Εν συντομία
Αυτός ο νόμος εγκρίνει το Καταστατικό του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, το οποίο καθορίζει τη λειτουργία και τη διοίκηση του Ταμείου. Το Ταμείο αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με σκοπό την παροχή επικουρικής ασφάλισης στο προσωπικό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
Τι ρυθμίζει
- Την ίδρυση και την έδρα του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
- Τον σκοπό του Ταμείου, που είναι η χορήγηση περιοδικών παροχών (συντάξεων) για αναπηρία, γήρας, ατύχημα και θάνατο.
- Τη σύνθεση και τα καθήκοντα των οργάνων διοίκησης (Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Γραμματέας Δ.Σ.) και της Εξελεγκτικής Επιτροπής.
- Τη διάρθρωση των υπηρεσιών του Ταμείου, τον διορισμό και τα προσόντα του προσωπικού, καθώς και τα καθήκοντά τους.
Ποιους αφορά
- Το προσωπικό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που είναι ασφαλισμένο στο Ταμείο.
- Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τον Γραμματέα, τον Εισηγητή και τα μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής του Ταμείου.
Βασικά σημεία
- Το Ταμείο είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Εργασίας.
- Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις, εκπροσωπεί το Ταμείο και υπογράφει εντάλματα πληρωμών και γραμμάτια εισπράξεων.
- Η Εξελεγκτική Επιτροπή είναι τετραμελής και διενεργεί έλεγχο της διαχείρισης του Ταμείου στην αρχή κάθε χρήσης.
- Το προσωπικό του Ταμείου περιλαμβάνει έναν Προϊστάμενο, έναν Λογιστή, έναν Γραμματέα, έναν Γραφέα και έναν κλητήρα, με συγκεκριμένα προσόντα για κάθε θέση.
- Οι βασικές αποδοχές του προσωπικού προσαυξάνονται κατά 5% ανά τριετία, έως 3 τριετίες.
Κείμενο νόμου
- ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ.28887/3255 της 15/21 Δεκ. 1948 Περί εγκρίσεως Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Εγκρίνομεν το Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού εξ άρθρων 45 έχον ως εξής: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Ίδρυσις και έδρα του Ταμείου Άρθρ.1.-Το δυνάμει του Ν.Δ. 1168/1942 ιδρυθέν Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού όπερ θα καλήται εν τοις επομένοις χάριν συντομίας «Ταμείον» αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.10.-1.Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. συγκαλεί το Δ.Σ. και διευθύνει τας συνεδριάσεις αυτού. 2.Επιμελείται της εκτελέσεως των υπό του Δ.Σ. λαμβανομένων αποφάσεων δια του Προϊσταμένου του Ταμείου. 3.Εκπροσωπεί το Ταμείον ενώπιον πάσης αρχής και των δικαστηρίων, διορίζων τους προς τούτο αναγκαίους πληρεξουσίους δικηγόρους, πάντοτε κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. Δύναται τη αποφάσει του Δ.Σ. η εκπροσώπησις του Ταμείου να ανατίθεται εις έτερον μέλος του Δ.Σ. ή εις τον Προϊστάμενον του Ταμείου. 4.Υπογράφει όλα τα εντάλματα πληρωμών και γραμμάτια εισπράξεων ως και παν άλλο έγγραφον αφορών την λειτουργίαν του Ταμείου. Δύναται όμως ο Πρόεδρος την υπογραφήν των εγγράφων εσωτερικής υπηρεσίας να αναθέση εις τον Προϊστάμενον του Ταμείου δι’ εγγράφου εντολής του. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Αναπλήρωσις Προέδρου Άρθρ.11.-1.Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εν παντί ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. 2.Εις περίπτωσιν παραιτήσεως ή αποχωρήσεως του Αντιπροέδρου ελέγχεται έτερος Αντιπρόεδρος δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του παραιτηθέντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. Διορισμός και καθήκοντα Γραμματέως Δ.Σ. Άρθρ.12.-1.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. 2.Ο Γραμματεύς του Δ.Σ. τηρεί συνοπτικά πρακτικά περί των συζητηθέντων θεμάτων και λαμβανομένων αποφάσεων του Δ.Σ. αναγράφει ταύτα εις ειδικόν βιβλίον πρακτικών και μεριμνά δια την επικύρωσιν και υπογραφήν των συμφώνως προς το άρθρ. 8 παρ. 9 του παρόντος. Επίσης συντάσσει τας προσκλήσεις εις συνεδρίασιν προς τα μέλη του Δ.Σ. συμφώνως τω άρθρ.
- Αποζημίωσις μελών Δ.Σ. Γραμματέως και Εισηγητού Δ.Σ. Άρθρ.13.-Εις τον Πρόεδρον τα μέλη του Δ.Σ. τον Γραμματέα και τον Εισηγητήν παρέχεται αποζημίωσις κατά συνεδρίασιν. Επίσης εις τον Πρόεδρον, Αντιπρόεδρον και Γραμματέα παρέχεται και παγία κατά μήνα αποζημίωσις. Αι ανωτέρω κατά μήνα αποζημιώσεις καθορίζονται δια των οικείων αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22661/Σ.215 της 19 Ιουν./1 Ιουλ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. Εξελεγκτική Επιτροπή. Σύνθεσις αυτής Άρθρ.14.-1.Εν αρχή εκάστης χρήσεως ενεργείται έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως παρά τετραμελούς Εξελεγκτικής Επιτροπής, απαρτιζομένης: α)Εκ των ανωτέρων υπαλλήλων του Υπ. Εργασίας εξ ων ορίζεται ο Πρόεδρος. β)Εκ δύο ησφαλισμένων του Ταμείου υπηρετούντων εν Αθήναις. 2.Πάντα τα μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Αποζημίωσις μελών Εξελεγκτικής Επιτροπής Άρθρ.15.-Εις τον Πρόεδρον και τα μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής χορηγούνται αι εκάστοτε οριζόμεναι αποζημιώσεις δια των οικείων κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας. Υπηρεσίαι του Ταμείου Άρθρ.16.-1.Η υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται δι’ εμμίσθων μονίμων υπαλλήλων διοριζομένων κατά τα εν τοις επομένοις ειδικώτερον οριζόμενα. 2.Η σύνθεσις του προσωπικού του Ταμείου ορίζεται ως κάτωθι: Είς Προϊστάμενος του Ταμείου επί βαθμώ και μισθώ Υπουργικού Τμηματάρχου Β΄ ή Α΄ τάξεως. Είς Λογιστής επί βαθμώ και μισθώ Υπ. Γραμματέως Β΄ ή Α΄ τάξεως ή Εισηγητού. Είς Γραμματεύς επί βαθμώ και μισθώ Υπ. Γραμματέως Β΄ ή Α΄ τάξεως ή Εισηγητού. Είς Γραφεύς επί βαθμώ και μισθώ Υπ. Γραφέως Β΄ ή Α΄ τάξεως. Είς κλητήρ επί βαθμώ 13ω έως 10ω. 3.Εάν το κατά την προηγουμένην παράγραφον προσωπικόν του Ταμείου δεν επαρκή δια την διεξαγωγήν της υπηρεσίας του Ταμείου, δύναται τη αιτήσει του Δ.Σ. του Ταμείου να αποσπώνται παρ’ αυτώ μέχρι 3 κατ’ ανώτατον όριον υπάλληλοι και υπηρέται του Ε.Ε.Σ. προς ενίσχυσιν του προσωπικού του Ταμείου. Εις τους ούτω αποσπωμένους δύναται να χορηγήται δι’ αποφάσεως, του Δ.Σ. του Ταμείου μηνιαίον επιμίσθιον μέχρι του 1/3 των παρά τω Ε.Ε.Σ. αποδοχών των. 4.Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου λαμβανομένης εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος και εγκρινομένης υπό του Υπ. Εργασίας οι ήδη υπηρετούντες παρά τω Ταμείω υπάλληλοι αυτού ή εξ αποσπάσεως εκ του Ε.Ε.Σ. τοιούτοι να ενταχθούν εις τας κατά την παρ. 2 προβλεπομένας θέσεις βάσει της επιδειχθείσης υπό τούτων εν τη υπηρεσία ικανότητος, φιλεργείας και ήθους της εντάξεώς των γενησομένης εις τον κατώτερον βαθμόν εκάστης θέσεως. Διορισμός Υπαλλήλων και προσόντα αυτών Άρθρ.17.-1.Προϊστάμενος του Ταμείου διορίζεται ο κεκτημένος πτυχίον Νομικής Σχολής ή Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή της Παντείου Σχολής ή Ισοτίμου ανεγνωρισμένου αλλοδαπού Ιδρύματος και έχων 10ετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν εις έτερον Ασφαλιστικόν Οργανισμόν ή Τράπεζαν ή σοβαρόν Οικονομικόν Οργανισμόν. (Αντί της σελ. 603) Σελ. 603(α) Τεύχος 454-Σελ. 63 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 2.Λογιστής παρά τω Ταμείω διορίζεται ο κεκτημένος πτυχίον Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής και έχων διετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν παρ’ ετέρω Ασφαλιστικώ Οργανισμώ ή Τραπέζη ή σοβαρώ Οικονομικώ Οργανισμώ ή ο κεκτημένος μέσης δημοσίας Εμπορικής Σχολής και 5ετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν παρ’ ετέρω Ασφαλιστικώ Οργανισμώ ή Τραπέζη ή σοβαρώ Οικονομικώ Οργανισμώ. 3.Γραμματεύς διορίζεται ο έχων πτυχίον Νομικής Σχολής ή Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών ή της Παντείου ή Ισοτίμου ανεγνωρισμένης αλλοδαπής Σχολής ή απολυτήριον Γυμνασίου και διετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν παρά τινι ασφαλιστικώ ή σοβαρώ Οικονομικώ Οργανισμώ. 4.Γραφεύς παρά τω Ταμείω διορίζεται ο έχων απολυτήριον Γυμνασίου ή πτυχίον μέσης Εμπορικής Σχολής και γνωρίζων επαρκώς τον χειρισμόν της γραφομηχανής. 4α.Κλητήρ διορίζεται ο γνωρίζων γραφήν και ανάγνωσιν. 5.Δια τον διορισμόν του παρά τω Ταμείω πας υποψήφιος δέον να προσαγάγη τα κάτωθι πιστοποιητικά: α)Πιστοποιητικόν Ελληνικής Ιθαγενείας. β)Πιστοποιητικόν ότι δεν κατεδικάσθη ή παρεπέμφθη δυνάμει οριστικού βουλεύματος επί κακουργήματι ή Πλημμελήματι των άρθρ. 21 και 23 του Ποινικού Νόμου. γ)Πιστοποιητικόν περί εκπληρώσεως των στρατιωτικών του υποχρεώσεων εφ’ όσον λόγω της ηλικίας του υπέχει τοιαύτης ή νομίμου απαλλαγής από τούτων. δ)Πιστοποιητικόν ιατρού ή ιατρών οριζομένων παρά τω Ταμείω περί της υγιεινής αυτού καταστάσεως. 7.Ο διορισμός των υπαλλήλων του Ταμείου ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας και δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά τας κειμένας διατάξεις. «8.Δύναται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. να παρέχηται εις τον κλητήρα του Ταμείου ανά τριετίαν έν αδιάβροχον, αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου του ως άνω είδους εις χρήμα. Προκειμένου περί κλητήρων υπηρετούντων επί συμβάσει, το αδιάβροχον χορηγείται εφ’ όσον ούτοι έχουν συμπληρώσει διετή παρά τω Ταμείω υπηρεσίαν». Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 9343/Σ.79 της 12 Φεβρ./12 Μαρτ. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 604(α) Τεύχος 454-Σελ. 64 «9.Εις τον εκτελούντα εξωτερικήν υπηρεσίαν κλητήρα του Ταμείου, δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να παρέχηται κατ’ έτος μεν μία ενδυμασία, χειμερινή ή θερινή και έν ζεύγος υποδημάτων, ανά τριετίαν δε ένα αδιάβροχον, αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου των ως άνω ειδών εις χρήμα». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 63220/Σ.588 της 21 Οκτ/6 Νοεμ. 1957 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Το θήλυ προσωπικόν του Ταμείου, μέχρι και του 4ου βαθμού, δικαιούται κατ’ έτος μιας υπηρεσιακής εσθήτος». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Ε4/Φ.117/1281 της 20/29 Μαρτ. 1972 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 245). Άρθρ.18.-1.Αι βασικαί αποδοχαί του προσωπικού του Ταμείου προσαυξάνονται κατά 5% άμα τη συμπληρώσει τριετούς ευδοκίμου υπηρεσίας εν αυτώ και το πολύ μέχρι 3 τριετιών. 2.Αι διατάξεις περί υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας αι αφορώσαι επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας ενάρξεως και λήξεως της υπαλληλικής σχέσεως ορκοδοσίας πειθαρχικής διώξεως κανονικών αναρρωτικών και λοιπών αδειών και τα των προαγωγών εφαρμόζονται επί του προσωπικού του Ταμείου. 3.Δια την απονομήν επιδόματος πολυετίας προσμετράται η τυχόν υπηρεσία παρά Νομικώ Προσώπω Δημοσίου Δικαίου ή παρ’ ανεγνωρισμένη Τραπέζη. 4.Το Δ.