📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 49546/Σ1532/1939 της 22 Ιουν./15 Ιουλ. 1940 (ΦΕΚ Β΄ 149) Περί ανασυντάξεως καταστατικού Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου. Έχοντες υπ’ όψει, 1)το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής νομοθεσίας». 2)Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών μετάλλου, 3)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. 314 και 369/1939) αποφασίζομεν. Όπως το καταστατικόν του Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών μετάλλου ανασυνταχθή και ισχύση ως ακολούθως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1 Γενικαί διατάξεις και έκτασις ασφαλίσεως Έδρα του Ταμείου Άρθρ.1.-Το δια Ν.Δ. της 5/11/35, ως ετροποποιήθη δια του άρθρ. 10 του Α.Ν. 694/1937, συσταθέν Επικουρικόν Ταμείον Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών μετάλλου αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου εδρεύει εν Πειραιεί και υπάγεται υπό τον έλεγχον και Εποπτείαν του Υφυπουργείου Εργασίας. Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.9.-«1.Εις τας πόλεις ή Δήμους ή Κοινότητας, εις ας επεκτείνεται η λειτουργία του Ταμείου, συνιστώνται Τοπικαί Επιτροπαί, εις ας ανατίθεται η επιμέλεια των υποθέσεων του Ταμείου. Η σύστασις των Τοπικών Επιτροπών η δικαιοδοσία και η αρμοδιότης αυτών, ως και τα όρια της ασφαλιστικής περιοχής εκάστης επιτροπής ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 24166/Σ. 584 της 26 Αυγ./25 Σεπτ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 153) αποφ. Υπ. Εργ. κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 3866/1958. «Ομοίως το Δ.Σ. δι’ αποφάσεώς του, εγκρινομένης υπό του Υπ. της Εργασίας δύναται να διορίζη, ως αντιπρόσωπον του Ταμείου, εις τας πόλεις, εις τας οποίας κατά την κρίσιν του αι εργασίαι αυτού είναι περιωρισμένης εκτάσεως, δημόσιον τινά υπάλληλον εκ των εις αυτάς υπηρετούντων. Εν τη σχετική αποφάσει καθορίζεται η αποζημίωσις του διοριζομένου ως αντιπροσώπου του Ταμείου και η έκτασις των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του .Η κατά τ’ ανωτέρω οριζομένη αποζημίωσις δεν δύνανται πάντως να υπερβή την εκάστοτε ισχύουσαν παγίαν αποζημίωσιν δια τον Πρόεδρον του Δ. Σ.». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 29390/3310 της 14 Αυγ. /20 Σεπτ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 138) αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.»Αι Τοπικαί Διοικητικαί Επιτροπαί του Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και ανικάνων Εργατών Μετάλλου ανασυντιθέμεναι ορίζονται τριμελείς πλην της Θεσ/νίκης ήτις ορίζεται τετραμελής και αποτελούνται: α)Εξ ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας ή εν ελλείψει τοιούτου εξ ενός ετέρου Δημοσίου υπαλλήλου ως Προέδρου. β)Εξ ενός εκπροσώπου των εργοδοτών. γ)Εξ ενός εκπροσώπου των ησφαλισμένων, πλην της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής Θεσ/νίκης, εις ην μετέχουν δύο εκπροσώποι των ησφαλισμένων. Ο Πρόεδρος και τα μέλη εκάστης Τ. Δ. Ε. μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων διορίζονται δι’ αποφάσεως των οικείων Νομαρχών συμφώνως προς τας διατάξεις του Νόμ. 3200/55 δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Χρέη Εισηγητού Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί ο Προϊστάμενος του Υποκ/τος ή ο αναπληρωτής αυτού διοριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια της περί του διορισμού των μελών της Τ. Δ. Ε. αποφάσεως του Νομάρχου. Τα υπό στοιχ. β΄ και γ΄ μέλη της Επιτροπής, μετά των αναπληρωτών των υποδεικνύονται κατά τα υπό του άρθρ. 8 του Νόμ. 4346/64 οριζόμενα τη εγγράφω αιτήσει του οκείου Νομάρχου. Κατά τα λοιπά ισχύουν και εφαρμόζονται αι διατάξεις του καταστατικού του Ταμείου». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 85596 της 23/28 Σεπτ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 408). (Αντι της σελ. 1979) Σελ. 1979(α) Τεύχος 479 Σελ. 105 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 3.Εις βάρος του Ταμείου, δια τας παρεχομένας υπηρεσίας καταβάλλονται κατά μήνα μεν δραχ. (300) εις τον Πρόεδρον των Τ. Επιτροπών κατά συνεδρίασιν δε δραχ. (75) εις τα μέλη των Τοπικών Επιτροπών του αριθμού των αμειβομένων συνεδριάσεων κατά μήνα μη δυναμένου να υπερβή τας δύο μεν δια την Τοπικήν Επιτροπήν Θεσσαλονίκης, την μίαν δε δια τας λοιπάς. «4.Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δια την ρύθμισιν γενικωτέρων θεμάτων του Ταμείου, επιτρέπεται η μετακίνησις του Προέδρου, ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εκτός έδρας, κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου καθοριζούσης και τον χρόνον της εκτός έδρας παραμονής των και εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας. Εις τα μετακινούμενα ως άνω μέλη, καταβάλλεται εκτός των εξόδων μετακινήσεως και ημερησία αποζημίωσις ίση προς την ην δικαιούται δημόσιος υπάλληλος επί βαθμώ Διευθυντού Α΄ τάξεως εξερχόμενος της έδρας του δι’ υπηρεσίαν». Η παρ. 4 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56028 της 13/18 Ιαν. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 12) αποφ. Υπ. Εργασίας. Δυνάμει της υπ’ αριθ. 68521 της 19 Σεπτ. 1961 εγκυκλίου διαταγής (υπ’ αριθ. 280) δεν απαιτείται έγκρισις του Υπ. Εργασίας δια μετακινήσεις εκτός έδρας μέχρι τριών ημερών και μέχρι το πολύ τριών προσώπων (μελών Δ.Σ. και υπαλλήλων) υπό τον όρον υπάρξεως πιστώσεως εν τω Προϋπολογισμώ κλπ. Λειτουργία Υπηρεσιών του Ταμείου Προσωπικόν, Πειθαρχική εξουσία Άρθρ.10.-1.Η σύνθεσις και αι αρμοδιότητες των υπηρεσιών του Ταμείου και η λειτουργία αυτών, τ’ αφορώντα το προσωπικόν, τα προσόντα των εφεξής προσληφθησομένων, ο τρόπος προσλήψεως αυτών, αι αποδοχαί, τα της προαγωγής τούτων, τα των αδειών, οι λόγοι πειθαρχικής διώξεως, αι πειθαρχικαί ποιναί, ο τρόπος ασκήσεως της πειθαρχικής δικαιοδοσίας, ως και παν έτερον σχετικόν προς την υπαλληλικήν κατάστασιν θα ορισθούν δια Διοικητικού Κανονισμού, θεσπιζομένου υπό του Δ.Σ., εγκρινομένου υπό του Υφυπουργού Εργασίας μετά την γνώμην του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ Οικονομική οργάνωσις του Ταμείου Πόροι του Ταμείου - Υπολογισμός μισθών Άρθρ.11.-Πόροι του Ταμείου είναι: α)Εισφορά των ησφαλισμένων εκ (4%) επί των πάσης φύσεως αποδοχών των. Σελ. 1980(α) Τεύχος 479 Σελ. 106 β)Εισφορά των εργοδοτών εξ (6%) επί των αυτών ως άνω αποδοχών των ησφαλισμένων. Τα εδάφ. α΄ και β΄ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ.10065/1103 της 4 Ιουλ. /23 Αυγ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 116) αποφ. Υπ. Εργασίας, ισχυσάσης μέχρι 30 Ιουν. 1958. Από 1ης Ιουλ. 1958, δια του άρθρ. 5 Νομ. 3866/1958 ωρίσθη: α)Εισφορά ησφαλισμένου 3.1/2% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτού. β)Ισόποσος εισφορά του εργοδότου. Δια τον υπολογισμόν των εισφορών, οι ησφαλισμένοι κατατάσσονται εις μίαν των ασφαλιστικών κλάσεων του άρθρ. 25 Α.Ν. 1846/1951 (τόμ. 15Β σελ. 44,01) δι’ ας προσδιορίζονται τα ανάλογα τεκμαρτά ημερομίσθια εφ’ ων υπολογίζονται αι εισφοραί. Δυνάμει των άρθρ. 6 και 12 Νόμ. 3213/1955 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί μέτρων προστασίας της Επαρχιακής Βιομηχανίας» (τόμ. 13 σελ. 86,01) αι εισφοραί εργοδοτών και ησφαλισμένων επί των επαρχιακών βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων μειούνται: α)κατά 10% επί των εις την ηπειρωτικήν επαρχιακήν περιοχήν της χώρας συμπεριλαμβανομένης και της Ευβοίας και β)κατά 20% προκειμένου περί των εις τας νήσους τοιούτων. γ)Τα εκ της διαχειρίσεως της περιουσίας του εισοδήματα. δ)Τας τυχόν προς αυτό δωρεάς και κληροδοτήματα και παν έκτακτον έσοδον. 2.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 451/1972, κατωτ. αριθ. 13). 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 3.Εάν δια την παροχήν εργασίας ή υπηρεσίας συνεφωνήθη εβδομαδιαίος μισθός το έκτον τούτου θεωρείται ως ημερήσιος μισθός του ησφαλισμένου, εκτός εάν η εργασία ή αι υπηρεσίαι παρέχονται επί επτά ημέρας, οπότε ημερήσιος μισθός θεωρείται το έβδομον. Εάν καταβάλληται μηνιαίος μισθός, ως ημερήσιος μισθός λογίζεται το εικοστόν πέμπτον του μηνιαίου μισθού, πλην εάν η συμπεφωνημένη εργασία ή αι υπηρεσίαι παρέχωνται καθ’ όλας τας ημέρας του μηνός, οπότε ως ημερήσιος μισθός θεωρείται το τριακοστόν. Εάν όμως εις τας περιπτώσεις των δύο προηγουμένων εδαφίων ο ησφαλισμένος εργάζεται συνήθως ουχί καθ’ ολόκληρον την εβδομάδα ή τον μήνα και λαμβάνει ως εκ τούτου μισθόν ηυξημένον, ο ημερήσιος μισθός εξευρίσκεται διαιρουμένου του ληφθέντος ποσού αναλόγως δι’ έξ ή είκοσι πέντε. 4.