← Ελλάδα

3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 22 της 18-18 Ιαν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 15) (Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 23/12 Φεβρ. 1996 «Πειθαρχικό Δίκαιο αστυνομικού προσωπικο

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει το πειθαρχικό δίκαιο για το αστυνομικό προσωπικό, ορίζοντας τι συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, τις επιβαλλόμενες ποινές και τους κανόνες που διέπουν την πειθαρχική ευθύνη. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει τη συνοχή και την ομαλή λειτουργία της Ελληνικής Αστυνομίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 22 της 18-18 Ιαν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 15) (Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 23/12 Φεβρ. 1996 «Πειθαρχικό Δίκαιο αστυνομικού προσωπικού») Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρ. 7 παρ. 3 του Νόμ. 2334/1995 «Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 184). 2.Τις διατάξεις του άρθρ. 11 παρ. 1 εδάφ. α΄ και β΄ του Νόμ. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 1 του Νόμ. 1590/1986 (Α΄ 49). 3.Τις διατάξεις του άρθρ. 29Α του Νόμ. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (Α΄ 137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 27 του Νόμ. 2081/1992 (Α΄ 154). 4.Τις διατάξεις του Π.Δ. 82/1993 «Περιορισμός συναρμοδιότητας κατά την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων σε θέματα αρμοδιότητας των Υπουργείων Προεδρίας της Κυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 36). 5.Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. 6.Τις 500/1995 και 663/1995 γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, αποφασίζουμε: ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Έννοια όρων Γενικά περί πειθαρχίας. Άρθρ.1.-1.Με τον όρο πειθαρχία νοείται: α.Η ενσυνείδητη, πρόθυμη και χωρίς αντιλογία υπακοή των κατωτέρων στους ανωτέρους, ως και η άμεση εκτέλεση των διαταγών τους, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή των νόμων, των κανονισμών και των διαταγών της υπηρεσίας. (Αντί για τη σελ. 24,971) Σελ. 24,971(α) Τεύχος 1337 Σελ. 51 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.1-3 1082 β.Ο σεβασμός των κατωτέρων προς τους ανωτέρους εντός και εκτός υπηρεσίας. γ.Η αξιοπρεπής και κόσμια συμπεριφορά των ανωτέρων προς τους κατωτέρους. δ.Η πολιτισμένη και άψογη συμπεριφορά των αστυνομικών προς τους πολίτες, καθώς και ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων τούτων, που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους. ε.Η πιστή συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τους νόμους. 2.Η πειθαρχία αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της συνοχής και της ομαλής λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας και την εξασφάλιση της αρμονικής συνεργασίας του προσωπικού της, προς εκπλήρωση της υψηλής αποστολής της. 3.Οι διαταγές πρέπει να είναι νόμιμες, σαφείς, οριστικές και να διατυπώνονται με ευπρέπεια και σοβαρότητα. Οι αναφορές πρέπει να είναι βραχείες, σαφείς, ακριβείς και να διατυπώνονται με σεβασμό. 4.Ο ανώτερος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες της διαταγής του, ο δε κατώτερος έχει υποχρέωση να εκτελεί με ακρίβεια τη διαταγή που πήρε και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση αυτής και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσής της. Ο κατώτερος δεν δικαιούται να τύχει ακρόασης και να υποβάλει τα παράπονά του αν προηγουμένως δεν υπακούσει. 5.Μεταξύ ομοιόβαθμων η αρχαιότητα στις υπηρεσιακές τους σχέσεις, εφόσον υφίσταται διοικητική υπαγωγή, έχει την ίδια ισχύ, που έχει η διαφορά βαθμού. Η ίδια σχέση υπάρχει μεταξύ ομοιοβάθμων και όταν ενεργούν από κοινού προς εκτέλεση υπηρεσίας. 6.Κάθε αστυνομικός είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις ή παραλείψεις του. Έννοια πειθαρχικού παραπτώματος. Άρθρ.2.-1.Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος, με πράξη ή παράλειψη. 2.Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αστυνομικό από τις ισχύουσες διατάξεις νόμων, τους κανονισμούς του Σώματος και τις διαταγές της Υπηρεσίας, καθώς και από την εν γένει εντός και εκτός της υπηρεσίας διαγωγή, που πρέπει να τηρεί ο αστυνομικός. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ Πειθαρχικές ποινές και πειθαρχική ευθύνη. Πειθαρχικές ποινές. Άρθρ.3.-1.Στο αστυνομικό προσωπικό επιβάλλονται οι ακόλουθες πειθαρχικές ποινές, οι οποίες καταχωρίζονται στα ατομικά τους έγγραφα. α.Επίπληξη. β.Πρόστιμο μέχρι 3 βασικούς μηνιαίους μισθούς του τιμωρημένου. Σελ. 24,972(α) Τεύχος 1337 Σελ. 52 γ.Αργία με πρόσκαιρη παύση διαρκείας 15 ημερών έως 4 μηνών. δ.Αργία με απόλυση, διαρκείας 2 έως 6 μηνών. ε.Απόταξη. 2.Η επίπληξη και το πρόστιμο είναι κατώτερες πειθαρχικές ποινές. Οι αργίες και η απόταξη είναι ανώτερες πειθαρχικές ποινές. 3.Οι παραπάνω ποινές επιβάλλονται σ’ όλο το αστυνομικό προσωπικό, ανεξάρτητα από τη κατάσταση στην οποία τελούν, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων του παρόντος άρθρου. 4.Οι ποινές της απόταξης, αργίας με απόλυση ή αργίας με πρόσκαιρη παύση δεν επιβάλλονται στον ιερέα του Σώματος, αλλά σε περίπτωση διαπράξεως υπ’ αυτού πειθαρχικών παραπτωμάτων που επισύρουν τις ποινές αυτές, αυτός απολύεται του Σώματος μετά από σύμφωνη απόφαση του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπεται με το ερώτημα της παραμονής ή απόλυσής του. Το Συμβούλιο όμως, σε περίπτωση κατά την οποία αποφανθεί υπέρ της παραμονής του στο Σώμα, δύναται να αποφαίνεται υπέρ της επιβολής κατώτερης πειθαρχικής ποινής. 5.Στους εφέδρους, που ανακαλούνται στην ενέργεια, εάν διαπράξουν πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία επισύρουν τις ποινές της απόταξης ή της αργίας με απόλυση, δεν επιβάλλονται οι ποινές αυτές, αλλά αυτοί απολύονται του Σώματος και διαγράφονται του στελέχους της Εφεδρείας, μετά από σύμφωνη απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπονται με το ερώτημα της παραμονής ή της απόλυσής τους. Το τελευταίο εδάφιο της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση. Για πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση, οι έφεδροι απολύονται του Σώματος. 6.Οι ποινές της παρ. 1, πλην της επίπληξης, επιβάλλονται και σε όσους έχουν εξέλθει του Σώματος για οποιαδήποτε αιτία υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρ. 4 του παρόντος. Κατ’ εξαίρεση, οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές δεν επιβάλλονται σε όσους εξήλθαν του Σώματος, λόγω ορίου ηλικίας ή σωματικής ανικανότητας. 1083 7.Στους αστυνομικούς που τελούν σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας επιβάλλονται όλες οι ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Οι αστυνομικοί όμως αυτοί δεν εκτίουν τις ποινές της αργίας με απόλυση ή αργίας με πρόσκαιρη παύση, αλλά υφίστανται τις συνέπειες των ποινών αυτών σύμφωνα με τα άρθρ. 19 και 20 του παρόντος διατάγματος. Διάρκεια πειθαρχικής ευθύνης Άρθρ.4.-1.Η πειθαρχική ευθύνη αρχίζει με την κατάταξη, εκλείπει δε με την αποχώρηση με οποιοδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία, οπότε παύει και η τυχόν ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων του παρόντος άρθρου. 2.Πράξεις που τελέστηκαν από αστυνομικό πριν από την κατάταξή του, εφόσον αυτές συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος διατάγματος, διώκονται πειθαρχικά στις ακόλουθες περιπτώσεις: α.Αν τελέστηκαν κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του στο δημόσιο τομέα, αλλά δεν εκδικάστηκαν, ούτε παραγράφηκαν. β.Αν αφορούν την τιμή ή την υπόληψη αυτού ή το κύρος του Σώματος και τελέστηκαν από αυτόν, όταν ήταν ιδιώτης. γ.Αν τελέστηκαν κατά την διάρκεια της διαγωνιστικής διαδικασίας για την κατάταξή του και σχετίζονται με τη συμμετοχή του στη διαδικασία αυτή ή με τις προϋποθέσεις κατάταξής του. 3.