Σ. δύναται όπως εγκρίνη, ίνα το προσωπικόν του Ταμείου εργάζεται καθ’ υπερωρίαν εφ’ όσον, η ανάγκη της υπηρεσίας το απαιτεί, αμειβόμενον συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Καθήκοντα Προϊσταμένου Άρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγησις περιοδικών παροχών (συντάξεων) εις τα συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού αμέσως και εμμέσως ησφαλισμένα πρόσωπα κατά των κινδύνων της αναπηρίας, γήρατος, ατυχήματος και θανάτου κατά τα ειδικώτερον εν τοις επομένοις καθοριζόμενα. Ασφαλιστέα Πρόσωπα Άρθρ.19.-1.Ο Προϊστάμενος προΐσταται πασών των υπηρεσιών του Ταμείου τας οποίας διευθύνει και εποπτεύει κατά τας αποφάσεις του Δ.Σ. και τας Καταστατικάς διατάξεις του Ταμείου και παρίσταται κατά τας συνεδριάσεις του Δ.Σ., ως διαλαμβάνεται εις το άρθρ. 8 του παρόντος Καταστατικού. 2.Μεριμνά περί της εκτελέσεως και της εφαρμογής πασών των εν ισχύϊ διατάξεων περί συστάσεως και λειτουργίας του Ταμείου των διατάξεων του Καταστατικού του ταμείου και των αποφάσεων του Δ.Σ. 3.Εισηγείται εις το Δ.Σ. πάσας τας υποθέσεις του Ταμείου εκτός εκείνων τας οποίας, εισηγείται ο Πρόεδρος ή ειδικός εισηγητής οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. Υποβάλλει εις το Δ.Σ. τας παρατηρήσεις του περί της λειτουργίας του Ταμείου και προτείνει παν κατά την γνώμην του χρήσιμον μέτρον προς τελειοτέραν οργάνωσιν και γενικώς καλυτέραν λειτουργίαν αυτού. 4.Υποβάλλει εις το Δ.Σ. προς έγκρισιν τον ετήσιον Ισολογισμόν και Απολογισμόν εκάστης οικονομικής χρήσεως, εισηγείται τον προϋπολογισμόν της επομένης χρήσεως προς έγκρισιν καταρτίζει τας οικονομικάς και τας γενικής φύσεως μελέτας του Ταμείου ας υποβάλλει εις το Δ.Σ. 5.Μονογράφει εν σχεδίω πάντα τα εξερχόμενα έγγραφα του Ταμείου και συνυπογράφει μετά του Προέδρου πάντα τα εντάλματα εισπράξεων και πληρωμών, τας επιταγάς εντολάς προς τας Τραπέζας κ.λπ. και πάντα τα έγγραφα τα οπωσδήποτε δεσμεύοντα το Ταμείον ως και παν άλλο έγγραφον εσωτερικής υπηρεσίας του Ταμείου. 6.Είναι υπεύθυνος δια την καλήν φύλαξιν και συντήρησιν πάντων των εγγράφων εντύπων και βιβλίων των ανηκόντων τω Ταμείω ως και των επίπλων και σκευών αυτού. 7.Εκτελεί πάσαν άλλην υπηρεσίαν ή εντολήν ην ήθελεν τω αναθέση το Δ.Σ. ή ο Πρόεδρος σχετικήν με την λειτουργίαν του Ταμείου και των υπηρεσιών αυτού. 8.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δύναται να ανατεθή εις τον Προϊστάμενον η υπογραφή των εγγράφων δια των οποίων ζητούνται ή δίδονται πληροφορίαι παρά του Ταμείου. 9.Τον Προϊστάμενον απουσιάζοντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Λογιστής ή ο Γραμματεύς. Καθήκοντα Λογιστού Άρθρ.20.-1.Ο Λογιστής τηρεί τα λογιστικά βιβλία και γενικώς εκτελεί άπασαν την λογιστικήν υπηρεσίαν του Ταμείου κατά τας σχετικάς διατάξεις των Νόμων και του Καταστατικού. Ειδικώτερον καταρτίζει τον προϋπολογισμόν των εσόδων και εξόδων της Διοικήσεως και πασών των δαπανών του Ταμείου τον ετήσιον απολογισμόν και ισολογισμόν του Ταμείου, καταρτίζει τα μηνιαία ισοζύγια και την ετησίαν οικονομικήν έκθεσιν προς τον Προϊστάμενον τηρεί το Αρχείον του Λογιστηρίου και όλης της οικονομικής διαχειρίσεως εν τω οποίω φυλάσσονται πάντα τα δικαιολογητικά της οικονομικής κινήσεως και των λογιστικών ταμιακών ή συμψηφιστικών εγγράφων, ως και τα δικαιολογητικά πασών των εισπράξεων και πληρωμών. Επίσης εκδίδει άπαντα τα εντάλματα πληρωμών και γραμμάτια εισπράξεως ενεργεί απάσας τας λογιστικάς εγγραφάς εκδίδει τας επιταγάς και τας εντολάς πληρωμής συντάσσει τα έγγραφα αναλήψεως εκ των καταθέσεων του Ταμείου έχει την διαχείρισιν των υλικών και περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και την παρακολούθησιν της κινήσεως των κεφαλαίων αυτού εκτελεί τας περί τοποθετήσεως των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου, αποφάσεις του Δ.Σ. ως και τας περί φυλάξεως και ασφαλίσεως των στοιχείων διαχειρίσεως του Ταμείου. Ωσαύτως μεριμνά δια την ενέργειαν των πάσης φύσεως προμηθειών του Ταμείου συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις κατά τας σχετικάς αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. Συντάσσει τας προκηρύξεις των διαγωνισμών προμηθειών και μισθώσεως ή αγοράς ακινήτων τηρεί τα πρακτικά αυτών εναποθηκεύει το υλικόν του Ταμείου και διαχειρίζεται τούτο. 2.Το λοιπόν προσωπικόν εκτελεί τα καθήκοντα τα οποία το Διοικητικόν Συμβούλιον ήθελε τω αναθέσει. 3.Τον Λογιστήν απουσιάζοντα ή κωλυόμενον αναπληροί ειδικώς δια την υπογραφήν επιταγών ενταλμάτων ή εντολών πληρωμής επί Τραπεζών ή εντολών εισπράξεως και πληρωμών και ενταλμάτων εσωτερικής υπηρεσίας είς των λοιπών υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Πειθαρχική εξουσία Άρθρ.21.-Η πειθαρχική εξουσία επί των υπαλλήλων του Ταμείου ασκείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Λογιστική και Διαχειριστική Οργάνωσις του Ταμείου Άρθρ.22.-1.Η λογιστική χρήσις του Ταμείου άρχεται από την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το Ταμείον τηρεί πάντα τα εν τω από 2.3.33 Ν.Δ/τι περί Λογιστικής λειτουργίας των Οργαν. Κοιν. Ασφαλίσεων και τας εκάστοτε επί τη βάσει του Δ/τος τούτου οδηγίας της υπηρεσίας Επιθεωρήσεως και Ελέγχου των Ασφαλιστικών Οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας ωρισμένα γενικά και ειδικά λογιστικά βιβλία. Τρόπος και χρόνος συντάξεως Προϋπολογισμού Άρθρ.23.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εις το τέλος εκάστης χρήσεως εγκρίνει τον προϋπολογισμόν των εσόδων αφ’ενός και ασφαλιστικών παροχών και δαπανών αφ’ ετέρου του Ταμείου της επομένης χρήσεως καθ’ ον τρόπον ορίζει το από 14/7/37 Β.Δ/γμα περί τρόπου καταργήσεως και εγκρίσεως του προϋπολογισμού των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και αι επί τη βάσει τούτου οδηγίαι της υπηρεσίας ελέγχου ασφαλιστικών οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 605(β) Σελ. 605(γ) Τεύχος Θ33-Σελ. 101 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 2.Ο Προϋπολογισμός του Ταμείου υποβάλλεται προς έγκρισιν εις το Υπουργείον Εργασίας, εντός του πρώτου 15θημέρου του μηνός Δεκεμβρίου, εκάστου έτους. 3.Ο εγκεκριμένος παρά του Υπουργείου Προϋπολογισμός αναγράφεται εις ίδιον βιβλίον το οποίον τηρείται υπό του Ταμείου. Τρόπος και χρόνος Συντάξεως απογραφής Ισολογισμού και απολογισμού του Ταμείου Άρθρ.24.-1.Την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους συντάσσεται λεπτομερής απογραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων καταχωρουμένη εις το τηρούμενον παρά τω Ταμείω ίδιον βιβλίον απογραφής. 2.Βάσει των αποτελεσμάτων της απογραφής συντάσσεται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους ο Ισολογισμός και Απολογισμός της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως και υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το Υπουργείον Εργασίας. 3.Ο Ισολογισμός του Ταμείου συντάσσεται μετ’ απολύτου σαφηνείας εις τρόπον ώστε ευχερώς και ασφαλώς να εξάγεται εξ αυτού η αληθής οικονομική κατάστασις του Ταμείου, ως λεπτομερέστερον ορίζεται εις το από 2.3.33 Ν.Δ/γμα περί λογιστικής λειτουργίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών και τας επί τη βάσει τούτου σχετικάς οδηγίας του Υπουργού Εργασίας. Εισπράξεις Άρθρ.25.-Η είσπραξις των πόρων του Ταμείου ενεργείται μέσω μιας ή πλειόνων εκ των κατά το άρθρ. 30 του παρόντος οριζομένων Τραπεζών. Ο Ε.Ε.Σ. οφείλει να καταθέτη εις την υπό του Δ.Σ. του Ταμείου οριζομένην Τράπεζαν κατά μήνα τας κρατήσεις επί των αποδοχών των ησφαλισμένων υπέρ του Ταμείου, της ιδίας αυτού εισφοράς ως και τους λοιπούς πόρους του Ταμείου ως το άρθρ. 27 του παρόντος Καταστατικού. Πληρωμαί του Ταμείου Άρθρ.26.-1.Αι πληρωμαί του Ταμείου ενεργούνται είτε μέσω μιας ή πλειόνων των κατά το άρθρ. 30 του παρόντος οριζομένων Τραπεζών, είτε υπό της υπηρεσίας του Ταμείου, ως θέλει καθορίζει εκάστοτε δι’ αποφάσεώς του το Δ.Σ. 2.Αι προς την Τράπεζαν εντολαί πληρωμής, εντάλματα ή επιταγαί υπογράφονται υπό του Προέδρου του Δ.Σ. του Προϊσταμένου του Ταμείου και του Λογιστού ή των αναπληρωτών αυτών. Τα εντάλματα πληρωμής της υπηρεσίας του Ταμείου υπογράφονται ομοίως υπό του Προέδρου του Δ.Σ. του Προϊσταμένου του Ταμείου και του Λογιστού. Σελ. 606(γ) Τεύχος Θ33-Σελ. 102 3.Δια πάσαν δαπάνην απαιτείται απόφασις του Δ. Συμβουλίου. 4.Δι’ ανάληψιν χρημάτων ποσού ανωτέρου των πέντε χιλιάδων απαιτείται απόφασις του Δ. Συμβουλίου. 5.Δι’ εκάστην ανάληψιν χρημάτων εκδίδεται γραμμάτιον εισπράξεως όπερ αναγράφεται υπό του Προέδρου του Δ.Σ. του Προϊσταμένου του Ταμείου και του Λογιστού ή των αναπληρωτών αυτών. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Πόροι του Ταμείου Άρθρ.3.-«1.Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς: α)Άπαντες οι μόνιμοι, έκτακτοι, επί συμβάσει υπάλληλοι πάσης κατηγορίας ως και οι εργατοτεχνίται εν γένει είτε έμμισθοι, είτε ημερομίσθιοι είτε κατ’ αποκοπήν οι απασχολούμενοι εις τας πάσης φύσεως υπηρεσίας και τα Ιδρύματα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, της ασφαλίσεώς των αρχομένης από της προσλήψεώς των. Σελ. 598(β) Τεύχος 676-Σελ. 78 β)Οι ιατροί πάσης ειδικότητος και κατηγορίας είτε έμμισθοι, είτε ημερομίσθιοι, είτε αμειβόμενοι επί ποσοστοίς οι απασχολούμενοι εις τας πάσης φύσεως υπηρεσίας και τα ιδρύματα του Ε.Ε.Σ., της ασφαλίσεώς των αρχομένης από της προσλήψεώς των. γ)Το προσωπικόν του Ταμείου υπό τους όρους και περιορισμούς του άρθρ. 3 του Α.Ν. 580/1945, εφ’ όσον δηλώσει τούτο εντός ενός έτους από της προσλήψεώς του ή προκειμένου περί του ήδη υπηρετούντος, εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης. 2.Εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφαλίσεως του Ταμείου οι επί θητεία απασχολούμενοι ως και οι απασχολούμενοι προσκαίρως επί χρονικόν διάστημα μικρότερον του εξαμήνου. 3.Πάσα αμφισβήτησις αφορώσα την υπαγωγήν ή μη εις την ασφάλισιν του Ταμείου εκ των κατά την προηγουμένην παράγραφον απασχολουμένων προσώπων επιλύεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας». Το άρθρ.3 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 56603/3/54 της 15/24 Ιαν. 1955 απόφ. Υπ. Εργασίας και της υπ’ αριθ. 56393/Σ 485 της 5/19 Αυγ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 538) ομοίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 117/3/951 της 18/28 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Β΄ 498) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Προαιρετική ασφάλισις Άρθρ.27.-Πόροι του Ταμείου είναι: «α)Μηνιαία ατομική εισφορά εκ 3% επί του συνόλου των κάθε φύσης τακτικών και εκτάκτων αποδοχών των ασφαλισμένων». Το εδάφ α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 117/3/3294/10-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 824) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β.«(γ)Η ως άνω ατομική εισφορά καθορίζεται εις 5% επί του συνόλου των πάσης φύσεως τακτικών και εκτάκτων αποδοχών των ησφαλισμένων, των απασχολουμένων εις εργασίας προβλεπομένας υπό του περί βαρέων και ανθυγιεινών εργασιών του Κανονισμού του Ι.Κ.Α.». Το εδάφιο δεύτερο της άνω παρ. 1 καταργήθηκε και το εδάφ. γ΄ (που είχε προστεθεί από την περίπτ. α΄ παρ. 2 της 117/983/15-29 Μαΐου 1980 (ΦΕΚ Β΄ 310) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών) αναριθμήθηκε σε β΄ από την παρ. 2 της 117/3/3294/10-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 824) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Ισόποσος εισφορά του Συλλόγου του Ε.Ε.Σ. 3.Αι μη καταβαλλόμεναι εν όλω ή εν μέρει αποδοχαί εις πάντα ησφαλισμένον λόγω αδικαιολογήτου απουσίας αυτού. 4.Τα επιβαλλόμενα εις το προσωπικόν του Ε.Ε.Σ. χρηματικά πρόστιμα. 5.Η διαφορά των εις χρήμα αποδοχών παντός ησφαλισμένου προαγομένου εις ανώτερον βαθμόν κατά τον πρώτον μήνα της προαγωγής του. 6.Η δι’ οιονδήποτε λόγον αύξησις του εις χρήμα μισθού παντός ησφαλισμένου κατά τον πρώτον μήνα της αυξήσεως. 7.«Αι αποδοχαί του πρώτου μηνός του το πρώτον υπαγομένου εις την ασφάλισιν του Ταμείου, αποδιδόμεναι δια δέκα μηνιαίων δόσεων παρακρατουμένων εκ των αποδοχών αυτού υπό του καταβάλλοντος αυτάς». Η παρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56106/53 της 2/29 Οκτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Μετά τη σελ. 606(γ) Σελ. 606,01 Τεύχος Θ33-Σελ. 103 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 8.(Καταργήθηκε και οι παρ. 9 και 10 αναριθμήθηκαν αντίστοιχα σε 8 και 9 από την περίπτ. Β΄ παρ. 2 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών). 8.
