📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 21545 της 6/13 Ιουλ. 1927 (ΦΕΚ Παράρτημα 174) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Έχοντες υπ’ όψει: 1)τας διατάξεις του Νόμ. 2868 περί υποχεωτικής ασφαλίσεως των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων, 2)σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου εποπτείας εργατικών ασφαλίσεων, εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν εξ άρθρ. 26 καταστατικόν του Ταμείου Συντάξεων Πρσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως τούτο ετροποποιήθη και συνηρμολογήθη εις ενιαίον κείμενον. Η παρούσα μετά του εγκρινομένου καταστατικού δημοσιευθήτω δαπάναις του Ταμείου δια της Εφημερίδος της Κυβενήσεως. Ταμείον συντάξεων του προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ Σύστασις και σκοπός του Ταμείου Άρθρ.1.-1.Συνιστάται εν Αθήναις εν τω Κεντρικώ Καταστήματι της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ειδικόν Ταμείον υπό τον τίτλον «Ταμείον συντάξεων του Προσωπικού των Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος», αποτελούν ίδιον Νομικόν Πρόσωπον (και διοικούμενον παρά δεκατριμελούς Διοικητικού Συμβουλίου, απαρτιζόμενου:) Το άρθρ. 1 είχε τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 56045 της -/28 Σεπτ. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 207) αποφ. Υπ. Εργασίας, ήτις όμως ηκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 973/1954 αποφ. Συμβ. Επικρατείας. Περί της διοικήσεως του Ταμείου βλ. ήδη κατ. αριθ. 4 απ. Υπ. Εργασίας 73459/1964. Άρθρ.8.-«1.Δικαίωμα εις σύνταξιν έχουν επίσης εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ως δικαιοδόχοι αυτού. α)Η χήρα που μετά δεκαετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου εφ’ όσον συνεζεύχθη μετ’ αυτού τρείς τουλάχιστον μήνες προ του θανάτου του. β)Η χήρα του συνταξιούχου ή συζευχθείσα μετ’ αυτού προ της εξόδου εκ της υπηρεσίας, εφ’ όσον έχει έγγαμον βίον ενός τουλάχιστον έτους προ του θανάτου του, ως και η χήρα του συνταξιούχου ή συζευχθείσα μετ’ αυτού μετά την εκ της υπηρεσίας έξοδόν του, εφ’ όσον έχει συμπληρωμένον έγγαμον βίον δύο τουλάχιστον ετών προ του θανάτου του. Οι ανωτέρω προβλεπόμενοι χρονικοί περιορισμοί τελέσεως του γάμου και διαρκείας εγγάμου βίου, δεν ισχύουσιν εφ’ όσον ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου επήλθε συνεπεία βιαίου συμβάντος, ή εφ’ όσον η χήρα σύζυγος απέκτησεν εκ του γάμου αυτής τέκνον ή ευρισκομένη εν κυοφορία αποκτήση τέκνον. Κατά το διάστημα της κυοφορίας τίθεται υπό προσωρινήν σύνταξιν οριστικοποιουμένην άμα τη γεννήσει του τέκνου. Η χήρα αποκλείεται του κατά τα ανωτέρω δικαιώματος προς σύνταξιν, εαν δι’ οριστικής αποφάσεως εκδοθείσης προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, απηγγέλθη διαζύγιον υπαιτιότητι αυτής ή αμφοτέρων των συζύγων, ή το διαζύγιον απηγγέλθη υπαιτιότητι του συζύγου της πλήν δεν εδικαιώθη διατροφής από της εκδόσεως της οριστικής περί διαζυγίου αποφάσεως συνεχώς μέχρι του θανάτου αυτού. Εν περιπτώσει λύσεως του γάμου διαζυγίω, αποκλειστική υπαιτιότητι του συζύγου, το δικαίωμα απολαβής της συντάξεως ανακτάται υπό της θυγατρός μετ’ απόφασιν του Διοικ. Συμβουλίου, υπό την προΰπόθεσιν ότι η περί διαζυγίου αγωγή ησκήθη εντός ενός έτους από της τελέσεως του γάμου και εφ’ όσον αύτη στερείται αξιολόγου περιουσίας. «γ.Τα νόμιμα ή νομιμοποιηθέντα (δι’ επιγενομένου γάμου ή δικαστικής αποφάσεως) τέκνα του μετά δεκαετή συνταξίμου υπηρεσίαν αποβίωσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή τα φυσικά τέκνα μητρός ασφαλισμένης ή συνταξιούχου ιδίω δικαίω, εξ ιδίας υπηρεσίας παρά τη Τραπέζη, εάν τα μεν θήλεα είναι άγαμα και μέχρι της δια γάμου αποκαταστάσεώς των, ως τοιούτου νοουμένου και του κατά το αλλοδαπόν δίκαιον τελουμένου, τα δε άρρενα δεν έχουν μεν συμπληρώσει το 21ον έτος της ηλικίας των και είναι άγαμα ή έχουν μεν συμπληρώσει τούτο, ουχί δε και το 25ον έτος της ηλικίας των, άγαμα όντα εξακολουθούν τακτικώς τας σπουδάς αυτών εις ανεγνωρισμένας υπό του Κράτους Σχολάς εν τη ημεδαπή ή εις αντιστοίχους σχολάς της αλλοδαπής ή ανεξαρτήτως ηλικίας είναι οριστικώς και εξ Σελ.2012,02(β) Τεύχος Ι-22-Σελ.138 ολοκλήρου ανίκανα δια οιανδήποτε εργασίαν κατά την ημέραν της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και στερούνται επαρκών πόρων προς ιδίαν αυτών συντήρησιν ή αξιολόγου περιουσίας. Υπό τας αυτάς προΰποθέσεις το Δ.Σ. του Ταμείου, δύναται δι’ αποφάσεως του, εκτιμών προσέτι και τας ιδιαιτέρας συνθήκας και την όλην οικογενειακήν κατάστασιν του τέκνου, να απονέμει σύνταξιν και εις καθιστάμενα ανίκανα τέκνα, μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως και εφ’ όσον θα είναι άγαμα, αναθεωρουμένης της συντάξεως των τυχόν λοιπών δικαιοδόχων, από της απονομής εις το τέκνον τούτο, αρχομένης από της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. αποκλειομένης πάσης αναδρομικής καταβολής. Εν περιπτώσει λύσεως του γάμου διαζυγίω υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι το δικαίωμα απολαβής της συντάξεως απονέμεται ή ανακτάται υπό της θυγατρός μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό την προΰπόθεσιν ότι η διάζευξις αφορά την λύσιν του πρώτου γάμου και εφ’ όσον αύτη, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου στερείται προστασίας ή αξιολόγου περιουσίας. Η σύνταξη της διαζευγμένης θυγατέρας, ανεξάρτητα από την ηλικία της, περικόπτεται μέχρι και ολικής περικοπής και το ποσό που αυτή έχει εισοδήματα από οποιανδήποτε άλλη πηγή, που μαζί με τη σύνταξη υπερβαίνουν το 60% του 15ου Κλιμακίου με το 60% της εκάστοτε ΑΤΑ επί αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση. Στα εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν λαμβάνεται υπόψη η επικούρηση που παίρνει αυτή απο το Λογαρισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ της ΕΛΛΑΔΟΣ. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή, όπως ορίζονται στην περίπτωση ε΄, της παρ. 1, του άρθρου τούτου». Το άνω τέταρτο εδάφιο τροποποιήθηκε από την παρ. 1 της Φ44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων Η διάταξις αυτή εφαρμόζεται και επί λύσεως του γάμου λόγω ακυρότητος ή ακυρώσεως αυτού (άκυρος-ανυπόστατος-ακυρώσιμος γάμος) της θυγατρός δικαιουμένης της απονομής ή ανακτήσεως της συντάξεως υπό τας αυτάς ως άνω προΰποθέσεις ως και επί διαζυγίου. Η συνταξιοδότησις των εις τας περιπτώσεις ταύτας υπαγομένων θυγατέρων (λόγω διαζυγίου λύσεως ή ακυρότητος ή ακυρώσεως ή ανυποστάτου δια αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως κυρήξεως του γάμου) διακόπτεται οριστικώς άμα τη τέλεσει νέου γάμου, μη δικαιουμένης της θυγατρός εκ νέου συνταξιοδοτήσεως, άμα τη καθ’ οιονδήποτε τρόπον λύσει (διαζυγίου ή ακυρώσεως κλπ. ως ανωτέρω) του νέου τούτου γάμου. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Τα ανωτέρω εφαρμόζονται τόσον επί των επελθουσών ήδη ασφαλιστικών περιπτώσεων, όσον και επί των εφ’ εξής τοιούτων, τα οικονομικά όμως αποτελέσματα άρχονται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης, αποκλειομένης απολύτως πάσης αναδρομικής Καταβολής οιουδήποτε ποσού ή διαφοράς, Περικοπή ή απώλεια ολική λόγω περικοπής της ήδη απονεμηθείσης και καταβαλλομένης συντάξεως προ της ισχύος της παρούσης διατάξεως, το πρώτον επερχομένη δι’ αυτής, αποκλείεται. Το ούτω καταβαλλόμενον ποσόν, προ της ενάρξεως ισχύος της παρούσης θα εξακολουθήση παρεχόμενον, εφ’ όσον θα είναι μείζον του κατά την διάταξιν ταύτην καθοριζομένου ποσού καταβολής. Αι προΰποθέσεις κατά την παρούσαν διάταξιν θεμελιώσεως του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως κρίνονται δια τας επελθούσας ήδη ασφαλιστικάς περιπτώσεις κατά την ημέραν δημοσιεύσεως της παρούσης, δια δε τας εφεξής ασφαλιστικάς περιπτώσεις κατά την ημέραν επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/3/44/οικ. 2263/22 Σεπτ. 5 Οκτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 856) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «δ)υπό τας αυτάς ως άνω προΰποθέσεις, επί νομίμων ή νομιμοποιηθέντων τέκνων απονέμεται σύνταξις: αα)Εις εκουσίως αναγνωρισθέντα ή δια δικαστικής αποφάσεως οπωσδήποτε αναγνωρισθέντα (πλήρως ή ατελώς) τέκνα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου». Η πρώτη φραστική περίοδος περιπτ. δ΄ και η υποπερίπτ. αα τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 3 της Β2/3/44/802/23 Μαρτ.