Επί συμπεφωνημένης αμοιβής κατ’ αποκοπήν ή κατά τεμάχιον, ή κατ’ άλλον τρόπον, ο ημερήσιος μισθός του ησφαλισμένου εξευρίσκεται κατά τας διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της προηγουμένης παραγράφου βάσει του εκ της φύσεως της παρεχομένης εργασίας ή υπηρεσίας πιθανού εβδομαδιαίου ή μηνιαίου μισθού του ησφαλισμένου. 5.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 451/1972, κατωτ. αριθ. 13). 6.Προκειμένου περί επ’ ευκαιρία εργαζομένων ησφαλισμένων, ούτοι κατατάσσονται εις ασφαλιστικάς κλάσεις κατά κατηγορίας επί τη βάσει του τεκμαιρομένου εισοδήματος εκάστης κατηγορίας τούτων, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. 7.Αι μέχρι της ενάρξεως της εφαρμογής του συστήματος της κατά τα ανωτέρω κατατάξεως των ησφαλισμένων εις ασφαλιστικάς κλάσεις, πραγματοποιηθείσαι εν ασφαλίσει του Ταμείου ημέραι εργασίας λογίζονται ως πραγματοποιηθείσαι εις την αμέσως κατωτέραν ασφαλιστικήν κλάσιν εκείνης, εις ην θέλει το πρώτον καταταγή η κατηγορία εις την οποίαν ανήκει κατά τ’ ανωτέρω ο ησφαλισμένος. 8.Ο ησφαλισμένος όστις ειργάσθη παρά τω εργοδότη τμήμα μόνον ημέρας, υποχρεούται μετά του εργοδότου εις την καταβολήν της εισφοράς ολοκλήρου ημέρας. Ως βάσις υπολογισμού της εισφοράς ορίζεται η ημέρα εργασίας ή η εβδομάς ή ο μην. 9.Ο εργοδότης βαρύνεται με ολόκληρον την εισφοράν ησφαλισμένου και εργοδότου, εφ’ όσον ουδεμίαν εις χρήμα αμοιβήν εισπράττει ο ησφαλισμένος παρά τούτου ή παρά τρίτων. 10.Η παρά των επ’ ευκαιρία εργαζομένων ησφαλισμένων καθυστέρησις της καταβολής των εισφορών πέραν της υπό του άρθρ. 12 παρ. 2 εδάφ. β΄ του Κατ/κού οριζομένης προθεσμίας, συνεπάγεται την στέρησιν των παροχών. Ο ησφαλισμένος δύναται να λάβη γνώσιν οποτεδήποτε των στοιχείων των αφορώντων την ασφαλιστικήν του σχέσιν. Οι παρά τας διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου υπαχθέντες εις την ασφάλισιν αυτού και εξαιρεθέντες ταύτης νομίμως, δεν δικαιούνται της επιστροφής των καταβολών των εφ’ όσον ο εργοδότης δεν κατέβαλε ταύτας εις το Ταμείον». Αι παρ. 5-10 προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 56201/1 της 15/30 Απρ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 92) αποφ. Υπ. Εργασίας. Καταβολή των εισφορών Άρθρ.12.-1.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 451/1972, κατωτ. αριθ. 13). 2.Δια την καταβολήν εις το Ταμείον των εργατικών και εργοδοτικων εισφορών ισχύουσι κατ’ αναλογίαν των διατάξεων του άρθρ. 22 του Νόμ. 6298 εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 3 εδαφ. 4 του Α.Ν. 1495 τα κάτωθι: α-β))Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 451/1972, κατωτ. αριθ. 13). γ)Εάν ο εργοδότης δεν καταβάλη εις το Ταμείον τα εκ των μισθών και ημερομισθίων των ησφαλισμένων παρακρατηθέντα κατά την προηγουμένην παράγραφον ποσά, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως εις βαθμόν πλημμελήματος ασχέτως ποσού. δ)Η παρά του εργοδότου μη καταβολή των εισφορών δεν συνεπάγεται δια τον ησφαλισμένον στέρησιν ή μείωσιν των δικαιωμάτων αυτού επί των παροχών. Είσπραξις καθυστερουμένων εισφορών Άρθρ.13.-1-2.(Αφεώρων την είσπραξιν εργοδοτικών και εργατικών εισφορών μη καταβληθεισών εμπροθέσμως. Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 451/1972, κατωτ. αριθ. 13). 3)Ως τίτλοι δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των περί ων ανωτέρω απαιτήσεων χρησιμεύουν α)αι μισθοδοτικαί καταστάσεις των οφειλετών και εν ανυπαρξία τούτων αι τοιαύται του Ι.Κ.Α. β)αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανόμεναι ως ακολούθως: Ο Διευθυντής του Ταμείου επί τη βάσει εκθέσεων του Τμήματος Εσόδων και της Οικονομικής Επιθεωρήσεως καθορίζει δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του το οφειλόμενον ποσόν και κοινοποιεί επί αποδείξει ή δια δικαστικού κλητήρος την απόφασιν ταύτην εις τον οφειλέτην εργοδότην μετά προσκλήσεως προς πληρωμήν των οφειλομένων εντός προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως. Κατά της αποφάσεως ταύτης και εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 20 ημερών από της κοινοποιήσεως επιτρέπεται αναθεώρησις ενώπιον του Δ.Σ. Της αιτήσεως αναθεωρήσεως ορίζεται δικάσιμος γνωστοποιουμένη εις τον εργοδότην δια (Αντί της σελ. 1981) Σελ. 1981(α) Τεύχος 479 Σελ. 107 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 συστημένης επί αποδείξει επιστολής. Κατά την συζήτησιν καθ’ ην δύναται ο εργοδότης να παρασταθή αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου, προσκομίζων άμα και άπαντα τα αποδεικτικά του στοιχεία, εξετάζονται αι τυχόν αντιρρήσεις αυτού και εκδίδεται απόφασις τ ου Δ.