📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 10/16 Σεπτ. 1926 Περί καταστατικού χάρτου του Αγίου Όρους Άρθρ.1.-Κυρούται ο προσηρτημένος "Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους Άθω" υπό χρονολογίαν 10 Μαΐου 1924, ψηφισθείς υπό της Εκτάκτου Διπλής Συνάξεως των αντιπροσώπων των είκοσιν Ιερών Μονών, και εγκριθείς υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εφ' όσον δεν αντίκειται προς τας ακολούθους διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Πλεονεκτήματα και ασυδοσίαι Αγίου Όρους άρθρ. 43 του κυρουμένου Καταστατικού Χάρτου συνερχομένη αυτοδικαίως δις του έτους εν Καρυαίς μετά την τυπικήν πρόσκλησιν της Ιεράς Κοινότητος, αποτελουμένη δε εκ προϊσταμένων και καθηγουμένων των είκοσιν Ιερών Μονών, πλην της δικαστικής εξουσίας της, ασκουμένης υπό τους όρους του άρθρ. 7 παρ. 3 του παρόντος, δικαιούται να ψηφίση κανονιστικάς διατάξεις μη αντικειμένας προς τον Καταστατικόν Χάρτην. Αι διατάζεις αύται κοινοποιούμεναι τω Διοικητή επικυρούνται υπό του αρμοδίου Υπουργού, πλην των καθαρώς πνευματικής φύσεως, αίτινες ανακοινούνται προς έγκρισιν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 300 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' Απονομή της δικαιοσύνης εν Αγίω Όρει Άρθρ.49.-Αι εν άρθρ. 48 οριζόμεναι αιτίαι, αι επαγόμεναι αποκλεισμόν του δικαστού ισχύουσι και δια το πρόσωπον του ανακριτού ως έχοντος την γνώμην αυτού γραπτώς δεδηλωμένην, ήτις και λαμβάνεται (άρθρ. 50) υποχρεωτικώς υπ’ όψει εν τη ψηφοφορία. Άρθρ.50.-Των εξαιρουμένων δικαστών δεν είναι αναγκαία η αναπλήρωσις εφόσον τα υπολειπόμενα μέλη αριθμούσι τα 2/3 των όλων μελών του δικαστηρίου. Ολιγώτερα των 2/3 του όλου αριθμού των μελών δεν δύνανται να δικάσωσιν εγκύρως. Άρθρ.51.-Υποπεσόντος μοναχού τινος ή κληρικού εν γένει μη αγιορείτου εις παράπτωμά τι εν Αγίω Όρει ενεργούνται κατ' αυτού αι σχετικαί ανακρίσεις παρά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο σχηματιζόμενος φάκελλος παραπέμπεται τη αρμοδία εκκλησιαστική αρχή, υφ' ην υπάγεται ο πταίσας, των αγιορειτικών δικαστηρίων θεωρουμένων αναρμοδίων δια την εκδίκασιν ταύτην. Άρθρ.52.-Των παραπτωμάτων, καθ' ων απειλείται η ποινή της καθαιρέσεως, αρμόδιον δια την εκδίκασιν δικαστήριον είναι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, εις ο παραπέμπεται υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η δικογραφία, σχηματιζομένη κατά τας γενικάς της διαδικασίας διατάξεις του παρόντος καταστατικού χάρτου. Άρθρ.53.-Η κατηγορία κατά μοναχού τινός εμφανίζεται ή δια μηνύσεως του εκ του παραπτώματος παθόντος ή άλλου οιουδήποτε προσώπου εγγράφως ή και δι' αυτεπαγγέλτου απαγγελίας αυτής υπό των μοναστηριακών αρχών, αλλά προφορικώς. Άρθρ.54.-Η κατά μοναχού τινος μήνυσις η υποβαλλομένη παρά προσώπων μη χριστιανών ή παρά αιρετικών ή σχισματικών ή προκατεγνωσμένων δια βαρείας ποινής είναι απαράδεκτος, εκτός αν τα πρόσωπα ταύτα είναι τα παθόντα. Ομοίως απαράδεκτος είναι και πάσα ανωνύμως ή ψευδονύμως υποβαλλομένη μήνυσις. Ο μηνυτής οφείλει να διατυποί λεπτομερώς τα παραπτώματα του κατηγορουμένου και προτείνη δύο τουλάχιστον μάρτυρας προς βεβαίωσιν αυτών. Άρθρ.55.-Γενομένης δεκτής μηνύσεώς τινος παραπέμπεται αύτη εφ' όσον δεν πρόκειται περί ελαφρού παραπτώματος καθ' ου ασκείται η πειθαρχική εξουσία κατά το άρθρ. 47, είς τινα των προϊσταμένων εν τοις πρωτοβαθμίοις ή των αντιπροσώπων εν τω δευτεροβαθμίω μετά της εντολής της κατάρξεως της διαδικασίας δια της ενεργείας αυστηρών και λεπτομερών ανακρίσεων εγγράφων πάντοτε και επί παρουσία δυο μαρτύρων μοναχών. Άρθρ.56.-Πρώτος εις εξέτασιν καλείται ο μηνυτής όπως βεβαιώση την μήνυσιν αυτού και αναλάβη την ευθύνην των συνεπειών ανυποστάτου μηνύσεως. Μετά τούτον ανακρίνονται οι προταθέντες υπό του μηνυτού μάρτυρες της κατηγορίας, επακολουθεί του κατηγορουμένου η απολογία και τέλος των υπ' αυτού τυχόν προτεινομένων μαρτύρων της υπερασπίσεως η εξέτασις. Άρθρ.57.-Περαιωθείσης της κατά προηγούμενον άρθρον ανακρίσεως ο ανακριτής υποβάλλει τον φάκελλον της σχηματισθείσης δικογραφίας μετ' εκθέσεως περί των προσωπικών αυτού αντιλήψεων, ας εμόρφωσε κατά την διαδικασίαν της υπό κρίσιν υποθέσεως εις τον διατάξαν τας ανακρίσεις δικαστήριον. Άρθρ.7.-Η δικαιοσύνη εν Αγίω Όρει απονέμεται όσον αφορά τας εκκλησιαστικάς παραβάσεις και τας οριακάς ή εκ των ομολόγων οιασδήποτε διαφοράς υπό των Μοναστηριακών Συνάξεων και Γεροντιών, της Ιεράς Κοινότητος και Εξαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά της δισενιαυσίας Συνάξεως. Επί αδικημάτων του κοινού ποινικού νόμου, πλην των πταισμάτων, αρμόδια είναι τα εν Θεσσαλονίκη ποινικά δικαστήρια. Ουδείς δικάζεται ανήκουστος, ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ νόμου ή ιερού κανόνος θεμελιούντος αυτήν, και ουδείς στερείται άκων του φυσικού αυτού δικαστού. Άρθρ.58.-Το δικαστήριον, υποβληθείσης περαιωμένης δικογραφίας τινός, επιλαμβάνεται ταύτης και αν εύρη αυτήν χρήζουσαν συμπληρώσεώς τινος διατάσσει την συμπλήρωσιν, υποδεικνύον και τα ελλείποντα στοιχεία άλλως τάσσει ωρισμένην ημέραν εκδικάσεως καθ' ην προσκαλείται εγκαίρως και εγγράφως ο κατηγορούμενος όπως εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου προς απολογίαν. Η εξακρίβωσις της εγκαίρου προσκλήσεως του κατηγορουμένου στηρίζεται επί αποδεικτικού επιδόσεως του κατηγορητηρίου εγγράφου, εν ω διατυπούνται η δι' ην προσκαλείται να απολογηθή κατηγορία και συγχρόνως και ο χρόνος ακριβώς της εμφανίσεως αυτού ενώπιον του δικαστηρίου. Άρθρ.59.-Παράστασις δι' αντιπροσώπων ή πληρεξουσίου του κατηγορουμένου ενώπιον του ανακριτού ή του δικαστηρίου δεν επιτρέπεται. Σελ. 401 164 - 155 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 309 Άρθρ.60.-Η πρόσκλησης των εκτός του Αγίου Όρους ευρισκομένων κατηγορουμένων γίνεται δια της αρμοδίας Εκκλησιαστικής αρχής. Εν περιπτώσει δε αγνώστου διαμονής αυτού η πρόσκλησις κοινοποιείται τη εις ην ανήκει μονή και μετά πάροδον δύο μηνών από της κοινοποιήσεως, οπότε θεωρείται ως νομίμως και εγκύρως κοινοποιηθείσα τω κατηγορουμένω η πρόσκλησις, δύναται να χωρήση το δικαστήριον εις την εκδίκασιν της υποθέσεως και αποφασίση εγκύρως. Άρθρ.61.-Εμφανισθέντος του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου κατά ταχθείσαν δικάσιμον ημέραν μετά την βεβαίωσιν της ταυτότητος αυτού αναγινώσκεται το κατηγορητήριον έγγραφον, αι μαρτυριακαί καταθέσεις και τα λοιπά σχετικά έγγραφα καλείται ακολούθως εις απολογίαν ο κατηγορούμενος, όστις προς τη προφορική απολογία δύναται να καταθέση και έγγραφον τοιαύτην. Άρθρ.62.-Ο κατηγορούμενος, μη δυνάμενος να παρίσταται κατά την εξέτασιν των μαρτύρων, δικαιούται πριν απολογηθή ενώπιον του ανακριτού ή του δικαστηρίου, να αιτήσηται και λάβη γνώσιν όλης της δικογραφίας όπως δυνηθή και αποκρούση όλα τα σημεία της κατηγορίας αυτού. Άρθρ.63.-Μάρτυρες δεν δύνανται να χρησιμεύσωσιν ενώπιον αγιορειτικού δικαστηρίου: α)οι μη χριστιανοί ή μη ορθόδοξοι ή σχισματικοί. β)οι επί ψευδορκία υπό δικαστηρίου τινός καταδικασθέντες, γ)οι πνευματικοί προς ό,τι γνωρίζουσιν εκ της εξομολογήσεως, δ)οι μήπω συμπληρώσαντες τον 14ον έτος της ηλικίας των και ε)οι δια βαρείας ποινής προκατεγνωσμένοι. Άρθρ.64.-Η εμφάνισις των μαρτύρων ενώπιον του ανακριτού, γινομένη πάντοτε δια της Κυριάρχου αυτών Μονής, είναι υποχρεωτική. Προς τούτο καλείται ο μάρτυς δι' εγγράφου κλήσεως του ανακριτού, οριζούσης αυτώ τον τόπον, την ημέραν, την ώραν, και τον σκοπόν της εμφανίσεως αυτού και επιδιδομένης επί αποδεικτικώ εγγράφω. Εν περιπτώσει αρνήσεως του μάρτυρος μετά δευτέραν πρόσκλησιν να εμφανισθή η προσαγωγή αυτού εξαναγκάζεται δια της πολιτικής αρχής. Αι περί των μαρτύρων διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουσι και δια τον μηνυτήν και τον κατηγορούμενον. Σελ. 402 164 – 156 Άρθρ.65.