← Ελλάδα

4. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 22926/Σ. 407 της 30 Αυγ./11 Σεπτ. 1951 Περί εγκρίσεως του ανασυνταχθέντος Καταστατικού ασφαλιστικής, διοικητικής κ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση Υπουργού Εργασίας εγκρίνει το ανασυνταχθέν Καταστατικό του Ταμείου Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο., το οποίο αφορά την ασφαλιστική, διοικητική και οικονομική του οργάνωση.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 22926/Σ. 407 της 30 Αυγ./11 Σεπτ. 1951 Περί εγκρίσεως του ανασυνταχθέντος Καταστατικού ασφαλιστικής, διοικητικής και οικονομικής οργανώσεως, του Ταμείου Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)Το άρθρ. 59, παρ. 1 του Α.Νόμου της 11 Νοεμ. 1935 περί «Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2)Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής πολιτικής». 3)Πρότασιν του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο. υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 64/7 –2– 1947 αναφοράς του. 4)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (άρθρ. πρωτ. ΣΚΑ 55/1947 Συνεδρίασις 95η της Η΄ περιόδου της 29–3–1951). Αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το ανασυνταχθέν Καταστατικόν ασφαλιστικής, διοικητικής και οικονομικής οργανώσεως του ταμείου Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο. εξ άρθρων 35 έχον ούτω: Επωνυμία – Έδρα άρθρ. 12, επί του τετραπλασίου του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 5ου βαθμού (Τμηματάρχη Β΄) που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. ε.Για τους ασφαλισμένους της Δ΄ κλάσης του άρθρ. 12, επί του τετραπλασίου του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 6ου βαθμού (Εισηγητή), που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. στ.(Για την κατάργηση της περίπτ. στ από την ημερομηνία της συγχωνεύσεως του Ταμείου στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ βλέπε άρθρ. 26 Νόμ. 2676/4-5 Ιαν. 1999, ΦΕΚ Α΄ 1,τόμ. 15Β σελ. 86,605). Σελ. 310(θ) Τεύχος 1323 Σελ. 64 ζ)Οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω στο μισθό της ασφαλιστικής κλάσης που κατατάσσεται κάθε ασφαλισμένος, κατά το χρόνο καταβολής». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Ισόποσος εισφορά των ησφαλισμένων εκπροσώπων και προσωπικού Σωματείων και Ενώσεων προς την τοιαύτην των Σωματείων ή Ενώσεων υπολογιζομένη κατά τ’ ανωτέρω. «3.Εισφορά του πάσης φύσεως προσωπικού του Ταμείου που είναι ασφαλισμένο σ’ αυτό και στο ΤΕΑΠΟΚΑ από 6%, που υπολογίζεται, όπως υπολογίζεται και η εισφορά των λοιπών ασφαλισμένων». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Οι παρ. 3 και 4 αντικαταστάθηκαν από την ως άνω παρ. 3 και οι κατωτέρω παρ. 5, 6 και 7 αριθμήθηκαν ως παρ. 4, 5 και 6 από την παρ. 3 της 108/3/748/17 Μαρτ. – 9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4(5).Η δια του Νόμ. 1114/44 επιβληθείσα υπέρ του Ταμείου εκ 1/2 % υποχρεωτική εισφορά εις βάρος πάντων των Οργανισμών Κοινων. Ασφαλίσεων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας υπαχθέντων ή μη εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών δια του Ν.Δ/τος υπ’ αριθ. 1 της 21.11.1968. 5(6).Η δια του Νόμ. 678/1977 επιβληθείσα εισφορά προς ενίσχυσιν του Ταμείου. 6(7).Πάσα πρόσοδος εκ της περιουσίας του Ταμείου ως και πάσα πρόσοδος εκ χαριστικής αιτίας». Το άρθρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 10 Διοίκησις Με την παρ. 1 της 972/12 – 26 Οκτ. 1990 (ΦΕΚ Β΄ 680) απόφ. Υπουρ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων ορίστηκε ότι στις συνεδριάσεις του ταμείου συμμετέχει με δικαίωμα ψήφου και ένας εκπρόσωπος από τους εργαζόμενους στις εργατοϋπαλληλικές και επαγγελματικές οργανώσεις της χώρας. Άρθρ.6-8.-(Για την κατάργηση των άρθρ. 6-8 από την ημερομηνία της συγχωνεύσεως του Ταμείου στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ βλέπε άρθρ. 26 Νόμ. 2676/4-5 Ιαν. 1999, ΦΕΚ Α΄ 1, Τόμ. 15Β σελ. 86,605). Εισπράξεις εισφορών και λοιπών πόρων του Ταμείου Άρθρ.9.–«1.Οι ασφαλιστικές εισφορές των Εργασιακών Σωματείων και Ενώσεων (Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων) και οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων, κατατίθενται μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε επόμενου μήνα από τους υπόχρεους, σε μια από τις Τράπεζες που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο, για λογαριασμό του Ταμείου και με βάση αποδείξεις της Τράπεζας, από τις οποίες, τη μία παραλαμβάνει ο καταθέτης και την άλλη η Τράπεζα, που τη στέλνει στο Ταμείο για τη σχετική ενημέρωση του ατομικού λογαριασμού του ασφαλισμένου. 2-3.(Για την κατάργηση των παρ. 2 και 3 από την ημερομηνία συγχωνεύσεως του Ταμείου στο ΙΚΑΤΕΑΜ βλέπε άρθρ. 26 Νόμ. 2676/4-5 Ιαν. 1999, ΦΕΚ Α΄ 1, Τόμ. 15Β σελ. 86,605). Το άρθρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 της 108/3/748/17 Μαρτ. – 9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Επένδυσις Διαθεσίμων Κεφαλαίων Άρθρ.10.-(Για την κατάργηση του παρόντος άρθρου από την ημερομηνία της συγχωνεύσεως του Ταμείου στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ βλέπε άρθρ. 26 Νόμ. 2676/4-5 Ιαν. 1999 ΦΕΚ Α΄ 1, τόμ. 15Β σελ. 86,605). Διάκρισις ησφαλισμένων προσώπων Άρθρ.11.–«Οι παρά τω ταμείω ησφαλισμένοι διακρίνονται εις δύο κατηγορίας: 1.Α΄ Κατηγορία (Εκπρόσωποι Σωματείων και Ενώσεων). 2.Β΄ Κατηγορία (Προσωπικόν των Σωματείων, των Ενώσεων και του Ταμείου)». Το άρθρ. 11 αντικατεστάθη ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). Κατάταξις εις Κλάσεις Άρθρ.12.–«1.Οι ησφαλισμένοι της Α΄ κατηγορίας εκπρόσωποι των Σωματείων και Ενώσεων κατατάσσονται εις τας κάτωθι πέντε κλάσεις: «α)Στην Α΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσονται: Ο Πρόεδρος και ο πρώτος αναπληρωτής αυτού, καθώς και ο Γεν. Γραμματέας και ο πρώτος αναπληρωτής αυτού των τριτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 200.000 μετά τη συμπλήρωση τριετούς τουλάχιστον υπηρεσίας με μία ή περισσότερες από τις παραπάνω ιδιότητες και συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας άνω των 12 ετών. β)Στην Βα΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσονται: αα)Τα μέλη της διοικήσεως της Γ.Σ.Ε.Ε. μετά τη συμπλήρωση 7 τουλάχιστον ετών υπηρεσίας και συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας 12 ετών. ββ)Ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας Ομοσπονδιών ή Εργατικών Κέντρων, τα οποία έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 5.000, μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας 15 ετών. γγ)Ο πρώτος αναπληρωτής του Προέδρου, καθώς και ο πρώτος αναπληρωτής του Γεν. Γραμματέα των τριτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 200.000, εφόσον διετέλεσαν και εκτελεστικοί των άνω Συνομοσπονδιών αθροιστικά επί 3 τουλάχιστον έτη και συμπλήρωσαν συνολική συντάξιμη υπηρεσία 15 ετών. δδ)Τα μέλη της διοικήσεως Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών, οι οποίες έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 100.000, μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας 6 τουλάχιστον ετών και συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας 20 ετών. εε)Ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας Σωματείων, τα οποία έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 1.000, μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας 15 ετών εφόσον διατέλεσαν και μέλη διοικήσεως Ομοσπονδιών, που έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 5.000, επί 15 τουλάχιστον έτη. (Αντί για τις σελ.310,01(α)-314(γ) Σελ. 311(γ) Τεύχος 1323 Σελ. 65 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 11 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 12 γ)Στη Β΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσονται: αα)Τα μέλη της διοικήσεως της Γ.Σ.Ε.