αλλαγή κλιμακίου, προσαύξηση παραμονής στον ίδιο βαθμό, επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, επίδομα βαθμού και επιστημονικό επίδομα». Η περιπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. δ)Εφ’ άπαξ εισφορά των εις γάμον ερχομένων ησφαλισμένων, οριζομένη προς 50% των εις εισφοράν υπέρ του Ταμείου υποκειμένων αποδοχών του μηνός, του επομένου της τελέσεως του γάμου. Η καταβολή της ως άνω εισφοράς δύναται να μερισθή εις 12 μηνιαίας δόσεις. Εις περίπτωσιν μη εγκαίρου καταβολής, η εν λόγω εισφορά υπολογίζεται επί των ως άνω αποδοχών της χρονολογίας εξοφλήσεώς της και εντόκως προς 5%. Εν τελέσει δευτέρου ή τρίτου γάμου δεν καταβάλλεται εισφορά εφ’ όσον κατεβλήθη τοιαύτη κατά την τέλεσιν του προηγουμένου γάμου. ε)Τα επιβαλλόμενα υπό της Τραπέζης πειθαρχικά πρόστιμα. ς)Ο τόκος των κεφαλαίων και τα εισοδήματα πάσης άλλης περιουσίας του Ταμείου. «ζ.Συνεισφοραί της Τραπέζης μη δυνάμεναι εν ουδεμιά περιπτώσει να είναι μικρότεραι του συνόλου των ετησίων εισφορών των ησφαλισμένων. Από 1.7.1969 και εφεξής η συνεισφορά της Τραπέζης επί του συνόλου των κατά την περίπτ. α΄ του παρόντος άρθρου αποδοχών των ησφαλισμένων ορίζεται εις 10% ». Η περίπτ. ζ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. η)Εφ’ άπαξ καταβολή παντός συνταξιούχου ερχομένου εις γάμον, οριζομένη εις δύο μηνιαίας αυτού συντάξεις, εφ’ όσον ήθελε εξοφληθή ή ήθελε γίνει έναρξις καταβολής εις το Ταμείον των δόσεων εντός έτους από της τελέσεως του γάμου, εις δύο δε και ημίσειαν μηνιαίας αυτού συντάξεις εφ’ όσον η καταβολή ενεργείται μετά παρέλευσιν έτους από της τελέσεως αυτού. Η κατά τα ανωτέρω εισφορά, ούσα απαιτητή ναμιμοτόκως από του επομένου της τελέσεως του γάμου μηνός, καταβάλλεται είτε εφ’ άπαξ, είτε δια μηνιαίων δόσεων, τριάκοντα εξ κατ’ ανώτατον όριον, καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ. Σ. Εν τελέσει δευτέρου ή τρίτου γάμου δεν καταβάλλεται εισφορά εφ’ όσον κατεβλήθη τοιαύτη κατά την τέλεσιν του προηγουμένου γάμου ως ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. θ)Καθυστερούμεναι πέραν του διμήνου, εισφοραί περί ων αι παρ. α, β, γ και ζ του παρόντος άρθρου, υπολογίζονται επί τη βάσει του μισθολογίου της ημέρας της καταβολής. ι)Δια τους ήδη ελθόντας εις γάμον συνταξιούχους μετά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας και προ της δημοσιεύσεως του παρόντος αι προθεσμίαι δια την καταβολήν της εισφοράς του ανωτέρω εδαφ. η΄ άρχονται από της δημοσιεύσεως του παρόντος. ια)Αι εισφοραί των εδαφ. η΄ και ι΄ του παρόντος άρθρου λογίζονται βάσει της δικαιουμένης συντάξεως κατά την ημέραν της δηλώσεως». Το άρθρ. 5 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) και δια των υπ’ αριθ. 32187/Σ.1049 της 18/19 Σεπτ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 150), 28149/Σ.726 της 28 Μαΐου/19 Ιουν. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 138), 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 (ΦΕΚ Β΄ 362), 50510/Σ.568 της 24 Οκτ./4 Νοεμ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 458) και 34579/Σ.307 της 4 Μαΐου/30 Ιουν. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 392) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «ιβ΄.Αι εκ της απορρεούσης υποχρεώσεως της Τραπέζης εκ του Νόμ. 362/1957 προβλεπόμεναι εισφοραί αυτής (ανεξαρτήτως της συνυποχρεώσεως των Τραπεζών Ελλάδος και Κτηματικής εκ του Νόμ. 3662/1957 καταβολής των καθοριζομένων τη προβλεπομένη κοινή υπουργική αποφάσει), καθοριζόμεναι δι’ έκαστον οικονομικόν έτος, προτάσει του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και αποφάσει του Γενικού Συμβουλίου και εγκρίσει της Γενικής Συνελεύσεως αυτής, εις ποσά ανάλογα των μέχρι τούδε καθορισθεισών δια των κοινών υπουργικών αποφάσεων, των προβλεπομένων υπό του Νόμ. 3662/
