← Ελλάδα

34. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ' αριθ. 2 της 28 Απρ./20 Ιουλ. 1969 (Φεκ Β΄ 193) Περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων. Βλ. και Κανον. 8/1980 (κατωτ. αριθ. 43). Η Ι

Εν συντομία

Αυτός ο κανονισμός αφορά τους Ιερούς Ναούς, τις Ενορίες και τους Εφημερίους της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθορίζοντας τη διάρθρωση και τη λειτουργία τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
34. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ' αριθ. 2 της 28 Απρ./20 Ιουλ. 1969 (Φεκ Β΄ 193) Περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων. Βλ. και Κανον. 8/1980 (κατωτ. αριθ. 43). Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχουσα υπ' όψει: 1.Την διάταξιν της παρ. 4 του άρθρ. 24, της παρ. 3 του άρθρ. 25, της παρ. 1 και 2 του άρθρ. 26 και της παρ. 2 του άρθρ. 32 του Ν.Δ. 126/69 "περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος". 2.Την διάταξιν της παρ. 1 του άρθρ. 51 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος. 3.Τας από 25, 26 και 28 Απρ. 1969 αποφάσεις Αυτής. ΨΗΦΙΖΕΙ τον Κανονισμόν περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων, έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ, ΕΝΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ (άρθρ. 32 παρ. 2 Ν.Δ. 126/69) Άρθρ.1.-Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις: 1)Ενοριακούς. 2)Ιδιοκτήτους, ανήκοντας εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 3)Κοιμητηρίων. 4)Παρεκκλήσια, ήτοι Ναούς εντός πόλεων ή χωρίων κειμένους και εις ενοριακούς Ναούς ανήκοντας. 5)Εξωκκλήσια, ήτοι Ναούς εκτός πόλεων ή χωρίων κειμένων και εις ενοριακούς Ναούς ανήκοντας (άρθρ. 1 Α.Ν. 2200/1940). ΕΝΟΡΙΑΚΟΙ ΝΑΟΙ Άρθρον 9 1.Ο Ενοριακός Ναός έχει ωρισμένην τοπικήν περιφέρειαν, καλουμένην ενορίαν και περιλαμβάνουσαν τους κατοικούντας εν τη αυτή Ορθοδόξους Χριστιανούς. Ενορίαν αποτελούσιν εν μεν ταις πόλεσι, ταις εχούσαις άνω των 100.000 κατοίκων, τουλάχιστον 600 οικογένεια, άνω των 10.000 και μέχρις 100.000 κατοίκων 500 τουλάχιστον οικογένειαι και εν ταις πόλεσι ταις αριθμούσαις κάτω των 10.000 κατοίκων 400 τουλάχιστον οικογένειαι (άρθρον 10 παράγρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2.Αι ήδη νομίμως υφιστάμεναι ενορίαι διατηρούνται (άρθρ. 10 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 3.Τα όρια εκάστης ενορίας ορίζονται συμφώνως τω άρθρω 31 του Ν.Δ. 126/69 περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η απόσπασις αριθμού ενοριτών, μειούντος την προς ύπαρξιν ενορίας οριζομένην εν τω παρόντι εις αριθμόν οικογενειών βάσιν, επί σκοπώ συστάσεως ενορίας ή ενισχύσεως άλλης τοιαύτης, απαγορεύεται (άρθρον 10 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). 4.Ο αριθμός των οικογενειών, όστις αποσπάται έκ τινος ενορίας προς ενίσχυσιν άλλης ήδη υφισταμένης επ' ουδενί λόγω δύναται να μειώση τας οικογενείας, αί(Αντί της σελ. 67) Σελ. 67(α) Τεύχος 375 – Σελ. 69 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 τινες αντιστοιχούσι κατά τον παρόντα Κανονισμόν εις τους υπηρετούντας ήδη εφημερίους εν τη ενορία, αφ' ης αποσπώνται οικογένειαι (άρθρ. 10 παράγρ. 4 Α.Ν. 2200/40). 5.Προκειμένου όμως περί ιδρύσεως νέας ενορίας επιτρέπεται η απόσπασις αναλόγου αριθμού οικογενειών, υπό την προϋπόθεσιν ότι ως εφημέριος της νέας Ενορίας θα τοποθετηθή εις των εφημερίων της Ενορίας, αφ' ης αποσπώνται αι οικογένειαι (άρθρον 10 παράγρ. 5 Α.Ν. 2200/40). 6.Ο αριθμός των οικογενειών υπολογίζεται, διαιρουμένου δια του 4 του αριθμού των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ενορίας (άρθρον 10 παράγρ. 6 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 7.Ιδρυομένης νέας Ενορίας εις νέον συνοικισμόν, τμήμα ανάλογον της ακινήτου περιουσίας του Ενοριακού Ναού εξ ου απεσπάσθη ο συνοικισμός δύναται να μεταβιβασθή εις τον ενοριακόν Ναόν της ιδρυθείσης νέας ενορίας, μετ' απόφασιν του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η μεταγραφή της μεταβιβαζόμενης ακινήτου περιουσίας ενεργείται δια δηλώσεως του οικείου Αρχιερέως ενώπιον του αρμοδίου Υποθηκοφύλακος, επ' ονόματι του ενοριακού Ναού της νέας Ενορίας. Η μεταγραφή αύτη γίνεται κατά τα εν παράγρ. 4 του άρθρου 1 και εν παραγράφω 2 του άρθρου 46 του Ν.Δ. 126/1969 περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος οριζόμενα (άρθρ. 10 παράγρ. 7 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). Άρθρον 10 1.Χωρία ή συνοικισμοί, έχοντες αριθμόν οικογενειών ελάσσονα μεν των 400, μείζονα δε των 50 αποτελούσιν ιδίαν ενορίαν (άρθρον 11 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2.Χωρία ή συνοικισμοί εξ ελασσόνων των 50 οικογενειών δύνανται να αποτελέσωσιν ενορίαν, εάν απέχωσιν πλέον της ημισείας ώρας από του πλησιέστερου ενοριακού Ναού ή δυσχεραίνηται η μετ' αυτών επικοινωνία δι' ύπαρξιν χαράδρας ή ποταμού ή άλλων δυσυπερβλήτων εμποδίων ή εάν ευρίσκωνται επί νησίδος ή εις παραμεθόριον περιοχήν (άρθρον 11 παρ. 2. Α.Ν. 2200/40). 3.Πολλοί συνοικισμοί απέχοντες αλλήλων έλαττον μεν της ώρας, μη δυνάμενοι όμως να αποτελέσωσιν έκαστος ιδίαν ενορίαν, ως μη πληρούντες έκαστος μεμονωμένως τας προϋποθέσεις προς ίδρυσιν ιδίας ενορίας, δύνανται δι' υπουργικής αποφάσεως, μετά πρότασιν του οικείου Ιεράρχου, ν' αποτελέσωσι μίαν κοινήν ενορίαν υπό ένα εφημέριον και υπό όνομα καθοριζόμενον δια της σχετικής υπουργικής αποφάσεως (άρθρον 11 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Σελ. 68(α) Τεύχος 375 – Σελ. 70 4.Η μετά την αποτέλεσιν μιας κοινής ενορίας εναπομένοντες υπεράριθμοι εφημέριοι των εξ ων αύτη συνέστη ενοριών τίθενται εις την διάθεσιν του οικείου Αρχιερέως, υποχρεουμένου να διορίζη αυτούς αναλόγως των προσόντων αυτών εις κενάς ή κενουμένας εφημεριακάς οργανικάς θέσεις. Τα της λειτουργίας των Ναών της κοινής ενορίας καθορίζει, αναλόγως των οικογενειών εκάστου οικισμού, ο οικείος Αρχιερεύς δια κανονισμού (άρθρον 11 παράγρ. 4 εδάφ. 3, 4 Α.Ν. 2200/40). 5.Συνοικισμός απέχων της υφ' ην υπάγεται ενορίας κατ' απόστασιν κωλύουσαν την κανονικήν εξυπηρέτησιν των θρησκευτικών αυτού αναγκών, δύναται να υπαχθή εις άλλον πλησιέστερον ενοριακόν Ναόν δι' υπουργικής αποφάσεως τη προτάσει του οικείου Ιεράρχου (άρθρον 11 παρ. 6 Ν.Α. 2200/40 εν μέρει). 6.Εις κωμοπόλεις, εχούσας πληθυσμόν κάτω των 400 οικογενειών, τυχόν υπάρχουσαι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δύο ενορίαι συγχωνεύονται εις μίαν, ο δε υπεράριθμος εφημέριος μετατίθεται εις ετέραν κενήν εφημεριακήν θέσιν, ανάλογον προς τα τυπικά αυτού προσόντα (άρθρον 11 παρ. 7 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). "7.Ενορίαι πόλεων ων ο αριθμός των οικογενειών εμειώθη κάτω των υπό της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου καθοριζομένων ελαχίστων ορίων, δύνανται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά πρότασιν του οικείου Μητροπολίτου και απόφασιν του Μ.Ε.Σ., να συγχωνεύωνται προς την αριθμούσαν τον σχετικώς μικρότερον αριθμόν οικογενειών πλησιεστέραν ενορίαν, μη αποκλειομένης και της συγχωνεύσεως εις μίαν, δύο ή πλειόνων ενοριών εγγύς αλλήλων κειμένων, εχουσών δε κεχωρισμένως αριθμόν οικογενειών ελάσσονα του κατωτάτου νομίμου ορίου". Η παρ. 7 προσετέθη δια του άρθρ. 1 του Κανονισμού υπ' αριθ. 5 της 11 Οκτ./17 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Α΄235) 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι ΠΕΡΙ ΕΝΟΡΙΤΩΝ Άρθρον 11 Ενορίται είναι υποχρεωτικώς οι εν τη ενορία κατοικούντες ορθόδοξοι Χριστιανοί (άρθρον 12 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' ΠΕΡΙ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ (άρθρον 25 παρ. 3 Ν.Δ. 126/69) Άρθρον 12 1.Εκ των εγγεγραμμένων εν τω καταλόγω της ενορίας αρρένων αρχηγών οικογενειών συγκροτείται η Ενοριακή Συνέλευσις κατά τα εν παρ. 1 του αρ. 25 του Ν.