Σ. καθορίζουσα το οφειλόμενον ποσόν. Η απόφασις αύτη είναι οριστική και τελεσίδικος και αποτελεί τίτλον εισπράξεως της απαιτήσεως δια των αρμοδίων Δημοσίων Ταμείων κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. Σελ. 1982(α) Τεύχος 479 Σελ. 108 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 4)Εν περιπτώσει αναγκαστικής εισπράξεως των απαιτήσεων του Ταμείου δια πλειστηριασμού, ή εν περιπτώσει αναγγελίας εις πλειστηριασμόν ή πτώχευσιν αύται κατατάσσονται προνομιακώς μετά των απαιτήσεων της παρ. 4 του άρθρ. 940 της Πολιτικής Δικονομίας. Επί ενδεχομένης ανεπαρκείας του απομένοντος υπολοίπου προς εντελή εξόφλησιν αι ούτω συντρέχουσαι προνομιακαί απαιτήσεις κατατάσσονται συμμέτρως. 5)Εάν εισεπράχθησαν καταβολαί του ησφαλισμένου ή εισφοραί του εργοδότου αχρεωστήτως, επιστρέφονται αιτήσει του ενδιαφερομένου ατόκως μεν εάν η καταβολή εγένετο υπαιτιότητι του καταβάλλοντος, εντόκως δε προς 5% εάν η είσπραξις εγένετο υπαιτιότητι του Ταμείου, καταργουμένης πάσης αντιθέτου του παρόντος άρθρου διατάξεως. Το άρθρ. 13 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56212/1 της 24/30 Μαρτ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 64) αποφ. Υπ. Εργασίας. Περί της επιβαρύνσεως των καθυστερουμένων εισφορών προς άπαντας τους Οργανισμούς Κοινων. Ασφαλίσεως βλ. Π.Υ.Σ. 92/1956 κυρωθείσαν δια του Ν.Δ. 3762/1957 (τόμ. 15Β σελ. 144,07), και άρθρ. 3 του αυτού Ν.Δ/τος (σελ. 144,12). Όσον αφορά την ρύθμισιν τρόπου εξοφλήσεως καθυστερουμένων εισφορών βλ. 1) τας ανωτέρω διατάξεις, 2)Π.Υ.Σ. 162/1959 κυρωθείσαν δια του Νόμ. 4052/1960 (τόμ. 15Β σελ. 124,49 και επ.), και 3)άρθρ. 10 Νόμ. 4321/1963 (τόμ. 39 σελ. 12,04) εν συνδυασμώ προς την υπ’ αριθ. 51909/1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (τόμ. 15Β σελ. 124,02). Διάθεσις και ανάληψις κεφαλαίων Άρθρ.14.-1) «Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου, επενδύονται κατά την κρίσιν του Δ.Σ. εις χρεώγραφα του Κράτους ή εις κινητάς αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού, κατατιθέμενα παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ή τη Εθνική Τραπέζη της Ελλαδος ή τη Εμπορική Τραπέζη της Ελλάδος ή Τραπέζη Αθηνών ή Λαϊκή Τραπέζη ή Ιονική Τραπέζη, προς φύλαξιν, ή διατίθενται προς απόκτησιν προσοδοφόρων ακινήτων ή προς χορήγησιν τοκοχρεωλυτικών ενυποθήκων δανείων κατά τους κατωτέρω ορισμούς». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 29389/3312 της 19 Μαΐου/24 Ιουν. 1949 (ΦΕΚ Β΄ 97) αποφ. Υπ. Εργασίας. Ως προς τας καταθέσεις και επενδύσεις των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. και Ασφαλιστικών Ταμείων, βλ. και Α.Ν. 1611/1950, εν συνδυασμώ προς το Ν.Δ. 3856/1958 (τόμ. 39 σελ. 12 και επ.), ως και άρθρ. 12 Ν.Δ. 3083/1954 (τόμ. 15Β σελ. 70,25). 2.Δια την υπό του ταμείου πρόσκτησιν προσοδοφόρων ακινήτων, απαιτείται: α)Σχετική απόφασις του Δ.Σ. να έχη ληφθή διαψήφων τουλάχιστον επτά, αφού προηγουμένως βεβαιωθούν προσηκόντως αι κατά την αμέσως προηγουμένη τριετίαν πρόσοδοι του ακινήτου. β)Εκτίμησις του ακινήτου γενομένη ως κάτωθι: Το Δ.Σ. του Ταμείου ορίζει ένα μηχανικόν δημόσιον υπάλληλον προς ον αναθέτει την εντολήν της εκτιμήσεως των προσφερθέντων τω Ταμείω οικημάτων. Επί τη βάσει της σχετικής εκθέσεως του ανωτέρω μηχανικού το Δ.Σ. υποδεικνύει μέχρι τριών εκ των καταλληλοτέρων κατά την κρίσιν του, εκτιμηθέντων οικημάτων και αναθέτει νέαν οριστικήν εκτίμησιν αυτών εις τριμελή Επιτροπήν της εκλογής του, αποτελουμένην εξ ενός μηχανικού δημοσίου υπαλλήλου, ενός των εκτιμητών της Κτηματικής Τραπέζης και ενός αντιπροσώπου του Ταμείου. Το Δ.Σ. αποφασίζει και εκλέγει βάσει της εκθέσεως της ανωτέρω Επιτροπής. γ)Έγκρισις της περί προσκτήσεως αποφάσεως του Δ.Σ. υπό του Υφυπουργού Εργασίας. Η έγκρισις του Υφυπουργού Εργασίας θεωρείται ως δοθείσα εάν παρέλθη άνευ απαντήσεως χρονικόν διάστημα είκοσι ημερών, αφ’ ης ήθελεν υποβληθή παρά του Ταμείου εις το Υφυπουργείον Εργασίας σχετική απόφασις του Δ. Συμβουλίου, μετά του σχετικού φακέλλου και αντιγράφου πρακτικών της συνεδριάσεως καθ’ ην ελήφθη αύτη. Ο Υπουργός δικαιούται προ της εγκρίσεως να διατάξη εις βάρος του Ταμείου νέαν εκτίμησιν του ακινήτου παρ’ ειδικής παρ’ αυτού κατά τα ανωτέρω συνιστωμένης εκτιμητικής Επιτροπής. «δ)Δύναται το Δ.