-10 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 318) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «ββ)Σε υιοθετηθέντα παιδιά με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν και για τα νόμιμα ή φυσικά τέκνα». Η μέσα σε « » περίπτ. ββ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της με αριθμ. Φ.44/355/21 Μαρτ.-9 Απρ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 229), αποφ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων. ε)«Η σύνταξη της άγαμης θυγατέρας που έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας της ή εφόσον αυτή συνεχίζει τακτικά τις σπουδές της, σε μία από τις Σχολές που αναφέρονται στην περίπτ. γ΄, της παραγράφου αυτής, μετά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας της ή και νωρίτερα αν τελειώσει τις σπουδές της, καθώς και του ανίκανου αρρένος τέκνου, περικόπτεται κατά το ποσό που μαζί με τη σύνταξη έχουν εισόδημα, είτε από εργασία, είτε από τακτική ασφάλιση παροχή από οποιοδήποτε και πάσης φύσης ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης (εξαιρουμένης μόνο της επικουρήσεως που λαμβάνεται από το Λογαριασμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της ΕΛΛΑΔΟΣ) ή του Δημοσίου ή εκ πάσης πηγής περιουσιακών στοιχείων, που υπερβαίνει το 15ο Κλιμάκιο του κύριου προσωπικού με την εκάστοτε ΑΤΑ χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση. Η περικοπή αυτή γίνεται ακόμα και αν μόνη η καθοριζομένη σύνταξη της κατά τα ανωτέρω ενηλίκου θυγατέρας και ανίκανου γυιού, και εν ελλείψει οποιουδήποτε εισοδήματος αυτών, υπερβαίνει το 15ο Κλιμάκιο του κύριου προσωπικού με την εκάστοτε ΑΤΑ, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση, περικοπτόμενη και στην περίπτωση αυτή κατά το υπερβαίνον ποσό». Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 2 της Φ.44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Εν τη εννοία του εισοδήματος περιλαμβάνεται 1)το πραγματικόν εισόδημα των πάσης πηγής περιουσιακών αυτού στοιχείων, 2)το τεκμαρτόν εξ ιδιοκατοικήσεως τοιούτον, καθ’ ο ποσόν, κατά την κρίσιν του Δ. Σ., υπερβαίνει τον αναγκαιούντα εκ των βιοτικών αναγκών αυτών, απαραίτητον προς ιδιοκατοίκησιν κυρίας κατοικίας αυτού χώρον και 3)παν εισόδημα όπερ δύναται βασίμως να προκύψη εκ της καταλλήλου χρησιμοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων αυτού, τυχόν μη χρησιμοποιουμένων υπ’ αυτού καταλλήλως εξ οιουδήποτε λόγου. Η σύνταξις του ανικάνου προς εργασίαν τέκνου, διοακόπτεται άμα τη ανακτήσει της προς εργασίαν ικανότητος αυτού. Η προς εργασίαν ανικανότης διαπιστούται συμφώνως προς το άρθρ. 19 του παρόντος Κανονισμού. Εν μερική ανακτήσει της προς εργασίαν ικανότητος η σύνταξις αυτού μειούται περικοπτομένη αναλόγως προς τον βαθμόν της ανακτηθείσης ικανότητος, εφαρμοζομένου και εν προκειμένω του άρθρ. 19 του Κανονισμού. Μετά της χήρας συζύγου και των τέκνων των περιπτ. α΄β΄γ΄δ΄ και της παρούσης συντρέχει πάντοτε και η μήτηρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υπό τους όρους και περιορισμούς της επομένης περιπτώσεως». Η υποπερίπτ. ββ περιπτ. δ και η περίπτωση ε αντικαταστάθηκαν ως άνω από την περίπτ. α παρ. 4 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. ς)Ελλείψει των ανωτέρω κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο ανίκανος προς εργασίαν πατήρ ή ο πατήρ ο υπερβάς το 60ον έτος της ηλικίας του και η μήτηρ του μετά 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ’ όσον ούτοι αποδεδειγμένως συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού. Η σύνταξις τούτων περικόπτεται καθ’ ο ποσόν κέκτηνται εισόδημα ομού μετά της συντάξεως και αναστέλλεται συμφώνως προς του όρους της εφαρμοζομένης εξ ολοκλήρου και εν προκειμένω ανωτέρω διατάξεως του εδαφ. ε΄ του παρόντος άρθρου. (Αντί για τη σελ.2013(δ) Σελ. 2013(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 111 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 ζ)Ελλείψει των ανωτέρω κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του μη καταλιπόντος ιδίαν οικογένειαν ή εκλιψάσης ταύτης προ του θανάτου αυτού, και υπό τους κατώθι όρους και περιορισμούς δικαιούνται ωσαύτως συντάξεως ως δικαιοδόχοι του μετά 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου: αα)Οι εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφοί, μέχρι της συμπληρώσεως του 18ου έτους ή του 21ου έτους της ηλικίας των εφ’ όσον συνεχίζουν, τας σπουδάς των ή οι συμπληρώσαντες μεν τούτο, αλλ’ οριστικώς και εξ ολοκλήρου ανίκανοι δι’ οιανδήποτε εργασίαν και ββ)Αι εκ νομίμου γάμου άγαμοι αδελφαί.Οι δικαιοδόχοι των περιπτώσεων του παρόντος εδαφ. ζ΄ δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου αποδεδειγμένως συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού και στερούνται αξιολόγου περιουσίας. «Η σύνταξη τούτων διακόπτεται με την τέλεση γάμου κατά το ημεδαπό ή αλλοδαπό δίκαιο, περικόπτεται δε κατά το ποσόν που μαζί με τη σύνταξη έχει ο κάθε δικαιοδόχος εισόδημα που υπερβαίνει το 42% του 15ου κλιμακίου με το 42% της εκάστοτε ΑΤΑ επί του κλιμακίου αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση, αναστέλλεται δε σύμφωνα με τους όρους της διατάξεως της περιπτ. ε΄ της παραγράφου αυτής». Το δεύτερο εδάφιο της άνω υποπερίπτ. ββ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Φ44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Παραίτησις δικαιοδόχου από συντάξεως οιασδήποτε ετέρας πηγής ή εξ οιουδήποτε άλλου εσόδου ή ηθελημένη ενέργεια προς μείωσιν των εκ πάσης πηγής εσόδων του ή των περιουσιακών αυτού στοιχείων περί ων το παρόν άρθρον, ουδέν δικαίωμα υπέρ αυτού δημιουργεί εις βάρος του Ταμείου. Προς απονομήν ή διακοπήν συντάξεως ή καθορισμόν του ύψους αυτής ή του περικοπτομένου μέρους αυτής λογίζονται ως υφιστάμενα τα σκοπίμως μειωθέντα περιουσιακά στοιχεία και ως πραγματοποιούμενα εις το ακέραιον τα έσοδα εξ ων παρητήθη ή άτινα δι’ ηθελημένης ενεργείας του δικαιούχου εμειώθησαν. «3.Οι κατά τας ανωτέρω διατάξεις δικαιοδόχοι συντάξεως υποχρεούνται όπως δηλώνουν εγγράφως κατά τον τύπον της δηλώσεως-βεβαιώσεως του Ν. Δ. 105/69 πάραυτα εις την διεύθυνσιν του Ταμείου πάσαν μεταβολήν των εισοδημάτων των, επιφέρουσαν μεταβολήν ή αναστολήν της καταβαλλομένης συντάξεως. Η μη έγκαιρος δήλωσις επιφέρει τας συνεπείας του άρθρ. 13 παρ. 1 εδάφ. στ΄ του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 3 τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. β παρ. 4 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ.2014(ε) Τεύχος 1327 Σελ. 112 4.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των προ της ισχύος αυτού επελθουσών ασφαλιστικών περιπτώσεων. Δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως ή αναθεωρήσεως συντάξεως προς απόκτησιν διαφοράς αυξήσεως, παρεχόμενον το πρώτον υπό των διατάξεων του παρόντος άρθρου, γεννάται μόνον από της ισχύος αυτού και εφεξής, αποκλειομένης απολύτως πάσης αναδρομικής καταβολής οιουδήποτε ποσού. Περικοπή ή μείωσις ή απώλεια, κατ’ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, της ήδη απονεμηθείσης και καταβαλλομένης προ της ισχύος αυτού συντάξεως, αποκλείεται. Το ούτω καταβαλλόμενον ποσόν, προ της ενάρξεως ισχύος του άρθρου τούτου, θα εξακολουθήση παρεχόμενον εφ’ όσον θα είναι μείζον του κατά τας διατάξεις τούτου καθοριζομένου ποσού καταβολής». Το άρθρ. 8 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 32187/Σ.1049 της 18/19 Σεπτ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 150), 26462/2151 της 16 Αυγ./3 Σεπτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 141), 37125/3461 της 3/11 Οκτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 166) ΚΑΙ 28149/Σ.726 της 28 Μαΐου/19 Ιουν. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 138) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «5.Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις περικοπής εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου αυτού για τις καταβαλλόμενες συντάξεις και για τις αναπροσαρμοζόμενες και ορίζεται ότι αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή αύξησης, ως και κάθε περικοπή ή απώλεια αυτών που μέχρι σήμερα καταβάλλονται για την παραπάνω αιτία από την ύπαρξη εισοδημάτων». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 4 της Φ.44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Συντάξεις εξαιρετικών περιπτώσεων Άρθρ.9.-«1.Εν περιπτώσει καθ’ ην, προ της συμπληρώσεως δεκαετούς υπηρεσίας, αλλά μετά την συμπλήρωσιν τριετούς τοιαύτης, ησφαλισμένος τις ήθελε περιέλθει εις ολοκληρωτικήν ανικανότητα, το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, εκτιμών τας ιδιαιτέρας συνθήκας του ησφαλισμένου, δύναται να ορίση υπέρ αυτού σύνταξιν ανάλογον προς το βαθμόν και τα έτη της υπηρεσίας του, ως και προς την όλην αυτού οικογενειακήν κατάστασιν. Η ούτω παρεχομένη σύνταξις δεν δύναται να υπερβαίνη τα 30/100 των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου». Το άρθρ. 9 (πρώην 10) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ.Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 2.»Υπο τας προΰποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου, το Διοικ. Συμβούλιον δύναται να καθορίση σύνταξιν και υπέρ της χήρας και των ορφανών αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, προ της συμπληρώσεως δεκαετούς υπηρεσίας και μετά συμπλήρωσιν τριετούς τοιαύτοις. Η σύνταξις αυτή κανονισθήσεται υπό τας προΰποθέσεις του άρθρ. 8 επί τη βάσει συντάξεως, μη δυναμένης επίσης να υπερβή τα 30/100 των συνταξίμων αποδοχών του αποβιώσαντος». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2838 της 5 Φεβρ./6 Απρ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 41) αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.(Καταργήθηκε από την παρ. 13 της 44/3/ 3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών). Δια την σύνταξιν υπαλλήλων εξερχομένων λόγω ελαττώσεως του ορίου ηλικίας βλ. άρθρ. 5 Α. Ν. 199/1936 ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 5 Α. Ν. 759/1937 (τομ. 15 σελ. 261 β). Καθορισμός Συντάξεων Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.10.-«1.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 7 του Κανονισμού. Η Σύνταξις των κατά το άρθρ. 7 δικαιούχων καθορίζεται εις ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών αναλόγως των συνταξίμων ετών, κατά τα κατωτέρω καθοριζόμενα: 2.«Συντάξιμα έτη: Συντάξιμα έτη είναι τα έτη εμμίσθου υπηρεσίας αυτών και εφ’ όσον δια ταύτα είναι ή ήσαν συμφώνως τω άρθρ. 6 του παρόντος Κανονισμού ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω ή παρά τω τέως Ταμείω Συντάξεων Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής, Κτηματικής και Ελλάδος, προσηυξημένα κατά τον χρόνον της προσμετρουμένης υπηρεσίας, βάσει ετέρων διατάξεων του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9α της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «3.Ποσοστά συντάξεων. α)Τα ποσοστά για τον καθορισμό της σύνταξης υπολογίζονται σε τόσα τριακοστά πέμπτα όσα τα συντάξιμα χρόνια από το 1ο μέχρι και το 35ο συμπεριλαμβανόμενο, (1/35 για κάθε χρόνο μέχρι και του 35ου) και μέχρι συμπληρώσεως κατά ανώτατο όριο 35/35 των 80% των συνταξίμων αποδοχών, πέρα από το οποίο δεν δίνεται καμιά αύξηση των παραπάνω ποσοστών. β)Ο υπολογισμός του ποσοστού συντάξεων που έγινε κατά την προηγούμενη περίπτ. α΄, για τους εξελθόντες από 25.2.1982 και εφαρμόζεται από τότε σε κάθε περίπτωση, έχει επίσης εφαρμογή και στις ασφαλιστικές περιπτώσεις που έχουν επέλθει και πριν από τη χρονολογία αυτή, για τις οποίες οι συντάξεις που έχουν απονεμηθεί, αναθεωρούνται αυταπάγγελτα απο το Ταμείο, σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτ. α΄, τα δε οικονομικά αποτελέσματα των υπολογισμών αυτών, αρχίζουν από 1ης Ιαν. 1984». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 4.«Συντάξιμοι αποδοχαί: Ως συντάξμοι αποδοχαί εκ του συνόλου των πάσης φύσεως αποδοχών νοούνται αποκλειστικώς και μόνον: α)Δια τους εφεξής εξερχομένους και τους ήδη προ της ισχύος της παρούσης εξελθόντας εκ της υπηρεσίας ο εκάστοτε βασικός μισθός του βαθμού με τον οποίον εξήλθον της υπηρσίας, ή ο εκάστοτε βασικός μισθός προηγουμένου τινός βαθμού, ον έφερον και εφ’ όσον ούτος υφίστατο κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας και με τον οποίον θα εμισθοδοτούντο επί τη βάσει του ισχύοντος μισθολογίου (λαμβανομένου υπ’ όψιν του αριθμού των προσαυξήσεων βαθμού και επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας κατά τα κατωτέρω), εκτός εάν ο βαθμός απενεμηθή κατά την έξοδον εκ υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσίν του απαιτουμένου κατά τον Οργανισμόν της υπηρεσίας της Τραπέζης χρόνου. Ως βασικός μισθός βαθμού νοείται ο μισθός εκάστου βαθμού εφ’ ου υπολογίζονται αι προσαυξήσεις βαθμού υπό της Τραπέζης. «β)Τόσαι εις αριθμόν προσαυξήσεις λόγω παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ ονομαζόμεναι περαιτέρω προσαυξήσεις βαθμού, όσαι είχον χορηγηθή εις τον ησφαλισμένον εις τον βαθμόν, ο βασικός μισθός του οποίου αποτελεί την βάσιν της συνταξιοδοτήσεως και εφ’ όσον βάσει των προσαυξήσεων αυτών εμισθοδοτείτο ούτος, προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας και επί των οποίων κατεβάλλοντο εισφοραί εις το Ταμείον εκτός αν αυταί απενεμήθησαν κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας, μετά την συμπλήρωσιν του απαιτούμενου κατά τον Οργανισμόν της Υπηρεσίας της Τραπέζης χρόνου. Αι προσαυξήσεις βαθμού υπολογίζονται με τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοτά εν τη Τραπέζη εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν χορηγούνται εκάστοτε υπό της Τραπέζης εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. Εις τας ως άνω προσαυξήσεις περιλαμβάνονται και αι απονεμόμεναι τοιαύται άμα τη κτήσει του οικείου βαθμού, ως και τα τυχόν κλάσματα αυτών τα χορηγούμενα άμα τη κτήσει του βαθμού ή κατά την έξοδον αυτών, από της τελευταίας προαγωγής ή προσαυξήσεως, ανάλογα του διαδραμόντος χρόνου, συμφώνως προς τον Οργανισμόν της Υπηρεσίας της Τραπέζης, τας ισχυούσας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας και την εν γένει διέπουσαν το εν ενεργεία ησφαλισμένον προσωπικόν της Τραπέζης Νομοθεσίαν, υφ’ ην και καθ’ ην έκτασιν χορηγούνται αύται εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. (Αντί τη σελ.2015(γ) Σελ.2015(δ) Τεύχος 1090-Σελ.107 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Συνταξιούχοι εξελθόντες ήδη της υπηρεσίας άνευ των ανωτέρω προσαυξήσεων ή κλασμάτων αυτών από της τελευταίας προαγωγής ή προσαυξήσεως και έχοντες ευδόκιμον υπηρεσίαν μέχρι της εξόδου των, δικαιούνται του αντιστοίχου και αναλόγου προς τον διαδραμόντα χρόνον κλάσματος ή προσαυξήσεως, υφ’ ην και καθ’ ην έκτασιν χορηγούνται αύται εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους, αναθεωρουμένης της συντάξεως αυτών και του συνταξιοδοτικού φακέλλου οίκοθεν παρά του Ταμείου, δια της απονομής υπό τας ως άνω προΰποθέσεις της προσαυξήσεως ή του κλάσματος αυτών. Τα εκ της απονομής ταύτης οικονομικά αποτελέσματα δια τους μη λαμβάνοντας την προσαύξησιν ταύτην ή κλάσμα, άρχονται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αποκλειομένης πάσης αναδρομικής καταβολής». Η περίπτ. β τροποποιήθηκε ως άνω από την περίπτ. α παρ. 5 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. γ)Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας όπερ υπολογίζεται με τα εκάστοτε ισχύοντα ποσοστά του υπό της Τραπέζης χορηγουμένου αναλόγου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, εφ’ όσον και καθ’ ην έκτασιν χορηγείται τούτο, εκάστοτε υπ’ αυτής εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. Δια την εξεύρεσιν των ποσοστών του εκάστοτε υπολογιζομένου επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας,λαμβάνονται υπ’ όψιν τα συμφώνως τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου συντάξιμα έτη, εφαρμοζομένου εν προκειμένω του άρθρ. 18 του παρόντος, η δε σύμφωνως προς τούτο συμπλήρωσις του υπό της Τραπέζης οριζομένου εκάστοτε ανωτάτου ορίου προς καθορισμόν του ποσοστού πολυετίας, του παρ’ αυτής χορηγουμένου αναλόγου τοιούτου επιδόματος εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους θεωρείται πλήρης χορηγουμένου εις τον δικαιούχον του ποσοστού της επομένης ανωτέρας βαθμίδος της κλίμακος της υπ’ αυτής προς τον σκοπόν τούτον εκάστοτε καθοριζομένης, αντί των στοιχείων πολυετούς υπηρεσίας κλπ. των λαμβανομένων υπ’ όψιν υπ’ αυτής δια την χορήγησιν τούτου εις τους εν ενεργώ υπηρεσία ησφαλισμένους. «δ)Το επιστημονικό επίδομα που υπολογίζεται με τα κάθε φορά ποσά ή ποσοστά πάνω στις αποδοχές, σε όποια και όση έκταση αυτό χορηγείται από την Τράπεζα στους ασφαλισμένους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία, αλλά με την προΰπόθεση ότι ο ασφαλισμένος απέκτησε το πτυχίο που παρέχει επίδομα και μισθοδοτεί το με αυτό τέσσερα τουλάχιστον χρόνια πριν από την έξοδο και εφόσον έγιναν οι κρατήσεις υπέρ του Ταμείου, εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη, από τη χορήγηση και μέχρι την έξοδο, επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Σελ.2016(δ) Τεύχος 1090-Σελ.108 Σε περίπτωση εξόδου πριν από τη συμπλήρωση των παραπάνω 4 χρόνων, υπολογίζεται ανάλογο κλάσμα του επιδόματος αντίστοιχο του χρόνου κατά τον οποίον έγιναν οι κρατήσεις ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του Ταμείου. Στην περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια καταβολής του επιστημονικού επιδόματος ήταν μικρότερη των τεσσάρων ετών ή αν δεν είχε ποτέ καταβληθεί επίδομα, αν και υπήρχε κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας τους πτυχίο και παρέχει τέτοιο δικαίωμα κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, παρέχεται κατ’ εξαίρεση η ευχέρεια στους συνταξιούχους να καταβάλλουν στο Ταμείο Συντάξεων τις ανάλογες εισφορές (ασφαλισμένου και εργοδότη), για ολόκληρη τη τετραετία ή για τον υπολειπόμενο προς συμπλήρωσή της χρόνο. Η εισφορά ορίζεται σε ποσοστό 16% και υπολογίζεται πάνω στο ποσό του αντιστοίχου επιστημονικού επιδόματος και χορηγείται από την Τράπεζα στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, οι οποίοι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την εξαγορά, υπάγονται στο ίδιο κλιμάκιο ή βαθμό με τον συνταξιούχο. Η εισφορά καταβάλλεται εφάπαξ ή σε δόσεις των οποίων ο αριθμός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των μηνών του υπολειπόμενου για τη συμπλήρωση της 4ετίας χρόνου. Πριν από την πλήρη εξόφληση του ποσού της εισφοράς δεν αποκτά κανένα δικαίωμα ο συνταξιούχος». Η περίπτ. δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ44/1306/15-26 Μαΐου 1989 (ΦΕΚ Β΄ 406), (Διόρθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 537/6 Ιουλ. 1989) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Με την παρ. 2 της ίδιας άνω απόφασης ορίστηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ότι σε καμμία περίπτωση δεν αναγνωρίζονται οικονομικά αποτελέσματα πριν από την ημερομηνία αυτή. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ε)Το επίδομα βαθμού που υπολογίζεται με τα κάθε φορά ποσά ή ποσοστά στις αποδοχές του βαθμού σε όποια και όση έκταση αυτό χορηγείται από την Τράπεζα στους ασφαλισμένους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία, και εφ’ όσον εμισθοδοτούντο με αυτό πριν από την έξοδό τους από την υπηρεσία και πάνω στο οποίο καταβάλλονταν εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, υπέρ του Ταμείου. Συνταξιούχοι του Ταμείου που έπαιρναν κάτω από τις παραπάνω προϋποθέσεις το επίδομα βαθμού κατά το χρόνο της ενεργού υπηρεσίας τους, και εμισθοδοτούντο με αυτό και το είχαν αποκτημένο κατά την ημέρα της εξόδου τους, όπως επίσης και συνταξιούχοι που δεν το πήραν (διότι εξήλθαν πριν από τη χορήγησή τους από την Τράπεζα), που κατείχαν όμως κατά την έξοδό τους αντίστοιχο βαθμό στον οποίο χορηγείται από την Τράπεζα το επίδομα αυτό κάθε φορά και σε όση έκταση στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, δικαιούνται τον ανακαθορισμό της σύνταξής τους με τον υπολογισμό αυτού του επιδόματος στις συντάξιμες αποδοχές τους, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση αυτήν της τροποποίησης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή. στ)Άλλα επιδόματα και ειδικότερα το επίδομα αδείας που παίρνουν κάθε χρόνο οι ασφαλισμένοι, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να συμπεριληφθούν στις συντάξιμες αποδοχές κατά τα παραπάνω, ούτε θεωρούνται ως συντάξιμες αποδοχές». Οι περιπτ. δ και ε προστέθηκαν και η υπάρχουσα περίπτ. δ αριθμήθηκε ως περίπτ. στ΄, από την παρ. 1 της Β2/44/3/2471/12-31 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 37) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 95/9 Μαρτ. 1983). Η παρ. 4 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 76571/Σ.729 της 2/14 Οκτ. 1963 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 451) αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9β της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). «4α)Επιδόματα οικογενειακά και τέκνων. α)Οικογενειακό επίδομα. Αυτό καθορίζεται σε ποσοστό 10% επί της συντάξεως που καταβάλλεται σύμφωνα με τον Κανονισμό. Το ανωτέρω επίδομα παρέχεται σε κάθε έγγαμο συνταξιούχο εξ ιδίας υπηρεσίας. Σε περίπτωση που λυθεί ο γάμος, το επίδομα διακόπτεται, εκτός αν υπάρχει άγαμο τέκνο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του, ή έχει συμπληρώσει μεν αυτό, αλλά όχι το 25ο και εφόσον αυτό το τελευταίο εξακολουθεί τις σπουδές του σε σχολές της ημεδαπής αναγνωρισμένες από το Κράτος, ή σε αντίστοιχες σχολές της αλλοδαπής, και δεν εργάζεται ή αν το άγαμο τέκνο έχει συμπληρώσει και το 25ο έτος της ηλικίας του, είναι όμως οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία και στερείται επαρκών πόρων για τη συντήρησή του ή αξιόλογης περιουσίας. β)Επίδομα τέκνων. Στο συνταξιούχο εξ ιδίας υπηρεσίας που έχει παιδιά, παρέχεται επίδομα τέκνου, εφόσον αυτό θα εδικαιούτο συντάξεως σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ταμείου, σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου. Το επίδομα καθορίζεται σε ποσοστό 5% για κάθε παιδί και υπολογίζεται επί του ποσού της συντάξεως που καταβάλλεται κάθε μήνα στο συνταξιούχο και εφόσον το παιδί, για το οποίο χορηγείται το επίδομα, δεν εργάζεται. Οπωσδήποτε το ανωτέρω επίδομα διακόπτεται εφόσον το παιδί συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του ή και πριν από τη συμπλήρωση αυτού σε περίπτωση που εργαστεί. Το επίδομα δεν διακόπτεται εάν το παιδί έχει μεν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, είναι όμως οριστικά και εξ ολοκλήρου ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία και στερείται επαρκών πόρων για τη συντήρησή του ή αξιόλογης περιουσίας. Σε περίπτωση λύσεως του γάμου εφαρμόζονται και για το επίδομα τέκνων, αυτά που ισχύουν κατά το εδάφ. α΄ της παραγράφου για το οικογενειακό επίδομα. Η ισχύς αυτής της διάταξης (εδάφ. α και β) αρχίζει από την επόμενη μέρα της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης». Η παρ. 4α τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ. 44/3/2632/26 Νοεμ.-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «5.Συντάξεις δικαιούχων άρθρ. 8 του Κανονισμού. Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 8 καθορίζεται ως έπεται: α)Των δικαιούχων των περίπτ. α΄, β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις 60%, εφ’ όσον πρόκεται περί χήρας συζύγου και 50% προκειμένου περί τέκνου, της συντάξεως την οποίαν ελάμβανε ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος, εάν καθίστατο ανάπηρος κατά τον χρόνον του θανάτου του εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου, εις 80% εφ’ όσον οι δικαιούχοι είναι δύο. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 5% της συντάξεως του ησφαλισμένου, μη δυναμένης πάντως να υπερβή τα 95% αυτής οσοιδήποτε και αν είναι οι δικαιούχοι. β)Των δικαιούχων των περιπτ. στ΄και ζ΄της παρ. 1 του άρθρ. 8 εις τα 40% της συντάξεως, την οποίαν ελάμβανε ή είχε δικαίωμα να λάβη ο ησφαλισμένος, εφ’ όσον πρόκειται περί ενός δικαιούχου. Δι’ έκαστον επί πλέον δικαιούχον, η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 8% της συντάξεως του ησφαλισμένου, μη δυναμένης να υπερβή τα 64% αυτής, οσοιδήποτε και να είναι οι δικαιούχοι. (Αντί για τη σελ. 2017(δ) Σελ. 2017(ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 119 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 γ)Κατά την εφαρμογήν των περίπτ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου, εκλιπόντως δικαιούχου τινός ή περικοπτομένης ολικώς της συντάξεως δικαιούχου τινός λόγω εισοδημάτων συμφώνως προς τας διατάξεις του Κανονισμού, η σύνταξις των λοιπών ελαττούται κατά το ποσοστόν προσαυξήσεως, περιοριζομένη τελικώς, αναλόγως της περιπτώσεως, εις τα 60% ή 50% ή 40% της συντάξεως του ησφαλισμένου, εάν απομένει είς μόνον δικαιούχος. δ)Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως απόρου μητρός, ησφαλισμένης κατά την περίπτ. ε της παρ. 1 του άρθρ. 8, η σύνταξίς της, εκλιπόντων των λοιπών ή περικοπτομένης λόγω εισοδημάτων ολικώς της συντάξεως των δικαιούχων μετά των οποίων συνέτρεχεν, θα περιορισθή εις τα 40% της συντάξεως του συνταξιούχου ή ησφαλισμένου. ε)Η ολική περικοπή της συντάξεως δικαιούχου, λόγω εισοδημάτων, δεν επηρεάζει το κατά ποσοστόν δικαίωμα της συντάξεως των λοιπών συνδικαιούχων, της ολικής περικοπής εξομοιουμένης με έλλειψιν υπάρξεως του δικαιούχου τούτου, εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η ολική περικοπή αυτού. Επί μερικής περικοπής της συντάξεως του συνδικαιούχου, εις πάσας τας ανωτέρω περιπτ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου, τα ανωτέρω ποσοστά 60% ή 50% ή 40% προσαυξανόμενα κατά τα ανωτέρω, μειούνται αναλόγως του ποσοστού περικοπής της συντάξεως του συντρέχοντος δικαιοδόχου. στ)Αποκαθισταμένης εις το ακέραιον της συντάξεως του δικαιούχου, εκλιπόντων των λόγων της περικοπής, η σύνταξις των συνδικαιούχων καθορίζεται κατά τα οριζόμενα εις τας περιπτ. α΄και β΄της παρούσης παραγράφου. ζ)Επί όλων των περιπτώσεων της παρούσης παραγράφου, ο επιμερισμός κατά τα λοιπά της συντάξεως γίνεται συμφώνως προς το άρθρ. 11 του παρόντος Κανονισμού». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/3/44/2630/8 Ιαν.-13 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 254) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «6.Μεθ’ εκάστην μεταβολήν του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης, όπερ αποτελεί την βάσιν του υπολογισμού των συντάξεων, συμφώνως προς τα εις τας προηγουμένας παραγράφους οριζόμενα, το Δ.Σ. προβαίνει εις αναπροσαρμογήν των ποσών των συντάξεων μη δυναμένην να ισχύση προ της παρελεύσεως 45 ημερών από της χορηγήσεως της αυξήσεως των αποδοχών των εν ενεργεία ησφαλισμένων. Σελ. 2018 (ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 120 Εις περίπτωσιν όμως καθ’ ην κρίνει το Δ.Σ. ότι δεν υπάρχουν οικονομικαί δυνατότητες του Ταμείου δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων, δύναται τούτο να αναστέλλη την αναπροσαρμογήν αυτών, μέχρις ότου κρίνει ότι επετεύχθησαν αι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την παροχήν ηυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν, καθορίζον και τον χρόνον αφ’ης αύτη θα ισχύση. Ησφαλισμένοι, εξερχόμενοι της υπηρεσίας κατά τον χρόνον της αναστολής της αναπροσαρμογής των συντάξεων, λαμβάνουν σύνταξιν βάσει του μισθολογίου, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων δια τους εξελθόντας προ αυτών της υπηρεσίας». Η παρ. 6 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 14263/Σ.149 της 24 Φεβρ./1 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 152) απόφ. Υπ. Εργασίας και αντικατασταθείσα δια της παρ. 9γ της υπ’ αριθ. 75358/Σ. 543 της 12/18 Σεπτ. 1967 (ΦΕΚ Β΄571) ομοίας και δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 44/3/328 της 4/13 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 168) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 282 της 6 Μαρτ. 1975) ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 47/3/1445 της 7/17 Απρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 413) ομοίας. Έναρξις ισχύος από της 13 Φεβρ. 1975, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 44/3/328/1975 αποφάσεως. Ειδικαί διατάξεις 7.Οργανικός μισθός καταργουμένων βαθμών. Ησφαλισμένοι εξελθόντες εκ της υπηρεσίας με βαθμόν όστις έπαυσεν ή θέλει παύσει υφιστάμενος, ή με βαθμόν, όστις είχε κατά την έξοδόν των ή δι’ον εδημιουργήθησαν μετά την έξοδόν των πλείονες μισθολογικαί κλπ. διακρίσεις, λογίζονται εξελθόντες με βαθμόν (ή μισθολογικήν κλπ. διάκρισιν βαθμού), ευρισκόμενον μισθολογικώς εγγύτερον (είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω) προς τον καταργηθέντα βαθμόν των κλπ. κατά τον χρόνον της καταργήσεως αυτού. Αν ο εγγύτερον ευρισκόμενος βαθμός είναι ο του Διευθυντού ή του Υποδιευθυντού εφαρμόζονται και εις την περίπτωσιν ταύτην αι διατάξεις της παρ. 10 του παρόντος άρθρου βαθμοί και διακρίσεις βαθμού υφιστάμεναι κατά τινα χρόνον και καταργηθέντες δεν θεωρούνται οι αυτοί βαθμοί κλπ. με τους δημιουργηθέντας βραδύτερον βαθμούς και διακρίσεις φέροντες την αυτήν ονομασίαν. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος «7α.Συντάξιμοι αποδοχαί ειδικών περιπτώσεων. 1.Ως συντάξιμοι αποδοχαί ησφαλισμένου, μη φέροντος βαθμόν της υπαλληλικής ιεραρχίας κατά την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας, θεωρούνται αι τοιαύται του βαθμού της υπαλληλικής ιεραρχίας ου τας αποδοχάς εδικαιούτο ή ελάμβανε κατ’ αντιστοιχίαν βάσει των διατάξεων του Κανονισμού του οικείου εργοδότου, υπολογιζόμεναι, συμφώνως προς τας διατάξεις των παρ. 4, 7 και 8 του παρόντος άρθρου, έστω και αν αι πραγματικαί αποδοχαί του, καθοριζόμεναι εκτός του ισχύοντος κατά βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μισθολογίου, του οικείου εργοδότου είναι ανώτεραι, της επί πλέον διαφοράς μη συμπεριλαμβανομένης εις τας συνταξίμους αυτού αποδοχάς. «2.Στην περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος όταν εξέρχεται από την υπηρεσία, δεν έχει αποκτήσει βαθμό ή κλιμάκιο της υπαλληλικής ιεραρχίας του οικείου εργοδότη, ούτε εδικαιούτο να λάβει αποδοχές τέτοιου κλιμακίου ή βαθμού, λογίζεται ότι εξέρχεται με βαθμό ή κλιμάκιο της υπαλληλικής ιεραρχίας της Εθνικής Τραπέζης του οποίου οι συντάξιμες αποδοχές πλέον του αντίστοιχου οικογενειακού επιδόματος, αντιστοιχούν στις αποδοχές που λαμβάνει κατά την έξοδό του και οι οποίες αναλύονται στο βασικό μισθό ή αντιμισθία, τις νόμιμες προσαυξήσεις τριετιών, τα επιδόματα πολυετίας και οικογενειακών βαρών ή άλλα τα οποία τυχόν λαμβάνονται με βάση τη Νομοθεσία η οποία ρυθμίζει τις αποδοχές του. Το κλιμάκιο ή ο βαθμός στον οποίο εντάσσεται κατά τα ανωτέρω, αποτελεί πλέον το βαθμό ή το κλιμάκιο εξόδου, πάνω στο οποίο υπολογίζονται οι σχετικές προσαυξήσεις και τα επιδόματα στην παρ. 4 του παρόντος άρθρου (ενώ αποκλείεται κάθε άλλο επίδομα το οποίο δεν συνυπολογίζεται κατά την περίπτ. δ΄ της ιδίας παραγράφου, όπως και για τους υπόλοιπους ασφαλισμένους), πλέον του οικογενειακού επιδόματος και του επιδόματος τέκνων τα οποία προσαυξάνουν τη σύνταξη αυτού, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην παρ. 4α του παρόντος άρθρου και για τους υπόλοιπους συνταξιούχους. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ δεν εφαρμόζεται επί των ασφαλιστικών περιπτώσεων και εντάξεων οι οποίες επήλθαν πριν από την ανωτέρω ημερομηνία». Η άνω με τον αριθμό 2 διάταξη τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ.44/3/2632/26 Νοεμ.-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 788) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 7α προσετέθη δια της παρ. 9δ της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571) Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 698 της 13 Δεκ. 1968). «8.Αναγνώρισις βαθμού και προσαυξήσεων βαθμού. Απονεμηθέντες βαθμοί και προσαυξήσεις βαθμού λαμβάνονται υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν των συνταξίμων αποδοχών των ησφαλισμένων μόνον εφ’ όσον εμισθοδοτούντο βάσει τούτων προ της εξόδου των εκ της υπηρεσίας και κατεβάλλοντο υπ’ αυτών εισφοραί εις το Ταμείον, εκτός εάν απενεμήθησαν αυτοίς βάσει των γενομένων εθελουσίων εξόδων ή των νομίμως γενομένων εντάξεων των ησφαλισμένων δι’ αποφάσεων της Τραπέζης ή των άμα τη κτήσει του βαθμού παρεχομένων προσαυξήσεων κ.λ.