Ε. μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας 3 ετών τουλάχιστον. ββ)Ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών ή Συνομοσπονδιών, οι οποίες έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 1.000 επί τρία τουλάχιστον έτη κατά τη διάνυση της υπηρεσίας τους. γγ)Ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας Σωματείων, τα οποία έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 1.000, μετά της συμπλήρωση υπηρεσίας 12 ετών τουλάχιστον, εφόσον, επί 8 τουλάχιστον έτη, διετέλεσαν και μέλη της διοικήσεως Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών ή Συνομοσπονδιών, οι οποίες έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 5.000. δ)Στη Γ΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσονται ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας Σωματείων Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών ή Συνομοσπονδιών, οι οποίες έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη άνω των 500 επί 3 τουλάχιστον έτη κατά τη διάνυση της υπηρεσίας τους. ε)Στη Δ΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσονται ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας Σωματείων, Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών ή Συνομοσπονδιών, που έχουν ταμειακά τακτοποιημένα μέλη λιγότερα από 500». Οι περιπτ. α, β, γ, δ και ε αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 3 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.α)Επί ταυτοχρόνου εκπροσωπευτικής μεν υπηρεσίας υπολογίζεται ως συντάξιμος η διανυθείσα εις ανωτέρα κλάσιν, Προέδρου ή Γενικού Γραμματέως δε ως και μέλους Διοικήσεως Ενώσεως, η οποία δεν λογίζεται κατά τας διατάξεις του παρόντος εκπροσωπευτική, υπολογίζεται ως συντάξιμος ή του Προέδρου ή Γεν. Γραμματέως υπηρεσία. Η υπηρεσία υπό ιδιότητα μέλους της Διοικήσεως Ενώσεως, η οποία δεν λογίζεται κατά τας διατάξεις του παρόντος εκπροσωπευτική, η διανυθείσα από της ενάρξεως της εκπροσωπευτικής και μέχρι επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως υπολογίζεται, ουχί ως συντάξιμος αλλά μόνο δια την κατάταξιν εις ανωτέραν κλάσιν και ανεξαρτήτως αν εν μέρει ή εν όλω διηνήθη ταυτοχρόνως προς την εκπροσωπευτικήν τοιαύτην. β)Εάν μέχρι της ασκήσεως του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως δεν διανύση την αναγκαίαν, κατά την προηγουμένην παράγραφον, υπηρεσίαν δια την οριστικήν κατάταξιν εις ανωτέραν κλάσιν, η τυχόν καταβληθείσα διαφορά ασφαλιστικών εισφορών βάσει της ανωτέρας ή ανωτέρων κλάσεων δι’ όσον χρόνον δεν διήνυσεν υπηρεσίαν δι’ ην κατατάσσεται εις ανωτέραν ή ανωτέρας κλάσεις και της εις την οποίαν οριστικώς κατατάσσεται επιστρέφεται ατόκως. 3.Οι ησφαλισμένοι της Β΄ κατηγορίας, προσωπικόν Σωματείων και Ενώσεων κατατάσσονται εις τας 5 κλάσεις εις τας οποίας κατατάσσονται και οι εκπρόσωποι, ως ακολούθως: «α)Στην Α΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσεται εκείνος που οι μηνιαίες αποδοχές του, για τρία τουλάχιστον χρόνια, είναι ίσες ή ανώτερες του τετραπλασίου του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 1ου βαθμού (Γεν. Διευθυντή), που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. β)Στην Βα΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσεται εκείνος, που οι μηνιαίες αποδοχές του, για τρία τουλάχιστον χρόνια, είναι ίσες ή ανώτερες του τετραπλασίου και ημίσεως του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 2ου βαθμού (Διευθυντή Α΄), που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. γ)Στη Β΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσεται εκείνος, που οι μηνιαίες αποδοχές του, για τρία τουλάχιστον χρόνια, είναι ίσες ή ανώτερες του τετραπλασίου και ημίσεως του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 3ου βαθμού (Διευθυντή Β΄), που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. δ)Στη Γ΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσεται εκείνος, που οι μηνιαίες αποδοχές του για τρία τουλάχιστον χρόνια, είναι ίσες ή ανώτερες του τετραπλασίου και ημίσεως του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 5ου βαθμού (Τμηματάρχη Β΄) που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. ε)Στη Δ΄ ασφαλιστική κλάση κατατάσσεται εκείνος, που οι μηνιαίες αποδοχές του είναι μικρότερες του τετραπλασίου και ημίσεως του βασικού μισθού Δημοσίου Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου 5ου βαθμού (Τμηματάρχη Β΄), που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Νόμ. 1505/84. στ)Οι παραπάνω βασικοί μισθοί των περιπτ. α, β, γ, δ και ε, για την κατάταξη των ασφαλισμένων της Β΄ Κατηγορίας σε ασφαλιστικές κλάσεις, αυξάνονται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους κατά ποσοστό 10%. ζ)Οι ασφαλισμένοι μέχρι της ισχύος του παρόντος, για όσο χρόνο δεν είναι καταταγμένοι σε ασφαλιστικές κλάσεις μέχρι της ισχύος του παρόντος, ως και όσοι θα υποβάλλουν αίτηση ασφαλίσεως μέσα σε δύο μήνες από της ισχύος του παρόντος, κατατάσσονται σε ασφαλιστικές κλάσεις, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Καταστατικού και θεωρούνται, ότι είναι καταταγμένοι στις αντίστοιχες ασφαλιστικές κλάσεις του παρόντος». Οι περιπτ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 4 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 315(γ) Σελ. 315(δ) Τεύχος 1203 – Σελ. 11 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 13 η)Εις περίπτωσιν καθ’ ην δεν κέκτηταί τις τας προϋποθέσεις κατατάξεως εις ανωτέραν κλάσιν κατατάσσεται εις επομένην εις ην έχει τας προϋποθέσεις η δε τυχόν καταβληθείσα διαφορά ασφαλιστικών εισφορών βάσει της ανωτέρας ή ανωτέρων κλάσεων δι’ όσον χρόνον δεν έτυχεν αποδοχών δι’ ας κατατάσσεται εις ανωτέραν ή ανωτέρας κλάσεις και της εις ην οριστικώς κατατάσσεται επιστρέφονται ατόκως. 4.Ο αριθμός των ταμειακώς εν τάξει μελών διαπιστούται: α)των Σωματείων εκ των πρακτικών αρχαιρεσιών και επί μη ετησίας θητείας Διοικήσεως εκ βεβαιώσεως του Σωματείου θεωρουμένης υπό της οικείας ενώσεως (Κέντρου – Ομοσπονδίας) δια την αλήθειαν του περιεχομένου και β)των Ενώσεων εκ βεβαιώσεως της Ενώσεως νοουμένου ως ταμειακώς εν τάξει μελών του συνόλου των ταμειακώς εν τάξει μελών των Σωματείων ή Ενώσεων της δυνάμεώς των». Το άρθρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/17 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). Καθορισμός συντάξεως Άρθρ.13.–(Κατηργήθη δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). Άρθρ.13ον.–1.Ποσά καταβληθέντα ή καταβαλλόμενα εις το Ταμείον, αχρεωστήτως, εξ οιασδήποτε αιτίας, επιστρέφονται εις τον καταβαλόντα εις οιονδήποτε χρόνον, ατόκως ή συμψηφίζονται προς τυχόν οφειλή του. 2.Χορηγηθείσα ή χορηγηθησομένη σύνταξις, λόγω αναπηρίας, μετατρέπεται, αιτήσει του αμέσως συνταξιούχου, εις λόγω γήρατος, εάν υφίστανται αι προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος, από της πρώτης του επομένου μηνός της υποβολής σχετικής αιτήσεως». Το άρθρ. 13ον προστέθηκε από την παρ. 3 της 108/1067/17 – 19 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 400) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σελ. 316(δ) Τεύχος 1203 – Σελ. 12 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 14 Χρόνος ασφαλίσεως – Έννοια Άρθρ.14.–«Χρόνος ασφάλισης κατά τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού, θεωρείται ο χρόνος της υπηρεσίας που διανύθηκε μετά την έναρξη της λειτουργίας του ταμείου και για τον οποίο καταβλήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές». Το άρθρ. 14 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 108/3/748/17 Μαρτ. – 9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Αναγνώρισις και εξαγορά προϋπηρεσίας Άρθρ.1.-(Για την κατάργηση του παρόντος άρθρου και άλλες διατάξεις για τους ασφαλισμένους του Ταμείου, που συγχωνεύθηκε στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, βλέπε άρθρ. 26 Νόμ. 2676/4-5 Ιαν. 1999, ΦΕΚ Α΄ 1, Τόμ. 15Β σελ. 86,605). Σκοπός–Ασφαλιζόμενα πρόσωπα Άρθρ.15.–1.Ο κατά το εδάφ. β΄ του προηγουμένου άρθρου χρόνος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου επί τη βάσει των καθοριζομένων υπό τούτου, δια γενικής αποφάσεως εφ’ άπαξ λαμβανομένης, δικαιολογητικών δεν δύναται δε να υπερβή την 10ετίαν. 2.