← Ελλάδα

3. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 3816 της 26/28 Φεβρ. 1958 Περί κυρώσεως του Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει θέματα που αφορούν τα πλοία, την πλοιοκτησία, τη συμπλοιοκτησία και τις συμβάσεις ναύλωσης.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 3816 της 26/28 Φεβρ. 1958 Περί κυρώσεως του Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου. Άρθρον μόνον.-Κυρούται εν όλω ο υπό της δυνάμει του ειδικού Νόμ. 755/1948 και δια της υπ’ αριθ. 45668/4035/7-9-1948 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εμπορικής Ναυτιλίας συσταθείσης Ειδικής Επιτροπής συνταχθείς Κώδιξ Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, έχων ούτω: ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΣ Περί πλοίων και πλοιοκτησίας Άρθρ.9.-Το δίκαιον της πολιτείας, ης την σημαίαν φέρει το πλοίον, ρυθμίζει τα επ’ αυτού εμπράγματα δικαιώματα. ΤΙΤΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ Περί συμπλοιοκτησίας Άρθρ.93.-Ο εκκαθαριστής κοινοποιεί την απόφασιν του προέδρου εις τους εν τη δηλώσει μνημονευομένους δανειστάς, ως και εις το Ναυτικόν Επιμελητήριον, δημοσιεύει δε ταύτην εν περιλήψει εις δύο των εν Αθήναις ευρέως κυκλοφορουσών ημερησίων εφημερίδων, μετά προσκλήσεως προς τους δανειστάς όπως εντός τριών μηνών υποβάλουν εις αυτόν δήλωσιν περί των απαιτήσεών των, περιέχουσαν και διορισμόν αντικλήτου. Η δήλωσις διακόπτει την παραγραφήν. Άρθρ.94.-Ο εκκθαριστής έχει την διαφύλαξιν και συντήρησιν του παραχωρηθέντος πλοίου και επιμελείται της ασφαλιστικής καλύψεως αυτού μετά σύμφωνον γνώμην του εισηγητού. Ο εκκαθαριστής προβαίνει εις δημοσίαν κατάθεσιν παντός εισπραττομένου ποσού, προς ανάληψιν δε αυτού, απαιτείται η συναίνεσις του εισηγητού. Άρθρ.95.-Επί εισπρακτέου ναύλου, αι σχετικαί απαιτήσεις εκχωρούνται αυτοδικαίως εις τους δανειστάς, του παραχωρούντος υποχρεουμένου όπως προσαρτήση εις την δήλωσιν τα αποδεικτικά έγγραφα. (Μετά την σελ. 12(β) Σελ. 12,01 Τεύχος 616-Σελ. 3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.96.-Παρελθούσης της εν άρθρ. 93 προθεσμίας, ο εκκαθαριστής προσκαλεί αμελλητί τον παραχωρήσαντα και τους αναγγελθέντας δανειστάς εις συνέλευσιν, κοινοποιών εις αυτούς δέκα τουλάχιστον ημέρας προηγουμένως, τον υπ’ αυτού συνταχθέντα πίνακα των αναγγελθεισών πιστώσεων. Άρθρ.97.-Εάν, κατά την ορισθείσαν ημέραν δεν προσέλθουν δανεισταί εκπροσωπούντες τα τρία τέταρτα των απαιτήσεων, κατόπιν προσκλήσεως κοινοποιουμένης προ τριών τουλάχιστον ημερών, ο παραχωρήσας και οι δανεισταί συνέρχονται εις νέαν συνέλευσιν, καθοριζομένην εντός εικοσαημέρου. Αύτη αποφασίζει εγκύρως, οσονδήποτε και αν είναι το μέγεθος των εκπροσωπουμένων απαιτήσεων. Άρθρ.98.-Κατά την συνέλευσιν επαληθεύονται κατά πρώτον αι απαιτήσεις, είτα δε ο εκκαθαριστής εισηγείται τας λύσεις αίτινες επιβάλλονται εκ των περιστάσεων και της επιεικείας. Άρθρ.99.-Εγειρομένων αμφισβητήσεων, αύται εκδικάζονται μερίμνη του εκκαθαριστού κατά την επ’ αναφορά διαδικασίαν και κατά την αυτήν δικάσιμον άπασαι. Άρθρ.100.-Επελθούσης συμφωνίας κατά την επαλήθευσιν, ως και μετά την τελεσιδικίαν των κατά το προηγούμενον άρθρον αποφάσεων, ο εισηγητής καταρτίζει τον πίνακα της τελικής διανομής, την οποίαν ενεργεί αμελλητί ο εκκαθαριστής αποδίδων το τυχόν υπόλοιπον εις τον παραχωρήσαντα. Άρθρ.101.-Ο εκκαθαριστής, συναινούντος του εισηγητού, προβαίνει εις προσωρινήν διανομήν του ενεργητικού ή μέρους αυτού προς τους δικαιούχους των μη αμφισβητουμένων απαιτήσεων, παραφυλάττων εξ ολοκλήρου τα εις τας αμφισβητουμένας απαιτήσεις αντιστοιχούντα ποσά. Άρθρ.102.-Από της υποβολής της εν άρθρ. 90 δηλώσεως οι δανεισταί δεν δικαιούνται εις προσωπικήν δίωξιν του πλοιοκτήτου ουδέ εις λήψιν συντηρητικού ή αναγκαστικού μέτρου, τα δε τυχόν ληφθέντα αίρονται αυτοδικαίως. Άρθρ.10.-Όταν συγκύριοι πλοίου συνεκμεταλλεύωνται αυτό (συμπλοιοκτησία), εκτός εναντίας εγγράφου συμφωνίας, εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος τίτλου. Άρθρ.103.-Καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας, επιτρέπεται, τη αιτήσει του εκκαθαριστού ή και παντός έχοντος έννομον συμφέρον, η εκποίησις του πλοίου. Αύτη γίνεται κατά τρόπον προσδιοριζόμενον υπό του προέδρου πρωτοδικών, δικάζοντος κατά την επ’ αναφορά διαδικασίαν και καλουμένου πάντοτε του πλοιοκτήτου, εφ’ όσον δε είναι εφικτόν, και των ενυποθήκων δανειστών του πλοίου. Η εκποίησις δύναται να γίνη κατά την κρίσιν του προέδρου και άνευ δημοσίου πλειστηριασμού. Άρθρ.104.-Περατωθείσης της εκκαθαρίσεως ο εκκαθαριστής καταθέτει μετά σχετικής εκθέσεως άπαντα τα έγγραφα εις τον γραμματέα του πρωτοδικείου. Άρθρ.105.-Ο εκμεταλλευόμενος δι’ εαυτόν πλοίον ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώση τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Η δήλωσις, περιλαμβάνουσα το όνομα, την ιθαγένειαν και την κατοικίαν του εφοπλιστού, την διάρκειαν της εκμεταλλεύσεως, ως και τα χαρακτηριστικά του πλοίου, καταχωρίζεται εις το νηολόγιον και σημειούται εις το έγγραφον εθνικότητος του πλοίου. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι’ εαυτόν. Ο εφοπλιστής έχει το κατά τας διατάξεις του παρόντος τίτλου δικαίωμα παραχωρήσεως. Άρθρ.106.-Ο εφοπλιστής, εκτός εναντίας συμφωνίας, διορίζει τον πλοίαρχον. Αι εκ του εφοπλισμού απορρέουσαι απαιτήσεις ασκούνται και κατά του πλοίου. Εν περιπτώσει παραχωρήσεως κατά το άρθρ. 85 υπό του εφοπλιστού, ο πλοιοκτήτης δικαιούται ν’ αντικαταστήση ταύτην δια της κατά το άρθρ. 86 εδάφ. 1 παραχωρήσεως. ΤΙΤΛΟΣ ΕΚΤΟΣ Περί ναυλώσεως ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Γενικαί διατάξεις Άρθρ.107.-Η σύμβασις ναυλώσεως έχει ως αντικείμενον την έναντι ανταλλάγματος: α)χρησιμοποίησιν του πλοίου εν όλω (ολική ναύλωσις) ή εν μέρει (μερική ναύλωσις) προς ενέργειαν θαλασσίας μεταφοράς, β)μεταφοράν πραγμάτων δια θαλάσσης (σύμβασις μεταφοράς πραγμάτων), γ)μεταφοράν επιβατών δια θαλάσσης (σύμβασις μεταφοράς επιβατών). Επί της συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων, εφ’ όσον άλλο τι δεν ορίζεται υπό του νόμου ή δεν συνομολογείται ρητώς ή δεν προκύπτει εκ της φύσεως της σχέσεως, εφαρμόζονται αι διατάξεις περί ολικής ή μερικής ναυλώσεως. Η μεταφορά επιβατών ρυθμίζεται υπό των ειδικών διατάξεων του Κεφαλαίου Ζ΄ του παρόντος τίτλου. Σελ. 13 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 Άρθρ.108.-Η σύμβασις ναυλώσεως αποδεικνύεται εγγράφως (ναυλοσύμφωνον). Επί συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων το ναυλοσύμφωνον δύναται να αντικατασταθή υπό της φορτωτικής ή εγγράφου αποδεικνύοντος την παραλαβήν του πράγματος προς φόρτωσιν. Επί μικράς ακτοπλοΐας η σύμβασις αποδεικνύεται δια παντός μέσου επιτρεπομένου επί εμπορικών υποθέσεων. Άρθρ.109.-Η ολική ναύλωσις δεν περιλαμβάνει τα ενδιαιτήματα του πλοιάρχου και του πληρώματος. Δεν επιτρέπεται όμως να φορτωθούν εντός αυτών εμπορεύματα άνευ της συναινέσεως του ναυλωτού, του εκναυλωτού άλλως υποχρέου εις αποζημίωσιν πάντως δε εις καταβολήν ποσού ίσου προς το πενταπλάσιον του αναλογούντος ναύλου. Άρθρ.110.-Πλην εναντίας συμφωνίας ή ισχύς της συμβάσεως ναυλώσεως διατηρείται και εάν έτι ο εις το ναυλοσύμφωνον ή την φορτωτικήν αναφερόμενος πλοίαρχος αντικατασταθή. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Υποχρεώσεις του εκναυλωτού Άρθρ.111.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται να έχη το πλοίον κατάλληλον προς θαλασσοπλοΐαν και εν γένει εις την αντίστοιχον προς τον σκοπόν της ναυλώσεως κατάστασιν, εξοπλισμόν, εφοδιασμόν και επάνδρωσιν (καταλληλότης προς πλούν). Υποχρεούται να διατηρή τους προς απόθεσιν του φορτίου χώρους, περιλαμβανομένων και των ψυγείων, εις την κατάστασιν, ήτις απαιτείται δια την κατάλληλον τοποθέτησιν και προσήκουσαν διατήρησιν των πραγμάτων (καταλληλότης προς διατήρησιν του φορτίου). Άρθρ.112.