← Ελλάδα

9. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ΄ αριθ. 775 της 10/30 Δεκ. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 254) Περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί Λαϊκής Κατοικίας. ΄Εχοντες υπ΄ όψει τας διατάξ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί τις διατάξεις σχετικά με τη Λαϊκή Κατοικία, δηλαδή τη στέγαση για τους πολίτες, και καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις παροχής στεγαστικής βοήθειας.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
9. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ΄ αριθ. 775 της 10/30 Δεκ. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 254) Περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί Λαϊκής Κατοικίας. ΄Εχοντες υπ΄ όψει τας διατάξεις του άρθρου πέμπτου του Νόμ. 2063/52 «περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Α.Ν. 1667/51 «περί Λαϊκής Κατοικίας» εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 3090/54. Προτάσει του Ημετέρου επί της Κοινωνικής Προνοίας Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. ΄Αρθρον μόνον.-Κωδικοποιούμεν ως κατωτέρω τας διατάξεις τας αναφερομένας εις την νομοθεσίαν περί Λαϊκής Κατοικίας ήτοι: α)του Α.Ν. 1667/51 «Περί Λαϊκής Κατοικίας» (ΦΕΚ 30/51 Τ.Α.΄) β)του Νόμ. 2063/52 «Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Α.Ν. 1667/51 (ΦΕΚ 160/52 Τ.Α΄. γ)εκ των διατάξεων του Νόμ. 3090/54 (ΦΕΚ 250/54), 3488/55 (ΦΕΚ 355/55), 4024/59 (ΦΕΚ 247/59), 3217/55 (ΦΕΚ 109/55) και 3841/58 (ΦΕΚ 147/58) τας αναφερομένας εις συμπλήρωσιν και τροποποίησιν των διατάξεων της νομοθεσίας περί Λαϊκής Κατοικίας, δ)του από 9/10/1952/5-11-1952 Β.Δ/τος «περί τύπου και τρόπου κατασκευής Λαϊκών Κατοικιών» (315/52) και ε)του από 30-1052/14-11-1952 Β.Δ/τος «περί χαρακτηρισμού και επιλογής δικαιούχων στεγαστικής συνδρομής δια λαϊκήν Κατοικίαν» (ΦΕΚ 322/52). 35.Η.α.8α-9 Λαϊκή Κατοικία ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Αρμοδιότης άρθρ. 2 παρ. 3 του παρόντος. Β.α)Στεγαστικήν συνδρομήν προς Συνεταιρισμούς περί ων το άρθρ. 3 του παρόντος. Γ.α)Στεγαστικήν συνδρομήν προς δικαιούχους στεγάσεως κατά το άρθρ. 2 του παρόντος. Τα ως άνω προγράμματα καταρτίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως. 2.Δι’ έκαστην των άνω περιπτώσεων δύνανται να καταρτίζωνται πλείονα προγράμματα περιλαμβάνοντα έκαστον διάφορα είδη συνδρομής κατά τα άρθρ. 4 και 6 του παρόντος και διαφόρου βαθμού. Επίσης δύνανται να καθορίζωνται προγράμματα προς δικαιούχους διαθέτοντας ιδιόκτητον οικόπεδον ή διαθέτοντας αποδεδειγμένως μέρος της απαιτουμένης δαπάνης δια την κατασκευήν της κατοικίας των ή και διαθέτοντας οικόπεδον και μέρος της απαιτουμένης δαπάνης. Εις τα ως άνω προγράμματα καθορίζεται ο αριθμός των οικογενειών αίτινες θέλουσι περιληφθή εις έκαστον εξ αυτών. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία 3.Κατά τον καθορισμόν του αριθμού οικογενειών περί ου η προηγουμένη παράγραφος ως και κατά την εφαρμογήν της κατωτέρω παρ. 5 περί προτεραιότητος λαμβάνεται πάντοτε υπ’ όψιν, ότι κατά τον παρόντα Νόμον πόροι προερχόμενοι εκ της προς στέγασιν των προσφύγων προοριζομένης ή διατιθεμένης περιουσίας, διατίθενται εξ ολοκλήρου δια την παροχήν στεγαστικής συνδρομής εις ακαταλλήλως εστεγασμένας προσφυγικάς οικογενείας κατά τας διατάξεις του παρόντος ως ελάχιστον όριον παροχής στεγαστικής βοηθείας προς την κατηγορίαν ταύτην. 4.Η προτεραιότης παροχής συνδρομής εις δικαιούχους κανονίζεται κατά τα εν τη επομένη παραγράφω οριζόμενα. 5.Δια την εγγραφήν εις τους πίνακας τούτους τηρείται προτεραιότης αναλόγως του βαθμού της και της στεγαστικής καταστάσεως της οικογενείας, της αδυναμίας βελτιώσεως της καταστάσεως ταύτης, δι’ ιδίων μόνον μέσων της οικογενείας λόγω μικρού εισοδήματος, του χρόνου παραμονής της οικογενείας εις το ακατάλληλον στέγαστρον, της συμβολής ην δύναται να διαθέση έκαστος των δικαιούχων έναντι της αξίας της νέας κατοικίας του αριθμού μελών της οικογενείας, της ιδιότητός της ως πολυτέκνου και της ιδιότητος του αρχηγού της οικογενείας. Η προτεραιότης εκ της ιδιότητος του δικαιούχου αρχηγού ή προστάτου της οικογενείας δίδεται κατά την ακόλουθον σειράν: α)Οικογένεια άνευ προστάτου λόγω πολεμικής αιτίας ή οικογένεια της οποίας ο αρχηγός ή ο προστάτης είναι ανάπηρος πολέμου. β)Οικογένεια της οποίας ο αρχηγός ή ο προστάτης τυγχάνει πρόσφυξ εν γένει εκ Μικράς Ασίας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας κλπ. γ)Οικογένεια της οποίας ο αρχηγός ή προστάτης τυγχάνει μισθωτής εν γένει ήτοι δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος, συνταξιούχος εν γένει, εργάτης κλπ. Η προτεραιότης εις περιπτώσεις ίσων δικαιωμάτων δίδεται δια κλήρου. Δια την εκτέλεσιν προγράμματος τινός κατά το άρθρ. 2 παρ. 3 του παρόντος, προτεραιότης, ως εκ της υφισταμένης στεγαστικής καταστάσεως του οικισμού προελεύσεως του δικαιούχου δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Στεγαστική συνδρομή παρέχεται κατά σειράν εξ εκάστου, οριστικού πίνακος δικαιούχων εις όσαν οικογενείας, προβλέπεται υπό του προγράμματος κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου. 6.Η προτεραιότης παροχής στεγαστικής συνδρομής προς συνεταιρισμούς κανονίζεται βάσει γενικών κριτηρίων, καθορισθησομένων δια Β.Δ/των εκδοθησομένων προτάσσει των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Εργασίας, μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως ή της κατά το άρθρ. 15 του παρόντος Επιτροπής προκειμένου περί παροχής στεγαστικής βοηθείας εις οικοδομικούς Συνεταιρισμούς ησφαλισμένων ή συνταξιούχων εκ των αποθεματικών κεφαλαίων των Ασφαλιστικών Οργανισμών, στηριζομένων όμως πάντοτε επί της ιδιότητος των μελών των ως δικαιούχων στεγαστικής συνδρομής, λόγω κακής στεγαστικής καταστάσεως, της ιδιότητος του αρχηγού της οικογενείας και εκ του ποσοστού της υπό εκάστου συνεταιρισμού παρεχομένης συνδρομής έναντι της απαιτηθησομένης Κρατικής τοιαύτης. Εφ’ όσον η εις Συνεταιρισμόν τινά δυναμένη να χορηγηθή στεγαστική συνδρομή δεν επαρκεί δια την κάλυψιν των στεγαστικών αναγκών όλων των μελών του, χορηγείται υπ’ αυτού τοιαύτη εις ωρισμένα μόνον μέλη του. Εις την περίπτωσιν ταύτην η προτεραιότης μεταξύ των μελών του εις α χορηγεί ούτος στεγαστικήν συνδρομήν κανονίζεται κατά τα εν τη προηγουμένη παρ. 5 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 7.Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Κοιν. Προνοίας κατόπιν γνώμης του κατά το άρθρ. 109 του υπ’ αριθ. 682/1960 Β.Δ/τος «περί Οργανισμού του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας», Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως κανονίζονται τα των προσκλήσεων των ενδιαφερόμενων όπως ζητήσωσι να εγγραφούν εις τους πίνακας δικαιούχων αίτινες πάντων είναι γενικαί δια του τύπου, ή δια τοιχοκολλήσεων ή δι’ αναγνώσεων επ’ εκκλησίαις, τα των προθεσμιών προς υποβολήν αιτήσεων αίτινες δύνανται να ορίζωνται και ανατρεπτικαί και δεν δύνανται να είναι βραχύτεραι του 15θημέρου, τα αναγκαία πιστοποιητικά, βεβαιώσεις κλπ. στοιχεία προς εδραίωσιν των στεγαστικών δικαιωμάτων των αιτούντων, τα της κατατάξεως εις προτεραιότητα επιτρεπομένης προς τούτο της βαθμολογήσεως εκάστης περιπτώσεως κατά διακρίσεις και με τους καθοριζομένους εν άρθρ. 42 του παρόντος βαθμούς ως και τα του συνδυασμού των βαθμών αυτών προς τελικόν καθορισμόν της προτεραιότητος, η διαδικασία και ο χρόνος παροχής της υπό του δικαιούχου, παρεχομένης συμβολής εν συσχετίσει προς την εκτέλεσιν του προγράμματος στεγαστικής βοηθείας και τα της διενεργείας της κληρώσεως προς, καθορισμόν προτεραιότητος, ήτις πάντως γίνεται δημοσία, τα του καταρτισμού των τελικών πινάκων των δικαιούχων, και της επικυρώσεως αυτών, ήτις γίνεται μετά γνώμην του Νομαρχιακού Συμβουλίου Στεγάσεως, τα της υποβολής τυχόν ενστάσεως κατά την εγγραφής ή παραλείψεως δικαιούχων και της εκδικάσεως αυτών δι’ ην πάντως απαιτείται γνώμη του Νομαρχιακού Συμβουλίου Στεγάσεως και εν γένει πάντα τα αναγκαία δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου. 8.Δικαιούχοι στεγάσεως μη ανταποκρινόμενοι εις τας δια του παρόντος Νόμου επίβαλλομένας υποχρεώσεις αυτών ή προς τας Σελ. 417 Λαϊκή Κατοικία 35.