Σ. του Ταμείου να προβή εις ανοικοδόμησιν του εν Πειραιεί ιδιοκτήτου ακινήτου του μετ’ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας εκ των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου ή δια της συνάψεως ενυποθήκου δανείου, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου περί εκτελέσεως Δημοσίων Έργων. Αι λεπτομέρειαι της αναθέσεως του έργου εποπτείας και επιμετρήσεως καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου». Το εδάφ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 35945/3335 της 24 Σεπτ. /18 Οκτ. 1946 (ΦΕΚ Β΄ 171) αποφ. Υπ. Εργασίας. «Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Διοικητικόν Συμβούλιον επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, προκαλεί είτε αναθέ(Αντί της σελ. 1983) Σελ. 1983(α) Τεύχος 607 Σελ. 113 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 τον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προσμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον ,συγγραφή υποχρεώσεων κλπ.) Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανικούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κλπ., ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου μέσω του επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, είτε ετου εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Σελ. 1984(α) Τεύχος 607 Σελ. 114 Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών, μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό του από 13 Ιουν. 1941 Δ/τος ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Αι εντός « » διατάξεις προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. Φ. 56202/1 της 11/22 Μαρτ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 56) αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.Δια την χορήγησιν ενυποθήκων δανείων δέον. α)το δάνειον να χορηγήται επί πρώτη υποθήκη του ακινήτου μέχρι του ποσού του 1/3 της εκτιμηθείσης αξίας του ακινήτου, προτιμωμένων των αιτήσεων των σιδηροβιομηχάνων, β)το ακίνητον να είναι αστικόν, να κείται εντός του σχεδίου των πόλεων Αθηνών ή Πειραιώς, αι δε ετήσιαι πιθαναί πρόσοδοι αυτού να είναι ίσαι τουλάχιστον του ετησίου τοκοχρεωολυσίου του χορηγουμένου δανείου, γ)το ακίνητον να είναι απηλαγμένον παντός βάρους εμπραγμάτου ή ρυμοτομίας και ν’ ανήκη εξ ολοκλήρου εις τον παραχωρούντα την υποθήκην, δ)η εκτίμησις του ακινήτου να έχη γίνει υπό τριμελούς εκτιμητικής Επιτροπής διοριζομένης και απαρτιζομένης κατά τους ορισμούς του υπό στοιχ. β΄ εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου, ε)το δάνειον δύναται να χορηγήται και υπό τον όρον της υπέρ του Ταμείου εκχωρήσεως αναλόγου μέρους των προσόδων του ακινήτου. 4.Εις δάνεια προς τους υπαλλήλους Ταμείου εφόσον συνεπλήρωσαν διετή υπηρεσίαν παρ’ αυτώ προς κάλυψιν επιτακτικών και απροβλέπτων αναγκών αυτών κατόπιν αποφάσεως του Δ. Σ. Το δάνειον δεν δύναται να υπερβή το ποσόν του μισθού 3 μηνών δι’ εκάστον, χορηγείται δε επί τόκω 5% και ασφαλίστρω 1% και εξοφλείται εις δόσεις καθοριζομένας υπό του Δ. Συμβουλίου. Οι τυχόντες ήδη δανείου υπάλληλοι δικαιούνται εφ’ όσον συντρέχουν αι ανωτέρω προϋποθέσεις νέου δανείου μέχρι συμπληρώσεως του ποσού τριών μισθών. Η παραγρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Ε4/105/3188 της 23/27 Αυγ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1053) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 5.Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις δύναται το Δ.Σ. του Ταμείου να χορηγή δι’ αποφάσεώς του δάνεια και προς τους συνταξιούχους του Ταμείου. Τα δάνεια δεν δύνανται να υπερβαίνουν το ποσόν των τριών μηνιαίων συντάξεων δι’ έκαστον συνταξιούχον εκ των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου. Η παρ. 5, προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 2250/Σ. 9 της 27 Απρ./3 Μαΐου 1950 (ΦΕΚ Β΄ 69) αποφ. Υπ. Εργ., αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Ε4/105/3188 της 23/27 Αυγ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1053) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «1α.