← Ελλάδα

3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 36360/Σ. 1181 της 27 Οκτ./27 Νοεμ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 215) Περί εγκρίσεως του ανασυσταθέντος καταστατικού του Ταμείου Ασ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την έγκριση του ανασυσταθέντος καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας (Α.Ε.Τ.Ε.), το οποίο μετονομάστηκε σε Ταμείο Ασφαλίσεως του Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.).

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 36360/Σ. 1181 της 27 Οκτ./27 Νοεμ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 215) Περί εγκρίσεως του ανασυσταθέντος καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας. Το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρίας, διευρυνθέν, μετωνομάσθη εις Ταμείον Ασφαλίσεως του Ο.Τ.Ε., δυνάμει της παρ. 4 του άρθρ. 22 του Ν.Δ. 1049/1949. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής Νομοθεσίας», εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 3 του Νόμ. 34/1943 «περί τροποποιήσεως των διατάξεων των αφορωσών την ασφάλισιν του προσωπικού της Α.Ε.Τ.Ε.», 2)πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Τ.Ε., υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 212 της 11 Αυγ. 1943 αναφοράς αυτού, 3)γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. 309 ε.έ. συνεδρ. 99 και 103 της 27.9.1943 και 8.10.1943), αποφασίζομεν: (Αντί της σελ. 1069(β) Σελ. 1069(γ) Τεύχος 679-Σελ. 117 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 Εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν Καταστατικόν του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας, εξ άρθρ. 43, έχον ως εξής: ΄Ιδρυσις-΄Εδρα Άρθρ.9.-1.Ο Πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, εκπροσωπεί το Ταμείον εις πάσαν περίπτωσιν εξωδίκως και δικαστικώς. «Εις ειδικάς περιπτώσεις τοιαύτη εκπροσώπησις του Ταμείου, δύναται να ανατεθή, είτε εις τον Δ/τήν του Ταμείου, είτε εις μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, κατόπιν ειδικής δια το θέμα τούτο αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 79165/3447 της 4/9 Σεπτ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 370). 2.Ο Πρόεδρος έχει γενικώς την αμεσωτέραν εποπτείαν του Ταμείου διευθύνει τας συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου, παρακολουθεί την ακριβή εκτέλεσιν των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου, εκδίδει τας δεούσας διαταγάς και οδηγίας προς επίτευξιν των σκοπών του Ταμείου, εναρμονίζων ταύτας προς τα υπό των κειμένων διατάξεων οριζόμενα και υπογράφει μετά του Διευθυντού τα έγγραφα του Ταμείου. 3.Ο Πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου δύναται να παρέχη γενικήν ή ειδικήν εξουσιοδότησιν όπως ωρισμένης φύσεως έγγραφα ή επιστολαί υπογράφωνται υπό του Διευθυντού, κατά δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου ειδικώς ορισθησόμενα. 4.Δύναται ο Πρόεδρος, εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης και προκειμένου κινδύνου, να λάβη παν, κατά την κρίσιν του, ενδεικνυόμενον υπό των περιστάσεων μέτρον. Τα ούτω ληφθέντα μέτρα δέον, όπως, ανακοινούνται προς έγκρισιν εις το Δ. Συμβούλιον, συγκαλούμενον εις συνεδρίασιν, κατά τους ορισμούς του άρθρ. 6 παρ. 1 του παρόντος. Αποζημίωσις Προέδρους και μελών Δ. Συμβουλίου Άρθρ.10.-«Εις τον Πρόεδρον του Δ.Σ. του Ταμείου καταβάλλεται παγία κατά μήνα αποζημίωσις καθοριζομένη δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Η αποζημίωσις αύτη καταβάλλεται εις τον Αντιπρόεδρον εφ’ όσον ούτος αναπληροί τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον και ασκεί τα καθήκοντα αυτού. Εις τα εξ ησφαλισμένων και συνταξιούχων μέλη του Δ.Σ. και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών Επιτροπών παρέχεται η υπό των εκάστοτε ισχουσών σχετικών υπουργικών αποφάσεων προβλεπομένη κατά συνεδρίασιν αποζημίωσις. Επίσης παρέχονται τα νόμιμα έξοδα κινήσεως εις τους εκ των μελών του Δημοσίους Υπαλλήλους ως και εις τον Πρόεδρον, τον Κυβ. Επίτροπον, τον Εισηγητήν και τον Γραμματέα αυτού δια τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των υπό τούτου καταρτιζομένων Επιτροπών εις ας λαμβάνουσι μέρος ως ταύτα ορίζονται υπό των εκάστοτε ισχυουσών υπουργικών αποφάσεων». Το άρθρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 60214/Σ. 867 της 3/13 Σεπτ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 324). Πόροι του Ταμείου Άρθρ.11.-«1.Οι εισφορές των εργοδοτών οι οποίες ορίζονται από 1.6.1990 σε ποσοστό 18% και από 1.1.1991 σε 24% επί των συνολικών μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε ασφαλισμένου. 2.Οι εισφορές των ασφαλισμένων οι οποίες ορίζονται από 1.6.1990 σε ποσοστό 4% και από 1.1.1991 σε 6% επί των συνολικών μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους». Η παρ. 1 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 206/1-13 Ιουν. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 80), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 82/20-6-1990). Αι υπό των ανωτέρω διατάξεων οριζόμεναι εισφοραί θα καταβάλλωνται από της πρώτης του μηνός του επομένου της δημοσιεύσεως του παροντος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφ’ όσον θα ισχύη το σύστημα επαυξήσεως των αποδοχών του Προσωπικού της ΑΕΤΕ δι’ επιδομάτων ακριβείας βίου. Από της αυτής χρονολογίας η υπό της σχετικής διατάξεως του άρθρ. 30 της Τηλεφωνικής συμβάσεως της 8 Φεβρ. 1930, της κυρωθείσης δια του Νόμ. 4547, οριζομένη εισφορά εκ 5% επί του βασικού μηνιαίου μισθού του παρά τη ΑΕΤΕ προσληφθέντος προσωπικού της υπηρεσίας ΤΤΤ, βαρύνει το προσωπικόν τούτο. Την εισφοράν ταύτην η ΑΕΤΕ θέλει παρακρατή εκ του μισθού του ως άνω προσωπικού και αποδίδη εις το Δημόσιον Ταμείον. Ως τακτικαί αποδοχαί νοούνται και η υφ’ οιανδήποτε μορφήν γενικώς χορηγουμένη παγία προσαύξησις του βασικού μισθού, λογιζομένης ως τοιαύτης και της υπό των ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων χορηγουμένης προσαυξήσεως, προς παρακολούθησιν των διακυμάνσεων του κόστους της ζωής, ως και το επίδομα οικογενείας και το γενικώς χορηγούμενον εις το προσωπικόν της Εταιρείας δώρον επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Δεν θεωρούνται τακτικαί αποδοχαί αι αποζημιώσεις δι’ υπερωρίας, το εις τους διαχειριστάς χρηματικού παρεχόμενον ταμειακόν επίδομα, τα έξοδα παραστάσεως και πάσα εν γένει έκτακτος προσαύξησις των αποδοχών. «2α.Οι εισφορές όσων ασφαλισμένων του ΤΑΠΟΤΕ καταλαμβάνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο ειδική θέση εκτός ιεραρχίας εντός του οργανισμού, στον οποίο υπηρετούν, είτε οποιαδήποτε θέση του δημοσίου τομέα (ως οριοθετείται από το άρθρ. 1 του Νόμ. 1256/1982 (Α 65) υπολογίζονται επί των τακτικών αποδοχών, τις οποίες αυτοί ελάμβανον πριν από την κατάληψη της προαναφερθείσης θέσεως, όπως οι αποδοχές αυτές θα διαμορφώνονταν κάθε φορά, με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις διατάξεις των γενικών κανονισμών προσωπικού των εργοδοτών, αν οι ασφαλισμένοι παρέμεναν στην οργανική τους θέση. (Αντί για τη σελ. 1075(γ) Σελ. 1075(δ) Τεύχος 1326 Σελ. 93 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 Τα πιο πάνω ισχύουν εφόσον από γενικές ή ειδικές διατάξεις προβλέπεται η συνέχιση της ασφάλισης στο Ταμείο». Η μέσα σε « » παρ. 2α προστέθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 1 Π.Δ. 113/31 Μαρτ./4 Απρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 72). 3.Αι μη καταβαλλόμεναι εις το προσωπικόν αποδοχαί δια τον χρόνον της άνευ αποχρώντος λόγου απουσίας ή υπερβάσεως της αδείας του, ως και λόγω θέσεως του προσωπικού εις κατάστασιν αργίας ή προσωρινής απολύσεως. 4.Τα παντός είδους λόγω πειθαρχικής ποινής επιβαλλόμενα εις το προσωπικόν της Α.Ε.Τ.Ε. πρόστιμα. 5.Αι αποδοχαί του πρώτου μηνός παντός προσώπου προσλαμβανομένου εις την υπηρεσίαν της Α.Ε.Τ.Ε. και ησφαλισμένου εις το Ταμείον μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος. 6.