← Ελλάδα

5. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 11/12 Νοεμ. 1929 Περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 2 του Νόμ. 4266 «περί υπαγωγής της Αεροπορική

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος του 1929 αφορά τη διοίκηση των δημόσιων κτημάτων και καθορίζει κανόνες για τη διαχείριση, την εκμετάλλευση και την αποζημίωση για τη χρήση τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 11/12 Νοεμ. 1929 Περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 2 του Νόμ. 4266 «περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ.», προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Σύστασις. Σκοπός. Άρθρ.1.-(Η Αεροπορική Άμυνα μετονομάζεται εις Δ.Δ.Κ. Η Δ.Δ.Κ. αποτελεί ίδιον νομικόν πρόσωπον, έχει ιδίαν διοίκησιν και υπάγεται εις την αρμοδιότητα του Υπ. Οικονομικών). Το άρθρ. 1 κατηργήθη δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935 (κατωτ. σελ. 167). Άρθρ.21-23.(Αντικατεστάθησαν δια των διατάξεων του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικος τόμ. 2Α). Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.114.-1.Εις τα μέλη των τοπικών Επιτροπών παρέχεται αποζημίωσις δύο επί τοις χιλίοις εκ των δια των αποφάσεων της Διοικούσης Επιτροπής επιδικαζομένων ποσών τιμήματος και μισθωμάτων, όπερ καταβάλλεται αυτοίς δι’ ενταλμάτων εκδιδομένων άμα τη εκδόσει των αποφάσεων της Διοικούσης Επιτροπής. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Γενικαί διατάξεις αφορώσαι την διαχείρισιν εν γένει των δημοσίων κτημάτων. Άρθρ.115.-Εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιού(Αντί της σελ. 163) Σελ. 163(α) 335 - 127 24 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 των, ων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οιασδήποτε το Δημόσιον ή η Δ.Δ.Κ. βεβαιούται αποζημίωσις δι’ ο χρονικόν διάστημα εποιήσαντος χρήσιν. Η αποζημίωσις ορίζεται υπό τοπικής Επιτροπής, αποτελουμένης εκ του Εφόρου, του Ειρηνοδίκου και του Ταμίου κατά την κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, όπερ εγκρινόμενον υπό της Διοικούσης Επιτροπής της Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων, κοινοποιείται δια δημοσίου οργάνου εις τον κατά τα άνω καρπούμενον ή χρησιμοποιούντα το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας (δέκα πέντε ημερών) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήση ανακοπήν, ενώπιον του Ειρηνοδίκου μεν αν πρόκειται περί ετησίας αποζημιώσεως κάτω των πέντε χιλιάδων δραχμών, ενώπιον δε του Προέδρου Πρωτοδικών αν πρόκειται περί μεγαλειτέρας αποζημιώσεως. Ο Πρόεδρος ή ο Ειρηνοδίκης κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρούσιν ή επικυρούσι το πρωτόκολλον ή περιορίζουσι την καθορισθείσαν αποζημίωσιν. Κατά της τοιαύτης αποφάσεως ουδέν επιτρέπεται ένδικον μέσον. Αν όμως αμφισβητήται δια της ανακοπής αυτό τούτο το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφασις του Προέδρου ή του Ειρηνοδίκου ουδεμίαν ασκεί επιρροήν εις την δίκην περί του δικαιώματος, ήτις ήθελε κινηθή ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Το μη ανακοπέν εμπροθέσμως πρωτόκολλον ή το επικυρωθέν ή τροποποιηθέν κατά τα άνω υπό του Προέδρου ή Ειρηνοδίκου, αποτελεί τίτλον διοικητικής εκτελέσεως κατά τον Νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ουδεμιάς χωρούσης ανακοπής εκ των διατάξεων του νόμου τούτου. Το άρθρ. 15 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Νομ. 5895/
  2. Η δεκαπενθήμερος προθεσμία ανακοπής ωρίσθη μηνιαία δια του άρθρ. 10 Α.Ν. 1919/1939 (τόμ. 10 σελ. 279). «Τον Οικονομικόν Έφορον και τον Διευθυντήν του Ταμείου, ελλείποντας, απόντας ή κωλυομένους αντικαθιστώσιν εν τη Επιτροπή οι νόμιμοι αναπληρωταί αυτών, εάν όμως δεν υφίσταται ή δεν λειτουργή Δημόσιον Ταμείον εν τη έδρα της Οικονομικής Εφορίας, αντί του Διευθυντού Ταμείου μετέχει της Επιτροπής έτερος δημόσιος υπάλληλος, οριζόμενος υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Τον Ειρηνοδίκην ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εν τη Επιτροπή ο Γραμματεύς του Ειρηνοδικείου και αν έτι ούτος δεν τυγχάνη αναπληρωτής αυτού εν τη εκδικάσει πολιτικών υποθέσεων. Μη υπάρχοντος δε ή κωλυομένου και του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου, ως και εις την περίπτωσιν Σελ. 164(α) 335 - 128 καθ’ ην δεν υφίσταται Ειρηνοδικείον εν τη έδρα της Οικονομικής Εφορίας, της Επιτροπής μετέχει έτερος δημόσιος υπάλληλος, οριζόμενος υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Αρμόδιος προς εκδίκασιν της ανακοπής, μέχρι μεν του ποσού του ενός εκατομμυρίου δραχμών, τυγχάνει ο Ειρηνοδίκης της τοποθεσίας του κτήματος, πέραν δε του ποσού τούτου, ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών. Εν η περιπτώσει δεν λειτουργεί το αρμόδιον Ειρηνοδικείον, η ανακοπή κατατίθεται είτε εις το αρμόδιον Πρωτοδικείον, εκδικαζομένη υπό του Προέδρου Πρωτοδικών, είτε εις το Ειρηνοδικείον το λειτουργούν πλησιέστερον του αρμοδίου τοιούτου». Τ’ ανωτέρω δύο εδάφια, προστεθέντα δια του άρθρ. 20 Α.Ν. 1540/1938, αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 6 Α.Ν. 1331/
  3. Η κοινοποίησις των πρωτοκόλλων δια τους αγνώστου διαμονής γίνεται προς τον Δήμαρχον ή τον Πρόεδρον Κοινότητος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής τούτων, μη απαιτουμένης τοιαύτης προς τον Εισαγγελέα, ως και δημοσιεύσεως εις τας εφημερίδας. Ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της Κοινότητος υποχρεούται, όπως τοιχοκολλά τα πρωτόκολλα εις τα γραφεία του Δήμου ή της Κοινότητος επί δύο μήνας από της κοινοποιήσεως, μετά την πάροδον των οποίων ταύτα καθίστανται εκτελεστά. Οσάκις οι κάτοχοι ακινήτων του Δημοσίου, εις βάρος των οποίων εβεβαιώθη αποζημίωσις, δυστροπούσι ν’ απομακρυνθώσι τούτων μετά την λήξιν της περιόδου, δι’ ην η καθορισθείσα αποζημίωσις, υπόκεινται εις έξωσιν κατά τας διατάξεις του «περί εξώσεως δυστροπούντων μισθωτών» νόμου ΒΧΗ΄, ως ούτος έχει τροποποιηθεί. Η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρ. 115 του από 11/12 Νοεμ. 1929 Δ/τος «περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων», ως το άρθρον τούτο αντικατεστάθη δια του άρθρ. 5 του Νόμ. 5895 και συμπληρούται δια της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, είναι, ότι μόνη η κατάθεσις της ανακοπής παρά τω αρμοδίω Δικαστηρίω ουδέν έννομον αποτέλεσμα συνεπάγεται, αν δεν ορισθή ταυτοχρόνως δικάσιμος ταύτης και αν δεν κοινοποιηθή η ανακοπή εις τον Υπουργόν των Οικονομικών μετά κλήσεως προς συζήτησιν. Περί της κοινοποιήσεως της ανακοπής βλ. ήδη το άρθρ. 2 Α.Ν. 1925/1951 (κατωτ. αριθ. 27). 25 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου Αι προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κατατεθείσαι παρά τω αρμοδίω Δικαστηρίω ανακοπαί είναι τύποις παραδεκταί μόνον εφ’ όσον εντός τετραμήνου από της ισχύος του παρόντος ήθελεν ορισθή δικάσιμος τούτων και ήθελον εντός του αυτού διαστήματος κοινοποιηθή αι ανακοπαί προς τον Υπουργόν των Οικονομικών μετά κλήσεως προς συζήτησιν. Τα ανωτέρω εδάφια προσετέθησαν δια του άρθρ. 20 Α.Ν. 1540/
  4. «Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν και επί χρήσεως ή καρπώσεως κινητών πραγμάτων του Δημοσίου άνευ συμβατικής σχέσεως. Το ανωτέρω εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 6 παρ. 1 Α.Ν. 1331/
  5. Ήδη δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 619 της 13/27 Ιουλ. 1965 (τόμ. 24 σελ. 92,01) η αρμοδιότης του καθορισμού της αποζημιώσεως, ήτις βεβαιούται κατά το ανωτέρω άρθρ. 115 εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων ο την νομήν ή την χρήσιν έχει δι’ οιασδήποτε συμβάσεως, το Δημόσιον, ανετέθη εις τον κατά τόπον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον. ΄Αρθρ.115α΄.-«1.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του προηγουμένου άρθρου ο καθ’ ου εξεδόθη το καθορίζον την αποζημίωσιν πρωτόκολλον, αμφισβητών την ορθότητα αυτού, δύναται, να προτείνη την εξώδικον λύσιν της διαφοράς μεταξύ αυτού και του Οικονομικού Εφόρου. 2.Η πρότασις υποβάλλεται ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου δι’ ιδιαιτέρας αιτήσεως και εντός της δια την ανακοπήν προβλεπομένης προθεσμίας. Εντός της προθεσμίας ταύτης ο αιτούμενος την εξώδικον λύσιν της διαφοράς υποχρεούται να προσκομίση τα προς υποστήριξιν της αιτήσεώς του αποδεικτικά στοιχεία και αναπτύξη τους ισχυρισμούς του. 3.Ο Οικονομικός Έφορος λαμβάνων υπ’ όψιν πάντα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, τα υπό του καθ’ ου η αποζημίωση προσκομιζόμενα στοιχεία και τα προφορικώς ή εγγράφως υπ’ αυτού αναπτυσσόμενα ως και παν έτερον στοιχείον δύναται, εφ’ όσον κρίνει εν όλω ή εν μέρει βάσιμον το αίτημα, να αποδεχθή την ακύρωσιν του πρωτοκόλλου ή τον περιορισμόν της καθορισθείσης αποζημιώσεως. 4.Εάν αι απόψεις του Οικονομικού Εφόρου και του εις αποζημίωσιν υποχρέου συμπέσουν, συντάσσεται περί τούτου ητιολογημένη πράξις υπογραφομένη παρ’ αμφοτέρων των μερών και η διαφορά θεωρείται επιλυθείσα, η δε ασκηθείσα ανακοπή θεωρείται ως μη γενομένη. 5.Δια την υπό πληρεξουσίου του καθ’ ου η αποζημίωσις συζήτησιν της αιτήσεως περί συμβιβαστικής λύσεως της διαφοράς και την υπογραφήν της κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεως δέον να προσαγάγεται ειδική έγγραφος πληρεξουσιότης. Το παρέχον την πληρεξουσιότητα έγγραφον δύναται να είναι δημόσιον ή ιδιωτικόν. Η γνησιότης της υπογραφής του εντολέως πρέπει να βεβαιούται επί του ιδιωτικού εγγράφου υπό συμβολαιογράφου ή υπό δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής. 6.Εάν ο καθ’ ου η αποζημίωσις είναι αγράμματος, το ιδιωτικον έγγραφον υπογράφεται υπό δύο μαρτύρων, βεβαιουμένης της γνησιότητος των υπογραφών τούτων κατά τον αυτόν τρόπον ή αναπληρούται υπό εγγράφου δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, περιέχοντος την ενώπιον αυτών δήλωσιν του αγραμμάτου υποχρέου περί του διοριζομένου πληρεξουσίου αυτού. 7.Τα πληρεξούσια έγγραφα κατατίθενται εις την κατά τόπον αρμοδίαν Οικονομικήν Εφορίαν». Το άρθρ. 115α προσετέθη δια της παρ. 1 άρθρ. 7 Νόμ. 719/1977 (κατωτ. σελ. 204,11), ούτινος βλ. και παρ.
