← Ελλάδα

8. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3562 της 27 Σεπτ./8 Οκτ. 1956 Περί υπαγωγής Ανωνύμων Εταιρειών υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών και θέσεω

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά τη διαχείριση Ανωνύμων Εταιρειών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, επιτρέποντας στους πιστωτές να αναλάβουν τη διοίκηση ή να οδηγήσουν την εταιρεία σε ειδική εκκαθάριση. Στόχος του είναι η ικανοποίηση των πιστωτών με την ελάχιστη δυνατή κοινωνική και οικονομική αναταραχή, διατηρώντας παράλληλα την επιχείρηση ως οικονομική και κοινωνική οντότητα.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
8. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3562 της 27 Σεπτ./8 Οκτ. 1956 Περί υπαγωγής Ανωνύμων Εταιρειών υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών και θέσεων αυτών υπό ειδικήν εκκαθάρισιν ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ Προς την Βουλήν των Ελλήνων 1.Επί της αρχής του σχεδίου. Η ομαλή λειτουργία της φιλελευθέρας οικονομίας έχει ως προϋπόθεσιν την συναίσθησιν της εκ της ανειλημμένης υποχρεώσεως ευθύνης του οφειλέτου. Η συναίσθησις της ευθύνης ταύτης υφίσταται, εις ανωμάλους εποχάς, άμβλυνσιν εξαρθρούσαν τα οικονομικά, αλλά και τα ηθικά θεμέλια του καθεστώτος. Από της κατοχής ο κατά παράδοσιν σεβασμός του Έλληνος συναλλασομένου προς την δοθείσαν υπογραφήν εμειώθη. Η δε εκδοχή κατά την οποίαν ο πιστωτής, ως κατά τεκμήριον πλουσιώτερος, οφείλει ν’ αναμένη επ’ αόριστον την πληρωμήν του προς αυτόν χρέους εκ μέρους του, κατά τεκμήριον, πτωχοτέρου οφειλέτου, εστερεώθη εις την κοινήν συνείδησιν. Δεν άφησε δε ούτε τον μεταπελευθερωτικόν νομοθέτην ούτε τον μεταπελευθερωτικόν δικαστήν ανεπηρεάστους. Άνεμος επιεικείας έπνεε από της αιθούσης της Βουλής προς τας αιθούσας των δικαστηρίων, χαρακτηριστικός του μεταπολεμικού κλίματος και της παρακμής του δικαίου των συναλλαγών. –Δεν αρνούμεθα ότι εξαιρετικαί περιστάσεις, επιβάλλουσαι εν τη ουσία αναστολήν της λειτουργίας του φιλελευθέρου καθεστώτος ως συνόλου, δικαιολογούν και την θέσπισιν δικαιοστασίου. Αλλ’ εις τας περιστάσεις ταύτας επιβάλλονται παραλλήλως μέτρα ρυθμιστικά της παραγωγής, της διανομής και της καταναλώσεως των αγαθών, εν τω πλαισίω των οποίων εντάσσεται οργανικώς και δικαιολογείται ηθικώς και το δικαιοστάσιον. –Ένδειξις παρακμής είναι η, ισχυόντων των ευνοϊκών υπέρ του ιδιώτου επιχειρηματίου θεσμών του φιλελευθέρου καθεστώτος, μονομερής και άνευ αντισταθμίσματος αναστολή της προσωπικής αυτού ευθύνης ως οφειλέτου Διότι μόνη ή προσωπική αύτη ευθύνη δικαιώνει ηθικώς τα προνόμια και εκλογικεύει, δηλαδή υποτάσσει εις γενικωτέρους κοινωνικούς σκοπούς, την ατομικήν πρωτοβουλίαν του επιχειρηματίου. –Συνέβη, εν Ελλάδι και τούτο παράδοξον: Εξ αιτίας των δημιουργηθεισών κατά την διάρκειαν του πολέμου συνθηκών, έμεινε και μεταπολεμικώς, ως οιονεί συναισθηματικόν κατάλοιπον, η δικαιολογημένη τότε, αλλ’ αδικαιολόγητος πλέον τώρα, απέναντι του οφειλέτου επιείκια. Και ενώ κατά την διάρκειαν του πολέμου, κατέστημεν επιεικείς χάριν των αδυνάτων και των πολλών, ηνέχθημεν μεταπολεμικώς –εκ συνηθείας- την άμετρον επέκτασιν της ιδίας επιεικίας επί των ισχυρών και τον ολίγων. –Η χαλάρωσις της αναγκαίας περί το δίκαιον των συναλλαγών τυπικότητος και αυστηρότητος, δια της οποίας ενομίσθη –άλλοτε υπό του νομοθέτου και άλλοτε υπό του δικαστού- ότι ασκείται κοινωνική πολιτική, κατέληξεν αφ’ ενός μεν Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.8 εις συστηματικήν εις βάρος των ορθοδόξως συναλλασσομένων αδικίαν, αφ’ ετέρου δε εις την εν τη πράξει έμμεσον παραδοχήν της ασυμβιβάστου προς το κρατούν οικονομικόν καθεστώς αρχής, καθ’ ην τα μεν ενδεχόμενα εκ της ιδιωτικής επιχειρήσεως κέρδη ανήκουν εις τον ιδιώτην, αι δε εξ αυτής ενδεχόμεναι ζημίαι βαρύνουν το κοινωνικόν σύνολον. –Την ανωμαλίαν ενέτειναν, εν τω μεταξύ, αι αλλεπάλληλοι εκ του πληθωρισμού υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος. Πράγματι, πλείσται ιδιωτικαί, ιδία δε βιομηχανικαί επιχειρήσεις ανελάμβανον αδιστάκτως βραχυπροθέσμους έναντι των τραπεζικών ιδρυμάτων υποχρεώσεις, εν τη πεποιθήσει ότι αφ’ ενός μεν, δια των συνεχών αναβολών εξοφλήσεως, θα επιτύχουν την μεταβολήν αυτών εις μακροπροθέσμους, αφ’ ετέρου δε, δια των εν τω μεταξύ προσδοκωμένων υποτιμήσεων, θα κατορθώσουν ν’ αναθέσουν την τελικήν εξόφλησιν εις τον πληθωρισμόν, δηλαδή εις το εμμέσως δια της υποτιμήσεως, φορολογηθησόμενον κοινωνικόν σύνολον. Ούτω, οι μεγάλοι οφειλέται ήσκησαν –και αντικειμενικώς, δια της μετατροπής των βραχυπροθέσμων αυτών πιστώσεων εις μακροπρόθεσμους και ψυχολογικώς, δια της ενσυνειδήτου εν τη αγορά δημιουργίας περί την σταθερότητα του νομίσματος δυσπιστίας- πληθωρικήν επί της οικονομίας πίεσιν ήτις, προστιθεμένη εις τας εξ άλλων αιτίων παραλλήλους πιέσεις, ενέπλεξε κατά τα πρώτα ιδία μεταπελευθερωτικά έτη, το οικονομικόν μας σύστημα εις την πληθωρικήν δίνην. Αλλά και η έναντι των μικρών οφειλετών ανεκτικότης της νομοθετικής και κατά συνέπειαν της δικαστικής εξουσίας, εδημιούργησε, λόγω του μεγάλου αριθμού των περιπτώσεων, ισοδύναμον, από απόψεως πραγματικής, μολονότι συμπαθεστέραν εκ πρώτης όψεως, από απόψεως ηθικής, ανωμαλίαν περί την λειτουργίαν της φιλελευθέρας οικονομίας. Ούτω, ενώ η συγκεκριμένη του μικρού οφειλέτου περίπτωσις, απομονουμένη και κρινομένη καθ’ εαυτήν, δημιουργεί ευκόλως, εις τον χορηγούντα την αναστολήν εκτελέσεως, την εντύπωσιν ότι επιτελεί έργον φιλανθρωπίας ή ότι ασκεί κοινωνικήν πολιτικήν, οδηγεί, δια της συχνής επαναλήψεως, εις το αντίθετον κοινωνικόν, άρα και το ηθικόν, αποτέλεσμα: αποστερεί άλλους μικρούς επιχειρηματίας της ευκαιρίας δανεισμού, συντελεί εις την ύψωσιν του επιτοκίου . και εν γένει εις την χειροτέρευσιν των όρων υφ’ ους προσφέρεται το χρήμα εξωτραπεζικώς και δημιουργεί την προς τας συναλλαγάς, τελικώς δε την προς το εθνικόν νόμισμα δυσπιστίαν. Η συγκεκριμένη δηλαδή υπέρ του μικρού έστω οφειλέτου φιλανθρωπία μετουσιούται, εν τη πράξει, εις κοινωνικόν σκάνδαλον, υπό την ευαγγελικήν σημασίαν της λέξεως. Δια τούτο καλόν είναι η μεν φιλανθρωπία ν’ ασκήται ιδία εκάστου δαπάνη, η κοινωνική πολιτική να χαράσσεται, υπό των αρμοδίων της Πολιτείας οργάνων, μετά στάθμισιν των ενδεχομένων εκ της εφαρμογής της συνεπειών επί της οικονομίας και της κοινωνίας ως συνόλων. (Μετά τη σελ. 82) Σελ. 82,01 Τεύχος ΞΕ-3 Πρέπει εξ άλλου, να ομολογηθή ότι αι μεταπολεμικαί «παγωμέναι» πιστώσεις δεν προέκυψαν εκ μόνης της χαλαρώσεως της περί τας συναλλαγάς αυστηρότητος. Προέκυψαν –κατά ποσοστόν ουσιώδεςκαι εκ της συνοδευσάσης τον μεταπολεμικόν ανασχηματισμόν της οικονομίας μας ιδιοτύπου κρίσεως, εις τον τομέα της βιομηχανίας. –Η ιδιοτυπία της κρίσεως ταύτης αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι δεν εξεδηλώθη, καθ’ όλην την μεταπολεμικήν περίοδον, κάμψις της βιομηχανικής παραγωγής. Αντιθέτως, ήδη από του 1950, η καθαρά βιομηχανική παραγωγή έφθασε το προπολεμικόν ύψος, έκτοτε δε ανειλίχθη βραδέως μέχρι και του 1952. Από του 1953, επιταχύνεται η ανέλιξις. Το δε 1955 η βιομηχανική μας παραγωγή ήτο κατά 60% περίπου ηυξημένη έναντι της προπολεμικής. Η μέχρι τούδε πορεία των δεικτών, κατά το τρέχον έτος, αποδεικνύει, ότι η ιδία τάσις συνεχίζεται. –Η από των μέσων του 1953 καθιερωθείσα ελευθερία των εισαγωγών δεν ανέκοψεν εν τω συνόλω ουδέ της κλωστοϋφαντουργίας την εξέλιξιν. Και είναι μεν αληθές ότι η δραστηριότης του 1954 εις τον κλάδον τούτον υπήρξε μεγαλυτέρα της του 1955, πλην και κατά το 1955 η παραγωγή της κλωστοϋφαντουργίας υπήρξεν υψηλοτέρα παντός προηγουμένου της απελευθερώσεως των εισαγωγών έτους.