← Ελλάδα

66. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 18 της 30 Δεκ. 1988/9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α' 8) Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Έχοντας υπό

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και οργανώνει τις διατάξεις που αφορούν το Συμβούλιο της Επικρατείας, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Ελλάδας. Περιγράφει τη δομή, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Ολομέλειας και των Τμημάτων του.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 18 της 30 Δεκ. 1988/9 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α' 8) Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Έχοντας υπόψη: 1.Τη διάταξη του άρθρου 35 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ Α' 268), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1470/1984 (ΦΕΚ Α' 112). 2.Την 8-10, 13, 15/1988 γνωμοδότηση της Ολομέλειας σε συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζουμε: Άρθρο μόνο Κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο, διατυπωμένες στη δημοτική, οι διατάξεις νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος, ως εξής: "ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ - ΟΡΓ ΑΝΩΣΗ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ Άρθρο 7 (άρθρα 10 ν. 702/1977, 7 ν. 1183/1981) Ολομέλεια-Τμήματα 1.Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου ασκούνται από την Ολομέλεια και τα Τμήματα. 2.Τα Τμήματα είναι πέντε (Α.', Β.', Γ .', Δ'. και E'.). Με την παρ. 1 άρθρ. 12 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), κατωτ. αριθ. 71, στα τμήματα του Συμβ. Επικρατείας προστέθηκε και ΣΤ' Τμήμα. Για τις αρμοδιότητές του κάθε τμήματος βλέπε σχετικό άρθρ. 12 ίδιου Νόμ. 2145/
  2. (άρθρο 11 ν. 702/1977) Σύνθεση Ολομελείας άρθρο 13 άρθρο 10 παρ. 4 " 14 " 11 " 16 " 14 παρ. 1, 2, 3, 4 & 6 " 17 " 15 παρ. 1 " 18 " 18 παρ. 7 " 20 παρ. 1 " 21 παρ. 2 εδ. δ'. " 21 " 25 παρ. 1 " 22 " 30 παρ. 1 έως (Αντί για τη σελ. 104,259(γ) Σελ. 104,259(δ) Τεύχος 1400 Σελ. 29 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 " 23 παρ. 2 " 34 παρ. 4 " 25 " 37 " 26 " 40 " 27 " 45 " 28 " 46 " 29 " 49 παρ. 2 " 30 " 50 παρ. 4 " 31 " 70 " 32 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 " 81 Ε'. Ν. 1183/1981 (ΦΕΚ 191) άρθρο 7 άρθρο 7 παρ. 2 " 9 παρ. 1,2 " 1 " 9 παρ. 3 " 3 παρ. 1 ΣΤ'. Ν.1470/1984 (ΦΕΚ 112) άρθρο 1 παρ. 1 άρθρο 1 " 1 παρ. 2 εδ. " 3 παρ. 1 " 1 παρ.3 " 9 παρ. 1 " 1 παρ.4 " 10 παρ. 1, 2, 3 " 1 παρ.6 " 14 παρ. 5 " 1 παρ. 7 " 14 παρ. 7 " 1 παρ. 8 " 17 παρ. 3 " 2 παρ. 1 " 19 παρ. 1, 2, 3, " 2 παρ. 2 " 25 παρ. 1 " 2 παρ. 3 " 27 παρ. 1 " 2 παρ. 4 " 30 παρ. 6 " 2 παρ. 5 " 34 παρ. 6, 7 " 2 παρ. 6 " 36 παρ. 1, 2 " 2 παρ. 7 " 82 παρ. 1 " 2 παρ. 8 " 39 παρ. 1 " 2 παρ. 9 " 40 " 3 παρ. 1 " 32 παρ. 2 " 3 παρ. 2 " 45 παρ. 4 " 3 παρ. 3 " 46 παρ. 1 " 3 παρ. 4 " 52 παρ. 4 " 4 παρ. 1 " 21 παρ. 4 " 4 παρ. 2 " 53 παρ. 1 εδ. " 4 παρ. 3 " 53 παρ. 3 εδ. " 4 παρ. 4 " 55 " 4 παρ. 5 " 56 παρ. 2 " 5 " 72 Ζ'. Ν. 1478/1984 (ΦΕΚ 145) άρθρο 30 άρθρο 82 παρ. 2 Η΄. Ν.1649/1986 (ΦΕΚ 149) άρθρο 4 παρ. 13 άρθρο 73 Σελ. 104,260(δ) Τεύχος 1400 Σελ. 30 Άρθρ.8.-"1.Η ολομέλεια του Συμβουλίου όταν συνεδριάζει δημόσια, ως δικαστήριο, συντίθεται από τον Πρόεδρο, τους αντιπροέδρους, τους συμβούλους, δύο παρέδρους και το γραμματέα. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται πάντως να παρίστανται οι μισοί συν ένας από το συνολικό αριθμό των μελών της, που έχουν δικαίωμα ψήφου. Ο αριθμός των μελών πρέπει πάντοτε να διατηρείται περιττός. Αν τα προσερχόμενα στη συνεδρίαση μέλη σχηματίζουν άρτιο αριθμό, αποχωρεί ο νεότερος σύμβουλος και αν αυτός είναι εισηγητής στη δικαζόμενη υπόθεση, ο αμέσως αρχαιότερός του, για να διατηρηθεί ο αριθμός περιττός". Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  3. 2."Η ολομέλεια συνέρχεται εν συμβουλίω μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Η σύγκλησή της είναι υποχρεωτική όταν ζητηθεί εγγράφως από το ένα τρίτο των μελών της. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί μέσα σε πέντε ημέρες, εκείνοι που ζήτησαν τη σύγκλησή της μπορούν να συγκαλέσουν την ολομέλεια με αίτησή τους που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη της. Η ολομέλεια συντίθεται από όλα τα μέλη της εκτός από εκείνα που κωλύονται". Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με τα μέσα στα " " άνω εδάφια από την παρ. 2 άρθρ. 3 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α' 230), κατωτ. σελ. 146,
  4. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Πρέπει, πάντως να παρίστανται οι μισοί συν ένας από το συνολικό αριθμό τους. Ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου που μετέχουν πρέπει να διατηρείται περιττός κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, ανάλογα με τις περιστάσεις, που εκτιμώνται από τον Πρόεδρο, μπορεί να κληθούν να μετάσχουν στη συνεδρίαση και Πάρεδροι με γνώμη συμβουλευτική, καθώς και ο Γραμματέας. Αν δεν παρίσταται ο Γραμματέας,, τα πρακτικά τηρεί εκείνος που τυχόν έχει ορισθεί εισηγητής, διαφορετικά ο νεότερος από τους Συμβούλους ή Παρέδρους που μετέχουν. Άρθρο 9 (άρθρα 9 ν.δ. 170/1973, 12 ν. 702/1977, 1 παρ. 3 ν. 1470/1984) Συγκρότηση Τμημάτων 1.«Με απόφαση της Ολομέλειας εν συμβουλίω που αναρτάται στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας γίνεται η συγκρότηση των Τμημάτων με την κατανομή σε αυτά των μελών του Συμβουλίου και των Παρέδρων.» ("Για την κατανομή λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των αντιπροέδρων και των συμβούλων και ικανοποιούνται υποχρεωτικά κατά σειρά αρχαιότητας. Κατά την κατανομή μπορεί να ορίζονται για κάθε τμήμα και αναπληρωτές σύμβουλοι και πάρεδροι που υπηρετούν σε άλλα τμήματα".) Η Ολομέλεια μπορεί, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να τοποθετεί, μετά από σχετική πρόταση του Προέδρου, Συμβούλους και Παρέδρους σε περισσότερα από ένα Τμήματα συγχρόνως, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Επίσης, μπορεί, όταν κατανέμει το δικαστικό προσωπικό στα Τμήματα, να τοποθετεί, αν συντρέχουν κατά την κρίση της σπουδαίοι λόγοι, αποκλειστικά στο Ε' Τμήμα έως έξι Παρέδρους για δύο το πολύ χρόνια. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 6 Νόμ. 2944/48 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. σελ. 104,
  5. Το μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο που είχε αντικατασταθεί ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 42 Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α'207) κατωτ. σελ. 146,18, καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 30 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ.
  6. «2.Με όμοια απόφαση της Ολομέλειας μπορεί να ανατίθεται σε Αντιπρόεδρο που δεν προΐσταται Τμήματος η άσκηση καθηκόντων αναπλήρωσης Προέδρου Τμήματος». Η παρ. 2 προστέθηκε και οι υπάρχουσες παρ. 2 και 3 αναριθμήθηκαν ως παρ. 3 και 4, από την παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. σελ. 104,
  7. 3

(2).Με όμοια απόφαση μπορεί κατά τη λήξη κάθε δικαστικού έτους να γίνεται ανασυγκρότηση των Τμημάτων με την τοποθέτηση σε άλλο Τμήμα τουλάχιστον ενός Συμβούλου και δύο Παρέδρων. 4
(3).Η Ολομέλεια μπορεί να αποφασίζει και την κατανομή των Εισηγητών στα Τμήματα. (Μετά τη σελ. 104,248(ζ) Σελ. 104,24801 Τεύχος 1359 Σελ. 61 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 (άρθρα 13 ν. 702/1977, 1 παρ. 4 ν. 1470/1984) Σύνθεση Τμημάτων Άρθρ.10.-«1.Τα Α', Β', Γ', Δ' και Ε' τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας συνεδριάζουν δημόσια και συντίθενται από τον πρόεδρό τους, δύο συμβούλους και δύο παρέδρους και το γραμματέα (πενταμελής σύνθεση). Κάθε τμήμα συντίθεται από τον πρόεδρό του, τέσσερις συμβούλους, δύο παρέδρους και τον γραμματέα (επταμελής σύνθεση) μόνον όταν εκδικάζει υποθέσεις, που εισάγονται σε επταμελή σύνθεση από τον πρόεδρό του ή παραπέμπονται με απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται λόγος για τριμελή ή πενταμελή σύνθεση νοείται αντίστοιχα ή πενταμελής ή επταμελής». Οι παρ.1, 2 και 3 αντικαταστάθηκαν με την άνω παρ. 1 και η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 2 από τις παρ. 2 και 3 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68. 2.
(4)Όταν ένα Τμήμα καλείται, κατά τις κείμενες διατάξεις, να αποφανθεί ή να γνωμοδοτήσει εν συμβουλίω συντίθεται από τον Πρόεδρό του και τέσσερις Συμβούλους, που ορίζονται μαζί με ισάριθμους αναπληρωτές, το Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους με πράξη του Προέδρου του. Η θητεία των μελών αυτών αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του αμέσως επόμενου έτους. Ανάλογα με τις περιστάσεις, που εκτιμώνται από τον Πρόεδρο του Τμήματος, μπορεί να κληθεί να μετάσχει στη συνεδρίαση και ο Γραμματέας του Τμήματος. Αν δεν παρίσταται ο Γραμματέας, τα πρακτικά τηρούνται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ.