-Προ της εξετάσεως των μαρτύρων δίδεται παρ' αυτών, των μεν εν γένει μοναχών δι' απλής "επί τη μοναχική αυτών απαγγελία" βεβαιώσεως, των δε λαϊκών δι' επιθέσεως της δεξιάς αυτών επί του ιερού Ευαγγελίου ότι θέλουσιν "ομολογήσει την αλήθειαν άνευ τινός φόβου και πάθους". Άρθρ.66.-Οι μάρτυρες ανακρίνονται κατ' ιδίαν υπό του ανακριτού έκαστος, δύναται δε ο ανακριτής προς άρσιν τυχόν σκοτεινών σημείων της καταθέσεως, αιτήσει του κατηγορουμένου και αυτεπαγγέλτως, να εξετάση μάρτυρά τινα συμπληρωματικώς ή και κατ' αντιπαράστασιν προς τον κατηγορούμενον ή άλλον μάρτυρα κατά την απόλυτον κρίσιν αυτού. Η εξέτασις των μαρτύρων γίνεται υπό του ανακριτού, όστις αφού ερωτήση περί του ονόματος, του επωνύμου, της ηλικίας, του τόπου της γεννήσεως, της κατοικίας, του επαγγέλματος, της θρησκείας και των σχέσεων του μάρτυρος προς τον κατηγορούμενον, απαγγέλλει την κατηγορίαν και προσκαλεί τον μάρτυρα να εκθέση ό,τι γνωρίζει περί αυτής, απευθύνων αυτώ και ερωτήσεις εν ανάγκη προς πλήρη διασάφησιν και συμπλήρωσιν της καταθέσεως αυτού. Εκθέσαντος ούτω του μάρτυρος τας επί του αντικειμένου της κατηγορίας αντιλήψεις αυτού, προσκαλείται υπό του ανακριτού να προσθέση αν έχη τι άλλο σχετικόν, μεθ' ο αναγινώσκεται η κατάθεσις ευκρινώς και υπογράφεται αύτη παρά του ανακρίναντος του ανακριθέντος και των δυο μαρτύρων. Άρθρ.67.-Το δικαστήριον περαιωθείσης της δικογραφίας εκτιμά τας μαρτυρικάς καταθέσεις, τας εν γένει αποδείξεις, την τυχόν ομολογίαν του πταίσματος υπό του κατηγορουμένου και εκδίδει κατά πλειοψηφίαν την καταδικαστικήν ή αθωωτικήν απόφασιν αυτού, την οποίαν καταχωρίζει, εν ιδίω βιβλίω και ήτις δέον να φέρη το ιστορικον, το αιτιολογικόν αναλελυμένον μετά παραθέσεως των γεγονότων εφ' ων εστηρίχθη η πεποίθησις των δικαστών και το δικαστικόν μέρος αυτής μετ' αναγραφής των σχετικών άρθρων του παρόντος καταστατικού χάρτου υφ' ου προβλέπεται η επιβαλλομένη ποινή". Άρθρ.8.-Αι δικαστικαί αποφάσεις αι κατά το προηγούμενον άρθρον εκδιδόμεναι εκτελούνται δια διαταγής του εν Αγίω Όρει Διοικητού και δια των υπ' αυτόν οργάνων, συμπράττοντος ενός των επιστατών. Ο πρωτεπιστάτης απαλλάσσεται της τοιαύτης συμπράξεως. Αι εκκλησιαστικού περιεχομένου ποιναί εκτελούνται άνευ παρεμβάσεως της κοσμικής αρχής, κοινοποιούνται όμως πάντοτε εις αυτήν. Άρθρ.68.-Η ψηφοφορία άρχεται κατ' αντίστροφον της ιεραρχικής παρεδρίας των δικαστών τάξιν." Άρθρ.69.-Εκδοθείσης δικαστικής τινος αποφάσεως κοινοποιείται αύτη εν επισήμω αντιγράφω προς τον κατηγορούμενον επί εγγράφω αποδείξει επιδόσεως, προσκαλούμενον δια την συμμόρφωσιν αυτού προς τα δια της αποφάσεως διατασσόμενα. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 310 Άρθρ.70.-Εν περιπτώσει, καθ' ην κλητευθείς κατά τας ορισθείσας διατάξεις δεν προσέλθη ο κατηγορούμενος ν' απολογηθή εκτός αν δεν ηδύνατο να προσέλθη εκ λόγων ανωτέρας βίας αποκειμένων εις την εκτίμησιν του δικαστηρίου, αναβάλλοντος εν αποδοχή τοιούτων λόγων την εκδίκασιν, αλλ' ουχί πέραν των χρονικών ορίων εντός των οποίων είναι δυνατή η άρσις των λόγων τούτων, το δικαστήριον ερευνών την βάσιν και ουσίαν της κατηγορίας δικάζει αυτόν ερήμην, της τοιαύτης αποφάσεως θεωρουμένης εγκύρου και κατ' ουδέν παραλλασσούσης εκείνης, ήτις εκδίδεται εμφανιζομένου του κατηγορουμένου. Άρθρ.71.-Αι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, αι επιβάλλουσαι τας ποινάς α)κανόνα δια κομβοσχοινίου, β)επακτήν νηστείαν μέχρι 40 ημερών ,γ)περιορισμόν εν τη μονή, δ)περιορισμόν έν τινι εξαρτήματι της μονής ή εν ετέρα μονή μέχρι ενός έτους, ε)έκπτωσιν από του διακονήματος, ς)αποκλεισμόν από των συνεδριών της συνάξεως μέχρις ενός έτους, ζ)στέρησιν αδείας ιεροπραξίας μέχρι τριών μηνών έτους εισίν οριστικαί και ανέκκλητοι. Άρθρ.72.-Πάσα απόφασις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επιβάλλουσα ποινάς μείζονας των εν άρθρ. 71 οριζομένων, υπόκειται εις έφεσιν εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής προς τον κατηγορούμενον, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η πέραν της προθεσμίας ταύτης υποβαλλομένη έφεσις είναι απαράδεκτος ως εκπρόθεσμος. Άρθρ.73.-Η έφεσις, ασκουμένη μόνον υπό του κατηγορουμένου, δέον να εξηγή λεπτομερώς τους τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους της εκκλήσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, υποβάλλεται δε δια του εκδόντος την απόφασιν δικαστηρίου, οφείλοντος εντός πέντε ημερών από της υποβολής να διαβιβάση ταύτην προς το δευτεροβάθμιον δικαστήριον με το αποδεικτικόν της κοινοποιήσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως και όλον τον φάκελλον της σχετικής δικογραφίας. Επ' ουδενί λόγω δύναται το δικαστήριον να αρνηθή την αποδοχήν της ασκουμένης κανονικής εφέσεως, Άρθρ.74.-Το δευτεροβάθμιον, υποβληθείσης εφέσεώς τινος, επιλαμβάνεται, εντός 15 ημερών το πολύ, της εξετάσεως του κατά τύπους παραδεκτού της εφέσεως και γενομένης ταύτης παραδεκτής, εισέρχεται εις έρευναν και συζήτησιν της ουσίας της υποθέσεως και αποφασίζει ανεκκλήτως. Άρθρ.75.-Η έφεσις ουδέποτε αναστέλλει, την εκτέλεσιν της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως. Άρθρ.76.Αι αποφάσεις των δικαστηρίων πέμπονται, εις την πολιτικήν του τόπου αρχήν, εν περιπτώσει αρνήσεως του καταδικασθέντος να συμμορφωθή προς τα δια της αποφάσεως διατασσόμενα, ήτις και διατάσσει την κοινοποίησιν και εκτέλεσιν αυτών. Άρθρ.9.-Η αγιορείτικη δικαστική αρμοδιότης κανονίζεται ως ακολούθως: 1.Αι μοναστηριακαί συνάξεις και γεροντίαι κανονικώς συγκεκροτημέναι και προεδρευόμεναι δικάζουσι πρωτοδίκως : α)Πάντα τα εκκλησιαστικά και πειθαρχικά παραπτώματα των τε αδελφών της μονής και των εξαρτημάτων αυτής. β)Τας αστυνομικάς και αγορανομικας παραβάσεις και τα πταίσματα τα εν περιφερεία της μονής διαπραττόμενα. γ)Τας μεταξύ δυο εξαρτημάτων της οικείας μονής οριακάς ή άλλας διαφοράς. 2.Η ιερά κοινότης δικάζει: Πρωτοδίκως: Πάσας τας οριακάς μεταξύ των ιερών μονών διαφοράς, ως και τας μεταξύ μονής τινος και εξαρτήματος αυτής οιασδήποτε εκ των ομολόγων τοιαύτας, ως επίσης και τας μεταξύ εξαρτημάτων δύο ή πλειόνων μονών διαφοράς. Κατ' έφεσιν: Τας εφέσεις κατά των αποφάσεων των μοναστηριακών γεροντιών και συνάξεων. Τα εν Καρυαίς διαπραττόμενα πταίσματα δικάζονται υπό της ιεράς επιστασίας. 3.Αι εφέσεις κατά των αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητος δικάζονται υπό της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου μετά της περί αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου. Δύναται δια κανονικής συνοδικής αποφάσεως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον να αναθέση επ' αόριστον και μέχρις αντιθέτου συνοδικής αποφάσεως την εκδίκασιν των εφέσεων τούτων εις δικαστήριον, όπερ απαρτίζει εξαρχία εκ τριών Μητροπολιτών του κλίματος του Οικουμενικού Θρόνου, ειδικώς προς τούτο εντεταλμένων υπ' αυτού, και η κατά το άρθρ. 43 του Καταστατικού Χάρτου έκτακτος δισενιαυσία εικοσαμελής Σύναξις, η αποτελουμένη εκ των καθηγουμένων και προϊσταμένων των 20 ιερών μονών του Αγίου Όρους. Της εκτάκτου συνάξεως αποκλείονται οι τακτικοί παρά τη Ιερά Κοινότητι αντιπρόσωποι, οι αποτελέσαντες μέλη της Ιεράς Κοινότητος κατά την εκδίκασιν των κρινομένων υποθέσεων, αναπληρούμενοι υπό άλλων αντιπροσώπων οριζομένων υπό των οικείων μονών. Η εξαρχία του Οικουμενικού θρόνου προκάθηται του ουτωσί συγκεκροτημένου δικαστηρίου, ούτινος προεδρεύει ο πρώτος μεταξύ των εξάρχων Μητροπολιτών κατά τα κρατούντα εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω. Ο Διοικητής παρακάθηται απαραιτήτως κατά τας συνεδριάσεις του ανωτάτου δικαστηρίου, εκτελών χρέη επιτρόπου του νόμου. Εν περιπτώσει Συνοδικής αποφάσεως αναθετούσης την εκδίκασιν εφέσεων εις το κατά το αριθ. 3 του παρόντος δικαστήριον, η ως άνω εξαρχία καλείται, υποχρεωτικώς υπό της Ιεράς Κοινότητος οσάκις υπάρχουσιν υποθέσεις προς συζήτησιν, εγκαίρως δε ώστε να παρευρίσκεται εις Άγιον 'Όρος κατά τας κατά το άρθρ. 43 του Καταστατικού Χάρτου ημέρας της αυτοδικαίως συνερχομένης εκτάκτου συνάξεως. Τα έξοδα της εξαρχίας βαρύνουσι το κοινόν ταμείον των είκοσι ιερών μονών, ουδέποτε δε δύνανται να, επιβληθώσιν εις έκαστον ηττώμενον διάδικον εν αναλογία μείζονι του ενός δεκάτου. Άρθρ.77.