Η.α.9 υπ’ αυτών αναλαμβανομένας τοιαύτας, διαγράφονται του οριστικού πίνακος προτεραιότητος της θέσεώς των καταλαμβανομένης υπό των αμέσως επομένων εις τους πίνακες δικαιούχων. Η διαγραφή γίνεται δι’ ανεκκλήτου αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του κατά το άρθρ. 129 του υπ’ αριθ. 682/60 Β.Δ/τος «Περί Οργανισμού του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας» Νομαρχιακού Συμβουλίου Στεγάσεως προκειμένου περί δικαιούχων περιοχής τέως Δ/σεως Πρωτευούσης άλλως δι’ ομοίας αποφάσεως του οικείου Νομάρχου μετά γνώμην του αυτού Συμβουλίου συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 1 και 26 του Νόμ. 3200/55 «Περί Διοικητικής Αποκεντρώσεως» εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις του από 286-1955 «Περί εξαιρέσεως από της αρμοδιότητος των Νομαρχών αντικειμένων τινων αρμοδιότητος Λαϊκής Στέγης του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας». Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κ.Συμβουλίου Στεγάσεως κανονίζονται πάσαι αι αναγκαίαι λεπτομέρειαι προς εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης. Τρόπος και όροι παροχής συνδρομής Άρθρ.6.-(παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8 και 10 του άρθρ. 6 του Α.Ν. 1667/51, παρ. 11, 12, 13 και 14 του άρθρου δευτέρου του Νόμ. 2063/52, παρ. 2, 3, 4, 5 και 7 άρθρ. 4 του Ν.Δ. 3090/54, παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 3488/1955 και άρθρ. 6 του Νόμ. 3488/55). 1.Αι λαϊκαί κατοικίαι διατίθενται προς τους κατά τον παρόντα Νόμον δικαιούχους επί μισθώματι ή μεταβιβάζονται κατά κυριότητα προς αυτούς επί χρεώσει της αξίας αυτών, κατά τας διατάξεις του παρόντος. Τα παραχωρούμενα οικόπεδα, μεταβιβάζονται εις τους κατά τον παρόντα Νόμον δικαιούχους δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχου εξαιρέσει των κειμένων εις την περιοχήν της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, μεταβιβαζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Προνοίας, και αποτελουσών τίτλον μεταγραφής, δωρεάν ή επί χρεώσει της αξίας αυτών κατά τας διατάξεις του παρόντος και υπό τον όρον της εκτελέσεως εντός ωρισμένης προθεσμίας ωρισμένων κατ’ ελάχιστον όριον οικοδομικών εργασιών. Δια των αυτών αποφάσεων ορίζεται η αξία του παραχωρουμένου οικοπέδου, κατόπιν γνωμοδοτήσεως Επιτροπής οριζομένης εκάστοτε υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας, ο χρόνος και ο τρόπος εξοφλήσεως της αξίας του ως και η εγγραφή υποθήκης μέχρι τελικής εξοφλήσεως της Σελ. 418 καθορισθείσης αξίας. Η απόφασις αύτη διαβιβάζεται υπό του Υπουργείου εις τον αρμόδιον μεταγραφοφύλακα όστις υποχρεούται αμέσως να μεταγράψη το παραχωρούμενον επ’ ονόματι του υπέρ ου η παραχώρησις και να εγγράψη την υπέρ του Δημοσίου υποθήκην, να μεταβιβάση δε τα σχετικά πιστοποιητικά μεταγραφής και υποθήκης εις το Υπουργείον. Η υπέρ του Δημοσίου υποθήκης θεωρείται εγγραφείσα από της μεταγραφής της κυριότητος έστω και αν εγένετο μεταγενεστέρως, προηγείται δε πάσης ετέρας ή οιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος υπέρ ετέρου τινός έστω και αν κατεχωρήθησαν εις τα οικεία βιβλία προ της υπέρ του Δημοσίου υποθήκης. Η διαγραφή της υποθήκης ενεργείται τη εγγράφω εντολή του Υπουργού ή της εξοσιοδοτουμένης υπ’ αυτού Υπηρεσίας, άμα τη προσαγωγή αποδείξεως πληρωμής της τελευταίας δόσεως του τιμήματος. Η μη τήρησις όρου τινός της αποφάσεως περί μεταβιβάσεως συνεπάγεται την ακύρωσιν ταύτης, πάσα δε καταβληθείσα δόσις δεν αναζητείται. Η μεταβίβασις της κυριότητος του ούτως παραχωρουμένου απαγορεύεται μέχρις εξοφλήσεως της αξίας αυτού, πλην της μεταβιβάσεως τούτου λόγω προικός προς ανιόντας ή κατιόντας ή αδελφούς ή νομίμως υιοθετηθέντας. Τα χορηγούμενα υλικά παρέχονται ομοίως επί χρεώσει της αξίας αυτών και υπό τον όρον της πλήρους διαθέσεως αυτών, προς επισκευήν ανακαίνισιν ή επαύξησιν ακαταλλήλου ή ανεπαρκούς κατοικίας ή ανέγερσιν νέας τοιαύτης. Τα χορηγούμενα δάνεια παρέχονται πάντοτε υπό τον όρον της πλήρους διαθέσεως αυτών υπό του δανειζομένου εντός ωρισμένης προθεσμίας προς στέγασην αυτού εις λαϊκήν κατοικίαν, ή προς επισκευήν ή ανακαίνισιν ιδιοκτήτου κατοικίας αυτού κριθείσης ως ακαταλλήλου υπό της Υπηρεσίας ή και προς επέκτασιν ιδιοκτήτου κατοικίας κριθείσης υπό της αυτής Υπηρεσίας ως ανεπαρκούς δια την στεγαζομένην οικογένειαν. Η κατά το εδάφ. ζ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος επιχορήγησις παρέχεται πάντοτε υπό τον τύπον της ελαττώσεως του ποσού ή και της ολικής παραγραφής ωρισμένων μισθωμάτων ή δόσεων τοκοχρεωλυσίου κεκανονισμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος. Πάντως το συνολικόν ετησίως διατιθέμενον δια τοιαύτας επιχορηγήσεις εις έκαστον οικισμόν δεν δύναται να υπερβαίνει το 1/6 του συνόλου των κατά το αυτό έτος καταβλητέων εν τω αυτώ οικισμώ τοκοχρεωλυτικών δόσεων κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία Η κατά το εδάφ. ς΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος εφ’ άπαξ επιχορήγησις παρέχεται υπό τον όρον της πλήρους ενσωματώσεως αυτής εις το στέγαστρον, δι’ ο προορίζονται και εντός προκαθωρισμένου χρόνου. Η κατά το εδάφ. η΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 παροχής εγγυήσεως γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως. Ο υπέρ ου η εγγύησις υποχρεούται εις την καταβολήν προμηθείας υπέρ των κεφαλαίων Λαϊκής Στέγης μέχρι 1/2% ετησίως επί του ηγγυημένου ποσού. Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσσει του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας δύνανται να κανονίζωνται το ποσόν της ως άνω προμηθείας είτε ενιαίως είτε κατά περιπτώσεις εντός του ανωτέρω ορίου, οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής της εγγυήσεως, επιτρεπομένης και της εγγραφής υποθήκης επί του ακινήτου εφ’ ου η ανοικοδόμησις και γενικώς πάντα τα αναγκαία δια την εφαρμογήν του εν λόγω εδάφ. η΄. Η στέγασις εις την οικοδομήν της ανεγερθείσαν είτε υπό του Κράτους είτε δια παροχής στεγαστικής συνδρομής κατά τας προβλέψεις του παρόντος Νόμου πάντων των δηλωθέντων και αναγνωρισθέντων μελών της οικογενείας είναι υποχρεωτική δια τον προς ον η παραχώρησις ακινήτου ή εν γένει η στεγαστική συνδρομή. 2.Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσσει του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας (μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως) δύνανται να κανονίζωνται είτε καθ’ ενιαίον τρόπον είτε κατά κατηγορίας περιπτώσεων. α)Αι προθεσμίαι ενάρξεως και αποπερατώσεως της ανοικοδομήσεως παραχωρουμένων προς στεγαστικήν συνδρομήν οικοπέδων, το είδος, το μέγεθος και η αξία των ανεγερθησομένων οικοδομών επί των οικοπέδων τούτων και ο τρόπος διαπιστώσεως της πληρώσεως του όρου τούτου δια την οριστικήν παραχώρησιν του οικοπέδου. β)Το ποσόν και το είδος των χορηγουμένων προς στεγαστικήν συνδρομήν υλικών, επιτρεπομένου του καθορισμού αυτών και κατά περίπτωσιν ακόμη υπό της Υπηρεσίας και τα του ελέγχου και της διαπιστώσεως της χρησιμοποιήσεως αυτών δι’ ον σκοπόν χορηγείται, επιτρεπομένης της τμηματικής προς τούτο χορηγήσεως αυτών και του προκαθορισμού των δι’ αυτών εκτελεσθησομένων εργασιών. γ)Αι προθεσμία διαθέσεως των χορηγουμένων προς στεγαστικήν συνδρομήν δανείων, το είδος, το μέγεθος και η αξία των εκτελεσθησομένων δι’ αυτών εργασιών προς τον σκοπόν της επιτεύξεως κατά το δυνατόν οικονομικωτέρας κατασκευής και τα του ελέγχου και της διαπιστώσεως της τοιαύτης διαθέσεως του δανείου, επιτρεπομένης προς τούτο και της τμηματικής χορηγήσεως αυτού ή της χορηγήσεως κατόπιν της εκτελέσεως ωρισμένων οικοδομικών εργασιών υπό του δικαιούχου και εν γένει πάντα τα αναγκαία δια την εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης μέτρα. 3.