📄 Κείμενο νόμου
42.ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1225 της 8/16 Οκτ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 304) Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων. Έχοντες υπ’ όψιν: 1.Τας διατάξεις:α)Του άρθρου 87 του Π.Δ/τος 774/1980 «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων υπό τον τίτλον «Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου» (Φ.Ε.Κ. 189/1980), β)του άρθρου 9 παράγρ. ΙΙ του Ν. 1160/1981 «περί αυξήσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων κ.λ.π.» (ΦΕΚ 147/1981). 2.Την από 8 Ιουνίου 1981 γνώμην της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 3. Την υπ’ αριθ. 852/1981 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών, αποφασίζομεν. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Δικαιοδοσία Ελεγκτικού Συνεδρίου ΄Αρθρον 1. Δικαιοδοσία-Αρμοδιότης Εις την δικαιοδοσίαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν πάσαι αι υπό των κειμένων διατάξεων ανατεθείσαι εις αυτό διαφοραί και υποθέσεις. Εν τη ενασκήσει της δικαστικής αυτού δικαιοδοσίας, το Συνέδριον δικαιούται να εξετάζη παρεπιπτόντως τα ανακύπτοντα ζητήματα αρμοδιότητος των λοιπών δικαστηρίων, της επί τούτων αποφάσεως αυτού ισχυούσης μόνον επί της κριθείσης διαφοράς. ΄Αρθρον 9. 1.Η ικανότης του διαδίκου προς το παρίστασθαι ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η εκπροσώπησις των ανικάνων προς το παρίστασθαι και η ανάγκη ειδικής εξουσιοδοτήσεως προς διεξαγωγήν της δίκης ρυθμίζονται κατά τας διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμοζομένας αναλόγως. 2.Οσάκις δια την επί δικαστηρίου ενέργειαν απαιτείται προηγουμένη εξουσιοδότησις, αύτη παρέχεται και προκειμένου περί ενεργείας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η άνευ περιορισμού παρασχεθείσα εξουσιοδότησις προς διεξαγωγήν της δίκης περιλαμβάνει πάσας τας διαδικαστικάς πράξεις και ενεργείας μέχρι του αμετακλήτου της αποφάσεως. 3.Η ικανότης του παρίστασθαι εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου. ΄Αρθρον 96. Βάρος αποδείξεως. 1.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του ουσιαστικού νόμου, έκαστος διάδικος υποχρεούται να αποδείξη τα πραγματικά γεγονότα, εφ’ ων ερείδονται οι ισχυρισμοί αυτού. Ο έτερος διάδικος δικαιούται εις ανταπόδειξιν. 2.Η επιδίωξις της ανατροπής νομίμου μαχητού τεκμηρίου απόκειται εις τον εκ της εφαρμογής αυτού βλαπτόμενον διάδικον. Αποδεικτικά Μέσα. ΄Αρθρον 97. 1.Το Συνέδριον, ασκούν την δικαιοδοσίαν αυτού, δικαιούται προς μόρφωσιν πεποιθήσεως, να κάμη χρήσιν κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν, παντός αποδεικτικού μέσου (ομολογίας, τεκμηρίων, αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης, μαρτύρων, όρκου και εγγράφων), εφ’ όσον υπό των διεπουσών την υπό κρίσιν υπόθεσιν ειδικών διατάξεων δεν καθορίζονται ωρισμένα αποδεικτικά μέσα ή δεν περιορίζεται η χρήσις τούτων. 2.Το Συνέδριον δικαιούται να ζητή παρά των Δημοσίων Υπηρεσιών έγγραφα ή να διατάσση την παρά των ενδιαφερομένων μερών προσαγωγήν τοιούτων, ως και την ένορκον, κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, εξέτασιν μαρτύρων. Δύναται επίσης να καλή επ’ ακροατηρίου τους διαδίκους προς παροχήν εξηγήσεων. ΄Αρθρον 98. 1.Δια της περί αποδείξεως αποφάσεως του Δικαστηρίου ορίζονται τα προσακτέα έγγραφα και η προθεσμία της παρά των ενδιαφερομένων μερών προσαγωγής τούτων, το αποδεικτέον θέμα, οι εξεταστέοι μάρτυρες και οι παρ’ ου εξετασθήσονται ούτοι (Μέλος του Συνεδρίου ή άλλου Δικαστηρίου ή άλλη Δημοσία Αρχή) οι Δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι θα ενεργήσουν την πραγματογνωμοσύνην, το Μέλος του Συνεδρίου το οποίον θα ενεργήση την αυτοψίαν, η προθεσμία της δόσεως του όρκου, και το Μέλος του Συνεδρίου ή άλλη Δημοσία Αρχή ενώπιον της οποίας θα δοθή ο όρκος ούτος ή ο όρκος των πραγματογνωμόνων. Πραγματογγνώμονες δύναται να ορισθούν και μη δημόσιοι υπάλληλοι, δίδοντες τον όρκον κατά τ’ ανωτέρω. 2.Δια της αποφάσεως του Δικαστηρίου, δι’ ης επιβάλλεται όρκος, δύναται να ορισθή όπως ο όρκος ούτος δοθή ενώπιον του εκδόντος την απόφασιν Τμήματος του Συνεδρίου. Ο τύπος του όρκου είναι ο κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενος. ΄Αρθρον 99. 1.Περί της εξετάσεως των μαρτύρων ή της, τυχόν, κατόπιν προσκλήσεως μη προσελεύσεως τούτων προς εξέτασιν, της ενεργηθείσης αυτοψίας, του δοθέντος όρκου ή της μη εντός της ταχθείσης προθεσμίας δόσεως αυτού, συντάσσεται έκθεσις, ήτις χρονολογουμένη υπογράφεται παρά του εις ον ανετέθη η εξέτασις των μαρτύρων ή η ενέργεια της αυτοψίας ή η ενώπιόν του δόσις του όρκου, συνυπογράφουν δ’ οι εξετασθέντες μάρτυρες και ο κατά τάς πράξεις ταύτας παραστάς ως Γραμματεύς υπάλληλος. 2.Ωσαύτως περί της ενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης συντάσσεται έκθεσις υπογραφομένη υπό των πραγματογνωμόνων. 3.Κατά την εξέτασιν των μαρτύρων, την ενέργειαν της πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας δύναται να παρίστανται και τα ενδιαφερόμενα μέρη. (Μετά τη σελ., 40,430) Σελ. 40,431 Τεύχος Ε21-Σελ. 45 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 ΄Αρθρον 100. 1.Η επιμέλεια της εκτελέσεως των περί αποδείξεως αποφάσεων ανήκει εις τον Γραμματέα του Δικαστηρίου, όστις και αποστέλλει, δι’ εγγράφου του, επίσημον απόσπασμα των αποφάσεων, επί αποδείξει, εις την Αρχήν παρ’ ης ζητούνται έγγραφα, ή εις τον παραγγελλόμενον την εξέτασιν μαρτύρων ή την ενέργειαν της πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας κ.λ.π. 2.Ούτοι οφείλουν άνευ αναβολής να εκτελέσουν τας αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποστέλλοντες τα ζητούμενα έγγραφα ή υποβάλλοντες τας περί εξετάσεως των μαρτύρων ή ενεργείας της πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας εκθέσεις, εφ’ ων ο Γραμματεύς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σημειοί δια πράξεώς του την χρονολογίαν περιελεύσεώς των εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον. 3.Αι αποφάσεις δια των οποίων επιβάλλεται όρκος ή η προσαρμογή εγγράφων παρά διαδίκου, κοινοποιούνται, επιμελεία του αυτού ως άνω Γραμματέως, κατά τα εις τα άρθρα 33 και επόμενα του παρόντος οριζόμενα, εις τον εις ον επιβάλλεται ο όρκος ή εις τον βαρυνόμενον δια την προσαγωγήν των εγγράφων. ΄Αρθρον 101. Το Συνέδριον εκτιμά κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν τας αποδείξεις, εφ’ όσον άλλως δεν ορίζεται υπό των διεπουσών την υπό κρίσιν υπόθεσιν ειδικών διατάξεων ή του παρόντος Διατάγματος. ΑΝΑΚΟΠΗ ΄Αρθρον 102. Υποκείμεναι εις ανακοπήν αποφάσεις. 1.Εις ανακοπήν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων, εάν τις των διαδίκων δεν παρέστη εις την συζήτησιν ως μη κλητευθείς παντάπασι, κατά παράβασιν των εν άρθρω 58 του παρόντος διατάξεων, ή ως μη κλητευθείς προσηκόντως ή εμπροθέσμως. 2.Δικαίωμα ανακοπής έχει μόνο ο εκ του λόγου τούτου μη παραστάς διάδικος. 3.Ετέρα ανακοπή κατά της αυτής, ή της απορριπτούσης την άπαξ ασκηθείσαν, αποφάσεως δεν επιτρέπεται. ΄Ασκησις και εκδίκασις της ανακοπής. ΄Αρθρον 103. 1.Η προθεσμία προς άσκησιν της ανακοπής είναι δεκαπενθήμερος, αρχομένη από της επιδόσεως της αποφάσεως. Εάν ο δικαιούμενος εις άσκησιν της ανακοπής διάδικος είναι αγνώστου διαμονής ή διαμένει εις την αλλοδαπήν, η προθεσμία αύτη είναι εξηκονθήμερος. Σελ. 40,432 Τεύχος Ε21-Σελ. 46 2.Η αίτησις της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα υπό του άρθρου 53 του παρόντος οριζόμενα στοιχεία και προσέτι, μνείαν της προσβαλλομένης αποφάσεως, τους λόγους της ανακοπής και αίτημα, κατατίθεται δε μεθ’ ενός αντιγράφου. 3.Το πρωτότυπον της ανακοπής μετά της εκθέσεως τίθενται εις τον φάκελλον της υποθέσεως, επί του οποίου σημειούνται ο αριθμός και η χρονολογία της εκθέσεως και το όνομα του ανακόπτοντος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα εις τα άρθρα 52, 58, 60 και 61 του παρόντος οριζόμενα. 4.Ο ανακόπτων καλείται εις την συζήτησιν κατά τας διατάξεις του άρθρου 59 του παρόντος. ΄Αρθρον 104. Εάν ο λόγος ανακοπής αποδειχθή βάσιμος, εξαφανίζεται η απόφασις και το δικαστήριον προβαίνει αμέσως εις νέαν εξέτασιν της υποθέσεως ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΣ ΄Αρθρον 105. Εις αναθεώρησιν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων κατά τα εις το άρθρον 62 του Π.