  6. Άρθρ.116.-1.Δύναται η Δ.Δ.Κ. ν’ αναλαμβάνη κατόπιν αποφάσεως της Δ. Επιτροπής την διαχείρισιν των κτημάτων, εις α έχει συνιδιοκτησίαν τουλάχιστον μέχρι του ημίσεως και να διαθέτη αυτά δια μισθώσεως κατόπιν δημοπρασίας, υποχρεουμένη εις το τέλος εκάστου έτους ν’ αποδίδη εις τους συνιδιοκτήτας τα αναλογούντα αυτοίς ποσοστά εκ των μισθωμάτων. Εις τας δημοπρασίας ταύτας δύνανται να μετάσχωσι και οι συνιδιοκτήται. 2.«Επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας εκποίησις των εις το Δημόσιον ανηκόντων ιδανικών εξ αδιαιρέτου μεριδίων κτημάτων αγροτικών ή αστικών προς τους κατά τα υπόλοιπα ιδανικά μερίδια συνιδιοκτήτας εξ αδιαιρέτου των αυτών κτημάτων. 3.Προ της κατά τα ανωτέρω εκποιήσεως τριμελής επιτροπή εκ δημοσίων υπαλλήλων, οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, προβαίνει εις εκτίμησιν της τρεχούσης αγοραίας αξίας του ανήκοντος τω Δημοσίω ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου του κτήματος. Ως τρέχουσα αγοραία αξία του μεριδίου τούτου καθορίζεται υπό της Επιτροπής το γινόμενον του πολλαπλασιασμού της τρεχούσης αγοραίας αξίας του όλου κτήματος επί το αποδίδον το εις το Δημόσιον ανήκον μερίδιον κλάσμα. 4.Η εκποίησις και ο καθορισμός του τιμήματος γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων. Το τίμημα δύναται να καταβληθή εις ετησίας δόσεις μέχρι 10 το πολύ, ο αριθμός των οποίων ορίζεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών και δι’ ας οφείλεται τόκος 7% ετησίως. (Αντί της σελ. 165) Σελ. 165(α) Τεύχος 667 - Σελ. 67 26 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 5.Εάν οι μετά του Δημοσίου συνιδιοκτήται είναι πλείονες του ενός εφ’ όσον μεν πάντες ούτοι δια δηλώσεώς των καταρτιζομένης ενώπιον συμβολαιογράφου και επί παγίου τέλους χαρτοσήμου δραχ. 10, εντός προθεσμίας τασσομένης υπό της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων, ήθελον αποδεχθή, όπως η εκποίησις γίνη προς πάντας από κοινού ή τινάς μόνον των συνιδιοκτητών, το ανήκον τω Δημοσίω μερίδιον εκποιείται προς τους δια της δηλώσεως ταύτης καθοριζομένους συνιδιοκτήτας και κατά την εν τη αυτή δηλώσει οριζομένην αναλογίαν, άλλως το μερίδιον του Δημοσίου εκποιείται προς τον κύριον της μεγαλυτέρας μερίδος, εν περιπτώσει δε, καθ’ ην αι μεγαλύτεραι μερίδες, ίσαι ούσαι, είναι συνάμα πλείονες της μιας, γίνεται ενώπιον του ειρηνοδίκου της περιφερείας, εν η κείται το κτήμα, επί τη αιτήσει οιουδήποτε των ενδιαφερομένων, κλήρωσις συντασσομένου σχετικού πρακτικού και το μερίδιον του Δημοσίου εκποιείται προς τον υπό του κλήρου ευνοηθέντα». Αι παρ. 2-5 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 21 Α.Ν. 1540/
  7. Άρθρ.117.-Άπασαι αι ως άνω διατάξεις του Β΄ Μέρους του παρόντος ισχύουσι και δια την υπό της Δ.Δ.Κ. διαχειριζομένην περιουσίαν του Εκκλησιαστικού Ταμείου. Άρθρ.24.-(Μεταβατικαί διατάξεις αφορώσαι το προσωπικόν της Δ.Δ.Κ.). Άρθρ.118.-Ένθα υπάρχουσιν ίδια κτηματικά Γραφεία, αντί των Οικονομικών Εφόρων νοούνται οι Διευθυνταί των Γραφείων τούτων, εν δε τω κτήματι Τατοΐου ο Διευθυντής του κτήματος. Άρθρ.119.-Δι’ αποφάσεως της Διοικούσης Επιτροπής εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών, δύναται μέρος της αρμοδιότητος της Κεντρικής Υπηρεσίας ν’ ανατεθή εις τας περιφερειακάς αρχάς ή επιτροπάς καθ’ άπαν το Κράτος ή ωρισμένας περιφερείας. Άρθρ.120.-Η θεώρησις των πωλητηρίων παρά του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταργείται. Άρθρ.121.-(Μεταβατικαί διατάξεις). Άρθρ.122.-Τα παραχωρούμενα εις τας κρατικάς υπηρεσίας εν γένει δημόσια κτήματα δεν δύνανται ούτε να εκμισθώνωνται ούτε άλλως πώς να εκμεταλλεύωνται υπ’ αυτών. Οι δι’ οιονδήποτε λόγον κατοικούντες εν αυτοίς ως και εν ιδιωτικοίς οικήμασι μεμισθωμένοις παρά του Δημοσίου δι’ εγκατάστασιν δημοσίων υπηρεσιών δημόσιοι υπάλληλοι υποχρεούνται εις καταβολήν μισθωμάτων προς την Δ.Δ.Κ., οριζομένων υπό της Διοικούσης Επιτροπής μετά γνωμοδότησιν τοπικών τοιούτων και έγκρισιν Σελ. 166(α) Τεύχος 667 - Σελ. 68 του Υπουργού των Οικονομικών. Το πραγματοποιούμενον ετησίως σχετικόν έσοδον διατίθεται δια την ανέγερσιν, επισκευήν και συντήρησιν των δημοσίων κτιρίων. Αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 30 Νομ. 5234/
  8. Άρθρ.123.-(Αντικατεστάθη δια των νεωτέρων διατάξεων του άρθρ. 39 Α.Ν. 1539/1938). Ακροτελεύτιοι διατάξεις Άρθρ.124-125.(Αφεώρων την διάθεσιν των εσόδων της Δ.Δ.Κ. Δεν ισχύουσι μετά το άρθρ. 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935). Άρθρ.126.-(Προέβλεπε την σύστασιν Επιτροπής Αεροπορικής Αμύνης, σκοπούσης να καταστήση γνωστήν την σπουδαιότητα της αεροπορίας, ήτις κατηργήθη δια του Νόμ. 6191/1934, τόμ. 38). Άρθρ.127-128.(Αφεώρων την υπό της Δ.Δ.Κ. αγοράν, πώλησιν, συντήρησιν κλπ. των χρησιμοποιουμένων υπό των πολιτικών υπηρεσιών δημοσίων κτηρίων. Βλ. σχετικήν νεωτέραν νομοθεσίαν εν τόμω 25 σελ. 263-282). Εις τον ημέτερον επί των Οικονομικών Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος. 27 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου Άρθρ.25-29.(Λογιστικαί διατάξεις περί της Δ.Δ.Κ., μη ισχύουσαι μετά το άρθρ. 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935). Μέρος Δεύτερον Διαχείρισις των Δημοσίων Κτημάτων Κεφάλαιον Α΄ Εκμισθώσεις εν γένει Άρθρ.30.-1.Τα εις την Δ.Δ.Κ. ανήκοντα και εν γένει υπ’ αυτής διαχειριζόμενα κτήματα μισθούνται εις περίοδον ουχί μακροτέραν των πέντε ετών και δια δημοπρασίας. Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 11 Νόμ. 5234/
  9. 2.Εις εκμισθώσεις κτημάτων προς εκμετάλλευσιν συνδυαζομένην μετά ουσιωδών δαπανών του μισθωτού, οίον προς ανοικοδόμησιν γηπέδων, ίδρυσιν εργοστασίων, εγκεντρισμόν αγριελαιών κλπ., δύναται η Δ.Δ.Κ. κατόπιν αποφάσεως της Διοικ. Επιτροπής να προβαίνη και δια χρονικόν διάστημα μέχρι τριάκοντα ετών, αλλά πάντοτε κατόπιν δημοπρασίας. Δια τοιαύτας εκμισθώσεις απαιτείται πάντοτε και έγκρισις του Υπουργού των Οικονομικών. 3.Αι εκμισθώσεις προς τους Δήμους, Κοινότητας και εν γένει νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και κοινής ωφελείας, ως του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού κλπ., δύναται να γίνωνται άνευ δημοπρασίας μετ’ απόφασιν της Δ. Επιτροπής. Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 11 Νόμ. 5234/
  10. 4.Επίσης η Δ.Δ.Κ. δύναται να προβαίνη κατόπιν αποφάσεως της Δ.Επιτροπής εις μισθώσεις άνευ δημοπρασίας δια χρονικόν διάστημα ουχί μείζον του έτους και εφ’ άπαξ, εφ’ όσον σκοπείται δια τούτων η απόκτησις ή διατήρησις της νομής του εκμισθουμένου κτήματος. «5.Ακίνητα του Δημοσίου, ων η ετησία πρόσοδος δεν είναι ανωτέρα των 60.000 δραχμών, δύναται, μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, να εκμισθούνται άνευ δημοπρασίας προς τους κατόχους αυτών». Η παρ. 5 προστεθείσα δια του άρθρ. 11 Α.Ν. 1540/1938 και αντικατασταθείσα δια του άρθρ. 7 Α.Ν. 1331/1949, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 8 Νόμ. 719/1977 (κατωτ. σελ. 204,11). Η παλαιά παρ. 5 έλαβε τον αριθμόν
  11. 6.Η μίσθωσις των εν αλλοδαπή κτημάτων της Δ.Δ.Κ. ενεργείται δια δημοπρασίας κατά τους εκάστοτε ειδικούς όρους της διακηρύξεως, οριζομένους υπό της Διοικ. Επιτροπής. Άρθρ.31.-1.Αι δημοπρασίαι εκμισθώσεως των κτημάτων της Δ.Δ.Κ. άρχονται είτε οίκοθεν παρά των κατά τόπους Οικον. Εφόρων προ ενός τριμήνου τουλάχιστον από της λήξεως της προηγουμένης μισθώσεως, είτε κατόπιν διαταγής της Δ.Δ.Κ. 2.Αι δημοπρασίαι διεξάγονται εν ημέρα Κυριακή ή άλλη εξαιρεσίμω μονοήμεροι από της 10ης π.μ. μέχρι της 12ης της μεσημβρίας εν τη έδρα του Οικον. Εφόρου και εις τον συνήθη τόπον των δημοπρασιών παρ’ αυτού εν Επιτροπή μετά της διοικητικής Αρχής και του Ταμίου. Ένθα δεν συνεδρεύει μετά του Οικον. Εφόρου διοικητική Αρχή, αναπληρούται αύτη υπό του Ειρηνοδίκου. Κατόπιν αδείας της Δ.Δ.Κ. δύναται η δημοπρασία να διεξαχθή και εκτός της έδρας του οικείου Οικον. Εφόρου ενώπιον Επιτροπής εκ δημοσίων υπαλλήλων, οριζομένης υπό της Δ.Δ.Κ., αν εκ δεδικαιολογημένης προτάσεως του Οικον. Εφόρου προκύπτη ότι δύναται να αναπτυχθή μείζων συναγωνισμός. 3.«Εν Αθήναις η επιτροπή συγκροτείται εκ των Τμηματαρχών στεγάσεως Δημοσίων Υπηρεσιών ανεγέρσεως Δημοσίων Κτιρίων και εντός ετέρου της Γ.Δ.Δ.Λ. ως μονίμων μελών γνωμοδοτούσα επί πάσης επισκευής των κτιρίων ιδιοκτησίας του Δημοσίου, συντηρήσεως, επιπλώσεως,υδροληψίας, καθαριότητος, ηλεκτροφω(Αντί της σελ. 147) Σελ. 147(α) Τεύχος 667 - Σελ. 63 6 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 τισμού, φρουρήσεως, θερμάνσεως, ως και επί πάσης μισθώσεως ιδιωτικών ακινήτων προς στέγασιν Δημοσίων υπηρεσιών ή της στεγάσεως τοιούτων εδρευουσών εν Αθήναις, Πειραιεί και όπου επίσης ήθελεν εντός της επαρχίας Αττικής ορίσει απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών. Της Επιτροπής μετέχουν ως έκτακτα μέλη μετά ψήφου είς ανώτερος υπάλληλος εξ εκάστου των λοιπών Υπουργείων προτεινόμενος υπό του αρμοδίου Υπουργού, οσάκις πρόκειται να συζητηθώσιν θέματα αφορώντα την υπηρεσίαν του Υπουργείου εις ο ανήκουσι και ο Προϊστάμενος της αιτούσης υπηρεσίας. Εισηγητής των υποθέσεων εις την Επιτροπήν είναι ο αρμόδιος Εισηγητής, Γραμματεύς δι’ αυτής ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διευθυντού είς των Γραφέων της Δ/σεως Κτημάτων. Εις τα μόνιμα μέλη της επιτροπής παρέχεται αποζημίωσις δραχ. 200 εις δε τους Εισηγητάς και Γραμματέα δραχ. 100 κατά συνεδρίασιν και μέχρι τεσσάρων κατά μήνα συνεδριάσεων». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 16 Α.Ν. 19/20 Νοεμ.
  12. Άρθρ.32.-1.Η πρώτη δημοπρασία γνωστοποιείται δια διακηρύξεως του Οικονομικού Εφόρου, ης αντίγραφον υποβάλλεται εκ των προτέρων εις την Δ.Δ.Κ. προς θεώρησιν και έγκρισιν. 2.Η διακήρυξις αύτη δημοσιεύεται επιμελεία του Οικον. Εφόρου δέκα τουλάχιστον ημέρας προ της ενεργείας της δημοπρασίας δια τοιχοκολλήσεως εις το κατάστημα της Οικον. Εφορίας και εις τας πρωτευούσας των Δήμων ή Κοινοτήτων της αυτής επαρχίας, ένθα το ακίνητον, δια τοιχοκολλήσεως εν τω δημοσιωτέρω μέρει αυτών και τοις δημοτικοίς ή κοινοτικοίς καταστήμασι, εάν δε το κτήμα κείται εις χωρίον και δι’ ομοίας δημοσιεύσεως και εν τούτω. 3.Η δημοσίευσις γίνεται δια των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών και βεβαιούται δια αποδείξεων των εντελλομένων προς τούτο δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων, οίτινες αποστέλλονται εις τον Οικον. Έφορον προ της ενάρξεως της δημοπρασίας. 4.Δημοσιεύσεις περιλήψεων των διακηρύξεων λόγω της σπουδαιότητας των μισθώσεων δύνανται να γίνωνται δια μιας των τοπικών εφημερίδων πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της ενεργείας των δημοπρασιών και μόνον κατόπιν εντολής της Δ.Δ.Κ. Άρθρ.33.-Η διακήρυξις παραπέμπει εις τους όρους του παρόντος νόμου και περιέχει προς τοις άλλοις: α)την ημέραν και τας ώρας της διενεργείας της δημοπρασίας ως και τον τόπον ένθα αύτη ενεργείται β)τον Δήμον ή την Κοινότητα, το χωρίον, την θέσιν, τα όρια, το είδος και την έκτασιν του προς εκμίσθωσιν κτήματος, γ)το χρόνον της ενάρξεως και λήξεως της μισθώσεως, δ)τον ελάχιστον όρον Σελ. 148(α) Τεύχος 667 - Σελ. 64 προσφοράς, όστις ορίζεται υπό του Οικον. Εφόρου και ουχί ελάσσων των 3/4 του κατά την προκειμένην αντίστοιχον περίοδον επιτευχθέντος μισθώματος και δεν δύναται να μειωθή άνευ αδείας της Δ.Δ.Κ., τουναντίον δε δύναται κατά την πρόοδον της δημοπρασίας, ν’ αυξηθή υπό των διεξαγουσών την δημοπρασίαν Αρχών δια πρακτικού συνυποβαλλομένου εις την Δ.Δ.Κ., ε)τον αριθμόν των δόσεων του μισθώματος και τον χρόνον της καταβολής αυτών, ς)τας κατά τον παρόντα νόμον απαιτουμένας ασφαλείας, ζ)εάν η έγκρισις των πρακτικών θέλει γίνει παρά της Δ.Δ.Κ. ή παρά των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών, η)ότι η Δ.Δ.Κ. δεν υποχρεούται εις εγκατάστασιν του μισθωτού, ουδέ ευθύνεται δια τας τυχόν υφισταμένας επί του κτήματος δουλείας, θ)ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής και ι)ότι ο μισθωτής υποχρεούται να διατηρή την κατοχήν του μισθίου, τας υπέρ αυτού δουλείας, τα όρια αυτού και εν γένει το μίσθιον εν καλή καταστάσει, προστατεύων αυτό κατά πάσης καταπατήσεως δια των προσηκουσών αγωγών, αίτινες εκχωρούνται αυτώ δια της συμβάσεως, άλλως ευθύνεται εις αποζημίωσιν. Άρθρ.34.-1.Η δημοπρασία διευθύνεται υπό των Διοικητικών Αρχών, αι δε προσφοραί των πλειοδοτών, ας αποτείνουσιν ούτοι εις τον δημόσιον κήρυκα και παρ’ ου διακηρύττονται αύται μεγαλοφώνως, αναγράφονται εν τοις πρακτικοίς κατά σειράν ως εκφωνούνται μετά του ονοματεπωνύμου του πλειοδότου. 2.Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην, η υποχρέωσις δ’ αύτη μεταβαίνει αλληλοδιαδόχως από του πρώτου εις τους ακολούθως και επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον πλειοδότην. 7 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 3.Ίνα γίνη τις δεκτός εις την δημοπρασίαν, δέον: α)Να προσαγάγη γραμμάτιον παρακαταθήκης χρηματικού ποσού ίσου τω ενί δεκάτω του ελαχίστου όρου προσφοράς ή, εν περιπτώσει επαναληπτικής δημοπρασίας, ίσου τω ενί δεκάτω της επιτευχθείσης κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν προσφοράς ή εγγυητικήν επιστολήν ανεγνωρισμένης εν Ελλάδι Τραπέζης δι’ ίσον ποσόν ή τέλος πιστοποιητικά της αρμοδίας δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, βεβαιούντα το είδος και την αξίαν της ακινήτου περιουσίας του πλειοδότου, πιστοποιητικόν του αρμοδίου υποθηκοφύλακος βεβαιούν, ότι τ’ ανήκοντα εις τον πλειοδότην ακίνητα κτήματα είναι ελεύθερα πάσης υποθήκης και κατασχέσεως, προς δε συμβόλαια αγοραπωλησίας, αν υπάρχωσι τοιαύτα, βεβαιούντα την αξίαν των αυτών κτημάτων, ώστε κατά την εκτίμησιν των διενεργουσών την δημοπρασίαν αρχών να παρέχηται, δια της επ’ αυτών εγγραφής πρώτης υπέρ του Δημοσίου υποθήκης, ασφάλεια δια το 1/10 του ελαχίστου όρου προσφοράς ή της επιτευχθείσης κατ’ ακυρωθείσαν δημοπρασίαν προσφοράς και β)Να εγγυηθή υπέρ του πλειοδότου και δια την ακριβή εκπλήρωσιν των υπό τούτου αναλαμβανομένων υποχρεώσεων αξιόχρεως κατά την κρίσιν της επί των δημοπρασιών επιτροπής εγγυητής, περί της φερεγγυότητος του οποίου λαμβάνονται ως τεκμήρια τίτλοι ιδιοκτησίας, πιστοποιήσεις Επιμελητηρίων ή Αστυνομικών αρχών περί ασκήσεως επαγγέλματος και παν άλλον στοιχείον, όπερ κατά την κρίσιν της επί των δημοπρασιών επιτροπής ήθελε θεωρηθή χρήσιμον προς μόρφωσιν υπ’ αυτής γνώμης περί της φερεγγυότητος του εγγυητού. Τα προσφερόμενα εις εγγύησιν κτήματα, τόσον δια την συμμετοχήν εις την δημοπρασίαν, όσον και δια την ασφάλειαν του μισθώματος και την ακριβή εκπλήρωσιν των όρων της μισθώσεως, δέον να ώσιν ελεύθερα παντός βάρους, προικώου δικαίου και εκνικήσεως τρίτου, τα δε σχετικά περί τούτων έγγραφα δέον να προσάγωνται προς έλεγχον εις τον αρμόδιον Οικον. ’Εφορον τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της δημοπρασίας. Η χρηματική εγγύησις ισχύει τόσον δια την συμμετοχήν εις την δημοπρασίαν, όσον και δια την ακριβή εκπλήρωσιν των όρων της συμβάσεως, εν περιπτώσει αναδείξεως του μετέχοντος της δημοπρασίας ως ενοικιαστού. Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 11 παρ. 2 Α.Ν. 1540/