Η υπερπαραγωγή του 1954, εις τον τομέα ειδικώς της κλωστοϋφαντουργίας, οφείλεται, νομίζομεν, εις την σημειωθείσαν, λόγω της μεγάλης γεωργικής παραγωγής του 1953 αύξησιν της καταναλώσεως ήτις, φυσικόν ήτο, κατά το 1954 να καλύψη και μη ικανοποιηθείσας τα προηγούμενα έτη ανάγκας. –Η ιδιοτυπία άρα, της μεταπολεμικής βιομηχανικής κρίσεως συνίσταται εις το ότι –παρά την συνεχή αύξησιν της βιομηχανικής παραγωγής εν τω συνόλω- πολλαί οριακαί επιχειρήσεις, ιδία κλωστοϋφαντουργικαί, εκάμφθησαν υποκύψασαι κυρίως μεν εις το συναγωνισμόν των εν τω μεταξύ εκσυγχρονισθεισών ομοειδών ελληνικών βιομηχανιών, δευτερευόντως δε και εις τον έξωθεν συναγωνισμόν. –Η ορθολογική αντιμετώπισις του προβλήματος απαιτεί την παροχήν διευκολύνσεων προς τας οριακάς βιομηχανίας ώστε να καταστούν, εξοπλιζόμεναι τεχνικώς, διεθνώς συναγωνιστικαί. Και, υπό την έννοιαν ταύτην, η οιαδήποτε δασμολογική ή άλλη προστασία πρέπει ν’ αποβλέπη αποκλειστικώς και μόνον εις την παροχήν της απαιτουμένης προς εκσυγχρονισμόν προθεσμίας και όχι εις την παράτασιν του βίου των αντιοικονομικώς λειτουργουσών επιχειρήσεων εις το διηνεκές. –Η ελληνική οικονομία διέρχεται –και θα διέλθη επί τινα έτη- κρίσιν εξυγιάνσεως. Αρκεί να έχωμεν το πολιτικόν θάρρος ν’ αντιμετωπίσωμεν δι’ ορθοδόξων μεθόδων το φαινόμενον και την απαιτουμένην σκληρότητα ώστε να μη συγχέωμεν τα τυχόν προσωπικά προβλήματα των βιομηχάνων –άτινα πρέπει ν’ αφήσουν το Κράτος παγερώς αδιάφορον- προς τα οργανικά προβλήματα της βιομηχανίας, τα οποία, βεβαιότατα, πρέπει, προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, ν’ αντιμετωπισθούν με ιδιάζουσαν προσοχήν. –Πάντως, σειρά παγωμένων βιομηχανικών πιστώσεων Σελ. 82,02 ΕΞ-4 προέκυψεν εκ των κάτωθι τριών ειδκωτέρων λόγων: α)Εχορηγήθησαν επιπολαίως βραχυπρόθεσμοι πιστώσεις προς οριακάς επιχειρήσεις αίτινες δεν είχαν τα μέσα ή την διάθεσιν ή την ικανότητα να προβούν εις ταχύν εκσυγχρονισμόν. β)Εχορηγήθησαν αλογίστως μακροπρόθεσμοι πιστώσεις, μόλις εξαρκέσασαι εις την δημιουργίαν παγίων εγκαταστάσεων, χωρίς να προβλεφθούν τ’ απαιτούμενα προς εύρυθμον λειτουργίαν κεφάλαια κινήσεως. γ)Εχορηγήθησαν προς επένδυσιν εις παγίας εγκαταστάσεις βραχυπρόθεσμοι πιστώσεις, αίτινες και εις την συνείδησιν αυτών τούτων των χορηγησάντων δεν ήτο δυνατόν παρά να μετατραπούν εις μακροπροθέσμους. –Η χορήγησις πιστώσεων και εις τας τρεις ταύτας περιπτώσεις μαρτυρεί την έλλειψιν καταλλήλων προς άσκησιν της βιομηχανικής πίστεως οργάνων. Ουδέ θα καταστή δυνατή η ορθολογική αναδιάρθρωσις της ελληνικής οικονομίας και η εξυγίανσις των αντιοικονομικώς λειτουργουσών επιχειρήσεων, χωρίς την συγκρότησιν, εξειδικευμένων πιστοδοτικών οργανισμών. Είναι, βεβαίως, άλλο θέμα αν οι οργανισμοί ούτοι πρέπει να ενταχθούν ες τας υφισταμένας Τραπέζας ή αν αντιθέτως ενδείκνυται η ίδρυσις βιομηχανικής Τραπέζης. *** Πρέπει ακόμη να τονισθή ότι η υφισταμένη μέχρι σήμερον νομοθεσία προς εξαναγκασμόν του οφειλέτου εις την εκπλήρωσιν των υποχρεώσεών του είναι, ίσως, επαρκής προκειμένου περί μικρών επιχειρήσεων, είναι, όμως, πλήρως ανεπαρκής εφαρμοζομένη επί μεγάλων, απασχολουσών σημαντικόν προσωπικόν και γενικώτερα ασκουσών σημαντικήν κοινωνικήν ή οικονομικήν λειτουργίαν επιχειρηματικών μονάδων. –Και τούτο διότι οι μεγάλοι πιστωταί –αι Τράπεζαι και ο Ο.Χ.Ο.Α.- και γενικώτερα οι μεγάλοι οργανισμοί –το Ι.Κ.Α., τα άλλα Ασφαλιστικά Ταμεία ή και αυτό τούτο το Δημόσιον, προς τους οποίου, εξ οιασδήποτε αιτίας συμπίπτει να οφείλουν εκάστοτε αι μεγάλαι επιχειρήσεις- δεν δύνανται εν τη πράξει να αγνοήσουν το γεγονός ότι η λήψις προστατευτικών μέτρων ή και η εκτέλεσις επί περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως συνεπάγονται συνήθως, βαρείας κοινωνικάς ή οικονομικάς συνεπείας. Συνεπάγονται π.χ. συχνά την απόλυσιν προσωπικού, ανερχομένου ενίοτε εις χιλιάδας, ή την δημιουργίαν ανωμαλίας εν τη αγορά ή την ανάσχεσιν της οικονομικής δραστηριότητος εις ολόκληρον περιοχήν. –Απόδειξις της ανεπαρκείας της υφισταμένης νομοθεσίας είναι και το σημερινόν ύψος «παγωμένων» πιστώσεων. Ούτω: α)Αι παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος και Αθηνών τοιαύται πιστώσεις, χορηγηθείσαι προς μεγάλας σχετικώς επιχειρήσεις, ανέρχονται εις 464 εκατομμύρια δραχμών περίπου, εξ ων 367 εκατομμύρια είναι ήδη ληξιπρόθεσμα. β)Αι υπό του Ο.Χ.Ο.Α. χορηγηθείσαι ανάλογοι πιστώσεις ανέρχονται εις 22 εκατομμύρια δολλάρια, ήτοι 660 εκατομμύρια δραχμών, εξ ων 8 εκατομμύρια ή 240 εκατομμύρια δραχμών είναι ήδη ληξιπρόθεσμα. γ)Αι παγωμέναι πιστώσεις της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης ενέρχονται εις 87 εκατομμύρια δραχ., εξ ων 33 περίπου ληξιπρόθεσμα. δ)Αι παγωμέναι οφειλαί προς το Ι.Κ.Α. των μεγάλων μεν επιχειρήσεων ανέρχονται εις 100, των δε μικρών εις 250 εκατομμύρια δρχ. περίπου. ε)Της Τραπέζης της Ελλάδος αι παγωμέναι πιστώσεις προσεγγίζουν τα 30 εκατομμύρια δραχμών. Αι άλλαι Τράπεζαι δεν έχουν σημαντικάς παγωμένας πιστώσεις. – Ώστε αι «παγωμέναι» 12.Β.γ.8 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές πιστώσεις υπερβαίνουν, πάντως, τα 1500 εκατομμύρια δραχμών. Εις τον αριθμόν τούτον περιλαμβάνονται μεν και αι μικραί προς το Ι.Κ.Α. οφειλαί, δεν περιλαμβάνονται, όμως, ούτε αι προς άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς ούτε αι προς το Δημόσιον. Περιλαμβάνονται, βεβαίως, εις τας οφειλάς και οι εν τω μεταξύ τόκοι και οι τόκοι υπερημερίας. Εξ άλλου, εις τας παγωμένας οφειλάς του Ο.Χ.Ο.Α. περιλαμβάνονται και χορηγήσεις προς οργανισμούς μη καθαρώς βιομηχανικούς ή εμπορικούς, π.χ. γεωργικούς συνεταιρισμούς, αλιευτικάς επιχειρήσεις κλπ. Δια του νομοσχεδίου προτείνεται η θέσπισις εξαιρετικών διαδικασιών προσιδιαζουσών εις την μεγάλην επιχείρησιν. Αποβλέπομεν, δηλαδή, εις την δια της μειώσεως ή και της εξαφανίσεως της προσωπικής συμμετοχής του μετόχου εις την εταιρίαν, ικανοποίησιν του πιστωτού, αλλά και εις την παράλληλον, κατά το δυνατόν, συντήρησιν της επιχειρήσεως ως οικονομικής και κοινωνικής ενότητος. Ο σκοπός ούτος επιδιώκεται και εις την περίπτωσιν της προβλεπομένης εν τω σχεδίω ειδικής εκκαθαρίσεως. Κατά ταύτην, εκποιούνται αι διάφοροι συνιστώσαι την επιχείρησιν οικονομικαί μονάδες ως σύνολα, ώστε να καταστή ευχερεστέρα ή υπό υγιείς όρους επαναλειτουργία εκάστου των συνόλων τούτων υπό του υπερθεματιστού. Εξ άλλου ευθύς από της υπαγωγής της οφειλέτιδος εταιρείας υπό την προβλεπομένην προσωρινήν διαχείρησιν, την οδηγούσαν εις εκατέραν των δύο βασικών διαδικασιών του Νόμου –την διοίκησιν υπό τους πιστωτάς και την ειδικήν εκκαθάρισιν- παρέχεται η ευχέρεια της συνεχίσεως της επιχειρήσεως. Δια των διαδικασιών του σχεδίου –εκ των οποίων, βεβαίως η ειδική εκκαθάρισις θα καταστή η συνηθεστέρα εν τη πράξει- επιτυγχάνεται, η δια της ελαχίστης δυνατής κοινωνικής και οικονομικής αναταραχής, ταχεία ικανοποίησις του πιστωτού. Η ικανοποίησις αύτη παραμένει ο κύριος σκοπός του προτεινομένου νομοθετικού μέτρου. Το νομοσχέδιον επεξειργάσθησαν λεπτομερώς οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.κ.Τσιριντάνης και Ράμμος και ο διευθυντής του δικαστικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και Αθηνών κ. Γαζής, εις τους οποίους οφείλεται και η σύνταξις των πλείστων άρθρων. Ουσιώδης, επίσης, υπήρξεν η συμβολή των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.κ.Λιτζεροπούλου και Πετροπούλου, των οποίων εζητήσαμεν επί των βασικών αρχών του σχεδίου την γνώμην, ως και του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου κ. Καλέργη. Η Κυβέρνησις επιθυμεί –και ενώπιον της Βουλής- να εκφράση τας προς τούτους θερμοτάτας αυτής ευχαριστίας. ΙΙ.Επί των άρθρων του σχεδίου. Το άρθρ. 1 ορίζει ότι ανώνυμοι εταιρείαι, παύουσαι τας πληρωμάς αυτών, δύνανται να υπαχθούν εις μίαν εκ των υπό του σχεδίου προβλεπομένων καταστάσεων, είτε, δηλαδή υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών είτε υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Και ναι μεν, δια του άρθρ. 27, παρέχεται η δυνατότης της δια Β.