π. κατά τα υπό των διατάξεων των περιπτ. α΄ και β΄ της παρ. 4 οριζόμενα, επιφυλασσομένης και της διατάξεως της παρ. 7α του παρόντος άρθρου, αναλόγως εφαρμοζομένης. «9.Οι συντάξιμες αποδοχές των Διοικητών και Υποδιοικητών της Τράπεζας καθορίζονται στα 115% των ανώτατων συντάξιμων αποδοχών του Διευθυντή, που έχει το ανώτατο ύψος συνταξίμων αποδοχών, όπως καθορίζονται στο άρθρο τούτο, στην παρ. 4 εδάφ. α, β, γ, δ, ε και στ και στην παρ. 10. Η διάταξη αυτή ισχύει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές περιπτώσεις, που έχουν ήδη επέλθει, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή. Μεγαλύτερο ποσόν που τυχόν καταβάλλεται βάσει της καταργούμενης διατάξεως, εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρις απορροφήσεως του». Η παρ. 9 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Φ44/701/16-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 335) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «10.Συντάξιμες αποδοχές Διευθυντών και Υποδιευθυντών. Οι συντάξιμες αποδοχές των Διευθυντών και Υποδιευθυντών καθορίζονται όπως και για τους λοιπούς ασφαλισμένους σύμφωνα με την παραπάνω παρ. 4 του άρθρου αυτού. Η διάταξη αυτή ισχύει από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, περιλαμβάνει δε και τις ασφαλιστικές περιπτώσεις που έχουν ήδη επέλθει, ενώ αποκλείεται κάθε αναδρομική καταβολή. Μεγαλύτερο ποσόν που τυχόν καταβάλλεται βάσει της καταργουμένης διάταξης, εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρι απορροφήσεώς του». Η παρ. 10 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Οι παρ. 8 και 9 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την περίπτ. δ΄ παρ. 5 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 2018,01(α) Σελ. 2018,01(β) Τεύχος Η43 – Σελ. 121 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 «11.Κατώτατα όρια συντάξεως. Κατ’ εξαίρεσιν των εις τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζομένων: «α)Κατώτατη σύνταξη του Διοικητή και Υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που η θητεία του διήρκεσε τουλάχιστον ένα χρόνο και εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 7 του Κανονισμού, ορίζεται η ανώτατη σύνταξη Διευθυντή, που υπολογίζεται με το ανώτατο ύψος των συντάξιμων, αποδοχών του, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου αυτού, (αποδοχές βαθμού – προσαυξήσεις ή μισθολογικό κλιμάκιο με τυχόν προσαυξήσεις και επιδόματα πολυετίας, βαθμού και επιστημονικό)». Η περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Φ44/701/16-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Β΄ 335) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Αι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμεναι συντάξεις των δικαιούχων του άρθρ. 13 του Καταστατικού, ανεξαρτήτως συνταξίμων ετών, δεν δύνανται να είναι κατώτεραι ποσοστού 30% των συνταξίμων αποδοχών των ή ποσοστού 35% εφ’ όσον ούτοι είναι έγγαμοι (μη διατελούντες εν διαζεύξει ή χηρεία) ή έχουν άρρενα τέκνα μη υπερβάντα το 20ον έτος της ηλικίας των ή άγαμα θήλεα. γ)Η συνολική σύνταξις των δικαιούχων των περιπτ. α, β, γ και δ, της παρ. α΄ του άρθρ. 14 δεν δύναται να είναι κατωτέρα ποσοστού 25% των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου ή ποσοστού 20% η συνολική σύνταξις των δικαιούχων των περίπτ. ε΄και ς΄του αυτού άρθρου. δ)Ως κατωτάξη σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 13 και η συνολική σύνταξις των δικαιούχων του άρθρ. 14 ορίζεται ποσοστόν μεν 35% «του 42% του 15ου Κλιμακίου, συν το 42% της εκάστοτε ΑΤΑ επί αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση «προκειμένου περί εγγάμων (μη διατελούντων εν χηρεία ή εν διαζεύξει) ή εχόντων άρρενα τέκνα μη υπερβάντα το 20όν έτος της ηλικίας ή άγαμα θήλεα, ποσοστόν δε 30% προκειμένου περί των λοιπών περιπτώσεων. Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. να χορηγήται ως κατώτατον ποσόν συντάξεως εις τους δικαιούχους της παρ. 1 και 2 του άρθρ. 15 ποσοστόν 30% «του 42% του 15ου Κλιμακίου, συν το 42% της εκάστοτε ΑΤΑ επί αυτού, χωρίς κανένα επίδομα ή προσαύξηση». Η άνω μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της Φ44/3/796/3-8 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 186) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 11 τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 25113/Σ.273 της 18/19 Απρ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ Σελ. 2018,02(β) Τεύχος Η43 – Σελ. 122 182) απόφ. Υπ. Εργασίας, δια της παρ. 9ζ της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 571) ομοίας και δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 44/3/328 της 4/13 Φεβρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 168) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (Διόρθ. Ήμαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 282 της 6 Μαρτ. 1975), αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 47/3/1445 της 7/17 Απρ. 1975 (ΦΕΚ Β΄413) ομοίας. Έναρξις ισχύος από της 13 Φεβρ. 1975, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 44/3/ 328/1975 αποφάσεως. 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 12.«Διατήρησις συντάξεων κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου. Αι μέχρι της ισχύος της παρούσης τροποποιήσεως απονεμηθείσαι συντάξεις, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του προϊσχύσαντος Κανονισμού, εφ’ όσον είναι ανώτεραι των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων εξακολουθούσι καταβαλλόμεναι. Οι συνταξιούχοι της περιπτώσεως ταύτης δύνανται να τύχωσι μείζονος της ήδη καταβαλλομένης και κατά το άρθρον τούτο καθοριζομένης συντάξεως, μόνον εφ’ όσον, μεθ’ εκάστην αναπροσαρμογήν των συντάξεων περί ης η παρ. 6, η σύνταξίς των, υπολογιζομένη βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι μεγαλυτέρα της ήδη καταβαλλομένης». Η παρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9η της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). 13.«α)Κατά τον υπολογισμόν της συντάξεως τα κλάσματα της δραχμής παραλείπονται αι δε επ’ αυτής επιβαρύνσεις εκ τελών χαρτοσήμου κατανέμεται κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ του Ταμείου και των συνταξιούχων». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 81943/Σ.645 της 25 Σεπτ./4 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 649). «β)Σε καμιά περίπτωση οι καθοριζόμενες συντάξιμες αποδοχές από τις διατάξεις του άρθρου αυτού μπορεί να υπερβαίνουν τις αντίστοιχες αποδοχές του «εν ενεργεία» βαθμού εξόδου ή τις τυχόν διατηρούμενες τέτοιες προηγούμενου βαθμού του ασφαλισμένου». Η περίπτ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 14.«Ισχύς. Η ισχύς του παρόντος άρθρου έχει εφαρμογήν τόσον επί των απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων και άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 14 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 9ι της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Το άρθρ. 10 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 362 – Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 392 της 9.11.59). «15.Όπου στο άρθρο αυτό για τον καθορισμό των συνταξίμων αποδοχών αναφέρεται ο εκάστοτε βασικός μισθός βαθμού και οι προσαυξήσεις, μετά την εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου με την Σ.Σ.Ε. του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας κλπ. από 4.8.1982, λογίζονται για τον υπολογισμό των συντάξεων, ως συντάξιμες αποδοχές (βαθμού και προσαυξήσεων), το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο που έχει ενταχθεί ο ασφαλισμένος και που κατέχει κατά την έξοδό του και τυχόν προσαυξήσεις, ως και το αντίστοιχο κλιμάκιο που εντάσσονται οι μέχρι 31.12.1981 συνταξιούχοι και οι έκτοτε μέχρις ισχύος της παρούσας εντασσόμενοι. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα όσα ισχύουν στο άρθρο αυτό για τον υπολογισμό της σύνταξης, όπως και όσα λογίζονται τόσο στον καθορισμό των συνταξίμων αποδοχών, όσο και στην προσαύξηση των συντάξεων στις διατάξεις του άρθρου αυτού». Η παρ. 15 προστέθηκε από την παρ. 5 της Β2/44/3/935/12-15 Ιουν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 396) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 2019(δ) Σελ. 2019(ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 123 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Επιμερισμός συντάξεων Άρθρ.11.