  13. 4.Δεν γίνονται δεκτοί εις την δημοπρασίαν βουλευταί ή γερουσιασταί προκειμένου περί αγροτικών κτημάτων, εν γένει δι’ οι οικείοι Δήμαρχοι, Πάρεδροι ή Πρόεδροι Κοινοτήτων, οι υπάλληλοι της Δ.Δ.Κ. και αι γυναίκες. Δια τον αποκλεισμόν τινος εκ της δημοπρασίας συντάσσεται έκθεσις παρά των διενεργουσών την δημοπρασίαν Αρχών, προσαρτωμένη εις τα πρακτικά της δημοπρασίας και συνυποβαλλομένη εις την Δ.Δ.Κ. 5.«Αν τις πλειοδοτή δια λογαριασμόν άλλου, οφείλει να το δηλώση ευθύς κατά την σύνταξιν των πρακτικών και να παρουσιάση και το προς τούτο νόμιμον πληρεξούσιον, άλλως θεωρείται αυτός ως μισθωτής. 6.Ίνα γίνη δεκτή η προσφορά, δέον να η ανωτέρα κατά 5% του ελαχίστου όρου προσφοράς ή, μετά την έναρξιν της δημοπρασίας, του εκάστοτε αποτελέσματος αυτής, αν δεν υπερβαίνη τας 50.000 δραχμών, κατά 3% δε αν υπερβαίνη το ποσόν τούτο. Άρθρ.35.-1.Μετά την λήξιν της δημοπρασίας, τα πρακτικά υπογράφονται παρά των ενεργουσών ταύτην Αρχών και παρά του τελευταίου πλειοδότου και του εγγυητού του, εάν δε τις τούτων είναι αγράμματος, υπογράφεται δι’ άλλου επί παρουσία δύο μαρτύρων προσυπογραφομένων. Η παρά του πλειοδότου και εγγυητού προσυπογραφή περιττεύει, όταν η κατακύρωσις γίνεται επί τη βάσει εγγράφου προσφοράς αυτών. 2.Εάν ευθύς μετά το πέρας της δημοπρασίας ο τελευταίος πλειοδότης και εγγυητής δεν υπογράψωσιν αμφότεροι τα πρακτικά, ο Οικον. Έφορος προσκαλεί τον πλειοδότην αυθημερόν εγγράφως και επί αποδείξει δια των Αστυνομικών Αρχών, όπως συμμορφωθή προς τ’ ανωτέρω εντός 24 ωρών, επί απειλή αναπλειστηριασμού εις βάρος του. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, ενεργείται οίκοθεν εις βάρος του αναπλειστηριασμός κατά τα εν άρθρ. 57 του παρόντος οριζόμενα. 3.Μετά την υπογραφήν, τα πρακτικά υποβάλλονται δια του πρώτου ταχυδρομείου προς την Δ.Δ.Κ., δια κοινής ητιολογημένης των Αρχών εκθέσεως περί του συμφέροντος ή μη του αποτελέσματος της δημοπρασίας, συνοδευόμενα με την διακήρυξιν και τας αποδείξεις της δημοσιεύσεως αυτών προς έγκρισιν ή ακύρωσιν, πλην αν η έγκρισις έχει ανατεθή τη Επιτροπή των δημοπρασιών. Άρθρ.36.-1.Επαναλαμβάνεται οίκοθεν παρά των ενεργουσών την δημοπρασίαν Αρχών η δημοπρασία, α)όταν δεν παρουσιάσθη κατ’ αυτήν πλειοδότης, β)όταν μετά την ενέργειαν αυτής δοθή εις τον Οικον. Έφορον ανωτέρα προσφορά, γ)όταν ο τελευταίος πλειοδότης αρνηθή να υπογράψη τα πρακτικά μετα την κατακύρωσιν, κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρ. 35 εδάφ. 2 οριζόμενα, και δ)όταν προτείνεται ομοφώνως η ακύρωσις των πρακτικών λόγω ασυμφόρου του αποτελέσματος. 2.Επαναλαμβάνεται η δημοπρασία κατ’ εντολήν της Δ.Δ.Κ. όταν α)ακυρωθή παρ’ αυτής είτε λόγω ασυμφόρου είτε λόγω παρατυπίας Σελ. 149 8 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 και β)όταν δοθή προς την Δ.Δ.Κ. ανωτέρα προσφορά. 3.Ανώτεραι προσφοραί είναι δεκταί μετά το πέρας της δημοπρασίας, αν είναι έγγραφοι και περιέχουσιν ολογράφως και αριθμητικώς το επί πλέον προσφερόμενον ποσόν και το σύνολον της προσφοράς, αν ώσι σύμφωνοι τω 34ω άρθρω και παραδοθώσιν επί αποδείξει εις μεν τον Οικον. Έφορον μέχρι της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως προς την δημοτικήν ή κοινοτικήν Αρχήν, κατά τα εν άρθρ. 39 εδαφ. 2 του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα, προς δε την Δ.Δ.Κ. εντός της οκταημέρου προθεσμίας προς έγκρισιν, κατά το άρθρ. 38 του παρόντος. Άρθρ.2.-Σκοπός της Δ.Δ.Κ. είναι η περισυλλογή, προστασία και διαχείρισις των δημοσίων κτημάτων κατά τας ειδικωτέρας διατάξεις του παρόντος. Άρθρ.37.-1.Αι επαναληπτικαί κατά το προηγούμεον άρθρον δημοπρασίαι κηρύττονται δια περιληπτικής διακηρύξεως του Οικον. Εφόρου, αναφερομένης εις τους όρους της πρώτης, ενεργούνται δε μετά τρεις τουλάχιστον ημέρας, αφ’ ης η διακήρυξις τοιχοκολληθή εις μονον τον τόπον της δημοπρασίας επί αποδείξει των δημοτικών ή κοινοτικών Αρχών, υπολογιζομένης και της ημέρας της τοιχοκολλήσεως, διεξαγόμεναι κατά τα λοιπά κατά τας ανωτέρω διατάξεις. 2.Η διακήρυξις εκδίδεται κατά την επανάληψιν της δημοπρασίας την επομένην ημέραν της διεξαγωγής της αγόνου δημοπρασίας ή παρελεύσεως της προθεσμίας του άρθρ. 35, εδάφ. 2 του παρόντος προς υπογραφήν του πρακτικού ή της υποβολής της ανωτέρας προσφοράς προς τον Οικον. Έφορον ή της υποβολής των πρακτικών προς την Δ.Δ.Κ. μετά προτάσεως ακυρώσεως αυτών ή τέλος λήψεως της διαταγής της Δ.Δ.Κ. περί επαναλήψεως. 3.Οσάκις επαναλαμβάνεται η δημοπρασία λόγω ασυμφόρου του αποτελέσματος, ως ελάχιστος όρος προσφοράς τίθεται το κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν επιτευχθέν αποτέλεσμα. Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 1 παρ. 13 Νόμ. 5234/
  14. Άρθρ.38.-1.Η έγκρισις των πρακτικών πάσης δημοπρασίας απόκειται εις τον Γεν. Γραμματέα, την Δ.Ε. και τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τα ειδικώτερον εν τοις ανωτέρω άρθροις του παρόντος οριζόμενα, δέον δε πάντως να γίνηται εντός 8 ημερών από της λήξεως των πρακτικών εν τη υπηρεσία, βεβαιουμένης εκ του πρωτοκόλλου. 2.Δύνανται η Δ.Δ.Κ. να αναθέτη την έγκρισιν των πρακτικών εις τας διενεργούσας την δημοπρασίαν Αρχάς, ιδία όταν προσεγγίζη η εποχή της χρησιμοποιήσεως ή καρπώσεως του κτήματος ή προηγήθησαν τρεις τουλάχιστον δημοπρασίαι. Εν τη περιπτώσει ταύτη, αι Αρχαί αποφαίνονται την τρίτην ημέραν από της διεξαγωγής της δημοπρασίας, συμπεριλαμβανομένης και της ημέρας ταύτης. Η Σελ. 150 Δ.Δ.Κ. αναθέτουσα εις τας επί των δημοπρασιών Αρχάς την έγκρισιν, δύναται να ορίση το ελάχιστον όριον, ου κάτω δεν επιτρέπεται η έγκρισις, όπερ όριον δεν ανακοινούται τοις ενδιαφερομένοις. 3.Επίσης μετά τρεις τουλάχιστον δημοπρασίας δύναται, αν συντρέχωσιν αποχρώντες λόγοι, να διαταχθή τελειωτική δημοπρασία, ότε η έγκρισις των πρακτικών αφίεται πάλιν εις τας Τοπικάς Αρχάς. Προς τούτο όμως απαιτείται απόφασις της Διοικ. Επιτροπής, εγκρινομένης και παρά του Υπουργού, οσάκις τούτω ανήκει η έγκρισις και δημοσίευσις αυτής κατά το εδάφ. 4 του άρθρ.
  15. Άρθρ.39.-1.Η έγκρισις των πρακτικών κοινοποιείται υπό του αρμοδίου Οικον. Εφόρου εγγράφως και επί αποδείξει προς την δημοτικήν ή κοινοτικήν Αρχην της έδρας του την επιούσαν της υπ’ αυτού παραλαβής του, πλην αν δεν εξηντλήθη υπό της Δ.Δ.Κ. ολόκληρος η κατά το προηγούμενον άρθρον 1 οκταήμερος προθεσμία, ότε η έγκρισις δέον να κοινοποιηθή την επομένην της λήξεως ταύτης. Εις περίπτωσιν καθ’ ην η έγκρισις γίνεται υπό των επί των δημοπρασιών Αρχών, η κοινοποίησις ταύτης γίνεται την επιούσαν της λήξεως της κατά το προηγούμενον άρθρον, εδάφ. 2, τριημέρου προθεσμίας. 2.Η κατά την άνω ημέραν κοινοποίησις της εγκρίσεως προς την δημοτικήν ή κοινοτικήν Αρχήν γίνεται περί την δείλην και ολίγον προ της δύσεως του ηλίου. Μέχρι της στιγμής ταύτης επιτρέπονται νέαι προσφοραί. Εάν η ημέρα της κοινοποιήσεως συμπέση Κυριακή ή άλλη εξαιρέσιμος εορτή του Κράτους, αναβάλλεται αύτη δια την επιούσαν και την αυτήν ώραν. 9 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 3.Η δημοτική ή κοινοτική Αρχή οφείλει επί ιδία αυτής ευθύνη να επιδώση εντός 24 ωρών την έγκρισιν προς τον μισθωτήν, εις την προθεσμίαν δε ταύτην δεν συμπεριλαμβάνεται το λόγω αποστάσεως χρονικόν διάστημα, εν περιπτώσει καθ’ ην ο προς ον η κοινοποίησις μισθωτής δεν διαμένει εν τη έδρα του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Εν απουσία του μισθωτού ή εν αρνήσει τούτου να παραλάβη την έγκρισιν, η κοινοποίησις ενεργείται δια τοιχοκολλήσεως εις την θύραν της κατοικίας του τη παραγγελία του Δημάρχου ή του Προέδρου της Κοινότητος. Περί της τοιχοκολλήσεως συντάσσεται έκθεσις, ήτις υπογράφεται υπό του ενεργήσαντος ταύτην δημοτικού ή κοινοτικού υπηρέτου και δύο μαρτύρων. Εάν ο μισθωτής είναι αγράμματος, την περί κοινοποιήσεως έκθεσιν υπογράφουν, εκτός του επιδίδοντος υπηρέτου, και δύο μάρτυρες. Βλ. ήδη άρθρ. 5 παρ. 4 Ν.Δ. 1370/
  16. Άρθρ.40.-1.Οσάκις επαναλαμβάνεται η δημοπρασία εις βάρος του αναδειχθέντος τελευταίου πλειοδότου ή του μισθωτού, ως ελάχιστον όριον προσφοράς ορίζεται το σύνολον των τε οφειλομένων μισθωμάτων μετά των προσθέτων τελών και τόκων υπερημερίας, ως και των μισθωμάτων των αναλογούντων εις τον υπολειπόμενον χρόνον της μισθώσεως. Το ποσόν τούτο μειούται μεθ’ εκάστην άγονον δημοπρασίαν κατά 10%, αι μειώσεις όμως αύται δεν δύνανται να ώσιν εν συνόλω ανώτεραι του 50% του αρχικού ποσού, πλην αν εγκριθή περαιτέρω μείωσις, δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 2.Κατά την διεξαγωγήν των κατά το προηγούμενον εδάφιον δημοπρασιών η έγκρισις των πρακτικών ανήκει εις τας επί των δημοπρασιών αρχάς, μόνον δ’ εν περιπτώσει, καθ’ ην το επιτευχθέν εν τη δημοπρασία μίσθωμα ήθελεν είσθαι κατώτερον του οφειλομένου δια τον υπόλοιπον χρόνον της μισθώσεως μισθώματος υποβάλλονται προς έγκρισιν εις τον Υπουργόν των Οικονομικών. Αι δημοπρασίαι αύται επαναλαμβάνονται μόνον όταν δίδωνται έγγραφοι ανώτεροι προσφοραί. 3.Το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσις Δημοσίων Κτημάτων) δύναται ν’ ακυρώση τα υποβληθέντα αυτή πρακτικά, εν τη περιπτώσει όμως ταύτη και εφ’ όσον εντός 20 ημερών από της διεξαγωγής της δημοπρασίας δεν υποβληθή έγγραφος αντιπροσφορά, οπότε υποχρεωτικώς επαναλαμβάνεται η δημοπρασία, περιορίζεται η οφειλή του κηρυχθέντος εκπτώτου κατά το εν τη τελευταία δημοπρασία επιτευχθέν ποσόν και τερματίζεται ο εις βάρος του ενεργούμενος αναπλειστηριασμός. 4.Εις περίπτωσιν, καθ’ ην ήθελε μεν ο αναπλειστηριασμός αποβή άνευ αποτελέσματος, το ακίνητον όμως ήθελεν αναμισθωθή εντός της αυτής χρονικής περιόδου, δι’ ην είχεν αρχικώς προκηρυχθή η δημοπρασία, το Δημόσιον συμψηφίζει υπέρ του κηρυχθέντος εκπτώτου πλειοδότου ή μισθωτού τόσον μέχρι του επιτευχθέντος μισθώματος, όσον αναλογεί εις το χρονικόν διάστημα από της συνάψεως της νέας μισθώσεως μέχρι της ημέρας, καθ’ ην έληγεν η διαλυθείσα τοιαύτη, το εκπιπτόμενον όμως τούτο ποσόν δεν δύναται εν ουδεμιά περιπτώσει να η ανώτερον του εις το αυτό χρονικόν διάστημα αναλογούντος μισθώματος, όπερ είχεν επιτευχθεί κατά την διαλυθείσαν μίσθωσιν. Το άρθρ. 40 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 11 παρ. 3 Α.Ν. 1540/
  17. Άρθρ.41.-Παρατυπία τις της δημοπρασίας ουδέν παράγει δικαίωμα υπέρ του μισθωτού ή πλειοδότου. Άρθρ.42.-1.Μετά την κοινοποίησιν της εγκρίσεως των πρακτικών της δημοπρασίας ή της αποφάσεως τη Δ. Επιτροπής περί άνευ δημοπρασίας εκμισθώσεως, εγγράφεται πρώτη υποθήκη υπέρ της Δ.Δ.Κ. προς ασφάλειαν του μισθώματος επί ακινήτων του μισθωτού ή του εγγυητού αυτού ή τρίτου τινός προσφερομένου προς τούτο, αξίας ίσης τουλάχιστον προς το 1/3 του όλου μισθώματος ή επί μισθώσεως υπέρ την πενταετίαν προς το εν τέταρτον αυτού. Την εκτίμησιν των κτημάτων τούτων ποιούνται από κοινού ο οικείος Οικον. Έφορος και ο Ταμίας, ευθυνόμενοι δια πάσαν εκ κακής εκτιμήσεως ζημίαν της Δ.Δ.Κ. Σημείωσιν περί των υποθηκευμένων κτημάτων οφείλει ο μισθωτής να παρουσιάση τω Εφόρω εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως της εγκρίσεως των πρακτικών ή της περί εκμισθώσεως άνευ δημοπρασίας αποφάσεως της Δ.Δ. Κτημάτων. Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 15 Νόμ. 5234/
  18. 2.Εάν δεν προσάγηται η σημείωσις αύτη εντός της προθεσμίας ή η αξία των προς υποθήκευσιν προσφερομένων κτημάτων δεν κρίνεται επαρκής υπό των αρχών, τάσσεται παρά του Εφόρου εγγράφως νέα προθεσμία ουχί μείζων της πρώτης, εντός της οποίας οφείλει ο μισθωτής να προσαγάγη σημείωσιν ικανών κτημάτων. Παρελθούσης και της προθεσμίας ταύτης απράκτου, πράττονται τα εν άρθρ.
