📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 703 της 19/26 Σεπτ. 1977 (ΦΕΚ Α΄ 278) Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ Απαγορευόμεναι συμπράξεις Άρθρ.1.-1.Απαγορεύονται πάσαι αι συμφωνείαι μεταξύ επιχειρήσεων, πάσαι αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής ενηρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, αι οποίαι έχουν ως αντικείμενον ή αποτέλεσμα την παρακώλυσιν, τον περιορισμόν ή την νόθευσιν του ανταγωνισμού, ιδία δε αι συνιστάμεναι εις: α)τον άμεσον ή έμμεσον καθορισμόν των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β)τον περιορισμόν ή τον έλεγχον της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ)την κατανομήν των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ)την, κατά τρόπον δυσχεραίνοντα την λειτουργίαν του ανταγωνισμού, εφαρμογήν εν τω εμπορίω ανίσων όρων δι’ ισοδυνάμους παροχάς, ιδία δε την αδικαιολόγητον άρνησιν πωλήσεως, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, ε)την εξάρτησιν συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, αι οποίαι, κατά την φύσιν των ή συμφώνως προς τας εμπορικάς συνηθείας, δεν συνδέονται μετά του αντικειμένου των συμβάσεων τούτων. στ-ι.(Καταργήθηκαν από την περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ.1 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995, ΦΕΚ Α΄ 43, κατωτ. αριθ. 18). «2.Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. (Οι απαγορεύσεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν και για τις, με τρίτους, συμφωνίες, τις αποφάσεις και την εναρμονισμένη πρακτική των ενώσεων προσώπων, που έχουν νομική προσωπικότητα»). Το μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο καταργήθηκε από την περίπτ. β΄ της παρ. 1 του Νόμ. 2296/2124 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Η μέσα σε « » παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 15 του Νόμ. 2000/24-24 Δεκ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 206) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 6/30-1-1992), Τόμ. 13Β, σελ. 778,6104. 3.Εμπίπτουσαι εις την παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμφωνίαι, αποφάσεις και περιπτώσεις ενηρμονισμένης πρακτικής ή κατηγορίαι τούτων δύναται να κριθούν, δι’ αποφάσεως της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ως εν όλω ή εν μέρει ισχυραί, εφ’ όσον πληρούν αθροιστικώς τας κάτωθι προϋποθέσεις: α)συμβάλλουν, επί ευλόγω συμμετοχή των καταναλωτών εις την προκύπτουσαν ωφέλειαν, εις βελτίωσιν της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή εις προώθησιν της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, β)δεν επιβάλλουν εις τας οικείας επιχειρήσεις περιορισμούς πέρα των απολύτως αναγκαίων δια την πραγματοποίησιν των ανωτέρω σκοπών, και γ)δεν παρέχουν εις τας επιχειρήσεις ταύτας την δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού εις σημαντικόν τμήμα της οικείας αγοράς. Καταχρηστική εκμετάλλευσις δεσποζούσης θέσεως άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. Το άρθρο 4β αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 2 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Έλεγχος των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων «Άρθρ.4γ.-1.Με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού απαγορεύεται κάθε συγκέντρωση επιχειρήσεων, που υπόκειται σε προηγούμενη γνωστοποίηση και η οποία μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον ανταγωνισμό στην εθνική αγορά ή σε ένα σημαντικό σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών τμήμα της και ιδίως με τη δημιουργία ή ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης. 2.Για την εκτίμηση της δυνατότητας μιας συγκέντρωσης να περιορίσει σημαντικά τον ανταγωνισμό υπό την έννοια της παρ. 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα η διάρθρωση όλων των σχετικών αγορών, ο πραγματικός ή δυνητικός ανταγωνισμός εκ μέρους επιχειρήσεων εγκατεστημένων εντός ή εκτός Ελλάδας, η ύπαρξη νομικών ή πραγματικών εμποδίων εισόδου στην αγορά, η θέση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στην αγορά και η χρηματοδοτική και οικονομική δύναμή τους, οι δυνατότητες επιλογής των προμηθευτών και των χρηστών από τις επιχειρήσεις και από άλλες ανταγωνιστικές ή δυνητικά ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, η πρόσβασή τους στις πηγές εφοδιασμού ή στις αγορές διάθεσης των προϊόντων, η εξέλιξη της προσφοράς και της ζήτησης των οικείων αγαθών και υπηρεσιών, τα συμφέροντα των ενδιάμεσων και τελικών καταναλωτών και η συμβολή στην εξέλιξη της τεχνικής και οικονομικής προόδου, υπό τον όρο ότι η εξέλιξη αυτή είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών και δεν αποτελεί εμπόδιο για τον ανταγωνισμό. 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 3.Συγκέντρωση που απαγορεύθηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού με βάση την παρ. 1 μπορεί να εγκριθεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 4δ παρ. 7, όταν η συγκέντρωση παρουσιάζει γενικότερα οικονομικά πλεονεκτήματα, τα οποία αντισταθμίζουν τον περιορισμό του ανταγωνισμού που θα προκύψει από αυτή τη συγκέντρωση, ή κρίνεται απαραίτητη για την εξυπηρέτηση υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, ιδιαίτερα όταν συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό και την εκλογίκευση της παραγωγής και της οικονομίας, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης». Το άρθρο 4γ προστέθηκε από την παρ. 4 του άρθρ. 2 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Διαδικασία προληπτικού ελέγχου συγκεντρώσεων «Άρθρ.4δ(4γ).-1.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξετάζει τη συγκέντρωση μόλις υποβληθεί η σχετική προηγούμενη γνωστοποίηση. 2.Αν διαπιστωθεί ότι η γνωστοποιηθείσα συγκέντρωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρ. 4β παρ. 1, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού εκδίδει, μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση, σχετική πράξη, η οποία κοινοποιείται στα πρόσωπα ή τις επιχειρήσεις που προέβησαν στη γνωστοποίηση. 3.Αν διαπιστωθεί ότι η γνωστοποιηθείσα συγκέντρωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρ. 4β παρ. 1, μέσα σε ένα (1) μήνα από την ημερομηνία γνωστοποίησης, η υπόθεση εισάγεται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και ειδοποιούνται παράλληλα τα πρόσωπα ή οι επιχειρήσεις που προέβησαν στη γνωστοποίηση για την εισαγωγή της υπόθεσης στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. 4.Αν η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπιστώσει ότι η γνωστοποιηθείσα συγκέντρωση, μετά τυχόν τροποποιήσεις που επέφεραν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον ανταγωνισμό, εκδίδει σχετική απόφαση, μέσα σε προθεσμία 2 μηνών από την εισαγωγή της υπόθεσης σε αυτή. 5.Η απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού κατά την παρ. 4 μπορεί να θέτει όρους και να επιβάλλει υποχρεώσεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει έναντι της Επιτροπής Ανταγωνισμού όσον αφορά την τροποποίηση του αρχικού σχεδίου συγκέντρωσης. Η απόφαση αυτή καλύπτει επίσης τους περιορισμούς που συνδέονται άμεσα με την πραγματοποίηση της συγκέντρωσης και είναι απαραίτητοι για αυτή. 6.Αν η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπιστώσει ότι η συγκέντρωση μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον ανταγωνισμό, εκδίδει, μέσα σε προθεσμία 2 μηνών από την εισαγωγή της υπόθεσης σε αυτή, απόφαση με την οποία απαγορεύει την πραγματοποίηση της συγκέντρωσης. Η απόφαση κοινοποιείται στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις μέσα σε 10 ημέρες από την έκδοσή της. 7.