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά σύμφωνον απόφασιν της Νομισματικπης Επιτροπής, επιτρέπεται η επένδυσις μέρους των αποθεματικών κεφαλαίων του Ταμείου εις μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχάς των Εταιρειών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και Αμοιβαίων Κεφαλαίων, και εις μετοχάς ανεγνωρισμένων Τραπεζών. Η δια της παρούσης αποφάσεως παρεχομένη έγκρισις τελεί υπό την προϋπόθεσιν ότι, η ως άνω τροποποίησις του Καταστατικού του Επικουρικού Ταμείου Εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου είναι σύμφωνος προς τας διατάξεις του Νόμ. 876/79, τούτο διαπιστουμένου υπό του κατά νόμον αρμοδίου, εν προκειμένω, Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών». Η τελευταία διάταξη προστέθηκε από την απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 58/13. 3. 1981. Άρθρ.15.-Αι αναλήψεις χρημάτων παρά Τραπεζών ενεργούνται δι’ εξοφλητικών αποδείξεων ή δι’ επιταγών υπογραφομένων παρά του Προέδρου του Δ.Σ. ή τη προτάσει τούτου παρά του υπό του Δ.Σ. οριζομένου Αντιπροέδρου ή Συμβούλου και αφ’ ετέρου παρά του Διευθυντού του Ταμείου ή του παρά του Δ.Σ. οριζομένου αναπληρωτού του. Το ανώτατον όριον των ημερησίως δυναμένων αναλαμβάνωνται χρηματικών ποσών ορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. κοινοποιουμένης και προς τας μετά του Ταμείου συναλλασσομένας Τραπέζας. Δια την ανάληψιν τίτλων παραστατικών αξιών ως και δια πάσαν μετατροπήν των εις κινητάς αξίας κεφαλαίων του Ταμείου απαιτείται απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη δια ψήφων 7 και εγκρινομένη υπό του Υφυπουργού Εργασίας. Έλεγχος διαχειρίσεως του Ταμείου Άρθρ.16.-1.Εντός του πρώτου τριμήνου εκάστου έτους ενεργείται ο έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου κατά το προηγούμενον έτος παρ’ εξελεγκτικής Επιτροπής, οριζομένης υπό του Υφυπουργού Εργασίας και απαρτιζομένης. α)Εκ του Επιθεωρητού Ασφαλιστικών Οργανισμών του Υφυπουργείου Εργασίας, ως Προέδρου. β)Εξ ενός επόπτου Ασφαλιστικών Οργανισμών. γ)Εξ ενός ανωτέρου οικονομικού υπαλλήλου του Υπουργείου των Οικονομικών. δ)Εξ ενός αντιπροσώπου των ησφαλισμένων. 2.Η εξελεγκτική Επιτροπή εξετάζει την νομιμότητα του προϋπολογισμού του Ταμείου, επαληθεύει τα εν αυτοίς αναγραφόμενα στοιχεία, εξελέγχει τας διαχειριστικάς πράξεις αυτού εάν είναι σύμφωνοι προς τον Νόμον και τας διατάξεις του Καταστατικού, ερευνά το ακριβές της τηρήσεως των Λογιστικών βιβλίων, προβαίνει εις την καταμέτρησιν των εν τω Ταμείω μετρητών, ελέγχει τους όρους διενεργείας διαγωνισμών δια προμήθειαν και μισθώσεις ακινήτων, εκδίδει εις βάρος των υπολόγων διαχειριστών καταλογιστικάς πράξεις, δικαιούται να εφιστά την προσοχήν της Διοικήσεως του Ταμείου, επί της δράσεως των υπαλλήλων του και να αιτήται την πειθαρχικήν αυτών δίωξιν. 3.Το προσωπικόν του Ταμείου οφείλει να διευκολύνη εν παντί το έργον της Εξελγκτικής Επιτροπής και να παρέχη εις αυτήν άπαντα τα σχετιζόμενα προς την διαχείρισιν του Ταμείου στοιχεία και πάσαν χρήσιμον πληροφορίαν. 4.Περί των πορισμάτων του ελέγχου συντάσσεται παρά της Εξελεγκτικής Επιτροπής έκθεσις, ήτις υπογραφομένη παρά πάντων των μελών και περιέχουσα και τας απόψεις της τυχόν μειοψηφίας, υποβάλλεται δια του Προέδρου εις του Υφυπουργείον Εργασίας. 5.Εις τον Πρόεδρον της εξελεγκτικής Επιτροπής χορηγείται εφ’ άπαξ αποζημίωσις δραχ. 2.000 εις έκαστον δε των λοιπών μελών ανά δραχ. 1.500. Ακατάσχετον Άρθρ.17.-Κατ’ αναλογίαν των διατάξεων του άρθρ. 43 του Νομ. 6298 εν συνδυασμώ προς το Άρθρ.2.-1.Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των εν τω επομένω άρθρω αναφερομένων προσώπων εις περίπτωσιν επελεύσεως ανικανότητος ή γήρατος, ως και των μελών της οικογενείας αυτών εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου αυτών ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Πρόσωπα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν άρθρ. 3 εδάφ. 4 του Α.Ν. 1495, απαγορεύεται η κατάσχεσις ή η εκχώρησις των παροχών των χορηγουμένων παρά του Ταμείου. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η κατάσχεσις ή η εκχώρησις μέχρι των 2/5 του ποσού λόγω διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V Αμφισβητήσεις - Ποινικαί κυρώσεις Λύσις Αμφισβητήσεων. Άρθρ.18.-1.Εργοδόται αμφισβητούντες ότι το προσωπικόν αυτών υπόκειται εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Ταμείου δικαιούνται κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρ. 10 παρ. 4 του Α.Ν. 694 να ζητήσωσι την λύσιν της αμφισβητήσεως παρά του Υφυπουργού Εργασίας. 2.