Δ/των επεκτάσεως της ισχύος του Νόμου και επί εταιρειών μη ανωνύμων, δεν προβλέπεται όμως η ισχύς αυτού επί ατομικών καθαρών επιχειρήσεων. Και τούτο αφ’ ενός μεν διότι, συνήθως αι μεγάλαι επιχειρήσεις δεν λειτουργούν ως ατομικαί, αφ’ ετέρου δε διότι η ατομική επιχείρησις, ως εκ της φύσεως υτής, δεν προσφέρεται εις την δια του σχεδίου προτεινομένην ρύθμισιν, ιδία δε εις την υπό την διοίκησιν των πιστωτών αυτής υπαγωγήν. Βεβαίως, βασικαί τινες αρχαί του σχεδίου ενδείκνυται, κατ’ ιδιαζούσας διαδικασίας εφαρμοζόμεναι, να ισχύσουν και επί των εξαιρετικών περιπτώσεων των μεγάλων ατομικών επιχειρήσεων. Περί τούτων όμως θέλει προβλέψει ιδιαίτερον νομοσχέδιον. Μολονότι η έννοια της παύσεως των πληρωμών είναι καθιερωμένη εν τε τη νομοθεσία και τη νομολογία, η παρ. 2 του άρθρ. 1 περιέχει σαφή αυτής ορισμόν. Παρατηρείται, πράγματι, τάσις ελαστικής και επιεικούς υπέρ του οφειλέτου ερμηνείας της εννοίας ταύτης εν τη πράξει, κατά της οποίας εισηγούμεθα ν’ αντιδράση ο νομοθέτης. Κατά τον προτεινόμενον νομοθετικόν ορισμόν, παύσις πληρωμών υφίσταται υπό μόνην την προϋπόθεσιν ότι η περί την πληρωμήν χρέους υπερημερία επήλθε συνεπεία οικονομικών δυσχερειών της οφειλέτιδος επιχειρήσεως και ουχί εξ άλλης οιασδήποτε τυχαίας και μη ενδεικτικής της οικονομικής αυτής καταστάσεως αιτίας, π.χ. αμελείας οργάνου τινος της εταιρείας. Πράγματι, υπό μόνην την προϋπόθεσιν ταύτην, η υπερημερία –και περί την πληρωμήν του παραμικρού χρέους- μαρτυρεί έλλειψιν ρευστότητος, συνιστώσης το κύριον σύμπτωμα της νοσηράς καταστάσεως εις ην περιήλθεν η επιχείρησις. Συμφέρει δε από της γενικωτέρας κοινωνικής και οικονομικής απόψεως ή άμεσος, άμα τη εμφανίσει του πρώτου συμπτώματος, αντιμετώπισις κατά τα εν τω σχεδίω προτεινόμενα, αντί της παρατάσεως και της παρελκύσεως, αι οποίαι μοιραίον είναι να οδηγήσουν εις ουσιαστικόν –δηλαδή πέραν του ταμειακού και εις οικονομικόν- αδιέξοδον. Το κεφάλ. Α΄ (άρθρ. 2-10)ορίζει περί της προσωρινής διαχειρίσεως, υφ’ ην τίθεται πάντως η εταιρεία επί τω τέλει της υπαγωγής αυτής εις μίαν εκ των καταστάσεων του Νόμου. Και τα μεν άρθρ. 2-8 περιέχουν κοινάς επί πάσης προσωρινής διαχειρίσεως εφαρμοζομένας διατάξεις, τα δε άρθρ. 9 και 10 τας ειδικώς, επί προσωρινής διαχειρίσεως απαγγελλομένης επί τω τέλει της υπαγωγής της εταιρείας εις εκατέραν των καταστάσεων του Νόμου, εφαρμοστέας. Ούτω το άρθρ. 9 περί της προσωρινής διαχειρίσεως της αποβλεπούσης εις την υπαγωγήν της εταιρείας υπό την διοίκησιν των πιστωτών αυτής, ενώ το άρθρ. 10 περί της προσωρινής διαχειρίσεως της αποβλεπούσης εις την ειδικήν εκκαθάρισιν. Το άρθρ. 2 ορίζει, ότι η εταιρεία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν δι’ αποφάσεως του αρμοδίου δια την κήρυξιν της πτωχεύσεως δικαστηρίου. Το δικαστήριον ερευνά μονον εάν συντρέχουν τρεις εν τη παρ. 2 τιθέμεναι προϋποθέσεις, ήτοι: α)Εάν διεπιστώθη παύσις πληρωμών. β)Εάν η προς το δικαστήριον αίτησις υποβάλλεται υπό πιστωτών εκπροσωπούντων τα 3/5 τουλάχιστον του συνόλου των κατά της εταιρείας απαιτήσεων και γ)Εάν παρεσχέθη η προς υποβολήν της αιτήσεως συγκατάθεσις της ειδικής παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος Επιτροπής των άρθρ. 3 και 4. Κατά την παρ. 3, προς υποβολήν της προς το δικαστήριον αιτήσεως, νομιμοποιούνται μόνον πιστωταί εμφανιζόμενοι εν τοις βιβλίοις της εταιρείας ένα τουλάχιστον μήνα προ της υποβολής της προς την Ειδικήν Επιτροπήν των άρθρ. 3 και 4 αιτήσεως. Η διάταξις ετέθη, προδήλως προς αποφυγήν καταστρατηγήσεως του Νόμου, εκ μέρους της εταιρείας, δι’ εικονικών εγγραφών. Ώστε, το δικαστήριον θα δεχθή ως νομιμοποιουμένους προς υποβολήν της αιτήσεως και πιστωτάς μη εγγεγραμμένους εις τα βιβλία, εφ’ όσον η παράλειψις της εγγραφής οφείλεται εις υπαιτιότητα της εταιρείας. Προς υποβολήν της αιτήσεως νομιμοποιούνται και οι πιστωταί, των οποίων δεν κατέστησαν εισέτι ληξιπρόθεσμοι αι απαιτήσεις. Και τούτο διότι η εταιρεία, περιελθούσα εις υπερημερίαν περί την πληρωμήν χρέους αυτής, ευρίσκεται ουσιαστικώς –θεωρείται δε ως ευρισκομένη και κατά τεκμήριον αμάχητον εκ του Νόμου- (Μετά την σελ. 82, 02) Σελ. 82,03 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.8 εις οικονομικήν κατάστασιν, θέτουσαν εν κινδύνω και τας μη ληξιπροθέσμους κατ’ αυτής απαιτήσεις. Ως πιστωταί, κατά την παρ. 4, λογίζονται πάντες οι έχοντες, εξ οιασδήποτε νομίμου αιτίας, κατά της εταιρείας απαίτησιν, ιδία δε το δημόσιον δι’ οφειλομένους φόρους ως και οι ασφαλιστικοί και οι εν γένει δημοσίου δικαίου οργανισμοί δι’ οφειλομένας εισφοράς. Η προς το δικαστήριον αίτησις υποβάλλεται υπό πιστωτών εκπροσωπούντων τα 3/5 τουλάχιστον των κατά της εταιρείας απαιτήσεων. Ο τρόπος, καθ’ ον οι εκπροσωπούντες την μειοψηφίαν των 2/5 των πιστώσεων αντιλαμβάνονται ως πρόσφορον προς διασφάλισιν των συμφερόντων των, υποχωρεί προ του τρόπου ον επελέξατο η πλειοψηφία των 3/5, υπαγαγούσα την ρύθμισιν εις την διαδικασίαν του Νόμου. Η διαδικασία αύτη επιβάλλει την συλλογικήν δράσιν των πιστωτών και, επομένως, την υποταγήν της μειοψηφίας εις την νόμιμον πλειοψηφίαν. Η δια του νομοσχεδίου προτεινομένη ρύθμισις, εξ άλλου, αποβλέπει μεν εις την ικανοποίησιν των πιστωτών, αλλά συνδυάζει ταύτην, κατά το δυνατόν, προς λύσιν διασφαλίζουσαν είτε την συνέχισιν της επιχειρήσεως, είτε την κατ’ ενιαία σύνολα εκποίησιν των αποτελουσών αυτήν μονάδων. Ώστε, και εκ του σκοπού τούτου του νομοθετήματος, επιβάλλεται η ενιαία ρύθμισις των κατά της εταιρίας απαιτήσεων. Εκ της τοιαύτης, άλλως τε, ρυθμίσεως ελήφθη πρόνοια, ώστε να μη ζημιωθή ο ενυπόθηκος δανειστής, ή και γενικώτερα ο κεκτημένος οιονδήποτε εκ των κειμένων Νόμων προνόμιον (όρα άρθρ. 9 παρ. 6 εδάφ. β΄, 16 παρ. 1 εδάφ. β΄ και 23 παρ. 2). Το άρθρ. 3 προβλέπει την σύστασιν της ειδικής παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος Επιτροπής, ήτις και συντίθεται κατά τρόπον εγγυόμενον την από της πολιτικής εξουσίας ανεξαρτησίαν αυτής. Το άρθρ. 4 ορίζει τ’ αφορώντα εις την ενώπιον της ειδικής επιτροπής διεξαγομένην οιονεί προδικασίαν. Ούτω προ της υποβολής της προς το δικαστήριον αιτήσεως, οι πιστωταί υποβάλλουν προς την επιτροπήν ταύτην αίτησιν περί παροχής της απαιτουμένης, κατά το άρθρ. 2, συγκαταθέσεως. Η επιτροπή υποχρεούται ν’ αποφανθή εντός τριμήνου. Παρελθούσης της προθεσμίας απράκτου, η συγκατάθεσις αύτη δεν απαιτείται. Η τρίμηνος προθεσμία είναι, όντως, μακρά, δικαιολογουμένη μόνον κατά την πρώτην περίοδον της εφαρμογής του Νόμου, ως εκ της αναμενομένης συσσωρεύσεως μεγάλου αριθμού αιτήσεων. Παρέχεται όθεν, εν παρ. 6 η , η δυνατότης της δια Β.Δ/των συντμήσεως αυτής. Το σχέδιον εξαρτά εκ της συγκαταθέσεως της ειδικής επιτροπής την κίνησιν των θεσπιζομένων δι’ αυτού διαδικασιών δια τους εξής λόγους:α)Αι εξαιρετικαί αύται διαδικασίαι ενδείκνυται να εφαρμόζωνται μετά εμπεριστατωμένην έρευναν–ήτις και θα διεξάγεται υπό προσώπων κεκτημένων ειδικήν οικονομικήν πείραν-των ενδεχομένων επί της αγοράς ή των ομοειδών επιχειρήσεων συνεπειών. β)Το νομοσχέδιον αποβλέπει κατ’ αρχήν εις την διατήρησιν της επιχειρήσεως ως παραγωγικής μονάδος, εφ’ όσον: 1 ον )αύτη είναι βιώσιμος 2 ον )προσφέρονται τα προς εξυγίανσιν αυτής οικονομικά μέσα, και 3 ον )δεν πρόκειται η δι’ οιονεί προνομιακής χρηματοδοτήσεως εξυγίανσις της νοσούσης επιχειρήσεως να δημιουργήση εις βάρος υγιών και αρτίων τεχνικώς ομοειδών επιχειρήσεων επικίνδυνον και ουσιαστικώς αθέμιτον συναγωνισμόν. Γίνεται, δηλαδή, διάκρισις μεταξύ της επιχειρήσεως, ως μονάδος ασκούσης οικονομικήν και κοινωνικήν λειτουργίαν και των εκάστοτε μετόχων αυτής, οίτινες και πρέπει να υφίστανται τας εκ της κακής ή ατυχούς διαχειρίσεως συνεπείας προσωπικώς. Σελ. 82,04 Δια τούτο προβλέπεται αναλόγος προς την κατάστασιν εις ην περιήγαγον την εταιρίαν οι μέτοχοι φαλκίδευσις της περιουσίας αυτών, ήτοι της εις την επιχείρησιν συμμετοχής των, αλλά και παρέχεται η δυνατότης της συνεχίσεως της επιχειρήσεως υπό των πιστωτών ή και υπό τρίτων. Είναι, όθεν, επάναγκες να προηγήται της κινήσεως των ειδικών διαδικασιών του Νόμου, ουσιαστική–δηλαδή κατά οικονομικά κριτήρια-έρευνα της συνόλης υποθέσεως, ήτις και είναι ανατεθειμένη εις την ειδικήν επιτροπήν, γ)Της κινήσεως των διαδικασιών του Νόμου, σκόπιμον είναι να προηγήται ενίοτε και απόπειρα συμβιβασμού. Η εν τη παρ. 2 διαγραφομένη προς την κατεύθυνσιν ταύτην αποστολή της επιτροπής δεν συνίσταται, βεβαίως, εις την χορήγησιν ευκολιών προς τους μετόχους. Τυχόν συμβιβασμός σημαίνει, πάντοτε, οικονομικήν προς τους πιστωτάς αντιπαροχήν, δ)Μετ’ αποτυχίαν εξευρέσεως λύσεως, αφ’ ενός μεν ικανοποιούσης τους πιστωτάς, αφ’ ετέρου δε διασφαλιζούσης την συνέχισιν της επιχειρήσεως, η ειδική επιτροπή υποχρεούται