-Ουδεμία μονή δύναται να αρνηθή την υπό μοναχού τινος έκτισιν εν αυτή της επιβληθείσης αυτώ ποινής δια δικαστικής αποφάσεως. Άρθρ.78.-Εκτελεσταί θεωρούνται αι αποφάσεις όταν από τε απόψεως περιεχομένου και από απόψεως τυπικών στοιχείων είναι κανονικαί και σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος καταστατικού. Άρθρ.79.-Εκτίσαντος μοναχού τινος το ήμισυ της επιβληθείσης αυτώ ποινής και ειλικρινώς μετανοήσαντος δύναται το δευτεροβάθμιον δικαστήριον επί τη αιτήσει του καταδικασθέντος και γνωμοδοτήσει της Ιεράς αυτού Μονής να αναθεωρήση την δίκην και μεταρρυθμίση την την εκδοθείσαν απόφασιν ως προς την επιβληθείσαν τω αιτούντι ποινήν. Άρθρ.80.-Αποδειχθείσης μηνύσεώς τινος όλως αβασίμου και ανυποστάτου ο μηνυτής τιμωρείται δια της ποινής εκείνης, ήτις ήθελεν επιβληθή τω κατηγορουμένω εν περιπτώσει αποδείξεως της ενοχής αυτού εις το καταγγελθέν παράπτωμα. Άρθρ.81.-Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουσι τον κατηγορούμενον μεν εν περιπτώσει καταδίκης αυτού, τον μηνυτήν δε αν αποδειχθή αβάσιμος και ανυπόστατος η κατηγορία. Άρθρ.82.-Αι επί ωρισμένον χρόνον επιβαλλόμεναι ποιναί δεν υφίστανται μετά την έκτισιν αυτών και ο τιμωρηθείς αυτοδικαίως επανέρχεται εις την προ της ποινής κατάστασιν αυτού. Άρθρ.83.-Επί υποθέσεων, εφ' ων έχουσιν αρμοδιότητα τα τε αγιορειτικά και τα πολιτικά δικαστήρια δύναται έκαστον τούτων να ενεργή τα της διαδικασίας της αρμοδιότητος αυτού, ανεξαρτήτως και άνευ τινός περιορισμού του ετέρου, χωρίς η απόφασις του ενός να προκρίνη την του άλλου δυναμένην να η η μεν του ενός καταδικαστική η δε του ετέρου αθωωτική. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε' Αι ιεραί μοναί και οι μοναχοί εν γένει Άρθρ.84.-Αι είκοσιν ιεραί μοναί διαιρούνται εις κοινοβίους και ιδιορρύθμους. Σελ. 403 164 – 157 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 311 Κοινόβιοι εισίν αι μοναί Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Ζωγράφου, Καρακάλλου, Σίμωνος Πέτρας, Αγίου Παύλου, Ξενοφώντος, Γρηγορίου, Εσφιγμένου, Ρωσσικού και Κωνσταμονίτου. Ιδιόρρυθμοι δε αι μοναί Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χιλιανδαρίου, Παντοκράτορος, Ξηροποτάμου, Δοχειαρίου, Φιλοθέου και Σταυρονικήτα. Άρθρ.85.-Κοινόβιος μονή δεν επιτρέπεται να μετατραπή εις ιδιόρρυθμον. Ιδιόρρυθμος όμως μετατρέπεται εις κοινόβιον αποφάσει της Ιεράς Κοινότητος, αν απαιτηθή υπό της απολύτου πλειοψηφίας των προ εξαετίας καρέντων αδελφών της μονής. Η τοιαύτη περί μετατροπής ιδιορρύθμου εις κοινόβιον απόφασις της Ιεράς Κοινότητος ανακοινούται τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω δια την έκδοσιν του σχετικού Σιγιλλίου. Άρθρ.86.-Οι διαχειριζόμεναι μοναστηριακήν περιουσίαν, όντες επιστάται και οικονόμοι πιστοί των προσόδων αυτής, οφείλουσι μετά φειδούς και ευσυνειδησίας να διαχειρίζωνται ταύτην υπέχοντες ως υπόλογοι δια πάσαν εις βάρος αυτής ιδιοτελή πράξιν και κατάχρησιν ανάλογον ευθύνην. Άρθρ.10.-Ενώπιον του κατά την παρ. 3 του προηγουμένου άρθρου ανωτάτου δικαστηρίου δύναται να ζητήση αναθεώρησις και των κατ' έφεσιν εκδεδομένων αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητος, δια ψευδή ερμηνείαν ή κακήν εφαρμογήν του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους, των καθεστώτων αυτού, των ιερών κανόνων, των νόμων, ως και δια παράβλεψιν ουσιωδών στοιχείων κατά τους δύο κατωτέρους βαθμούς. Άρθρ.87.-Εις το τέλος εκάστου έτους συντάσσεται υπό των μοναστηριακών αρχών ο προϋπολογισμός εσόδων και εξόδων του επιόντος έτους, και υποβάλλεται εις την έγκρισιν της συνάξεως εκάστης μονής, ήτις, δι' αποφάσεώς της καταχωριζομένης εν ειδικώ βιβλίω αποφαίνεται ητιολογημένως, εφ' ενός εκάστου των εν τω προϋπολογισμώ αναγεγραμμένων ποσών. Άρθρ.88.-Αι υπερβάσεις των εγκεκριμένων δια της υπό του προϋπολογισμού αποφάσεως ποσών κατ' αρχήν δεν επιτρέπονται˙ αν όμως παραστεί αναπόφευκτος ανάγκη δαπάνης τινός, μη δυναμένης να αναβληθή δια το επιόν έτος ζητείται η έγκρισις ειδικής πιστώσεως παρά της συνάξεως της μονής, δικαιουμένης δι' αποφάσεως αυτής να εγκρίνη ή να απορρίψη αυτήν. Άρθρ.89.Εν τη αρχή εκάστου έτους συντάσσεται αναλελυμένως ο απολογισμός των εσόδων και εξόδων εκάστης μονής του παρελθόντος έτους υπό της επιτροπής, όστις μεθ' όλων των αποδείξεων των πληρωμών, αίτινες απαραιτήτως δέον να συνοδεύωσι τον απολογισμόν, υποβάλλεται καθ' ον τρόπον και ο προϋπολογισμός υπό την έγκρισιν της συνάξεως. Σελ. 404 164 - 158 Άρθρ.90.-Ο ηγούμενος μετά της επιτροπής εν τοις κοινοβίοις και η διοικούσα επιτροπή εν τοις ιδιορρύθμοις κρατούν τα κλείθρα του ταμεία και την σφραγίδα της μονής και ενεργούσι τα της διοικήσεως και διαχειρίσεως αυτής, συμφώνως τω εσωτερικώ κανονισμώ πλην των γενικωτέρας φύσεως ζητημάτων, οποία είναι αι δικαστικαί υποθέσεις, συνομολογήσεις δανείων, ανταλλαγή κτημάτων, απότισις χρέους, νέαι οικοδομαί ή ουσιώδεις επισκευαί κτιρίων, πρόσληψις δοκίμων, κουρά μοναχών, προαγωγαί και χειροτονίαι εν γένει, διορισμοί οικονόμων εν τοις μετοχίοις, αποστολαί, αγοραί κειμηλίων ή κτημάτων, μισθώσεις και εκποιήσεις εν γένει, άτινα δέον να φέρωσιν υπό την κρίσιν της Συνάξεως, αρμοδίας να αποφασίση. Άρθρ.91.-Τα διακονήματα των μονών κατανέμονται εις τους αδελφούς αυτών συμφώνως τω εσωτερικώ κανονισμώ εκάστης, αναλόγως της ικανότητος και των δυνάμεων εκάστου. Άρθρ.92.-Οι μοναχοί εκάστης μονής οφείλουσι να υπακούωσιν εις την μοναστηριακήν αυτών αρχήν και εκτελώσιν αναντιρρήτως τας ανατεθειμένας αυτοίς υπηρεσίας υποκείμενοι, άλλως εις πειθαρχικάς ποινάς. Ετέρωθεν αι μοναστηριακαί αρχαί οφείλουσι στοργήν πατρικήν προς τους μοναχούς και μέριμναν υπέρ αυτών αμερόληπτον και προς πάντας ίσην. Άρθρ.93.-Δια να καρή τις μοναχός δέον να υποστή δοκιμασίαν ενός μέχρι τριών ετών και να έχη συμπεπληρωμένον το 18ον έτος της ηλικίας αυτού. Ο ούτω καρείς μοναχός εις ουδεμίαν στρατιωτικήν θητείαν υπόκειται. Άρθρ.94.-Εκάστη μονή τηρεί ακριβές μοναχολογίον των εν αυτή μοναχών, εν ω εμφαίνεται εκάστου μοναχού το κατά κόσμον όνομα και επώνυμον, ο τόπος της καταγωγής, η ηλικία, ο χρόνος της προσελεύσεως εις την μονήν και της κουράς αυτού, ο ιερατικός βαθμός, ο της παιδεύσεως αυτού βαθμός και πάσα άλλη αξία λόγου σχετική προς αυτόν πληροφορία. Ίδιον βιβλίον τηρείται και δια τους δοκίμους της μονής, εν ω αναγράφονται ακριβώς τα καθ' ένα έκαστον αυτών. Παρ' εκάστη μονή τηρείται επίσης μοναχολόγιον των μοναχών και δοκίμων των υπ' αυτήν εξαρτημάτων κατά τον αυτόν ως ανωτέρω τύπον. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 312 Άρθρ.95.-Πάσα μεταβολή λόγω κουράς ή θανάτου αδελφού τινος μονής ή εξαρτήματος δέον ν' αναφέρηται εις την Ιεράν Κοινότητα, ήτις κρατεί γενικόν πάντων των μοναχών μοναχολόγιον. Τα εξαρτήματα αναφέρονται πάντοτε δια των κυριάρχων αυτών μονών. Άρθρ.96.-Ουδενί επιτρέπεται η εκ του Αγίου Όρους έξοδος άνευ εγγράφου αδείας της οικείας μονής, εν η δέον να ορίζηται ο χρόνος της απουσίας και ο λόγος αυτής. Πάσα δε άδεια απουσίας δέον να θεωρήται και υπό της Ιεράς Επιστασίας. Τοις σπουδασταίς δεν δύναται ν' αρνηθή η μονή την άδειαν απουσίας. Άρθρ.11.-Ουδείς μοναχός δύναται να μετάσχη ως μέλος του εις δικαστήριον συγκροτουμένου σώματος (συνάξεως, γεροντίας, ιεράς κοινότητος ή εκτάκτου συνάξεως κλπ.), εφ' όσον είναι διάδικος ή μηνυτής, ή έχει άμεσον ή έμμεσον συμφέρον εις την έκβασιν της υποθέσεως ή ιδιαιτέραν σχέσιν εξαρτήσεως με τι των διαδίκων προσώπων ή ιδρυμάτων, ή εχρησίμευσεν ως μάρτυς ή πραγματογνώμων, ή Σελ. 393 164 – 147 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 301 προαπεφήνατο οπωσδήποτε κρίσιν επί της δικαζομένης υποθέσεως ή διαφοράς. Οι λόγοι ούτοι της εξαιρέσεως προβάλλονται εις παν στάδιον της διαδικασίας υπό των διαδίκων, εξεταζόμενοι δε και αυτεπαγγέλτως υπό του δικάζοντος σώματος, αφορώσιν αδιακρίτως τους τε αδελφούς των μονών και των εξαρτημάτων αυτών και εφαρμόζονται και επί παντός προσώπου, εις ο ανατίθεται οιαδήποτε ανάκρισις, εισήγησις ή άλλη προδικαστική πράξις. Άρθρ.97.