← Ελλάδα

9. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 2185 της 15/15 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Α' 217) Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων με σκοπό την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων. Ρυθμίζει τη διαδικασία και τους όρους υπό τους οποίους κρατικά ή ιδιωτικά κτήματα μπορούν να απαλλοτριωθούν για αυτόν τον σκοπό.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
9. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 2185 της 15/15 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Α' 217) Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Γενικοί ορισμοί Σκοπός και έκτασις απαλλοτριώσεως Άρθρ.1.-Προς αποκατάστασιν ακτημόνων κατά την έννοιαν του Αγροτικού Κώδικος καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων κατά την έννοιαν της περί αποκαταστάσεως κτηνοτρόφων Νομοθεσίας ορίζονται τα κάτωθι: 1.Παραχωρούνται γαίαι καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι, φυτείαι και κτηνοτροφικαί εκτάσεις του Δημοσίου τελούσαι υπό την διαχείρισιν της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών κατά τας διατάξεις του άρθρ. 121 του Αγροτικού Κώδικος και της περί αποκαταστάσεως κτηνοτρόφων Νομοθεσίας. 2.Αναλαμβάνονται υπό του Υπουργείου Γεωργίας και παραχωρούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας σχετικάς διατάξεις γαίαι καλλιεργούμεναι και καλλιεργήσιμοι και κτηνοτροφικαί θαμνώδους ή μη μορφής εκτάσεις της ανταλλαξίμου περιουσίας. Ως καλλιεργήσιμοι γαίαι νοούνται και αι δεκτικαί καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως θαμνώδεις εκτάσεις ως και αι κεκαλυμμέναι δι' αγριελαιών ή ετέρων αγρίων καρποφόρων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως δι' εγκεντρισμού. 3.Επιτρέπεται συμφώνως τω άρθρ. 104 του Συντάγματος η αναγκαστική απαλλοτρίωσις αγροτικών κτημάτων ανηκόντων εις φυσικά πρόσωπα και πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου και Ιδρύματα. Άρθρ.9.-Οιαδήποτε μεταβολή εις τας σχέσεις μεταξύ καλλιεργητών και ιδιοκτητών των υποκειμένων εις απαλλοτρίωσιν κτημάτων ως και εις τον τρόπον της εν αυτοίς ασκουμένης καλλιεργείας και εκμεταλλεύσεως εν γένει γενομένη από της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος 1952 (1 Ιαν. 1952), δεν λαμβάνεται υπ' όψιν δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Άρθρ.10.-1.Αποφάσει του Υπουργού της Γεωργίας εκδιδομένη μετά γνώμην του Συμβουλίου Εποικισμού, μετέχοντος εις αυτό του Διευθυντού της Τοπογραφικής Υπηρεσίας, επιτρέπεται η εις ωρισμένας περιφερείας ή ωρισμένα κτήματα, πρόοδος της απαλλοτριώσεως άνευ προηγουμένης καταμετρήσεως. 2.Εν τη περιπτώσει ταύτη η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων οροθετεί απαραιτήτως δια φυσικών ορίων τας απαλλοτριουμένας και εξαιρουμένας της απαλλοτριώσεως εκτάσεις του κτήματος, δυναμένη μετά την καταμέτρησιν αυτού να επανέλθη οίκοθεν προς ακριβέστερον προσδιορισμόν των ως άνω εκτάσεων βάσει του διαγράμματος καταμετρήσεως. Άρθρ.11.-1.Η αληθής έννοια των διατάξεων του Α.Ν. 1910 του 1951 «περί των προσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων» είναι ότι δι' αυτών δεν θίγονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της Αγροτικής εν γένει Νομοθεσίας, της περί αναγκαστικής μισθώσεως και της περί αποκαταστάσεως κτηνοτρόφων τοιαύτης, αι αφορώσαι την διαχείρισιν, διάθεσιν, παραχώρησιν, απαλλοτρίωσιν κλπ. των Δημοτικών και Κοινοτικών εκτάσεων. 2.Η παρ. 2 του άρθρ. 10 του Α.Ν. 956/1949 «περί ρυθμίσεως εκκλησιαστικών τινών ζητημάτων» καταργείται αφ' ης ίσχυσεν. 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας Επιτροπή Απαλλοτριώσεων-Αμοιβή Άρθρ.12.-1.Η υπό του άρθρ. 71 του Αγροτικού Κώδικος προβλεπομένη Επιτροπή Απαλλοτριώσεων καθορίζει τας εν εκάστω κτήματι απαλλοτριωτέας και εξαιρετέας της απαλλοτριώσεως εκτάσεις και ασκεί άπασαν εν γένει την εκ του Κώδικος τούτου και του περί αποκαταστάσεως κτηνοτρόφων απορρέουσαν αρμοδιότητά της και επί των κατ' εφαρμογήν του παρόντος Νόμου απαλλοτριώσεων. 2.Εκάστη αίτησις περί χορηγήσεως κλήρου υποβαλλομένη εις την Επιτροπήν Απαλλοτριώσεων θα συνοδεύηται επί ποινή απαραδέκτου δια παραβόλου δραχ. 20.000 κατατιθεμένου εις το Δημόσιον Ταμείον ως έσοδον του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού. Με το άρθρ. 19 Νόμ. 1644/19-25 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α' 131) κατωτ. αριθ. 52, ορίστηκε ότι το ποσό του παραβόλου που προβλέπεται από την άνω παρ. 2 καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. 3.Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο Γραμματεύς της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων δικαιούνται, πλην των κεκανονισμένων οδοιπορικών εξόδων και της ημερησίας αποζημιώσεως, και εξόδων κινήσεως δι' εκάστην συνεδρίασιν δυναμένων να ορίζωνται κατ' αποκοπήν δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών. Δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται και ο αριθμός των συνεδριάσεων δι' ας καταβάλλονται τα κατ' αποκοπήν έξοδα κινήσεως. Άρθρ.13.-Εντός τριών μηνών από της εις τον Συνεταιρισμόν αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών ή κτηνοτρόφων κοινοποιήσεως της κατά το άρθρ. 74 του Αγροτικού Κώδικος αποφάσεως, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, είτε αυτεπαγγέλτως είτε τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον, δι' αποφάσεώς της εφ' άπαξ εκδιδομένης δύναται να διαγράψη τους κακώς δικαιωθέντας κλήρου ή να εγγράψη ως κληρούχους κακώς ή εκ λάθους παραλειφθέντας δια της προτέρας της αποφάσεως, μειούσα εν ανάγκη την ορισθείσαν έκτασιν του κλήρου. Ομοίως η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δύναται εντός της αυτής προθεσμίας να διορθώση οιονδήποτε της αρχικής αποφάσεώς της λάθος εις οιονδήποτε θέμα αναφερόμενον. Αι μετά την πάροδον της τριμήνου προθεσμίας εκδιδόμεναι αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυροι. Με την περίπτ. β' άρθρ. 4 Νόμ. 2040/17-23 Απρ. 1992 (ΦΕΚ Α' 70), Τόμ. 16Γ, σελ. 814,20, η προθεσμία για διόρθωση των αποφάσεων των Επιτροπών απαλλοτριώσεων που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άνω άρθρ. 74 συντμήθηκε από 3 μήνες σε ένα (1) μήνα. Σύμφωνα δε με την παρ. 2 της ίδιας περιπτ. β' του Νόμ. 2040/92 «οι αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων είναι εκτελεστές μετά την παρέλευση της προθεσμίας του ανωτέρω άρθρου, άλλως, σε περίπτωση υποβολής ενστάσεως, από της δημοσιεύσεώς της, κατόπιν αυτής, εκδιδομένης αποφάσεως μετά της οποίας ενσωματούται αυτή». (Μετά τη σελ. 218,02(β) Σελ. 218,021 Τεύχος 1182-Σελ. 37 Αγροτικός Κώδικας 17.Β.γ.9 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας Άρθρ.14.-Επί των κατά τον παρόντα Νόμον και την κειμένην αγροτικήν Νομοθεσίαν διατιθεμένων γαιών προτάσσονται κατά την χορήγησιν κλήρων δι' αγροτικήν ή πτηνοτροφικήν αποκατάστασιν εν εκάστη κατά την Νομοθεσίαν ταύτην σειρά προτιμήσεως και εν εκάστη υποδιαιρέσει αυτής, αι εξής κατηγορίαι ακτημόνων καλλιεργητών ή ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων: α)Οι περί ων ο Νόμ. 1487/1950 ανάπηροι και θύματα πολέμου. β)Οι περί ων ο Α.Ν. 1836/1951 πολεμισταί. γ)Οι κατά τους οικείους Νόμους πολύτεκνοι. δ)Αγωνισταί του Μακεδονικού αγώνος 1903-1909 και του Ηπειρωτικού περιλαμβανόμενοι εις τους πίνακας του Υπουργείου Στρατιωτικών τους κυρωθέντας δια του Α.Ν. 76/1936 ως ούτοι ισχύουν σήμερον. ε)Πυροπαθείς κατά την ακίνητον αυτών περιουσίαν εκ συμμοριακής δράσεως. ς)Απόφοιτοι γεωργοτεχνικών σχολείων λειτουργούντων μερίμνη του Εθνικού Ιδρύματος μετά την συμπλήρωσιν του 21ου έτους της ηλικίας των. ζ)Υπαρχούσης κολληγικής σχέσεως αναγκαστικώς προστατευομένης αποκαθίστανται εκ του απαλλοτριουμένου κτήματος και οι καλλιεργούντες τούτο κολλήγοι. Συγκυριότης Δημοσίου Άρθρ.15.-Όπου εις κηρυχθέντα απαλλοτριωτέα κτήματα υφίσταται συγκυριότης Δημοσίου και τρίτων η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων διαχωρίζει κατά την κρίσιν της εις διαιρετόν τμήμα το εις το Δημόσιον ανήκον ιδανικόν μέρος και διαθέτει αυτό κατά τον παρόντα Νόμον μετά των απαλλοτριουμένων εκτάσεων του αυτού κτήματος. Ατέλεια διαδικασίας Άρθρ.16.-1.