Η εξαγορά της κατά τ’ ανωτέρω αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας γίνεται δια καταβολής εκ μέρους των ησφαλισμένων της εις ταύτην αναλογούσης εισφοράς υπολογιζομένης βάσει των κατά τον χρόνον της καταβολής πραγματικών ή τεκμαρτών αποδοχών της κατηγορίας και κλάσεως εις ην ούτος ευρίσκεται κατατεταγμένος περί ων το άρθρ. 13 του παρόντος Καταστατικού. Προκειμένου περί εξαγορά συνταξίμου υπηρεσίας παρά των μελών οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου το ποσόν της εξαγοράς υπολογίζεται βάσει των αποδοχών της κατηγορίας και κλάσεως εφ’ ων θα κατέβαλεν ούτος εισφοράς κατά τον χρόνον της εξοφλήσεως εάν διετήρει την τελευταίαν θέσιν εις ην υπήγετο εις την ασφάλισιν του ταμείου και επί του κατά τον αυτόν χρόνον ισχύοντος ποσοστού εισφοράς ησφαλισμένου. Το ποσόν της εξαγοράς καταβάλλεται ή παρακρατείται εκ της συντάξεως κατά μηνιαίας δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. και ων ο αριθμός δεν δύναται πάντως να ορισθή ανώτερος των 60. 4.«Ησφαλισμένος καθυστερών πέραν του έτους τας δια την αναγνώρισιν προϋπηρεσίας εισφοράς του στερείται του δικαιώματος αναγνωρίσεως του χρόνου δι’ ον δεν κατεβλήθησαν εισφοραί». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 14867/Σ. 101 της 5/15 Μαρτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 155) 5.Η κατά τ’ ανωτέρω αναγνώρισις προϋπηρεσίας ενεργείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως του ησφαλισμένου προς το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους, αρχομένης προκειμένου περί των υπαχθησομένων εις της ασφάλισιν από της ημέρας της υπαγωγής τούτων εις ταύτην. Οφειλαί ησφαλισμένων Άρθρ.16.–Τα κατά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφειλόμενα τυχόν υπό του ησφαλισμένου ποσά προς το Ταμείον εκ τακτικών εισφορών εξοφλούνται υπό τούτου ή υπό των δικαιούχων αυτού ολοσχερώς κατά την υποβολήν της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως αποκλειομένης άλλως της απονομής συντάξεως. Προκειμένου όμως περί των οφειλομένων εξ εξαγοράς προϋπηρεσίας δέον, όπως ο ησφαλισμένος ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου οι δικαιούχοι τούτου να έχουν εξοφλήση το ήμισυ τουλάχιστον της οφειλής του ίνα τύχη συντάξεως άλλως αποκλείεται της απονομής συντάξεων. Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης «Άρθρ.17.–Σύνταξης δικαιούνται: 1.Οι ασφαλισμένοι της περιπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 12 μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. 2.Οι ασφαλισμένοι της περιπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 12 μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. 3.Οι ασφαλισμένοι της περιπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 12, εφόσον συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 12 ετών και το 55ο έτος της ηλικίας τους. 4.Οι ασφαλισμένοι της περιπτ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 12, εφόσον συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 12 ετών και το 55ο έτος της ηλικίας τους. 5.Οι ασφαλισμένου της περιπτ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 12, εφόσον συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 12 ετών και το 55ο έτος της ηλικίας τους. 6.Όσοι εκπρόσωποι απέκτησαν ασφαλιστέα ιδιότητα για πρώτη φορά μετά την 27.4.1978, εφόσον συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 15 ετών και το 58ο έτος της ηλικίας τους. 7.Οι ασφαλισμένοι της Β΄ κατηγορίας, εφόσον έχουν συμπληρώσει συντάξιμη υπηρεσία 25 ετών σε περίπτωση παραίτησης ή σε περίπτωση απόλυσης συντάξιμη υπηρεσία 20 ετών και το 55ο έτος της ηλικίας τους ή ανεξάρτητα από ηλικία, εάν συνταξιοδοτηθούν από το ΙΚΑ και έχουν δεκαπενταετή συντάξιμη υπηρεσία. 8.Κάθε ασφαλισμένος, εάν μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία από την απόκτηση ασφαλιστέας ιδιότητας μέχρι τη λήξη της εκπροσώπησης Σωματείου ή Ένωσης ή εάν πρόκειται για προσωπικό των Σωματείων – Ενώσεων και του Ταμείου και για δικηγόρους μέχρι τη διακοπή της εργασίας τους, γίνει εξαιτίας νόσου σωματικά ή πνευματικά ανίκανος, για άσκηση του επαγγέλματός του με ποσοστό ανικανότητας τουλάχιστον 67%, εφόσον έχει συντάξιμο χρόνο 6 ετών ή ανεξάρτητα από χρόνο ασφάλισης, εφόσον η ανικανότητά του οφείλεται σε βίαιο γεγονός, το οποίο έχει επέλθει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. 9.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, που κατά το χρόνο του θανάτου έχει συντάξιμη υπηρεσία έξι (6) ετών, τα (Αντί για τη σελ. 317(δ) Σελ. 317(ε) Τεύχος 1203 – Σελ. 13 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 15 μέλη της οικογένειάς του, κατά το άρθρ. 20, δηλαδή: α)Η χήρα ή ο χήρος, του οποίου η συντήρηση εβάρυνε κυρίως τη θανούσα και εφόσον είναι ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. β)Τα νόμιμα τέκνα τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, των οποίων η υιοθεσία έγινε ένα τουλάχιστον έτος πριν από το θάνατό του ή τη χορήγηση σύνταξης στο θετό πατέρα και επί θανάτου ασφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα, μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. γ)Κατ’ εξαίρεση το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των τέκνων παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον συνεχίζουν τις σπουδές τους σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές. δ)Τα παραπάνω όρια ηλικίας δεν ισχύουν για τα τέκνα τα ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους έχει επέλθει πριν από τη συμπλήρωση των ορίων αυτών. ε)Οι ανύπανδρες κόρες ή οι διαζευγμένες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον δεν εργάζονται και δεν συνταξιοδοτούνται από άλλη πηγή. 10.Ο ασφαλισμένος που συγκεντρώνει τις απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης δικαιούται σύνταξης, έστω και εάν κατά την υποβολή της αίτησης δεν έχει ασφαλιστέα ιδιότητα». Το άρθρ. 17 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρ.18.–«1.Η απονεμητέα υπό του Ταμείου σύνταξις λόγω γήρατος ή καταγγελίας συμβάσεως εργασίας κ.λπ., ορίζεται ως ακολούθως: α)Δια τους κατατασσομένους εις την κλάσιν Α ίση προς τα 2/3 και 7/6 του εκάστοτε βασικού μισθού Πολιτικού Διοικητικού υπαλλήλου επί βαθμώ 1ω (Γεν. Διευθυντού). β)Δια τους κατατασσομένους εις την Βα΄ κλάσιν ίση προς τα 2/3 των 7/6 του εκάστοτε βασικού μισθού του Πολιτικού Διοικητικού Υπαλλήλου επί βαθμώ 2ω (Δ/ντού Α΄), και «γ)Για εκείνους που κατατάσσονται στις λοιπές κλάσεις, αποτελείται από βασικό μισθό και από προσαυξήσεις που ορίζονται ειδικότερα ως εξής: Το βασικό ποσό των συντάξεων, ορίζεται στα 8 χρόνια σε 35% του βασικού μισθού, που ισχύει το μήνα εξόδου των σε σύνταξη, Υπουργικού Πολιτικού διοικητικού υπαλλήλου, που αντιστοιχεί στην κλάση στην οποία κατατάσσεται, οριστικά, κάθε συνταξιούχος. Σελ. 318(ε) Τεύχος 1203 – Σελ. 14 «2.Σε περίπτωση ύπαρξης υπηρεσίας εκπροσώπου και υπαλλήλου σωματείου ή ένωσης η οποία δεν διανύθηκε ταυτόχρονα, αυτή συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του συνολικού συντάξιμου χρόνου και ολόκληρος ο χρόνος αυτός θεωρείται, για κάθε περίπτωση (υπολογισμός σύνταξης, κατάταξη σε κατηγορίες και κλάσεις, χορήγηση προσαυξήσεων κ.λπ.) ότι διανύθηκε με την ιδιότητα του εκπροσώπου, αν ο περισσότερος χρόνος έχει διανυθεί με την ιδιότητα του εκπροσώπου, με την ιδιότητα δε του υπαλλήλου αν ο περισσότερος χρόνος έχει διανυθεί με την ιδιότητα του υπαλλήλου. Ο ασφαλισμένος δικαιούται σύνταξης, εάν έχει συμπληρώσει τις απαιτούμενες συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης και από τις δύο ιδιότητες και ηλικίας ανάλογα με την κατηγορία και κλάση, που κατατάσσεται». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 16 «3.Εις περίπτωσιν υπάρξεως υπηρεσίας αναγνωρισθείσης ή αναγνωρισθησομένης εκπροσώπου, υπαλλήλου, υπηρέτου Σωματείου ή Ενώσεως και δικηγόρου Σωματείου ή Ενώσεως ή και τανάπαλιν, ουχί ταυτοχρόνου, αύτη υπολογίζεται και προσμετρείται δια την εξεύρεσιν του συνολικού χρόνου της συνταξίμου υπηρεσίας, θεωρουμένου δια τον υπολογισμόν της συντάξεως του συνολικού τούτου χρόνου ως διανυθέντος υπό την ιδιότητα εκπροσώπου κατατασσομένου εις κλάσιν αναλόγως προς τας αποδοχάς της τελευταίας προ της εξόδου εις σύνταξιν ιδιότητος, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 3ετή εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, υπό την ιδιότητα ταύτην, εφαρμοζομένου, αναλόγως του τελευταίου μέρους του υπεδαφ. ββ΄ του εδαφ. α΄ της παρ 2 του παρόντος άρθρου». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 108/3/1067/17 – 19 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 400) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Για την εφαρμογή των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, ως βασικός μισθός νοείται, ο κατά την έξοδό τους σε σύνταξη βασικός μισθός, που αντιστοιχεί στην κλάση στην οποία κατατάσσονται, προσαυξημένος κατά το 1/6 των δώρων και του επιδόματος άδειας. 5.Οι προσαυξήσεις πάνω στο μισθό που υπολογίζεται η σύνταξη, ορίζονται σε 1,5% από τον 9ο χρόνο υπηρεσίας μέχρι και το 12ο, σε 2% από το 13ο χρόνο μέχρι και το 15ο, σε 2,5% από το 16ο χρόνο μέχρι και τον 20ό και σε 3% για κάθε χρόνο πέρα από τον 20ο. 6.Σε περίπτωση οικονομικής ανεπάρκειας του Ταμείου να ανταποκριθεί στην καταβολή των συντάξεων που καθορίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορεί το Δ. Συμβούλιο, με απόφασή του, που θα πρέπει να εγκριθεί από τον Υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών, να μειώνει αυτές κατά ενιαίο, πάντοτε, ποσοστό. 7.Στους συνταξιούχους, λόγω φυματίωσης, του Ταμείου, χορηγείται μια φορά το καλοκαίρι κάθε χρόνου, επίδομα αεροθεραπείας, το ύψος του οποίου καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση των αρμόδιων Υπουργών. 8.α)Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου ή συζύγου αυτών, εφόσον αυτή θα έπαιρνε σύνταξη, αν πέθαινε ο ασφαλισμένος ή ο συνταξιούχος, μπορεί να χορηγούνται έξοδα κηδείας που βαρύνουν τον Κλάδο Συντάξεως. β)Τα έξοδα αυτά ορίζονται ίσα με εκείνα που έγιναν και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να είναι ανώτερα από το τριπλάσιο του βασικού μισθού του διοικητικού Υπουργικού υπαλλήλου με 6ο βαθμό, που ισχύει κάθε φορά. γ)Τα έξοδα αυτά καταβάλλονται σ’ εκείνον που τα πλήρωσε, αφού υποβάλλει αίτηση με ληξιαρχική πράξη θανάτου και απόδειξη ή τιμολόγιο του εργολάβου της κηδείας. 9.Με αιτιολογημένη απόφαση του Δ. Συμβουλίου, μπορεί να παρέχεται η ευχέρεια της επιστροφής, με μηνιαίες δόσεις στο Ταμείο χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν, αχρεώστητα, σε συνταξιούχους για συντάξεις, από πλάνη ή αποσιώπηση ή απόκρυψη της μεταβολής που έγινε στο πρόσωπο των δικαιοδόχων τους, της προσωπικής αυτών υπόστασης ή γιατί έχασαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. 10.α)Ο συνταξιοδοτούμενος, μπορεί, μια φορά σε έξι μήνες από τότε που θα του κοινοποιηθεί η απόφαση του Δ. Συμβουλίου για συνταξιοδότηση, να ζητήσει την αναθεώρηση ή μεταρρύθμιση της σύνταξής του, αν αποδεδειγμένα, δεν αναγνωρίστηκε, ως συντάξιμος, ολόκληρος ο χρόνος της συντάξιμης υπηρεσίας του ή έγινε κακός υπολογισμός της σύνταξής του. β)Το ίδιο, πιο πάνω δικαίωμα, έχει το Δ. Συμβούλιο του Ταμείου να αναθεωρεί μέσα σ’ ένα χρόνο τις περί απονομής σύνταξης αποφάσεις του αν υπάρχουν οι ίδιοι παραπάνω λόγοι. 11.α)«Επίσης από της ισχύος της παρούσης το ποσόν της συντάξεως των ήδη συνταξιοδοτουμένων ως και συνταξιοδοτηθησομένων υπό του Ταμείου υπό την ιδιότητα των διατελεσάντων ως εκπροσώπων Α/βαθμίων, Β/βαθμίων, και Γ/βαθμίων Εργατικών Οργανώσεων των οποίων αι υπ’ αυτών εκπροσωπηθείσαι οργανώσεις ηρίθμουν επί τρία τουλάχιστον έτη και κατά τα έτη της εκπροσωπήσεώς των πλείονα των χιλίων εγγεγραμμένων και ταμειακώς εν τάξει μελών ή διετέλεσαν αντιπρόεδροι Εργατικών Κέντρων η δύναμις των οποίων επί 3ετίαν τουλάχιστον κατά τα έτη της υπηρεσίας των ταύτης ανέρχεται εις 50.000 οργανωμένα μέλη καταβάλλεται εφ’ εξής προσηυξημένη κατά 25% δια τους έχοντας από 5 –10 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν και 40% δια τους έχοντας τουλάχιστον 10 ετών και άνω συντάξιμον υπηρεσίαν ανεξαρτήτως αν άλλως ορίζουσι θεσπισθείσαι ειδικαί διατάξεις εις το Καταστατικόν του Ταμείου. β)Του 1/2 των κατά τα άνω ποσοστών προσαυξήσεων επί της συντάξεώς των δικαιούνται οι αναφερόμενοι εκπρόσωποι οίτινες εξεπροσώπησαν Οργανώσεις των οποίων τα ταμειακώς εν τάξει μέλη επί τριετίαν τουλάχιστον κατά την διάρκειαν της εκπροσωπήσεως υπ’ αυτών εκυμαίνοντο από 500 – 1000». Οι άνω περιπτώσεις, που είχαν αντικατασταθεί από την 108/3 /1091/25–27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσ. αριθμήθηκαν ως περιπτ. α και β παρ. 11 από την παρ. 8 της 108/3/748/17 Μαρτ.–9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 319(δ) Σελ. 319(ε) Τεύχος 1203 – Σελ. 15 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 17 γ)Οι καταβαλλόμενες συντάξεις ως και τα κατώτατα όρια προσαυξάνονται κατά ποσοστό 25%, εκτός από εκείνες οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων εδαφίων, καταβάλλονται προσαυξημένες κατά μεγαλύτερο ποσοστό. δ)Σε όσους συνταξιούχους καταβάλλεται προσαύξηση, κατά τα εδάφ. (α) και (β), μικρότερη του 25%, χορηγείται η επί πλέον διαφορά, μέχρι να συμπληρωθεί το παραπάνω ποσοστό. ε)Οι διατάξεις των πιο πάνω εδαφ. (δ) και (γ) εφαρμόζονται, ανάλογα και για κάθε ασφαλισμένο που θα πάρει σύνταξη μετά την ισχύ της παρούσας απόφασης, καθώς και για τους συνταξιούχους των οποίων η σύνταξη έχει ανασταλεί. 12.α)Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται σε άμεσο ή έμμεσο συνταξιούχο, που βρίσκεται, μόνιμα, σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου, σύμφωνα με γνωμάτευση Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, προσαυξάνεται κατά 50%. β)Η σύνταξη του λόγω γήρατος συνταξιούχου που θα γίνει τυφλός, σύμφωνα με γνωμάτευση Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, προσαυξάνεται κατά 50%. γ)Η προσαύξηση σύμφωνα με τα παραπάνω χορηγείται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που θα υποβληθεί η σχετική αίτηση, εκτός αν η ανάγκη για συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση αρχίζει από τον επόμενο της υποβολής της αίτησης μήνα, οπότε χορηγείται από την έναρξη της ανάγκης επίβλεψης, περιποίησης και συμπαράστασης. Η προσαύξηση αυτή, δεν μπορεί να είναι κατά ποσό, μεγαλύτερη από το 20πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως τούτο ισχύει κάθε φορά, όταν πρόκειται δε για έμμεσους συνταξιούχους, χορηγείται, ανεξάρτητα από τους περιορισμούς που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 20. 13.Στο εξής, καμιά σύνταξη που έχει χορηγηθεί ή θα χορηγηθεί από το Ταμείο, δεν μπορεί να είναι πιο μικρή από τα 40%, όταν πρόκειται για άμεσους συνταξιούχους και από τα 35%, όταν πρόκειται για δικαιοδόχους, του, κάθε φορά, ισχύοντος βασικού μισθού διοικητικού πολιτικού Υπουργικού υπαλλήλου με βαθμό 6ο (Εισηγητή), αυξημένου κατά το 1/6 των δώρων και του επιδόματος άδειας. 14.α)Η σύνταξη εκείνων που έχουν συνταξιοδοτηθεί και εκείνων που θα συνταξιοδοτηθούν δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το βασικό μισθό του διοικητικού πολιτικού Υπουργικού υπαλλήλου με 1ο βαθμό, όπως ισχύει κάθε φορά, αυξημένο κατά το 1/12 των δώρων και του επιδόματος άδειας για όσους απ’ αυτούς κατατάσσονται στην Α΄ κλάση, και από το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στην κλάση στην οποία κατατάσσεται καθένας, αυξημένο κατά το 1/6 των δώρων και του επιδόματος άδειας, για όσους κατατάσσονται στις υπόλοιπες κλάσεις. Σελ. 320(ε) Τεύχος 1203 – Σελ. 16 β)Η σύνταξη που καταβάλλεται σε κάθε συνταξιούχο, αναπροσαρμόζεται κάθε φορά, προς τον εκάστοτε βασικό μισθό του δημοσίου διοικητικού πολιτικού υπαλλήλου, που αντιστοιχεί στην κλάση στην οποία έχει καταταγεί κάθε συνταξιούχος. γ)Κάθε διάταξη που ορίζει διαφορετικά με τα παραπάνω εδάφ. (α) και (β) της παραγράφου αυτής, καταργείται. «15.α)Η σύνταξη των εκπροσώπων οι οποίοι αποκτούν από 1.1.1986 για πρώτη φορά ασφαλιστέα ιδιότητα στο Ταμείο, αποτελείται από βασικό ποσό, το οποίο καθορίζεται στα 8 έτη συντάξιμης υπηρεσίας ίσο με το 30% του μισθού, στον οποίο κάθε φορά υπολογίζεται αυτή και από αυξήσεις που ορίζονται σε 1% για κάθε έτος από το 9ο και τα επόμενα. β)Η σύνταξη εκείνων που θα συνταξιοδοτηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγουμένης περιπτ. α΄, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το 40% του μισθού διοικητικού πολιτικού υπουργικού υπαλλήλου, που αντιστοιχεί στον κλάδο κατάταξής τους». «16.