-Παρ' εκάστη μονή τηρούνται τα εξής βιβλία υπ' ευθύνην της εκάστοτε μοναστηριακής αρχής και του γραμματέως: 1)Μοναχολόγιον. 2) Κτηματολόγιον, εν ω αναγράφεται πάσα η κινητή και ακίνητος περιουσία της μονής. 3)Βιβλίον αποθήκης, εν ω αναγράφονται τα εισοδήματα της μονής και η κατανάλωσις τούτων. 4)Ημερολόγιον, εν ω αναγράφονται αι καθ' εκάστην ενεργούμεναι διαχειριστικαί πράξεις χρονολογικώς. 5)Βιβλίον πράξε-ων της μοναστηριακής αρχής. 6)Βιβλίον των εισερχομένων και εξερχομένων (πρωτόκολλον). 7)Βιβ-λίον καθολικόν των εσόδων και εξόδων. Άρθρ.98.-Αι χειροτονίαι των μοναχών του Αγίου Όρους γίνονται μόνον τη προτάσει της μοναστηριακής αρχής. Ουδείς λαϊκός ή μη κανονικός αγιορείτης μοναχός δύναται να χειροτονηθή εν Αγίω Όρει. Πάσα χειροτονία μη γενομένη κατά την διάταξιν ταύτην θεωρείται άκυρος και ανενέργητος, και ως μη γενομένη. Εάν δε μονή τις αποδειχθή ότι απέλυσε πρόσκλησιν εις αρχιερέα προς χειροτονίαν μοναχού τινος, μη ανήκοντος εις αυτήν ή λαϊκού, προς τη επιτιμήσει της Ιεράς Κοινότητος καταγγέλλεται και εις την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν. Άδεια ομοίως της μονής απαιτείται και δια την απονομήν των οφφικίων. Άρθρ.99.-Τα έγγραφα των μονών υπογράφουσι των κοινοβίων μεν ο ηγούμενος, των δε ιδιορρύθμων οι επίτροποι, και φέρουσι την σφραγίδα της μονής, ο δε τύπος της υπογραφής του ηγουμένου είναι ούτος: "ο καθηγούμενος της ιεράς μονής .……. (δείνα) και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί", ο δε της επιτροπής των ιδιορρύθμων ούτος:" οι επίτροποι της ιεράς μονής…... (δείνα) και οι συν ημίν εν Χριστώ αδελφοί, ή και οι λοιποί προϊστάμενοι". Άρθρ.100.-Εκποίησις κτημάτων εντός του Αγίου Όρους επ' ουδενί λόγω επιτρέπεται. Ανταλλαγή αυτών είναι δυνατή. Άρθρ.101.-Η ακίνητος περιουσία παντός μοναχού αγιορείτου περιέρχεται εις την μονήν αυτού εφ' όσον ούτος προ της κουράς αυτού εξεχώρησε ταύτην εγγράφως εις αυτήν. Πάσα δε περιουσία κτηθείσα υπό μοναχού τινος μετά την κουράν του περιέρχεται εις την οικείαν αυτού μονήν οπουδήποτε και αν ήθελεν αποβιώσει ούτος άνευ απολυτηρίου της μονής του. Δια τα χρέη των μοναχών ουδαμώς ευθύνεται η μονή αυτών, εφ' όσον ταύτα συνήφθησαν άνευ εγγράφου αδείας αυτής. Οι αδελφοί των κοινοβίων δεν δύνανται να έχωσιν ιδίαν περιουσίαν. Άρθρ.102.-Εκάστη μονή οφείλει να συντηρή καλώς κατά τας υποδείξεις του ιατρού νοσοκομείον και φαρμακείον προς νοσηλείαν των ασθενών. Ταύτα τελούσιν υπό την διεύθυνσιν του ιατρού, υπό τας διαταγάς του οποίου υπάγονται και οι νοσοκόμοι. Και γηροκομείον παρ' εκάστη μονή λειτουργεί υποχρεωτικώς. Άρθρ.103.-Εάν τις μοναχός θελήση ν' αποχωρήση της ιεράς μετανοίας, δικαιούται να ζητήση παρ' αυτής απολυτήριον. Η δε μονή αυτού χορηγεί τοιούτον εις αυτόν εφ' όσον υπάρχουσιν αποχρώντες λόγοι αποχωρήσεως. Άρθρ.104.-Ο ηγούμενος ή επίτροπος μονής τινος απουσιάζων αναπληρούται υπό τινος των προϊσταμένων της εκλογής και εμπιστοσύνης πάντοτε του απουσιάζοντος προσώπου. Οι αναπληρωταί ασκούσι πάντα τα δικαιώματα των αναπληρουμένων κατά την απουσίαν αυτών. Άρθρ.105.-Πάσα ανέγερσις ή επισκευή κτιρίου, υπό μοναχού τινος επί ιδιοκτησίας της μονής ενεργείται κατόπιν αδείας της μοναστηριακής αρχής ουδενός εντεύθεν προσκτωμένου προσωπικού δικαιώματος του ενεργήσαντος αυτήν μοναχού εκτός αν άλλως ήθελεν ορισθή δια συμβάσεως. Άρθρ.106.-Τα κτήματα των ιερών μονών εν γένει, τα εκτός και εντός του Αγίου Όρους, μη τελούντα υπό εξάρτησίν τινα από του επί των Εκκλησιαστικών ή άλλου τινός Υπουργείου του Κράτους, μισθούνται ή καλλιεργούνται δι' αυτεπιστασίας υπ' αυτών αναλόγως του συμφέροντος αυτών. Αι μισθώσεις δέον να γίνωνται δια συμβολαίου εν ω να αναγράφωνται, λεπτομερώς οι όροι της μισθώσεως και αι εν γένει υποχρεώσεις των μισθωτών. Η αθέτησις οιουδήποτε των υπέρ των μονών όρων της μισθώσεως επάγεται την ακυρότητα αυτής, την οποίαν μόνον η μονή δύναται να επικαλεσθή. Παν δικαίωμα, κτηθέν από της συνάψεως της συμβάσεως μέχρι της ακυρότητος είτε του μισθωτού, είτε Σελ. 405 164 - 159 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 313 απ' αυτού τρίτου τινός έλκοντος αυτό, αίρεται αυτοδικαίως. Πάσα καθυστέρησις μισθώματός τινος παρέχει το δικαίωμα εις την μονήν της εισπράξεως αυτού κατά τας διατάξεις του νόμου "περί εισπράξεως καθυστερουμένων προσόδων του Δημοσίου". Άρθρ.12.-Αποφάσεις υπό των μοναστηριακών συνάξεων εκδιδόμεναι και επιβάλλουσαι περιορισμόν εν τη μονή ή εξαρτήματι αυτής ή αποκλεισμόν από των συνεδριών της οικείας συνάξεως ουχί μείζονα του τριμήνου εν εκάστη περιπτώσει είναι ανέκκλητοι. Άρθρ.107.-Οι διορισμοί των δικηγόρων υπερασπίσεως των μονών γίνονται απ' ευθείας δι' εγγράφου των μοναστηριακών αρχών. Άρθρ.108.-Ίνα εκλεγή τις προϊστάμενος δέον να διακρίνηται επί ήθει χρηστώ, βίω, ανεπιλήπτω και διοικητική ικανότητι, προτιμωμένων πάντοτε των κατόχων εκκλησιαστικής μορφώσεως και εγκυκλίου παιδείας. Εν τη προαγωγή αδελφού τινος εις προϊστάμενον απαγορεύεται πασά ανάμιξις των πατέρων της μονής πλην των Προϊσταμένων της Συνάξεως. Οι άπαξ εκλεγέντες είναι ισόβιοι, εκπίπτοντες μόνον κατόπιν καταδικαστικής αποφάσεως, η εκλογή ενεργείται κατά τον εσωτερικόν εκάστης μονής κανονισμόν. Άρθρ.109.-Εις τας Συνάξεις οι προϊστάμενοι καταλαμβάνουσι την θέσιν αυτών κατά τα πρεσβεία της προαγωγής και κατά την ιεραρχίαν αυτών λαμβάνουσι τον λόγον και διατυπούσι ελευθέρως και απεριορίστως έκαστος την γνώμην αυτού εντός των ορίων πάντοτε της ευπρεπείας και ευσχημοσύνης. Δια τον έλεγχον ή την γνώμην, ην διετύπωσε κατά την συζήτησιν προϊστάμενός τις ουδέποτε δύναται να καταδιωχθή ή κατηγορηθή. Των συνεδριών δέον να τηρώνται πρακτικά. Άρθρ.110.-Εκάστη μονή ή εξάρτημα οφείλει να έχη ακριβή και λεπτομερή κατάλογον των χειρογράφων, βιβλίων και ιερών αμφίων, ιερών λειψάνων, αρχαίων εικόνων ή μνημείων ή σκευών καθόλου, η διαφύλαξις και καλή συντήρησις των οποίων είναι ανατεθειμένη υπ' ευθύνην της εκάστοτε μοναστηριακής αρχής. Όμοιοι κατάλογοι των εξαρτημάτων φυλάσσονται παρ' εκάστης μονής. Πάντα τα ανωτέρω εισίν αναπαλλοτρίωτα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ' Κοινόβιοι μοναί Άρθρ.111.-Έκαστον κοινόβιον διοικείται εσωτερικώς υπό του Ηγουμένου, της Επιτροπής και της Γεροντίας, ης τα μέλη εκλέγονται κατά το άρθρ. 108. Άρθρ112.-Ίνα εκλεγή τις ηγούμενος δέον να έχη τα εξής προσόντα: α)να διακρίνηται επί ήθει χρηστώ, σταθερά ευσεβεία, διαγωγή ανεπιλήπτω, μορφώσει εκκλησιαστική, εγκυκλίω παιδεία και διοικητική ικανότητι, β)να έχη ηλικίαν 40 τουλάχιστον ετών, γ)να έλαβεν εν Αγίω Όρει την κουράν αυτού, προτιμωμένων των προ δεκαετίας εγγεγραμμένων εν τη μονή. Σελ. 406 164 - 160 Άρθρ.113.-Μη υπάρχοντος αδελφού εν μονή τινι συγκεντρούντος τα προσόντα του άρθρου 112 δια το αξίωμα του Ηγουμένου, προσκαλείται οιοσδήποτε θεωρούμενος ως κατάλληλος, των εν Αγίω Όρει πατέρων, αποφάσει της αδελφότητος της μονής και ανατίθεται αυτώ το του Ηγουμένου αξίωμα. Άρθρ.114.-Δια την εκλογήν Ηγουμένου συνέρχονται εν τω καθολικώ ναώ, τη ορισθείση ημέρα, γνωστοποιουμένη πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της εκλογής, δι' αποφάσεως της Γεροντίας, οι έχοντες συμπληρώσει εξαετίαν από της κουράς αδελφοί και δια μυστικής ψηφοφορίας, ενεργουμένης ενώπιον της Γεροντίας, εκλέγουσιν υποψηφίους, εξ ων οι δύο τούτων πλειοψηφήσαντες τίθενται, εις δευτέραν μυστικήν ψηφοφορίαν και ο πλειοψηφήσας τούτων εκλέγεται Ηγούμενος. Εν ισοψηφία δε τίθεται κλήρος μεταξύ των δύο. Άμα τη εκλογή καταχωρίζεται το σχετικόν εν τω κώδικι πρακτικόν, υπογραφόμενον υπό της Επιτροπής και της Γεροντίας και αντίγραφον τούτου, ομοίως υπογραφόμενον και σφραγιζόμενον, αποστέλλεται εις την Ιεράν Κοινότητα δια την κατά τα έθιμα εγκαθίδρυσιν του Ηγουμένου, ήτις δεν δύναται να παραταθή πέραν του μηνός. Προκειμένου περί των διατελεσάντων εν τη αυτή μονή Ηγουμένων δεν απαιτείται εγκαθίδρυσις. Πάντες οι έχοντες δικαίωμα ψήφου και εκτός της μονής εις υπηρεσίας αυτής διακονούντες αδελφοί δέον να ειδοποιηθώσιν εγκαίρως περί της εκλογής και της ημέρας αυτής, της εξακριβώσεως της τοιαύτης γνωστοποιήσεως, στηριζομένης μόνον επί εγγράφου αποδεικτικού. Εν περιπτώσει δε καθ' ην η εκλογή δεν διεξαχθή κανονικώς υποβάλλονται εντός πέντε ημερών ενστάσεις κατ' αυτής εις την Ιεράν Κοινότητα, αποφαινομένην περί του κύρους αυτής ανεκκλήτως. Της αποφάσεως της Ιεράς Κοινότητος ούσης ακυρωτικής, επαναλαμβάνεται τη αμέσως επομένη, από της κοινοποιήσεως εις την μονήν της αποφάσεως ταύτης, Κυριακή η εκλογή κατά τα ανωτέρω. Άρθρ.115.