Μετά από αίτηση των ενδιαφερόμενων προσώπων ή των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, που υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία απαγορεύεται η συγκέντρωση, οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου μπορούν να εγκρίνουν τη συγκέντρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 4γ παρ. 3. Η απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου εκδίδεται μέσα σε προθεσμία 2 μηνών από την υποβολή της αίτησης και μπορεί να θέτει όρους και να επιβάλλει υποχρεώσεις που θα αποσκοπούν στην εξασφάλιση συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού ή στη διασφάλιση της επίτευξης των οικονομικών ή άλλων πλεονεκτημάτων που θα αντισταθμίζουν τις δυσμενείς συνέπειες για τον ανταγωνισμό. Η παρέλευση άπρακτης της δίμηνης προθεσμίας ισοδυναμεί με απόρριψη της αίτησης. 8.Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παρ. 2, 3, 4, 6 και 7 του παρόντος άρθρου μπορούν να παραταθούν στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)αν συμφωνήσουν οι συμμετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις, β)αν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη γνωστοποίηση δεν είναι πλήρη, γ)αν η γνωστοποίηση είναι λανθασμένη ή παραπλανητική. Στις περιπτ. (β) και (γ) ως χρονικό σημείο έναρξης των προθεσμιών θεωρείται η ημερομηνία της προσήκουσας γνωστοποίησης ή της συγκέντρωσης των πλήρων και ακριβών στοιχείων από την αρμόδια για τον ανταγωνισμό υπηρεσία. "9. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού μπορεί με απόφαση του να συντέμνει μέχρι και το ήμισυ (15 ημέρες) τις προθεσμίες του άρθρου 4δ παρ,3 και του άρθρου 8 παρ.14 εδάφιο πρώτο του ν, 703/1977. όπως ισχύει, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 2 της ΥΠ2914/4.9.1995 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "Κανονισμός της λειτουργίας Επιτροπής Ανταγωνισμού." Η παρ.9 προστέθηκε με την παρ.6 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. (Μετά τη σελ. 210,20202(β) Σελ. 210,20203 Τεύχος 1408 Σελ. 5 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 10(9).Σε περίπτωση που με δικαστική απόφαση ακυρώνεται εν όλω ή εν μέρει απόφαση που εκδίδεται βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι προθεσμίες, που προβλέπονται στις παρ. 2, 3, 4, 6 και 7 εδάφ. 2 του παρόντος άρθρου, αρχίζουν εκ νέου από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στην αρμόδια υπηρεσία. Η μέσα σε () παρ.9 αναριθμήθηκε ως παρ.10 από την παρ.6 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. 10.Οι αποφάσεις που εκδίδονται βάσει των παρ. 2, 4, και 7 του παρόντος άρθρου μπορούν να ανακληθούν από το όργανο που τις εξέδωσε στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)αν η έκδοσή τους στηρίχθηκε σε ανακριβή και παραπλανητικά στοιχεία, β)αν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις παραβούν κάποιον από τους όρους και υποχρεώσεις που συνοδεύουν την απόφαση. Στις περιπτώσεις που ανακαλείται απόφαση βάσει του προηγούμενου εδαφίου, η έκδοση νέας απόφασης δεν υπόκειται στις προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο προθεσμίες». Το άρθρ. (4γ) έγινε 4δ και αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 2 Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Αναστολή πραγματοποίησης της συγκέντρωσης «Άρθρ.4ε (άρθρ.4δ).-1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου απαγορεύεται η πραγματοποίηση της συγκέντρωσης μέχρι την έκδοση μιας από τις αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρ. 4δ παρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7. Η παραπάνω απαγόρευση ισχύει και για τις συγκεντρώσεις που, ενώ έπρεπε, δεν γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρ. 4β παρ. 1. "Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης αυτής η Επιτροπή επιβάλλει στους κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 4β υπόχρεους προς γνωστοποίηση πρόστιμο ύψους τουλάχιστον δέκα εκατομμυρίων {10 000.000) δρχ., το οποίο δεν υπερβαίνει το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού κύκλου εργασιών, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 4στ». Το μέσα σε «» τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.7 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. Σελ. 210,20204 Τεύχος 1408 Σελ. 6 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν παρακωλύουν την πραγματοποίηση δημόσιας προσφοράς αγοράς ή ανταλλαγής ή την απόκτηση, στα πλαίσια χρηματιστηριακών συναλλαγών, συμμετοχής που εξασφαλίζει τον έλεγχο μιας επιχείρησης, εφόσον οι πράξεις αυτές έχουν γνωστοποιηθεί στην αρμόδια για τον ανταγωνισμό υπηρεσία μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρ. 4β παρ. 1 και υπό τον όρο ότι ο αποκτών δεν ασκεί τα δικαιώματα ψήφου που συνδέονται με τους συγκεκριμένους τίτλους ή τα ασκεί μόνο για να διατηρήσει την πλήρη αξία της επένδυσής του και βάσει ειδικής άδειας, η οποία παρέχεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού βάσει της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 3.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί, ύστερα από αίτηση, να επιτρέψει παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις, που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, προκειμένου να αποφευχθούν σοβαρές ζημιές σε βάρος μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η πράξη συγκέντρωσης, ή σε βάρος τρίτου. Η απόφαση που επιτρέπει την παρέκκλιση μπορεί να συνοδεύεται από όρους και υποχρεώσεις που σκοπό έχουν να εξασφαλίζουν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού και να αποτρέψουν καταστάσεις που θα μπορούσαν να δυσχεράνουν την εκτέλεση τυχόν απαγορευτικής οριστικής απόφασης. Η άδεια παρέκκλισης μπορεί να ζητείται και να παρέχεται οποτεδήποτε είτε πριν από τη γνωστοποίηση είτε μετά τη συναλλαγή. Η απόφαση, που επιτρέπει την παρέκκλιση μπορεί να ανακληθεί από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρ. 4δ παρ. 10. 4.Σε περίπτωση που έχει ήδη πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση κατά παράβαση των διατάξεων ή αποφάσεων που απαγορεύουν την πραγματοποίησή της, η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να διατάξει με απόφαση βάσει του άρθρ. 4δ παρ. 6 ή με χωριστή απόφαση, χωρίς τήρηση προθεσμίας, το διαχωρισμό των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στη συγκέντρωση ή των περιουσιακών στοιχείων ή τον τερματισμό του κοινού ελέγχου ή όποια άλλα μέτρα κρίνει πρόσφορα για την άρση του περιορισμού του ανταγωνισμού που απορρέει από την πραγματοποίηση της συγκέντρωσης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απόφαση αυτή η Επιτροπή Ανταγωνισμού επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι 15% του συνολικού κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στη συγκέντρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 4στ και χρηματική ποινή ύψους μέχρι 3.000.000 δραχμ. για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την απόφαση. 5.Η έκδοση απόφασης βάσει της προηγούμενης παραγράφου δεν αποκλείει τη δυνατότητα έγκρισης της συγκέντρωσης από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 4γ παρ. 3 και με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρ. 4δ παρ. 7. 6.Το κύρος των δικαιοπραξιών, που διενεργούνται κατά παράβαση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εξαρτάται από την απόφαση που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή του άρθρ. 4δ παρ. 2 ή κατ’ εφαρμογή των παρ. 4 ή 5 του παρόντος άρθρου. Σε κάθε περίπτωση υπερισχύει η απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, με την οποία εγκρίνεται η συγκέντρωση. 7.Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει το κύρος των χρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων, περιλαμβανομένων και των τίτλων που είναι μετατρέψιμοι σε άλλους τίτλους, εκτός αν οι αγοραστές και οι πωλητές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η σχετική συναλλαγή πραγματοποιείται κατά παράβαση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Το άρθρ. (4δ) έγινε 4ε και αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 2 Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Υπολογισμός των μεριδίων αγοράς και του κύκλου εργασιών «Άρθρ.4στ (άρθρ.4ε).