Δ. 126/69 περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος οριζόμενα. Οι εν τω ως άνω Καταλόγω συμπεριληφθησόμενοι δέον να έχωσιν εκπληρώσει την στρατιωτικήν αυτών θητείαν ή να έχωσι νομίμως απαλλαγή αυτής, και να μη είναι συγγενείς προς αλλήλους ή προς τον εφημέριον μέχρι και του 4ου βαθμού εξ αίματος ή και του τρίτου εξ αγχιστείας. Εις ενορίας κάτω των 100 οικογενειών επιτρέπεται η συμμετοχή εν τη Ενοριακή Συνελεύσει συγγενών εξ αγχιστείας αδιακρίτως, εξ αίματος δε από του 4ου βαθμού και κάτω. 2.O κατάλογος των μελών της Ενοριακής Συνελεύσεως αποστέλλεται υπό του Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου προς την οικείαν αστυνομικήν Αρχήν, υποχρεουμένην όπως γνωρίση δι' έκαστον εκ τούτων περί της νομιμοφροσύνης του, κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 516/1968. [Ωσαύτως αποστέλλεται όμοιος κατάλογος και προς την αρμοδίαν υπηρεσίαν ποινικού μητρώου προς βεβαίωσιν, ατελώς, της ποινικής τούτων καταστάσεως, καθ' ον τρόπον παρέχει τοιαύτην προς τας δικαστικάς, αρχάς (άρθρον 13 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη).] Το εδάφ. β΄της παρ. 2 κατηργήθη δια του άρθρ. 3 του Κανονισμού αριθ. 5 της 11 Οκτ./17 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Α΄235). 3.Μη μέλη της Ενοριακής Συνελεύσεως δεν επιτρέπεται να παρίστανται κατά τας συνεδρίας αυτής. 4.Η Ενοριακή Συνέλευσις συνέρχεται τακτικώς μεν άπαξ του έτους εντός του Δεκεμβρίου, υπό την προεδρίαν του Εφημερίου Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, εκτάκτως δε οσάκις εγκρίνει τούτο ο οικείος Αρχιερεύς μετά πρότασιν του Προέδρου αυτής ή ζητήσουσι τούτο τα 4/10 των μελών της. Η Ενοριακή Συνέλευσις ευρίσκεται εν απαρτία και λαμβάνει εγκύρως αποφάσεις δια πλειονοψηφίας των παρόντων κατά την συνεδρίαν μελών της, άνευ ουδενός αριθμητικού περιορισμού μελών, μετά προηγουμένην δις δημοσίαν πρόσκλησιν επ' Εκκλησίας, δια του ημερησίου τύπου ή παντός ετέρου προσφόρου μέσου, εκάστης εκ τούτων απεχούσης οκτώ ημέρας, εξ ων της εκ τούτων πρώτης δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της ορισθείσης ημέρας συνεδριάσεώς της. 5.Η Ενοριακή Συνέλευσις έχει τας εξής αρμοδιότητας: α)Αποφασίζει περί των απαραιτήτων υπέρ του Ναού εκτελεστέων έργων. β)Εξασφαλίζει τα μέσα και τας προϋποθέσεις προς εφαρμογήν του προγράμματος της ενοριακής πνευματικής εργασίας. γ)Παρίσταται κατά την υπό του Προέδρου αυτής γινομένην κλήρωσιν, προς ανάδειξιν των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, πάντων των παρόντων μελών αυτής υπογραφόντων το σχετικόν Πρακτικόν. 6.Εν περιπτώσει καθ' ην παρίσταται εις τας συνεδρίας της Ενοριακής Συνελεύσεως ο οικείος Αρχιερατικός Επίτροπος, ούτος προεδρεύει τούτων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ (άρθρον 26 παράγρ. 1 Ν.Δ. 126/69) ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΙΣ Άρθρον 13 1.Την διαχείρισιν του ενοριακού Ναού έχει Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον, αποτελούμενον: α)Εκ του Εφημερίου, ως Προέδρου. β)Εκ τεσσάρων λαϊκών μελών, εκλεγομένων κατά τα εν άρθρω 12 παράγ. 5 έδ. γ' του παρόντος οριζόμενα και διοριζομένων μετ' ισαρίθμων αναπληρωματικών υπό του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. 2.Όπως εκλεγή τις και διατελή μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, δέον α)να μη έχη καταδικασθή επί κακουργήματι ή πλημμελήματι των άρθρων 59 έως 64 του Ποινικού Κώδικος, β)να είναι εγγράμματος, γ)να μη δικάζεται μετά του Ναού, δ)να μη έχη καταλογισθή δι' οριστικής δικαστικής ή καταλογιστικής επί του απολογισμού αποφάσεως ως Εκκλησιαστικός Σύμβουλος, ε)να μη οφείλη εις τον Ναόν, και στ)να είναι νομιμόφρων κατά την έννοιαν του Α.Ν. 516/1948 (άρθρον 13 παρ. 1 Α.Ν. 2200/ 40). 3.Απαγορεύεται η εκλογή ως Εκκλ. Συμβούλων συγγενών προς αλλήλους και προς τον Εφημέριον Πρόεδρον μέχρι και του τετάρτου βαθμού εξ αίματος ή και του τρίτου εξ αγχιστείας, ωσαύτως προσώπων, μισθοδοτουμένων υπό του ναού κατά τα κατωτέρω εν παρ. 12 οριζόμενα. (Αντί της σελ. 69) Σελ. 69(α) Τεύχος 375 – Σελ. 71 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 Εις συνοικισμούς όμως κάτω των εκατόν οικογενειών απαγορεύεται η εκλογή Συμβούλων συγγενών μέχρι τρίτου βαθμού εξ αίματος και επιτρέπεται η εκλογή αδιακρίτως των εξ αγχιστείας (άρθρ. 13 παρ. 1 εδ. 4 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). 4.Εις ας περιπτώσεις υφίστανται διαφοραί μεταξύ Ναού και Δήμου ή Κοινότητος απαγορεύεται η ανάδειξις Εκκλ. Συμβούλων εκ των Συμβούλων του Δήμου ή της Κοινότητος, εάν δε γεννηθή η διαφορά διαρκούσης της θητείας των Συμβούλων, οι εκ Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβούλων Εκκλ. Σύμβουλοι αντικαθίστανται δια των αναπληρωματικών, δι' αποφάσεως του οικείου Αρχιερέως (άρθρον 13 παρ. 8 εδαφ. 2 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). 5.Εκκλησιαστικός Σύμβουλος, αποδημήσας ή μετοικήσας εις άλλην ενορίαν, απαλλάσσεται των καθηκόντων του, μετ' απόφασιν του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, καλείται δε εις αντικατάστασιν αυτού ο αναπληρωτής (άρθρ. 13 παρ. 7 Α.Ν. 2200/40). 6.Εκκλησιαστικός Σύμβουλος, απουσιάσας αδικαιολογήτως κατά την κρίσιν του οικείου Αρχιερατικού Επιτρόπου επί τρεις συνεχείς συνεδριάσεις, κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος του Εκκλησ. Συμβούλου υπό του Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου (άρθρ. 13 παρ. 8 Α.Ν. 2200/40). 7.Ωσαύτως δι' ανεκκλήτου αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου απολύεται μετ' απολογίαν του μη κριθείσαν επαρκή Εκκλ. Σύμβουλος, εκ συστήματος μη συμμορφούμενος προς πάσας εν γένει τας εκ του παρόντος επιβαλλομένας υποχρεώσεις ή τινας τούτων, ως και δι' ολιγωρίαν περί την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων αυτώ καθηκόντων και δια πάσαν τυχόν δυστροπίαν περί την καταβολήν των οφειλών προς το προσωπικόν του Ναού. 8.Οι Εκκλ. Σύμβουλοι ωσαύτως απολύονται: α)Αν αποδεικνύωνται παραβάται των αποφάσεων και των προς αυτούς οδηγιών του οικείου Αρχιερέως, εν σχέσει προς τα εκ των κανονισμών και των νόμων απορρέοντα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών. β)Αν δεν υπέβαλον εμπροθέσμως προϋπολογισμόν και απολογισμόν της διαχειρίσεως αυτών και δεν συμμορφώνται προς την επί του προϋπολογισμού απόφασιν της αρμοδίας Αρχής. γ)Εάν παραμελώσιν ή αρνώνται την διεξαγωγήν δικών προς προστασίαν των συμφερόντων του Ναού ή γενικώς ολιγωρώσι περί την προαγωγήν αυτών (άρθρ. 35 παρ. 5 Α.Ν. 2200/40). Απολυθείς Εκκλ. Σύμβουλος δεν επιτρέπεται να επιλεγή ως μέλος της Ενοριακής Συνελεύσεως. 9.Η παραίτησις του Εκκλ. Συμβούλου υποβάλλεται εγγράφως εις το Μ.Ε.Σ. αρμόδιον ν' αποφανθή επί ταύτης (άρθρ. 13 παρ. 6 Α.Ν. 2300/40). Σελ. 70(α) Τεύχος 375 – Σελ. 72 10.Κενουμένη οπωσδήποτε θέσις Εκκλ. Συμβούλου πληρούται εκ των αναπληρωματικών, καλουμένων υπό του Αρχιερέως κατά σειράν εκλογής, εξαντληθέντος δε του πίνακος και τούτων, ο Αρχιερεύς διορίζει εξ οφφικίου εκ του εγκεκριμένου Καταλόγου των μελών της Ενοριακής Συνελεύσεως (άρθρον 13 παρ. 8 εδάφ. 3 Α.Ν. 2200/40). 11.Εν η περιπτώσει Μητροπολιτικόν τι Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον δεν ήθελε προβή εις τον διορισμόν Εκκλησιαστικού τινος Συμβουλίου εντός τριμήνου, αφ' ης έδει να γίνη ο διορισμός τούτου, διορίζονται τα μέλη αυτού μετά των αναπληρωτών των, υπό μόνου του οικείου Αρχιερέως εντός ετέρου τριμήνου. Και τούτου απράκτου παρελθόντος, υπό της επί των δογματικών και ηθικής και κανονικής φύσεως θεμάτων Μονίμου Συνοδικής Επιτροπής εκ του εγκεκριμένου Καταλόγου των μελών της Ενοριακής Συνελεύσεως (άρθρ. 13 παρ. 8 εδάφ. 5 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). 12.Το αξίωμα του λαϊκού Εκκλ. Συμβούλου είναι άμισθον και ασυμβίβαστον προς το έργον εμμίσθου υπαλλήλου του Ναού (άρθρ. 13 παρ. 4 Α.Ν. 2200/ 40). 13.Η διάρκεια της υπηρεσίας των Εκκλ. Συμβουλίων ορίζεται τριετής, της τριετίας αρχομένης εκάστοτε από της 1ης Ιανουαρίου του καθ' ο διωρίσθησαν έτους, και ληγούσης την 31ην Δεκεμβρίου του τρίτου από του διορισμού των έτους, η δε εγκατάστασις αυτών γίνεται εκάστοτε την 1ην Ιανουαρίου (άρθρ. 13 παρ. 5 Α.Ν. 2200/40). 14.Εις περίπτωσιν ιδρύσεως νέας ενορίας, εντός τριμήνου συνέρχεται η κατά το άρθρον 25 του Ν.Δ. 126/69 περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος Ενοριακή Συνέλευσις, ήτις και εκλέγει τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους παραμένοντας μέχρι λήξεως της θητείας των μελών, και των λοιπών Εκκλ. Συμβουλίων. 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι ΣΥΝΕΔΡΙΑΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛ. ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ (άρθρον 26. παρ. 2 Ν.Δ. 126/1969) Άρθρον 14 1.Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον, κατά την πρώτην συνεδρίαν αυτού, οριζομένην υπό του Εφημερίου Προέδρου, εκλέγει τον Αντιπρόεδρον, τον Γραμματέα και τον Ταμίαν αυτού, το δε σχετικόν πρακτικόν υποβάλλεται εις το Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον (άρθρ. 13 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 2.