-Ο Ηγούμενος είναι ισόβιος, εκτός εάν εκτρέπηται ή αποδειχθή ανεπαρκής εις τα καθήκοντα αυτού και δεν επανορθοί μετά τας επανειλημμένας παρατηρήσεις της Γεροντίας τας παρεκτροπάς αυτού, ότε παύεται αποφάσει της Γεροντίας και τη πλειοψηφία των εχόντων δικαίωμα ψήφου μελών της αδελφότητος, ενυπογράφως δηλούντων την θέλησιν αυτών ταύτην. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 314 Άρθρ.116.-Επ' ουδενί λόγω δύναται να αναβληθή πέραν των έξ μηνών η εκλογή νέου Ηγουμένου. Κατά δε το διάστημα της μεσοηγουμενείας τα της μονής διεξάγει η Επιτροπή μετά της Γεροντίας. Η παύσις του ηγουμένου γνωστοποιείται αμέσως τη Ιερά Κοινότητι, καθ' ον τρόπον και η εκλογή αυτού. Επ' ουδενί λόγω δε δύναται ο επί καταχρήσει μοναστηριακής περιουσίας καταδικασθείς να αναδειχθεί Ηγούμενος. Άρθρ.117.-Η εκλογή Ηγουμένου τινός υπό της Μονής δια της Ιεράς Κοινότητος γνωστοποιείται τη Μ. του Χριστού Εκκλησία. Άρθρ.13.-Εάν μετά την έκδοσιν της αποφάσεως επί εκκλησιαστικών ή πειθαρχικών παραβάσεων αι αρμόδιαι αρχαί παραμελήσουν την τήρησιν των προθεσμιών των άρθρ. 73-74 του Καταστατικού Χάρτου, η εκτέλεσις της εφεσιβλήτου αποφάσεως αναστέλλεται μετά την εκπνοήν των ως άνω προθεσμιών. Άρθρ.118.-Ο Ηγούμενος ως πνευματικός πατήρ έχει μόνος, άνευ των επιτρόπων, την πνευματικήν εξουσίαν των αδελφών της μονής, επιβλέπει επί της ψυχικής καταστάσεως αυτών, προλαμβάνει πάσαν εκτροπήν και καθοδηγεί αυτούς δια της διδασκαλίας και της αξιομιμήτου υποδειγματικής αυτού ζωής εις τον προορισμόν αυτών. Ετέρωθεν οι αδελφοί οφείλουσι σεβασμόν και υπακοήν πλήρη εις τον Ηγούμενον. Άρθρ.119.-Η Επιτροπή διμελής ή τριμελής εκλέγεται κατ' έτος υπό της Γεροντίας εκ των μελών αυτής. Αύτη συνεργάζεται μετά του ηγουμένου υπό την προεδρίαν αυτού και ασκούσιν ομού την διοίκησιν και διαχείρισιν. Ουδεμία εντεύθεν μονομερής πράξις του ηγουμένου ή της επιτροπής είναι έγκυρος. Άρθρ.120.-Ο ηγούμενος υποχρεωτικώς οφείλει ίνα εν πάσι τοις διοικητικής φύσεως ζητήμασι συνεργάζεται μετά της Επιτροπής, εκτελούντες ομού απαρεγκλίτως πάσαν της Γεροντίας απόφασιν, ης εισίν η εκτελεστική αρχή, μη δυναμένου του Ηγουμένου χωρίς της γνώμης της Επιτροπής, χωρήσαι εις ουδεμίαν μονομερή ενέργειαν. Τούτο οφείλουσι πράττειν και οι επίτροποι μη δυνάμενοι αποφασίζειν χωρίς της γνώμης του ηγουμένου. Εν διαφωνία δε μεταξύ ηγουμένου και επιτρόπων συγκαλείται η Γεροντία και λύει την διαφοράν. Άρθρ.121.-Επ' ουδενί λόγω επιτρέπεται η εις χείρας του ηγουμένου συγκέντρωσις της όλης εξουσίας ή ο σφετερισμός δικαιωμάτων της Επιτροπής ή της Γεροντίας και ο παραγκωνισμός αυτών. Εάν ο ηγούμενος μετά την πρώτην και δευτέραν παρατήρησιν της Γεροντίας, αναγραφομένην εις τα πρακτικά, εξακολουθή μη διορθούμενος παύεται υπό των 2/3 των μελών της Γεροντίας. Εάν η πλειοψηφία της αδελφότητος δεν αποδεχθή τούτο, τότε προσκαλείται η Ιερά Κοινότης, ως ανώτατος επόπτης, επί της πιστής τηρήσεως του παρόντος καταστατικού, και λύει την διαφοράν. Άρθρ.122.-Ο Ηγούμενος, η Επιτροπή και η Γεροντία, εμπεπιστευμένοι την κανονικήν λειτουργίαν του κοινοβίου οφείλουσι να προβάλλωσιν εαυτούς το παράδειγμα της κοινοβιακής ζωής, παρακαθήμενοι εν κοινή μετά των αδελφών τραπέζη αποφεύγοντες και απαγορεύοντες ιδιαιτέρας τοιαύτας, διδάσκοντες εμπράκτως την ακτημοσύνην και την αγάπην, επιμελούμενοι των ασθενών και γερόντων και καθ' όλου παρέχοντες πλήρη αυτοί πρώτοι, τον σεβασμόν και το κύρος εις τους κοινοβιακούς όρους και θεσμούς. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ' Ιδιόρρυθμοι Μοναί Άρθρ.123.-Εκάστη ιδιόρρυθμος μονή διοικείται εσωτερικώς υπό της Επιτροπής και της Συνάξεως των Προϊσταμένων. Άρθρ.124.-Η Επιτροπή, διμελής ή τριμελής, εκλέγεται εν τη αρχή εκάστου έτους υπό της Συνάξεως των Προϊσταμένων εκ των μελών αυτής, ενασκεί την διοίκησιν και διαχείρισιν της μονής συμφώνως τω εσωτερικώ κανονισμώ αυτής και κατά τας διατάξεις του άρθρ. 90 και εκτελεί τας αποφάσεις της Συνάξεως. Άρθρ.125.-Η Σύναξις των Προϊσταμένων είναι σώμα διαρκές και τα μέλη αυτής εκλέγονται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 108. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η' Εξαρτήματα εν γένει Άρθρ.126.-Πάντα τα εν Αγίω Όρει εξαρτήματα, σκηναί, κελλία, καλύβαι, ησυχαστήρια, καθίσματα, μετα της περιοχής και των παραρτημάτων αυτών, είναι κατά τα ανέκαθεν κρατούντα, αναφαίρετα και αναπαλλοτρίωτα κτήματα των κυριάρχων αυτών ιερών μονών. Άρθρ.127.-Πάντες οι μοναχοί των εξαρτημάτων λογίζονται αδελφοί της κυριάρχου μονής εις την οποίαν οφείλουσιν οι γέροντες αυτών να γνωρίζωσιν αμελλητί την πρόσληψιν των δοκίμων, ο χρόνος της δοκιμασίας των οποίων προσμετρείται από της ημέρας της αναγγελίας. Άρθρ.14.-Εν τη διαδικασία επί οριακών ή εκ των ομολόγων διαφορών του άρθρ. 9 παρ. 2 του παρόντος ισχύουσι τα εξής: Άρθρ.128.-Η σύγχρονος κτήσις δύο σκηνωμάτων υπό του αυτού προσώπου, απαγορεύεται απολύτως. Άρθρ.129.-Πάσα επισκευή εξαρτήματός τινος προαπαιτεί την έγγραφον άδειαν της οικείας μονής, πάσα δε νέα οικοδομή ή προσαύξησις κτιρίου την άδειαν της Ιεράς Κοινότητος, αρμοδίας να εγκρίνη και το απαραιτήτως υποβαλλόμενον αυτή σχέδιον της νέας Σελ. 407 165 - 81 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 315 οικοδομής ή προσαυξήσεως. Πάσα άλλη γενομένη οικοδομή ή προσαύξησις παρέχει το δικαίωμα της κατεδαφίσεως αυτής υπό της Ιεράς Κοινότητος. Άρθρ.130.-Μεταβολή των εν τοις ομολόγοις εγγεγραμμένων προσώπων επ' ουδενί λόγω επιτρέπεται. Άρθρ.131.-Δια την κουράν δοκίμου εξαρτήματός τινος επιβάλλεται η τήρησις των γενικών περί δοκιμασίας και ηλικίας διατάξεων κατά το άρθρ. 93 και η προηγουμένη απαραιτήτως άδεια της κυριάρχου ιεράς μονής. Μόνον δε εγκρίσει της κυριάρχου μονής δύναται να εγγραφή τις εν τω ομολόγω και μόνον οι εν αυτώ εγγεγραμμένοι αναγνωρίζονται ως συνοδεία και δικαιούνται εις κληρονομίαν του γέροντος αυτών. Άρθρ.132.-Εν περιπτώσει απουσίας των νομίμων κατόχων εξαρτήματός τινος, ουδείς μοναχός δύναται ν' αναλάβη την επιτροπείαν αυτού άνευ αδείας της κυριάρχου του εξαρτήματος τούτου μονής. Το πέραν του έτους άνευ αδείας εγκαταλειπόμενον παρά του κατόχου εξάρτημα επανέρχεται αυτοδικαίως εις την κυρίαρχον μονήν, μη δυναμένου του εγκαταλείψαντος αυτό ουδέν επ' αυτού δικαίωμα να διεκδικήση υπέρ αυτού. Εάν δε τι εκ των εν τω ομολόγω εγγεγραμμένων προσώπων άνευ αδείας της κυριάρχου αυτώ μονής απουσιάση πέραν του εξαμήνου διαγράφεται υπό της μονής από του ομολόγου αυτοδικαίως. Αλλά και ο την άδειαν αυτού υπερβάς κατά έξ μήνας εν τη απουσία αυτού θεωρείται άνευ αδείας απουσιάζων και διαγράφεται από του ομολόγου. Άρθρ.133.-Μετατροπή σκητών εις μονάς ή κελλίων εις σκήτας ή καλυβών εις κελλία απαγορεύεται απολύτως. Άρθρ.134-Πάντα τα εν Αγίω Όρει εξαρτήματα και οι εν αυτοίς ενασκούμενοι πατέρες οφείλουσι, κατά τα απ' αιώνων κρατούντα πλήρη σεβασμόν και απαράβατον εφαρμογήν των δια του παρόντος καταστατικού χάρτου τεθεσπισμένων, άκραν δε ευπείθειαν και υποταγήν προς τας κυριάρχους αυτών μονάς, ων απροφασίστως εκτελούσι τας νομίμους διαταγάς. Άρθρ.135.