← Ελλάδα

66. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 18 της 30 Δεκ. 1988/9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α' 8) Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Έχοντας υπό

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και οργανώνει τις διατάξεις που αφορούν το Συμβούλιο της Επικρατείας, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Ελλάδας. Περιγράφει τη δομή, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Ολομέλειας και των Τμημάτων του.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
66. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 18 της 30 Δεκ. 1988/9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α' 8) Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Έχοντας υπόψη: 1.Τη διάταξη του άρθρου 35 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ Α' 268), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1470/1984 (ΦΕΚ Α' 112). 2.Την 8-10, 13, 15/1988 γνωμοδότηση της Ολομέλειας σε συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζουμε: Άρθρο μόνο Κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο, διατυπωμένες στη δημοτική, οι διατάξεις νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος, ως εξής: "ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ - ΟΡΓ ΑΝΩΣΗ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ Άρθρο 7 (άρθρα 10 ν. 702/1977, 7 ν. 1183/1981) Ολομέλεια-Τμήματα 1.Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου ασκούνται από την Ολομέλεια και τα Τμήματα. 2.Τα Τμήματα είναι πέντε (Α.', Β.', Γ .', Δ'. και E'.). Με την παρ. 1 άρθρ. 12 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), κατωτ. αριθ. 71, στα τμήματα του Συμβ. Επικρατείας προστέθηκε και ΣΤ' Τμήμα. Για τις αρμοδιότητές του κάθε τμήματος βλέπε σχετικό άρθρ. 12 ίδιου Νόμ. 2145/93. (άρθρο 11 ν. 702/1977) Σύνθεση Ολομελείας άρθρο 13 άρθρο 10 παρ. 4 " 14 " 11 " 16 " 14 παρ. 1, 2, 3, 4 & 6 " 17 " 15 παρ. 1 " 18 " 18 παρ. 7 " 20 παρ. 1 " 21 παρ. 2 εδ. δ'. " 21 " 25 παρ. 1 " 22 " 30 παρ. 1 έως (Αντί για τη σελ. 104,259(γ) Σελ. 104,259(δ) Τεύχος 1400 Σελ. 29 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 " 23 παρ. 2 " 34 παρ. 4 " 25 " 37 " 26 " 40 " 27 " 45 " 28 " 46 " 29 " 49 παρ. 2 " 30 " 50 παρ. 4 " 31 " 70 " 32 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 " 81 Ε'. Ν. 1183/1981 (ΦΕΚ 191) άρθρο 7 άρθρο 7 παρ. 2 " 9 παρ. 1,2 " 1 " 9 παρ. 3 " 3 παρ. 1 ΣΤ'. Ν.1470/1984 (ΦΕΚ 112) άρθρο 1 παρ. 1 άρθρο 1 " 1 παρ. 2 εδ. " 3 παρ. 1 " 1 παρ.3 " 9 παρ. 1 " 1 παρ.4 " 10 παρ. 1, 2, 3 " 1 παρ.6 " 14 παρ. 5 " 1 παρ. 7 " 14 παρ. 7 " 1 παρ. 8 " 17 παρ. 3 " 2 παρ. 1 " 19 παρ. 1, 2, 3, " 2 παρ. 2 " 25 παρ. 1 " 2 παρ. 3 " 27 παρ. 1 " 2 παρ. 4 " 30 παρ. 6 " 2 παρ. 5 " 34 παρ. 6, 7 " 2 παρ. 6 " 36 παρ. 1, 2 " 2 παρ. 7 " 82 παρ. 1 " 2 παρ. 8 " 39 παρ. 1 " 2 παρ. 9 " 40 " 3 παρ. 1 " 32 παρ. 2 " 3 παρ. 2 " 45 παρ. 4 " 3 παρ. 3 " 46 παρ. 1 " 3 παρ. 4 " 52 παρ. 4 " 4 παρ. 1 " 21 παρ. 4 " 4 παρ. 2 " 53 παρ. 1 εδ. " 4 παρ. 3 " 53 παρ. 3 εδ. " 4 παρ. 4 " 55 " 4 παρ. 5 " 56 παρ. 2 " 5 " 72 Ζ'. Ν. 1478/1984 (ΦΕΚ 145) άρθρο 30 άρθρο 82 παρ. 2 Η΄. Ν.1649/1986 (ΦΕΚ 149) άρθρο 4 παρ. 13 άρθρο 73 Σελ. 104,260(δ) Τεύχος 1400 Σελ. 30 Άρθρ.8.-"1.Η ολομέλεια του Συμβουλίου όταν συνεδριάζει δημόσια, ως δικαστήριο, συντίθεται από τον Πρόεδρο, τους αντιπροέδρους, τους συμβούλους, δύο παρέδρους και το γραμματέα. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται πάντως να παρίστανται οι μισοί συν ένας από το συνολικό αριθμό των μελών της, που έχουν δικαίωμα ψήφου. Ο αριθμός των μελών πρέπει πάντοτε να διατηρείται περιττός. Αν τα προσερχόμενα στη συνεδρίαση μέλη σχηματίζουν άρτιο αριθμό, αποχωρεί ο νεότερος σύμβουλος και αν αυτός είναι εισηγητής στη δικαζόμενη υπόθεση, ο αμέσως αρχαιότερός του, για να διατηρηθεί ο αριθμός περιττός". Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 2."Η ολομέλεια συνέρχεται εν συμβουλίω μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Η σύγκλησή της είναι υποχρεωτική όταν ζητηθεί εγγράφως από το ένα τρίτο των μελών της. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί μέσα σε πέντε ημέρες, εκείνοι που ζήτησαν τη σύγκλησή της μπορούν να συγκαλέσουν την ολομέλεια με αίτησή τους που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη της. Η ολομέλεια συντίθεται από όλα τα μέλη της εκτός από εκείνα που κωλύονται". Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με τα μέσα στα " " άνω εδάφια από την παρ. 2 άρθρ. 3 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α' 230), κατωτ. σελ. 146,07. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Πρέπει, πάντως να παρίστανται οι μισοί συν ένας από το συνολικό αριθμό τους. Ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου που μετέχουν πρέπει να διατηρείται περιττός κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, ανάλογα με τις περιστάσεις, που εκτιμώνται από τον Πρόεδρο, μπορεί να κληθούν να μετάσχουν στη συνεδρίαση και Πάρεδροι με γνώμη συμβουλευτική, καθώς και ο Γραμματέας. Αν δεν παρίσταται ο Γραμματέας,, τα πρακτικά τηρεί εκείνος που τυχόν έχει ορισθεί εισηγητής, διαφορετικά ο νεότερος από τους Συμβούλους ή Παρέδρους που μετέχουν. Άρθρο 9 (άρθρα 9 ν.δ. 170/1973, 12 ν. 702/1977, 1 παρ. 3 ν. 1470/1984) Συγκρότηση Τμημάτων 1.«Με απόφαση της Ολομέλειας εν συμβουλίω που αναρτάται στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας γίνεται η συγκρότηση των Τμημάτων με την κατανομή σε αυτά των μελών του Συμβουλίου και των Παρέδρων.» ("Για την κατανομή λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των αντιπροέδρων και των συμβούλων και ικανοποιούνται υποχρεωτικά κατά σειρά αρχαιότητας. Κατά την κατανομή μπορεί να ορίζονται για κάθε τμήμα και αναπληρωτές σύμβουλοι και πάρεδροι που υπηρετούν σε άλλα τμήματα".) Η Ολομέλεια μπορεί, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να τοποθετεί, μετά από σχετική πρόταση του Προέδρου, Συμβούλους και Παρέδρους σε περισσότερα από ένα Τμήματα συγχρόνως, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Επίσης, μπορεί, όταν κατανέμει το δικαστικό προσωπικό στα Τμήματα, να τοποθετεί, αν συντρέχουν κατά την κρίση της σπουδαίοι λόγοι, αποκλειστικά στο Ε' Τμήμα έως έξι Παρέδρους για δύο το πολύ χρόνια. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 6 Νόμ. 2944/48 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. σελ. 104,411. Το μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο που είχε αντικατασταθεί ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 42 Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α'207) κατωτ. σελ. 146,18, καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 30 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ. 74. «2.Με όμοια απόφαση της Ολομέλειας μπορεί να ανατίθεται σε Αντιπρόεδρο που δεν προΐσταται Τμήματος η άσκηση καθηκόντων αναπλήρωσης Προέδρου Τμήματος». Η παρ. 2 προστέθηκε και οι υπάρχουσες παρ. 2 και 3 αναριθμήθηκαν ως παρ. 3 και 4, από την παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. σελ. 104,411. 3(2).Με όμοια απόφαση μπορεί κατά τη λήξη κάθε δικαστικού έτους να γίνεται ανασυγκρότηση των Τμημάτων με την τοποθέτηση σε άλλο Τμήμα τουλάχιστον ενός Συμβούλου και δύο Παρέδρων. 4(3).Η Ολομέλεια μπορεί να αποφασίζει και την κατανομή των Εισηγητών στα Τμήματα. (Μετά τη σελ. 104,248(ζ) Σελ. 104,24801 Τεύχος 1359 Σελ. 61 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 (άρθρα 13 ν. 702/1977, 1 παρ. 4 ν. 1470/1984) Σύνθεση Τμημάτων Άρθρ.10.-«1.