Η πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που συνεπάγονται την παραπομπή ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου συνεχίζεται και μετά την έξοδο του αστυνομικού από το Σώμα, εφόσον η διαταγή για διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης εκδόθηκε προ της εξόδου και η έξοδος δεν έγινε λόγω ορίου ηλικίας ή σωματικής ανικανότητας. Στην περίπτωση αυτή, αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίσει την επιβολή της ποινής της απόταξης, η ποινή αυτή εκτελείται και έχει ως συνέπεια τη διαγραφή του τιμωρηθέντος από τα στελέχη της εφεδρείας. Αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει την επιβολή της ποινής αργίας, η ποινή αυτή δεν εκτελείται, ούτε εκδίδεται σχετική πράξη εκτέλεσής της, αλλά απλώς η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου καταχωρείται στο ατομικό βιβλιάριο του εγκαλουμένου. Η παραπάνω όμως ποινή εκτελείται, αν αυτός επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία. Αν τέλος το Συμβούλιο αποφασίσει την επιβολή της ποινής του προστίμου, η ποινή αυτή εκτελείται η δε είσπραξη του προστίμου γίνεται σε βάρος των αποδοχών του υπαιτίου, εφ’ όσον αυτές εξακολουθούν να καταβάλλονται σ’ αυτόν. 4.Η πειθαρχική δίωξη συνεχίζεται επίσης και μετά την έξοδο του αστυνομικού από το Σώμα, ανεξάρτητα από την αιτία εξόδου του, για τα παραπτώματα που αναφέρονται στην παρ. 21 του άρθρ. 12 του παρόντος με την επιφύλαξη εφαρμογής και των διατάξεων του άρθρ. 152 του Β.Δ. της 31-12-57/21-1-58 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 1 παρ. 10 του Νόμ. 1590/1986. Στην περίπτωση αυτή η πειθαρχική δίωξη μπορεί να κινηθεί και μετά τη διαγραφή του αστυνομικού από το Σώμα. Για τις τυχόν δε επιβαλλόμενες ποινές προστίμου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Άρθρ.5.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που προβλέπονται από τα άρθρ. 12 και 13 του παρόντος διατάγματος παραγράφονται μετά ένα έτος από τότε που διαπράχθηκαν. Αυτά που προβλέπονται από τα άρθρ. 9, 10 και 11 παραγράφονται μετά πέντε έτη από τότε που διαπράχθηκαν. 2.Ο χρόνος που μεσολαβεί από την κίνηση της πειθαρχικής δίωξης για τη βεβαίωση του παραπτώματος μέχρι την εκδίκαση του παραπτώματος και την έκδοση εκτελεστής πράξης επιβολής ποινής αναστέλλει την παραγραφή το πολύ για ένα έτος. 3.Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί παράλληλα και την παραγματική βάση ποινικού αδικήματος, ακολουθεί το χρόνο παραγραφής του ποινικού αδικήματος, εφόσον η παραγραφή που προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα είναι μεγαλύτερη απ’ αυτή που προβλέπεται για το πειθαρχικό παράπτωμα, διαφορετικά ισχύει η μεγαλύτερης διάρκειας παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. Στις περιπτώσεις αυτές, η προθεσμία της παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων αναστέλλεται υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται και για το ποινικό αδίκημα. 4.Για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής των παραπτωμάτων που αναφέρονται στην παρ. 2α΄ του προηγουμένου άρθρου δεν λαμβάνεται υπόψη ο τυχόν εκτός υπηρεσίας χρόνος που μεσολάβησε από την έφοδο του υπαιτίου από την προγενέστερη Υπηρεσία μέχρι την κατάταξή του, εφόσον ο χρόνος αυτός δεν υπερβαίνει την 2ετία. 5.Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου παραπτώματος που αποσκοπεί στην απόκρυψη του πρώτου ή στη ματαίωση της πειθαρχικής δίωξης γι’ αυτό. 6.Παραγραφέν πειθαρχικό παράπτωμα δύναται να ληφθεί υπόψη ως επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής, κατά την τιμωρία άλλου συναφούς πειθαρχικού παραπτώματος, που διαπράχθηκε πριν από την παραγραφή εκείνου. (Αντί για τη σελ. 24,973) Σελ. 24,973(α) Τεύχος 1337 Σελ. 53 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.3 1084 Λόγοι μη αίροντες την πειθαρχική ευθύνη Άρθρ.6.-1.Η προαγωγή του αστυνομικού δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη αυτού για παράπτωμα προγενέστερο της προαγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ως προς μεν το διαδικαστικό μέρος εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το βαθμό που φέρει, ως προς δε το ουσιαστικό, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το βαθμό που κατείχε κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. 2.Σε περίπτωση αμνηστίας, αποκατάστασης, χάριτος ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άρσης του κολασίμου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. Δεδικασμένο – Μη συρροή ποινών Άρθρ.7.-1.Ο αστυνομικός δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το αυτό πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο μία απόφαση επιβολής ποινής εκδίδεται και μία ποινή επιβάλλεται. 2.Για συρρέοντα παραπτώματα που τελέσθηκαν στον ίδιο τόπο και χρόνο από τον ίδιο αστυνομικό επιβάλλεται μία ποινή. Αν ένα ή περισσότερα από τα συρρέοντα παραπτώματα περιέλθει σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την επιβολή ποινής για μερικά από αυτά, αίρεται η ποινή που επιβλήθηκε και επιβάλλεται μια συνολική ποινή για όλα τα συρρέοντα παραπτώματα. Αν τα παραπτώματα αυτά είναι, κατά την κρίση αυτού που ασκεί την πειθαρχική εξουσία, ασήμαντα σε σχέση με το παράπτωμα ή τα παραπτώματα για τα οποία επιβλήθηκε η ποινή, δεν αίρεται αυτή και ούτε επιβάλλεται άλλη ποινή. Καθορισμός και επιμέτρηση της ποινής. Άρθρ.8.-Για την εκδίκαση του πειθαρχικού παραπτώματος η ποινή που πρέπει να επιβληθεί και η επιμέτρηση αυτής προσδιορίζονται: 1.Αππό τη βαρύτητα του παραπτώματος, για την εκτίμηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη κυρίως ο αντίκτυπος που είχε τούτο στην εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας και το γόητρο του Σώματος, η φύση, το είδος και το αντικείμενο του παραπτώματος, το μέγεθος της βλάβης ή του κινδύνου που προκλήθηκε απ’ αυτό, καθώς και η ένταση του δόλου ή ο βαθμός της αμέλειας του υπαιτίου. 2.Ααπό την προσωπικότητα του υπαιτίου, για την εκτίμηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη κυρίως ο βαθμός, η πείρα, ο χρόνος υπηρεσίας, ο χαρακτήρας, η προηγούμενη διαγωγή και ιδιαίτερα η κατ’ επανάληψη διάπραξη του αυτού πειθαρχικού παραπτώματος, η μόρφωση, η ψυχική κατάσταση Σελ. 24,974(α) Τεύχος 1337 Σελ. 54 αυτού, καθώς και τα αίτια που οδήγησαν στην τέλεση του παραπτώματος, ο σκοπός που επιδίωκε, η δοθείσα αφορμή, η επιδειχθείσα μεταμέλεια και η προθυμία για επανόρθωση των συνεπειών της πράξεώς του. 3.Από τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες έγινε το παράπτωμα και κυρίως το χρόνο, τον τόπο, τα μέσα και τον τρόπο διάπραξης αυτού, καθώς και τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την τέλεσή του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ Παραπτώματα που επισύρουν ποινή απόταξης Άρθρ.9.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία επισύρουν την ποινή της απόταξης είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα, ανεξάρτητα από το αξιόποινο ή όχι αυτών: α.Η έλλειψη πίστης, σεβασμού και αφοσίωσης στο Σύνταγμα και στο δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας. β.Κάθε ενέργεια που στρέφεται άμεσα ή έμμεσα στην υπονόμευση της έννομης τάξης, καθώς και η συμμετοχή σε προπαγάνδα τείνουσα προς το σκοπό αυτό. γ.Η πρόκληση βασάνων, οποιασδήποτε σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, η άσκηση ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη ενέργεια ή συμπεριφορά, που συνιστά βαριά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εκτός αυτής. δ.Η συμμετοχή σε απεργία. ε.Η απείθεια ή η άρνηση εκτέλεσης διαταγής ανωτέρων που αφορούν την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων. στ.Η χρησιμοποίηση της αστυνομικής ιδιότητας για τη σύναψη χρεών προς όφελος του ιδίου ή προσκείμενων σ’ αυτόν προσώπων, που θίγει την αξιοπρέπειά του ως αστυνομικού, καθώς και η μη έγκαιρη εξόφληση των κατ’ επανάληψη συναφθέντων χρεών. 4.ΑΑ.δ.3 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 1085 ζ.Η διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης εγκλημάτων σε βαθμό κακουργήματος, η διάπραξη εγκλημάτων κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, υπεξαγωγής ή νόθευσης εγγράφου, ελευθέρωσης φυλακισμένου από πρόθεση, εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, ψευδορκίας, ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, και γενικά η διάπραξη από πρόθεση κάθε εγκλήματος που στρέφεται κατ’ ανωτέρου και σχετίζεται με την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εγκλήματος που από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσης και τις λοιπές περιστάσεις μαρτυρεί διαφθορά χαρακτήρα ή μειώνει την αξιοπρέπεια του αστυνομικού ή το κύρος της υπηρεσίας. η.