Τας εν γένει εργασίας του Εκκλ. Συμβουλίου διευθύνει ο Πρόεδρος, εν απουσία δε ή άλλω κωλύματι τούτου ο Αντιπρόεδρος, εξουσιοδοτούμενος υπό του Προέδρου. 3.Εις τα Εκκλ. Συμβούλια Ναών, εχόντων πλείονας του ενός εφημέριους, το κληρικόν μέλος (Πρόεδρον αυτού) ορίζει εκάστοτε εξ αυτών ο οικείος Αρχιερεύς ή κατ' εξουσιοδότησιν τούτου ο οικείος Αρχιερατικός Επίτροπος. 4.Το Εκκλ. Συμβούλιον καλείται εις συνεδρίαν υπό του Προέδρου αυτού εις ημέραν και ώραν καθοριζομένην, υπ' αυτού οσάκις ούτος κρίνη τούτο αναγκαίον ή ζητήσωσι τούτο εγγράφως δύο των μελών αυτού. 5.Εις πόλεις άνω των 30 χιλιάδων κατοίκων η πρόσκλησις γίνεται εγγράφως και περιέχει την ημέραν, την ώραν και τον τόπον της συνεδριάσεως, ως και τα κατ' αυτήν συζητητέα θέματα. 6.Το Εκκλ. Συμβούλιον θεωρείται εν απαρτία παρισταμένου του Κληρικού μέλους αυτού και δύο τουλάχιστον των λαϊκών αυτού μελών. 7.Κωλυομένου του Προέδρου, η συνεδρία θεωρείται νόμιμος αν παραστώσιν κατ' αυτήν τρία των μελών του Συμβουλίου, προεδρεύοντος του Αντιπροέδρου. 8.Αι αποφάσεις του Εκκλ. Συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. 9.O εκ των μελών του Εκκλησ. Συμβουλίου εφημέριος προΐσταται τούτου εν δημοσίαις ή επισήμοις εμφανίσεσιν αυτού ως αντιπρόσωπος του οικείου Αρχιερέως. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛ. ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ (άρθρον 26 παρ. 2 Ν.Δ. 126/69) Άρθρον15 1.Το Εκκλησ. Συμβούλιον έχει την υπεύθυνον διαχείρισιν του Ναού, συντάσσει τον προϋπολογισμόν και απολογισμόν των εσόδων και εξόδων αυτού, τον μεν πρώτον εντός του Οκτωβρίου του προηγουμένου οικονομικού έτους, τον δε δεύτερον εντός του Ιανουαρίου εκάστου έτους (άρθρ. 14 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). Η λέξις Δεκέμβριος αντικατεστάθη δια του άρθρ. 2 του Κανονισμού αριθ. 5 της 11 Οκτ./17 Νοεμ. 1969 (ΦΕΚ Α΄235). 2.Πάσα πληρωμή δαπάνης του Ναού ενεργείται υπό του Ταμίου, επί τη βάσει χρηματικής εντολής υπογεγραμμένης υπό του Προέδρου του Εκκλησ. Συμβουλίου. Εις την εντολήν ταύτην πρέπει να προσαρτώνται πάντα τα δικαιολογητικά έγγραφα δαπάνης. Δια την νομιμότητα των διατασσομένων πληρωμών ευθύνεται ο υπογράφων την εντολήν Πρόεδρος, ο δε Ταμίας ευθύνεται και δια την νομιμότητα και το ακριβές της πληρωμής, εφαρμοζομένων εν αναλογία των σχετικών διατάξεων του Νόμου περί δημοσίου λογιστικού. O Ταμίας υποχρεούται να αρνηθή την ενέργειαν πληρωμής δαπάνης, διατασσομένης παρά τας διατάξεις του παρόντος ή άνευ των νομίμων δικαιολογητικών. Εν πάση άλλη περιπτώσει αρνούμενος την πληρωμήν, διώκεται επί παραβάσει καθήκοντος και δύναται εν υποτροπή να απολυθή υπό του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου των καθηκόντων αυτού, ως Συμβούλου, αντικαθιστάμενος κατά τας νομίμους διατυπώσεις (άρθρ. 14 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον αποφασίζει: α)Περί ανεγέρσεως Ναού ή επισκευής, διακοσμήσεως και συντηρήσεως του υπάρχοντος. β)Περί αγοράς, πωλήσεως και μισθώσεως ακινήτων. γ)Περί συνομολογήσεως δανείου, εγέρσεως αγωγών, ασκήσεως ενδίκων μέσων, παραιτήσεως απ' αυτών, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμών εξωδίκων και δικαστικών, διορισμού πληρεξουσίων και αποδοχής δωρεάς. δ)Περί βοηθημάτων δια σκοπούς εκκλησιαστικούς και φιλανθρωπικούς και δι' Εκκλησιαστικά Ιδρύματα και συντήρησιν αυτών. ε)Περί πάσης δαπάνης εκτάκτου αφορώσης εις τας εκκλησιαστικάς τελετάς (άρθρ. 14 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). ΠΕΡΙ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Άρθρ.2.-Οι ενοριακοί Ναοί αποτελούσι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κατά την εν παρ. 4 του Άρθρον 16 1.Τον προϋπολογισμόν του Ενοριακού Ναού συντάσσει το Εκκλ. Συμβούλιον και υποβάλλει αυτόν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον, όπερ εγκρίνει και τροποποιεί ή μη τούτον, δυνάμενον εντός των ορίων του παρόντος να αναγράψη και κονδύλια, μη αναγραφόμενα εν αυτώ (άρθρ. 15 παράγρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2.Κατά της επί του προϋπολογισμού αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου χωρεί εντός 15θημέρου από της κοινοποιήσεως αυτού μόνον δια λόγους νομιμότητος έφεσις ενώπιον της επί των Οικονομικών Μονίμου Συνοδικής Επιτροπής (άρθρ. 15 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40, εν μέρει). (Αντί της σελ. 71(α) Σελ.71(β) Τεύχος 375 – Σελ 73 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 3.Οι προϋπολογισμοί εγκρίνονται το βραδύτερον εντός διμήνου από της υποβολής των (άρθρ. 15 παράγρ. 3 Α.Ν. 2200/40). 4.Εκτός του οικείου Μητροπολίτου και της Γενικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. ασκούντων ουσιαστικόν έλεγχον, δύναται και ο Υπουργός της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δια των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, να ασκή τον κατ' άρθρον 42 παρ. 8 Ν.Δ. 126/69 περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος έλεγχον νομιμότητος, είτε κατ' αίτησιν, είτε αυτεπαγγέλτως, επί της διαχειρίσεως παντός Ναού, ειδοποιουμένου σχετικώς και του οικείου Μητροπολίτου (άρθρ. 15 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40). ΠΕΡΙ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Άρθρον 17 1.Τον απολογισμόν συντάσσει το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον επί τη βάσει της περί διαχειρίσεως εκθέσεως του Ταμίου του Ναού, υποβάλλει δ' αυτόν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον, μετ' εκθέσεώς του και των δικαιολογητικών των κατά την διάρκειαν της χρήσεως γενομένων εισπράξεων και πληρωμών και πίνακος των κατά την λήψιν αυτής καθυστερουμένων εσόδων, αναφέρον και τους λόγους της καθυστερήσεως (άρθρ. 16 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2.Τα μέλη του Εκκλ. Συμβουλίου ευθύνονται προσωπικώς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστον, δια πάσαν απόκρυψιν καθυστερουμένου εσόδου του Ναού παρ' οιουδήποτε, ως και οιουδήποτε χρέους, υπέχοντα και πάσαν εντεύθεν ποινικήν ευθύνην κατά τους κείμενους Νόμους (άρθρ. 16 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Η εισαγωγή προς έγκρισιν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον του απολογισμού δέον να συνοδεύηται απαραιτήτως δι' υπευθύνου εγγράφου εκθέσεως του εκτελούντος χρέη Γραμματέως του Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου, ότι ετηρήθησαν αι νόμιμοι διατυπώσεις ως προς την κανονικήν επικόλλησιν επί των αποδείξεων των πληρωμών των Ναών του τε χαρτοσήμου και πάντων των υπό των Κανονισμών προβλεπομένων Εκκλ. ενσήμων (άρθρ. 16 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40). 4.Το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον αποφαίνεται ητιολογημένως επί του απολογισμού το βραδύτερον εντός εξαμήνου από της υποβολής αυτού (άρθρ. 16 παράγρ. 5 Α.Ν. 2200/40). 5.Κατ' αποφάσεως καταλογιστικής του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου επιτρέπεται έφεσις εντός μηνός από της κοινοποιήσεως αυτής ενώπιόν της επί των Οικονομικών Μονίμου Συνοδικής Επιτροπής, εν περιπτώσει δε απορριπτικής αποφάσεως και αυτής, έφεσις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρ. 16 παράγρ 6 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Σελ. 72(β) Τεύχος 375 – Σελ. 74 6.Ο απολογισμός ανακοινούται εις την ενορίαν δια θυροκολλήσεως έξωθι του Ναού, κατ' αυτού δε δύναται, εντός οκτώ ημερών οιοσδήποτε ενορίτης να υποβάλη ένστασιν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον, εφ' ης τούτο αποφαίνεται ανεκκλήτως (άρθρον 17 Α.Ν. 2200/40). 7.Η μη υποβολή των προϋπολογισμών και απολογισμών υπό των Εκκλ. Συμβουλίων εντός των δια του παρόντος τασσομένων προθεσμιών τιμωρείται, ως παράβασις καθήκοντος, κατά τον Ποινικόν Νόμον και χωρίς, να προηγηθή πειθαρχική τιμωρία, η δε υπεύθυνοι απολύονται άνευ άλλης διατυπώσεως υπό του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου, δι' αποφάσεως αυτού ανεκκλήτου (άρθρ. 18 Α.Ν. 2200/40). 8.Το οικονομικόν έτος άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου, η δε χρήσις, αρχομένη αφ' ης και το Οικονομικόν έτος, παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου του επομένου οικονομικού έτους. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε' ΠΕΡΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ (άρθρ. 32 παρ. 2 Ν.