-1.Το μερίδιο αγοράς, που αναφέρεται στα άρθρ. 4α παρ. 1 στοιχ. α΄ και 4β παρ. 1 στοιχ. α΄, αντιστοιχεί στο άθροισμα όλων των μεριδίων αγοράς που κατέχουν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις στην εθνική αγορά ή στο τμήμα της εθνικής αγοράς που αφορά η συγκέντρωση. «2.Ό συνολικός κύκλος εργασιών, που αναφέρεται στα άρθρα 4α (παράγραφος 1 περίπτωση β και παράγραφος 4), 4β (πορ.1 περίπτωση β και παρ. 4), 4ε (παρ.1 εδάφιο 3 και παρ. 4 εδάφιο 2). περιλαμβάνει τα ποσά που απορρέουν από την πώληση προϊόντων και την παροχή υπηρεσιών από τις εν λόγω επιχειρήσεις, στην εθνική αγορά. κατά τη διάρκεια της τελευταίας οικονομικής χρήσης και αντιστοιχούν στις συνήθεις δραστηριότητες τους, αφού αφαιρεθούν οι εκπτώσεις επί των πωλήσεων, καθώς και ο φόρος προστιθέμενης αξίας; και άλλοι φάροι που συνδέονται άμεσα με τον κύκλο εργασιών. Στο συνολικό κύκλο εργασιών μίας συμμετέχουσας επιχείρησης δεν περιλαμβάνονται οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ των επιχειρήσεων, οποίες αναφέρονται στην παρ. 5 του παρόντος άρθρου.» Η μέσα σε «» παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.8 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. 3.Κατά παρέκκλιση από την παρ. 2, όταν η συγκέντρωση πραγματοποιείται με την απόκτηση τμημάτων μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, ασχέτως αν τα τμήματα αυτά έχουν ή όχι νομική προσωπικότητα, λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τον μεταβιβάζοντα, μόνο ο κύκλος εργασιών και το μερίδιο αγοράς, που αντιστοιχούν στο μεταβιβαζόμενο μέρος. (Αντί για τη σελ.210,2021(β) Σελ. 210,2021(γ) Τεύχος 1408 Σελ. 7 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 Δύο ή περισσότερες πράξεις κατά το προηγούμενο εδάφιο, οι οποίες πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια διετούς περιόδου μεταξύ των ιδίων προσώπων ή επιχειρήσεων θεωρούνται ως μία μόνο συγκέντρωση που πραγματοποιείται την ημερομηνία της τελευταίας πράξης. 4.Αντί του κύκλου εργασιών λαμβάνεται υπόψη: α)Για πιστωτικά ιδρύματα και άλλους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου το ένα δέκατο των στοιχείων του ενεργητικού τους, όπως αυτό προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας κλεισμένης χρήσης. «Στην περίπτωση του άρθρου 4β παρ. 1 στοιχείο β' ο συνολικός κύκλος εργασιών, που έχει πραγματοποιηθεί στην εθνική αγορά, αντικαθίσταται από το ένα δέκατο (1/10) των στοιχείων του ενεργητικού, πολλαπλασιαζόμενο επί το λόγο των απαιτήσεων, που προκύπτουν από τις συναλλαγές με τράπεζες, άλλα πιστωτικά ιδρύματα και πελάτες που έχουν την εγκατάσταση τους ή την κατοικία τους στην Ελλάδα, προς το συνολικό ποσό των απαιτήσεων αυτών.» Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.6 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. «β) Για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις το σύνολο των ακαθαρίστων ασφαλίστρων, στην εθνική αγορά, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα εισπραχθέντα και προς είσπραξη ποσά βάσει των ασφαλιστικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί από αυτές ή για λογαριασμό τους, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλίστρων που έχουν εκχωρηθεί σε αντασφαλιστές και μετά την έκπτωση των φόρων και λοιπών τελών που εισπράττονται βάσει του ποσού των ασφαλίστρων ή του συνολικού μεγέθους του ποσού αυτού." Η μέσα σε «» περίπτ.β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. Στην περίπτωση του άρθρ. 4β παρ.1 στοιχ. β΄ λαμβάνονται υπόψη αντίστοιχα τα ακαθάριστα ασφάλιστρα που καταβάλλουν αυτοί, οι οποίοι έχουν την εγκατάσταση ή την κατοικία τους στην Ελλάδα. Σελ. 210,2022(γ) Τεύχος 1408 Σελ. 8 5.Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3, ο κύκλος εργασιών και το μερίδιο αγοράς μιας συμμετέχουσας επιχείρησης σύμφωνα με τα άρθρ. 4α παρ. 1 στοιχ. β΄ και παρ. 4, 4β παρ. 1 στοιχ. β΄ και παρ. 4, 4ε παρ. 1 εδάφ. 3 και παρ. 4 εδάφ. 2 προκύπτει από το άθροισμα των κύκλων εργασιών και των μεριδίων αγοράς των ακόλουθων επιχειρήσεων: α)της συμμετέχουσας επιχείρησης, β)των επιχειρήσεων, στις οποίες οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις διαθέτουν άμεσα ή έμμεσα: αα)είτε περισσότερο από το ήμισυ του κεφαλαίου ή της περιουσίας, ββ)είτε την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου, γγ)είτε την εξουσία να διορίζουν ή να παύουν την πλειοψηφία των μελών των οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων αυτών, δδ)είτε το δικαίωμα να διαχειρίζονται τις υποθέσεις των επιχειρήσεων αυτών, γ)των επιχειρήσεων που διαθέτουν σε μια συμμετέχουσα επιχείρηση τα δικαιώματα ή τις δυνατότητες επιρροής που αναφέρονται στο στοιχ. β΄, 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού δ)των επιχειρήσεων, στις οποίες μια επιχείρηση αναφερόμενη στο στοιχ. γ, διαθέτει τα δικαιώματα επιρροής που αναφέρονται στο στοιχ.β΄, ε)των επιχειρήσεων, στις οποίες περισσότερες της μιας επιχειρήσεις από αυτές που αναφέρονται στα στοιχ. α΄ έως δ διαθέτουν, από κοινού, τα δικαιώματα ή τις δυνατότητες επιρροής που αναφέρονται στο στοιχ. β΄. 6.Όταν επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη συγκέντρωση διαθέτουν, από κοινού, τα δικαιώματα ή τις δυνατότητες επιρροής που αναφέρονται στην παρ. 5 στοιχ. β΄, κατά τον υπολογισμό του κύκλου εργασιών των συμμετεχουσών επιχειρήσεων κατά την έννοια των άρθρ. 4α παρ. 1 στοιχ. β΄ και παρ. 4, 4β παρ. 1 στοιχ. β΄ και παρ. 4, 4ε παρ. 1 εδάφ. 3 και παρ. 4 εδάφ. 2, πρέπει: α)να μη λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος εργασιών που προκύπτει από την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών μεταξύ της κοινής επιχείρησης και καθεμιάς από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ή κάθε άλλης επιχείρησης συνδεδεμένης με μία από αυτές κατά την έννοια της παρ. 5 στοιχ. β΄ έως ε΄, β)να λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος εργασιών που προκύπτει από την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών ή την παροχή υπηρεσιών μεταξύ της κοινής επιχείρησης και κάθε τρίτης επιχείρησης. Ο εν λόγω κύκλος εργασιών καταλογίζεται εξίσου στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις». Το άρθρ. (4ε) έγινε 4στ και αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 2 Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Εξαιρέσεις και ειδικαί ρυθμίσεις Άρθρ.5.-1.Αι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί δημοσίων ή κοινής ωφελείας επιχειρήσεων, των Υπουργών Συντονισμού και Εμπορίου δυναμένων, δια κοινών αποφάσεών των, εκδιδομένων μετά γνώμην της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, να εξαιρούν της εφαρμογής του παρόντος νόμου τινάς των επιχειρήσεων τούτων ή κατηγορίας αυτών, εφ’ όσον αύται είναι γενικωτέρας σημασίας δια την εθνικήν οικονομίαν. 2.Αι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, των οποίων το αντικείμενον συνίσταται εις παραγωγήν, επεξεργασίαν, μεταποίησιν ή εμπορίαν αγροτικών, κτηνοτροφικών, δασικών ή αλιευτικών προϊόντων, εκτός αν κατηγορίαι τοιούτων επιχειρήσεων ή τομείς της δραστηριότητός των ήθελον εξαιρεθή της εφαρμογής τούτου δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού, Εμπορίου και Γεωργίας, εκδιδομένων μετά γνώμην της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού. 3.Αι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων μεταφορών, εκτός εάν, δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού, Εμπορίου και Συγκοινωνιών, δια τας χερσαίας και αεροπορικάς μεταφοράς, ή των Υπουργών Συντονισμού, Εμπορίου και Εμπορικής Ναυτιλίας δια τας θαλασσίας μεταφοράς, εκδιδομένων κατόπιν γνώμης της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ήθελον εισαχθή ειδικαί ρυθμίσεις ή εξαιρέσεις από των διατάξεων του παρόντος, επιβαλλόμεναι εκ της πολιτικής επί των μεταφορών. «4.Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στο μέτρο που η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 3 Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Εξαγωγικαί συμπράξεις Άρθρ.6.