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται: α)να φέρη το πλοίον εις τον τόπον της φορτώσεως και αναλόγως των τοπικών συνθηκών εις την ενδεδειγμένην δια την φόρτωσιν θέσιν, β)να ενεργήση ιδίαις δαπάναις από της προκυμαίας ή της φορτηγίδος την φόρτωσιν και την στοιβασίαν και να επιμελήται της καλής διατηρήσεως του φορτίου κατά την διάρκειαν του πλου. Άρθρ.11.-Αι αποφάσεις επί ζητημάτων αφορώντων την συμπλοιοκτησίαν λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν του συνόλου των μερίδων. Άρθρ.113.-Ο εκναυλωτής δεν δικαιούται να ενεργήση την μεταφοράν δια πλοίου άλλου ή του συμφωνηθέντος. Δεν δικαιούται επίσης εις μεταφόρτωσιν, εκτός επί αναποφεύκτου ανάγκης. Άρθρ.114.-Ο εκναυλωτής δεν δικαιούται να τοποθετή τα μεταφερόμενα πράγματα επί του καταστρώματος. Η ανωτέρω διάταξις δεν εφαρμόζεται επί ακτοπλοΐας. Σελ. 14 Άρθρ.115.-Επί ολικής ναυλώσεως και αν έτι ο ναυλωτής δεν δίδη προς φόρτωσιν φορτίον αντιστοιχούν προς ολόκληρον τον χώρον του πλοίου, ο εκναυλωτής δεν δικαιούται να φορτώση εις τον απομένοντα χώρον, υποχρεούμενος άλλως εις καταβολήν του αντιστοίχου ναύλου. Επί ολικής ή μερικής ναυλώσεως ο εκναυλωτής, εφ’ όσον η παροχή του δεν καθίσταται επαχθεστέρα, υποχρεούται να δεχθή προς φόρτωσιν πράγματα διάφορα των εν τη συμβάσει καθοριζομένων. Άρθρ.116.-Εάν ο χρόνος της φορτώσεως και εκφορτώσεως δεν ορίζεται υπό της συμβάσεως, ισχύει η επιτόπιος συνήθεια. Άρθρ.117.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται, άνευ προσθέτου ανταλλάγματος, να αναμένη καθ’ όλον τον δια την ενέργειαν της φορτώσεως απαιτούμενον χρόνον, έχων το πλοίον εις την προς τούτο κατάλληλον θέσιν και κατάστασιν (αναμονή). Η διάρκεια της αναμονής, εν ελλείψει συμφωνίας, καθορίζεται κατ’ επιεική κρίσιν και εν όψει των συνθηκών και συνηθειών εις τον λιμένα φορτώσεως. Δεν θεωρούνται ως αποτελούσαι χρόνον αναμονής αι ημέραι καθ’ ας είτε λόγω υποχρεωτικής αργίας, είτε λόγω άλλων γεγονότων, η επί του πλοίου φόρτωσις θα ήτο δια πάντα αδύνατος. Άρθρ.118.-Παρελθόντος του κατά την διάταξιν του προηγουμένου άρθρου χρόνου αναμονής, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αναμείνη περαιτέρω, εφ’ όσον τούτο ωρίσθη εν τη συμβάσει ή συνειθίζεται (υπεραναμονή). Η υπεραναμονή άρχεται αφ’ ης λήξη ο χρόνος αναμονής. Εάν ο χρόνος ούτος δεν είναι καθωρισμένος εν τη συμβάσει, η υπεραναμονή δεν θεωρείται αρχομένη αν δεν προηγήθη ειδοποίησις εκ μέρους του εκ ναυλωτού προς τον ναυλωτήν περί της λήξεως του χρόνου αναμονής ή περί της ημέρας καθ’ ην ούτος θα λήξη. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.119.-Δια την υπεραναμονήν ο εκναυλωτής δικαιούται εις πρόσθετον αντάλλαγμα οριζόμενον κατ’ επιεική κρίσιν. Εις την υπεραναμονήν συνυπολογίζονται αι κατά την διάταξιν του άρθρ. 117 εδ. 3 ημέραι αργίας και αδυναμίας φορτώσεως. Άρθρ.120.-Παρελθόντος του χρόνου αναμονής, ως και του χρόνου υπεραναμονής εφ’ όσον υφίσταται και δια ταύτην υποχρέωσις, ο εκναυλωτής δεν υποχρεούται εις περαιτέρω αναμονήν, εάν ειδοποιήση τον ναυλωτήν τρεις πλήρεις ημέρας προ του απόπλου, συνυπολογιζομένων και των μη εργασίμων. Άρθρ.121.-Εις την περίπτωσιν του προηγουμένου άρθρου, εάν ο ναυλωτής έφερε προς φόρτωσιν μέρος μόνον του φορτίου, ο εκναυλωτής δύναται να εκφορτώση τούτο και αποθέση εις την προκυμαίαν, ειδοποιών κατά το δυνατόν τον ναυλωτήν, δικαιούμενος δε εις αποζημίωσιν δια την χρονοτριβήν και δια πάσαν δαπάνην κατά τας περί υπαναχωρήσεως διατάξεις του κεφαλαίου Ε΄. Ο εκναυλωτής δεν έχει το δικαίωμα τούτο, υποχρεούμενος εις μεταφοράν και του μερικώς φορτωθέντος, εάν ο ναυλωτής εδήλωσεν αυτώ εγκαίρως την προς τούτο βούλησίν του. Ο ναυλωτής υποχρεούται εις παροχήν συμπληρωματικής ασφαλείας δια τον ναύλον και αποκατάστασιν των ζημιών ή προσθέτων δαπανών των τυχόν προκαλουμένων λόγω της μη επαρκούς φορτώσεως του πλοίου. Άρθρ.12.-Εάν, συνεπεία μη επιτεύξεως πλειοψηφίας, δυσχεραίνεται ουσιωδώς η εκμετάλλευσις του πλοίου, το δικαστήριον, επί τη αιτήσει παντός συμπλοιοκτήτου και μετά κλήσιν όλων των συμπλοιοκτητών, εφ’ όσον τούτο είναι ευχερές, δύναται να διατάξη την αναγκαστικήν εκποίησιν του πλοίου ή τον διορισμόν προσωρινού διαχειριστού. Άρθρ.122.-Εάν συνεφωνήθη ωρισμένη ημέρα, μέχρι της οποίας πρέπει να έχη συμπληρωθή η φόρτωσις, ο εκναυλωτής δεν υποχρεούται να αναμένη πέραν της ημέρας αυτής ανεξαρτήτως λόγου καθυστερήσεως της φορτώσεως ουδ’ απαιτείται η κατά την διάταξιν του άρθρ. 120 ειδοποίησις. Άρθρ.123.-Επί συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων ο εκναυλωτής δεν υποχρεούται να αναμείνη προς φόρτωσιν πέραν του χρόνου του εν τη συμβάσει οριζομένου ή του υπ’ αυτού κατ’ εύλογον κρίσιν και εν όψει των τοπικών συνηθειών τασσομένου προς τον ναυλωτήν ή του γενικώς δια δημοσιεύσεων, ή παρομοίων μέσων γνωστοποιουμένου. Του χρόνου τούτου παρελθόντος ο εκναυλωτής ελευθερούται, ο δε ναυλωτής υποχρεούται εις καταβολήν του ναύλου. Άρθρ.124.-Επί συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων, εάν η ημέρα του απόπλου δεν είναι καθωρισμένη, ο ναυλωτής δύναται να ζητήση όπως ορισθή υπό του δικαστού χρόνος, καθ’ ον το βραδύτερον πρέπει να ενεργηθή ο απόπλους. Αρμόδιος είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών του λιμένος φορτώσεως, άλλως ο ειρηνοδίκης. Άρθρ.125.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται, επί τη αιτήσει του ναυλωτού να παραδώση εις τούτον έγγραφον αποδεικτικόν της γενομένης φορτώσεως (φορτωτική). Η φορτωτική περιέχει:α)καθορισμόν του εκναυλωτού, του ναυλωτού, του παραλήπτου, του πλοίου και του πλοιάρχου, β)καθορισμόν των λιμένων φορτώσεως και προορισμού, γ)τας περί ναύλου συμφωνίας, δ)τα προς διάκρισιν των φορτωθέντων πραγμάτων σημεία, ως ταύτα καθωρίσθησαν γραπτώς υπό του φορτωτού και εφ’ όσον τα σημεία ετέθησαν επί των φορτωθέντων πραγμάτων ή των περικαλυμμάτων αυτών κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να προσδοκάται ότι θα παραμείνουν ευδιάκριτα μέχρι πέρατος του πλού, ε)τον εις δέματα ή τεμάχια αριθμόν ή την κατά βάρος ποσότητα, ως τα στοιχεία τούτα εδηλώθησαν εγγράφως υπό του φορτωτού, ς)την εν γένει κατάστασιν των εμπορευμάτων ως αύτη εμφανίζεται κατά την φόρτωσιν, ζ)χρονολογίαν εκδόσεως. Ο εκναυλωτής δεν υποχρεούται να περιλάβη εις την φορτωτικήν διακριτικά σημεία ή δηλώσεις περί αριθμού ή βάρους των φορτωθέντων, εφ’ όσον έχει εύλογον αιτίαν να θεωρή τα στοιχεία ταύτα ως μη αντιστοιχούντα ακριβώς προς τα φορτωθέντα πράγματα ή δεν έχει, κατ’ εύλογον κρίσιν, δυνατότητα ελέγχου της ακριβείας αυτών. Εάν εις τον ναυλωτήν έχη δοθή προσωρινή απόδειξις παραλαβής του πράγματος, ο εκναυλωτής υποχρεούται εις παράδοσιν της φορτωτικής μόνον έναντι επιστροφής της αποδείξεως ταύτης. Άρθρ.126.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται να τηρήση την εν τη συμβάσει καθοριζομένην ή εκ των εν γένει συνθηκών υπαγορευομένην πορείαν του πλοίου μη δικαιούμενος εις αλλαγήν ή παρέκκλισιν. Δεν αποτελεί παράβασιν της εν τη προηγουμένη παραγράφω υποχρεώσεως, παρέκκλισις από της γραμμής πλεύσεως γενομένη προς σκοπόν σωτηρίας προσώπων ή αγαθών εν θαλάσση ή υπαγορευθείσα εξ άλλης τινός ευλόγου αιτίας. Άρθρ.127.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται: α)να φέρη το πλοίον εις τον λιμένα της εκφορτώσεως και αναλόγως των τοπικών συνθηκών εις την ενδεδειγμένην δια την εκφόρτωσιν θέσιν, β)να ενεργήση ιδίαις δαπάναις την από του πλοίου εις την προκυμαίαν ή την φορτηγίδα απόθεσιν του φορτωθέντος. Άρθρ.128.-Επί ολικής ή μερικής ναυλώσεως, άμα το πλοίον αφιχθή εις τον λιμένα εκφορτώσεως και είναι έτοιμον προς εκφόρτωσιν, ο εκναυλωτής οφείλει να ειδοποιήση περί τούτου τον παραλήπτην. Σελ. 15 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 Εν αγνοία περί του προσώπου ή της κατοικίας του παραλήπτου ως και επί συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων δύναται, αντί της προς τον ναυλωτήν ειδοποιήσεως, να γίνη γνωστοποίησις κατά τον προσφορώτερον, εν όψει των τοπικών συνθηκών τρόπον. Άρθρ.129.