Δ/τος 774/1980 «περί κωδικοποιήσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων κ.λ.π.» οριζόμενα. Αι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του παρόντος εφαρμόζονται και εν προκειμένω. ΄Αρθρον 10. 1.Εάν συντρέχουν ελλείψεις ως προς την ικανότητα των διαδίκων προς το παρίστασθαι επί δικαστηρίου ιδίω ονόματι, ως προς την νόμιμον εκπροσώπησίν των και ως προς την απαιτουμένην δια την διεξαγωγήν της δίκης άδειαν ή εξουσιοδότησιν, δυνάμεναι να συμπληρωθούν, το δικαστήριον αναβάλλει την πρόοδον της δίκης δυνάμενον να τάξη και προθεσμίαν προς συμπλήρωσιν των ελλείψεων. 2.Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας, το Συνέδριον προβαίνει εις την εκδίκασιν της υποθέσεως. ΄Αρθρον 106. Εάν τις των λόγων αναθεωρήσεως κριθή βάσιμος, η προσβληθείσα απόφασις αντιστοίχως εξαφανίζεται και το δικαστήριον προβαίνει αμέσως εις νέαν εξέτασιν της υποθέσεως εντός των ορίων του γενομένου δεκτού λόγου αναθεωρήσεως. ΄Αρθρον 107. Η κατ’ αναθεώρησιν εκδοθείσα απόφασις υπόκειται εις τα ένδικα μέσα εις τα οποία υπέκειτο και η αναθεωρηθείσα. Δευτέρα αίτησις αναθεωρήσεως της αυτής αποφάσεως, δια τον αυτόν ή έτερον λόγον στρεφομένη κατά του αυτού ή ετέρου κεφαλαίου, δεν επιτρέπεται. ΄Αρθρον 108. Αι περί προσδιορισμού της δικασίμου και εκδικάσεως εν γένει της εφέσεως διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί του ενδίκου μέσου της αναθεωρήσεως, εφ’ όσον άλλως δεν ορίζεται υπό ετέρων διατάξεων του παρόντος. ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΄Αρθρον 109. Αποφάσεις υποκείμεναι εις αναίρεσιν. Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων υπόκεινται εις ένδικον μέσον της αναιρέσεως. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου ΄Αρθρον 110. Παρά τίνων ασκείται η αίτησις αναιρέσεως. Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον ή υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω, απευθύνεται δε κατά του εν τη αναιρεσιβαλλομένη αποφάσει διαδίκου, του τυχόν εκ ταύτης συνδικαιούχου και κατά παντός τρίτου, ως προς τον οποίον έχει συνεπείας η δίκη. Ο αρμόδιος Πρόεδρος δύναται να διατάξη την κλήτευσιν τρίτων εχόντων έννομον συμφέρον εις την δίκην. Η κλήτευσις γίνεται δια κοινοποιήσεως αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως μετά σημειώσεως προσδιορισμού δικασίμου. ΄Αρθρον 111. Δευτέρα αίτησις αναιρέσεως υπό του αυτού διαδίκου κατά της αυτής αποφάσεως ως προς το αυτό ή άλλο Κεφάλαιον δεν επιτρέπεται, εκτός εάν η πρώτη απερρίφθη δια τυπικόν λόγον. ΄Αρθρον 112. Ανασταλτικόν αποτέλεσμαα αναιρέσεως. 1.Η άσκησις της αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικόν αποτέλεσμα, εκτός αν άλλως ειδικώς ορίζεται. 2.Εάν εκ της εκτελέσεως της αποφάσεως πιθανολογήται κίνδυνος βλάβης η αποκατάστασις της οποίας δεν είναι ευχερής, δύναται να διαταχθή, κατ’ αίτησιν τινός των διαδίκων, ή εν όλω ή εν μέρει αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τον όρον παροχής αναλόγου εγγυήσεως ή και άνευ εγγυήσεως, ή να εξαρτηθή η εκτέλεσις της αποφάσεως εκ της παροχής εγγυήσεως υπό του νικήσαντος διαδίκου. ΄Αρθρον 113. Περιεχόμενον δικογράφου. Το δικόγραφον της αιτήσεως αναιρέσεως δέον να περιέχη πλήν των εν άρθρω 31 του παρόντος οριζομένων στοιχείων και: α)Τον αριθμόν και χρονολογίαν της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, β)τους λόγους αναιρέσεως κατά τρόπον σαφή και ωρισμένον, γ)διορισμόν αντικλήτου και δ)σαφές και συγκεκριμένον αίτημα. Εις το δικόγραφον της αιτήσεως αναιρέσεως δέον να προσαρτάται και αντίγραφον της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. ΄Αρθρον 114. Προθεσμία. 1.Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται εντός προθεσμίας ενός έτους, αρχομένης δια τον ιδιώτην, από της κοινοποιήσεως αυτώ της αποφάσεως, δια το Δημόσιον και τα Νομικά Πρόσωπα, αφ’ ης η απόφασις περιήλθεν εις την υπηρεσίαν αυτών και δια τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας, από της εκδόσεως της αποφάσεως. 2.Εάν δεν επεδόθη η απόφασις η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριών ετών, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της περατούσης την δίκην αποφάσεως. 3.Εξαιρετικώς και μετά την παρέλευσιν της προς άσκησιν αιτήσεως αναιρέσεως προθεσμίας ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας δύναται να ασκήση αίτησιν αναιρέσεως υπέρ του Νόμου. ΄Αρθρον 115. Λόγοι αναιρέσεως. Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται: α)Δια κακήν σύνθεσιν του δικάσαντος Τμήματος. β)Δια παράβασιν ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, και γ)Δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του διέποντος την επίδικον υπόθεσιν Νόμου. Συνέπειαι αναιρέσεως. ΄Αρθρον 11. Εκπροσώπησις Δημοσίου, Νομικών Προσώπων κλπ. 1.Το Δημόσιον εκπροσωπείται εις την δίκην κατά τας κειμένας περί δικών του Δημοσίου διατάξεις. 2.Τα Νομικά Πρόσωπα, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ως και αι εν αποκεντρώσει δημόσιαι υπηρεσίαι εκπροσωπούνται εις την δίκην κατά τας περί αυτών ισχυούσας διατάξεις. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄. Ομοδικία. ΄Αρθρον 116. Γενομένης δεκτής της αιτήσεως αναιρέσεως δι’ εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του Νόμου, η Ολομέλεια του Συνεδρίου αποφασίζει και περαιτέρω επί της υποθέσεως, εκτός αν αύτη χρήζη διερευνήσεως κατά το πραγματικόν αυτής μέρος, οπότε αναπέμπει ταύτην εις το αρμόδιον Τμήμα. Αναιρουμένης της αποφάσεως δια πάντα έτερον λόγον, η Ολομέλεια αναπέμπει την υπόθεσιν εις το εκδόν Τμήμα, δια την εκ νέου εξέτασιν κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής. Αναιρουμένης της αποφάσεως και παραπεμπομένης της υποθέσεως εις το αρμόδιον Τμήμα, οι διάδικοι επανέρχονται εις την προ της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάστασιν. Το κατά παραπομπήν δικάζον Τμήμα δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να αποστή της αποφάσεως της Ολομελείας ως προς τα παρ’ αυτής κριθέντα ζητήματα. (Αντί για τη σελ. 40,433) Σελ. 40,433(α) Τεύχος Σελ. Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 Εις περίπτωσιν αποδοχής αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσης υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας υπέρ του Νόμου, η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις παραμένει ισχυρά και αμετάβλητος μεταξύ των διαδίκων. ΄Αρθρον 117. Αι διατάξεις του παρόντος αι αφορώσαι εις τα περί πληρεξουσιότητος, διορισμού αντικλήτου, προσδιορισμού της δικασίμου, καταβολής παραβόλου και εκδικάσεως εν γένει της εφέσεως, εφαρμόζονται αναλόγως κατά περίπτωσιν και επί του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό ετέρων διατάξεων του παρόντος. ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ ΄Αρθρον 118. Εάν τις δεν συμμετέσχεν εις την δίκην ή δεν προσεκλήθη να μετάσχη εις αυτήν και η εκδοθείσα απόφασις επέφερε βλάβην εις αυτόν ή έθεσε εις κίνδυνον τα έννομα συμφέροντά του, δύναται να ασκήση τριτανακοπήν κατά της εκδοθείσης αποφάσεως του οικείου Τμήματος. ΄Αρθρον 119. Η τριτανακοπή εισάγεται ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένην απόφασιν Τμήματος και απευθύνεται κατά πάντων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εξεδόθη η απόφασις. ΄Αρθρον 120. Αι διατάξεις περί της ασκήσεως της εφέσεως, περί του περιεχομένου αυτής, περί της εισαγωγής της προς συζήτησιν, περί του παραδεκτού αυτής και του ανασταλτικού της αποτελέσματος, εφαρμόζονται και επί της τριτανακοπής. ΄Αρθρον 121. Το αρμόδιον Τμήμα εάν κρίνη την τριτανακοπήν παραδεκτήν και βάσιμον αποφαίνεται ανενεργόν ως προς τον τριτανακόπτοντα την προσβαλλομένην απόφασιν. Η απόφασις διατηρεί την ισχύν αυτής μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εκτός εάν, προκειμένου περί συνταξιοδοτικού δικαιώματος, την τριτανακοπήν ασκή συνδικαιούχος του συνταξιοδοτικού αυτού δικαιώματος, οπότε το αρμόδιον Τμήμα διαμορφώνει αναλόγως την απόφασιν. Σελ. 40,434(α) Τεύχος Σελ. ΄Αρθρον 122. Υποχρέωσις εκτελέσεως αποφάσεων. Η Διοίκησις έχει υποχρέωσιν συμμορφώσεως προς τας αμετακλήτους αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ΄Αρθρον 123. Ανάλογος εφαρμογήν διατάξεων «Για κάθε θέμα, το οποίο δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας» Το άρθρ. 123 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ. 