  19. Άρθρ.43.-Της εγγραφής της υποθήκης υπέρ της Δ.Δ.Κ. επιμελείται ο μισθωτής, υποχρεούμενος εις την καταβολήν των δικαιωμάτων του Υποθηκοφύλακος, ως και των τελών. Η μη εγγραφή της υποθήκης εντός πέντε ημερών από της παραδόσεως εκ μέρους του Εφόρου της Σελ. 151 10 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 αιτήσεως μετά των περιλήψεων εις τον μισθωτήν, επάγεται την επανάληψιν της δημοπρασίας εις βάρος αυτού και του εγγυητού, κατά τα εν άρθρ. 57 οριζόμενα. Άρθρ.44.-Εάν ο μισθωτής ή ο εγγυητής αυτού εκποιήση ή υποθηκεύση προς τρίτους τα προς ασφάλειαν της Δ.Δ.Κ. προσφερόμενα κατά τον χρόνον της δημοπρασίας είτε μετ’ αυτήν κτήματα προ της πραγματοποιήσεως της ασφαλείας, καταδιώκονται κατά τα άρθρ. 396 κλπ. του Ποινικού Νόμου. ΄Αρθρ.3.-1.Εις την Δ.Δ.Κ. περιέρχεται η κυριότης, διοίκησις και διαχείρισις απάσης της περιουσίας κινητής και ακινήτου, η υπαγομένη προ της συστάσεως της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον της Γεωργίας ως και η μετά ταύτα κτηθείσα παρά της Αεροπορικής Αμύνης και τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις αυτής. 2.Δια την περιέλευσιν των άνω κτημάτων εις την Δ.Δ.Κ. δεν απαιτείται μεταγραφή εν τοις οικείοις βιβλίοις. «Επίσης δεν απαιτείται μεταγραφή δια την περιέλευσιν εις το Δημόσιον κτημάτων κατά τας Ελληνοβουλγαρικάς και Ελληνοτουρκικάς συμφωνίας». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του Άρθρ.45.-1.Επιτρέπεται αντί της κτηματικής ασφαλείας να δοθή χρηματική εγγύησις ανερχομένη εις το εν έκτον τουλάχιστον του όλου μισθώματος ή και εγγυητική επιστολή δια το αυτό ποσόν Τραπέζης ανεγνωρισμένης υπό της Δ.Δ.Κ. Επί μισθώσεως υπέρ την πενταετίαν η ως άνω εγγύησις μειούται εις το εν δέκατον. Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 16 Νομ. 5234/
  20. 2.Η αναγνώρισις της Τραπέζης γίνεται κατόπιν αποφάσεως της Διοικούσης Επιτροπής Άρθρ.46.-1.Μετά την εγγραφήν της υποθήκης ή την χορήγησιν της εγγυήσεως συντάσσεται εντός δέκα ημερών από ταύτης μισθωτήριον συμβόλαιον ενώπιον συμβολαιογράφου μεταξύ του Οικονομικού Εφόρου και του μισθωτού. Προ της συντάξεως του συμβολαίου ο μισθωτής δεν δύναται να λάβη την κατοχήν του μισθίου. Τα τέλη και λοιπά έξοδα του μισθωτηρίου συμβολαίου βαρύνουσι τον μισθωτήν. 2.Επί μισθώσεων, εν αις το μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια δραχμών εν συνόλω, αντί του συμβολαιογραφικού εγγράφου, εκδίδεται παρά του Εφόρου δηλοποίησις, συντασσομένη επί του αναλόγου ενσήμου χάρτου και προσυπογραφομένη παρά του μισθωτού, ή, αν ούτος αγνοή να υπογράψη, παρά δύο μαρτύρων. Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 8 Α.Ν. 1331/
  21. 3.Χρεωστικαί ομολογίαι δεν συντάσσονται. Άρθρ. 47.-Η Δ.Δ.Κ. δεν ευθύνεται απέναντι του μισθωτού δια την πραγματικήν κατάστασιν, εις ην ευρίσκεται το μίσθιον και ης υποτίθεται ότι έχει λάβει γνώσιν ούτος, ουδέ δια την ύπαρξιν οιασδήποτε δουλείας επί του κτήματος, ούτε συνεπώς υποχρεούται εντεύθεν εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος, ουδ’ εις την λύσιν της μισθώσεως. Άρθρ.48.-1.Η Δ.Δ.Κ. δεν υποχρεούται εις την εγκατάστασιν του μισθωτού εν τω μισθίω ουδ’ απαλλάσσεται ούτος της πληρωμής του μισθώματος, εάν δεν εποιήσατο χρήσιν αυτού άνευ υπαιτιότητος της Δ.Δ.Κ. Σελ. 152 2.Ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα μειώσεως του μισθώματος δια βλάβην εκ θεομηνίας ή άλλης τυχαίας αιτίας, επερχομένην από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής. Άρθρ.49.-1.Ο χρόνος της πληρωμής του μισθώματος κανονίζεται εκάστοτε εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας και τω συμβολαίω αλλ’ ουδέποτε το μίσθωμα εκάστου έτους ή εκάστης ετησίας περιόδου δύναται να κατατμηθή εις πλείονας των εξ δόσεων, της δ’ εξαμήνου περιόδου εις πλείονας των τριών. Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 17 Νόμ. 5234/
  22. 2.Εις την πρώτην δόσιν, ήτις δέον απαραιτήτως να προκαταβάλληται, συνυπολογίζεται η τυχόν κατά την διενέργειαν της δημοπρασίας δοθείσα εγγύησις προς συμμετοχήν. 3.Επί προκαταβολής ολοκλήρου του μισθώματος ή τινός των δόσεων γίνεται έκπτωσις 6% επί του προκαταβαλλομένου ποσού, εφόσον το υπολειπόμενον χρονικόν διάστημα προς εμπρόθεσμον καταβολήν αυτού δεν είναι έλασσον του έτους. Άρθρ.50.-Ο μισθωτής υπόκειται εις πρόστιμον 500-100.000 δραχμών, επιβαλλόμενον υπό της Διοικ. Επιτροπής, δια πάσαν παράβασιν όρου της μισθώσεως εκ των αναγραφομένων είτε εν τω παρόντι, είτε εν τη διακηρύξει, ανεξαρτήτως πάσης άλλης ειδικής συνεπείας. Η απόφασις αύτη αποτελεί τίτλον διοικητικώς εκτελεστόν. Άρθρ.51.-Ο εγγυητής, όστις είναι απαραίτητος, είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνος μετά του μισθωτού δια πάσαν υποχρέωσιν αυτού, στερούμενος ευεργετήματος και δη του της διζήσεως και διαιρέσεως. Άρθρ.52.-1.Η Δ.Δ.Κ. δύναται να λύη μονομερώς τας μισθώσεις, όταν λαμβάνη ανάγκην των μισθίων είτε αυτή, είτε αι λοιπαί κρατικαί υπηρεσίαι και εν γένει δια λόγους γενικού συμφέροντος, αλλά πάντοτε κατόπιν προμηνύσεως κοινοποιουμένης επί αποδείξει προς τον μισθωτήν ένα μήνα προ της διαλύσεως. Ο όρος ούτος δέον ν’ αναγράφηται και εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας. 2.Ο μισθωτής ουδεμίαν δύναται εκ της τοιαύτης διαλύσεως να αξιώση αποζημίωσιν, δικαιούμενος μόνον εις την απαλλαγήν ή εν περιπτώσει προκαταβολής την ανάληψιν του μη δεδουλευμένου μισθώματος. 11 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 3.Επί μισθώσεων πολυετών, συνδεομένων μετά μονίμων εγκαταστάσεων του μισθωτού, κατά το 2 εδάφιον του άρθρ. 30, δύναται κατόπιν αποφάσεως της Δ. Επιτροπής να απαλειφθή ο όρος της μονομερούς διαλύσεως, γινομένης περί τούτου ρητής μνείας εν τω συμβολαίω και εν τη διακηρύξει, εάν πρόκειται μίσθωσις δια δημοπρασίας. 4.Λυομένης της μισθώσεως μονομερώς υπό της Δ.Δ.Κ., παν δικαίωμα συσταθέν υπό του μισθωτού υπέρ τρίτου θεωρείται ως μη υπάρχον απέναντι ταύτης. Άρθρ.53.-1.Υπεκμίσθωσις επιτρέπεται, αν μη άλλως ωρίσθη, αλλά πάντοτε μετ’ έγγραφον συγκατάθεσιν της Δ.Δ.Κ. 2.Σιωπηρά αναμίσθωσις δεν χωρεί, αλλ’ υποχρεούται ο μισθωτής άμα τη λήξει της μισθώσεως ή τη διαλύσει ταύτης, όπως αποδώση το μίσθιον, υποκείμενος άλλως εις έξωσιν κατά την διαδικασίαν του Νομ. ΒΧΗ΄, ως ετροποποιήθη δια νεωτέρων νόμων. Και η παράβασις οιουδήποτε όρου της συμβάσεως επάγεται, κατόπιν αποφάσεως τη Δ.Ε., εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών, διάλυσιν της μισθώσεως και έξωσιν του μισθωτού κατά την αυτήν διαδικασίαν. Η παρ. 2 συνεπληρώθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 18 Νόμ. 5234/
  23. Άρθρ.54.-1.Παν οικοδόμημα, εγκατάστασις ή παράπηγμα, γινόμενον υπό του μισθωτού επί του μισθίου είτε κατά την σύμβασιν, είτε οίκοθεν, περιέρχεται εις την κυριότητα της Δ.Δ.Κ. μετά την λήξιν ή διάλυσιν της μισθώσεως, άνευ αποζημιώσεώς τινός, μη δυναμένου του μισθωτού να αφαιρέση την οικοδομικήν ύλην, αν μη άλλως συνεφωνήθη. 2.Τας υπαρχούσας οικοδομάς και εν γένει το μίσθιον οφείλει ο μισθωτής να διατηρή εν καλή καταστάσει, ουδέ δύναται να επιφέρη ουσιώδεις αλλοιώσεις εις το κτήμα άνευ αδείας της Δ.Δ.Κ. 3.Ο μισθωτής οφείλει επίσης να μεριμνήση περί της διατηρήσεως τη κατοχής του μισθίου, των υπέρ αυτού δουλειών, και να αποκρούη πάσαν καταπάτησιν αυτού, έχων πάσας τας αγωγάς της Δ.Δ.Κ. Επί μισθώσεως δε αγροτικού κτήματος οφείλει να αντικαθιστά τα αποξηραινόμενα δένδρα δι’ εμφυτεύσεως άλλων τοιούτων και να μεριμνά υπέρ της διατηρήσεως των ορίων του κτήματος. 4.Δια πάσαν παράβασιν μιας των ανωτέρω υποχρεώσεων ο μισθωτής υπόκειται εις αποζημίωσιν, καθοριζομένην υπό της Διοικ. Επιτροπής δι’ αποφάσεώς της και μετά προηγούμενην γνωμάτευσιν τοπικής επιτροπής, αποτελούσης τίτλον διοικητικώς εκτελεστόν. Ο όρος ούτος δέον να αναγράφηται και εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας. Τηρείται πάντοτε και ενταύθα η διάταξις του άρθρ. 1 παρ. 1 Νόμ. 5234/
  24. 3-4.(Δεν ισχύουσι μετά το άρθρ. 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935). άρθρ.
  25. Άρθρ.55.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 1 παρ. 19 Νόμ. 5934/1931). Άρθρ.56.Μετά την ολοσχερή εξόφλησιν του μισθώματος και την βεβαίωσιν του Οικον. Εφόρου περί της εκπληρώσεως πασών των εκ της μισθώσεως και του παρόντος απορρεουσών υποχρεώσεων, διατάσσεται επί τη βάσει ητιολογημένου πρωτοκόλλου του αρμοδίου Ταμίου και Οικον. Εφόρου η εξάλειψις της τυχόν εγγεγραμμένης υποθήκης και η απόδοσις της εγγυήσεως ή εγγυητικής επιστολής. Άρθρ.57.-1.Επαναλαμβάνεται η δημοπρασία εις βάρος του αναδειχθέντος πλειοδότου: α)Εάν μετά το πέρας της δημοπρασίας δεν υπογράψη τα πρακτικά ταύτης μετά του εγγυητού. β)Εάν δεν προσαγάγη σημείωσιν κτημάτων εντός των προθεσμιών του άρθρ.
  26. γ)Εάν δεν εγγράψη την υποθήκην εντός της προθεσμίας του άρθρ.
  27. δ)Εάν δεν προσέλθη προς υπογραφήν του συμβολαίου εντός της προθεσμίας του άρθρ. 46 και ε)Εάν αυτός ή ο εγγυητής εκποιήσουν ή υποθηκεύσουν τα προς ασφάλειαν της Δ.Δ.Κ. προσφερόμενα κτήματα είτε κατά τον χρόνον της δημοπρασίας, είτε μετ’ αυτήν και προ της πραγματοποιήσεως της ασφαλείας αυτής. 2.Δύναται να διαλυθη η μίσθωσις και να επαναληφθή η δημοπρασία εις βάρος του μισθωτού δια το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα της μισθώσεως κατόπιν αποφάσεως της Διοικ. Επιτροπής, καθοριζούσης και το οφειλόμενον εισέτι μίσθωμα, ένεκά τινος των κάτωθι λόγων: α)Λόγω καθυστερήσεως και μιας των δόσεων του μισθώματος. β)Ένεκα παραβάσεως μιας των υποχρεώσεων των εδαφ. 2 και 3 του άρθρ. 54, και γ)Ένεκα παραβάσεως της υποχρεώσεως του άρθρ.