-Από της επομένης της κατά το προηγούμενον άρθρον ειδοποιήσεως άρχεται ο χρόνος αναμονής προς εκφόρτωσιν. Η διάρκεια της αναμονής εν ελλείψει συμφωνίας καθορίζεται κατ’ επιεική κρίσιν και εν όψει των συνθηκών και συνηθειών εις τον λιμένα εκφορτώσεως. Παρελθόντος του κατά την διάταξιν του προηγουμένου εδαφίου χρόνου αναμονής, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αναμείνη περαιτέρω εφ’ όσον τούτο ωρίσθη εν τη συμβάσει ή συνηθίζεται (υπαραναμονή εκφορτώσεως). Κατά τα λοιπά, ως προς την αναμονήν και υπεραναμονήν εκφορτώσεως εφαρμόζονται αναλόγως αι σχετικαί προς την αναμονήν και υπαραναμονήν φορτώσεως διατάξεις των άρθρ. 117-119. Άρθρ.130.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται να παραδώση το φορτίον, εις τον προσηκόντως νομιμοποιούμενον παραλήπτην, εφ’ όσον έχουν καταβληθή ο ναύλος και αι λοιπαί τυχόν οφειλόμεναι παροχαί. Άρθρ.131.-Εάν εις τον λιμένα εκφορτώσεως ο παραλήπτης δεν εμφανίζεται ή αρνείται να παραλάβη το φορτίον, ο εκναυλωτής δικαιούται, μετά προηγουμένην ειδοποίησιν, εφ’ όσον αύτη είναι εφικτή, να εκφορτώση και παρακαταθέση τούτο, όσον το δυνατόν ασφαλέστερον, ειδοποιών τον ναυλωτήν αμελλητί. Εάν εμφανίζονται πλείονες αξιούντες, έκαστος δι’ εαυτόν, ότι είναι παραλήπται, ο εκναυλωτής δύναται να προκαλέση τον διορισμόν μεσεγγυούχου. Από της παρακαταθέσεως ή της εις τον μεσεγγυούχον παραδόσεως ο εκναυλωτής ελευθερούται, διατηρών πάντα τα δικαιώματα αυτού. Δια την χρονοτριβήν την προκληθείσαν εκ των κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου ενεργειών ο εκναυλωτής δικαιούται εις πρόσθετον αντάλλαγμα κατ’ επιεική κρίσιν. Άρθρ.13.-Η διαχείρισις της συμπλοιοκτησίας δύναται ν’ ανατεθή εις έν ή πλείονα πρόσωπα, συμπλοιοκτήτας ή μη. Εάν η διαχείρισις ανετέθη δια συμβάσεως εις συμπλοιοκτήτην, δύναται αύτη ν’ ανακληθή εφ’ όσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, αποφασίσουν δε περί τούτου συμπλοιοκτήται συγκεντρούντες τα δύο τρίτα των μερίδων. Η διάταξις του άρθρ. 69 του Αστικού Κώδικος, εφαρμόζεται αναλόγως. Σελ. 6(α) 320-022 Άρθρ.132.-Αι διατάξεις των άρθρ. 130 και 131 εφαρμόζονται αναλόγως και επί συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων. Επί πραγμάτων, τα οποία έχουν μικράν αξίαν εν σχέσει προς το όλον επί του πλοίου φορτίον, ο εκναυλωτής δύναται άνευ άλλης διατυπώσεως να αποθέση τούτο εις την τελωνειακήν αρχήν ή εις ιδίας εαυτού εν τω τόπω του λιμένος προορισμού αποθήκας, δικαιούμενος κατ’ εύλογον κρίσιν εις φύλακτρα και αποζημίωσιν δια τας δαπάνας. Σελ. 16 Άρθρ.133.-Γενομένης υποναυλώσεως δια την μεταφοράν πραγμάτων, εξακολουθούν εφαρμοζόμεναι ως προς τας σχέσεις μεταξύ αρχικού εκναυλωτού και ναυλωτού αι διατάξεις των άρθρ. 128-131. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Ευθύνη του εκναυλωτού Άρθρ.134.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται εις πάσαν επιμέλειαν. Τούτο ισχύει ιδία ως προς την φόρτωσιν, την στοιβασίαν, την καλήν διατήρησιν, φύλαξιν, μεταφοράν και εκφόρτωσιν των περί ων η ναύλωσις πραγμάτων. Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια πάσαν ζημίαν εκ της απωλείας ή βλάβης των πραγμάτων, προκληθείσαν κατά τον χρόνον από της παραλαβής προς μεταφοράν μέχρι της παραδόσεως αυτών, εκτός αν η απώλεια ή βλάβη οφείλεται εις περιστατικά, τα οποία δεν ηδύναντο να αποτραπούν ουδέ δια της επιμελείας συνετού εκναυλωτού. Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια πάσαν ζημίαν η οποία επήλθεν εξ υπαιτίου χρονοτριβής κατά τον απόπλουν, διαρκούντος του πλου ή κατά την εκφόρτωσιν. Άρθρ.135.-Ο εκναυλωτής ευθύνεται έναντι παντός επί του φορτίου ενδιαφερομένου δια πάσαν ζημίαν προερχομένην εξ ελαττώματος του πλοίου ως προς την καταλληλότητα προς πλουν ή προς διατήρησιν του φορτίου, εκτός αν ηγνόει το ελάττωμα και δεν ηδύνατο να ανακαλύψη τούτο, έστω και καταβάλλων την εν ταις συναλλαγαίς απαιτουμένην επιμέλειαν. Εάν το ελάττωμα εδημιουργήθη μετά την έναρξιν του πλου εφαρμόζεται και η διάταξις του άρθρ. 138. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.136.-Εάν ο εκναυλωτής εδήλωσε χωρητικότητα του πλοίου μεγαλυτέραν ή μικροτέραν της αληθούς ή προέβη εις άλλας ανακριβείς δηλώσεις, ευθύνεται εις αποκατάστασιν της εντεύθεν ζημίας του ναυλωτού. Η περί της χωρητικότητος δήλωσις δεν θεωρείται ανακριβής εάν η διαφορά δεν υπερβαίνη το εν εικοστόν ή εάν η δήλωσις είναι σύμφωνος προς το πιστοποιητικόν της καταμετρήσεως του πλοίου. Άρθρ.137.-Ο εκναυλωτής ουδεμίαν υπέχει ευθύνην, εάν ο ναυλωτής ή ο φορτωτής εν γνώσει προεκάλεσε ψευδή εις το ναυλοσύμφωνον ή την φορτωτικήν αναγραφήν του είδους, του βάρους ή της αξίας του φορτίου. Άρθρ.138.-Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαϊάς ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι ίδιον αυτού πταίσμα. Άρθρ.139.-Εάν συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρ. 134, 135, 138, υπάρχη ευθύνη του εκναυλωτού, δι’ ολικήν ή μερικήν απώλειαν των πραγμάτων, ούτος υποχρεούται να αποκαταστήση την αξίαν την οποίαν πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητος έχουν εις τον τόπον προορισμού και κατά τον χρόνον της ενάρξεως της εκφορτώσεως. Άρθρ.140.-Εν περιπτώσει βλάβης των πραγμάτων ο εκναυλωτής υποχρεούται εις την αποκατάστασιν της διαφοράς μεταξύ της τιμής πωλήσεως αυτών και της τιμής εις την οποίαν θα επωλούντο ταύτα άνευ της βλάβης εις τον τόπον προορισμού κατά τον χρόνον της εκφορτώσεως. Άρθρ.14.-Ο διορισμός, η παραίτησις ή η ανάκλησις του διαχειριστού αντιτάσσονται κατά των τρίτων μόνον αφ’ ης σημειωθούν εις το νηολόγιον. Άρθρ.141.-Εν πάση περιπτώσει η εκ μέρους του εκναυλωτού αποζημίωσις δι’ απωλείας ή βλάβας του φορτίου δεν δύναται να υπερβή το δια Δ/τος εκάστοτε καθοριζόμενον ποσόν κατά δέμα ή κατά μονάδα, εκτός αν συνεφωνήθη ποσόν ανώτερον, ως και εάν η φύσις και η αξία των φορτωθέντων πραγμάτων εδηλώθησαν παρά του φορτωτού προ της φορτώσεως, η δε δήλωσις εγένετο εγγράφως. Κατά της δηλώσεως ταύτης επιτρέπεται πάντοτε ανταπόδειξις. Άρθρ.142.-Είναι άκυρος πάσα συμφωνία απαλλάσσουσα τον εκναυλωτήν των υποχρεώσων και ευθυνών αυτού των διαγραφομένων εις τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον περιορίζουσα αυτάς. Είναι άκυρος πάσα συμφωνία δια της οποίας τροποποιούνται οι περί βάρους της αποδείξεως κανόνες. Άκυρος επίσης είναι πάσα συμφωνία σκοπούσα την εκχώρησιν του ασφαλίσματος εις τον εκναυλωτήν. Άρθρ.143.-Η εν τω προηγουμένω άρθρω ακυρότης δεν χωρεί: α)ως προς τας υποχρεώσεις του εκναυλωτού προ της φορτώσεως ή μετά την εκφόρτωσιν, β)επί συμφωνιών, αίτινες αναφέρονται εις τας περιπτώσεις κοινής αβαρίας. Η ακυρότης δεν χωρεί ωσαύτως: α)επί φορτώσεως, ήτις κατόπιν ρητής συμφωνίας ενεργείται επί του καταστρώματος, β)επί μεταφοράς ζώντων ζώων, γ)επί μεταφοράς ήτις λόγω της ιδιαζούσης φύσεως του φορτίου ή των ειδικών συνθηκών της φορτώσεως έχει χαρακτήρα εξαιρετικόν και ασυνήθη δια τας συναλλαγάς, εφ’ όσον ο τοιούτος ασυνήθης χαρακτήρ έχει δηλωθή ρητώς και η υπέρ του εκναυλωτού ρήτρα διετυπώθη εγγράφως, δεν εξεδόθη δε φορτωτική εις διαταγήν. Άρθρ.144.-Επιφυλλασσομένων των γενικών περί αδυναμίας παροχής διατάξεων, ο εκναυλωτής δεν ευθύνεται δια ζημίας αίτινες προέρχονται: α)εκ θαλασσίων εν γένει συμβεβηκότων, β)εκ πράξεων, άιτινες αποτελούν συνέπειαν πολέμου ή εχθροπαραξιών εν γένει, γ)εκ παρεμποδίσεως υπό ξένης Δυνάμεως, δ)εκ μέτρων υγιειονομικών, ε)εκ κατασχέσεως αδεία της αρχής, ς)εξ απεργίας ή εν γένει παρεμποδίσεως της εργασίας, ζ)εκ πράξεων γενομένων προς διάσωσιν προσώπων ή πραγμάτων εν θαλάσση, η)εξ απομειώσεως του βάρους ή του όγκου του φορτίου ή εξ ελαττωμάτων ή της ειδικής φύσεως αυτού, πλημμελούς συσκευασίας ή ατελείας περί τα διακριτικά σημεία. θ)εκ πράξεων ή παραλείψεων του φορτωτού ή του κυρίου του φορτίου ή των εν γένει προεστώτων αυτών, ι)εκ λαϊκών εξεγέρσεων. Άρθρ.145.-Ο εκναυλωτής δύναται εν τω λιμένι της φορτώσεως ν’ αποθέση εις την προκυμαίαν ή φορτηγίδα τα εν τω πλοίω φορτωθέντα και μη δηλωθέντα εις αυτόν εμπορεύματα ή να απαιτήση δι’ αυτά τον μεγαλύτερον ναύλον, όστις θα κατεβάλλετο εν τω αυτώ τόπω δι’ ομοειδή εμπορεύματα. Δεν αποκλείεται αξίωσις προς αποκατάστασιν της ζημίας. Δια τα ως άνω φορτωθέντα πράγματα ουδεμία ευθύνη βαρύνει τον εκναυλωτήν. Σελ. 17 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 Άρθρ.146.