12 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2004 (ΦΕΚ Α΄135), Τόμ. 6, σελ. 146,55. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΠΑΡΕΔΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΥΤΩΝ Επιθεωρηταί-Περιφέρειαι-Χρόνος Επιθεωρήσεως. ΄Αρθρον 124. 1.Η κατά το άρθρον 20 του Π.Δ. 774/80 «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων κ.λ.π.» επιθεώρησις των Παρέδρων και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Υπηρεσιών αυτών, ενεργείται κατά το τρίμηνον Ιουλίου-Σεμπτεμβρίου εκάστου έτους κατά τα εις τας επομένας διατάξεις οριζόμενα. 2.Η Επιθεώρησις των Παρέδρων και των Υπηρεσιών αυτών ασκείται υπό ενός Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Γενικού Επιθεωρητού, συνεπικουρουμένου υπό τριών Συμβούλων, εχόντων τουλάχιστον ενιαυσίαν υπηρεσίαν εις τον βαθμόν του Συμβούλου. 3.Οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αι υπηρεσίαι αυτών, επιθεωρούνται υπό Συμβούλων αυτού, εις εξαιρετικάς δε περιπτώσεις και υπό Παρέδρων, εχόντων τουλάχιστον διετή υπηρεσίαν εις τον βαθμόν του Παρέδρου. 4.Κατά τον μήνα Ιανουάριον εκάστου έτους δι’ αποφάσεως του Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αι προς επιθεώρησιν Υπηρεσίαι Παρέδρων κατανέμονται μεταξύ των ως Επιθεωρητών οριζομένων κατά την παράγραφον 2 Συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δι’ ομοίας αποφάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζεται είς Σύμβουλος ή Πάρεδρος μετά του αναπληρωτού του, δι’ έκαστην εκ των εν τω επομένω άρθρω περιφερειών προς επιθεώρησιν των εν τη περιφερεία ταύτη εδρευόντων Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των υπηρεσιών αυτών. Αναπλήρωσις χωρεί μόνον λόγω ασθενείας ή σοβαρού υπηρεσιακού κωλύματος διαρκούντων πέραν του διμήνου. Αντικατάστασις Επιθεωρητού επιτρέπεται μόνον δια σοβαράν αιτίαν αναφερομένην ρητώς εις την περί αντικαταστάσεως απόφασιν. ΄Αρθρον 125. Δια την επιθεώρησιν των Επιτρόπων αι περιφέρειαι Επιθεωρήσεως ορίζονται εις τέσσαρας (4) εκάστη των οποίων περιλαμβάνει τας εις τας αντιστοίχους Νομαρχίας εδρεούσας υπηρεσίας Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως κάτωθι: Α΄ Περιφέρεια. Νομοί:Αχαΐας, Κορινθίας, Αργολίδος, Λακωνίας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Ηλείας, Ζακύνθου, Κεφαλληνίας, Αιτωλοακαρνανίας, Λευκάδος, Κυκλάδων. Β΄ Περιφέρεια. Νομοί:Ευβοίας, Βοιωτίας, Φωκίδος, Φθιώτιδος, Ευρυτανίας Πρεβέζης, ΄Αρτης, Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας Κερκύρας, Δωδεκανήσου, Καρδίτσης και Τρικάλων. Γ΄ Περιφέρεια. Νομοί:Καστοριάς, Φλωρίνης, Κοζάνης, Γρεβενών, Πέλλης, Πιερίας, Ημαθίας, Λαρίσης, Μαγνησίας, Ηρακλείου, Χανίων, Ρεθύμνης και Λασιθίου. Δ΄ Περιφέρεια. Νομοί:Σερρών, Κιλκίς, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης, Εβρου, Σάμου, Λέσβου, Χίου και Χαλκιδικής. Εις την Δ΄ περιφέρειαν περιλαμβάνονται και αι Υπηρεσίαι Παρέδρων παρά τω Υπουργείω Βορείου Ελλάδος και τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. ΄Αρθρον 12 Ομοδικία. Δύνανται να ασκηθούν από κοινού ένδικα μέσα υπό των ομοδίκων, κατά της εκδοθείσης κατ’ αυτών πράξεως ή αποφάσεως. ΄Αρθρον 126. 1.Οι Επιθεωρηταί Επιτρόπων οφείλουν να καταρτίζουν το πρόγραμμα επιθεωρήσεως των εις αυτούς υπαγομένων υπηρεσιών το αργότερον μέχρι του μηνός Ιουνίου εκάστου έτους και να γνωστοποιούν τούτο δια του παρά τη Κεντρική Υπηρεσία Γραφείου Επιθεωρήσεως εις τας προς επιθεώρησιν υπηρεσίας επί τω τέλει όπως, προς διευκόλησιν της επιθεωρήσεως, προγραμματίζωνται αναλόγως αι άδειαι των Προισταμένων αυτών (Επιτρόπων), ώστε να μη συμπίπτουν προς τον χρόνον της επιθεωρήσεώς των. Οι Επιθεωρηταί οφείλουν ωσαύτως να μεταβαίνουν εις τας έδρας των επιθεωρουμένων υπηρεσιών κατά τον προγραμματισθέντα χρόνον προς διενέργειαν της Επιθεωρήσεως. ΄Εκτακτοι ή συμπληρωματικαί επιθεωρήσεις διενεργούνται οποτεδήποτε, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της επομένης παραγράφου. (Μετά τη σελ. 40,434(α) Σελ. 40,4341 Τεύχος Σελ. Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 2.Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται οποτεδήποτε να ενεργήση επιθεώρησιν των ως άνω Υπηρεσιών Παρέδρων και Επιτρόπων και των προϊσταμένων αυτών κατά τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, συντάσσων τας εν τω άρθρω 128 προβλεπομένας εκθέσεις επιθεωρήσεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη δεν ενεργείται η υπό των εις τα προηγούμενα άρθρα οριζομένων Επιθεωρητών προβλεπομένη επιθεώρησις δια το αυτό έτος. Δύναται ωσαύτως ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και μετά την ενέργειαν της τακτικής επιθεωρήσεως υπ’ αυτού ή των ορισθέντων επιθεωρητών ή και προ αυτής, να διατάξη την ενέργειαν εκτάκτου ή συμπληρωματικής επιθεωρήσεως είτε υπό του αυτού είτε άλλου επιθεωρητού εφ’ όσον έχει ενδείξεις ή πληροφορίας περί πλημμελούς λειτουργίας της υπηρεσίας προς εξακρίβωσιν καταγγελίας κατά του προϊσταμένου της υπηρεσίας περί πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων αυτού. ΄Αρθρον 127. Περιεχόμενον Επιθεωρήσεως. 1.Κατά την ενέργειαν της επιθεωρήσεως ο επιθεωρητής εξετάζει τον τρόπον καθ’ ον διεξάγεται η υπηρεσία, την συντελεσθείσαν εργασίαν, τας εκδοθείσας πράξεις ή αποφάσεις, εάν υπάρχη ενημερότης της υπηρεσίας εις την διεκπεραίωσιν των υποθέσεων και τον έλεγχον των λογαριασμών ή των ενταλμάτων πληρωμής, εάν τηρούνται ισχύουσαι οδηγίαι περί του τρόπου λειτουργίας της υπηρεσίας, ως και εάν η τελευταία διεχειρίσθη κανονικώς τας τυχόν εις την διάθεσιν αυτής τεθείσας πιστώσεις, έτι δε και αν υφίσταται περίπτωσις πειθαρχικής διώξεως. Σελ. 40,4342 Τεύχος Σελ. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 2.Η Επιθεώρησις αφορά την εργασίαν του προισταμένου της υπηρεσίας και του υπ’ αυτόν προσωπικού, την συντελεσθείσαν ιδία από της ενεργείας της επιθεωρήσεως του προηγουμένου έτους μέχρι της ημέρας κατά την οποία λαμβάνει χώραν η νέα επιθεώρησις, του επιθεωρητού δυναμένου προς μόρφωσιν ασφαλούς γνώμης περί του ήθους, της επιστημονικής καταρτίσεως, ικανότητος, ευθυκρισίας, φιλοτιμίας και της καλής και ευπρεπούς υπηρεσιακής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπηρετούντος ή υπηρετήσαντος κατά το χρονικόν διάστημα εις το οποίον αφορά η επιθεώρησις Παρέδρου ή Επιτρόπου να ενεργή πάσαν χρήσιμον ή αναγκαίαν, κατά τη κρίσιν του, έρευναν. Άρθρον 128. Εκθέσεις Επιθεωρήσεων. Περί της κατά το προηγούμενον άρθρον ενεργηθείσης επιθεωρήσεως, ο ενεργήσας ταύτην επιθεωρητής συντάσσει α)γενικήν έκθεσιν αφορώσαν εις την καθ’ όλου λειτουργίαν της επιθεωρηθείσης Υπηρεσίας, εις ην απαραιτήτως εκφέρει γνώμην περί του βαθμού αποδόσεως αυτής, υποδεικνύει δε τα τυχόν ληπτέα κατά την κρίσιν του μέτρα προς βελτίωσιν των συνθηκών λειτουργίας της και β)ειδικήν ατομικήν έκθεσιν περί του προισταμένου αυτής Παρέδρου ή Επιτρόπου εις ην λεπτομερώς και ητιολογημένως εκτίθενται αι διαπιστώσεις του επιθεωρητού ως προς την επιστημονικήν κατάρτισιν, το ήθος, την κρίσιν και αντίληψιν, επιμέλειαν, εργατικότητα, υπηρεσιακήν απόδοσιν και την εν γένει συμπεριφοράν και παράστασιν αυτού. Εάν κατά το επιθεωρούμενον χρονικόν διάστημα διετέλεσαν πλείονες προϊστάμενοι συντάσσεται ιδιαιτέρα έκθεσις περί εκάστου εξ αυτών, προσδιοριζομένου ακριβώς του χρονικού διαστήματος κατά το οποίον έκαστος υπηρέτησε. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον εκθέσεις, υποβάλλονται εντός διμήνου από του πέρατος της επιθεωρήσεως εις τον Γενικόν Επιθεωρητήν εις πέντε αντίγραφα εξ ων: α)το πρώτον υποβάλλεται εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος αφού λάβη γνώσιν του περιεχομένου αυτού διαβιβάζει τούτο εις το ως άνω Γραφείον προς φύλαξιν (Αρχείον Επιθεωρήσεως), β)το δεύτερον κοινοποιείται εις τον προς ον αφορά προιστάμενον της επιθωρηθείσης υπηρεσίας, συντασσομένου αποδεικτικού κοινοποιήσεως, όπερ (αποδεικτικόν) αποστέλλεται εις το Γραφείον Επιθεωρήσεως και επισυνάπτεται επί του εις την προηγουμένην περίπτωσιν αναφερομένου πρώτου αντιγράφου, γ)το τρίτον αντίγραφον, μερίμνη του Γραφείου Επιθεωρήσεως, τίθεται εις τον ατομικόν υπηρεσιακόν φάκελλον του προς ον αφορά προισταμένου, δ)το τέταρτον αντίγραφον το αφορών εις την καθ’ όλου λειτουργίαν της επιθεωρηθείσης υπηρεσίας αποστέλλεται εις την επιθεωρηθείσαν υπηρεσίαν και τίθεται εντός ειδικού φακέλλου φέροντος την ένδειξιν «εκθέσεις επιθερήσεων» ε)το πέμπτον αντίγραφον πέμπεται εις τον παρά τω Ελεκτικώ Συνεδρίω Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας παρ’ ου και φυλάσσεται ως απόρρητον έγγραφον. 3.Το Γραφείον Επιθεωρήσεως μετά την συγκέντρωσιν όλων των εκθέσεων εκάστου έτους και την καταχώρησιν αυτών εις τον επί τούτω τηρούμενον ειδικόν βιβλίον, επεξεργάζεται ταύτας, εξετάζει τα τυχόν σημειούμενα ειδικά προβλήματα προς επίλυσιν των οποίων εισηγείται αρμοδίως τα κατάλληλα μέτρα. Εάν εκ των εκθέσεων προκύπτη περίπτωσις επιβάλλουσα, κατά την κρίσιν του Γενικού Επιθεωρητού, την άσκησιν πειθαρχικής διώξεως ανακοινοί τούτου εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς την κίνησιν της σχετικής διαδικασίας δια της αρμοδίας υπηρεσίας. Άρθρον 129 Δια γενικής προς τον Υπουργόν Οικονομικών εκθέσεώς του ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιγράφει την κατάστασιν των καθ’ εκάστην Υπηρεσίαν Παρέδρων και Επιτρόπων και υποδεικνύει τα προς βελτίωσιν αυτών ληπτέα μέτρα, προσέτι δε σημειοί τας τυχόν ειδικάς παρατηρήσεις του περί των υπηρετούντων η υπηρετησάντων εις αυτάς Παρέδρων και Επιτρόπων και του προσωπικού αυτών. Άρθρον 130. Διόρθωσις Εκθέσεων Επιθεωρήσεως. Οι προς ους αφορούν αι εκθέσεις προϊστάμενοι των επιθεωρηθεισών υπηρεσιών, δικαιούνται, εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης προς τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου να ζητήσουν την διαγραφήν, διόρθωσιν ή συμπλήρωσιν της εκθέσεως ως προς γεγονότα, άτινα κατά τα υπ’ αυτών υποστηριζόμενα, παρελείφθησαν ή τυγχάνουν αντικειμενικώς ανακριβή. Ο Πρόεδρος ενεργεί παν ό,τι θεωρεί ενδεδειγμένον προς εξακρίβωσιν του βασίμου ή μη των ισχυρισμών του αιτούντος, συντρεχούσης δε περιπτώσεως, μεριμνά περί της τακτοποιήσεως της ατομικής εκθέσεως επιθεωρήσεως του αιτούντος δια πράξεως αυτού, ήτις ακολουθεί την εν παραγράφω 2 του άρθρου 128 του παρόντος οριζομένην κατανομήν αντιγράφων, συσχετιζομένην προς τα αντίστοιχα αντίγραφα της εκθέσεως. Εν εναντία περιπτώσει δια της πράξεως αυτού απορρίπτει με σχετικήν αιτιολόγησιν την αίτησιν του ενδιαφερομένου, ακολουθουμένης κατά τα λοιπά της ως άνω διαδικασίας. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΜΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Γενικαί Διατάξεις Άρθρον 131. Μη δικαστικά καθήκοντα Ολομελείας. 1.Εις την Ολομέλειαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται, πλην άλλως ειδικώς καθοριζομένων μη δικαστικών καθηκόντων και αι κατά το άρθρον 15 παράγρ. 4, 9, 10 άρθρα 11, παρ. 2, 13, 41 παρ. 3, 42, 74, 78, 82 και 83 του Π.Δ. 774/1980 «περί κωδικοποιήσεως κλπ.» γνωμοδοτήσεις, αποφάσεις και συγκαταθέσεις ως και η διατύπωσις ευχών και γνωμών του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.Επί των ανωτέρω περιπτώσεων εκφέρει προηγουμένως την γνώμην του ο παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας όστις και διαβιβάζει εις τας αρμοδίας αρχάς τας διατυπουμένας υπό της Ολομελείας γνωμοδοτήσεις, συγκαταθέσεις, αποφάσεις, ευχάς ή εκθέσεις. 3.Ο Πρόεδρος δικαιούται να συγκαλή την Ολομέλειαν όπως αποφαίνεται και επί άλλων ζητημάτων, μη ρητώς εν τω Π.Δ. 774/1980 και τω παρόντι αναφερομένων, εάν ως εκ της γενικότητος και σοβαρότητος αυτών κρίνη τούτο αναγκαίον. 4.Την Ολομέλειαν συγκαλεί επίσης ο Πρόεδρος και οσάκις ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ήθελε ζητήσει τούτο επί ομοίας φύσεως ζητημάτων. «5.Η σύγκληση της ολομέλειας είναι υποχρεωτική όταν ζητηθεί εγγράφως από το ένα τρίτο των μελών της. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί μέσα σε πέντε ημέρες, εκείνοι που ζήτησαν την συγκόλησή της μπορούν να συγκαλέσουν την ολομέλεια με αίτηση που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη της». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 3 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), Τόμ. 6, σελ. 146,07. (Αντί για τη σελ. 40, 435) Σελ. 40,435(α) Τεύχος ΙΑ-Ι0-Ι Σελ. 7 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 Άρθρον 132. Διεξαγωγή αλληλογραφίας. 1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του και της καθ’ όλου διεξαγωγής της αφορώσης αυτό υπηρεσίας, αλληλογραφεί απ’ ευθείας μετά των Υπουργείων και πάσης άλλης αρχής, αρχής, δια του Προέδρου αυτού ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος ή του αρμοδίου Κλιμακίου εξαιρέσει των περιπτώσεων, καθ’ ας το Ελεγκτικόν Συνέδριον αλληλογραφεί δια των Διευθυντών και του Γραμματέως αυτού. 2.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον αλληλογραφεί επίσης, δια των Συμβούλων ή των Παρέδρων, προκειμένου περί συγκεντρώσεως πληροφοριών, ή στοιχείων επί των υποθέσεων, εφ’ ων ούτοι είναι εισηγηταί, ως και των Παρέδρων και των Επιτρόπων αυτού προκειμένου περί θεμάτων αναγομένων εις τον κύκλον της αρμοδιότητός των κατά τας διατάξεις του Π.Δ. 774/1980 «περί κωδικοποιήσεως κ.λ.π.». 3.Τα της αλληλογραφίας έγγραφα, αποστέλλονται εις αντίγραφα κυρούμενα υπό του Γραμματέως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκτός των περιπτώσεων καθ’ ας ο εκδίδων ταύτα κρίνει ότι δέον ν’ αποστέλλωνται εν πρωτοτύπω. 4.Τα αφορώντα την υπηρεσίαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου έγγραφα, διευθύνονται απ’ ευθείας εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον, οσάκις όμως δι’ αυτών ζητείται η συγκατάθεσις ή γνωμάτευσις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τότε διευθύνονται προς τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας. Άρθρον 133. Διακίνησις εισερχομένων εγγράφων. 1.Τα εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον περιεχόμενα, μη δικαστικής φύσεως έγγραφα, παραδίδονται εις τους προϊσταμένους των οικείων υπηρεσιών προς ενέργειαν. 2.Τα μη υπαγόμενα εις την αρμοδιότητα υπηρεσίας τινός έγγραφα παραδίδονται εις τον Πρόεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εις τον οποίον παραδίδεται και παν άλλο έγγραφον του οποίου, ως εκ του περιεχομένου του δέον ούτος να λάβη αμέσως γνώσιν. Επί των εγγράφων τούτων ο Πρόεδρος ενεργεί περαιτέρω κατά την κρίσιν του. Άρθρον 134. Διαδικασία πληρώσεως κενών θέσεων Συμβούλων ή Παρέδρων. Ι.Προκειμένης πληρώσεως θέσεων Συμβούλων ή Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Υπουργός των Οικονομικών δια προσκλήσεώς του, δημοσιευομένης εφ’ άπαξ δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και του ημερησίου Τύπου, καλεί τους έχοντας τα προς τούτο προσόντα και επιθυμούντας να διορισθούν, όπως υποβάλουν σχετικήν αίτησιν μετά των απαιτουμένων δικαιολογητικών, εντός προθεσμίας τουλάχιστον μηνιαίας παρ’ αυτού οριζομένης και αρχομένης από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Μετά την λήξιν της προθεσμίας ταύτης ζητούνται από τας αρμοδίας Αρχάς, δι’ εγγράφου του αυτού Υπουργού, οι ατομικοί φάκελλοι των υποβαλλόντων αιτήσεις, μετά την συγκέντρωσιν των οποίων ο Υπουργός των Οικονομικών διαβιβάζει μετά των αιτήσεων και των ατομικών φακέλλων, σχετικόν ερώτημα προς τον Σελ. 40,436(α) Τεύχος ΙΑ-10-1 Σελ. 8 Πρόεδρον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και προκαλεί την κατά τα άρθρα 69 παρ. Ι και 71 του Π.Δ. 774/1980 «περί κωδικοποιήσεως κ.λ.π.» απόφασιν του Συμβουλίου τούτου. Επί διαφωνίας του Υπουργού των Οικονομικών ή προσφυγής, εφαρμόζονται τα εν τω άρθρω 72, του ρηθέντος Π.Δ/τος. Άρθρον 135. Επεξεργασία μη δικαστικών υποθέσεων. Πάσας εν γένει, τας μη δικαστικής φύσεως υποθέσεις της αρμοδιότητος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, περί των οποίων άλλως δεν ορίζουν αι διατάξεις του Π.Δ./τος 774/1980 «περί κωδικοποιήσεως κ.λ.