Η αυθαίρετη απουσία τουλάχιστον επί 5 συνεχείς ημέρες ή 10 ήμέρες συνολικά σ’ ένα έτος. θ.Η ροπή στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών. ι.Οι πράξεις που θίγουν την τιμή ή την υπόληψη αυτού ή το κύρος το Σώματος ή μαρτυρούν διαφθορά χαρακτήρα. ια.Η βαριά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση. ιβ.Η διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων, για τα οποία προβλέπεται η επιβολή αργίας με απόλυση, εφόσον ο υπαίτιος έχει τιμωρηθεί αμετάκλητα κατά την τελευταία 5ετία ή με την ποινή αυτή ή με δύο ποινές αργίας με πρόσκαιρη παύση. 2.Η θέση του αστυνομικού σε απόταξη γίνεται, για μεν τους αξιωματικούς, με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, για δε τους λοιπούς με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από σύμφωνη απόφαση πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπεται με διαταγή του Υπουργού ή του Αρχηγού, κατά περίπτωση. Παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με απόλυση. Άρθρ.10.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία επισύρουν την ποινή της αργίας με απόλυση είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα, ανεξάρτητα από το αξιόποινο ή όχι αυτών: α.Η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που μπορεί να επιφέρει βλάβη των συμφερόντων της Υπηρεσίας ή τρίτων ή να δυσχεράνει το έργο της Υπηρεσίας, ή σχετίζεται με άλλα σοβαρά εθνικά ή υπηρεσιακά θέματα. β.Οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών προσώπων. γ.Η μέθη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας. δ.Η συμμετοχή σε παράνομα παίγνια, που διενεργούνται κυρίως σε δημόσια κέντρα ή άλλους δημόσιους χώρους, καθώς και η παραμονή σε τέτοιους χώρους, όπου διενεργούνται παράνομα παίγνια, χωρίς να ενεργούνται τα νόμιμα κατά των παραβατών. ε.Η ελευθέρωση φυλακισμένου από βαριά αμέλεια. στ.Η από πρόθεση διάπραξη εγκλημάτων, κατά των οποίων απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 3 μηνών, εφόσον η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του προηγουμένου άρθρου. ζ.Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων από μία έως 4 συνεχείς ημέρες ή μέχρι 9 συνολικά ημέρες σε ένα έτος. η.Η από βαριά αμέλεια απώλεια οπλισμού και άλλων δημοσίων ειδών ή εγγράφων. θ.Κάθε πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στο υπηρεσιακό καθήκον ή συνιστά σοβαρή παραμέληση αυτού ή ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του αστυνομικού διαγωγή. ι.Η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, που προβλέπεται από το άρθρ. 11 του παρόντος, εφόσον μέσα σ’ ένα χρόνο ο υπαίτιος έχει τιμωρηθεί με ποινή προστίμου, 3 φορές για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα ή 5 φορές για διαφορετικά παραπτώματα. 2.Η θέση του αστυνομικού στην κατάσταση της αργίας με απόλυση γίνεται, για μεν τους αξιωματικούς με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, για δε τους λοιπούς με απόφαση του Αρχηγού, ύστερα από σύμφωνη απόφαση πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπεται με διαταγή του Υπουργού Δημόσιας Τάξης ή του Αρχηγού, κατά περίπτωση. 3.Η αναρρωτική άδεια και η οποιαδήποτε άλλη αποχή από τα καθήκοντα για λόγους υγείας δεν κωλύει την έκτιση της αργίας με απόλυση. Στην περίπτωση αυτή ο τιθέμενος στην αργία εξακολουθεί να παραμένει και στην προτέρα κατάσταση, υφίσταται όμως τις συνέπειες της αργίας. Το ίδιο εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά τα την οποία το κώλυμα για λόγους υγείας ανακύψει κατά το χρόνο έκτισης της ποινής. 4.Εάν ο τιθέμενος σε αργία με απόλυση εκτίει ποινή αργίας για άλλο παράπτωμα, η έκτιση της ποινής αυτής αρχίζει από την επομένη της λήξεως της προηγουμένης ποινής. (Αντί για τη σελ. 24,975) Σελ. 24,975(α) Τεύχος 1337 Σελ. 55 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.3 1086 Παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση Άρθρ.11.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή της αργίας με πρόσκαιρη παύση είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα, ανεξάρτητα από το αξιόποινο ή όχι αυτών: α.Η βάναυση συμπεριφορά προς υφισταμένους, συναδέλφους ή πολίτες. β.Η συγκάλυψη σοβαρών παραπτωμάτων υφισταμένων ή ανακριβής περιγραφή αυτών. γ.Η απώλεια υπηρεσιακών εγγράφων ή η μη έγκαιρη διεκπεραίωση αυτών, εφόσον οδήγησε στην πρόκληση σοβαρής υπηρεσιακής ανωμαλίας ή στην παραγραφή ποινικών αδικημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων. δ.Η παρότρυνση σε απείθεια κατά των νόμων, των κανονισμών ή των διαταγών της Υπηρεσίας ή σε υποβολή ομαδικών παραπόνων ή παραιτήσεων για την αποτροπή υπηρεσιακής ενεργείας. ε.Η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο επισύρει ποινή προστίμου, εφόσον κατά το τελευταίο έτος ο υπαίτιος έχει τιμωρηθεί με ποινή προστίμου τουλάχιστον ενός μηνιαίου μισθού. στ.Η ελευθέρωση φυλακισμένου από ελαφρά αμέλεια. ζ.Η παράλειψη αναφοράς πληροφορίας, που αφορά στη διάπραξη εγκλήματος ή το δράστη αυτού. η.Η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ. 10 παρ. 1α΄ του παρόντος διατάγματος. 2.Η θέση του αστυνομικού στην κατάσταση της αργίας με πρόσκαιρη παύση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, αν πρόκειται για ανώτατο αξιωματικό και με απόφαση Αρχηγού, αν πρόκειται για λοιπούς αστυνομικούς. 3.Οι παρ. 3 και 4 του προηγουμένου άρθρου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην προκείμενη περίπτωση. Παραπτώματα που επισύρουν ποινή προστίμου Άρθρ.12.-Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν την ποινή του προστίμου είναι τα κατωτέρω ενδεικτικώς αναφερόμενα, ανεξάρτητα από το αξιόποινο ή όχι αυτών: 1.Η άσκηση άλλου επαγγέλματος και η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας ή τέχνης, άνευ αδείας της Υπηρεσίας. 2.Η έλλειψη αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στις υπηρεσιακές ενέργειες. 3.Η αναξιοπρεπής εμφάνιση και παράσταση και το αντικανονικό της στολής. Σελ. 24,976(α) Τεύχος 1337 Σελ. 56 4.Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για ευνοϊκή υπηρεσιακή μεταχείριση. 5.Η ανάληψη υπηρεσίας με βραδύτητα, η χωρίς έγκριση προσωρινή απομάκρυνση από διαταγμένη υπηρεσία και η πρόωρη αποχώρηση από αυτή. 6.Ηοκνηρία, η αμέλεια, η ατελής ή μη έγκαιρη ή τυπική και αδιάφορη εκτέλεση της υπηρεσίας, η παράλειψη, η παραμέληση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας, καθώς και η υπαίτια χαμηλή υπηρεσιακή απόδοση. 7.Η μέθη εκτός υπηρεσίας και η χρήση οινοπνευματωδών ποτών κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας. 8.Η δημόσια, προφορικώς ή εγγράφως, άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης Υπηρεσίας ή οποιουδήποτε αστυνομικού με εκφράσεις ή λόγους, που αποδεικνύουν έλλειψη σεβασμού και υπηρεσιακής αγωγής ή με σκόπιμη χρήση αβάσιμων επιχειρημάτων. 9.Η χαλαρότητα, η αδράνεια, η παράλειψη και η αμέλεια στη διοίκηση και η ανεπαρκής επίβλεψη και έλεγχος των υφισταμένων. 10.Η μη απονομή του οφειλόμενου χαιρετισμού και η μη τήρηση των τύπων εκδήλωσης σεβασμού προς τους ανώτερους και τα εθνικά σύμβολα. 11.Η συγκάλυψη ελαφρών παραπτωμάτων κατωτέρων ή ανακριβής περιγραφή αυτών και γενικά η πλημμελής διαχείριση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας. 12.Η αποσιώπηση παραπόνων κατωτέρων και η ανάρμοστη συμπεριφορά προς αυτούς. 13.Η αδικαιολόγητη εμμονή στην υποβολή αίτησης για θέμα για το οποίο έχει ήδη αποφανθεί αρνητικά η υπηρεσία. 14.Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, τους συναδέλφους και τους υπαλλήλους άλλων Υπηρεσιών. 15.Η υπέρβαση της ιεραρχίας, κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων. 16.Κάθε πράξη ή παράλειψη που είναι αντίθετη προς την εντιμότητα, την ευθύτητα, την ειλικρίνεια και τα χρηστά ήθη και μαρτυρεί έλλειψη υπηρεσιακής αγωγής και ευθύνης ή αντιβαίνει στην αστυνομική δεοντολογία. 17.Ο χρηματισμός με τη μορφή δώρου και η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής παροχής που δεν συνιστά δωροληψία, αλλά όμως προέρχεται από πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο της υπηρεσιακής δράσης του αστυνομικού. 