  28. 3.Δια πάσαν παράβασιν των όρων της διακηρύξεως ή του μισθωτηρίου συμβολαίου ή ειδικώτερον του παρόντος άρθρου, διατάσσεται δι’ αποφάσεως της Δ. Επιτροπής, εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών, η κατάπτωσις της κατατεθείσης, είτε δια την ακριβή εκπλήρωσιν των όρων της συμβάσεως, εγγυήσεως υπέρ της Δ.Δ.Κ., ανεξαρτήτως πάσης άλλης ειδικής συνεπείας. Η δε απόφασις αύτη αποτελεί τίτλον διοικητικής εκτελέσεως. Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 1 παρ. 20 Νομ. 5234/
  29. Άρθρ.58.-Εν περιπτώσει επαναλήψεως της δημοπρασίας κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, δικαιούται η Δ.Δ.Κ. να εγγράψη υποθήκην επί της ακινήτου περιουσίας του τελευταίου πλειοδότου, ή του μισθωτού, ή του εγγυητού προς ασφάλειαν του επιτευχθέντος κατά την ακυρωθείσαν δημοπρασίαν ή του οφειλομένου μισθώματος και πάσης άλλης προκυπτούσης εντεύθεν αξιώσεως. (Αντί για τη σελ. 153) Σελ. 153(α) Τεύχος 1239 - Σελ. 59 12 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 Άρθρ.59.-Η εκ πταίσματος του μισθωτού διαταχθείσα νέα δημοπρασία ενεργείται εις βάρος αυτού και του εγγυητού, ενεχομένων δια την επί έλαττον διαφοράν του νέου μισθώματος από του της προτέρας δημοπρασίας. Η διαφορά αύτη βεβαιουμένη υπό του Οικ. Εφόρου εισπράττεται κατά τα περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων ωρισμένα. Η επί πλέον διαφορά είναι εις όφελος της Δ.Δ. Κτημάτων. Κεφάλαιον Β΄. Εκμετάλλευσις αιγιαλών, ποταμών κλπ. Άρθρ.60.-1.Η εκμετάλλευσις των αιγιαλών διενεργείται υπό της Δ.Δ.Κ. δια μονοετούς ή πολυετούς κατά τας διατάξεις του προηγουμένου κεφαλαίου παραχωρήσεως της χρήσεως αυτών, προς ίδρυσιν κέντρων αναψυχής, εγκατάστασιν λουτρών, ίδρυσιν εργοστασίων κλπ., εφόσον δεν παραβιάζεται εντεύθεν ο προορισμός αυτών ως κοινοχρήστων. 2.Επιτρέπεται υπό τους άνω όρους κατόπιν αποφάσεως της Διοικ. Επιτροπής η άνευ δημοπρασίας χορήγησις επί μισθώματι αδειών απλής χρήσεως των αιγιαλών μέχρις ενός έτους εις τους έχοντας γειτονικάς ιδιοκτησίας ή καταστήματα, ως επίσης δια το αυτό χρονικόν διάστημα χορήγησις αδειών δι’ εγκατάστασιν λουτήρων δι’ ατομικήν ή οικογενιακήν χρήσιν. 3.Αι παραχωρήσεις χρήσεως του παρόντος άρθρου υπόκεινται πάντοτε εις μονομερή διάλυσιν εκ μέρους της Δ.Δ.Κ. δια λόγους γενικού συμφέροντος (αμύνης της χώρας, συγκοινωνίας κλπ.). 4.Διατηρούνται εν ισχύϊ αι περί παραλιακών γηπέδων διατάξεις του νόμου «περί λιμένων και λιμενικών ταμείων». 5.Οι κατά το άρθρον τούτο αναδεικνυόμενοι πλειοδόται ή απ’ ευθείας ενοικιασταί υποχρεούνται να συμμορφώνωνται προς τας διατάξεις του νόμου «περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ.», εφόσον πρόκειται να εκτελεσθώσιν ωρισμένα έργα. Η υποχρέωσις αύτη αποτελεί όρον της διακηρύξεως και των συμβάσεων. 6.Η Δ.Δ.Κ. καθορίζει δι’ αποφάσεώς της ανά τριετίαν μετά συνεννόησιν μετά του σχεδίου πόλεων και του οικείου Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητος την παραλιακήν ζώνην, εφ’ ης θ’ απαγορεύηται πάσα μίσθωσις ή παραχώρησις χρήσεως. «7.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, εκδιδομένης κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, εις ην μετέχει ειδικώς δια την περίπτωσιν ταύτην και αντιπρόσωπος του προτείνοντος Υπουργείου, εις τους έχοντας ή προτιθέμενους να ιδρύσουν επί ιδιωτικών χώρων εμπορικάς επιχειρήσεις χύδην φορτίου εργοστάσια ή άλλας Σελ. 154(α) Τεύχος 1239 - Σελ. 60 βιομηχανικάς επιχειρήσεις ή εις τους εκμεταλλευόμενους μεταλλεία ή λατομεία, επιτρέπεται η άνευ δημοπρασίας απευθείας παραχώρηση του δικαιώματος χρήσεως αιγιαλού προς κατασκευή προβλητών ή άλλων έργων, προοριζομένων δια την εξυπηρέτησιν των εμπορικών επιχειρήσεων χύδην φορτίου, βιομηχανιών, βιοτεχνιών, μεταλλείων και λατομείων αυτών ή τρίτων που διακινούν όμοιο φορτίο και αντί ετησίας αποζημιώσεως καθοριζομένης ανά πενταετία κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 5 του Νόμ. 5895/1933 του υπό τούτου προβλεπόμενου πρωτοκόλλου γνωμοδοτήσεως συντασσομένου παρά διμελούς επιτροπής εκ δημοσίων υπαλλήλων της αρμοδιότητος ενός εκάστου των Υπουργείων Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας οριζομένων υπό των οικείων υπουργών. Η κατασκευή των τοιούτων έργων ενεργείται τηρουμένων των οικείων περί λιμένων διατάξεων, ως και των περί σχεδίων πόλεων και κωμών. Άδειες κατασκευής και χρήσεως λιμενικών έργων που έχουν χορηγηθεί με βάση των ως άνω αντικαθισταμένη διάταξη, ισχύουν και για όλες τις παραπάνω χρήσεις». Η παρ. 7 όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρ. 12 του Νόμ. 1539/1938, κατωτ. σελ. 191, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 21 του Άρθρ.4.-Πάσαι αι διατάξεις αι αφορώσαι την δημοσίαν περιουσίαν ως και αι διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού και περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της Δ.Δ.Κ., εφόσον δεν τροποποιούνται υπό του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Διοίκησις άρθρ. 6 του Νομ. 2160/19-19 Ιουλ. 1993 (ΦΕΚΑ-118) (Τόμ. 18 σελ. 64,910). 8.Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου δύνανται να εφαρμόζωνται και προκειμένου περί τμημάτων αιγιαλού, περιλαμβανομένων εκτός της ζώνης λιμένος. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη 1)αντί του Υπουργού των Οικονομικών αποφαίνεται ο Υπουργός της Συγκοινωνίας, 2)αντί γνώμης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων απαιτείται γνώμη της οικείας Λιμενικής Επιτροπής ή, προκειμένου περί του λιμένος Πειραιώς, της Διοικούσης Επιτροπής του Ο.Λ.Π. και 3) η ετησία αποζημίωσις, ανήκουσα εις τον Ο.Λ.Π. ή την οικείαν Λιμενικήν Επιτροπήν, καθορίζεται μετά γνώμην τούτων δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Συγκοινωνίας, καθ’ ης επιτρέπεται η κατά το άρθρ. 5 του Νόμ. 5895 ανακοπή. 9.Οσάκις η έκτασις του αιγιαλού δεν είναι επαρκής δια την ίδρυσιν θαλασσίων λουτρών, κέντρων αναψυχής, αθλητικών παιδιών και λοιπών παρεμφερών έργων, αύτη συμπληρούται δια του αναγκαιούντος χώρου εκ τυχόν υπαρχούσης κοινοχρήστου εκτάσεως, άνευ ανταλλάγματός τινός εν τη περιπτώσει ταύτη, εφόσον δε δεν υφίσταται τοιαύτη κοινόχρηστος έκτασις εκ συνεχομένης προς τον αιγιαλόν ιδιωτικής εκτάσεως, αφ’ ης χωρεί αναγκαστική υπέρ του Δημοσίου απαλλοτρίωσις λόγω δημοσίας ωφελείας. 13 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 10.Ο αναγκαιών χώρος προς συμπλήρωσιν του αιγιαλού εκ της συνεχομένης προς αυτόν κοινοχρήστου ή ιδιωτικής εκτάσεως καθορίζεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συγκοινωνίας (προκειμένου δε περί περιφερείας υπαγομένης εις την Διοίκησιν Πρωτευούσης, του Υπουργού Διοικητού Πρωτευούσης) και Οικονομικών, ως και του Υφυπουργού Τύπου και Τουρισμού, η δε διάθεσις του τε αιγιαλού και του συνεχομένου χώρου γίνεται υπό του Υπουργείου των Οικονομικών κατά τας διατάξεις της διεπούσης τα της διοικήσεως των Δημοσίων Κτημάτων νομοθεσίας και τους εν τη συμβάσει της διαθέσεως τιθεμένους ειδικούς όρους, τηρουμένων των οικείων διατάξεων περί σχεδίων πόλεων και κωμών και περί συστάσεως της Διοικήσεως Πρωτευούσης και πολεοδομικού οργανισμού της πρωτευούσης. 11.Η απαλλοτρίωσις της κατά το προηγούμενον εδάφιον καθοριζομένης ιδιωτικής εκτάσεως ενεργείται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει των κατά την παρ. 10 του παρόντος άρθρου Υπουργών και εφαρμόζονται αι διατάξεις του Νόμ. ΓπΝΑ΄

(3951)της 4 Δεκ. 1911 ως αυθεντικώς ηρμηνεύθη, ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια νεωτέρων νόμων. Η πληρωτέα αποζημίωσις καθορίζεται ως προς τους χώρους τους περιλαμβανομένους εντός του σχεδίου ρυμοτομίας και χαρακτηριζομένους υπό τούτου ως κοινοχρήστους, συμφώνως προς τας διατάξεις τας διεπούσας την αποζημίωσιν ακινήτων προς εφαρμογήν των σχεδίων ρυμοτομίας, ως προς δε τους μη κοινοχρήστους και τους εκτός του σχεδίου κειμένους, επί της βάσει της μέσης αξίας τούτων κατά την τελευταίαν τριετίαν προ της εκδόσεως του κατά το παρόν εδάφιον Β.Δ/τος. Δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 718 της 11/22 Οκτ. 1975 ΦΕΚ Α΄ 236 (τόμ. 24 σελ. 58,416) το εν τη ανωτέρω παρ. θέμα αντί Π.Δ./τος, ρυθμίζεται εφεξής δι’ αποφάσεως των αυτών Υπουργών δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 1018/1971 (τόμ. 23Α σελ. 294,20) ωρίσθη ότι «δια την υπό δημοσίων, πολιτικών ή στρατιωτικών, υπηρεσιών ή υπό Ν.Π.Δ.Δ. κατά τας κειμένας διατάξεις εκποίησιν, δωρεάν παραχώρησιν ή μίσθωσιν πέραν των 5 ετών εκτάσεως γης, μετά ή άνευ κτισμάτων, απαιτείται η προηγουμένη γνώμη των πολεοδομικών υπηρεσιών των αρμοδίων δια την μελέτην και εισήγησιν προς έγκρισιν ή επέκτασιν των σχεδίων πόλεων και οικισμών. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων δύναται να καθορίζωνται αι εξαιρέσεις από της εφαρμογής του παρόντος άρθρου και πάσα συναφής λεπτομέρεια». 12.Δια τα κτίσματα, τα τυχόν υπάρχοντα επί των απαλλοτριουμένων χώρων, τα κατασκευασθέντα δυνάμει νομίμου αδείας, η πληρωτέα αποζημίωσις υπολογίζεται βάσει της αξίας τούτων, κατά τον χρόνον της εκδόσεως του κατά το προηγούμενον εδάφιον Β.Δ/τος, λαμβανομένης πάντως υπ’ όψιν της παλαιότητος αυτών. Προκειμένου περί κτισμάτων σχετικών προς τα προβλεπόμενα υπό του παρόντος έργα και κατασκευασθέντων επί συνεχομένης προς τον αιγιαλόν ιδιωτικής εκτάσεως υπό αναδόχου του Δημοσίου, όστις και εξεμεταλλεύετο ταύτα δυνάμει της συμβάσεώς του κατά την διάρκειαν ταύτης, οσάκις ο ανάδοχος βαρύνεται υπό του όρου της άνευ αποζημιώσεώς του παραχωρήσεως εις το Δημόσιον των εκτελεσθέντων παρ’ αυτού έργων, τα κτίσματα ταύτα περιέρχονται άνευ αποζημιώσεως τινός εις το Δημόσιον. Αι παρ. 7-12 προσετέθησαν δια του άρθρ. άρθρ. 12 Α.Ν. 1540/
  1. Άρθρ.61.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 1219/1938). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Συμμετοχή εις Εταιρείας Άρθρ.62-
  2. (Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 19 παρ. 6 Α.Ν. 1540/1938). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Διάθεσις Κτημάτων Γενικά Άρθρ.65.-1.Παν κτήμα της Δ.Δ.Κ. εκποιείται, πλην αν η Διοικ. Επιτροπή αποφανθή υπέρ της διατηρήσεως αυτού. Η εκποίησις των τε κινητών και ακινήτων γίνεται δια δημοπρασίας εκτός των ειδικών περιπτώσεων, καθ’ ας ο παρών νόμος επιτρέπει ταύτην και άνευ δημοπρασίας. 2.Η κατά τα ως άνω εκποίησις των εν τη αλλοδαπή κτημάτων της Δ.Δ.Κ. γίνεται επί τη βάσει ιδίας εκάστοτε αποφάσεως της Διοικ. Επιτροπής, κανονιζούσης και τους όρους της εκποιήσεως. 3.Ανταλλαγή κτήματος επιτρέπεται μετ’ απόφασιν της Διοικ. Επιτροπής, εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών, κατόπιν προηγουμένης εκτιμήσεως τριμελούς επιτροπής εξ ειδικών, γνωματευόντων περί της αξίας των ανταλλασσομένων και του συμφέροντος της ανταλλαγής. 4.(Τροποποιηθείσα αλλεπαλλήλως, κατηργήθη δια του άρθρ. 23 Νόμ. 719/1977, κατωτ. σελ. 204,11). Εκποίησις δια δημοπρασίας Άρθρ.66.-1.Η δημοπρασία εκποιήσεως ακινήτων ενεργείται μετά προηγουμένην καταμέτρησιν και εκτίμησιν του εκποιητέου κτήματος υπό τοπογράφου της Δ.Δ.Κ. ή μηχανικού «της Χαρτογραφικής Υπηρεσίας του Στρατού», (Αντί της σελ. 155(α) Σελ. 155(β) Τεύχος 667 - Σελ. 65 14 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 συντασσομένου προς τούτο πρωτοκόλλου μετά σχεδιαγράμματος αυτού. Εν ελλείψει μηχανικού ενεργείται ακριβής περιγραφή του ακινήτου μετ’ εκτιμήσεως τη εντολή της Δ.Δ.Κ. υπό δύο ετέρων δημοσίων υπαλλήλων, οριζομένων υπ’ αυτής ή εν ανάγκη υπό του διδασκάλου και του ιερέως του Δήμου ή της Κοινότητος, ένθα κείται το κτήμα, οριζομένων υπό του Οικονομικού Εφόρου, παρ’ ων περιγράφεται το εκποιηθέν ακίνητον. 2.Προκειμένου να εκποιηθή ακίνητον, περιελθόν εις το Δημόσιον ή την Δ.Δ.Κ. δια κατακυρώσεως ενεργηθείσης συνεπεία πλειστηριασμού, αντί πρωτοκόλλου ή της εκθέσεως δύναται να χρησιμοποιηθή το πρόγραμμα πλειστηριασμού εν ω περιγράφεται το εκποιηθέν ακίνητον. 3.Το πρωτόκολλον καταμετρήσεως και εκτιμήσεως ακινήτων εμφαίνει τον Δήμον ή την Κοινότητα, την πόλιν ή χωρίον και την θέσιν ένθα κείται το κτήμα, εμβαδόν, τας πλευρικάς διαστάσεις, τά όρια και την αξίαν κατά στρέμμα ή τετραγων. μέτρον, ή τετρ. πήχυν και εν όλω του ακινήτου καθώς και των επ’ αυτού τυχόν φυτειών και οικοδομημάτων, προκειμένου δε περί ύδατος, χρησιμοποιουμένου ή δυναμένου να χρησιμοποιηθή ως κινητηρίου δυνάμεως, την αξίαν και του ύδατος. Τέλος περιέχει και διάγραμμα του κτήματος. Η εκτιμωμένη ολική αξία του κτήματος προτείνεται εις την Δ.Δ.Κ. ως ελάχιστος όρος προσφοράς. Τα αυτά στοιχεία δέον κατά το δυνατόν να περιέχη και η έκθεσις η αναπληρούσα κατά την αυτήν διάταξιν το ελλείπον πρωτόκολλον εκτιμήσεως ή καταμετρήσεως. 4.Το δια την εκποίησιν των κινητών πρωτόκολλον εκτιμήσεως και περιγραφής δέον να περιέχη περιγραφήν όσον οίον τε λεπτομερεστέραν των εκποιητέων κατ’ είδος ή ποσόν, την αξίαν εκάστου τούτων και την συνολικήν αξίαν, συντάσσεται δε υπό διμελούς τουλάχιστον επιτροπής, οριζομένης εκάστοτε υπό της Δ.Δ.Κ. Επί εκποιήσεως κινητών εν τη αλλοδαπή ισχύει η διάταξις του 2ου εδαφίου του άρθρ. 65 του παρόντος. 5.Το πρωτόκολλον ή η έκθεσις υποβάλλεται προς έγκρισιν εις την Δ.Δ.Κ. υπό του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου μετά της γνώμης του, σημειουμένης επί της οικείας αυτού στήλης, περί της αποδοχής ή μη της γενομένης εκτιμήσεως και εγκρίνεται ή απορρίπτεται δι’ αποφάσεως του Γεν. Γραμματέως, εν η καθορίζεται και ο ελάχιστος όρος προσφοράς. 6.Εν περιπτώσει απορρίψεως των άνω πρωτοκόλλων ή εκθέσεων υπό της Δ.Δ.Κ., διατάσσεται η σύνταξις νέου τοιούτου, πάσα δε περαιτέρω αύξησις ή ελάττωσις του ελαχίστου όρου προσφοράς γίνεται δια διαταγής της Δ.Δ.Κ. κατόπιν δεδικαιολογημένης εκθέσεως του Οικον. Εφόρου. Σελ. 156(β) Τεύχος 667 - Σελ. 66 7.Η δημοπρασία εκποιήσεως των εν τη αλλοδαπή κινητών ή ακινήτων της Δ.Δ.Κ. διεξάγεται κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας και των άρθρ. 172 και 174 του Προξενικού νόμου ενώπιον της αρμοδίας κατά τόπον Προξενικής αρχής, οριζομένης υπό της Δ. Επιτροπής ή τη εντολή της παρά δικαστηρίου ή του νομίμου αυτού αναπληρωτού ή ένθα δεν υπάρχει προξενικόν δικαστήριον ενός υπηκόου Έλληνος εκ των περιλαμβανομένων εν, κατά νόμον, συντεταγμένω καταλόγω των εγκριτοτέρων πολιτών της δικαιοδοσίας της προξενικής αρχής, οριζομένων υπό της Δ. Επιτροπής ή τη εντολή της παρά του Προξένου. Της εκποιήσεως προηγείται εκτίμησις των πραγμάτων παρά τριών εκτιμητών διοριζομένων επίσης υπό της Διοικ. Επιτροπής ή τη εντολή της παρά του προξένου και οριζομένων ενώπιον της οικείας Προξενικής αρχής, κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας. Βλ. και παρ. 2 και 5 άρθρ. 5 Ν.Δ. 1370/