-Απαγορεύεται εν γένει η εξαγωγή ξυλείας εκ των δασών της κυριάρχου μονής άνευ εγγράφου αδείας αυτής, πλην των αναγκαιούντων καυσοξύλων δια την οικιακήν χρήσιν, λαμβανομένων τούτων μόνον εκ των υποδεικνυομένων της μονής μερών. Κρεββατόξυλα και γούρνας δεν δύναται η μονή ν' αρνηθή εις τους κατόχους κελλίων, αν αποδεδειγμένως έχωσιν ανάγκην αυτών, λαμβανομένων δε τούτων μόνον εκ της περιοχής του κελλίου (σιγιλ. 1909 άρθρ. Δ') εκ των υποδεικνυομένων υπό της μονής καταλλήλων δένδρων και μερών, πλην της ιεράς μονής Σταυρονικήτα στερουμένης δάσους συνωδά τω σχετικώ της Ιεράς Κοινότητος πρακτικώ του 1911. Σελ. 408 165 – 82 Άρθρ.136.-Παν εξάρτημα οφείλει να τηρή ακριβές μοναχολόγιον των εν αυτώ μοναχών, ίδιον δε βιβλίον των δοκίμων αυτού κατά τας διατάξεις του άρθρ. 94 θεωρούμενα κατ' έτος υπό των κυριάρχων μονών. Άρθρ.15.-Η δίκη εισάγεται πάντοτε δι' εγγράφου αιτήσεως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Τούτο εντός οκτώ ημερών από της εισαγωγής της αιτήσεως ορίζει την δικάσιμον δια πράξεως, καθ' ην οι διάδικοι καλούνται υπό της ιεράς επιστασίας. Άρθρ.137.-Παν εξάρτημα οφείλει να καταβάλλη ανελλιπώς τω κυριάρχω αυτού μονή τα εκάστοτε οριζόμενα και αναλογικώς κατανεμόμενα υπό της Ιεράς Κοινότητος δοσίματα συμφώνως τω άρθρ. 36. Η καταβολή του τριμεριδίου των κελλίων και των ειδικών δοσιμάτων των σκητών γένεται συμφώνως τω νομίσματι, τω καθορισμένω υπό συγιλλίων, άτινα ορίζουσι τας σχέσεις αυτών μετά των κυριάρχων αυτών μονών, πλην των ταβηλλιακών δοσιμάτων καταβαλλομένων εις νόμισμα καθορισθέν υπό της Ιεράς Κοινότητος. Άρθρ.138.-Η οικονομική κατάστασις κελλίου ή καλύβης τινός δέον να τελή απλώς εν γνώσει των εν τω ομολόγω εγγεγραμμένων προσώπων και μόνον εν τη συγκαταθέσει τούτων δύναται να γίνη πώλησις αυτών. Προκειμένης πωλήσεως αδεία πάντοτε της κυριάρχου μονής, κελλίου ή καλύβης ή ησυχαστηρίου τινός, δέον να δηλώται το πρόσωπον του αγοραστού, εις ο δύναται να εγκρίνη ή ου την πώλησιν η μονή και η πραγματική συμπεφωνημένη τιμή αυτού και να καταβάλλεται τη μονή το ανέκαθεν καθιερωθέν δικαίωμα αυτής, ήτοι 15 % επί της ολικής τιμής, δέκα μεν υπό του πωλητού, πέντε δε υπό του αγοραστού. Πάσα άλλως γενομένη αγορά είναι άκυρος και οι παραβάται διώκονται πειθαρχικώς. Άρθρ.139.-Η πολιτεία των εν τοις εξαρτήμασι μοναχών δέον να ή κόσμιος και κατά πάντα σύμφωνος τη επαγγελία αυτών. Κατά των εκτρεπομένων επιβάλλονται υπό των κυριάρχων μονών ποιναί κατά τας διατάξεις του περί αγιορειτικών δικαστηρίων κεφαλαίου του παρόντος καταστατικού χάρτου. Τοις κατόχοις καλυβών ή κελλίων, τοις επιμόνως αδιορθώτοις δύναται να επιβληθή παρά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προς ταις άλλαις ποιναίς και η της εντός ωρισμένης προθεσμίας εκποίησις της καλύβης ή του κελλίου αυτών. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 316 Εν περιπτώσει, καθ' ην δεν εμφανισθή εντός της αυτής προθεσμίας αγοραστής, παρέχεται νέα προθεσμία, και αν πάλιν δεν εμφανισθή, ορίζεται αποφάσει του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκ μέρους του κατόχου της καλύβης ή του κελλίου αφ' ενός και της κυριάρχου αυτού μονής αφ' ετέρου, εκτιμητική επιτροπή εκ δύο μελών εκατέρωθεν, ήτις επί τη βάσει της κατά τον χρόνον της εκτιμήσεως αξίας της καλύβης ή του κελλίου συντάσσει την σχετικήν έκθεσιν, την οποίαν υποβάλλει τω δευτεροβαθμίω δικαστηρίω. Διαφωνούσης δε της εκτιμητικής επιτροπής ως προς την αξίαν του κελλίου ή της καλύβης, αύτη καθορίζεται δι' αποφάσεως οριστικής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Άρθρ.140.-Μεταξύ των αγοραστών κελλίου ή καλύβης προτιμάται πάντοτε η μονή, ως κυρίαρχος. Άρθρ.141.-Επ' ουδενί λόγω δύναται ο κάτοχος του κελλίου ή καλύβης να συνάψη εγκύρως δάνειον εις βάρος του σκηνώματος αυτού άνευ εγγράφου αδείας της μονής, ήτις ουδαμώς ευθύνεται εν εναντία περιπτώσει δια τα χρέη αυτού. Ουδέ επιτρέπεται το θέτειν ως ενέχυρον το ομόλογον του κελλίου ή καλύβης προς σύναψιν δανείου. Το τοιούτον θεωρείται και είναι άκυρον όλως εάν γίνη. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ' Σκήται Άρθρ.142.-Αι σκήται εν Αγίω Όρει είναι δώδεκα και διακρίνονται εις κοινοβίους και ιδιορρύθμους. Κοινόβιοι σκήται είναι αι εξής: 1)η της του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσσικού) επ' ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Βογορόδιτσα), 2)η της του Παντοκράτορος επ' ονόματι του Προφήτου Ηλιού, 3)η της Μεγίστης Λαύρας επ' ονόματι του Τιμίου Προδρόμου και 4)η της του Βατοπεδίου επ' ονόματι του Αγίου Ανδρέου. Ιδιόρρυθμοι δε σκήται είναι αι εξής: 1)η της Μεγίστης Λαύρας επ' ονόματι της Άγίας Άννης, 2)η της αυτής μονής επ' ονόματι της Αγίας Τριάδος (των Καυσοκαλυβίων), 3)η της του Βατοπεδίου επ' ονόματι Αγίου Δημητρίου, 4)η της των Ιβήρων επ' ονόματι του Τιμίου Προδρόμου. 5)η της του Κουτλουμουσίου επ' ονόματι του Αγίου Παντελεήμονος, 6)η της του Αγίου Παύλου επ' ονόματι της Θεοτόκου (Νέα Σκήτη), 7)η της αυτής μονής επ' ονόματι του Αγίου Δημητρίου (Λάκκου), 8)η της του Ξενοφώντος επ' ονόματι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Άρθρ.143.-Εκάστη σκήτη οφείλει συμφώνως τω σχετικώ αυτή πατριαρχικώ σιγγιλίω, δι' ου η κυρίαρχος αυτής μονή ανεκήρυξεν αυτήν εις σκήτην και τοις κρατήσασι μεταξύ αυτής και της κυριάρχου μονής κανονισμοίς, εγγράφοις και εθίμοις, να τηρή αναλλοίωτον το δι' αυτήν καθορισθέν πολίτευμα, τας σχέσεις της εξαρτήσεως αυτής από της κυριάρχου Μονής, το είδος του διοικητικού και άλλου εν γένει βίου αυτής και τας σχέσεις των πατέρων αυτής προς την κυρίαρχον μονήν. Άρθρ.144.-Ο εσωτερικός των σκητών βίος διέπεται υπό εσωτερικού κανονισμού, εγκρινομένου υπό της κυριάρχου αυτών μονής και μη δυναμένου να αντίκειται εις τας διατάξεις του παρόντος καταστατικού χάρτου. Άρθρ.145.Οι εν ταις σκήταις ενασκούμενοι μοναχοί οφείλουσι να εκτελώσι τακτικώς τα θρησκευτικά αυτών καθήκοντα και προσέρχωνται ανελλιπώς εις τας αγρυπνίας του κυριακού, υποκείμενοι άλλως εις πειθαρχικάς ποινάς. Άρθρ.146.-Έκαστος των δοκίμων δικαιούται προ της κουράς αυτού όπως τη γνώσει και εγκρίσει του πνευματικού αυτού εκλέξη υπακοήν παρ' ετέρω γέροντι. Από της κουράς όμως οφείλει να μένη ισοβίως εν τη υπακοή του οικείου γέροντος, απαγορευομένης αυστηρώς της προσλήψεως αυτού παρ' ετέρου γέροντος της αυτής σκήτης, όστις προσλαμβάνων αυτόν υπόκειται εις πειθαρχικήν δίωξιν υπό της κυριάρχου μονής. Η σχέσις του γέροντος προς τους υποτακτικούς είναι σχέσις πνευματικού πατρός προς υιόν και εντεύθεν οι μεν υποτακτικοί οφείλουσι σεβασμόν και υπακοήν εις τον γέροντα, ούτος δε πατρικήν προς τους υποτακτικούς αγάπην και συμπεριφοράν. Άρθρ.2.-Το Άγιον Όρος κέκτηται πλεονεκτήματα τελωνειακά και φορολογικά: α)Τα τελωνειακά συνίστανται εις την εισαγωγήν εις αυτό δια τας μονάς και τα λοιπά ιδρύματά του (σκήτας, κελλία κλπ.) οιωνδήποτε ειδών μέχρι χιλίων μεταλλικών δραχμών αξίας δι' έκαστον μοναχόν. Ο έλεγχος της ατελείας ταύτης καθορισθήσεται δι' ειδικής συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου των Οικονομικών και της Ιεράς Κοινότητος. Δια τας τελωνειακάς ατελείας του Αγ. Όρους βλ. Α.Ν. 2725/1940 (τόμ. 30Α σελ. 443). Η αξία της άνω μεταλλικής δραχμής ορίστηκε σε 40 δραχ. και δύναται να αναπροσαρμόζεται από την παρ. 8 άρθρ. 28 Νόμ. 1473/1984 (ΦΕΚ Α' 127), (τόμ. 30 σελ. 202,16). β)Τα φορολογικά πλεονεκτήματα του Αγίου Όρους είναι τα ακόλουθα: 1)Τα εν Άθω παραγόμενα προϊόντα απαλλάσσονται παντός φόρου εγγείου καθαράς προσόδου ή άλλου αμέσου τοιούτου, 2)Η μεταβίβασις και τα εισοδήματα πάσης περιουσίας, ευρισκομένης εν Αγίω Όρει, απαλλάσσονται παντός φόρου. Της απαλλαγής απολαύουσι και οι χειροτέχναι, ουχί δε και οι επαγγελόμενοι την εμπορίαν εντός του Αγίου Όρους.3)Οι εν Αγίω Όρει εγκαταβιούντες μοναχοί απαλλάσσονται φόρων καταναλώσεως επί των επιτοπίως παραγομένων και καταναλισκομένων προϊόντων των, εκτός των φόρων καταναλώσεως καπνού, πυρίτιδος και λοιπών εκρηκτικών υλών και των μονοπωλιακών ειδών. Ο προσδιορισμός του ποσού της ατελούς καταναλώσεως αυτών καθορισθήσεται δι' ειδικής συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου των Οικονομικών και της Ιεράς Κοινότητος. 