4.ΑΑ.δ.3 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 1087 18.Η από πρόθεση ψευδής αναφορά, κατάθεση ή δήλωση, καθώς και οι κακόβουλοι υπαινιγμοί ή γνώμες ενώπιον οποιαδήποτε Υπηρεσίας ή τρίτου, κατά οποιουδήποτε μέλους του Σώματος, ανεξάρτητα αν συνεπάγονται ή όχι ποινή δίωξη. 19.Η παράλειψη παροχής συνδρομής σε αστυνομικό, που δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. 20.Η αναρμοδία παρέμβαση υπέρ ή κατά τρίτου προσώπου. 21.Η λόγω ασυνήθιστης χρήσης φθορά του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, του οπλισμού και των άλλων δημοσίων ειδών, κάθε πράξη ή παράλειψη με την οποία επέρχεται βλάβη ή φθορά ή απώλεια των δημοσίων αυτών ειδών, η παράλειψη αναφοράς τέτοιας βλάβης, φθοράς ή απώλειας, καθώς και η μη ακριβής συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις συντήρησης, χρήσης ή διαχείρισης των υλικών και εγκαταστάσεων της Υπηρεσίας, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ. 10 παρ. 1η΄ του παρόντος διατάγματος. 22.Η αδικαιολόγητη μη μετάβαση για ιατρική εξέταση, καθώς και η δήλωση ασθενείας προς αποφυγή εκτέλεσης υπηρεσίας ή μετακίνησης αυτού, εφόσον κατά την εξέταση του αστυνομικού από τον εκτελούντα την υγειονομική υπηρεσία της αστυνομίας Ιατρό, κριθεί αυτός ικανός για την εκτέλεση υπηρεσίας. 23.Η υποβολή έγκλησης σε βάρος άλλου αστυνομικού, χωρίς την έγκριση της Υπηρεσίας. 24.Κάθε πράξη που δίδει αφορμή σε δυσμενή σχόλια σε βάρος του ιδίου ή του Σώματος, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. 25.Κάθε παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τους νόμους, τους κανονισμούς και τις διαταγές της Υπηρεσίας. Παραπτώματα που επισύρουν ποινή επίπληξης Άρθρ.13.-1.Η επίπληξη επιβάλλεται για όλως ελαφρά παραπτώματα, τα οποία διαπράττονται κυρίως από αμέλεια και αφορούν την εκτέλεση των καθηκόντων, τη συμπεριφορά, την τάξη, την εμφάνιση και την παράσταση γενικά του αστυνομικού, εντός και εκτός Υπηρεσίας. 2.Επίσης, η ποινή της επίπληξης επιβάλλεται και για τα παραπτώματα του προηγούμενου άρθρου, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 8 του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ Διαθεσιμότητα για λόγους πειθαρχίας Άρθρ.14.-1.Σε διαθεσιμότητα δύναται να τίθενται οι αστυνομικοί, όταν ασκείται σε βάρος τους ποινική δίωξη για ποινικά αδικήματα για τα οποία απειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 3 μηνών ή διατάσσεται σε βάρος τους Ε.Δ.Ε. για πειθαρχικά παραπτώματα, κατά των οποίων απειλείται απόταξη ή αργία με απόλυση. 2.Επίσης, σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικώς οι αστυνομικοί όταν εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελούν σε προσωρινή κράτηση ή έχουν αποφυλακιστεί με εγγύηση ή με περιοριστικούς όρους. 3.Η διάρκεια της διαθεσιμότητας δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα έτος για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα ή αδίκημα, μετά την παρέλευση του οποίου ο τελών στην κατάσταση αυτή υποχρεούται να παρουσιασθεί στην Υπηρεσία του, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη παύσης της διαθεσιμότητας. Κατ’ εξαίρεση, η διαθεσιμότητα διαρκεί καθόλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αστυνομικός εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελεί σε προσωρινή κράτηση. 4.Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 10 του παρόντος διατάγματος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση της διαθεσιμότητας. 5.Η θέση του αστυνομικού σε διαθεσιμότητα δεν κωλύει την εκ νέου θέση αυτού στην ίδια κατάσταση για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα ή ποινικό αδίκημα, στην περίπτωση όμως αυτή η νέα διαθεσιμότητα αρχίζει μετά τη λήξη της πρώτης. 6.Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, κατά το χρόνο που ο αστυνομικός τελεί σε διαθεσιμότητα, διακόπτεται η κατάσταση της διαθεσιμότητας από την έναρξη εκτίσεως της ποινής και συνεχίζεται μετά την έκτιση αυτής, εφόσον συντρέχει περίπτωση. 7.Οι αστυνομικοί τίθενται στην κατάσταση της διαθεσιμότητας με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, εφόσον πρόκειται για Αξιωματικούς, και με απόφαση του Αρχηγού, εφόσον πρόκειται για Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες. 8.Οι τελούντες στην κατάσταση της διαθεσιμότητας δεν εκτελούν υπηρεσία από της κοινοποιήσεως σ’ αυτούς της σχετικής απόφασης, υποχρεούνται όμως να εμφανίζονται προς εξέταση ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών, εφόσον κλητεύονται νομίμως προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή έχουν τα ίδια σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν και οι εν ενεργεία συνάδελφοί τους, χωρίς να διακόπτεται η κατάσταση στην οποία τελούν. 9.Οι τελούντες στην κατάσταση της διαθεσιμότητας, δεν δύνανται να φέρουν τη στολή τους, ούτε να απομακρύνονται από την έδρα της Υπηρεσίας τους, χωρίς έγκριση του Αρχηγού, και υπόκεινται στις διατάξεις περί πειθαρχίας, στις οποίες υπόκεινται και οι εν ενεργεία αστυνομικοί, υποχρεούνται δε να παραδίδουν τον ατομικό τους οπλισμό και το υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας, εφοδιαζόμενοι με σχετική βεβαίωση της Υπηρεσίας, (Μετά τη σελ. 24,977(β) Σελ. 24,977(γ) Τεύχος 1337 Σελ. 57 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.3 1088 η οποία φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία ταυτότητάς τους. 10.Ο χρόνος που διανύθηκε σε διαθεσιμότητα ένεκα πειθαρχικού παραπτώματος, για τον οποίο επακολούθησε η επιβολή της ποινής της απόταξης, καθώς και αυτός που διανύθηκε λόγω έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής ή λόγω προσωρινής κράτησης, δεν θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας. Αν μετά τη διαθεσιμότητα επακολούθησε η επιβολή άλλης πειθαρχικής ποινής ή δεν επιβλήθηκε καμιά ποινή, ο χρόνος της διαθεσιμότητας λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας και αίρονται οι συνέπειες αυτής. Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας, ο χρόνος της διαθεσιμότητας, που αντιστοιχεί στο χρόνο διάρκειας της ποινής της αργίας, λογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής αυτής. Προσωρινή μετακίνηση. Άρθρ.15.-1.Όταν σε βάρος αστυνομικού διατάσσεται Ε.Δ.Ε. για σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, είναι δυνατόν να διατάσσεται παράλληλα και η προσωρινή μετακίνηση αυτού σε μια από τις προϊστάμενες Υπηρεσίες του για όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εξέταση, εφόσον κρίνεται αναγκαίο το μέτρο αυτό για την εξασφάλιση ομαλής διεξαγωγής των διοικητικών ερευνών ή για την προστασία του υπηρεσιακού συμφέροντος. 2.Το ανωτέρω μέτρο λαμβάνεται, είτε από τον αξιωματικό που διατάσσει την ενέργεια της Ε.Δ.Ε., είτε από οποιονδήποτε ιεραρχικά προϊστάμενό του. 3.Ο αρμόδιος να αποφασίσει επί της Ε.Δ.Ε. αποφαίνεται, παράλληλα, και για την άρση του παραπάνω μέτρου, εφόσον κρίνει ότι η Ε.Δ.Ε δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης. Θέση εκτός υπηρεσίας. Άρθρ.16.-1.Στο αστυνομικό προσωπικό είναι δυνατόν να επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο της θέσης εκτός υπηρεσίας μέχρι ένα 8ωρο, σε περίπτωση κατά την οποία λόγω απειθείας ή μέθης ή ακανονίστου της στολής κρίνεται ότι ο αστυνομικός δεν μπορεί να εκτελέσει υπηρεσία. 2.Το μέτρο αυτό επιβάλλεται από τους αρμόδιους για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και από τον εκτελούντα καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας βαθμοφόρο και είναι ανεξάρτητο από τις πειθαρχικές κυρώσεις που προβλέπονται για το συγκεκριμένο πειθαρχικό παράπτωμα. 3.Ο αρμόδιος για τον έλεγχο της πειθαρχικής ποινής, που επιβάλλεται για το παράπτωμα, συνεπεία του οποίου ο αστυνομικός τέθηκε εκτός υπηρεσίας, κρίνει ταυτόχρονα και το μέτρο που Σελ. 24,978(γ) Τεύχος 1337 Σελ. 58 επιβλήθηκε και αποφαίνεται για την επικύρωση ή την άρση του. Σε περίπτωση επικύρωσης του μέτρου, ο αστυνομικός στερείται των ανάλογων αποδοχών του, ανεξάρτητα από την επιβολή ή όχι πειθαρχικής ποινής. Ακούσια μετάθεση Άρθρ.17.