  1. (άρθρο 14 ν. 702/1977) Δικαστικές διακοπές Άρθρ.11.-1.Από την 1η Ιουλίου έως και την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους διακόπτονται οι τακτικές εργασίες του Συμβουλίου. Κατά το διάστημα αυτό λειτουργεί Τμήμα Διακοπών, το οποίο επεξεργάζεται τα διατάγματα, αποφαίνεται επί των αιτήσεων αναστολής και εκδικάζει τις υποθέσεις, που τυχόν κρίνονται ως κατεπείγουσες με πράξη του Προέδρου του ίδιου Τμήματος. Στις διακοπές μετέχουν, εκτός από τα μέλη του Συμβουλίου, οι Πάρεδροι και οι Εισηγητές. 2.Αν ο αριθμός των Συμβούλων που υπηρετούν στο Τμήμα Διακοπών δεν επαρκεί για να συγκροτηθεί ο αρμόδιος για την εκδίκαση της κατεπείγουσας υπόθεσης σχηματισμός του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Τμήματος καλεί αδιακρίτως τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου για να συμπληρωθεί ο νόμιμος αριθμός. 3.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι κείμενες διατάξεις για τις δικαστικές διακοπές. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 (άρθρο 12, παρ. 1,
  2. 3 ν.δ. 170/1973) Γραφείο νομολογίας και έρευνας Άρθρ.12.-1.Στο Συμβούλιο λειτουργεί Γραφείο νομολογίας και έρευνας που υπάγεται στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. 2.Το Γραφείο αυτό διευθύνει ένας Πάρεδρος με τη βοήθεια δύο τουλάχιστον Εισηγητών. Οι παραπάνω ορίζονται από τον Πρόεδρο και υπηρετούν στο Γραφείο, μπορεί να απαλλάσσονται ολικώς ή μερικώς από τα λοιπά καθήκοντά τους για χρονικό διάστημα έως δύο έτη και πάντως εναλλάσσονται εκ περιτροπής κάθε έτος. 3.Το Γραφείο λειτουργεί με προσωπικό της Γραμματείας που προβλέπεται και τοποθετείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο
  3. (άρθρο
  4. παρ. 4 ν.δ. 170/1973) Έργα του Γραφείου νομολογίας και έρευνας Άρθρ.13.-Στο γραφείο νομολογίας και έρευνας ανήκει ιδίως: α)Η συλλογή, ταξινόμηση και ευρετηρίαση του νομολογιακού υλικού καθώς και η σύνταξη δελτίου της νομολογίας. β)Η οργάνωση και λειτουργία της βιβλιοθήκης του Συμβουλίου. γ)Η επιμέλεια για την εκτύπωση των αποφάσεων και των ευρετηρίων τους, καθώς και κάθε άλλης συναφούς έκδοσης. (άρθρα 16 ν. 702/1977, 1 παρ. 6 και 7 ν. 1470/1984) Αρμοδιότητα Ολομελείας και Τμημάτων Άρθρο 1 (άρθρα 1 ν.δ. 170/1973, 1 παρ. 1, περ. α' και β' ν. 691/1977, 9 παρ. 1 και 2 ν. 1183/1981, 1 παρ. 1 ν. 1470/1984). Μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας Μέλη του Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και οι Σύμβουλοι της Επικρατείας. Ο αριθμός των Αντιπροέδρων ορίζεται σε τέσσερις
(4)και των Συμβούλων σε τριάντα πέντε
(35). Με την περίπτ. Α (α), άρθρ. 15 Νόμ. 1968/1011 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. σελ. 146,15, ορίστηκε ότι από 1.12.1991, οι θέσεις των συμβούλων αυξάνονται κατά 3 και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε
  1. Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.65-66 Άρθρ.14.-"1.Με π.δ/τα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της ολομέλειας του Συμβουλίου, καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα καθενός από τα τμήματα Α', Β', Γ', Δ' και Ε'. Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  2. Η άνω παρ. 1, είχε καταργηθεί από την παρ. 10α, του άρθρ. 12 του Νόμ. 2145/93, κατωτ. αριθ. 71, η οποία παρ. 10α, στη συνέχεια καταργήθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 42 Νόμ. 2172/1616 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. σελ. 146,
  3. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άρθρ. 42 του ίδιου Νόμ. 2172/93, για την έκδοση των προεδρικών δ/των, που προβλέπονται στο άρθρ. 14 παρ. 1 του ν.δ. 170/1973, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του Νόμ. 702/1977 (άρθρ. 14 παρ. 1 του κωδ. προεδρικού δ/τος 18/1989) και με το άρθρ. 1 παρ. 4 του Νόμ. 1968/1991, απαιτείται σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου". (Αντί για τη σελ. 104,2481) Σελ. 104,2481(α) Τεύχος 1359 Σελ. 63 2.Η Ολομέλεια είναι αρμόδια: α)Για κάθε υπόθεση, την οποία ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εισάγει ενώπιον της λόγω μεγαλύτερης σπουδαιότητας, ιδίως όταν πρόκειται για θέματα γενικότερης σημασίας, ακόμη και αν η υπόθεση έχει εισαχθεί σε Τμήμα. Εισηγητής στην Ολομέλεια ορίζεται Σύμβουλος. β)Για ζήτημα ή υπόθεση που παραπέμπεται ενώπιόν της με απόφαση Τμήματος, πενταμελούς ή επταμελούς σύνθεσης, για τους λόγους του προηγούμενου εδαφίου. Η παραπεμπτική απόφαση επέχει θέση εισήγησης, την οποία αναπτύσσει ο Σύμβουλος που ορίζεται εισηγητής με την ίδια απόφαση. γ)Για υπόθεση που παραπέμπεται ενώπιόν της κατά την παράγραφο 6 του παρόντος. 3.Η Ολομέλεια, όταν επιλαμβάνεται κατ' εφαρμογή του εδαφίου β' της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί, αφού επιλύσει τα θέματα γενικότερης σημασίας, να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθεση ή να την παραπέμψει για εκδίκαση στο αρμόδιο Τμήμα. 4.Όταν ένα Τμήμα του Δικαστηρίου φέρεται προς λήψη αποφάσεως διαφορετικής από απόφαση του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου, παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια, η οποία μπορεί να αποφανθεί περαιτέρω κατά την προηγούμενη παράγραφο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. 5.Ο Πρόεδρος του Τμήματος μπορεί λόγω της σπουδαιότητάς της να εισαγάγει υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος. Και η πενταμελής σύνθεση μπορεί για τους ίδιους λόγους να παραπέμψει την υπόθεση στην επταμελή, ορίζοντας ως εισηγητή και Πάρεδρο. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η αναπομπή της υπόθεσης στην πενταμελή σύνθεση. Το Τμήμα με πενταμελή ή επταμελή σύνθεση μπορεί σε κάθε περίπτωση να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια. 6.Όταν ένα Τμήμα κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο κατά την κρίση του Τμήμα. Εφόσον αυτό διαφωνεί, παραπέμπει το ζήτημα για επίλυση στην Ολομέλεια, ορίζεται δε ως εισηγητής Σύμβουλος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου
  4. «7.Αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα περισσότερων Τμημάτων, η υπόθεση εισάγεται στο Τμήμα που είναι αρμόδιο για τη χρονολογικά προηγούμενη πράξη και εκδικάζεται από αυτό. Αν η Σελ. 104,2482(α) Τεύχος 1359 Σελ. 64 πράξη αυτή προσβάλλεται απαραδέκτως, το Τμήμα μπορεί είτε να εκδικάσει εξ ολοκλήρου την υπόθεση είτε να την παραπέμψει κατά τα λοιπά στον αρμόδιο σχηματισμό. Οι διατάξεις για το απαράδεκτο λόγω έλλειψης συνάφειας εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και επί αιτήσεων αναιρέσεως». Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄222) κατωτ. σελ. 104,
  5. "8.Στο Ε' τμήμα με την επιφύλαξη της έκδοσης προεδρικών δ/των που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, υπάγονται οι κατηγορίες υποθέσεων που αφορούν: α)στη νομοθεσία περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και δασικών εκτάσεων, των υδάτων της αυτοφυούς χλωρίδας και της άγριας πανίδας, β)στη νομοθεσία περί προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, των αρχαιοτήτων και αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων των διατηρητέων, κτιρίων και των παραδοσιακών οικισμών, γ)στη νομοθεσία περί μεταλλείων και λατομείων, δ)στη νομοθεσία περί αιγιαλού και παραλίας, ε)στη νομοθεσία περί χωροταξίας, περί εγκρίσεως, τροποποιήσεως και επεκτάσεως σχεδίων πόλεων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων και μελετών, επιβολής όρων και περιορισμών δομήσεως καθορισμού ζωνών, ενεργού πολεοδομίας και αστικού αναδασμού, ζωνών ειδικής ενίσχυσης και ειδικών κινήτρων και ζωνών οικιστικού ελέγχου, πλην των αφορωσών σε οικοδομικές άδειες και πράξεις χαρακτηρισμού αυθαιρέτων, στ)στη νομοθεσία περί αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας, βιομηχανιών, βιοτεχνιών και ξενοδοχείων εν γένει, και μηχανολογικών εγκαταστάσεων και ζ)στην οργάνωση και λειτουργία της διοικήσεως, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Επίσης στο Ε' τμήμα υπάγονται: η)η επεξεργασία των κανονιστικών δ/των, θ)η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας κατά νόμο και ι)η έγκριση κάθε διαχωριστικής δαπάνης". Η παρ. 8 προστέθηκε από την παρ. 5, άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  6. Η παρ. 5 του άρθρ. 1 Νόμ. 1968/1991 είχε καταργηθεί από την παρ. 10α, άρθρ. 12 Νόμ. 2145/1993, κατωτ. αριθ. 71, η οποία παρ. 10α, στη συνέχεια καταργήθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 42 Νόμ. 2172/16 - 16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. σελ. 146,18 πλην όμως η τελευταία αυτή διάταξη δεν επανέφερε ρητά σε ισχύ την άνω παρ.
  7. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΞΕΡΓ ΑΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ (άρθρα 15 παρ. 2 και 3, ν.δ. 170/1973, 17 ν. 702/1977) Άρθρ.15.-"1.Όλα τα κανονιστικά δ/τα (εκτός από εκείνα που ορίζουν απλώς το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου) αποστέλλονται στο Συμβούλιο από τη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, σε σχέδιο για να γίνει η κατά το Σύνταγμα επεξεργασία τους. Τα σχέδια των κανονιστικών αυτών δ/των πρέπει να υπογράφονται από τον αρμόδιο ή τους συναρμόδιους υπουργούς ή τη νόμιμη πλειοψηφία των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, ανάλογα με το αν η έκδοσή τους γίνεται ύστερα από πρόταση ενός ή περισσοτέρων αρμόδιων υπουργών ή του Υπουργικού Συμβουλίου, αντίστοιχα. Ο αποκλειστικά ή κυρίως αρμόδιος υπουργός μπορεί να τάξει προθεσμία, ανάλογη με τη σπουδαιότητα και το τυχόν κατεπείγον του δ/τος, η οποία αρχίζει από την περιέλευση του σχεδίου στο Συμβούλιο. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του δ/τος του άρθρ. 37 του παρόντος νόμου". Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  8. 2.Στο προοίμιο των σχεδίων διαταγμάτων που αποστέλλονται κατά τα ανωτέρω στο Συμβούλιο πρέπει να αναγράφονται οι διατάξεις των νόμων, στις οποίες βασίζεται ειδικά η έκδοσή τους, καθώς και οι προτάσεις ή γνωμοδοτήσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την έκδοσή τους. Στο προοίμιο των διαταγμάτων που δημοσιεύονται πρέπει να αναγράφεται ο αριθμός και η χρονολογία της γνωμοδότησης του Συμβουλίου. Στο προοίμιο των διαταγμάτων, τα οποία δημοσιεύονται μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που είχε ταχθεί για τη γνωμοδότηση, γίνεται σχετική μνεία. 3.Η γνώμη του Συμβουλίου έχει χαρακτήρα συμβουλευτικό. "4.Το Ε' τμήμα επεξεργάζεται τα κανονιστικά δ/τα με σύνθεση είτε τριμελή, που περιλαμβάνει τον πρόεδρο του τμήματος ή τον αναπληρωτή του, ένα σύμβουλο, έναν πάρεδρο και το γραμματέα, είτε πενταμελή, που περιλαμβάνει τον πρόεδρο του τμήματος ή τον αναπληρωτή του, τρεις συμβούλους, έναν πάρεδρο και το γραμματέα. Αν το τμήμα κρίνει ότι, λόγω της σπουδαιότητας των νομικών ζητημάτων που εγείρονται, η επεξεργασία του σχεδίου δ/τος πρέπει να παραπεμφθεί σε ευρύτερο σχηματισμό, εκφράζει τη γνώμη του και παραπέμπει τα πιο πάνω ζητήματα σε σχηματισμό της ολομέλειας. Στο σχηματισμό αυτόν συμμετέχουν ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, έξι σύμβουλοι και δύο πάρεδροι, τους οποίους ορίζει η ολομέλεια στην αρχή του έτους και για ετήσιο διάστημα που μπορεί να ανανεώνεται. Η ολομέλεια ορίζει επίσης τρεις συμβούλους και δύο παρέδρους ως αναπληρωματικούς. Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών στο σχηματισμό αυτόν, στον οποίο προεδρεύει ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, συμμετέχουν οι έξι
(6)αρχαιότεροι σύμβουλοι και οι 2 αρχαιότεροι πάρεδροι, που μετέχουν στο οικείο τμήμα διακοπών, αναπληρούμενοι από τους λοιπούς μετέχοντες συμβούλους και παρέδρους, αντιστοίχως, κατά τη σειρά αρχαιότητας. Δικαίωμα παραπομπής για τον πιο πάνω λόγο έχει και ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του αρμόδιου υπουργού. Οι πάρεδροι, που μετέχουν στην παραπάνω τριμελή ή πενταμελή σύνθεση του Ε' τμήματος και στον προαναφερόμενο σχηματισμό της ολομέλειας, έχουν αποφασιστική ψήφο. Αν ενώπιον δικαστικού σχηματισμού εγερθεί, κυρίως ή παρεπιπτόντως, το ζήτημα της νομιμότητας κανονιστικού δ/τος και ο σχηματισμός αυτός αποκλίνει από τη γνωμοδότηση του παραπάνω σχηματισμού της ολομέλειας, που έχει ήδη επεξεργαστεί το δ/γμα, το ζήτημα τούτο παραπέμπεται στη δικαστική ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας". Η παρ. 4, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 42 του Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1995(ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. σελ. 146,