-«1.Εις περίπτωσιν υπάρξεως πλειόνων του ενός δικαιοδόχων η συνολική σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών ως ακολούθως: α)Αν δικαιοδόχοι είναι μόνον η χηρα σύζυγος του ησφαλισμένου και η μήτηρ αυτού, η μεν πρώτη λαμβάνει 60% της επιμεριζομένης συντάξεως, η δε μήτηρ 40%. β)Αν δικαιοδόχοι είναι η χήρα σύζυγος του ησφαλισμένου, τέκνα και μήτηρ αυτού, η μήτηρ λαμβάνει ποσοστόν 20% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως. Εκ του υπολοίπου (ή εκ του συνόλου της συντάξεως αν δεν τυγχάνει δικαιοδόχος η μήτηρ του ησφαλισμένου) η χήρα σύζυγος λαμβάνει 60% αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου όπερ λαμβάνει 40% και 50%, αν συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων, άτινα λαμβάνουσι τα έτερα 50% κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι μήτηρ του ησφαλισμένου και τέκνα αυτού, η μήτηρ λαμβάνει 40% της επιμεριζομένης συντάξεως, αν συντρέχη μεθ’ ενός τέκνου όπερ λαμβάνει 60% εξ αυτής, αν δε συντρέχη μετά πλειόνων τέκνων του ησφαλισμένου αύτη λαμβάνει 25% εκ της επιμεριζομένης συντάξεως, του υπολοίπου επιμεριζομένου περαιτέρω μεταξύ των τέκνων κατ’ ίσας μερίδας. Αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα, η σύνταξίς των επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατ’ ίσας μερίδας. γ)Εις περίπτωσιν συνταξιοδοτήσεως τέκνων εκ προηγουμένου γάμου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο επιμερισμός της συντάξεως, μεταξύ πλειόνων δικαιοδόχων γίνεται κατά τ’ ανωτέρω προσαυξανομένης της μερίδος των εκ προηγουμένου γάμου τέκνων κατά 20% καθ’ ο ποσόν μειούνται εξ ίσου τα μερίδια των υπολοίπων. Αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν έχουσιν εφαρμογήν αν δικαιοδόχοι είναι μόνον τέκνα του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. δ)«Η σύνταξις των δικαιοδόχων των περιπτ. ς΄ και ζ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 επιμερίζεται μεταξύ αυτού κατ’ ίσας μερίδας». Το εδάφ. δ΄ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 10α της υπ’ αριθ.75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Σελ. 2020(ε) Τεύχος Η43 – Σελ. 124 «2.Η ισχύς του παρόντος άρθρου, έχοντος εφαρμογήν τόσον επί των ήδη απονεμηθεισών όσον και επί των εφεξής απονεμηθησομένων συντάξεων, βάσει των άρθρ. 7, 8, 9 του Καν/σμού, άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεως της παρούσης, καταργουμένων από της ημερομηνίας ταύτης των διατάξεων των προϊσχυσάντων άρθρ. 10 και 11 του Κανονισμού και πάσης ετέρας διατάξεως ρυθμιζούσης άλλως τα θέματα, περί ων το παρόν άρθρον». Η παρ. 2 προσετέθη δια της παρ. 10β της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Το άρθρ. 11 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 362). 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Επιστροφή κρατήσεων Άρθρ.12.-«1.Εις τους εξερχομένους της υπηρεσίας της Τραπέζης λόγω πλήρους ανικανότητος ή θανάτου προ της συμπληρώσεως των προς απονομήν συντάξεως απαιτουμένων προϋποθέσεων, αλλά μετά την συμπλήρωσιν 5ετούς πραγματικής υπηρεσίας εν τη Τραπέζη ησφαλισμένης, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού του Ταμείου, καταβάλλεται τη αιτήσει των, υπό τους κάτωθι όρους δι’ επιστροφήν των εις το Ταμείον καταβληθεισών εισφορών ειδική εφ’ άπαξ ασφαλιστική παροχή συνισταμένη: α)Εκ του διπλασίου του βασικού μισθού του βαθμού εισόδου των εις την Τράπεζαν, του ισχύοντος κατά τον χρόνον της υποβολής της σχετικής αιτήσεως και β)Εκ 5% των μηνιαίων, κατά το άρθρ. 10 του Κανονισμού, συνταξίμων αυτών αποδοχών δι’ έκαστον μήνα ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, συμφώνως τω άρθρ. 6 του Κανονισμού, δι’ ον κατεβλήθησαν αι υπό του άρθρ. 5 του Κανονισμού καθοριζόμεναι εισφοραί. Εις ην περίπτωσιν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 10ετή κατά τα ανωτέρω ασφάλισιν εις το Ταμείον η ειδική ασφαλιστική αποζημίωσις του παρόντος εδάφ. β΄ υπολογίζεται προς 10%». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Εις τους λοιπούς ησφαλισμένους τους δι’ οιονδήποτε λόγον εξερχομένους της υπηρεσίας προ της συμπληρώσεως των προς απόλαυσιν της συντάξεως απαιτουμένων προϋποθέσεων, τους μη εμπίπτοντας εις την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, επιστρέφονται αυτοίς αι υπ’ αυτών καταβληθείσαι εισφοραί ησφαλισμένων ως κάτωθι: α)Δια συμπληρώσαντας 5ετή ουχί δε και 15ετή υπηρεσίαν εντόκως προς 3% ετησίως άνευ ανατοκισμού. β)Δια τους συμπληρώσαντας 15ετή υπηρεσίαν ηυξημέναι κατά το ήμισυ εντόκως προς 3% ετησίως, άνευ ανατοκισμού και, γ)Δια τους μη συμπληρώσαντας 5ετή υπηρεσίαν ατόκως. 3.Εις ην περίπτωσιν η έξοδος εκ της υπηρεσίας του ησφαλισμένου επέρχεται λόγω θανάτου, της κατά τα ανωτέρω εν παρ. 1 ειδικής εφ’ άπαξ ασφαλιστικής παροχής ή της παρ. 2 δικαιούνται οι κατά το άρθρ. 8 δικαιοδόχοι αυτού, υποβάλλοντες την σχετικήν αίτησιν, εφ’ όσον συντρέχουσιν εις τα πρόσωπα αυτών, άπασαι αι λοιπαί προϋποθέσεις του άρθρου τούτου, η δε μη συνταξιοδότησίς των οφείλεται εις την μη συμπλήρωσιν υπό του θανόντος ησφαλισμένου της απαιτουμένης, δια την συνταξιοδότησίν των συνταξίμου υπηρεσίας. Εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων δικαιούχων το επιστρεπτέον ποσόν επιμερίζεται μεταξύ αυτών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του Κανονισμού, εφαρμοζομένας αναλόγως. 4.Εν περιπτώσει αναδιορισμού διατελέσαντος ησφαλισμένου του Ταμείου και αναλαβόντος τας κατά το παρόν άρθρον εισφοράς του, παρέχεται εις τούτον η ευχέρεια καταθέσεως των αναληφθεισών εισφορών, αναπροσηρμοσμένων, βάσει του κατά τον χρόνον της καταθέσεως ισχύοντος ποσοστού εισφοράς και των κατά τον αυτόν χρόνον αποδοχών. Κατατιθεμένων των επιστραφεισών εισφορών του, αίτινες κατ’ ουδεμίαν περίπτωσιν δύνανται να είναι κατώτεραι των υπ’ αυτού ληφθεισών, ο χρόνος εις ον αντιστοιχούσιν αύται, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Καν/σμού περί προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως και υπολογισμού του ποσού της συντάξεως. Η κατάθεσις ενεργείται τη αιτήσει του αναδιοριζομένου υποβαλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από του αναδιορισμού είτε εφ’ άπαξ, είτε εις δόσεις, ων ο αριθμός, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., δεν δύναται να είναι ανώτερος των 36. Επί των εκκρεμών περιπτώσεων παρέχεται εξάμηνος ανατρεπτική προθεσμία από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Το άρθρ. 12 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 1203 της 28 Νοεμ. 1935/18 Μαΐου 1936 (ΦΕΚ Παράρτημα 108) και 32392/3771 της 23/31 Αυγ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 124) ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 11 της υπ’ αριθ. 75358/Σ,543 της 12/18 Σεπτ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Απώλεια δικαιώματος συντάξεως. Άρθρ.13.-«1)Αποβάλλουσι το προς σύνταξιν δικαίωμα: α)Ο συνταξιούχος, εάν καταδικασθή δι’ αμετακλήτου αποφάσεως επί κακουργήματι επί οιωδήποτε αδικήματι ή επί πλημμελήματι, επί κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη, ιδιοποιήσει, πλαστογραφία απιστία ή παραποιήσει, εφ’ όσον τα αδικήματα ταύτα (κακουργήματα ή πλημμελήματα) στρέφονται κατά της Τραπέζης, του Ταμείου τούτου και των εν γένει Ασφαλιστικών Οργανισμών του Προσωπικού της Τραπέζης. Εάν όμως υπάρχουσι σύζυγοι και τέκνα άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά τους όρους του άρθρ. 8 καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις ήτις θα τοις απενέμετο εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν η θυγατήρ έλθη εις γάμον ή η χήρα ή η μήτηρ εις νέον τοιούτον, είτε κατά το ημεδαπόν, είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον, ή εάν η χήρα σύζυγος εκπέση της επιτροπείας των τέκνων αυτής δι’ αισχράν διαγωγήν. γ)Η χήρα σύζυγος εάν καταδικασθή δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως επί παιδοκτονία ή επί ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του συζύγου της συνταξιούχου ή ησφαλισμένου του Ταμείου. δ)Τα εις τας παρ. α΄, β΄ και γ΄ αίτια απωλείας της συντάξεως προϋπάρχοντα της κτήσεως αυτής, παρακωλύουσι την ενάσκησιν του δικαιώματος απονομής συντάξεως. (Αντί για τη σελ. 2021(α) Σελ. 2021(β) Τεύχος ΣΤ11-Σελ. 121 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 ε)Παρεχομένης χάριτος μετ’ άρσεως συνεπειών ή επερχομένης αποκαταστάσεως, το δικαίωμα άρχεται ή επαναλαμβάνεται από της πρώτης του επομένου μετά την άρσιν μηνός. Τούτ’ αυτό ισχύει αρθέντος του λόγου της μη ασκήσεως του εις σύνταξιν δικαιώματος. ς)Πάντα τα μέλη της οικογενείας συνταξιούχου εάν δεν δηλώσωσιν εγκαίρως εις το Ταμείον επισυμβάσαν περίπτωσιν, επιφέρουσαν ελάττωσιν ή τροποποίησιν της συντάξεώς των. Δια την περίπτωσιν ταύτην απαιτείται η κρίσις και η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου προς οριστικήν αποβολήν του προς σύνταξιν δικαιώματος, δυναμένου να επιβάλη αντί της οριστικής αποβολής, προσωρινήν διακοπήν της συντάξεως επί χρόνον ουχί μείζονα της διετίας. 