-Η υπό του ως παραλήπτου νομιμοποιουμένου παραλαβή των μεταφερομένων πραγμάτων άνευ επιφυλάξεως δημιουργεί τεκμήριον, ότι τα πράγματα παρελήφθησαν ως εν τη φορτωτική αναγράφονται. Η επιφύλαξις γίνεται το βραδύτερον κατά την παραλαβήν των πραγμάτων, δι’ εγγράφου δηλώσεως απευθυνομένης προς τον εκναυλωτήν ή τον εν τω λιμένι εκφορτώσεως αντιπρόσωπον αυτού ή τον πλοίαρχον. Εάν αι απώλειαι ή ζημίαι δεν είναι καταφανείς, η επιφύλαξις δύναται να γίνη εντός τριών ημερών από της παραλαβής. Άρθρ.147.-Η επιφύλαξις περιττεύει εάν κατά την παραλαβήν η κατάστασις των μεταφερθέντων πραγμάτων διεπιστώθη είτε υπό των μερών είτε υπό πραγματογνωμόνων. Οι πραγματογνώμονες, είς ή τρεις, διορίζονται υπό του προέδρου των πρωτοδικών του τόπου της παραλαβής των πραγμάτων και αποφαίνονται επί της καταστάσεως αυτών ως και της εκτάσεως και των αιτίων της ζημίας. Ο αιτούμενος την διενέργειαν της πραγματογνωμοσύνης οφείλει να κλητεύση, εφ’ όσον είναι εφικτόν, το έτερον των μερών, όπως παραστή κατ’ αυτήν. Άρθρ.148.-Το δικαίωμα προς αποζημίωσιν δια μερικήν απώλειαν ή ζημίας των φορτωθέντων πραγμάτων αποσβέννυνται μετά παρέλευσιν έτους από της παραλαβής αυτών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄. Υποχρεώσεις του ναυλωτού Άρθρ.149.-Ο ναυλωτής υποχρεούται να καταβάλη τον συμφωνηθέντα ναύλον και τας συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος ή της συμβάσεως ναυλώσεως προσθέτους παροχάς, ιδία λόγω υπεραναμονής, χρονοτριβής, λόγω μη παραλαβής του πράγματος και αποκαταστάσεως δαπανών. Εν αμφιβολία ο ναύλος είναι καταβλητέος μετά την φόρτωσιν. Εάν ο ναύλος δεν έχη καθορισθή εν τη συμβάσει, οφείλεται ο εις τον λιμένα φορτώσεως και κατά τον χρόνον αυτής συνήθης. Εάν εφορτώθησαν πράγματα καθ’ υπέρβασιν της συμπεφωνημένης ποσότητος, καταβάλλεται ο αναλογών επί πλέον ναύλος. Άρθρ.150.-Επί ναυλώσεως κατά χρόνον ο ναύλος υπολογίζεται, εφ’ όσον δεν συνεφωνήθη άλλως, από της ημέρας της ενάρξεως της φορτώσεως μέχρι της ημέρας καθ’ ην συνεπληρώθη η εις τον τόπον του προορισμνού εκφόρτωσις. Σελ. 18 Άρθρ.15.-Η πλειοψηφία των συμπλοιοκτητών δύναται να δίδη οδηγίας εις τον διαχειριστήν, υποχρεούμενον να τας ακολουθήση. Άρθρ.151.-Ο ναυλωτής δεν δύναται να εγκαταλείψη αντί του ναύλου τα φορτωθέντα εμπορεύματα, ων ηλαττώθη η αξία, ή άτινα εβλάβησαν εξ ιδίου ελαττώματος ή εκ τύχης. Δύναται όμως να εγκαταλειφθούν αντί του ναύλου βυτία, εάν το εις αυτά περιεχόμενον υγρόν φορτίον διέρρευσεν εξ ολοκλήρου ή κατά το πλείστον. Άρθρ.152.-Ο εκναυλωτής δεν δικαιούται εις παρακράτησιν των εμπορευμάτων δια την μη πληρωμήν του ναύλου και των λοιπών παροχών, δικαιούμενος μόνον εις μεσεγγύησιν αυτών. Άρθρ.153.-Δια της εν τω τόπω προορισμού παραλαβής του εμπορεύματος ο παραλήπτης αναλαμβάνει εις ολόκληρον μετά του ναυλωτού την υποχρέωσιν να καταβάλη κατά τα εν τη φορτωτική, άλλως εν τω ναυλοσυμφώνω καθοριζόμενα, τον ναύλον και πάσαν κατ’ άρθρ. 149 πρόσθετον παροχήν. Άρθρ.154.-Ο ναυλωτής υποχρεούται: α)να φέρη τα προς φόρτωσιν πράγματα επί της προκυμαίας ή επί της φορτηγίδος παραπλεύρως του πλοίου και εις την ενδεδειγμένην δια την φόρτωσιν θέσιν, β)να παραδώση εις τον πλοίαρχον πάντα τα έγγραφα, τα δια την ενέργειαν της φορτώσεως απαιτούμενα, γ)να παραδώση εις τον πλοίαρχον εν τω λιμένι εκφορτώσεως κατά την παραλαβήν των πραγμάτων σχετικήν έγγραφον απόδειξιν. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄. Υπαναχώρησις και αδυναμία παροχής Άρθρ.155.-Ο ναυλωτής δικαιούται, προ της ενάρξεως της φορτώσεως, και διαρκούντος του χρόνου αναμονής, να υπαναχωρήση της συμβάσεως, υποχρεούμενος εις καταβολήν του ημίσεος του ναύλου. Εάν η περί υπαναχωρήσεως δήλωσις έγινεν αρξαμένης της φορτώσεως ή παρελθόντος του χρόνου αναμονής, ο ναυλωτής οφείλει ολόκληρον τον ναύλον. Ο ναυλωτής υποχρεούται εις ολόκληρον τον ναύλον εάν χωρίς να προβή εις την περί υπαναχωρήσεως δήλωσιν αφήκε να παρέλθη ο χρόνος αναμονής και δεν έφερε προς φόρτωσιν τα περί ων η ναύλωσις πράγματα ή έφερε μέρος μόνον αυτών. Άρθρ.156.-Επί συμβάσεως μεταφοράς πραγμάτων, εάν η περί υπαναχωρήσεως δήλωσις έγινε μετά την φόρτωσιν, ο ναυλωτής υποχρεούται εις το ήμισυ του ναύλου και επί πλέον εις πληρωμήν των δαπανών φορτώσεως, εκφορτώσεως και αναφορτώσεως των μετακινηθέντων άλλων εμπορευμάτων, ως και εις την αποκατάστασιν της εκ της χρονοτριβής και πάσης άλλης ζημίας. Άρθρ.157.-Εάν η περί υπαναχωρήσεως δήλωσις έγινε μετά τον απόπλουν ο ναυλωτής υποχρεούται εις ολόκληρον τον ναύλον και πάντα τα έξοδα της μετακινήσεως τα προξενηθέντα εκ της εκφορτώσεως. Ο εκναυλωτής δύναται να αρνηθή την εκφόρτωσιν όταν αύτη, εν όψει των εν γένει συνθηκών, καθίσταται ιδιαιτέρως επαχθής δι’ αυτόν ή τους λοιπούς ναυλωτάς, ιδία λόγω χρονοτριβής ή παρεκκλίσεως από της πορείας του πλοίου. Εάν η υπαναχώρησις γίνεται δι’ αιτίαν αφορώσαν εις τον εκναυλωτήν, ούτος υποχρεούται εν πάση περιπτώσει εις την ιδίαις δαπάναις εκφόρτωσιν και εις αποκατάστασιν των ζημιών και εξόδων. Άρθρ.158.-Εκ του κατά τας διατάξεις των προηγουμένων άρθρων οφειλομένου ημίσεος ή ολοκλήρου ναύλου δεν εκπίπτεται ο ναύλος, τον οποίον ο εκναυλωτής εισέπραξεν εξ άλλων φορτωθέντων εμπορευμάτων. Ο εκναυλωτής διατηρεί επίσης το δικαίωμα αυτού και αν έτι ο πλους εματαιώθη. Άρθρ.159.-Η σύμβασις ναυλώσεως διαλύεται και αμφότερα τα μέρη ελευθερούνται, εάν προ της ενάρξεως του πλου το πλοίον απωλέσθη εκ τύχης, κατέστη ανίκανον προς πλουν, διηρπάγη ή εληίσθη ή εάν έλαβε χώραν επίταξις ή παρεμπόδισις του απόπλου κατά διαταγήν πολιτείας τινός. Το αυτό ισχύει αν έλαβε χώραν αποκλεισμός του λιμένος προορισμού ή άλλων παρεμπόδισις της μετ’ αυτού ναυσιπλοΐας. Άρθρ.160.-Εάν το πλοίον μετά την έναρξιν του πλου απωλέσθη εκ τύχης η σύμβασις λύεται και αμφότερα τα μέρη ελευθερούνται. Εάν όμως τα φορτωθέντα εσώθησαν εν όλω ή εν μέρει οφείλεται αντίστοιχος ναύλος δια τον μέχρι του τόπου του ναυαγίου πλουν και εφ’ όσον εξαρκεί η αξία των διασωθέντων πραγμάτων. Η διάταξις του προηγουμένου εδαφίου εφαρμόζεται αναλόγως εάν, διαρκούντος του πλου, επισυμβή τι των εν άρθρ. 159 κωλυμάτων. Άρθρ.16.-Έναντι των τρίτων ο διαχειριστής έχει εξουσίαν να προβαίνη εις πάσαν ενέργειαν ως και εις πάσαν δικαιοπραξίαν συμφυή προς την διαχείρισιν της συμπλοιοκτησίας. Ο διαχειριστής κατά την αυτήν έκτασιν εκπροσωπεί τους συμπλοιοκτήτας ενώπιον των δικαστηρίων. Περιορισμός της εξουσίας του διαχειριστού δεν ισχύει έναντι των τρίτων. Άρθρ.161.-Εάν εκ τυχαίου συμβεβηκότος παραστή ανάγκη επισκευής του πλοίου ή προσωρινής διακοπής του πλου, τα μέρη εξακολουθούν ενεχόμενα εκ της συμβάσεως. Εάν όμως η διάρκεια του κωλύματος παρατείνεται υπερμέτρως ο ναυλωτής δικαιούται, υπαναχωρών της συμβάσεως, να αναλάβη τα φορτωθέντα ως και τον ναύλον τον αντιστοιχούντα εις το μη διανυθέν μέρος του πλου. Άρθρ.162.-Η σύμβασις ναυλώσεως λύεται και αμφότερα τα μέρη ελευθερούνται εάν προ της φορτώσεως τα περί ων η ναύλωσις ατομικώς ωρισμένα πράγματα απωλέσθησαν εκ τύχης. Το αυτό ισχύει εάν προ του απόπλου απωλέσθησαν εκ τύχης τα πράγματα τα οποία εφορτώθησαν ή παρελήφθησαν υπό του εκναυλωτού προς φόρτωσιν. Εις την περίπτωσιν του προηγουμένου εδαφίου η σύμβασις δεν λύεται εάν ο ναυλωτής εδήλωσεν, ότι αντί των απολεσθέντων προτίθεται να φέρη προς φόρτωσιν άλλα πράγματα και ήρχισε φέρων τα πράγματα ταύτα εντός του χρόνου αναμονής και τυχόν υποχρεωτικής υπεραναμονής. Υποχρεούται ούτος εν τοιαύτη περιπτώσει να αποπερατώση, εντός του συντομωτέρου δυνατού χρονικού διαστήματος, την παράδοσιν των προς φόρτωσιν πραγμάτων και να αποκαταστήση εις τον εκναυλωτήν πάσαν εκ της αντικαταστάσεως των απολεσθέντων πραγμάτων προσγενομένην, ιδία εκ της χρονοτριβής, ζημίαν, ή πρόσθετον δαπάνην. Άρθρ.163.