Η αξία παραχωρουμένης, κατά τον παρόντα Νόμον, λαϊκής κατοικίας ισούται προς το άθροισμα της αξίας του αντιστοιχούντος εις την κατοικίαν οικοπέδου και της δαπάνης ανεγέρσεως, της οικοδομής ή του αντιστοιχούντος εις την παραχωρουμένην κατοικίαν τμήματος αυτής. «Η αξία του παραχωρουμένου οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτού, καθορίζεται εις την κατά τον χρόνον της παραχωρήσεως τρέχουσαν τοιαύτην δυναμένην να μειούται κατά ποσοστόν μέχρι του 75% αυτής. Το ποσοστόν της μειώσεως καθορίζεται κατά οικισμόν ή ομάδα οικισμών δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκδιδομένης εφ’ άπαξ μετά γνώμην του κατά το άρθρ. 14 του παρόντος Συντονιστικού Συμβουλίου Στεγάσεως». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη δια του άρθρ. 6 Νομ. 543/1977 (κατωτ. σελ. 456,09) ούτινος βλ. και άρθρ. 7 και 8. Η αξία των παραχωρουμένων υλικών ισούται προς την αξίαν κτήσεως αυτών υπό του Δημοσίου, άνευ επιβαρύνσεως αυτών δι’ εισαγωγικών δασμών ή άλλων τελών ή βαρών, εφ’ όσον δεν έχουν καταβληθή ταύτα υπό του Δημοσίου. Η αξία μικτής στεγαστικής συνδρομής κατά το εδάφ. η΄ της παρ. 1του άρθρ. 4 ισούται προς το άθροισμα των κατά τα ανωτέρω αξιών των επί μέρους ειδών βοηθείας. Η δαπάνη ανεγέρσεως της οικοδομής ή της παραχωρουμένης κατοικίας, η αξία του παραχωρουμένου οικοπέδου ή του ιδεατού ποσοστού αυτού, και η αξία των παραχωρουμένων υλικών καθορίζεται εκάστοτε υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως. 4.Η πληρωμή της αξίας των κατά την ως άνω παρ. 1 μεταβιβαζομένων κατοικιών και οικοπέδων και των κατά την αυτήν παράγραφον χορηγουμένων υλικών, ως και η εξόφλησις των χορηγουμένων δανείων γίνεται τοκοχρεωλυτικώς, είτε εις ίσας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις, είτε εις τοκοχρεωλυτικάς δόσεις προοδευτικώς αυξούσας επί τω τέλει όπως η κατά τα πρώτα έτη επιβάρυνσις των στεγαζομένων είναι μικροτέρα της κατά τα επόμενα έτη τοιαύτης. Ο χρόνος εξοφλήσεως των οφειλών, το επιτόκιον όπερ δεν δύναται να υπερβαίνη το 6%, η τοκοχρεωλυτική περίοδος, ο χρόνος ενάρξεως της εξοφλήσεως όστις δύναται να είναι και μεταγενέστερος της συστάσεως της οφειλής, και η κλιμάκωσις εις ίσας ή ανίσους τοκοχρεωλυτικάς δόσεις ανά εκάστην τοκοχρεωλυτικήν περίοδον, ορίζονται δι’ απο(Αντί της σελ. 419(α) Σελ. 419(β) Τεύχος 662-Σελ. 123 Λαϊκή Κατοικία 35.Η.α.9 φάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας εφ’ άπαξ εκδιδομένης (μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως) είτε κατά τρόπον ενιαίον, είτε κατά κατηγορίας περιπτώσεων αναλόγως του μέσου μηνιαίου εισοδήματος εκάστης κατηγορίας των στεγαζομένων. Εκάστη τοκοχρεωλυτική δόσις καταβάλλεται εις ίσας μηνιαίας διαδοχικάς δόσεις εντός της αμέσως προσεχούς τοκοχρεωλυτικής περιόδου αφ’ ης η τοκοχρεωλυτική δόσις καταστή απαιτητή. 5.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κανονιζομένη τοκοχρεωλυτική δόσις προσαυξάνεται πάντοτε κατά τας αντιστοιχούσας εις το ποσόν αυτής δαπάνας διαχειρίσεως των κεφαλαίων στεγάσεως. 6.Το μίσθωμα των επί μισθώματι διατιθεμένων κατοικιών καθορίζεται τόσον ώστε ανατοκιζόμενον τούτο ανά εξάμηνον με επιτόκιον καθοριζόμενον ως εν τη παρ. 4 του άρθρου τούτου, να σχηματίζη μετά πεντήκοντα έτη κεφάλαιον ίσον προς το ήμισυ της αξίας του ακινήτου, ως αύτη καθορίζεται κατά την ως άνω παρ. 3. Το άνω καθοριζόμενον μίσθωμα προσαυξάνεται δια των δαπανών συντηρήσεως της κατοικίας καθοριζομένων μετά σχετικήν γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας εις 12% ετησίως επί της δαπάνης ανεγέρσεως της οικοδομής ή του αντιστοιχούντος εις την κατοικίαν τμήματος αυτής και δια των αντιστοιχουσών εις το ποσόν του μσθώματος δαπανών διαχειρίσεως των κεφαλαίων στεγάσεως. 7.Δύναται, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας το σύνολον ή μέρος των τοκοχρεωλυτικών δόσεων ή των μισθωμάτων αγροτικών κατοικιών, να καταβάλλεται εις ημερομίσθια προσωπικής εργασίας. Δια νέων αποφάσεων του ως άνω Υπουργού δύνανται να κανονίζωνται πάσαι αι αναγκαίαι λεπτομέρειαι δια την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης παραγράφου. 8.Πας κατά το άρθρον οφειλέτης, δικαιούται να προβή κατά την λήξιν οιασδήποτε τοκοχρεωλυτικής περιόδου, εις την εξόφλησιν μέρους ή και όλου του υπολειπομένου χρέους αυτού ατόκως. Εις περίπτωσιν μερικής ως άνω εξοφλήσεως καθορίζονται αι νέαι δόσεις πληρωμής του απομένοντος χρέους όπερ ο οφειλέτης δικαιούται όπως εξοφλήση εντός του αρχικώς ορισθέντος χρόνου, είτε και εντός βραχυτέρου τοιούτου, παρ’ αυτού καθοριζομένου εις ακέραιον αριθμόν τοκοχρεωλυτικών περιόδων. Πάσαι αι αναγκαίαι τυχόν λεπτομέρειαι προς εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης κανονίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας. Σελ. 420(β) Τεύχος 662-Σελ. 124 9.Η εξόφλησις της αξίας παραχωρουμένων ή απαλλοτριουμένων κατά τον παρόντα Νόμον ακινήτων, αι πράξεις μεταβιβάσεως αυτών προς στεγαζομένους, τα δανειστικά συμβόλαια αι δηλώσεις αποδοχής χορηγουμένων υλικών ή οικοπέδων και πάσης εν γένει στεγαστικής βοηθείας, άπασα γενικώς η έγγραφος διαδικασία δια την χορήγησιν στεγαστικής συνδρομής ήτοι αιτήσεις και έγγραφα εν γένει προς διοικητικάς ή δικαστικάς Αρχάς, η παρ’ αυταίς διαδικασία, αι πράξεις αυτών, τα αντίγραφα των πράξεων αι δηλώσεις, ένορκοι βεβαιώσεις, η έκδοσις παντός εν γένει τίτλου ιδιοκτησίας, η απόδειξις λήψεως του δανείου, η μεταγραφή τίτλων ιδιοκτησίας, η εγγραφή υποθήκης ή εξάλειψις υποθήκης κατά πάσαν ανεξαιρέτως υπό του παρόντος Νόμου προβλεπομένην περίπτωσιν, η εξόφλησις των δόσεων των οφειλών λόγω οιασδήποτε παρασχεθείσης στεγαστικής βοηθείας κατά τον παρόντα Νόμον, η σύναψις μισθωτηρίων συμβολαίων και η καταβολή των μισθωμάτων κατά τον παρόντα Νόμον, η σύναψις μισθωτηρίων συμβολαίων και η καταβολή των μισθωμάτων κατά τον παρόντα Νόμον απαλλάσσονται υπό παντός ανεξαιρέτως φόρου ή και τέλους ή κρατήσεως, ή εισφοράς εν γένει υπέρ του Δημοσίου ή Δήμου ή Κοινότητος ή παντός εν γένει τρίτου, τα δε δικαιώματα των συμβολαιογράφων και των αμίσθων μεταγραφοφυλάκων και υποθηκοφυλάκων περιορίζονται εις το τρίτον των εκάστοτε ισχυόντων. 10.Προκειμένου περί εφαρμογής Κρατικών Προγραμμάτων σεισμοπαθών ή πληττομένων εκ θεομηνιών εν γένει, αι εκδιδόμεναι παρά των οικείων Πολεοδομικών Γραφείων άδειαι οικοδομών, αι σχετικαί αιτήσεις και μελέται απαλλάσσονται παντός εν γένει φόρου, τέλους, εισφοράς ή κρατήσεως υπέρ του Δημοσίου ή παντός εν γένει τρίτου οιονδήποτε και εάν βαρύνωσιν αύται. Η απαλλαγή αύτη χορηγείται κατόπιν βεβαιώσεως της επιβλεπούσης το έργον δημοσίας Υπηρεσίας, συντασσομένης ατελώς. Δυνάμει της παρ. 4 άρθρ. 3 Ν.Δ. 4546/1966 (κατωτ. αριθ. 10) αι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 10, αι αναφερόμεναι εις την ατελή έκδοσιν αδειών οικοδομής έχουν ισχύν εφ’ όλων των εκτελουμένων προγραμμάτων λαϊκής στέγης. 11.Αι πρόσοδοι ακινήτου επιβαρυνομένου δι’ υποθήκης κατά την παρ. 1 του άρθρου τούτου, αι λογιζόμεναι ως εκ τεκμαρτού μισθώματος λόγω ιδιοκατοικήσεως του προς ον η στεγαστική βοήθεια, απαλλάσσονται εξ ολοκλήρου από του φόρου Α΄. Κατηγορίας καθαράς προσόδου και υπό παντός συμπαρομαρτούντος ή συμβεβαιουμένου φόρου, τέλους ή κρατήσεως υπέρ του Δημοσίου, Δήμου, Κοινότητος, ή οιουδήποτε τρίτου ανεξαιρέτως κατά το κεκανονισμένον κατά την διάταξιν του παρόντος χρονικόν διάστημα εξοφλήσεως της οφειλής, δι’ ην η υποθήκη. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία 12.