Δ. 126/69) Άρθρον 18 1.Πάσα πράξις του Εκκλ. Συμβουλίου, εξερχομένη των ορίων των ισχυόντων Κανονισμών ή αφορώσα εις δαπάνην, μη προβλεπομένην εν τω εγκεκριμένω προϋπολογισμώ, υποβάλλεται προς έγκρισιν αν μεν δεν υπερβαίνη τας πέντε χιλιάδας (5.000) δραχμάς, κατ' εξουσιοδότησιν του οικείου Ιεράρχου, εις τον Αρχιερατικόν Επίτροπον, πέραν δε του ποσού τούτου εις το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον. O Αρχιερατικός Επίτροπος κατ' εξουσιοδότησιν του οικείου αυτού Αρχιερέως ή το Μητρ. Εκκλ. Συμβούλιον εγκρίνει, τροποποιεί ή ακυροί αυτήν. Η απόφασις του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου ή του Αρχιερατικού Επιτρόπου εκδίδεται εντός μηνός από της υποβολής της πράξεως. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης απράκτου, η πράξις εκτελείται (άρθρ. 35 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 2.Κατά πάσης αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου επιτρέπεται προσφυγή μόνον δια λόγους νομιμότητος, ενώπιον της επί των Κανονικών ζητημάτων Μ.Σ.Ε. και εν απορρίψει της προσφυγής και ενώπιον του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου ή της Μ.Σ.Ε. (άρθρ. 35 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 3.Πάσα απόφασις του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβούλου, καταστάσα οριστική, είναι υποχρεωτική δια το Εκκλ. Συμβούλιον, εάν δε τούτο αρνηθή την εκτέλεσιν, το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον καλεί τούτο εις έγγραφον απολογίαν, εντός προθεσμίας υπ' αυτού τασσομένης. Παρελθούσης της προθεσμίας απράκτου ή της απολογίας μη κριθείσης επαρκούς, το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον προβαίνει δι' ανεκκλήτου αποφάσεώς του εις την αντικατάστασιν των αρνουμένων μελών του Εκκλ. Συμβουλίου δια των αμέσως επομένων αναπληρωματικών. Δι' αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου δύναται να επιβληθή εις τους Εκκλ. Συμβούλους, μετά κλήσιν εις απολογίαν, δια τας εν γένει παραβάσεις αυτών και η ποινή του προστίμου μέχρι 500 δραχμών ανεκκλήτως υπέρ του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. (άρθ. 35 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). Άρθρον 19 Αι αποφάσεις των Εκκλ. Συμβουλίων περί δωρεάς ακινήτων υπόκεινται εις έγκρισιν του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου και της επί των Οικονομικών Μ.Σ.Ε. (άρθρ. 37 Α.Ν. 2200/40). Άρθρον 20 Αποδοχή ή άποποίησις δωρεάς υπό όρον, κληρονομίας ή κληροδοσίας δεν δύναται να γίνη υπό του Εκκλ. Συμβουλίου, άνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως εντεταλμένου οργάνου της Ενιαίας Νομικής Υπηρεσίας και αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου (άρθρ. 38 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Άρθρον 21 Απόφασις του Εκκλ. Συμβουλίου περί εγέρσεως αγωγής, παραιτήσεως από ενδίκου μέσου, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμού, εξωδίκου ή δικαστικού, χρήζει της εγκρίσεως του Μητροπολιτικού Εκκλησ. Συμβουλίου. Δεν απαιτείται έγκρισις, εφ' όσον πρόκειται περί συντηρητικών ή προσωρινών μέτρων (άρθρ. 39 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Άρθρον 22 Αι αποφάσεις του Εκκλ. Συμβουλίου, δι' ων αποφασίζεται συνομολόγησις δανείου και οι όροι αυτού υπόκεινται εις τα εν άρθρω 19 του παρόντος οριζόμενα (άρθρ. 40 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Άρθρον 23 Αι επιδικαζόμεναι υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαστικαί δαπάναι δι' αποφάσεων αυτού, δι' ων ακυρούνται μετά προσφυγήν αι πράξεις των Αρχιερέων και των Μητροπολιτικών Εκκλ. Συμβουλίων, βαρύνουσι τα οικεία Μητροπολιτικά Ταμεία, υφ' ων και καταβάλλονται αύται (άρθρ. 41 Α.Ν. 2200/40). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ' ΠΕΡΙ ΠΟΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΡΙΑΚΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΥΤΩΝ (άρθρον 32 παρ. 2 Ν.Δ. 126/69) Άρθρον 24 1.Οι πόροι των ενοριακών Ναών είναι οι εξής: α)Τα εκ των Βαπτίσεων, Γάμων, Κηδειών και Μνημοσύνων δικαιώματα. β)Αι εκ του κηρού εισπράξεις. γ)Αι εκ τυχόν δίσκων και κυτίων εισπράξεις. δ)Αι εξ εράνων εισπράξεις. ε)Δωρεαί, κληρονομίαι και κληροδοσίαι. στ)Τα πρόστιμα. ζ)Αι πρόσοδοι εκ της κινητής και ακινήτου περιουσίας αυτών. η)Αι εξ Εκκλησιαστικών ενσήμων εισπράξεις (άρθρ. 20 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). 2.Τα εκ των ιεροπραξιών δικαιώματα των Ναών αποτελούν προαιρετικάς των πιστών εισφοράς κατά την έννοιαν της παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν.Δ. 126/69 περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 3.Αι δωρεαί, κληρονομίαι, κληροδοσίαι και ειδικαί είσφοραί απαλλάσσονται πάσης κρατήσεως. 4.Δια την κατ' οίκον τέλεσιν των ανωτέρω αναφερομένων ιεροτελεστιών, εφ' όσον τούτο υπαγορεύουν αποδεδειγμένοι λόγοι υγείας, η καταβολή δικαιωμάτων του Ναού είναι επίσης προαιρετική. Μόνον εν περιπτώσει τελέσεως ιεροπραξιών εν ιδιωτικοίς ή εν τοις εν τω άρθρω 7 του παρόντος μνημονευομένοις παρεκκλησίοις ή εις ετέραν ενορίαν, τα δικαιώματα αμφοτέρων των Ναών καθορίζονται δι' αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλησ. Συμβουλίου (άρθρ. 21 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). Αι προαιρετικοί αύται εισφοραί εισπράττονται δια διπλοτύπου αποδείξεως του Ταμείου του Ναού (άρθρ. 21 παρ. 6 Α.Ν. 2200/40). 6.Αι υπό ιδιωτών κατεχόμεναι ιεραί εικόνες και άγια λείψανα, εις α γίνονται υπό των ιδιοκτητών δεκτά αφιερώματα και αναθήματα, περιέρχονται αναγκαστικώς εις τον πλησιέστερον ενοριακόν Ναόν. Αντί της σελ. 73(α) Σελ. 73(β) Τεύχος 375 – Σελ. 75 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 Εν περιπτώσει αρνήσεως του κατόχου προς παράδοσιν τούτων επιβάλλεται κατάσχεσις υπό της Αστυνομικής Αρχής, τη εγγράφω παραγγελία του αρμοδίου Εισαγγελέως, κατ' αίτησιν του οικείου Αρχιερέως (άρθρ. 6 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΡΙΑΚΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ (άρθρ. 32 παρ. 2 Ν.Δ/τος 126/1969) Άρθρον 25 1.Οι κατά το προηγούμενον άρθρον του παρόντος προβλεπόμενοι πόροι των ενοριακών Ναών διατίθενται: α)Προς καταβολήν των υπό των Κανονισμών και Νόμων προβλεπομένων εισφορών. β)Προς ενίσχυσιν του Ταμείου Ασφαλίσεως Εφημεριακού Κλήρου. γ)Προς συντήρησιν και τας λοιπάς δαπάνας του Ναού. δ)Υπέρ ανοικοδομήσεως, αποσβέσεως βαρών ή συντηρήσεως Μητροπολιτικών οικημάτων μέχρι 2%, προκειμένου δε περί της Αρχιεπισκοπής Αθηνών μέχρις 1,1/2 % επί των ακαθαρίστων εσόδων των Ναών της περιφερείας. ε)Δια συνδρομάς και συντήρησιν ευαγών ή άλλων Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων των Μητροπόλεων και δια φιλανθρωπικούς εν γένει ή Εθνικούς σκοπούς ή βοηθήματα εις ενδεείς οικογενείας της ενορίας, μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου Αρχιερέως. στ)Προς ανέγερσιν Συνοδικού Μεγάρου. Προς τούτο πάντες οι Ιεροί Ενοριακοί Ναοί οφείλουσι να αναγράφωσιν ετησίως μέχρις ανακλήσεως της ισχύος του παρόντος εδαφίου εις τους Προϋπολογισμούς αυτών εισφοράν 1/2% επί των ακαθαρίστων αυτών προσόδων. Τυχόν παραμελουμένην αναγραφήν των ως άνω εισφορών αναγράφει υποχρεωτικώς το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον. Οι Αρχιερείς οφείλουσιν από της λήξεως του διαχειριστικού έτους και μέχρις Ιουνίου εκάστου έτους να αποστέλλωσιν εις την Ιεράν Σύνοδον το αναλογούν συνολικώς εις τους ιερούς της Επαρχίας των Ναούς ποσόν εκ της ως άνω εισφοράς της ληξάσης χρήσεως, φροντίζοντες, ίνα εισπράξωσιν αργότερον τας τυχόν καθυστερουμένας εισφοράς. Το προϊόν της ως άνω εισφοράς δύναται να χρησιμοποιηθή ως τοκοχρεωλύσιον συναφθησομένου τυχόν δανείου. ζ)Δι' έξοδα αυτοκινήτου Μητροπόλεως (άρθρ. 22 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). Σελ. 74(β) Τεύχος 375 – Σελ. 76 2.Πάσαι αι αναγραφόμεναι εν τοις προϋπολογισμοίς των Ναών υποχρεωτικοί εισφοραί καταβάλλονται υποχρεωτικώς κατά τριμηνίαν, εισπράττονται δε εν περιπτώσει καθυστερήσεως, κατά τας διατάξεις περί εισπράξεων δημοσίων εσόδων, επί τη βάσει καταστάσεων, συντασσομένων υπό του Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου και θεωρουμένων υπό του Ταμείου του Δημοσίου. Εκκλησιαστικός Σύμβουλος ή Εκκλ. Συμβούλιον, αρνούμενος την καταβολήν των εισφορών τούτων, απολύεται υπό του Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου, δι' ανεκκλήτου αποφάσεως αυτού μετ' έγγραφον απολογίαν, εφ' όσον αυτή δεν ήθελε κριθή επαρκής, του Εφημερίου Προέδρου εν περιπτώσει αρνήσεως υπέχοντος κανονικήν ευθύνην και τιμωρουμένου δια ποινής αργίας μέχρι δύο μηνών, απαγγελλομένης υπό του αρμοδίου Επισκοπικού Δικαστηρίου (άρθρ. 22 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). 