π.» και του παρόντος, επεξεργάζονται προ της υποβολής των εις την Ολομέλειαν, τα Τμήματα, τα Κλιμάκια ή τους Παρέδρους, οι επί τούτω οριζόμενοι υπάλληλοι των οικείων υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εξαιρέσει των υποθέσεων εκείνων, αίτινες κατά την κρίσιν του Προέδρου του Συνεδρίου ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος ή Κλιμακίου, δέον να παραπεμφθούν εις Σύμβουλον ή Πάρεδρον απ’ ευθείας. ΄Αρθρον 13. Συνεκδίκασις ή χωρισμός. 1.Δια την ασφαλεστέραν διάγνωσιν και ταχυτέραν εκδίκασιν, το δικαστήριον δύναται να διατάσση την συνεκδίκασιν πλειόνων ενδίκων μέσων ή αιτήσεων καταλογισμού ως προς τας οποίας συντρέχουν αι προυποθέσεις της ομοδικίας. 2.Το δικαστήριον ωσαύτως δύναται να διατάσση τον χωρισμόν της εκδικάσεως επί κοινού ενδίκου μέσου ή αιτήσεως δια πάντα διαδικαστικόν ή ουσιαστικόν λόγον δικαιολογούντα τούτον. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄. Παρέμβασις. Άρθρον 136. Έλεγχος Λογαριασμών. 1.Έλεγχον λογαριασμού ενεργούν μόνον οι Διευθυνταί και οι Ελεγκταί, εισηγούμενοι εγγράφως, ως και οι επί βαθμώ 6ω του κλάδου ΑΤ υπάλληλοι, εφ’ όσον εις τους τελευταίους τούτους ήθελον ανατεθή τα καθήκοντα ταύτα δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.Αι επί των ανωτέρω υποθέσεων εισηγητικαί εκθέσεις υποβάλλονται μετά προσχεδίου πράξεως εις τον Πρόεδρον του οικείου Κλιμακίου, όστις και παραπέμπει ταύτας προς εισήγησιν εις τους Παρέδρους του Κλιμακίου, δικαιούμενος να κρατήση προς εισήγησιν ανάλογον αριθμόν υποθέσεων. 3.Αι ανωτέρω εισηγητικαί εκθέσεις και προσχέδια πράξεως δύναται να ενσωματούνται εις το αυτό έντυπον. Άρθρον 137. Εξέτασις νομικού και πραγματικού μέρους επί μη δικαστικών υποθέσεων. Οι Πρόεδροι των Κλιμακίων και Πάρεδροι ως Εισηγηταί επί των ως άνω υποθέσεων εξετάζουν ταύτας ως προς το νομικόν και το πραγματικόν μέρος αυτών. Προκειμένου όμως περί ελέγχου λογαριασμών, εξετάζουν ταύτας μόνον ως προς το νομικόν μέρος επί τη βάσει των υπό της επεξεργασίας τιθεμένων πραγματικών γεγονότων, δικαιούμενοι εν πάση περιπτώσει να εξετάζουν και ταύτα, εφαρμοζομένης περαιτέρω και της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 3 του Π.Δ. 774/1980. Άρθρον 138. Διαδικασία εκδόσεως πράξεων υπό Κλιμακίων. 1.Κατά τας προς έκδοσιν των πράξεων των Κλιμακίων συνεδριάσεις, η ημέρα και η ώρα των οποίων καθορίζονται υπό του Προέδρου του οικείου Κλιμακίου, ο κατά το προηγούμενον άρθρον ορισθείς εισηγητής εισηγείται εγγράφως δια πλήρους εκθέσεως, διαλαμβανούσης το ιστορικόν της υποθέσεως, τα τυχόν προκύπτοντα ζητήματα και την επ’ αυτών ητιολογημένην γνώμην του. Την έκθεσιν ταύτην αναπτύσσει και προφορικώς, παραμένει δε αύτη εις τον φάκελλον της υποθέσεως. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 2.Τα Κλιμάκια αποφαίνονται κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των μετεχόντων εις ταύτα μελών. Εάν σχηματισθούν πλείονες των δύο γνωμών, ο νεώτερος των μετεχόντων του Κλιμακίου Πάρεδρος οφείλει να προσχωρήση εις μίαν των δύο άλλων γνωμών. 3.Αι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 80 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των υπό των Κλιμακίων συζητουμένων υποθέσεων. 4.Μετά την ψηφοφορίαν ο προεδρεύων σημειοί επί της εκθέσεως του Εισηγητού περίληψιν του δικαστικού της ληφθείσης αποφάσεως, η οποία συντάσσεται υπό του Εισηγητού. Ο Πρόεδρος δύναται να αναθέση την σύνταξιν της αποφάσεως εις μέλος της πλειοψηφίας εάν εις ταύτην δεν ανήκει ο εισηγητής. 5.Των μη δικαστικών συνεδριάσεων τηρούνται συνοπτικά πρακτικά υπό του Γραμματέως, άτινα, θεωρούμενα και εγκρινόμενα υπό του οικείου Προέδρου, υπογράφονται υπό τούτου και του Γραμματέως. Άρθρον 139. Ανακοίνωσις εις Γενικόν Επίτροπον Επικρατείας μη δικαστικών υποθέσεων προς γνωμοδότησιν. 1.Προκειμένου περί μη δικαστικής φύσεως υποθέσεων της αρμοδιότητος των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο Πρόεδρος τούτων εντέλλεται τον Γραμματέα όπως ανακοινώση ταύτας εις τον Γενικόν Επίτροπον της Επικρατείας, ίνα ούτος εκφέρη την γνώμην του. 2.Εάν η εκδοθείσα υπό του Τμήματος πράξις δεν είναι σύμφωνος προς την γνώμην ταύτην, ανακοινούται η πράξις εις τον Γενικόν Επίτροπον, επιμελεία της οικείας Διευθύνσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρον 140. Διαδικασία ενώπιον των Τμημάτων Αι διατάξεις των άρθρων 79, 80 και 138 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Τμημάτων δια την παρ’ αυτών συζήτησιν των μη δικαστικής φύσεως υποθέσεων της αρμοδιότητός των. Άρθρον 141. Περιεχόμενον Πράξεων Τμημάτων και Κλιμακίων. Αι πράξεις των Τμημάτων και των Κλιμακίων εκδίδονται εν διασκέψει και περιέχουν: α)Το ονοματεπώνυμον των λαβόντων μέρος εις την έκδοσιν της πράξεως μελών, μετά προσδιορισμού των, κατά τα άρθρα 140 και 142 του παρόντος, Εισηγητού και του παραστάντος κατά την διάσκεψιν Γραμματέως, προκειμένου δε περί πράξεων των Τμημάτων, και του παραστάντος Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας. β)Σύντομον έκθεσιν της υποθέσεως και του περιεχομένου των αιτήσεων των ενδιαφερομένων μερών και το ονοματεπώνυμον αυτών. γ)Μνείαν του υποβαλόντος την κατά το άρθρον 136 του παρόντος έκθεσιν Διευθυντού ή Ελεγκτού ή την κατά το άρθον 77 παράγρ. 3 του Π.Δ/τος 774/1980 έκθεσιν του Εισηγητού. δ)Προκειμένου περί πράξεων των Τμημάτων, μνείαν ότι ηκούσθη ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας. ε)Αιτολογικόν μετά μνείας της τυχόν μειοψηφίας. στ)Διατακτικόν. ζ)Την χρονολογίαν της εκδόσεως της πράξεως. η)Τας υπογραφάς του Προέδρου, του Εισηγητού και του Γραμματέως. θ)Διάταξιν περί επιστροφής ή εκπτώσεως του κατατεθέντος παραβόλου, εις ας περιπτώσεις κατεβλήθη τοιούτον. Άρθρον 142. Πράξεις Παρέδρων-Επιτρόπων. Ι.Αι πράξεις των Παρέδρων και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιέχουν:α)Το ονοματεπώνυμον του εκδόντος ταύτας Παρέδρου ή Επιτρόπου, β)Σύντομον έκθεσιν της υποθέσεως, γ)Αιτιολογικόν, δ)Διατακτικόν, ε) Την χρονολογίαν και τον τόπον εκδόσεως της πράξεως και στ)Την υπογραφήν του εκδόντος την πράξιν Παρέδρου ή Επιτρόπου 2.Η πράξις θεωρήσεως των τίτλων πληρωμής περιέχει: α)το ονοματεπώνυμον του Παρέδρου ή Επιτρόπου και την υπογραφήν αυτών και β)τον τόπον και την χρονολογίαν θεωρήσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Ειδικαί Διατάξεις α)Έσοδα Άρθρον 143. Παρακολούθησις εσόδων. 1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον παρακολουθεί τα δημόσια έσοδα βάσει των μηναίων και ετησίων λογαριασμών των Ταμειακών υπολόγων και εν συνδυασμώ προς τα υπό του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους διαβιβαζόμενα εις το τέλος εκάστου οικονομικού έτους στοιχεία. Επίσης ασκεί έλεγχον επί των βεβαιωθέντων εσόδων κατά τας διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 του Π.Δ/.τος 774/1980. 2.Τας επί της διαδικασίας και της πορείας εισπράξεως των δημοσίων εσόδων παρατηρήσεις και πορίσματά του εκθέτει δια της ετησίας εκθέσεως και της διαδηλώσεως. β)Έξοδα Άρθρον 144. Προληπτικός Έλεγχος. Οι Πάρεδροι και οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου βοηθούμενοι και υπό των επί τούτω υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ασκούν τον κατά τα άρθρα 19 και 21 του Π.Δ/τος 774 του 1980 προληπτικόν έλεγχον των δαπανών. ΄Αρθρον 14. Προϋποθέσεις και τρόπος παρεμβάσεως. 1.Πας τρίτος έχων έννομον συμφέρον δύναται να παρέμβη εις εκκρεμή ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκην. 2.Η παρέμβασις ασκείται δια δικογράφου, κατατιθεμένου εν πρωτοτύπω εις τον Γραμματέα του Ελεγκτικού Συνεδρίου οκτώ τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της ορισθείσης δικασίμου, συντασσομένης της οικείας εκθέσεως. Αντίγραφον της παρεμβάσεως κοινοποιείται εις τους διαδίκους πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως, επιμελεία του παρεμβαίνοντος. Βλέπε άρθρ. 1 Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄67), Τόμ. 1Α σελ. 274, σχετικά με το δικαίωμα παρέμβασης ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για το αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι. (Μετά τη σελ. 40,42(α) Σελ. 40,4201 Τεύχος 1310 Σελ. 23 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ.΄ Παράστασις Διαδίκων - Πληρεξουσιότης. Παράστασις κατά την συζήτησιν. Άρθρον 145. Έλεγχος και θεώρησις δικαιολογητικών ενταλμάτων προπληρωμής. 