Προς εξασφάλισιν του Δημοσίου εγγράφεται υπέρ αυτού υποθήκη επί του κατά τας διατάξεις του παρόντος παραχωρουμένου ακινήτου (κατοικίας ή οικοπέδου) ίση προς την συνολικήν αξίαν της παρασχεθείσης στεγαστικής συνδρομής. Εν περιπτώσει χορηγήσεως δανείου ή οικοδομικών υλικών, εγγράφεται ομοίως υπέρ του Δημοσίου υποθήκη επί του ακινήτου εφ’ ου πρόκειται να διατεθή το δάνειον ή τα υλικά ίση προς την συνολικήν αξίαν της δια του δανείου ή και υλικών παρασχεθείσης στεγαστικής βοηθείας. Τίτλον προς εγγραφήν της υποθήκης αποτελεί η πράξις μεταβιβάσεως της κατοικίας ή του οικοπέδου ή το συμβόλαιον συνάψεως του δανείου ή η απόφασης του Υπουργού Κοινων. Προνοίας ή του οικείου Νομάρχου η καταλογίζουσα εις τον βοηθούμενον την αξίαν των χορηγηθέντων υλικών, καθοριζομένην ως εν παρ. 3 του άρθρου τούτου ορίζεται και προσδιορίζουσα το ακίνητον αυτού εφ’ ου τα υλικά εχρησιμοποιήθησαν. Η καταβολή εις τον δικαιούχον του ποσού του δανείου ενεργείται βάσει του δανειστικού συμβολαίου εφ’ άπαξ ή κατά τμήματα των σχετικών καταβολών αποδεικνυομένων πλήρως δι’ ατελών αποδείξεων του δικαιούχου. Εάν ο δικαιούχος δηλώσει ότι είναι αγράμματος, ή δεν δύναται δι’ οιονδήποτε λόγον να υπογράψη, την απόδειξιν υπογράφουσι δύο μάρτυρες επί παρουσία του εκπροσώπου του χορηγούντος το δάνειον Δημοσίου ή Τραπέζης ή άλλου Οργανισμού. Προς απόδειξιν της κυριότητος, δικαιούχου κατά τον παρόντα Νόμον δανείου, επί του εις υποθήκην διδομένου κτήματός του προς ασφάλειαν του δανείου τούτου, εάν ούτος ισχυρίζεται, δι’ οιονδήποτε λόγον, ότι δεν δύναται να προσαγάγη πλήρεις τίτλους ιδιοκτησίας ή πιστοποιητικά νομιμοποιήσεώς του ως κληρονόμου, δια την περίπτωσιν καθ’ ην ούτος επικαλείται τίτλον κτήσεως κληρονομίας αρκεί η προσαγωγή παρ’ αυτού ενόρκου βεβαιώσεως συντασσομένης ατελώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου, τριών μαρτύρων, κατοίκων της πόλεως εν η κείται το εις υποθήκην παραχωρούμενον ακίνητον, και αυτού του δικαιούχου, περί του ότι ο αιτών το δάνειον είναι κύριος και νομεύς του κτήματος, όπερ δέον να περιγράφηται εν τη βεβαιώσει ταύτη κατ’ είδος, αριθμόν δωματίων, έκτασιν, όρια και θέσιν, όσον οίον τε ακριβώς. Εάν το προσφερόμενον εις υποθήκην κτήμα κείται εις οικισμόν ένθα δεν εδρεύει Ειρηνοδικείον, δύναται ο κριθείς δικαιούχος δανείου, αντί της κατά τα ανωτέρω ενόρκου βεβαιώσεως, να προσαγάγη: α)βεβαίωσιν του αρμοδίου Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητος, συντασσομένην ατελώς υπογεγραμμένην και υπό του Εφημερίου της ενορίας εις την περιφέρειαν της οποίας κείται το εις υποθήκην παραχωρούμενον ακινήτον, περί του ότι ο δικαιούχος του δανείου είναι κύριος και νομεύς του κτήματος όπερ δέον να περιγράφηται εν τη βεβαιώσει ταύτη, κατ’ είδος, αριθμόν δωματίων, έκτασιν, όρια και θέσιν όσον οίον τε ακριβώς και β)υπεύθυνον δήλωσιν αυτού του ιδίου περί των ανωτέρω. Υποθήκη εγγραφομένη, προς ασφάλειαν, δανείου χορηγουμένου κατά τον παρόντα Νόμον, επί κτήματος του οφειλέτου, όστις προς απόδειξιν της κυριότητός του προσήγαγεν τα ως άνω έγγραφα, είναι ισχυρά και έγκυρος κατά παντός τρίτου, ο δε ενυπόθηκος οφειλέτης εκ τοιούτου δανείου θεωρείται, έναντι του τυχόν αναγνωρισθησομένου δικαστικώς τρίτου κυρίου του ενυποθήκου ακινήτου, ως κακής πίστεως νομεύς, στερούμενος του δικαιώματος της αφαιρέσεως ή της αποζημιώσεως δι’ οιασδήποτε δαπάνας αυτού. Εις την περίπτωσιν ταύτην το χορηγηθέν δάνειον μετά των τόκων αυτού οφείλεται παρά του αναγνωρισθέντος δικαστικώς κυρίου του ενυποθήκου κτήματος, εις ον περιέχεται το ενυπόθηκον μετά των δια του δανείου γενομένων κτισμάτων, τεκμαιρομένου τούτου ακαταμαχήτως ως καταστάντος πλουσιωτέρου κατά το ποσόν εις ο ανέρχεται το δάνειον μετά των τόκων αυτού. Ο τυχόν αναγνωρισθείς δικαστικώς τρίτος κύριος του ενυποθήκου θεωρείται τρίτος διακάτοχος και υπόκειται εις την εμπράγματον αγωγήν του δανειστού εφαρμοζομένων εν προκειμένω του άρθρ. 1294 του Αστ.Κώδικος και του άρθρ. 956 της Πολιτικής Δικονομίας ή των άρθρ. 315-409 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας του 1880. Δια την παροχήν υποθήκης προς ασφάλειαν δανείου χορηγουμένου κατά τον παρόντα Νόμον επί μεν προικώων κτημάτων δεν απαιτείται η τήρησις των διατυπώσεων του άρθρ. 1217 ε.Α.Κώδικος, επί δε κτημάτων ανηκόντων εις πρόσωπα τελούντα υπό πατρικήν εξουσίαν, επιτροπείαν ή κηδεμονίαν δεν απαιτείται ομοίως η τήρησις των διατυπώσεων των άρθρ. 1512, 1647, 1898, 1700 και 1678 Αστικού Κώδικος. Αι αμοιβαί των δικηγόρων δια τας παρασχεθείσας και παρεχομένας απ’ αυτών πάσης φύσεως υπηρεσίας εν σχέσει με την συνομολόγησιν δανείων, χορηγηθέντων και χορηγουμένων κατά τον παρόντα Νόμον καθορίζονται δι’ εφ’ άπαξ εκδιδομένης αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης μη δεσμευομένου δια τον καθορισμόν τούτων εξ ουδεμιάς διατάξεως Νόμου. 13.Υφισταμένης υποθήκης πάσα απαλλοτρίωσις του ακινήτου είναι άκυρος επιτρεπομένης μόνον της μεταβιβάσεως λόγω προικός υπέρ κατιόντων ή αδελφών. Επίβλεψις και συντήρησις κατοικιών Άρθρ.7.-(Άρθρ. 7 του Α.Ν. 1667/51). 1.Η Υπηρεσία Κοινωνικής Προνοίας παραΣελ. 421 Λαϊκή Κατοικία 35.Η.α.9 κολουθεί τας συνθήκας διαβιώσεως των οικογενειών των εγκατεστημένων εις κατοικίας ανεγερθησομένας υπό του Κράτους κατά τας διατάξεις του παρόντος ή και υπό ιδιωτών τυχόντων προς τούτο στεγαστικής συνδρομής, εφ’ όσον δεν έχει εξοφληθή πλήρως η αξία της κατοικίας ή της παρασχεθείσης βοηθείας, ή εφ’ όσον πρόκειται περί εκμισθωμένων κατοικιών. Η αυτή Υπηρεσία καθοδηγεί, περιπτώσεως τυχούσης, τους μισθωτάς δια την καλλιτέραν χρήσιν της κατοικίας και διαπιστώνει εν συνεργασία μετά της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων τας ανάγκας τυχόν επισκευής συντηρήσεως ή βελτιώσεως των κατοικιών αυτών. Οι τυχόντες Κρατικής στεγαστικής συνδρομής υποχρεούνται να επιτρέπουν εις την ως άνω Υπηρεσίαν την ελευθέραν επίσκεψιν των κατοικιών των δι’ αυτοψίαν, εφ’ όσον είναι μισθωτοί, ή μέχρι της ημέρας πληρωμής της τελευταίας των δόσεως εις τας άλλας περιπτώσεις. 2.Η συντήρησις και ανακαίνισις των κατά την προηγουμένην παραγράφον κατοικιών, διενεργείται υπό του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας εις βάρος των κεφαλαίων στεγάσεως ή των ιδιοκτητών κατά τας ακολούθους διακρίσεις. 3.Εφ’ όσον εξακριβωθή κατά τα ανωτέρω εις μεμισθωμένον κτίριον η ανάκγη συντηρήσεως δι’ επιδιορθώσεως βλαβών προελθουσών εκ συνήθους χρήσεως ή ανωτέρας βίας ή τυχαίου γεγονότος το Υπουργείον Κοιν. Προνοίας προβαίνει εις τας απαιτουμένας ενεργείας δια την εκτέλεσιν των απαραιτήτων εργασιών συντηρήσεως. Εν περιπτώσει ζημιών εις μεμισθωμένας κατοικίας λόγω κακής ή συνήθους χρήσεως αι δαπάναι προς επανόρθωσιν αυτών βαρύνουν τους μισθωτάς. 4.Αι δαπάναι έργων συντηρήσεως ή επανορθώσεως ζημιών εις κατοικίας μεταβιβασθείσας υπό του Δημοσίου κατά τας διατάξεις του παρόντος ή εις κατοικίας δια την ανέγερσιν των οποίων παρεσχέθη υπό του Κράτους συνδρομή πάσης φύσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος προελθουσών είτε εκ συνήθους χρήσεως είτε εξ ασυνήθους και κακής τοιαύτης είτε εκ θεομηνίας ή τυχόν τυχαίου γεγονότος, βαρύνουν τον κύριον του ακινήτου. 5.Διαπιστωθείσης ως ανωτέρω (παρ. 1) της ανάγκης εκτελέσεως εργασιών προς συντήρησιν ή επισκευήν ζημιών κατοικιών κατά τας περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 και της παρ. 4 το Υπουργείον Κοινωνικής Προνοίας διατάσσει την εντός ωρισμένης προθεσμίας εκτέλεσιν αυτών αντιστοίχως υπό του μισθωτού ή υπό του κυρίου του ακινήτου. Παρεχομένης απράκτου της προθεσμίας η αυτή υπηρεσία δικαιούται να προβή εις την εκτέλεσιν των απαραιτήτων εργασιών εις βάρος και δια λογαριασμόν των κατά τα ανωτέρω υποχρέων, αίτινες υποχρεούνται εις την καταβολήν της γενομένης δαπάνης. Σελ. 422 6.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας εκδιδομένης μετά γνωμοδότησιν του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως κανονίζονται τα της διενεργείας του ελέγχου και της διαπιστώσεως των ζημιών, τα του χαρακτηρισμού αυτών ως προερχομένων εκ συνήθους ή εξ ασυνήθους ή κακής χρήσεως του ακινήτου, τα του καθορισμού των εργασιών κατ’ είδος και ποσότητα προς επανόρθωσιν αυτών, τα της προσκλήσεως των υποχρέων προς εκτέλεσιν των εργασιών και των συναφών προθεσμιών, τα του ελέγχου και της διαπιστώσεως της εκτελέσεως των εργασιών υπό των υποχρέων, τα της εκτελέσεως των εργασιών υπό της υπηρεσίας εν περιπτώσει απράκτου παρελεύσεως των προθεσμιών τα του καθορισμού της γενομένης δαπάνης και του καταλογισμού αυτής εις βάρος των υποχρέων, τα της εισπράξεως των εκ του καταλογισμού τούτου οφειλών και εν γένει πάντα τα αναγκαία δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου. Παραίτησις εκ των δικαιωμάτων στέγης Άρθρ.8.-(Άρθρ. 8 Α.Ν. 1667/51 και παρ. 8 και 9 του Ν.Δ. 3090/54). 1.Αγοραστής κατοικίας ή οικοπέδου δύναται να παραιτηθή των δικαιωμάτων του χορηγηθείσης κατοικίας δηλών τούτο εγγράφως προς το Υπουργείον Κοιν. Προνοίας. Η αποδοχή ενεργείται συμφώνως τη διατάξει της περιπτ. α΄ του κεφαλαίου 6 του άρθρου μόνου του από 28-6-55 Β.