3.Έλεγχος επί της ετησίας διαχειρίσεως των εισφορών των Ναών ως και των Φιλοπτώχων Ταμείων ενεργείται κατ' έτος υπό της Γενικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. (άρθρ. 22 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). άρθρ.1 του Ν.Δ. 126/69 "περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος" έννοιαν. Άρθρον 26 1.Αποθέματα απομένοντα εν τω Ταμείω του Ναού κατατίθενται αμελλητί επί τόκω εν όψει ή επί προθεσμία εις ανεγνωρισμένα πιστωτικά Ιδρύματα. Ανάληψις χρημάτων ή χρεωγράφων του Ναού υπό του Εκκλ. Συμβουλίου πέραν των 10.000 συνολικώς εντός του αυτού μηνός εκ των εν τω προϋπολογισμώ αυτών ποσών γίνεται μόνον τη εγκρίσει του Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου. Ωσαύτως εις μίαν των αυτών ως άνω Τραπεζών κατατίθενται επ' ονόματι του Ναού, εγκρίσει του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου, και τα εξ εράνων υπό Ερανικών Επιτροπών συλλεγόμενα ποσά προς ανέγερσιν ή επισκευήν Ναών (άρθρ. 23 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2.Εγκρίσει του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου, δύνανται αποθεματικά του Ναού να διατίθενται προς επένδυσιν εις Κρατικά χρεώγραφα ή αγοράν ακινήτου τινός (άρθρ. 23 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40). 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι ΠΕΡΙ ΕΡΑΝΙΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ Άρθρον 27 Επιτρέπεται η σύστασις Ερανικών Επιτροπών ως και η υπ' αυτών διενέργεια εράνων επί σκοπώ ανεγέρσεως ή επισκευής Ναών μετά γνώμην του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου και απόφασιν του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού ή του οικείου Νομάρχου, κατά τας περί διοικητικής αποκεντρώσεως ισχύουσας εκάστοτε διατάξεις, εν η δέον απαραιτήτως να γίνεται μνεία του σκοπού ειδικώς του εράνου, των ονομάτων της συνιστωμένης ερανικής επιτροπείας, του τόπου διενεργείας του εράνου και της διαρκείας αυτού (άρθρ. 23 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). Ο έλεγχος της ετησίας διαχειρίσεως των Ερανικών Επιτροπών ενεργείται υπό της Γενικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Ο.Δ.Δ.Ε.Π., η δε επί των εράνων Επιτροπή έχει αλληλεγγύως τας αυτάς προς τους υπολόγους του Δημοσίου ευθύνας δια το προϊόν και την νόμιμον διάθεσιν αυτού (άρθρ. 23 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ' ΠΕΡΙ ΑΝΕΓΕΡΣΕΩΣ ΝΑΩΝ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (άρθρ. 32 παρ. 2 Ν.Δ. 126/1969) Άρθρον 28 1.Δια την ανέγερσιν παντός Ναού απαιτείται άδεια του αρμοδίου κατά περιφέρειαν Αρχιερέως της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πάσα κατά παράβασιν της ανωτέρω διατάξεως επιχειρουμένη ανέγερσις εμποδίζεται αυτεπαγγέλτως υπό της Αστυνομικής Αρχής και οι παραβάται τιμωρούνται δια φυλακίσεως, ο δε ανεγειρόμενος ούτω Ναός κατεδαφίζεται υπό της Αστυν. Αρχής τη παραγγελία του οικείου Αρχιερέως (άρθρ. 24 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 2.Οι Ι. Ναοί απαλλάσσονται οιουδήποτε τέλους και παντός φόρου κατά την σύνταξιν συμβολαιογραφικής πράξεως δια την εις αυτούς μεταβίβασιν του οικοπέδου, εφ' ου ούτοι ανεγείρονται και της περιοχής αυτών, ως ορίζεται δια της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του από 19/23 Φεβρουαρίου 1949 Β.Δ. (άρθρ. 24 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Απαγορεύεται η εκτέλεσις έργων ανεγέρσεως Ναών και κτιρίων αυτών ως και μετασκευής ή γενικής επισκευής αυτών άνευ προηγουμένης εγκρίσεως της σχετικής μελέτης υπό της παρά τω Ο.Δ.Δ.Ε.Π. Τεχνικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας (Τ.Υ.Ε.). Η σχετική έγκρισις χορηγείται μετά γνωμοδότησιν περί της ανάγκης του έργου του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. 4.Τα κατά τόπους Γραφεία Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων έχουσιν αρμοδιότητα μόνον επί του πολεοδομικού μέρους των εκτελουμένων έργων, των σχετικών αδειών χορηγουμένων υπό της αρμοδίας προς έγκρισιν των Εκκλησ. έργων παρά τω Ο.Δ.Δ.Ε.Π. Επιτροπής Έργων, δια της εγκρίσεως της μελέτης. Αι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Αντιαεροπορικής Αμύνης και Πολεοδομικής Επιτροπής διατηρούνται εν ισχύϊ. 5.Δια τα της εκτελέσεως εν γένει εκκλησιαστικών έργων ισχύουσι κατά τα λοιπά τα εν τη Κανονιστική Διατάξει "περί εκτελέσεως έργων, εις την Τεχνικήν Υπηρεσίαν της Εκκλησίας" οριζόμενα. Άρθρον 29 1.Προς ανέγερσιν, επισκευήν και καλλωπισμόν των ιερών Ναών ή ανέγερσιν και επισκευήν ενοριακών πνευματικών κέντρων, ως και άλλων συναφών προς τους υπό των Ιερών Ναών επιδιωκομένους ιεραποστολικούς σκοπούς κτισμάτων, επιτρέπεται εις αυτούς η σύναψις δανείου παρά πιστωτικών Ιδρυμάτων ή ιδιωτών. Προς εξόφλησιν του δανείου τούτου, καταρτίζεται υπό του οικείου Εκκλ. Συμβουλίου, κατάλογος ενοριτών, αναλαμβανόντων εκουσίως, όπως καταβάλλωσιν ετησίως, αναλόγως προς την προαίρεσιν αυτών, ειδικήν εισφοράν (άρθρ. 29 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). Προς τούτο απαιτούνται: α)Ψήφισμα του οικείου Εκκλ. Συμβουλίου, αναγράφον το δανεισθησόμενον χρηματικόν ποσόν, τον τρόπον εξυπηρετήσεως του δανείου, ως και πάσαν συναφήν λεπτομέρειαν. β)Σχετική έκθεσις του οικείου Αρχιερατικού Επιτρόπου και έγκρισις του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου. γ)Έγκρισις της επί των Οικονομικών Μ.Σ.Ε. (άρθρ. 29 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει. 2.Προκειμένης ανεγέρσεως ή ριζικής επισκευής του Καθεδρικού Ναού της έδρας της Μητροπόλεως, η κατά τα εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου εισφορά δύναται να περιλάβη τους ενορίτας πασών των ενοριών της Έδρας (άρθρ. 29 παρ. 1 εδαφ. β Α.Ν. 2200/40). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η' ΠΕΡΙ ΕΚΜΙΣΘΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΟΙΗΣΕΩΝ (άρθρ. 32 παρ. 2 Ν.Δ. 126/69) Άρθρον 30 1.Πάσα εκμίσθωσις ακινήτου του Ναού γίνεται δια δημοπρασίας ενώπιον του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, ης τα πρακτικά εγκρίνονται υπό του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου (άρθρ. 42 Ν.Δ. 2200/40). (Αντί της σελ. 75) Σελ.75(α) Τεύχος 375 - Σελ. 77 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 2.Αποτυχούσης της δημοπρασίας, επαναλαμβάνεται αύτη την επομένην Κυριακήν, άνευ νέας προκηρύξεως και δι' απλής ανακοινώσεως του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, τοιχοκολλουμένης εις την θύραν του Ναού. Εάν αποτύχη δις η δημοπρασία, το οικείον Μητροπολιτικόν Εκκλ. Συμβούλιον δύναται να εγκρίνη την εκμίσθωσιν δι' ιδιαιτέρας συμφωνίας, αλλά μόνον δι' έν έτος, προκειμένου δε περί αγροτικών κτημάτων και δια δύο έτη (άρθρ. 42 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Προκειμένης εκμισθώσεως ακινήτου, ούτινος το ετήσιον μίσθωμα, κατά την γνώμην του Εκκλ. Συμβουλίου, δεν δύναται να υπερβή ετησίως τας τρεις χιλιάδας δραχμών, δύναται τούτο να προβή εις την δι' ιδιαιτέρας συμφωνίας εκμίσθωσιν αυτού δια διάστημα ουχί μείζον των δύο ετών. Τα καθυστερούμενα προς τους ενοριακούς Ναούς ενοίκια εισπράττονται κατά τας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις (άρθρ. 42 παρ. 3 Ν.Δ. 2200/40). 4.Πάσα εκποίησις ακινήτου ή κινητού του Ναού, ως και η σύστασις δικαιώματος επί του ακινήτου αυτού, γίνεται δια δημοπρασίας, τα πρακτικά της οποίας υπόκεινται εις έγκρισιν κατά τα περί εκποιήσεως εκκλ. ακινήτων εν τω Οργανισμώ περί Ο.Δ.Δ.Ε.Π. ορισθησόμενα (άρθρ. 43 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Άρθρον 31 1.Ίνα γίνη τις δεκτός εις δημοπρασίαν μισθώσεως ή εκποιήσεως ακινήτου ή κινητού του Ναού, απαιτείται να κατάθεση ως εγγύησιν εις το ενεργούν την δημοπρασίαν Εκκλ. Συμβούλιον το έν εικοστόν τουλάχιστον της οριζομένης εν τη διακηρύξει ως πρώτης προσφοράς εις χρήμα ή εις χρεώγραφα δανείου του Κράτους, υπολογιζόμενα εις την τρέχουσαν αξίαν αυτών ή να παραδώση γραμμάτια του Δημοσίου Ταμείου περί καταθέσεως εις αυτό του πόσου τούτου επ' ονόματι του Ναού (άρθρ. 44. παρ 1 του Α.