Τα Α', Β', Γ', Δ' και Ε' τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας συνεδριάζουν δημόσια και συντίθενται από τον πρόεδρό τους, δύο συμβούλους και δύο παρέδρους και το γραμματέα (πενταμελής σύνθεση). Κάθε τμήμα συντίθεται από τον πρόεδρό του, τέσσερις συμβούλους, δύο παρέδρους και τον γραμματέα (επταμελής σύνθεση) μόνον όταν εκδικάζει υποθέσεις, που εισάγονται σε επταμελή σύνθεση από τον πρόεδρό του ή παραπέμπονται με απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται λόγος για τριμελή ή πενταμελή σύνθεση νοείται αντίστοιχα ή πενταμελής ή επταμελής». Οι παρ.1, 2 και 3 αντικαταστάθηκαν με την άνω παρ. 1 και η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 2 από τις παρ. 2 και 3 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 2.(4)Όταν ένα Τμήμα καλείται, κατά τις κείμενες διατάξεις, να αποφανθεί ή να γνωμοδοτήσει εν συμβουλίω συντίθεται από τον Πρόεδρό του και τέσσερις Συμβούλους, που ορίζονται μαζί με ισάριθμους αναπληρωτές, το Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους με πράξη του Προέδρου του. Η θητεία των μελών αυτών αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του αμέσως επόμενου έτους. Ανάλογα με τις περιστάσεις, που εκτιμώνται από τον Πρόεδρο του Τμήματος, μπορεί να κληθεί να μετάσχει στη συνεδρίαση και ο Γραμματέας του Τμήματος. Αν δεν παρίσταται ο Γραμματέας, τα πρακτικά τηρούνται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 2. (άρθρο 14 ν. 702/1977) Δικαστικές διακοπές Άρθρ.11.-1.Από την 1η Ιουλίου έως και την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους διακόπτονται οι τακτικές εργασίες του Συμβουλίου. Κατά το διάστημα αυτό λειτουργεί Τμήμα Διακοπών, το οποίο επεξεργάζεται τα διατάγματα, αποφαίνεται επί των αιτήσεων αναστολής και εκδικάζει τις υποθέσεις, που τυχόν κρίνονται ως κατεπείγουσες με πράξη του Προέδρου του ίδιου Τμήματος. Στις διακοπές μετέχουν, εκτός από τα μέλη του Συμβουλίου, οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές. 2.Αν ο αριθμός των Συμβούλων που υπηρετούν στο Τμήμα Διακοπών δεν επαρκεί για να συγκροτηθεί ο αρμόδιος για την εκδίκαση της κατεπείγουσας υπόθεσης σχηματισμός του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Τμήματος καλεί αδιακρίτως τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου για να συμπληρωθεί ο νόμιμος αριθμός. 3.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι κείμενες διατάξεις για τις δικαστικές διακοπές. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 (άρθρο 12, παρ. 1, 2. 3 ν.δ. 170/1973) Γραφείο νομολογίας και έρευνας Άρθρ.12.-1.Στο Συμβούλιο λειτουργεί Γραφείο νομολογίας και έρευνας που υπάγεται στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. 2.Το Γραφείο αυτό διευθύνει ένας Πάρεδρος με τη βοήθεια δύο τουλάχιστον Εισηγητών. Οι παραπάνω ορίζονται από τον Πρόεδρο και υπηρετούν στο Γραφείο, μπορεί να απαλλάσσονται ολικώς ή μερικώς από τα λοιπά καθήκοντά τους για χρονικό διάστημα έως δύο έτη και πάντως εναλλάσσονται εκ περιτροπής κάθε έτος. 3.Το Γραφείο λειτουργεί με προσωπικό της Γραμματείας που προβλέπεται και τοποθετείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 71. (άρθρο 12. παρ. 4 ν.δ. 170/1973) Έργα του Γραφείου νομολογίας και έρευνας Άρθρ.13.-Στο γραφείο νομολογίας και έρευνας ανήκει ιδίως: α)Η συλλογή, ταξινόμηση και ευρετηρίαση του νομολογιακού υλικού καθώς και η σύνταξη δελτίου της νομολογίας. β)Η οργάνωση και λειτουργία της βιβλιοθήκης του Συμβουλίου. γ)Η επιμέλεια για την εκτύπωση των αποφάσεων και των ευρετηρίων τους, καθώς και κάθε άλλης συναφούς έκδοσης. (άρθρα 16 ν. 702/1977, 1 παρ. 6 και 7 ν. 1470/1984) Αρμοδιότητα Ολομελείας και Τμημάτων Άρθρο 1 (άρθρα 1 ν.δ. 170/1973, 1 παρ. 1, περ. α' και β' ν. 691/1977, 9 παρ. 1 και 2 ν. 1183/1981, 1 παρ. 1 ν. 1470/1984). Μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας Μέλη του Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και οι Σύμβουλοι της Επικρατείας. Ο αριθμός των Αντιπροέδρων ορίζεται σε τέσσερις (4) και των Συμβούλων σε τριάντα πέντε (35). Με την περίπτ. Α (α), άρθρ. 15 Νόμ. 1968/1011 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. σελ. 146,15, ορίστηκε ότι από 1.12.1991, οι θέσεις των συμβούλων αυξάνονται κατά 3 και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε 37. Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.65-66 Άρθρ.14.-"1.Με π.δ/τα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της ολομέλειας του Συμβουλίου, καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα καθενός από τα τμήματα Α', Β', Γ', Δ' και Ε'. Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. Η άνω παρ. 1, είχε καταργηθεί από την παρ. 10α, του άρθρ. 12 του Νόμ. 2145/93, κατωτ. αριθ. 71, η οποία παρ. 10α, στη συνέχεια καταργήθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 42 Νόμ. 2172/1616 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. σελ. 146,18. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άρθρ. 42 του ίδιου Νόμ. 2172/93, για την έκδοση των προεδρικών δ/των, που προβλέπονται στο άρθρ. 14 παρ. 1 του ν.δ. 170/1973, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του Νόμ. 702/1977 (άρθρ. 14 παρ. 1 του κωδ. προεδρικού δ/τος 18/1989) και με το άρθρ. 1 παρ. 4 του Νόμ. 1968/1991, απαιτείται σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου". (Αντί για τη σελ. 104,2481) Σελ. 104,2481(α) Τεύχος 1359 Σελ. 63 2.Η Ολομέλεια είναι αρμόδια: α)Για κάθε υπόθεση, την οποία ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εισάγει ενώπιον της λόγω μεγαλύτερης σπουδαιότητας, ιδίως όταν πρόκειται για θέματα γενικότερης σημασίας, ακόμη και αν η υπόθεση έχει εισαχθεί σε Τμήμα. Εισηγητής στην Ολομέλεια ορίζεται Σύμβουλος. β)Για ζήτημα ή υπόθεση που παραπέμπεται ενώπιόν της με απόφαση Τμήματος, πενταμελούς ή επταμελούς σύνθεσης, για τους λόγους του προηγούμενου εδαφίου. Η παραπεμπτική απόφαση επέχει θέση εισήγησης, την οποία αναπτύσσει ο Σύμβουλος που ορίζεται εισηγητής με την ίδια απόφαση. γ)Για υπόθεση που παραπέμπεται ενώπιόν της κατά την παράγραφο 6 του παρόντος. 3.Η Ολομέλεια, όταν επιλαμβάνεται κατ' εφαρμογή του εδαφίου β' της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί, αφού επιλύσει τα θέματα γενικότερης σημασίας, να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθεση ή να την παραπέμψει για εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα. 4.Όταν ένα Τμήμα του Δικαστηρίου φέρεται προς λήψη αποφάσεως διαφορετικής από απόφαση του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου, παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια, η οποία μπορεί να αποφανθεί περαιτέρω κατά την προηγούμενη παράγραφο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. 5.Ο Πρόεδρος του Τμήματος μπορεί λόγω της σπουδαιότητάς της να εισαγάγει υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος. Και η πενταμελής σύνθεση μπορεί για τους ίδιους λόγους να παραπέμψει την υπόθεση στην επταμελή, ορίζοντας ως εισηγητή και Πάρεδρο. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η αναπομπή της υπόθεσης στην πενταμελή σύνθεση. Το Τμήμα με πενταμελή ή επταμελή σύνθεση μπορεί σε κάθε περίπτωση να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια. 6.Όταν ένα Τμήμα κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο κατά την κρίση του Τμήμα. Εφόσον αυτό διαφωνεί, παραπέμπει το ζήτημα για επίλυση στην Ολομέλεια, ορίζεται δε ως εισηγητής Σύμβουλος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 3. «7.Αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα περισσότερων Τμημάτων, η υπόθεση εισάγεται στο Τμήμα που είναι αρμόδιο για τη χρονολογικά προηγούμενη πράξη και εκδικάζεται από αυτό. Αν η Σελ. 104,2482(α) Τεύχος 1359 Σελ. 64 πράξη αυτή προσβάλλεται απαραδέκτως, το Τμήμα μπορεί είτε να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθεση είτε να την παραπέμψει κατά τα λοιπά στον αρμόδιο σχηματισμό. Οι διατάξεις για το απαράδεκτο λόγω έλλειψης συνάφειας εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και επί αιτήσεων αναιρέσεως». Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄222) κατωτ. σελ. 104,411. "8.