-Αστυνομικός, σε περίπτωση διάπραξης ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο δημιουργεί γενικότερο πρόβλημα πειθαρχίας ή ηθικής τάξεως στην Υπηρεσία του υπηρετεί, μετατίθεται από την Υπηρεσία αυτή, με απόφαση του αρμοδίου προς τούτο οργάνου, μετά από πρόταση του οικείου αστυνομικού διευθυντή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ Συνέπειες πειθαρχικών ποινών. Συνέπειες απόταξης. Άρθρ.18.-1.Οι αποτασσόμενοι αστυνομικοί διαγράφονται από τη δύναμη του Σώματος μετά 15νθήμερο από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του σχετικού προεδρικού διατάγματος ή απόφασης, κατά περίπτωση. Το 15νθήμερο αυτό θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας του αστυνομικού για όλες τις συνέπειες. 2.Οι τιθέμενοι στην κατάσταση της απόταξης δεν εγγράφονται στο στέλεχος της εφεδρείας και δεν μπορούν να επανέλθουν στην ενέργεια. Συνέπειες αργίας με απόλυση. Άρθρ.19.-1.Οι τιθέμενοι στην κατάσταση της αργίας με απόλυση δεν εκτελούν υπηρεσία από την επομένη της κοινοποιήσεως σ’ αυτούς της σχετικής απόφασης και δεν δύνανται να φέρουν τη στολή τους, υπόκεινται δε σε όλες τις περί πειθαρχίας διατάξεις, στις οποίες υπόκεινται και οι εν ενεργεία συνάδελφοί τους. Οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρ. 14 του παρόντος διατάγματος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην προκείμενη περίπτωση. 2.Ο χρόνος της αργίας με απόλυση σε καμιά περίπτωση δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και οι τελούντες στην κατάσταση αυτή λαμβάνουν το 50% του συνόλου των αποδοχών τους. 4.ΑΑ.δ.3 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 1089 3.Οι τιθέμενοι στην κατάσταση της αργίας με απόλυση χάνουν θέσεις αρχαιότητας στην επετηρίδα, οι μεν αξιωματικοί 4%, οι δε Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες 2%, για κάθε μήνα αργίας με απόλυση, επί των προβλεπομένων για το βαθμό τους οργανικών θέσεων. Προκειμένου περί βαθμών, των οποίων οι θέσεις είναι ενιαίες, ο αριθμός των οργανικών θέσεων υπολογίζεται για κάθε βαθμό στον αριθμό των θέσεων που προκύπτει από την διαίρεση των ενιαίων θέσεων δια του αριθμού των βαθμών που εντάσσονται στις ανωτέρω θέσεις. Οι κλασματικοί αριθμοί και τα κλασματικά υπόλοιπα, που προκύπτουν κατά τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοστού, υπολογίζονται στην αμέσως επομένη μονάδα, ασχέτως του μεγέθους τους. Αν ο αριθμός των νεότερων ομοιόβαθμων δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση των θέσεων απωλείας αρχαιότητας, ο αριθμός αυτός συμπληρώνεται με θέσεις του αμέσως κατωτέρου βαθμού. Στην περίπτωση όμως αυτή, καθώς και προκειμένου περί Υπαστυνόμων Β΄ και Αρχιφυλάκων, ο τιθέμενος σε αργία με απόλυση εντάσσεται στο τέλος των ομοιοβάθμων του και χάνει τις υπολειπόμενες θέσεις αμέσως μετά την προαγωγή αστυνομικών του αμέσως κατώτερου βαθμού. 4.Η κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου απώλεια των θέσεων υπολογίζεται στην επετηρίδα που ισχύει κατά το χρόνο επιβολής της ποινής. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση αναβολής οφειλόμενης κρίσης ή παράλειψης από κρίση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, εξαιτίας της υπόθεσης για την οποία επιβλήθηκε η ποινή, ο κατά τα ανωτέρω υπολογισμός απώλειας των θέσεων γίνεται στην επετηρίδα που ίσχυε προ της οφειλόμενης κρίσης. 5.Η ποινή της αργίας με απόλυση εκτίεται στον τόπο διαμονής του τιμωρουμένου ή σε άλλο τόπο που ορίζεται από τον Αρχηγό του Σώματος, κατόπιν αιτήσεως του τιμωρημένου. Συνέπειες αργίας με πρόσκαιρη παύση Άρθρ.20.-1.Ο χρόνος της αργίας με πρόσκαιρη παύση θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, με την επιφύλαξη του άρθρ. 12 παρ. 3 του Νόμ. 671/1977. 2.Οι τελούντες στην κατάσταση της αργίας με πρόσκαιρη παύση λαμβάνουν το 60% του συνόλου των αποδοχών τους. 3.Οι διατάξεις των παρ. 1 και 5 του προηγουμένου άρθρου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ Βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.21.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα διαπιστώνονται με αυτοπρόσωπη αντίληψη από αυτόν που ασκεί την πειθαρχική δίωξη ή μετά από αναφορά του λοιπού προσωπικού ή έγγραφα αρχών ή αναφορές ιδιωτών ή με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. 2.Τα πειθαρχικά παραπτώματα των αστυνομικών, λόγω της φύσης της ανατιθεμένης σ’ αυτούς υπηρεσίας και της ιδιαίτερης επίδρασης αυτών στην εκπλήρωση της αποστολής του Σώματος, πρέπει να βεβαιώνονται με κάθε δυνατή ταχύτητα. Άσκηση πειθαρχικής δίωξης Άρθρ.22.-1.Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων των αστυνομικών ενεργείται αυτεπάγγελτα, με βάση τα στοιχεία που περιέρχονται στον έχοντα το δικαίωμα άσκησης αυτής. 2.Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με έναν από τους κατωτέρω αναφερόμενους τρόπους: α.Με απ’ ευθείας κλήση προς απολογία. β.Με την έκδοση διαταγής δια διενέργεια Ένορκης ή Προφορικής Διοικητικής Εξέτασης προς βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων. 3.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, για τον έλεγχο των στοιχείων που περιέρχονται σ’ αυτόν και την εκτίμηση της συνδρομής των λόγων προς άσκηση αυτής, δύναται να διατάσσει ή να ενεργεί άτυπη έρευνα, στα πλαίσια της οποίας δύναται να ζητεί την παροχή εξηγήσεων, προφορικά ή έγγραφα, απ’ αυτόν που φέρεται ότι υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα ή να προβαίνει σε κάθε άλλη νόμιμη ενέργεια για τη συλλογή σχετικών στοιχείων. 4.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης υποχρεούται στην άσκηση αυτής, αν τα στοιχεία που περιέρχονται σ’ αυτόν ή αυτά που προέκυψαν από την ενέργεια της έρευνας κρίνονται ικανά για τη θεμελίωση πειθαρχικού παραπτώματος, διαφορετικά θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του. Αν, στην τελευταία περίπτωση, ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης φέρει βαθμό Αστυνομικού Υποδιευθυντή και κάτω, η πράξη της αρχειοθέτησης, με όλη τη σχετική αλληλογραφία υποβάλλεται ιεραρχικά στσο διευθυντή της προϊστάμενης Αστυνομικής Διεύθυνσης ή άλλης Υπηρεσίας επιπέδου Διευθύνσεως, ο οποίος αποφασίζει τελεσίδικα για την άσκηση ή όχι της πειθαρχικής δίωξης. (Αντί για τη σελ. 24,979) Σελ. 24,979(α) Τεύχος 1337 Σελ. 59 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.3 1090 5.Για ελαφρά παραπτώματα, τα οποία προδήλως δικαιολογούν μόνο ποινή επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου για την άσκησή της, ο οποίος για την απόφασή του αυτή, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της Υπηρεσίας και την καθόλου διαγωγή του αστυνομικού, εντός και εκτός υπηρεσίας, αιτιολογώντας τη σχετική απόφασή του. Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης Άρθρ.23.-1.Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, στην περίπτωση της παρ. 2 εδάφ. β΄ του προηγουμένου άρθρου είναι ο Υπουργός και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και οι Υπαρχηγοί της Ελληνικής Αστυνομίας, οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας, οι Επιθεωρητές Αστυνομίας, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές οι διευθυντές Αστυνομικών Διευθύνσεων και οι διευθυντές Υπηρεσιών επιπέδου Διευθύνσεως, για το προσωπικό των Υπηρεσιών τους. 2.Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης στην περίπτωση του εδαφίου α΄ της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου είναι, εκτός των αναφερομένων στην προηγούμενη παράγραφο, και οι αξιωματικοί οποιουδήποτε βαθμού για όλους τους κατωτέρους ή νεωτέρους από αυτούς αστυνομικούς και ανεξάρτητα από το αν αυτοί υπάγονται ή όχι διοικητικά σ’ αυτούς, καθώς επίσης και οι Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες εφόσον είναι διοικητές Υπηρεσιών, για το προσωπικό τους. 3.Οι αξιωματικοί της προηγούμενης παραγράφου δύνανται, όταν δεν είναι διοικητές Υπηρεσιών, αντί να ασκήσουν πειθαρχική δίωξη, να υποβάλουν αναφορά κατά του αστυνομικού. Την ίδια δυνατότητα έχουν και όταν είναι διοικητές Υπηρεσιών, αλλά ο ελεγχόμενος δεν υπάγεται διοικητικά σ’ αυτούς. Καταγγελίες κατά των αστυνομικών. Άρθρ.24.-1.Η εξέταση των πειθαρχικών παραπτωμάτων, που διαπράττονται από αστυνομικούς σε βάρος των πολιτών, προηγείται της εξέτασης των άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων των αστυνομικών. 