Άπασα η διαδικασία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου απαλλάσσεται παντός τέλους υπέρ του Δημοσίου ή οιωνδήποτε τρίτων. 2.Άπαντα τα πιστοποιητικά οιασδήποτε Αρχής τ' απαιτούμενα δια την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου εκδίδονται ατελώς. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Κτήματα απαλλοτριωτέα δι' αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών Άρθρ.17.-1.Υπόκεινται εις αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν και παραχώρησιν δι' αγροτικήν αποκατάστασιν. α)Αι εις το Δημόσιον, την Ανταλλάξιμον περιουσίαν, Δήμους, Κοινότητας και πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ανήκουσαι καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι γαίαι και παντός είδους φυτείαι μετά την επ' αυτών κειμένων και την γεωργικήν αποκατάστασιν εξυπηρετούντων κτισμάτων, πλην των εξαιρέσεων του άρθρ. 20 του παρόντος. Επί κοινοχρήστων γαιών περιελθουσών εις Δήμους, Κοινότητας και Συνεταιρισμούς αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών δυνάμει της Αγροτικής εν γένει Νομοθεσίας εφαρμόζονται αντιστοίχως αι διατάξεις των άρθρ. 119 και 188 του Αγροτικού Κώδικος. β)Αι εις τα φυσικά και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου ανήκουσαι καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι ασκεπείς εκτάσεις μετά των χρησίμων δια την εκμετάλλευσιν των κτημάτων κτισμάτων, πλην των εξαιρέσεων του άρθρ. 18 του παρόντος. Ως καλλιεργήσιμοι νοούνται κατά τον παρόντα Νόμον και α)αι δεκτικαί καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως δασικαί εκτάσεις ως και αι κεκαλυμμέναι δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως, δι' εγκεντρισμού, εφ' όσον αύται δεν ανήκουν εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και β)αι αμέσως ή κατά βεβαίαν πρόβλεψιν δεκτικαί καλλιεργείας ορύζης. Ασκεπείς γαίαι νοούνται αι μη δια συστηματικών και συνεχών φυτειών, αμπέλων, ελαιών ή άλλων ημέρων καρποφόρων δένδρων καλυπτόμεναι γαίαι. 2.(«Μετά των περί ων η προηγουμένη παράγραφος, κτημάτων διατίθενται υπό της Επιτροπής Απαλ/σεων υπέρ των κατά το παρόν Ν.Δ/μα αποκαθισταμένων ακτημόνων γεωργών και κτηνοτροφικαί εκτάσεις δια την συντήρησιν της συνήθους μικράς κτηνοτροφίας των, νοουμένης ως τοιαύτης της μέχρι 15 μικρών και 2 μεγάλων ζώων, εφ' όσον η ικανοποίησις των κτηνοτροφικών τούτων αναγκών δεν είναι δυνατή εις Δημοτικάς ή Κοινοτικάς βοσκάς. Η παραχώρησις των κτηνοτροφικών εκτάσεων γίνεται προς τον Συνεταιρισμόν αυτών προς κοινήν απάντων των αποκαθισταμένων χρήσιν κατά τας διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας. Τοιαύται εκτάσεις διατίθενται υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και δι' αυτοτελή κτηνοτροφικήν αποκατάστασιν κατά τας διατάξεις του κεφαλαίου Γ' του παρόντος. Αποκλείεται η κατά τ' άνω παραχώρησις κτηνοτροφικών εκτάσεων υπέρ Συν/σμών αποκαθισταμένων γεωργών εάν κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων θέλη επέλθη δια της παραχωρήσεως βλάβη ή δυσχέρεια από απόψεως ενιαίας εκμεταλλεύσεως εις το όλον κτηνοτροφικόν κτήμα»). Τα μέσα σε ( ) εδάφια είχαν αντικατασταθεί από το άρθρ. 16 Ν.Δ. 3621/1956, που καταργήθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 18 Νόμ. 1734/16-26 Οκτ. 1987 (ΦΕΚ Α' 189) (Τόμ. 17 2 , σελ. 358). Αι διατάξεις της παραγράφου ταύτης δεν ισχύουν επί απαλλοτριουμένων δι' αγροτικήν αποκατάστασιν Δημοτικών και Κοινοτικών κτημάτων, άτινα κατά την κτηνοτροφικήν αυτών έκτασιν, διατίθενται κατά τα εν άρθρ. 28 παρ. 1α οριζόμενα. 3.Κατά παρέκκλισιν των εν άρθρ. 2 οριζομένων, αγροτικά κτήματα περί ων υφίστανται συμβάσεις αυτοκαλλιεργείας συναφθείσαι βάσει των Νόμ. 4142/1929, 4406/1929, του άρθρ. 13 του Αγροτικού Κώδικος (άρθρ. 7 Ν.Δ. 24.11.1925) κτλ. κηρύσσονται δυνάμει του παρόντος και άνευ άλλης διατυπώσεως ως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα κατά τας διατάξεις του άρθρ. 104 του Συντάγματος και του παρόντος. Εις παραχώρησιν ή απαλλοτρίωσιν κατά το άρθρ. 104 του Συντάγματος, τον παρόντα Νόμον και την Νομοθεσίαν περί αποστραγγιζομένων γαιών υπόκεινται και εκτάσεις του Δημοσίου ή Φυσικών ή Νομικών Προσώπων περί ων έχουσι συναφθή συμβάσεις εκτελέσεως έργων αποστραγγίσεως εξυγιάνσεως κτλ. ουδενός δια την τοιαύτην παραχώρησιν ή απαλλοτρίωσιν αναγνωριζομένου κωλύμματος εκ των οικείων Συμβάσεων και των κυρωτικών τούτων Νομοθετημάτων. Τυχόν κτηθέντα επί εκτάσεων των εκ της ανωτέρω κατηγορίας ανηκουσών εις το Δημόσιον δικαιώματα κυριότητος ή άλλα εμπράγματα τοιαύτα εκ μέρους των αναδόχων ή τρίτων απαλλοτριούνται κατά το άρθρ. 104 του Συντάγματος και τον παρόντα Νόμον. Προκειμένου περί εκτάσεων εις τας οποίας δεν απεπερατώθησαν τα κατά τας οικείας Συμβάσεις έργα, επιτρέπεται όπως δι' αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Δημοσίων Έργων και Γεωργίας αι ως άνω Συμβάσεις λύωνται, καθοριζομένης συγχρόνως αποζημιώσεως υπέρ των αναδόχων Εταιρειών δια τας γενομένας παρ' αυτών δαπάνας, ήτις δεν δύναται να είναι μικροτέρα του υπό του άρθρ. 39 του παρόντος προβλεπομένου ποσοστού. Δια τον καθορισμόν της αποζημιώσεως, ης το ποσόν, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής ορίζονται δια των αυτών ως άνω αποφάσεων, λαμβάνονται υπ' όψιν πλην των άλλων στοιχείων και τα ωφελήματα άτινα απεκόμισεν ο ανάδοχος εκ του επιτευχθέντος και σωζομένου έργου. Κατά την αυτήν ως άνω διαδικασίαν επιτρέπεται ωσαύτως και η τροποποίησις των όρων των ως άνω συμβάσεων. (Αντί για τη σελ. 218,03(α) Σελ. 218,03(β) Τεύχος Θ112-Σελ. 5 Αγροτικός Κώδικας 17.Β.γ.9 Η κατά το παρόν εδάφιον έκδοσις αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δεν αναστέλλει την διαδικασίαν της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως περί ης τα δύο προηγούμενα εδάφια. 4.Γεωπόνοι υπηρετούντες από διετίας συνεχώς μέχρι σήμερον ως υπάλληλοι εις απαλλοτριούμενα κλπ. κατά τα ανωτέρω συμβατικά κτήματα, εφ' όσον τυγχάνουσιν ακτήμονες ή με ανεπαρκή αγροτικήν περιουσίαν, αποκαθίστανται εις τα ούτω απαλλοτριούμενα κτήματα χορηγουμένου εις αυτούς κλήρου γεωργικού κατά την αυτήν διαδικασίαν περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών. Οι ουτωσί αποκαθιστάμενοι υποχρεούνται να διαμένωσιν εις τον συνοικισμόν εις την περιοχήν του οποίου ευρίσκεται ο παραχωρηθείς κλήρος. Εκτάσεις εξαιρούμεναι της υπέρ ακτημόνων γεωργών απαλλοτριώσεως Άρθρ.2.-1.Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κηρύσσεται δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας εκδιδομένης μετά γνώμην του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού και δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κτημάτων ανηκόντων εις Δήμους ή Κοινότητας γίνεται ωσαύτως κατά τας διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου και μετά προηγουμένην γνώμην του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου. Εάν η γνωμοδότησις δεν υποβληθή εις το Υπουργείον Γεωργίας εντός διμήνου από της επί τούτω προσκλήσεως της οικείας Διευθύνσεως Γεωργίας, ο Υπουργός της Γεωργίας χωρεί εις την απαλλοτρίωσιν και άνευ ταύτης. 3.Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις θεωρείται συντελεσθείσα από της χρονολογίας της δημοσιεύσεως της ως άνω Υπουργικής αποφάσεως, ανεξαρτήτως του χρόνου της εκδικάσεως του κτήματος υπό της κατά το άρθρ. 71 του Αγροτικού Κώδικος Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. Ιδιοκτησία Ευαγών Ιδρυμάτων Άρθρ.18.-1.