- Εισφοραί εκ του Νόμ. 3662/1957 των οικον. ετών 1968, 1969, 1970 και 1971 καθορισθείσαι υπό της Τραπέζης και εγκριθείσαι υπό της Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων αυτής, αποδίδονται τω Ταμείω». Η περίπτ. ιβ΄ προσετέθη δια της παρ. 2της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ.2011(γ) Σελ.2011(δ) Τεύχος Ζ32-Σελ.113 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Ησφαλισμένοι Άρθρ.6.-«1.Ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω οι Διοικηταί και Υποδιοικηταί της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και πάντες οι ανήκοντες εις το υπαλληλικόν (κύριον και βοηθητικόν) και υπηρετικόν προσωπικόν αυτή από της ημέρας του διορισμού των. Ασφαλίζονται υποχρεωτικώς, επί τούτοις, δικηγόροι ή νομικοί Σύμβουλοι, οι παρέχοντες τας καθαρώς νομικάς υπηρεσίας των προς την Τράπεζαν, ως και οι παρά τω Ταμείω τούτω και τω Ταμείω Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Τραπέζης υπηρετούντες και παρέχοντες τας ως άνω υπηρεσίας νομικοί σύμβουλοι ή δικηγόροι, εφ’ όσον άπαντες οι ανωτέρω αμείβονται επί παγία περιοδική αμοιβή (ετησία ή μηνιαία κλπ.) ουχί κατωτέρα της κατ’ εφαρμογήν της παρ. 2 του άρθρ. 92 του Ν. Δ. 3026/1914 οριζομένης αμοιβής δια των εκδιδομένων αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης. 2.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα παρέχοντα προς την Τράπεζαν υπηρεσίας ή εργασίαν επ’ ευκαιρία και ουχί κατά κύριον επάγγελμα. «3.Δεν ασφαλίζονται πρόσωπα ανήκοντα εις το υπαλληλικόν (κύριον και βοηθητικόν) και υπηρετικόν προσωπικόν συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων και νομικών συμβούλων, εφ’ όσον κατά την ημέραν του διορισμού των, έχουν συμπεπληρωμένον το 47ον έτος της ηλικίας των». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. α παρ. 2 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Ο ανωτέρω χρονικός περιορισμός δεν ισχύει δια τους ήδη υπηρετούντας δικηγόρους και νομικούς Συμβούλους των εν παρ. 1 Ταμείων ως και δια τους υπηρετήσαντας εκ των υπαλλήλων και υπηρετικού προσωπικού εις τα εν αλλοδαπή υπό την νομικήν μορφήν της πολιτείας εκείνης λειτουργούντα υποκαταστήματα της Εθνικής Τραπέζης και της μετ’ αυτής συγχωνευθείσης Τραπέζης Αθηνών». «5.Οι ήδη υπηρετούντες εις τα Ταμεία Συντάξεων και Αυτασφαλείας Προσωπικού Τραπέζης (πρώην) Εθνικής Δικηγόροι ή Νομικοί Σύμβουλοι βαρύνονται δια των από της αρχικής προσλήψεώς των και εντεύθεν χρόνον με τας εισφοράς ησφαλισμένου, υπολογιζομένας βάσει των εισπραχθεισών και εισπραττομένων αποδοχών των, του χρόνου τούτου λογιζομένου εξ ολοκλήρου ως συνταξίμου. 6.Κατ’ εξαίρεσιν οι ήδη υπηρετούντες, οι ανήκοντες εις το επιστημονικόν προσωπικόν της Τραπέζης (μηχανικοί κλπ.) ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω, εφ’ όσον κατά την ημέραν του διορισμού των δεν είχον συμπεπληρωμένον το 50ον έτος της ηλικίας των». «Η διάταξις αύτη εφαρμόζεται και επί των ήδη εξελθόντων μετά την 1ην Ιουλ. 1976, εφ’ όσον η έξοδος εγένετο λόγω θανάτου και υφίστανται δικαιοδόχοι αυτών κατά το άρθρ. 8». Σελ.2012(δ) Τεύχος Ζ32-Σελ.114 Η τελευταία διάταξη της άνω παραγράφου προστέθηκε από την παρ. 1 της Β2/3/44/802/23 Μαρτ.-10 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 318) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Οι παρ. 5 και 6 προστέθηκαν από την περιπτ. β της παρ. 2 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «7.Πέραν των εν παρ. 1 ασφαλιζομένων, επί τούτοις ασφαλίζονται και οι Τεχνικοί Σύμβουλοι ή μηχανικοί οι υπηρετούντες εις τα εις την αυτήν παρ. 1 Ταμεία Συντάξεων και αυτασφαλείας, εφ’ όσον αμείβονται επί μηνίαια ή ετήσια αντιμισθία από της ημέρας της προσλήψεώς των. Ο εν παρ. 3 χρονικός περιορισμός δεν ισχύει δια τους ήδη κατά την ισχύν της παρούσης υπηρετούντας τεχνικούς συμβούλους ή μηχανικούς, οι οποίοι δικαιούνται να αναγνωρίσουν τον από της προσλήψεώς των εις τα ανωτέρω Ταμεία εν όλω ή εν μέρει επί καταβολή εισφοράς εξαγοράς υπολογιζομένης επί των αποδοχών και του ισχύοντος ασφαλίστρου εργοδότου και ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της εξαγοράς, καταβλητέου του ποσού αυτής εκ του ποσού της συντάξεως δια μηνιαίων δόσεων, εκάστη των οποίων θα ανέρχεται εις τα 50% της εκάστοτε μηνιαίας συντάξεως». Η παρ. 7 προστέθηκε από την Β2 /44/3/620/215 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 376) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 6 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) και υπ’ αριθ. 26966/Σ.292 της 1/25 Σεπτ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 259) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Δικαίωμα συντάξεως Άρθρ.7.-1.Δικαίωμα εις σύνταξιν έχει πας ησφαλισμένος: α)Μετά 30 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας. β)Μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφ’ όσον έχει συμπεπληρωμένον το 55ον έτος της ηλικίας του. γ) Μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εφ’ όσον έχει συμπεπληρωμένον το 60ον έτος της ηλικίας του. δ) Μετά 15 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει καταλήψεως υπό του ορίου ηλικίας. «ε)Μετά 15 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εν περιπτώσει απολύσεως εκ της υπηρεσίας ένεκα καταργήσεως θέσεως, ή εξ άλλων υπηρεσιακών λόγων. Επί απολύσεως μετά 15ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, ένεκα καταδίκης δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως λόγω καταχρήσεως, υπεξαιρέσεως, απάτης, πλαστογραφίας εις βάρος της Τραπέζης, δεν χορηγείται εις τον ησφαλισμένον σύνταξις. Εάν όμως υπάρχουν σύζυγος και τέκνα, άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά όρους του άρθρ. 8, καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις, ήτις θα απονέμετο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου». η περίπτ. ε τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. α παρ. 3 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «ς΄.