-Επιφυλασσομένων των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, αι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται επί συμφωνιών, αποφάσεων και περιπτώσεων ενηρμονισμένης πρακτικής, αποβλεπουσών αποκλειστικώς εις την εξασφάλισιν, προώθησιν ή ενίσχυσιν εξαγωγών, εκτός εάν δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού και Εμπορίου, λαμβανομένων κατόπιν γνώμης της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ήθελεν ορισθή άλλως δια κατηγορίας επιχειρήσεων ή προϊόντων. (Αντί για τη σελ. 210,2023) Σελ. 210,2023(α) Τεύχος 1408 Σελ. 9 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΟΡΓΑΝΑ Η Διεύθυνση Έρευνας Αγοράς–Ανταγωνισμού Άρθρ.7.-(Καταργήθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 3 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995, ΦΕΚ Α΄ 43, κατωτ. αριθ. 18). Επιτροπή Ανταγωνισμού «Άρθρ.8.-1.Συνιστάται Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή. Τα μέλη της απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους. «Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.». Εποπτεύεται από τον Υπουργό Εμπορίου. Η μέσα σε «» τρίτη περίοδος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.7 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. «2. Στις ανώνυμες εταιρίες που ιδρύονται ή αυξάνουν το κεφάλαιο τους επιβάλλεται ανταποδοτικό τέλος ύψους ένα τοις χιλίοις (0,001) υπολογιζόμενο επί του ιδρυτικού κεφαλαίου ή επί του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου αντιστοίχως υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Τα έσοδα αυτά εισπράττονται στο όνομα και για λογαριασμό της Επιτροπής Ανταγωνισμού και κατατίθενται σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό, τη διαχείριση του οποίου έχει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθορίζονται τα όργανα, ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης των πιο πάνω χρηματικών ποσών. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει υποχρέωση να τηρεί λογαριασμούς και αρχεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα αποτελέσματα χρήσης και ο ισολογισμός, όπως ειδικότερα ορίζεται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης, Ο έλεγχος των οικονομικών στοιχείων και των ετήσιων λογαριασμών και οικονομικών καταστάσεων γίνεται από δύο (2) ορκωτούς λογιστές. Τα στοιχεία αυτά και οι οικονομικές καταστάσεις δημοσιεύονται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας και στην Εφη-μερίδα της Κυβερνήσεως και υποβάλλονται στον Πρόεδρο της Βουλής μαζί με την ετήσια έκθεση του άρθρου 13γ και τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Σελ. 210,2024(α) Τεύχος 1408 Σελ. 10 Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπόκειται στον κατασταλτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αν από την οικονομική διαχείριση της Επιτροπής Ανταγωνισμού στο τέλος κάθε διετίας προκύπτει οικονομικό αποτέλεσμα (έσοδα-έξοδα) που υπερβαίνει τις δαπάνες της προηγούμενης χρήσης, έως το 80% του οικονομικού αποτελέσματος αυτού διατίθεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης ως έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί από μόνη της να προβαίνει στην ανάθεση έργων και προμηθειών σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της. Ο προϋπολογισμός της Επιτροπής Ανταγωνισμού προσαρτάται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης.» Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.8 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού «3. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι εννεαμελής και απαρτίζεται από: α. έναν σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία ή μη, ή έναν πρώην ανώτατο δικαστή της πολιτικής ή διοικητικής δικαιοσύνης, β. από έναν εκπρόσωπο της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Ο.Κ.Ε.), του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΕ.Σ.Ε.Β.Ε.) με τους αναπληρωτές τους. Οι εκπρόσωποι είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους και εμπειρίας σε θέματα δικαίου του ανταγωνισμού και επιλέγονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης από κατάλογο τριών προσώπων που υποβάλλεται από κάθε φορέα για κάθε τακτικό μέλος και τον αναπληρωτή του αντιστοίχως, γ. ένα μέλος Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι., με ειδίκευση στο δίκαιο του ανταγωνισμού, δ. ένα μέλος Δ.Ε.Π. A.E.i., με ειδίκευση και εμπειρία στα οικονομικά θέματα της πολιτικής ανταγωνισμού, ε. δύο πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους με εμπειρία σε θέματα δημοσίου και κοινοτικού οικονομικού δίκαιου, καθώς και σε θέματα πολιτικής ανταγωνισμό. Τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον Υπουργό Ανάπτυξης». Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. «4. Χρέη εισηγητή ασκεί ο αρμόδιος κατά περίπτωση Διευθυντής ή ο Τμηματάρχης, που τον αναπληρώνει, επικουρούμενος από τον εισηγητή ή τους εισηγητές της υπόθεσης, που συζητείται κάθε φορά. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της Γραμματείας της.» Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. 5.Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος νόμου ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου για τριετή θητεία. Η θητεία μπορεί να ανανεωθεί. Σε περίπτωση πρόωρης λήξης της θητείας οποιουδήποτε μέλους, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, για οποιονδήποτε λόγο, στην κενή θέση διορίζεται νέο μέλος για το υπόλοιπο της θητείας του αποχωρήσαντα. Δεν μπορούν να διοριστούν μέλη ή αναπληρωματικά μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού εκείνοι, οι οποίοι έχουν εκπέσει από την Επιτροπή για τους λόγους που ορίζονται στον παρόντα νόμο. «6. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής και ο αναπληρωτής. του ορίζονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης μεταξύ των μελών της Επιτροπής. Πριν από το διορισμό διατυπώνεται η γνώμη της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, ως προς το προτεινόμενο για τη θέση του Προέδρου. 0 Πρόεδρος, είναι κρατικός λειτουργός αποκλειστικής απασχόλησης τελεί για το χρόνο που κατέχει τη θέση του σε αναστολή, της επαγγελματικής του δραστηριότητας και εφόσον είναι μέλος Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. σε άδεια που του χορηγείται κατά το Άρθρ.2.(1).Απαγορεύεται η υπό μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καταχρηστική εκμετάλλευσις της δεσποζούσης θέσεως αυτών επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας. Η καταχρηστική αύτη εκμετάλλευσις δύναται να συνίσταται ιδία: α)εις τον άμεσον ή έμμεσον εξαναγκασμόν προς καθορισμόν είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη ευλόγων όρων συναλλαγής, (Αντί για τη σελ. 210,201(γ) Σελ. 210,201(δ) Τεύχος 1408 Σελ. 1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 β)εις τον περιορισμόν της παραγωγής, της καταναλώσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, επί ζημία των καταναλωτών, γ)εις την εφαρμογήν ανίσων όρων δι’ ισοδυνάμους παροχάς, ιδία εις την αδικαιολόγητον άρνησιν πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπον ώστε επιχειρήσεις τινές να τίθενται εις μειονεκτικήν εν τω ανταγωνισμώ θέσιν, δ)εις την εξάρτησιν της συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, ή συνάψεως προσθέτων συμβάσεων αι οποίαι, κατά την φύσιν των ή συμφώνως προς τας εμπορικάς συνηθείας, δεν συνδέονται μετά του αντικειμένου των συμβάσεων τούτων. Ο μέσα σε ( ) αριθμ. 1 ως πρώτη παράγραφος απαλείφθηκε από την περίπτ. α΄ της παρ. 2 άρθρο 17 παρ.4 περίπ.σ του ν. 1266/1981». Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.10 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. «Οι αποδοχές του Προέδρου, ο αριθμός των συνεδριάσεων της Επιτροπής ανταγωνισμού και το ύψος της κατά συνεδρίαση αποζημίωσης που χορηγείται στα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και στους αναπληρωτές τους, στον εκτελούντα χρέη εισηγητή και στον επικουρούντα αυτόν εισηγητή ή εισηγητές της υπόθεσης, στο γραμματέα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και στους αναπληρωτές αυτών, καθορίζονται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης. Τα μέλη της Επιτροπής και οι αναπληρωτές τους που διαμένουν εκτός του Νομού Αττικής λαμβάνουν έξοδα κίνησης, που καθορίζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο». Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.10 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. 7.Κατά τη διάρκεια της θητείας τους ο Πρόεδρος και τα μέλη δεν ασκούν έμμισθα ή άμισθα οποιοδήποτε δημόσιο λειτούργημα ή κάθε άλλη ιδιωτική επαγγελματική δραστηριότητα, επιχειρηματική ή μη, τα οποία είναι ασυμβίβαστα με την ιδιότητα και τα καθήκοντα του μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Τα μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν τον Πρόεδρο σχετικά με την τυχόν ανάληψη των ως άνω αναφερόμενων δραστηριοτήτων. Για την ύπαρξη ή μη ασυμβίβαστου αποφασίζει η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνερχόμενη σε ολομέλεια. Το μέλος ή τα μέλη, τα οποία αφορά η εξέταση του ασυμβίβαστου απέχουν των συνεδριάσεων, κατά τις οποίες λαμβάνεται η σχετική απόφαση. Η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Κοινοποιείται στον Υπουργό Εμπορίου και δημοσιεύεται, όπως ορίζεται στον παρόντα νόμο. (Μετά τη σελ. 210,2024(α) Σελ. 210,2025 Τεύχος 1408 Σελ. 11 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 "Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού θεσπίζεται· Κώδικας Δεοντολογίας που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων των μελών της Επιτροπής και του προσωπικού της Γραμματείας της.». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ.11 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. 8.Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού και οι αναπληρωτές τους υποβάλλουν κατ’ έτος στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την προβλεπόμενη από το Νόμ. 1738/1987 δήλωση περιουσιακής κατάστασης. 9.Οι εν ενεργεία δικαστικοί λειτουργοί, εφόσον διορίζονται μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μπορούν με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να απαλλάσσονται από τα άλλα υπηρεσιακά τους καθήκοντα για το χρόνο που συμμετέχουν στην Επιτροπή. Οι λοιποί δημόσιοι λειτουργοί, δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον διορίζονται μέλη της ίδιας Επιτροπής, μπορούν να απαλλάσσονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και του προϊσταμένου τους Υπ/ργού από τα άλλα υπηρεσιακά τους καθήκοντα για το χρόνο που συμμετέχουν στην Επιτροπή. Ο χρόνος αυτός, για όλα τα παραπάνω μέλη, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια, σε καμία δε περίπτωση η συμμετοχή τους δεν μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την υπηρεσιακή τους κατάσταση ή θέση. «10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης- και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται μετά από εισήγηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θεσπίζεται Κανονισμός Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Με τον Κανονισμό ρυθμίζονται η εσωτερική λειτουργία. ο τρόπος διαχείρισης των πόρων της Επιτροπής, τα κωλύματα και η εξαίρεση του Προέδρου, των μελών και του Γραμματέα της, η προδικασία και διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, η κατάρτιση, δημοσίευση και κοινοποίηση των αποφάσεων της, η παροχή αντιγράφων ή αποσπασμάτων των αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων της και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.» Η παρ.10 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.12 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. Σελ. 210,2026 Τεύχος 1408 Σελ. 12 11.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί με απόφασή της να καθορίσει την κατά τετραμελή τμήματα λειτουργία της, ορίζοντας συγχρόνως τις αρμοδιότητες, την ακριβή σύνθεση και τον προεδρεύοντα των τμημάτων αυτών. 12.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνεδριάζει νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του, 4 τουλάχιστο μέλη και ο Γραμματέας, αποφασίζει δε κατά πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. "Τα τμήματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Προεδρεύων ή ο αναπληρωτής του. δύο τουλάχιστον μέλη και ο Γραμματέας, αποφασίζουν δε με την πλειοψηφία των παρόντων και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προεδρεύοντος.' Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ.11 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 13.Μετά από αδικαιολόγητη απουσία μέλους της Επιτροπής Ανταγωνισμού επί 5 συνεχείς τακτικές συνεδριάσεις, είναι δυνατόν να συγκληθεί η Επιτροπή σε συνεδρίαση κατόπιν αιτήσεως 3 από τα μέλη της ή κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου, και να αποφασίσει με πλειοψηφία 4 ψήφων την έκπτωση του μέλους που απουσιάζει αδικαιολόγητα. 14.Κατά την ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού συζήτηση επί των αιτήσεων και των καταγγελιών, που υποβάλλονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μπορούν να παρίστανται αυτοπροσώπως ή μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου αυτοί που υπέβαλαν αίτηση ή καταγγελία, οι οποίοι καλούνται προς τούτο 30 ημέρες πριν από τη συζήτηση, καθώς και οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων κατά των οποίων κινήθηκε η ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού διαδικασία, οι οποίες καλούνται προς τούτο 30 ημέρες πριν τη συζήτηση. Σε περίπτωση παράλειψης, μη προσήκουσας ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσης, αυτός που δεν παρέστη στη συζήτηση δικαιούται να υποβάλλει αίτηση επανασυζήτησης ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης. 15.Οι αποφάσεις και οι γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού κοινοποιούνται με επιμέλεια της Γραμματείας της Επιτροπής σε όσους δικαιούνται να ασκήσουν προσφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Το άρθρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. «Άρθρ.8α.-1.Οι αρμοδιότητες του Υπουργού Εμπορίου, που προβλέπονται από την περίπτ. β΄ παρ. 11 του άρθρ. 66 του π.δ. 397/1988 (ΦΕΚ 185/25-8-88, τεύχος Α΄), ασκούνται με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου, από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρ. 8 του παρόντος νόμου». 2.Ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού να εκδίδει αποφάσεις, που επιτρέπουν την εξαίρεση συμπράξεων κατά κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 3 του παρόντος νόμου. 3.Ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού να εκδίδει αποφάσεις που προσδιορίζουν κατηγορίες ή είδη συμπράξεων που δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος νόμου. Το άρθρ. 8α προστέθηκε από το άρθρ. 5 Νόμ. 1934/18 Απρ. 1990-8 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 31), (κατωτ. αριθ. 11). Αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού «Άρθρ.8β.-1.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι αρμόδια για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου. 2.