Επί κτημάτων ανηκόντων εις φυσικά και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου της κατά το άρθρ. 17 του παρόντος απαλλοτριώσεως εξαιρούνται: α)Έκτασις 250 στρεμμάτων ασκεπών καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων γαιών δι' έκαστον ιδιοκτήτην ή συνιδιοκτήτην. Τυχόν υφισταμένη επί της εκτάσεως ταύτης κολληγική σχέσις καταργείται ως προς τους αποκαθισταμένους και μόνον κολλίγους επί πλήρους γεωργικού κλήρου. β)Επί αυτοκαλλιεργουμένων κτημάτων, έκτασις 500 στρεμμάτων ασκεπών γαιών, δι' έκαστον ιδιοκτήτην ή συνιδιοκτήτην και επί πλέον πάσαι αι εξυπηρετούσαι την αυτοκαλλιέργειαν μόνιμοι εγκαταστάσεις εν συνεχεία κατά το δυνατόν της εξαιρουμένης εκτάσεως. Η εκ της απαλλοτριώσεως εξαίρεσις αυτοκαλλιεργουμένων γαιών αποκλείει ετέραν εξαίρεσιν εκ των περί ων η προηγουμένη περίπτ. α' μη αυτοκαλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων ασκεπών τοιούτων, εκτός αν αι αυτοκαλλιεργούμεναι είναι κάτω των 250 στρεμμάτων, οπότε η απαιτουμένη προς συμπλήρωσιν του αριθμού των στρεμμάτων τούτων έκτασις εξαιρείται εκ των μη αυτοκαλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων ασκεπών γαιών. Εάν ο ιδιοκτήτης και άρρενα ή θήλεα τέκνα αυτού έχοντα συμπληρώσει το 18ον έτος της ηλικίας των και ενήλικοι άρρενες αδελφοί αυτού αποτελούντες μίαν οικογένειαν καλλιεργούσι το κτήμα από κοινού αυτοπροσώπως και κατά κυρίαν επαγγελματικήν απασχόλησιν αποζώντες εξ αυτής ως εκ κυρίας προσόδου, η υπέρ του ιδιοκτήτου κατά την περίπτ. β' εξαιρουμένη έκτασις προσαυξάνεται κατά το εν δέκατον αυτής δι' έκαστον των πέραν των δύο ως άνω τέκνων ή αδελφών και μέχρις επτά δεκάτων κατ' ανώτατον όριον. γ)Αι εντός των απαλλοτριουμένων κτημάτων κατοικίαι των ιδιοκτητών μετά της γύρωθεν περιοχής των μη δυναμένης να υπερβή τα 3 στρέμματα δι' εκάστην κατοικίαν. Επί πλειόνων εξ αδιαιρέτου ιδιοκτητών αγροκτήματος η κατά κατοικίαν εξαίρεσις της ανωτέρω εκτάσεως των 3 στρεμμάτων χωρεί υπέρ πάντων συλλήβδην των συνιδιοκτητών. δ)Αι κατά την 1 Ιαν. 1952 υφιστάμεναι συνεχείς και συστηματικαί φυτείαι εξ αμπέλων, ελαιών ή άλλων ημέρων καρποφόρων δένδρων. ε)Αι μεγάλαι αγροτικαί βιομηχανικαί εγκαταστάσεις μετά του απαραιτήτου περί αυτάς χώρου κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και εκ των μικρών, αι μη απαραίτητοι δια την εκμετάλλευσιν του απαλλοτριουμένου κτήματος. Σελ. 218,04(β) Τεύχος Θ112-Σελ. 6 ς)Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις πλην των εντός των απαλλοτριουμένων γαιών παρεμβαλλομένων και δυσχεραινουσών την διανομήν και εκμετάλλευσιν αυτών μικρών δασικών εκτάσεων (συστάδων). ζ)Οι κατά την έννοιαν της παρ. 2 του άρθρ. 28 του παρόντος δασικοί βοσκότοποι εξαιρούνται της υπέρ ακτημόνων γεωργών απαλλοτριώσεως , απαλλοτριούμενοι όμως προς αποκατάστασιν ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων κατά τας διατάξεις του Κεφαλαίου Γ' του παρόντος και η)Τ' ακίνητα περί ων τα άρθρ. 14, 15 και 16 του Αγροτικού Κώδικος. 2.Α'.Προς τον σκοπόν της ολοκληρώσεως του έργου της αποκαταστάσεως των ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων επιτρέπεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, εκδιδομένης κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 2, αναγκαστική απαλλοτρίωσις κατά το άρθρ. 17 του Συντάγματος των εκτάσεων των μη υποκειμένων εις την κατά το άρθρ. 104 του Συντάγματος και τον παρόντα Νόμον απαλλοτρίωσιν. Παρερχομένης τριετίας από της δημοσιεύσεως της ως άνω υπουργικής αποφάσεως χωρίς να καταβληθή ή νομίμως παρακατατεθή η αποζημίωσις εις τον ιδιοκτήτην, η απόφασις περί απαλλοτριώσεως θεωρείται μηδέποτε εκδοθείσα. Β'.Της κατά την προηγουμένην παράγραφον απαλλοτριώσεως εξαιρούνται: α)Αι αυτοπροσώπως ή δια των μελών της οικογενείας των καλλιεργητών καλλιεργούμεναι γαίαι. β)Εκτάσεις 200 στρεμμάτων δι' έκαστον αυτοκαλλιεργητήν φυσικόν πρόσωπον κατά την έννοιαν του άρθρ. 21 του παρόντος. Προκειμένου περί φυτειών, εξαιρούνται εκτάσεις 100 στρεμμάτων. γ)Κτηνοτροφικαί εκτάσεις μέχρι του αναγκαίου ορίου δια την κάλυψιν των κτηνοτροφικών αναγκών δι' έκαστον κτηνοτρόφον. Γ'.Εις την ως άνω κατά το άρθρ. 17 του Συντάγματος απαλλοτρίωσιν υπόκεινται ωσαύτως αι δασικαί εκτάσεις αι δεκτικαί καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως ή κεκαλυμμέναι δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως δι' εγκεντρισμού περί ων το άρθρ. 45 παρ. 3 του Νόμ. 4173/1929 «περί Δασικού Κώδικος» αι ανήκουσαι εις φυσικά πρόσωπα ή Νομικά τοιαύτα ιδιωτικού Δικαίου. Δια την απαλλοτρίωσιν των εκτάσεων τούτων απαιτείται και έκθεσις Επιτροπής αποτελουμένης εκ του αρμοδίου Δασάρχου και ενός Γεωπόνου υπαλλήλου του Υπουργείου Γεωργίας, πτυχιούχου Ανωτάτης Σχολής, δι' ης βεβαιούται η ύπαρξις των κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 και 1 α, β του Α.Ν. 857/1937 όρων. Δ'.Προκειμένου περί των κατά τας περιπτ. α' και β' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου εξαιρουμένων της κατά το άρθρ. 104 του Συντάγματος απαλλοτριώσεως εκτάσεων υπέρ συνιδιοκτητών, αύται, αθροιστικώς λαμβανόμεναι, υπόκεινται ωσαύτως κατά την πέραν των 250 ή 500 στρεμμάτων έκτασιν αυτών εις αναγκαστικήν κατά το άρθρ. 17 του Συντάγματος απαλλοτρίωσιν. Της ως άνω απαλλοτριώσεως εξαιρείται υπέρ όλων συλλήβδην των συνιδιοκτητών επί πλέον των εξαιρουμένων 250 στρεμμάτων καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων, ή 500 στρεμμάτων αυτοκαλλιεργουμένων, και έκτασις ίση προς το 1/4 της εξαιρουμένης εάν οι συνιδιοκτήται είναι μέχρι 4 ή ίση προς το 1/2 εάν οι συνιδιοκτήται είναι μέχρις 8, ή ίση προς τα 3/4 εάν οι συνιδιοκτήται είναι μέχρι 12, ή διπλασία αυτής εάν οι συνιδιοκτήται είναι περισσότεροι των 12. 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας Ε'.Η οφειλομένη προς τους ιδιοκτήτας δια την κατά το παρόν άρθρον απαλλοτρίωσιν αποζημίωσις καθορίζεται κατά την διαδικασίαν της παρ. 2 του άρθρ. 39 και καταβάλλεται εις τους δικαιούχους υπό του Δημοσίου. Οι αποκαθιστάμενοι δε οφείλουν εις το Δημόσιον ως τίμημα του κλήρου των το 1/2 της από του Δημοσίου καταβληθείσης αποζημιώσεως της αναλογούσης εις τον κλήρον τούτον. Το τίμημα τούτο καθορίζεται και εξοφλείται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 44 και 45. 3.(Κατηργήθη δια της παρ. 4 του άρθρ. 29 του Ν.Δ. 3784/57). Άρθρ.19.-1.Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρ. 4, επί πλειόνων απαλλοτριουμένων κτημάτων του αυτού ιδιοκτήτου, αι κατά τας περιπτ. α' και β΄ του άρθρ. 18 εξαιρέσεις γίνονται εξ ενός ή πλειόνων κτημάτων της προτιμήσεως του ιδιοκτήτου, βάσει δηλώσεώς του υποβαλλομένης εις το αρμόδιον γεωργικόν γραφείον εντός προθεσμίας ενός μηνός από της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως. 2.Η πάροδος της προθεσμίας απράκτου μεταβιβάζει το δικαίωμα της επιλογής εις την Επιτροπήν απαλλοτριώσεων. Επί πλειόνων ιδιοκτητών το κτήμα ή τα κτήματα εκλέγονται υπό των ιδιοκτητών κατά πλειοψηφίαν, εν ισοψηφία δε τούτων, υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. Άρθρ.20.-Επί κτημάτων ανηκόντων εις Δήμους και Κοινότητας και νομικά εν γένει πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εξαιρούνται της κατά το άρθρ. 17 του παρόντος απαλλοτριώσεως, α)τα δάση, πλην των δασικών εκτάσεων των δεκτικών καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως και των κεκαλυμμένων δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως και β)τα ακίνητα περί ων η περιπτ. ε' του αυτού άρθρ. 18 και τα άρθρ. 14, 15 και 16 του Αγροτικού Κώδικος. Έννοια αυτοκαλλιεργείας Άρθρ.21.-1.Αυτοκαλλιέργεια κατά τον παρόντα Νόμον, νοείται η καλλιέργεια η υπό του ιδιοκτήτου ιδίαις δαπάναις, ιδίω κινδύνω και δια συστηματικής επιστασίας ασκουμένη. 2.Κτήμα τι λογίζεται αυτοκαλλιεργούμενον μόνον κατά τας συμφώνως τω ανωτέρω ορισμώ καλλιεργουμένας εκτάσεις αυτού. Ανταλλαγή απαλλοτριουμένων εκτάσεων προς αυτοκαλλιεργουμένας Άρθρ.22.-Εάν γαίαι αυτοκαλλιεργούμεναι παρεμβάλλωνται εντός απαλλοτριουμένων εκτάσεων, δύναται η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων να παραχωρήση εις τους αποκαθισταμένους, αντί των απαλλοτριουμένων, τμήμα ίσης αξίας συνεχομένων γαιών εκ των αυτοκαλλιεργουμένων τοιούτων, εφ' όσον εκ της τοιαύτης ανταλλαγής ευχεραίνεται η αποκατάστασις των κληρούχων, ως και η αυτοκαλλιέργεια. Συγκρότησις Συνεταιρισμού Παράδοσις χρήσεως Άρθρ.23.-1.