(9).Αι πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. 9.
(10).Πάσα πρόσοδος εκ χαριστικής αιτίας. Χρόνος και τρόπος αποδόσεως κρατήσεων και εισφορών του Ε.Ε.Σ. Άρθρ.28.-«1.Αι βάσει του παρόντος Καταστατικού ενεργούμεναι επί των αποδοχών των ησφαλισμένων κρατήσεις υπό του Ε.Ε.Σ. καθώς και αι εισφοραί αυτού, αποδίδονται εις το Ταμείον το βραδύτερον εντός των πρώτων 45 ημερών από της καταβολής των αποδοχών». Η παρ. 1 ετροποποήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 68704/Σ.1343 της 12/16 Ιαν. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.Εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας ο Ε.Ε.Σ. υποχρεούται όπως αποστείλη εις το Ταμείον αναλυτικάς ονομαστικάς καταστάσεις των υπέρ του Ταμείου κρατήσεων και εισφορών του. Υπεύθυνοι εισπράξεως και αποδόσεως των πόρων του Ταμείου Άρθρ.29.-1.Αι επί των αποδοχών των ησφαλισμένων κρατήσεις υπέρ του Ταμείου ενεργούνται υποχρεωτικώς παρά του Ε.Ε.Σ. όστις υποχρεούται εντός της προθεσμίας του προηγουμένου άρθρου να καταθέση παρά τη Τραπέζη εις πίστωσιν του Ταμείου τας τοιαύτας κρατήσεις και τας εισφοράς αυτού. 2.Δια την καταβολήν των εισφορών του τε ΕΕΣ και των ησφαλισμένων ευθύνεται ο Ε.Ε.Σ. Κατά την πληρωμήν των πάσης φύσεως αποδοχών εις τους ησφαλισμένους ο Ε.Ε.Σ. υποχρεούται να παρακρατή τα ποσά των εισφορών τα βαρύνοντα τούτους. 3.Εάν ο Ε.Ε.Σ. δεν εκπληρώση την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των πάσης φύσεως αποδοχών απαλλάσσεται ο ησφαλισμένος της τοιαύτης καταβολής βαρυνούσης του λοιπού τον Ε.Ε.Σ. 4.Κρατήσεις εισφοραί και λοιπαί οφειλαί του Ε.Ε.Σ μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας του προηγουμένου άρθρου επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους ίσου προς το 10% επί των καθυστερουμένων ποσών. 5.Δι’ εισφοράς καθυστερουμένας πέραν της λήξεως του Οικον. έτους καθ’ ο κατέστησαν απαιτηταί επιβάλλεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας υπολογιζόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους επί του ποσού ηυξημένου κατά το πρόσθετον τέλος περί ου η προηγουμένη παράγραφος. 6.Αι κατά το παρόν Καταστατικόν καθυστερούμεναι απαιτήσεις του Ταμείου εισπράττονται δια του Δημοσίου Ταμείου κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημ. Εσόδων και κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 22 και 23 του Νόμ. 6299/
- 7.Προς εξακρίβωσιν των εκάστοτε υπαγομένων εις την ασφάλισιν προσώπων του αριθμού αυτών και των αποδοχών αυτών ο Ε.Ε.Σ. υποχρεούται να επιτρέπη εις τα προς τούτο εντεταλμένα όργανα του Ταμείου την εξέτασιν των μισθολογίων ή άλλων απαραιτήτων στοιχείων. 8.Τα εντεταλμένα ως άνω όργανα του Ταμείου υποχρεούνται να τηρώσιν απόλυτον εχεμύθειαν δια παν ότι κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων αυτών υποπίπτει εις την αντίληψιν των και δεν αφορά την λειτουργίαν της ασφαλίσεως. «9.Τα πρόσθετα τέλη επί των καθυστερουμένων εισφορών, δύνανται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου να επιβάλλωνται εις περιπτώσεις ανυπαιτίου καθυστερήσεως μετά πάροδον τριμήνου, αφ’ ης αι εισφοραί κατέστησαν απαιτηταί». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 5107 της 27 Μαρτ./16 Απρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Τοποθέτησις και επένδυσις των Κεφαλαίων του Ταμείου Άρθρ.30.-1.Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται εις μίαν ή πλείονας των Τραπεζών, Εθνικής, Ελλάδος, Κτηματικής, Λαϊκής, Ιονικής, Αθηνών και Εμπορικής, προτιμωμένης επί ίσοις όροις της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Αθηνών. 2.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας δύνανται να επενδύωνται διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου εις χρεώγραφα του Δημοσίου εις χρυσόν ή Τραπεζογραμμάτια ή εις έντοκα γραμμάτια ή εις ομολογίας Νομικών Προσώπων ηγγυημένων παρά του Κράτους ή εις μετοχάς Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή της Τραπέζης της Ελλάδος ως και εις προσοδοφόρα αστικά ακίνητα κείμενα εντός του σχεδίου των πόλεων Αθηνών – Πειραιώς ή εις οικόπεδα ή ημικατεστραμμένα ακίνητα προς ανοικοδόμησιν. Περί Δανείων «Άρθρ.30α.-1.Επίσης επιτρέπεται όπως μέρος των διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου διατίθενται υπό τους κατωτέρω όρους: α)Εις χορήγησιν δανείων εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους του εργοδότου αναλαμβάνοντος την υποχρέωσιν της ανελλειπούς εισπράξεως των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, συμφώνως προς τας διατάξεις του Νόμ. 5931/1933 περί εισπράξεως των δανείων των Ταμείων Συντάξεως κ.λπ. ή και εις συνταξιούχους μέχρι τριών μηνιαίων συντάξεων των τοκοχρεωλυτικών δόσεων παρακρατουμένων εκ της συντάξεως. Η παροχή των δανείων επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας εξ εκτάκτων σοβαρών και απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος κατά τας επί του θέματος τούτου ισχυούσας διατάξεις και αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 607(β) Σελ. 607(γ) Τεύχος Ε103-Σελ. 61 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 Το ποσόν του χορηγητέου εις τους ησφαλισμένους Δανείου δεν δύναται να είναι ανώτερον του ενός μηνιαίου μισθού δια τους έχοντας εν ασφαλίσει υπηρεσίαν από 1 έως 5 ετών, δύο μηνιαίων μισθών δια τους έχοντας υπηρεσίαν από 5 έως 10 ετών και τριών μηνιαίων μισθών δια τους έχοντας εν ασφαλίσει υπηρεσίαν από 10 ετών και άνω. Η εξόφλησις των κατά τα ανωτέρω δανείων ενεργείται δια δόσεων μη δυναμένων να υπερβώσι τας 36 και επί τόκω 6% και ασφαλίστρω 1%. «Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται κατά την κρίσιν του να χορηγή δάνεια μέχρι 5.000 δραχμών κατ’ ανώτατον όριον όταν αι αποδοχαί ή αι συντάξεις τριών μηνών του δανειοδοτουμένου προσώπου είναι κατώτεραι του ποσού τούτου, υπό τους περιορισμούς τους τιθεμένους υπό της Νομισματικής Επιτροπής», Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56393/Σ.485 της 5/19 Αυγ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 538). «Το Δ.Σ. δύναται ωσαύτως να χορηγή προσωπικά δάνεια εις τους παρά τω Ταμείω υπηρετούντας τακτικούς υπαλλήλους και κλητήρας, ως και τους εκτάκτους ή επί συμβάσει τους κεκτημένους δεκαετή υπηρεσίαν υφ’ οιανδήποτε νομικήν σχέσιν». Η εντός « » ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.ΗΙ/4685 της 14/29 Οκτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 707, διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 800 της 4 Δεκ. 1969). β)Εις χορήγησιν ενυποθήκων δανείων. Το Ταμείον δύναται να χορηγή ενυπόθηκα δάνεια εις τους ησφαλισμένους αυτού εφ’ όσον έχουν 5ετή τουλάχιστον εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. Ως και εις τους συνταξιούχους αυτού επί πρώτη υποθήκη ακινήτων ανηκόντων κατά κυριότητα εις αυτούς ή τας συζύγους αυτών εφ’ όσον η σύζυγος νομοτύπως παραχωρεί το δικαίωμα προς εγγραφήν της υποθήκης και ευρισκομένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως πρωτευούσης εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Προς επισκευήν ή επέκτασιν των υφισταμένων οικοδομών των. Το ποσόν των χορηγουμένων δανείων εν τη περιπτώσει ταύτη δεν δύναται να είναι ανώτερον της κατ’ εκτίμησιν αξίας των εργασιών επισκευής ή επεκτάσεως και ουχί πάντως ανώτερον του 25% της εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου. Ο χρόνος της εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δεν δύναται πάντως να είναι μακρότερος της 12ετίας. Εν περιπτώσει της μη αποπερατώσεως των εργασιών επισκευών ή επεκτάσεως εντός του υπό του Δ.Σ. ορισθησομένου ευλόγου χρόνου το δάνειον καθίσταται άμα τη λήξει τούτου ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. Σελ. 608(γ) Τεύχος Ε103-Σελ. 62 β)Προς εξάληψιν υφισταμένων εμπραγμάτων βαρών, το ποσόν των χορηγουμένων εις τας περιπτώσεις ταύτας δανείων δεν δύναται να είναι ανώτερον του ποσού των εμπραγμάτων βαρών ουδέ των 40% της κατά τον χρόνον της χορηγήσεως των δανείων εκτιμωμένης της αξίας του ακινήτου, ταύτα δε χορηγούνται υπό τον όρον ότι δια της λήψεως των δανείων θέλουν εξοφληθή ολοσχερώς τα υφιστάμενα βάρη ελευθερουμένου ούτω του ακινήτου. Ο χρόνος της εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου δεν δύναται πάντως να είναι μακρότερος της 12ετίας. Εν περιπτώσει μη εξοφλήσεως των υφισταμένων βαρών ενός του υπό του Δ.Σ. οριζομένου ευλόγου χρόνου το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. γ)Δι’ αγοράν ετοίμων οικιών. Το ποσόν των δανείων τούτων ορίζεται μέχρι 50% της κατά την χορήγησιν του δανείου εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου. Ο χρόνος της εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου δεν δύναται πάντως να είναι μακρότερος της 12ετίας. Εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται πάντως το χορηγούμενον δάνειον να είναι εκάστοτε ανώτερον του 50% της αξίας του οικοπέδου και των βαθμηδόν ανεγειρομένων κτισμάτων. Εν περιπτώσει μη αποπερατώσεως των υπό του Δ.Σ. οριζομένων έργων βάσει της πρώτης δόσεως του δανείου εντός του υπό τούτου οριζομένου ευλόγου χρόνου, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. Ο χρόνος εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου δεν δύναται πάντως να είναι μακρότερος της 20ετίας. Ο τόκος των ως άνω δανείων ορίζεται εις 7% ετησίως και το ασφάλιστρον εις 1% ετησίως. Η εξόφλησις τούτων ενεργείται δι’ ίσων ετησίων τοκοχρεωλυσίων καταβαλλομένων δια δύο εξαμηνιαίων δόσεων. Η τοκοχρεωλυτική εξόφλησις άρχεται την 1ην Απριλίου εκάστου έτους. Αι κατά τα ανωτέρω εξαμηνιαίαι τοκοχρεωλυτικαί δόσεις δύνανται να καταβάλωνται και τμηματικώς δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καλυπτομένου όμως πάντως δια τούτων του τοκοχρεωλυτικού εκάστου εξαμήνου εις το τέλος αυτού. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Η εξόφλησις των ως άνω δανείων δύναται να συντελεσθή και προς της καθορισθείσης λήξεώς των υποχρεουμένου του Ταμείου όπως αποδεχθή ταύτην επί τη εκπτώσει των αντιστοίχων τόκων και ασφαλίστρων των αντιστοιχούντων εις τον χρόνον προ του οποίου γίνεται η εξόφλησις. Η εκτίμησις των υποθηκευομένων ακινήτων δια την χορήγησιν των ως άνω δανείων ως και η επιμέτρησις των εκτελουμένων έργων επί επισκευαζομένων ή επεκτεινομένων οικοδομών ή οικοδομουμένων κτισμάτων ενεργείται παρ’ εκτιμητικής Επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός μέλους του Δ.Σ. οριζομένου υπό τούτου ενός μηχανικού υποδεικνυομένου υπό του Υπουργ. Εργασίας και ενός ιδιώτου εκτιμητού υποδεικνυομένου υπό του Σωματείου κτηματομεσιτών Αθηνών. Η αμοιβή των μελών της εκτιμητικής επιτροπής αι δαπάναι εξετάσεως των τίτλων ιδιοκτησίας ως και πάσα άλλη δαπάνη αναγκαία δια την χορήγησιν των κατά τ' ανωτέρω δανείων βαρύνουν τους δανειζομένους του τρόπου της καταβολής των οριζομένου δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. 3.Κατά την χορήγησιν των ως άνω δανείων προτιμώνται κατά σειράν. α)Οι έχοντες πολυμελεστέρας οικογενείας αναλόγως των προστατευομένων μελών των, ησφαλισμένοι. β)«Οι ασθενεστέρας οικονομικής καταστάσεως, λόγω αποδοχών και γενικής περιουσίας, ησφαλισμένοι, δεν δικαιούνται των κατά τα ανωτέρω δανείων ησφαλισμένοι εφ’ όσον έχουν οι ίδιοι ή και σύζυγοι αυτών κατά κυριότητα ετέραν οικοδομήν εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. Δια την χορήγησιν προσωπικών ή ενυποθήκων δανείων απαιτείται η έγκρισις του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, ως προς το σύνολον του διατεθησομένου ποσού». Το εδάφ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.117/3/1065 της 15 Μαρτ./8 Απρ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄268). 4.Αι τοποθετήσεις εις ενυπόθηκα δάνεια δεν δύνανται να υπερβαίνουν τα 30% των παρά ταις Τραπέζαις διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου». Το άρθρ. 30α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56106/53 της 2/29 Οκτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αγορά και φύλαξις Χρεωγράφων Άρθρ.31.-1.Η αγορά των χρεωγράφων ενεργείται πάντοτε μέσω της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή της Τραπέζης της Ελλάδος προς ας δίδεται η σχετική έγγραφος εντολή κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. 2.Τα εις την κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα κατατίθενται προς φύλαξιν επ’ ονόματι του Ταμείου παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος ή τη Τραπέζη της Ελλάδος. Περί αγοράς ακινήτων και ανοικοδομήσεως επ’ αυτών Άρθρ.32.-«Α΄. Αγορά ακινήτων 1.Δια την αγοράν ακινήτου υπό του Ταμείου απαιτούνται: α)Απόφασις του Δ.Σ. του Ταμείου λαμβανομένη δια ψήφων ουχί ολιγωτέρων των 2/3 του συνόλου των μελών του και εγκρινομένη υπό του Υ.Ε. Η απόφασις δέον να καθορίζη και το διατεθησόμενον δια την αγοράν του ακινήτου ανώτατον όριον ποσού. β)Η έγκρισις της αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υ.Ε παρεχομένη μετά σύμφωνον γνώμην των εξ ετέρων ή γενικών ή ειδικών διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένων οργάνων. γ)Σύνταξις όρων συμμετοχής εις τον διενεργηθησόμενον διαγωνισμόν και δημοσίευσιν της διακηρύξεως δια τριών τουλάχιστον ημερησίων φύλλων Εφημερίδων της έδρας του Ταμείου και εις δύο τουλάχιστον εκδόσεις αυτών κατά την περί τούτων νομοθεσίαν του Δημοσίου. Δια της διακηρύξεως δέον όπως καλούνται οι ενδιαφερόμενοι προς υποβολήν σχετικών προσφορών προς το Ταμείον εντός ορισμένης προθεσμίας οριζομένης υπό του Δ.Σ. ουχί πάντως μικροτέρας των 10 ημερών. δ)Δια της διακηρύξεως δέον να αποκλείονται μεσίται, εάν ούτοι δεν είναι εξουσιοδοτημένοι υπό των ιδιοκτητών να προσφέρουσιν ακίνητα και την αξίαν αυτών εν πάση δε περιπτώσει δεν καταβάλλονται αυτοίς μεσιτικά δικαιώματα. ε)Άμα τη υποβολή των προσφορών το Δ.Σ. του Ταμείου εκλέγει μετά πλειοψηφίαν και εν περιπτώσει ισοψηφίας υπερισχυούσης της ψήφου του Προέδρου μεταξύ των προσφερθέντων ακινήτων τα κατά την κρίσιν του κρινόμενα κατάλληλα δια τους σκοπούς δι’ ους ενεργείται η αγορά. «ς)Τα προκριθησόμενα κατ’ αρχήν ως κατάλληλα ακίνητα εκτιμώνται παρ’ εκτιμητικής Επιτροπής αποτελουμένης α)εκ του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού του, εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου κείται το προς αγοράν ακίνητον, β)εκ του Προϊσταμένου ή του νομίμου αναπληρωτού του, του οικείου γραφείου του Σχεδίου Πόλεως και γ)εξ ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης, τη αιτήσει του Ταμείου». Το εδάφ. ς΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 95430/Σ.961 της 7/15 Ιαν. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 12). ζ)Βάσει των εκθέσεων της εκτιμητικής Επιτροπής και των συναπτομένων αυταίς σχετικών στοιχείων το Δ.Σ. επιλέγει το αγοραστέον ακίνητον την απόφασίν του δε δεόντως (Αντί της σελ. 609(α) Σελ. 609(β) Τεύχος 424-Σελ. 87 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 συμπεπληρωμένη και ητιολογημένη ως προς α)το ποσόν του τιμήματος του ακινήτου, β)τους λόγους της προτιμήσεως του υπό αγοράν ακινήτου, την εξακρίβωσιν του κανονικού και νομίμου των τίτλων ιδιοκτησίας κ.λπ., υποβάλλει εις το Υπουργείον Εργασίας προς έγκρισιν μετά του οικείου φακέλλου. η)Ο Υπουργός της Εργασίας δικαιούται να ενεργήση κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν του ακινήτου αι δαπάναι της οποίας βαρύνουσι το Ταμείον. θ)Η έγκρισις του Υπουργού Εργασίας θεωρείται ως δοθείσα εάν παρέλθη άνευ απαντήσεως χρονικόν διάστημα ενός μηνός αφ’ ης υπεβλήθη εις το Υπουργείον ο σχετικός φάκελος ο περιλαμβάνων την απόφασιν του Δ.Σ. περί αγοράς ακινήτου. ι)Άμα τη εγκρίσει της αγοράς υπό του Υπουργείου Εργασίας υπογράφεται το συμβόλαιον αγοραπωλησίας ενώπιον συμβολαιογράφου οριζομένου υπό του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών. ια)Άπασαι αι δαπάναι των εκτιμήσεων και ελέγχου των τίτλων βαρύνουσι το Ταμείον, πληρώνονται δε κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. και εγκρίσεως αυτών υπό του Υπουργού Εργασίας. ιβ)Η αμοιβή των εκτιμητών καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Εργασίας δεν δύναται δε αύτη να είναι ανωτέρα των υπό της κειμένης νομοθεσίας οριζομένων κατωτάτων ορίων. ιγ)Το μέλος του Δ.Σ. το μετέχον της ως άνω Επιτροπής δεν δικαιούται αποζημιώσεως. Β΄.Ανοικοδόμησις και λοιπαί οικοδομικαί εργασίαι. Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως των ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων το Δ.Σ. επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων Σχολών οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. είτε κατόπιν διαγωνισμού δια βραβείων την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προσμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας Πολιτικούς Μηχανικούς διπλωματούχους Ανωτάτης ανεγνωρισμένης σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Δ.Σ. όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Σελ. 610(β) Τεύχος 424-Σελ. 88 Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ. ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εις ταύτας μειοδότην. Το Δ.Σ. του ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Δ.Σ. μέσω του επιβλέποντος Μηχανικού ή Αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό του από 13 Ιουν. 1941 Δ/τος ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου». Το άρθρ. 32 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 56402/1/54 της 2/14 Ιουλ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. Δικαίωμα εις σύνταξιν Άρθρ.33.-«Δικαιούνται συντάξεως οι παρά τω Ταμείω ησφαλισμένοι εάν οπωσδήποτε απομακρυνθώσι της υπηρεσίας. 1.α1Μετά την συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και του 60ού έτους προκειμένου περί θηλέων και 15ετούς τουλάχιστον συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 10ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει. β)Μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και του 55ου προκειμένου περί θηλέων και 20ετούς τουλάχιστον συνταξίμου υπηρεσία εξ ης 10ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει. γ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας μετά την συμπλήρωσιν 30ετούς τουλάχιστον συνταξίμου υπηρεσίας προκειμένου περί αρρένων, 25ετούς τοιαύτης προκειμένου περί θηλέων και 20ετούς τοιαύτης προκειμένου περί γυναικών Νοσοκόμων εξ ων 10ετή πραγματική εν ασφαλίσει εις απάσας τας περιπτώσεις. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) «δ)Ομοίως δικαιούνται συντάξεως οι ησφαλισμένοι, οι απασχολούμενοι είς τινα των εργασιών, των προβλεπομένων υπό του περί βάσεων και ανθυγιεινών εργασιών Κανονισμού του Ι.Κ.Α., εφόσον: Ι.Συνεπλήρωσαν το 60ον έτος της ηλικίας των οι άρρενες και τον 55ον έτος της ηλικίας των αι θήλεις. ΙΙ.Επραγματοποίησαν την κατά το εδάφ. α΄ της παρούσης παραγράφου συντάξιμον υπηρεσίαν και ΙΙΙ.Απησχολήθησαν είς τινα των ως άνω βαρέων και ανθυγιεινών εργασιών επί χρόνον καλύπτοντα τουλάχιστον τα 4/5 της κατά το προηγούμενον εδάφιον προβλεπομένης 15ετούς συνταξίμου υπηρεσία των». Η περίπτ. δ΄ προστέθηκε από την περίπτ. α΄ παρ. 3 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2.Οι καθιστάμενοι σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανοι προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των και έχοντες 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει. 3.Οι καθιστάμενοι σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανοι προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος είτε εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των είτε εξ αφορμής αυτής ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως. «4.Οι καθιστάμενοι σωματικώς και πνευματικώς ανίκανοι προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των, συνεπεία πολεμικού ατυχήματος, ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως. Πολεμικόν ατύχημα νοείται ο εν καιρώ πολέμου και εξ αιτίας αυτού επερχόμενος και οπωσδήποτε συμβαίνων τραυματισμός ή δηλητηρίασις εκ πολεμικών αερίων. Η κατά τας παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου σύνταξις αναπηρίας, άρχεται από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος την έξοδον εκ της υπηρεσίας ή την διακοπήν της μισθοδοσίας παρά του Ε.Ε.Σ. και ασχέτως οριστικής αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. β΄ της παρ. 3 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 5.Ως ανικανότης παρέχουσα δικαίωμα εις σύνταξιν κατά τας παρ. 2, 3 και 4 λογίζεται η υπερβαίνουσα το 66,6% και η μέλλουσα να διαρκέση κατά την ιατρικήν πρόβλεψιν έν έτος τουλάχιστον. Η διαπίστωσις της ανικανότητος και του χρόνου διαρκείας αυτής ενεργείται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 45 του παρόντος Καταστατικού. 6.