  1. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ιδίου άρθρ. 42 Νόμ. 2172/93, κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου τα μέλη του σχηματισμού της ολομέλειας ορίζονται μέσα σε δέκα ημέρες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. (άρθρο 16 ν.δ. 170/1973, άρθρο 1, παρ. 4 ν. 1470/1984) Άρθρ.16.-«1.Για την επεξεργασία των κατά το προηγούμενο άρθρο σχεδίων δ/των ο πρόεδρος του Ε' τμήματος ορίζει εισηγητή, σύμβουλο ή πάρεδρο και ημέρα συνεδριάσεως, δίνει δε εντολή για την αποστολή αντιγράφου του σχεδίου σε όσους μετέχουν στη συνεδρίαση». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  2. 2.Ο Γραμματέας του Τμήματος τηρεί πρακτικά των συνεδριάσεων. 3.Ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτηση ή να αντιπροσωπευθεί από τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας ή και από άλλο ανώτερο υπάλληλο. "4.Η γνωμοδότηση του τμήματος, η οποία συντάσσεται από τον εισηγητή, περιλαμβάνει την εισήγησή του και τις γνώμες που διατυπώθηκαν, υπογράφεται δε από τον πρόεδρο και από το γραμματέα. Θεωρείται ότι επικράτησε η γνώμη με την οποία τάχθηκε η πλειοψηφία των μετεχόντων στη συνεδρίαση". Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 9 άρθρ. 1 Νόμ. 1960/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  3. 5.Τα παραπάνω εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που η επεξεργασία διατάγματος ανατίθεται στην Ολομέλεια. (Αντί για τη σελ. 104,249(α) Σελ. 104,249(β) Τεύχος 1178-Σελ. 31 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Γενικοί δικονομικοί κανόνες (άρθρα 17, ν.δ. 170/1973, 10, παρ. 1, ν. 221/1975, 1 παρ. 8 ν. 1470/1984) Άσκηση ινδικών μέσων Για τα ένδικα μέσα ή βοηθήματα που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα, βλ. και άρθρ. 40 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  4. Άρθρ.17.-1.Τα ένδικα μέσα ενώπιον του Συμβουλίου ασκούνται δια καταθέσεως δικογράφου. 2.Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το όνομα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, τη διεύθυνση της κατοικίας του, την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο μέσο, χρονολογία και υπογραφή. Το δικόγραφο της προσφυγής που στρέφεται κατά υπαλλήλου και αίτησης αναιρέσεως που στρέφεται κατά ιδιώτη πρέπει να περιέχει ακόμη το όνομα και τη διεύθυνση της κατοικίας τους. 3.Η αόριστη μνεία στα δικόγραφα ως προσβαλλόμενης και κάθε συναφούς πράξης ή απόφασης δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει από την άποψη αυτή την υπόθεση. 4.Τα δικόγραφα των ενδίκων μέσων της αίτησης ακυρώσεως και αίτησης αναιρέσεως που ασκούνται από ιδιώτη υπογράφονται μόνο από δικηγόρο. Τα δικόγραφα των ένδικων αυτών μέσων, όταν ασκούνται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπογράφονται από τον οικείο νομικό σύμβουλο, πάρεδρο, δικαστικό αντιπρόσωπο ή δικηγόρο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή, την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως και την αίτηση αναστολής εκτελέσεως. Αίτηση ακυρώσεως που υπογράφεται μόνο από τον αιτούντα θεωρείται ότι έχει νομίμως ασκηθεί εφόσον παρίσταται δικηγόρος κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Συμβουλίου. 5.Το δικόγραφο προσφυγής που ασκείται από τον υπάλληλο μπορεί να υπογράφεται και από τον ίδιο. Όταν η προσφυγή ασκείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το δικόγραφο υπογράφεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους λόγους, την παρέμβαση, την τριτανακοπή και την αίτηση ερμηνείας ή διόρθωσης αποφάσεως. (άρθρα 18 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 8 ν.δ. 170/1973, 18 ν. 702/1977) Αντίκλητος Άρθρ.18.-1.Αντίκλητος εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο είναι αυτοδικαίως ο δικηγόρος που το υπογράφει, εφόσον είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 2.Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο μπορεί με το δικόγραφο ή με δήλωση που κατατίθεται στη Γραμματεία να διορίζει έναν αντίκλητο, ο οποίος πρέπει να κατοικεί στην Αθήνα και του οποίου πρέπει να αναφέρεται η διεύθυνση. 3.Αν το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο που δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, πρέπει να διορίζεται αντίκλητος που κατοικεί στην Αθήνα και να αναφέρεται η διεύθυνσή του. Το ίδιο ισχύει και για προσφυγή που υπογράφεται από υπάλληλο. 4.Ο δικηγόρος που παρέστη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο καθίσταται επίσης αυτοδικαίως αντίκλητος για όλες τις εφεξής κοινοποιήσεις έως την έκδοση οριστικής απόφασης. 5.Όλες οι κοινοποιήσεις προς το διάδικο που προβλέπονται από το παρόν γίνονται είτε προς τον ίδιο, είτε προς τον αντίκλητό του. 6.Κάθε μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας στην Αθήνα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο ή του αντικλήτου που πρέπει να γνωστοποιείται με έγγραφη δήλωση, η οποία κατατίθεται στην Γραμματεία, εκτός αν ο αντίκλητος είναι δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 7.Αν εκείνος που άσκησε το ένδικο μέσο και ο αντίκλητός του δεν κατοικούν στη διεύθυνση κατοικίας Αθηνών που δηλώθηκε αρχικά ή μεταγενέστερα, το ένδικο μέσο εκδικάζεται χωρίς να γίνουν προς αυτούς οι κοινοποιήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 εδ. γ' και 5 και του άρθρου 49 παρ. 2 του παρόντος. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν έγινε διορισμός αντικλήτου, αν και υπήρχε σχετική υποχρέωση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. 8.Αν υπάρχουν περισσότεροι αντίκλητοι, οι κοινοποιήσεις γίνονται εγκύρως σε οποιονδήποτε από αυτούς. (άρθρα 5 παρ. 5 ν. 702/1977,2 παρ.
  5. ν. 1470/1984) Κατάθεση δικογράφου Άρθρο 2 (άρθρο 2 ν.δ. 170/1973) Αρμοδιότητες και αναπλήρωση Προέδρου και Αντιπροέδρων 1.Ο Πρόεδρος έχει τη γενική διεύθυνση των εργασιών του Συμβουλίου και το εκπροσωπεί στις σχέσεις του με τις δημόσιες αρχές. 2.Ο Πρόεδρος προΐσταται της Ολομελείας. Κάθε Αντιπρόεδρος προΐσταται ενός από τα Τμήματα του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος μπορεί να προεδρεύει και σε οποιοδήποτε Τμήμα. 3.Τον Πρόεδρο, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνουν οι Αντιπρόεδροι κατά σειρά αρχαιότητας και αυτούς οι Σύμβουλοι κατά σειρά αρχαιότητας. 4.Τον Αντιπρόεδρο, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνουν στο οικείο Τμήμα κατά σειρά αρχαιότητας οι Σύμβουλοι που μετέχουν σε αυτό. Άρθρ.19.-1.Η κατάθεση του δικογράφου γίνεται με την παράδοση του πρωτοτύπου στη Γραμματεία και την άμεση καταχώριση, κατά τη χρονολογία και τη σειρά που παραδίδεται, σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει ο καταθέτης. (Αντί για τη σελ. 104,2501) Σελ. 104,2501(α) Τεύχος 1359 Σελ. 65 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 2.Η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή. Όταν ασκείται το ένδικο μέσο από δημόσια αρχή, η κατάθεση του δικογράφου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όχι όμως στην ίδια. Το δικόγραφο όμως καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο της αρχής. Για την κατάθεση συντάσσεται στο σώμα του δικογράφου πράξη με τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τη χρονολογία, την οποία υπογράφουν ο υπάλληλος που παρέλαβε το δικόγραφο και ο καταθέτης. 3.Το δικόγραφο αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και καταχωρίζεται στο παραπάνω βιβλίο, όπου και αναφέρονται τα στοιχεία του διαβιβαστικού εγγράφου στη θέση της υπογραφής του καταθέτη. 4.Με το πρωτότυπο του δικογράφου υποβάλλονται δύο αντίγραφά του και αντίγραφο της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης ή της δικαστικής απόφασης, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί. Μέχρις ότου υποβληθεί το αντίγραφο μπορεί να αναβληθεί ο ορισμός της δικασίμου. 5.Η έφεση ασκείται δια καταθέσεως του δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο έχει εκδώσει την εκκαλουμένη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Η έφεση μαζί με τον οικείο φάκελο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας αμελητί με φροντίδα του Γραμματέα. 6.Ειδικά οι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων κατατίθενται στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία συντάσσει στο πρωτότυπο του δικογράφου σχετική πράξη κατάθεσης και στη συνέχεια διαβιβάζει σε δέκα ημέρες το πολύ στο Συμβούλιο της Επικρατείας το δικόγραφο με το φάκελο της υπόθεσης. "7.Η πράξη καταθέσεως των δικογράφων που προβλέπεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι έγκυρη και όταν συντάσσεται με ιδιαίτερο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτήν, αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας που αναγράφεται στην πράξη και εκείνης που προκύπτει από το βιβλίο καταθέσεως ενδίκων μέσων ή από το πρωτόκολλο ή το βιβλίο διεκπεραιώσεως (εισερχομένων-εξερχομένων εγγράφων) της αρχής ή του δικαστηρίου, στο οποίο έγινε η κατάθεση ή στο οποίο διαβιβάσθηκε το δικόγραφο. Το εμπρόθεσμο του δικογράφου κρίνεται από το σχετικό βιβλίο καταθέσεως". Η παρ.7, προστέθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  6. Σελ. 104,2502(α) Τεύχος 1359 Σελ. 66 Άρθρο 20 (άρθρο 20 ν.δ. 170/1975) Ορισμός εισηγητή και δικασίμου Μετά την κατάθεση ενδίκου μέσου ο Πρόεδρος με πράξη του ορίζει εισηγητή ένα Σύμβουλο ή Πάρεδρο, καθώς και τη δικάσιμο η οποία σημειώνεται στο πινάκιο και δίνει εντολή να ανακοινωθεί η δικογραφία στον εισηγητή. Με την ίδια πράξη ορίζεται επίσης ο βοηθός Εισηγητής του Συμβούλου και, αν συντρέχει περίπτωση και του Παρέδρου. Ο Πρόεδρος μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και προφορικώς, να αντικαταστήσει με άλλον τον εισηγητή σε περίπτωση κωλύματος. Άρθρο 21 (άρθρα 21 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 ν.δ. 170/1973, 20 παρ. 1.ν. 702/1977, 4 παρ. 1, ν. 1470/1984) Κοινοποίηση δικογράφου 1.Με εντολή του Προέδρου κοινοποιούνται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις επόμενες παραγράφους, αντίγραφο του δικογράφου του ενδίκου μέσου με μνεία της χρονολογίας κατάθεσης και αντίγραφο της πράξης που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο. Η κοινοποίηση γίνεται με επιμέλεια της Γραμματείας είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Ο Πρόεδρος έχει δικαίωμα να κάνει σύντμηση της προθεσμίας σε περίπτωση κατεπείγοντος. 2.α)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης διοικητικής αρχής, η κοινοποίηση γίνεται προς τον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος επέχει θέση διαδίκου είτε η πράξη εκδόθηκε από τον ίδιο, είτε από αρχή που υπόκειται σε αυτόν. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας β)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς αυτό, το οποίο καθίσταται κύριος διάδικος. Κοινοποιείται επίσης στον υπουργό που το εποπτεύει, ο οποίος μπορεί να παρέμβει στο ακροατήριο και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης, είτε υπέρ είτε κατά του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης. γ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η οποία εγκρίθηκε με πράξη του οργάνου που ασκεί εποπτεία, η κοινοποίηση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο και προς τον αρμόδιο κατά το εδάφιο α' υπουργό. Κύριοι διάδικοι καθίστανται και οι δύο. δ)Σε περίπτωση αίτησης ακυρώσεως κατά πράξης υπηρεσιακού συμβουλίου κρίσης υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είναι όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπουργό στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το συμβούλιο αυτό καθώς και προς το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος που άσκησε την αίτηση. 3.α)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. β)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. γ)Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. Αν συντρέχει η περίπτωση του εδαφίου δ' της προηγούμενης παραγράφου, η κοινοποίηση γίνεται και προς τον υπουργό. δ)Αντίγραφο της πράξης του προέδρου η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20 του παρόντος κοινοποιείται προς τον κατά τα προηγούμενα εδάφια προσφεύγοντα δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. «4.Όταν ασκείται αίτηση αναιρέσεως, κοινοποιείται με επιμέλεια της Γραμματείας του οικείου δικαστικού σχηματισμού, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, πράξη του Προέδρου μαζί με ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε απλό χαρτί της αίτησης στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που υπογράφει, κατά το άρθρο 17 παρ. 4, το δικόγραφο, έστω και αν δεν είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αναιρεσείων, ο δικηγόρος ή ο εκπρόσωπος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει την υποχρέωση να κοινοποιήσει αντίγραφα της πράξης του Προέδρου και της αίτησης αναιρέσεως στον αναιρεσίβλητο είκοσι
(20)τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε κατά το άρθρο 45 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Αν ο δικαστικός επιμελητής βεβαιώνει ότι δεν καθίσταται δυνατή η επίδοση και δεν βρίσκει άλλη γνωστή διεύθυνση, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τους διαδίκους άγνωστης διαμονής. Αν ο αναιρεσείων παραλείψει την υποχρέωση κοινοποίησης των εγγράφων στον αναιρεσίβλητο ή η κοινοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως, ο δε αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για εύλογο χρόνο, κατά τη νέα δε δικάσιμο, αν ο αναιρεσείων και πάλι έχει παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως τη δυσχέρεια της κοινοποίησης, μπορεί, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, να αναβάλει περαιτέρω τη συζήτηση της υπόθεσης». Η παρ. 4 που είχε αντικατασταθεί από την παρ. 1 άρθρ. 32 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ.αριθ.74, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 8 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄222) κατωτ. σελ. 104,
  1. 5.Αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να γίνει νέα συζήτηση της υπόθεσης ή περαιτέρω συζήτησή της, η πράξη του Προέδρου ή η απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος, κοινοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου. Κοινοποιείται επίσης προς εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο και προς εκείνον που τυχόν έχει ασκήσει παρέμβαση. 6.Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αν οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το Δικαστήριο χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί ως προς αυτούς οι διατάξεις του παρόντος άρθρου για τις κοινοποιήσεις. (άρθρο 22 ν.δ. 170/1973) Καθήκοντα εισηγητή Άρθρ.22.-1.Εκείνος που ορίστηκε εισηγητής φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη διερεύνηση της υπόθεσης και συντάσσει "συνοπτική" έκθεση, η οποία διαλαμβάνει το ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία του βεβαιώνονται από τα έγγραφα, τα ζητήματα που προκύπτουν και την αιτιολογημένη γνώμη του για τα ζητήματα αυτά Η έκθεση επισυνάπτεται στο φάκελο το αργότερο τρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση για να λάβουν γνώση οι διάδικοι. (Αντί για τη σελ. 104,251(β) Σελ. 104,251(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 67 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 "Εάν δεν έχει επισυναφθεί κατά τα ανωτέρω η έκθεση αυτή, η υπόθεση, εφ' όσον υποβληθεί σχετική αίτηση από κάποιο διάδικο αναβάλλεται υποχρεωτικώς σε μεταγενέστερη δικάσιμο, προκειμένου να επισυναφθεί η έκθεση εμπροθέσμως στο φάκελο". Στην παρ. 1 η λέξη "εμπεριστατωμένη" αντικαταστάθηκε με τη λέξη "συνοπτική" και προστέθηκε το μέσα στα " " τρίτο εδάφιο από την παρ. 12, άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  2. 2.Ο εισηγητής μπορεί να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν στοιχεία που λείπουν ή είναι οπωσδήποτε χρήσιμα. 3.Οι αρχές, προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγητής για την συγκέντρωση στοιχείων και πληροφοριών χρήσιμων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, έχουν την υποχρέωση να αποστέλλουν τα στοιχεία και πληροφορίες που τους ζητεί. "4.Ο εισηγητής, 5 ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί με την οικεία πράξη του Προέδρου, οφείλει να δηλώσει προς τη Γραμματεία του οικείου σχηματισμού αν η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση. Η παράλειψη της δήλωσης αυτής, καθώς και η μη εμπρόθεσμη και γενικά νομότυπη κατάθεση της έκθεσης του εισηγητή σύμφωνα με τα α' και β' εδάφια της παρ. 1, όταν η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση, επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης της υπόθεσης και την αυτεπάγγελτη αναβολή της σε μεταγενέστερη ρητώς οριζόμενη δικάσιμο". Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 32 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ.