Κρατήσεις των τακτικών αποδοχών ενός μηνός παντός εγγάμου ησφαλισμένου ή ερχομένου εις γάμον. Εν περιπτώσει δευτέρου ή τρίτου γάμου, τελεσθέντος ή τελουμένου μετά την ίδρυσιν του Ταμείου, ενεργείται το ήμισυ της εν λόγω κρατήσεως. Η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων γάμου, τα υποβλητέα πιστοποιητικά και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια ορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Εν περιπτώσει εκπροθέσμου δηλώσεως γάμου, το ποσόν της κρατήσεως υπόκειται από της λήξεως της εν λόγω προθεσμίας, εις τόκον οριζόμενον υπό του Δ. Συμβουλίου και μη δυνάμενον να υπερβαίνη τα 2/3 του εκάστοτε ισχύοντος νομίμου τόκου. Η υπό της παρούσης παραγράφου οριζομένη κράτησις υπολογίζεται επί των τακτικών αποδοχών του ησφαλισμένου ας ελάμβανε κατά τον μήνα της συνάψεως του γάμου, των δε ελθόντων εις γάμον προ της εις την Α.Ε.Τ.Ε. προσλήψεώς των, επί των κατά τον πρώτον μήνα από της προσλήψεως αυτών ληφθεισών παρ’ αυτών τακτικών αποδοχών, ενεργείται δε εις 24 συνεχείς μηνιαίας δόσεις. 7.Οι τόκοι και εν γένει αι πρόσοδοι των κεφαλαίων και πάσης άλλης περιουσίας του Ταμείου ως και αι προς το Ταμείον δωρεαί και κληροδοτήματα. Τρόπος εισπράξεως πόρων Άρθρ.12.-Οι πόροι του Ταμείου εισπράττονται κατά τον κάτωθι τρόπον: Αι εις βάρος των αποδοχών των ησφαλισμένων, κατά τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού προβλεπόμεναι κρατήσεις, ενεργούνται υπό της Α.Ε.Τ.Ε., ήτις οφείλει να καταβάλη ταύτας εις το Ταμείον, ταυτοχρόνως με τας εις βάρος αυτής εισφοράς, εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου της πληρωμής των αποδοχών μηνός. Εάν η ΑΕΤΕ δεν ενεργήση τας εις βάρος των αποδοχών των ησφαλισμένων ως άνω κρατήσεις εντός διμήνου από της ημέρας της πληρωμής αυτών, απαλλάσσεται ο ησφαλισμένος της τοιαύτης καταβολής, βαρυνούσης του λοιπού την ΑΕΤΕ. Σελ. 1076(δ) Τεύχος 1326 Σελ. 94 Η παρά της ΑΕΤΕ μη καταβολή των εισφορών δεν συνεπάγεται δια τον ησφαλισμένον στέρησιν ή μείωσιν των δικαιωμάτων αυτού επί των παροχών. Κατά τον υπολογισμόν των υπό του παρόντος Καταστατικού οριζομένων εισφορών της ΑΕΤΕ και των ησφαλισμένων το ποσόν της εισφοράς δι’ έκαστον ησφαλισμένον, στρογγυλεύεται εις ακεραίας 100 δραχμάς, παραλειπομένου του κάτω των πεντήκοντα δραχμών ποσού. Εισπράξεις καθυστερουμένων εισφορών και απαιτήσεων Άρθρ.13.-1.Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας, της προβλεπομένης υπό του προηγουμένου άρθρου, δύνανται να επιβαρύνωνται δια προσθέτου τέλους μέχρι 10% των καθυστερουμένων εισφορών. Περί τούτου αποφασίζει ανεκκλήτως το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου. 2.Δι’ εισφοράς καθυστερουμένας πέραν της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ’ ο κατέστησαν απαιτηταί επιβάλλεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας, υπολογιζόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους ως επίσης και επί του τυχόν ηυξημένου κατά το πρόσθετον τέλος ποσού, περί ου η προηγουμένη παράγραφος. 3.Αι κατά το παρόν Καταστατικόν απαιτήσεις του Ταμείου, εκ καθυστερουμένων εισφορών και τόκων υπερημερίας, εισπράττονται δια του Δημοσίου Ταμείου, κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». Ησφαλισμένα πρόσωπα Άρθρ.14.-1.Εις το Ταμείον τούτο ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι απαρτίζοντες το πάσης φύσεως έμμισθον προσωπικόν της ΑΕΤΕ, ως και οι οπωσδήποτε παρέχοντες εις την Εταιρείαν ταύτην τας υπηρεσίας αυτών και αμειβόμενοι δια περιοδικών παροχών. 2.Το προσωπικόν του Ταμείου. «3.Εξαιρείται της ασφαλίσεως το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον δια χρονικόν διάστημα μικρότερον των 6 μηνών. Εν περιπτώσει ανανεώσεως της συμβάσεως, η ασφάλισις άρχεται από της συμπληρώσεως εξαμήνου από της αρχικής προσλήψεως. Νέα πρόσληψις δια χρόνον μη υπερβαίνοντα το εξάμηνον δεν αποτελεί δια την εφαρμογήν των διατάξεων της προηγουμένης περιπτώσεως ανανέωσιν της συμβάσεως εφ’ όσον από της διακοπής της εργασίας μέχρι της νέας προσλήψεως παρήλθεν χρονικόν διάστημα μεγαλύτερον του διμήνου». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του Π.Δ. 435 της 29 Μαΐου/18 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 167). 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) «4.Προσωπικόν προσλαμβανόμενον παρά των εργοδοτών, των υπεχόντων υποχρέωσιν ασφαλίσεως αυτού εις το ΤΑΠ-ΟΤΕ βάσει των κειμένων διατάξεων δέον να παραπέμπηται προηγουμένως προς εξέτασιν της υγείας του εις την αρμοδίαν Υγειονομικήν Επιτροπήν του Ταμείου, αποφαινομένην γραπτώς περί της καταστάσεως της υγείας του εξεταζομένου. Το προσωπικόν, το προσληφθέν υπό των ανωτέρω εργοδοτών, το οποίον πληροί τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παρ. 3 και υπαχθέν εις την ασφάλισιν του Κλάδου Συντάξεων ΙΚΑ, λόγω εφαρμογής των καταργουμένων διατάξεων, υπάγεται από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος εις την ασφάλισιν του ΤΑΠ-ΟΤΕ». Η παρ. 4 που είχει προστεθεί από την 19353/ Ε582/10-27 Μαρτ. 1959 (ΦΕΚ Β΄ 110) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 911/1978, (κατωτ. αριθ. 28). (Αντί για τη σελ. 1076,01) Σελ. 1076,01(α) Τεύχος 731-Σελ. 3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 4.Η συμφώνως προς την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ασφάλισις του εμμίσθου προσωπικού της ΑΕΤΕ λογίζεται από της υφ’ οιονδήποτε τύπον προσλήψεώς του υπό της ΑΕΤΕ. Η ΑΕΤΕ υποχρεούται ν’ αποστέλλη κατά μήνα εις το Ταμείον πίνακα του νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού αυτής, περιλαμβάνοντα το ονοματεπώνυμον, την ημερομηνίαν προσλήψεως, την κατηγορίαν του προσωπικού και τας τακτικάς αποδοχάς αυτού (μηνιαίον μισθόν, ημερομίσθιον ή ωρομίσθιον). Πάσα μεταβολή των στοιχείων τούτων δέον ν’ ανακοινούται επίσης κατά μήνα παρά της ΑΕΤΕ εις το Ταμείον. ΄Εκαστος ησφαλισμένος λαμβάνει έγγραφον ανακοίνωσιν περί της υπαγωγής του εις την ασφάλισιν του Ταμείου, περιέχουσαν τον χρόνον ενάρξεως της ασφαλίσεώς του ως και πάντα τα λοιπά ουσιώδη στοιχεία ταύτης. Μητρώον των ησφαλισμένων ΄Αρθρ.15.-1.Παρά τω Ταμείω τηρείται γενικόν Μητρώον των ατομικών φακέλλων και απογραφικών στοιχείων των ησφαλισμένων. Πας ησφαλισμένος οφείλει να υποβάλη εις το Ταμείον το βραδύτερον εντός τριών μηνών από της υπαγωγής εις την ασφάλισιν αυτού, ληξιαρχικήν πράξιν γεννήσεως ή εν ελλείψει τοιαύτης, πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνον την ηλικίαν του και την εγγραφήν του εν τοις Μητρώοις αρρένων. Εάν ο ησφαλισμένος είναι έγγαμος ή προστάτης μελών της οικογενείας του, δέον να υποβάλη, εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, πιστοποιητικόν της αρμοδίας αρχής, εμφαίνον την χρονολογίαν τελέσεως του γάμου, τα ονόματα της συζύγου και των τέκνων αυτού, ως και την ηλικίαν των παρ’ αυτού προστατευομένων μελών της οικογενείας του. Τέλος ο ησφαλισμένος οφείλει να αναγγέλη πάσαν μεταγενεστέραν μεταβολήν της οικογενειακής του καταστάσεως προερχομένην εκ γάμου, γεννήσεως, διαζυγίου ή θανάτου, υποβάλλων και τα σχετικά πιστοποιητικά, εντός διμήνου από της επελθούσης μεταβολής. 2.Το Δ. Συμβούλιον δύναται να ορίζη ειδικά βοηθητικά βιβλία και ευρετήρια, κατά τύπον υπό τούτου καθοριζόμενον, ως και ατομικά ασφαλιστικά βιβλιάρια, εν οις θα εμφαίνηται η οικογενειαική κατάστασις του ησφαλισμένου κλπ. 3.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να μη λαμβάνη απόφασιν επί αιτήσεως αποχωρούντος δι’ οιανδήποτε αιτίαν εκ της υπηρεσίας ησφαλισμένου, του οποίου δεν υπεβλήθησαν τα εκάστοτε ως ανωτέρω καθοριζόμενα στοιχεία, μέχρι της υποβολής των αναγκαίων στοιχείων παρά του ενδιαφερομένου. 4.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ησφαλισμένος δεν υπέβαλεν εις το Ταμείον, εντός των ανωτέρω προθεσμιών, τ’ απαραίτητα στοιχεία δια τον καταρτισμόν του ατομικού του φακέλλου, η αρμοδία υπηρεσία του Ταμείου μεριμνά αυτεπαγγέλτως δια την συγκέντρωσιν τούτων, του ησφαλισμένου υποχρεουμένου εις την καταβολήν των εξόδων ηυξημένων κατά 50%. Δικαιούμενοι εις σύνταξιν ΄Αρθρ.16.-1.Δικαιούνται συντάξεως: Α)Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήση της Υπηρεσίας. Η ασφαλισμένη εάν μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει ή εν χηρεία ή εν διαζεύξει μετ’ ανηλίκων τέκνων ή έγγαμος, μετά συμπλήρωσιν 15ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, αποχωρήση της υπηρεσίας. Το εδάφ. Α΄ της παρ. 1 ετέθη ως άνω μετά συγχώνευσιν των αρχικών εδαφίων Α΄ Β΄ και Γ΄ δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ.277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας. «Η ασφαλισμένη άγαμη μητέρα, που έχει υπαχθεί στην ασφάλιση του Ταμείου μέχρι την 31.12.1982 και έχει δικό της ανήλικο παιδί εξομοιούται ως προς τη θεμελίωση του δικαιώματος της σύνταξης με την έγγαμη ασφαλισμένη». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 67/5-18 Μαρτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 27). Β)Ο ησφαλισμένος ή η ησφαλισμένη εάν μετά συμπλήρωσιν 15ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας απολυθή 1)λόγω καταργήσεως οργανικής θέσεως ή μη ανανεώσεως της συμβάσεως εργασίας ή οιασδήποτε άλλης εργασιακής σχέσεως συνεπεία καταλήψεώς του υπό του ισχύοντος δια την αντίστοιχον κατηγορίαν μονίμου Προσωπικού του ΟΤΕ ορίου ηλικίας και 2)κατ’ εφαρμογήν των περί απολύσεως διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, πλην της περιπτώσεως απολύσεως λόγω αδικαιολογήτου απουσίας ή αυθαιρέτου εγκαταλείψεως θέσεως. Κατ’ εξαίρεσιν προσωπικόν αναληφθέν υπό του ΟΤΕ και καταλαμβανόμενον υπό του ορίου ηλικίας μη θεμελιούν δε δικαίωμα συντάξεως παρ’ ετέρω Ασφαλιστικώ Οργανισμώ ή παρά τω Δημοσίω, δικαιούται συντάξεως μετά συμπλήρωσιν 15ετούς συνταξίμου υπηρεσίας δι’ αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας ή δια προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως μέχρι τριών ετών, εφ’ όσον και καθ’ ο μέτρον τούτο τυγχάνει απαραίτητον προς συμπλήρωσιν του ανωτέρω ορίου συνταξίμου υπηρεσίας. Το εδάφ. Β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας αντικαταστήσαν το αρχικόν εδάφ. Δ΄. (Αντί για τη σελ. 1077(β) Σελ. 1077(γ) Τεύχος Ι-51 Σελ. 123 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 «Ειδικώς προσωπικόν αναληφθέν εκ της τέως Ιταλικής Τηλεφωνικής Εταιρείας Ρόδου (Αν. Ηλεκτρ. Εταιρεία Ρόδου) αποχωρήσαν δε λόγω ορίου ηλικίας, μετά την 31.12.1958 και μη δικαιούμενον συντάξεως παρ’ ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου, δικαιούται συντάξεως δι’ αναγνωρίσεως της προς συμπλήρωσιν 15ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, απαιτουμένης, προϋπηρεσίας. Ειδικώς προσωπικόν αναληφθέν υπό του ΟΤΕ εκ των τέως Ιταλικών Τ.Τ.Τ. υπηρεσιών, αποχωρήσαν ήδη μετά την 25.1.58 και μη δικαιούμενον συντάξεως παρ’ ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου, δικαιούται συντάξεως από της δημοσιεύσεως της παρούσης δι’ αναγνωρίσεως της προς συμπλήρωσιν 15ετούς μόνον συνταξίμου υπηρεσίας απαιτουμένης προϋπηρεσίας». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 90454/Ε. 2881 της 19 Δεκ. 1961/21 Φεβρ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 63), διορθωθείσα ως άνω (ΦΕΚ Β΄ 116/3.4.1962). Γ)Ο (η) ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 10ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας απολυθή λόγω νόσου καθιστώσης αυτόν ανίκανον σωματικώς ή διανοητικώς προς εκτέλεσιν πάσης εργασίας, ή μετά συμπλήρωσιν 12ετούς κατά τα ανωτέρω υπηρεσίας εφ’ όσον κατέστη ανίκανος δια την ην δέον να παρέχη εργασίαν. Ο (η) ησφαλισμένος, εάν συνεπεία ατυχήματος προελθόντος εκ βιαίου συμβάντος εν τη εργασία, ή εξ αφορμής ταύτης καθίσταται ανίκανος σωματικώς ή διανοητικώς προς πάσαν εργασίαν ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως ή μετά 8ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν εφ’ όσον καθίσταται ανίκανος δια την ην δέον να παρέχη εργασίαν. Το εδάφ. Γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας, αντικαταστήσαν το αρχικόν εδάφ. Ε΄ ως τούτο είχε τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 29328/Σ. 691 της 3/17 Μαΐου 1955 ομοίας. Η παρ. 2 του ως άνω άρθρ. 16 απηλείφθη δια της αυτής ως άνω αποφάσεως. «Δ)Ο (η) ησφαλισμένος, μειωμένης και μέχρι 4ώρου ημερησίας απασχολήσεως, εφ’ όσον συνεπλήρωσε τον εις τα προηγούμενα εδάφια χρόνον, υπολογιζόμενον ανά τέσσαρες ώραι απασχολήσεως ως μία συντάξιμος ημέρα ή ανά εκατόν ώραι απασχολήσεως, ως είς συντάξιμος μην ή ανά χίλιαι διακόσιαι ώραι απασχολήσεως ως έν συντάξιμον έτος». Το εδάφ. δ΄ προσετέθη δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 814 της 14/22 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Α΄ 264). Βλέπε και την παρ. 8 άρθρ. 51 Νόμ. 1759/ 1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β 1 , σελ. 70,866) για το δικαίωμα αναγνωρίσεως με καταβολή Σελ. 1078(γ) Τεύχος Ι-51 Σελ. 124 ασφαλ. εισφορών του χρόνου υπηρεσίας και του χρόνου απολύσεως από τους ασφαλισμένους στο άνω ταμείο και απολυθέντες από 1968-1974 για αντιστασιακή δράση και αναλαβόντες τις εισφορές τους εφόσον δεν επανήλθαν στη θέση τους και πληρούν τις προϋποθέσεις επανόδου τους. Βίαιον συμβαν Άρθρ.17.-1.Η αίτησις περί απονομής συντάξεως, λόγω βιαίου συμβάντος, δέον να υποβάλληται εις το Ταμείον εντός 6 μηνών από του ατυχήματος, εκτός εάν επακολουθήση νοσηλεία του παθόντος, οπότε η προθεσμία παρατείνεται μέχρις απολύσεώς του εκ της υπηρεσίας. 2.Εις την έννοιαν του βιαίου συμβάντος υπάγεται και η εκ μολύβδου δηλητηρίασις των εργατοτεχνιτών των τηλεφωνικών δικτύων, οπότε η προθεσμία της προηγουμένης παραγράφου, προς υποβολήν αιτήσεως, ορίζεται εξάμηνος από της εκδηλώσεως της νόσου. Κρίσις ανικανότητος Άρθρ.1.-Το δυνάμει του Α.Ν. 1718/1939 συσταθέν Ταμείον υπό τον τίτλον «Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Τ.Ε.» μετονομάζεται δυνάμει του άρθρ. 1 του Νόμου υπ’ αριθ. 34 της 30 Απρ. 1943 εις «Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Τ.Ε.», αναλαμβάνον από 1 Ιαν. 1942 και την κυρίαν ασφάλισιν του Προσωπικού της Α.Ε.Τ.Ε. Το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού Α.Ε.Τ.Ε., αναφερόμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας, απλώς «Ταμείον», εδρεύει εν Αθήναις, αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, υπάγεται υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας και διέπεται υπό των ακολούθων διατάξεων: Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.18.-1.Η ένεκα νόσου σωματική ή πνευματική ανικανότης προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας ην δέον να παρέχη ή προς πάσαν εργασίαν, κρίνεται και βεβαιούται, συμφώνως προς τας διατάξεις του Γεν. Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. και υπό της υπ’ αυτών προβλεπομένης αρμοδίας Επιτροπής. Της Επιτροπής ταύτης μετέχει υποχρεωτικώς μετά ψήφου και ιατρός οριζόμενος παρά του Ταμείου. Η αίτησις ησφαλισμένου απολυθέντος συνεπεία τοιαύτης ανικανότητος, περί χορηγήσεως συντάξεως, υποβάλλεται εις το Ταμείον εντός διετίας από της ημέρας της απολύσεώς του εκ της υπηρεσίας, άλλως είναι απαράδεκτος. Υπό της αυτής Επιτροπής κρίνεται και η ένεκα νόσου σωματική ή πνευματική ανικανότης, πρός πάσαν εργασίαν του εκτάκτου προσωπικού του Ο.Τ.Ε., του υπαγομένου εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 29328/Σ. 691 της 3/17 Μαΐου 1955 αποφ. Υπουργού Εργασίας. 2.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο υπό του Ταμείου οριζόμενος ιατρός διαφωνήση προς την υπέρ της ανικανότητος κρίσιν της υπό του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Α.Ε.Τ.Ε. προβλεπομένης Επιτροπής, αποφαίνεται τελικώς η Δευτεροβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) Προσδιορισμός συντάξεων Άρθρ.19.-«1.Η σύνταξη των ασφαλισμένων που εξέρχονται από την υπηρεσία και δικαιούνται με τις διατάξεις του παρόντος σύνταξη υπολογίζεται, ως εξής: α)Στους ασφαλισμένους που εξέρχονται μετά τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης παρέχεται μηνιαία σύνταξη που αντιστοιχεί στα 50% των τακτικών αποδοχών του μήνα εξόδου από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, που προσαυξάνεται με 2% για κάθε επί πλέον έτος συντάξιμης υπηρεσίας, αλλά η συνολική μηνιαία σύνταξη δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 80% των μηνιαίων τακτικών συνταξίμων αποδοχών. Με τον περιορισμό αυτό η συνολική μηνιαία σύνταξη δεν μπορεί να υπολείπεται των 80% των μηνιαίων τακτικών αποδοχών ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτές καθορίζονται με γενική συλλογική σύμβαση εργασίας. Κατά την συγκεφαλαίωση του συντάξιμου χρόνου το μικρότερο των δώδεκα μηνών, αλλά ίσο τουλάχιστο με έξι μήνες διάστημα θεωρείται πλήρες έτος. β)Ως τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της σύνταξης θεωρείται ο βασικός μισθός του τελευταίου μήνα πριν από την αποχώρηση από την υπηρεσία, μαζί με τα επιδόματα που χορηγούνται παγίως μονίμως και διαρκώς, ως προσαύξηση σε ποσό ή ποσοστό του βασικού μισθού και εφόσον καταβάλλονται γι αυτά εισφορές για τον Κλάδο Συντάξεων σύμφωνα με το άρθρ. 11, εκτός αυτών που ρητώς εξαιρούνται με τις διατάξεις του παρόντος. Κάθε άλλη από οποιαδήποτε αιτία αμοιβή ή αποζημίωση που καταβάλλεται για υπερωριακή απασχόληση ή για εργασία στις εξαιρέσιμες ημέρες ή νυκτερινές ώρες, τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, κινήσεως χρηματικής διαχείρισης δεν θεωρούνται ως τακτικές αποδοχές για την περίπτωση αυτή. «Η σύνταξη των ασφαλισμένων που αναφέρονται στην παρ. 2α του άρθρ. 11 του καταστατικού, υπολογίζεται επί των τακτικών αποδοχών τους, οι οποίες υπόκεινται σε κρατήσεις, όπως ορίζεται στην ίδια διάταξη». Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 1 Π.Δ. 113/31 Μαρτ.-14 Απρ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 72). γ)Στους συνταξιούχους του Ταμείου καταβάλλεται κάθε έτος μία μηνιαία σύνταξη ως δώρο Χριστουγέννων, μισή μηνιαία σύνταξη ως δώρο Πάσχα και μισή μηνιαία σύνταξη ως επίδομα αδείας. Τα δώρα που καταβάλλονται για τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα συμψηφίζωνται με εκείνα που τυχόν χορηγούνται για τον αυτό λόγο με αλλες διατάξεις ή με Υπουργική απόφαση. Η πρώτη φραστική περίοδος και οι περιπτ. α, β και γ αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 60/24 Φεβρ.-1 Μαρτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 28) (Διόρθ. σφαλμ. ΦΕΚ Α΄ 38/30-383). «δ.Στους συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται οικογενειακό επίδομα, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 10% για τον ή την σύζυγο και 5% για κάθε παιδί, της μηνιαίας σύνταξης. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει ο σύζυγος ή η σύζυγος, το πρώτο παιδί δικαιούται το ποσοστό του 10% της μηνιαίας σύνταξης από την ισχύ του Π.Δ. 117/1985». Η περίπτ. δ, όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρ. 1 Π.Δ. 117/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 34), τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 67/5-18 Μαρτ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 27). «ε.Οι συντάξεις που απονέμονται σύμφωνα με τα ανωτέρω, αναπροσαρμόζονται κατά το ποσοστό ή το ποσό των αυξήσεων που χορηγούνται κάθε φορά με οποιαδήποτε μορφή και ονομασία επί των βασικών μισθών και των πάσης φύσεως επιδομάτων, τα οποία χορηγούνται παγίως, μονίμως και διαρκώς, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 περίπτ. β του άρθρου τούτου στους εν ενεργεία ασφαλισμένους του Ταμείου». Η περίπτ. ε, όπως ίσχυε με το Π.Δ. 60/1983, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 170/23-31 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Α΄ 67). ς)Μεταβατικαί διατάξεις. [Αι χορηγούμεναι ήδη συντάξεις μη δυνάμεναι πάντως να υπερβαίνωσι τα 80% των αποδοχών του συνταξιούχου ή δικαιοπαρόχου, κατά το τελευταίον προ της εξόδου εκ της υπηρεσίας 12μήνου, ως αι αποδοχαί αύται αναπροσηρμόσθησαν έκτοτε δια γενικών αυξήσεων, υπόκεινται εις αναθεώρησιν κατά τας διατάξεις της παρ. 1α του παρόντος άρθρου. Εάν η μετά την αναθεώρησιν προκύπτουσα σύνταξις είναι ανωτέρα της ήδη καταβαλλομένης παρέχεται εφεξής η ηυξημένη, εάν δε είναι κατωτέρα της ήδη καταβαλλομένης εξακολουθεί η καταβολή της ήδη παρεχομένης τοιαύτης, της επί πλέον διαφοράς συμψηφιζομένης προς πάσαν μετά την δημοσίευσιν της παρούσης χορηγηθησομένων κατ’ εφαρμογήν της παρ. 1ε, καθ’ οιονδήποτε τρόπον αύξησιν. Κατ’ εξαίρεσιν συντάξεις (περιλαμβανομένων και των επιδομάτων οικογενειακών βαρών) μη υπερβαίνουσαι το ποσόν των δραχ. 3.500 καθίστανται οριστικαί υποκείμεναι εφεξής εις αναπροσαρμογήν κατά τ’ ανωτέρω.] Η παρ. 1 τροποποιηθείσα αρχικώς δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 και 44419/Σ. 356 της 15/24 Ιουλ. 1957, αποφάσεων Υπουργού Εργασίας, αντικατεστάθη είτα ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71114/0339 της 25 Νοεμ./5 Δεκ. 1958 ομοίας. Το εδάφ. ς΄ κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 86848/Σ. 736 της 20 Ιαν./6 Φεβρ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 42) αποφ. Υπ. Εργ. από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ταύτης. (Αντί για τη σελ. 1079(δ) Σελ. 1079(ε) Τεύχος 1326 Σελ. 95 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 «2.Στους ασφαλισμένους που εξέρχονται από την υπηρεσία λόγω ασθενείας και είναι ανίκανοι, για την υπηρεσία την οποία πρέπει να παρέχουν, χορηγείται μηνιαία σύνταξη που αντιστοιχεί στα 40% των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους, εφόσον κατά το χρόνο της αποχώρησης τους έχουν συμπληρώσει χρόνο πραγματικής ασφάλισης από 12 έως 15 έτη. Στους ασφαλισμένους που εξέρχονται από την υπηρεσία λόγω ασθενείας και είναι ανίκανοι για κάθε εργασία χορηγείται μηνιαία σύνταξη που αντιστοιχεί στα 80% των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει 25 ετών συνολικού συντάξιμου χρόνου ασφάλισης, η οποία μειώνεται κατά 2% των αποδοχών αυτών για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας που υπολείπεται των 25 ετών με τους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου. Στους ασφαλισμένους που εξέρχονται από την υπηρεσία λόγω ατυχήματος, που προέρχεται από βίαιο συμβάν στην εργασία ή εξ αφορμής αυτής και είναι ανίκανοι για κάθε εργασία, χορηγείται μηνιαία σύνταξη που αντιστοιχεί στα 80% των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 25 ετών συνολικού συντάξιμου χρόνου ασφάλισης, η οποία μειώνεται κατά 1% των αποδοχών αυτών για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας που υπολείπεται των 25 ετών, με τον περιορισμό της προηγούμενης παραγράφου. Στους ασφαλισμένους που εξέρχονται από την υπηρεσία λόγω ατυχήματος που προέρχεται από βίαιο συμβάν στην εργασία ή εξ αφορμής αυτής και είναι ανίκανοι για την εργασία την οποία πρέπει να παρέχουν, χορηγείται μηνιαία σύνταξη που αντιστοιχεί στα 30% των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 8 έως 11 ετών χρόνου πραγματικής ασφάλισης και 40% των ως άνω αποδοχών, εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 12 έως 15 ετών πραγματικής ασφάλισης». 3.Στους δικαιούχους θανόντος ασφαλισμένου χορηγείται μηνιαία σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού, που υπολογίζεται στα 80% των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του μετά τη συμπλήρωση 30 ετών συντάξιμου χρόνου ασφάλισης η οποία μειώνεται κατά 2% των αποδοχών τούτων για κάθε έτος που υπολείπεται των 30 ετών, με τους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου. Εάν ο θάνατος προέρχεται από βίαιον συμβάν στην εργασία ή εξ αφορμής αυτής η σύνταξη υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 εδάφ. β του παρόντος άρθρου». Οι παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 1 Π.Δ. 60/24 Φεβρ.-1 Μαρτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 28) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 38/30-3-83). Σελ. 1080(ε) Τεύχος 1326 Σελ. 96 4.Εις τους οικειοθελώς αποχωρούντας και δικαιουμένους κατά τας διατάξεις του παρόντος συντάξεως, η παρεχομένη σύνταξις περιορίζεται κατά το 1% ταύτης δι’ έκαστον έτος επί έλασσον της 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, προκειμένου περί ησφαλισμένου ή της 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας προκειμένου περί ησφαλισμένης. 5.Δεν νοείται ως οικειοθελής αποχώρησις η πραγματοποιουμένη κατά τας διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ, μετά συμπλήρωσιν 35ετούς πραγματικής παρ’ αυτώ υπηρεσίας». Αι παρ. 2-5 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας, δι’ ης εγένετο και η εν συνεχεία αρίθμησις των επομένων παραγράφων, αίτινες έλαβον τους εν τω κειμένω αριθμούς. 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) Εν περιπτώσει καθ’ ην κατ’ εφαρμογήν των γενικών περί συνταξιοδοτήσεως και αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας διατάξεων, προκύπτει δια τον ένεκα μερικής ή ολικής ανικανότητος λόγω νόσου αποχωρούντα της υπηρεσίας ησφαλισμένον, σύνταξις ευνοϊκωτέρα, τυγχάνουν εφαρμογής ως επικρατέστεραι αι διατάξεις αύται. Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 29328/ Σ. 691 της 3/17 Μαΐου 1955 αποφ. Υπουργού Εργασίας. «7.Εις τον συνταξιούχον εξ ιδίου δικαιώματος, έχοντα ανάγκην λόγω της σωματικής ή διανοητικής του καταστάσεως, της συνεχούς επιβλέψεως και βοηθείας τρίτου προσώπου (καθολική αναπηρία) παρέχεται επίδομα μηνιαίον ίσον προς το 30πλάσιον του εκάστοτε βασικού ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου του προβλεπομένου υπό των γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η ύπαρξις ή μη της καθολικής αναπηρίας κρίνεται υπό της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής (ΚΥΕ) του Ταμείου». Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 723/30 Ιουλ.-9 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 181). «8.Εις τους πάσης φύσεως συνταξιούχους του Ταμείου, τους δικαιουμένους συντάξεως κατά την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους, παρέχεται προσθέτως το ήμισυ της μηνιαίας συντάξεως του μηνός τούτου και εφ’ όσον δεν εδικαιώθησαν του επιδόματος δια το αυτό έτος εκ της ενεργού υπηρεσίας των. Το άνω επίδομα χορηγείται, εφ’ όσον υφίσταται προς τούτο οικονομική δυνατότης του Ταμείου». Η παρ. 10, που προστέθηκε από την παρ. 2 της 45654/2373/13-20 Μαΐου 1965 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 337) έλαβε τον αριθ. 8 και τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 717/3-9 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 176). 8.Προς υπολογισμόν των υπό του παρόντος καθοριζομένων συντάξεων, εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 1784/1942 «περί καθορισμού τρόπου υπολογισμού συντάξεων οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως» της αναγωγής των προκυπτόντων ποσών γενομένης κατ’ εφαρμογήν του συντελεστού του ισχύοντος δια την αναγωγήν των εκάστοτε αντιστοίχων βασικών αποδοχών των ησφαλισμένων. Τα ούτω προκύπτοντα ποσά συντάξεων δύνανται να επαυξάνωνται μέχρι του διπλασίου δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου προκειμένου περί συνταξιούχων δικαιοδόχων ησφαλισμένων εκτελεσθέντων κατά την εχθρικήν Κατοχήν ή θανόντων εξ ατυχημάτων ή κακώσεων ή κακουχιών επελθόντων διαρκούντος του στασιαστικού κινήματος του Δεκεμβρίου 1944 ή της Κομμουνιστικής Ανταρσίας εκ γεγονότων συνδεομένων οπωσδήποτε προς το κίνημα ή την ανταρσίαν μη οφειλομένων πάντως εις άμεσον ή έμμεσον συμμετοχήν του παθόντος εις αυτά εναντίον του Κράτους. Η ανωτέρω παρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 8620/Σ. 146 της 16/17 Φεβρ. 1951 αποφ. Υπουργού Εργασίας. 9.Εις τας περιπτώσεις ανακαθορισμού ή αναθεωρήσεως των συντάξεων της κατά την διαδικασίαν της παρ. 4 του άρθρ. 23 υποβαλλομένων εις επανεξέτασιν συνταξιούχων εκ λόγων υγείας, ευρίσκουν εφαρμογήν αι ανωτέρω διατάξεις. Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 29328/ Σ. 691 της 3/17 Μαΐου 1955 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Συνταξιοδότησις δικαιοδόχων, δικαιοδόχοι Άρθρ.20.-Εις περίπτωσιν θανάτου ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει κατά τον χρόνον του θανάτου αυτού 10ετή τουλάχιστον πραγματικήν υπηρεσίαν εν ασφαλίσει ή εις περίπτωσιν θανάτου τούτου εκ βιαίου συμβάντος, επελθόντος εν τη ενασκήσει της υπηρεσίας του, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, καθώς και εις περίπτωσιν θανάτου συνταξιούχου δικαιούνται ασφαλιστικών παροχών αι κάτωθι τάξεις. Η ανωτέρω περίοδος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας. 1.α)Η χήρα σύζυγος, επί ησφαλισμένης δε ο επιζών ανάπηρος και άπορος σύζυγος. β)Τα άγαμα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα και επί ησφαλισμένης τα νόθα) γ)Η χήρα μήτηρ. Αι εν τη πρώτη τάξει αναφερόμεναι κατηγορίαι συντρέχουν. 2.Η μήτηρ ή ο ανάπηρος και άπορος πατήρ. 3.Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί ή αδελφαί. 4.Περί της υπάρξεως ή μη της απορίας αποφαίνεται, κατ’ απόλυτον κρίσιν, το Δ. Συμβούλιον, όπερ και καθορίζει τα υποβλητέα προς τούτο δικαιολογητικά. Εκάστη τάξις των δικαιούχων αποκλείει την επομένην. «5.Η αναπηρία του επιζώντος συζύγου ή του πατρός του ησφαλισμένου εξετάζεται και βεβαιούται υπό της Κεντρικής Υγειονομικής Επιτροπής (ΚΥΕ) του Ταμείου». Η παρ. 5 προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 1 Π.Δ. 723/30 Ιουλ.-9 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 181). (Αντί για τη σελ. 1080,01(α) Σελ. 1080,01(β) Τεύχος Ε113-Σελ. 93 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) Προϋπόθεσις μεταβιβάσεως δικαιωμάτων εις δικαιοδόχους Άρθρ.21.-1.Η χήρα δικαιούται συντάξεως: Α)Εφ’ όσον δεν είχεν διαζευχθή μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως, και ο γάμος έλαβε χώραν, τουλάχιστον έν έτος προ του θανάτου αυτού, πλην αν: α)Ο θάνατος επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα, κατά τον χρόνον του θανάτου, τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. δ)«Η χήρα δεν δικαιούται συντάξεως εάν ο θανών ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός εάν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α΄, β΄ και γ΄ αναφερομένων». Το εδάφ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια Β.Δ. 596 της 4/23 Οκτ. 1967 (ΦΕΚ Α΄ 182). 2.Προς την χήραν εξομοιούται και ο ανάπηρος ή ο συμπληρώσας το 60 έτος της ηλικίας του και άπορος χήρος. 3.Τα υπό του ησφαλισμένου συντηρούμενα τέκνα (τα νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα ή επί ησφαλισμένης νόθα) δικαιούνται συντάξεως. Η υιοθεσία δέον να έχη λάβει χώραν τουλάχιστον πέντε έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως εις τον θετόν γονέα, πλην αν ο θάνατος επήλθε συνεπεία βιαίου συμβάντος, οπότε δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο εν τω μεταξύ χρόνος. 4.Η χήρα μήτηρ δικαιούται συντάξεως εφ’ όσον, συμβιούσα μετά του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, συνετηρείτο παρ’ αυτού και είναι αποδεδειγμένως άπορος. 5.Οι γονείς δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον είναι άποροι η δε συντήρησις αυτών εβάρυνε τον θανόντα. Ως ανάπηρος θεωρείται και ο πατήρ αποθανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ο συμπληρώσας το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του. 6.Οι αδελφοί ή αδελφαί δικαιούνται παροχών, υφ’ ας προϋποθέσεις και οι εν τη παρ. 5 του παρόντος αναφερόμενοι δικαιοδόχοι. 7.Η εις τα πρόσωπα εκάστης τάξεως δικαιοδόχων απονεμηθείσα σύνταξις, εάν μεταγενεστέρως παύση οπωσδήποτε να χορηγήται αυτοίς, δεν μεταβιβάζεται εις τα πρόσωπα της επομένης τάξεως. 8.Θεωρείται ότι υπάρχει συμβίωσις και εάν δια σοβαρούς λόγους, κρινομένους υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, τα εν λόγω πρόσωπα δεν διαμένουν υπό την αυτήν στέγην. Περιοδικαί παροχαί δικαιοδόχων Άρθρ.22.-1.Η εις χήραν (χήρον) χορηγουμένη σύνταξις ισούται προς 60% της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο αποθανών ησφαλισμένος. 2.Εις την χήραν μεθ’ ενός τέκνου τα 80% της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο αποθανών ησφαλισμένος. 3.Εις την χήραν μετά πλειόνων τέκνων χορηγούνται τα 90% της συντάξεως, το δε επί πλέον δε της συντάξεως της χήρας κατανέμεται μεταξύ των τέκνων εις ίσας μερίδας. 4.Εις τέκνον ορφανόν και εξ αμφοτέρων των γονέων ή εις περίπτωσιν καθ’ ην ο γονεύς δεν δικαιούται, δι’ οιονδήποτε λόγον, συντάξεως, η χορηγουμένη σύνταξις ισούται προς τα 50% της συντάξεως, ην ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο αποθανών ησφαλισμένος. Εν περιπτώσει δύο τέκνων η σύνταξις τούτων ορίζεται εις τα 70% της συντάξεως του θανόντος, κατανεμομένης μεταξύ των, εις την περίπτωσιν πλειόνων των δύο τέκνων, εις 90% της συντάξεως του θανόντος κατανεμομένης μεταξύ των εις ίσας μερίδας. Η εις την χήραν μητέρα χορηγουμένη σύνταξις ισούται εάν μεν αύτη συντρέχη μετά της χήρας και των τέκνων, προς 20% της συντάξεως, ην θα ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο αποθανών ησφαλισμένος, εάν μετά τέκνων μόνον ή άνευ τοιούτων, εις 50% της εν λόγω συντάξεως. Εις ην περίπτωσιν χήρα μητέρα συντρέχει μετά της χήρας συζύγου και των τέκνων, το δε ποσοστόν της συντάξεως απάντων υπερβαίνει το υπό του παρόντος οριζόμενον ανώτατον όριον εξ 90%, το δε εις έκαστον αναλογούν ποσοστόν συντάξεως μειούται αναλόγως. 