Ν. 2200/40). Η εγγύησις. αύτη του τελευταίου πλειοδότου συμψηφίζεται, προκειμένου μεν περί εκποιήσεως εις το τίμημα, προκειμένου δε περί εκμισθώσεως εις το μίσθωμα του τελευταίου μισθωτικού έτους (άρθρ. 44 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 2.Μετά την προς τον τελευταίον πλειοδότην κοινοποίησιν της εγκριτικής αποφάσεως, το Εκκλ. Συμβούλιον προβαίνει εις την σύνταξιν του σχετικού συμβολαίου, ούτινος τα τέλη και τα λοιπά έξοδα της δημοπρασίας εν γένει βαρύνουσι τον τελευταίον πλειοδότην (άρθρ. 44 παρ. 2 εδ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Τοιαύται συμβάσεις καταρτίζονται, όταν το τίμημα ή μίσθωμα υπερβαίνη τας δραχμάς χιλίας μηνιαίως. Εάν ο τελευταίος πλειοδότης, μετά την κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποίησιν, Σελ. 76(α) Τεύχος 375 - Σελ. 78 αρνήται να προσέλθη προς σύνταξιν του συμβολαίου, ενεργείται αναπλειστηριασμός εις βάρος αυτού, καταπίπτει δε η εγγύησις αυτού υπέρ του Ναού (άρθρ. 44 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). 4.Αίτησις πλειοδοτικής προσφοράς επί του αποτελέσματος δημοπρασίας, υποβαλλομένη εις το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον ή και εις το Μητροπολιτικόν Εκκλησ. Συμβούλιον γίνεται δεκτή, εάν συνοδεύηται δια γραμματίου καταθέσεως ίσου προς το έν δέκατον της προσφοράς ή δια καταθέσεως ίσου προς το ποσοστόν τούτο χρηματικού ποσού και εφ' όσον υπεβλήθη προ της εις τον τελευταίον πλειοδότην κονοιποιήσεως της εγκριτικής αποφάσεως (άρθρ. 44 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40). 5.Δι' αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας καθορίζονται ο τρόπος, οι όροι και αι λεπτομέρειαι καθόλου των δημοπρασιών αγοράς, μισθώσεως και εκποιήσεως ακινήτων ή κινητών των Ιερών Ναών. Μέχρι της εκδόσεως ταύτης ισχύουσιν αι περί δημοπρασιών κείμεναι γενικαί διατάξεις, όσαι δεν αντίκεινται εις τας ειδικάς διατάξεις του παρόντος. Άρθρον 32 Η αθέτησις οιουδήποτε των όρων των υπέρ ενοριακών Ναών διατασσομένων ως τηρητέων εν ταις συμβάσεσι και ταις δικαιοπραξίας εν γένει συνεπάγεται την ακυρότητα αυτών. Την ακυρότητα μόνον οι ενοριακοί Ναοί δύνανται να επικαλεσθώσι. Κηρυχθεισών ακύρων των ως άνω συμβάσεων και δικαιοπραξιών, εν γένει, ουδεμία αγωγή χωρεί, περί αποζημιώσεως, κατά των ενοριακών Ναών (άρθρ. 45 Α.Ν. 2200/40). 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι ΚΕΦΑΛΑΙΟΣ Θ' ΠΕΡΙ ΕΦΗΜΕΡΙΩΝ (άρθρ. 24 παρ. 4 Ν.Δ. 126/69) Με την παρ. 3 άρθρ. 24 Νόμ. 1400/21-24 Οκτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄156) Τόμ. 2Α', σελ. 316, 869 ορίστηκε ότι, οι κληρικοί που κατέχουν εφημεριακές ή διακονικές θέσεις και θέσεις ιεροκηρύκων, επιτρέπεται να προσφέρουν υπηρεσίες στα γραφεία της ιεράς Συνόδου και των Μητροπόλεων. Σ' αυτούς καταβάλλεται επιμίσθιο μέχρι 30 % των ακαθάριστων τακτικών αποδοχών της κύριας θέσης τους. Άρθρον 33 1.Οι εφημέριοι των Ενοριακών Ναών, οι καταλαμβάνοντες οργανικάς εφημεριακάς θέσεις υπό την έννοιαν του παρόντος Κανονισμού, είναι τακτικοί, διοριζόμενοι υπό του οικείου Αρχιερέως ως ακολούθως: 2.Εντός μηνός από της χηρείας εφημεριακής τινος θέσεως, ο οικείος Ιεράρχης δια προκηρύξεως αυτού, αναγιγνωσκομένης επ' Εκκλησίας και δημοσιευομένης εις το Περιοδικόν "ΕΚΚΛΗΣΙΑ" ή και εις τον εγχώριον τύπον δαπάναις του Ναού, υποχρεούται να καλέση τους βουλομένους, ίνα καταλάβωσι την κενήν οργανικήν θέσιν τακτικού εφημερίου και έχοντας τα κανονικά και τα δια του σχετικού Νομού οριζόμενα ως προς τας θέσεις ταύτας προσόντα, όπως υποβάλωσι τα δικαιολογητικά των έγγραφα, εντός μηνός από της δημοσιεύσεως της προκηρύξεως εν τω Περιοδικώ "ΕΚΚΛΗΣΙΑ". 3.Παρελθούσης απράκτου της ως άνω προθεσμίας εξακολουθεί ισχύουσα η δημοσιευθείσα προκήρυξις επί ένα εισέτι μήνα (άρθρ. 46 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). 4.Εις την κενην οργανικήν θέσιν και μέχρι της κατά τον παρόντα Κανονισμόν πληρώσεως αυτής δια τακτικού εφημερίου, ο οικείος Αρχιερεύς τοποθετεί προσωρινόν εφημέριον (άρθρ. 46 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40). 5.Άμα τη συμπληρώσει του 72ου έτους της ηλικίας εφημερίου τινός, εφημερεύοντος εν ενορία εν η δύναται να διορισθή εφημέριος Δ-Β κατηγορίας, δύναται η εφημεριακή του θέσις να θεωρηθή ως χηρεύουσα και να προκηρυχθή υπό του οικείου Αρχιερέως η πλήρωσίς της, ίνα εκλεγησόμενος, εάν δεήση, φοιτήση εν τω μεταξύ εις Εκκλ. Φροντιστήριον και χειροτονηθή και τοποθετηθή εις την κανονικώς μετά την συμπλήρωσιν του νομίμου ορίου ηλικίας του κατέχοντος αυτήν εφημερίου κενωθησομένην θέσιν. Εν περιπτώσει απορρίψεως αυτού κατά τας εξετάσεις ή της καθ' οιονδήποτε άλλον λόγον μη καταλήψεως υπ' αυτού της χηρευούσης θέσεως, η εκλογή του ακυρούται (άρθρ. 9 Ν.Δ. 415/1947 εν μέρει). Άρθρον 34 1.Εφημέριοι διορίζονται: α)Εις πόλεις, εχούσας πληθυσμόν άνω των 40.000 κατοίκων, οι πτυχιούχοι της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή Θεσσαλονίκης, ή της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, ή ετέρας ομοιοβάθμου Σχολής ή πτυχιούχοι οιασδήποτε Ανωτάτης Σχολής (άρθρ. 47 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). β)Εις πόλεις, έχουσας πληθυσμόν μέχρι 40.000 κατοίκων, οι εγγεγραμμένοι εις την Γ' τουλάχιστον τάξιν της Θεολογικής ή άλλης Σχολής του Πανεπιστημίου ή οι πτυχιούχοι Ανωτέρας Εκκλ. Σχολής (άρθρ. 47 παρ. 1 εδ. β΄ Α.Ν. 2200/40). γ)Εις κωμοπόλεις, έχουσας πληθυσμόν μέχρι 5.000 κατοίκων, οι απόφοιτοι Μέσης Εκκλ. Σχολής (άρθρ. 47 παρ. 1 εδ. γ' Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). δ)Εις κώμας, εχούσας πληθυσμόν μέχρι 2.000 κατοίκων, οι έχοντες απολυτήοιον Κατωτέρας Εκκλ. Σχολής (άρθρ. 47 παρ. 1 εδ. δ' Α.Ν. 2200/40). 2.Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων, επιτρέπεται ο διορισμός Εφημερίων της αμέσως κατωτέρας κατηγορίας εις εφημεριακάς θέσεις της αμέσως ανωτέρας κατηγορίας, εφ' όσον δημοσιευθεισών των σχετικών προκηρύξεων και παρελθουσών απράκτων των υπό του παρόντος τασσομένων προθεσμιών δεν ενεφανίσθησαν υποψήφιοι της κατηγορίας ταύτης (άρθρ. 47 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). Εάν εντός της υπό της παρ. 2 του άρθρου 33 του παρόντος οριζόμενης προθεσμίας δεν παρουσιασθώσιν υποψήφιοι, κεκτημένοι τα νόμιμα προσόντα, ο Αρχιερεύς δημοσιεύει νέαν προκήρυξιν, δημοσιευομένην κατά τα εν τη ως άνω παραγράφω του αυτού άρθρου οριζόμενα, δι' ης καλεί, κατ' εφαρμογήν της α΄ανωτέρω διατάξεως, και τους έχοντας τα προσόντα της αμέσου κατωτέρας κατηγορίας υποψηφίους. Προκειμένου περί πληρώσεως εφημεριακών θέσεων του εδάφ. 1α του παρόντος άρθρου, εάν δεν παρουσιασθώσιν υποψήφιοι ουδέ της κατηγορίας του εδ. 1β, ο Αρχιερεύς μετά την πάροδον του διμήνου από της δημοσιεύσεως της δευτέρας προκηρύξεως, προσκαλεί δια νέας προκηρύξεώς του, δημοσιευομένης κατά τα ανωτέρω, όπως υποβάλωσιν υποψηφιότητα και οι έχοντες τα προσόντα του εδάφ 1γ του αυτού άρθρου, οι οποίοι δύνανται να παραμείνωσιν εις την ην καταλαμβάνουσι θέσιν εφ' όσον εν τω μεταξύ αποκτήσωσι τα μορφωτικά προσόντα της θέσεως ταύτης. Μετά πάροδον όμως διετίας απράκτου δύναται ο Αρχιερεύς να επαναπροκηρύξη και πάλιν κατά τα ανωτέρω οριζόμενα την θέσιν και εάν μεν εμφανισθή προσοντούχος υποψήφιος, η θέσις πληρούται υπό τούτου, εάν δε και πάλιν δεν εμφανισθή, τότε παραμένει εις αυτήν δια μίαν εισέτι διετίαν ο ήδη κατέχων αυτήν. Μετά την παρέλευσιν και της νέας διετίας, εάν καταστή άκαρπος και νέα τυχόν προκήρυξις, τότε ο προσωρινός εφημέριος καθίσταται τακτικός (άρθρ. 47 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Άρθρον 35 1.Εις χωρία, εις α ο μόνιμος πληθυσμός είναι ελάσσων των 2.000 κατοίκων, κατά βεβαίωσιν της οικείας Κοινότητος, τεθεωρημένης υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής, και ένθα λειτουργεί Δημοτικόν Σχολείον, ή εις απομεμονωμένα χωρία, επιτρέπεται η χειροτονία δημοδιδασκάλων εν ενεργεία ή συνταξιούχων και η υπ' αυτών κατάληψις των εις τα χωρία ταύτα υπαρχουσών κενών εφημεριακών θέσεων, ως και η σύγχρονος άσκησις των καθηκόντων του εφημερίου και του δημοδιδασκάλου παρ' ενός και του αυτού προσώπου (άρθρ. 1 Α.Ν. 137/67 εν μέρει). 