  3. Άρθρο 23 (άρθρο 23 ν.δ. 170/1973) Απόψεις της Διοίκησης 1.Το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση ακυρώσεως ή η προσφυγή, έχει την υποχρέωση να εκθέτει τις απόψεις του για καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους, διευκρινίζοντας σαφώς το συναφές με κάθε λόγο πραγματικό μέρος. 2.Η έκθεση αυτή με το σχετικό φάκελο πρέπει να αποστέλλεται στον εισηγητή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί εφόσον το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως ή της προσφυγής έχει επιδοθεί στη Διοίκηση δύο τουλάχιστον μήνες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά σε εύλογο χρόνο πριν από τη δικάσιμο. Σελ. 104,252(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 68 3.Την έκθεση προσυπογράφουν ο νομικός σύμβουλος του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου που έχει εντολή να υποστηρίζει τα συμφέροντά τους καθώς και οι καθ' ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις διοικητικές πράξεις με την ευθύνη που καθιερώνουν οι κανόνες αυτοί. Άρθρο 24 (άρθρο 24 ν.δ. 170/1973) Συνέπειες μη αποστολής φακέλου 1.Η παράλειψη της έγκαιρης αποστολής προς το Συμβούλιο των στοιχείων και πληροφοριών που προβλέπονται από τα προηγούμενα άρθρα, καθώς και της έκθεσης, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδίκημα των αρμοδίων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων. 2.Η πειθαρχική δίωξη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να προκαλέσει και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου με έγγραφό του προς τον αρμόδιο υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης. Η πειθαρχική απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η απόφαση που εκδίδεται κοινοποιείται αμελλητί και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου. Άρθρο 25 (άρθρα 25 παρ.
  4. ν.δ. 170/1973, 21 ν. 702/1977, 2 παρ. 2 ν. 1470/1984) Πρόσθετοι λόγοι, υπομνήματα 1.Επιτρέπεται η υποβολή πρόσθετων λόγων με δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 19 παρ. 1 και κοινοποιείται, επί ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επιμέλεια εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Η κοινοποίηση γίνεται με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου σε όσους κοινοποιείται το ένδικο μέσον κατά το άρθρον 21 και σε εκείνους που ήδη έχουν ασκήσει παρέμβαση. Η παράγραφος 6 του άρθρου 21 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας (Οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι αν υποβληθούν μετά από αναβολή της συζήτησης και ο φάκελος της υπόθεσης έχει περιέλθει στο δικαστήριο εξήντα
(60)ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναβολής). Το τελευταίο μέσα στην () εδάφιο της άνω παρ. 1, καταργήθηκε από την παρ. 14 άρθρ. 1 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 68, με την ίδια δε άνω παρ. 14 του ίδιου νόμου, ορίστηκε ότι: Η κατάργηση καταλαμβάνει και τις υποθέσεις, που είναι εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν έχουν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Εκκρεμείς νοούνται και οι υποθέσεις, που δεν έχουν συζητηθεί σε περίπτωση παραπομπής, από το τμήμα της παραπομπής, ή την ολομέλεια ή που δεν έχουν συζητηθεί, λόγω εκδόσεως αναβλητικής αποφάσεως. 2.Υπομνήματα των διαδίκων κατατίθενται στη Γραμματεία έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Ο Πρόεδρος μπορεί να επιστρέψει την υποβολή υπομνημάτων από τους διαδίκους μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από αυτόν για την ανάπτυξη όσων έχουν εκτεθεί στο ακροατήριο. Άρθρο 26 (άρθρο 26 ν.δ. 170/1973) Παράσταση στο ακροατήριο 1.Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι ιδιώτες διάδικοι δεν μπορούν να παρίστανται αυτοπροσώπως για να αναπτύξουν την υπόθεση αλλά μόνο με δικηγόρο ο οποίος είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο ή είναι καθηγητής ή υφηγητής νομικής σχολής ημεδαπού πανεπιστημίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου για τους δικηγόρους. 2.Σε περίπτωση προσφυγής ο προσφεύγων υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί αυτοπροσώπως και χωρίς δικηγόρο, η δε προϊσταμένη του αρχή οφείλει να χορηγεί την άδεια που ζητεί για το σκοπό αυτό. 3.Η Διοίκηση παρίσταται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για τη δικαστική εκπροσώπησή της. (άρθρο 27 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 3 ν. 1470/1984) Πληρεξουσιότητα Άρθρ.27.-"1)Η πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με συνυπογραφή του δικογράφου του ενδίκου μέσου εκ μέρους του διαδίκου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Στην περίπτωση συνυπογραφής του δικογράφου εκ μέρους του διαδίκου η υπογραφή του δικογράφου από το δικηγόρο θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου. Για τη Διοίκηση εφαρμόζονται οι κείμενες γι' αυτήν διατάξεις. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου η πληρεξουσιότητα παρέχεται από το νόμιμο εκπρόσωπό τους με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο ή με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Όταν ο νόμος ή το καταστατικό απαιτεί για να ασκηθεί ένδικο μέσο προηγούμενη άδεια άλλου οργάνου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου τεκμαίρεται ότι ενεργεί με την άδεια του άλλου οργάνου. Η τυχόν έλλειψη της άδειας δεν επηρεάζει το κύρος της δίκης και δημιουργεί αποκλειστικά ευθύνη του εκπροσώπου απέναντι στο νομικό πρόσωπο. 2)Για την υπογραφή του ενδίκου μέσου και την ενέργεια των πράξεων της προδικασίας από δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπάρχει εάν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παρ.
  1. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο και εκείνος που το ήσκηοε καταδικάζεται στη δικαστική δαπάνη". Οι παρ. 1 και 2, αντικαταστάθηκαν ως άνω, από την περίπτ. α' της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ.
  2. "3.Το δικαστήριο, κατ' αίτηση του διαδίκου ή του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου, είτε αναβάλλει τη συζήτηση σε άλλη δικάσιμο είτε χορηγεί εύλογη προθεσμία για τη νομιμοποίηση, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας απορρίπτει το ένδικο μέσο. Εάν ανακύψει μεταγενεστέρως αμφιβολία ως προς τη νομιμοποίηση τον πληρεξουσίου ή του διαδίκου, ο ενδιαφερόμενος ειδοποιείται δια της γραμματείας να προσκομίσει τα ελλείποντα στοιχεία εντός τακτής προθεσμίας. Για την ειδοποίηση αυτήν ο γραμματέας συντάσσει πράξη επί του φακέλου της δικογραφίας. Το δικαστήριο πάντως δύναται να διατάξει τη συμπλήρωση των στοιχείων της νομιμοποιήσεως. Τα στοιχεία αυτά επιτρέπεται, σε κάθε περίπτωση, να είναι και μεταγενέστερα της συζητήσεως". Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 13 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  3. 4.Αν πεθάνει ο δικηγόρος που υπέγραψε το δικόγραφο, η δίκη αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως εφάπαξ και για εύλογο διάστημα, όχι μεγαλύτερο από έξι μήνες, αφού εκτιμηθεί η φύση της υπόθεσης, εκτός αν ο εντολέας του ζητήσει στο ακροατήριο αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο τη συνέχιση της δίκης. (Αντί για τη σελ. 104,2521) Σελ. 104,2521(α) Τεύχος 1359 Σελ. 69 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 "5.Αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίσθηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου, δύναται να υποβληθεί αίτηση επανασυζητήσεως της υποθέσεως που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα πριν από την έκδοση της αποφάσεως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 10 ημερών από τη συζήτηση της υποθέσεως. Η αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους προβαλλόμενους λόγους, δικάζεται από το οικείο Τμήμα καλουμένων αμφοτέρων των διαδίκων προ 20 ημερών. Σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως η υπόθεση εκδικάζεται εν συνεχεία επί της ουσίας από το ίδιο Τμήμα". Η παρ. 5, προστέθηκε από την περίπτ. β' της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ.
  4. Επίσης με την περίπτ. γ', της ιδίας παραγράφου ορίστηκε ότι: Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αίτηση δύναται, συντρεχουσών των υπό τούτου προβλεπομένων προϋποθέσεων, να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος για αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο για μη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου και δημοσιεύθηκαν μετά την 1η Ιαν.
  5. Άρθρο 28 (άρθρο 28 ν.δ. 170/1973) Αποκλεισμός ερημοδικείας Σε κάθε περίπτωση, εφόσον έγιναν οι κατά το παρόν κοινοποιήσεις, η υπόθεση συζητείται και εκδίδεται απόφαση ακόμη και αν δεν παρίστανται οι διάδικοι. Άρθρο 3 (άρθρα 3, ν.δ. 170/1973, 9 παρ. 3 ν. 1183/1981, 1 παρ. 2, εδ. πρώτο, ν. 1470/1984) Πάρεδροι και Εισηγητές 1.Ο αριθμός των Παρέδρων ορίζεται σε σαράντα
(40)και των Εισηγητών σε σαράντα
(40). 2.Οι Πάρεδροι ασκούν ιδίως έργα εισήγησης και μετέχουν στις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου με ψήφο συμβουλευτική. 3.Οι Εισηγητές βοηθούν τους Συμβούλους και τους Παρέδρους στην προπαρασκευή και διάγνωση των υποθέσεων. Με το άρθρ. 7 Νομ. 1816/11-15 Νοεμ. 1988 (ΦΕΚ Α' 251), (τομ. 10 σελ. 154,217), ορίστηκε ότι: Από 1.1.1989 οι οργανικές θέσεις των παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας αυξάνονται κατά 3 και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε
  1. Με την περίπτ. Α (β), άρθρ. 15 Νόμ. 1968/1011 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. σελ. 146,15, ορίστηκε ότι από 1.12.1991, ο αριθμός των παρέδρων αυξάνεται κατά 2 και ο συνολικός αριθμός τους ορίζεται σε
  2. (Αντί για τη σελ. 104,247(ε) Σελ. 104,247(ζ) Τεύχος 1359 Σελ. 59 Άρθρο 29 (άρθρο 29 ν.δ. 170/1973) Αποδοχή προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης Το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο σε περίπτωση αποδοχής της προσβαλλόμενης πράξης. Σε περίπτωση δικαστικής απόφασης η αποδοχή γίνεται εγγράφως. Άρθρο 30 (άρθρα 22, ν. 702/1977, 2 παρ. 4 ν. 1470/1984) Παραίτηση 1.Η παραίτηση από το δικόγραφο ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης, επιτρέπεται έως τη συζήτηση της υπόθεσης. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που Σελ. 104,2522(α) Τεύχος 1359 Σελ. 70 κατατίθεται στη Γραμματεία ή προφορικά στο ακροατήριο είτε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει γενικό ή ειδικό πληρεξούσιο, είτε και από αυτόν τον ίδιον που άσκησε τον ένδικο μέσο. Παραίτηση γίνεται επίσης και με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, αν αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης περιέλθει στο Συμβούλιο έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. 2.Παραίτηση με έγγραφη δήλωση στη Γραμματεία ή με συμβολαιογραφικό έγγραφο, η οποία υποβάλλεται ή περιέρχεται στο Συμβούλιο πριν από τον καθορισμό δικασίμου, γίνεται δεκτή με πράξη του Προέδρου ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος, ο οποίος, σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφιβολίας για το έγκυρο της δήλωσης, μπορεί να την εισαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου. 3.Παραίτηση που περιέχει όρους ή αιρέσεις, θεωρείται ότι δεν έγινε. 4.Ανάκληση παραίτησης δεν επιτρέπεται. 5.Αίτηση, από το δικόγραφο της οποίας έγινε παραίτηση, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. 6.Για την παραίτηση του Δημοσίου από τις προφανώς απαράδεκτες ή αβάσιμες αιτήσεις αναιρέσεως σε φορολογικές ή δασμολογικές υποθέσεις. συγκροτούνται μια ή περισσότερες τριμελείς επιτροπές απαρτιζόμενες από α)έναν πάρεδρο της Διοίκησης, β)έναν υπάλληλο του εφοριακού ή του τελωνειακού κλάδου ανάλογα με το αντικείμενο της διαφοράς και γ)τον εισηγητή της υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ο οποίος, σε περιπτώσεις ιδίως κατάθεσης μεγάλου αριθμού όμοιων αιτήσεων αναιρέσεως, μπορεί να ορισθεί με πράξη του Προέδρου του που δεν περιέχει προσδιορισμό δικασίμου και δεν κοινοποιείται. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Ο πάρεδρος της Διοίκησης και ο υπάλληλος ορίζονται από τον Υπουργό Οικονομικών. Για την γραμματειακή εξυπηρέτηση της επιτροπής μεριμνά το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η επιτροπή γνωμοδοτεί για το προφανώς απαράδεκτο ή αβάσιμο της αίτησης. Η γνωμοδότησή της περιέχει συνοπτική παράθεση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας στα ζητήματα παραδεκτού ή τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και αφού υπογραφεί και από τα τρία μέλη της διαβιβάζεται στον Υπουργό Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Αποτελεί παραίτηση από το ένδικο μέσο η έγγραφη αποδοχή από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο της γνωμοδότησης της επιτροπής που θεωρεί επιβεβλημένη την παραίτηση. Αν ο Υπουργός Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο δεν διαφωνήσει μέσα σε τρεις μήνες από την περιέλευση σε αυτόν ή στο εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο της γνωμοδότησης της επιτροπής, η γνωμοδότηση αυτή αποτελεί την παραίτηση από το ένδικο μέσο η οποία γνωστοποιείται στον οικείο δικαστικό σχηματισμό του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής μπορεί να επεκταθούν προσαρμοζόμενες και σε άλλες κατηγορίες αιτήσεων αναιρέσεως του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με προεδρικά διατάγματα εκδιδόμενα με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμοδίου ή του εποπτεύοντος το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπουργού, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρο 31 (άρθρο 31 ν.δ. 170/1973) Θάνατος διαδίκων 1.Αν πεθάνει ο ιδιώτης που άσκησε το ένδικο μέσο ή διαλυθεί το νομικό πρόσωπο, η δίκη καταργείται, εκτός αν έως τη συζήτηση οποιοσδήποτε που νομιμοποιείται ζητήσει τη συνέχεια της δίκης με δήλωσή του που κατατίθεται στη Γραμματεία, ή και προφορικά στο ακροατήριο. 2.Αν δεν ζητηθεί, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, η συνέχιση της δίκης, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως και για εύλογο χρονικό διάστημα, αφού εκτιμηθεί η φύση της υπόθεσης. 3.Αν πεθάνει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή ή η αίτηση αναιρέσεως, μετά από αυτεπάγγελτη και για εύλογο χρόνο αναβολή της συζήτησης η δίκη συνεχίζεται αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, ακόμη και αν απουσιάζουν οι διάδοχοι εκείνου που πέθανε. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται νέα κοινοποίηση. 4.Η προηγούμενη παράγραφος έχει εφαρμογή και σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έχει ασκήσει παρέμβαση. Άρθρο 32 (άρθρα 32 παρ. 1 ν.δ. 170/973, 3 παρ. 1 ν. 1470/1984) Ανάκληση, ακύρωση, λήξη ισχύος προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης 1.Η δίκη καταργείται αν μετά την άσκηση του ένδικου μέσου η προσβαλλόμενη πράξη ή δικαστική απόφαση ανακλήθηκε, ακυρώθηκε ή εξαφανίσθηκε. 2.Καταργείται ομοίως η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε τρόπο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης. Η παράγραφος αυτή δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για διαιτητικές αποφάσεις ή πράξεις που κηρύσσουν εκτελεστές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Άρθρο 33 (άρθρο 33 ν.δ. 170/1973) Συζήτηση στο ακροατήριο Η συζήτηση αρχίζει με την ανάγνωση και την προφορική ανάπτυξη από τον εισηγητή της έκθεσής του. Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά βάσει των δικογράφων και των εγγράφων που έχουν προαχθεί προαποδεικτικώς. Το Συμβούλιο πάντως μπορεί κατά την κρίση του να διατάξει και κάθε συμπληρωματική απόδειξη και να υποχρεώνει οποιαδήποτε δημόσια αρχή να παράσχει έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση που δικάζεται. Άρθρο 34 (άρθρα 34 παρ. 1, 3, 4, 6 ν.δ. 170/1973, 23 παρ. 2 ν. 702/1977, 2 παρ. 5 ν. 1470/1984) Απόφαση 1.Οι αποφάσεις του Συμβουλίου, Ολομελείας και Τμημάτων, λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν των μελών του, μετά από διάσκεψη. 2.Αν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που αποτελούν την ασθενέστερη μειοψηφία οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. 3.Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συγκεντρώσουν ίσο αριθμό ψήφων, καθορίζεται με ψηφοφορία ο αποκλεισμός της μιας από αυτές και είναι εκείνοι που την ακολούθησαν οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες μέχρι να σχηματισθεί πλειοψηφία. (Μετά τη σελ. 104,2522(α) Σελ. 104,2523 Τεύχος 1359 Σελ. 71 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 4.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και κάθε φορά που η Ολομέλεια ή τα Τμήματα αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν εν συμβουλίω. 5.Οι κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποφάσεις του Συμβουλίου κοινοποιούνται σε αντίγραφο στη διάδικο διοικητική αρχή με επιμέλεια της Γραμματείας. 6.Τα ουσιώδη περιστατικά της συζήτησης στο ακροατήριο καταχωρίζονται στην απόφαση του Δικαστηρίου, εκτός αν, κατά την κρίση του προεδρεύοντος, συντρέχει λόγος να συνταχθεί ιδιαίτερο πρακτικό συζήτησης. Πρακτικό διάσκεψης συντάσσεται μόνο αν διατυπωθεί μειοψηφία. Στη γνώμη της μειοψηφίας που καταχωρίζεται στην απόφαση μνημονεύεται και η γνώμη των Παρέδρων. 7.Η δημοσίευση των αποφάσεων της Ολομέλειας και των Τμημάτων μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε νόμιμη σύνθεση ανεξάρτητα από τον αριθμό των δικαστών που έχουν συμμετάσχει την έκδοση της απόφασης, την τυχόν προαγωγή, αποχώρηση ή θάνατο ενός από αυτούς, χωρίς, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, να ανασυζητείται η υπόθεση. Η σύνθεση και η χρονολογία δημοσίευσης των αποφάσεων αναγράφονται στο βιβλίο δημοσίευσης των αποφάσεων. Από το βιβλίο αυτό η Γραμματεία εκδίδει πιστοποιητικό της δημοσίευσης, αν ζητηθεί. "Άρθρ.34Α.-1.Ο οικείος δικαστικός σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα μέσα και βοηθήματα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα ή έχουν ασκηθεί χωρίς την καταβολή τελών ή παραβόλου και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. 2.Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή βοήθημα. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του που κατατίθεται σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ.19 του παρόντος, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίηση, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 20 και επομένων του παρόντος". Το άρθρ. 34Α προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 33 Νόμ. 2721/3 - 3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ.
  3. Σελ. 104,2524 Τεύχος 1359 Σελ. 72 Άρθρο 35 (άρθρο 35 ν.δ. 170/1973) Τέλη 1.Κατά τη διαδικασία γενικώς ενώπιον του Συμβουλίου εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τα τέλη χαρτοσήμου καθώς και για τα ειδικά τέλη και τα ένσημα. 2.Δεν υπόκεινται σε τέλη οι αποφάσεις για την παραπομπή της υπόθεσης από Τμήμα στην Ολομέλεια και αντίστροφα ή σε άλλο Τμήμα, οι προδικαστικές αποφάσεις, καθώς και η κατά το άρθρο 20 πράξη του Προέδρου. 3.Συγχρόνως με τη κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης με τα νόμιμα τέλη, καταβάλλονται και τα τέλη εγγραφής στο πινάκιο, των πρακτικών και της απόφασης. Αν το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης κατατίθεται σε δημόσια αρχή, τα τέλη μπορεί να κατατίθενται ή να αποστέλλονται με ταχυδρομική επιταγή το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την περιέλευση του δικογράφου στο Συμβούλιο. 4.(Καταργήθηκε και οι παρ. 5 και 6 αναριθμήθηκαν σε παρ. 4 και 5 αντίστοιχα από την παρ. 2 άρθρ. 33 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ. 74). 4
(5).Αν τα τέλη αναβολής δεν καταβληθούν έως τη συζήτηση μετά την αναβολή, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. 5
(6).Σε περίπτωση αίτησης αναστολής τα νόμιμα τέλη χαρτοσήμου της απόφασης προκαταβάλλονται επί ποινή απαραδέκτου. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας (άρθρα 36 παρ. 3, 4 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 6 ν. 1470/1984) Παράβολο Άρθρ.36.-1.Το ένδικο μέσο που απαιτείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν «μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση» του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. "Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, έφεση, υπαλληλική προσφυγή, τριτανακοπή ή αίτηση αναιρέσεως σε διαφορές κοινωνικής ασφάλισης σε 5.000 δραχμές, όταν πρόκειται για αίτηση αναστολής εκτελέσεως σε 3.000 δραχμές και όταν πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως, πλην εκείνων που αφορούν διαφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε 10.000 δραχμές. Τα παράβολα στις αιτήσεις ερμηνείας ή διόρθωσης ορίζονται σε 3.000 δραχμές. Το δεύτερο και τρίτο μέσα σε "" εδάφια, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ.
  1. Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 22 Νόμ. 3226/4-4 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄24) κατωτ. σελ. 104,
  2. Από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου απαλλάσσονται το Δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. 2.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσά των παραβόλων. 3.Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς το παράβολο. 4.Αν το ένδικο μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιοδήποτε άλλο λόγο, το παράβολο αποδίδεται. Αν το ένδικο μέσο απορριφθεί, το παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Το Συμβούλιο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο μέσο. Μπορεί επίσης να απαγγείλει και το διπλασιασμό του παραβόλου σε περίπτωση προφανώς απαράδεκτου ή αστήρικτου ένδικου μέσου. Στην περίπτωση αυτή το πρόσθετο ποσό που επιβάλλεται εισπράττεται βάσει της αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. (άρθρο 25 ν. 702/1977) Απαλλαγή από τέλη και παράβολο Άρθρ.37.-Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του οικείου Τμήματος μπορεί να απαλλάξει εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο από την υποχρέωση να καταβάλει τέλη και παράβολο, αν κατά την κρίση του πιθανολογείται ένδεια. Για το σκοπό αυτό με το δικόγραφο συνυποβάλλεται από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο ιδιαίτερη αίτηση και το δικόγραφο γίνεται δεκτό για κατάθεση χωρίς να καταβάλλονται τα τέλη και το παράβολο. Ο Πρόεδρος αποφασίζει επί της αιτήσεως και αν την απορρίψει, ο αιτών οφείλει να καταβάλει τα τέλη και το παράβολο, που δεν έχουν καταβληθεί, μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοση της σχετικής απορριπτικής πράξης, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται και εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 35 του παρόντος. (άρθρο 38 ν.δ. 170/1973) Έξοδα της διαδικασίας Άρθρο 4 (άρθρο 4, παρ. 1, 3, 4 και 5 ν,δ. 170/1973, Άρθρ.38.-1.Τα τυχόν λοιπά έξοδα της διαδικασίας προκαταβάλλονται από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης και, αφού εκκαθαρισθούν από τον εισηγητή της υπόθεσης, με την οριστική απόφαση καταψηφίζονται σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε. 2.Το συμβούλιο, με την απόφαση που εκδίδεται μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, εκκαθαρίζει την αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί σε πραγματογνώμονες τους οποίους το ίδιο διορίζει. (άρθρο 39 ν.δ. 170/1973, 2 παρ. 8 ν. 1470/1984) Δικαστική δαπάνη Άρθρ.39.-1.Ο ηττημένος διάδικος καταδικάζεται με την απόφαση να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νίκησε. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να απαλλάξει, ολικά ή μερικά, από τη δικαστική δαπάνη, τον ηττημένο διάδικο. Η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του διαδίκου, την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη του κυρίου δικογράφου ή της παρέμβασης και για την παράσταση σε κάθε συζήτηση, «"η Ολομέλεια του Δικαστηρίου καθορίζει, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το ύψος της δικαστικής δαπάνης, με βάση το ύψος της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων και το συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών του Κώδικα περί Δικηγόρων". Κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει επιδίκαση μειωμένης αμοιβής καταργείται. Η μέσα σε "" διάταξη του τετάρτου εδαφίου της παρ. 1 προστέθηκε από το άρθρ. 34 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ.