Μετά 10 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν εν περιπτώσει διαρκούς πλήρους, ή μερικής, οιουδήποτε βαθμού δια την υπηρεσίαν της Τραπέζης ανικανότητος, παρεχούσης δικαίωμα αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας της Τραπέζης και υπό τους όρους του άρθρ. 19 του παρόντος». Η περίπτ. ς΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 44/3/4771/73 της 8 Απρ./2 Μαΐου 1974 (ΦΕΚ Β΄ 458) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «2.Οι Διοικητές και Υποδιοικητές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση μη επανεκλογής, μη επαναδιορισμού ή παραίτησής τους, δικαιούνται σύνταξης εφόσον: α)Έχουν συμπληρωμένη δεκαετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία που παρασχέθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με οποιαδήποτε ιδιότητα ή β)Έχουν συμπληρωμένη πραγματική υπηρεσία 15 ετών σε ελληνική ή αλλοδαπή Τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα, από την οποία υπηρεσία τουλάχιστον 10 ετών να έχει παρασχεθεί στην Ελλάδα και να περιλαμβάνεται σ’ αυτήν (την 10ετή) τουλάχιστον διετής πραγματική υπηρεσία στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με την ιδιότητα του Διοικητή ή Υποδιοικητή. Για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται να αναγνωριστεί με αίτηση του ενδιαφερομένου προς το Ταμείο, το χρονικό διάστημα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση 10ετούς συνταξίμου χρόνου ασφαλισμένου στο Ταμείο. Για την αναγνώριση ισχύουν τα ειδικότερα αναφερόμενα στο άρθρ. 22 παρ. 5α, του Κανονισμού». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 44/οικ. 948/13-22 Απρ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 206), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 309/18 Ιουν. 1987), αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 3.Η ένεκα υποβιβασμού κατά βαθμόν, λόγω μεταβολής εις την οργανικήν σύνθεσιν του προσωπικού, παραίτησις εξομοιούται προς την λόγω καταργήσεως θέσεως απόλυσιν, δικαιουμένου του ησφαλισμένου εις σύνταξιν επί τη βάσει των συνταξίμων αποδοχών του ανωτέρω βαθμού με τον οποίον υπηρέτησεν. 4.«Εξαιρετικώς δια το θήλυ προσωπικόν της Τραπέζης, τα όρια ηλικίας και υπηρεσίας προς απόλαυσιν του δικαιώματος συντάξεως καθορίζονται ως εξής: α)Μετά 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν ασχέτως ηλικίας και β)Μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν εφ’ όσον έχουσι συμπεπληρωμένον το 45ον έτος της ηλικίας των». «γ)Δια τας εγγάμους (μετά ή άνευ τέκνων) ή εν χηρεία μετά ανηλίκων τέκνων και ασχέτως ηλικίας μετά 20 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 10 ετών πραγματικής παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και μόνον παρασχεθείσης υπηρεσίας. δ)Δια τους εγγάμους ή εν χηρεία μετά ανηλίκων τέκνων και ασχέτως ηλικίας μετά 15 ετών συντάξιμον εκ πραγματικής παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και μόνον παρασχεθείσης υπηρεσίας, μη συνυπολογιζομένης προς θεμελίωσιν του δικαιώματος ετέρας τινός προσμετρηθείσης ή προσμετρουμένης ξένης προΰπηρεσίας (υπολογιζομένης ταύτης δια τον καθορισμόν και μόνον των ποσοστών συντάξεων και του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας. Οι περιπτ. γ και δ προστέθηκαν ως άνω από την περιπτ. β΄ παρ. 3 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 6γ της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184). (Αντί για τη σελ.2012,01(α) Σελ.2012,01(β) Τεύχος Ι-22-Σελ.137 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Δικαίωμα συντάξεως δικαιοδόχων