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον εν ενεργεία δημοδιδάσκαλοι, χειροτονούμενοι και υπηρετούντες και ως εφημέριοι, λαμβάνουν πλήρεις τα άποδοχάς των δύο θέσεων, εντασσόμενοι ως εφημέριοι εις την β΄μισθολογικήν κατηγορίαν. Τυχόν συνταξιούχοι δημοδιδάσκαλοι, χειροτονούμενοι και υπηρετούντες ως εφημέριοι εις τα εν παραγράφω του παρόντος χωρία, λαμβάνουσι πλήρως την σύνταξιν του δημοδιδασκάλου και τον μισθόν του εφημερίου της β΄ μισθολογικής (Αντί για τη σελ.77(α) Σελ.77(β) Τεύχος ΣΤ92 - Σελ. 127 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 κατηγορίας, μετά δε την και ως εφημερίων κατάληψιν αυτών υπό του ορίου ηλικίας, αμφοτέρας τας συντάξεις (άρθρ. 1 παρ. 2 Α.Ν. 137/67). 3.Δημοδιδάσκαλοι, επιθυμούντες να καταταγώσιν εις τον Ιερόν Κλήρον, δικαιούνται μεταθέσεως εις Δημοτικά Σχολεία κωμοπόλεων ή χωρίων πληθυσμού κάτω των 5.000 κατοίκων, των οποίων η εφημεριακή θέσις είναι κενή, εφ' όσον ούτοι αποδέχονται να υπηρετήσωσι και ως εφημέριοι των κωμοπόλεων ή χωρίων τούτων. Εν περιπτώσει, καθ' ην η εις τας κωμοπόλεις ή χωρία ταύτα θέσις του δημοδιδασκάλου κατέχεται παρ' ετέρου, μη επιθυμούντος να ιερωθή και υπηρετήση και ως εφημέριος, ούτος μετατίθεται υποχρεωτικώς εις ετέραν κενήν θέσιν εν τη αυτή ή άλλη τινί εκπαιδευτική περιφερεία (άρθρ. 1 παρ. 3 Α.Ν. 137/67). 4.Αδιόριστοι πτυχιούχοι Παιδαγωγικών Ακαδημιών, αναλαμβάνοντες εφημεριακά καθήκοντα εις τας ως άνω κωμοπόλεις ή χωρία, διορίζονται ως δημοδάσκαλοι εις αυτά εκτός σειράς προτεραιότητος και απολαύουσι των αυτών ως άνω πλεονεκτημάτων (άρθρ. 1 παρ. 4 Α.Ν. 137/67). 5.Συνταξιούχοι πρώην δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι μη υπερβάντες το (65ον) έτος της ηλικίας των, έχοντες πτυχίον Σχολής τινος Μέσης Εκπαιδεύσεως, δύνανται ωσαύτως να χειροτονοηθώσι και τοποθετηθώσιν εις κενάς εφημεριακάς θέσεις. Και ούτοι χειροτονούμενοι και διοριζόμενοι εις κενήν εφημεριακήν θέσιν κωμοπόλεων ή χωρίων, εχόντων πληθυσμόν κάτω των 5.000 κατοίκων, κατά βεβαίωσιν της οικείας Κοινοτικής Αρχής, τεθεωρημένην υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής, ή απομεμονωμένων χωρίων, λαμβάνουν εξ ολοκλήρου την σύνταξίν των και τον μισθόν εφημερίου της γ' μισθολογικής κατηγορίας (άρθρ. 1 παρ. 8 Α.Ν. 137/67). Το κατά την ανωτέρω παρ. 5 ανώτατον όριον ηλικίας δια την χειροτονίαν εμειώθη από το 65ον εις το 60ον έτος δια του άρθρο. 5 Ν.Δ. 457/1970 (κατωτ. αριθ. 35). 6.Οι ούτω μέλλοντες να καταταγώσιν εις τον Ιερόν Κλήρον υποχρεούνται να παρακολουθήσωσι βραχείαν και ταχύρρυθμον Εκκλησιαστικήν εκπαίδευσιν του τύπου των Σχολών Ανωτέρας Εκπαιδεύσεως, κατά τα εν τω περί Εκκλησιαστικής Παιδείας Κανονισμώ οριζόμενα (άρθρ. 1 παραγρ. 5 Α.Ν. 137/67). Σελ. 78(β) Τεύχος ΣΤ92 -Σελ. 128 7.Οι υπηρετούντες ως καθηγηταί είτε εν τη δημοσία είτε εν τη ιδιωτική Μέση Εκπαιδεύσει, έχοντες τα κανονικά και νόμιμα προσόντα, δύνανται να χειροτονηθώσιν ως εφημέριοι εις κενάς εφημεριακάς θέσεις. Μετά την χειροτονίαν των εις ιερείς, δύνανται να διατηρήσωσι και την ην κατέχουν εν τη Μ. Εκπαιδεύσει θέσιν των, λαμβάνοντες τας ας ελάμβαναν αποδοχάς, μεισθοδοτούμενοι δε επί πλέον δι' ολοκλήρου του μισθού του δια την Β΄κατηγορίαν εφημερίων προβλεπομένου. Ούτοι συνταξιοδοτούμενοι μετά ταύτα, λαμβάνουν αμφοτέρας τας δι' εκάστην των ας κατέχουσι θέσεων προβλεπομένας συντάξεις (άρθρ. 1 παρ. 6 Α.Ν. 137/67). 8.Ομοίως δύνανται να χειροτονηθώσι και τοποθετηθώσιν εις κενάς εφημεριακάς θέσεις συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί, ως και οι λοιποί συνταξιούχοι πτυχιούχοι Ανωτάτης Σχολής, λαμβάνοντες εξ ολοκλήρου και την σύνταξίν των και τον μισθόν του εφημερίου β΄κατηγορίας (άρθρ. 1 παρ. 7 Α.Ν. 137/67). 9.Άπαντες οι ανωτέρω, εξαιρουμένων των ήδη πτυχιούχων Θεολογίας, ή Ιερατικής Σχολής, ή Ανωτέρου τινός Εκκλ. Φροντιστηρίου, υποχρεούνται να διακούσωσιν ειδικήν σειράν μαθημάτων, κατά τα εν τω περί Εκκλησιαστικής Παιδείας Κανονισμώ οριζόμενα. Μετά την επιτυχή λήξιν της μετεκπαιδεύσεώς των, ούτοι προάγονται εις την κατά ένα βαθμόν ανωτέραν μισθολογικήν κατηγορίαν (άρθρ. 1 παρ. 9 Α.Ν. 137/67). 10.Οι εκ των ανωτέρω εν ενεργεία, εκπαιδευτικοί κατά το διάστημα της εις Εκκλησιαστικάς Σχολάς μετεκπαιδεύσεώς των θεωρούνται διατελούντες εν εκπαιδευτική αδεία και λαμβάνουσι πλήρεις τας αποδοχάς της ην κατέχουσι θέσεως (άρθρ. 1 παρ. 10 Α.Ν. 137/67). 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι Άρθρ.3.-1.Ενοριακός Ναός ιδρύεται, συγχωνεύεται ή καταργείται, κατά τα εν άρθρ. 31 του Ν.Δ. 126/69 "περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος" οριζόμενα. Η σχετική περί ιδρύσεως ιερού Ενοριακού Ναού πρότασις του οικείου Ιεράρχου δέον να στηρίζηται εις αίτησιν του ημίσεος τουλάχιστον του κατά τας διατάξεις του παρόντος απαιτουμένου, ίνα αποτελέσωσιν ενορίαν, ελαχίστου αριθμού οικογενειών και εις γνωμοδότησιν του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου, εφ' όσον τούτο, προκαλούμενον υπό του οικείου Αρχιερέως, δια διοικητικού επιδοτηρίου, γνωμοδοτήση εντός μηνός (άρθρ. 3 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η γνωμοδότησις του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου θεωρείται ως καταφατική. 2.Προς λήψιν αποφάσεως περί καταργήσεως Ναού τινος ως ενοριακού απαιτείται, ίνα ούτος μη κείται εν περιοχή πληρούση, ως προς τον πληθυσμόν, τας εν άρθρ. 9 και 10 του παρόντος προϋποθέσεις προς ύπαρξιν ενορίας. Καταργουμένης της ενοριακής ιδιότητος του Ναού, υπάγεται ούτος δια του κατά το άρθρ. 31 του Ν.Δ. 126/69 Β.Δ/τος εις την ενορίαν, μεθ' ης η τέως ενορία του συγχωνεύεται. Άρθρον 36 1.O υποψήφιος εφημεριακής θέσεως οφείλει να υποβάλη εις τον οικείον Αρχιερέα, εντός της υπ' αυτού εν τη σχετική προκηρύξει οριζόμενης προθεσμίας, έγγραφον αίτησιν, συνοδευομένην υπό: α)Αντιγράφου Ποινικού Μητρώου της τελευταίας αυτού διαμονής και του τόπου της καταγωγής, ότι δεν κατεδικάσθη εις βαθμόν κακουργήματος ή πλημμελήματος εκ των εν άρθροις 59 έως 61 του Ποιν. Κώδικος οριζομένων, ανεξαρτήτως της επιβληθείσης ποινής. Το Ποινικόν Μητρώον υποχρεούται, όπως βεβαιώση την ποινικήν κατάστασιν, ως βέβαιοι ταύτην και προς τας δικαστικάς αρχάς (άρθρ. 48 παρ. 1α Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). β)Απολυτηρίου του Στρατού ή πιστοποιητικού απαλλαγής από πάσης στρατιωτικής υποχρεώσεως. γ)Πιστοποιητικού περί της νομιμοφροσύνης του συμφώνως τω Α.Ν. 516/68. δ)Αποδεικτικού σπουδών αυτού. ε)Πιστοποιητικού του οικείου Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος περί ιθαγενείας και του έτους της γεννήσεως. στ)Πιστοποιητικού της αρμοδίας Εκκλ. Αρχής, ότι ο υποψήφιος και η σύζυγός του έχουν έλθει εις πρώτον γάμον. ζ)Κανονικής συμμαρτυρίας, κατά τα παραδεδειγμένα υπό της Εκκλησίας, η)Πιστοποιητικού της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ν. 1811/1951 περί κώδικος καταστάσεως των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων. Το πιστοποιητικόν τούτο περί της υγείας και αρτιμελείας των υποψηφίων εφημερίων συνοδεύεται υπ' ακτινογραφίας του θώρακος και δέον, συν τοις άλλοις, να καθορίζη, ότι ούτοι δεν πάσχουν εξ οιωνδήποτε των δι' αποφάσεως της Ι. Συνόδου οριζομένων νόσων. θ)Πιστοποιητικού του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών της τελευταίας αυτού διαμονής, ως και του τόπου της καταγωγής, ότι δεν καταδιώκεται δι' αξιόποινόν τινα πράξιν, ουδέ εκκρεμεί κατ' αυτού κατηγορία δια τοιαύτην (άρθρ. 48 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). Άρθρον 37 1.O οικείος Μητροπολίτης, μετά την παρέλευσιν της δια του άρθρου 33 του παρόντος οριζόμενης μηνιαίας προθεσμίας δια την υποβολήν των πιστοποιητικών, και εντός των επομένων δέκα πέντε ημερών, μετά τον έλεγχον των υποβληθέντων εγγράφων, ανακηρύσσει τους υποψηφίους δια πράξεως αυτού, κοινοποιουμένης επί αποδείξει προς το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον. Τούτο επικολλά αυτήν εις την θύραν του Ναού, ο δ' εφημέριος την αναγινώσκει επ' εκκλησίας, υποβαλλομένου υπό του Εκκλ. Συμβουλίου προς τον οικείον Αρχιερέα αποδεικτικού της γενομένης επικολλήσεως και της αναγνώσεώς του (άρθρ. 49 Α.Ν. 2200/40 ως ετροποποιήθη). 2.Εντός 15θημέρου από της πρώτης ημέρας της κατά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου θυροκολλήσεως, δικαιούνται τόσον οι Εκκλ. Σύμβουλοι όσον και πας ενορίτης να υποβάλωσιν εις τον οικείον Μητροπολίτην εγγράφως οιανδήποτε πληροφορίαν ή ένστασιν, αφορώσαν είς τινα των υποψηφίων. Παρελθούσης της ως άνω προθεσμίας, ο οικείος Μητροπολίτης αποφαίνεται επί των υποψηφίων και, εφ' όσον ήθελεν εκλέξει τινά εξ αυτών, κοινοποιεί την περί τούτου απόφασίν του εις το οικείον Εκκλ. Συμβούλιον. Τούτο υποχρεούται άμα τη κοινοποιήσει, όπως προβή εις την επί 15ήμερον θυροκόλλησιν της αποφάσεως (άρθρ. 49 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Κατά της αποφάσεως του οικείου Αρχιερέως χωρεί προσφυγή ενώπιον της επί των Κανονικών ζητημάτων Μ.