Άμα τη κηρύξει της απαλλοτριώσεως του κτήματος, επιτροπή αποτελουμένη εκ του Διευθυντού της Διευθύνσεως Γεωργίας του Νομού, του Γεωπόνου προϊσταμένου του παρ' αυτή Α' Τμήματος και του Προϊσταμένου του παρά τη ιδία Διευθύνσει Τμήματος Εποικισμού ή του ασκούντος καθήκοντα Προϊσταμένου, καθορίζει δια πράξεώς της, κατά την κρίσιν της τους δικαιουμένους κατά Νόμον αποκαταστάσεως, εις τους οποίους, συγκροτουμένους εις Αναγκαστικόν Συνεταιρισμόν Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών παραδίδει την χρήσιν της υποκειμένης εις απαλλοτρίωσιν εκτάσεως του κτήματος, διαχωρίζουσα προχείρως αυτήν από της εξαιρουμένης, μετ' ακρόασιν του ιδιοκτήτου και του Συνεταιρισμού. Περί του ανωτέρω διαχωρισμού συντάσσεται πρωτόκολλον. Συνεταιρισμός δύναται να μη συγκροτηθή εάν οι δικαιωθέντες αποκαταστάσεως είναι ολιγώτεροι των δέκα πέντε. Εν τοιαύτη περιπτώσει η παράδοσις της χρήσεως γίνεται προς αυτούς ατομικώς. Οι κατά το παρόν άρθρον αποκαθιστάμενοι ως και οι κατά το άρθρ. 32 Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί Αποκαταστάσεως ακτημόνων κτηνοτρόφων, υποχρεούνται επί ποινή εκπτώσεως ή και οιαισδήποτε άλλαις ποιναίς εις την συντήρησιν, λειτουργίαν και κανονικήν εκμετάλλευσιν των εγγειοβελτιωτικών και λοιπών έργων των υφισταμένων εντός των απαλλοτριουμένων εκτάσεων καθ' α δια Δ/των προτάσει του Υπουργού Γεωργίας εκδιδομένων ορισθήσεται, επιτρεπομένου όπως υποχρεωθώσιν οι εκ των έργων εξυπηρετούμενοι κτηματίαι και κληρούχοι να συγκροτήσωσι αναγκαστικόν Συνεταιρισμόν εγγείων βελτιώσεων. «Η επιτροπή καθορισμού δικαιουμένων αποκαταστάσεως» και οι σχετικές με αυτή διατάξεις συνθέσεως, συγκροτήσεως κλπ. που προβλέπονταν από την άνω παρ. 1 καταργήθηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 6 της 272961/26-26 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β' 215) απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβερν. και Γεωργίας, Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β' 564/9-81982, (τόμ. 16, σελ. 50,255). 2.Η τυχόν υφισταμένη σχέσις μισθώσεως επί της διαχωρισθείσης ως άνω υπέρ των ακτημόνων εκτάσεως του κτήματος και προστατευομένη έτι υπό του Αστικού Κώδικος, λύεται αυτοδικαίως από της κοινοποιήσεως του ως άνω πρωτοκόλλου εις τον μισθωτήν. Επίσης από της αυτής χρονολογίας λύονται αυτοδικαίως και πάσαι αι τυχόν υφιστάμεναι κατά το Ν.Δ. 327 του 1947 και τας εν Δωδεκανήσω ισχυούσας ειδικάς διατάξεις αναγκαστικαί μισθώσεις επί της αυτής ως άνω εκτάσεως. (Αντί για τη σελ. 218,05(γ) Σελ. 218,05(δ) Τεύχος Θ112-Σελ. 7 Αγροτικός Κώδικας 17.Β.γ.9 Εάν τυχόν η μίσθωσις προστατεύεται υπό του ενοικιοστασίου βοσκών, τούτο αίρεται αυτοδικαίως μετά την λήξιν της κτηνοτροφικής περιόδου διαρκούσης της οποίας εκοινοποιήθη το ανωτέρω πρωτόκολλον και εφ' όσον τούτο εκοινοποιήθη δύο τουλάχιστον μήνας προ της λήξεως της ανωτέρω κτηνοτροφικής περιόδου, του ενοικιοστασίου εν εναντία περιπτώσει αιρομένου από της λήξεως της επομένης κτηνοτροφικής περιόδου. 3.Η κατά τον χρόνον της παραδόσεως της χρήσεως ηρτημένη τυχόν εσοδεία ανήκει εις τον ιδιοκτήτην ή τον εξ αυτού έλκοντα νόμιμον επί ταύτης απαίτησιν. Εις ας περιπτώσεις δεν έχει πραγματοποιηθή σπορά, δια τας γενομένας υπό του ιδιοκτήτου ή τρίτου προπαρασκευαστικάς καλλιεργητικάς εργασίας καταβάλλεται υπό του Συνεταιρισμού αποζημίωσις καθοριζομένη υπό της κατά την παρ. 1 Επιτροπής και επί τη ενστάσει εκατέρου των μερών, ασκουμένη εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως της ως άνω Επιτροπής, δι' αποφάσεως του αρμοδίου κατά τόπον Ειρηνοδίκου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 634 και επομ. της Πολιτικής Δικονομίας. Αποζημίωσις χρήσεως Άρθρ.24.-1.Από της κατά το άρθρ. 23 παραδόσεως της χρήσεως και μέχρι της καταβολής εις τον ιδιοκτήτην της οφειλομένης αυτώ αποζημιώσεως, οφείλεται υπό του Συνεταιρισμού και εν ελλείψει τοιούτου παρ' εκάστου των αποκαθισταμένων αποζημίωσις χρήσεως, καθοριζομένη υπό της κατά το άρθρ. 23 Επιτροπής εν τω πρωτοκόλλω προχείρου διαχωρισμού και συνισταμένη εις το 1/3 της τρεχούσης μισθωτικής αξίας του κτήματος. 2.Η αποζημίωσις χρήσεως παρακατατίθεται υπό των υποχρέων μέχρι της 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους εις την Αγροτικήν Τράπεζαν της Ελλάδος επ' ονόματι του τέως ιδιοκτήτου. 3.Η υποχρέωσις του Συνεταιρισμού προς καταβολήν αποζημιώσεως χρήσεως παύει από της λήξεως του γεωργικού έτους, εντός του οποίου κατεβλήθη εις τον ιδιοκτήτην η καθορισθείσα αποζημίωσις δια την απαλλοτρίωσιν. 4.Η μεταξύ των υποχρέων κατανομή της πληρωτέας αποζημιώσεως χρήσεως ενεργείται βάσει της εκτάσεως ην έκαστος τούτων καρπούται, το δε υφ' εκάστου συνολικώς καταβληθησόμενον ποσόν, εκ της αιτίας ταύτης, συμψηφίζεται εις τας τελευταίας 3 τοκοχρεωλυτικάς δόσεις του τιμήματος κλήρου. 5.Προκειμένου περί κοινοχρήστων εκτάσεων, η αποζημίωσις χρήσεως βαρύνουσα επίσης τους εγκατασταθέντας ακτήμονας κατανέμεται αναλογικώς εις βάρος αυτών. Σελ. 218,06(δ) Τεύχος Θ112-Σελ. 8 6.Η παρακατατιθεμένη αποζημίωσις χρήσεως καταβάλλεται υπό της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος εις τον τέως ιδιοκτήτην, εντολή της οικείας Διευθύνσεως Γεωργίας, αντίγραφον δε του παραστατικού της εξοφλήσεως αποστέλλεται εις τον οικείον Συνεταιρισμόν και την οικείαν Διεύθυνσιν Γεωργίας. ("7.Εις ας περιπτώσεις είτε ο Συνεταιρισμός είτε κληρούχοι τινές δεν προέβησαν εις καλλιέργειαν της παραδοθείσης αυτοίς εκτάσεως, ουχί ιδία υπαιτιότητι, αλλά λόγω προσκαίρου αδυναμίας αμέσου αποδόσεως αυτής εις την γεωργικήν εκμετάλλευσιν, δύναται ο οικείος Νομάρχης δι' αποφάσεώς του να απαλλάξη τους ανωτέρω της προς καταβολήν αποζημιώσεως χρήσεως υποχρεώσεως, παραμενούσης πάντως ακεραίας της προς το Δημόσιον δια τον κλήρον οφειλής των από της παραδόσεως της εκτάσεως"). Η μέσα σε ( ) παρ. 7 είχε προστεθεί από το άρθρ. 25 Ν.Δ. 3621/1956, που καταργήθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 18 Νόμ. 1734/16-26 Οκτ. 1987 (ΦΕΚ Α' 189) (Τόμ. 17 2 , σελ. 358). Ασφάλεια αποζημιώσεως χρήσεως Άρθρ.25.-1.Προς εξασφάλισιν της αποζημιώσεως χρήσεως ο Συνεταιρισμός έχει νόμιμον ενέχυρον επί των καρπών της παραχωρηθείσης εις αυτόν κατά χρήσιν εκτάσεως, κατά τας αντιστοίχους διατάξεις του Αστικού Κώδικος. Ελλείψει Συνεταιρισμού το αυτό δικαίωμα έχει ο ιδιοκτήτης ασκούμενον όμως μετ' έγκρισιν της Διευθύνσεως Γεωργίας του Νομού. 2.Επί πλέον, η αποζημίωσις χρήσεως, λογίζεται ως δημόσιον έσοδον και εν υπερημερία εισπράττεται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και αποδίδεται εις τους δικαιούχους ιδιοκτήτας. Η βεβαίωσις εις βάρος των κατ' ιδίαν υποχρέων γίνεται δια πράξεως του Προϊσταμένου της οικείας Διευθύνσεως Γεωργίας, εκδιδομένης εντός 10ημέρου το βραδύτερον, αφ' ης η οφειλή κατέστη απαιτητή. 3.Εν περιπτώσει υποτροπής ο Υπουργός της Γεωργίας δύναται να διαγράψη τον καθυστερούντα την οφειλήν του υπόχρεον. 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας Διαδικασία αποκαταστάσεως κλπ. Άρθρ.26.-1.Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις του Αγροτικού Κώδικος εφαρμόζονται δια την καταμέτρησιν των κατά το παρόν κεφάλαιον απαλλοτριουμένων κτημάτων, τον οριστικόν διαχωρισμόν των απαλλοτριουμένων και εξαιρουμένων εκτάσεων την οριστικήν των κλήρων διανομήν, την κύρωσιν ταύτης, την απόκτησιν της επί των κλήρων κυριότητος, την χορήγησιν των οριστικών παραχωρητηρίων, την διαγραφήν και παραίτησιν των κληρούχων, την κληρονομίαν επί των κλήρων και εν γένει δια την ρύθμισιν πάσης άλλης περιπτώσεως μη ρυθμιζομένης διαφόρως δια του παρόντος Νόμου. 2.Επί των κατά τον παρόντα Νόμον απαλλοτριουμένων ως και επί των διατιθεμένων κατά την κειμένην Νομοθεσίαν κτημάτων προς αγροτικήν αποκατάστασιν εφαρμόζονται πάντοτε δια τον καθορισμόν των δικαιουμένων αποκαταστάσεως και των παραχωρουμένων κλήρων και οικοπέδων αι διατάξεις των άρθρ. 24, 25, 26, 27, 28, 29 και 30 του Αγροτικού Κώδικος. Μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και υπηρέται και πολιτικοί και στρατιωτικοί συνταξιούχοι αποκλείονται πάσης κατά την αγροτικήν εν γένει νομοθεσίαν αποκαταστάσεως. («Η αληθής έννοια της διατάξεως του άρθρ. 26 παρ. 2 εδάφιον δεύτερον του Ν.Δ. 2185/1952 η αφορώσα τους συνταξιούχους είναι ότι εις τούτους περιλαμβάνονται μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί οι καταστάντες συνταξιούχοι από της απομακρύνσεώς των εκ της δημοσίας υπηρεσίας ουχί δε και τα ορφανά και αι χήραι αυτών αίτινες μετά ή άνευ τέκνων αποκαθίστανται πλήρως, εφ' όσον ασχολούνται με την καλλιέργειαν (γεωργίαν)» (άρθρ. 26 Ν.Δ. 3621/1956)). Το μέσα σε ( ) εδάφιο είχε προστεθεί από το Άρθρ.3.-1.Εξαιρείται πάσης κατά τους όρους του παρόντος αναγκαστικής απαλλοτριώσεως η παντός είδους γαιοκτησία των ευαγών ιδρυμάτων των επιδιωκόντων κατά το καταστατικόν αυτών αποκλειστικώς εκπαιδευτικούς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς, εφ' όσον ησκήθη εκ μέρους των Ιδρυμάτων τούτων κατά το παρελθόν και εξακολουθεί ν' ασκήται αξιόλογος, κατά το κρίσιν του Υπουργού της Γεωργίας, κοινωφελής προς πραγμάτωσιν των ανωτέρω σκοπών δράσις. 