Δ/τος «περί εξαιρέσεως από της κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 του Νόμ. 3200/55 αρμοδιότητος των Νομαρχών, αντικειμένων τιμών αρμοδιότητος Υπουργείου Κοιν. Προνοίας» υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας. 2.Εις τον αγοραστήν επιστρέφονται ατόκως όλαι αι καταβληθείσαι δόσεις εξοφλήσεως, αφαιρουμένων των λογιζομένων κατά τον παρόντα Νόμον μισθωμάτων, άτινα θα κατέβαλεν εν περιπτώσει οικήσεως εν τη κατοικία ως μισθωτής. 3.Δαπάναι δια την επαναφοράν βλαβών προκληθεισών εις την κατοικίαν ουχί εκ συνήθους χρήσεως ή θεομηνίας καταλογίζονται υπό της Υπηρεσίας και κατακρατούνται επίσης εκ των επιστρεφομένων δόσεων. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία 4.Μισθωτής λαϊκής κατοικίας δύναται επίσης να παραιτηθή του μισθίου του δια δηλώσεως ων εν παρ. 1 του παρόντος υποβαλλομένης. Αι δαπάναι δια την επαναφοράν βλαβών ουχί εκ συνήθους χρήσεως ή θεομηνίας ή ανωτέρας βίας του μισθωτού και εισπράττονται ως δημόσιον έσοδον. 5.Ο αριθμός των εις εκτέλεσιν της προηγουμένης παραγράφου χάριν του γενικού στεγαστικού προγράμματος ανεγερθησομένων εργατικών κατοικιών κατά οικισμόν, τα της ενάρξεως ανεγέρσεως των ως άνω κατοικιών, η σειρά προτεραιότητος και παν συναφές ζήτημα καθορίζονται δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Εργασίας μετά σύμφωνον γνώμην της κατά το άρθρ. 15 του παρόντος Επιτροπής. 6.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως εκδιδομένης, δύναται να παρασχεθή αποζημίωσις δια κτίσματα ανεγερθέντα υπό αγοραστού κατοικίας ή οικοπέδου παραιτουμένου απ’ αυτών, αλλά μόνον εφ’ όσον τα κτίσματα ταύτα είναι χρήσιμα δια την εκτέλεσιν του προγράμματος στεγάσεως. 7.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως εκδιδομένης, δύναται να επιτρέπηται η ανταλλαγή μεταξύ δικαιούχων των παραχωρηθεισών εις αυτούς δια μεταβιβάσεως ή επί μισθώματι κατοικιών, ή των μεταβιβασθέντων οικοπέδων, αποκαθισταμένου εκατέρου τούτων εις τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του ετέρου. Έκπτωσις δικαιούχου Άρθρ.9-(Άρθρ.9 του Α.Ν. 1667/51 παρ. 16, 17, 18, 19 άρθρου δευτέρου Νόμ. 2063/52, παρ. 2 του άρθρ. 4 του Α.Ν. 3841/58). 1.Αγοραστής ή μισθωτής ή αυτοστεγασθείς δια της υπό του Κράτους καταβολής των 80% τουλάχιστον της αξίας του ανεγερθέντος ακινήτου κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου κηρύσσεται έκπτωτος, εξωθούμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας εκ της κατοικίας του εφόσον αύτη κείται εις την περιφέρειαν της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης άλλων δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχου. Εάν: α)Αποδειχθή ότι δεν ήτο δικαιούχος στεγάσεως και τούτο ανεξαρτήτως της λοιπής ποινικής του ευθύνης. β)Δεν καταβάλη τρεις κατά σειράν μηνιαίας δόσεις ή καταλογισθείσας εις αυτόν κατά το άρθρ. 7 του παρόντος δαπάνας 3 μήνας από του καταλογισμού. γ)Δεν κατοική μονίμως εις την ανεγερθείσαν δια Κρατικής συνδρομής κατοικίαν, διατηρών αυτήν κενήν άνευ εγκρίσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας. δ)Εκμισθώση η παραχωρήση την χρήσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον έστω και άνευ ανταλλάγματος της δια Κρατικής συνδρομής ανεγερθείσαν κατοικίαν εν όλω ή εν μέρει. 2.Ο αγοραστής οικοπέδου ή ο τυχών οικοδομικού δανείου ή ενισχύσεως εις υλικά κηρύσσεται έκπτωτος εάν εντός της ταχθείσης προθεσμίας δεν εκτελέση τα συμφωνηθέντα οικοδομικά έργα οπότε ακυρούται η εκχώρησις του οικοπέδου ή εισπράττεται το χορηγηθέν δάνειον εντόκως κατά τα περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 3.Ο τυχών κρατικής συνδρομής δια την ανέγερσιν λαϊκής κατοικίας κηρύσσεται επίσης έκπτωτος των δικαιωμάτων του αν εχρησιμοποίησε την συνδρομήν δια την ανέγερσιν κατοικίας ουχί λαϊκής ως αι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 4 ορίζουσιν, ή αν εντός της πρώτης τετραετίας από της απολήψεως της στεγαστικής συνδρομής προβή εις συμπληρώσεις ή επεκτάσεις καθιστώσας την κατοικίαν ουχί σύμφωνον προς τας ως άνω διατάξεις του άρθρ. 4 παρ. 2. Εις την περίπτωσιν ταύτην ακυρούται η παραχώρησις της στεγαστικής συνδρομής, εισπραττομένου του χορηγηθέντος δανείου και της αντιστοίχου αποτιμήσεως της χορηγηθείσης άλλης φύσεως συνδρομής ως δημοσίου εσόδου. 4.Ο κατά τας ανωτέρω παραγράφους κηρυχθείς έκπτωτος δεν δύναται να τύχη του λοιπού στεγαστικής συνδρομής. 5.Τα της διαδικασίας καταθέσεως των δόσεων ως και πάσα αναγκαία δια της εφαρμογήν του παρόντος άρθρου λεπτομέρειαι κανονισθήσονται δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσσει του Υπουργού Κοιν. Προνοίας. 6.Επί πάσης περιπτώσεις αποβολής εξ ακινήτων υπαγομένων εις την διαχείρισιν και εν γένει αρμοδιότητα της Διευθύνσεως Λαϊκής Στέγης του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας ισχύει η διάταξις του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 3841/1958 έχουσα ούτω: Πας οπωσδήποτε εγκατεστημένος κατά την δημοσίευσιν του παρόντος εντός τινος των περί ων το παρόν Ν.Δ/μα οικήματος μη αναγνωριζόμενος ως δικαιούχος κατά τας διατάξεις του παρόντος ως και πας όστις ήθελεν απολέσει προ της οριστικής διαθέσεως την ιδιότητα ταύτην αποβάλλεται πάραυτα του οικήματος δι’ αποφάσεως του Νομάρχου κατόπιν σχετικής γνωμοδοτήσεως της αυτής επί της διαθέσεως των οικημάτων Επιτροπής. Η αποβολή αύτη ενεργείται διοικητικώς παρά της οικείας Αστυνομικής Αρχής κατόπιν κοινοποιήσεως αυτή υπό της Υπηρεσίας της κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεως του Νομάρχου. Κατά των αποφάσεων τούτων επιτρέπεται μόνον αποκοπή ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 634 και επέκεινα Π.Δικονομίας. Το ούτω εκΣελ. 423 Λαϊκή Κατοικία 35.Η.α.9 κενούμενον οίκημα διατίθεται προς έτερον δικαιούχον κατά τας διατάξεις του παρόντος. Πόροι ΄Αρθρ.1.-(Παρ. 1 του άρθρου δευτέρου του Νόμ. 2063/52 και άρθρ. 6 του Ν.Δ. 3090/54). 1.Η αρμοδιότης της Κρατικής μερίμνης περί των συνθηκών στεγάσεως του Ελληνικού Λαού ανήκει εις το Υπουργείον Κοιν. Προνοίας. 2.Η αρμοδιότης αύτη συνίσταται εις την δια ρυθμιστικών μέτρων παρακολούθησιν και καθοδήγησιν της εξελίξεως του οικοδομικού πλούτου της Χώρας και εις την δια θετικών μέτρων ενίσχυσιν της παραγωγής καταλλήλων κατοικιών, ήτοι εις την έρευναν και παρακολούθησιν της εξελίξεως του οικοδομικού πλούτου και των συνθηκών διαβιώσεως του Ελληνικού Λαού, εις την έρευναν της θέσεως, μορφής και εξελίξεως των Ελληνικών οικισμών, εις την λήψιν πάντων των απαιτουμένων χωροταξικών μέτρων δια την καθοδήγησιν της οικοδομήσεως και κανονικής αναπτύξεως των οικισμών και τέλος εις την πρόληψιν της αναπτύξεως ακαταλλήλων προς στέγασιν κατοικιών και την αντικατάστασιν ή βελτίωσιν των ήδη υφισταμένων ακαταλλήλων τοιούτων δια νέων, δια της καταρτίσεως και εφαρμογής προγραμμάτων κατά τον παρόντα Νόμον. 3.Ο προγραμματισμός η αρχιτεκτονική μελέτη και η μελέτη δημοπρατήσεως των κατά τον παρόντα Νόμον οικιών ανήκει εις τας αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Κοινων. Προνοίας. Η συλλογή στοιχείων δια τον προγραμματισμόν των έργων κατά τας εκάστοτε οδηγίας του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας είναι υποχρεωτική δια τας Υπηρεσίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, αίτινες υποβάλλουσι ταύτα εις το Υπουργείον Κοιν. Προνοίας. Η εκτέλεσις και η διοίκησις της εκτελέσεως ανήκει εις το Υπουργείον Δημοσίων Έργων πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην τα έργα εκτελούνται εντός της περιοχής της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, οπότε δι΄ αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Προνοίας η εκτέλεσις και η διοίκησις της εκτελέσεως δύναται ν΄ ανατεθή εις τας τεχνικάς Υπηρεσίας του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας ή εις άλλας Δημοσίας Τεχνικάς Υπηρεσίας. 4.Η αρμοδιότης του Υπουργείου Κοιν. Προνοίας ανάγεται πλην της εν τη προηγουμένη παραγράφω αρμοδιότητος, και εις την Οικιστικήν Έρευναν και την Χωροταξικήν Μελέτην των Οικισμών εν γένει, την έρευναν των συνθηκών κατοικίας, ως και τον προγραμματισμόν των προς εκτέλεσιν έργων λαϊκής κατοικίας και την διάθεσιν των σχετικών πιστώσεων, της αρμοδιότητος περί την πολεοδομικήν διαρρύθμισιν των οικισμών ανηκούσης εις το Υπουργείον Δημοσίων Έργων, συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν.Δ. 2386/53 «περί ενοποιήσεως και αποκεντρώσεως των Τεχνικών Υπηρεσιών του Κράτους». Δικαιούχοι Στεγάσεως Άρθρ.10.-(Άρθρ. 10 Α.Ν. 1667/51 παρ. 20 έως και 25 άρθρου δευτέρου Νόμ. 2063/52). 1.Πόροι δια την εκτέλεσιν του προγράμματος κατοικίας είναι: α)Πόροι εκ Κρατικού Προϋπολογισμού. β)Πόροι εκ ξένης βοηθείας δια την ανάπτυξιν της λαϊκής κατοικίας ή δια την ανασυγκρότησιν γενικώτερον της Χώρας. γ)Πόροι εκ δωρεών ή κληροδοτημάτων υπέρ της λαϊκής κατοικίας. δ)Αι εκ της μέχρι της ισχύος του παρόντος παραχωρήσεως κρατικών οικοπέδων ή οικοδόμων πρόσοδοι. ε)Αι πρόσοδοι εκ μισθωμάτων κατοικιών εκμισθουμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος και αι πρόσοδοι εκ πληρωμών προς εξόφλησιν οφειλών λόγω μεταβιβάσεως κατοικιών ή οικοπέδων ή παροχής στεγαστικής βοηθείας οιασδήποτε φύσεως κατ’ εφαρμογήν του παρόντος. ς)Φορολογία επί οικοδομών ανεγερθεισών αυθαιρέτως επί μη οικοδομησίμων κατά τας περί σχεδίων των πόλεων διατάξεις γηπέδων ή τμημάτων γηπέδων. ζ)Φορολογία επί της προσγενομένης υπεραξίας οικοπέδου κατόπιν εγκρίσεως ρυμοτομικών σχεδίων. η)Πόροι εξ εισφοράς επί των μισθωμάτων αστικών ακινήτων πολυτελούς κατασκευής των ελευθέρως και ουχί βάσει του μισθώματος διακανονισμένων. θ)Πόροι εξ εισφοράς επί της παρεχομένης εκάστοτε δια του μισθώματος αυξήσεως πραγματικών ή τεκμαρτών μισθωμάτων. 2.Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικής Προνοίας διατίθενται προς εκτέλεσιν του κατά τον παρόντα Νόμον προγράμματος λαϊκής κατοικίας ακίνητα ακήνοντα εις το δημόσιον. Η διάθεσις αύτη επιτρέπεται να γίνεται κατά παρέκκλισιν από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως ουσιαστικού ή διαδικαστικού περιεχομένου, διεπούσης την διάθεσιν των ακινήτων τούτων. Δι’ ομοίων αποφάσεων επιτρέπεται να καθορίζωνται και οιοιδήποτε τυχόν όροι ή προϋποθέσεις δια την τοιαύτην διάθεσιν ως και πάντα τα τυχόν αναγκαία δια την πραγματοποίησιν αυτής. 3.Οι κατά το εδαφ. ς΄ της παρ. 1 φόρος δεν δύνανται να είναι μικρότερος των 25 ουδέ μεγαλύτερος των 50% του μισθώματος του ακινήτου ή του τεκμαρτού τοιούτου εν περιπτώσει ιδιοκατοικήσεως. Η φορολογία αύτη επιβάλλεται εφ’ όσον χρόνον δεν επεκτείνεται τυχόν το σχέδιον ρυμοτομίας επί των φορολογουμένων ακινήτων. Σελ. 424 Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσσει των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Οικονομικών, δύνανται να κανονίζωνται το ως άνω ποσοστόν είτε ενιαίως, είτε κατά κατηγορίας ακινήτων, αναλόγως της θέσεως αυτών εν σχέσει προς τον οικισμόν τα της εξακριβώσεως και βεβαιώσεως του φόρου τούτου, τα της καταβολής αυτού και πάντα εν γένει τα αναγκαία δια την είσπραξιν του φόρου και την εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης. 4.Η κατά το εδάφ. ζ΄ της παρ. 1 φορολογία επιβάλλεται επί ακινήτων οικοδομημένων ή μη και κειμένων εις θέσεις εις ας το πρώτον εγκρίνεται σχέδιον ρυμοτομίας. Ο φόρος ούτος δεν δύναται να υπερβαίνη τα 75% της προκληθείσης αυξήσεως της αξίας του ακινήτου ειδικώς λόγω της εγκρίσεως του σχεδίου ρυμοτομίας. Η καταβολή του φόρου αυτού βαρύνει τον κατά τον χρόνον της εγκρίσεως του σχεδίου ρυμοτομίας κύριον του ακινήτου. Δια την αναγκαστικήν τυχόν είσπραξιν του φόρου αυτού δύνανται να εφαρμόζωνται και αι περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις. Δια Β.δ/των εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Οικονομικών, δύνανται να κανονίζηται πάσα αναγκαία διαδικασία προς καθορισμόν της ως άνω υπερτιμήσεως, το επ’ αυτής ποσοστόν του υπ’ όψιν φόρου ενιαίως ή κατά κατηγορίαν ακινήτου αναλόγως της θέσεως αυτών, ως προς το σχέδιον της πόλεως, τα της βεβαιώσεως του φόρου τούτου και τα της καταβολής αυτού και πάντα εν γένει τα αναγκαία δια την είσπραξιν του φόρου και την εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία 5.Η κατά το εδάφ. η΄ της παρ. 1 του παρόντος εισφορά δεν δύναται να υπερβαίνη το 15% ουδέ να υπολείπεται των 5% του καταβαλλομένου μισθώματος και βαρύνει τον εκμισθωτήν καταβαλλομένη υπ’ αυτού κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εν περιπτώσει μη καταβολής της εισφοράς ταύτης δύναται αύτη να εισπράττηται αναγκαστικώς κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων. Η εισφορά αύτη επιβάλλεται επί οικοδομών τρεχούσης μέσης αξίας κατασκευής ανά κυβικόν μέτρον ουχί ελάσσονος του 1,5 της μέσης αξίας κατασκευής ανά κυβ. μέτρον των κατά το εδάφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 λαϊκών κατοικιών. Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσσει των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζωνται ως προς εφαρμογήν του εδαφίου αυτού πολυτελείς οικοδομαί εφ’ ων επιβάλλεται η εν λόγω εισφορά και να κανονίζωνται το ως άνω ποσοστόν είτε ενιαίως είτε κατά κατηγορίας ακινήτων αναλόγως της θέσεως ή της ανά μονάδα όγκου της οικοδομής αξίας αυτών, τα της εξακριβώσεως και βεβαιώσεως της εισφοράς ταύτης, τα της καταβολής αυτής και πάντα εν γένει τα αναγκαία δια την είσπραξιν της εισφοράς και την εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης. 6.Η κατά την παρ. 1 υπό στοιχ. θ΄ εισφορά επί της αυξήσεως των μισθωμάτων δεν δύναται να είναι μεγαλύτερα των 25% ουδέ μικροτέρα των 10% του ποσού της παρεχομένης εκάστοτε δια του μισθώματος αυξήσεως αυτών, βαρύνει τον εκμισθωτήν και καταβάλλεται κατά τας διατάξεις του παρόντος απ’ ευθείας υπό του μισθωτού. Παράλειψις της καταβολής αυτής συνεπιφέρει αυτοδικαίως στέρησιν του παραλείψαντος την καταβολήν ταύτην μισθωτού από της προστασίας του ενοικιοστασίου. Δια Β.Δ/των εκδιδομένων κοινή προτάσει των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Δικαιοσύνης δύνανται να κανονίζωνται το ως άνω ποσοστόν ενιαίως ή κατά κατηγορίας μισθωτών, τα της εξακριβώσεως και βεβαιώσεως τις εισφοράς ταύτης, τα της καταβολής αυτής και πάντα εν γένει τα αναγκαία δια την είσπραξιν της εισφοράς και την εφαρμογήν της παραγράφου ταύτης. 7.Κατά της βεβαιώσεως των κατά τας πρηγουμένας παρ. 3, 4, 5, 6 και 7 φόρων ή εισφορών χωρεί έντασις εφ’ ης αποφαίνεται οριστικώς και ανεκκλήτως ο Υπουργός Κοινωνικής Προνοίας. Τα της υποβολής των ενστάσεων η προθεσμία υποβολής αυτών, ήτις ορίζεται ως ανατρεπτική, τα της εξετάσεως των ενστάσεως και της λήψεως αποφάσεων επ’ αυτών κανονίζονται δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσσει του Υπουργού Κοιν. Προνοίας. Διαχείρισις των πόρων Άρθρ.11.-(Άρθρ. 12 Α.Ν. 1667/51 και παρ. 29 έως και 30 άρθρου δευτέρου Νόμ. 2063/52). 1.Άπαντες οι κατά το παρόν χρηματικοί πόροι κατατίθενται απ’ ευθείας παρά τη κατά την επομένην παράγραφον εντολοδόχω Τραπέζη ή Οργανισμώ ή Δημοσία Υπηρεσία εις ειδικόν λογαριασμόν υπέρ του Δημοσίου. Ο λογαριασμός ούτος κινείται δι’ εντολών του Υπουργού Κοιν. Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως. Πάντα τα δικαιολογητικά δαπανών εις βάρος του λογαριασμού αποστέλλονται κατ’ έτος προς έλεγχον εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον. 2.Η διαχείρισις των πόρων λαϊκής στέγης ανατίθεται δια πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου εις Τράπεζαν ή οργανισμόν Δημοσίου δικαίου ή Δημοσίαν Υπηρεσίαν, δι’ υπογραφομένης συμβάσεως μεταξύ του Δημοσίου εκπροσωπουμένου υπό των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Οικονομικών και της Τραπέζης ή Οργανισμού ή Δημοσίας Υπηρεσίας εν η καθορίζονται αι εκατέρωθεν υποχρεώσεις και πάσα εν γένει λεπτομέρεια δια την διεξαγωγήν της υπηρεσίας ταύτης. Επιχειρήσεις λαϊκής κατοικίας Άρθρ.12.-(Παρ. 2 άρθρ. 13 του Α.Ν. 1667/51 και παρ. 10 άρθρ. 4 του Ν.Δ. 3090/54). 1.Φυσικά ή Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου δύναται να ανεγείρωσι λαϊκάς κατοικίας ή να επισκευάσωσιν ή συμπληρώσωσι υφισταμένας τοιαύτας, προς στέγασιν προσωπικού των ή πελατών των, εφ’ όσον ούτοι τυγχάνουσι και αναγνωρίζονται δικαιούχοι κατά τας διατάξεις του παρόντος. 2.