Σ.Ε. εντός δεκαημέρου από της τελευταίας ημέρας της κατά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου θυροκολλήσεως. Η προσφυγή ασκείται υφ' οιουδήποτε των υποψηφίων ή των ενοριτών, δι' εγγράφου απευθυνόμενου είς τινα οικείον Αρχιερέα, υποχρεούμενον εντός εβδομάδος να διαβιβάση τούτο μεθ' όλου του σχηματισθέντος από της αρχής της διαδικασίας φακέλλου εις την επί των Κανονικών ζητημάτων Μ.Σ.Ε., η οποία και εκδικάζει, την προσφυγήν. Προ της πληρώσεως των ανωτέρω διατυπώσεων και της εκπνοής των προθεσμιών απαγορεύεται η χειροτονία του υποψηφίου (άρθρ. 49 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 4.Εάν ο προκριθείς υπό του οικείου Μητροπολίτου όπως χειροτονηθή δεν προσέλθη εντός της υπ' αυτού οριζομένης προθεσμίας, θεωρείται μη αποδεξάμενος την εκλογήν (άρθρ. 49 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40 ως συνεπληρώθη). Άρθρον 38 1.Ο διορισμός εφημερίων εις Παρεκκλήσια και εις Ναούς Κοιμητηρίων και Φιλανθρωπικών, Εκπαιδευτικών, Σωφρονιστικών κ.λ.π. Ιδρυμάτων, ως και η από τούτων μετάθεσις εις ετέρας εκκλησιαστικάς θέσεις, γίνεται, μετά πρότασιν της Διοικήσεως του Ιδρύματος, υπό του οικείου Μητροπολίτου εκ των εχόντων τα δια την πόλιν, εν η ταύτα κείνται, απαιτούμενα υπό του παρόντος Κανονισμού προσόντα (άρθρ. 50 παρ. 1 εδάφ. 1 Α.Ν. 2200/40). Το όριον ηλικίας εισόδου εις την υπηρεσίαν των εφημερίων των Ναών τούτων είτε ανηκόντων εις το Δημόσιον είτε εις Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. ή Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως αυξάνεται κατά δέκα έτη, το δε τοιούτον της εκ της υπηρεσίας των ταύτης εξόδου των ορίζεται οίον το των εφημερίων των ενοριακών Ναών, η δε διαβάθμισις των θέσεων των ιερέων, τούτων, προκειμένου περί πτυχιούχων Θεολογικών Σχολών, ορίζεται και μέχρι του δευτέρου βα(Αντί της σελ. 79) Σελ.79(α) Τεύχος 375 - Σελ. 81 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι 33.Β.α.34 θμού κατά τροποποίησιν των κειμένων γενικών ειδικών διατάξεων. 2.Η αναζήτησις εφημερίων, εχόντων τα νόμιμα προσόντα, γίνεται δια δημοσιεύσεως εις το Περιοδικόν "ΕΚΚΛΗΣΙΑ" ή και εις μίαν των τοπικών εφημερίδων, τασσομένης μηνιαίας προθεσμίας, μετά την λήξιν της οποίας, μη παρουσιαζομένου υποψηφίου κεκτημένου τα προσόντα, καλούνται δι' ομοίας προκηρύξεως οι κεκτημένοι τα της επομένης κατηγορίας προσόντα και ούτω καθ' εξής, εφαρμοζομένων κατ' αναλογίαν των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του παρόντος (άρθρ. 50 παρ. 1 εδ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Αι οργανικαί θέσεις των εφημερίων, των υπό την διοίκησιν του Ο.Δ.Δ.Ε.Π. υπαγομένων Εξωκκλησίων και Παρεκκλησίων, ορίζονται δι' αποφάσεως της επί των Οικονομικών Μ.Σ.Ε., μη δυνάμεναι εν πάση περιπτώσει να υπερβώσι τας δύο δι' έκαστον τούτων. Οι εφημέριοι των Ναών τούτων διορίζονται ή μετατίθενται υπό του οικείου Μητροπολίτου (άρθρ. 50 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40). Άρθρον 39 1.Εις πόλεις, έχουσας πληθυσμόν άνω των 100.000 κατοίκων, εν εκάστη ενορία μέχρι 600 οικογενειών διορίζεται εις εφημέριος. Εις ταύτην δύναται να προστεθή και δεύτερος εφημέριος, όταν ο αριθμός των οικογενειών υπερβή τας χιλίας, τρίτος όταν ο αριθμός τούτων υπερβή τας δύο χιλιάδας, τέταρτος δε και εφ' εξής ανά χιλίας και πλέον εκάστοτε οικογενείας. Επί πλειόνων εφημερίων του αυτού ενοριακού Ναού και εν περιπτώσει διαιρέσεως της ενορίας εις τμήματα, ο οικείος Αρχιερεύς υποχρεούται, όπως δι' αποφάσεως αυτού καθορίζη το τμήμα της εφημερίας εκάστου συνεχές και κατ' ανάλογον αριθμόν οικογενειών (άρθρ. 51 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40). 2.Εις πόλεις, έχουσας πληθυσμόν μέχρι 100.000 κατοίκων, εν εκάστη ενορία αριθμούση μέχρι 400 οικογενειών διορίζεται εις εφημέριος, δεύτερος δε δύναται να διορισθή, όταν ο αριθμός ούτος των οικογενειών υπερβή τας 600 και τρίτος, όταν ο αριθμός ούτος υπερβή τας 1.200 (άρθρ. 51 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Εν πόλεσι και νήσοις πληθυσμού μέχρις 100.000 κατοίκων, εξ ων τουλάχιστον το έν τρίτον είναι αλλοδαποί ή αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, δύναται αποφάσει της επί της Ενοριακής Διοργανώσεως Μ.Σ.Ε. εν ενορία αριθμούση άνω των 400 οικογενειών να προστεθή και δεύτερος εφημέριος (άρθρ. 51 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). Σελ. 80(α) Τεύχος 375 – Σελ. 82 4.Εις Κοινότητας, αποτελούσας ανεγνωρισμένον κέντρον παραθερισμού και εχούσας τουλάχιστον 400 μονίμους οικογενείας, δύναται να προστεθή και δεύτερος εφημέριος αποφάσει του οικείου Μητροπολίτου και μετά σύμφωνον γνώμην της επί της Ενοριακής Διοργανώσεως Μ.Σ.Ε. (άρθρ. 51 παρ. 4 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 5.Εις ενορίας νήσων, εχουσών ένα μόνον ενοριακόν Ναόν, ένθα ο εφημέριος υπερέβη μεν το 60όν έτος της ηλικίας του, κατά την κρίσιν όμως του οικείου Μητροπολίτου και μετά γνωμοδότησιν της οικείας Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής δεν επαρκεί ούτος προς εξυπηρέτησιν των θρησκευτικών αναγκών των ενοριτών του, επιτρέπεται ο διορισμός και δευτέρου εφημερίου, τηρουμένης της υπό του παρόντος Κανονισμού προβλεπομένης διαδικασίας εκλογής (άρθρ. 51 παρ. 5 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 6.Ασχέτως του αριθμού οικογενειών ενορίας τινός, εφ' όσον αι πνευματικαί αυτής ανάγκαι απαιτούσι τον διορισμόν κληρικού καταλλήλου δια το κήρυγμα, την εξομολόγησιν, την κατηχητικήν διακονίαν και τα παρόμοια, δύναται ο Μητροπολίτης να διορίζη ως έκτακτον εφημέριον και Ιεροκήρυκα τοιούτον κληρικόν εκ των εχόντων τα νόμιμα προσόντα ιερομόναχων των εις Μονάς εγγεγραμμένων. Ούτος εντασσόμενος εις ην δικαιούται βάσει των προσόντων αυτού μισθολογικήν κατηγορίαν, δύναται να έχη δικαιοδοσίαν επί πλειόνων και μέχρι 10 ενοριών εχουσών ανάγκης του κατά τα άνω πνευματικού έργου κατά την κρίσιν του Μητροπολίτου, υπό τον όρον όπως ούτος περιορίζηται εις τα ανωτέρω πνευματικά καθήκοντα άνευ οιασδήποτε αναμίξεως εις τα καθήκοντα και δικαιώματα των εφημερίων (άρθρ. 51 παρ. 6 Α.Ν. 220/40 εν μέρει). 33.Β.α.34 Ενοριακοί Ναοί και Εφημέριοι Άρθρον 40 1.Αι οργανικαί θέσεις των εφημερίων ενοριακών Ναών της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι 8.000, ως δια Β.Δ/τος ορίζεται (άρθρ. 24 παρ. 3 Ν.Δ.126/69). Οι τυχόν πέραν του αριθμού τούτου υπηρετούντες εφημέριοι διατηρούνται εν τη υπηρεσία μέχρι της καθ' οιονδήποτε τρόπον εξ αυτής εξόδου αυτών. Ο αριθμός των εφημερίων δεν συμπίπτει προς τον αριθμόν των ενοριών. 2.Δι' Υπουργικών αποφάσεων, εκδιδομένων υπό των Υπουργών Οικονομικών και της Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, μετά γνώμην του οικείου Μητροπολιτικού Εκκλ. Συμβουλίου και πρότασιν των επί της Ενοριακής Διοργανώσεως και επί των Οικονομικών Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών θέλουσι καθορισθή εντός του κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου οριζομένου ορίου αι οργανικαί θέσεις των εφημερίων των ενοριακών Ναών της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως και αι τυχόν συγχωνευτέαι ενορίαι. Άρθρον 41 1.Μετάθεσις εφημερίου από οργανικής θέσεως εις ετέραν κενήν οργανικήν θέσιν μετά συγκατάθεσιν των οικείων Μητροπολιτών, εφ' όσον ο μετατιθέμενος προέρχεται εξ ετέρας Μητροπόλεως και κέκτηται τα προσόντα της εις ην μετατίθεται θέσεως, γίνεται είτε προς προαγωγήν είτε δια λόγους ποινής (άρθρ. 52 παρ. 1 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 2.Μετάθεσις εφημερίου από οργανικής θέσεως εις ετέραν κενήν οργανικήν θέσιν, μέχρι πληρώσεως αυτής, γίνεται, υπό του οικείου Αρχιερέως, υπό τύπον προσωρινής αποσπάσεως (άρθρ. 52 παρ. 2 Α.Ν. 2200/40). 3.Αμοιβαία μετάθεσις τακτικών εφημερίων, εχόντων τα αυτά προσόντα, εν τη αυτή Μητροπόλει ή μεταξύ Μητροπόλεων γίνεται τη συγκαταθέσει των μετατιθεμένων και των οικείων Αρχιερέων (άρθρ. 52 παρ. 3 Α.Ν. 2200/40 εν μέρει). 4.Οι δυνάμει Νόμων μονιμοποιηθέντες έν τινι ενορία εφημέριοι, μη έχοντες τα νόμιμα δι' αυτήν προσόντα, διατηρούσι μεν την θέσιν αυτών, δεν δύνανται όμως να θεωρηθώσιν ως αποκτήσαντες και τα προσόντα της κατηγορίας της εν η εμονιμοποιήθησαν ενορίας …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.