να χορηγήση την συγκατάθεσιν αυτής προς τον σκοπόν της ειδικής εκκαθαρίσεως της εταιρίας. Είναι δε αδιάφορον εις τίνας λόγους οφείλεται η αποτυχία. Αρκεί να μη οφείλεται εις παραλόγους αξιώσεις των πιστωτών, Διότι, βασικός σκοπός του Νόμου είναι η εν αποτυχία άλλων, συμφεροτέρων εις την εθνικήν οικονομίαν λύσεων, εκκαθάρισις των μη βιωσίμων επιχειρήσεων. Μη βιώσιμος είναι και εκείνη ακόμη η επιχείρησις, ήτις πάσχουσα εξ ελλείψεως κεφαλαίων, δεν φαίνεται πιθανόν ότι θα δυνηθή ν’ αποκτήση ταύτα ως εκ των εν γένει κρατουσών νομισματικών και πιστωτικών συνθηκών. ε)Αυτονόητον είναι ότι αι εξαιρετικαί διαδικασίαι του Νόμου δεν ενδείκνυται να εφαρμοσθούν επί μικρών επιχειρήσεων. Δικαιούται, συνεπώς, η επιτροπή ν’ απορρίψη αίτησιν αφορώσαν εις την υπό τας διαδικασίας του Νόμου υπαγωγήν μικρών, άνευ δηλ. γενικωτέρας οικονομικής και κοινωνικής σημασίας εταιριών. Η κρίσις, ως προς το απαιτούμενον δια την εφαρμογήν του Νόμου μέγεθος της επιχειρήσεως–εξαιρουμένης της περιπτώσεως της παρ. 7-επαφίεται εις την επιτροπήν. Δεν υπάρχει, πράγματι εν προκειμένω ασφαλές και δυνάμενον εκ των προτέρων να θεσπισθή αντικειμενικόν κριτήριον. Η κρίσις της ειδικής επιτροπής είναι κατά την παρ. 4, ανέλεγκτος δεν υπόκειται δηλαδή, εις τον έλεγχον του αρμοδίου δια την υπαγωγήν της εταιρίας εις κατάστασίν τινα του Νόμου δικαστηρίου. Η απορριπτική, άλλως τε, απόφασις της επιτροπής κατ’ ουδέν κωλύει τον οιονδήποτε πιστωτήν να επιδιώξη δια των συνήθων μέσων την διασφάλισιν των συμφερόντων του. Κωλύει μόνον την εφαρμογήν των θεσπιζομένων εξαιρετικών διαδικασιών αίτινες, δυνάμεναι ενίοτε να προκαλέσουν γενικώτερον οικονομικόν αντίκτυπον δεν κινούνται παρά μόνον μετά σύμφωνον γνώμην εξειδικευμένου περί τα θέματα ταύτα οργάνου. Το άρθρ. 5 ορίζει, κυρίως τας της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας. Το άρθρ. 6 αφορά εις το από της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως μέχρι της υπό του διαχειριστού αναλήψεως της διαχειρήσεως μεταβατικόν καθεστώς. Το άρθρ. 7 προβλέπει ότι, από της δημοσιεύσεως της υπαγούσης την εταιρίαν υπό προσωρινήν διαχείρισιν αποφάσεως, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεσις, η κήρυξις της πτωχεύσεως ως και η λήψις παντός προσωρινού, συντηρητικού ή προφυλακτικού μέτρου, ένεκα, όμως, οφειλών γεγενημένων προ της εκδόσεως της αποφάσεως. Άνευ του περιορισμού της απαγορεύσεως εις τα προ της αποφάσεως υφιστάμενα χρέη, η εξακολούθησις των συναλλαγών της υπό προσωρινήν διαχείρισιν επιχειρή12.Β.γ.8 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές σεως, θ’ απεκλείετο, διότι αύτη, καθισταμένη ασύδοτος, θα καθίστατο και αναξιόπιστος. Το άρθρ. 8 ορίζει τα καθήκοντα και δικαιώματα του διαχειριστού. Η προσωρινή διαχείρισις αποβλέπει:α)Εις την συντήρησιν της περιουσίας της οφειλέτιδος εταιρείας και β)Εις την συνέχισιν της επιχειρήσεως, ή τουλάχιστον των οικονομικώς αποδοτικωτέρων αυτής μονάδων εφ’ όσον αύτη κρίνεται επωφελής. Αι παρέχουσαι εις τον διαχειριστήν την δυνατότητα της συνεχίσεως της επιχειρήσεως διατάξεις είναι ιδιαιτέρως σημαντικαί από κοινωνικής απόψεως. Πράγματι, η διόγκωσις των «παγωμένων πιστώσεων», κατά τα τελευταία έτη, οφείλεται, κατά μέγα ποσοστόν, εις το ότι το Δημόσιον, αι μεγάλαι Τράπεζαι και οι εν γένει, ως εκ της φύσεως αυτών υποχρεωμένοι ν’ αποβλέπουν και εις τα κοινωνικά αποτελέσματα των ενεργειών των οργανισμοί, ετέλουν υπό τον συνεχή εκβιασμόν της διοικήσεως των διαφόρων ιδιωτικών επιχειρήσεων, απειλουσών, εν περιπτώσει κινήσεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, την διακοπήν των εργασιών των και την απόλυσιν του προσωπικού. Ούτως εν ονόματι της προστασίας των εργαζομένων, η ατάσθαλος διοίκησις πολλών επιχειρήσεων όχι μόνον απέτρεπε την λήψιν οιουδήποτε μέτρου κατά της περιουσίας της εταιρείας, αλλά και την συνεχή παροχήν προσθέτων πιστώσεων επετύγχανε. Δια των διατάξεων του άρθρ. 8–συμπληρουμένων δια των εν παρ. 2 του άρθρ. 10-παρέχεται εις τον διαχειριστήν η ευχέρεια της συνεχίσεως των εργασιών και εις αυτήν ακόμη την περίπτωσιν της ειδικής εκκαθαρίσεως, δια των μη εισέτι εκποιηθεισών μονάδων της επιχειρήσεως. Το άρθρ. 9 ορίζει ότι εις ην περίπτωσιν η εταιρία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει της υπαγωγής αυτής υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών, το δικαστήριον τάσσει εις τον διαχειριστήν προθεσμίαν, μη δυναμένην να υπερβή το εξάμηνον, εντός της οποίας οφείλει, τηρών τα εν παρ. 2 και 3 ωρισμένα, να προκαλέση την απόφασιν αφ’ ενός μεν της συνελεύσεως των πιστωτών, αφ’ ετέρου δε της συνελεύσεως των μετόχων, περί του εάν αποδέχωνται την συνέχισιν της εταιρείας υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών αυτής. Αι συνελεύσεις αποφαίνονται δι’ ειδικής νομίμου πλειοψηφίας, η μεν των 3/5 των πιστώσεων, η δε των 51% του μετοχικού κεφαλαίου. Αφ’ ης επέλθη η σύμπτωσις των βουλήσεων των συνελεύσεων και εκλεγή, κατά την παρ. 5, η διοικούσα επιτροπή, η προσωρινή διαχείρισις τερματίζεται, της εταιρίας συνεχιζομένης υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών, κατά τα εν άρθρ. 11 επ. οριζόμενα. Εάν δι’ οιονδήποτε λόγον η συνέλευσις των πιστωτών καίτοι κληθείσα δις δεν συνέλθη, η συνελθούσα δεν αποφανθή υπέρ της συνεχίσεως της εταιρίας κατά την ως άνω νόμιμον πλειοψηφίαν, η προσωρινή διαχείρισις τερματίζεται και η εταιρία επανέρχεται εις το προ της εκδόσεως της υπαγούσης αυτήν υπό προσωρινήν διαχείρισιν αποφάσεως καθεστώς. Εάν, εξ άλλου, η συνέλευσις των μετόχων καίτοι κληθείσα δις υπό του διαχειριστού, δεν ευρεθή εν απαρτία, ο διαχειριστής συγκαλεί την συνέλευσιν των πιστωτών, ήτις, δι’ αποφάσεως λαμβανομένης κατά την αυτήν ως άνω πλειοψηφίαν, δύναται να επιδιώξη την θέσιν της εταιρίας υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Μέχρι της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, συμφώνως προς το άρθρ. 17 παρ. 1 εδάφ. β΄, υπό του προέδρου των Πρωτοδικών, η εταιρία παραμένει υπό προσωρινήν διαχείρισιν. Η έκδοσις της αποφάσεως, υπό την προϋπόθεσιν της υπό του Προέδρου διαπιστώσεως της δις γενομένης συγκλήσεως της συνελεύσεως των μετόχων, της μη επιτεύξεως απαρτίας κατ’ αυτήν και της λήψεως της προμνησθείσης αποφάσεως υπό της συνελεύσεως των πιστωτών, είναι υποχρεωτική, μη απαιτουμένης, εν τη περιπτώσει ταύτη της συγκαταθέσεως της παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ειδικής επιτροπής των άρθρ. 3 και 4. Εάν τέλος, συνέλθουν μεν κατά τα προεκτεθέντα αι συνελεύσεις των πιστωτών και των μετόχων, αλλά δεν επιτευχθή συμφωνία, η εταιρία παρεμένει υπό προσωρινήν διαχείρισιν, του διαχειριστού υποχρεουμένου να συγκαλέση την συνέλευσιν των πιστωτών, ίνα αποφανθή περί του αν προτίθεται να επιδιώξει την θέσιν της εταιρίας υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Εάν η συνέλευσις των πιστωτών αποφανθή υπέρ ταύτης ο διαχειριστής απευθύνεται προς την ειδικήν παρά τη Τραπέζη Ελλάδος επιτροπήν, υποχρεουμένην εντός δέκα ημερών ν’ αποφασίση επί αιτήσεως αυτού. Απορριπτική της επιτροπής απόφασις συνεπάγεται τον τερματισμόν της προσωρινής διαχειρίσεως και επάνοδον της εταιρείας εις το προ της προσωρινής διαχειρίσεως καθεστώς. Αντιθέτως, η εγκριτική απόφασις της επιτροπής συνεπάγεται την εξακολούθησιν της προσωρινής διαχειρίσεως μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του προέδρου των Πρωτοδικών, δι’ ης η εταιρεία τίθεται υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Ώστε, η υπαγωγή υπό την διοίκησιν των πιστωτών, ενεργείται μεν επί βάσεως εκουσίας, αλλά οι μεν μέτοχοι, μη συνερχόμενοι εις συνέλευσιν καίτοι κληθέντες, ή, συνερχόμενοι αλλά απορρίπτοντες τας προτάσεις των πιστωτών παραλόγως, απειλούνται δια της επελευσομένης ειδικής εκκαθαρίσεως, οι δε πιστωταί προβάλλοντες υπερφιάλους και δυσαναλόγους αξιώσεις απειλούνται και εκείνοι δια της ενδεχομένης απορρίψεως της περί θέσεως υπό ειδικήν εκκαθάρισιν αιτήσεως αυτών υπό της ειδικής των άρθρ. 1 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). γ)παράσχη την συγκατάθεσιν αυτής, η εν άρθρ. 3 επιτροπή, ή υποβληθή προ της επ’ ακροατηρίω συζητήσεως η εν τω εδαφ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 βεβαίωσις της παρά τη επιτροπή ταύτη γραμματείας. 