Τοιαύται επιχειρήσεις δύνανται να τύχωσι κρατικής συνδρομής κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας εκδιδομένης μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως και μόνον εφ’ όσον εγκριθούν και τα αρμοδίως το πρόγραμμα, ο τρόπος διαθέσεως και τα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά σχέδια των υπό ανέγερσιν κατοικιών. Και δια τας περιπτώσεις αυτάς ισχύουν και αι υπό των άρθρ. 4 και 6 του παρόντος παρεχόμεναι διευκολύνσεις και φορολογικαί απαλλαγαί. Ο τόκος των ιδιωτικών ως άνω κεφαλαίων δύναται κατά την άνω απόφασιν του Υπουργού να καθορίζεται μεγαλύτερος των ανωτέρω ορίων του παρόντος. Απαλλοτριώσεις Άρθρ.13.-(Άρθρ. 14 Α.Ν. 1667/51 παρ. 2 και 3 άρθρ. 5 Ν.Δ. 3090/54. Άρθρ. 4 του Νόμ. 3217/55 και παρ. 1 του άρθρ. 4 του Νόμ. 3488/55). 1.Επιτρέπεται λόγω δημοσίας ανάγκης και ωφελείας η αναγκαστική απαλλοτρίωσις οικοπέδων ακαλύπτων ή δια προχείρων και προσωρινών κατασκευών κεκαλυμμένων, προς εκτέλεσιν του προγράμματος λαϊκής κατοικίας. Η Σελ. 425 Λαϊκή Κατοικία 35.Η.α.9 απαλλοτρίωσις κηρύσσεται κατά τας κειμένας περί απαλλοτριώσεων γενικάς διατάξεις των Νόμ. 1731/39, 1706/51, 3880/58 και 3979/59, είτε υπέρ του Δημοσίου είτε υπέρ οικοδομικών συνεταιρισμών πληρούντων τας απαιτήσεις του παρόντος Νόμου είτε υπέρ των κατά το άρθρ. 13 προσώπων. 2.Αι διατάξεις του Α.Ν. 976/1949 «περί συμπληρώσεως των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δια την ανοικοδόμησιν της Χώρας κλπ.» ως ούτος ετροποποιήθη και εκυρώθη δια του Ν.Δ. 1325/1949 δια τον συμβιβαστικόν διακανονισμόν απαιτήσεων λόγω απαλλοτριώσεως και την αναγνώρισιν των δικαιούχων ισχύουν και εφαρμόζονται και κατά τας περιπτώσεις απαλλοτριώσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. 3.Επιτρέπεται η κατά το άρθρον τούτο απαλλοτρίωσις ακαλύπτων οικοπέδων ή κεκαλυμμένων υπό προχείρων ή προσωρινών κατασκευών υπέρ Συνεταιρισμών Δημοσίων Υπαλλήλων δια την στέγασιν των εκ των μελών αυτών εν ενεργεία Δημοσίων υπαλλήλων ή Συνταξιούχων των στερουμένων και αυτών τούτων και των συνοικούντων μετ’ αυτών προσώπων της οικογενείας των, ιδιοκτήτου στέγης ή ιδιοκτήτου οικοδομησίμου, κατά τας περί σχεδίων πόλεων διατάξεις, οικοπέδου εις τον τόπον της μονίμου διαμονής των. Εκ των ως άνω οι εγκατεστημένοι εν Αθήναις και Θεσσαλονίκης ίνα κριθούν δικαιούχοι δέον να στερούνται ιδιοκτήτου στέγης ή οικοπέδου, εις ολόκληρον το λεπανοπέδιον Αθηνών ή εις τον τέως Δήμον Θεσσαλονίκης. 4.Επιτρέπεται ωσαύτως η παραχώρησις Κρατικών οικοπέδων εις Συνεταιρισμούς Δημ. Υπαλλήλων δια την στέγασιν των, κατά την παρ. 5 του παρόντος μελών των, επί χρεώσει εις αυτούς της αξίας των καθοριζομένης ταύτης δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 5.Επιτρέπεται η εκχώρησις μισθού ή συντάξεως δια την εξόφλησιν της χορηγουμένης δια του παρόντος, στεγαστικής συνδρομής, συγχωρουμένης άμα και της κατασχέσεως τούτων μέχρι του 1/4. 6.Επιτρέπεται λόγω δημοσίας ανάγκης, και ωφελείας η αναγκαστική απαλλοτρίωσις εκτάσεων ακαλύπτων ή κεκαλυμμένων δια προχείρων ή προσωρινών ή ημιμονίμου μορφής, κατασκευών ή μονίμου τοιαύτης μη ανεγερθεισών όμως εν τη περιπτώσει ταύτη δαπάναις των κυρίων των εκτάσεων προς αποκατάστασιν αστέγων αστών προσφύγων προς ανέγερσιν κοινοφελών ιδρυμάτων και εν γένει κτιρίων και εγκαταστάσεων αναγκαίων δια την εκπλήρωσιν της αποστολής των σκοπών και της λειτουργίας του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας, ως και προς εξασφάλισιν οικοπέδων ως αναγκαίων πόρων δια τον καταρτισμόν και την εκτέλεσιν προγραμμάτων Λαϊκής Κατοικίας, συμφώνως τω παρόντι. Σελ. 426 7.Επί των απαλλοτριώσεων των προηγουμένων παραγράφων δεν έχουσι ισχύν αι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1731/39, ως ετροποποιήθη και εκωδικοποιήθη μη υφισταμένου του κωλύματος της παρελεύσεως διετίας από της καθ’ οιονδήποτε τρόπον τυχόν γενομένης ανακλήσεως προγενεστέρας απαλλοτριώσεως. 8.Η αποζημίωσις δια τας απαλλοτριώσεις τας επιβαλλομένας βάσει του παρόντος άρθρου, δύναται να καταβληθή εις τον δικαιούχον ή αν παρακατεθή εντός έτους υπό της τελεσιδικίας της αποφάσεως της καθοριζούσης της τιμής μονάδος. Υποχρεώσεις ιδιοκτητών μεμισθωμένων οικημάτων Άρθρ.14.-(Άρθρ. 15 Α.Ν. 1667/51). 1.Οι ιδιοκτήται οικημάτων μεμισθωμένων εκτός ενοικιοστασίου υποχρεούνται εις την τήρησιν του μισθίου εις τοιαύτην κατάστασιν ώστε να εξασφαλίζη ανεκτήν στέγην εις τους μισθωτάς, κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. 2.Κατόπιν αιτήσεως των μισθωτών η Υπηρεσία καθορίζει τας απαραιτήτους βελτιώσεως δι’ ας υποχρεούται ο ιδιοκτήτης τάσσουσα εις αυτόν προθεσμίαν εκτελέσεως των έργων εφαρμοζομένων αναλόγως των παρ. 1 και 6 του άρθρ. 7 του παρόντος. 3.Εφ’ όσον δεν εκτελούνται αι διαταχθείσαι επισκευαί ή βελτιώσεις υπό του εκμισθωτού, δικαιούται να προβή εις την εκτέλεσιν αυτών ο μισθωτής εις βάρος των μισθωμάτων. 4.Το παρόν άρθρον τίθεται εν ισχύϊ δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Κοινωνικής Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως, είτε καθ’ άπασαν την Χώραν, είτε καθ’ ωρισμένας περιοχάς ή Οικισμούς μόνον. Δι’ αποφάσεως ομοίως εκδιδομένων δύνανται να κανονίζωνται πάντα τα αναγκαία δια την εφαρμογήν του άρθρου τούτου. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία Επιτροπή Εργατικής Στέγης Άρθρ.15.-(Παρ. 34 άρθρου δευτέρου Νόμ. 2063/52, Άρθρ. 2 του Ν.Δ. 2530/53). 1.Συνιστάται παρά τω Ι.Κ.Α. Επιτροπή σκοπόν έχουσα την γνωμοδότησιν των θεμάτων της παρ. 5 του άρθρ. 8 του παρόντος και αποτελείται από: 1)Έν μέλος του Δ.Σ. του ΙΚΑ οριζομένου υπ’ αυτού. 2)Ένα αντιπρόσωπον των κλαδικών ασφαλιστικών ταμείων κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως οριζόμενον υπό του Υπουργού Εργασίας εκ πίνακος 10 προέδρων των Ταμείων τούτων υποβαλλομένου υπό της Γ.Σ.Ε.Ε. 3)Ένα αντιπρόσωπον της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, οριζόμενον υπό της Εκτελεστικής Γραμματείας αυτής. 4)Έν αντιπρόσωπον των εργοδοτών, οριζόμενον υπό του Συνδέσμου Βιομηχάνων. 5)Ένα ανώτερον τεχνικόν υπάλληλον της Δ/νσεως Λαϊκής Στέγης του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας οριζόμενον υπό του οικείου Υπουργού. 6)Ένα ανώτερον τεχνικόν υπάλληλον της αρμοδίας επί του Οικισμού Υπηρεσίας, του Υπουργείου Δημοσίων Έργων οριζόμενων υπό του οικείου Υπουργού. 7)Ένα ανώτερον υπάλληλον του Υπουργείου Εργασίας οριζόμενον υπό του οικείου Υπουργού. 2.Άπαντες μετά των αναπληρωτών αυτών ομοίως υποδεικνυομένων διορίζονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Κοινωνικής Προνοίας και Εργασίας δημοσιευομένην εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα της εκλογής Προέδρου και Αντιπροέδρου απαρτίας της Επιτροπής αναπληρώσεως εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου και των μελών αυτής, ο ορισμός του Γραμματέως και προσωπικού της Γραμματείας ως και πάντα τα αναγκαία δια την σύγκλησιν και λειτουργίαν της Επιτροπής ταύτης ορίζονται δι’ αποφάσεως των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας. Κατανομή πιστώσεων Άρθρ.16.-(Παρ. 35 άρθρου δευτέρου Νόμ. 2063/ 52). Αι διατιθέμεναι δια την Λαϊκήν Κατοικίαν πιστώσεις εκ του Κρατικού Προϋπολογισμού διατίθενται εξ ημισείας δια αστικούς και αγροτικούς οικισμούς, εκ κατανομής λογιζομένης ανά 5ετίαν. Διαμόρφωσις οικισμών ΄Αρθρ.2.-(Παρ. 1 άρθρ. 4 Ν.Δ. 3090/54 παρ. 4 Άρθρ.17.-(Άρθρ. 17 του Α.Ν. 1667/51 παρ. 36 του άρθρου δευτέρου του Νόμ. 2063/52). Επιτρέπεται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Προνοίας μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου Στεγάσεως ή εις βάρος των κεφαλαίων στεγάσεως εκτέλεσις έργων και μελετών πολεοδομικών και τοπογραφήσεων προς εκτέλεσιν τοιούτων έργων ή μελετών, ή διάθεσις δαπανών πάσης φύσεως προς εφαρμογήν και παρακολούθησιν ή έλεγχον της εφαρμογής των πολεοδομικών και οικοδομικών εν γένει διατάξεων και η ανέγερσις δημοτικών ή κοινοτικών κτιρίων κοινής εξυπηρετήσεως. Το σύνολον των διατιθεμένων ούτω πασών εις χρήμα ή οικόπεδα δεν δύναται να υπερβαίνη το 10% των διατιθεμένων δι’ έργα λαϊκής κατοικίας κεφαλαίων, ουδέ να υπολείπεται ειδικώς και μόνον όσον αφορά τας πολεοδομικάς δαπάνας εκτελέσεως έργων, τοπογραφήσεων και παρακολουθήσεως ή ελέγχου εφαρμογής των πολεοδομικών διατάξεων των υπό στοιχ. (α) της παρ. 1 του άρθρ. 10 του παρόντος πόρων. Τελικαί διατάξεις Άρθρ.18.