  3. Άρθρ.67.-1.Αι δια την εκποίησιν των εν προηγουμένω άρθρω κτημάτων των κειμένων εν τη ημεδαπή δημοπρασίαι διεξάγονται εν τη έδρα του οικείου Οικον. Εφόρου και εις τον συνήθη τόπον των δημοπρασιών, ενώπιον επιτροπής αποτελουμένης εκ της Διοικητικής αρχής, εν ελλείψει δε τοιαύτης του αρμοδίου Ειρηνοδίκου, του Οικον. Εφόρου και του Ταμίου ή των νομίμων αυτών αναπληρωτών, ενεργούνται δε μονοήμεροι εν ημέρα πάντοτε Κυριακή ή άλλη εξαιρεσίμω από της 10ης π.μ. ώρας μέχρι της 12 της μεσημβρίας. Κατόπιν αδείας της Δ.Δ.Κ. δύναται η δημοπρασία να διεξαχθή και εντός της έδρας του αρμοδίου Οικον. Εφόρου, ενώπιον επιτροπής οριζομένης υπό της Δ.Δ.Κ., αν εκ της δεδικαιολογημένης προτάσεως του αρμοδίου Οικον. Εφόρου προκύπτει, ότι δύναται να αναπτυχθή επωφελέστερος συναγωνισμός προς διάθεσιν αυτών. 2.Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται μετ’ απόφασιν της Δ. Επιτροπής η ενέργεια δημοπρασιών εν τω Καταστήματι της Δ.Δ.Κ. ενώπιον επιτροπής, οριζομένης παρ’ αυτής της Διοικ. Επιτροπής. Βλ. ήδη παρ. 2 και 5 άρθρ. 5 Ν.Δ. 1370/
  4. Άρθρ.68.-1.Εκάστη δημοπρασία κηρύσσεται δια διακηρύξεως του Οικον. Εφόρου, ης αντίτυπον υποβάλλεται εκ των προτέρων εις την Δ.Δ.Κ. προς θεώρησιν και έγκρισιν. 2.Η διακήρυξις δημοσιεύεται επιμελεία του Οικον. Εφόρου δέκα τουλάχιστον ημέρας προ της διενεργείας της δημοπρασίας δια τοιχοκολλήσεως εις το κατάστημα της Οικον. Εφορίας, εις τας πρωτευούσας των Δήμων ή Κοινοτήτων της αυτής επαρχίας, ένθα κείται το εκποιητέον κτήμα, εις το δημοσιώτερον μέρος αυτών και εις τα Δημοτικά ή Κοινοτικά καταστήματα, εάν δε τούτο κείται εις χωρίον και δι’ ομοίας δημοσιεύσεως και εις το χωρίον τούτο. 15 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 3.Η διακήρυξις περιέχει άπαντα τα δια του άρθρ. 66 του παρόντος απαιτούμενα στοιχεία, καθώς και την ημέραν και τας ώρας της δημοπρασίας, τον τόπον ένθα αύτη ενεργείται, την υποχρέωσιν του πλειοδότου περί της καταβολής κατά την δημοπρασίαν του δεκάτου του ελαχίστου όρου της εκτιμήσεως του εκποιητέου κτήματος και λοιπάς τοιαύτας επιβαλλομένας δια του παρόντος νόμου, επίσης δε τον αριθμόν των δόσεων, καθ’ ας δέον να καταβληθή το όλον τίμημα. 4.Η διακήρυξις δημοσιεύεται επιμελεία του Οικον. Εφόρου δια των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών και βεβαιούται δι’ αποδείξεων των εντεταλμένων προς τούτο δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων, αίτινες αποστέλλονται εις τον Οικον. Έφορον προ της ενάρξεως της δημοπρασίας. 5.Η Δ.Δ.Κ. δύναται, λαμβάνουσα υπ’ όψιν την αξίαν του εκποιουμένου κτήματος, να διατάξη την δημοσίευσιν περιλήψεως της διακηρύξεως, περιεχούσης τους ουσιώδεις όρους αυτής, δια μιας των τοπικών εφημερίδων, συντελουμένην πάντως πέντε ημέρας προ της διενεργείας της δημοπρασίας. Βλ. και άρθρ. 5 παρ. 3 Ν.Δ. 1370/
  5. Άρθρ.69.-1.Η δημοπρασία διευθύνεται υπό της Διοικητικής αρχής, οι δε προσφοραί των πλειοδοτών, ας προτείνουν ούτοι εις τον δημόσιον κήρυκα και παρ’ ου διακηρύττονται αύται μεγαλοφώνως, αναγράφονται εν τοις πρακτικοίς κατά σειράν, ως εκφωνούνται μετά του ονοματεπωνύμου του πλειοδότου. 2.Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική δια τον πλειοδότην, η υποχρέωσις δ’ αύτη μεταβαίνει αλληλεγγύως από του πρώτου εις τους ακολούθους και επιβαρύνει τον τελευταίον πλειοδότην. 3.Ουδείς είναι δεκτός εις την δημοπρασίαν αν δεν καταβάλη το δέκατον του ελαχίστου όρου της προσφοράς του εκποιητέου κτήματος και δεν προσαγάγη κατά την δημοπρασίαν το περί τούτου γραμμάτιον παραλαβής επί παρακαταθήκη του αρμοδίου ταμίου ή διπλότυπον εισπράξεως δημοσίου εισπράκτορος. 4.Αν τις πλειοδοτή δια λογ/σμόν άλλου, πρέπει να το δηλώση ευθύς κατά την σύνταξιν των πρακτικών και να παρουσιάση το προς τούτο νόμιμον πληρεξούσιον, άλλως θεωρείται και εκλαμβάνεται αυτός ως αγοραστής. 5.Όταν ο ελάχιστος όρος του εκποιητέου κτήματος είναι μέχρις 1.000 δραχμών, η προσφορά πρέπει να γίνηται τουλάχιστον ανά είκοσι πέντε δραχμάς, όταν πλέον των 1.000 δραχμών και μέχρι των 5.000 δραχμών ανά 100 δραχμάς, εάν πλέον των 5.000 δραχμών και μέχρι των 10.000 δραχμών ανά 250 δραχμάς, όταν πλέον των 10.000 ανά 500 δραχμάς, όταν πλέον των 25.000 δραχμών ανά 2.000 δραχμάς. Επί ελαχίστου όρου υπέρ τας 20.000 δραχμάς η προσφορά δέον να η ανωτέρα κατά 2% τούτου. 6.Μετά την λήξιν της δημοπρασίας τα πρακτικά υπογράφονται παρά των ενεργουσών ταύτην αρχών και του τελευταίου πλειοδότου, εάν δε ούτος είναι αγράμματος υπογράφονται δι’ άλλου επί παρουσία δύο μαρτύρων, προσυπογραφομένων και τούτων. Άρθρ.70.-1.Μετά το πέρας εκάστης δημοπρασίας εισί δεκταί προσφοραί εάν είναι έγγραφοι και περιέχωσιν ολογράφως και αριθμητικώς το επί πλέον προσφερόμενον ποσόν, συμφώνως τω προηγουμένω Άρθρ.5-6.(Βλ. ήδη άρθρ. 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935 και άρθρ. 8 Ν.Δ. 668/1941, κατωτ. αριθ. 10). άρθρω, παραδοθώσι δε εις την αρμόδιαν οικονομικήν αρχήν εντός πέντε ημερών αρχομένων από της επιούσης του πέρατος της δημοπρασίας, τηρουμένων των διατυπώσεων του προηγουμένου άρθρου. 2.Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης άνευ ανωτέρας προσφοράς, αι διενεργούσαι τας δημοπρασίας αρχαί, οφείλουσι την επιούσαν από της λήξεως της δια την προσφοράν ωρισμένης ανωτέρω προθεσμίας να υποβάλωσι τα πρακτικά της δημοπρασίας εις την Δ.Δ.Κ., δια κοινής και ητιολογημένης εκθέσεως περί του συμφέροντος ή μη τω Δημοσίω του αποτελέσματος της δημοπρασίας. 3.Τα πρακτικά ταύτα δέον να συνοδεύωνται με το οικείον πρωτόκολλον του εκποιητέου κτήματος, την διακήρυξιν και την περί της δημοσιεύσεως ταύτης, ως ανωτέρω, απόδειξιν, σημειουμένων εν αυτοίς όλων των αφορώντων την δημοπρασίαν εγγράφων, εξ ων να βεβαιούται η τήρησις των νενομισμένων διατυπώσεων. Εντός οκτώ ημερών από της εν τη υπηρεσία λήψεως των πρακτικών η Δ.Δ.Κ. αποφαίνεται περί της εγκρίσεως ή ακυρώσεως αυτών ή και περί ενεργείας επαναληπτικής δημοπρασίας, επί τη βάσει ανωτέρας προσφοράς, ήτις δύναται να δίδηται εις την Δ.Δ.Κ. εντός της 8ημέρου ταύτης προθεσμίας και ως δια της πρώτης παραγράφου του άρθρου τούτου ορίζεται. 4.Παρατυπία τις της δημοπρασίας, ουδέν υπέρ του αγοραστού παράγει δικαίωμα. Άρθρ.71.-1.Η έγκρισις των πρακτικών κοινοποιείται υπό του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου εγγράφως και επί αποδείξει προς την δημοτικήν ή κοινοτικήν αρχήν της έδρας του την επιούσαν της υπ’ αυτού παραλαβής της, πλην αν δεν εξηντλήθη υπό της Δ.Δ.Κ. ολόκληρος η κατά το άρθρ. 70 εδάφ. 3 οκταήμερος προθεσμία, ότε η έγκρισις δέον να κοινοποιηθή την επιούσαν της λήξεως της προθεσμίας ταύτης. Η κατά την άνω ημέραν κοινοποίησις της εγκρίσεως εις την δημοτικήν Σελ. 157 16 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 ή κοινοτικήν αρχήν γίνεται περί την δείλην και ολίγον προ της δύσεως, μέχρι δε της στιγμής ταύτης επιτρέπεται νέα προσφορά. Εάν η ημέρα της κοινοποιήσεως συμπέση Κυριακή ή άλλη εξαιρέσιμος εορτή του Κράτους, αναβάλλεται αύτη δια την επιούσαν και την αυτήν ώραν. 2.Η Δημοτική ή Κοινοτική αρχή οφείλει επί ιδία αυτής ευθύνη να επιδώση εντός 24 ωρών την έγκρισιν εις τον αγοραστήν, εις την προθεσμίαν δε ταύτην δεν λογίζεται το λόγω αποστάσεως χρονικόν διάστημα εν περιπτώσει καθ’ ην ο προς ον κοινοποιείται αγοραστής δεν διαμένει εν τη έδρα του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Εν απουσία του αγοραστού ή αρνήσει τούτου προς παραλαβήν της εγκρίσεως, η κοινοποίησις ενεργείται δια τοιχοκολλήσεως εις την θύραν της κατοικίας αυτού τη παραγγελία του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Περί της τοιχοκολλήσεως συντάσσεται έκθεσις, ήτις υπογράφεται παρά του ενεργήσαντος ταύτην δημοτικού ή κοινοτικού υπηρέτου και δύο μαρτύρων. Εάν ο αγοραστής είναι αγράμματος, την περί της κοινοποιήσεως έκθεσιν υπογράφουν εκτός του επιδίδοντος υπηρέτου και δύο μάρτυρες. Βλ. και άρθρ. 5 παρ. 4 Ν.Δ. 1370/1942, Άρθρ.72.-1.Επαναλαμβάνεται η δημοπρασία α)όταν δεν παρουσιασθή εις αυτήν πλειοδότης, β)όταν ο τελευταίος πλειοδότης αρνηθή να υπογράψη τα πρακτικά της δημοπρασίας ευθύς μετά την κατακύρωσιν, γ)όταν ο αγοραστής δεν καταβάλη εντός της δια του άρθρ. 75 του παρόντος τεταγμένης προθεσμίας ολόκληρον ή το πέμπτον του τιμήματος του εκποιηθέντος κτήματος, δ)όταν προτείνηται ομοφώνως η ακύρωσις των πρακτικών λόγω ασυμφόρου της προσφοράς, ε)όταν επί του αποτελέσματος της δημοπρασίας δοθή ανωτέρα προσφορά, ς)όταν δοθή ανωτέρα προσφορά επίσης εις την Δ.Δ.Κ. εντός της κατά το άρθρ. 70 του παρόντος 8ημέρου προθεσμίας και ζ)όταν η δημοπρασία ακυρωθή υπό της Δ.Δ.Κ. λόγω ασυμφόρου της προσενεχθείσης προσφοράς ή παρατυπίας. 2.Εις τας πέντε πρώτας περιπτώσεις αι αρχαί επαναλαμβάνουσιν οίκοθεν την δημοπρασίαν επί τη βάσει της διακηρύξεως, ην εκδίδει ο αρμόδιος Οικον. Έφορος. Αντίτυπον της διακηρύξεως ταύτης υποβάλλεται τη Δ.Δ.Κ. εγκαίρως, ίνα ληφθή τούτο προ της ημέρας της διεξαγωγής της δημοπρασίας. Εις τας περιπτώσεις β, γ, δ, και ζ΄ ως ελάχιστος όρος τίθεται το επιτευχθέν κατά την δημοπρασίαν τίμημα, αυξανομένης αναλόγως της κατά το άρθρ. 69, παρ. 3, εγγυήσεως. 3.Αι επαναληπτικαί δημοπρασίαι κηρύσσονται, δια περιληπτικής διακηρύξεως του Οικον. Εφόρου αναφερομένης εις τους όρους της πρώτης, ενεργούνται δε μετά πέντε τουλάχιστον ημέρας, αφ’ ης η Σελ. 158 διακήρυξις τοιχοκολληθή μόνον εις τον τόπον της δημοπρασίας επί αποδείξει των Δημοτικών ή Κοινοτικών αρχών, υπολογιζομένης και της ημέρας της τοιχοκολλήσεως, διεξαγόμεναι κατά τα λοιπά κατά τας άνω διατάξεις. Βλ. και άρθρ. 5 παρ. 3 Ν.Δ. 1370/
  6. 4.Μετά τρεις δημοπρασίας δύναται κατόπιν αποφάσεως της Δ. Επιτροπής, εγκρινομένης και υπό του Υπουργού των Οικονομικών, ένθα αυτός εγκρίνει τα πρακτικά, να ανατίθηται η έγκρισις τούτων εις τας διενεργούσας την δημοπρασίαν αρχάς ή να διαταχθή τελειωτική δημοπρασία, ότε η έγκρισις των πρακτικών αφίεται πάλιν εις τας τοπικάς αρχάς. Περίληψις της περί τελειωτικής δημοπρασίας αποφάσεως δημοσιεύεται κατά το 5ον εδάφιον του άρθρ. 68 του παρόντος. Αι παρ. 2, 3 και 4 ετροποποιήθησαν ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 22 Νομ. 5234/
  7. Άρθρ.73.-Η σύμβασις της αγοραπωλησίας θεωρείται οριστικώς καταρτισθείσα από της εκδόσεως του πωλητηρίου, από του χρόνου δε τούτου τρέχει και ο κίνδυνος του πράγματος κατά του αγοραστού. Μέχρι της εκδόσεως του πωλητηρίου δύναται ο Υπουργός των Οικονομικών να ανακαλέση την έγκρισιν των τυχόν κοινοποιηθέντων πρακτικών της δημοπρασίας. Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου ισχύει και επί κτημάτων, δι’ αν ενεκρίθησαν τα πρακτικά δημοπρασίας εκποιήσεως, εφ’ όσον μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν εξεδόθησαν τα πωλητήρια. Το άρθρ. 73 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 8 Νομ. 338/