Η ισχύς των παρ. 4 και 5 άρχεται αφ’ ης ίσχυσεν η υπ’ αριθ. 28887/3255/15.12.48 απόφασις του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. 221/21.12.48). Το άρθρ. 33 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 22925/Σ.408 της 9/20 Αυγ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας. Συντάξιμος Υπηρεσία Άρθρ.34.-«Η συντάξιμος υπηρεσία αποτελείται από την πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην και την κατά την παρ. 2 του παρόντος οριζομένην προϋπηρεσίαν. Ως πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία λογίζεται ο χρόνος της εν ασφαλίσει διανυθείσης υπηρεσίας από της ιδρύσεως του Ταμείου (1/4/42) Ομοίως ως χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας λογίζεται και ο μέχρις 6 μηνών εν συνόλω διανυθείσης από 1ης Ιαν. 1951 και εφεξής. Προς αναγνώρισιν ως πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας του κατά το προηγούμενον εδάφιον χρόνου αδείας άνευ αποδοχών ο ησφαλισμένος υποχρεούται όπως υποβάλη σχετικήν δήλωσιν εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών αρχομένης προκειμένου μεν περί περιπτώσεων αναγομένων εις τον προ της δημοσιεύσεως της παρούσης χρόνον από της δημοσιεύσεως της παρούσης, προκειμένου δε περί περιπτώσεων εμφανισθησομένων εις το μέλλον από της λήξεως της αδείας. Η εξαγορά του κατά τα ανωτέρω αναγνωριζομένου χρόνου της άνευ αποδοχών αδείας ενεργείται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 35 και 36 του παρόντος. Αι ατομικαί εισφοραί και η συνεισφορά του Ε.Ε.Σ. δια τον από 1/4/42 μέχρι 31/7/46 χρόνον ορίζονται εις το ήμισυ των κατά το άρθρ. 27 του παρόντος οριζομένου ποσοστού, υπολογίζονται δε βάσει των κατά τον χρόνον της καταβολής ισχυουσών αποδοχών του ησφαλισμένου και καταβάλλονται το πολύ εις 60 μηνιαίας δόσεις οριζομένας υπό του Δ.Σ. Ως χρόνος προϋπηρεσίας δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου λογίζεται: α)Ο χρόνος της προ της ιδρύσεως του Ταμείου υπηρεσίας παρά τω Ε.Ε.Σ. Ως τοιούτος λογίζεται και ο εν πολεμική ή πολιτική επιστρατεύσει χρόνος υπηρεσίας των γυναικών Νοσοκόμων. β)Ο χρόνος της εφεδρικής εν τω Στρατώ υπηρεσίας διανυθείσης είτε κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας εν τω Ε.Ε.Σ. είτε προ αυτής εφ’ όσον δεν αναγνωρίζεται άλλως ως συντάξιμος υπηρεσία. γ)Ο χρόνος της υπηρεσίας παρά φυσικώ ή Νομικώ εν γένει προσώπω παρ’ ω υπηρέτησεν ο ησφαλισμένος του Ταμείου καθ’ υπόδειξιν ή προτροπήν ή σύστασιν του Ε.Ε.Σ. και εφ’ όσον ούτος εξετέλει ή εκτελεί παρεμφερή με την του Ε.Ε.Σ. υπηρεσίαν. Τα στοιχεία ταύτα αποδεικνύονται αποκλειστικώς δια πιστοποιήσεως του προσώπου παρ’ ω υπηρέτησεν κατά τα ανωτέρω ο ησφαλισμένος τούτο δε δια πιστοποιήσεως του Ε.Ε.Σ. περιεχούσης αμφότερα τα στοιχεία. δ)Ο χρόνος αδείας άνευ αποδοχών και μέχρις ενός έτους και ο πέραν των 6 μηνών αναρρωτικής αδείας τοιούτος. Η κατά τ’ ανωτέρω εδάφ. α΄, β΄ και γ΄, της παρούσης παραγράφου προϋπηρεσία υπόκειται εις εξαγοράν κατά τας διατάξεις των άρθρ. (Αντί για τη σελ. 611(β) Σελ. 611(γ) Τεύχος Ε103-Σελ. 63 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 35 και 36 του παρόντος». Το άρθρ. 34 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56112/53 της 2/30 Οκτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Αναγνώρισις Προϋπηρεσίας Άρθρ.53.-«Η κατά την παρ. 2 του άρθρ. 34 αναγνωριζομένη και εξαγοραζομένη προϋπηρεσία ως συντάξιμος υπηρεσία δεν δύναται να υπερβαίνη την πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν του ησφαλισμένου και εφ’ όσον αύτη δεν υπελογίσθη ως τοιαύτη δια την απονομήν συντάξεως ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως ως τοιούτου νοουμένου και του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και του τοιούτου Πολιτικών υπαλλήλων. «Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί ησφαλισμένων του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 3 του παρόντος δύνανται ούτοι να αναγνωρίσουν προϋπηρεσίαν της παρ. 2 του άρθρ. 34 μείζονα της πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας των και μέχρι 15 κατ’ ανώτατον όριον ετών, εφ’ όσον τυγχάνουσιν ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω τουλάχιστον από της 1ης Νοεμ. 1953». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 2363/Ε.71 της 15/29 Ιαν. 1960 Αποφ. Υπ. Εργασίας. Η κατά τα ανωτέρω αναγνωριζομένη και εξαγοραζομένη ως συντάξιμος υπηρεσία δεν δύναται να είναι εν πάση περιπτώσει ανωτέρα των 15 ετών εν συνόλω. Διατελούντες ή διατελέσαντες ησφαλισμένοι δικαιούμενοι κατά τα ανωτέρω εις αναγνώρισιν προϋπηρεσίας δέον όπως υποβάλουν σχετικήν αίτησιν εις το Ταμείον εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας αρχομένης από της δημοσιεύσεως της παρούσης προκειμένου περί των κατά την δημοσίευσιν της παρούσης ησφαλισμένων του Ταμείου ή διατελεσάντων τοιούτων ως και των δικαιοδόχων αυτών κατά τα εν άρθρ. 37 οριζόμενα, εντός δε ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους προκειμένου περί των εφεξής υπαχθησομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου προσώπων από της υπαγωγής των εις ταύτην. Το Δ.Σ. του Ταμείου εν συνδρομή των όρων των προηγουμένων παραγράφων αναγνωρίζει την προϋπηρεσίαν των ησφαλισμένων εφ’ όσον η σχετική αίτησις συνοδεύεται υπό των οικείων πιστοποιητικών ήτοι: α)Η εν τω Ε.Ε.Σ. προϋπηρεσία αποδεικνύεται δια πιστοποιητικού της εν Αθήναις Κεντρικής Διοικήσεως αυτού, δια πάσας τας ανά την Ελλάδα υπηρεσίας του πλην του Μπενακείου-Κοργιαλενείου Νοσοκομείου Αθηνών της παρ’ ω υπηρεσίας αποδεικνυομένης δια πιστοποιήσεως των εκπροσωπούντων νομίμως αυτό. Σελ. 612(γ) Τεύχος Ε103-Σελ. 64 β)Η εν τω Στρατώ υπηρεσία αποδεικνύεται δι’ αντιγράφου φύλλου μητρώου. γ)Η υπό στοιχ. γ΄ και δ΄ της παραγρ. 2 προϋπηρεσία του άρθρ. 34 αποδεικνύεται δια της εν αυτώ οριζομένης πιστοποιήσεως. Κατά τον υπολογισμόν προς εξεύρεσιν της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας εάν απομένει υπόλοιπον άνω μεν των 6 μηνών λογίζεται ως πλήρες έτος κάτω δε των 6 μηνών παραλείπεται. Αιτήσεις περί απονομής συντάξεως νομίμως υποβαλλόμεναι προς το Ταμείον μετά την δημοσίευσιν του παρόντος κρίνονται ως προς τα της αναγνωρίσεως και της εξαγοράς της προϋπηρεσίας κατά τα υπό του παρόντος οριζόμενα». Το άρθρ. 35 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56112/53 της 2/30 Οκτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική Διάταξις «Διατελούντες ή διατελέσαντες ησφαλισμένοι ή οι δικαιοδόχοι αυτών, κατά τα εν άρθρ. 37 οριζόμενα δικαιούμενοι κατά τα ανωτέρω, εις αναγνώρισιν προϋπηρεσίας, δέον όπως υποβάλωσιν σχετικήν αίτησιν εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 1 έτους, αρχομένης από της ισχύος της παρούσης». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 71389/Σ.868 της 30 Ιαν./17 Φεβρ. 1959 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Εξαγορά Προϋπηρεσίας Άρθρ.36.-«Η εξαγορά της κατά το προηγούμενον Άρθρ.4.-«1.Πρόσωπα διατελέσαντα ησφαλισμένα εις το Ταμείον και διακόψαντα δι’ οιονδήποτε λόγον την εις το Ταμείον ασφάλισιν χωρίς να δικαιωθούν συντάξεως και εφόσον εκ νέας αυτών απασχολήσεως δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως, δικαιούνται, εάν έχουν συμπληρώσει 10ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, να συνεχίσουν προαιρετικώς την ασφάλισίν των, μέχρι συμπληρώσεως των κατά το άρθρ. 33 του παρόντος χρονικών προϋποθέσεων, δια την απονομήν συντάξεως. Ο χρόνος της προαιρετικής ασφαλίσεως, εις ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται να υπερβή τα 5 έτη, θεωρείται δε ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως. 2.Δια την συνέχισιν της κατά την προηγουμένην παράγραφον προαιρετικής ασφαλίσεως υποχρεούνται τα ανωτέρω πρόσωπα να υποβάλουν την σχετικήν αίτησιν εντός 12 μηνών, από της διακοπής της εις το Ταμείον ασφαλίσεώς των και να καταβάλλουν, κατά μήνα, την εκάστοτε προβλεπομένην εισφοράν των ησφαλισμένων και εργοδοτικήν συνεισφοράν επί των πάσης φύσεως αποδοχών των ησφαλισμένων. 3.Ως αποδοχαί δια τον υπολογισμόν των κατά την προηγουμένην παράγραφον εισφορών και συνεισφορών, λογίζονται το σύνολον των τακτικών και εκτάκτων αποδοχών, τας οποίας θα ελάμβανον τα προαιρετικώς συνεχίζοντα την ασφάλισιν πρόσωπα, εάν ετέλουν εν υπηρεσία, βάσει του βαθμού ή μισθού κλιμακίου του τελευταίου προ της αποχωρήσεώς των εκ της υπηρεσίας του Ε.Ε.Σ. μηνός (βασικός μισθός, συν επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και ευδοκίμου παραμονής εις τον βαθμόν, κ.λ.π.), επί δε προσώπων μη εντεταγμένων εις βαθμούς ή κλιμάκια μισθού, το σύνολον των αποδοχών, ας εκάστοτε θα ελάμβανον εάν διετηρούντο εις την υπηρεσίαν, βάσει της υπηρεσιακής καταστάσεως του τελευταίου της εξόδου των εκ της υπηρεσίας μηνός. 4.Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως των κατά τα ανωτέρω εισφορών και συνεισφορών πέραν του τριμήνου από της ημέρας καθ’ ην θα κατεβάλλοντο εάν τα προαιρετικώς συνεχίζοντα την ασφάλισιν πρόσωπα ετέλουν εν ενεργώ υπηρεσία, στερούνται τα πρόσωπα ταύτα περαιτέρω του δικαιώματος της προαιρετικής ασφαλίσεως». Το άρθρ. 4 αντικαστατάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Σύνθεσις Διοικητικού Συμβουλίου άρθρον αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας γίνεται προκειμένου περί ενεργώς ησφαλισμένων δια καταβολής εις το Ταμείον εκ μέρους αυτών των εις τον αναγνωριζόμενον χρόνον αναλογουσών εισφορών αυτού και των συνεισφορών του εργοδότου υπολογιζομένων επί των αποδοχών των λαμβανομένων κατά τον χρόνον εξαγοράς του χρόνου προϋπηρεσίας και του κατά τον αυτόν χρόνον ισχύοντος ποσοστού εισφοράς. Το ποσόν της εξαγοράς δύναται να καταβάλλεται είτε εφ’ άπαξ είτε εις μηνιαίας δόσεις ων ο αριθμός οριζόμενος υπό του Δ.Σ. δεν δύναται να είναι ανώτερος των 90 προκειμένου περί ησφαλισμένων, προκειμένου δε περί συνταξιούχων εις μηνιαίας δόσεις μη δυναμένης εκάστης τούτων να είναι ανωτέρας του 1/3 της συντάξεως αυτών. Εν περιπτώσει καθ’ ην το ποσόν της εξαγοράς καταβάληται εις δόσεις λαμβάνεται υπ’ όψιν προς υπολογισμόν των δόσεων το ύψος των αποδοχών καθ’ εκάστην καταβολήν ως και το ισχύον εκάστοτε ποσοστόν εισφοράς. Αι δόσεις δια την εξαγοράν της προϋπηρεσίας παρακρατούνται υποχρεωτικώς παρά του εργοδότου εκ των αποδοχών των ησφαλισμένων της καταβολής των δόσεων αρχομένης από του μεθεπομένου μηνός εκείνου καθ’ ον ελήφθη η περί αναγνωρίσεως και εξαγοράς της προϋπηρεσίας του ησφαλισμένου απόφασις του Δ.Σ. Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, προ της ενάρξεως καταβολής του καθορισθέντος ποσού εξαγοράς προϋπηρεσίας ή προ της ολοκληρωτικής εξοφλήσεως του ποσού αυτής, το καθορισθέν ποσόν ή το απομένον υπόλοιπον παρακρατείται εκ της χορηγητέας εις τα δικαιούμενα συντάξεως μέλη της οικογενείας του θανόντος. Εις ην περίπτωσιν δεν εγένετο ζώντος του ησφαλισμένου ο καθορισμός του καταβλητέου ποσού εξαγοράς προϋπηρεσίας τούτο υπολογίζεται επί τη βάσει των αποδοχών ας θα ελάμβανεν ο θανών κατά τον χρόνον της εξαγοράς της προϋπηρεσίας και του κατά τον αυτόν χρόνον ισχύοντος ποσοστού εισφοράς ησφαλισμένου και συνεισφοράς του εργοδότου. Επί αιτήσεως απονομής συντάξεως ησφαλισμένου τινος βάσει του άρθρ. 33 παρ. 1 εδάφ. α, β, γ, του παρόντος Καταστατικού δέον όπως προ της υποβολής ταύτης ο αιτών έχει εξοφλήση πάσαν εν γένει προς το Ταμείον οφειλήν εξ οιασδήποτε αιτίας δια την απόδοσιν της οποίας ήτο υπόχρεος ο ησφαλισμένος. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις κατά την κρίσιν του Δ.Σ. δύναται τούτο να απονέμη σύνταξιν και προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως των κατά τα άνω οφειλών καθορίζον την εξόφλησιν αυτών κατά μηνιαίας δόσεις παρακρατουμένας εκ της συντάξεως ων ο αριθμός οριζόμενος παρά του Δ.Σ. δεν δύναται να είναι ανώτερος των 24 και κατά ποσόν ουχί ανώτερον του 1/3 του ποσού της συντάξεως. Εν περιπτώσει καθ’ ην εκάστη δόσις υπερβαίνει το 1/3 του ποσού της συντάξεως αυξάνεται αναλόγως ο αριθμός των δόσεων». Το άρθρ. 36 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56112/53 της 2/30 Οκτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Πρόσωπα δικαιούμενα συντάξεως λόγω θανάτου Άρθρ.37.-1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου ή ησφαλισμένου έχοντος 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 5ετή εν ασφαλίσει και ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν ή εις πολεμικήν αιτίαν κατά τας εν ταις παρ. 3 και 4 του άρθρ. 33 οριζόμενα δικαιούνται συντάξεως τα εν τοις επομένοις παραγράφοις οριζόμενα μέλη οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου υπό τας εν αυταίς προβλεπομένας προϋποθέσεις και περιορισμούς. «α)Η χήρα ή ο κατά την ημέρα του θανάτου της ησφαλισμένης ή συνταξιούχου άπορος και ανάπηρος χήρος, η συντήρησις του οποίου εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. Τυχόν καταβαλλομένη βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων σύνταξις εξακολουθεί να καταβάλλεται». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. α΄ παρ. 4 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα και υιοθετηθέντα ων η υιοθεσία έλαβεν χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν παρά του Ταμείου και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα τέκνα αυτής. γ)Οι κατά τον χρόνον θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου) ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και πρόγονοι εφ’ όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος ή (της θανούσης). δ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως. Α΄.Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθεν προ της παρόδου των 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός α)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. β)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί, εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και δ)Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών, από της τελέσεως του γάμου. (Αντί για τη σελ. 612,01(β) Σελ. 612,01(γ) Τεύχος Θ33-Σελ. 105 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 «3.Τα τέκνα του θανόντος δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον είναι άγαμα και δεν συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των και επί σπουδαζόντων, το 24ον. Τα κατά τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί ανικάνων προς πάσαν εργασίαν τέκνων, της ανικανότητος βεβαιουμένης κατά τα εν άρθρ. 45 του παρόντος οριζόμενα». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. β΄ παρ. 4 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 4.Πρόσωπα εκ των κατά το παρόν άρθρον δικαιουμένων συντάξεως, στερούνται παντός επ’ αυτής δικαιώματος εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ήθελε καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου). 5.Χήρα συνταξιούχου λαμβάνουσα σύνταξιν παρά του Ταμείου απόλυσι το τοιούτον δικαίωμα από της ημερομηνίας τελέσεως ετέρου νομίμου γάμου. «Άρθρον 38.» «Συντάξιμοι αποδοχαί – Ποσόν συντάξεως» 1.«α)Ως συντάξιμες αποδοχές για τον προσδιορισμό των προβλεπομένων από τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού παροχών (συντάξεων) λογίζονται ο μέσος όρος των αποδοχών που έχουν καταβληθεί στον ασφαλισμένο κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου». Η περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της 117/3/3294/10-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 824) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Ως αποδοχαί δια τους επί βαθμώ ή μισθώ Κλιμακίου αμειβομένους, νοούνται αποκλειστικώς και μόνον, ο βασικός μισθός, ως και τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και ευδοκίμου παραμονής (τριετιών). Δια τους μη εντεταγμένους εις βαθμούς ή Κλιμάκια μισθού, ως συντάξιμοι αποδοχαί νοούνται ο συνολικός μισθός ή μηνιαία αποζημίωσις μετά των επιδομάτων τριετιών και πολυετίας άνευ ετέρου επιδόματος. γ)Εις το σύνολον των συνταξίμων αποδοχών του τελευταίου 12μήνου δεν συμπεριλαμβάνονται και συνεπώς δεν υπολογίζονται εις την σύνταξιν τα δώρα Εορτών ως και το επίδομα αδείας. 2.α)Το ποσόν της υπό του Ταμείου χορηγουμένης επικουρικής συντάξεως εις τους ησφαλισμένους του προσδιορίζεται εις ποσοστόν εξήκοντα εκατοστά τοις εκατό (0,60%) επί των κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου συνταξίμων αποδοχών δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας, μη δυναμένου, εν ουδεμιά περιπτώσει, του ποσοστού τούτου να υπερβή τα είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί των συνταξίμων αποδοχών. «β)Από 1ης Ιουλ. 1981, η παρεχομένη υπό του Ταμείου σύνταξις δεν δύναται να είναι κατωτέρα του 3πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος βασικού ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου για τους αμέσως ησφαλισμένους και των 2 1/2 ως άνω ημερομισθίων για τους εμμέσως ησφαλισμένους (δικαιοδόχους). Σελ. 612,02(γ) Τεύχος Θ33-Σελ. 106 γ)Προκειμένου περί συνταξιοδοτήσεως λόγω εργατικού ατυχήματος, τα ως άνω κατώτατα όρια ορίζονται, από της αυτής ως άνω ημερομηνίας, εις 9 βασικά ημερομίσθια ανειδικεύτου εργάτου, όπως εκάστοτε αυτά ισχύουν, δια τους αμέσως ησφαλισμένους και εις 6 τοιαύτα ημερομίσθια, δια τους εμμέσως ησφαλισμένους (δικαιοδόχους)». Οι περιπτ. β και γ, όπως είχαν αντικατασταθεί τελευταία από την 117/1829/31 Ιουλ.-12 Αυγ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 759) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την περίπτ. α΄ παρ. 5 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) ομοίας. 3.Αι βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων απονεμηθείσαι συντάξεις, αναπροσαρμόζονται από της πρώτης του επομένου μηνός από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως ακολούθως: α)Ως συντάξιμοι αποδοχαί των, μέχρι της ισχύος του παρόντος άρθρου, καταστάντων συνταξιούχων θεωρούνται αποκλειστικώς και μόνον ο βασικός μισθός του βαθμού ή Κλιμακίου εξόδου των, προσηυξημένος μετά των επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας και ευδοκίμου παραμονής (τριετιών) τας οποίας θα ελάμβανον ούτοι εάν η έξοδός των είχεν επέλθει κατά την 31ην Δεκεμβρίου 1976, συμφώνως προς τους ισχύσαντας εις τον Ε.Ε.Σ. κατά την χρονολογίαν ταύτην βασικούς μισθούς Κλιμακίων ή βαθμών. Δια την εξεύρεσιν του πλεονάζοντος χρόνου υπηρεσίας των ως άνω συνταξιούχων δια τον υπολογισμόν των αναλογούντων επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας και ευδοκίμου παραμονής θ’ αφαιρήται εκ της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας των ο απαιτούμενος χρόνος δια την προαγωγικήν εξέλιξιν του υπαλλήλου συμφώνως προς της κειμένην νομοθεσίαν μέχρι και του κατεχομένου βαθμού ή Κλιμακίου κατά την έξοδόν του εκ της Υπηρεσίας. β)Αι ανωτέρω εξαγόμεναι αποδοχαί αποτελούν τον μέσον όρον των συνταξίμων αποδοχών του τελευταίου έτους προ της εξόδου των βάσει των οποίων θα αναπροσαρμοσθούν αι συντάξεις των παλαιών συνταξιούχων. γ)Το ύψος της αναπροσαρμοζομένης συντάξεως υπολογίζεται βάσει του προβλεπομένου υπό των παραγρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου ποσοστού και ετών υπηρεσίας. Εάν η κατά τ’ ανωτέρω αναπροσαρμοσθείσα σύνταξις είναι μικροτέρα της ήδη χορηγουμένης, τότε θα εξακολουθήση χορηγουμένη εις τους δικαιούχους η παλαιά σύνταξις της διαφοράς συμψηφιζομένης με πάσαν μελλοντικήν αύξησιν των συντάξεων. δ)Εν περιπτώσει αυξήσεως των κατά τας διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αποδοχών των εν ενεργεία ησφαλισμένων η αύξησις αύτη λαμβάνεται υπ’ όψιν δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων των συνταξιούχων του Ταμείου από της πρώτης του τρίτου μηνός εκείνου της δημοσιεύσεως της οικείας συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον αυξήσεως των μισθών εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοιν. Υπηρεσιών, δυναμένου του Δ.Σ. να περιορίζη την αύξησιν ή να μη προβή εις ταύτην ή να ορίζη αύξησιν ποσοστιαίαν αντί της αναπροσαρμογής, εφ’ όσον αι οικονομικαί δυνατότητες του Οργανισμού δεν επιτρέπουν τούτο, δια πλήρως ητιολογημένης αποφάσεώς του». Το άρθρ. 38 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 117/3/951 της 18/28 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Β΄ 498) αποφάσεως Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) «Άρθρον 39.» Ποσόν συντάξεως δικαιοδόχων ησφαλ/νων. 1.Το ποσόν της συντάξεως ης δικαιούνται τα κατά τας διατάξεις του άρθρου 37 του παρόντος προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου εν περιπτώσει θανάτου αυτών ορίζεται ως ακολούθως: α)Δια την χήραν (χήρον) άνευ τέκνων τα εξήκοντα τοις εκατόν (60%) της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών (θανούσα). β)Δια την χήραν (χήρον) μεθ’ ενός τέκνου τα εβδομήκοντα εκατοστά (70%), μετά δύο τέκνων τα ογδοήκοντα (80%) εκατοστά και μετά πλειόνων των δύο τέκνων τα ενενήκοντα (90%) εκατοστά. γ)Μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) τα τέκνα εφ’ όσον είναι έν, τα πεντήκοντα (50%) εκατοστά της συντάξεως του θανόντος (θανούσης), επί δύο τέκνων τα εβδομήκοντα (70%) εκατοστά επί πλειόνων δε τα ενενήκοντα (90%) εκατοστά, κατανεμομένη κατ’ ισομοιρίαν εις πάσας τας περιπτώσεις μεταξύ του συνόλου των δικαιουμένων. δ)Εις τον χήρον πατέρα ή την χήραν μητέρα συντρέχουσιν μετά χήρου ή χήρας συζύγου και τέκνων τα 20% εις τον χήρον πατέρα ή την χήραν μητέρα άνευ χήρας ή χήρου συζύγου και των τέκνων τα 50% και εις τον χήρον πατέρα ή χήραν μητέρα συντρέχουσιν μετά χήρας ή χήρου συζύγου άνευ τέκνων ή μετά τέκνων άνευ χήρας ή χήρου συζύγου τα 30%, μη δυναμένου του συνολικού ποσού να υπερβή τα 90% της συντάξεως του αποβιώσαντος. ε)Εις έκαστον γονέα άνευ χήρας ή χήρου συζύγου και τέκνων τα 30%. 2.Οσάκις λόγω της συνδρομής πλειόνων μελών οικογενείας το ποσόν της συνολικής συντάξεως της οποίας ταύτα δικαιούνται υπερβαίνει το ποσοστόν της κατά την παρ. 1 συντάξεως του θανόντος το ποσοστόν της συντάξεως εκάστου μέλους οικογενείας μειούται κατ’ αναλογίαν. 3.Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεων μελών οικογενείας λόγων της εξ οιασδήποτε αιτίας λήξεως της επί τούτων δικαιώματος ή αναστολής της καταβολής συντάξεως, το ποσόν της συντάξεως εκάστου αναπροσαρμόζεται αναλόγως. «4.Η καθορισθείσα μηνιαία σύνταξις προσαυξάνεται μετ’ απόφασιν του Δ.Σ. του Ταμείου, κατά 50%, εάν ο δικαιούχος ησφαλισμένος ή τα μέλη οικογενείας αυτού ευρίσκονται εις κατάστασιν απολύτου και διαρκούς αναπηρίας απαιτούσης συνεχή επίβλεψιν και βοήθειαν ετέρου προσώπου, εφαρμοζομένων αναλόγως και των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 42 του Νόμ. 1140/81 (ΦΕΚ 68/20.3.1981 τ. Α΄)». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 39 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 117/3/951 της 18/28 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Β΄ 498) αποφάσεως Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Έξοδα Κηδείας Άρθρ.40.-«Εν περιπτώσει θανάτου αμέσως ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, καταβάλλεται υπό του Ταμείου δι’ έξοδα κηδείας, εις τους επιμεληθέντας αυτήν, ποσόν αντιστοιχούν εις 20 βασικά ημερομίσθια ανειδικεύτου εργάτου όπως ταύτα εκάστοτε ορίζονται και ισχύουν». Το άρθρ. 40 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Επιστροφή Εισφορών Άρθρ.41.-«1)Ησφαλισμένοι του Ταμείου, εξερχόμενοι της υπηρεσίας του Ε.Ε.Σ. και μη πληρούντες τας υπό του Καταστατικού του Ταμείου προβλεπομένας προϋποθέσεις δια την απονομήν συντάξεων, εν περιπτώσει δε θανάτου αυτών, τα υπό του Καταστατικού προβλεπόμενα μέλη οικογενείας αυτών, δικαιούνται εις επιστροφήν των ατομικών εισφορών ατόκως, εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 5ετή μεν πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν, εάν η έξοδος οφείλεται εις θάνατον, αναπηρίαν ή συμπλήρωσιν του ορίου ηλικίας, 8ετή δε τοιαύτην εις πάσαν άλλην περίπτωσιν. 2)Πάσα οφειλή, του αποχωρούντος, προς το Ταμείον εξ οιασδήποτε αιτίας παρακρατείται εκ του ποσού των επιστρεφομένων ατομικών εισφορών». Το άρθρ. 41 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 72518/Σ.741 της 23 Ιαν./5 Φεβρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 117/3/2615 της 16/26 Νοεμ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 1257) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «3.α)Ασφαλισμένοι Οργανισμών Επικουρικής Ασφαλίσεως, στους οποίους επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, από το Ταμείο μπορούν να αναγνωρίσουν τον αντίστοιχο χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/
- β)Η αναγνώριση του χρόνου αυτού, γίνεται ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου ή σε περίπτωση θανάτου, από τα μέλη της οικογενείας του, με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου. γ)Η εξαγορά για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα διενεργείται με την καταβολή της εισφοράς, που ισχύει κάθε φορά στο Ταμείο, μόνο του ασφαλισμένου, εάν επιστράφηκαν οι ατομικές εισφορές και του ασφαλισμένου και εργοδότη. Τα ποσοστά των εισφορών υπολογίζονται στο σύνολο των αποδοχών του βαθμού που είχε ο ασφαλισμένος όταν ανέλαβε τις εισφορές του, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης. δ)Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς γίνεται είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις, ο αριθμός των οποίων, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των μηνών που αναγνωρίζονται και το ποσό της κάθε δόσης μικρότερο των 1.000 δραχμών. (Αντί για τη σελ. 613(γ) Σελ. 613(δ) Τεύχος Η33-Σελ. 123 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 ε)Ο αναγνωρισμένος χρόνος λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση του δικαιώματος σύνταξης ή τον καθορισμό του ποσού αυτής, αφού προηγουμένως εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό της εξαγοράς. στ)Το δικαίωμα της αναγνώρισης ασκείται οποτεδήποτε». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 117/Ν.721/30 Νοεμ.-12 Δεκ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 864) απ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Έναρξις και λήξις δικαιώματος συντάξεως Άρθρ.42.-Το δικαίωμα εις σύνταξιν άρχεται δια μεν τον ησφαλισμένον από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου του ή της άρσεως της αναπηρίας δια δε τα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατον αυτού και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου των δικαιούχων ή της επελεύσεως γεγονότος συνεπαγομένου την παύσιν της καταβολής της συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού. «2.Το δικαίωμα εις σύνταξιν διακόπτεται ευθύς ως ο συνταξιούχος καταστή ησφαλισμένος του Ταμείου συνεπεία νέας προσλήψεώς του εις την υπηρεσίαν του Ε.Ε.Σ. Εις την περίπτωσιν αυτήν συνεχίζεται η παρά τω Ταμείω ασφάλισις, μετά δε την νέαν επαλήθευσιν του ασφαλιστικού κινδύνου, χορηγείται εκ νέου σύνταξις, προσμετρουμένου εις τον συντάξιμον χρόνον και του μετά την επαναπρόσληψιν διανυομένου χρόνου». Η παρ. 2 προστέθηκε από την παρ. 8 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Αναστολή του δικαιώματος εις σύνταξιν Άρθρ.43.-Η καταβολή των παρά τω Ταμείω χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται: 1.Εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακροτέραν του έτους. Εάν όμως υπάρχουσιν πρόσωπα άτινα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως καταβάλλεται εις τα εν λόγω πρόσωπα το ποσόν της συντάξεως όπερ εις την περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου θα απενέμετο εις αυτά. 2.Εκπίπτει του δικαιώματος συντάξεως ο καταδικασθείς δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ως ένοχος ανθρωποκτονίας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου εξ ου έλκει το συνταξιοδοτικόν δικαίωμα. Σελ. 614(δ) Τεύχος Η33-Σελ. 124 Παραγραφή Άρθρ.44.-«1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν και επιστροφήν εισφορών δεν παραγράφεται, εις ουδεμίαν όμως περίπτωσιν αναγνωρίζεται αναδρομικώς δικαίωμα εκ συντάξεων ή αυξήσεων εκ συντάξεων και εξ οιωνδήποτε περιοδικών παροχών δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους, προ της πρώτης του μηνός, κατά τον οποίον υπεβλήθη η σχετική αίτησις. 2.Συντάξεις και πάσης φύσεως περιοδικαί παροχαί, παραγράφονται μετά παρέλευσιν ενός έτους, από τότε που κατέστησαν απαιτηταί. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις, αναδρομικώς, δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της χρονολογίας κατά την οποίαν υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος, εφαρμόζονται εν προκειμένω, αναλόγως». Το άρθρ. 44 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 9 της 117/983/15-29 Μαΐου 1981 (ΦΕΚ Β΄ 310) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Απονομή Παροχών και τρόπος εξακριβώσεως Προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησιν Άρθρ.45.-1.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου δι’ αόριστον ή ωρισμένον χρόνον αναλόγως των περιπτώσεων κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Δ.Σ. παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως ο χρόνος υποβολής αυτών και αι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Δ.Σ. 2.Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αξιώσωσι παρά του Ταμείου την έκδοσιν εγγράφων ειδικώς ητιολογημένων αποφάσεων οσάκις το Δ.Σ. αρνείται την χορήγησιν των αιτουμένων παροχών είτε απολύτως είτε εν τη εκτάσει τη μορφή εις ην αιτούνται ταύτην οι ενδιαφερόμενοι. 3.Το Δ.Σ. του Ταμείου εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα τη αιτήσει δικαιολογητικά είναι πλήρη υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της αιτήσεως εκδώση την επ’ αυτής απόφασίν του. 4.Η διαπίστωσις της σωματικής και διανοητικής ανικανότητος των δικαιουμένων συντάξεως ενεργείται υπό των κατά τόπους πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. Κατά των γνωματεύσεων των Πρωτοβαθμίων τούτων Επιτροπών επιτρέπεται η προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Επιτροπών του Ι.Κ.Α. εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν της προθεσμίας υποβολής των προσφυγών και λοιπά. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του Ι.Κ.Α. ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εις την υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. του τόπου διαμονής του. «Τα έξοδα μετακινήσεως και εξετάσεως των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου, προς διαπίστωσιν της αναπηρίας αυτών βαρύνει αυτούς μόνον εν περιπτώσει ασκήσεως προσφυγής υπ’ αυτών των ιδίων κατ’ αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. ενώπιον των Δευτεροβαθμίων τοιούτων και εφ’ όσον εξεταζόμενοι παρά τούτων ήθελον κριθή υγιείς εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν τα εν λόγω έξοδα βαρύνουν το Ταμείον». Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 47467/Σ.1085 της 1/26 Αυγ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. 5.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως αναπηρίας ή διακοπής οριστικώς τοιαύτης συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 6.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως δια των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. αν οπωσδήποτε ήθελε νομίση ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις οπότε δύναται να αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού. Μεταβατική Διάταξις «Δικαιούνται συντάξεως οι μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης καταστάντες σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανοι προς εκτέλεσιν των καθηκόντων της υπηρεσίας των κατά την παρ. 5 του άρθρ. 33, εν περιπτώσει δε θανάτου ησφαλισμένου, τα περί ων το άρθρ. 37 μέλη της οικογενείας αυτού, εφ’ όσον οι καταστάντες ανίκανοι προς εργασίαν ή ο αποβιώσας ησφαλισμένος, συνεπλήρωσαν πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν. Ως προς την έναρξιν του ανωτέρω συνταξιοδοτικού δικαιώματος ισχύουσι τα εν τη παρ. 4 του άρθρ. 44 οριζόμενα. Τυχόν καταβληθέντα ποσά βάσει του άρθρ. 41 συμψηφίζονται προς την καταβληθησομένην ως ανωτέρω σύνταξιν». Η μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 52227/Σ.1260 της 19 Αυγ./7 Σεπτ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική Διάταξις «Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεώς του εφ’ άπαξ εκδιδομένης εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης και εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας να απαλλάξη τον Ε.Ε.Σ. εκ των οφειλομένων υπό τούτου προσθέτων τελών τόκων και λοιπών προστίμων δια καθυστερημένας καταβληθείσας εισφοράς προς το Ταμείον και αφορώσας το μέχρι της 31ης Δεκ. 1953 χρονικόν διάστημα εφ’ όσον η καθυστέρησις της καταβολής προήλθεν εξ επαρκώς ητιολογημένων κατά την κρίσιν του Δ.Σ. λόγων». Η μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56228/53 της 28 Ιαν./18 Φεβρ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 615(α) Σελ. 615(β) Τεύχος Ε103-Σελ. 69 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 Άρθρ.5.