-Η σύμβασις ναυλώσεως λύεται και τα μέρη ελευθερούνται εάν μετά τον απόπλουν τα φορτωθέντα πράγματα απωλέσθησαν εκ τύχης. Επί μερικής απωλείας επέρχεται αντίστοιχος απαλλαγή των μερών. Άρθρ.164.-Εάν η ναύλωσις περιλαμβάνη και πλουν προς τον λιμένα φορτώσεως, συνεΣελ. 19 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 πεία δε τυχαίου γεγονότος, επελθόντος κατά τον υπό έρμα πλουν, ελύθη η σύμβασις, ο ναυλωτής υποχρεούται να καταβάλη κατ’ εύλογον κρίσιν, αντίστοιχον ποσόν εις τον εκναυλωτήν. Άρθρ.165.-Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως συνεπεία τυχαίου συμβεβηκότος, αι δαπάναι της υπό του πλοίου, επί της προκυμαίας ή των φορτηγίδων αποθέσεως των φορτωθέντων βαρύνουν τον εκναυλωτήν, πάσα δε άλλη δαπάνη τον ναυλωτήν. Εάν παρέστη ανάγκη παρεκκλίσεως από της πορείας του πλοίου προς εκφόρτωσιν εις άλλον λιμένα, τον ναυλωτήν βαρύνουν και πάσαι αι σχετικαί δαπάναι. Άρθρ.166.-Ο εκναυλωτής εξακολουθεί και μετά την λύσιν της συμβάσεως υποχρεούμενος εις πάσαν επιμέλειαν δια την διατήρησιν των πραγμάτων και την περί αυτών μέριμναν κατά την κρίσιν επιμελούς εκναυλωτού, εν όψει και των εν γένει συνθηκών, συνεννοούμενος κατά το δυνατόν μετά του ναυλωτού ή του κατ’ άρθρ. 171 νομιμοποιουμένου. Εις την περίπτωσιν του προηγουμένου εδαφίου ο εκναυλωτής δικαιούται και υποχρεούται, αναλόγως των συνθηκών ή ν’ αποστείλη τα φορτωθέντα πράγματα δι’ άλλου πλοίου εις τον λιμένα προορισμού ή να προκαλέση την αποθήκευσιν αυτών. Δύναται επίσης προς τον σκοπόν τούτον και μετά προηγουμένην άδειαν του προέδρου των πρωτοδικών να ενεχυριάση το φορτίον ή και να πωλήση μέρος αυτού. Κατά την εκτέλεσιν των εν τω προηγουμένω εδαφίω οριζομένων ενεργειών ο εκναυλωτής δικαιούται να λάβη τα προς διατήρησιν των ιδίων εαυτού δικαιωμάτων απαιτούμενα προφυλακτικά μέτρα. Άρθρ.167.-Οφείλεται ναύλος δια τα λόγω κοινής αβαρίας εκβληθέντα, εφ’ όσον ταύτα έγιναν δεκτά εις συνεισφοράν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄. Περί φορτωτικής Άρθρ.168.-Η φορτωτική εκδίδεται υπό του πλοιάρχου μετά την φόρτωσιν. Αντίγραφον της φορτωτικής, υπογεγραμμένον υπό του φορτωτού παραδίδεται εις τον εκναυλωτήν. Άρθρ.169.-Η φορτωτική εκδίδεται, κατ’ επιλογήν του φορτωτού, εις όνομα ωρισμένου προσώπου ή εις διαταγήν. Άρθρ.170.-Η νομίμως εκδεδομένη φορτωτική αποτελεί απόδειξιν μεταξύ πάντων των ενδιαφερομένων επί του φορτίου ως και μεταξύ τούτων και των ασφαλιστών. Σελ. 20 Δια τας σχέσεις μεταξύ εκναυλωτού και ναυλωτού επικρατούν αι εν τη συμβάσει της ναυλώσεως περιεχόμεναι και δια του ναυλοσυμφώνου αποδεικνυόμεναι συμφωνίαι. Επί φορτωτικής εις διαταγήν εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς τας ενστάσεις αι οποίαι δύνανται να αντιταχθούν κατά του κομιστού, αι επί συναλλαγματικής ισχύουσαι διατάξεις. ΄Αρθρ.17.-Πλείονες διαχειρισταί ενεργούν εκ συμφώνου. Άρθρ.171.-Προς παραλαβήν των εν τη φορτωτική αναγραφομένων πραγμάτων νομιμοποιείται: α)επί της ονομαστικής φορτωτικής ο εν αυτή ως παραλήπτης αναγραφόμενος ή ο εκδοχεύς, β)επί φορτωτικής εκδεδομένης «εις διαταγήν» ο νομιμοποιούμενος κατά τας περί νομιμοποιήσεως κομιστού της συναλλαγματικής διατάξεις, εφαρμοζομένας αναλόγως. Ο πλοίαρχος υποχρεούται να συμμορφούται προς τας εγγράφους οδηγίας τας οποίας δίδει ο κατά τας διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου νομιμοποιούμενος κομιστής της φορτωτικής. Άρθρ.172.-Η παράδοσις της φορτωτικής εις κομιστήν, νομιμοποιούμενον κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, έχει δια την απόκτησιν δικαιωμάτων επί των φορτωθέντων πραγμάτων ας εννόμους συνεπείας έχει και η παράδοσις αυτών των πραγμάτων. Άρθρ.173.-Ο εκναυλωτής υποχρεούται να παραδώση τα φορτωθέντα πράγματα μόνον επί επιστροφή εις αυτόν της φορτωτικής μετ’ εγγράφου δηλώσεως του παραλήπτου περί της παραλαβής. Τούτο ισχύει και εν περιπτώσει υπαναχωρήσεως του εκναυλωτού κατά τας διατάξεις του κεφαλαίου Ε΄ του παρόντος τίτλου. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄. Σύμβασις μεταφοράς επιβάτου Άρθρ.174.-Η σύμβασις μεταφοράς επιβάτου αποδεικνύεται δια του εισιτηρίου. Άρθρ.175.-Αναγραφομένου του ονόματος του επιβάτου επί του εισιτηρίου η προς μεταφοράν απαίτησις είναι ανεκχώρητος. Άρθρ.176.-Εν ελλείψει αντιθέτου συμφωνίας, εις τον ναύλον περιλαμβάνεται και το αντίτιμον τροφοδοσίας διαρκούντος του πλου. Ο επιβάτης δικαιούται πάντως, επί ευλόγω τιμήματι, εις την προσήκουσαν τροφοδοσίαν μερίμνη του εκναυλωτού. Άρθρ.177.-Μη προσελθόντος εγκαίρως του επιβάτου προς επιβίβασιν ο μεν εκναυλωτής ελευθερούται, ο δε επιβάτης υποχρεούται εις ολόκληρον τον ναύλον. Άρθρ.178.-Εάν προ του απόπλου ο επιβάτης δηλώση ότι υπαναχωρεί της συμβάσεως, ο εκναυλωτής δικαιούται εις το ήμισυ του ναύλου. Το αυτό ισχύει εν περιπτώσει ασθενείας ή άλλου τυχαίου συμβεβηκότος αφορώντος εις το πρόσωπον του επιβάτου και εμποδίζοντος το ταξείδιον. Άρθρ.179.-Η σύμβασις λύεται και αμφότερα τα μέρη ελευθερούνται εάν ο πλους ματαιωθή συνεπεία τυχαίου γεγονότος, αφορώντος εις το πλοίον. Άρθρ.180.-Εν περιπτώει επιβραδύνσεως του απόπλου, ο επιβάτης δικαιούται εις διαμονήν εν τω πλοίω καθ’ όλον τον χρόνον της επιβραδύνσεως, προς δε και εις διατροφήν κατά την διάταξιν του Άρθρ.18.-Η υπό του διαχειριστού, εντός των ορίων της εξουσίας αυτού συναφθείσα δικαιοπραξία, ενεργεί υπέρ και κατά των συμπλοιοκτητών, και αν έτι ούτοι δεν κατονομάζωνται εν αυτή. άρθρ. 176. Παρατεινομένης της επιβραδύνσεως, ο επιβάτης δικαιούται και εις υπαναχώρησιν, οπότε δεν οφείλεται ναύλος. Το δικαίωμα αποζημιώσεως δεν αποκλείεται. Άρθρ.181.-Εάν ο επιβάτης αποβιβασθή εις ενδιάμεσον λιμένα ο εκναυλωτής δικαιούται εις ολόκληρον τον ναύλον. Εάν η τοιαύτη διακοπή του ταξειδίου επήλθε συνεπεία ασθενείας ή άλλου τυχαίου συμβεβηκότος αφορώντος εις τον επιβάτην, ο εκναυλωτής δικαιούται εις μέρος του ναύλου αντίστοιχον προς τον διανυθέντα πλουν. Άρθρ.182.-Εάν μετά τον απόπλουν ο πλους διακοπή εξ αιτίας, τυχαίων περιστατικών αφορώντων εις το πλοίον, οφείλεται ναύλος ανάλογος προς τον διανυθέντα πλουν. Άρθρ.183.-Εν περιπτώσει καθυστερήσεως επελθούσης κατά τον πλουν συνεπεία επιτάξεως του πλοίου ή παρεμποδίσεως κατά διαταγήν Πολιτείας τινός ή επαναστατών ή συνεπεία ανάγκης επισκευής του πλοίου ή άλλου παρομοίου περιστατικού, ο επιβάτης δικαιούται είτε να υπαναχωρήση της συμβάσεως, οφείλων ναύλον ανάλογον προς την διανυθείσαν απόστασιν, είτε ν’ αναμείνη την επανάληψιν του πλου. Εν τη δευτέρα περιπτώσει, δια το χρονικόν διάστημα της αναμονής, ο επιβάτης εφ’ όσον εκ των εν γένει συνθηκών είναι δυνατόν, δικαιούται εις την εντός του πλοίου παραμονήν και εις την έναντι ευλόγου τιμήματος τροφοδοσίαν. Άρθρ.184.-Εν περιπτώσει θανάτου του επιβάτου οι κληρονόμοι δεν υποχρεούνται εις τον ναύλον. Αναλαμβάνουν δε τον τυχόν καταβληθέντα μόνον αν ο θάνατος επήλθε προ του απόπλου. Άρθρ.185.-Ο επιβάτης οφείλει να συμμορφούται προς τους κανονισμούς του πλοίου ως και τας οδηγίας του πλοιάρχου τας αφορώσας εις την εν τω πλοίω καθόλου ευταξίαν και ασφάλειαν του πλου. Άρθρ.186.-Δια τας αποσκευάς του επιβάτου οφείλεται ιδιαίτερος ναύλος μόνον εφ’ όσον αύται υπερβαίνουν το εν τω εισιτηρίω αναφερόμενον μέτρον κατά βάρος ή κατ’ όγκον. Άρθρ.187.-Ως προς την φόρτωσιν, μεταφοράν και εκφόρτωσιν των αποσκευών και την ευθύνην του εκναυλωτού, εφαρμόζονται αναλόγως αι περί συμβάσεως ναυλώσεως και ειδικώτερον αι περί μεταφοράς πραγμάτων διατάξεις. Άρθρ.188.-Εάν ο επιβάτης διετήρησε την παραφυλακήν των αποσκευών του, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον εις περίπτωσιν υπαιτίου ως προς αυτάς πράξεως του πλοιάρχου ή του πληρώματος. Ως προς την ευθύνην ταύτην εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του άρθρ. 142. Άρθρ.189.-Εν περιπτώσει ολικής ή μερικής ναυλώσεως του πλοίου, προς τον σκοπόν μεταφοράς επιβατών, έστω και μη ωρισμένου αριθμού, εφαρμόζονται αι περί ναυλώσεως διατάξεις, εφ’ όσον άλλο τι δεν συνωμολογήθη ρητώς ή δεν προκύπτει εκ της φύσεως της σχέσεως. Σελ. 21 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 ΤΙΤΛΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ Περί μεταβιβάσεως κυριότητος πλοίου προς εξασφάλισιν απαιτήσεως Άρθρ.1.