4)Πάσαι αι εν Αγίω Όρει συμβάσεις αι αφορώσαι την παραχώρησιν δικαιωμάτων επί ακινήτων, εντός του Αγίου Όρους κειμένων, συντασσόμεναι υπό των αρμοδίων Μοναστηριακών Αρχών ή της Ιεράς Κοινότητος απαλλάσσονται τελών χαρτοσήμου. Σύμφωνα με την παρ. 2 άρθρ. 1 και το Άρθρ.16.-Η ορίζουσα την δικάσιμον πράξις δέον να επιδοθή οκτώ τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου˙ παρέκτασις της προθεσμίας ταύτης δύναται να δοθή υπό του δικαστηρίου, κατ' οικείαν κρίσιν, λαμβανομένων υπ’ όψει των αποστάσεων και της δυσχερείας των συγκοινωνιών. Άρθρ.147.-Τοις ερισταίς, ατάκτοις, ταραχοποιοίς και εν γένει διάγουσι βίον επίμεπτον επιβάλλεται μετά προηγουμένην νουθεσίαν η επίπληξις υπό του δικαίου και της συνάξεως της σκήτης. Οι αδιόρθωτοι καταγγέλλονται εις την κυρίαρχον μονήν και εφαρμόζονται παρ' αυτής αι κατά το άρθρ. 139 προβλεπόμεναι ποιναί. Άρθρ.148.-Προκειμένης αγοράς καλύβης έν τινι σκήτη εξετάζεται παρά της Συνάξεως αυτής η εν γένει διαγωγή του αγοραστού και αν αύτη ευρεθή σύμφωνος προς τας μοναχικάς απαιτήσεις και υποχρεώσεις αποστέλλονται ο τε πωλητής και αγοραστής τη κυριάρχω μονή, ήτις εγκρίνουσα την πώλησιν εκδίδει, κατά την ανέκαθεν τάξιν, επί καταβολή του καθωρισμένου δικαιώματος αυτής, την μοναστηριακήν ομολογίαν επιστρεφομένης της παλαιάς τοιαύτης. Σελ. 409 165 – 83 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 317 Άρθρ.149.-Εκάστη σκήτη διοικείται υπό του δικαίου, των συμβούλων και της Συνάξεως των Γερόντων αυτής. Άρθρ.150.-Ίνα εκλεγή τις δικαίος δέον να είναι εκ των γερόντων των καλυβών, μεμαρτυρημένης αρετής και ικανότητος ανεγνωρισμένης υπό της κυριάρχου μονής. Οι δε υπό ποινήν διατελούντες δεν δύνανται να αναδειχθώσι δικαίοι. Άρθρ.151.-Η εκλογή του δικαίου εν ταις κοινοβίοις σκήταις γίνεται κατά την κρατούσαν αυταίς τάξιν. Εν δε ταις ιδιορρύθμοις σκήταις η εκλογή του δικαίου γίνεται κατά πλειονοψηφίαν υπό των εγγεγραμμένων εν τοις μοναστηριακοίς καταλόγοις γερόντων των καλυβών συνερχομένων προς τούτο υπό την προεδρίαν του πρεσβυτέρου αυτών εν τω κυριακώ, τας αρχάς του μηνός Μαΐου εκάστου έτους. Το τοιούτον δικαίωμα της εκλογής γέροντός τινος εκτός του Αγίου Όρους ευρισκομένου ασκεί τη εγγράφω αδεία της κυριάρχου μονής στηριζομένη επί εγγράφου εντολής του απουσιάζοντος γέροντος, ο υποτακτικός αυτού. Εν ισοψηφία αποφαίνεται η κυρίαρχος μονή, της οποίας αντιπρόσωπος παρίσταται εποπτεύων την διεξαγωγήν της εκλογής. Η εκλογή του δικαίου αναφέρεται τη κυριάρχω μονή δι' ενσφραγίστου της Συνάξεως πρακτικού προς έγκρισιν, αναγνώρισιν και εγκαθίδρυσιν κατά τα έκπαλαι ειθισμένα. Άρδρ.152.-Οι σύμβουλοι παρ' εκάστη σκήτη, δύο έως τέσσαρες, εκλέγονται καθ' ον χρόνον και τρόπον ο δικαίος αυτής, του ημίσεος όμως αριθμού αυτών εκλεγομένου υπό της κυριάρχου μονής. Άρθρ.153.Η διάρκεια της υπηρεσίας του δικαίου και των συμβούλων δύο όντων είναι ετησία. Επί τριών όμως συμβούλων αντικαθίσταται ανά παν έτος εις ή πλείονες και επί τεσσάρων οι δύο ή και οι τέσσαρες, κατά τα κρατούντα εν εκάστη σκήτη. Άρθρ.154.-Εκάστη σκήτη έχει ιδίαν σφραγίδα, φέρουσαν το όνομα αυτής και το της κυριάρχου μονής και είναι διηρημένη εις τρία ή τέσσαρα τμήματα, κρατούμενα ανά έν παρ' εκάστου συμβούλου. Των τμημάτων τούτων κρατούνται παρά των υπό της μονής διορισθέντων συμβούλων δύο μεν επί τεσσάρων συμβούλων, έν δε επί τριών συμβούλων. Η χρήσις της σφραγίδος ταύτης περιορίζεται μόνον εις τα ανταλλασσόμενα μετά της κυριάρχου μονής έγγραφα και τα αφορώντα ελέη και βοηθήματα τοιαύτα εν Αγίω Όρει. Σελ. 410 165 – 84 Άρθρ.155.-Ο δικαίος και οι σύμβουλοι αυτού οφείλουσι να συνεργάζωνται και προάγωσι τα συμφέροντα της σκήτης αυτών μηδεμιάς εντεύθεν μονομερούς πράξεως πλην των συνήθων καθηκόντων εκάστου, δυναμένης να θεωρηθή εγκύρου. Αι σπουδασταί της σκήτης υποθέσεις, αι έξω της συνήθους υπηρεσίας, δέον να φέρωνται ενώπιον της Συνάξεως των Γερόντων και τυγχάνωσι απαραιτήτως της εγκρίσεως της κυριάρχου μονής. Άρθρ.156.-Καθήκοντα του κατά καιρόν δικαίου είναι να κατοική εν τω οικήματι και ουχί εν τη ιδία καλύβη, να επιμελήται της εσωτερικής τάξεως της σκήτης, να φιλοξενή τους ξένους, να τελή τας ακολουθίας εν τω κυριακώ, να επαγρυπνή μετά των συμβούλων αυτού επί της διαγωγής πάντων των εν τη σκήτη, νουθετών και συμβουλεύων, να καταγγέλλη τους δυστροπούντας και αδιορθώτους εις την Σύναξιν και δι' αυτής εις την κυρίαρχον μονήν, να επιδιώκη μετά των συμβούλων αυτού συμβιβαστικήν λύσιν των αναφυομένων διαφορών και εκτελή μετ' αυτών τας αποφάσεις της Συνάξεως να διαφυλάττη υπευθύνως τα εν τη σκήτη ιερά κειμήλια, σκεύη και άμφια, τα χειρόγραφα και βιβλία και εν γένει πάντα τα λοιπά αντικείμενα αξίας, άτινα και παραδίδονται τω διαδόχω, επί τη βάσει πρωτοκόλλου καταγραφής πιστής και λεπτομερούς αυτών επί παρουσία των αντιπροσώπων της κυριάρχου μονής, προς ην αποστέλλεται ακριβές αντίγραφον του τοιούτου πρωτοκόλλου. Άρθρ.157.-Το ταμείον της σκήτης συντηρείται εκ διαφόρων ελεών και βοηθημάτων. Από τούτου δε τρέφεται και ο δικαίος μετά της συνοδείας αυτού κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας τούτου, μετά την λήξιν της οποίας τα περισσεύοντα παραδίδει τω διαδόχω αυτού κατά τα ειθισμένα. Άρθρ.17.-Ο νομίμως κληθείς διάδικος, μη εμφανιζόμενος κατά την ορισθείσαν δικάσιμον, δικάζεται ερήμην, επί προσαγωγή του οικείου αποδεικτικού επιδόσεως. Άρθρ.158.-Ο δικαίος υποχρεούται εις την συντήρησιν τακτικών βιβλίων της διαχειρίσεως αυτού, άτινα και υποβάλλει κατά την παράδοσιν της υπηρεσίας αυτού υπό τον έλεγχον της Συνάξεως και των αντιπροσώπων της κυριάρχου μονής. Η εξελεγκτική πράξις καταχωρίζεται εν τω γενικώ κώδικι, υπογραφομένη παρά πάντων των μελών, των τε παραδιδόντων και παραλαμβανόντων. Πάσα διαχειριστική ανωμαλία ή κατάχρησις επιβαρύνει τον υπολόγον διαχειριστήν. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 318 Άρθρ.159.-Εν περιπτώσει θανάτου του γέροντος καλύβης τινός η κυρίαρχος μονή αλλάσσει το ομόλογον επί καταβολή του καθιερωμένου ψυχομεριδίου, τάσσουσα εις την θέσιν του γέροντος το πρώτον της συνοδείας αυτού πρόσωπον και εις την θέσιν του πρώτου της συνοδείας το δεύτερον αυτής, εγγράφουσα και τρίτον πρόσωπον, μετά κουράν, αδεία της μονής, εάν υπάρχη τοιαύτη τάξις εν τη σκήτη. Απαγορεύεται απολύτως η ύπαρξις αριθμού μείζονος των έξ προσώπων εν εκάστη καλύβη. Άρθρ.160.-Προς ταις ανωτέρω γενικαίς διατάξεσι θεωρούνται εν απαραμειώτω ισχύϊ τα υπό των πατριαρχικών σιγιλλίων και μοναστηριακών ομολόγων διατασσόμενα περί σκητών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Κελλία Άρθρ.161.-Τα κελλία εκάστης μονής παραχωρούνται παρ' αυτής εφ' ωρισμένη τιμή εις διαδοχήν τριών προσώπων, φερόντων κανονικώς την κουράν αυτών, δι' ομολόγων καθοριζόντων τα τρία πρόσωπα του κελλίου, την περιγραφήν της εκτάσεως και την εν γένει περιουσίαν αυτού. Άρθρ.162.-Αποθανόντος του γέροντος κελλίου τινός ανταλλάσσεται υπό της μονής το ομόλογον δια νέου τοιούτου επί καταβολή του καθωρισμένου κατά το από 1909 πατριαρχικόν σιγίλλιον και το υπ' αριθ. 56 του 1911 πρακτικόν της Ιεράς Συνόδου της Μεγάλης Εκκλησίας, τριμεριδίου και εγγράφεται εν αυτώ πρώτος μεν ο δεύτερος, δεύτερος δε ο τρίτος, και τρίτος νέον, αν υπάρχη, δεδοκιμασμένον εκ της συνοδείας τούτου πρόσωπον. Τα τρία ταύτα πρόσωπα εκάστου κελλίου δύνανται να προσλάβωσι και τρεις κατά ανώτατον όριον δοκίμους ή υποτακτικούς, ώστε έκαστον κελλίον να δύναται να έχη ανώτατον αριθμόν προσώπων 6. Επ' ουδενί λόγω επιτρέπεται υπέρβασις του αριθμού τούτου. Πάσα τυχόν χορηγουμένη άδεια προσλήψεως προσώπου πέραν του αριθμού τούτου απαγορεύεται. Άρθρ.163.-Η επικαρπία των παρά των κελλίων καλλιεργουμένων κτημάτων αυτών ανήκει αποκλειστικώς και μόνον εις αυτά, πλην της εκμεταλλεύσεως των δασών αυτών, ήτις ανήκει αποκλειστικώς τη κυριάρχω μονή, υποχρεουμένη να λάβη υπ’ όψη τας εκάστοτε ανάγκας των κελλίων τούτων. Άρθρ.164.