  8. Άρθρ.74.-Η Δ.Δ.Κ. δεν ευθύνεται απέναντι του αγοραστού δι’ οιανδήποτε εκνίκησιν του κτήματος, ουδέ δια την εν γένει κατάστασιν αυτού ή τα επ’ αυτού υφιστάμενα βάρη ή δουλείας. Επί εκνικήσεων επιστρέφεται το καταβληθέν τίμημα ατόκως και διαγράφεται ο αγοραστής ως προς το υπόλοιπον εκ των χρηματικών καταλόγων. Επί μερικής εκνικήσεως επιστρέφεται ανάλογον ποσόν οριζόμενον υπό της Δ. Επιτροπής, χωρίς ν’ αποκλείηται η προσφυγή εις τα Δικαστήρια. Άρθρ.75.-1.Το τίμημα των εκποιουμένων κτημάτων καταβάλλεται εις μετρητά. Εάν δεν υπερβαίνη τας πέντε χιλιάδας δραχμάς καταβάλλεται ολόκληρον εντός δέκα ημερών από της εις τον αγοραστήν υπό του Οικονομικού Εφόρου επιδιδομένης δια της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής γνωστοποιήσεως της εγκρίσεως. 17 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 2.Επί μείζονος τιμήματος καταβάλλεται εντός της προθεσμίας ταύτης μόνον το πέμπτον αυτού, συμψηφιζομένου εις το ποσόν τούτο του κατά την δημοπρασίαν καταβληθέντος δεκάτου του ελαχίστου όρου προσφοράς. Το υπόλοιπον καταβάλλεται εις τέσσαρας ετησίας δόσεις εντόκως προς 8% ετησίως, από της εκδόσεως του πωλητηρίου. Εν ουδεμιά όμως περιπτώσει εκάστη δόσις δύναται να η ελάσσων των 5.000 δραχμών, μειουμένου αναλόγως εν τοιαύτη περιπτώσει του αριθμού των δόσεων. Η Διοικ. Επιτροπή δύναται ν’ αξιώση την ολοκληρωτικήν καταβολήν του τιμήματος ασχέτως ποσού εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου, τούθ’ όπερ αναγράφεται υποχρεωτικώς εν τη διακηρύξει. Βλ. ήδη άρθρ. 98 παρ. 2 του παρόντος. 3.(Μεταβατικαί διατάξεις). 4.Το γραμμάτιον πληρωμής, είτε ολοκλήρου του τιμήματος είτε του πέμπτου κατά την ανωτέρω διάκρισιν, αποστέλλει ο Έφορος εις την Δ.Δ.Κ., μεθ’ ο εκδίδεται το πωλητήριον, υπογραφόμενον υπό του Γεν. Γραμματέως και του οικείου Τμηματάρχου. Εκάστη δόσις πληρώνεται κατά Σεπτέμβριον. 5.Εάν παρέλθη άπρακτος η εν τω εδάφ. 1 προθεσμία, η αγοραπωλησία θεωρείται αυτοδικαίως άκυρος και το υπό του αγοραστού καταβληθέν κατά την δημοπρασίαν δέκατον καταπίπτει και βεβαιούται υπέρ της Δ.Δ.Κ. 6.Επίσης καταπίπτει το καταβληθέν υπό του τελευταίου πλειοδότου δέκατον, όταν αρνηθή ούτος να υπογράψη το πρακτικόν της δημοπρασίας ευθύς μετά την κατακύρωσιν. 7.Εάν παρέλθη άπρακτος η εν τω εδαφ. 1 προθεσμία και εις την περίπτωσιν, καθ’ ην ο αγοραστής ήθελε καθυστερήσει την καταβολήν δύο συνεχών δόσεων ή και μόνης της τελευταίας, διαλύεται αυτοδικαίως η αγοραπωλησία, τα δε κτήματα επανεκτίθενται εις δημοπρασίαν εκποιήσεως εις βάρος του τελευταίου πλειοδότου ή αγοραστού, καταλογιζομένης εις αυτούς και εισπραττομένης κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων της τυχόν προκυψάσης επί έλαττον διαφοράς του τιμήματος και των οφειλομένων συμβατικών τόκων υπερημερίας. Αντιθέτως, εάν ήθελεν επιτευχθή επί πλέον τίμημα, αποδίδεται εκ του πλεονάσματος εις τον εκπεσόντα αγοραστήν μέρος ή το όλον των τυχόν καταβληθεισών υπ’ αυτού δόσεων, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων. 8.Μέχρι της προτεραίας της πρώτης δημοπρασίας της εκποιήσεως, δύναται ο κηρυχθείς έκπτωτος αγοραστής ή ο εξ αυτού έλκων τα δικαιώματά του ή και ο ενυπόθηκος δανειστής του εκποιουμένου κτήματος να καταβάλη τα εις το Δημόσιον οφειλόμενα, ότε, δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, ανακαλείται η γενομένη ακύρωσις και το ακυρωθέν πωλητήριον επανέρχεται εν ισχύϊ, λαμβανομένης της δεούσης σημειώσεως εις τα βιβλία των μεταγραφών επιμελεία του παραχωρησιούχου. 9.Κατά την επαναληπτικήν, συμφώνως τω εδάφ. 7, δημοπρασίαν, ως ελάχιστος όρος προσφοράς τίθεται το ποσόν του τιμήματος της αρχικής πωλήσεως. Δύναται όμως να τεθή ως ελάχιστος όρος και το ποσόν της κατά τον χρόνον του αναπλειστηριασμού αξίας του κτήματος, επί τη βάσει νέας εκτιμήσεως. Εάν η δημοπρασία αποβαίνη άγονος, δύναται να μειωθή ο ελάχιστος όρος προσφοράς δια διαταγής του Υπουργού των Οικονομικών, μετά πρότασιν της επί των δημοπρασιών επιτροπής. 10.Το αποτέλεσμα της δημοπρασίας εναπόκειται πάντοτε εις την έγκρισιν του Υπουργού των Οικονομικών. Εάν ακυρωθώσι πρακτικά της δημοπρασίας, λόγω ασυμφόρου της προσφοράς, και η επομένη δημοπρασία αποβή άνευ αποτελέσματος, ο αναπλειστηριασμός τερματίζεται. 11.Η κατά του εκπεσόντος αγοραστού ή πλειοδότου απαίτησις του Δημοσίου, δι’ ην εγένετο ο αναπλειστηριασμός, περιορίζεται πάντοτε κατά το εν τη τελευταία δημοπρασία, καθ’ ον χρόνον ενηργείτο ο αναπλειστηριασμός, επιτευχθέν ποσόν, αδιαφόρως αν επεκυρώθησαν ή μη τα πρακτικά της δημοπρασίας ταύτης. Αι παρ. 7-11 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 14 Νόμ. 1540/
  9. Άρθρ.76.-1.Επί του πωλητηρίου επικαλείται χαρτόσημον κινητόν αναλογικόν προς το τίμημα της πωλήσεως. 2.Τα έξοδα της χαρτοσημάνσεως των πωλητηρίων και τα δικαιώματα των κηρύκων επιβαρύνουσι τους αγοραστάς. 3.Επί τη αναβολή ή αρνήσει αυτών περί της καταβολής των εξόδων τούτων, ταύτα βεβαιούνται υπό του Οικον. Εφόρου και εισπράττονται υπό του Δημοσίου Ταμείου κατά τους νόμους περί δημοσίων εσόδων. 4.Μετά την εκτέλεσιν των εν τω πρώτω εδαφίω οριζομένων, παραδίδεται το πωλητήριον εις τον αγοραστήν. Απόδειξιν περί της παραδόσεως του πωλητηρίου υποβάλλει ο Οικονομικός Έφορος εις την Δ.Δ.Κ. Βλ. και άρθρ. 3 παρ. 3 Νόμ. 1587/1950 περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων (τόμ. 27 σελ. 49). (Αντί της σελ. 159) Σελ. 159(α) 101-15 18 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 Άρθρ.77.-Μετά την ολοσχερή εξόφλησιν του τιμήματος, διατάσσεται επί τη βάσει ητιολογημένου πρωτοκόλλου του αρμοδίου Ταμίου και Οικον. Εφόρου η σημείωσις εν τη οικεία πράξει των μεταγραφών περί εξοφλήσεως του χρέους. Άρθρ.7.-Η Διοικούσα επιτροπή. 1.Ασκεί την διοίκησιν και διαχείρισιν της περιουσίας του οργανισμού κατά τας διατάξεις του παρόντος. 2.Αποφασίζει περί των δημοσίων κτημάτων κατά κατηγορίας, άτινα δέον να εξαιρεθώσι της εκποιήσεως. (Μετά την σελ. 146(β) Σελ. 146,01 Τεύχος 391 - Σελ. 107 4 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.3-5 5 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 3.Αποφασίζει περί των εκμισθώσεων και εκποιήσεων των συντελουμένων κατά τας γενικάς διατάξεις. 4.Αποφασίζει εν εκάστη ειδική περιπτώσει περί της εκποιήσεως, κατ’ άλλον τρόπον διαθέσεως και εκμεταλλεύσεως δημοσίων κτημάτων, οσάκις αύτη πρόκειται να γίνη κατά παρέκκλισιν από των κειμένων γενικών διατάξεων, καθορίζουσα και τους προς τούτο όρους κατά τας ειδικωτέρας διατάξεις. 5-6.(Αναφερόμενα εις τον διορισμόν, απόλυσιν κλπ. ως και εις την πειθαρχικήν εξουσίαν επί του προσωπικού, αντικατεστάθησαν δια των διατάξεων του Δημιοσιοϋπαλληλικού Κώδικος, τόμ. 2Α). 7.Αποφασίζει επί παντός ζητήματος περί ου προβλέπουσιν αι κατωτέρω κατ’ ιδίαν διατάξεις. Άρθρ.78.-Η εκποίησις μεμισθωμένων κτημάτων συνεπάγεται αυτοδικαίως την διάλυσιν της μισθώσεως, του μισθωτού μη δικαιουμένου ουδεμιάς αποζημιώσεως ειμή εις την ανάλογον έκπτωσιν του μη δεδουλευμένου μισθώματος. Δια την απομάκρυνσιν του μισθωτού παρέχεται ανάλογος προθεσμία ως προς τας εν τω μισθίω εγκαταστάσεις, τούθ’ όπερ αναγράφεται εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας εκποιήσεως. Άρθρ.79.-Αι αυταί ως άνω διατάξεις των άρθρ. 67 και 75 εφαρμόζονται αναλόγως και επί εκποιήσεως κινητών, συντασσομένου πρωτοκόλλου εκτιμήσεως μετά περιγραφής των εκποιητέων παρά διμελούς επιτροπής, οριζομένης εκάστοτε υπό της Δ.Δ.Κ. και καταβαλλομένου πάντοτε ολοκλήρου του τιμήματος εντός της προθεσμίας της πρώτης παραγράφου του άρθρ.
  10. Εκποίησις επί τη βάσει δηλώσεων. Άρθρ.80-91.(Αντικατεστάθησαν δια των διατάξεων του άρθρ. 26 και επέκεινα Α.Ν. 1539/1938). Άρθρ.92.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 9 παρ. 2 Α.Ν. 1540/1938). Άρθρ.93.-Επί προκαταβολής ολοκλήρου του ποσού των οφειλομένων δόσεων ή τινός αυτών εξ εκποιήσεων εν γένει κτημάτων της Δ.Δ.Κ. γίνεται έκπτωσις 6% δι’ εκάστην κατά τον παρόντα νόμον οφειλομένην δόσιν, εφ’ όσον το υπολειπόμενον χρονικόν διάστημα προς εμπρόθεσμον καταβολήν δεν είναι έλασσον του έτους. Άρθρ.94.-Δια Δ/των κατόπιν αποφάσεως της Διοικ. Επιτροπής και συμφώνου γνώμης της αρμοδίας εκ του λόγου της εξαιρέσεως από της διανομής υπηρεσίας, δύνανται να ανακαλώνται Δ/τα, δι’ ων έχουσιν εξαιρεθή της διανομής ωρισμέναι γαίαι, αίτινες ούτω διατίθενται κατά τας γενικάς διατάξεις. Σελ. 160(α) 101-16 19 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου Ειδικαί τινές περιπτώσεις εκποιήσεως Άρθρ.95.-1.Επιτρέπεται μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων η απ’ ευθείας εκποίησις κτημάτων του Δημοσίου εις Δήμους, Κοινότητας ή άλλα νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή κοινής ωφελείας και εις οικοδομικούς Συνεταιρισμούς δημοσίων υπαλλήλων ή βομβοπλήκτων ή ανταρτοπλήκτων ή πυροπαθών. Ωσαύτως επιτρέπεται μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων η απ’ ευθείας εκποίησις οικοπεδικών εκτάσεων του Δημοσίου εις Γεωργικάς συνεταιριστικάς οργανώσεις οιουδήποτε βαθμού δια την ανέγερσιν κτιρίου εξυπηρετούντων τους σκοπούς αυτών. Εις πάσας τας ως άνω περιπτώσεις το τίμημα δύναται να καταβληθή και εις ετησίας δόσεις μέχρι δέκα ατόκως, του αριθμού των δόσεων οριζομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Επιτρέπεται επίσης μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων η απ’ ευθείας εκποίησης κτημάτων του Δημοσίου αξίας ουχί ανωτέρας των δραχ. 50.000.000 εις τους εξ αδιαιρέτου μετά του Δημοσίου συγκυρίους των κτημάτων τούτων ή εις μισθωτάς αυτών, ποιουμένους χρήσιν υπέρ της δεκαετίαν, μη επιτρεπομένης εις τας περιπτώσεις ταύτας της εις δόσεις καταβολής του τιμήματος. «Η κατά τας περιπτώσεις του παρόντος εδαφίου απ’ ευθείας εκποίησις εφ’ όσον πρόκειται περί κτημάτων κειμένων εκτός εγκεκριμένων σχεδίων ρυμοτομίας επιτρέπεται μετά γνωμοδότησιν του οικείου Πολεοδομικού Γραφείου». Η παρ. 1 αντικατασταθείσα δια του άρθρ. 15 του Α.Ν. 1540/1938 και του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 422/1947, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 3 του Νόμ. 3800/
  11. «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 422/1947 είναι ότι αι υπ’ αυτού ρυθμιζόμεναι περιπτώσεις αφορώσιν οικοπεδικάς εκτάσεις και αστικά κτήματα του Δημοσίου των πάσης φύσεως αγροτικών τοιούτων ρυθμιζομένων αποκλειστικώς υπό του άρθρ. 116 του από 11/12 Νοεμ. 1929 Π.Δ/τος «περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων» ως το άρθρον τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια του Νόμ. 5234 και του άρθρ. 21 του Α.Ν. 1540/
  12. Καθ’ ην δε περίπτωσιν το Δημόσιον τυγχάνει συνιδιοκτήτης αγροτικού κτήματος κατά ποσοστόν εξ αδιαιρέτου έλαττον του 1/10 υποχρεούται εις την απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας πώλησιν τούτου εις τους συνιδιοκτήτας τούτων, εφαρμοζομένων των διατυπώσεων του άρθρ. 21 του Α.Ν. 1540/38» (΄Αρθρον 3 παρ. 3 Νόμ. 3800/1957). 2.Οικόπεδα του Δημοσίου κείμενα εντός σχεδίου πόλεως μη άρτια ή και μη οικοδομήσιμα δύνανται να εκποιώνται άνευ δημοπρασίας προς τους ιδιοκτήτας των συνεχομένων ακινήτων, μεθ’ ων δέον κατά τα κειμένας περί σχεδίων πόλεων διατάξεις να τακτοποιώνται, αντί τιμήματος καθοριζόμένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, εκφερομένην κατόπιν γνώμης, ως προς την αξίαν του κτήματος, επιτροπής εκ δημοσίων υπαλλήλων οριζομένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Το τίμημα δύναται να καταβληθή και εις ετησίας δόσεις μέχρι πέντε. Ο αριθμός των δόσεων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Η παρ. 2 προσετέθη δια της παρ. 1 άρθρ. 15 Α.Ν. 1540/
  13. Άρθρ.96.-Προς ίδρυσιν, λειτουργίαν ή αξιόλογον επέκτασιν υφισταμένων βιομηχανιών ή βιοτεχνιών επιτρέπεται μετά προηγουμένην σύμφωνον γνώμην του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ή απ’ ευθείας και άνευ, δημοπρασίας εκποίησις γηπέδων της Δ.Δ.Κ. δι’ αποφάσεως της Δ. Επιτροπής, εις ην συμμετέχει είς των Επιθεωρητών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Το τίμημα δύναται και ενταύθα να διαιρεθή το πολύ εις δέκα ίσας ετησίας δόσεις. (Μετά την σελ. 160(α) Σελ. 160,01 101-17 20 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 21 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου Άρθρ.97.-1.Αστικά κτήματα μικράς αξίας εν ταις Νέαις Χώραις κατοικούμενα επί τριετίαν παρά μη ομολογουμένως ευπόρων, δύναται να εκποιηθώσιν αυτοίς άνευ δημοπρασίας, υπό τους αυτούς ως άνω όρους. Η τοιαύτη ιδιότης βεβαιούται, μετά γνωμάτευσιν τριμελούς τοπικής επιτροπής, δι’ αποφάσεως της Διοικούσης τοιαύτης, εγκρινομένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών. 2.Αγροτικά μικροκτήματα του Δημοσίου εκτάσεως ουχί μείζονος των 25 στρεμμάτων, καλλιεργούμενα επί μορτή ή αντισπόρω, μισθώματι ή άλλη παρεμφερεί σχέσει υπό καλλιεργητών ακτημόνων, εκποιούνται προς τους καλλιεργούντας ταύτα άνευ δημοπρασίας. Η ιδιότης του ακτήμονος βεβαιούται υπό επιτροπής εκ του Οικονομικού Εφόρου και της εποικιστικής αρχής. 3.Αγροτικαί εκτάσεις της Δ.Δ.Κ. παραχωρηθείσαι μετά την 15ην Μαΐου 1926 εις πρόσφυγας προς αποκατάστασίν των είτε υπό των κατά τόπους γεωργικών ή εποικιστικών αρχών, είτε υπό της διαλυθείσης Ε.Α.Π. και των κατά τόπους υπηρεσιών αυτής, θεωρούνται ως εγκύρως παραχωρηθείσαι και κυρούνται δια του παρόντος νόμου, εφ’ όσον η παραχώρησις αυτών αποδεικνύεται εξ επισήμων των ανωτέρω αρχών εγγράφων, κατέχονται δε παρ’ αυτών τούτων των παραχωρησιούχων. Το τίμημα των ως άνω παραχωρουμένων γαιών καθορίζεται κατά τας διατάξεις του Νόμ. 4857, καταβαλλόμενον εις την Δ.Δ.Κ., παρ’ ης εκδίδονται τα σχετικά παραχωρητήρια. Εφεξής απαγορεύεται η ανάμιξις πάσης άλλης αρχής εις την διαχείρισιν και διάθεσιν της περιουσίας της διοικουμένης υπό της Δ.Δ.Κ. Το άρθρ. 97 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 παρ. 25 Νόμ. 5234/