Εισφοραί εκ της ανωτέρω αιτίας τυχόν αδικαιολογήτως εισπραχθείσαι επιστρέφονται (Αντί για τη σελ. 1985(α) Σελ. 1985(β) Τεύχος Ε123 Σελ. 117 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 εις τον αμφισβητούντα εργοδότην ή τον δικαιούχον ησφαλισμένον κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρ. 13 του παρόντος, εντόκως προς 5% από της κοινοποιήσεως προς το Ταμείον Υπουργικής Αποφάσεως της επιλυούσης την εγερθείσαν αμφισβήτησιν. Ποινικαί διατάξεις Άρθρ.19.-1.Εργοδόται μη καταβάλλοντες εμπροθέσμως εις το Ταμείον τας εισφοράς αυτών υπέρ του Ταμείου ή μη εισπράττοντες παρά των εργατών τας νενομισμένας εισφοράς τούτων ή εισπράττοντες και μη καταβάλλοντες εις το Ταμείον τας κρατήσεις εκ των εργατικών ημερομισθίων ή μισθών τιμωρούνται, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 του Ν. Δ. της 5 Νοεμ. 1935, με χρηματικήν ποινήν μέχρι 10.000 δραχμών ή δια φυλακίσεως μέχρι δύο μηνών και εν υποτροπή δι’ αμφοτέρων των ποινών. 2.Κατ’ αναλογίαν των διατάξεων του άρθρ. 68 παρ. 2 και 5 του Νόμ. 6298 εν συνδυασμώ προς το άρθρ. 3 εδάφ. 4 του Α.Ν. 1495, πας εργοδότης παραβαίνων τους ορισμούς του άρθρ. 5 παρ. 1 του παρόντος τιμωρείται δια προστίμου από δραχ. 300 μέχρι 2.000. Το ποσόν των κατά τα ανωτέρω επιβαλλομένων προστίμων πολλαπλασιάζεται αναλόγως των διακεκριμένων παραβάσεων ή του αριθμού των προσώπων, εις βάρος των οποίων εγένετο η παράβασις, χωρίς όμως εν τω συνόλω να δύναται να υπερβή τας δραχ. 10.000 δια τας εντός δύο εβδομάδων λαβούσας χώραν παραβάσεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI Μεταβατικαι διατάξεις Άρθρ.20.1.Εις προσωρινήν σύνταξιν εκ του Ταμείου δικαιούνται εκ των ησφαλισμένων: α)Οι συμπληρώσαντες το 60όν έτος της ηλικίας, πλην των λεβητοποιών, δι’ ους το όριον ηλικίας ορίζεται εις το 55ον και 20ετή υπηρεσίαν ως εργάται μετάλλου, αποχωρούντες του επαγγέλματος. β)Οι καταστάντες διαρκώς ανίκανοι προς άσκησιν του επαγγέλματος του εργάτου μετάλλου, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν 10ετή τουλάχιστον υπηρεσίαν, ως εργάται μετάλλου. «Και οι προσωρινώς ανίκανοι του επαγγέλματος τούτου εφ’ όσον συνεπλήρωσαν δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσίαν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 8804/Σ. 195 της 10/30 Ιουν. 1942 (ΦΕΚ Β΄ 90) αποφ. Υπ. Εργασίας. γ)Οι καταστάντες ανίκανοι συνεπεία φυματιώσεως, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν 4ετή τουλάχιστον υπηρεσίαν, ως εργάται μετάλλου. δ)Οι καταστάντες ανίκανοι συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως ετών υπηρεσίας και ηλικίας. Σελ. 1986(β) Τεύχος Ε123 Σελ. 118 ε)«Εις απάσας τας ως άνω περιπτώσεις των εδαφ. α΄ β΄ και γ΄ πλην της υπ’ αυτών καθοριζομένης υπηρεσίας δια την απονομήν συντάξεως, απαιτείται όπως ο αιτών ησφαλισμένος έχη πραγματοποιήσει κατά το τελευταίον τριετές προ της υποβολής της αιτήσεώς του χρονικόν διάστημα 300 ημέρας εργασίας μετά των αντιστοίχων καταβολών. Το εδάφ. ε΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 4320/494 της 13/21 Μαρτ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 39) αποφ. Υπ. Εργ. (Διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 97/1947). «2.Το ποσόν της καταβλητέας εις τους κατά τ’ ανωτέρω δικαιουμένους συντάξεως ορίζεται προσωρινώς από 1/4/1951 εις δραχ. 600 μηνιαίως». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 52275/Σ. 979 της 1/8 Οκτ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 200) αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.Οι δικαιούμενοι κατά τ’ ανωτέρω συντάξεως δέον να υποβάλωσι εις το Ταμείον μετά της αιτήσεώς των και τα κάτωθι στοιχεία: α)Πιστοποιητικόν της οικείας Αρχής, εμφαίνον την ηλικίαν του αιτούντος. β)Πιστοποιητικά των εργοδοτών παρ’ οις ειργάσθη ο αιτών, εμφαίνοντα την ειδικότητα του αιτούντος ως και τον χρόνον της εργασίας αυτού εντός της χώρας. «Ωσαύτως προϋπολογίζεται δια την απονομήν συντάξεως και άπας ο χρόνος εργασίας του αιτούντος εις ας πόλεις δεν έχουσιν επεκταθή αι υπηρεσίαι του Ταμείου». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45660 της 9/27 Δεκ. 1941 (ΦΕΚ Β΄ 222) αποφ. Υπ. Εργασίας. Εν η περιπτώσει ο αιτών έχει εργασθή και εις την αλλοδαπήν δύναται να υπολογισθή χρόνος εργασίας μέχρι 10 ετών εν τη αλλοδαπή εφ’ όσον η εργασία αύτη αποδεικνύεται εκ των προσαγομένων πιστοποιητικών. «Ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας του ησφαλισμένου ως εφέδρου εν τω Στρατώ, Ναυτικώ, Αεροπορία, Χωροφυλακή και Αστυνομία Πόλεων αναγνωρίζεται δια πλήρους εξαγοράς αυτής. Τα ούτω εξαγοραζόμενα έτη άτινα εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να είναι πλείονα των 2 εξομοιούνται προς χρόνον ασφαλίσεως και συνυπολογίζονται εις τον συντάξιμον χρόνον δια την αναγνώρισιν δικαιώματος εις σύνταξιν. 