1.Τα δικαιολογητικά των ενταλμάτων προπληρωμής θεωρούν οι Πάρεδροι ή οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετά προηγούμενον έλεγχον υπό του επί τούτω ορισθέντος προσωπικού κατά τα εις τα άρθρα 34 και 35 του Π.Δ/τος 774/1980 διαλαμβανόμενα. Αν ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος δεν ήθελεν εγκρίνη εν όλω ή εν μέρει τα διαβιβασθέντα αυτώ δικαιολογητικά, επιστρέφει ταύτα εις την αποστείλασαν Αρχήν μετ’ αντιγράφου πράξεώς του εις την οποίαν αναγράφονται οι λόγοι της μη εγκρίσεως των ή ζητεί δι’ εγγράφου του την συμπλήρωσιν παρατηρηθεισών ελλείψεων. Μετά την εκ νέου υποβολήν των δικαιολογητικών ή την συμπλήρωσιν τούτων, ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος, είτε θεωρεί ταύτα, εφ’ όσον ήρθησαν οι λόγοι της μη εγκρίσεώς των, είτε εκδίδει την σχετικήν καταλογιστικήν πράξιν του. 2.Τα πρωτότυπα των κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεων τηρούνται εις το Αρχείον του οικείου Παρέδρου ή Επιτρόπου του Συνεδρίου. 3.Τα δικαιολογητικά των ενταλμάτων προπληρωμής, εξαιρέσει των τοιούτων του Δημοσίου, μετά τον έλεγχον και την θεώρησίν των αφού ακυρωθούν κατά τα κεκανονισμένα, επιστρέφονται εις τα εκδόντα τα χρηματικά εντάλματα προπληρωμής Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. δι’ ιδίου εγγράφου εις ο συσχετίζεται το έγγραφον του Ν.Π.Δ. Δικαίου κ.λ.π. δι΄ ου υπεβλήθησαν ταύτα εις τον Πάρεδρον ή Επίτροπον προς θεώρησιν. (Μετά τη σελ. 40, 436) Σελ. 40,437 Τεύχος Ε21-Σελ. 51 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 Άρθρον 146. Εξέτασις απολογισμού και γενικού ισολογισμού. 1.Ο έλεγχος της δημοσίας διαχειρίσεως ολοκληρούται δια του ελέγχου του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους. Προς τούτο ο απολογισμός και ο γενικός ισολογισμός της διαχειρίσεως, υπογραφόμενοι παρά του αρμοδίου Διευθυντού και του Γενικού Διευθυντού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και θεωρούμενοι παρά του Υπουργού των Οικονομικών, αποστέλλονται υπό τούτου εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον το βραδύτερον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον εξετάζει τον απολογισμόν και τον ισολογισμόν του Κράτους, βάσει των κειμένων διατάξεων, κατά τα δι’ αποφάσεως της Ολομελείας αυτού οριζόμενα παραβάλλον τούτους, προς τα παρ’ αυτού εξελεχθέντα σχετικά στοιχεία και τα παρά των Γενικώ Λογιστηρίω του Κράτους βιβλία, μεθ’ ο επιστρέφει αυτούς μετά της επ’ αυτών διαδηλώσεώς του, εις το Γενικόν Λογιστήριον του Κράτους εντός μηνός από της εις αυτό αποστολής των. 3.Αι διαδηλώσεις εκδίδονται υπό της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. (Άρθρον 41 Π.Δ. 774/1980 ΦΕΚ 189/1980). Άρθρον 147. Ετήσιαι εκθέσεις. 1.Οι Πάρεδροι και οι Επίτροποι ως και οι Διευθυνταί του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά την λήξιν εκάστου οικονομικού έτους, δι’ εκθέσεώς των προς το Ελεγκτικόν Συνέδριον εκθέτουν το αποτέλεσμα των εργασιών των, σημειούν τας εκ της ασκήσεως των καθηκόντων των διαπιστωθείσας παραβάσεις των κανόνων του προϋπολογισμού, του κώδικος περί δημοσίου λογιστικού, και παντός άλλου συναφούς προς τα αντικείμενά των νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως, τας γενικάς και ειδικάς παρατηρήσεις των και τας σκέψεις των περί των επενεκτέων μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων της ισχυούσης και σχετικής προς τας αρμοδιότητας του Συνεδρίου νομοθεσίας. 2.Άπαντες οι ανωτέρω και ο Γραμματεύς υποβάλλουν και αναλυτικούς στατιστικούς πίνακας περί της συντελεσθείσης κατά το λήξαν οικονομικόν έτος εργασίας της Διευθύνσεώς των μετά των επί της εργασίας ταύτης παρατηρήσεών των. 3.Αι ανωτέρω εκθέσεις χρησιμεύουν δια την σύνταξιν της κατά το επόμενον άρθρον γενικής εκθέσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρον 148. Γενική έκθεσις Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έχουσα υπ’ όψιν τας εν τω προηγουμένω άρθρω εκθέσεις και την εισήγησιν του ως εισηγητού οριζομένου συμβούλου, διατυπώνει την κατά το άρθρον 42 του Π.Δ/τος 774/1980 γενικήν έκθεσίν της, εις την Σελ. 40,438 Τεύχος Ε21-Σελ. 52 οποίαν εκθέτει το κατά το λήξαν οικονομικόν έτος αποτελέσματα των εργασιών του Συνεδρίου και τας επί τούτων παρατηρήσεις της, σημειώνει πάσας τας κατά το αυτό έτος διαπιστωθείσας εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του Συνεδρίου παραβάσεις των κανόνων του Προυπολογισμού ή άλλων σχετικών προς την εν γένει αρμοδιότητα του Συνεδρίου διατάξεων, υποδεικνύει τα μέσα άτινα θεωρεί ικανά να προλάβουν την επανάληψιν των παραβάσεων τούτων και αναπτύσσει τας σκέψεις αυτής περί των επενεκτέων μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων της σχετικής προς την εν γένει αρμοδιότητα του Συνεδρίου νομοθεσίας. Άρθρον 149. Επιτήρησις δημοσίων υππολόγων. 1.Δια την υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου άσκησιν της κατά το άρθρον 39 του Π.Δ/τος 774/80 επιτηρήσεως επί των Δημοσίων υπολόγων και των υπολόγων των παρ’ αυτού ελεγχομένων διαχειρίσεων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ως και και την παρακολούθησιν της υποβολής των λογαριασμών των υπολόγων τούτων, αι αρμόδιαι υπηρεσίαι οφείλουν ν’ ανακοινούν εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον πάσαν σύστασιν νέας υπολόγου αρχής ή κατάργησιν υφισταμένης τοιαύτης και εν γένει πάσαν μεταβολήν εν τω προσώπω των υπολόγων. 2.Οι υπόλογοι υποχρεούνται να παρέχουν εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον πάσαν πληροφορίαν, την οποίαν τούτο ήθελε κρίνει αναγκαίαν, δια την άσκησιν της κατά τ’ ανωτέρω επιτηρήσεως και να υποβάλουν επίσημα αντίγραφα των επί τω αυτώ σκοπώ ζητουμένων παρά τούτων εγγράφων ή και αυτά τα πρωτότυπα, δια την υποβολήν των οποίων παρέχεται εις τούτους, αν το ζητήσουν, απόδειξις. 3.Πάσα έκθεσις ελέγχου διαχειρίσεως δημοσίου υπολόγου ή τοιούτου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. κοινοποιείται εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον, το οποίον, μετ’ επεξεργασίαν ταύτης δια των αρμοδίων υπηρεσιών αυτού, δύναται να επιληφθή εκ νέου του ελέγχου. Το κλιμάκιον δύναται συντρέχοντος σοβαρού, κατά την κρίσιν του, λόγου, να διατάξη την διενέργειαν ελέγχου οιουδήποτε λογοδοτούντος εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον υπολόγου δι’ επί τούτω οριζομένων υπαλλήλων αυτού ή να προκαλή τοιούτον δια των αρμοδίων Οικονομικών Επιθεωρητών. 4.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον δύναται να παρέχη κατά την κρίσιν του, οδηγίας προς τους υπολόγους. Λογαριασμοί υπολόγων-Κατασταλτικός έλεγχος. Άρθρον 150. 1.Οι υπόλογοι δημοσίων χρηματικών διαχειρίσεων, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ως και οι τοιούτοι χρηματικών διαχειρίσεων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οφείλουν ν’ αποδίδουν λογαριασμόν της διαχειρίσεως των εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον. Οφείλουν επίσης ν’ αποδίδουν λογαριασμόν της διαχειρίσεώς των και οι διαχειριζόμενοι υλικόν του Κράτους δημόσιοι λειτουργοί, εφ’ όσον εκ κειμένων διατάξεων κατέστησαν ούτοι υπόλογοι απέναντι του Ελεγκτικού Συνεδρίου δια την διαχείρισιν του υλικού τούτου. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 2.Οι λογαριασμοί των κατά το προηγούμενον άρθρον υπολόγων είναι μηνιαίοι, αναφερόμενοι εις διαχείρισιν μηνός και ετήσιοι, αναφερόμενοι εις διαχείρισιν δια χρονικόν διάστημα ενός πλήρους οικονομικού έτους ή ολιγωτέρου, εάν η διαχείρισις έληξε καθ’ οιονδήποτε τρόπον προ του τέλους του οικονομικού έτους. Ως ετήσιοι λογαριασμοί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου νοούνται και οι κατά τας κειμένας διατάξεις αναφερόμενοι ως απολογισμοί και ισολογισμοί. 3.Ο τύπος των μηνιαίων και ετησίων λογαριασμών των διαχειρίσεων χρηματικού και υλικού ως και τα εις τούτους επισυναπτέα έγγραφα και δικαιολογητικά τούτων στοιχεία, κανονίζονται δι’ αποφάσεως της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρον 151. Ο κατά το άρθρον 37 του Π.