2.Όταν η εναντίον αστυνομικών καταγγελία γίνεται προφορικά, ο αρμόδιος αξιωματικός προσκαλεί τον καταγγέλλοντα να εκθέσει τα καταγγελλόμενά του εγγράφως, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης. 3.Ανώνυμες καταγγελίες δεν δύνανται να θεμελιώσουν πειθαρχικό παράπτωμα, δύνανται όμως να δώσουν αφορμή για την εξέταση των συγκεκριμένων στοιχείων που τυχόν περιέχουν. Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν αυτός που κάνει την προφορική καταγγελία δεν δέχεται να υποβάλει Σελ. 24,980(α) Τεύχος 1337 Σελ. 60 έγγραφη αναφορά ή αρνείται την καταχώριση των καταγγελιών του σε έκθεση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ Απ’ ευθείας κλήση σε απολογία. Άρθρ.25.-1.Η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με απ’ ευθείας κλήση γίνεται στις περιπτώσεις που ο αρμόδιος για την άσκησή της έχει αυτοπρόσωπη αντίληψη του παραπτώματος ή τα στοιχεία που περιέρχονται σ’ αυτόν ή συλλέγονται στα πλαίσια της διοικητικής έρευνας κρίνονται ικανά για θεμελίωση πειθαρχικού παραπτώματος, εφόσον στις περιπτώσεις αυτές τα παραπτώματα επισύρουν κατώτερη πειθαρχική ποινή. 2.Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη υποχρεούται να εκδίδει σχετική κλήση σε απολογία, η οποία πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: α.Τα στοιχεία του διωκόμενου αστυνομικού (βαθμός, αριθμός μητρώου, επώνυμο, όνομα και πατρώνυμο). β.Πλήρη και ακριβή προσδιορισμό των πράξεων, οι οποίες στοιχειοθετούν το αποδιδόμενο στον αστυνομικό παράπτωμα. γ.Τον τόπο και χρόνο τέλεσης της πράξης. δ.Την αναγραφή τυχόν ειδικών περιστατικών ή συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις. ε.Τις διατάξεις που προβλέπουν τα παραπτώματα. στ.Την προθεσμία προς υποβολή έγγραφης απολογίας, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 24 ωρών και μεγαλύτερη των 48 ωρών, από την επίδοση της κλήσης. ζ.Τον τόπο και την ημερομηνία σύνταξης της κλήσης, την υπογραφή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του, καθώς και τη σφραγίδα της Υπηρεσίας. 3.Η κλήση σε απολογία συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το πρώτο παραμένει στο αρχείο της Υπηρεσίας και το δεύτερο επιδίδεται στον εγκαλούμενο με αποδεικτικό επίδοσης, που συντάσσεται επί του σώματος του πρώτου αντιτύπου. 4.ΑΑ.δ.3 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 1091 4.Σε περίπτωση που ο εγκαλούμενος αρνείται να παραλάβει την κλήση ή να υπογράψει το αποδεικτικό, αυτός που ενεργεί την επίδοση κάνει σχετική μνεία σ’ αυτό, παρουσία ενός μάρτυρα, ο οποίος προσυπογράφει στο αποδεικτικό. Αν ο εγκαλούμενος αρνείται να προσέλθει προς παραλαβή της κλήσης, αυτή επιδίδεται στην κατοικία του, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Π.Δ. 5.Αν ο εγκαλούμενος δεν υποβάλει την απολογία του μέσα στην προθεσμία που του τάχθηκε, δεν κωλύεται η εκδίκαση της πειθαρχικής υπόθεσης. Η απολογία που υποβάλλεται εκπρόθεσμα, αλλά πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης ή την επικύρωση της ποινής, λαμβάνεται υπόψη. 6.Η απολογία υποβάλλεται πάντοτε εγγράφως και συντάσσεται σε ύφος σεμνό και πειθαρχικό, ο δε απολογούμενος πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα που τίθεται σ’ αυτόν και να μην εκτρέπεται σε κρίσεις και σχόλια σε βάρος των προϊσταμένων του ή άλλες αντιπειθαρχικές εκφράσεις, ούτε να αναφέρεται σε άσχετα με το παράπτωμά του θέματα. 7.Αν στην απολογία περιέχονται αντιπειθαρχικές εκφράσεις, κρίσεις ή σχόλια σε βάρος προϊσταμένων, αυτά αποτελούν ξεχωριστό πειθαρχικό παράπτωμα. 8.Αν ο εγκαλούμενος είναι διοικητής Υπηρεσίας, η κλήση σε απολογία είναι δυνατόν να αντικαθίσταται με διαταγή, που περιλαμβάνει όμως όλα τα στοιχεία της κλήσης της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία προς απολογία αρχίζει από την ημερομηνία της εισόδου της διαταγής στην Υπηρεσία του εγκαλούμενου και σε περίπτωση κωλύματος αυτού από την άρση του κωλύματος. Προφορική Διοικητική Εξέταση (Π.Δ.Ε.). Άρθρ.26.-1.Η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με έκδοση διαταγής για διενέργεια Π.Δ.Ε. γίνεται: α.Για τη βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία επισύρουν κατώτερες πειθαρχικές ποινές, εφ’ όσον τα στοιχεία που περιέρχονται στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη δεν είναι επαρκή για τη στήριξη κατηγορίας και η υπόθεση έχει ανάγκη περαιτέρω διοικητικής διερεύνησης για τη συλλογή σχετικών αποδεικτικών στοιχείων. β.Για κλοπή, απώλεια ή φθορά του υπηρεσιακού δελτίου ταυτότητας. 2.Η Π.Δ.Ε. ενεργείται από αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας, ανώτερο ή αρχαιότερο του διωκομένου αστυνομικού. Σε περίπτωση που διατάσσεται συμπλήρωση της Π.Δ.Ε. αυτή ανατίθεται στον ίδιο αξιωματικό ή άλλον ανώτερο ή αρχαιότερο αυτού. 3.Κατά τη διενέργεια της Π.Δ.Ε. δεν συντάσσονται ανακριτικές εκθέσεις για τη χρήση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Η εξέταση του καταγγέλλοντος, των μαρτύρων, καθώς και αυτών που έχουν οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση γίνεται προφορικά. Δύναται όμως αυτός να ενεργεί την Π.Δ.Ε. να ζητά ή να δέχεται έγγραφα στοιχεία ή αναφορές των ανωτέρω προσώπων. 4.Αν από την Π.Δ.Ε. προκύψουν ευθύνες σε βάρος αστυνομικού, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 25 παρ. 2 έως 8 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να μνημονεύεται στο προοίμιο της κλήσης η διαταγή, με βάση την οποία διενεργείται η Π.Δ.Ε. 5.Οι διατάξεις του άρθρ.27 παρ. 2, 4 και 5 του παρόντος διατάγματος έχουν και στην προκειμένη περίπτωση ανάλογη εφαρμογή. 6.Η Προφορική Διοικητική Εξέταση ενεργείται και στις ακόλουθες περιπτώσεις, για τις οποίες η διαταγή προς διενέργειά της δεν συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης: α.Για την εξακρίβωση των συνθηκών ελαφρών τραυματισμών αστυνομικού ή πολιτικού προσωπικού, της σχέσης αυτών προς την υπηρεσία και της τυχόν ευθύνης του τραυματισθέντος. β.Για την εξακρίβωση περιστατικών ή συμβάντων που ενδιαφέρουν την Υπηρεσία. 7.Σε περίπτωση κατά την οποία, από την διενέργεια της Π.Δ.Ε. με βάση τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, βεβαιωθεί πειθαρχικό παράπτωμα εφαρμόζονται για τον υπαίτιο οι διατάξεις της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις (Ε.Δ.Ε.). Άρθρ.27.-1.Η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με έκδοση διαταγής για διενέργεια Ε.Δ.Ε. γίνεται: α.Για τη βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων που προβλέπονται από τα άρθρ. 9, 10 και 11 του παρόντος διατάγματος. β.Για τη διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών σε περιπτώσεις απωλειών ή φθορών υλικού ή άλλων αξιών του δημοσίου και τον καταλογισμό της αξίας αυτών, όταν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις. γ.Για τη διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο εμπλέκεται υπηρεσιακό όχημα, την αποτίμηση των προκληθεισών ζημιών και τον καταλογισμό αυτών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. 2.Με τη διαταγή διενέργειας της Ε.Δ.Ε. ορίζεται και ο αξιωματικός που θα τη διενεργήσει. Κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις που η Ε.Δ.Ε. διατάσσεται από τον Υπουργό, το Γενικό Γραμματέα, τον Αρχηγό ή τους προϊσταμένους των (Αντί για τη σελ. 24,9801) Σελ. 24,9801(α) Τεύχος 1337 Σελ. 61 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.3 1092 κλάδων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, μπορεί να ανατίθεται ο ορισμός του αξιωματικού που θα διενεργήσει την Ε.Δ.Ε. στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας, στην οποία απευθύνεται η διαταγή. 3.Η Ε.Δ.Ε. ενεργείται από αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας ανώτερο του διωκομένου. Σε περίπτωση που διατάσσεται συμπλήρωση της Ε.Δ.Ε. αυτή ανατίθεται στον ίδιο αξιωματικό που την ενήργησε ή άλλο ανώτερο ή αρχαιότερο αυτού. Όταν διατάσσεται νέα Ε.Δ.Ε. αυτή ανατίθεται σε αξιωματικό ανώτερο αυτού που ενήργησε την πρώτη. 4.Η ανάκριση είναι μυστική και ουδείς δύναται να λάβει γνώση των στοιχείων αυτής, εκτός του εγκαλούμενου. Κατά την ενέργεια δε αυτής δεν επιτρέπεται η παράσταση συνηγόρου. 5.