3.Προς υποβολήν της προς το δικαστήριον αιτήσεως νομιμοποιούνται μόνον οι πιστωταί οι εν τοις βιβλίοις της εταιρίας εμφανιζόμενοι ένα μήνα προ της υποβολής της προς την ειδικήν επιτροπήν των άρθρ. 3 και 4 αιτήσεως, είτε αι απαιτήσεις αυτών είναι ληξιπρόθεσμοι είτε μη. 4.Πιστωταί, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, λογίζονται πάντες οι έχοντες, εξ οιασδήποτε αιτίας, κατά της εταιρίας απαίτησιν. Άρθρ.3.-1.Συνιστάται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ειδική επιτροπή, συγκειμένη: α)Εκ τριών έως εξ προσώπων ανεγνωρισμένου κύρους και ειδικής περί τα οικονομικά πείρας οριζομένων υπό του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος. β)Εκ του Διευθυντού Πιστώσεων παρά τη αυτή Τραπέζη, του Διοικητού του δυναμένου να ορίση επί πλέον και έτερον ανώτερον υπάλληλον της Τραπέζης. γ)Εξ ενός έως δύο Βιομηχάνων οριζομένων υπό του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, μετά γνώμην του Προέδρου του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων. 2.α)Η Επιτροπή δύναται να διαιρεθή εις δύο Τμήματα, λειτουργούντα κεχωρισμένως, έκαστον των οποίων ασκεί αυτοτελώς τας εν τω παρόντι νόμω αρμοδιότητας της Ειδικής Επιτροπής. β)Η σύνθεσις εκάστου Τμήματος είναι πενταμελής, αι δε αποφάσεις λαμβάνονται παρόντων τεσσάρων εκ των μελών, υπερισχυούσης εν ισοψηφία της ψήφου του Προέδρου. Επιτρέπεται μέλη της Επιτροπής να μετέχωσιν αμφοτέρων των τμημάτων, ως κι η αναπλήρωσις μελών του ενός τμήματος υπό μελών του ετέρου. Εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται να μετέχωσι της συνθέσεως τμήματος β δύο βιομήχανοι. 3.Η ειδική επιτροπή επικουρείται υπό Γραμματείας. 4.Τα της συγκροτήσεως της ειδικής επιτροπής ως και τα της λειτουργίας αυτής εν γένει ορίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εμπορίου δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περί της ανωτέρω Επιτροπής βλ. και παρ. 1 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). Άρθρ.4.-1.α)Οι πιστωταί, προ της υποβολής της προς το Δικαστήριον αιτήσεως περί υπαγωγής της εταιρίας υπό προσωρινήν διαχείρισιν, υποβάλλουσι προς την κατά το προηγούμενον άρθρον ειδικήν επιτροπήν αίτησιν περί παροχής της υπό στοιχ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρ. 2 συγκαταθέσεως. «β)Η ειδική επιτροπή οφείλει να αποφανθή επί της αιτήσεως των πιστωτών εντός τεσσαράκοντα πέντε ημερών από της επομένης της υποβολής της αιτήσεως. Αντίγραφον της αιτήσεως προς την Επιτροπήν καταχωρίζεται αυθημερόν επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως αυτής εις το ειδικόν βιβλίον της παρ. 7 του άρθρ. 5 του παρόντος». Το εδάφ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω, δια του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). γ)Μετά την πάροδον απράκτου της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου, η παρά τη επιτροπή γραμματεία υποχρεούται εις την προς τους αιτησαμένους πιστωτάς έκδοσιν βεβαιώσεως περί του ότι δεν απεφήνατο η επιτροπή εμπροθέσμως. Προσκομισθείσης τοιαύτης βεβαιώσεως, δεν απαιτείται συγκατάθεσις της επιτροπής. 2.α)Προ της παρόδου της προθεσμίας του εδαφ. β΄ της παρ. 1, η ειδική επιτροπή δικαιούται να προβή εις εγγράφους συστάσεις προς τε τους πιστωτάς και την εταιρίαν, ιδία δε εις σύστασιν περί συμβιβασμού κατά τα εν άρθρ. 25 του παρόντος οριζόμενα, β)Προ της παρόδου της προθεσμίας του εδαφ. β΄ της παρ. 1 και εφ’ όσον οι πιστωταί προσφέρονται εις την εξυγίανσιν της εταιρίας δι’ ιδίων αυτών ή άλλων κεφαλαίων, η ειδική επιτροπή δικαιούται να ζητήση παρά των πιστωτών την παροχήν των κατά την κρίσιν αυτής αναγκαίων εγγυήσεων και ασφαλειών περί της εν καιρώ διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων. Οι πιστωταί δύνανται να εξαρτήσωσι την διάθεσιν των κεφαλαίων και το κύρος των ανωτέρω εγγυήσεων και ασφαλειών εξ αιρέσεως πληρουμένης δι’ ωρισμένης εκ μέρους της εταιρίας αντιπαροχής, ιδία δε δια της εν άρθρ. 9 παρ. 6 προβλεπομένης. (Αντί της σελ. 82, 09) Σελ. 82,09(α) Τεύχος 463-Σελ. 13 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.8 3.Η ειδική επιτροπή προς σχηματισμόν κρίσεως επί των υποβαλλομένων αυτή αιτήσεων δικαιούται να ζητήση παρά των αιτούντων και της εταιρίας την προσαγωγήν παντός χρησίμου στοιχείου ή την παροχήν πάσης σχετικής πληροφορίας. Εις την προς την επιτροπήν παροχήν των κατά την κρίσιν αυτής αναγκαίων πληροφοριών υποχρεούνται αι δημόσιαι υπηρεσίαι και αι υπηρεσίαι των οργανισμών δημοσίου δικαίου, αι Τράπεζαι και ο Ο.Χ.Ο.Α. 4.Η ειδική επιτροπή αποφαίνεται κατά την ανέλεγκτον κρίσιν της, επί των υποβαλλομένων αυτή αιτήσεων λαμβάνουσα ιδία υπ’ όψιν: α)Την εν γένει οικονομικήν και νομισματικήν κατάστασιν της Χώρας, β)την οικονομικήν και κοινωνικήν σημασίαν της οφειλετρίας επιχειρήσεως, γ)την βιωσιμότητα της εταιρίας ως επιχειρήσεως και τους όρους υφ’ ους είναι ενδεχομένως δυνατή η οικονομική αυτής εξυγίανσις, δ)τα προσφερόμενα ενδεχομένως υπό των πιστωτών ή άλλων προς εξυγίανσιν της επιχειρήσεως κεφάλαια, ε)τας εκ της αποφάσεως της επιτροπής πιθανάς επί των ομοειδών επιχειρήσεων ή της αγοράς εν γένει συνεπείας. 5.α)Η ειδική επιτροπή παρέχουσα αιτήσει των πιστωτών την συγκατάθεσιν αυτής καθορίζει δια της αποφάσεώς της, εάν συναινή εις την θέσιν της εταιρείας υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει της υπαγωγής αυτής υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών ή επί τω τέλει της ειδικής αυτής εκκαθαρίσεως. β)Το δικαστήριον δεχόμενον την αίτησιν των πιστωτών περί θέσεως της εταιρίας υπό προσωρινήν διαχείρισιν καθορίζει εν τη αποφάσει αυτού, αναλόγως του κατά το προηγούμενον εδάφιον περιεχομένου της συγκαταθέσεως της ειδικής επιτροπής, εάν η εταιρία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει της υπαγωγής αυτής υπό την διοίκησιν και δαιχείρισιν των πιστωτών ή επί τω τέλει της ειδικής αυτής εκκαθαρίσεως. Μη αποφανθείσης της επιτροπής εμπροθέσμως κατά τα εν εδαφ. γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το δικαστήριον αποφασίζει αναλόγως του υποβληθέντος υπό των πιστωτών σχετικού αιτήματος. 6.Η διάρκεια της προθεσμίας των παρ. 1 εδαφ. β και γ και 2 του παρόντος άρθρου δύναται να μεταβάλληται εκάστοτε δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού του Εμπορίου, μη δυναμένη να υπερβαίνη το τρίμηνον. Σελ. 82,10(α) Τεύχος 463-Σελ. 14 «7.Διαχειριστής ορίζεται υπό του Δικαστηρίου το υπό της ειδικής επιτροπής εν τη αποφάσει αυτής, δι’ ης παρέχει την συγκατάθεσίν της, υποδεικνυόμενον πρόσωπον. Εις την περίπτωσιν του εδαφ. γ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου διαχειριστής ορίζεται υπό του Δικαστηρίου ο υποδεικνυόμενος υπό των υποβαλόντων την κατά το εδάφ. β της παρ. 2 του άρθρ. 2 αίτησιν πιστωτών αποφαινομένων κατά την απόλυτον πλειοψηφίαν των εν τω εδαφίω τούτω αναφερομένων απαιτήσεών των». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω, δια του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). 12.Β.γ.8 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές Άρθρ.5.-«1.Η προς το κατά την παρ. 1 του άρθρ. 2 αρμόδιον πολυμελές Πρωτοδικείον αίτησις υποβάλλεται και δικάζεται κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 741 επ. του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας (Β.Δ. 657/1971) των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 764 αυτού εφαρμοζομένων και εις τον πρώτον βαθμόν. Ο πρόεδρος του πολυμελούς Πρωτοδικείου ορίζει δικάσιμον εντός πέντε ημερών από της υποβολής της αιτήσεως και διατάσσει την κοινοποίησιν αυτής εις την Εταιρίαν τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου. 2.Η εταιρία υποχρεούται να προσαγάγη κατά την συζήτησιν αντίγραφον του κατά την τελευταίαν τακτικήν συνέλευσιν εγκριθέντος ισολογισμού της, λογιστικήν κατάστασιν εξ ης να εμφαίνηται η οικονομική αυτής θέσις κατά τον χρόνον της κλητεύσεως, ως και πίνακα των εν τοις βιβλίοις αυτής εμφανιζομένων υποχρεώσεών της, κατά τα εν παρ. 3 και 4 του άρθρ. 2. Εφ’ όσον η Εταιρία δεν παραστή κατά την συζήτησιν της αιτήσεως, ή, καίτοι παραστάσα, δεν υποβάλη πίνακα εμφαίνοντα τας υποχρεώσεις αυτής συμφώνως τοις ανωτέρω, το δικαστήριον αποφαίνεται επί τη βάσει των υπό των πιστωτών προσαγομένων στοιχείων. 