5.Η εις έκαστον γονέα χορηγουμένη σύνταξις ισούται προς 25% της συντάξεως ήν ελάμβανεν ο συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο αποθανών ησφαλισμένος. Επιβιούντος όμως, ενός των γονέων, η εις αυτόν χορηγουμένη σύνταξις ισούται προς τα 40% της άνω συντάξεως. 6.Τα εν τη προηγουμένη παραγράφω του παρόντος αναφερόμενα ισχύουν και δια την περίπτωσιν της συνταξιοδοτήσεως των αδελφών. Εις περίπτωσιν όμως, καθ’ ην συντρέχουν πλείονες του ενός, το ανώτατον όριον της συντάξεως απάντων ορίζεται εις 50% κατανεμόμενον μεταξύ τούτων εις ίσας μερίδας. 7.Εν περιπτώσει μεταβολής του αριθμού των δικαιουμένων προσώπων προερχομένης εκ γάμου, ενηλικιώσεως των ορφανών ή αδελφών, θανάτου κλπ. ενεργείται αναπροσαρμογή της συντάξεως των λοιπών δικαιουμένων προσώπων, εντός των καθοριζομένων ποσοστών συντάξεως ενός εκάστου. (Αντί για τη σελ. 1081(α) Σελ. 1081(β) Τεύχος Ε113-Σελ. 95 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 Απώλεια και διακοπή δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.23.-1.Στερούνται του δικαιώματος συντάξεως: α)Η χήρα ερχομένη εις δεύτερον γάμον. β)Τα άρρενα τέκνα και αδελφοί, άμα τη συμπληρώσει του εικοστού πρώτου έτους της ηλικίας των, και προ τούτου, άμα τη τελέσει του γάμου των, εξαιρούνται όμως και τα θήλεα τέκνα και αι αδελφαί, ανεξαρτήτως ηλικίας, εφ’ όσον παραμένου άγαμοι. Εξαιρετικώς η σύνταξις συνεχίζεται και πέραν των ανωτέρω ορίων της ηλικίας επί αρρένων μεν μέχρι του 23 έτους της ηλικίας των, συμπεριλαμβανομένου, εις περίπτωσιν σπουδών αυτών, καθιστώσης ταύτα ανίκανα προς πάσαν εργασίαν. Η διαπίστωσις της αναπηρίας ή σωματικής ή πνευματικής νόσου τούτων, ενεργείται υπό της υπό του άρθρ. 18 του παρόντος προβλεπομένης Επιτροπής. γ)Η χήρα μήτηρ του ησφαλισμένου, ερχομένη εις δεύτερον γάμον. 2.Διακόπτεται η παροχή συντάξεως, εις συνταξιούχον, προσλαμβανόμενον εκ νέου εις την υπηρεσίαν της ΑΕΤΕ, οποτεδήποτε και υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα, επί μισθώ, αντιμισθία, ή αποζημιώσει, εφ’ όσον διαρκεί η παρά τη ΑΕΤΕ υπηρεσία του, ήτις προσμετράται εις τον προγενέστερον συντάξιμον χρόνον υπηρεσίας αυτού. Ησφαλισμένος απολυθείς της υπηρεσίας και δικαιωθείς συντάξεως, αναδιοριζόμενος δε (κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, νομοθετικής ρυθμίσεως κλπ.) παρά τη ΑΕΤΕ, πλην της απωλείας του δικαιώματος της ης ετύγχανε συντάξεως, υποχρεούται, όπως εντός μηνός από του επαναδιορισμού του, επιστρέψη το καταβληθέν παρά του Ταμείου ποσόν, λόγω συντάξεως εφ’ όσον τω κατεβλήθησαν παρά της ΑΕΤΕ εις το ακέραιον πάσαι αι αποδοχαί του, δι’ ον χρόνον παρέμεινεν εκτός υπηρεσίας. Άλλως ούτος θεωρείται ως το πρώτον διοριζόμενος παρά τη ΑΕΤΕ και ο χρόνος ασφαλίσεως αυτού υπολογίζεται από της χρονολογίας του επαναδιορισμού του. Εν περιπτώσει μερικής αποζημιώσεως, υποχρεούται ούτος εις επιστροφήν εξοφληθεισών συντάξεων τόσων μηνών εις όσους αναλογεί η αποζημίωσις, επί τη βάσει των συνταξίμων απολαβών του τελευταίου μηνός της συνταξιοδοτήσεως. Ο εις την επιστροφήν εξοφληθεισών συντάξεων αντιστοιχών χρόνος θεωρείται συντάξιμος, υποχρεουμένου του ασφαλισμένου να καταβάλη επί τόκω, οριζομένω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και μη δυναμένω να υπερβαίνη το ήμισυ του εκάστοτε ισχύοντος νομίμου τόκου, τας κεκανονισμένας εισφοράς, επί τη βάσει των συνταξίμων απολαυών του, κατά τον αναδιορισμόν του, είτε εφ’ άπαξ είτε δια μηνιαίων δόσεων, ληγουσών εντός διετίας από του αναδιορισμού του, της ΑΕΤΕ καταβαλλούσης τας αντιστοίχους εισφοράς. Σελ. 1082(β) Τεύχος Ε113- Σελ. 96 Συνταξιούχος, αποζημιούμενος οπωσδήποτε υπό της ΑΕΤΕ, χωρίς να αναδιορισθή παρ’ αυτή, υποχρεούται να επιστρέψη εις το Ταμείον εξοφληθείσας συντάξεις τόσων μηνών, εις όσους αναλογεί η ληφθείσα αποζημίωσις, επί τη βάσει των συνταξίμων απολαυών του τελευταίου μηνός της συνταξιοδοτήσεως. Τα ως άνω ισχύουν κατ’ αναλογίαν και δια τους τυχόν απολυομένους, τυχόντας επιστροφής μέρους ή όλου του ατομικού λογαριασμού των και επαναδιοριζομένους. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν προκειμένου περί αποζημιώσεως, βάσει του Νόμου «περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας». Κατά τας περιπτώσεις των εδαφ. 4 και 5 της παρούσης παραγράφου, η ΑΕΤΕ υποχρεούται, τη αιτήσει του Ταμείου, να παρακρατήση εκ του ποσού της καταβληθησομένης αποζημιώσεως εις τον ησφαλισμένον ή συνταξιούχον, ποσόν ίσον προς το καταβληθέν υπό του Ταμείου, λόγω συντάξεως. Εν εναντία περιπτώσει, δικαιούται το Ταμείον να παρακρατήση το ποσόν τούτο εκ της εφεξής καταβλητέας συντάξεως. 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) ΄Εννοια πραγματικού και συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας Άρθρ.24.-«1.Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησφαλισμένου διακρίνεται: α)Εις πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν εν ασφαλίσει και β)Εις συντάξιμον υπηρεσίαν εκ αναγνωρίσεως (εξαγοράς). 2.Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία εν ασφαλίσει υπολογίζεται: α)Ο χρόνος από της προσλήψεως του ησφαλισμένου εις την υπηρεσίαν ενός των εργοδοτών, εφ’ όσον πράγματι κατεβλήθησαν αι εν τω παρόντι Καταστατικόν καθοριζόμεναι και αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον υπέρ του Ταμείου εισφοραί αυτού και του εργοδότου. β)Ο χρόνος της ασθενείας ως και της κανονικής ή αναρρωτικής αδείας του ησφαλισμένου, εφ’ όσον δια τον χρόνον τούτον καταβάλλονται υφ’ οιονδήποτε τύπον αι αποδοχαί αυτού, αι οποίαι υπόκεινται εις τας υπό του Καταστατικού καθοριζομένας υπέρ του Ταμείου εισφοράς του εργοδότου και του ησφαλισμένου. γ)Ο χρόνος της εφεδρικής υπηρεσίας, ήτοι ο πέραν του υποχρεωτικού χρόνου θητείας ή εκγυμνάσεως εις τον στρατόν ξηράς, θαλάσσης, αέρος και τα σώματα ασφαλείας, συμφώνως τω οικείω φύλλω μητρώου στρατολογίας εφ’ όσον καταβληθούν καθοριζόμεναι υπέρ του Ταμείου ασφαλιστικαί εισφοραί εργαζομένου και εργοδότου και δεν έχει υπολογισθή δια την ασφάλισιν παρ’ ετέρω Ασφαλιστικώ Οργανισμώ κυρίας ασφαλίσεως ή τω Δημοσίω, υπό του οποίου εχορηγήθη ή μέλλει να χορηγηθή σύνταξις. Ο χρόνος ούτος της εφεδρικής υπηρεσίας δεν δύναται να υπερβαίνει την 5ετίαν, ο υπολογισμός του δε δια την θεμελίωσιν συνταξιοδοτικού δικαιώματος δύναται να λάβη χώραν μόνον μετά την συμπλήρωσιν υπό του ησφαλισμένου 15ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας ή εν περιπτώσει θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος προ της συμπληρώσεως 15ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας μετά την συμπλήρωσιν του απαραιτήτου χρόνου κατά περίπτωσιν προς θεμελίωσιν συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως, λόγω παραιτήσεως η αναγνώρισις χωρεί μόνον μετά την συμπλήρωσιν 25ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. 3.Προκειμένου περί των εφεξής προσλαμβανομένων, ο υπολογισμός ως πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας του υπό της περιπτ. γ της προηγουμένης παραγράφου και της παρ. 5 προβλεπομένου χρόνου, ενεργείται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένης μετά των νομίμων δικαιολογητικών εντός ετησίας αποκλειστικής προθεσμίας από της εισόδου εις την ασφάλισιν, η δε καταβολή των εισφορών γίνεται βάσει των αποδοχών των ησφαλισμένων, ως αύται ορίζονται υπό της παρ. 4 του άρθρ. 25 του Καταστατικού. 4.Δια τους εν υπηρεσία τελούντας, κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως του Π.Δ. 670/74, ησφαλισμένους του Ταμείου, αι σχετικαί περί αναγνωρίσεως ως πραγματικής συνταξίμου της κατά τα ανωτέρω εφεδρικής υπηρεσίας, ως και της τοιαύτης της παρ. 5 του παρόντος υποβληθείσαι και εκκρεμείς ούσαι ή απορριφθείσαι και εκκρεμείς ούσαι ή απορριφθείσαι ή ακυρωθείσαι λόγω μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, ως και αι υποβληθησόμεναι εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος αιτήσεις, μετά των οικείων δικαιολογητικών, θεωρούνται ισχυραί ως αιτήσεις αναγνωρίσεως της εφεδρικής υπηρεσίας και της κατά την παρ. 5 τοιούτης ως πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας, η δε καταβολή των εισφορών εργαζομένου και εργοδότου παρ’ εκάστου των υποχρέων θέλει πραγματοποιηθεί βάσει των αποδοχών των ησφαλισμένων συμφώνως τη παρ. 4 του άρθρ. 25 του Καταστατικού. 