Η ανάκριση δεν δύναται να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων του αυτού ή άλλου αστυνομικού, για τα οποία προκύπτουν στοιχεία στην πορεία της ανάκρισης, χωρίς άλλη ειδική διαταγή αυτού που διέταξε την ενεργούμενη Ε.Δ.Ε., εκτός αν κατά την αρχική διαταγή για την ενέργεια της Ε.Δ.Ε. παρασχέθηκε τέτοια εξουσιοδότηση. 6.Ο εγκαλούμενος από τη στιγμή που θα κληθεί σε απολογία και πριν ακόμη απολογηθεί δικαιούται: α.Να λάβει γνώση όλων των εγγράφων της δικογραφίας. β.Να προτείνει μέχρι 3 το πολύ μάρτυρες προς υπεράσπισή του για υποχρεωτική εξέτασή τους από τον ανακρίνοντα. γ.Να εμφανίσει ενώπιον του ανακρίνοντος μέχρι 2 ακόμη μάρτυρες υπεράσπισης με μέριμνα και δαπάνες του ίδιου, μέσα σε εύλογη προθεσμία που τάσσεται από τον ανακρίνοντα, πάντως όχι μεγαλύτερη των 10 ημερών. δ.Να ζητήσει προθεσμία μέχρι 48 ωρών προκειμένου ν’ απολογηθεί, δυναμένη να παραταθεί κατά την κρίση του ανακρίνοντος μέχρι 3 ακόμη ημέρες. 7.Η κλήση σε απολογία που συντάσσεται στα πλαίσια της Ε.Δ.Ε. περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρ. 25 παρ. 2 του παρόντος και επί πλέον τη διαταγή, δυνάμει της οποίας ενεργείται η Ε.Δ.Ε. και μνεία των προαναφερόμενων δικαιωμάτων του εγκαλούμενου. 8.Αν ο εγκαλούμενος προτείνει την εξέταση μαρτύρων, αναστέλλεται η λήψη απολογίας μέχρι να ολοκληρωθεί η εξέταση των μαρτύρων, οπότε ο εγκαλούμενος καλείται εκ νέου σε απολογία, δικαιούμενος να ζητήσει να λάβει γνώση των εγγράφων που συντάχθηκαν μετά την αρχική κλήση, καθώς και να ζητήσει προθεσμία μέχρι 48 ωρών προκειμένου ν’ απολογηθεί. Δεν δικαιούται όμως να ζητήσει την εξέταση νέων μαρτύρων. Σελ. 24,9802(α) Τεύχος 1337 Σελ. 62 9.Αν οι προτεινόμενοι μάρτυρες είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένουν στο εξωτερικό, η εμφάνισή τους για εξέταση ενώπιον του αξιωματικού που ενεργεί την Ε.Δ.Ε. γίνεται με μέριμνα του εγκαλούμενου, μέσα σε εύλογη προθεσμία, που ορίζεται από τον ανακρίνοντα, πάντως όμως όχι μεγαλύτερη των 10 ημερών. 10.Για την απόδειξη της άσκησης του δικαιώματος γνώσης των εγγράφων της Ε.Δ.Ε. δεν αρκεί μόνο η μνεία του γεγονότος αυτού στην έκθεση εξέτασης του εγκαλούμενου, αλλά απαιτείται επιπλέον και αναγραφή σχετικής ένδειξης επί του σώματος κάθε εγγράφου, η οποία μονογράφεται από τον εγκαλούμενο. 11.Σε περίπτωση που διαταχθεί συμπλήρωση της ενεργηθείσης Ε.Δ.Ε. και προκύψουν νεώτερα στοιχεία, τα οποία επιβαρύνουν το κατηγορητήριο, ο εγκαλούμενος καλείται σε συμπληρωματική απολογία, δυνάμενος ν’ ασκήσει εκ νέου όλα τα προαναφερόμενα δικαιώματά του, διαφορετικά καλείται να λάβει γνώση όλων των μεταγενεστέρων της απολογίας του εγγράφων, χωρίς να καλείται στην περίπτωση αυτή σε συμπληρωματική απολογία. 12.Αυτός που διενεργεί την Ε.Δ.Ε. δύναται, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάσσει κάθε κατώτερό του, που έχει οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση που ερευνά, να υποβάλει σ’ αυτόν σχετική έγγραφη αναφορά. 13.Ε.Δ.Ε. ενεργείται και στις ακόλουθες περιπτώσεις για τις οποίες η διαταγή προς ενέργειά της δεν συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης: α.Για την εξακρίβωση των συνθηκών σοβαρών τραυματισμών ή αιτίων πάθησης του αστυνομικού και της σχέσης αυτών προς την υπηρεσία. β.Σε περίπτωση θανάτου του αστυνομικού κατά τη διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας ή εκτός υπηρεσίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο θάνατος δεν οφείλεται σε παθολογικά αίτια. γ.Σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπουν ειδικές διατάξεις και σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. 14.Αν στις περιπτώσεις των παρ. 1 εδάφ. β΄ και γ΄ και 13 εδάφ. γ΄ του παρόντος άρθρου, οι οικείες διατάξεις δεν ρυθμίζουν επακριβώς όλα τα διαδικαστικά θέματα των Ε.Δ.Ε τότε εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του παρόντος. 4.ΑΑ.δ.3 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 1093 Κωλύματα προς ενέργεια διοικητικών εξετάσεων. Άρθρ.28.-1.Δεν δύναται να ενεργήσει διοικητική εξέταση: α.Όποιος είναι συγγενής εξ αίματος του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριόριστα, εκ πλαγίου δε μέχρι τετάρτου βαθμού και εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου ή σύζυγος αυτών. Τα κωλύματα της εξ αγχιστείας συγγένειας και της συζυγικής σχέσεως στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται και μετά τη λύση του γάμου. β.Όποιος αποδεδειγμένα κατά το χρόνο άσκησης της πειθαρχικής δίωξης έχει ιδιαίτερη φιλία ή έχθρα με τον εγκαλούμενο ή τον εγκαλούντα, ή γενικά συντρέχουν στο πρόσωπό του γεγονότα ικανά να δικαιολογήσουν εύλογη δυσπιστία για την αμερόληπτη κρίση του. γ.Όποιος κατήγγειλε την πράξη, για την οποία διατάσσεται η ενέργεια της διοικητικής εξέτασης, εφόσον ο καταγγέλων είχε αυτοπρόσωπη αντίληψη της καταγγελλόμενης πράξης. δ.Εκείνος κατά του οποίου υπάρχουν ενδείξεις ότι φέρει ευθύνη για την πράξη που αποτελεί αντικείμενο της διοικητικής ερεύνης. ε.Όποιος έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. στ.Όποιος έχει εξετασθεί ως μάρτυρας ή έχει γνωμοδοτήσει ως πραγματογνώμων στην ίδια υπόθεση. 2.Ο αξιωματικός, στον οποίο ανατίθεται η ενέργεια της διοικητικής εξέτασης, σε περίπτωση συνδρομής κωλύματος της προηγουμένης παραγράφου, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως μετά τη λήψη της διαταγής την ύπαρξη του κωλύματος αυτού σ’ αυτόν που τον όρισε με αναφορά του, στην οποία εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους εξαιρέσεως από την ενέργεια της Ε.Δ.Ε., επισυνάπτοντας και τα απαραίτητα στοιχεία για την απόδειξη των λόγων αυτών. Την ίδια υποχρέωση έχει ο ενεργών την διοικητική εξέταση και όταν ο λόγος εξαίρεσης ανακύψει κατά την πορεία της εξέτασης. 3.Η από πρόθεση αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης, καθώς και η αναληθής επίκληση τέτοιου λόγου, με σκοπό την απαλλαγή από το έργο της ανάκρισης, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, τιμωρούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, με την επιφύλαξη εφαρμογής και των διατάξεων του άρθρ. 254 του Π.Κ. 4.Αν η πειθαρχική δίωξη με ενέργεια Ε.Δ.Ε. έχει ασκηθεί ρητά σε βάρος συγκεκριμένου αστυνομικού, η σχετική διαταγή για τη διενέργειά της κοινοποιείται στον εγκαλούμενο, ο οποίος, μέσα σε 3 ημέρες από την κοινοποίηση, δικαιούται να ζητήσει εφ’ άπαξ με έγγραφη αναφορά του την εξαίρεση του αξιωματικού, στον οποίο ανατέθηκε η ανάκριση για κάποιον από τους αναφερομένους στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου λόγους, επισυνάπτοντας και τα απαραίτητα στοιχεία για την απόδειξη των προβαλλομένων ισχυρισμών του. Αν ο λόγος εξαίρεσης ανακύψει κατά την πορεία της εξέτασης το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την προσέλευσή του προς απολογία. Η από πρόθεση επίκληση αναληθών λόγων εξαίρεσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα που τιμωρείται κατά τις διατάξεις του παρόντος. 5.Αν κατά την πορεία της ανάκρισης προκύψουν ευθύνες σε βάρος αστυνομικού, κατά του οποίου δεν είχε κινηθεί αρχικά η πειθαρχική δίωξη, το δικαίωμα υποβολής αιτήματος εξαιρέσεως ασκείται κατά την προσέλευσή του προς απολογία και σε περίπτωση μη προσέλευσής του μέσα σε 3 μέρες από την επίδοση της σχετικής κλήσης. 6.Αν η Ε.Δ.Ε. στρέφεται σε βάρος δύο ή περισσοτέρων αστυνομικών, το τυχόν κώλυμα που συντρέχει στο πρόσωπο του ενεργούντος την Ε.Δ.Ε σε σχέση με τον ένα εγκαλούμενο, λογίζεται ως κώλυμα και ως προς τους λοιπούς συγκατηγορουμένους. 7.Επί των αιτημάτων εξαίρεσης αποφαίνεται οριστικά και τελεσίδικα ο Αρχηγός του Σώματος. 8.Η υποβολή αιτημάτων εξαίρεσης αναστέλλει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων μέχρι την έκδοση της απόφασης επί του αιτήματος εξαίρεσης. Αν το αίτημα εξαίρεσης απορριφθεί, διατάσσεται η συνέχιση της Ε.Δ.Ε. από τον ίδιο αξιωματικό. Αν οι λόγοι εξαίρεσης κριθούν βάσιμοι, ορίζεται άλλος αξιωματικός για την ενέργεια της εξέτασης, οι ανακριτικές πράξεις όμως που συντάχθηκαν παραμένουν έγκυρες. Πόρισμα διοικητικών εξετάσεων. Άρθρ.29.-1.Οι αξιωματικοί που ενεργούν διοικητικές εξετάσεις συντάσσουν, μετά το πέρας αυτών, πόρισμα, το οποίο περιλαμβάνει τα εξής μέρη: α.Το Προοίμιο, στο οποίο αναγράφεται ο τύπος του εγγράφου (Έκθεση πορίσματος Ε.