3.Το Δικαστήριον, δεχόμενον την αίτησιν, διορίζει διαχειριστήν της Εταιρίας το κατά την παρ. 7 του προηγουμένου άρθρου υποδεικνυόμενον πρόσωπον. 4.Η δεχομένη την αίτησιν απόφασις ενεργεί υπέρ και κατά πάντων και είναι εκ του νόμου προσωρινώς εκτελεστή. 5.Εντός δέκα ημερών από της δημοσιεύσεως της ως άνω αποφάσεως επιτρέπεται η κατ’ αυτής άσκησις εφέσεως. Αύτη ασκείται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 495 επ. Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας (Β.Δ. 657/1971), της εκτελέσεως της αποφάσεως εν ουδεμιά περιπτώσει δυναμένης να ανασταλή. Ο Πρόεδρος των Εφετών ορίζει δικάσιμον εντός πέντε ημερών από της υποβολής αιτήσεως προς ορισμόν δικασίμου και διατάσσει την κοινοποίησιν αυτής τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου. 6.Η απόφασις κοινοποιείται, επιμελεία οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον, α)εις τον υπό ταύτης οριζόμενον διαχειριστήν, β)εις την Εταιρίαν, γ)εις τον Υπουργόν Εθνικής Οικονομίας και δ)εις τον Πρόεδρον της ειδικής Επιτροπής του άρθρ. 3. 7.Εις το Πρωτοδικείον τηρούνται ειδικά βιβλία: α)καταθέσεως των αιτήσεων περί υπαγωγής Εταιρίας υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών ή υπό ειδικήν εκκαθάρισιν, β)των βεβαιώσεων της γραμματείας περί μη συγκαταθέσεως της Επιτροπής του άρθρ. 3, γ)των διορισθέντων διαχειριστών, δ)των αποφάσεων του Δικαστηρίου περί του απαραδέκτου της υπό των πιστωτών υποβληθείσης αιτήσεως». Το άρθρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω, δια του άρθρ. 3 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). άρθρ. 3 και 4 επιτροπής. Ουσιωδέσταται είναι αι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του Άρθρ.6.-1.Ο διαχειριστής, εντός πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν της αποφάσεως, υποχρεούται να δηλώση εγγράφως εις τον Γραμματέα του διορίσαντος αυτόν δικαστηρίου, εάν δέχηται τον διορισμόν, άλλως θεωρείται αποποιηθείς τούτον. Εις την περίπτωσιν ταύτην, ως και εις πάσαν άλλην περίπτωσιν αντικαταστάσεως του διαχειριστού, ο νέος διαχειριστής διορίζεται υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών, κατά τα εν παρ. 9 του άρθρ. 4 οριζόμενα. «2.Από της επομένης ημέρας της υποβολής της αιτήσεως των πιστωτών προς την επιτροπήν του άρθρ. 3 του παρόντος η διοίκησις της Εταιρίας στερείται του δικαιώματος να διαθέτη περιουσιακά στοιχεία της επιχειρήσεως ως και της εν γένει διαχειρίσεως αυτής. Μέχρις εν τούτοις αναλήψεως υπό του διαχειριστού των καθηκόντων αυτού, καθήκοντα διαχειριστού ασκεί η διοίκησις της Εταιρίας, υποχρεουμένη εις λογοδοσίαν προς τον διαχειριστήν. Αι ως άνω στερήσεις αίρονται εάν η επιτροπή αποφανθή κατά της αιτήσεως των πιστωτών ή το δικαστήριον κρίνη την αίτησιν αυτών απαράδεκτον». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). Άρθρ.7.-«1.Από της επομένης της ημέρας της υποβολής της αιτήσεως των πιστωτών προς την επιτροπήν του άρθρ. 3 του παρόντος απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεσις, η λήψις παντός ασφαλιστικού μέτρου, ως και η κήρυξις πτωχεύσεως, ένεκα οφειλών γεγενημένων προ της υποβολής της ως άνω αιτήσεως, η δε αρξαμένη διαδικασία εκτελέσεως αναστέλλεται. Η υποβολή της προς την επιτροπήν του άρθρ. 3 αιτήσεως αποδεικνύεται δια βεβαιώσεως του γραμματέως αυτής. 2.Η εν τη προηγουμένη παραγράφω απαγόρευσις αίρεται εάν η επιτροπή αποφανθή κατά της αιτήσεως των πιστωτών ή εάν το δικαστήριον κρίνη την αίτησιν αυτών απαράδεκτον». Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω, δια του άρθρ. 5 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). Άρθρ.8.-1.Ο διαχειριστής προβαίνει εις πάσαν ενδεικνυομένην ενέργειαν προς συντήρησιν της περιουσίας και, εφ’ όσον κρίνει τούτο επωφελές, συνέχισιν της επιχειρήσεως ή των οικονομικώς αποδοτικωτέρων αυτής μονάδων. Ούτω συλλέγει τους καρπούς και τα εισοδήματα, συνάπτει δάνεια, παρέχει ενέχυρα, καταβάλλει τας αποδοχάς του προσωπικού, τους καθισταμένους απαιτητούς φόρους και εισφοράς ασφαλι(Αντί της σελ. 82, 11) Σελ. 82,11(α) Τεύχος 463-Σελ. 15 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.8 στικών οργανισμών ως και πάσας τας δια την συντήρησιν της περιουσίας ή ενδεχομένως και δια την λειτουργίαν της επιχειρήσεως απαιτουμένας δαπάνας. Ο διαχειριστής εκπροσωπεί την εταιρίαν εις πάσας αυτής τας σχέσεις ως και ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης άλλης αρχής έχων το δικαίωμα του ενάγειν και ενάγεσθαι και εν γένει διεξάγειν πάσαν δίκην αφορώσαν εις την περιουσίαν της εταιρίας ή οπωσδήποτε σχετιζομένην προς ταύτην. «2.Ο διαχειριστής εξαιρέσει των εν άρθρ. 18-23 οριζομένων, δεν δικαιούται να εκποιή ή επιβαρύνη δι’ υποθήκης ακίνητα ή να καταρτίζη δικαιοπραξίας διαρκείας μεγαλυτέρας του έτους άνευ προηγουμένης αδείας του Μονομελούς Πρωτοδικείου παρεχομένης εις αυτόν κατόπιν αιτήσεώς του, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 686 επ. του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας (Β.Δ. 657/1971)». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). Άρθρ.9.-«1.Εν περιπτώσει καθ’ ην, δια της εν παρ. 3 του άρθρ. 5 αποφάσεως, η Εταιρία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει της υπαγωγής αυτής υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών, το δικαστήριον, δια της αυτής αποφάσεως, τάσσει προθεσμίαν εντός της οποίας συντελούνται τα εν τω παρόντι άρθρω οριζόμενα και ήτις δεν δύναται να είναι μικροτέρα των τριών μηνών. Το δικαστήριον ορίζει ωσαύτως τας εφημερίδας εις ας δέον να δημοσιευθή η κατά το εδάφ. β΄ της παρ. 2 του παρόντος πρόσκλησις. 2.Ο διαχειριστής, εν τη περιπτώσει της παρ. 1, άμα τη αποδοχή του διορισμού του, α)προβαίνει εις σύνταξιν απογραφής και ισολογισμού της Εταιρίας, β)καλεί τους πιστωτάς της Εταιρίας, δια προσκλήσεως δημοσιευομένης εις τας υπό του δικαστηρίου ορισθείσας εφημερίδας, όπως, επί ποινή αποκλεισμού εκ της συνελεύσεως των πιστωτών, υποβάλουν εντός 15 ημερών τα δικαιόγραφά των μετά σημειώσεως των υπ’ αυτών αξιουμένων ποσών. 3.α)Ο διαχειριστής εντός προθεσμίας 48 ωρών από της λήξεως της κατά το εδάφ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου προθεσμίας, καλεί το Διοικητικόν Συμβούλιον της Εταιρίας ίνα εκφέρη την γνώμην του επί των δηλώσεων των πιστωτών. β)Εάν υπάρχη αμφισβήτησις ως προς την ύπαρξιν ή το μέγεθος οφειλής τινος, αποφαίνεται προσωρινώς επί ταύτης τη αιτήσει του διαχειριστού, το Μονομελές Πρωτοδικείον κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 686 επ. Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας (Β.Δ. 657/1971). γ)Ο διαχειριστής συντάσσει πίνακα των υποβαλόντων δηλώσεις πιστωτών, εν ω αναγράφονται και τα ποσά της πιστώσεως εκάστου. Σελ. 82,12(α) Τεύχος 463-Σελ. 16 4.Ο διαχειριστής μετά την περάτωσιν των εν παρ. 2 και 3 οριζομένων, καλεί αμελλητί συνέλευσιν των μετόχων της Εταιρίας, δια προσκλήσεώς του, δημοσιευομένης κατά την παρ. 2 του άρθρ. 26 του Νόμ. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιριών», ως νυν ισχύει, δέκα τουλάχιστον ημέρας προ της ημέρας της συνελεύσεως, ίνα αποφανθή δια πλειοψηφίας των πεντήκοντα ενός τουλάχιστον εκατοστών του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου εάν συναινή ίνα η Εταιρία συνεχισθή υπό την διοίκησιν των πιστωτών της κατά τα εν άρθρ. 11 επ. οριζόμενα. Εάν αποφανθή αρνητικώς οφείλει να αιτιολογήση την άρνησίν της. Εν περιπτώσει αρνήσεως, προς ην εξομοιούται και η μη λήψις αποφάσεως λόγω μη επιτεύξεως της απαιτουμένης απαρτίας ή πλειοψηφίας, αποφαίνεται επί της διαφωνίας αμετακλήτως ο Πρόεδρος των Εφετών επί τη αιτήσει του διαχειριστού κοινοποιουμένη εις την Εταιρίαν τρεις ημέρας προ της δικασίμου και εκδικαζομένη εντός οκτώ ημερών από της υποβολής της. Κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτησιν δικαιούνται εις παρέμβασιν, ασκουμένην δια των προτάσεων, οι μέτοχοι της Εταιρίας και οι πιστωταί οι περιλαμβανόμενοι εις τον κατά την παρ. 3 εδάφ. γ΄ πίνακα. 