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει ιδίως τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α)Αποφασίζει αν είναι ισχυρές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 1 παρ. 3, οι κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος νόμου απαγορευόμενες συμπράξεις. β)Πιστοποιεί ότι δεν υφίσταται παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 1 παρ. 1, του άρθρ. 2 και του άρθρ. 2α, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 11 του παρόντος νόμου. γ)Απαγορεύει, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρ. 4γ και 4δ του παρόντος νόμου, την πραγματοποίηση συγκέντρωσης επιχειρήσεων που γνωστοποιείται σε αυτή κατά το άρθρ. 4β του παρόντος νόμου, αν η συγκέντρωση μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον ανταγωνισμό, και σε περίπτωση που η συγκέντρωση έχει πραγματοποιηθεί κατά παράβαση των διατάξεων ή αποφάσεων μπορεί να λάβει μέτρα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 4δ παρ. 4 του παρόντος νόμου. δ)Μπορεί να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση αναστολής της πραγματοποίησης της συγκέντρωσης επιχειρήσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 4δ παρ. 1-3 του παρόντος νόμου. ε)Απειλεί και επιβάλλει τα πρόστιμα, τις χρηματικές ποινές και τις άλλες κυρώσεις, όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρ. 4α παρ. 4, 4β παρ. 4, 4ε παρ. 1 και παρ. 4, 9 παρ. 1 και 2, 21 παρ. 2, 25 παρ. 2, 26 παρ. 6 του παρόντος νόμου. στ)Λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα στις περιπτώσεις που προβλέπονται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 9 παρ. 4 του παρόντος νόμου. ζ)Τηρεί τα προσωρινά και οριστικά μητρώα συμπράξεων και συγκεντρώσεων και καταχωρεί τις γνωστοποιήσεις και αποφάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 19 του παρόντος νόμου. η)Διατυπώνει σύμφωνη γνώμη για την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που επιτρέπει την εξαίρεση συμπράξεων κατά κατηγορίες, σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 3 του παρόντος νόμου. θ)Διατυπώνει σύμφωνη γνώμη για την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που προσδιορίζει κατηγορίες ή είδη συμπράξεων που δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος νόμου. ι)Διατυπώνει σύμφωνη γνώμη για την έκδοση του κανονισμού λειτουργίας της. (Μετά τη σελ. 210,2026) Σελ. 210,2027 Τεύχος 1408 Σελ. 13 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 «ια) Διατυπώνει γνώμη για τον ορισμό του Γενικού Διευθυντή της Γραμματείας της.» Η περίπτ.ια΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. ιβ)Διατυπώνει γνώμη, προκειμένου να εκδοθούν οι υπουργικές αποφάσεις που προβλέπονται στα άρθρ. 5 και 6 του παρόντος νόμου. ιγ)Διατυπώνει γνώμη επί θεμάτων ανταγωνισμού και επί των προτάσεων τροποποίησης του παρόντος νόμου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρ. 8ε του παρόντος νόμου. ιδ)Συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί, τηρώντας το καθήκον της εχεμύθειας, τα αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της στοιχεία και πληροφορίες, όπως ειδικότερα ορίζεται στα άρθρ. 25 και 26 του παρόντος νόμου». «3. Οι υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου υποβοηθούν το έργο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατ' αίτηση του Προέδρου της, ιδίως με τη συνδρομή της Επιτροπής στο πλαίσιο της διεξαγωγής ερευνών του άρθρ. 26 και της συλλογής και παροχής πληροφοριών και στοιχείων σχετικά με: α) την εξέλιξη, διάρθρωση και τις τάσεις της εγχώριας κατανάλωσης, την οργάνωση και δομή κλάδων της αγοράς, καθώς και τις συνθήκες ανταγωνισμού κάθε κλάδου, β) την κατάρτιση πινάκων διακλαδικών κοστολογικών σχέσεων και δεικτών, γ) την παρακολούθηση του βαθμού συγκέντρωσης των επιχειρήσεων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας ή την ύπαρξη εναρμονισμένων πρακτικών και τη διερεύνηση καταχρηστικής συμπεριφοράς της δεσπόζουσας θέ-σης επιχειρήσεων, δ) την παρακολούθηση της εκτέλεσης των αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των υπουργικών και δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επ’ αυτών». Η παρ.3 προστέθηκε με την παρ.13 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. Σελ. 210,2028 Τεύχος 1408 Σελ. 14 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού Αρμοδιότητες του Προέδρου της Επιτροπής «Άρθρ.8γ.-«Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού εκπροσωπεί την Επιτροπή ενώπιον παντός τρίτου και έχει σύμφωνα με το νομό, τις κανονιστικές πράξεις και τις αποφάσεις της Ολομέλειας, την ευθύνη της λειτουργίας αυτής, ασκεί δε τις προς τούτο αρμοδιότητες και ιδίως:». Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.14 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. α)παρακολουθεί την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού και ενημερώνει την ολομέλεια και τον Υπουργό Εμπορίου, β)συντονίζει και κατευθύνει τη Γραμματεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, «γ) εκπροσωπεί την Επιτροπή Ανταγωνισμού στις Επιτροπές και Ομάδες, συνεδριάσεις και Συνόδους στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟ.Σ.Α.) και άλλων διεθνών οργανισμών, δυνάμενος να εξουσιοδοτεί προς τούτο τον αναπληρωτή του ή μέλος της Επιτροπής Ανταγωνισμού ή το Διευθυντή ή υπάλληλο της Γραμματείας." Η μέσα σε «» περίπτ.γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.12 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. δ)είναι ο διοικητικός προϊστάμενος του προσωπικού της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού και ασκεί την επ’ αυτού πειθαρχική εξουσία». "2. Τον Πρόεδρο απόντα, κωλυόμενο ή ελλείποντα αναπληρώνει ο νόμιμος αναπληρωτής του. «3. Ο Πρόεδρος μπορεί να εξουσιοδοτεί τον Γενικό Διευθυντή ή Διευθυντές της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού να ασκούν μέρος των αρμοδιοτήτων του.» Οι παρ.2 και 3 προστέθηκαν με την παρ.13 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23 και συνέχεια η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. Οργάνωση και προσωπικό της Επιτροπής Ανταγωνισμού «Άρθρ.8δ.-«1. Η Γραμματεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού αποτελεί Γενική Διεύθυνση, η οποία αποτελείται από Διευθύνσεις, Τμήματα και Γραφεία. Ο Γενικός Διευθυντής ασκεί καθήκοντα διεύθυνσης και εποπτείας εν γένει της Γραμματείας για την ομαλή και αποδοτική λειτουργία της. Διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, για τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται για ίσο χρονικό διάστημα μία ή περισσότερες φορές. Η θέση του Γενικού Διευθυντή μπορεί να πληρώνεται και με μετάταξη ή απόσπαση, κατά παρέκκλιση από την κείμενη νομοθεσία σχετικά με τις μετατάξεις και τις αποσπάσεις, με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού. Για τη μετάταξη ή την απόσπαση δεν απαιτείται η γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Υπηρεσίας από την οποία μετατάσσεται ή αποσπάται ο υπάλληλος.» Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. «2. Η οργάνωση της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε Γενική Διεύθυνση, η διάρθρωσή της σε Διευθύνσεις, Τμήματα και Γραφεία, τα προσόντα, οι αρμοδιότητες και ο τρόπος πρόσληψης του Γενικού Διευθυντή, των Διευθυντών, οι οποίοι επίσης προσλαμβάνονται ή τους ανατίθενται καθήκοντα για θητεία τριών ετών, των Προϊσταμένων των Τμημάτων και του λοιπού προσωπικού, ο αριθμός των θέσεων του προσωπικού, η κατανομή του σε κλάδους και ειδικότητες και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Ανάπτυξης.» Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.19 Νόμ.2941/1212 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. «Ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 80.» Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.15 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.23. (Αντί για τη σελ.210,203(ε) Σελ.210,203(στ) Τεύχος 1408 Σελ. 15 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 «Η αύξηση του αριθμού των θέσεων μέχρι το ήμισυ αυτών γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών. Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Ανάπτυξης, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού" Το μέσα σε «» τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.14 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23. «3. Η πλήρωση των θέσεων γίνεται κατά τις κείμενες διατάξεις και ύστερα από δημόσια ανακοίνωση για υποβολή υποψηφιοτήτων, με διορισμό ή μετάταξη ή απόσπαση από μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή άλλων φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2190/1994, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2527/1997. Οι μετατάξεις ή αποσπάσεις, μέχρι τη σύσταση του υπηρεσιακού συμβουλίου της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, γίνονται κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για τις μετατάξεις ή αποσπάσεις, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, μετά γνώμη της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Για τη μετάταξη ή απόσπαση δεν απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας από την οποία μετατάσσεται ή αποσπάται ο υπάλληλος. Για την άρση της απόσπασης απαιτείται γνώμη του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού. «Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σύμφωνα με τις διατάξεις τής παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997. Η πλήρωση των θέσεων αυτών μπορεί να γίνει και με μετάταξη ή απόσπαση κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.» Τα μέσα σε «» πέμπτο και έκτο εδάφια αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.16 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη δημόσια ανακοίνωση και την υποβολή υποψηφιοτήτων." Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.15 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199),κατωτ.αριθ.23. Σελ.210,204(στ) Τεύχος 1408 Σελ. 16 4.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να συμβουλεύεται ειδικούς και εμπειρογνώμονες για ιδιαίτερα θέματα και προβλήματα, εφόσον το κρίνει αναγκαίο και σκόπιμο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, ο τρόπος, η διαδικασία καταβολής και το ύψος της αποζημίωσης των ειδικών και των εμπειρογνωμόνων. "5. Το υπηρεσιακό συμβούλιο των υπαλλήλων της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της από δύο (2) μέλη της Επιτροπής που εκλέγονται από την Ολομέλεια, «από τον Γενικό Διευθυντή της Γραμματείας» και από δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων με βαθμό τουλάχιστον Γ'. «Από του διορισμού του ο Γενικός Διευθυντής της Γραμματείας αντικαθιστά αυτοδικαίως τον Διευθυντή στη σύνθεση του υπηρεσιακού συμβουλίου.».Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι ισχύουσες για τα υπηρεσιακά συμβούλια διατάξεις." Η παρ.5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.16 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199),κατωτ.αριθ.23. Οι μέσα σε «» φράσεις αντικαταστάθηκαν ως άνω από το πρώτο και δεύτερο αντίστοιχα εδάφιο της παρ.6 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το δεύτερο εδάφιο της παρ.6 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,65. 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού «6. Για τις θέσεις των προϊσταμένων των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων της Γραμματείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού είναι δυνατόν να επιλέγονται υπάλληλοι που υπηρετούν στην Επιτροπή με απόσπαση.» Η παρ.6, όπως είχε προστεθεί με την παρ.17 άρθρ.9 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), κατωτ.αριθ.23, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.17 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. «7. Οι υπάλληλοι της Γραμματείας, καθώς και οι αποσπώμενοι σε αυτήν υπάλληλοι λαμβάνουν ειδική πρόσθετη αμοιβή που καθορίζεται κατά κατηγορία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και καταβάλλεται από τον προϋπολογισμό τής Επιτροπής Ανταγωνισμού. Στην περίπτωση που οι αποσπασμένοι υπάλληλοι λαμβάνουν από την υπηρεσία τους ειδικές πρόσθετες αμοιβές, υποχρεούνται να επιλέξουν με δήλωση τους προς τη Γραμματεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού που κοινοποιείται και στην υπηρεσία, από την οποία είναι αποσπασμένοι, την ειδική πρόσθετη αμοιβή της παρούσας παραγράφου ή τις ειδικές πρόσθετες απολαβές που προβλέπονται στην οργανική τους θέση. «Οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού που προσλαμβάνεται κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να είναι μικρότερες από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 92Α του Κώδικα περί Δικηγόρων και καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης.».Η πρόσληψη δι-κηγόρου σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού συνεπάγεται αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος.» Η παρ.7 προστέθηκε με την παρ.18 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. Το μέσα σε «» τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.7 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. «Η παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 2145/ 1993, εφαρμόζεται αναλόγως, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους, για τους δικηγόρους που υπηρετούν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, εφόσον είναι δικηγόρος.» Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν με την παρ.8 άρθρ.19 Νόμ.2941/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄201), τόμ.13 σελ.224,644. Γνωμοδοτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού «Άρθρ.8ε.-«1. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρέχει τη γνώμη της για θέματα ανταγωνισμού με δική της πρωτοβουλία προς τον Υπουργό Ανάπτυξης και οποιονδήποτε άλλο κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό και αν τής ζητηθεί προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, τον Υπουργό Ανάπτυξης, ενώσεις επιμελητηρίων, ενώσεις βιομηχανικών και εμπορικών συλλόγων.» Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.19 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. 2.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού γνωμοδοτεί επί των προτάσεων τροποποίησης του παρόντος νόμου, ύστερα από αίτηση του Υπουργού Εμπορίου». Τα άρθρ. 8β, 8γ, 8δ και 8ε προστέθηκαν από τις παρ. 2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα του άρθρ. 4 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Σχέσεις με ρυθμιστικές αρχές «Άρθρ.8στ.- Η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνεργάζεται με τις αρχές, στις οποίες έχει ανατεθεί ο έλεγχος της λειτουργίας ειδικών τομέων της οικονομίας, όπως η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, διατυπώνει γνώμη για θέματα πολιτικής ανταγωνισμού στους τομείς αυτούς και αποφασίζει, ως αποκλειστικώς αρμόδια για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, επί των υποθέσεων που παραπέμπονται σε αυτήν από τις αρχές αυτές.» Το άρθρ.8στ προστέθηκε με την παρ.20 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.26. (Αντί για τη σελ.210,2041) Σελ. 210,2041(α) Τεύχος 1408 Σελ. 17 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 Εξουσίες της Επιτροπής σε περίπτωση παράβασης των άρθρ. 1 παρ. 1, 2 και 2α «Άρθρ.9.-1.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, αν διαπιστώσει, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας είτε κατόπιν αιτήσεως του Υπουργού Εμπορίου για διεξαγωγή σχετικής έρευνας, παράβαση των άρθρ. 1 παρ. 1, 2 και 2α, μπορεί με απόφασή της: α)να απευθύνει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων συστάσεις να παύσουν την παράβαση, β)να υποχρεώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να παύσουν την παράβαση και να παραλείψουν αυτή στο μέλλον, γ)να απειλήσει πρόστιμο ή χρηματική ποινή ή και τα δύο στην περίπτωση συνέχισης ή επανάληψης της παράβασης, δ)να θεωρήσει ότι κατέπεσε το πρόστιμο ή η χρηματική ποινή ή και τα δύο, όταν με απόφασή της βεβαιώνεται η συνέχιση ή επανάληψη, ε)να επιβάλλει πρόστιμο στις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που υπέπεσαν στην παράβαση. 2.Το κατά την προηγούμενη παράγραφο επιβαλλόμενο ή απειλούμενο πρόστιμο μπορεί να φτάνει μέχρι ποσοστού 15% των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης της τρέχουσας ή της προηγούμενης της παράβασης χρήσης. Για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο προβλεπόμενη χρηματική ποινή ανέρχεται μέχρι του ποσού των 2.000.000 δραχμ. για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την απόφαση και από την ημερομηνία που θα ορίσει η απόφαση. 