Δ.Ε. ή Π.Δ.Ε.), ο τόπος και ο χρόνος σύνταξης αυτών, ο βαθμός, το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα αυτού που το συντάσσει, η διαταγή με την οποία διατάχθηκε η εξέταση και οι διατάξεις με βάση τις οποίες αυτή ενεργείται. β.Το Ιστορικό, το οποίο περιλαμβάνει την αιτία που έδωσε την αφορμή προς ενέργεια της εξέτασης και την περιληπτική περιγραφή της υπόθεσης. γ.Το Αιτιολογικό, το οποίο περιλαμβάνει σαφή και ακριβή περιγραφή των ενεργειών του αξιωματικού που ενήργησε την εξέταση, το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την εξέταση, αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών (Μετά τη σελ. 24,9802(α) Σελ. 24,9803 Τεύχος 1337 Σελ. 63 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 4.ΑΑ.δ.3 1094 στοιχείων και αιτιολογημένες διαπιστώσεις και κρίσεις, σχετικά με το αντικείμενο της εξέτασης. Κατά τη σύνταξη του μέρους αυτού δεν είναι αναγκαία η απαρίθμηση των εγγράφων της δικογραφίας που λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται από τον ενεργούντα την Ε.Δ.Ε. δ.Το Συμπέρασμα, το οποίο περιλαμβάνει τις τελικές σκέψεις και εκτιμήσεις, στις οποίες καταλήγει ο αξιωματικός που ενήργησε την εξέταση, με βάση τις αναλυτικές διαπιστώσεις και την αιτιολογημένη κρίση, που παρέθεσε στο αιτιολογικό μέρος. Σε περίπτωση καταλογισμού ευθυνών, περιγράφεται και το συγκεκριμένο πειθαρχικό παράπτωμα, με λεπτομερή καθορισμό των στοιχείων του. ε.Τις Προτάσεις. Στο μέρος αυτό διατυπώνεται η τελική πρόταση του ενεργήσαντος την εξέταση, σχετικά με το αντικείμενο για το οποίο ενεργήθηκε αυτή με βάση τη σχετική διαταγή. Σε περίπτωση καταλογισμού ευθυνών σε βάρος αστυνομικού, παρατίθενται με σαφήνεια και ακριβή τοπικό και χρονικό προσδιορισμό τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς και ο νομικός χαρακτηρισμός αυτών. 2.Στο τέλος του πορίσματος τίθεται η υπογραφή του συντάκτη και σε κάθε φύλλο του τίθεται η μονογραφή αυτού. Ταξινόμηση και αρίθμηση των εγγράφων της διοικητικής εξέτασης. Άρθρ.30.-1.Η δικογραφία της διοικητικής εξέτασης αποτελείται από τα έγγραφα ή άλλα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού και από το Πόρισμα, προκειμένου δε περί Ενόρκων Διοικητικών Εξετάσεων, η δικογραφία περιλαμβάνει και πίνακα περιεχομένων εγγράφων, ο οποίος συντάσσεται σε τετρασέλιδο φύλλο χάρτου και περιέχει τις εξής στήλες: α/α εγγράφων, αριθμό και ημερομηνία εγγράφου, είδος εγγράφου και σελίδα της δικογραφίας. 2.Όλα τα έγγραφα της Ε.Δ.Ε. ταξινομούνται και αριθμούνται κατ’ αύξοντα αριθμό εγγράφων και κατ’ αύξοντα αριθμό σελίδων. Η ταξινόμηση και η αρίθμηση των εγγράφων γίνεται με την εξής σειρά. Πρώτη τίθεται η διαταγή με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια της Ε.Δ.Ε., η οποία παίρνει τον αριθμό (1). Τα επισυναπτόμενα στη διαταγή υπηρεσιακά και μη έγγραφα παίρνουν τους αριθμούς 1α, 1β, 1γ κ.ο.κ. Το πόρισμα παίρνει τον αριθμό 2 και όλα τα λοιπά έγγραφα τους αριθμούς 3 και επόμενους μέχρι την εξάντλησή τους. Ο αριθμός αυτός τίθεται με γραφίδα, ερυθρού χρώματος, στην άνω δεξιά γωνία των εγγράφων. Σελ. 24,9804 Τεύχος 1337 Σελ. 64 Επίσης όλες οι σελίδες των εγγράφων, ακόμη και αυτών που επισυνάπτονται στη διαταγή διενέργειας της εξέτασης, αριθμούνται σε συνεχή αρίθμηση, με γραφίδα χρώματος μπλε ή μαύρου, που τίθεται στο μέσον του επάνω μέρους της σελίδας. Οι λευκές σελίδες δεν αριθμούνται. 3.Όλα τα έγγραφα της Ε.Δ.Ε. καταχωρούνται στον πίνακα περιεχομένων εγγράφων, με τη σειρά που αριθμήθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. 4.Σε περίπτωση συμπλήρωσης της Ε.Δ.Ε. και σύνταξης νέου πορίσματος, η ταξινόμηση και αρίθμηση των εγγράφων γίνεται ως ακολούθως: Η διαταγή επιστροφής της Ε.Δ.Ε. για συμπλήρωση με όλο το συνημμένο σ’ αυτή φάκελο της Ε.Δ.Ε. αριθμείται με τον αριθμό 1, χωρίς όμως να σελιδομετρείται. Το νέο πόρισμα αριθμείται με τον αριθμό 2 και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που προστίθενται στη δικογραφία κατά τη συμπλήρωσή της αριθμούνται με τους αριθμούς 3 και επομένους μέχρι την εξάντλησή τους. Η σελιδομέτρηση των νέων εγγράφων στην προκειμένη περίπτωση συνεχίζεται από τον αριθμό που είχε καταλήξει η αρχική αρίθμηση. Μετά τη συμπλήρωση της Ε.Δ.Ε. συντάσσεται συμπληρωματικός πίνακας περιεχομένων εγγράφων, στον οποίο με αύξοντα αριθμό 1 καταχωρείται η διαταγή συμπλήρωσης της Ε.Δ.Ε. με όλο το συνημμένο σ’ αυτή φάκελο της επιστραφείσης δικογραφίας και στη συνέχεια με αύξοντα αριθμό 2 και επομένους όλα τα νεώτερα έγγραφα με τη σειρά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσης παραγράφου. 4.ΑΑ.δ.3 Πειθαρχικό Δίκαιο Ελληνικής Αστυνομίας 1095 Αρμόδιοι να αποφασίσουν επί των διοικητικών εξετάσεων. Άρθρ.31.-1.Αρμόδιοι να αποφασίσουν επί των διοικητικών εξετάσεων που ενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος είναι: α.Προκειμένου περί Π.Δ.Ε., αυτοί που διέταξαν την διενέργειά τους. β.Προκειμένου περί Ε.Δ.Ε. που ενεργούνται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 27 παρ. 1 εδάφ. α΄ του παρόντος, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης, αν αφορούν ανώτατους αξιωματικούς και ο Αρχηγός του Σώματος, αν αφορούν λοιπούς αστυνομικούς. γ.Προκειμένου περί Ε.Δ.Ε. που διενεργούνται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 εδάφ. β΄ και γ΄ και 13 του άρθρ. 27 του παρόντος τα ακόλουθα κατά περίπτωση όργανα: (1)Ο Διευθυντής Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης αν η Ε.Δ.Ε. διατάχθηκε από τον ίδιο ή από τους αρμοδίους διευθυντές Υπηρεσιών της δικαιοδοσίας του. (2)Ο οικείος Επιθεωρητής Αστυνομίας, αν η Ε.Δ.Ε. διατάχτηκε από τον ίδιο ή τον διευθυντή Αστυνομικής Διεύθυνσης νομού. (3)Ο Γενικός Επιθεωρητής Αστυνομίας, αν η Ε.Δ.Ε. διατάχθηκε από τον ίδιο. (4)Οι διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων του Υπουργείου και οι προϊστάμενοι των απ’ ευθείας από τον Αρχηγό εξαρτωμένων Υπηρεσιών για τις Ε.Δ.Ε. που διέταξαν οι ίδιοι ή υφιστάμενοί τους Αξιωματικοί. (5)Ο Υπουργός και ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης, καθώς και ο Αρχηγός και οι Υπαρχηγοί της Ελληνικής Αστυνομίας, για τις Ε.Δ.Ε που διέταξαν οι ίδιοι. 2.Οι κατά την προηγουμένη παράγραφο εδάφ. γ΄ περ. (5) αρμόδιοι ν’ αποφασίσουν επί των Ε.Δ.Ε ή των Π.Δ.Ε. που διατάσσουν οι ίδιοι δύνανται με τη διαταγή για τη διενέργειά τους να μεταβιβάζουν κάθε φορά την αρμοδιότητά τους αυτή στους υφισταμένους τους. 3.Σε περίπτωση εμπλοκής αξιωματικού και λοιπών αστυνομικών στην ίδια υπόθεση που έχει διερευνηθεί με Ε.Δ.Ε., η αποφασιστική αρμοδιότητα επί της Ε.Δ.Ε. ασκείται από το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τον αξιωματικό και αν εμπλέκονται περισσότεροι αξιωματικοί, εκείνο που είναι αρμόδιο για τον ανώτερο απ’ αυτούς. 4.Ο Υπουργός και ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και οι Υπαρχηγοί της Ελληνικής Αστυνομίας δύνανται σε κάθε περίπτωση που έχει διαταχθεί Ε.Δ.Ε. ή Π.Δ.Ε. από υφισταμένους τους να διατάσσουν την υποβολή της δικογραφίας της Ε.Δ.Ε. ή του πορίσματος της Π.Δ.Ε. στους ίδιους για την άσκηση αποφασιστικής αρμοδιότητας, εφόσον δεν έχει παρέλθει τρίμηνο από την τελική κρίση της υπόθεσης από τα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδάφ. γ΄ περ. (1) έως και (4). 5.Οι κατά τα ανωτέρω αρμόδιοι ν’ αποφασίσουν επί των Ε.Δ.Ε., καθώς και οι ενδιάμεσα γνωματεύοντες επί των πορισμάτων αυτών, δύνανται να επιστρέφουν τη σχετική δικογραφία για συμπλήρωση, αν από τη μελέτη αυτής κρίνουν ότι υπάρχουν τυπικές ή ουσιαστικές ελλείψεις που έχουν ανάγκη συμπλήρωσης. Γνωματεύσεις επί των Πορισμάτων των διοικητικών εξετάσεων Άρθρ.32.-1.Τα πορίσματα των διοικητικών εξετάσεων υπόκεινται σε γνωμάτευση από προϊστάμενα ιεραρχικά όργανα του ενεργήσαντος την εξέταση, μέχρι το αρμόδιο να αποφασίσει επ’ αυτών. 2.Κατ’ εξαίρεση, δεν υπόκεινται σε γνωμάτευση τα πορίσματα των διοικητικών εξετάσεων που ενεργούνται από Γενικούς Επιθεωρητές Αστυνομίας, Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους διευθυντές των αυτοτελών Υπηρεσιών που υπάγονται απ’ ευθείας στον Αρχηγό. 3.Αν την εξέταση ενεργεί αξιωματικός που υπηρετεί σε μια από τις αυτοτελείς Διευθ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.