Η σύνταξη του πάσης φύσεως προσωπικού των Σωματείων και των Ενώσεων, το οποίο αποκτά για πρώτη φορά από 1.1.1986 ασφαλιστέα στο Ταμείο ιδιότητα ορίζεται σε ποσοστό του συντάξιμου μισθού, το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του προβλεπομένου από το Καταστατικό του ΙΚΑ – ΤΕΑΜ». Οι παρ. 15 και 16 αντικαταστάθηκαν ως άνω από τις παρ. 7 και 8 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. «17.Οι καταβαλλόμενες συντάξεις αυξάνονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ταμείου». Η παρ. 17 προστέθηκε από την παρ. 9 της 108/1033/7–11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 18, εκτός από τις παρ. 1, (περιπτ. α και β) και 3, καθώς και από τα εδάφ. 11ο και 12ο χωρίς αρίθμηση της παρ. 7, που αριθμούνται ως περιπτ. α και β της νέας παρ. 11, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 8 της 108/3/748/17 Μαρτ.–9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 18 Σύνταξις Αναπηρίας Άρθρ.19.–1.Το βασικόν ποσόν της συντάξεως αναπηρίας των ησφαλισμένων αμφοτέρων των κατηγοριών (εκπρόσωποι και υπάλληλοι ή υπηρέται) ορίζεται δι’ εκάστην κλάσιν εις ην ανήκεν έκαστος εις τα 3/4 της καθοριζομένης συντάξεως κατά την συμπλήρωσιν 9ετούς υπηρεσίας αι δε προσαυξήσεις αι αυταί, ως αύται καθορίζονται εν άρθρ. 18 του παρόντος. 2.(Καταργήθηκε από την παρ. 9 της 108/3/748/17 Μαρτ.–9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών). Σύνταξις χηρών και ορφανών Άρθρον20.–Το ποσόν της συντάξεως των δικαιοδόχων ορίζεται ως ακολούθως: «1.Το ποσόν της συντάξεως το οποίον δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 60% του ποσού της συντάξεως ήτις κατεβάλλετο εις τον θανόντα (θανούσαν) ή προς τα 60% της συντάξεως, η οποία θα κατεβάλλετο εις τον θανόντα (θανούσαν), εάν κατά την ημέραν του θανάτου του ήτο ησφαλισμένος ή ησφαλισμένη και καθίστατο ανάπηρος». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 της 108/3/3059/23 – 28 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1078) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου τέκνου, συντρέχοντος μετά μητρός ή πατρός, ισούται προς τα 20% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Προκειμένου όμως περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων ή κατά το προηγούμενον εδάφιον σύνταξις ορίζεται εις 60% της συντάξεως του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου. Το σύνολον των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται πάντως να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης). Εάν το σύνολον των συντάξεων υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται κατ’ αναλογίαν. «3.Σε περίπτωση που θα παντρευτεί η χήρα σύζυγος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, τα τέκνα που δικαιούνται σύνταξη, λογίζονται ορφανά και από τους δύο γονείς». Οι παρ. 3 και 4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 3 και η παρ. 5 αριθμήθηκε παρ. 4 από την παρ. 10 της 108/3/748/17 Μαρτ.–9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.(5).Το εις σύνταξιν δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται: α)Εάν ταύτα καταδικασθούν δι’ αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου δια πράξιν συνέπεια της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα εάν αύτη εκπέση της επιτροπείας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. γ)Δια της συνάψεως γάμου. Αναστολή καταβολής συντάξεως Άρθρ.2.–«Σκοπός του Ταμείου είναι η υποχρεωτική και αυτοδικαία επικουρική ασφάλισις κατά των κινδύνων, αναπηρίας, γήρατος και θανάτου». «α)Των εκπροσώπων και του προσωπικού των Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων, που έχουν ιδρυθεί ή θα ιδρυθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 281 «περί Σωματείων», όπως ο νόμος αυτός έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα και ισχύει σήμερα, εφόσον τα μέλη των Οργανώσεων είναι μισθωτοί του αυτού ή συναφούς επαγγέλματος, μισθωτοί που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη ή και σε διαφόρους εργοδότες τη ίδιας όμως επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το γεγονός, εάν στις οργανώσεις μισθωτών του ιδιωτικού τομέα μετέχουν ως μέλη και πρόσωπα που εργάζονται στο δημόσιο τομέα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αντίστροφα». «β)Ο αριθμός των μελών των παραπάνω Οργανώσεων αποδεικνύεται από τα πρακτικά αρχαιρεσιών και από βεβαιώσεις αυτών». Οι περιπτ. α΄ και β΄ αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 της 108/1033/7 – 11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) αποφ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 1.Ως εκπρόσωποι των εργατικών και υπαλληλικών οργανώσεων νοούνται πάντα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκεύματος και ηλικίας, τα οποία κατά τας διατάξεις των διεπόντων τα επαγγελματικά εργατοϋπαλληλικά σωματεία, Νόμων και οικείων καταστατικών από της ισχύος του ιδρυτικού του Ταμείου Α.Ν. 971/37, εξεπροσώπησαν ή εκπροσωπούν εκάστοτε αυτάς, είτε κατόπιν αρχαιρεσιών, είτε και δια διορισμού δια δικαστικής ή Υπουργικής αποφάσεως ειδικώτερον. α)Οι Πρόεδροι και Γενικοί Γραμματείς ή Προϊστάμενοι και Γραμματείς των Επαγγελματικών Σωματείων μισθωτών, των ιδρυθέντων δυνάμει του Νόμ. 281 «περί Σωματείων» και αναγνωρισθέντων δια Πρωτοδικειακών αποφάσεων. β)Οι Πρόεδροι και Γενικοί Γραμματείς ή Προϊστάμενοι και Γραμματείς Ομοσπονδιών ή Ενώσεων Ομοιοεπαγγελματικών Σωματείων των ιδρυθεισών δυνάμει του Νόμ. 281 «περί Σωματείων» και αναγνωρισθεισών δια Πρωτοδικειακών αποφάσεων. γ)Οι Πρόεδροι και Γενικοί Γραμματείς ή Προϊστάμενοι και Γραμματείς των τοπικών Ενώσεων Σωματείων (Εργατικών Κέντρων) των ιδρυθεισών δυνάμει του Νόμου 281 «περί Σωματείων» και αναγνωρισθεισών δια Πρωτοδικειακών αποφάσεων. «δ.Τα διατελέσαντα και διατελούντα μέλη της διοικήσεως της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών της Ελλάδος, ως και τα μέλη της Ελεγκτικής Επιτροπής αυτής». Το εδάφ. δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 108/3/3059/23 – 28 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1078) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τις σελ.303(ε)-306,02(η) Σελ. 303(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 61 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 5 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 6 «ε)Οι Αντιπρόεδροι των Εργατικών Κέντρων αριθμούντων πλείονα των 30.000 ταμειακώς εν τάξει φυσικών μελών εφ’ όσον απέβαλον την ιδιότητα υφ’ ην ησφαλίσθησαν και κέκτηνται απαραιτήτως υπερ 6ετή εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω υπηρεσίαν. Δι’ αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένης εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 15 και προσμετράται εις τον ασφαλιστικόν συντάξιμον χρόνον αυτών, ο προ της ισχύος της παρούσης χρόνος υπηρεσίας υπό την ανωτέρω ιδιότητα, των περί ων το παρόν εδάφιον προσώπων. Η παρούσα διάταξις δεν έχει εφαρμογήν επί των Αντιπροέδρων των ανωτέρω Οργανώσεων εφ’ όσον ούτοι κατά την ισχύν της παρούσης λαμβάνουν σύνταξιν εκ του ταμείου, ως διατελέσαντες Πρόεδροι ή Γενικοί Γραμματείς των ως άνω Οργανώσεων μη αναστελλομένης της συντάξεως τούτων. Οι Αντιπρόεδροι των ανωτέρω Οργανώσεων και οι νόμιμοι δικαιοδόχοι τούτων υπόκεινται εις τας αυτάς υποχρεώσεις και απολαύουσι των αυτών δικαιωμάτων ως και οι λοιποί ασφαλιζόμενοι Πρόεδροι και Γενικοί Γραμματείς των Εργατικών Κέντρων της Β΄ ασφαλιστικής κλάσεως». Το εδάφ. ε΄ προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 14867/Σ. 101 της 5/15 Μαρτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 155). 2.