  3. (Αντί για τη σελ. 104,253(β) Σελ. 104,253(γ) Τεύχος 1380 Σελ. 9 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 2.Σε περίπτωση κατάργησης δίκης για οποιαδήποτε λόγο δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη. Εκδόθηκαν οι παρακάτω αποφάσεις: α)11 η της.1 Οκτ.1999 – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) Σ.τ.Ε. β)5 η της 15 Δεκ. 1999 – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Αθηνών. γ)4 η της 15 Δεκ. 1999 – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Θεσσαλονίκης. δ)3 η της 11 Φεβρ. – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Πατρών. ε)1 η της 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Πειραιώς. στ)1 η της 10 Ιαν. – 8 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄597) ΔΕ Τρίπολης. ζ)1 η της 22 Μαΐου 2000 (ΦΕΚ Β΄650) ΔΕ Ιωαννίνων. (άρθρα 26 ν. 702/1977, 2 παρ. 9 ν. 1470/1984) Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Άρθρ.40.-Κατά τα λοιπά και ιδίως ως προς τις κοινοποιήσεις, τους λόγους εξαίρεσης των δικαστών και των υπαλλήλων της Γραμματείας και τη διαδικασία της εξαίρεσης, τη συγγνώμη συγγενείας, τη διεξαγωγή των συζητήσεων, την ευταξία του ακροατηρίου και την ενέργεια των αποδείξεων που τυχόν διατάσσονται, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Οργανισμού των Δικαστηρίων που ισχύουν για τη διαδικασία πολιτικών δικών ενώπιον του Αρείου Πάγου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Προσφυγές (άρθρο 41 ν.δ. 170/1973) Προθεσμίες Άρθρ.41.-1.Οι κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος προσφυγές υπαλλήλων ασκούνται μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης. 2.Όλες οι λοιπές προσφυγές, εκτός από αυτές που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, ασκούνται, εφόσον ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, από μεν τον υπάλληλο μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης, από δε το διοικητικό όργανο που έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή μέσα σε εξήντα ημέρες από την περιέλευση της απόφασης σε αυτό. Σελ. 104,254(γ) Τεύχος 1380 Σελ. 10 3.Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προθεσμίες των εξήντα ημερών παρεκτείνονται για τριάντα ημέρες για τους υπαλλήλους που διαμένουν στην αλλοδαπή. (άρθρο 42 ν.δ. 170/1973) Ανασταλτικό αποτέλεσμα Άρθρ.42.-1.Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου και μέχρι να εκδικασθεί αυτή αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που ρυθμίζουν την κατάσταση του υπαλλήλου κατά τον παραπάνω χρόνο. 2.Η προηγούμενη παράγραφος έχει εφαρμογή και στις προσφυγές της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, εφόσον προσβάλλονται πράξεις απόλυσης ή υποβιβασμού υπαλλήλων και δεν έχει εφαρμογή σε καμιά άλλη προσφυγή. 3.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που ειδικές διατάξεις ορίζουν διαφορετικά. (άρθρο 43 ν.δ. 170/1973). Έκταση ελέγχου, διαδικασία Άρθρ.43.-1.Στην περίπτωση των παραπάνω προσφυγών το Συμβούλιο δικάζει και κατά νόμο και κατ' ουσίαν και μπορεί να διατάξει και νέες αποδείξεις ή να ζητήσει διοικητικώς πληροφορίες, χωρίς να αποκλείεται και το δικαίωμα του υπαλλήλου να επικαλεσθεί οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. 2.Όταν διατάσσεται απόδειξη με μάρτυρες, το Συμβούλιο, ορίζοντας το θέμα που πρέπει να αποδειχθεί, μπορεί να διατάξει την εξέτασή τους από τον εισηγητή της υπόθεσης ή να παραγγείλει σε δικαστική αρχή τη διενέργεια της εξέτασης. Κατά την εξέταση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. (άρθρο 44 ν.δ. 170/1973) Παρέμβαση-Τριτανακοπή Άρθρ.44.-Στη δίκη της προσφυγής δεν επιτρέπεται παρέμβαση, εκτός από την περίπτωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσεως οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 49 καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 51 για την τριτανακοπή. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Αίτηση ακυρώσεως (άρθρο 27 ν. 702/1977, 3 παρ. 2 ν. 1470/1984) Προσβαλλόμενες πράξεις Άρθρ.45.-1.Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου. 2.Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος για την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης, από την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η απόφαση επί της προσφυγής που τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. 3.Σε περίπτωση διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει περισσότερα στάδια για την κατ' ουσίαν κρίση της υπόθεσης, αν το όργανο ενδιάμεσης βαθμίδας παραλείψει να αποφανθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία επί της προσφυγής που απευθύνεται σ' αυτό ή, αν δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, μέσα σε ένα τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει μέσα στη νόμιμη προθεσμία κατά της παράλειψης αυτής στο ανώτερου βαθμού όργανο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο σύνολό της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. 4.Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς. 5.Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές, που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. «6.Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες». Η μέσα σε «» παρ. 6 προστέθηκε με την παρ. 9 άρθρ. 22 Νόμ. 3226/4-4 Φεβρ. 2004 (ΦΕΚ Α΄24) κατωτ. σελ. 104,
  4. (άρθρα 28 ν. 702/1977, 3 παρ. 3 ν. 1470/1984) Προθεσμία Άρθρ.46.-1.Η αίτηση ακυρώσεως ασκείται, ενδεικτικώς δεν ορίζεται διαφορετικά, μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών που αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης πράξης ή της δημοσίευσή της, αν την τελευταία επιβάλλει ο νόμος ή, διαφορετικά, από τότε που ο αιτών έλαβε πλήρη γνώση της πράξης. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 45 η προθεσμία αρχίζει από την παρέλευση των προθεσμιών που ορίζουν οι διατάξεις αυτές. 2.Κάθε διοικητική προσφυγή, εκτός από εκείνη που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 45 του παρόντος, καθώς και η απλή αίτηση θεραπείας δι' αναφοράς στην αρχή που έχει εκδώσει στην πράξη ή στην προϊσταμένη αρχή, διακόπτει την προθεσμία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται για την έκδοση σχετικής πράξεως ή, αν τέτοιο χρονικό διάστημα δεν ορίζεται, για 30 ημέρες ή έως την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απάντησης της Διοικήσεως εφόσον αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν παρέλθουν οι προθεσμίες αυτές. (Αντί για τη σελ. 104,2541) Σελ. 104,2541(α) Τεύχος 1380 Σελ. 11 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 3.Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 41 του παρόντος για την παράταση εφαρμόζεται και στην εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως. (άρθρο 47 ν.δ. 170/1973) Έννομο συμφέρον άρθρο 9 ν. 702/1977) Γραμματεία 1.Το προσωπικό της Γραμματείας απαρτίζουν ο Προϊστάμενος της Γραμματείας, οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων της Γραμματείας και οι λοιποί δικαστικοί υπάλληλοι. 2.Ο Προϊστάμενος της Γραμματείας διευθύνει τις εργασίες της και εκτελεί καθήκοντα Γραμματέα της Ολομέλειας. Ασκεί επίσης άμεση εποπτεία στο προσωπικό της Γραμματείας και στις καθαρίστριες. "3.Τον Προϊστάμενο της Γραμματείας, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ένας από τους Προϊσταμένους Τμημάτων της Γραμματείας, που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τον πιο πάνω αναπληρωτή προϊστάμενο αναπληρώνει υπάλληλος που ορίζεται επίσης από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας". Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.47.-1.Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν. 2.Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει και εκείνος που είναι μέλος του διοικητικού οργανισμού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αν κατά την κατάρτιση των αποφάσεών τους έχουν παραβλεφθεί τα νόμιμα δικαιώματά του ως μέλους. (άρθρο 48 ν.δ. 170/1973) Λόγοι ακυρώσεως Άρθρ.48.-Λόγοι που θεμελιώνουν την αίτηση ακυρώσεως είναι: 1)Αναρμοδιότητα της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την πράξη. 2)Παράβαση ουσιώδους τύπου που έχει ταχθεί για την ενέργεια της πράξης. 3)Παράβαση κατ' ουσίαν διάταξης του νόμου. 4)Κατάχρηση εξουσίας, όταν η πράξη της Διοίκησης φέρει μεν καθεαυτήν όλα τα στοιχεία της νομιμότητας, γίνεται όμως για σκοπό καταδήλως άλλον από εκείνον για τον οποίον έχει νομοθετηθεί. (άρθρα 49, παρ. 1, 3,
  5. ν.δ. 170/1973, 29 ν. 702/1977) Παρέμβαση Άρθρ.49.-1.Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει στη δίκη επί αιτήσεως ακυρώσεως, μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. 2.Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 του παρόντος και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, έξι τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου προς τους διαδίκους. 3.Η παράγραφος 6 του άρθρου 21 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Σελ. 104,2542(α) Τεύχος 1380 Σελ. 12 4.Οι διατάξεις του άρθρου 18 για τον αντίκλητο έχουν εφαρμογή και στην παρέμβαση. Βλ. άρθρ. 1 Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α' 67), τόμ. 1Α, σελ. 274, σχετικά με το δ/μα, παρέμβασης ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, για το αν διάταξη τυπικού νόμου, είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι. (άρθρο 50, παρ. 1, 2, 3, 5 ν.δ. 170/1973, 30 ν. 702/1977) Συνέπειες απόφασης Άρθρ.50.-1.Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη. 2.Η απόρριψη της αίτησης δεν αποκλείει την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου κατά της ίδιας πράξης από άλλον που έχει το δικαίωμα αυτό. 3.Στις περιπτώσεις παραλείψεων όταν το Συμβούλιο δέχεται την αίτηση παραπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή για να εκτελέσει την οφειλόμενη ενέργεια. 4.Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από την δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση. 5.Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτηση που κρίθηκε από το Συμβούλιο. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Άρθρο 51 (άρθρο 51 ν.δ. 170/1973) Τριτανακοπή 1.Τρίτος, που βλάπτεται από την ακυρωτική απόφαση, δικαιούται να την ανακόψει μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης προς αυτόν ή αφότου έλαβε γνώση της απόφασης με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. 2.Στερείται το δικαίωμα ανακοπής ο τρίτος, στον οποίο με επιμέλεια του εισηγητή κοινοποιήθηκε αντίγραφο της αίτησης ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν, καθώς και οποιοδήποτε άσκησε παρέμβαση κατά τη συζήτηση. 3.Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν την προδικασία, τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για την τριτανακοπή. (άρθρ. 52 Ν.Δ. 170/1973, 3 παρ. 4 Νόμ. 1470/1984) Αναστολή εκτελέσεως "'Αρθρ.52.-1.Αν υποβληθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο αρμόδιος Υπουργός και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το ανώτατο διοικητικό όργανό τους μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. 2.Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή του αρμόδιου τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, τον εισηγητή της υπόθεσης και ένα σύμβουλο, μπορεί μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο. 3.Η αίτηση πρέπει να διαλαμβάνει τους ειδικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με πράξη που συντάσσεται πάνω στο δικόγραφο της αίτησης, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμόδιου Τμήματος τάσσει προθεσμία στον αρμόδιο Υπουργό ή το αρμόδιο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου για να διαβιβάσουν στο Συμβούλιο το φάκελο και τις απόψεις της Διοίκησης επί της υποθέσεως. Μέχρι τη λήξη της ίδιας προθεσμίας ο αιτών οφείλει να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. Η προθεσμία αυτή κινείται από την κοινοποίηση, με επιμέλεια του διαδίκου, στον Υπουργό ή στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης με την πράξη του Προέδρου. 4.Με εντολή του εισηγητή της υπόθεσης, αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται, με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής. 5.Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμόδιου Τμήματος μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής και μπορεί να ανακληθεί ακόμη και αυτεπαγγέλτως από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Λόγω ανάκλησης συνιστά και η παράλειψη του αιτούντος να προβεί, μέσα σε εύλογο χρόνο, στις προβλεπόμενες στις προηγούμενες παραγράφους κοινοποιήσεις. 6.Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 7.Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. 8.Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. 9.Η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση του αρμόδιου Υπουργού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασής της ή μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης. (Αντί για τη σελ. 104,255(β) Σελ. 104,255(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 77 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 10.Αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής επιτρέπεται η άσκηση νέας αίτησης, υπό τις προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου που εφαρμόζεται αναλόγως. 11.Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστολής, συντάσσεται σχετικό πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα. 12.Ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 35 του παρόντος". Το άρθρ. 52 του Π.Δ. 18/1989 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 35 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ.
  6. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Αίτηση αναιρέσεως Άρθρο 53 (άρθρα 53 Ν.Δ. 170/1973, 4 παρ. 2, 3 Ν. 1470/1984) Παραδεκτό 1.Η αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά αποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ' έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφηση. Η αίτηση ασκείται από μεν τον ιδιώτη διάδικο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών που αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτόν, από δε τον διάδικο διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή και από προϊστάμενό τους υπουργό, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μέσα σε εξήντα ημέρες από τη χρονολογία δημοσίευσης της αποφάσεως. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει κατά τις διατάξεις των άρθρων 56 και επ. του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας και από κάθε διάδικο, οπότε η προθεσμία τρέχει και κατ' αυτού. Δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως έχει κάθε διάδικος που μετέσχε στην ουσιαστική δίκη, κατά την οποία έχει εκδοθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει. Το δικαίωμα αυτό έχει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον το δικαιολογεί έννομο συμφέρον. "Σε καμία περίπτωση η αίτηση δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο 3 ετών από τη δημοσίευση της απόφασης". Το μέσα σε "" τρίτο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 36 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ.
  7. 2.Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 41 για την παρέκταση εφαρμόζεται και στην πιο πάνω εξηκονθήμερη προθεσμία προκειμένου για ιδιώτη διάδικο. Σελ. 104,256(γ) Τεύχος 1359 Σελ. 78 "3.«Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές». Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με π. δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατ' εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από το παραπάνω ποσό, όταν με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται από το διάδικο ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι' αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό της εισφοράς, φόρου κ.λπ. χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου, σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τη διάδικο διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή από τον προϊστάμενό τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως". Η μέσα σε «» πρώτη περίοδος της παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄222) κατωτ. σελ. 104,
  8. Η παρ. 3 που είχε αντικατασταθεί από την παρ. 11 άρθρ. 12 Νόμ. 2298/1995 (ΦΕΚ Α'62), Τόμ. 10Α σελ. 278, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 36 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ.
  9. Βλέπε επίσης το ίδιο άρθρ. 12 Νόμ. 2298/1995, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως από το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ.. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Με την παρ. 5 άρθρ. 22 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α' 230), Τόμ. 6 σελ. 146,07, ορίστηκε ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από το Δημόσιο ή τη διάδικη διοικητική αρχή στο Συμβ. της Επικρατείας αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης στο Δημόσιο ή μη διάδικη διοικητική αρχή. «4.Η παρ. 3 δεν έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων που εκδίδονται κατ' έφεση επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 36 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α'112), κατωτ. αριθ.