  14. Άρθρ.8-9.(Αφεώρων τας αρμοδιότητας του Υπουργού των Οικονομικών και του Γεν. Γραμματέως της Δ.Δ.Κ. Δεν ισχύουσι μετά το άρθρ. 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Σύνθεσις των Υπηρεσιών Άρθρ.98.-1.Αι διατάξεις των άρθρ. 74, 75, 76, 77, 78 και 79 εφαρμόζονται και επί των άνευ δημοπρασίας κατ’ ιδίαν συμφωνίαν εκποιήσεων, εφ’ όσον αι διατάξεις αύται δεν τροποποιούνται δια των άρθρ. 95, 96 και
  15. Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 15 παρ. 2 Α.Ν. 1540/
  16. «Αι αφορώσαι εις τον τρόπον εκποιήσεως διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, εφαρμόζονται και προκειμένου περί τμήματος δημοσίου οικοπέδου, εισχωρούντος εις γειτονικόν οικόπεδον και εκποιουμένου προς ορθογωνισμόν αμφοτέρων των γειτνιαζόντων οικοπέδων, εφ’ όσον το απομένον εις το Δημόσιον οικόπεδον παραμένει οικοδομικώς άρτιον. Επί των περιπτώσεων του παρόντος εδαφίου, δια την εκποίησιν, αντί της αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών απαιτείται απόφασις του Υπουργικού Συμβουλίου». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 3 Νόμ. 1770/
  17. 2.Συντρεχουσών ειδικών περιπτώσεων δύναται κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως της Διοικούσης Επιτροπής, εγκρινομένης παρά του Υπουργού των Οικονομικών, να καθορισθή το τίμημα των κατά το άρθρ. 97 εκποιουμένων κτημάτων εάν υπερβαίνη τας πέντε χιλιάδας δραχμών, εις δέκα ίσας ετησίας δόσεις, ων εκάστη δεν δύναται να η ελάσσων των 500 δραχμών. Η διάταξις αύτη ισχύει και δια τα δια δημοπρασίας εκποιούμενα ή εκποιηθέντα κτήματα, εάν το τίμημα υπερβαίνη τας 500 χιλιάδας δραχμών, εκάστης ετησίας δόσεως μη δυναμένης να η ελάσσονος των 50 χιλιάδων δραχμών. Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 1 παρ. 26 Νόμ. 5234/
  18. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Κτήμα Τατοΐου Άρθρ.99-
  19. (Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 19 παρ. 6 Α.Ν. 1540/1938). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Κατάργησις συνιδιοκτησίας επί δημοσίων γαιών Ν. Χωρών Άρθρ.101.-1.Το κατά πλήρη κυριότητα ανήκον τω Δημοσίω και ήδη εις την Δ.Δ.Κ. 1/5 εξ αδιαιρέτου επί των εν ταις Νέαις Χώραις δημοσίων γαιών (Εραζιΐ Εμιριγιέ), περιέρχεται αυτοδικαίως και άνευ εγγραφής εις τα βιβλία των μεταγραφών εις τους κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος συνιδιοκτήτας των 4/5, έναντι τιμήματος καθοριζομένου κατά τας κάτωθι διατάξεις και καταβαλλομένου εντόκως εις πέντε ετησίας δόσεις καθ’ έκαστον Σεπτέμβριον. 2.Η καθυστέρησις της πληρωμής «δύο συνεχών δόσεων ή και μόνης της τελευταίας» επάγεται αυτοδικαίως την επάνοδον του 1/5 εις την ιδιοκτησίαν της Δ.Δ.Κ., ήτις το εκποιεί δια δημοπρασίας, δυναμένης να προκαλέση και την κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας διανομήν. Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια του άρθρ. 19 παρ. 2 Α.Ν. 1540/
  20. 3.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 19 παρ. 6 Α.Ν. 1540/1938). Άρθρ.102.-1.Επί των κατά τον Αγροτικόν νόμον συντελουμένων αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των ως άνω γαιών, η Δ.Δ.Κ. δικαιούται εις το 1/5 των εκδιδομένων δι’ αποζημίωσιν των ιδιοκτητών ομολογιών, ως και εις το 1/5 των καταβαλλομένων εις το Δημόσιον Ταμείον μισθωμάτων παρά των υπέρ ων αι απαλλοτριώσεις συνεταιρισμών από της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως μέχρι της εκδόσεως των παραχωρητηρίων υπέρ αυτών. Το 1/5 τούτο των μισθωμάτων βεβαιούται υπέρ της Δ.Δ.Κ. παρά της εποικιστικής υπηρεσίας του ΥπουρΣελ. 161 22 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 26.Ε.α.5 γείου Γεωργίας. Εν περιπτώσει δε καθ’ ην δεν βεβαιούται τούτο παρά τη εποικιστικής υπηρεσίας, το βεβαιοί οίκοθεν ο ταμίας, παρ’ ω κατεβλήθη το μίσθωμα, και το εισάγει ως έσοδόν της. 2.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 19 παρ. 6 Α.Ν. 1540/1938). Άρθρ.103.-Αι διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων δεν ισχύουσιν επί των κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων, ως και επί των κτημάτων των Βουλγάρων μεταναστών, άτινα εξεκαθαρίσθησαν ή εφ’ ων εγκατεστάθησαν πρόσφυγες. Εις τας περιπτώσεις ταύτας εφαρμόζονται αι μέχρι τούδε ισχύουσαι διατάξεις. Άρθρ.104.-Ένθα εν τοις σχετικοίς άρθροις του Αγροτικού νόμου γίνεται λόγος περί Υπουργού Γεωργίας, αντικαθίσταται ούτος υπό του Υπουργού των Οικονομικών, ένθα δε περί Συμβουλίου Κτημάτων, αντικαθίσταται και τούτο υπό της Διοικούσης Επιτροπής. Διαδικασία καθορισμού τιμήματος και μισθωμάτων. Άρθρ.105.-1.Πας διαχειριζόμενος κατά τα προηγούμενα άρθρα το επίκοινον κτήμα συνιδιοκτησίας της Δ.Δ.Κ. είτε φυσικόν είναι, είτε νομικόν πρόσωπον, υποχρεούται εντός προθεσμίας ης η έναρξις και διάρκεια ορισθήσεται δια Δ/τος εκδιδομένου μετ’ απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου να υποβάλη εις τον Οικονομικόν Έφορον της περιφερείας εις ην κείται το κτήμα, λεπτομερή δήλωσιν περιέχουσαν: α)Την τοποθεσίαν του κτήματος, την έκτασιν, ην έχει τούτο σήμερον και ην είχε κατά τον Μάϊον του
  21. β)Εάν ο δηλών ήτο ιδιοκτήτης του κτήματος κατά την 20 Μαΐου 1917, άλλως τις ήτο ούτος και δυνάμει τίνος τίτλου απέκτησε παρ’ αυτού το κτήμα ο δηλών. γ)Το εκ του συνόλου του επικοίνου κτήματος ακαθάριστον εισόδημα εκάστου των γεωργικών ετών 1917 - 1926 εις είδη προϊόντων και τιμήν αυτών. δ)Τας δαπάνας αίτινες κατεβλήθησαν προς παραγωγήν του εισοδήματος εκάστου των ετών τούτων εκτός των φορολογικών τοιούτων. 2.Της κατά το άρθρον τούτο υποχρεώσεως προς δήλωσιν απαλλάσσονται οι κατά την έναρξιν του παρόντος ιδιοκτήται δημοσίων γαιών εκτάσεως ελάσσονος των 200 στρεμμάτων, εφ’ όσον η έκτασις αύτη δεν ήτο μείζων κατά την 22 Μαΐου
  22. Άρθρ.106.-1.Η κατά το προηγούμενον άρθρον δήλωσις εξετάζεται υπό επιτροπής απαρτιζομένης εκ 1)του οικείου Ειρηνοδίκου, 2)του οικείου Νομογεωπόνου ή ετέρου δημοσίου γεωπόνου οριζομένου Σελ. 162 υπό του οικείου Νομάρχου και 3)του οικείου Οικονομικού Εφόρου. Τους αναπληρωτάς των τυχόν κωλυομένων ως άνω μελών ορίζει η Δ.Δ.Κ. δια γενικών ή ειδικών αποφάσεων αυτής. 2.Η επιτροπή αύτη εντός τριών μηνών το πολύ από της εκπνεύσεως της κατά το προηγούμενον άρθρον προθεσμίας προβαίνει εις εξέτασιν των υποβληθεισών δηλώσεων, ελέγχει την ακρίβειαν τούτων και λαμβάνουσα προσθέτως κατ’ ελευθέραν κρίσιν παν στοιχείον εκτιμήσεως, τιμήν πωλήσεως κατά το αυτό ή το προηγούμενον έτος πλησιοχώρων κτημάτων, ενοίκιον του κτήματος, παραγωγικότητα του εδάφους και εκτίμησιν περί της ποιότητος αυτού, προϊόντα, καθαράν πρόσοδον κλπ., αποφαίνεται περί του αγοραίου και πραγματικού κατά το τρέχον έτος τιμήματος του μεριδίου της Δ.Δ.Κ. 3.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 19 παρ. 6 Α.Ν. 1540/1938). Άρθρ.10-
  23. (Μετά το άρθρον 2 Ν.Δ. 27/27 Ιουν. 1935 αύται υπήχθησαν εις τον οργανισμόν του Υπουργείου Οικονομικών, περί ου βλ. τόμ. 24). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Κατάστασις Υπαλλήλων Άρθρ.107.-1.Εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, η επιτροπή αποφαίνεται περί του οριστέου τιμήματος εις βάρος και των μη δηλωσάντων συνιδιοκτητών και επί τη βάσει των παρά του Οικον. Εφόρου συλλεγέντων στοιχείων. 2.Αι δημόσιαι εν γένει αρχαί υποχρεούνται να παράσχωσι πάσαν ζητουμένην παρά του Οικον. Εφόρου ή της οικείας επιτροπής σχετικήν πληροφορίαν και ιδία οι υποθηκοφύλακες υποχρεούνται να πέμψωσι σημείωμα των από της 20 Μαΐου 1917 και εφεξής γενομένων εκποιήσεων δημοσίων γαιών αρχικής εκτάσεως μείζονος των 200 στρεμμάτων. Άρθρ.108.-1.Αι κατά τα προηγούμενα άρθρ. 106 και 107 αποφάσεις της Επιτροπής, υποβάλλονται εις το Υπουργείον Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων), εγκρινόμεναι δε υπό του Υπουργού των Οικονομικών, κοινοποιούνται επί αποδείξει εις τον κατά το άρθρ. 105 συνιδιοκτήτην ή τον νόμιμον αυτού πληρεξούσιον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την απόφασιν ταύτην, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως δεν ασκήση ανακοπήν κατ’ αυτής. 23 26.Ε.α.5 Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων –Κτηματική Εταιρία Δημοσίου 2.Η κατά τα ανωτέρω ανακοπή απευθύνεται ενώπιον του Ειρηνοδίκου μεν της τοποθεσίας του ακινήτου, εφ’ όσον πρόκειται περί τιμήματος μέχρι 10.000 δραχμών, ενώπιον δε του Προέδρου των Πρωτοδικών, εφ’ όσον πρόκειται περί τιμήματος άνω των 10.000 δραχμών. Μόνη η κατάθεσις της ανακοπής ταύτης παρά τω αρμοδίω Δικαστηρίω ουδέν έννομον αποτέλεσμα συνεπάγεται, αν δεν ορισθή ταυτοχρόνως - δικάσιμος ταύτης και αν δεν κοινοποιηθή η ανακοπή εις τον Υπουργόν των Οικονομικών μετά κλήσεως προς συζήτησιν. 3.Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών ή ο Ειρηνοδίκης, κρίνων εκ των ενόντων κατά την επ’ αναφορά διαδικασίαν, αποφαίνεται περί του οφειλομένου εις το Δημόσιον τιμήματος και μισθωμάτων. 4.Η απόφασις αύτη εις ουδέν υπόκειται τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον, εάν όμως δια της αποφάσεως μειούται το υπό της Επιτροπής του άρθρ. 106 καθορισθέν τίμημα πλέον του 1/3 ή πρόκειται περί τιμήματος, ως καθωρίσθη υπό της Επιτροπής του άρθρ. 106, άνω των 200.000 δραχμών, επιτρέπεται, εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Προέδρου, προσφυγή κατ’ αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου, ήτις εκδικάζεται ως Νόμο προτετιμημένη, η δε απόφασις, καθ’ ης ουδέν ένδικον μέσον χωρεί, εκδίδεται μετά προηγουμένην πραγματογνωμοσύνην. Το άρθρ. 108 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 18 Α.Ν. 1540/
  24. Άρθρ.109.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 19 παρ. 1 Α.Ν. 1540/1938). Άρθρ.110.-Επί τη βάσει της αποφάσεως της κατά το άρθρ. 106 Επιτροπής, γενομένης αποδεκτής υπό του συνιδιοκτήτου των 4/5 λόγω μη ασκήσεως κατ’ αυτής ανακοπής ή επί τη βάσει της αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών ή Ειρηνοδίκου επί ασκηθείσης ανακοπής και όπου αύτη είναι ή κατέστη μετά την κοινοποίησίν της αμετάκλητος ή τέλος επί τη βάσει της αποφάσεως του αρμοδίου Πρωτοδικείου, όταν ησκήθη εμπροθέσμως και παραδεκτώς προσφυγή κατά της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών, εκδίδονται τα πωλητήρια υπέρ των εις ους περιέρχεται το μερίδιον του Δημοσίου, καθοριζομένου του τιμήματος εις δέκα ετησίας δόσεις. Το άρθρ. 110 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 19 παρ. 1 Α.Ν. 1540/
  25. Άρθρ.111.-Η καθυστέρησις της πληρωμής «δύο συνεχών δόσεων ή μόνης της τελευταίας» βεβαιουμένη δι’ αναφοράς του αρμοδίου ταμίου προς την Δ.Δ.Κ. κατά μήνα Οκτώβριον εκάστου έτους, επάγεται αυτοδικαίως την επάνοδον του 1/5 εις την ιδιοκτησίαν της Δ.Δ.Κ. ήτις, προκαλούσα, οσάκις παρίσταται ανάγκη, την κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας διανομήν, προβαίνει εν καιρώ εις την δια δημοπρασίας εκποίησιν τούτου. Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια του άρθρ. 19 παρ. 2 Α.Ν. 1940/
  26. Άρθρ.112.-1.Το αναλογούν εις το μερίδιον της Δ.Δ.Κ. εισόδημα από 1ης Ιαν. 1917 μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος και εν περιπτώσει αναγκαστικής απαλλοτριώσεως μέχρι της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως κατά τον αγροτικόν νόμον βαρύνει τους νεμηθέντας τούτους συνιδιοκτήτας των 4/5 εφ’ όσον δεν κατεβλήθη μέχρι τούδε «και εφ’ όσον δεν ήθελεν υποβληθή η κατά το άρθρ. 105 δήλωσις». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια του άρθρ. 19 παρ. 3 Α.Ν. 1540/
  27. «2.Ο καθορισμός του κατά το προηγούμενον εδάφιον αναλογούντος εισοδήματος του μεριδίου του Δημοσίου δι’ έκαστον γεωργικόν έτος και εις την περίπτωσιν μόνον μη υποβολής εμπροθέσμως της κατά το άρθρ. 105 δηλώσεως ή υποβολής ανειλικρινούς τοιαύτης γίνεται συμφώνως τω άρθρ. 115». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 19 παρ. 4 Α.Ν. 1540/1938, καταργηθέντων των παλαιών εδαφίων 2-
  28. Εις την εν τη προηγουμένη παρ. 4 του παρόντος άρθρου γινομένην μνείαν του άρθρ. 115 του από 11/12 Νοεμ. 1929 Δ/τος «περί Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων» νοείται το εν λόγω άρθρ. 115 ως τούτο αντικατεστάθη δια του άρθρ. 5 του Νόμ. 5895 και συμπληρούται δια του άρθρ. 20 του παρόντος νόμου. (Άρθρ. 19 παρ. 5 Α.Ν. 1540/1938). Άρθρ.113.-1.Επί προκαταβολής ολοκλήρου του ποσού των οφειλομένων δόσεων τιμήματος ή μισθωμάτων γίνεται έκπτωσις 6% δι’ εκάστην δόσιν. 2.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 19 παρ. 6 Α.Ν. 1540/1938).

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.