Στο Ε' τμήμα με την επιφύλαξη της έκδοσης προεδρικών δ/των που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, υπάγονται οι κατηγορίες υποθέσεων που αφορούν: α)στη νομοθεσία περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και δασικών εκτάσεων, των υδάτων της αυτοφυούς χλωρίδας και της άγριας πανίδας, β)στη νομοθεσία περί προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, των αρχαιοτήτων και αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων των διατηρητέων, κτιρίων και των παραδοσιακών οικισμών, γ)στη νομοθεσία περί μεταλλείων και λατομείων, δ)στη νομοθεσία περί αιγιαλού και παραλίας, ε)στη νομοθεσία περί χωροταξίας, περί εγκρίσεως, τροποποιήσεως και επεκτάσεως σχεδίων πόλεων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων και μελετών, επιβολής όρων και περιορισμών δομήσεως καθορισμού ζωνών, ενεργού πολεοδομίας και αστικού αναδασμού, ζωνών ειδικής ενίσχυσης και ειδικών κινήτρων και ζωνών οικιστικού ελέγχου, πλην των αφορωσών σε οικοδομικές άδειες και πράξεις χαρακτηρισμού αυθαιρέτων, στ)στη νομοθεσία περί αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας, βιομηχανιών, βιοτεχνιών και ξενοδοχείων εν γένει, και μηχανολογικών εγκαταστάσεων και ζ)στην οργάνωση και λειτουργία της διοικήσεως, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Επίσης στο Ε' τμήμα υπάγονται: η)η επεξεργασία των κανονιστικών δ/των, θ)η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας κατά νόμο και ι)η έγκριση κάθε διαχωριστικής δαπάνης". Η παρ. 8 προστέθηκε από την παρ. 5, άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. Η παρ. 5 του άρθρ. 1 Νόμ. 1968/1991 είχε καταργηθεί από την παρ. 10α, άρθρ. 12 Νόμ. 2145/1993, κατωτ. αριθ. 71, η οποία παρ. 10α, στη συνέχεια καταργήθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 42 Νόμ. 2172/16 - 16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. σελ. 146,18 πλην όμως η τελευταία αυτή διάταξη δεν επανέφερε ρητά σε ισχύ την άνω παρ. 5. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΞΕΡΓ ΑΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ (άρθρα 15 παρ. 2 και 3, ν.δ. 170/1973, 17 ν. 702/1977) Άρθρ.15.-"1.Όλα τα κανονιστικά δ/τα (εκτός από εκείνα που ορίζουν απλώς το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου) αποστέλλονται στο Συμβούλιο από τη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, σε σχέδιο για να γίνει η κατά το Σύνταγμα επεξεργασία τους. Τα σχέδια των κανονιστικών αυτών δ/των πρέπει να υπογράφονται από τον αρμόδιο ή τους συναρμόδιους υπουργούς ή τη νόμιμη πλειοψηφία των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, ανάλογα με το αν η έκδοσή τους γίνεται ύστερα από πρόταση ενός ή περισσοτέρων αρμόδιων υπουργών ή του Υπουργικού Συμβουλίου, αντίστοιχα. Ο αποκλειστικά ή κυρίως αρμόδιος υπουργός μπορεί να τάξει προθεσμία, ανάλογη με τη σπουδαιότητα και το τυχόν κατεπείγον του δ/τος, η οποία αρχίζει από την περιέλευση του σχεδίου στο Συμβούλιο. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του δ/τος του άρθρ. 37 του παρόντος νόμου". Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 2.Στο προοίμιο των σχεδίων διαταγμάτων που αποστέλλονται κατά τα ανωτέρω στο Συμβούλιο πρέπει να αναγράφονται οι διατάξεις των νόμων, στις οποίες βασίζεται ειδικά η έκδοσή τους, καθώς και οι προτάσεις ή γνωμοδοτήσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την έκδοσή τους. Στο προοίμιο των διαταγμάτων που δημοσιεύονται πρέπει να αναγράφεται ο αριθμός και η χρονολογία της γνωμοδότησης του Συμβουλίου. Στο προοίμιο των διαταγμάτων, τα οποία δημοσιεύονται μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που είχε ταχθεί για τη γνωμοδότηση, γίνεται σχετική μνεία. 3.Η γνώμη του Συμβουλίου έχει χαρακτήρα συμβουλευτικό. "4.Το Ε' τμήμα επεξεργάζεται τα κανονιστικά δ/τα με σύνθεση είτε τριμελή, που περιλαμβάνει τον πρόεδρο του τμήματος ή τον αναπληρωτή του, ένα σύμβουλο, έναν πάρεδρο και το γραμματέα, είτε πενταμελή, που περιλαμβάνει τον πρόεδρο του τμήματος ή τον αναπληρωτή του, τρεις συμβούλους, έναν πάρεδρο και το γραμματέα. Αν το τμήμα κρίνει ότι, λόγω της σπουδαιότητας των νομικών ζητημάτων που εγείρονται, η επεξεργασία του σχεδίου δ/τος πρέπει να παραπεμφθεί σε ευρύτερο σχηματισμό, εκφράζει τη γνώμη του και παραπέμπει τα πιο πάνω ζητήματα σε σχηματισμό της ολομέλειας. Στο σχηματισμό αυτόν συμμετέχουν ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, έξι σύμβουλοι και δύο πάρεδροι, τους οποίους ορίζει η ολομέλεια στην αρχή του έτους και για ετήσιο διάστημα που μπορεί να ανανεώνεται. Η ολομέλεια ορίζει επίσης τρεις συμβούλους και δύο παρέδρους ως αναπληρωματικούς. Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών στο σχηματισμό αυτόν, στον οποίο προεδρεύει ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, συμμετέχουν οι έξι (6) αρχαιότεροι σύμβουλοι και οι 2 αρχαιότεροι πάρεδροι, που μετέχουν στο οικείο τμήμα διακοπών, αναπληρούμενοι από τους λοιπούς μετέχοντες συμβούλους και παρέδρους, αντιστοίχως, κατά τη σειρά αρχαιότητας. Δικαίωμα παραπομπής για τον πιο πάνω λόγο έχει και ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του αρμόδιου υπουργού. Οι πάρεδροι, που μετέχουν στην παραπάνω τριμελή ή πενταμελή σύνθεση του Ε' τμήματος και στον προαναφερόμενο σχηματισμό της ολομέλειας, έχουν αποφασιστική ψήφο. Αν ενώπιον δικαστικού σχηματισμού εγερθεί, κυρίως ή παρεπιπτόντως, το ζήτημα της νομιμότητας κανονιστικού δ/τος και ο σχηματισμός αυτός αποκλίνει από τη γνωμοδότηση του παραπάνω σχηματισμού της ολομέλειας, που έχει ήδη επεξεργαστεί το δ/γμα, το ζήτημα τούτο παραπέμπεται στη δικαστική ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας". Η παρ. 4, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 42 του Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1995(ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. σελ. 146,18. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ιδίου άρθρ. 42 Νόμ. 2172/93, κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου τα μέλη του σχηματισμού της ολομέλειας ορίζονται μέσα σε δέκα ημέρες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. (άρθρο 16 ν.δ. 170/1973, άρθρο 1, παρ. 4 ν. 1470/1984) Άρθρ.16.-«1.Για την επεξεργασία των κατά το προηγούμενο άρθρο σχεδίων δ/των ο πρόεδρος του Ε' τμήματος ορίζει εισηγητή, σύμβουλο ή πάρεδρο και ημέρα συνεδριάσεως, δίνει δε εντολή για την αποστολή αντιγράφου του σχεδίου σε όσους μετέχουν στη συνεδρίαση». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 2.Ο Γραμματέας του Τμήματος τηρεί πρακτικά των συνεδριάσεων. 3.Ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτηση ή να αντιπροσωπευθεί από τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας ή και από άλλο ανώτερο υπάλληλο. "4.Η γνωμοδότηση του τμήματος, η οποία συντάσσεται από τον εισηγητή, περιλαμβάνει την εισήγησή του και τις γνώμες που διατυπώθηκαν, υπογράφεται δε από τον πρόεδρο και από το γραμματέα. Θεωρείται ότι επικράτησε η γνώμη με την οποία τάχθηκε η πλειοψηφία των μετεχόντων στη συνεδρίαση". Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 9 άρθρ. 1 Νόμ. 1960/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 5.Τα παραπάνω εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που η επεξεργασία διατάγματος ανατίθεται στην Ολομέλεια. (Αντί για τη σελ. 104,249(α) Σελ. 104,249(β) Τεύχος 1178-Σελ. 31 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Γενικοί δικονομικοί κανόνες (άρθρα 17, ν.δ. 170/1973, 10, παρ. 1, ν. 221/1975, 1 παρ. 8 ν. 1470/1984) Άσκηση ινδικών μέσων Για τα ένδικα μέσα ή βοηθήματα που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα, βλ. και άρθρ. 40 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. Άρθρ.17.-1.Τα ένδικα μέσα ενώπιον του Συμβουλίου ασκούνται δια καταθέσεως δικογράφου. 2.Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το όνομα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, τη διεύθυνση της κατοικίας του, την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο μέσο, χρονολογία και υπογραφή. Το δικόγραφο της προσφυγής που στρέφεται κατά υπαλλήλου και αίτησης αναιρέσεως που στρέφεται κατά ιδιώτη πρέπει να περιέχει ακόμη το όνομα και τη διεύθυνση της κατοικίας τους. 3.Η αόριστη μνεία στα δικόγραφα ως προσβαλλόμενης και κάθε συναφούς πράξης ή απόφασης δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει από την άποψη αυτή την υπόθεση. 4.Τα δικόγραφα των ενδίκων μέσων της αίτησης ακυρώσεως και αίτησης αναιρέσεως που ασκούνται από ιδιώτη υπογράφονται μόνο από δικηγόρο. Τα δικόγραφα των ένδικων αυτών μέσων, όταν ασκούνται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπογράφονται από τον οικείο νομικό σύμβουλο, πάρεδρο, δικαστικό αντιπρόσωπο ή δικηγόρο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή, την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως. Αίτηση ακυρώσεως που υπογράφεται μόνο από τον αιτούντα θεωρείται ότι έχει νομίμως ασκηθεί εφόσον παρίσταται δικηγόρος κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Συμβουλίου. 5.Το δικόγραφο προσφυγής που ασκείται από τον υπάλληλο μπορεί να υπογράφεται και από τον ίδιο. Όταν η προσφυγή ασκείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το δικόγραφο υπογράφεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή και την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως. (άρθρα 18 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 8 ν.δ. 170/1973, 18 ν. 702/1977) Αντίκλητος Άρθρ.18.-1.Αντίκλητος εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο είναι αυτοδικαίως ο δικηγόρος που το υπογράφει, εφόσον είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 2.Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο μπορεί με το δικόγραφο ή με δήλωση που κατατίθεται στη Γραμματεία να διορίζει έναν αντίκλητο, ο οποίος πρέπει να κατοικεί στην Αθήνα και του οποίου πρέπει να αναφέρεται η διεύθυνση. 3.Αν το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο που δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, πρέπει να διορίζεται αντίκλητος που κατοικεί στην Αθήνα και να αναφέρεται η διεύθυνσή του. Το ίδιο ισχύει και για προσφυγή που υπογράφεται από υπάλληλο. 4.Ο δικηγόρος που παρέστη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο καθίσταται επίσης αυτοδικαίως αντίκλητος για όλες τις εφεξής κοινοποιήσεις έως την έκδοση οριστικής απόφασης. 5.Όλες οι κοινοποιήσεις προς το διάδικο που προβλέπονται από το παρόν γίνονται είτε προς τον ίδιο, είτε προς τον αντίκλητό του. 6.Κάθε μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας στην Αθήνα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο ή του αντικλήτου που πρέπει να γνωστοποιείται με έγγραφη δήλωση, η οποία κατατίθεται στην Γραμματεία, εκτός αν ο αντίκλητος είναι δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 7.Αν εκείνος που άσκησε το ένδικο μέσο και ο αντίκλητός του δεν κατοικούν στη διεύθυνση κατοικίας Αθηνών που δηλώθηκε αρχικά ή μεταγενέστερα, το ένδικο μέσο εκδικάζεται χωρίς να γίνουν προς αυτούς οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 εδ. γ' και 5 και του άρθρου 49 παρ. 2 του παρόντος. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν έγινε διορισμός αντικλήτου, αν και υπήρχε σχετική υποχρέωση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. 8.Αν υπάρχουν περισσότεροι αντίκλητοι, οι κοινοποιήσεις γίνονται εγκύρως σε οποιονδήποτε από αυτούς. (άρθρα 5 παρ. 5 ν. 702/1977,2 παρ. 1. ν. 1470/1984) Κατάθεση δικογράφου Άρθρο 2 (άρθρο 2 ν.δ. 170/1973) Αρμοδιότητες και αναπλήρωση Προέδρου και Αντιπροέδρων 1.Ο Πρόεδρος έχει τη γενική διεύθυνση των εργασιών του Συμβουλίου και το εκπροσωπεί στις σχέσεις του με τις δημόσιες αρχές. 2.Ο Πρόεδρος προΐσταται της Ολομελείας. Κάθε Αντιπρόεδρος προΐσταται ενός από τα Τμήματα του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος μπορεί να προεδρεύει και σε οποιοδήποτε Τμήμα. 3.Τον Πρόεδρο, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνουν οι Αντιπρόεδροι κατά σειρά αρχαιότητας και αυτούς οι Σύμβουλοι κατά σειρά αρχαιότητας. 4.Τον Αντιπρόεδρο, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνουν στο οικείο Τμήμα κατά σειρά αρχαιότητας οι Σύμβουλοι που μετέχουν σε αυτό. Άρθρ.19.-1.Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση, κατά τη χρονολογία και τη σειρά που παραδίδεται, σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης. (Αντί για τη σελ. 104,2501) Σελ. 104,2501(α) Τεύχος 1359 Σελ. 65 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Όταν ασκείται το ένδικο μέσο από δημόσια αρχή, η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όχι όμως στην ίδια. Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία, την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο και ο καταθέτης. 3.Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη. 4.Με το πρωτότυπο του δικογράφου υποβάλλονται δύο αντίγραφά του και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί. Μέχρις ότου υποβληθεί το αντίγραφο μπορεί να αναβληθεί ο ορισμός της δικασίμου. 5.Η έφεση ασκείται δια καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο έχει εκδώσει την εκκαλουμένη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Η έφεση μαζί με τον οικείο φάκελο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αμελητί με φροντίδα του Γραμματέα. 6.Ειδικά οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων κατατίθενται στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία συντάσσει στο πρωτότυπο του δικογράφου σχετική πράξη κατάθεσης και στη συνέχεια διαβιβάζει σε δέκα ημέρες το πολύ στο Συμβούλιο της Επικρατείας το δικόγραφο με το φάκελο της υπόθεσης. "7.Η πράξη καταθέσεως των δικογράφων που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι έγκυρη και όταν συντάσσεται με ιδιαίτερο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας που αναγράφεται στην πράξη και εκείνης που προκύπτει από το βιβλίο καταθέσεως ενδίκων μέσων ή από το πρωτόκολλο ή το βιβλίο διεκπεραιώσεως (εισερχομένων-εξερχομένων εγγράφων) της αρχής ή του δικαστηρίου, στο οποίο έγινε η κατάθεση ή στο οποίο διαβιβάσθηκε το δικόγραφο. Το εμπρόθεσμο του δικογράφου κρίνεται από το σχετικό βιβλίο καταθέσεως". Η παρ.7, προστέθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. Σελ. 104,2502(α) Τεύχος 1359 Σελ. 66 Άρθρο 20 (άρθρο 20 ν.δ. 170/1975) Ορισμός εισηγητή και δικασίμου Μετά την κατάθεση ενδίκου μέσου ο Πρόεδρος με πράξη του ορίζει εισηγητή ένα Σύμβουλο ή Πάρεδρο, καθώς και τη δικάσιμο η οποία σημειώνεται στο πινάκιο και δίνει εντολή να ανακοινωθεί η δικογραφία στον εισηγητή. Με την ίδια πράξη ορίζεται επίσης ο βοηθός Εισηγητής του Συμβούλου και, αν συντρέχει περίπτωση και του Παρέδρου. Ο Πρόεδρος μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και προφορικώς, να αντικαταστήσει με άλλον τον εισηγητή σε περίπτωση κωλύματος. Άρθρο 21 (άρθρα 21 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 ν.δ. 170/1973, 20 παρ. 1.ν. 702/1977, 4 παρ. 1, ν. 1470/1984) Κοινοποίηση δικογράφου 1.Με εντολή του Προέδρου κοινοποιούνται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις επόμενες παραγράφους, αντίγραφο του δικογράφου του ενδίκου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και αντίγραφο της πράξης που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο. Η κοινοποίηση γίνεται με επιμέλεια της Γραμματείας είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Ο Πρόεδρος έχει δικαίωμα να κάνει σύντμηση της προθεσμίας σε περίπτωση κατεπείγοντος. 2.α)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης διοικητικής αρχής, η κοινοποίηση γίνεται προς τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος επέχει θέση διαδίκου είτε η πράξη εκδόθηκε από τον ίδιο, είτε από αρχή που υπόκειται σε αυτόν. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας β)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς αυτό, το οποίο καθίσταται κύριος διάδικος. Κοινοποιείται επίσης στον υπουργό που το εποπτεύει, ο οποίος μπορεί να παρέμβει στο ακροατήριο και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης, είτε υπέρ είτε κατά του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης. γ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η οποία εγκρίθηκε με πράξη του οργάνου που ασκεί εποπτεία, η κοινοποίηση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο και προς τον αρμόδιο κατά το εδάφιο α' υπουργό. Κύριοι διάδικοι καθίστανται και οι δύο. δ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης υπηρεσιακού συμβουλίου κρίσης υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είναι όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπουργό στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το συμβούλιο αυτό καθώς και προς το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος που άσκησε την αίτηση. 3.α)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. β)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. γ)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. Αν συντρέχει η περίπτωση του εδαφίου δ' της προηγούμενης παραγράφου, η κοινοποίηση γίνεται και προς τον υπουργό. δ)Αντίγραφο της πράξης του προέδρου η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20 του παρόντος κοινοποιείται προς τον κατά τα προηγούμενα εδάφια προσφεύγοντα δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. «4.Όταν ασκείται αίτηση αναιρέσεως, κοινοποιείται με επιμέλεια της Γραμματείας του οικείου δικαστικού σχηματισμού, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, πράξη του Προέδρου μαζί με ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε απλό χαρτί της αίτησης στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που υπογράφει, κατά το άρθρο 17 παρ. 4, το δικόγραφο, έστω και αν δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αναιρεσείων, ο δικηγόρος ή ο εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να κοινοποιήσει αντίγραφα της πράξης του Προέδρου και της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε κατά το άρθρο 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Αν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η επίδοση και δεν βρίσκει άλλη γνωστή διεύθυνση, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τους διαδίκους άγνωστης διαμονής. Αν ο αναιρεσείων παραλείψει την υποχρέωση κοινοποίησης των εγγράφων στον αναιρεσίβλητο ή η κοινοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως, ο δε αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για εύλογο χρόνο, κατά τη νέα δε δικάσιμο, αν ο αναιρεσείων και πάλι έχει παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως τη δυσχέρεια της κοινοποίησης, μπορεί, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, να αναβάλει περαιτέρω τη συζήτηση της υπόθεσης». Η παρ. 4 που είχε αντικατασταθεί από την παρ. 1 άρθρ. 32 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ.αριθ.74, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 8 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄222) κατωτ. σελ. 104,411. 5.Αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να γίνει νέα συζήτηση της υπόθεσης ή περαιτέρω συζήτησή της, η πράξη του Προέδρου ή η απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος, κοινοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου. Κοινοποιείται επίσης προς εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο και προς εκείνον που τυχόν έχει ασκήσει παρέμβαση. 6.Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αν οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το Δικαστήριο χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί ως προς αυτούς οι διατάξεις του παρόντος άρθρου για τις κοινοποιήσεις. (άρθρο 22 ν.δ. 170/1973) Καθήκοντα εισηγητή Άρθρ.22.-1.Εκείνος που ορίστηκε εισηγητής φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης και συντάσσει "συνοπτική" έκθεση, η οποία διαλαμβάνει το ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία του βεβαιώνονται από τα έγγραφα, τα ζητήματα που προκύπτουν και την αιτιολογημένη γνώμη του για τα ζητήματα αυτά Η έκθεση επισυνάπτεται στο φάκελο το αργότερο τρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση για να λάβουν γνώση οι διάδικοι. (Αντί για τη σελ. 104,251(β) Σελ. 104,251(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 67 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 "Εάν δεν έχει επισυναφθεί κατά τα ανωτέρω η έκθεση αυτή, η υπόθεση, εφ' όσον υποβληθεί σχετική αίτηση από κάποιο διάδικο αναβάλλεται υποχρεωτικώς σε μεταγενέστερη δικάσιμο, προκειμένου να επισυναφθεί η έκθεση εμπροθέσμως στο φάκελο". Στην παρ. 1 η λέξη "εμπεριστατωμένη" αντικαταστάθηκε με τη λέξη "συνοπτική" και προστέθηκε το μέσα στα " " τρίτο εδάφιο από την παρ. 12, άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 2.Ο εισηγητής μπορεί να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν στοιχεία που λείπουν ή είναι οπωσδήποτε χρήσιμα. 3.Οι αρχές, προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής για την συγκέντρωση στοιχείων και πληροφοριών χρήσιμων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, έχουν την υποχρέωση να αποστέλλουν τα στοιχεία και πληροφορίες που τους ζητεί. "4.Ο εισηγητής, 5 ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί με την οικεία πράξη του Προέδρου, οφείλει να δηλώσει προς τη Γραμματεία του οικείου σχηματισμού αν η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση. Η παράλειψη της δήλωσης αυτής, καθώς και η μη εμπρόθεσμη και γενικά νομότυπη κατάθεση της έκθεσης του εισηγητή σύμφωνα με τα α' και β' εδάφια της παρ. 1, όταν η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση, επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης της υπόθεσης και την αυτεπάγγελτη αναβολή της σε μεταγενέστερη ρητώς οριζόμενη δικάσιμο". Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 32 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ. 74. Άρθρο 23 (άρθρο 23 ν.δ. 170/1973) Απόψεις της Διοίκησης 1.Το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση ακυρώσεως ή η προσφυγή, έχει την υποχρέωση να εκθέτει τις απόψεις του για καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους, διευκρινίζοντας σαφώς το συναφές με κάθε λόγο πραγματικό μέρος. 2.Η έκθεση αυτή με το σχετικό φάκελο πρέπει να αποστέλλεται στον εισηγητή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί εφόσον το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως ή της προσφυγής έχει επιδοθεί στη Διοίκηση δύο τουλάχιστον μήνες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά σε εύλογο χρόνο πριν από τη δικάσιμο. Σελ. 104,252(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 68 3.Την έκθεση προσυπογράφουν ο νομικός σύμβουλος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου που έχει εντολή να υποστηρίζει τα συμφέροντά τους καθώς και οι καθ' ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις διοικητικές πράξεις με την ευθύνη που καθιερώνουν οι κανόνες αυτοί. Άρθρο 24 (άρθρο 24 ν.δ. 170/1973) Συνέπειες μη αποστολής φακέλου 1.Η παράλειψη της έγκαιρης αποστολής προς το Συμβούλιο των στοιχείων και πληροφοριών που προβλέπονται από τα προηγούμενα άρθρα, καθώς και της έκθεσης, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμοδίων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων. 2.Η πειθαρχική δίωξη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης. Η πειθαρχική απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η απόφαση που εκδίδεται κοινοποιείται αμελλητί και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου. Άρθρο 25 (άρθρα 25 παρ. 2. ν.δ. 170/1973, 21 ν. 702/1977, 2 παρ. 2 ν. 1470/1984) Πρόσθετοι λόγοι, υπομνήματα 1.