Δ/τος 774/1980 έλεγχος, ασκείται κατά τας διεπούσας το Ελεγκτικόν Συνέδριον διατάξεις και συνίσταται εις την εξακρίβωσιν της νομιμότητος της δαπάνης και της ορθής εκκαθαρίσεως και εντολής πληρωμής, των δι’ επιταγών εις βάρος του Δημοσίου καταβαλλομένων συντάξεων και βοηθημάτων ή άλλων δαπανών. Άρθρον 152. 1.Το Ελεγκτικόν Συνέδριον παρακολουθεί την εμπρόθεσμον υποβολήν των λογαριασμών των εις τούτο λογοδοτούντων υπολόγων, τηρείται δε προς τούτο παρά των αρμοδίων υπηρεσιών αυτού Γενικόν Μητρώον Υπολόγων. 2.Παρελθουσών απράκτων των εις τα άρθρα 24 παρ. 1, 25 παρ. 4, 5, 6, 7 και 8, 32 παρ. 1 και 2 και 33 παρ. 1 του Π.Δ/τος 774 του 1980 οριζομένων προθεσμιών, το Ελεγκτικόν Συνέδριον δικαιούται δια πράξεως του Κλιμακίου, να επιβάλη εις τον υπόλογον την κατά το άρθρον 26 του ανωτέρω Π.Δ/τος την χρηματικήν ποινήν. 3.Την αυτήν ποινήν δικαιούται το Ελεγκτικόν Συνέδριον να επιβάλη, δια του Κλιμακίου, κατά παντός λογοδοτούντος εις αυτό υπολόγου, δια παραβάσεις σχετιζομένας προς την υπηρεσίαν του ελέγχου ή δια μη συμμόρφωσιν του υπολόγου εις διαταγάς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχέσιν εχούσας με τον έλεγχον των διαχειρίσεων. 4.Αι ως άνω ποιναί επιβάλλονται αφού προηγουμένως απευθυνθή προς τον υπόλογον πρόσκλησις εις απολογίαν κατ’ εντολήν του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπό του αρμοδίου Προέδρου του Κλιμακίου, τασσομένης δια την υποβολήν της απολογίας προθεσμίας ουχί ανωτέρας των δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της προσκλήσεως Αι ποιναί αύται επιβάλλονται και άνευ της υποβολής της απολογίας, όταν παρέλθη η ταχθείσα προς τούτο δια της προσκλήσεως προθεσμία, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων του άρθρου 30 του Π.Δ/τος 774/1980. 5.Εν περιπτώσει εμμονής του υπολόγου εις την μη υποβολήν των δικαιολογητικών της διαχειρίσεώς του το Ελεγκτικόν Συνέδριον δύναται να καταλογίση τούτον με το συνολικόν ύψος της διαχειρίσεως δια την οποίαν δεν απεδόθη λογαριασμός. Άρθρον 153. 1.Τους κατά τ’ ανωτέρω υποβαλλομένους λογαριασμούς των υπολόγων εξελέγχει η αρμοδία υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τους μεν μηνιαίους εντός του επομένου από της υποβολής των μηνός, τους δε ετησίους εντός εξαμήνου από της υποβολής των. 2.Η επιμέλεια της εκτυπώσεως των εντύπων των τε μηνιαίων και ετησίων λογαριασμών και της αποστολής τούτων εις τους υπολόγους εξακολουθεί υπαγομένη εις τας αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Δι πάσαν όμως μεταβολήν του κεκανονισμένου ήδη τύπου των εντύπων απαιτείται απαραιτήτως προηγουμένως έγκρισις της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρον 154. Δια πάσαν, κατά την ενέργειαν του ελέγχου, παρατηρουμένην αμφιβολίαν ή έλλείψιν λογιστικών εγγραφών ή εσφαλμένην κατάταξιν εσόδων ή εξόδων και εν γένει εσφαλμένην εγγραφήν, ή δια παράλειψιν της εισπράξεως των κατά νόμον τελών ή προσαυξήσεων εκπροσθέσμου κααταβολής κ.λ.π., η αρμόδια Διεύθυνσις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος αυτού καλεί τους υπολόγους δια φύλλου μεταβολών και ελλείψεων να παράσχουν τας αναγκαίας πληροφορίας, να επιφέρουν εις τους λογαριασμούς και τα βιβλία αυτών τας ενδεικνυομένας διορθώσεις ή άλλως ν’ αναπληρώσουν την καταδεικνυομένην έλλειψιν, τάσσοντες προς τούτο προθεσμίαν ουχί ανωτέραν των 15 ημερών. ΄Αρθρον 15. 1.Το Δημόσιον κατά την συζήτησιν παρίσταται δια του κατά το άρθρον 11 του παρόντος εκπροσωπούντος αυτό. 2.Ενώπιον της Ολομελείας το Δημόσιον παρίσταται δια Συμβούλου ή Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Άρθρον 155. 1.Προκειμένου περί μηνιαίων λογαριασμών των ταμιακών υπολόγων, εάν εκ του ελέγχου προκύψουν αναμφισβήτητοι ελλείψεις ή ανωμαλίαι, συνεπαγόμεναι χρέωσιν ή πίστωσιν του υπολόγου, η αρμοδία Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού επιφέρη τας ενδεικνυομένας μεταβολάς εις τους λογαριασμούς του υπολόγου, χρεώνει συγχρόνως τούτον υπό τον λογαριασμόν «υπόλογοι χρεώσται εκ ληψοδοσίας» δια την επί έλαττον χρέωσιν ή επί πλέον πίστωσιν αυτού, ή πιστώνει αυτόν υπό τον λογαριασμόν «υπόλογοι πιστωταί εκ ληψοδοσίας» δια την επί πλέον χρέωσιν ή επί έλαττον πίστωσιν, εν αυτώ δε παραγγέλλει τον υπόλογον δια φύλλου χρεώσεως ή πιστώσεως, προσηκόντως ητιολογημένου, όπως χρεωθή ή πιστωθή ούτος εν τη διαχειρίσει αυτού. 2.Τα φύλλα χρεώσεως και πιστώσεως υπογράφει ο Πρόεδρος του αρμοδίου Κλιμακίου ή ο υπό τούτου οριζόμενος Πάρεδρος, εκ των μετεχόντων του Κλιμακίου, ως επίσης ο Πάρεδρος ή Επίτροπος εις τας περιπτώσεις του άρθρου 22 παρ. 2 του Π.Δ/τος 774/1980 ή ο αρμόδιος Δ/ντής, εφ’ όσον, ως προς τον τελευταίον τούτον, δι’ ειδικής εντολής του αρμοδίου Κλιμακίου ήθελεν ανατεθή αυτώ το δικαίωμα τούτο. 3.Αντίγραφα των κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου εκδιδομένων φύλλων χρεώσεως και πιστώσεως ως και των κατά το προηγούμενον άρθρον φύλλων μεταβολών και ελλείψεων δια των οποίων επέρχονται μεταβολαί εις την κατάταξιν των λογαριασμών του υπολόγου ή ανακαταλογισμοί εσόδων και εξόδων, αποστέλλονται εις το Γενικόν Λογιστήριον του Κράτους. Άρθρον 156. Μετά την περαίωσιν του ελέγχου των μηναίων ταμιακών λογαριασμών και την ενημέρωσιν των προς τούτο τηρουμένων βιβλίων δι’ έκαστον Δημόσιον Ταμείον, η αρμοδία Διεύθυνσις του Ελεγκτικού Συνεδρίου διαβιβάζει εις το Γενικόν Λογιστήριον του Κράτους πάσας εν γένει τας αναλυτικάς και συγκεφαλαιωτικάς καταστάσεις των λογαριασμών ως και αντίγραφα των εκδοθέντων φύλλων πιστώσεως και χρεώσεως. Άρθρον 157. Κατά τον έλεγχον των ετησίων λογαριασμών των μηνιαίως λογοδοτούντων υπολόγων η αρμοδία υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξετάζει αν οι λογαριασμοί ούτοι είναι σύμφωνοι προς τα πορίσματα του ελέγχου των μηνιαίων λογαριασμών και αν επηνέχθησαν επ’ αυτών πάσαι αι υποδειχθείσαι διορθώσεις και μεταβολαί. Άρθρον 158. Εις περίπτωσιν αμφιβολιών επί αναφυομένων κατά τον έλεγχον και την επεξεργασίαν των λογαριασμών ζητημάτων, δύναται να προκληθή εκ των προτέρων, δι’ εκθέσεως του οικείου Παρέδρου ή Διευθυντού ή Επιτρόπου προς το αρμόδιον Κλιμάκιον, η γνώμη αυτού επί των ζητημάτων τούτων. (Μετά τη σελ. 40, 438) Σελ. 40,439 Τεύχος Ε21-Σελ. 53 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου 29.Α.α.42 Άρθρον 159. 1.Επί τη βάσει του πορίσματος του ελέγχου των ετησίων εν γένει λογαριασμών των υπολόγων, εν συνδυασμώ προς τας υπό τούτων παρασχεθείσας πληροφορίας επί των κατά το άρθρον 154 του παρόντος φύλλων μεταβολών και ελλείψεων και των κατά το άρθρον 155 τούτου φύλλων χρεώσεως ή πιστώσεως, η αρμοδία υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου συντάσσει και υποβάλλει την έκθεσίν της επί της εν γένει διαχειρίσεως του υπολόγου, μετά σχετικού προσχεδίου πράξεως, εις τον Πρόεδρον του οικείου Κλιμακίου ίνα ενεργηθούν περαιτέρω τα εν άρθροις 135-142 του παρόντος οριζόμενα. 2.Εάν ο λογοδοτών μηνιαίως υπόλογος ήθελε καθυστερήσει την εκτέλεσιν εκδοθέντος επί των λογαριασμών του φύλλου χρεώσεως πέραν του διμήνου από της εις αυτόν περιελεύσεως τούτου, η κατά την προηγουμένην παράγραφον έκθεσις μετά του προσχεδίου πράξεως δύναται να υποβληθή δια μόνην την εν τω φύλλω τούτω αναφερομένην έλλειψιν, εάν προβλέπεται ότι ο έλεγχος των σχετικών ετησίων λογαριασμών θα βραδύνη να περατωθή, συντρέχει δ’ αποχρών λόγος όπως αποφανθή το Ελεγκτικόν Συνέδριον επί της ελλείψεως ταύτης προ της εκδικάσεως των ετησίων λογαριασμών. Της επί του ως είρηται φύλλου χρεώσεως εκδιδομένης πράξεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου γίνεται απαραιτήτως μνεία εν τη εκδοθησομένη δια τους ετησίους λογαριασμούς σχετική πράξει. 3.Εις περίπτωσιν υποβολής μηναίων λογαριασμών, ουχί δε και ετησίων, η έκθεσις μετά του προσχεδίου πράξεως υποβάλλεται δια τους μηνιαίους τούτους λογαριασμούς. 4.Προκειμένου περί ελλείψεων χαρτοσήμου, εξακριβουμένων κατά τον έλεγχον των διαχειρίσεων και μη αναπληρουμένων υπό των υπολόγων, εκτός του καταλογισμού τούτων δια του ελλείποντος τοιούτου, καταρτίζεται υπό της ελεγχούσης υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ίδιος πίναξ αποστελλόμενος εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Υπουργού Οικονομικών. Άρθρον 160. Το αρμόδιον Κλιμάκιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου παρακολουθεί, εποπτεύει και συντονίζει το έργον του κατασταλτικού ελέγχου, των εις αυτό υπαγομένων διαχειρίσεων. Άρθρον 161. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον έχον υπ’ όψει του την κατά το άρθρον 159 έκθεσιν ως και την κατά το άρθρον 138 του παρόντος εισήγησιν, κηρύσσει δια πράξεώς του ως ορθώς έχοντας τους λογαριασμούς ή καταλογίζει μετά των νομίμων προσαυξήσεων, εις βάρος του υπολόγου το τυχόν έλλειμμα ή το εκ παραλείψεως εισπράξεως πρόσκομμα ή βεβαιοί εις πίστωσιν αυτού το τυχόν πλεόνασμα. Σελ. 40,440 Τεύχος Ε21-Σελ. 54 Άρθρον 162. 1.Αι παρά του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας ή των υπολόγων ή των εγγυητών ασκούμενοι κατά τα εν άρθρω 29 του Π.Δ/τος 774 του 1980 αιτήσεις αναθεωρήσεως κατά των επί των λογαριασμών πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, απευθύνονται ενώπιον του εκδόντος τας πράξεις ταύτας Κλιμακίου, Παρέδρου ή Επιτρόπου και περιέχουν αναλόγως τα εν άρθρω 31 του παρόντος αναφερόμενα στοιχεία. 2.Ωσαύτως, τα αυτά στοιχεία δέον να περιέχουν και αι ενώπιον του οικείου Κλιμακίου απευθυνόμεναι αιτήσεις αναθεωρήσεως κατά των υπό του Κλιμακίου τούτου εκδοθεισών πράξεων επί αιτήσεων κανονισμού συντάξεων ως και επί των υπ’ αυτού εκδιδομένων πράξεων του άρθρου 5 του Ν. 4448 του 1964. Άρθρον 163. 1.Αι πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των Παρέδρων και των Επιτρόπων αυτού ανακοινούνται εις την αρμοδίαν κατά περίπτωσιν υπηρεσίαν. Προκειμένου όμως περί πράξεων εκδιδομένων επί των υπό του Κλιμακίου ελεγχομένων λογαριασμών, εφαρμόζονται τα εις το άρθρον 28 του Π.Δ/τος 774/1980 οριζόμενα. 2.Αντίγραφα των πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποστέλλονται εις τας οικείας Αρχάς οσάκις αύται είναι ανάγκη να λάβουν οπωσδήποτε γνώσιν του περιεχομένου των πράξεων ή να προβούν εις ενεργείας επί τούτων. Άρθρον 164. Πλην των υπό του παρόντος Διατάγματος οριζομένων βιβλίων εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον τηρούνται και πάντα τα δια την διεξαγωγήν της υπηρεσίας του αναγκαία τοιαύτα, οριζόμενα εκάστοτε δι’ αποφάσεων της Ολομελείας αυτού. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΄Αρθρον 16. Οι άλλοι πλήν του Δημοσίου διάδικοι παρίστανται μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώπιον δε της Ολομελείας εκ των διωρισμένων παρ’ Αρείω Πάγω, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κώδικος περί Δικηγόρων. Άρθρον 165.-Αι διατάξεις του παρόντος έχουν εφαρμογήν και επί των δια του άρθρου 85 του Π.Δ/τος 774/1980 αιτήσεων επανεξετάσεως. Άρθρον 166.-1.Αι εκκρεμείς ενώπιον των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκαι, δια τας οποίας κατά την δημοσίευσιν του παρόντος έχει ορισθή ημερομηνία προς συζήτησιν, συνεχίζονται κατά τας διατάξεις του από 18/23 Μαΐου 1955 Δ/τος «περί εκτελέσεως κ.λ.π.» μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως. 2.Αι μετά την έναρξιν ισχύος του παρόντος αναπεμπόμεναι μετ’ αναίρεσιν υπό της Ολομελείας εις τα Τμήματα υποθέσεις δια του παρ’ αυτών εκ νέου εξέτασιν κατά το αναιρεθέν μέρος συμφώνως προς το άρθρον 116 του παρόντος, εκδικάζονται υπό των Τμημάτων τούτων κατά τας διατάξεις του παρόντος. Άρθρον 167.-Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, καταργείται το από 18/23 Μαΐου 1955 «περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» Διάταγμα, ως τούτο ετροποποιήθη ή συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου. Άρθρον 168.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της πρώτης του μεθεπομένου από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μηνός. 29.Α.α.42 Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου ΄Αρθρον 17. Διορισμός πληρεξουσίου. 1.Ο διορισμός του πληρεξουσίου γίνεται δι’ εγγράφου ή δια προφορικής δηλώσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την συζήτησιν της υποθέσεως, καταχωριζομένης εις τα Πρακτικά. 2.Το παρέχον την πληρεξουσιότητα έγγραφον δύναται να είναι δημόσιον ή και ιδιωτικόν. Η γνησιότης της υπογραφής του εντολέως πρέπει να βεβαιούται επί του ιδιωτικού εγγράφου υπό συμβολαιογράφου ή υπό δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής Αρχής. 3.Εάν ο διάδικος είναι αγράμματος, το ιδιωτικόν έγγραφον υπογράφεται υπό δύο μαρτύρων, βεβαιουμένης της γνησιότητος των υπογραφών τούτων κατά τον υπό της προηγουμένης παραγράφου καθοριζόμενον τρόπον ή αναπληρούνται υπό εγγράφου δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, περιέχοντος την ενώπιον αυτών δήλωσιν του αγραμμάτου διαδίκου περί του διοριζομένου πληρεξουσίου αυτού. 4.Τα πληρεξούσια έγγραφα κατατίθενται εις το δικαστήριον. ΄Αρθρον 18. Δικαιώματα πληρεξουσίου. 1.Η διδομένη κατά το προηγούμενον άρθρον πληρεξουσιότης παρέχει εις τον πληρεξούσιον το δικαίωμα να παριστά επί δικαστηρίου τον διάδικον και να επιχειρή πάσας τας κυρίας και παρεπομένας πράξεις, τας αφορώσας εις την διεξαγωγήν της δίκης. 2.Πληρεξουσιότης δια πάσας τας δίκας ισχύει μέχρι πέρατος αυτών παρ’ εκτός εάν ανεκλήθη αύτη. 3.Ο πληρεξούσιος είναι υποιχρεωτικώς και αντίκλητος του ενολέως αυτού δια τας αφορώσας την, εις ην παρίσταται, δίκην κοινοποιήσεις, περιλαμβανομένης και της οριστικής αποφάσεως. 4.Η πληρεξουσιότης προς διεξαγωγήν της δίκης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν περιλαμβάνει, πλήν αν ειδικώς αναφέρεται εν αυτή, την παραίτησιν από δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου ή παραίτησιν από ασκηθέντος ενδίκου μέσου, συνεπαγομένην απώλειαν του δικαιώματος προς άσκησιν νέου τοιούτου. Δεν περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα της προσβολής εγγράφου ως πλαστού. ΄Αρθρον 2 Αρμοδιότης Ολομελείας-Τμημάτων. 1.Την δικαιοδοσίαν ασκεί το Ελεγκτικόν Συνέδριον δια της Ολομελείας, των Τμημάτων και του Κλιμακίου αυτού. 2.Εν Ολομελεία δικάζει και αποφασίζει επί αιτήσεων αναιρέσεως κατ’ αποφάσεων των Τμημάτων αυτού, δια των Τμημάτων δε επί πάσης άλλης περιπτώσεως και δια του Κλιμακίου επί ενστάσεων κατά το άρθρον 5 του ν. 448/1964. 3.Εις περίπτωσιν καθ΄ ην η διαφορά εισήχθη εις Τμήμα διάφορον του αρμοδίου, παραπέμπεται αύτη εις το εις ο υπάγεται αρμόδιον τοιούτον, τυχόν όμως εκδίκασίς της δεν ιδρύει λόγον αναιρέσεως. ΄Αρθρον 19. Παύσις πληρεξουσιότητος. Η πληρεξουσιότης παύει α)δια του θανάτου του πληρεξουσίου, β)δια της περατώσεως της δίκης ή της ενεργείας της πράξεως, δι ην παρεσχέθη, γ)δια της παραιτήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου ή της εκπτώσεως ή της παύσεως αυτού εκ του λειτουργήματος, δ)δια παραιτήσεως εκ της πληρεξουσιότητος, ε)δι’ ανακλήσεως της πληρεξουσιότητος. Η νομίμως παρασχεθείσα πληρεξουσιότης δεν αίρεται εν περιπτώσει θανάτου ή μεταβολής εις την προσωπικήν κατάστασιν του δόντος αυτήν, εφ’ όσον οι εν τη δίκη διάδοχοι τούτου δεν ανακαλέσουν την πληρεξουσιότητα. ΄Αρθρον 20. Παραίτησις και ανάκλησις. 1.Η παραίτησις του πληρεξουσίου και η ανάκλησις της πληρεξουσιότητος, εφ’ όσον δεν γίνονται επ’ ακροατηρίου, ισχύουν έναντι του δικαστηρίου από της καταθέσεως εις την γραμματείαν αυτού δηλώσεως του παραιτουμένου ή του ανακαλούντος, εφ’ ης ισχύουν αναλόγως τα εν παραγράφοις 2 και 3 του άρθρου 17 του παρόντος, έναντι δε του ετέρου των διαδίκων από της κοινοποιήσεως εις αυτόν της παραιτήσεως ή της ανακλήσεως. 2.Η ανάκλησις της πληρεξουσιότητος πρέπει να κοινοποιηθή και εις τον ανακαλούμενον πληρεξούσιον. 3.Ο παραιτούμενος πληρεξούσιος και μετά την παραίτησιν αυτού εφ’ όσον δεν διωρίσθη έτερος, επιχειρεί τας αναγκαίας πράξεις προς αποτροπήν επιζημίων εκ της παραιτήσεως συνεπειών εις τα συμφέροντα του δόντος την πληρεξουσιότητα. ΄Αρθρον 21. Νομιμοποίησις πληρεξουσίου. 1.Δια τας προπαρασκευαστικάς πράξεις και κλήσεις μέχρι της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, θεωρείται υπάρχουσα πληρεξουσιότης, δια δε την επ’ ακροατηρίου συζήτησιν απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης κατά τους ορισμούς του άρθρου 17 του παρόντος, ης μη υπαρχούσης κηρύσσονται άκυροι όλαι αι πράξεις και αυταί αι πρότερον επιχειρηθείσαι υπό του ενεργήσαντος ως πληρεξουσίου ως και αι κλήσεις προς συζήτησιν. ΄Ενδικα μέσα, υπογεγραμμένα υπό πληρεξουσ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.