-Πλοίον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι παν σκάφος, χωρητικότητος καθαράς τουλάχιστον δέκα κόρων προωρισμένον όπως κινήται αυτοδυνάμως εν θαλάσση. Αι διατάξεις των τρίτου, τετάρτου, έκτου, εβδόμου δωδεκάτου, δεκάτου τρίτου και δεκάτου τετάρτου τίτλων του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και επί παντός άλλου πλωτού ναυπηγήματος. Άρθρ.19.-Ο πλοίαρχος ακολουθεί τας οδηγίας μόνον του διαχειριστού. Άρθρ.190.-Προς εξασφάλισιν απαιτήσεως δύναται να μεταβιβασθή η κυριότης πλοίου, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6. Ο οφειλέτης διατηρεί την διαχείρισιν και εκμετάλλευσιν του πλοίου, ως πλοιοκτήτης. Ο οφειλέτης υποχρεούται να διαχειρίζεται και εκμεταλλεύεται το πλοίον επιμελώς και κατά τους κανόνας τακτικής εκμεταλλεύσεως. Άρθρ.191.-Ο δανειστής δύναται να αντικαθιστά τον πλοίαρχον και εάν έτι ούτος είναι αυτός ο οφειλέτης. Άρθρ.192.-Η κυριότης επανέρχεται αυτοδικαίως εις τον οφειλέτην, αφ’ ης η περί εξοφλήσεως δήλωσις του δανειστού καταχωρισθή εις το νηολόγιον. Άρθρ.193.-Ο δανειστής, αφ’ ης η ασφαλιζομένη απαίτησις καταστή ληξιπρόθεσμος, δικαιούται να ζητήση την εξόφλησιν εκ της αξίας του πλοίου, εκποιουμένου εις δημόσιον πλειστηριασμόν κατά τας διατάξεις περί αναγκαστικής εκτελέσεως. Συμφωνία καθ’ ην ο δανειστής δύναται ν’ αναλάβη την διαχείρισιν και εκμετάλλευσιν του πλοίου είναι έγκυρος. Είναι άκυρος πάσα συμφωνία, καθ’ ην προς εξόφλησιν της ασφαλιζομένης απαιτήσεως παραμένει εις τον δανειστήν οριστικώς η επί του πλοίου κυριότης. Άρθρ.194.-Εάν το πλοίον απωλέσθη ή υπέστη βλάβας μειούσας ουσιωδώς την αξίαν αυτού, ο δανειστής δικαιούται ν’ απαιτήση την άμεσον εξόφλησιν του χρέους. Το κατά το προηγούμενον εδάφιον δικαίωμα δεν υφίσταται εάν αι βλάβαι δεν οφείλονται εις πταίσμα του οφειλέτου, προσφέρει δ’ ούτος επαρκή ασφάλειαν. ΤΙΤΛΟΣ ΟΓΔΟΟΣ Περί υποθήκης επί πλοίων Άρθρ.195.-Τίτλος προς απόκτησιν υποθήκης επί πλοίου είναι μόνον η ιδιωτική βούλησις. Υποθήκη συνιστάται και επί του ναυπηγουμένου πλοίου εφ’ όσον τούτο είναι νηολογημένον. Άρθρ.196.-Το δικαίωμα προς απόκτησιν υποθήκης παρέχεται δια δηλώσεως ενώπιον συμβολαιογράφου. Η δήλωσις πρέπει να περιέχη πλην των κατά το κοινόν δίκαιον στοιχείων, περιγραφήν του πλοίου κατά τα άρθρ. 2 και 4 μετά του αριθμού νηολογίου αυτού ως και διορισμόν αντικλήτου κατοικούντος εις τον τόπον ένθα τηρείται το βιβλίον υποθηκών. Σελ. 22 Εν ελλείψει διορισμού αντικλήτου αι επιδόσεις αι σχετικαί προς την υποθήκην δύνανται να γίνουν εις τον εισαγγελέα πρωτοδικών εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγεται ο τόπος ένθα τηρείται το βιβλίον υποθηκών. Άρθρ.197.-Η υποθήκη λαμβάνει ύπαρξιν από της προσηκούσης εγγραφής εις το βιβλίον υποθηκών της περιφερείας ένθα είναι νηολογημένον το πλοίον. Άρθρ.198.-Ο δανειστής, εφ’ όσον δεν υπάρχει ήδη αντίστοιχος ασφαλιστική κάλυψις, δικαιούται, δαπάνη του οφειλέτου, ν’ ασφαλίζη το πλοίον κατά των θαλασσίων κινδύνων μέχρις αξίας ίσης προς το ποσόν του δανείου ηυξημένου κατά τριάκοντα επί τοις εκατόν. Εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλη τα ασφάλιστρα ο δανειστής δικαιούται ν’ απαιτήση την άμεσον καταβολήν του χρέους. Το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και επί του ασφαλίσματος. Αι διατάξεις των άρθρ. 190 εδ. 3 και 194 εφαρμόζονται και επί της υποθήκης επί πλοίων. Το άρθρ. 1287 του Αστικού Κώδικος δεν εφαρμόζεται. Άρθρ.199.-Από της εγγραφής κατασχέσεως επί του πλοίου, αναγκαστικής ή συντηρητικής είναι άκυρος πάσα εγγραφή υποθήκης. Άρθρ.20.-Εάν ληφθή απόφασις περί επισκευής του πλοίου εις μεγάλην έκτασιν ή περί καταβολής δι’ ην χωρεί η κατά τα άρθρ. 85, επ. παραχώρησις, πας μη συναινέσας συμπλοιοκτήτης δύναται ν’ απαλλαγή της προς εκτέλεσιν της αποφάσεως ταύτης υποχρεώσεώς του, διαθέτων άνευ αποζημιώσεως την μερίδα του υπέρ των λοιπών συμπλοιοκτητών κατά λόγον των μερίδων των. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.200.-Η διάταξις του άρθρ. 537 εδ. 4 Εμπορικού Νόμου εφαρμόζεται και επί υποθήκης επί πλοίων. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.201.-Απαγορεύεται η μεταβολή λιμένος νηολογήσεως (μετανηολόγησις) ή μετονομασία ενυποθήκου πλοίου, άνευ της εγγράφου συναινέσεως των ενυποθήκων δανειστών. Ο λιμενάρχης του λιμένος νηολογήσεως του πλοίου, άμα τη εν τω νηολογίω εγγραφή του νέου ονόματος, ειδοποιεί τον φύλακα του υποθηκολογίου όπως επιφέρη τας δεούσας μεταβολάς. Άρθρ.202.-Δικαιοπραξία εκποιητική ενυποθήκου πλοίου επιφέρουσα απώλειαν της Ελληνικής ιθαγενείας, εφ’ όσον εγένετο άνευ συναινέσεως του ενυποθήκου δανειστού, είναι άκυρος. Άρθρ.203.-Υποθήκη υφισταμένη επί πλοίου, καθ’ ον χρόνον τούτο αποκτά την ελληνικήν ιθαγένειαν, εξακολουθεί ισχύουσα, εφ’ όσον κατά το δίκαιον της προηγουμένης ιθαγενείας απεκτήθη δι’ εγγραφής εις δημόσιον βιβλίον, ενεγράφη δε εις το ελληνικόν βιβλίον υποθηκών εντός εξήκοντα ημερών από της νηολογήσεως του πλοίου ως ελληνικού. Άρθρ.204.-Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως αι σχετικαί περί υποθήκης διατάξεις του Αστικού Κώδικος. ΤΙΤΛΟΣ ΕΝΑΤΟΣ Περί ναυτικών προνομίων Άρθρ.205.-Είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξιν μόνον αι ακόλουθοι απαιτήσεις: α)τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινόν συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίον τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς την ναυσιπλοΐαν φόροι, ως και τα από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίον λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β)αι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσαι απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου, «και τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν ή επιβάλλονται από το Γραφείο Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας υπέρ του Κεφαλαίου Ανεργίας και Ασθενείας Ναυτικών (Κ.Α.Α.Ν.)». Η μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 15 άρθρ. 1 Νόμ. 1711/26-30 Ιουν. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 109), τόμ. 19Γ σελ. 714,699. Το δια της ανωτέρω παρ. β΄ καθιερούμενον προνόμιον περιλαμβάνει, κατά την αληθή αυτής έννοιαν, συμφώνως τω άρθρ. 38 Νόμ. 4502/1966 (τόμ. 19Β σελ. 714,07) και τα υπό της παρ. 5 άρθρ. 19 Νόμ. 3170/1955 (τόμ. 19Β σελ. 675) συνεισπραττόμενα υπέρ τωνΤαμείων Προνοίας Εμπορικού Ναυτικού δικαιώματα. Το προνόμιον τούτο κατισχύει παντός δι’ άλλης γενικής ή ειδικής διατάξεως τεθεσπισμένου τοιούτου ή και δικαιώματος πρωτοπραξίας,πλην του δικαιώματος πρωτοπραξίας και των προνομίων του Δημοσίου, άπερ διατηρούνται ως έχουσιν. γ)τα έξοδα και αι αμοιβαί λόγω επιθαλασσίου αρωγής, διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ)αι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμεναι αποζημιώσεις εις τα πλοία, τους επιβάτας και τα φορτία. Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης. Άρθρ.206.-Αι προνομιούχοι απαιτήσεις της αυτής τάξεως κατατάσσονται συμμέτρως. Επί απαιτήσεων εξ επιθαλασσίου αρωγής, διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, αι μεταγενέστεραι προηγούνται των προγενεστέρων. Άρθρ.207.-Όταν εκποιηθεί το πλοίο συμβατικά, το προνόμιο εξακολουθεί να υφίσταται, εφόσον με απόφαση δικαστηρίου αναγνωρισθεί έναντι αυτού που απόκτησε το πλοίο, κατόπιν σχετικής αγωγής η οποία εγείρεται μέσα σε αποσβεστική προθεσμία τριών μηνών από την εγγραφή της εκποιητικής σύμβασης στο νηολόγιο. Προκειμένου περί προνομιούχων απαιτήσεων από τη σύμβαση εργασίας του πλοιάρχου και του πληρώματος, καθώς και των από τη ναυτολόγηση αυτών δικαιωμάτων του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου, η ανωτέρω αποσβεστική προθεσμία ορίζεται σε ένα έτος». Το άρθρ. 207 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 8 Νόμ. 1711/26-30 Ιουν. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 109) Τόμ. 19Γ σελ. 714,699. Άρθρ.208.-Εκτός των γενικών λόγων αποσβέσεως, το προνόμιον αποσβέννυται και δια της εκποιήσεως του πλοίου εις δημόσιον πλειστηριασμόν. Άρθρ.209.-Το προνόμιον δεν ασκείται επί του ασφαλίσματος. ΤΙΤΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ Περί κατασχέσεως και αναγκαστικής εκτελέσεως επί πλοίων Άρθρ.21.-Συμπλοιοκτήτης, όστις είναι και μέλος του πληρώματος δικαιούται, εάν απολυθή, να ζητήση όπως οι λοιποί συμπλοιοκτήται εξαγοράσουν την μερίδα του. Το τίμημα καθορίζεται υπό του δικαστηρίου, μετά γνωμοδότησιν πραγματογνωμόνων. Η κυριότης δεν μεταβιβάζεται προ της καταβολής του τιμήματος. Άρθρ.210.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 58 Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. Α.Ν. 44/1967, τόμ. 10). Άρθρ.211.-Αναγκαστική κατάσχεσις πλοίου δεν επιβάλλεται προ της παρόδου είκοσι τεσσάρων ωρών από της επιδόσεως της επιταγής προς πληρωμήν. Εάν το πλοίον ευρίσκεται παρά τρίτω διακατόχω η εκτέλεσις ενεργείται κατά του οφειλέτου, αλλ’ η επιταγή προς πληρωμήν κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητος της εκτελέσεως και προς τον τρίτον διακάτοχον ή, αν ούτος είναι απών, προς τον πλοίαρχον. Η επιταγή δύναται να επιδοθή προς τον πλοίαρχον αν η απαίτησις είναι σχετική προς την εκμετάλλευσιν του πλοίου ή είναι προνομιούχος ή ενυπόθηκος. (Αντί για τη σελ. 23(γ) Σελ. 23(δ) Τεύχος Θ103-Σελ. 1 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 Άρθρ.212-213.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 58 του Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. Β.Δ. 657/1971, τόμ. 10 σελ. 151). Άρθρ.214.-Υφισταμένη κατάσχεσις επί πλοίου δεν εμποδίζει την επιβολήν άλλης κατασχέσεως. Επί πλειόνων αναγκαστικών κατασχέσεων έκαστος των κατασχόντων εξακολουθεί τας πράξεις της εκτελέσεως μέχρι πέρατος του πλειστηριασμού. Δια της κατακυρώσεως ακυρούνται αυτοδικαίως πάσαι αι λοιπαί κατασχέσεις, τα δε έξοδα αυτών βαρύνουν τους κατασχόντας. Εάν συμπέσουν πλείονες πλειστηριασμοί την αυτήν ημέραν, ενεργήται ο δυνάμει της παλαιοτέρας κατασχέσεως επισπευδόμενος. Εάν κατά την αυτήν ημέραν εγένετο εγγραφή κατασχέσεως και μεταβολής κυριότητος προτιμάται η κατάσχεσις. Άρθρ.215-218.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 58 του Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. Β.Δ. 657/1971, τόμ. 10 σελ. 151). ΤΊΤΛΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ Περί κοινών αβαριών και συνεισφοράς Άρθρ.219.-Αποτελούν κοινάς αβαρίας αι ζημίαι και αι έκτακτοι δαπάναι, αι γενόμεναι εκουσίως και κατ’ εύλογον κρίσιν προς την σωτηρίαν πλοίου και φορτίου από κοινού θαλασσίου κινδύνου, εφ’ όσον επήλθε το επιδιωχθέν ωφέλιμον αποτέλεσμα. Άρθρ.220.-Κοινή αβαρία υπάρχει και επί ολοσχερούς θυσίας του φορτίου χάριν του πλοίου ή του πλοίου χάριν του φορτίου. Άρθρ.221.-Κοινήν αβαρίαν αποτελεί και η δαπάνη η γενομένη προς αποφυγήν άλλης δαπάνης ήτις θα είχε τον χαρακτήρα κοινής αβαρίας, αλλά μόνον μέχρι του ποσού της αποφευχθείσης. Άρθρ.222.-Κοινή αβαρία υπάρχει και εις ην περίπτωσιν το γεγονός, όπερ εδημιούργησε τον κίνδυνον και την ανάγκην της θυσίας, αιτίαν έχει ελάττωμα του πλοίου ή του φορτίου, ή πταίσμα του πλοιάρχου ή του δικαιούχου επί του φορτίου, διατηρουμένου του δικαιώματος αναγωγής κατά του υπαιτίου. Άρθρ.223.-Κοινήν αβαρίαν αποτελούν ο μισθός και τα έξοδα τροφοδοσίας του πληρώματος, ως και αι λοιπαί δαπάναι, εκ του γεγονότος ότι το πλοίον ημποδίσθη κατά τον πλουν εκ διαταγής Πολιτείας τινός ή ηναγκάσθη να παραμείνη εις τινα λιμένα ένεκα πολέμου ή άλλης παρεμφερούς αιτίας. Κοινήν αβαρίαν αποτελούν επίσης ο μισθός και τα έξοδα τροφοδοσίας του πληρώματος εις λιμένα αναγκαστικής προσορμήσεως του πλοίου προς εκτέλεσιν απαραιτήτων επισκευών δια την συνέχισιν του πλου, και εφ’ όσον αι επισκευαί αύται συνιστούν κοινήν αβαρίαν. Σελ. 24(δ) Τεύχος Θ103-Σελ.2 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.22.-Ο διαχειριστής υποχρεούται να τηρή ίδια βιβλία περί της διαχειρίσεως της συμπλοιοκτησίας και να φυλάττη τα δικαιολογητικά της διαχειρίσεως έγγραφα. Πας συμπλοιοκτήτης δικαιούται να λαμβάνη γνώσιν της πορείας των υποθέσεων της συμπλοιοκτησίας, να εξετάζη τα βιβλία και τα έγγραφα, ως και να καταρτίζη περίληψιν της περιουσιακής καταστάσεως της συμπλοιοκτησίας. Αντίθετος συμφωνία είναι άκυρος. Άρθρ.224.-Επί εκβολής, αύτη αποφασίζεται και ενεργείται κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός, ιδία δε λαμβάνεται υπ’ όψει το βάρος, η αξία και η επί του πλοίου θέσις των εκβλητέων. Άρθρ.225.-Αι την κοινήν αβαρίαν συνιστώσαι θυσίαι κατανέμονται μεταξύ διασωθέντος και θυσιασθέντος φορτίου, αφ’ ενός, του πλοίου και του ναύλου, αφ’ ετέρου. Η κατανομή γίνεται δια συνεισφοράς και ρυθμίζεται (κανονισμός της αβαρίας) συμφώνως προς τας επομένας διατάξεις, εφ’ όσον δεν υπάρχει συμφωνία γενομένη ρητώς αποδεκτή υπό πάντων των ενδιαφερομένων. Άρθρ.226.-Η δαπάνη προς επισκευήν του πλοίου υπολογίζεται μειουμένη κατά λόγον της διαφοράς νέου προς παλαιόν, ουχί όμως πλέον του τρίτου αυτής. Η κατά την διάταξιν του προηγουμένου εδαφίου μείωσις δεν εφαρμόζεται επί των δαπανηθέντων δια προσωρινήν επισκευήν του πλοίου εις τον λιμένα φορτώσεως, προσεγγίσεως ή αναγκαστικής προσορμίσεως. Άρθρ.227.-Τα θυσιασθέντα ως και τα διασωθέντα πράγματα συνεισφέρουν κατ’ αναλογίαν της αξίας, ην έχουν εις τον λιμένα της εκφορτώσεως, αφαιρουμένων των εξόδων εκφορτώσεως, των τελωνειακών δασμών ή άλλων παρομοίων βαρών. Το πλοίον συνεισφέρει κατ’ αναλογίαν της αξίας ην έχει εις τον λιμένα της εκφορτώσεως. Ο ανεκκαθάριστος ναύλος πραγμάτων και επιβατών, περί του οποίου συνωμολογήθη ότι θα είναι οπωσδήποτε κεκτημένος ή οφειλόμενος, συνεισφέρει κατά τα δύο τρίτα. Άρθρ.228.-Τα δια το πλοίον προωρισμένα τρόφιμα ως και αι αποσκευαί του πληρώματος ή των επιβατών, δεν υπόκεινται εις συνεισφοράν, εάν διεσώθησαν, συμμετέχουν όμως εις αυτήν, εάν εθυσιάσθησαν ή εβλάβησαν. Άρθρ.229.-Τα επί του καταστρώματος φορτωθέντα συνεισφέρουν εφ’ όσον διεσώθησαν. Εάν δε εθυσιάσθησαν μετέχουν εις την συνεισφοράν, εφ’ όσον ο επ’ αυτών έχων δικαιώματα δεν συνήνεσεν εγγράφως εις την επί του καταστρώματος φόρτωσιν. Επί ακτοπλοΐας, τα επί του καταστρώματος φορτωθέντα πράγματα συνεισφέρουν είτε εθυσιάσθησαν είτε διεσώθησαν. Άρθρ.230.-Εάν μετά την διανομήν τα εκβληθέντα πράγματα ανεκτήθησαν υπό του δικαιούχου, υποχρεούται ούτος ν’ αποδώση ότι έλαβεν εκ της συνεισφοράς, μετ’ αφαίρεσιν της ζημίας, της προξενηθείσης εκ της εκβολής ως και των εξόδων ανακτήσεως. Άρθρ.231.-Το γένος, το είδος και η ποσότης των πραγμάτων, άτινα συνεισφέρουν, ως και των εκβληθέντων ή διασωθέντων, αποδεικνύονται δια της φορτωτικής και των τιμολογίων, τοιούτων δε μη εκδοθέντων, δια παντός αποδεικτικού μέσου. Τα πράγματα, άτινα εφορτώθησαν εν αγνοία του πλοιάρχου, δεν γίνονται δεκτά εις κοινήν αβαρίαν, εάν εθυσιάσθησαν ή εβλάβησαν, συνεισφέρουν όμως εάν διεσώθησαν. Άρθρ.232.-Ο Πλοίαρχος οφείλει, ευθύς ως τούτο καταστή δυνατόν, να συντάξη έγγραφον έκθεσιν περί των ληφθεισών αποφάσεων μετά της αιτιολογίας αυτών, περί των ενεργειών αυτού δια την κοινήν σωτηρίαν, ως και περί των θυσιασθέντων ή βλαβέντων πραγμάτων. Η έκθεσις υπογράφεται υπό των επισημοτέρων του πληρώματος, σημειουμένων των τυχόν διαφωνιών, αντιγράφεται δε εις το ημερολόγιον της γεφύρας. Αντίγραφον της εκθέσεως ταύτης, βεβαιούμενον υπό του πλοιάρχου, προσαρτάται εις την κατά το άρθρ. 50 έκθεσιν. Άρθρ.23.-Ο διαχειριστής υποχρεούται να λογοδοτή εν παντί χρόνω κατ’ απόφασιν της πλειοψηφίας, πάντως δι’ άπαξ του έτους. Ο διαχειριστής υποχρεούται να λογοδοτή και προς ένα έκαστον των συμπλοιοκτητών επί τη αιτήσει του. Το δικαίωμα προς αμφισβήτησιν της λογοδοσίας αποσβέννυται άμα τη συμπληρώσει έτους από της εγκρίσεώς της υπό της πλειοψηφίας. Άρθρ.233.