Επιτρέπεται η υποβολή πρόσθετων λόγων με δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 19 παρ. 1 και κοινοποιείται, επί ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επιμέλεια εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Η κοινοποίηση γίνεται με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου σε όσους κοινοποιείται το ένδικο μέσον κατά το άρθρον 21 και σε εκείνους που ήδη έχουν ασκήσει παρέμβαση. Η παράγραφος 6 του άρθρου 21 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας (Οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι αν υποβληθούν μετά από αναβολή της συζήτησης και ο φάκελος της υπόθεσης έχει περιέλθει στο δικαστήριο εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναβολής). Το τελευταίο μέσα στην () εδάφιο της άνω παρ. 1, καταργήθηκε από την παρ. 14 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68, με την ίδια δε άνω παρ. 14 του ίδιου νόμου, ορίστηκε ότι: Η κατάργηση καταλαμβάνει και τις υποθέσεις, που είναι εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν έχουν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Εκκρεμείς νοούνται και οι υποθέσεις, που δεν έχουν συζητηθεί σε περίπτωση παραπομπής, από το τμήμα της παραπομπής, ή την ολομέλεια ή που δεν έχουν συζητηθεί, λόγω εκδόσεως αναβλητικής αποφάσεως. 2.Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Ο Πρόεδρος μπορεί να επιστρέψει την υποβολή υπομνημάτων από τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από αυτόν για την ανάπτυξη όσων έχουν εκτεθεί στο ακροατήριο. Άρθρο 26 (άρθρο 26 ν.δ. 170/1973) Παράσταση στο ακροατήριο 1.Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι ιδιώτες διάδικοι δεν μπορούν να παρίστανται αυτοπροσώπως για να αναπτύξουν την υπόθεση αλλά μόνο με δικηγόρο ο οποίος είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο ή είναι καθηγητής ή υφηγητής νομικής σχολής ημεδαπού πανεπιστημίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου για τους δικηγόρους. 2.Σε περίπτωση προσφυγής ο προσφεύγων υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί αυτοπροσώπως και χωρίς δικηγόρο, η δε προϊσταμένη του αρχή οφείλει να χορηγεί την άδεια που ζητεί για το σκοπό αυτό. 3.Η Διοίκηση παρίσταται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για τη δικαστική εκπροσώπησή της. (άρθρο 27 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 3 ν. 1470/1984) Πληρεξουσιότητα Άρθρ.27.-"1)Η πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με συνυπογραφή του δικογράφου του ενδίκου μέσου εκ μέρους του διαδίκου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Στην περίπτωση συνυπογραφής του δικογράφου εκ μέρους του διαδίκου η υπογραφή του δικογράφου από το δικηγόρο θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου. Για τη Διοίκηση εφαρμόζονται οι κείμενες γι' αυτήν διατάξεις. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου η πληρεξουσιότητα παρέχεται από το νόμιμο εκπρόσωπό τους με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο ή με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Όταν ο νόμος ή το καταστατικό απαιτεί για να ασκηθεί ένδικο μέσο προηγούμενη άδεια άλλου οργάνου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου τεκμαίρεται ότι ενεργεί με την άδεια του άλλου οργάνου. Η τυχόν έλλειψη της άδειας δεν επηρεάζει το κύρος της δίκης και δημιουργεί αποκλειστικά ευθύνη του εκπροσώπου απέναντι στο νομικό πρόσωπο. 2)Για την υπογραφή του ενδίκου μέσου και την ενέργεια των πράξεων της προδικασίας από δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπάρχει εάν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παρ. 1. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο και εκείνος που το ήσκηοε καταδικάζεται στη δικαστική δαπάνη". Οι παρ. 1 και 2, αντικαταστάθηκαν ως άνω, από την περίπτ. α' της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ. 73. "3.Το δικαστήριο, κατ' αίτηση του διαδίκου ή του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου, είτε αναβάλλει τη συζήτηση σε άλλη δικάσιμο είτε χορηγεί εύλογη προθεσμία για τη νομιμοποίηση, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας απορρίπτει το ένδικο μέσο. Εάν ανακύψει μεταγενεστέρως αμφιβολία ως προς τη νομιμοποίηση τον πληρεξουσίου ή του διαδίκου, ο ενδιαφερόμενος ειδοποιείται δια της γραμματείας να προσκομίσει τα ελλείποντα στοιχεία εντός τακτής προθεσμίας. Για την ειδοποίηση αυτήν ο γραμματέας συντάσσει πράξη επί του φακέλου της δικογραφίας. Το δικαστήριο πάντως δύναται να διατάξει τη συμπλήρωση των στοιχείων της νομιμοποιήσεως. Τα στοιχεία αυτά επιτρέπεται, σε κάθε περίπτωση, να είναι και μεταγενέστερα της συζητήσεως". Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 13 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 4.Αν πεθάνει ο δικηγόρος που υπέγραψε το δικόγραφο, η δίκη αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως εφάπαξ και για εύλογο διάστημα, όχι μεγαλύτερο από έξι μήνες, αφού εκτιμηθεί η φύση της υπόθεσης, εκτός αν ο εντολέας του ζητήσει στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο τη συνέχιση της δίκης. (Αντί για τη σελ. 104,2521) Σελ. 104,2521(α) Τεύχος 1359 Σελ. 69 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 "5.Αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίσθηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου, δύναται να υποβληθεί αίτηση επανασυζητήσεως της υποθέσεως που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα πριν από την έκδοση της αποφάσεως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 10 ημερών από τη συζήτηση της υποθέσεως. Η αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους προβαλλόμενους λόγους, δικάζεται από το οικείο Τμήμα καλουμένων αμφοτέρων των διαδίκων προ 20 ημερών. Σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως η υπόθεση εκδικάζεται εν συνεχεία επί της ουσίας από το ίδιο Τμήμα". Η παρ. 5, προστέθηκε από την περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ. 3. Επίσης με την περίπτ. γ', της ιδίας παραγράφου ορίστηκε ότι: Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αίτηση δύναται, συντρεχουσών των υπό τούτου προβλεπομένων προϋποθέσεων, να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος για αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο για μη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου και δημοσιεύθηκαν μετά την 1η Ιαν. 1996. Άρθρο 28 (άρθρο 28 ν.δ. 170/1973) Αποκλεισμός ερημοδικείας Σε κάθε περίπτωση, εφόσον έγιναν οι κατά το παρόν κοινοποιήσεις, η υπόθεση συζητείται και εκδίδεται απόφαση ακόμη και αν δεν παρίστανται οι διάδικοι. Άρθρο 3 (άρθρα 3, ν.δ. 170/1973, 9 παρ. 3 ν. 1183/1981, 1 παρ. 2, εδ. πρώτο, ν. 1470/1984) Πάρεδροι και Εισηγητές 1.Ο αριθμός των Παρέδρων ορίζεται σε σαράντα (40) και των Εισηγητών σε σαράντα (40). 2.Οι Πάρεδροι ασκούν ιδίως έργα εισήγησης και μετέχουν στις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου με ψήφο συμβουλευτική. 3.Οι Εισηγητές βοηθούν τους Συμβούλους και τους Παρέδρους στην προπαρασκευή και διάγνωση των υποθέσεων. Με το άρθρ. 7 Νομ. 1816/11-15 Νοεμ. 1988 (ΦΕΚ Α' 251), (τομ. 10 σελ. 154,217), ορίστηκε ότι: Από 1.1.1989 οι οργανικές θέσεις των παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας αυξάνονται κατά 3 και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε 43. Με την περίπτ. Α (β), άρθρ. 15 Νόμ. 1968/1011 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. σελ. 146,15, ορίστηκε ότι από 1.12.1991, ο αριθμός των παρέδρων αυξάνεται κατά 2 και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε 45. (Αντί για τη σελ. 104,247(ε) Σελ. 104,247(ζ) Τεύχος 1359 Σελ. 59 Άρθρο 29 (άρθρο 29 ν.δ. 170/1973) Αποδοχή προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης Το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο σε περίπτωση αποδοχής της προσβαλλόμενης πράξης. Σε περίπτωση δικαστικής απόφασης η αποδοχή γίνεται εγγράφως. Άρθρο 30 (άρθρα 22, ν. 702/1977, 2 παρ. 4 ν. 1470/1984) Παραίτηση 1.