2.Μη υφισταμένων των προϋποθέσεων της προηγουμένης παραγράφου η γαιοκτησία των ανωτέρω Ιδρυμάτων υπόκειται εις αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν υπό τους όρους του παρόντος Νόμου. 3.Ωσαύτως της κατά τον παρόντα Νόμον απαλλοτριώσεως εξαιρείται η παντός είδους γαιοκτησία των Εφεδρικών Ταμείων Κρήτης, ήτις επίσης εξαιρείται των περιορισμών του Νόμ. 2148/52 «περί τροποποιήσεως του Νόμ. 3250/24 περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων» κυρουμένης δια του παρόντος της επί τούτω εκδοθείσης υπ' αριθ. 829/29.7.52 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου. άρθρ. 26 Ν.Δ. 3621/1956, που καταργήθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 18 Νόμ. 1734/16-26 Οκτ. 1987 (ΦΕΚ Α' 189) (Τόμ. 17 2 , σελ. 358). 3.Ως δικαιούμενοι αποκαταστάσεως αναγνωρίζονται κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και κάτοικοι χωρίων απώτερον του απαλλοτριουμένου κτήματος κειμένων, ων η αγροτική γαιοκτησία κατεστράφη μερικώς ή ολικώς λόγω γεωλογικών φαινομένων (καθιζήσεως, σεισμού, κλπ.) και μέχρι το πολύ πέντε κατ' απαλλοτριούμενον κτήμα εφ' όσον ούτοι έχουν τα προς αποκατάστασιν προσόντα. Μετά την αποκατάστασιν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαιουμένων τοιαύτης, αι τυχόν περισσεύουσαι εκτάσεις διατίθενται προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών κατοίκων ετέρων μη ομόρων χωρίων ή πόλεων του αυτού ή ετέρου Νομού, εφ' όσον δεν είναι δυνατή η αποκατάστασις τούτων εις τον τόπον της κατοικίας των ελλείψει γαιών, προτιμωμένων κατά πρώτον λόγον των κατοίκων του αυτού Νομού. 4.Κάτοικοι αγροτικών συνοικισμών, εκτρέφοντες κατά κυρίαν επαγγελματικήν απασχόλησιν αγελάδας εξηυγενισμένης φυλής, δικαιούνται μέχρις ημίσεως το πολύ γεωργικού κλήρου, εφ' όσον στερούνται ιδίας αγροτικής περιουσίας εν τη περιφερεία του Συνοικισμού. 5.Αγελαδοτρόφοι της αυτής κατηγορίας έχοντες τας συναφείς εγκαταστάσεις των εις τα Αστικά Κέντρα και υποχρεούμενοι, λόγω Αστυνομικής ή Υγειονομικής απαγορεύσεως, να απομακρύνουν ταύτας εξ αυτών, δύναται κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως να λάβουν μέχρι ημίσεος το πολύ Γεωργικού κλήρου εις διατιθέμενα κατά την Αγροτικήν Νομοθεσίαν Κτήματα, εγγύτερον κατά το δυνατόν των Αστικών Κέντρων κείμενα ως και τον αναγκαιούντα δια τας αγελαδοτροφικάς εγκαταστάσεις χώρον. Ούτοι υποχρεούνται επί ποινή διαγραφής των όπως εγκατασταθώσιν εις τον κλήρον των τούτον εντός έτους από της εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. 6.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου ισχύουν και δια τους Αγελαδοτρόφους Αστικών Κέντρων τους απωλέσαντες το ζωϊκόν των κεφάλαιον συνεπεία επιδημικής νόσου ή πολεμικών γεγονότων κατά την κατοχήν ή την περίοδον της ανταρσίας. Ούτοι υποχρεούνται να ανασυστήσουν την επιχείρησίν των εν τη χορηγηθησομένη εκτάσει εντός διετίας από της εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως άλλως υπόκεινται εις διαγραφήν. 7.Εις το άρθρ. 24 του Αγροτικού Κώδικος και εις την θέσιν της δια του παρόντος καταργουμένης παρ. 5 προστίθεται η κάτωθι, έχουσα ούτω: «5.Επιστάται επί μίαν δεκαετίαν απαλλοτριουμένων κτημάτων θεωρούνται ως καλλιεργηταί δικαιούμενοι αποκαταστάσεως εφ' όσον είναι ακτήμονες». 8.Δικαίωμα προς συμπλήρωσιν γεωργικού κλήρου των μέχρι σήμερον αποκατεστημένων κληρούχων, εκ των κατά τον παρόντα Νόμον απαλλοτριουμένων ή παραχωρουμένων αγροκτημάτων, γεννάται μόνον εις περίπτωσιν καθ' ην ο παραχωρημένος αυτοίς γεωργικός κλήρος είναι μικρότερος του υπό της οικείας Επιτροπής απαλλοτριώσεων καθοριζομένου δια τα αυτά κτήματα βιωσίμου γεωργικού κλήρου. Εις το άρθρ. 80 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικος προστίθεται παράγραφος έχουσα ούτω: Η αυτή πενταετής προθεσμία δεν ισχύει προκειμένου περί αποφάσεων επιτροπής απαλλοτριώσεων εκδοθεισών από του Ιαν. 1938 μέχρι τέλους Μαΐου 1941 δια περιοχάς αίτινες ετέλεσαν υπό Βουλγαρικήν κατοχήν. Αι ανωτέρω αποφάσεις υπόκεινται δια κακήν εφαρμογήν του Νόμου εις αναπομπήν προς αναθεώρησιν εντός εξαμήνου από της ισχύος του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 218,061) Σελ. 218,061(α) Τεύχος Θ112-Σελ. 9 Αγροτικός Κώδικας 17.Β.γ.9 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας Μεταβιβάσεις δια πράξεων εν ζωή Άρθρ.27.-Απαγορεύεται επί ποινή απολύτου ακυρότητος των σχετικών δικαιοπραξιών, η δια πράξεων εν ζωή μεταβίβασις κλήρων ή οικοπέδων προερχομένων εξ απαλλοτριουμένων κατά τον παρόντα Νόμον κτημάτων προ της παρόδου δεκαετίας από της κυρώσεως της οριστικής τούτων διανομής. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Κτήματα απαλλοτριωτέα δια κτηνοτροφικήν αποκατάστασιν Άρθρ.28.-1.Υπόκεινται εις αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν και παραχώρησιν προς αποκατάστασιν ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων: α)Πάσαι αι κτηνοτροφικαί εκτάσεις του Δημοσίου, της ανταλλαξίμου περιουσίας και των Νομ. Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, πλην των ανηκουσών εις Δήμους και Κοινότητας, εφ' ων, η αποκατάστασις ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων ενεργείται δι' εγγραφής τούτων εις τα Δημοτολόγια κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις της περί αποκαταστάσεως κτηνοτρόφων νομοθεσίας. β)Αι εις τα φυσικά Πρόσωπα και τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου ανήκουσαι κτηνοτροφικαί εκτάσεις, πλην των εξαιρέσεων του άρθρ. 29. 2.Κτηνοτροφικαί εκτάσεις κατά τον παρόντα Νόμον νοούνται αι ανεπίδεκτοι γεωργικής, πλην δεκτικαί μόνον κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως εκτάσεις δασώδους ή μη μορφής, μετά των απαραιτήτων δια την συντήρησιν της κτηνοτροφίας παρακολουθημάτων (ποδιές γεννολείβαδα κλπ.). Τυχόν παρεμβαλλόμεναι μικραί καλλιεργήσιμοι ή καλλιεργούμεναι εκτάσεις δεν αναιρούσι τον χαρακτήρα του κτήματος ως κτηνοτροφικού. Κτηνοτροφικαί εκτάσεις δασώδους μορφής νοούνται αι εκτάσεις περί ων αι παρ. 2 και 3 του άρθρ. 45 του Νόμ. 4173/29 περί δασικού Κώδικος. Κτηνοτροφικαί εκτάσεις εξαιρούμεναι της απαλλοτριώσεως Άρθρ.29.-1.Επί κτηνοτροφικών κτημάτων ανηκόντων εις φυσικά πρόσωπα και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου της κατά το άρθρ. 28 απαλλοτριώσεως εξαιρείται συνεχής, ει δυνατόν, έκτασις χιλίων στρεμμάτων κατ' ιδιοκτήτην. Η εξαιρουμένη έκτασις καθορίζεται υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων κατά τρόπον ώστε, αύτη, ως και η απαλλοτριουμένη να καθίσταται, κατά το δυνατόν, αυτοτελώς εκάστη κτηνοτροφικώς εκμεταλλεύσιμος. Δια την ανωτέρω εξαίρεσιν των χιλίων στρεμμάτων πλείονες εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήται θεωρούνται ως εις ιδιοκτήτης. Προκειμένου περί συνιδιοκτήτων θερινών ορεινών βοσκών εξαιρείται της απαλλοτριώσεως έκτασις 500 στρεμμάτων κατά συνιδιοκτήτην και κατά κτήμα. 2.Εάν ο ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήται Φυσικά Πρόσωπα ή Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, εκμεταλλεύωνται το κτήμα δι' ιδίων ποιμνίων, πλην της ανωτέρω κατά την ηγουμένην παράγραφον εκτάσεως εξαιρείται επί πλέον και η τυχόν όλως απαραίτητος, κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, έκτασις δια την συντήρησιν των κατά την 1ην Ιαν. 1952 ζώων των ή των ζώων τα οποία ούτοι εκέκτηντο αποδεδειγμένως κατά μέσον όρον κατά την διετίαν 1938-1940, εφ' όσον τα τελευταία ταύτα είναι περισσότερα των κατά την 1ην Ιαν. 1952 ζώων. Η ούτω εξαιρουμένη έκτασις προσαυξάνεται κατά 15% δια την φυσιολογικήν του ποιμνίου αύξησιν. Η ως άνω εξαίρεσις γίνεται επί τω τέλει καλύψεως των αναγκών των ποιμνίων των ιδιοκτητών εκ χειμερινής και θερινής βοσκής. 3.Επί συνιδιοκτησίας, δια τον καθορισμόν της απαιτουμένης δια την κάλυψιν των κατά την προηγουμένην παράγραφον κτηνοτροφικών αναγκών του εκ των συνιδιοκτητών κτηνοτρόφου συνυπολογίζεται και το επί της βασικής εξαιρέσεως των χιλίων στρεμμάτων ιδανικόν μερίδιον αυτού. 4.Εξαιρούνται επίσης της απαλλοτριώσεως αι εις τον ιδιοκτήτην ανήκουσαι πάσης φύσεως μόνιμοι και στερεάς κατασκευής κτηνοτροφικαί ή άλλου είδους εγκαταστάσεις (κτίσματα), πλην των απαραιτήτων δια την εκμετάλλευσιν του κτήματος υπό της ολότητος των αποκαθισταμένων, ως και αι κατοικίαι μετά του απαραιτήτου κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων γύρωθεν χώρου. 