Υπάλληλοι και υπηρέται (προσωπικόν) των ανωτέρω εργατοϋπαλληλικών οργανώσεων νοούνται πάντα τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν εις αυτάς κατά κύριον επάγγελμα εξηρτημένην εργασίαν επ’ αμοιβή». Πάντα τα κατά τας προηγουμένας παρ. 1 και 2 υποχρεωτικώς υπαγόμενα εις την ασφάλισιν του Ταμείου πρόσωπα εγγράφονται εις το τηρούμενον Μητρώον ησφαλισμένων του Ταμείου, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού κατόπιν της υποβολής του κατά το άρθρ. 4 δελτίου απογραφής ή κατόπιν αιτήσεως των υποχρέων προς ασφάλισιν ή και αυτεπαγγέλτως. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται αυτεπαγγέλτως να λάβη παν μέτρον πρόσφορον δια την συμπλήρωσιν των απογραφικών στοιχείων και την εγγραφήν εις το Μητρώον των ησφαλισμένων παντός συγκεντρούντος τας υπό του Καταστατικού οριζομένας προς τούτο προϋποθέσεις. 4.Ειδικώτερον εις την ασφάλισιν του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς: α)(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 73905/1958 αποφάσεως). β)Πάντα τα πρόσωπα, τα οποία, κατά τας διατάξεις των οικείων Καταστατικών, παρέχουν τας υπηρεσίας των εις οργανώσεις του προηγουμένου εδαφίου ως εκπρόσωποι αυτών από της ισχύος του Α.Ν. 971/1937. γ)(Κατηργήθη ως η περίπτ. α΄). 5.Δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι εκπρόσωποι των δυνάμει του Νόμ. 281 ιδρυθέντων και ιδρυθησομένων Ταμείων αλληλοβοηθείας. Η διάταξις αύτη δεν έχει εφαρμογήν δια τους ήδη υπηγμένους εις την ασφάλισιν του Ταμείου. (6.Εις την ασφάλισιν του Ταμείου, επίσης υπάγονται οι Πρόεδροι και Γεν. Γραμματείς των νομίμως λειτουργουσών Ομοσπονδιών Συνταξιούχων Μισθωτών των συσταθεισών δυνάμει του Νόμ. 281 «περί Σωματείων» εφ’ όσον έχουν υπερτριετή εκπροσώπησιν και αι υπ’ αυτών εκπροσωπούμεναι οργανώσεις περιλαμβάνουν μόνον συνταξιούχους μισθοσυντήρητους και έχουν, αι ως άνω ομοσπονδίαι και αι υπ’ αυτάς Οργανώσεις Συνταξιούχων εγγεγραμμένα μέλη ταμιακώς εν τάξει πλείονα των 15.000, ούτοι δε και οι δικαιοδόχοι αυτών δικαιούνται συντάξεως υφ’ ας προϋποθέσεις και όρους δικαιούνται και οι ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω εκπρόσωποι οργανώσεων της Α΄ Κατηγορίας της Γ΄ κλάσεως, τηρουμένης εν ισχύϊ της παρ. 5 του άρθρ. 35 του παρόντος Καταταστικού. Η προ της ισχύος της παρούσης υπηρεσία υπό μίαν των ως άνω ιδιοτήτων των ανωτέρω υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου, εις οργανώσεις συνταξιούχων μισθωτών αίτινες αριθμούσι πλείονα των 5.000 ταμιακώς εν τάξει μελών, αναγνωρίζεται και λογίζεται ως συντάξιμος χρόνος μετά την εξαγοράν τούτου κατά τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος δια της καταβολής υπό τούτων των αντιστοιχουσών ασφαλιστικών εισφορών). Η παρ. 6 κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 108/3/5440/73 της 31 Ιουλ./12 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 805) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Οι κατ’ εφαρμογήν των καταργουμένων διατάξεων υπαχθέντες εις την ασφάλισιν του Ταμείου, μέχρι της δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 108/3/5440/73 αποφάσεως, συνεχίζουν την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω, εφαρμοζομένων ως προς τούτους των καταργουμένων διατάξεων. Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 73905/Σ.789 της 2/18 Ιαν. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «7.Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται: Ο κατά την δημοσίευσιν της παρούσης υπηρετών παρά τη ΓΣΕΕ Νομικός Σύμβουλος αυτής, ως και οι δικηγόροι του Ταμείου, εφ’ όσον και αφ’ ης πάντες οι ανωτέρω κέκτηνται υπερδεκαετή πραγματικήν υπηρεσίαν παρά τη ΓΣΕΕ ή εν τω Ταμείω αντιστοίχως. (Αντί για τη σελ. 307(ε) Σελ. 307(ζ) Τεύχος Ε93 – Σελ. 117 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 7 Η προ της ισχύος της παρούσης υπηρεσίας, υπό την ανωτέρω ιδιότητα παρά τη ΓΣΕΕ ή τω Ταμείω αναγνωρίζεται, ως συντάξιμος και εξαγοράζεται επί καταβολή δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα, της συνολικής εισφοράς εργοδότου και εργαζομένου, υπολογιζομένης επί των εκάστοτε μηνιαίων αποδοχών εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των οικείων διατάξεων του παρόντος Καταστατικού». Η παρ. 7 προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 14867/Σ. 101 της 5/15 Μαρτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 155). «8α.Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγεται τη αιτήσει του από της προσλήψεώς του το υφ’ οιανδήποτε νομικήν σχέσιν υπηρετούν εις το Ταμείον πάσης φύσεως προσωπικόν, επί τη καταβολή μηνιαίου ασφαλίστρου υπολογιζομένου επί των πράγματι εκάστοτε καταβαλλομένων εις αυτό αποδοχών». Το εδάφ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 108/3/3331 της 1/11 Οκτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1256) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Η μέχρι της ισχύος της παρούσης υπηρεσίας των ανωτέρω υπαγομένων το πρώτον εις την ασφάλισιν του Ταμείου αναγνωρίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και εξαγοράζεται δια της καταβολής του συνόλου των εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου, υπολογιζομένων επί των αποδοχών αυτών του χρόνου υποβολής της αίτησεώς των. Το πόσον της εξαγοράς εξοφλείται δι’ ίσων μηνιαίων δόσεων, ο αριθμός των οποίων καθορίζεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν δύναται να είναι ανώτερος των 60. «γ)Δια την εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρ. 2, ως αποδοχαί εν γένει νοούνται αι τοιαύται εφ’ ων υπολογίζονται αι ασφαλιστικαί εισφοραί κατ’ άρθρ. 5». Το εδάφ. γ)αντικατεστάθη ως άνω δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). Η παρ. 8 προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 108/3/4478 της 18 Δεκ. 1975/17 Ιαν. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 23) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «9.Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται οι Νομικοί Σύμβουλοι (Δικηγόροι): α)της ΓΣΕΕ και β)των Σωματείων και Ενώσεων, αίτινες αριθμούν ταμειακώς εν τάξει μέλη πλείονα των 100.000. Σελ. 308(ζ) Τεύχος Ε93 – Σελ. 118 Η μέχρι της ισχύος του παρόντος υπηρεσία υπό ιδιότητα Νομικού Συμβούλου (Δικηγόρου) των ανωτέρω υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου εις Σωματεία και Ενώσεις, ως και η υπηρεσία τούτων ως εκπροσώπων ή υπαλλήλων Σωματείων ή Ενώσεων αναγνωρίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου η δε τυχόν αναγνωρισθείσα υπηρεσία των λογίζεται ως συντάξιμος και εξαγοράζεται δια της καταβολής του συνόλου των εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου υπολογιζομένων επί των αποδοχών αυτών του χρόνου υποβολής της αιτήσεώς των. Το ποσόν της εξαγοράς εξοφλείται δι’ ίσων μηνιαίων δόσεων, ο αριθμός των οποίων καθορίζεται υπό του Δ.Σ. και δεν δύναται να είναι ανώτερος των 60. «Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως αποδοχές νοούνται εκείνες επί των οποίων υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 5». Το μέσα στα « » ανωτέρω εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 1 της 108/3/748/17 Μαρτ. – 9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Αναγνωρισθείσα τυχόν, δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου υπηρεσία ως εκπροσώπου ή υπαλλήλου Σωματείου ή Ενώσεως προσμετρείται δια την εξεύρεσιν του συνολικού συνταξίμου χρόνου εις την αναγνωρισθησομένην τοιαύτην υπό ιδιότητα υπαλλήλου ή υπηρέτου ή δικηγόρου Σωματείου ή Ενώσεως». Η παρ. 9 προσετέθη δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). «10.Αι διατάξεις του εδαφ. γ΄ της παρ. 8 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται δια το από της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και εφεξής διοριζόμενο ή μετατασσόμενο πάσης φύσεως προσωπικό στο Ταμείο». Η ανωτέρω παρ. 10 που προστέθηκε ως παρ. 9 από την 108/3/300/9 – 17 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 157) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αριθμήθηκε ως παρ. 10 από την παρ. 1 (περίπτ. 1) της 108/3/748/17 Μαρτ. – 9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) όμοιας απόφασης. 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 8 Στοιχεία θεμελιούντα το δικαίωμα της υπαγωγής εις την ασφάλισιν Άρθρ.21.–Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται μόνο εφ’ όσον ο δικαιούχος ανέλαβεν εκ νέου υπηρεσίαν υπαγομένην εις την ασφάλισιν του Ταμείου τούτου ή εφ’ όσον ο συνταξιοδοτούμενος απολαμβάνει παρ’ οργανώσεως υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα υφ’ ην μετέχει εις Διοίκησιν αυτής παγίας αποζημιώσεως ποσού τριπλασίου της παρεχομένης συντάξεως. Επαναχορηγείται δε αύτη, συνυπολογιζομένου και του χρόνου τούτου της ασφαλίσεως, αφ’ ης ήθελεν απολέση και πάλιν ούτος την ιδιότητα υφ’ ην ησφαλίσθη εκ νέου εις το Ταμείον τούτο, ή εφ’ όσον ούτος στερηθή της κατά τα ως άνω παγίας αποζημιώσεως. (Επίσης εις περίπτωσιν καθ’ ην αποδεδειγμένως ο συνταξιούχος μετέρχεται εργοδοτικόν επάγγελμα μεταπηδήσας ούτω εις την τάξιν των εργοδοτών ή εφ’ όσον ο συνταξιούχος τυγχάνει συντάξεως παρ’ Οργανισμού ασφαλίζοντος πρόσωπα ασκούντα ελεύθερα επαγγέλματα). Το 2ον εδάφιον του άρθρ. 21 κατηργήθη δια της από. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). Η αναστολή της συντάξεως άρχεται από του επομένου μηνός της αναλήψεως υπηρεσίας υπαγομένης εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Διακοπή σύνταξης Άρθρ.22.–«Η σύνταξη διακόπτεται: 1.Της χήρας, όταν παντρευτεί. 2.Των τέκνων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17, με εξαίρεση: α)Των τέκνων τα οποία έλαβαν ή θα λάβουν σύνταξη, της οποίας η έναρξη καταβολής άρχισε ή θα αρχίσει, πριν από την 31.12.79 καθ’ υπέρβαση των διατάξεων του άρθρ. 17, των οποίων η σύνταξη διακόπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται από το Καταστατικό του ταμείου πριν τροποποιηθεί με την παρούσα απόφαση. β)Των τέκνων που πήραν σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις του υπεδαφ. γγ΄ του εδαφ. β΄ της παρ. 9 του άρθρ. 17 ή θα πάρουν σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, των οποίων η σύνταξη διακόπτεται από τότε που θα πάψει να υπάρχει μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται, εκτός από την ηλικία. 3.Εκείνων που δε θεωρούνται οριστικά ανάπηροι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 23, από τότε που θα πάψουν οι λόγοι της συνταξιοδότησής τους. 4.Κάθε δικαιούχου, με το θάνατό του». Το άρθρ. 22 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 11 της 108/3/748/17 Μαρτ.–9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 321 (ε) Σελ. 321(ζ) Τεύχος 1203 – Σελ. 17 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 19 Διαπίστωσις αναπηρίας Άρθρ.23.–Η διαπίστωσις της σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος των δικαιουμένων συντάξεως ενεργείται υπό των κατά τόπους Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. Κατά των αποφάσεων των ως άνω επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών αναπήρων του Ι.Κ.Α, εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της νομοθεσίας αυτού ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, της προθεσμίας υποβολής των προσφυγών κ.λπ. Προκειμένου περί ασφαλιστικών Κέντρων, εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του Ι.Κ.Α. ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. του τόπου διαμονής. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως βαρύνει το Ταμείον, όπερ καταβάλλει εις το Ι.Κ.Α. και τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων. 2.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως του έτους νέαν αίτησιν απονομής τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οπωσδήποτε νέαν Ιατρικήν εξέτασιν των λόγω της αναπηρίας συνταξιούχων, ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. αν οπωσδήποτε ήθελε νομίση ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη σύνταξις, οπότε δύναται ν’ αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, εκδιδομένης μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Ταμείου, δύνανται ν’ ασφαλίζονται υποχρεωτικώς εις το Ι.Κ.Α. κατά της ασθενείας οι συνταξιούχοι του Ταμείου και κατά τον Νόμ. 6298 μέλη της οικογενείας τούτων. Η έκτασις των χορηγητέων παροχών ασθενείας και το ασφάλιστρον συνιστάμενον εις ποσοστόν επί της παρεχομένης συντάξεως, βαρύνον εξ ολοκλήρου τους συνταξιούχους, καθορίζονται δια συμβάσεως συναπτομένης μεταξύ του Ι.Κ.Α. και του Ταμείου. Το ασφάλιστρον παρακρατείται παρά του Ταμείου κατά την πληρωμήν των συντάξεων και αποδίδεται εις το Ι.Κ.Α. εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου από της ημέρας της καταβολής συντάξεων. Σελ. 322(ζ) Τεύχος 1203 – Σελ. 18 «Θεωρείται οριστικώς ανάπηρος και δεν συντρέχουν λόγοι επανεξετάσεως υπό των οικείων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ ο συνεπεία οιασδήποτε αναπηρίας συνταξιοδοτούμενος υπό του Ταμείου ησφαλισμένος εφόσον η ανικανότης τούτου διήρκεσεν ή θέλει διαρκέσει συνεχώς πλέον της 3ετίας κατά την κρίσιν των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένου Υγειον. Επιτροπών, εξ ων μία κρίσις της Β/βαθμίου τοιαύτης ή εφόσον η αναπηρία τούτου εκρίθη οριστικώς υπό της ανωτάτης του Στρατού Υγ. Επιτροπής Α.Υ.Σ.Υ.». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 73905/Σ. 789 της 2/18 Ιαν. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. Υπολογισμός χρόνου ασφαλίσεως, ηλικίας, κ.λπ. Άρθρ.24.–«1.Κατά τον υπολογισμόν του συνολικού χρόνου ασφαλίσεως κλάσμα του έτους υπερβαίνον τους έξ μήνας λογίζεται πλήρες έτος, κλάσμα δε μικρότερον ή ίσον προς έξ μήνας παραλείπεται. «2.Για τον υπολογισμό της ηλικίας λαμβάνεται υπόψη η ηλικία που έχει δεχθεί και το ΙΚΑ». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 10 της 108/1033/7–11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 3.Κατά τον πρώτον υπολογισμόν, ως και επί ανακαθορισμού, προσαυξήσεως, αναπροσαρμογής κ.λπ. της συντάξεως το ποσόν ταύτης στρογγυλοποιείται εις την επομένην δεκάδα, μεθ’ οιανδήποτε δε κράτησιν κλάσμα μονάδος παραλείπεται». Το άρθρ. 24 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 108/3/1091 της 25/27 Απρ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 406). 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 20 Απονομή παροχών και τρόπος εξακριβώσεως προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησιν Άρθρ.25.–1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως, υποβαλλομένης εις αυτό παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά, τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως, ο χρόνος υποβολής αυτών και αι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. 2.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται ν’ αξιώσι παρά του Ταμείου την έκδοσιν εγγράφων, ειδικώς ητιολογημένων, αποφάσεων οσάκις το Δ.Σ. αρνείται την χορήγησιν των απαιτουμένων, είτε απολύτως είτε εν τη εκτάσει ή μορφή υφ’ ην αιτούνται ταύτην οι ενδιαφερόμενοι. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου, εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι εν τάξει, υποχρεούται, όπως εντός μηνός το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως εκδόση την επ’ αυτής απόφασίν του. Έναρξη και λήξη του δικαιώματος σε σύνταξη «Άρθρ.26.–1.Το δικαίωμα σε σύνταξη αρχίζει μετά την αποχώρηση του ασφαλισμένου από την ασφαλιστέα υπηρεσία και από την πρώτη του μήνα του επόμενου της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, εφόσον έχουν εξοφληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, διαφορετικά από την εξόφληση αυτών και λήγει με το θάνατό του ή με την υπαγωγή του εκ νέου στην ασφάλιση του Ταμείου. 2.Επί δικαιοδόχων το δικαίωμα σε σύνταξη αρχίζει από την επομένη του θανάτου του αμέσου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα συνταξιοδότησης, με τον όρο της εξοφλήσεως των ασφαλιστικών εισφορών διαφορετικά από την εξόφληση αυτών και λήγει με την επέλευση γεγονότος που συνεπάγεται τη διακοπή της συνταξιοδότησης, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 22 του Καταστατικού του Ταμείου. 3.Σε καμία περίπτωση δεν καταβάλλεται σύνταξη σε ασφαλισμένο, εάν δεν έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών ετών από την μέρα υποβολής της αίτησης ασφάλισης. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω εργατικού ατυχήματος και συνταξιοδότησης δικαιοδόχων». Το άρθρ. 26 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 11 της 108/1033/7–11 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 561) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Καταβολή συντάξεων Άρθρ.27.–Αι συντάξεις καταβάλλονται εις την αρχήν εκάστου μηνός ή κατά τα εκάστοτε δια των οικείων αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας οριζόμενα χρονικά όρια. Προκειμένου περί δικαιοδόχων δια την καταβολήν συντάξεως απαιτείται και η προσαγωγή βεβαιώσεως της αρμοδίας Αρχής, δι’ ης βεβαιούται ότι δεν συνέβη εις τους δικαιοδόχους γεγονός συνεπαγόμενον την διακοπήν ή μεταβολήν της συντάξεως. Αι συντάξεις καταβάλλονται βάσει ατομικών φυλλαδίων. Έκδοσις νέου φυλλαδίου επιτρέπεται μόνον εις περίπτωσιν καθ’ ην απολέση το πρώτον και εφ’ όσον προσηκόντως βεβαιωθή η απώλεια τούτου. Αι καταβολαί του Ταμείου προς τους δικαιούχους και τους νομίμους αντιπροσώπους αυτών ενεργούνται κατόπιν εντολής τούτου μέσω μίας ή πλειόνων των εν άρθρ. 8 οριζομένων Τραπεζών ή Οργανισμών. Δύναται, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, αι πληρωμαί των συντάξεων και πάσης φύσεως πληρωμαί του Ταμείου να διενεργώνται και παρ’ εντεταλμένου προ τούτο υπαλλήλου του Ταμείου. Πάσα μεταβολή οικογενειακής καταστάσεως συνεπεία θανάτου του συνταξιούχου ή οιασδήποτε άλλης αιτίας αφορώσης τους δικαιούχους αυτού (γάμος, ενηλικίωσις, θάνατος κ.λπ.) άρχεται υπολογιζομένη δια το Ταμείον από πρώτης του επομένου μηνός καθ’ ον έλαβε χώραν αύτη. «Το Δ. Συμβούλιον δύναται, εις όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις, κρινομένας υπ’ αυτού να εγκρίνη την προεξόφλησιν προς τους συνταξιούχους του Ταμείου μέχρι δύο μηνιαίων συντάξεων προς θεραπείαν επιτακτικών αναγκών αυτών». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 28525/Σ. 750 της 2/2 Ιουλ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Για την τύχη των συντάξεων και εφάπαξ βοηθημάτων που καταβλήθηκαν μαζί με τις τρίμηνες αποδοχές από το 1979 μέχρι 31 Μαρτ. 1982 βλέπε την παρ. 6 άρθρ. 29 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β σελ. 70,866). Ακατάσχετον συντάξεως Άρθρ.28.–Απαγορεύεται η εκχώρησις και η κατάσχεσις των συντάξεων εξαιρουμένης της περιπτώσεως διατροφής συζύγου, ανιόντων ή κατιόντων, οπότε επιτρέπεται η εκχώρησις ή κατάσχεσις αυτής μέχρι 1/4 της συντάξεως (Αντί για τη σελ. 323(ε) Σελ. 323(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 67 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 39.Η.Α.4 21 Παραγραφή δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.29.–«1.Το δικαίωμα σε σύνταξη και εφάπαξ παροχή είναι απαράγραπτο. 2.Συντάξεις που δεν εισπράττονται μέσα σ’ ένα χρόνο από τότε που έγιναν απαιτητές, δεν οφείλονται». Το άρθρ. 29 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 12 της 108/3/748/17 Μαρτ.–9 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.30-34.-(Για την κατάργηση των άρθρ. 3034 από την ημερομηνία της συγχωνεύσεως του Ταμείου στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ βλέπε άρθρ. 26 Νόμ. 2676/45 Ιαν. 1999, ΦΕΚ Α΄ 1, Τόμ. 15Β σελ. 86,605). Σελ. 324(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 68 39.Η.Α.4 Ταμείο Επικ.Ασφ.Εκπρ.και Υπαλ.Εργατ.Επαγγ.Οργανώσεων(ΤΕΑΕΥΕΕΟ) 22 Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.3.–«1.Για την ασφάλιση στο Ταμείο των Εκπροσώπων των Εργατοϋπαλληλικών Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, πρέπει να υποβληθούν: α)Αίτηση β)Ληξιαρχική Πράξη ή Πιστοποιητικό Γέννησης Δήμου ή Κοινότητας ή φωτοαντίγραφο του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας. Το φωτοαντίγραφο του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, πρέπει να είναι επικυρωμένο από την Αρχή που το εξέδωσε ή από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο ή συμβολαιογράφο, εκτός αν συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του άρθρ. 8 του Νόμ. 1599/86, στην οποία βεβαιώνεται η πιστότητα των στοιχείων του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας. γ)Αντίγραφα των καταστατικών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που ίσχυσαν κατά τη διάρκεια της ασφαλιστέας υπηρεσίας, επικυρωμένα από το πρωτοδικείο ή από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο. γ)Αντίγραφα των καταστατικών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που ίσχυσαν κατά τη διάρκεια της ασφαλιστέας υπηρεσίας, επικυρωμένα από το Πρωτοδικείο ή από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο. δ)Πιστοποιητικό Πρωτοδικείου, από το οποίο να προκύπτουν οι αποφάσεις έγκρισης και τροποποίησης του Καταστατικού, οι χρονολογίες καταχώρησής τους στο βιβλίο σωματείων του Πρωτοδικείου και αν διαλύθηκε ή όχι η οργάνωση. ε)Αποσπάσματα των πρακτικών εκλογής (γενικής συνέλευσης ή συνεδρίου) καθώς και αποσπάσματα των πράξεων συγκρότησης τη διοίκησης σε σώμα, επικυρωμένα, για την αλήθεια του περιεχομένου και το γνήσιο των υπογραφών, από δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (εργατικό κέντρο ή ομοσπονδία) όταν πρόκειται για πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (σωματεία). Από τα αποσπάσματα των πρακτικών αρχαιρεσιών πρέπει να προκύπτουν η χρονολογία διενέργειας των αρχαιρεσιών, τα μέλη της οργάνωσης εγγεγραμμένα και ταμειακά τακτοποιημένα, η παράσταση δικαστικού αντιπροσώπου, τα μέλη που εκλέχθηκαν στη διοίκηση, τακτικά και αναπληρωματικά και η μυστικότης της ψηφοφορίας. Κατ’ εξαίρεση τα μέλη διοίκησης της Γ.Σ.Ε.Ε., δεν υποβάλουν πρακτικά αρχαιρεσιών και Δ.Σ. της Γ.Σ.Ε.Ε. στ)Βεβαίωση της οργάνωσης, από την οποία να προκύπτει ο χρόνος υπηρεσίας και η ιδιότητα με την οποία διανύθηκε (πρόεδρος ή γεν. γραμματέας ή μέλος διοικήσεως κ.λπ.), τα ταμειακά τακτοποιημένα μέλη της, για κάθε χρόνο υπηρεσίας, η προσβολή και ακύρωση ή όχι των αρχαιρεσιών και ότι ανήκει στη δύναμη δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, όταν πρόκειται για πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (σωματείο). Η βεβαίωση αυτή, όταν εκδίδεται από πρωτοβάθμια εργατοϋπαλληλική συνδικαλιστική οργάνωση (σωματείο), επικυρώνεται για την αλήθεια του περιεχομένου και το γνήσιο των υπογραφών, από δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (Εργατικό Κέντρο ή Ομοσπονδία). 2.Για την ασφάλιση του προσωπικού των εργατοϋπαλληλικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, πρέπει να υποβληθούν: α)Τα ανωτέρω με στοιχ. α, β, γ και δ δικαιολογητικά της παρ. 1. β)Απόσπασμα του πρακτικού ή της απόφασης πρόσληψης. γ)Βεβαίωση της οργάνωσης, από την οποία να προκύπτουν τα ταμειακά τακτοποιημένα μέλη της, για κάθε χρόνο υπηρεσίας και η, κατά κύριο επάγγελμα με εξαρτημένη σχέση εργασίας, απασχόληση στην οργάνωση. δ)Φωτοαντίγραφα των ασφαλιστικών βιβλιαρίων ενσήμων του ΙΚΑ, από τα οποία να προκύπτουν οι αποδοχές που καταβάλλονται από την οργάνωση και ο χρόνος για τον οποίο καταβλήθηκαν. Τα ανωτέρω στοιχεία εκδίδονται και επικυρώνονται όπως ορίζεται παραπάνω για τους εκπροσώπους. 3.Για τη συνταξιοδότηση των εκπροσώπων και του προσωπικού των εργατοϋπαλληλικών οργανώσεων, πρέπει να υποβληθούν: α)Αίτηση β)Όσα από τα παραπάνω δικαιολογητικά, κατά περίπτωση, δεν υποβλήθηκαν και γ)Υπεύθυνη δήλωση του άρθρ. 8 του Νόμ. 1599/86, από την οποία να προκύπτει ότι δεν έχει ασφαλιστέα ιδιότητα ή άλλη συντάξιμη υπηρεσία ή υπηρεσία με ιδιότητα μέλους διοίκησης δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. 4.Σε περίπτωση που είναι απόλυτα αδύνατο να υποβληθούν πρακτικά αρχαιρεσιών και Δ.Σ. συγκρότησης σε σώμα, καθώς και η ανωτέρω βεβαίωση με στοιχ. (στ΄) της παρ. 1, εξαιτίας λόγων ανωτέρας βίας που να βεβαιώνεται (η ανωτέρω βία) από Δημόσια Αρχή, υποβάλλεται πρακτικό της γενικής συνέλευσης της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, από το οποίο να προκύπτουν η ιδιότητα, ο χρόνος υπηρεσίας εκείνου που υποβάλλει την αίτηση, τα τακτοποιημένα τα ταμειακά μέλη για κάθε χρόνο υπηρεσίας και όταν το πρακτικό εκδίδεται από πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (σωματείο) και ότι ήταν μέλος δευτερ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.