Η παραίτηση από το δικόγραφο ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης, επιτρέπεται έως τη συζήτηση της υπόθεσης. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που Σελ. 104,2522(α) Τεύχος 1359 Σελ. 70 κατατίθεται στη Γραμματεία ή προφορικά στο ακροατήριο είτε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει γενικό ή ειδικό πληρεξούσιο, είτε και από αυτόν τον ίδιον που άσκησε τον ένδικο μέσο. Παραίτηση γίνεται επίσης και με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, αν αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης περιέλθει στο Συμβούλιο έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. 2.Παραίτηση με έγγραφη δήλωση στη Γραμματεία ή με συμβολαιογραφικό έγγραφο, η οποία υποβάλλεται ή περιέρχεται στο Συμβούλιο πριν από τον καθορισμό δικασίμου, γίνεται δεκτή με πράξη του Προέδρου ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος, ο οποίος, σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφιβολίας για το έγκυρο της δήλωσης, μπορεί να την εισαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου. 3.Παραίτηση που περιέχει όρους ή αιρέσεις, θεωρείται ότι δεν έγινε. 4.Ανάκληση παραίτησης δεν επιτρέπεται. 5.Αίτηση, από το δικόγραφο της οποίας έγινε παραίτηση, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. 6.Για την παραίτηση του Δημοσίου από τις προφανώς απαράδεκτες ή αβάσιμες αιτήσεις αναιρέσεως σε φορολογικές ή δασμολογικές υποθέσεις. συγκροτούνται μια ή περισσότερες τριμελείς επιτροπές απαρτιζόμενες από α)έναν πάρεδρο της Διοίκησης, β)έναν υπάλληλο του εφοριακού ή του τελωνειακού κλάδου ανάλογα με το αντικείμενο της διαφοράς και γ)τον εισηγητή της υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ο οποίος, σε περιπτώσεις ιδίως κατάθεσης μεγάλου αριθμού όμοιων αιτήσεων αναιρέσεως, μπορεί να ορισθεί με πράξη του Προέδρου του που δεν περιέχει προσδιορισμό δικασίμου και δεν κοινοποιείται. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Ο πάρεδρος της Διοίκησης και ο υπάλληλος ορίζονται από τον Υπουργό Οικονομικών. Για την γραμματειακή εξυπηρέτηση της επιτροπής μεριμνά το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η επιτροπή γνωμοδοτεί για το προφανώς απαράδεκτο ή αβάσιμο της αίτησης. Η γνωμοδότησή της περιέχει συνοπτική παράθεση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας στα ζητήματα παραδεκτού ή τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και αφού υπογραφεί και από τα τρία μέλη της διαβιβάζεται στον Υπουργό Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Αποτελεί παραίτηση από το ένδικο μέσο η έγγραφη αποδοχή από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο της γνωμοδότησης της επιτροπής που θεωρεί επιβεβλημένη την παραίτηση. Αν ο Υπουργός Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο δεν διαφωνήσει μέσα σε τρεις μήνες από την περιέλευση σε αυτόν ή στο εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο της γνωμοδότησης της επιτροπής, η γνωμοδότηση αυτή αποτελεί την παραίτηση από το ένδικο μέσο η οποία γνωστοποιείται στον οικείο δικαστικό σχηματισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής μπορεί να επεκταθούν προσαρμοζόμενες και σε άλλες κατηγορίες αιτήσεων αναιρέσεως του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με προεδρικά διατάγματα εκδιδόμενα με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμοδίου ή του εποπτεύοντος το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπουργού, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρο 31 (άρθρο 31 ν.δ. 170/1973) Θάνατος διαδίκων 1.Αν πεθάνει ο ιδιώτης που άσκησε το ένδικο μέσο ή διαλυθεί το νομικό πρόσωπο, η δίκη καταργείται, εκτός αν έως τη συζήτηση οποιοσδήποτε που νομιμοποιείται ζητήσει τη συνέχεια της δίκης με δήλωσή του που κατατίθεται στη Γραμματεία, ή και προφορικά στο ακροατήριο. 2.Αν δεν ζητηθεί, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, η συνέχιση της δίκης, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως και για εύλογο χρονικό διάστημα, αφού εκτιμηθεί η φύση της υπόθεσης. 3.Αν πεθάνει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή ή η αίτηση αναιρέσεως, μετά από αυτεπάγγελτη και για εύλογο χρόνο αναβολή της συζήτησης η δίκη συνεχίζεται αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, ακόμη και αν απουσιάζουν οι διάδοχοι εκείνου που πέθανε. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται νέα κοινοποίηση. 4.Η προηγούμενη παράγραφος έχει εφαρμογή και σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έχει ασκήσει παρέμβαση. Άρθρο 32 (άρθρα 32 παρ. 1 ν.δ. 170/973, 3 παρ. 1 ν. 1470/1984) Ανάκληση, ακύρωση, λήξη ισχύος προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης 1.Η δίκη καταργείται αν μετά την άσκηση του ένδικου μέσου η προσβαλλόμενη πράξη ή δικαστική απόφαση ανακλήθηκε, ακυρώθηκε ή εξαφανίσθηκε. 2.Καταργείται ομοίως η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε τρόπο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης. Η παράγραφος αυτή δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για διαιτητικές αποφάσεις ή πράξεις που κηρύσσουν εκτελεστές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Άρθρο 33 (άρθρο 33 ν.δ. 170/1973) Συζήτηση στο ακροατήριο Η συζήτηση αρχίζει με την ανάγνωση και την προφορική ανάπτυξη από τον εισηγητή της έκθεσής του. Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προαχθεί προαποδεικτικώς. Το Συμβούλιο πάντως μπορεί κατά την κρίση του να διατάξει και κάθε συμπληρωματική απόδειξη και να υποχρεώνει οποιαδήποτε δημόσια αρχή να παράσχει έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση που δικάζεται. Άρθρο 34 (άρθρα 34 παρ. 1, 3, 4, 6 ν.δ. 170/1973, 23 παρ. 2 ν. 702/1977, 2 παρ. 5 ν. 1470/1984) Απόφαση 1.Οι αποφάσεις του Συμβουλίου, Ολομελείας και Τμημάτων, λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν των μελών του, μετά από διάσκεψη. 2.Αν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που αποτελούν την ασθενέστερη μειοψηφία οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. 3.Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συγκεντρώσουν ίσο αριθμό ψήφων, καθορίζεται με ψηφοφορία ο αποκλεισμός της μιας από αυτές και είναι εκείνοι που την ακολούθησαν οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες μέχρι να σχηματισθεί πλειοψηφία. (Μετά τη σελ. 104,2522(α) Σελ. 104,2523 Τεύχος 1359 Σελ. 71 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 4.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και κάθε φορά που η Ολομέλεια ή τα Τμήματα αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν εν συμβουλίω. 5.Οι κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποφάσεις του Συμβουλίου κοινοποιούνται σε αντίγραφο στη διάδικο διοικητική αρχή με επιμέλεια της Γραμματείας. 6.Τα ουσιώδη περιστατικά της συζήτησης στο ακροατήριο καταχωρίζονται στην απόφαση του Δικαστηρίου, εκτός αν, κατά την κρίση του προεδρεύοντος, συντρέχει λόγος να συνταχθεί ιδιαίτερο πρακτικό συζήτησης. Πρακτικό διάσκεψης συντάσσεται μόνο αν διατυπωθεί μειοψηφία. Στη γνώμη της μειοψηφίας που καταχωρίζεται στην απόφαση μνημονεύεται και η γνώμη των Παρέδρων. 7.Η δημοσίευση των αποφάσεων της Ολομέλειας και των Τμημάτων μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε νόμιμη σύνθεση ανεξάρτητα από τον αριθμό των δικαστών που έχουν συμμετάσχει την έκδοση της απόφασης, την τυχόν προαγωγή, αποχώρηση ή θάνατο ενός από αυτούς, χωρίς, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, να ανασυζητείται η υπόθεση. Η σύνθεση και η χρονολογία δημοσίευσης των αποφάσεων αναγράφονται στο βιβλίο δημοσίευσης των αποφάσεων. Από το βιβλίο αυτό η Γραμματεία εκδίδει πιστοποιητικό της δημοσίευσης, αν ζητηθεί. "Άρθρ.34Α.-1.