  10. «5.Μετά την πάροδο της κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου προθεσμίας ο αρμόδιος Υπουργός, ο Υπουργός που εποπτεύει το διάδικο νομικό πρόσωπο ή ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μπορούν να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση, αλλά μόνο υπέρ του νόμου, χωρίς αποτέλεσμα μεταξύ των διαδίκων. Επίσης μπορούν να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου κατά απόφασης που εκδίδεται επί αιτήσεως για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Οι αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του νόμου ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 19». Η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 7 άρθρ. 14 Νόμ. 3038/2-7 Αυγ. 2002 (ΦΕΚ Α΄180) κατωτ. σελ. 146,
  11. (άρθρο 54 Ν.Δ. 170/1973) Ανασταλτικό αποτέλεσμα Άρθρ.54.-Η άσκηση της αίτησης αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός αν ειδικώς ορίζεται διαφορετικά. (άρθρο 4 παρ. 4 Ν. 1470/1984) Παρέμβαση-Τριτανακοπή Άρθρ.55.-Στη δίκη της αναίρεσης δεν συγχωρείται παρέμβαση. (άρθρα 56 Ν.Δ. 170/1973, 4 παρ. 4 Ν. 1470/1984) Λόγοι αναιρέσεως Άρθρ.56.-1.Λόγοι αναιρέσεως είναι: α)Υπέρβαση καθηκόντων ή καθ' ύλην αναρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. β)Μη νόμιμη συγκρότηση ή κακή σύνθεσή του. γ)Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. δ)Εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελής εφαρμογή του νόμου που διέπει την επίδικη σχέση και ε)Ύπαρξη δύο ή περισσότερων τελεσίδικων αποφάσεων που είναι αντιφατικές μεταξύ τους στην ίδια υπόθεση και για τους ίδιους διαδίκους. 2.Λόγοι που αφορούν πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή δεν δόθηκε απάντηση σε ισχυρισμό που έχει προβληθεί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, αν δεν το περιγράφουν σαφώς και δεν παραπέμπουν συγκεκριμένως στο δικόγραφο με το οποίο έχει προβληθεί ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας. (άρθρα 57 Ν.Δ. 170/1973) Συνέπειες αναίρεσης Άρθρ.57.-1.Το Συμβούλιο όταν δέχεται την αίτηση αναιρεί την απόφαση που έχει προσβληθεί και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτήν. Με την απόφαση διατάσσεται και η επιστροφή του ποσού που είχε τυχόν καταβληθεί δυνάμει της αναιρούμενης αποφάσεως, εφόσον αυτό ζητήθηκε με την αίτηση αναιρέσεως. 2.Αν αναιρεθεί, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, η απόφαση που έχει προσβληθεί το Συμβούλιο παραπέμπει την υπόθεση είτε στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την απόφαση είτε σε άλλο ομοειδές και ομοιόβαθμο, εκτός αν η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό μέρος οπότε αποφασίζει και περαιτέρω για αυτήν. Σε καμία περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να αποστεί από την απόφαση του Συμβουλίου ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν από αυτό. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ Έφεση (άρθρα 3 παρ. 5 εδ. δεύτερο, 5 παρ. 1, 2 Ν. 702/1977) Παραδεκτό άρθρ. 31 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ.
  12. 4.Ο Προϊστάμενος Τμήματος της Γραμματείας ασκεί καθήκοντα γραμματέα του οικείου Τμήματος του Δικαστηρίου. Όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπληρώνουν στα καθήκοντά του κατά σειρά αρχαιότητας οι υπάλληλοι που υπηρετούν στο Τμήμα. 5.Οι επιμελητές δικαστηρίων, εκτός από τα άλλα καθήκοντά τους, ενεργούν και τις προβλεπόμενες από το παρόν επιδόσεις στην έδρα του Συμβουλίου. Άρθρ.58.-1.Σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκειται η οριστική απόφαση του διοικητικού εφετείου, η οποία εκδίδεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 702/1977, επί αιτήσεως ακυρώσεως ή τριτανακοπής. Με το άρθρ. 2 Νόμ. 2944/4-8 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄ 222) κατωτ. σελ. 104,411 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 άρθρ. 5 Νόμ. 702/1977, το κείμενο της οποίας περιλαμβάνεται στον άνω Νόμ. 702/1977 κατωτ. σελ. 104,
  13. (Μετά τη σελ. 104,256(γ) Σελ. 104,2561 Τεύχος 1359 Σελ. 79 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 2.Δεν υπόκειται σε έφεση η απόφαση που παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, όταν το διοικητικό εφετείο κρίνει ότι είναι αναρμόδιο κατά τόπον. 3.Έφεση μπορούν να ασκήσουν οι κατά την πρωτόδικη ακυρωτική δίκη διάδικοι, μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που κοινοποιήθηκε η απόφαση με επιμέλεια του διαδίκου και πάντως μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευσή της. «4.Μετά την πάροδο της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, ο αρμόδιος υπουργός, ο υπουργός που εποπτεύει το διάδικο νομικό πρόσωπο ή ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά οριστικής απόφασης του διοικητικού εφετείου, ακόμη και αν δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά μόνο υπέρ του νόμου, χωρίς αποτέλεσμα μεταξύ των διαδίκων. Οι εφέσεις υπέρ του νόμου ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19». Η παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 9 άρθρ. 14 Νόμ. 3038/2-7 Αυγ. 2002 (ΦΕΚ Α΄ 180) κατωτ. σελ. 146,
  14. Άρθρο 59 (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 702/1977) Ανεπίτρεπτο δεύτερης έφεσης και αντέφεσης Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Επίσης αποκλείεται η άσκηση αντέφεσης. Άρθρο 60 (άρθρο 5 παρ. 4 Ν. 702/1977) Στοιχεία δικογράφου Το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφείς και συγκεκριμένους λόγους έφεσης και αίτημα. Άρθρο 61 (άρθρο 5 παρ. 6 Ν. 702/1977) Ανασταλτικό αποτέλεσμα Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου δεν συνεπάγεται αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης αποφάσεως. Σελ. 104,2562 Τεύχος 1359 Σελ. 80 Άρθρο 62 (άρθρο 5 παρ. 7 Ν. 702/1977) Πρόσθετοι λόγοι Πρόσθετοι λόγοι έφεσης υποβάλλονται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας και κοινοποιείται με επιμέλεια του εκκαλούντος στον εφεσίβλητο, επί ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση. Η παρ. 6 του άρθρου 21 έχει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση. Άρθρο 63 (άρθρο 5 παρ. 8 Ν. 702/1977) Παρέμβαση Επιτρέπεται να ασκηθεί για πρώτη φορά παρέμβαση στην κατ' έφεση δίκη. Άρθρο 64 (άρθρο 5 παρ. 9 Ν. 702/1977) Λόγοι έφεσης, συνέπειες απόφασης που δέχεται έφεση Η έφεση αναφέρεται αποκλειστικά σε σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως. Αν κριθεί βάσιμος λόγος έφεσης, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται και το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει την αίτηση ακυρώσεως. Αν το Συμβούλιο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί αίτηση ακυρώσεως η οποία είχε γίνει δεκτή από το διοικητικό εφετείο, η πράξη που ακυρώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση αναβιώνει αναδρομικά από την έκδοσή της. Άρθρο 65 (άρθρο 5 παρ. 10 Ν. 702/1977) Αναστολή εκτελέσεως διοικητικής πράξης Επί εφέσεως μπορεί να χορηγηθεί, κατά το άρθρο 52, αναστολή εκτελέσεως της διοικητικής πράξης που είχε προσβληθεί για ακύρωση. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας (άρθρο 5 παρ. 11 Ν. 702/1977) Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Άρθρ.66.-Επί εφέσεως εφαρμόζονται αναλόγως κατά τα λοιπά οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως, όπως ισχύουν κάθε φορά. (άρθρο 2 παρ. 1 ειδ. δεύτερο, 3, 4 Ν. 702/1977) Παραπομπή υπόθεσης σε διοικητικό εφετείο. Περιπτώσεις εκδίκασης από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Άρθρ.67.-1.Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει ότι η αίτηση ακυρώσεως που έχει εισαχθεί ενώπιόν του δεν υπάγεται στην αρμοδιότητά του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 Ν. 702/1977, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο. 2.Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει ότι μερικές από τις πράξεις που προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως η οποία έχει εισαχθεί ενώπιόν του δεν υπάγονται στην αρμοδιότητά του, μπορεί ή να δικάσει την αίτηση ακυρώσεως ως προς την πράξη ή τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητά του και να παραπέμψει κατά τα λοιπά στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο ή, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, να δικάσει την αίτηση ακυρώσεως στο σύνολό της. 3.Σε περίπτωση παραπομπής υποθέσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας από διοικητικό εφετείο, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του Ν. 702/1977, το Συμβούλιο αποφασίζει για την αρμοδιότητα και αν κρίνει ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου μπορεί ή να την αναπέμψει ή να την κρατήσει και να την δικάσει κατ' ουσίαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ Διόρθωση και ερμηνεία αποφάσεων (άρθρο 58 Ν.Δ. 170/1973) Άρθρο 5 (άρθρο 5 ν.δ. 170/1973) Έδρα Το Συμβούλιο της Επικρατείας εδρεύει στην Αθήνα. Το κατάστημά του ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.68.-1.Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης παρεισέφρησαν λάθη γραφικά ή αριθμητικά ή το διατακτικό της απόφασης διατυπώθηκε ελλειπώς ή ανακριβώς, το Συμβούλιο μπορεί, μετά από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2, να προβεί στη διόρθωση με απόφασή του. 2.Αν η διατύπωση της απόφασης γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το Συμβούλιο μπορεί, μετά από αίτηση των διαδίκων, να την ερμηνεύσει. Η ερμηνευτική απόφαση δεν μπορεί ποτέ να μεταβάλει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται. (άρθρο 59 Ν.Δ. 170/1973) Άρθρ.69.-1.Η αίτηση διορθώσεως ή ερμηνείας πρέπει να αναφέρει σαφώς τα λάθη ή τις παραλείψεις ή τις ανακρίβειες των οποίων ζητείται η διόρθωση, ή τα αμφίβολα σημεία ή τις ασάφειες των οποίων ζητείται η ερμηνεία. 2.Αν ο Πρόεδρος θεωρεί αναγκαία τη διόρθωση της απόφασης, ορίζει αυτεπαγγέλτως δικάσιμο προς συζήτηση. 3.Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν την προδικασία, τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης για το αντίστοιχο ένδικο μέσο εφαρμόζονται αναλόγως. 4.Η διορθωτική ή ερμηνευτική απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης που διορθώνεται ή ερμηνεύεται. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Γενικές Ρυθμίσεις (άρθρο 31 ν. 702/1977) Έναρξη προθεσμίας Άρθρ.70.-1.Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται ως αφετηρία προθεσμίας η κοινοποίηση ή η επίδοση ή η δημοσίευση, νοείται η επομένη της κοινοποίησης, επίδοσης ή δημοσίευσης. 2.Όπου στις διατάξεις του παρόντος προβλέπεται ως αφετηρία προθεσμίας η γνώση του ενδιαφερομένου νοείται η πλήρης γνώση αυτού. (άρθρο 66 ν.δ. 170/1973) Εσωτερικοί κανονισμοί Άρθρ.71.-1.Με αποφάσεις της Ολομέλειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίζονται εσωτερικοί κανονισμοί, με τους οποίους καθορίζονται: α)Η εσωτερική λειτουργία και ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών του Συμβουλίου. β)Η οργάνωση των υπηρεσιών της Γραμματείας κατά τμήματα και γραφεία, η κατανομή των αρμοδιοτήτων σε αυτά, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών τους, τα σχετικά με την τοποθέτηση των υπαλλήλων και τα ειδικότερα καθήκοντά τους. γ)Τα τηρούμενα υπηρεσιακά βιβλία, ο τρόπος διεξαγωγής της αλληλογραφίας και τα σχετικά με την τήρηση και την εκκαθάριση του αρχείου. δ)Η οργάνωση και η λειτουργία του Γραφείου νομολογίας και έρευνας καθώς και κάθε άλλη συναφής αρμοδιότητά του. ε)Οι λεπτομέρειες της διαχείρισης των κονδυλίων που αναγράφονται για το Συμβούλιο στον κρατικό προϋπολογισμό. (Αντί για τη σελ. 104,257) Σελ. 104,257(α) Τεύχος 1359 Σελ. 81 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 2.Μέχρι να εκδοθούν οι κατά την προηγούμενη παράγραφο εσωτερικοί κανονισμοί ισχύουν οι κείμενες διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Ειδικά θέματα (άρθρο 5 ν. 1470/1984) Ειδική Επιτροπή Άρθρ.72.-1.Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εν συμβουλίω συγκροτεί, μετά από σχετική πρόταση του Προέδρου της, κάθε διετία, ειδική επιτροπή από τους Αντιπροέδρους και ένα Σύμβουλο από κάθε δικαστικό σχηματισμό. 2.Η επιτροπή καταρτίζει ευθύς μετά το τέλος κάθε (δικαστικού) έτους ειδική έκθεση για τις δραστηριότητες του Συμβουλίου. Στην έκθεση επισημαίνονται, ανάμεσα στα άλλα, οι ενδεικνυόμενες εν όψει της νομολογίας του Δικαστηρίου ουσιαστικές, οργανωτικές ή διαδικαστικές μεταβολές ατή νομοθεσία και στις κάθε μορφής κανονιστικές πράξεις. Η έκθεση εγκρίνεται από την Ολομέλεια του Σώματος και ανακοινώνεται στον πρωθυπουργό και στον Υπουργό της Δικαιοσύνης. Η μέσα σε () λέξη διαγράφηκε από την παρ. 10 άρθρ. 14 Νόμ. 3038/2-7 Αυγ. 2002 (ΦΕΚ Α΄180) κατωτ. σελ. 146,