5.Εάν η διαφωνία επιλυθή υπέρ των απόψεων της Εταιρίας, αύτη παραμένει υπό προσωρινήν διαχείρισιν, του διαχειριστού υποχρεωμένου, όπως υποβάλη αμελλητί προς την ειδικήν επιτροπήν του άρθρ. 3 αίτησιν περί θέσεως της Εταιρίας υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Επί της αιτήσεως εφαρμόζονται τα εν άρθρ. 4 οριζόμενα. Η προθεσμία των εδαφ. β και γ της παρ. 1 του άρθρ. 4 συντέμνεται εν τη περιπτώσει ταύτη εις δέκα ημέρας. Εάν η απόφασις της ειδικής επιτροπής είναι απορριπτική η προσωρινή διαχείρισις τερματίζεται, της Εταιρίας επανερχομένης εις την προ της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως κατάστασιν. Ο διαχειριστής υποχρεούται να γνωστοποιήση τούτο εις τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου ίνα επιφέρη την δέουσαν μεταβολήν εις το οικείον βιβλίον. Εάν η απόφασις της ειδικής επιτροπής είναι εγκριτική ή εάν παρέλθη άπρακτος η ως άνω δεκαήμερος προς παροχήν της συγκαταθέσεως αυτής προθεσμίας, η Εταιρία παραμένει υπό προσωρινήν διαχείρισιν μέχρις εκδόσεως της κατά την παρ. 1 εδάφ. β του άρθρ. 17 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου μετ’ αίτησιν του διαχειριστού. 12.Β.γ.8 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 6.Εάν η διαφωνία λυθή εναντίον των απόψεων της Εταιρίας αύτη τίθεται υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών αυτής. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο διαχειριστής καλεί αμελλητί συνέλευσιν των εν τω κατά την παρ. 3 εδαφ. γ πίνακι πιστωτών, ήτις δια πλειοψηφίας των εξήκοντα τουλάχιστον εκατοστών των πιστώσεων εκλέγει διοικούσαν επιτροπήν, ήτις λαμβάνει την διοίκησιν και διαχείρισιν πασών των υποθέσεων της επιχειρήσεως, τερματιζομένης ούτω της κατά το άρθρ. 2 και επ. διαχειρίσεως, του διαχειριστού υποχρεουμένου να γνωστοποιήση τούτο εις τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου ίνα επιφέρη την δέουσαν μεταβολήν εις το οικείον βιβλίον. Η συνέλευσις των πιστωτών καθορίζει τον αριθμόν των μελών της διοικούσης επιτροπής, όστις δεν δύναται να είναι ανώτερος των επτά, ουδέ κατώτερος των τριών και εκλέγει αυτά. 7.Μετά πρότασιν της Διοικούσης Επιτροπής λαμβανομένης κατά πλειοψηφίαν και εγκρινομένης υπό της Επιτροπής του άρθρ. 3 δύναται να αποφασισθή όπως η ονομαστική αξία των εκδεδομένων ήδη μετοχών μειωθεί καθ’ ωρισμένον ποσοστόν, δια δε το αντίστοιχον προς την μείωσιν τμήμα της αξίας των μετοχών εκδοθούν νέαι μετοχαί, αίτινες θα χορηγηθούν εις τους πιστωτάς της Εταιρίας επί πλέον των εν άρθρ. 15 τίτλων. Αι ουτωσί εκδιδόμεναι νέαι μετοχαί κατανέμονται μεταξύ των πιστωτών της Εταιρείας κατά λόγον του μεγέθους και του βαθμού ασφαλείας της πιστώσεως εκάστου. Τα της κατανομής ορίζει το αρμόδιον Εφετείον μετά γνώμην της επιτροπής του άρθρ. 3 του παρόντος». Το άρθρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω, δια του άρθρ. 7 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). Άρθρ.10.-1.Εν περιπτώσει καθ’ ην δια της εν παρ. 3 του άρθρ. 5 αποφάσεως, η εταιρία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει της ειδικής αυτής εκκαθαρίσεως, ο κατά το άρθρ. 5 παρ. 3 διοριζόμενος διαχειριστής, εκτελεί και έργα εκκαθαριστού, μη εφαρμοζομένου του άρθρ. 49 του Νόμ. 2190 «περί ανωνύμων εταιριών». 2.Εν τη περιπτώσει ταύτη και μέχρι περατώσεως της ειδικής εκκαθαρίσεως δια της εκποιήσεως των απαιτουμένων προς κάλυψιν των κατά της εταιρίας απαιτήσεων περιουσιακών στοιχείων, κατά τα εν άρθρ. 9, αποτελούσαι το ηθικόν θεμέλιον του θεσμού της υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών υπαγωγής της εταιρίας. Κατά ταύτας, η συνέλευσις των μετόχων, αποφαινομένη κατά την ως άνω νόμιμον πλειοψηφίαν, δύναται ν’ αποφασίση την μείωσιν της ονομαστικής αξίας των ήδη εκδεδομένων μετοχών καθ’ ωρισμένον ποσοστόν, ίνα κατά το αντίστοιχον προς την μείωσιν ταύτην τμήμα της αξίας αυτών εκδοθώσι νέαι μετοχαί κατανεμηθησόμεναι μεταξύ των πιστωτών επί πλέον των εν άρθρ. 15 οιονεί ομολογιακών τίτλων των αντιστοιχούντων εις τας πιστώσεις. Η συνέλευσις των πιστωτών δύναται, αντιστρόφως, ν’ αξιώση όπως η συνέλευσις των μετόχων προέλθη ες την ως άνω απόφασιν, απειλούσα, εν περιπτώσει μη αποδοχής της αξιώσεως, να επιδιώξη την θέσιν της εταιρίας υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Η ειδική επιτροπή των άρθρ. 3 και 4 οφείλει, φυσικά, ν’ αντιδράση, καθ’ υπερφυάλου μεν αξιώσεως των πιστωτών μη χορηγούσα, κατά παραλόγου δε αρνήσεως των μετόχων χορηγούσα, την απαιτουμένην συγκατάθεσιν προς υπαγωγήν της εταιρίας υπό ειδικήν εκκαθάρισιν. Άνευ της, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, φαλκιδεύσεως της περιουσίας των μετόχων, δια της υποτιμήσεως της αξίας των εκδεδομένων μετοχών, ο όλος θεσμός της υπαγωγής της εταιρίας υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών αυτής θα ήτο ανήθικος. Και τούτο διότι θα περιώριζε το δικαίωμα του δανειστού, υποχρεουμένου ν’ αναμείνη την πληρωμήν του προς αυτόν χρέους, άνευ οιασδήποτε αντιπαροχής. Ο θεσμός θα ήτο ισοδύναμος προς δικαιοστάσιον κατά την διάρκειαν του οποίου οι πιστωταί θα απέκτων το περιωρισμένης αξίας προνόμιον της διοικήσεως της εταιρίας, ήτις τελικώς εξυγιαινομένη-χάρις εις την επιβληθείσαν εις τους (Μετά την σελ. 82,04) Σελ. 82,05 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.8 πιστωτάς αναμονήν-θα προσεφέρετο και πάλιν εξ ολοκλήρου και αζημίως εις τους μετόχους. Αντιθέτως χάρις εις τας διατάξεις των παρ. 6 και 7 και μετά την αποπληρωμήν των οιονεί ομολογιακών τίτλων του άρθρ. 15, μετά δηλαδή την λήξιν της υπαγωγής της εταιρίας υπό την διοίκησιν των πιστωτών, οι πιστωταί θα παραμείνουν ως κοινοί μέτοχοι και οι ατυχήσαντες ή κακώς διαχειρισθέντες τα εταιρικά πράγματα παλαιοί μέτοχοι θα ευρεθούν με μειωμένην συμμετοχήν, με μειωμένην, επομένως, ατομικήν περιουσίαν. Δεν είναι εις την πρόθεσιν ημών να εισηγηθώμεν μέτρα επιεικίας κατοχυρωτικά της ασυδοσίας των οφειλετών, αλλά μέτρα εξυγιαντικά της νοσούσης επιχειρήσεως, της οποίας οι μέτοχοι καλούνται να πληρώσουν τα ίατρα και σώστρα. Εάν προς συνέχισιν της επιχειρήσεως, δεν απαιτείται μόνον η συνεισφορά των δανειστών δια της αναμονής, αλλά και περαιτέρω η ενίσχυσις της επιχειρήσεως δια νέων κεφαλαίων είτε των αρχικών πιστωτών είτε και τρίτων, αυτονόητον είναι ότι πρέπει ν’ αποφασισθή αύξησις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας δια της εκδόσεως νέων μετοχών, αίτινες δεν πρέπει να συγχέωνται προς τας ως άνω εκδιδομένας. Σημειωτέον ότι, μετά την υπαγωγήν της εταιρίας υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών, την αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου αποφασίζει μόνη η υποκαθισταμένη εις την συνήθη συνέλευσιν των μετόχων συνέλευσις των πιστωτών (όρα άρθρ. 11 εδάφ. β). Το άρθρ. 10 ορίζει ότι εν η περιπτώσει η εταιρία τίθεται υπό προσωρινήν διαχείρισιν επί τω τέλει ειδικής εκκαθαρίσεως, ο διαχειριστής εκτελεί έργα και εκκαθαριστού. Η υπό ειδικήν εκκαθάρισιν τεθείσα εταιρία τελεί ως προς τα μη εκποιηθέντα εισέτι περιουσιακά αυτής στοιχεία και υπό προσωρινήν διαχείρισιν. Ή τε ειδική εκκθάρισις και η προσωρινή διαχείρισις διαρκούν μέχρι της εκποιήσεως επαρκών περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίησιν των πιστωτών ή εν ανεπαρκεία των στοιχείων τούτων, μέχρις ολοσχερούς εκποιήσεως της περιουσίας της εταιρίας. Το κεφάλ. Β΄ (άρθρ. 11-16) ορίζει τα της περιελθούσης υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών αυτής εταιρίας. Το άρθρ. 11 υποκαθιστά εις μεν τας εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου, την διοικούσαν επιτροπήν, εις δε τας εξουσίας της συνελεύσεως των μετόχων την συνέλευσιν των πιστωτών, εξαιρουμένων μόνον των ρητώς εν τω Νόμω μνημονευομένων περιπτώσεων. Εσημειώσαμεν, ήδη, αναλύοντες το άρθρ. 9 ότι η συνέλευσις των πιστωτών δύναται ν’ αποφασίση την αύξησιν ακόμη του μετοχικού κεφαλαίου. Το άρθρ. 12 ορίζει περί της διοικούσης επιτροπής. Το άρθρ. 13 ορίζει περί της γενικής