5.Ως πραγματική συντάξιμος κατά τα ανωτέρω υπηρεσία λογίζεται και η υπηρεσία των εξ ανακατατάξεως, των εθελοντών και των υπηρετησάντων ως μονίμων». Το άρθρ. 24 συμπληρώθηκε ως ανωτέρω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 723/30 Ιουλ.-9 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 181). Αναγνώρισις προϋπηρεσίας Άρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των κατά το άρθρ. 14 του παρόντος προσώπων και των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα κατά των κινδύνων αναπηρίας, εις ην περιλαμβάνονται και αι εις χρήμα παροχαί του ατυχήματος εν τη εργασία, γήρατος και θανάτου. Σύνθεσις του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.25.-«1.Ως συντάξιμος υπηρεσία εξ αναγνωρίσεως λογίζεται: α)Ο χρόνος της πραγματικής υπηρεσίας παρά τω Ελληνικώ Δημοσίω ή παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή παρ’ Ανωνύμω Εταιρεία ή Τραπέζη, β)ο χρόνος υπηρεσίας ησφαλισμένων Ελληνικής Εθνικότητος διανυθείσης εν Τουρκία, Δωδεκανήσω, Βορείω Ηπείρω και Κύπρω ως και υπηρεσίας διανυθείσης αλλαχού παρ’ Ελληνική Επιχειρήσει της οποίας η έδρα ευρίσκεται εν Ελλάδι εφ’ όσον αύτη δεν υπελογίσθη παρ’ άλλω Οργανισμώ κυρίας ασφαλίσεως δια την απονομήν παροχών. «γ)Ο χρόνος πρακτικής άσκησης, κατά τη διάρκεια της φοίτησης των διπλωματούχων αδελφών νοσοκόμων επισκεπτριών αδελφών και μαιών στις οικείες Σχολές, από τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους, αν το πτυχίο χρησίμευσε σαν προσόν διορισμού στην υπηρεσία, από την οποία απομακρύνθηκαν και έχουν θεμελιώσει δικαίωμα συντάξεως στο Ταμείο. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ο προσμετρούμενος χρόνος ορίζεται: αα)Σε 3 1/2 έτη για τις απόφοιτες των Σχολών Επισκεπτριών Αδελφών τετραετούς φοίτησης και Μαιών μέχρι και του έτους 1977. ββ)Σε 3 έτη για τις Αδελφές Νοσοκόμους Τριετούς φοίτησης και επισκέπτριες Αδελφές απόφοιτες αντίστοιχων Σχολών μέχρι και του έτους 1955. γγ)Σε 2 1/2 έτη για τις απόφοιτες των Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων ετών 1956-1973, ε(Αντί για τη σελ. 1083(ζ) Σελ. 1083(η) Τεύχος Η42-Σελ. 95 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 πισκεπτριών Αδελφών, ετών 1956-1974 και Μαιών έτους 1978 και μετά. δδ)Σε 2 έτη για τις απόφοιτες των Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων τριετούς φοίτησης έτους 1974 και μετά και εε)Σε ένα (1) έτος για τις απόφοιτες των Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων ΚΑΤΕΕ Υπουργείου Παιδείας και Βοηθών Νοσοκόμων μονοετούς ή διετούς φοίτησης. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής, εφαρμόζονται και για όσες εξήλθαν ήδη από την Υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Π.Δ/τος καθώς και τα μέλη οικογενείας τους που δικαιούνται σύνταξη από το Ταμείο λόγω θανάτου, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα σε προθεσμία ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος Π.Δ/τος τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία πλήρους εξόφλησης της οφειλής. Σαν αποδοχές για τον υπολογισμό της οφειλής από την εξαγορά των συνταξιούχων λαμβάνονται υπόψη οι συντάξιμες αποδοχές του βαθμού εξόδου, όπως αυτές θα έχουν αναπροσαρμοσθεί με τις γενικές αυξήσεις μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. δ)Ο χρόνος της αναρρωτικής ή εκπαιδευτικής ή άλλης άδειας χωρίς αποδοχές, με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος της άδειας αυτής, υπολογίζεται στους εργοδότες σαν χρόνος πραγματικής υπηρεσίας». Οι περιπτ. γ και δ προστέθηκαν από τη παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 428/28 Αυγ.-10 Σεπτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 149). 2.Το δικαίωμα αναγνωρίσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον χρόνου, δεν δύναται να ασκηθή προ της συμπληρώσεως 5ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας. Εκ του χρόνου τούτου αναγνωρίζεται η μεν πρώτη πενταετία πλήρης, η δευτέρα κατά τα 3/5 και ο πέραν ταύτης χρόνος κατά τα 2/5 του συνολικώς αναγνωριζομένου χρόνου. Το σύνολον του αναγνωριζομένου χρόνου εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή τον χρόνον της πραγματικής υπηρεσίας ούτε τα 10 εν συνόλω έτη. Ο κατά το προηγούμενον εδάφιον περιορισμός του αναγνωριζομένου χρόνου δεν ισχύει προκειμένου περί χρόνου υπηρεσίας παρασχεθείσης εν Δωδεκανήσω προ της προσαρτήσεως. «3.Για την αναγνώριση του χρόνου που ορίζεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α)Να μην έχει υπολογισθεί για την ασφάλιση σε άλλον ασφαλιστικό Οργανισμό Κύριας Ασφαλίσεως ή στο Δημόσιο, απ’ όπου χορηγήθηκε ή πρόκειται να χορηγηθεί σύνταξη. β)Να έχει υποβληθεί στο Ταμείο αίτηση του ενδιαφερομένου. γ)Να βεβαιώνεται με επίσημα έγγραφα τα οποία πρέπει να κατατεθούν στο Ταμείο με την αίτηση μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή της. Σελ. 1084(η) Τεύχος Η42-Σελ. 96 δ)Να ληφθεί ειδική απόφαση από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας. 4.Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται (αναλογία εργοδότη και ασφαλισμένου) για την αναγνώριση του χρόνου που ορίζεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, υπολογίζονται στο μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό τον οποίο είχε ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, όπως ο μισθός αυτός αναπροσαρμόσθηκε, συνέπεια γενικών αυξήσεων, μέχρι του χρόνου εξόφλησης των εισφορών (εφάπαξ) ή της καταβολής της πρώτης δόσης». Οι παρ. 3 και 4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 1 Π.Δ. 428/28 Αυγ.-10 Σεπτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 149). 5.Η αναγνώρισις της προϋπηρεσίας γίνεται εντός εξαμήνου από της συμπληρώσεως πενταετούς υπηρεσίας δια το σύνολον της αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας, έστω και αν αύτη υπερβαίνη την πενταετίαν. Η προκύψασα οφειλή ασφαλιστικής εισφοράς (αναλογία εργαζομένου και εργοδότου) καταβάλλεται εφ’ άπαξ. Κατ’ εξαίρεσιν το ποσόν της εξαγοράς δύναται να παρακρατήται τμηματικώς, εις μηνιαίας δόσεις, μέχρις 60 κατ’ ανώτατον όριον, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. κρίνοντος κατά περίπτωσιν. Εάν η τμηματική παρακράτησις πραγματοποιήται μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως η καθοριζομένη δόσις δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% της καταβαλλομένης συντάξεως». Το άρθρ. 25 αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εν συνεχεία δια του Β.Δ. 4 της 20 Δεκ. 1968/7 Ιαν. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 1) και του Β.Δ. 52 της 20/31 Ιαν. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 16). Αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 του Π.Δ. 599 της 7/13 Ιουλ. 1977 (ΦΕΚ Α΄ 195). 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) Δικαιούμενοι εις εφ’ άπαξ παροχήν και καθορισμός αυτής Άρθρ.26.-1.Εις αποζημίωσιν απονεμομένην εφ’ άπαξ δικαιούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρ. 8 του Α.