3.Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται μέσα σε 15 ημέρες από τη γνωστοποίηση της απόφασης να ενημερώσουν τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις ενέργειες, στις οποίες προέβησαν ή πρόκειται να προβούν για την παύση της παράβασης. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, όταν πρόκειται για συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση που εκδόθηκε μετά από προσφυγή κατά απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Σελ. 210,2042(α) Τεύχος 1408 Σελ. 18 4.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι αποκλειστικά αρμόδια να λάβει ασφαλιστικά μέτρα αυτεπάγγελτα, κατόπιν αίτησης αυτού που έχει υποβάλλει καταγγελία, κατά το άρθρ. 24 του παρόντος νόμου, ή κατόπιν αίτησης του Υπουργού Εμπορίου, όταν πιθανολογείται παράβαση των άρθρ. 1, 2 και 2α του παρόντος νόμου και συντρέχει επείγουσα περίπτωση προς αποτροπή άμεσα επικείμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα ή στο δημόσιο συμφέρον. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να απειλήσει χρηματική ποινή μέχρι 1.000.000 δραχμ. για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την απόφασή της και να θεωρήσει αυτή καταπεσούσα, όταν με απόφασή της βεβαιώνεται η μη συμμόρφωση. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υποχρεούται να αποφανθεί το αργότερο μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης, αφού πρώτα ακουστούν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η απόφαση αυτή υπόκειται μόνο σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Οι διατάξεις των παρ. 2 έως 4 του άρθρ. 14 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως. Με την παρ.25 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.27, επαναφέρθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του τετάρτου εδαφίου παρ.4 του παρόντος άρθρ.9. 5.Η λήψη των κατά την παρ. 1 αποφάσεων δεν εξαρτάται από την ενέργεια της γνωστοποίησης, κατά τα άρθρ. 20 και 21, ή από την πάροδο της προθεσμίας γνωστοποίησης». Το άρθρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. 11.Δ.ε.1 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού Αποφάσεις εφαρμογής του άρθρ. 1, παρ. 3 Άρθρ.10.-1.Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού είναι αποκλειστικώς αρμοδία προς εφαρμογήν του άρθρ. 1 παρ. 3. 2.Οσάκις η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού εκδίδει απόφασιν περί εφαρμογής του άρθρ. 1, παρ.3: «α. καθορίζει το χρόνο έναρξης της, ο οποίος με την επιφύλαξη των περιπτώσεων του άρθρου 21 παράγραφος 3, δεν μπορεί να είναι προγενέστερος της γνωστοποίησης.» Το στοιχ.α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.21 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.27. β)καθορίζει την διάρκειαν ισχύος ταύτης και γ)δύναται να εξαρτά ταύτην εκ προϋποθέσεων και βαρών. 3.Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού δύναται, κατόπιν αιτήσεως, να ανανεώση την ανωτέρω απόφασίν της, εφ’ όσον εξακολουθούν υφιστάμενοι οι όροι του άρθρ. 1 παρ. 3. «4.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί, αφού ενημερώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει την απόφασή της περί εφαρμογής του άρθρ. 1 παρ. 3 όταν: α)μεταβληθούν οι όροι και οι περιστάσεις που λήφθηκαν υπόψη για να κριθούν κατ’ εξαίρεση ισχυρές οι κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος νόμου απαγορευμένες αποφάσεις, συμφωνίες και περιπτώσεις εναρμονισμένης πρακτικής ή οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων κάνουν κατάχρηση της εξαίρεσης που τους δόθηκε, β)οι συμβαλλόμενοι δεν συμμορφώνονται προς τις προϋποθέσεις που έθεσε η Επιτροπή στην απόφασή της και στα βάρη που αυτή επέβαλε, γ)συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων. Στις περιπτ. β΄ και γ΄ της παρούσας παραγράφου μπορεί να προσδοθεί στην απόφαση περί ανακλήσεως ή τροποποιήσεως αναδρομική ισχύ». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Αρνητικές πιστοποιήσεις «Άρθρ.11.-1.Ύστερα από αίτηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων που υποβάλλεται στη Γραμματεία, η Επιτροπή Ανταγωνισμού πιστοποιεί, εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης, ότι με βάση τα γνωστά σε αυτή στοιχεία δεν υφίσταται παράβαση των διατάξεων των άρθρ. 1 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Απαγόρευση καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης «Άρθρ.2α.-(Καταργήθηκε από την παρ.1 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 ,ΦΕΚ Α΄ 178, κατωτ.αριθ.26). Γενική διάταξη «Άρθρ.3.-Με την επιφύλαξη του άρθρ. 1 παρ. 3, οι κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 συμφωνίες, αποφάσεις και περιπτώσεις εναρμονισμένης πρακτικής, η κατ’ άρθρ. 1 παρ. 1, 2 και 2α του παρόντος νόμου. Η πιστοποίηση αυτή μπορεί να ζητηθεί κι όταν πρόκειται για σύμπραξη επιχειρήσεων, εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης ή σχέσης οικονομικής εξάρτησης, που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον. 2.Η έκδοση της πιστοποίησης, όπως προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, δεν αποκλείει τη μεταγενέστερη έκδοση αντίθετης απόφασης για την ίδια υπόθεση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. 3.Μέχρι την έκδοση απόφασης αντίθετης προς αρνητική πιστοποίηση που προηγήθηκε, οι οικείες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν υπόκεινται στις συνέπειες και κυρώσεις που προβλέπει ο παρών νόμος, εκτός αν αυτές παραπλάνησαν την Επιτροπή Ανταγωνισμού στην έκδοση αρνητικής πιστοποίησης με την παροχή ανακριβών στοιχείων ή την απόκρυψη αληθών». Το άρθρ. 11 επαναφέρθηκε σε ισχύ και τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 8 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Συνοπτική διαδικασία επί γνωστοποιήσεων και καταγγελιών «Άρθρ.11α.- Προφανώς αβάσιμες καταγγελίες παραβάσεων των άρθρων 1 παράγραφος 1 και 2, καθώς και γνωστοποιήσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφοι 1 και 3 και αναφέρονται σε επιχειρηματικές συμπεριφορές που προφανώς δεν επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, μπορούν να τίθενται στο αρχείο χωρίς συζήτηση ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού με αιτιολογημένη απόφαση του Προέδρου και τη σύμφωνη γνώμη δύο μελών της Επιτροπής, που ορίζονται προς τούτο με τους αναπληρωτές τους από τον Πρόεδρο, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε ημερολογιακού έτους για χρονικό διάστημα ενός έτους.». Το άρθρ.11α προστέθηκε με την παρ.22 άρθρ.1 Νόμ.2837/1-3 Αυγ.2000 (ΦΕΚ Α΄178), κατωτ.αριθ.27. Επιβολή προστίμων «Άρθρ.12.-Τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, επιβάλλονται με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού». (Μετά τη σελ.210,2042(α) Σελ. 210,2043 Τεύχος 1408 Σελ. 19 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.1 Ανάκληση αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού «Άρθρ.13.-Η Επιτροπή Ανταγωνισμού δικαιούται να ανακαλέσει απόφασή της σχετικά με την μη ύπαρξη παράβασης των απαγορεύσεων των άρθρ. 1 παρ. 1, 2 και 2α του παρόντος νόμου, αν από αυτεπάγγελτη έρευνα, καταγγελία ή άλλο τρόπο περιέλθουν εις γνώση της στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της ή προέκυψαν σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοση της απόφασης και τα οποία αποδεικνύουν παράβαση των ανωτέρω αναφερομένων άρθρων». Τα άρθρ. 12 και 13 αντικαταστάθηκαν ως άνω από τις παρ. 9 και 10 αντίστοιχα του άρθρ. 4 του Νόμ. 2296/21-24 Φεβρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 43), κατωτ. αριθ. 18. Δημοσίευση αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού «Άρθρ.13α.-1.Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να διατάξει την επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων που παρέβη τον παρόντα νόμο να …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.