συνελεύσεως των πιστωτών. Το άρθρ. 14 ορίζει ότι η διοικούσα επιτροπή προβαίνει εις τον οριστικόν έλεγχον των πιστώσεων, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρ. 582-596 του Εμπορικού Νόμου. Το άρθρ. 15 ορίζει ότι, μετά τον έλεγχον των πιστώσεων, η διοικούσα επιτροπή χορηγεί εις τους πιστωτάς ονομαστικούς τίτλους ίσης ονομαστικής αξίας προς το ποσόν της πιστώσεως εκάστου. Οι τίτλοι είναι μεταβιβάσιμοι και παρέχουν τ’ ακόλουθα δικαιώματα: α)προνομιακόν δικαίωμα απολήψεως κατ’ έτος εκ των καθαρών κερδών της εταιρίας μερίσματος ίσου προς 6% επί της ονομαστικής αυτών αξίας και β)προνομιακόν δικαίωμα απολήψεως του ονομαστικού αυτού κεφαλαίου εν περιπτώσει διαλύσεως της εταιρείας, προ οιασδήποτε διανομής της εταιρικής περιουσίας εις τους κοινούς μετόχους. Σελ. 82,06 Η ονομαστική αξία των τίτλων εκφράζεται εις δολλάρια, κατά τα εν παρ. 2 οριζόμενα, ώστε να μη δύνανται να υπολογίζουν επί της υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος οι οφειλέται. Η διάταξις αύτη περιελήφθη όχι, βεβαίως, διότι η Κυβέρνησις αμφιβάλλει περί της σταθερότητος της δραχμής, αλλά διότι οι «παγωμένοι» οφειλέται τοσάκις ωφεληθέντες εκ των μέχρι τούδε υποτιμήσεων, πρέπει να παύσουν αποτελούντες παράδειγμα αξιομίμητον εις το μέλλον. Τέλος, δια της παρ. 3, ορίζεται ότι από της χορηγήσεως των τίτλων, την συνέλευσιν των πιστωτών απαρτίζουν οι εκάστοτε κομισταί αυτών. Άνευ της διατάξεως ταύτης, η μεταβίβασις των τίτλων θα ήτο ουσία αδύνατος. Ενώ αντιθέτως ο Νόμος αποβλέπει εις την, δια της ενδεχομένης μεταβιβάσεως των τε τίτλων και των κατά την παρ. 6 του άρθρ. 17 και επ. οριζόμενα, η εταιρία τελεί ως προς τα μη εκπλειστηριασθέντα εισέτι στοιχεία αυτής υπό προσωρινήν διαχείρισιν, του διαχειριστού δυναμένου να ενεργή ως προς αυτά κατά τα εν άρθρ. 8 οριζόμενα. 3.Μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως τερματίζεται και η προσωρινή διαχείρισις της εταιρίας επανερχομένης εις την προ της εκκαθαρίσεως κατάστασιν. Και εις την περίπτωσιν ταύτην έχει ανάλογον εφαρμογήν η διάταξις του εδάφ. β΄ της παρ. 8 του άρθρ. 9. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Περί υπαγωγής της εταιρίας υπό την Διοίκησιν και Διαχείρισιν των πιστωτών Άρθρ.11.-«1.Αποφασισθείσης κατά τα εν άρθρ. 9, παρ. 4-6, της συνεχίσεως της επιχειρήσεως υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των πιστωτών και εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως εν τω παρόντι, πάσαι αι αρμοδιότητες της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της Εταιρίας περιέρχονται εις την κατά το άρθρ. 13 συνέλευσιν των πιστωτών, πάσαι δε αι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας περιέρχονται εις την κατά το άρθρ. 9 παρ. 5 διοικούσαν Επιτροπήν. 2.Η κατά το άρθρ. 13 συνέλευσις των πιστωτών δύναται, μετ’ έγκρισιν της Επιτροπής του άρθρ. 3, να αποφασίζη δια πλειοψηφίας των πεντήκοντα ενός εκατοστών των πιστώσεων την αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρίας δι’ εκδόσεως μετοχών κοινών ή προνομιούχων, ως και την έκδοσιν ομολογιών περί ων το άρθρ. 3α του Νόμ. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιριών». Το άρθρ. 11 αντικατεστάθη ως άνω, δια του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). Άρθρ.12.-1.Η κατά το άρθρ. 9 παρ. 5 διοικούσα επιτροπή εκλέγεται δια μίαν διετίαν, ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων πέντε μεν μελών αυτής, εάν αύτη συντίθεται εξ επτά μελών, κατά πάσαν δε άλλην περίπτωσιν παρόντων τριών μελών και αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν των παρόντων. Τα μέλη της διοικούσης Επιτροπής είναι μετακλητά και ευθύνονται υφ’ ους όρους και ο σύνδικος πτωχεύσεως. 2.Εν περιπτώσει θανάτου, παραιτήσεως ή εξ οιουδήποτε άλλου λόγου αποχωρήσεως ενός ή πλειόνων μελών της διοικούσης Επιτροπής, αι κενωθείσαι θέσεις πληρούνται δι’ εκλογής υπό των υπολειπομένων (ή υπολειπομένου) μελών αυτής. Η τοιαύτη εκλογή ισχύει δια το διάστημα το μέχρι της αμέσως επομένης γενικής συνελεύσεως των πιστωτών, ήτις και προβαίνει εις οριστικήν πλήρωσιν των προκυψάντων κενών. (Εάν το εν τη διοικούση Επιτροπή κενόν προέκυψε λόγω θανάτου ή αποχωρήσεως του μέλους του εκλεγομένου υπό της συνελεύσεως των μετόχων, πληρούται μεν το κενόν υπό της Διοικούσης Επιτροπής προσωρινώς, συγκαλείται όμως αμελλητί η συνέλευσις των μετόχων, ήτις και εκλέγει τον οριστικόν εκπρόσωπον τούτων παρά τη Διοικούση Επιτροπή). Το εντός ( ) τελευταίον εδάφιον κατηργήθη δια του άρθρ. 9 του Ν.Δ. 1159/1972 (κατωτ.αριθ. 15). (Αντί της σελ. 82, 13) Σελ. 82,13(α) Τεύχος 463-Σελ. 17 Εταιρείες διοικούμενες από τους πιστωτές 12.Β.γ.8 Άρθρ.13.-1.Η συνέλευσις των πιστωτών συνέρχεται υποχρεωτικώς εν έδρα της εταιρίας τουλάχιστον άπαξ καθ’ εταιρικήν χρήσιν και εντός τριών το πολύ μηνών από της λήξεως της χρήσεως ή οποτεδήποτε κατ’ απόφασιν της διοικούσης Επιτροπής. 2.Αιτήσει πιστωτών εκπροσωπούντων το εν δέκατον του συνόλου των πιστώσεων, η διοικούσα Επιτροπή υποχρεούται να συγκαλή συνέλευσιν των πιστωτών ορίζουσα ημέραν συνεδρίας αυτής, μη απέχουσαν περισσότερον των είκοσι ημερών από της χρονολογίας της υποβολής της αιτήσεως. Η αίτησις περιλαμβάνει και το αντικείμενον της ημερησίας διατάξεως. 3.Η συνέλευσις δέον να καλήται δέκα τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της οριζομένης δια την συνεδρίασιν αυτής. Η πρόσκλησις ορίζουσα τουλάχιστον τον τόπον, την χρονολογίαν και την ώραν της συνεδριάσεως, ως και τα θέματα της ημερησίας διατάξεως εν σαφηνεία, τοιχοκολλάται εις εμφανή θέσιν του καταστήματος της Εταιρίας και δημοσιεύεται δια μιας τουλάχιστον εκ των εν τη έδρα της Εταιρίας και δια μιας τουλάχιστον εκ των εν Αθήναις εκδιδομένων και ευρύτερον κατά την κρίσιν της διοικούσης Επιτροπής κυκλοφορουσών ημερησίων εφημερίδων. 4.Η διάταξις του άρθρ. 27 του Νόμ. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιρειών» εφαρμόζεται αναλόγως και επί των υπό του παρόντος διεπομένων εταιρειών. 5.Η συνέλευσις των πιστωτών ευρίσκεται εν απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται κατ’ αυτής πιστωταί εκπροσωπούντες το ήμισυ τουλάχιστον του συνόλου των πιστώσεων. Μη εξασφαλισθείσης τοιαύτης απαρτίας, η συνέλευσις συνέρχεται εκ νέου εντός είκοσιν ημερών από της χρονολογίας της ματαιωθείσης συνεδριάσεως προσκαλουμένη προ 10 τουλάχιστον ημερών, ευρίσκεται δε κατά την επαναληπτικήν ταύτην συνεδρίαν εν απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως επί των θεμάτων της αρχικής ημερησίας διατάξεως, οιονδήποτε εάν είναι το κατ’ αυτήν εκπροσωπούμενον τμήμα των πιστώσεων. 6.Αι αποφάσεις της συνελεύσεως λαμβάνονται κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των εν αυτή εκπροσωπουμένων πιστώσεων. Άρθρ.14.-Η διοικούσα Επιτροπή προβαίνει εις οριστικόν έλεγχον των πιστώσεων εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρ. 582 έως και 596 του Εμπορικού Νόμου. Σελ. 82,14(α) Τεύχος 463-Σελ. 18 Άρθρ.15.-1.Συντελεσθέντος του ελέγχου των πιστώσεων, η Επιτροπή χορηγεί εις τους γενομένους δεκτούς πιστωτάς ονομαστικούς τίτλους της Ανωνύμου Εταιρίας, αξίας ονομαστικής ίσης προς το ποσόν της πιστώσεως εκάστου. Οι τίτλοι ούτοι είναι μεταβιβάσιμοι και παρέχουν τα ακόλουθα δικαιώματα προνομιακώς ενασκούμενα: α)Δικαίωμα προνομιακής απολήψεως κατ’ έτος εκ των καθαρών κερδών της Εταιρίας μερίσματος ίσου προς ποσοστόν 6% επί της ονομαστικής αυτών αξίας και β)Δικαίωμα προνομιακής απολήψεως του ονομαστικού αυτών κεφαλαίου εν περιπτώσει διαλύσεως της εταιρίας, προ οιασδήποτε διανομής της εταιρικής περιουσίας εις τους κοινούς μετόχους. Εάν κατά εν ή πλείονα έτη δεν διενεμήθη ή διενεμήθη κατώτερον του ως άνω υπό στοιχ. α΄ προβλεπομένου, το μη πληρωθέν καταβάλλεται σωρευτικώς εκ των καθαρών κερδών των επομένων ετών. 2.Η ονομαστική αξία των ως άνω τίτλων εκφράζεται εις δολλάρια, των εις δραχμάς υποχρεώσεων της εταιρίας μετατρεπομένων εις δολλάρια επί τη κατά την ημέραν της εκδόσεως των τίτλων επισήμω τιμή του δολλαρίου. Η εξόφλησις των τίτλων και μερισμάτων ενεργείται εις δραχμάς επί τη …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.