Ν. 694/1937: α)Ο οικειοθελώς αποχωρών της υπηρεσίας της ΑΕΤΕ ησφαλισμένος, ανεξαρτήτως ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσε 2ετή πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν εν ασφαλίσει, λαμβάνει τας προσωπικάς εισφοράς αυτού επί τόκω καθοριζομένω υπό του Δ. Συμβουλίου και μη δυναμένω να υπερβαίνη τα 2/3 του τόκου, ον απελάμβανε το Ταμείον εκ της τοποθετήσεως των εις δραχμάς κεφαλαίων αυτού παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, συμφώνως τω Νόμω. Εις τας διατάξεις του παρόντος εδαφίου υπάγεται και η περίπτωσις της δυνάμει των παρά τη ΑΕΤΕ εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων πειθαρχικού δικαίου οριστικής απολύσεως του προσωπικού, δι’ αδικαιολόγητον απουσίαν. β)Ο αποχωρών της υπηρεσίας του ΟΤΕ ησφαλισμένος λόγω καταργήσεως θέσεως ή απολύσεώς του, βάσει των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ ή εξ άλλων υπηρεσιακών λόγων πλην της απολύσεως δι’ αδικαιολόγητον απουσίαν, προ της συμπληρώσεως συνταξίμου υπηρεσίας, λαμβάνει τον ατομικόν του λογαριασμόν, επί τόκω καθοριζομένω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ως άνω. Ως ατομικός λογαριασμός θεωρείται η εισφορά του εργαζομένου και η εργοδοτική τοιαύτη. Δεν περιλαμβάνεται εις τον ατομικόν λογαριασμόν ο πρώτος μισθός και ο μισθός λόγω γάμου οίτινες κατά πάσαν περίπτωσιν καταπίπτουσιν υπέρ του ΤΑΠ-ΟΤΕ. Το εδάφ. β΄ της παρ. 1 τροποποιηθέν αρχικώς δια της υπ’ αριθ. 44419/Σ. 356 της 15/24 Ιουλ. 1957 απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη είτα ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71114/0339 της 25 Νοεμ./5 Δεκ. 1958 ομοίας. «γ)Εις τους αποχωρούντας της υπηρεσίας λόγω νόσου ή ατυχήματος προ της συμπληρώσεως του εν άρθρ. 16 παρ. Γ΄ προβλεπομένου χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας καταβάλλεται ο ατομικός λογαριασμός, προσηυξημένος κατά το 1/10 δι’ έκαστον έτος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας εφ’ όσον ούτοι δεν δικαιούνται συντάξεως παρ’ ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου. Η ανωτέρω διάταξις ισχύει και δια τους δικαιοδόχους θανόντος ησφαλισμένου, υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις.» Το εδάφ. γ΄ και η πρώτη περίοδος του εδαφ. δ΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. δ)Η εφ’ άπαξ παροχή καθορίζεται κατά τα ως άνω υπό στοιχείον β΄ οριζόμενα, η δε κατανομή αυτής, μεταξύ πλειόνων δικαιουμένων τοιαύτης, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 22 του παρόντος Καταστατικού. Οι εκ των ησφαλισμένων παρέχοντες οπωσδήποτε τας υπηρεσίας των προς την ΑΕΤΕ και αμειβόμεναι δια παγίων περιοδικών αποδοχών, ίνα τύχωσι των κατά τ’ ανωτέρω οριζομένων ασφαλιστικών παροχών, δέον απαραιτήτως να έχωσι πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, δικαιούμενοι, εν εναντία περιπτώσει, μόνον εις επιστροφήν των ατομικών εισφορών των ατόκως (άρθρ. 4 παρ. 2 Α.Ν. 1718/1939). «ε)Οι υπό του ΟΤΕ αναληφθέντες παρά του κράτους και αποχωρούντες οικειοθελώς μετά συμπλήρωσιν της απαιτουμένης προς συνταξιοδότησίν των εκ του Δημοσίου υπηρεσίας, αναλαμβάνουν τον ατομικόν των λογαριασμόν». Το εντός « » εδάφ. ε΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 26130/Σ. 277 της 30/30.4.1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί της σελ. 1084,01) Σελ. 1084,01(α) Τεύχος 679-Σελ. 123 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 39.Μ.α.3 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) Συνταξιοδότησις Άρθρ.27.-1.Ο εις σύνταξιν δικαιούμενος οφείλει να υποβάλη εις το Ταμείον αίτησιν, αναγράφουσαν τα στοιχεία, εφ’ ων βασίζει το προς παροχήν συντάξεως δικαίωμά του και συνοδευομένην υπό των οικείων δικαιολογητικών. 2.Ο εις σύνταξιν δικαιούμενος συνταξιοδοτείται αναδρομικώς, αφ’ ης ημέρας παύση οπωσδήποτε μισθοδοτούμενος και υποκείμενος εις κρατήσεις υπέρ του Ταμείου. 3.Οι υποκατάστατοι ησφαλισμένοι, δικαιουμένου συντάξεως ή συνταξιούχου θανόντος, λαμβάνουν την εις αυτούς ανήκουσαν σύνταξιν, από της επιούσης του θανάτου αυτού. 4.Αι συντάξεις καταβάλλονται ως αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις ορίζουν, η δε πληρωμή τούτων γίνεται προς τους δικαιούχους ή τους αντιπροσώπους αυτών, δια νομίμου πληρεξουσίου, επί τη βάσει των ατομικών φυλλαδίων, κατά τα ειδικώτερον υπό του Δ. Συμβουλίου οριζόμενα και επί τη βεβαιώσει, ανά εξάμηνον, της αρμοδίας αρχής, ότι ο δικαιούχος ευρίσκεται εν ζωή και ότι δεν επήλθεν ουδεμία μεταβολή εκ των συνεπαγομένων την διακοπήν της παροχής συντάξεως ή την μείωσιν αυτής. 5.Αι αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου περί χορηγήσεως συντάξεως ή εφ’ άπαξ αποζημιώσεως δέον να εκδίδωνται το βραδύτερον εντός διμήνου από της υποβολής της αιτήσεως μετά των σχετικών πιστοποιητικών. Καθυστερούμεναι εισφοραί Άρθρ.28.-1.Εν περιπτώσει καθ’ ην, ο ησφαλισμένος, αποθνήσκων ή αποχωρών της ΑΕΤΕ τυγχάνει οφειλέτης καθυστερουμένων δόσεων προς το Ταμείον, λόγω δανείου ή λόγω κρατήσεως πρώτου μισθού ή γάμου ή λόγω αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας εν τη ΑΕΤΕ, ή και εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας, αι κατά τον θάνατον ή αποχώρησιν ληξιπρόθεσμοι δόσεις παρακρατούνται εκ της εις τον δικαιούχον χορηγουμένης συντάξεως ή εφ’ άπαξ αποζημιώσεως μετά του από της λήξεως εκάστης των δόσεων τόκου αυτών. Ο τόκος ούτος, μη δυνάμενος να υπερβαίνη τα 2/3 του εκάστοτε ισχύοντος νομίμου τόκου ορίζεται υπό του Δ. Συμβουλίου. 2.Εν περιπτώσει καθ’ ην ο ησφαλισμένος αποθάνει ή αποχωρήσει εκ της ΑΕΤΕ προ της αποπληρωμής των κατά τον χρόνον του θανάτου ή της αποχωρήσεως ληξιπροθέσμων, λόγω δανείου ή αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας εν τη ΑΕΤΕ ή οιασδήποτε άλλης οφειλής, δόσεων, αύται παρακρατούνται εκ της εις τους δικαιούχους καταβαλλομένης συντάξεως ή εφ’ άπαξ αποζημιώσεως. Κατά την πρώτην περίπτωσιν της εκ της συντάξεως παρακρατήσεως, αύτη ενεργείται κατ’ ίσας μηνιαίας δόσεις καθοριζομένας υπό του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. Αι λόγω πρώτου μισθού ή γάμου δόσεις, αι καθιστάμεναι ληξιπρόθεσμοι μετά τον θάνατον ή αποχώρησιν ησφαλισμένου, αποσβέννυνται Πιστοποιητικά δικαιοδόχων προς αναγνώρισιν δικαιωμάτων των Άρθρ.29.-1.Τα υπό των δικαιοδόχων εις τας διαφόρους περιπτώσεις υποβλητέα εις το Ταμείον πιστοποιητικά, εκδιδόμενα υπό των αρμοδίων αρχών, συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις, ως αύται εκάστοτε ισχύουν, προς αναγνώρισιν των δικαιωμάτων αυτών, δια την λήψιν συντάξεως ή εφ’ άπαξ αποζημιώσεως, ορίζονται εν λεπτομερεία παρά του Δ. Συμβουλίου. 2.Τα πιστοποιητικά απορίας δεν είναι δεσμευτικά δια το Ταμείον του Δ. Συμβουλίου αυτού δικαιουμένου να εξετάζη δια παντός τρόπου και ν’ αποφαίνηται, κατ’ απόλυτον κρίσιν εάν πράγματι συντρέχη απορία. Γενικαί υποχρεώσεις ησφαλισμένων Άρθρ.30.-Οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι έχουν την υποχρέωσιν όπως προβαίνουν αμελλητί και άνευ ιδιαιτέρων οχλήσεων εις την υποβολήν πάντων των υπό του Ταμείου αιτουμένων στοιχείων, συμβάλλοντες εις την κανονικήν και αρτίαν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού, ως και εις την εν γένει προαγωγήν του Ταμείου, προς εκπλήρωσιν του σκοπού αυτού. Επένδυσις κεφαλαίου του Ταμείου Άρθρ.31.-Τα κεφάλαια του Ταμείου διατίθενται, τηρουμένων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. 1.Εις αγοράν χρεωγράφων του Δημοσίου, ομολογιών των Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής Κτηματικής και Αγροτικής ή χρωγράφων εν γένει, ων η εξυπηρέτησις είναι ηγγυημένη υπό του Κράτους, ως και εις αγοράν ομολογιών και μετοχών της ΑΕΤΕ. Οι τίτλοι τούτων κατατίθενται προς φύλαξιν παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, αι δε λοιπαί αποδείξεις φυλάσσονται παρά τη υπηρεσία του Ταμείου. 2.Εις αγοράν ακινήτων. Δια την τοιαύτην αγοράν απαιτείται: (Αντί της σελ. 1085) Σελ. 1085(α) 242-081 Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε.(Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) 39.Μ.α.3 α)Απόφασις του Δ. Συμβουλίου, λαμβανομένη δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτού. β)«Εκτίμησις των προκρινομένων κατ’ αρχήν ως καταλλήλων προς αγοράν ακινήτων ενεργουμένη παρ’ εκτιμητικής Επιτροπής αποτελουμένης: α)Εκ του Οικονομικού Εφόρου της περιφερείας εις ην κείται το προς αγοράν ακίνητον ή του νομίμου αναπληρωτού του. β)Εκ του Προϊσταμένου του Γραφείου του Σχεδίου Πόλεως εις ην κείται το προς αγοράν ακίνητον ή του νομίμου αναπληρωτού του. γ)Εξ ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης τη αιτήσει του Ταμείου. Της Επιτροπής προεδρεύει ο εκ των δημοσίων υπαλλήλων αρχαιότερος. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής». Το εδάφ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 44580/Σ. 418 της 16 Ιουν./10 Ιουλ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 260). γ)΄Εγκρισις του Υπουργού Εργασίας. Η έγκρισις θεωρείται δοθείσα αν ο Υπουργός δεν εκδώση την περί τούτου απόφασίν του εντός μηνός από της υποβολής του σχετικού φακέλλου, περιλαμβάνοντος τα περί της αγοράς πρακτικά του Δ. Συμβουλίου, τας εκθέσεις και λοιπά στοιχεία. Ο Υπουρ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.