-(Άρθρ. 18 του Α.Ν. 1667/51 παρ. 37 του άρθρου δευτέρου του Νόμ. 2063/52). 1.Δια την εκτέλεσιν των κατά τον παρόντα Νόμον έργων, προμηθειών ή μελετών ισχύουν και εφαρμόζονται αι αντίστοιχοι διατάξεις αι διέπουσαι τα της εκτελέσεως έργων, προμηθειών ή μελετών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. 2.Πάσα διάταξις του Παρόντος Νόμου, αφορώσα επιβολήν φορολογιών και εισφορών ή μείωσιν ή απαλλαγήν εκ τοιούτων τίθεται εν ισχύϊ δια Β.Δ/τος, προτάσει των Υπουργών Προνοίας και Οικονομικών. 3.Πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου δύναται να κανονίζηται δια αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας, εφ’ όσον άλλως εν τω παρόντι δεν ορίζεται. Α.Πάσα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Νόμον καταργείται. Συμβάσεις Ελληνικού Δημοσίου και Ε.Κ.Τ.Ε. Άρθρ.19.-(Παρ. 1, 3, 4, 5 και 6 άρθρ. 5 Νόμ. 3488/58 και Ν.Δ. 4024/59). 1.Επιτρέπεται, όπως δια συμβάσεων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου όπερ θα εκπροσωπήται προς τούτο υπό των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικής Προνοίας, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος ανατίθεται εις την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος η χορήγησις δανείων εις σεισμοπαθείς ή πληττομένους υπό θεομηνιών κατά τον παρόντα Νόμον δικαιούχους, χρηματοδοτουμένην προς τούτο, μετά σχετικήν εκάστοτε απόφασιν της Νομισματικής Επιτροπής, παρά της Τραπέζης της Ελλάδος. Αι συμβάσεις αύται δημοσιεύονται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 2.Ο χρόνος εξοφλήσεως, ο τόκος και οι μεν γένει όροι των υπό της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος χορηγουμένων τοιούτων δανείων, θα καθορίζωνται δια των κατά την ανωτέρω παράγραφον Συμβάσεων. Σελ. 427 Λαϊκή Κατοικία 35.Η.α.9 Δια των αυτών Συμβάσεων θα καθορίζηται η υπό του Ελληνικού Δημοσίου προς την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος καταβολή. α)Της διαφοράς του τόκου, ήτις ενδεχομένως ήθελε προκύψει μεταξύ του τόκου του καταβαλλομένου υπό της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος εις την χρηματοδοτούσαν Τράπεζαν της Ελλάδος δια τα διατιθέμενα παρ’ αυτής κεφάλαια και εκείνου ον θα εισπράττη αύτη επί των χορηγουμένων παρ’ αυτής βάσει των συμβάσεων τοκοχρεωλυτικών δανείων και εφ’ όσον ο τόκος ούτος είναι ελάσσων του ύψους του προς την Τράπεζαν καταβαλλομένου υπό της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος τόκου. β)Αποζημιώσεις δια τας παρ’ αυτής παρεχόμενας υπηρεσίας της, τας αναγομένας εις την χορήγησιν των ως άνω δανείων, εφ’ όσον δεν καθορίζεται υπέρ αυτής δια τα χορηγούμενα στεγαστικά δάνεια τόκος μείζων του καταβαλλομένου εις την Τράπεζαν της Ελλάδος δια τα παρά της Τραπέζης ταύτης προς την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος διατιθέμενα κεφάλαια. Η καταβολή των ως άνω προς την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος θα γίνεται, έστω και εάν δεν έχη εγγραφή εις τον Κρατικόν Προϋπολογισμόν σχετική πίστωσις υπό της Τραπέζης της Ελλάδος και εις βάρος του παρ’ αυτή λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, παρεχομένης προς τούτο προς την Τράπεζαν της Ελλάδος υπό του Ελληνικού Δημοσίου, παρεχομένης προς τούτο προς την Τράπεζαν της Ελλάδος υπό του Ελληνικού Δημοσίου ανεκκλήτου εντολής, απηλλαγμένης παντός όρου και προϋποθέσεως, της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος δικαιουμένης όπως αξιώση παρά της Τραπέζης της Ελλάδος την άμεσον καταβολήν παντός οφειλομένου εκ της ως άνω αιτίας ποσού. 3.Ο τόκος των κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου χορηγουμένων δανείων απαλλάσσεται του φόρου κύκλου εργασιών και οφείλεται από της καταβολής εκάστης δόσεως του δανείου εις τον οφειλέτην. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου ισχύουσι και εφαρμόζονται και επί των μέχρι τούδε χορηγηθέντων ομοίων δανείων υπό της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, δυνάμει των μεταξύ αυτής, του Ελληνικού Δημοσίου και της Τραπέζης της Ελλάδος κατά καιρούς υπογραφεισών συμβάσεων των κυρωθεισών δια του Ν.Δ. υπ’ αριθ. 3090/1954 ως και των δια του Νόμ. 3488/55 κυρουμένων τοιούτων. 4.Επιτρέπεται όπως προς ασφάλειαν της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, δια τα παρ’ αυτής κατά τα ανωτέρω, χορηγούμενα δάνεια, παρέχηται η πλήρης και ανεπιφύλακτος εγγύησις του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύησις αύτη, περιλαμβάνουσα και εξουσιοδότησιν προς την Τράπεζαν της Ελλάδος όπως αύτη επί τη αιτήσει Σελ. 428 της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης καταβάλλη προς αυτήν χρηματικά ποσά, λόγω της εγγυήσεως, εις βάρος του παρ’ αυτή (τη Τραπέζη της Ελλάδος) Λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, συνομολογείται και παρέχεται άνευ άλλου τινός, δια των κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου υπογραφομένων συμβάσεως. 5.Αι κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου υπογραφόμεναι συμβάσεις ως και εκείναι μεταξύ της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης δι’ ων αύτη θα πορίζηται τα δια την χορήγησιν των ως άνω δανείων απαιτούμενα κεφάλαια απαλλάσσονται παντός τέλους χαρτοσήμου και παντός τυχόν δικαιώματος υπέρ τρίτου. 6.Άπασαι αι διατάξεις του παρόντος έχουσιν ισχύν και εφαρμόζονται και επί των κατά το παρόν άρθρον χορηγουμένων δανείων υπό της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, ως και επί των δανείων των χορηγηθέντων και χορηγουμένων παρ’ αυτής βάσει των δια του Ν.Δ. 3090/1954 και 4388/55 κυρωθεισών πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου και συμβάσεων μεταξύ αυτής του Ελληνικού Δημοσίου και της Τραπέζης της Ελλάδος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Περί του τύπου και του τρόπου κατασκευής των λαϊκών κατοικιών. (Β.Δ.9-10-52/5-11-52 ΦΕΚ 315/1952). Περί του όρου κατοικίας του εμβαδού αυτής Άρθρ.20.-(Άρθρ. 1 του από 9-10-52/5-11-52 Β.Δ. ΦΕΚ 315/1952). 1.Εν τοις κατωτέροις όπου αναφέρεται ο όρος «κατοικία» νοείται το σύνολον των χώρων εντός των οποίων στεγάζεται μια οικογένεια. Εις περίπτωσιν όθεν πολυκατοικιών, νοείται το ανεξάρτητον διαμέρισμα της πολυκατοικίας, το προοριζόμενον δια την ως άνω στέγασιν μιας οικογενείας. 2.Ως εμβαδόν κατοικίας προς εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, νοείται το άρθροισμα του εμβαδού απάντων των δωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων των αποτελούντων την κατοικίαν ταύτην. Δεν συμπεριλαμβάνονται εις την μέτρησιν μόνον οι κάτωθι χώροι: α)Εις περίπτωσιν αστικής κατοικίας, τυχόν κατάστημα σαφώς διαμορφωμένον ως τοιούτον και έχον απ’ ευθείας πρόσωπον επί της οδού. β)Εις περίπτωσιν αγροτικής κατοικίας, οι χώροι σταυλισμού ζώων και οι χώροι αποθηκεύσεως και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων, εφ’ όσον δεν χρησιμοποιούνται συγχρόνως και δια την διαβίωσιν της οικογενείας. 35.Η.α.9 Λαϊκή Κατοικία Έννοια Λαϊκής Κατοικίας Άρθρ.21.-(Άρθρ. 2 του 9-10-52/5-11-52 Β.Δ/τος). Λαϊκή κατοικία θεωρείται πάσα κατοικία συμφωνούσα ως προς την μορφήν και τον τρόπον κατασκευής, προς τας διατάξεις των κατωτέρω άρθρων του παρόντος. Εις λαϊκάς κατοικίας ως άνω, επιτρέπονται αι παρεκκλίσεις εκ των κειμένων πολεοδομικών και οικονομικών διατάξεων, αι καθοριζόμεναι δια των άρθρ. 23, 27, 28, 30, 32 της παρ. α΄ του άρθρ. 29 και της παρ. δ΄ του άρθρ. 22. Μορφή των κατοικιών Άρθρ.22.-(Άρθρ. 3 του από 9-10-52/5-11-52 Β.Δ/τος). 1.Λαϊκαί κατοικίαι δεν δύνανται να είναι υπόγειοι ή υμιϋπόγειοι. 2.Λαϊκαί κατοικίαι δεν δύνανται να έχουν ωφέλιμον εμβαδόν μεγαλύτερον των 80 μ2, ουδέ μικρότερον των 40 μ2, εκτός εάν εμπίπτουν εις την εν τη κατωτέρω παρ. γ΄ εξαίρεσιν. 3.Επιτρέπεται η ανέγερσις κατοικιών εμβαδού μέχρι 30 μ2 εφ’ όσον έχει γίνει πρόβλεψις επεκτάσεώς των εις κατοικίας εμβαδού 40-80 μ2. Η τοιαύτη επέκτασις δέον να είναι εύκολος εις την κατασκευήν και δέον να μη απαιτή σοβαράς προσθέτους δαπάνας κατά την εφαρμογήν της. 4.Οι χώροι συγκοινων …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.