  15. 3.Η επιτροπή παρακολουθεί αν συμμορφώνεται η Διοίκηση στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε κάθε περίπτωση που δεν εκτελείται ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να επιληφθεί είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου. 4.Οι διοικητικές αρχές είναι υποχρεωμένες να παρέχουν κάθε σχετική πληροφορία στην επιτροπή. Η επιτροπή, αν διαπιστώσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης προς τα κριθέντα, συντάσσει κάθε φορά ιδιαίτερο πρακτικό που υποβάλλεται στον πρωθυπουργό και στον Υπουργό της Δικαιοσύνης και γνωστοποιείται σε εκείνον που υπέβαλε το αίτημα. 5.Με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία εκπλήρωσης του έργου αυτού. Σελ. 104,258(α) Τεύχος 1359 Σελ. 82 (άρθρο 4 παρ. 13 ν. 1649/1986) Άρθρ.73.-Για τη συμμετοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας στην Διεθνή Οργάνωση των Ανώτατων Διοικητικών Δικαστηρίων (ASSOCIATION INTERNATIONALE DES HAUTES JURIDICTIONS ADMINISTRATIVES) που εδρεύει στο Παρίσι, καταβάλλεται από την 1.1.1984 κατ' έτος εισφορά της οποίας το ύψος καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (άρθρο 63 ν.δ. 170/1973) Εκτύπωση αποφάσεων Άρθρ.74.-1.Οι αποφάσεις του Συμβουλίου και οι κατά το άρθρο 16 γνωμοδοτήσεις εκτυπώνονται κάθε έτος σε ιδιαίτερα τεύχη. Από τις γνωμοδοτήσεις εκτυπώνονται εκείνες που δεν συμφωνούν με το σχέδιο του διατάγματος που είχε σταλεί ή επιλύουν ζητήματα ουσιώδη, κατά την κρίση του προεδρεύοντος του Τμήματος. 2.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού της Δικαιοσύνης, καθορίζονται τα σχετικά με την εκτύπωση, τη διάθεση, την εκποίηση και γενικά τη διαχείριση των κατά την προηγούμενη παράγραφο εκδόσεων. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας (άρθρο 64 ν.δ. 170/1973) Δαπάνες λειτουργίας, διαχείρισης Άρθρ.75.-1.Στον προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Δικαιοσύνης εγγράφεται κάθε έτος πίστωση για την αντιμετώπιση των δαπανών εγκατάστασης και λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αναγραφή ιδιαίτερου κονδυλίου για κάθε κατηγορία δαπανών ως εξής: Συντήρηση και επισκευή κτιρίου. β)Συντήρηση και επισκευή επίπλων και μηχανικού εξοπλισμού. γ)Εκτύπωση αποφάσεων και λοιπές εκδόσεις. δ)Βιβλιοδετήσεις. ε)Προμήθεια επίπλων και μηχανικού εξοπλισμού. στ)Προμήθεια βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων. ζ)Γραφική ύλη. η)Δημοσιεύσεις στον τύπο. θ)Προμήθεια φωτογραφικού και φωτοτυπικού υλικού. ι)Είδη καθαριότητας και ευπρεπισμού. ια)Στολές επιμελητών του Δικαστηρίου και ενδυμασίες καθαριστριών. 2.Η διαχείριση των πιστώσεων που προβλέπονται για τις πιο πάνω δαπάνες ενεργείται, για μεν την προμήθεια γραφικής ύλης και τις δημοσιεύσεις στον τύπο από τον προϊστάμενο της Γραμματείας του Συμβουλίου, για δε τις λοιπές δαπάνες από πάρεδρο ή Εισηγητή ή υπάλληλο της Γραμματείας που ορίζεται, μετά από σχετική πρόταση του προέδρου του Συμβουλίου, με την απόφαση του Υπουργού της Δικαιοσύνης η οποία εγκρίνει τη δαπάνη. Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το δημόσιο λογιστικό. (άρθρο 65, ν.δ. 170/1973) Στολές επιμελητών Άρθρ.76.-1.Στους επιμελητές του Δικαστηρίου χορηγούνται κάθε έτος δύο στολές, τις οποίες έχουν υποχρέωση να φορούν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους στο κατάστημα του Συμβουλίου. Ο τύπος της στολής καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού της Δικαιοσύνης. 2.Στις καθαρίστριες χορηγούνται κάθε έτος δύο ενδυμασίες εργασίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 68 ν.δ. 170/1973) Άρθρ.77.-1.Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 7, 8, παρ. 2, 9 έως και 16, 60 έως και 70 του ν.δ. 170/1973 αρχίζει μετά από δέκα ημέρες, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ημερομηνία αυτή καταργούνται οι αντίστοιχες διατάξεις, που ρυθμίζουν τα ίδια θέματα, του κωδικοποιημένου νόμου 3713 "περί Συμβουλίου Επικρατείας" (Β.Δ. 92 της 6/18.2.1961), του ν. 4290/1963 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινων του Συμβουλίου της Επικρατείας" και των ν.δ. 962/1971, 1025/1971 και 1026/
  16. 2.Η ισχύς των λοιπών άρθρων του ν.δ. 170/1973, δηλαδή των άρθρων 8 παρ. 1 και 17 έως και 59, αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου
  17. Από την ημερομηνία αυτή καταργείται στο σύνολό του ο κωδικοποιημένος νόμος 3713 καθώς και ο νόμος 4290/
  18. 3.Στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις που καταργήθηκαν με το ν.δ. 170/1973, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις αυτού. 4.Για τις δίκες που εκκρεμούν κατά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού οι διαδικαστικές πράξεις που γίνονται στο εξής ρυθμίζονται από τις διατάξεις του ν.δ. 170/1973, όσες όμως έχουν γίνει προηγουμένως διέπονται από το προγενέστερο δίκαιο. 5.Το παραδεχτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσης της διοικητικής πράξης ή της δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης. (άρθρο 69 ν.δ. 170/1975) Άρθρο 6 (άρθρο 6 ν.δ. 170/1973) Τήβεννος Τα μέλη του Συμβουλίου, οι Πάρεδροι και οι Γραμματείς στις δημόσιες συνεδριάσεις φορούν τήβεννο, η οποία καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας. Σελ. 104,248(ζ) Τεύχος 1359 Σελ. 60 Άρθρ.78.-1.Οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν.δ. 170/1973 για τον αντίκλητο εφαρμόζονται στα ένδικα μέσα που ασκούνται από την έναρξη της ισχύος του. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί έως την ημερομηνία αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τότε. 2.Οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 170/1973 για την κοινοποίηση των δικογράφων των ενδίκων μέσων μαζί με την πράξη του Προέδρου με την οποία ορίζεται δικάσιμος και εισηγητής εφαρμόζονται και στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, για τα οποία δεν είχε εκδοθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του η πράξη του Προέδρου για τον ορισμό δικασίμου και εισηγητή. Στα ένδικα μέσα για τα οποία η πράξη αυτή είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρον 21 εφαρμόζονται οι διατάξεις του μέχρι τότε δικαίου. (Μετά τη σελ. 104,258(α) Σελ. 104,2581 Τεύχος 1359 Σελ. 83 Συμβούλιο Επικρατείας 6.ΑΑ.α.66 (άρθρο 70 ν.δ. 170/1973) Άρθρ.79.-1.Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 30 του ν.δ. 170/1973 περί όρων ή αιρέσεων στη δήλωση παραίτησης καθώς και περί ανακλήσεως της δήλωσης αυτής εφαρμόζονται για τις δηλώσεις παραίτησης που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του. 2.Οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του ν.δ. 170/1973 για κατάργηση ή αναβολή της δίκης εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις που εκδικάζονται μετά την έναρξη της ισχύος τους. 3.Το παραδεκτό παρέμβασης που τυχόν ασκήθηκε σε δίκη επί προσφυγής, κρίνεται βάσει του δικαίου που ίσχυε κατά το χρόνο άσκησής της. (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 221/1975) Άρθρ.80.-Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 221/1975 εφαρμόζεται και στις αιτήσεις ακυρώσεως που ήταν εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού και είχαν υπογραφεί μόνο από τον αιτούντα. (άρθρο 32 ν. 702/1977) Άρθρ.81.-1.Μέχρι να εκδοθούν τα διατάγματα και οι αποφάσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 170/1973, όπως αυτές τροποποιήθηκαν από το ν. 702/1977, ισχύουν τα διατάγματα και οι αποφάσεις που είχαν εκδοθεί βάσει των διατάξεων που ίσχυαν μέχρι τότε. 2.Οι υποθέσεις που είχαν εισαχθεί στην Ολομέλεια μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 702/1977 εκδικάζονται στο εξής από το Δ' Τμήμα, με εξαίρεση τις υποθέσεις που είχαν εισαχθεί ή παραπεμφθεί στην Ολομέλεια κατά το άρθρο 14, παρ. 2, εδάφια β'. και γ'. του ν.δ. 170/
  19. 3.Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν.δ. 170/1973, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 702/1977, έχει εφαρμογή και για τις παραιτήσεις που είχαν υποβληθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 702/1977 σε υποθέσεις για τις οποίες δεν είχε ορισθεί μέχρι τότε δικάσιμος. Σελ. 104,2582 Τεύχος 1359 Σελ. 84 4.Για τα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 702/1977, για τα οποία δεν είχε λήξει η μηνιαία προθεσμία καταβολής του παραβόλου, πρέπει να καταβληθεί το παράβολο που προβλέπεται από το άρθρο 36 του ν.δ. 170/1973, όπως το άρθρο αυτό είχε πριν από τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν. 702/
  20. 5.Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 45 του ν.δ. 170/1973, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 702/1977, έχουν εφαρμογή και σε υποθέσεις που δεν είχαν συζητηθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 702/
  21. 6.ΑΑ.α.66 Συμβούλιο Επικρατείας Άρθρο
  22. (άρθρα 2 παρ. 7 ν. 1470/1984, 30 ν. 1478/1984). 1.Τα παράβολα και τέλη που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4 του άρθρου 35 και στο άρθρο 36 του ν.δ. 170/1973 για υποθέσεις που ήταν εκκρεμείς στο Συμβούλιο και δεν είχαν συζητηθεί μέχρι τη δημοσίευση του ν. 1470/1984 μπορεί να κατατεθούν σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Η προθεσμία αυτή προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 1470/1984 παρατείνεται για δύο επιπλέον μήνες. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Πίνακας διατάξεων νόμων που κωδικοποιούνται με το παρόν διάταγμα. Κωδικοποιούμενες διατάξεις Α', Ν.Δ. 170/1973(ΦΕΚ 229) Διατάξεις διατάγματος άρθρο 1 άρθρο 1 " 2 " 2 " 3 " 3 " 4 παρ. 1, 3, 4 & 5 " 4 παρ. 1, 3, 4 & 5 " 5 " 5 " 6 " 6 " 9 " 9 παρ 1 & 2 " 12 παρ. 1, 2, 3 " 12 " 12 παρ. 4 " 13 " 15 παρ. 2 & 3 " 15 παρ. 2 & 3 " 16 " 16 " 17 " 17 παρ. 1, 2, 4 & 5 " 18 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 & 8 " 18 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 & 8 " 20 " 20 " 21 παρ. 1, 2, 3, 5 & 6 " 21 παρ. 1, 2, 3, 5 & 6 " 22 " 22 " 23 " 23 " 24 " 24 " 25 παρ. 2 " 25 παρ. 2 " 26 " 26 " 27 " 27 " 28 " 28 " 29 " 29 άρθρο 31 άρθρο 31 " 32 παρ. 1 " 32 παρ. 1 " 33 " 33 " 34 παρ. 1, 3, 4 & 6 " 34 παρ. 1, 2, 3, & 5 " 35 " 35 " 36 παρ. 3, 4 " 36 παρ. 3, 4 " 38 " 38 " 39 " 39 " 41 " 41 " 42 " 42 " 43 " 43 " 44 " 44 " 47 " 47 " 48 " 48 " 49 παρ. 1, 3, 4 " 49 παρ. 1, 3, 4 " 50 παρ. 1, 2, 3, 5 " 50 παρ. 1, 2, 3, 5 " 51 " 51 " 52 " 52 παρ. 1, 2, 3 " 53 " 53 " 54 " 54 " 56 " 56 παρ. 1 " 57 " 57 " 58 " 68 " 59 " 69 " 63 " 74 " 64 " 75 " 65 " 76 " 66 " 71 " 68 " 77 " 69 " 78 " 70 " 79 Β' Ν. 221/1975 (ΦΕΚ 263) άρθρο 10 παρ. 1 άρθρο 17 παρ. 4 " 10 παρ. 2 " 80 Γ' Ν. 691/1977 (ΦΕΚ 260) άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' & β' άρθρο 1 Δ' Ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268) άρθρο 2 παρ. 1 δεύτερο εδ. 3, 4 άρθρο 67 " 3 παρ. 5 εδ. δεύτερο " 58 παρ. 2 " 5 παρ. 1 " 58 παρ. 1 " 5 παρ. 2 " 58 παρ. 3 " 5 παρ. 3 " 59 " 5 παρ. 4 " 60 " 5 παρ. 5 " 19 παρ. 5 " 5 παρ.6 " 61 " 5 παρ. 7 " 62 " 5 παρ. 8 " 63 " 5 παρ. 9 " 64 " 5 παρ. 10 " 65 " 5 παρ. 11 " 66 " 9 " 4 παρ. 2 " 10 " 7 " 11 " 8 " 12 " 9 παρ. 3

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.