Ο οικείος δικαστικός σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα μέσα και βοηθήματα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα ή έχουν ασκηθεί χωρίς την καταβολή τελών ή παραβόλου και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. 2.Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή βοήθημα. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του που κατατίθεται σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ.19 του παρόντος, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίηση, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 20 και επομένων του παρόντος". Το άρθρ. 34Α προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 33 Νόμ. 2721/3 - 3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ. 74. Σελ. 104,2524 Τεύχος 1359 Σελ. 72 Άρθρο 35 (άρθρο 35 ν.δ. 170/1973) Τέλη 1.Κατά τη διαδικασία γενικώς ενώπιον του Συμβουλίου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τα τέλη χαρτοσήμου καθώς και για τα ειδικά τέλη και τα ένσημα. 2.Δεν υπόκεινται σε τέλη οι αποφάσεις για την παραπομπή της υπόθεσης από Τμήμα στην Ολομέλεια και αντίστροφα ή σε άλλο Τμήμα, οι προδικαστικές αποφάσεις, καθώς και η κατά το άρθρο 20 πράξη του Προέδρου. 3.Συγχρόνως με τη κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης με τα νόμιμα τέλη, καταβάλλονται και τα τέλη εγγραφής στο πινάκιο, των πρακτικών και της απόφασης. Αν το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης κατατίθεται σε δημόσια αρχή, τα τέλη μπορεί να κατατίθενται ή να αποστέλλονται με ταχυδρομική επιταγή το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την περιέλευση του δικογράφου στο Συμβούλιο. 4.(Καταργήθηκε και οι παρ. 5 και 6 αναριθμήθηκαν σε παρ. 4 και 5 αντίστοιχα από την παρ. 2 άρθρ. 33 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ. 74). 4(5).Αν τα τέλη αναβολής δεν καταβληθούν έως τη συζήτηση μετά την αναβολή, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. 5(6).Σε περίπτωση αίτησης αναστολής τα νόμιμα τέλη χαρτοσήμου της απόφασης προκαταβάλλονται επί ποινή απαραδέκτου. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας (άρθρα 36 παρ. 3, 4 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 6 ν. 1470/1984) Παράβολο Άρθρ.36.-1.Το ένδικο μέσο που απαιτείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν «μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση» του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. "Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, έφεση, υπαλληλική προσφυγή, τριτανακοπή ή αίτηση αναιρέσεως σε διαφορές κοινωνικής ασφάλισης σε 5.000 δραχμές, όταν πρόκειται για αίτηση αναστολής εκτελέσεως σε 3.000 δραχμές και όταν πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως, πλην εκείνων που αφορούν διαφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε 10.000 δραχμές. Τα παράβολα στις αιτήσεις ερμηνείας ή διόρθωσης ορίζονται σε 3.000 δραχμές. Το δεύτερο και τρίτο μέσα σε "" εδάφια, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ. 73. Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 22 Νόμ. 3226/4-4 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄24) κατωτ. σελ. 104,715. Από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου απαλλάσσονται το Δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. 2.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσά των παραβόλων. 3.Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς το παράβολο. 4.Αν το ένδικο μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιοδήποτε άλλο λόγο, το παράβολο αποδίδεται. Αν το ένδικο μέσο απορριφθεί, το παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Το Συμβούλιο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο μέσο. Μπορεί επίσης να απαγγείλει και το διπλασιασμό του παραβόλου σε περίπτωση προφανώς απαράδεκτου ή αστήρικτου ένδικου μέσου. Στην περίπτωση αυτή το πρόσθετο ποσό που επιβάλλεται εισπράττεται βάσει της αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. (άρθρο 25 ν. 702/1977) Απαλλαγή από τέλη και παράβολο Άρθρ.37.-Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του οικείου Τμήματος μπορεί να απαλλάξει εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο από την υποχρέωση να καταβάλει τέλη και παράβολο, αν κατά την κρίση του πιθανολογείται ένδεια. Για το σκοπό αυτό με το δικόγραφο συνυποβάλλεται από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο ιδιαίτερη αίτηση και το δικόγραφο γίνεται δεκτό για κατάθεση χωρίς να καταβάλλονται τα τέλη και το παράβολο. Ο Πρόεδρος αποφασίζει επί της αιτήσεως και αν την απορρίψει, ο αιτών οφείλει να καταβάλει τα τέλη και το παράβολο, που δεν έχουν καταβληθεί, μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοση της σχετικής απορριπτικής πράξης, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται και εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 35 του παρόντος. (άρθρο 38 ν.δ. 170/1973) Έξοδα της διαδικασίας Άρθρο 4 (άρθρο 4, παρ. 1, 3, 4 και 5 ν,δ. 170/1973, Άρθρ.38.-1.Τα τυχόν λοιπά έξοδα της διαδικασίας προκαταβάλλονται από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης και, αφού εκκαθαρισθούν από τον εισηγητή της υπόθεσης, με την οριστική απόφαση καταψηφίζονται σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. 2.Το συμβούλιο, με την απόφαση που εκδίδεται μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, εκκαθαρίζει την αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί σε πραγματογνώμονες τους οποίους το ίδιο διορίζει. (άρθρο 39 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 8 ν. 1470/1984) Δικαστική δαπάνη Άρθρ.39.-1.Ο ηττημένος διάδικος καταδικάζεται με την απόφαση να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νίκησε. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ηττημένο διάδικο. Η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του διαδίκου, την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη του κυρίου δικογράφου ή της παρέμβασης και για την παράσταση σε κάθε συζήτηση, «"η Ολομέλεια του Δικαστηρίου καθορίζει, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το ύψος της δικαστικής δαπάνης, με βάση το ύψος της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων και το συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών του Κώδικα περί Δικηγόρων". Κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει επιδίκαση μειωμένης αμοιβής καταργείται. Η μέσα σε "" διάταξη του τετάρτου εδαφίου της παρ. 1 προστέθηκε από το άρθρ. 34 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ. 74. (Αντί για τη σελ. 104,253(β) Σελ. 104,253(γ) Τεύχος 1380 Σελ. 9 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 2.Σε περίπτωση κατάργησης δίκης για οποιαδήποτε λόγο δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. Εκδόθηκαν οι παρακάτω αποφάσεις: α)11 η της.1 Οκτ.1999 – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) Σ.τ.Ε. β)5 η της 15 Δεκ. 1999 – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Αθηνών. γ)4 η της 15 Δεκ. 1999 – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Θεσσαλονίκης. δ)3 η της 11 Φεβρ. – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Πατρών. ε)1 η της 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Πειραιώς. στ)1 η της 10 Ιαν. – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Τρίπολης. ζ)1 η της 22 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄650) ΔΕ Ιωαννίνων. (άρθρα 26 ν. 702/1977, 2 παρ. 9 ν. 1470/1984) Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Άρθρ.40.-Κατά τα λοιπά και ιδίως ως προς τις κοινοποιήσεις, τους λόγους εξαίρεσης των δικαστών και των υπαλλήλων της Γραμματείας και τη διαδικασία της εξαίρεσης, τη συγγνώμη συγγενείας, τη διεξαγωγή των συζητήσεων, την ευταξία του ακροατηρίου και την ενέργεια των αποδείξεων που τυχόν διατάσσονται, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Οργανισμού των Δικαστηρίων που ισχύουν για τη διαδικασία πολ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.