2.Η έκτισις της ποινής επί καταδίκη δι’ αδίκημα επιφέρον την κατά τας διατάξεις του Κανονισμού ή του Νόμου απώλειαν της συντάξεως δεν γεννά δικαίωμα επανακτήσεως της συντάξεως». Το άρθρ. 13 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 12 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Χορήγησις δανείων εις συνταξιούχους Άρθρ.2.-«Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή μηνιαίας συντάξεως εις τους εκ της υπηρεσίας των αποχωρούντας ησφαλισμένους ή εις τας οικογενείας αυτών, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 7 και 8 του παρόντος Κανονισμού». Το άρθρ. 2 αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 42461 της 27/28 Ιουν. 1932 αποφ. Υπ. Εθν. Οικονομίας (ΦΕΚ Παράρτημα 184) αντοκατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571) (Αντί για τη σελ.2009(β) Σελ.2009(γ) Τεύχος 1090-Σελ.105 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Καθήκοντα και δικαιώματα Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.13α.-«Δύναται το Δ.Σ., του Ταμείου εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και προς κάλυψιν επιτακτικών και απροβλέπτων αναγκών των συνταξιούχων του Ταμείου, να εγκρίνη την χορήγησιν εις αυτούς δανείων μέχρι του ποσού τριών μηνιαίων συντάξεων, επί τόκω 5% και ασφαλίστρω 1% ετησίως και ουχί πλέον του διπλασίου του εκάστοτε βασικού μισθού του Τμηματάρχου Α΄ τάξεως εν συνόλω. Η εξόφλησις του δανείου ενεργείται δια μηνιαίων δόσεων, οριζομένων υπό του Δ.Σ. μη δυναμένων εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβούν τας 36, παρακρατουμένων εκ της συντάξεώς του». Το άρθρ. 13α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ. 2022(β) Τεύχος ΣΤ11-Σελ. 122 39.Π.α.1 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Χορήγησις βοηθημάτων Άρθρ.13β.-«1.Εις τους συνταξιούχους, πλην της μηνιαίας συντάξεώς των, δύναται το Δ.Σ. μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας, ν’ αποφασίση α)την καταβολήν μιας πλήρους συντάξεως επί τας εορταίς των Χριστουγέννων και ημισείας συντάξεως επί ταις εορταίς του Πάσχα. β)«Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου (αμέσου ή εμμέσου) καταβάλλεται εφ’ άπαξ βοήθημα δι’ έξοδα κηδείας εις τους οικείους του θανόντος ή τους επιμελουμένους της κηδείας αυτού, ως τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά. Το ποσόν του βοηθήματος ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, μη δυνάμενον πάντως να είναι ανώτερον του εκάστοτε βασικού μισθού Τμηματάρχου Α΄ της Εθνικής Τραπέζης προσηυξημένον κατά 50% (πεντήκοντα τοις εκατόν)». Το εδάφ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 44/6024 της 6/21 Δεκ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1472) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, η ισχύς της οποίας ήρχισεν από 1 Ιαν. 1973. «2.Εις τους συνταξιούχους παρέχεται, κατ’ έτος πρόσθετον βοήθημα ίσον προς το ήμισι της μηνιαίας συντάξεως ως επίδομα αδείας, κατά τα υπό της κειμένης νομοθεσίας οριζόμενα, της ημέρας καταβολής καθοριζομένης εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Δ.Σ.». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 8 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Δύναται το Διοκητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δι’ αποφάσεως αυτού, εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Εργασίας, να χορηγή εφ’ άπαξ, κατ’ έτος, ειδικόν επίδομα εις τους εκ των εξελθόντων της υπηρεσίας λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους οίτινες, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου βάσει των προσκομιζομένων δικαιολογητικών ή ετέρων στοιχείων, χρήζουν ιδιαιτέρας, λόγω της συνεχιζομένης ασθενείας των, αεροθεραπείας, δυναμένου έτι να παραπέμπη και εις το κατά το άρθρ. 19 Συμβούλιον εξ ιατρών τούτους προς εξέτασιν». Αι παρ. 2 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 14 της υπ’ αριθ. 75358/Σ.543 της 12/18 Σεπτ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 571). Προγενεστέρως αι παρ. 1 και 2 είχον τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 59336/Δ.730 της 3/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 362) και η παρ. 3 είχε προστεθή δια της υπ’ αριθ. 86641/ Σ.838 της 22/30 Ιαν. 1964 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 33). Τρόποι καταβολής συντάξεως Άρθρ.14.-«1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως προκαταβάλλεται, εντολή της Διευθύνσεως του Ταμείου, βάσει του καθοριζομένου εκάστοτε, υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, τρόπου πληρωμής αυτής. Εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου, άνευ δικαιοδόχων, προ της συμπληρώσεως του μηνός, δι’ ον η εισπραχθείσα προκαταβολικώς σύνταξις, αύτη δεν αναζητείται δια τον μη συμπληρωθέντα χρόνον και αποσβέννυται αποφάσει του Δ.Σ. του Ταμείου. Εάν υπάρχουν δικαιοδόχοι εφαρμόζεται η διάταξις του άρθρ. 16 παρ. 1. 2.Η πληρωμή της συντάξεως γίνεται αυτοπροσώπως προς τον συνταξιούχον. Κατ’ εξαίρεσιν, αποφάσει του Δ.Σ. δύναται να επιτρέπεται η δια πληρεξουσίου είσπραξις, του οποίου ο τύπος, ο χρόνος ισχύος αυτού και η έκτασις καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καθορίζεται ομοίως ο εκάστοτε χρόνος ισχύος και προσκομίσεως υπό των συνταξιούχων των δικαιολογητικών του αμεταβλήτου της προσωπικής καταστάσεως του δικαιούχου (πιστοποιητικόν αγαμίας, πιστοποιητικά ότι διατελούν εν ζωή και έτερα, κατά την κρίσιν της Υπηρεσίας). 3.Δια τους εν αλλοδαπή διαμένοντας απαιτείται πιστοποιητικόν της αρμοδίας προξενικής Αρχής, η εν ελλείψει τοιαύτης, της επιτοπίου, βεβαιούν την εν τη ζωή ύπαρξιν του δικαιούχου και την έλλειψιν οιασδήποτε περιπτώσεως επιφερούσης την ελάττωσιν ή τροποποίησιν της συντάξεως». Το άρθρ. 14 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 9 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Πληρωμή κατά το τρίμηνον από της εξόδου ή του θανάτου Άρθρ.15.-«Το προς σύνταξιν δικαίωμα γεννάται δια τον εκ της υπηρεσίας εξερχόμενον ησφαλισμένον ή την οικογένειαν του εν τη υπηρεσία θνήσκοντος ησφαλισμένου από της ημέρας της εξόδου ή του θανάτου αυτού». Το άρθρ. 15 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 10 της 44/3/3557/6-10 Σεπτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1121) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Ειδικά θέματα δικαιοδόχων Άρθρ.16.-«1.Εις τους κατά το άρθρ. 8 και 9 δικαιοδόχους θανόντος συνταξιούχου καταβάλλεται επί τρίμηνον από της ημέρας του θανάτου του ακεραία η σύνταξις αυτού, της νέας συντάξεώς των αρχομένης κατά το τρίμηνον τούτο. (Αντί για τη σελ. 2023(δ) Σελ. 2023(ε) Τεύχος Η43-Σελ. 125 Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 39.Π.α.1 Εφ’ όσον όμως ο θανών δεν διήνυσεν εν ζωή ολόκληρον τον χρόνον, δι’ ον είχεν εισπράξει την σύνταξίν του, εκπίπτεται εκ της συντάξεως των δικαιοδόχων αυτού το εισπραχθέν τμήμα της συντάξεως, το αναλογούν εις το μετά τον θάνατον χρονικόν διάστημα. 2.Οφειλαί θανόντος συνταξιούχου ή ησφαλισμένου προς το Ταμείον εξοφλούνται υποχρεωτικώς δια μηνιαίων κρατήσεων εκ 10% επί της συντάξεως των κατά το άρθρ. 8 και 9 δικαι …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.