5.Εξαιρούνται ωσαύτως της απαλλοτριώσεως τα επί κτηνοτροφικών εκτάσεων κείμενα ακίνητα, περί ων τα άρθρ. 14, 15 και 16 του Αγροτικού Κώδικος. Άρθρ.30.-1.Επί πλειόνων απαλλοτριουμένων κτηνοτροφικών κτημάτων του αυτού ιδιοκτήτου η κατά το άρθρ. 29 εξαίρεσις της εκτάσεως των χιλίων στρεμμάτων ή της απαιτουμένης προς κάλυψιν των κτηνοτροφικών αναγκών, γίνεται κατά τα εν άρθρ. 19 οριζόμενα εξ ενός μόνον κτήματος. Εάν η εξαίρεσις δεν καλύπτεται εξ ενός κτήματος, αύτη συμπληρούται εξ ετέρου. 2.Αι εις πλείονα απαλλοτριούμενα κτηνοτροφικά κτήματα του αυτού ιδιοκτήτου τυχόν υπάρχουσαι κατοικίαι ή μόνιμοι και στερεάς κατασκευής εγκαταστάσεις δύνανται να εξαιρούνται άπασαι, κατά τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 29. 3.Εάν αι κατοικίαι ή αι εγκαταστάσεις δεν εγένοντο υπό του ιδιοκτήτου αλλ' υπό τρίτου, αύται εφ' όσον κείνται εντός ή εν συνεχεία της υπέρ του ιδιοκτήτου εξαιρουμένης της απαλλοτριώσεως εκτάσεως συνεξαιρούνται μετ' αυτής. Δουλείαι. Άρθρ.31.-1.Εάν το υπό απαλλοτρίωσιν κτηνοτροφικόν κτήμα απαρτίζη κατά την φύσιν του, ενιαίαν και αδιάσπαστον οργανικήν μονάδα κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως, ανεπίδεκτον διαιρέσεως εις τμήματα αυτοτελώς εκμεταλλεύσιμα, συνιστώνται υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων αι απαραίτητοι δια την αυτοτελή εκμετάλλευσιν της τε απαλλοτριουμένης και της εξαιρουμένης της απαλλοτριώσεως εκτάσεως δουλείαι υπέρ και εις βάρος εκατέρας τούτων. 2.Παρισταμένης απολύτου ανάγκης χωρεί καθ' όμοιον τρόπον σύστασις, ή κατάργησις ή διαρρύθμισις δουλειών και επί πάσης άλλης κατά την κρίσιν της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων περιπτώσεως προκυπτούσης εκ της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Συγκρότησις Συνεταιρισμού Παράδοσις χρήσεως Άρθρ.32.-1.Οι αναγνωρισθέντες υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ως δικαιούμενοι αποκαταστάσεως, εφ' όσον υπερβαίνουν τους 6 συγκροτούνται εις Αναγκαστικόν Συνεταιρισμόν αποκαταστάσεως ακτημόνων κτηνοτρόφων εις ον και παραδίδεται η χρήσις του κτήματος κατά τας διατάξεις του άρθρ. 23 αναλόγως εφαρμοζομένας. 2.Εάν εν τω αυτώ κτήματι οι αποκαθιστάμενοι κτηνοτρόφοι αποτελούν λόγω εταιρικού ή άλλου προς αλλήλους δεσμού πλείονας της μιας ομάδος, εκάστη των οποίων εκμεταλλεύεται από μακρού αυτοτελές τμήμα του κτήματος, δύναται η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων να επιδικάση εις εκάστην ομάδα το υπ' αυτής εκμεταλλευόμενον τμήμα οπότε οι αποτελούντες αυτήν συγκροτούνται εις ίδιον Συνεταιρισμόν. Εάν το ούτως επιδικαζόμενον τμήμα έχη πλεονάζουσαν έκτασιν αύτη διατίθεται δια την αποκατάστασιν και άλλων δικαιουμένων τοιαύτης κτηνοτρόφων, εγγραφομένων εις τον αυτόν Συνεταιρισμόν. 3.Πάσα μισθωτική σχέσις εκ της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως λύεται κατά τα εν παρ. 2 του άρθρ. 23 οριζόμενα. 4.Καθ' όμοιον τρόπον λύεται πάσα ετέρα μίσθωσις ή τοιαύτη προστατευομένη υπό του ενοικιοστασίου βοσκών επί της εξαιρουμένης υπέρ του ιδιοκτήτου εκΣελ. 218,07 Αγροτικός Κώδικας 17.Β.γ.9 τάσεως μόνον ως προς τους αποκαθισταμένους κτηνοτρόφους. Ως προς τους μη αποκαθισταμένους όμως, η τυχόν υφισταμένη εκ του ενοικιοστασίου βοσκών προστασία διατηρείται. 5.Μέχρι της παραδόσεως της χρήσεως του κτήματος παραμένουν αμετάβλητοι αι κατά τον χρόνον της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως υφιστάμεναι μεταξύ του ιδιοκτήτου και των εν τω κτήματι κτηνοτρόφων ή άλλων μισθωτών νομικαί σχέσεις. Αποζημίωσις χρήσεως Άρθρ.33.-1.Από της κατά το άρθρ. 32 παραδόσεως της χρήσεως εις τον Συνεταιρισμόν και μέχρι της καταβολής εις τον ιδιοκτήτην της οφειλομένης αυτώ αποζημιώσεως οφείλεται υπό του Συνεταιρισμού αποζημίωσις χρήσεως καθοριζομένη και καταβαλλομένη κατά τας διατάξεις του άρθρ. 24 αναλόγως εφαρμοζομένας. 2.Ως αποζημίωσις χρήσεως ορίζεται ποσόν ίσον προς το καταβαλλόμενον δια την απαλλοτριωθείσαν έκτασιν βάσει του ενοικιοστασίου βοσκών μίσθωμα, προσαυξανόμενον κατά 50%. 3.Προς εξασφάλισιν της αποζημιώσεως χρήσεως ισχύουν αι διατάξεις του άρθρ. 25, ως καρπών νοουμένων εν προκειμένω των θρεμμάτων και των προϊόντων αυτών. Άρθρ.34.-Οι αποκαθιστάμενοι κτηνοτρόφοι υπαρχούσης επαρκείας γαιών μετά την κατά τον παρόντα Νόμον αποκατάστασιν των καλλιεργητών δύνανται να τύχουν και κλάσματος κλήρου εκ των εν τω αυτώ ή παρακειμένω κτήματι απαλλοτριουμένων κατά τον παρόντα Νόμον ή άλλως πως διατιθεμένων καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων γαιών προς εξασφάλισιν της διατροφής των οικογενειών των, κατά τα εν άρθρ. 30 του Αγροτικού Κώδικος οριζόμενα. Άρθρ4.-1.Δια την κατά τον παρόντα Νόμον αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν, άπαντα τα κτήματα του αυτού ιδιοκτήτου οπουδήποτε κείμενα και ανεξαρτήτως της καθ' έκαστον εκτάσεως αυτών λογίζονται, αθροιστικώς λαμβανόμενα, ως εν κτήμα επί του οποίου χωρούν αι εξαιρέσεις εκ της αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως. 2.Μετά την κατά το άρθρ. 2 του παρόντος έκδοσιν της αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, η τυχόν παράλειψις αναγραφής εν τη αυτή αποφάσει κτήματός τινος του αυτού ιδιοκτήτου ουδαμώς ασκεί επιρροήν επί του κύρους της απαλλοτριώσεως των εν τη αποφάσει αναφερομένων κτημάτων. Καθολική απαλλοτρίωσις Άρθρ.35.-1.Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις του Κώδικος περί αποκαταστάσεως κτηνοτρόφων εφαρμόζονται επί πάσης περιπτώσεως μη ρυθμιζομένης διαφόρως δια του παρόντος Κεφαλαίου. 2.Μικροκτηνοτρόφοι απολέσαντες το ποίμνιόν των μετά το 1940 δικαιούνται κτηνοτροφικής αποκαταστάσεως εάν η απώλεια του ποιμνίου των επήλθε συνεπεία των από του ανωτέρω έτους και εντεύθεν επισυμβάντων πολεμικών γεγονότων ή συμμοριακής δράσεως και δεν μετέβαλον ούτοι κύριον επάγγελμα. Σελ. 218,08 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' Κτήματα Εκκλησιαστικής Περιουσίας Σύμβασις εξαγοράς Άρθρ.36.-1.Δια συμβάσεως συνομολογηθησομένης μεταξύ του Δημοσίου εκπροσωπουμένου υπό των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών και της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος ενεργούσης δια του Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.) εκπροσωπουμένων αμφοτέρων υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κυρωθησομένης δε δια Β.Δ/τος εκδοθησομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, επιτρέπεται όπως παραχωρηθώσιν επ' ανταλλάγματι προς το Δημόσιον (Υπουργείον Γεωργίας) καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι εκτάσεις, δασώδεις και κτηνοτροφικαί τοιαύται ανήκουσαι εις την Εκκλησιαστικήν εν γένει περιουσίαν, προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων. 2.Η ως άνω Σύμβασις καταρτισθήσεται εν τω πλαισίω των γενικών όρων του άρθρ. 37, προσαρτηθήσονται δε εις αυτήν οι κατά τας παρ. 4, 5, 9 και 12 του αυτού άρθρου πίνακες των εκποιηθησομένων προς το Δημόσιον και διατηρηθησομένων υπό της Εκκλησίας κτημάτων, ως και των παραχωρηθησομένων προς την τελευταίαν αστικών ακινήτων του Δημοσίου. 3.Από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κατά την παρ. 1 κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος και ειδικώτερον οι Θρησκευτικοί Οργανισμοί (Ιεραί Μοναί ή Ο.Δ.Ε.Π.) εις τους οποίους ανήκουν οι εις τους πίνακας των παρ. 4 και 12 του άρθρ. 37 διαλαμβανόμενοι αγροί, βοσκότοποι, λειβάδια και κτηνοτροφικαί εν γένει εκτάσεις, αποξενούνται οριστικώς παντός δικαιώματος αυτών επί των εις τους πίνακας τούτους κτημάτων, το δε Δημόσιον από της αυτής χρονολογίας καθίσταται αυτοδικαίως και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως κύριον και νομεύς των ακινήτων τούτων. 4.Επίσης από της αυτής χρονολογίας το Δημόσιον αποξενούται οριστικώς παντός δικαιώματος αυτού επί των διαλαμβανομένων εις τους συνημμένους τη Συμβάσει και περί ων η παρ. 9 του άρθρ. 37 πίνακας αστικών ακινήτων, τα οποία από της ιδίας χρονολογίας μεθίστανται αυτοδικαίως και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως εις την πλήρη κυριότητα της Εκκλησίας (Ο.Δ.Ε.Π.). 5.