-Οι κελλιώται οφείλουσι να συντηρώσιν εν καλή καταστάσει το κελλίον αυτών, να ενεργώσι τας αναγκαίας επισκευάς αυτού, να διαφυλάττωσιν ακέραια τα περιουσιακά αυτού δικαιώματα και εν γένει να επιμελώνται και φροντίζωσι περί της βελτιώσεως του παραχωρηθέντος αυτοίς σκηνώματος συμφώνως τω ομολόγω αυτού, υπεύθυνοι όντες απέναντι της κυριάρχου μονής δια την εκπλήρωσιν των υποχρεώσεων τούτων, δυναμένης εν εναντία περιπτώσει να επικαλεσθή την εφαρμογήν των διατάξεων του γ΄ εδαφίου του 139 άρθρου του καταστατικού τούτου χάρτου. Άρθρ.165.-Πάσα μεταξύ δύο κελλίων της αυτής μονής διαφορά περί ορίων κανονίζεται υπό της κυριάρχου αυτών μονής. Άρθρ.166.-Εκρίζωσις δένδρων ή εμφύτευσις αμπέλου εντός της περιφερείας κελλίου τινός επιτρέπεται μόνον αδεία της κυριάρχου μονής αυτού˙·τοις παραβάταις επισείονται αι υπό του καταστατικού τούτου χάρτου προβλεπόμεναι ποιναί. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ΄ Γενικαί διατάξεις Άρθρ.167.-Πάντα τα εις Άγιον Όρος του Άθω εισαγόμενα είδη δια τους μοναχούς αυτού τα μέχρι μεν χιλίων χρυσών δραχμών αξίας δι' έκαστον μοναχόν ετησίως δεν υπόκεινται εις τελωνειακόν δασμόν. Τα δε πέραν του ποσού τούτου, ως και πάντα τα υπό των εμπόρων εισαγόμενα υπόκεινται εις τας γενικάς νενομισμένας φορολογίας του Κράτους. Άρθρ.18.-Το δικαστήριον, ακούσαν των διαδίκων, ορίζει εισηγητήν, όστις συλλέγει πάντα τα στοιχεία και έγγραφα, καταρτίζει και μελετά την σχετικήν δικογραφίαν, συντάσσων την περί αυτής έκθεσίν του. Άρθρ.168.-Πάντα τα εξαγόμενα εξ Αγίου Όρους δασικά προϊόντα και μη, εξάγονται άνευ φορολογίας υπό του Κράτους. Επιτάξεις εν Αγίω Όρει ενεργούνται μόνον αποφάσει της Ιεράς Κοινότητος. Άρθρ.169.-Τα δάση της χερσονήσου του Αγίου Όρους δεν υπάγονται εις τους σχετικούς δασικούς νόμους του Κράτους. Άρθρ.170.-Η αλιεία εν Αγίω Όρει δια την συντήρησιν των μοναχών αυτού είναι ελευθέρα και απηλλαγμένη πάσης φορολογίας. Άρθρ.171.-Ουδεμία εν Αγίω Όρει επισκευή ή ανακαίνισις επιτρέπεται εφ' όσον δι' αυτής καταστρέφονται ή αλλοιούνται αρχαίαι τοιχογραφίαι. Άρθρ.172.-Πλην των μονών και σκητών ουδενί ετέρω εξαρτήματι ή ατόμω επιτρέπεται να έχη σφραγίδα. Άρθρ.173.-Ουδείς αρχιερεύς δύναται να τελέση ιεροπραξίαν εν Αγίω Όρει αν μη ή εφωδιασμένος δι' εγγράφου του Οικουμενικού Πατριαρχείου,δηλωτικού του ακωλύτου της ιεροπραξίας και άνευ αδείας της Ιεράς ΚοιΣελ. 411 165 – 85 Άγιον Όρος 33.Λ.α.1 319 νότητος ή τινος μονής. Πας δε αρχιερεύς καλούμενος έξωθεν του Αγίου Όρους υπό τινος μονής, δέον να καλήται δια μέσου της Ιεράς Κοινότητος. Πας δε κατώτερος κληρικός οφείλει να έχη τοιούτον έγγραφον της εκκλησιαστικής αυτού αρχής, προς την Ιεράν Κοινότητα. Άρθρ.174.-Απαγορεύεται απολύτως εν Αγίω Όρει η πώλησις εικόνων ή τεχνουργημάτων εν γένει, εκτός αυτού κατασκευασθέντων ως και η υπό λαϊκών εν αυτώ κατασκευή τοιούτων. Απηγορευμένη επίσης είναι η επί χάρτου τύπωσις των εικόνων των μονών άνευ αδείας αυτών. Άρθρ.175.-Η σύστασις εν ταις μοναίς ή εξαρτήμασιν εμπορικών καταστημάτων ως και η άσκησις εμπορίου αντικειμένων μη ιδιαζόντων ή αναγκαίων εις τον τόπον, απαγορεύεται απολύτως. Άρθρ.176.-Πας εισερχόμενος εν Αγίω Όρει, πλην των περιοίκων προσκυνητών, οφείλει να εμφανισθή τη Ιερά Επιστασία, όπως λάβη την άδειαν της επισκέψεως των μονών και εξαρτημάτων καθ' όλου. Άρθρ.177.-Παν μοναχός ή ρασοφόρος μη ανήκων εις μονήν τινα ή εξάρτημα του Αγίου Όρους, αλλά πλανώμενος εν αυτώ, απελαύνεται τη συνδρομή της πολιτικής αρχής υπό της Ιεράς Επιστασίας. Άρθρ.19.-Δια τον εισηγητήν ισχύουσιν αι εξαιρέσεις του άρθρ. 48 Καταστατικού Χάρτου και του Άρθρ.178.-Πλην των μοναχών και των κανονικώς εγγεγραμμένων δοκίμων, ουδενί ετέρω επιτρέπεται να ρασοφορή, και οι παραβάται απελαύνονται κατά το άρθρ. 177. Άρθρ.179.-Της εν γένει περιουσίας των διαμενόντων και αποβιούντων εν Αγίω Όρει λαϊκών κληρονόμοι εισίν οι δικαιούμενοι κατά τον νόμον. Τα της σφραγίσεως και αποσφραγίσεως της περιουσίας αυτών ενεργούσιν εν ταις Μοναίς μεν και εν τοις εξαρτήμασιν αυτών αι μοναστηριακαί αρχαί, εν Καρυαίς δε η Ιερά Επιστασία μετά της πολιτικής αρχής, αίτινες και ειδοποιούσιν αρμοδίως τους νομίμους κληρονόμους. Της δε εν Αγίω Όρει περιουσίας, των άνευ κληρονόμων νομίμων αποβιούντων λαϊκών, ως και των απολελυμένων μοναχών (καβιωτών) κληρονόμοι είναι, των μεν εν Καρυαίς αποβιούντων η Ιερά Κοινότης, των δε εν μοναίς ή εξαρτήμασιν αυτών αποβιούντων αι οικείαι μοναί. Άρθρ.180.-Μόνη η Ιερά Κοινότης κέκτηται το απόλυτον δικαίωμα της ιδρύσεως τυπογραφείου εν Αγίω Όρει. Άρθρ.181.-Πάσα η ακίνητος περιουσία των ιερών Μονών είναι απολύτως αναπαλλοτρίωτος ως πράγμα θείω δικαίω. Σελ. 412 165 – 86 Άρθρ.182.-Αι ιεραί μοναί οφείλουσι να συντηρώσι την κανονικήν και απρόσκοπτον λειτουργίαν της εν Καρυαίς Αθωνιάδος εκκλησιαστικής σχολής, λαμβανούσης επί του παρόντος τον τύπον ανωτέρου Εκπαιδευτηρίου περιλαμβάνοντος πάσας τας τάξεις των σχολείων της μέσης εκπαιδεύσεως. Προς τούτο εκάστη Μονή οφείλει να αποστέλλη εκ των μοναχών και δοκίμων αυτής δύο τουλάχιστον μαθητάς υποχρεωτικώς και απροφασίστως εις την σχολήν δια την συμπλήρωσιν του αριθμού των οποίων θα λαμβάνωνται και έξωθεν του Αγίου Όρους μαθηταί. Ουδεμία μονή δύναται ν' αρνηθή την καταβολήν του αναλογούντος αυτή ποσού δια την συντήρησιν της σχολής, καθορισθησομένου επί τη βάσει της οικονομικής αυτής καταστάσεως. Δια την επάρκειαν δε των αναγκών της σχολής δύναται η Ιερά Κοινότης να επιβάλλη φορολογικήν υποχρέωσιν επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του τόπου. Η αποστολή μοναχών ή υποτακτικών προς σπουδάς έξω του Αγίου Όρους, αν μη πρότερον αποφοιτήσωσιν ούτοι της Αθωνιάδος σχολής απαγορεύεται απολύτως. Τα καθ' έκαστα της σχολής καταρτιζομένης κατά τας ανωτέρω διατάξεις θέλουσι κανονισθή δι' ιδιαιτέρου κανονισμού της Ιεράς Κοινότητος. Άρθρ.183.-Σύστασις ή ίδρυσις σωματείου οιουδήποτε ή ιδιαιτέρας αδελφότητος εν Αγίω Όρει απαγορεύεται απολύτως ως ασυμβίβαστος και αντικειμένη προς τα μοναχικά καθεστώτα του Αγίου Όρους. Άρθρ.184.-Πάσα προσηλυτιστική και προπαγανδιστική ενέργεια ηθική, θρησκευτική, εκκλησιαστική, κοινωνική, εθνικιστική και οιασδήποτε άλλης φύσεως τοιαύτη εν Αγίω Όρει απαγορεύεται απολύτως επί ποινή απελάσεως. Άρθρ.185.-Πας θρησκευτικός, ή σχολικός, ή φιλανθρωπικός έρανος εν Αγίω Όρει ενεργείται μόνον τη αδεία της Ιεράς Κοινότητος. Διό και οι αιτούντες οφείλουσι να προσκομίζωσι συστατήρια των αρχιερέων της επαρχίας, εις ην ανήκουσι, προς την Ιεράν Κοινότητα. Ο δε βουλόμενος να επισκεφθή τας βιβλιοθήκας των ιερών μονών οφείλει να προσκομίση εις την Ιεράν Κοινότητα έγγραφον συστατήριον του επί των Εξωτερικών της Ελλάδος Υπουργείου ή του Οικουμενικού Πατριαρχείου μεθ' ων αύτη απ' ευθείας αλληλογραφεί. 33.Λ.α.1 Άγιον Όρος 320 Άρθρ.186.-Η εις την χερσόνησον του Αγίου Όρους είσοδος των θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται. Άρθρ.187.-Πάσα διάταξις, αντικειμένη εις τον παρόντα καταστατικόν χάρτην, δεν δύναται να έχη ισχύν εν Αγίω Όρει. άρθρ. 11 του παρόντος νόμου. Σελ. 394 164 – 148 Ειδικώς επί διαφορών μεταξύ μονής και εξαρτήματος αυτής εισηγητής δεν δύναται να ορισθή αντιπρόσωπος ή μοναχός της ενδιαφερομένης μονής. Άρθρ.188.-Ο παρών καταστατικός χάρτης τίθεται εν ισχύϊ από της εγκρίσεως αυτού υπό της Κοινότητος και της επικυρώσεως του Κράτους. Απορρέει δε εκ των αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων τε και τυπικών, Πατριαρχικών Σιγιλλίων, Σουλτανικών Φιρμανίων, ισχυόντων Γενικών Κανονισμών και αρχαιοτάτων. Μοναχικών Θεσμών και Καθεστώτων. Συνετάχθη δε κατά Μάϊον του 1924 υπό πενταμελούς επιτροπής της διπλής εκτάκτου συνάξεως του Αγίου Όρους, αποτελουμένης εκ του γέροντος Αρκαδίου, ιεροδιακόνου Βατοπεδινού, αρχιμανδρίτου Αθανασίου Παντοκρατορινού, προηγουμένου Ευδοκίμου Ξηροποταμινού γέροντος Ευλογίου Αγιοπαυλίτου και γέροντος Βαρλαάμ Γρηγοριάτου, μελών της εκτάκτ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.