-Ο κανονισμός της αβαρίας γίνεται εις τον τελικόν λιμένα εκφορτώσεως ή εις τον λιμένα, ένθα συνέβη η διακοπή του πλου, επιμελεία του πλοιάρχου, ή του επιμελεστέρου των ενδιαφερομένων, υπό πραγματογνωμόνων κανονιστών, οίτινες διορίζονται υπό του προέδρου των πρωτοδικών και εν ελλείψει υπό του ειρηνοδίκου, εν δε τη αλλοδαπή υπό της προξενικής αρχής και εν ελλείψει, υπό της επιτοπίου αρχής. Ο κανονισμός επικυρούται υπό του πρωτοδικείου, εις δε την αλλοδαπήν υπό της προξενικής αρχής ή εν ελλείψει υπό της επιτοπίου αρχής. Άρθρ.234.-Ο μεταφορεύς δύναται ν’ αρνηθή την παράδοσιν των εμπορευμάτων ή να ζητήση την μεσεγγύησιν αυτών μέχρι καταβολής της βαρυνούσης ταύτα συνεισφοράς, εκτός εάν ο έχων επ’ αυτών δικαιώματα παράσχη αρκούσαν εγγύησιν. ΤΙΤΛΟΣ ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ Περί συγκρούσεως πλοίων Άρθρ.235.-Επί συγκρούσεως πλοίων, εάν αύτη συνέβη εκ τυχαίου συμβεβηκότος ή ανωτέρας βίας ή εάν υφίσταται αμφιβολία περί των αιτίων της, αι ζημίαι βαρύνουν τους υποστάντας αυτάς. Σελ. 25 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου 19.Α.α.3 Άρθρ.236.-Εάν η σύγκρουσις συνέβη υπαιτιότητι του ενός των πλοίων αι εντεύθεν ζημίαι βαρύνουν το υπαίτιον πλοίον. Εν περιπτώσει κοινής υπαιτιότητος έκαστον πλοίον ευθύνεται αναλόγως του βαθμού της βαρυνούσης αυτό υπαιτιότητος. Εάν δεν δύναται να καθορισθή η αναλογία ή εν ισότητι υπαιτιότητος, η ευθύνη μερίζεται κατ’ ίσα μέρη. Αι ζημίαι αι γενόμεναι είτε εις τα πλοία είτε εις τα φορτία είτε εις τας αποσκευάς ή άλλα πράγματα των πληρωμάτων, επιβατών ή άλλων επιβαινόντων του πλοίου προσώπων, βαρύνουν τα υπαίτια πλοία κατά την ανωτέρω αναλογίαν. Άρθρ.237.-Τα υπαίτια πλοία ενέχονται εις ολόκληρον δια τας ζημίας τας προξενηθείσας ένεκα θανάτου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας. Ο καταβαλών ποσόν ανώτερον εκείνου, όπερ κατά το προηγούμενον άρθρον βαρύνει αυτόν, δικαιούται εις αναγωγήν. Το δικαίωμα αναγωγής παραγράφεται μετά εν έτος, αρχόμενον από της λήξεως του έτους καθ’ ο εγένετο η καταβολή. Άρθρ.238.-Η κατά τα προηγούμενα άρθρα ευθύνη υφίσταται και εις ην περίπτωσιν η σύγκρουσις επήλθεν εξ υπαιτιότητος πλοηγού και υποχρεωτικώς ακόμη προσληφθέντος. Άρθρ.239.-Η κατά τα προηγούμενα άρθρα ευθύνη των πλοίων είναι ανεξάρτητος της ευθύνης των υπαιτίων προσώπων προς τους ζημιωθέντας και τους πλοιοκτήτας. Άρθρ.240.-Μετά την σύγκρουσιν, ο πλοίαρχος εκάστου των συγκρουσθέντων πλοίων υποχρεούται να παράσχη αρωγήν προς το έτερον πλοίον, το πλήρωμα και τους επιβάτας αυτού, εφ’ όσον δύναται να πράξη τούτο άνευ σοβαρού κινδύνου του ιδίου αυτού πλοίου, του πληρώματος και των επιβατών. Ωσαύτως υποχρεούται ίνα, κατά το δυνατόν γνωρίση εις το άλλο πλοίον το όνομα και τον λιμένα της νηολογήσεως του πλοίου του, ως και τον τόπον του απόπλου και του κατάπλου. Μόνη η παράβασις των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν γεννά ευθύνην του πλοιοκτήτου. Άρθρ.241.-Αι κατά τα προηγούμενα άρθρα διατάξεις εφαρμόζονται και ως προς την ανόρθωσιν των ζημιών τας οποίας, είτε δια της εκτελέσεως ή παραλείψεως χειρισμού είτε δια της μη τηρήσεως των κανονισμών, πλοίον επροξένησεν εις έτερον πλοίον ή εις τα επ’ αυτού πρόσωπα ή πράγματα, καίτοι δεν επήλθε πρόσκρουσις. Άρθρ.24.-Οι συμπλοιοκτήται μετέχουν εις τα κέρδη και τας ζημίας κατ’ αναλογίαν της μερίδος εκάστου. Οι λογαριασμοί κλείονται και τα κέρδη διανέμονται εις το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους. Απαγορεύεται κατά πάσαν διαμονήν κερδών η κράτησις οιουδήποτε ποσού πλην των απαραιτήτων προς κάλυψιν των τρεχουσών αναγκών της συμπλοιοκτησίας, ως και της ετησίας αναλογίας επί των περιοδικών δαπανών διατηρήσεως της κλάσεως του πλοίου. Άρθρ.242.-Τα ελληνικά δικαστήρια εν περιπτώσει συγκρούσεως, έχουν δικαιοδοσίαν α)εάν ο εναγόμενος κατοική ή διαμένη εις την Ελλάδα, β)εάν το πλοίον έχη ελληνικήν ιθαγένειαν, γ)εάν η σύγκρουσις έλαβε χώραν εις τα ελληνικά ύδατα, δ)εάν η Ελλάς είναι τόπος κατασχέσεως του πλοίου, έστω και αν προ της εγέρσεως της αγωγής ήρθη η κατάσχεσις. Σελ. 26 Άρθρ.243.-Αι αποφάσεις διοικητικών επιτροπών ή συμβουλίων ερεύνης επί των αιτίων και της υπαιτιότητος, εν περιπτώσει συγκρούσεως, ως και επί της εκτάσεως της ζημίας έχουν την ισχύν τεκμηρίου, του δικαστού δυναμένου να μορφώση κρίσιν και εξ οιωνδήποτε άλλων στοιχείων. Άρθρ.244.-Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης του συγκρουσθέντος πλοίου δύναται να ενεργήση και δια λογαριασμόν του πληρώματος, των δικαιούχων επί του φορτίου, των επιβατών και λοιπών επιβαινόντων του πλοίου προσώπων δια τας προσγενομένας εις αυτόν ζημίας εκ της συγκρούσεως. Ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης υποχρεούται να προσεπικαλέση τον δια λογαριασμόν ούτινος ενήργησεν, εντός προθεσμίας δύο μηνών, πάντως δε μέχρι της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Άρθρ.245.-Αι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται και επί συγκρούσεως πλοίων καίτοι ηγκυροβολημένων. ΤΙΤΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΤΡΙΤΟΣ Περί των εκ της επιθαλασσίου αρωγής απαιτήσεων Άρθρ.246.-Η επιθαλάσσιος αρωγή και η διάσωσις των εν κινδύνων πλοίων, των επ’ αυτών πραγμάτων, του ναύλου, φορτίου και επιβατών, ως και αι ομοίως φύσεως υπηρεσίαι, αι παρασχεθείσαι μεταξύ πλοίων, διέπονται υπό των επομένων διατάξεων. Άρθρ.247.-Πάσα πράξις αρωγής ή διασώσεως πλοίου, εφ’ όσον έσχεν ωφέλιμον αποτέλεσμα, παρέχει δικαίωμα ευλόγου αμοιβής. Αμοιβή οφείλεται και όταν η αρωγή ή η διάσωσις έλαβον χώραν μεταξύ πλοίων ανηκόντων εις τον αυτόν πλοιοκτήτην. 19.Α.α.3 Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Άρθρ.248.-Εν ουδεμία περιπτώσει το ποσόν της αμοιβής δύναται να υπερβή την αξίαν των διασωθέντων πραγμάτων. Άρθρ.249.-Ο πλοίαρχος και το πλήρωμα του κινδυνεύοντος πλοίου δεν δικαιούται εις αμοιβήν. Δεν δικαιούνται εις αμοιβήν ούτε εις απόδοσιν των δαπανών τα πρόσωπα άτινα, παρά την ρητήν και εύλογον απαγόρευσιν του πλοιάρχου του κινδυνεύσαντος πλοίου συμμετέσχον εις την αρωγήν. Άρθρ.250.-Ο ρυμουλκών δικαιούται αμοιβής δια την αρωγήν ή την διάσωσιν του παρ’ αυτού ρυμουλκουμένου πλοίου ή του φορτίου, μόνον εφ’ όσον παρέσχεν εξαιρετικάς υπηρεσίας, εις τας οποίας δεν υπεχρεούτο εκ της συμβάσεως ρυμουλκήσεως. Άρθρ.251.-Εάν η αρωγή παρεσχέθη υπό του πλοίου, το ήμισυ της αμοιβής ανήκει εις τον πλοιοκτήτην, το τέταρτον εις τον πλοίαρχον και το υπόλοιπον τέταρτον εις το πλήρωμα, πάσα δι’ εναντία συμφωνία είναι άκυρος. Το εις το πλήρωμα αναλογούν κατανέμεται επί τη βάσει πίνακος, συντασσομένου υπό του πλοιάρχου, κατά λόγον της προσωπικής εκάστου συμβολής, Εγειρομένης αμφισβητήσεως λύεται αύτη υπό της λιμενικής ή προξενικής αρχής, κατά της αποφάσεως των οποίων επιτρέπονται αντιρρήσεις ενώπιον του προέδρου των πρωτοδικών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται, κατ’ αναλογίαν, αι διατάξεις του άρθρ. 947 Πολ. Δικονομίας. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται επί των εξ επαγγέλματος ναυαγοσωστικών πλοίων. Άρθρ.25.-Οι συμπλοιοκτήται έναντι των τρίτων ευθύνονται κατά λόγον της μερίδος των. Άρθρ.252.-Η διανομή της αμοιβής ρυθμίζεται συμφώνως προς το δίκαιον της σημαίας του παρασχόντος την αρωγήν ή του διασώσαντος πλοίου. Άρθρ.253.-Η σύμβασις περί αρωγής ή διασώσεως, η συναφθείσα εν καιρώ κινδύνου και υπό την επίδρασιν αυτού, δύναται, τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον, ν’ ακυρωθή ή τροποποιηθή υπό του δικαστηρίου εάν το περιεχόμενον της συμβάσεως αντίκειται εις την επιείκειαν, ιδία εάν η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι προδήλως υπερβολική ή δυσανάλογος προς την παρασχεθείσαν υπηρεσίαν. Άρθρ.254.-Το ποσόν της αμοιβής, εάν δεν επιτευχθή συμφωνία ορίζεται υπό του δικαστηρίου. Η αμοιβή ορίζεται υπό του δικαστηρίου, κατά τας περιστάσεις, λαμβάνοντος ως βάσιν α)κατά πρώτον λόγον, το επιτευχθέν αποτέλεσμα, τας προσπαθείας και τον ζήλον των βοηθησάντων, τον κίνδυνον ον διέτρεξαν το βοηθηθέν πλοίον, οι επιβάται, το πλήρωμα και το φ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.