Από της δημοσιεύσεως ωσαύτως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κατά την παρ. 1 κυρωτικού της κατά την αυτήν παράγραφον Συμβάσεως Β.Δ/τος εξαντλείται παν δικαίωμα του Κράτους απορρέον εκ των διατάξεων του άρθρ. 104 του Συντάγματος όσον αφορά την αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν ή αναγκαστικήν μίσθωσιν κτημάτων ανηκόντων εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος, επιφυλαττομένων πάντως των δικαιωμάτων (προς ρύθμισιν δι' ειδικών Νόμων ιδιορρύθμων εμπραγμάτων σχέσεων-πλην εμφυτευτικών και αγροληπτικών-υφισταμένων επί κτημάτων της Εκκλησίας), των απορρεόντων εκ των διατάξεων της τελευταίας παρ. (9ης) του αυτού άρθρ. 104 του Συντάγματος και των απορρεόντων εκ των διατάξεων ειδικών Νόμων ρυθμιζουσών τας εν τη αυτή παρ. (9η) σχέσεις, και των διατάξεων της παρ. 15 του άρθρ. 37 του παρόντος. 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας Αι κατ' εφαρμογήν του Ν.Δ. 327/1947 γενόμεναι αναγκαστικαί μισθώσεις ελαιώνων και αμπελώνων ανηκόντων εις την περιουσίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος διατηρούνται εν ισχύϊ διεπόμεναι υπό της εκάστοτε ισχυούσης σχετικής Νομοθεσίας. Επί των αναγκαστικών τούτων μισθώσεων το μίσθωμα αυξάνεται από της ενάρξεως του γεωργικού έτους του ακολουθούντος την δημοσίευσιν εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος κατά 50% του προβλεπομένου υπό του ανωτέρω Ν.Δ. 327/47, μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να υπερβαίνη το ελεύθερον μίσθωμα. Πάντες οι κατ' εφαρμογήν του ιδίου Ν.Δ. 327/47 κηρυχθέντες αναγκαστικώς μισθωτέοι αγροί και βοσκότοποι περιληφθήσονται εις την προς το Δημόσιον παραχώρησιν. 6.Εάν το κατά την παρ. 1 κυρωτικόν της Συμβάσεως Β.Δ/μα δεν εκδοθή εντός διμήνου προθεσμίας από της ισχύος του παρόντος, εφαρμόζονται επί της αγροτικής εν γένει περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (ρευστοποιητέας, διατηρητέας και λοιπής εν γένει περιουσίας της Εκκλησίας), αι διατάξεις των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Νόμου, απαλλοτριουμένων αναγκαστικώς, κατά τας διατάξεις ταύτας, εκ της ανωτέρω περιουσίας των 4/5 διαιρετώς του συνόλου των καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων αγρών, των 4/5 διαιρετώς του συνόλου των βοσκοτόπων, λειβαδίων και κτηνοτροφικών εκτάσεων εν γένει και απασών των δασωδών εκτάσεων των δεκτικών καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως και των κεκαλυμμένων δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως δι' εγκεντρισμού. 7.Αι εκτάσεις, περί ων αι παρ. Ι, Β, Γ και 6 του άρθρ. 37 και εν γένει αι εκτάσεις ων δια της Συμβάσεως θα προβλέπεται τυχόν μελλοντική μεταβίβασις αυτών θα εκποιώνται προς το Δημόσιον δια μερικωτέρων εκάστοτε συμβάσεων κυρουμένων δια δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεων του Υπουργού της Γεωργίας, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς τας συμβάσεις ταύτας των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Δια την κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρ. 36 και 37 μεταβίβασιν είτε από τούδε είτε μελλοντικώς προς το Δημόσιον περιουσιακών στοιχείων εκ της ακινήτου αγροτικής περιουσίας της Μοναστηριακής περιουσίας, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος θεωρείται ως νομίμως εκπροσωπών την περιουσίαν ταύτην αδιακρίτως του χαρακτηρισμού αυτής ως διατηρητέας ή εκποιητέας και τας Μονάς εις ας ανήκει αύτη ως και τον Ο.Δ.Ε.Π., και ως εγκύρως κατά πάσαν περίπτωσιν διαθέτων αυτήν προς το Δημόσιον προς εκπλήρωσιν του εν άρθρ. 104 του Συντάγματος αναφερομένου σκοπού της αποκαταστάσεως των ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων. Γενικοί όροι Συμβάσεως και άλλαι σχετικαί διατάξεις Άρθρ.37.-1.Αι παραχωρηθησόμεναι δια πωλήσεως προς το Δημόσιον εκτάσεις εκ της όλης αγροτικής Μοναστηριακής περιουσίας, της απηλλαγμένης εμπραγμάτων βαρών και πάσης επιδικίας, εισίν αι κάτωθι: Α)Τα 4/5, ουχί εξ αδιαιρέτου αλλ' εις διακεκριμένα κτήματα του συνόλου των καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων αγρών της ως άνω περιουσίας μετά των επ' αυτών συστάδων πάσης φύσεως δένδρων οπωροφόρων ή μη και μεμονωμένων ημέρων ελαιοδένδρων, αποτιμηθησομένων των τελευταίων ιδαιτέρως. Η έκτασις αύτη δεν θα είναι πάντως μικροτέρα των 135.000 στρεμμάτων. Β)Το σύνολον των κατά την παρ. 3 του άρθρ. 45 του Νόμ. 4173 ως συνεπληρώθη μεταγενεστέρως δασωδών εκτάσεων των δεκτικών καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως της αυτής περιουσίας. Γ)Το σύνολον των υπό αγριελαιών κεκαλυμμένων εκτάσεων της αυτής περιουσίας, εφ' όσον αι εκτάσεις αύται δεν κείνται εντός συστηματικών ελαιώνων ή εν αμέσω συνεχεία αυτών. Όσαι εκ των εκτάσεων των κεκαλυμμένων δι' αγριελαιών δεν θ' αποτελέσουν αντικείμενον πωλήσεως προς το Δημόσιον, λόγω μη συνδρομής των ανωτέρω όρων, θα εξημερωθώσι μερίμνη της Εκκλησίας εντός τριετίας από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος. Απράκτου παρερχομένης της προθεσμίας ταύτης και αι εκτάσεις αύται εκποιούνται προς το Δημόσιον. Δ)Τα 2/3, ουχί εξ αδιαιρέτου αλλ' εις διακεκριμένα κτήματα, του συνόλου των βοσκοτόπων, λειβαδίων και κτηνοτροφικών εν γένει εκτάσεων της ιδίας ως άνω περιουσίας. Η έκτασις αύτη δεν θα είναι πάντως μικροτέρα των 595.000 στρεμμάτων. Προς τον σκοπόν του ακριβούς καθορισμού της εκτάσεως γαιών, ην δέον ν' αντιπροσωπεύουν τ' ανωτέρω ποσοστά 4/5 αγρών και 2/3 βοσκοτόπων, ο Υπουργός της Γεωργίας δύναται να προβαίνη δια της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας εις καταμέτρησιν και των διατηρουμένων υπό της Εκκλησίας κτημάτων των εμφαινομένων εις τους πίνακας της κατωτέρω παρ. 5. 2.Τα υπό της Εκκλησίας πωλούμενα κατά τ' ανωτέρω προς το Δημόσιον κτήματα έσονται ελεύθερα παντός εν γένει βάρους (εξαιρέσει των δουλειών υδρεύσεως και διόδου) και τρίτου εκκινήσεως, και δια την περαιτέρω κατά κλήρους παραχώρησιν αυτών εις τους ακτήμονας εφαρμόζονται αι περί παραχωρήσεως Δημοσίων Κτημάτων εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας. Αι δι' αυτά υφιστάμεναι τυχόν μισθώσεις, και οιαιδήποτε άλλαι σχέσεις λύονται άνευ ευθύνης του Δημοσίου είτε της Εκκλησίας, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρ. 121 παρ. 5 του Αγροτικού Κώδικος. 3.Παρισταμένης ανάγκης η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δύναται να συστήση υπέρ των εις τα παραχωρηθησόμενα κτήματα αποκαθισταμένων κληρούχων δικαιώματα ξυλεύσεως δια τας προσωπικάς αυτών ανάγκας τηρουμένων των διατάξεων του Δασικού Κώδικος υδρεύσεως και διόδου εκ των παρακειμένων Εκκλησιαστικών δασών και των τυχόν απομενουσών τη Εκκλησία δασωδών εκτάσεων, ουχί δε και βοσκήσεως. 4.Τα παραχωρηθησόμενα δια πωλήσεως προς το Δημόσιον κτήματα 4/5 αγρών και 2/3 βοσκοτόπων, περί ων το εδάφ. Α' και Δ' της παρ. 1, προσδιορίζονται κατ' έκτασιν, είδος, τοποθεσίαν ή περιφέρειαν εις πίνακας συνημμένους τη Συμβάσει. Τα όρια αυτών δύνανται να καθορισθώσιν οποτεδήποτε δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του παρ' αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου. 5.Εις ιδιαιτέρους πίνακας επισυναπτομένους τη Συμβάσει προσδιορίζονται ωσαύτως, κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα, οι εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος παραμένοντες καλλιεργούμενοι ή καλλιεργήσιμοι αγροί και βοσκότοποι. 6.Αγροί και βοσκότοποι, λειβάδια και κτηνοτροφικαί εκτάσεις εν γένει της Εκκλησίας μη διαλαμβανόμενοι εις τους πίνακας των εκποιουμένων προς το Δημόσιον και διατηρουμένων υπό της Εκκλησίας κτημάτων συνυπολογίζονται οψέποτε ευρεθούν εις την περιουσίαν της Εκκλησίας και θεωρούμενοι ως αείποτε ανήκοντες εις την ρευστοποιητέαν του Ο.Δ.Ε.Π. περιουσίαν εκποιούνται κατά το ποσοστόν της παρ. 4 και τας διατάξεις του παρόντος άρθρου προς το Δημόσιον. 7.Εν αρνήσει της Εκκλησίας προς μεταβίβασιν των κατά τους όρους της εν άρθρ. 36 παρ. 1 Συμβάσεως μεταβιβαστέων ακινήτων προς το Δημόσιον, η μεταβίβασις τούτων θα συντελήται μονομερώς δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας επεχούσης θέσιν της κατά το άρθρ. 235 του Αστικού Κώδικος αυτοσυμβάσεως. Από της εκδόσεως της κατά τα άνω αποφάσεως, αποτελούσης Σελ. 218,09 Αγροτικός Κώδικας 17.Β.γ.9 τίτλον εκτελεστόν, η κυριότης των εν τη αποφάσει ταύτη ακινήτων μεθίσταται εις το Δημόσιον αυτοδικαίως και άνευ άλλης τινός διατυπώσεως. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, επιτρέπεται προσφυγή, εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς της προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών ενώπιον του Εφετείου Αθηνών δικάζοντος κατά τα κατωτέρω εν παρ. 11 οριζόμενα. 8.Επί των εξαιρουμένων της παραχωρήσεως και τυχόν βαρυνομένων υπό του ενοικιοστασίου βοσκών βοσκοτόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος καταβάλλεται από της ενάρξεως της κτηνοτροφικής περιόδου της ακολουθούσης την εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσίευσιν του κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος μίσθωμα ισούμενον προς το εκάστοτε ισχύον δια τας Δημοτικάς και Κοινοτικάς βοσκάς. 9.Δια τας παραχωρουμένας κατά τα άνω εκτάσεις 135.000 στρεμμάτων αγρών μετά των επ' αυτών σποραδικών ελαιοδένδρων κλπ. και 595.000 στρεμμάτων βοσκοτόπων ως και τα εις τους πίνακας της παρ. 12 αγροληπτικά και εμφυτευτικά κτήματα το Δημόσιον θα καταβάλη κατ' αποκοπήν τίμημα, ισούμενον προς το 1/3 της αξίας αυτών κατά τον χρόνον της υπογραφής της Συμβάσεως, θα εξοφληθή δε κατά μέρος εις μετρητά και κατά το υπόλοιπον δια παραχωρήσεως προς την Εκκλησίαν (Ο.Δ.Ε.Π.) αστικών ακινήτων του Δημοσίου επί τη τρεχούση αυτών αξία, καθ' α ειδικώτερον ορισθήσεται δια της Συμβάσεως εις ην επισυναφθήσονται πίνακες των αστικών τούτων ακινήτων. Ειδικώτερον, το τίμημα των αγροληπτικών και εμφυτευτικών κτημάτων καθορίζεται ως εν παρ. 12 ορίζεται. 10.Δι' απάσας τας λοιπάς εκτάσεις τας παραχωρηθησομένας υπό της Εκκλησίας προς το Δημόσιον εις εκτέλεσιν της κατά το άρθρ. 36 παρ. Ι Συμβάσεως αλλά μη διαλαμβανομένας εις τους συνημμένους ταύτη πίνακας, καταβληθήσεται τίμημα ίσον προς το 1/3 της κατά μέσον όρον αξίας αυτών κατά τον χρόνον της υπογραφής της Συμβάσεως ταύτης. Δια της ιδίας Συμβάσεως, δέον να προσδιορισθή το τίμημα τούτο εις μεταλλικάς δραχμάς, κατά γενικάς κατηγορίας (αγροί, βοσκότοποι, δασώδεις εκτάσεις και εκτάσεις κεκαλυμμέναι δι' αγριελαιών) και κατά στρέμμα, ορισθή δε και ο χρόνος και ο τρόπος της εξοφλήσεώς του. 11.Πάσα διαφορά ή διένεξις, μεταξύ Δημοσίου και Εκκλησίας, στρεφομένη περί την ερμηνείαν και την εν γένει εφαρμογήν της Συμβάσεως, υπάγεται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν του Νόμ. ΒΧΗ'/1899, ως ετροποποιήθη. Η απόφασις του Εφετείου είναι οριστική και αμετάκλητος, μη συγχωρουμένου κατ' αυτής ενδίκου τινός μέσου, τακτικού ή εκτάκτου. 12.Επί πλέον των εν παρ. 1 εκτάσεων θα παραχωρηθώσιν, κατά παρέκκλισιν των εν άρθρ. 14 του Νόμ. 1597/1950 «περί διαλύσεως των εις τας Ιονίους Νήσους υφισταμένων αγροληψιών» οριζομένων, εις το Δημόσιον άπαντα τα Μοναστηριακά κτήματα πεφυτευμένα ή μη, εφ' ων υφίστανται διηνεκείς ή πρόσκαιροι αγροληψίαι, συσταθείσαι βάσει του Ιονίου Αστικού Κώδικος ή προ αυτού, ως και άπαντα τα οπουδήποτε κείμενα Μοναστηριακά κτήματα, εφ' ων υφίστανται εμπράγματα δικαιώματα εμφυτεύσεως, αντί τιμήματος ισουμένου προς το 1/3 της κατά τον χρόνον της υπογραφής της Συμβάσεως αξίας αυτών, εις ην δεν υπολογίζεται η προσκτηθείσα μείζων αξία εκ των υπό των αγροληπτών ή εμφυτευτών γενομένων εμφυτεύσεων ή καλλιεργειών ή άλλων βελτιώσεων. Σελ. 218,10 Το τίμημα εξοφληθήσεται κατά τα εν παρ. 9 και 10 οριζόμενα. Τα κατά τ' άνω παραχωρηθησόμενα κτήματα προσδιορίζονται κατ' έκτασιν, είδος, τοποθεσίαν, ή περιφέρειαν, εις ιδιαιτέρους πίνακας, συνημμένους τη Συμβάσει, των ορίων και των κτημάτων τούτων δυναμένων να καθορίζωνται κατά τα εν παρ. 4 οριζόμενα. Καθ' όσον αφορά δε την περιέλευσιν της κυριότητος των κτημάτων τούτων εις το Δημόσιον, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 36. Αγροληπτικά και εμφυτευτικά κτήματα μη διαλαμβανόμενα τυχόν εις τους ανωτέρω πίνακας, παραχωρούνται οψέποτε ευρεθώσιν εις το Δημόσιον δια μερικωτέρων Συμβάσεων, θεωρούμενα ως αείποτε ανήκοντα εις την ρευστοποιητέαν του Ο.Δ.Ε.Π., περιουσίαν. Ειδικώς επί των αγροληπτικών, ως άνω, κτημάτων από της χρονολογίας της περιελεύσεώς των εις το Δημόσιον, παύει εφαρμοζόμενος επ' αυτών ο Νόμ. 1597/1950, πάσα δε κατά τα άρθρ. 2, 4 και 8 του Νόμου τούτου εκκρεμής δίκη θεωρείται αυτοδικαίως από της αυτής ως άνω χρονολογίας κατηργημένη, εις οιονδήποτε στάδιον και αν ευρίσκεται αύτη. Οι τυχόν ενυπόθηκοι επί των ανωτέρω Μοναστηριακών αγροληπτικών ή εμφυτευτικών κτημάτων δανεισταί αποκτούν εφεξής και δυνάμει του παρόντος προνομιακόν δικαίωμα απολήψεως των οφειλομένων αυτοίς εκ του καταβληθησομένου κατά τας παρ. 9 και 10 εις τον Ο.Δ.Ε.Π. τιμήματος. Β.Δ/μα εκδιδόμενον, μετά την περιέλευσιν των ως άνω αγροληπτικών και εμφυτευτικών κτημάτων εις το Δημόσιον, επί τη προτάσει του Υπουργού της Γεωργίας, θα καθορίση τον τρόπον και τους εν γένει όρους της παραχωρήσεως κατά πλήρη κυριότητα των κτημάτων τούτων εις τους έχοντας επ' αυτών δικαιώματα αγροληψίας ή εμφυτεύσεως. 13.Η κατά το άρθρ. 36 Σύμβασις απαλλάσσεται των τελών χαρτοσήμου ως και παντός άλλου φόρου, τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου. Επίσης απαλλάσσεται παντός φόρου, τέλους κλπ. και πάσα συναφθησομένη μερικωτέρα σύμβασις τείνουσα εις την πραγματοποίησιν του σκοπού της παρ. 1 του άρθρ. 36. Η αυτή απαλλαγή περιλαμβάνει και την τυχόν γενησομένην μεταγραφήν των ως άνω συμβάσεων. Αι ως άνω συμβάσεις δεν απαιτείται να περιβάλλωνται τον τύπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου. 14.Αι συμβάσεις παραχωρήσεως αστικών ακινήτων προς την Εκκλησίαν κατά την παρ. 9 του άρθρ. 37 απαλλάσσονται του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, των τελών χαρτοσήμου και τελών τυχόν γινομένης μεταγραφής και παντός άλλου φόρου, τέλους εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου. Τα εκ των ακινήτων τούτων εισοδήματα της Εκκλησίας δεν υπόκεινται εις τον φόρον Α' κατηγορίας του Κώδικος Φορολογίας Καθαρών Προσόδων, αι δε σχετικαί μισθωτικαί συμβάσεις και τα μισθώματα απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου, όσον αφορά και μόνον την Εκκλησίαν. Προκειμένου περί των εκ των αστικών τούτων ακινήτων χρησιμοποιουμένων υπό του Δημοσίου, το καταβλητέον υπό τούτου προς την Εκκλησίαν μίσθωμα θα καθορίζεται επί τη βάσει της τρεχούσης εκάστοτε μισθωτικής αυτών αξίας. 17.Β.γ.9 Αγροτικός Κώδικας 15.Το παρόν άρθρον ως και το άρθρ. 36 αναφέρονται μόνον εις τας εν τη Χώρα Ιεράς Μονάς και τα Θρησκευτικά Ιδρύματα (Ι. Ναοί κλπ.) τα υπαγόμενα εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος, ουχί δε και εις τας Μονάς και Θρησκευτικά Ιδρύματα τα μη εις την αυτήν Εκκλησίαν ανήκοντα κανονικώς και των οποίων η αγροτική περιουσία υπάγεται εις τας διατάξεις των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Νόμου, απαλλοτριουμένης αναγκαστικώς της εν γένει αγροτικής των περιουσίας (γαιών καλλιεργουμένων, καλλιεργησίμων, κτηνοτροφικών, εκτάσεων δασικών, τοιούτων δεκτικών εκχερσώσεως και καλλιεργείας ή των κεκαλυμμένων δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως δι' εγκεντρισμού). Ωσαύτως επί των ανωτέρω Μονών και Θρησκευτικών Ιδρυμάτων εφαρμόζονται και αι διατάξεις της τελευταίας παραγράφου του άρθρ. 104 του Συντάγματος και οι εις εκτέλεσιν αυτών εκδοθησόμενοι Νόμοι ως και το Ν.Δ. 327/1947 μη εφαρμοζομένης της παρ. 2 του άρθρ. 2 τούτου. 16.Εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξ μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος δύναται δια Β.Δ/των εκδιδομένων υπό των Υπουργών της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Γεωργίας, μετά πρότασιν της Ιεράς Συνόδου, να γίνη νέος διαχωρισμός της ακινήτου περιουσίας των Μονών. Κατά τον διαχωρισμόν τούτον κτήματα υπαγόμενα ήδη εις την διατηρητέαν περιουσίαν δύνανται να υπαχθώσιν εις την υπό την διοίκησιν του Ο.Δ.Ε.Π. ρευστοποιητέαν Μοναστηριακήν τοιαύτην. Επίσης κτήματα της ρευστοποιητέας περιουσίας δύνανται, μετά την κατά το άρθρ. 36 του παρόντος Νόμου κύρωσιν της μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος Συμβάσεως, να υπαχθώσιν εις την διατηρητέαν. Ειδικώτερον, δια τα κτήματα της διατηρητέας Μοναστηριακής περιουσίας, άτινα θα απαιτηθούν όπως παραχωρηθώσιν εις το Δημόσιον προς συμπλήρωσιν των κατά την παρ. 1 ποσοστών 4/5 αγρώ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.