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό εξαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μέλους εκ της Διοικήσεως του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. δ)Εκ 2 αντιπροσώπων των ησφαλισμένων εξ ων ο είς εκ του Διοικητικού Προσωπικού και ο έτερος εκ του νοσηλευτικού τοιούτου. ε)Εξ ενός προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου, εντός της άνω προθεσμίας υπό της Διοικήσεως του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των εργατικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ' ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71060 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 327). (Αντί για τη σελ. 599(α) Σελ. 599(β) Τεύχος Ε103-Σελ. 57 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την 1ην αυτού συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχείον δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών Επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβ. Επίτροπος. Ο Κυβ. Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κυβ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής, αποφαίνεται, κατά πρώτον βαθμόν το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του εφ’ όσον το Διοικητικόν Συμβούλιον ήθελεν συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου ήθελεν συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κυβ. Επιτρόπου, δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Διοικητικού Συμβουλίου υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου άρη την διαφωνίαν, απόφασις του Υπ. Εργασίας ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπ. Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας του απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Διοικητικού Συμβουλίου, τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των 2/3 τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Σελ. 600(β) Τεύχος Ε103-Σελ. 58 Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστείλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των 2/3 τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπ. Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου Β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού, καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβ. Επιτρόπου και του Αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των άλλων του Διοικ. Συμβουλίου. 6.Χρέη Γραμματέως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπ. Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη Γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου». Το άρθρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3945/Σ.106 της 3/19 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Η.ξ.2 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) Μεταβατική Διάταξις «Εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπ. Εργασίας. Ο Πρόεδρος, ο Κυβ. Επίτροπος, τα λοιπά μέλη και ο Γραμματεύς του Διοικ. Συμβουλίου μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου ως τούτο τροποποιείται δια της παρούσης και επί τη νομίμω θητεία, της θητείας των ήδη διοριζομένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της παρούσης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Μέχρι του διορισμού του νέου Διοικητικού Συμβουλίου, το ήδη υφιστάμενον νομίμως συνέρχεται και συνεδριάζει». Η μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 1215/39 της 10/24 Ιαν. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. Κωλύματα διορισμού μελών παρά τω Διοικητικώ Συμβουλίω Άρθρ.6.-1.Δεν διορίζεται τακτικόν μέλος ή αναπληρωματικόν τοιούτον του Διοικητικού Συμβουλίου. α)Ο μη συμπληρώσας το 25ον έτος της ηλικίας του. β)Ο ανίκανος να καταλάβη δημοσίαν θέσιν και ο δυνάμει οριστικού βουλεύματος παραπεμφθείς δυνάμει των άρθρ. 21 και 22 του Ποινικού νόμου, εις βαθμόν πλημμελήματος. 2.Δια τους αυτούς ως άνω λόγους τα τε τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη εκπίπτουσιν του αξιώματος του Συμβούλου παρά τω Διοικητικώ Συμβουλίω, αποφάσει του Υπουργού Εργασίας. Δύναται ο Υπ. Εργασίας κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να κηρύσση έκπτωτον μέλος του Δ.Σ. όπερ αδικαιολογήτως ήθελεν απουσιάση επί 5 συνεχείς συνεδριάσεις. Θητεία Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.7.-1.Τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και οι αναπληρωταί αυτών διορίζονται επί 3ετή θητεία. 2.Εν περιπτώσει λήξεως της θητείας μελών του Δ.Σ. παρατείνεται αύτη αυτοδικαίως μέχρι του διορισμού του νέου τοιούτου ουχί όμως και πέραν του τριμήνου από της λήξεως της θητείας των. 3.Τα εις αντικατάστασιν των εκπιπτόντων ή οπωσδήποτε αποχωρούντων μελών, διοριζόμενα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, διορίζονται δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των ως άνω εκπιπτόντων μελών του Δ.Σ. Λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.8.-1.Το Δ. Συμβούλιον συνεδριάζει μετά έγγραφον πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του αναπληρωτού αυτού Αντιπροέδρου. Το Δ.Σ. δι’ αποφάσεώς του δύναται να ορίση ωρισμένας ημέρας τακτικών συνεδριάσεων. 2.Η πρόσκλησις εις συνεδρίασιν κοινοποιείται εις τα μέλη τουλάχιστον δύο ημέρας προ της ημέρας καθ’ ην θα λάβη χώραν η συνεδρίασις επιτρεπομένης της συντομεύσεως του χρονικού τούτου διαστήματος μόνον εις περίπτωσιν επειγούσης ανάγκης. 3.Επί της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν αναγράφονται πάντοτε η ημέρα και η ώρα της συνεδριάσεως ως και τα θέματα της ημερησίας διατάξεως εις α ο Πρόεδρος υποχρεούται να περιλάβη και τα θέματα τα υποδειχθέντα εις αυτόν εγγράφως παρά τριών τουλάχιστον μελών του Δ.Σ. τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της συνεδριάσεως. 4.Εάν μέλος του Δ.Σ. κωλύεται να παραστή εις συνεδρίασιν δέον όπως, ειδοποιήσει αμελλητί απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του είτε την υπηρεσίαν του ταμείου ήτις αποστέλει νέαν πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος εκτός αν έχη ειδοποιηθή περί του κωλύματος προηγούμενως η υπηρεσία του Ταμείου ότε η αποστολή της προσκλήσεως γίνεται απ’ ευθείας εις τον αναπληρωτήν. 5.Το Δ.Σ. δικαιούται να αποφασίζη την αναγραφήν θέματός τινος, εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. Θέμα μη αναγραφέν εν τη ημερησία διατάξει δύναται αποφάσει του Δ.Σ. να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν απόφασις όμως επ’ αυτού δεν δύναται να ληφθή εφ΄ όσον δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη ή εφ’ όσον παρά πάντων των παρισταμένων μελών κατά την συνεδρίασιν δεν ήθελεν αναγνωρισθή ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης. 6.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 5 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη το Διοικητικόν Συμβούλιον θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αρθι. 71060 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 327). 7.Αι ψηφοφορίαι του Δ.Σ. είναι πάντοτε φανεραί πλην προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων ή οσάκις εκ των προτέρων καθορίζεται τούτο υπό του Δ.Σ. 8.Κατά τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίσταται ο Προϊστάμενος του Ταμείου ως Εισηγητής των συζητητέων θεμάτων άνευ ψήφου. (Αντί της Σελ. 601) Σελ. 601(α) 250-099 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Ελλην.Ερυθρού Σταυρού(ΤΕΑΠΕΕΣ) 39.Η.ξ.2 9.Περί των εν τω Διοικ. Συμβουλίω συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται μερίμνη του Προϊσταμένου του Ταμείου υπό του Γραμματέως του Δ.Σ. συνοπτικά πρακτικά άτινα καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον πρακτικών και υπογράφονται μετά την επικύρωσίν των υπό του Προέδρου των κατά την συνεδρίασιν παραστάντων μελών του Δ.Σ. και του Γραμματέως αυτού. 10.Αι συνεδριάσεις του Δ.Σ. δεν είναι δημόσιαι περίληψις των ληφθεισών αποφάσεων δύναται ν’ ανακοινούται μόνον αποφάσει του Δ.Σ. 11.Απαγορεύεται η υπό των μελών του Δ.Σ. ανακοίνωσις εις τρίτους των πρακτικών των συνεδριάσεων ως και των εν τω Δ.Σ. διαμειφθέντων. 12.Αι περί προσωπικών ζητημάτων και τοποθετήσεως κεφαλαίων του Ταμείου συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία επ’ αυτών επιτρέπεται ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Δ.Σ. Το Δ.Σ. δύναται να χαρακτηρίζη και έτερα θέματα ως εμπιστευτικά. 13.Αι αποφάσεις του Δ.Σ. δεν εκτελούνται προ της επικυρώσεως των πρακτικών εκτός της περιπτώσεις καθ’ ην το Δ.Σ. κρίνει ότι επείγουσα ανάγκη επιβάλλει την άμεσον επικύρωσιν των πρακτικών ως προς ωρισμένα θέματα. 14.Μετά την επικύρωσιν των πρακτικών ο Προϊστάμενος του Ταμείου ανακοινοί εις το Δ.Σ. τας ενεργείας του επί των προηγουμένων αποφάσεων αυτού ως επίσης και τα σοβαρώτερα των ληφθέντων εγγράφων εις το Ταμείον, κατά το μεσολαβήσαν από της παρελθούσης συνεδριάσεως διάστημα. 15.Εις την πρώτην μετά την έναρξιν εκάστου μηνός συνεδρίασιν ανακοινοί ο Προϊστάμενος του Ταμείου εις το Δ.Σ. την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον παρελθόντα μήνα έσοδα και έξοδα. «16.Παρά τω Ταμείω λειτουργεί τριμελής Επιτροπή εκ μελών του Δ.Σ. συγκροτουμένη δι’ αποφάσεως αυτού ης έργον είναι η εξέτασις γενικών ή ειδικών θεμάτων παραπεμπομένων αυτή υπό του Δ.Σ. Της Επιτροπής ταύτης μετέχει ως Εισηγητής άνευ ψήφου ο Διευθυντής του Ταμείου. Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο γραμματεύς του Δ.Σ. ή υπάλληλος του Ταμείου οριζόμενος υπό του Δ.Σ. Η διαδικασία, ο τρόπος λήψεως αποφάσεων ως και παν πρόσφορον μέσον δια την ομαλήν λειτουργίαν ταύτης, ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων του Δ.Σ. του Ταμείου. Ο αριθμός των αμειβομένων κατά μήνα συνεδριάσεων ορίζεται κατ’ ανώτατον όριον εις 4». Η παρ. 16 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 39610/Σ.953 της 20 Ιουν./7 Ιουλ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 602(α) Αρμοδιότης του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.9.-Το Δ.Σ. διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. Ειδικώτερον δε: 1.Επιβάλλεται της κανονικής εισπράξεως των πόρων του Ταμείου. 2.Διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου βάσει των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. 3.Αποφασίζει περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος. 4.Αποφασίζει περί της απονομής των παροχών και μεριμνά δια την ταχείαν και κανονικήν χορήγησιν αυτών. 5.Εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν και απολογισμόν του Ταμείου και το μαθηματικόν αυτού ισοζύγιον. 6.Εγκρίνει πάσαν δαπάνην αφορώσαν την εν γένει λειτουργίαν του Ταμείου κατά τας σχετικάς διατάξεις του Ταμείου. 7.Διορίζει, προάγει και απολύει το προσωπικόν του Ταμείου κατά τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος. 8.Λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Ταμείου. 9.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ειμή μόνον δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. Αρμοδιότης Προέδρου Δ.Σ.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.