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας εφέδρου λογίζεται ο διανυθείς τοιούτος ως άνω εν τω Στρατώ κλπ. μετά την απόκτησιν υπό του ησφαλισμένου της ιδιότητος του εργάτου Μετάλλου, ουχί δε και ο προ της ιδιότητος ταύτης διανυθείς. Δεν αναγνωρίζεται ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας ησφαλισμένου εφέδρου και εάν έτι πληρώνται αι προϋποθέσεις, εφ’ όσον ο στρατευθείς έφεδρος απέσχε της εργασίας του δι’ οιονδήποτε λόγον κατά την τελευταίαν προ της στρατεύσεώς του διετίαν. Τα δια την αναγνώρισιν και εξαγοράν της ανωτέρω στρατιωτικής εφεδρικής υπηρεσίας υποβληθησόμενα δικαιολογητικά ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου. Η κατά τ’ ανωτέρω αναγνώρισις της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας γίνεται δι’ εξαγοράς του χρόνου ταύτης επί καταβολή δια δόσεων ορισθησομένων υπό του Δ.Σ. και μέχρις 24 κατ’ ανώτατον όριον των εις τον εξαγοραζόμενον χρόνον αντιστοιχουσών εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου των ισχυουσών κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως περί εξαγοράς, υπολογιζομένων επί των αποδοχών ας λαμβάνει ή θα ελάμβανεν ο ησφαλσιμένος κατά τον χρόνον τούτον». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 24172/Σ. 585 της 2/14 Ιουλ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 112) αποφ. Υπ. Εργασίας. γ)Πιστοποιητικόν της οικείας δημοτικής αρχής εμφαίνον την οικογενειακήν αυτού κατάστασιν. Οι αιτούντες σύνταξιν λόγω νόσου ή φυματιώσεως, δέον όπως εκτός των ανωτέρω στοιχείων υποβάλουν και πιστοποιητικόν Σανατορίου ή ιατρού, εμφαίνον την νόσον εξ ης πάσχει ο αιτών και την εξ αυτής ανικανότητα. Προκειμένου περί ησφαλισμένων αιτούντων σύνταξιν ανικανότητος συνεπεία βιαίου συμβάντος εν τη εργασία εξ αφορμής ταύτης, υποβάλλεται και γνωμάτευσις του Τεχνικού Επιθεωρητού συμφώνως προς το άρθρ. 6 παρ. 2 εδάφ. γ΄ του Διοικητικού Κανονισμού. «Προκειμένου περί ησφαλισμένων των Τοπικών Επιτροπών η ανωτέρω γνωμάτευσις υποβάλλεται υπό του οικείου Επιθεωρητού ή επόπτου Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45660 της 9/27 Δεκ. 1941 (ΦΕΚ Β΄ 222) αποφ. Υπ. Εργασίας. Επί των αιτήσεων αποφασίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου. Οι αιτούντες σύνταξιν λόγω ανικανότητος παραπέμπονται προς εξέτασιν εις την οικείαν Υγειονομικήν Επιτροπήν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επί τη βάσει της γνωματεύσεως της οποίας αποφασίζει το Δ.Σ. του Ταμείου. Εν αις πόλεσι δεν έχουσιν εισέτι επεκταθή αι υπηρεσίαι του ΙΚΑ και μέχρις επεκτάσεως αυτών, οι αιτούτνες την απονομήν συντάξεως λόγω φυματιώσεως ή ανικανότητος εξετάζονται υπό του οικείου Νομιάτρου». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45660 της 9/27 Δεκ. 1941 (ΦΕΚ Β΄ 222) αποφ. Υπ. Εργασίας. «Εξαιρετικώς προκειμένου περί ησφαλισμένων φυματικών οίτινες έτυχον συντάξεως, κατά το ανωτέρω, δια περιορισμένον χρονικόν διάστημα και εντός τριετίας υπεβλήθησαν εις τρεις ιατρικάς εξετάσεις ευρέθησαν δε πάσχοντες εκ φυματιώσεως και κατά τας τρεις ιατρικάς εξετάσεις παρ’ ειδικών, η συνταξιοδότησίς των μετατρέπεται, δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου εις οριστικήν (διαρκή) άνευ ετέρας πλέον υγειονομικής των εξετάσεως. Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 21878/Σ. 757 της 4 Αυγ. / 3 Οκτ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 171) αποφ. Υπ. Εργασίας. Δύναται το Δ.Σ., προκειμένου περί φυματικών ησφαλισμένων, νοσηλευομένων εν σανατορίοις να παραπέμπη τούτους προς ιατρικήν εξέτασιν εις τους Διευθυντάς των οικείων σανατορίων,ων αι γνωματεύσεις περί της ανικανότητος και του πιθανού χρόνου διαρκείας ταύτης δέον να τίθεται υπό την κρίσιν της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. επί τη βάσει της γνωματεύσεως της οποίας αποφασίζει το Δ.Σ. του Ταμείου. Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 50126/6442 της 12 Φεβρ. / 3 Μαρτ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 35) αποφ. Υπ. Εργασίας. «4.Εις περίπτωσιν θανάτου ησφαλισμένου, έχοντος πενταετή τουλάχιστον συνεχή εργασίαν εργάτου μετάλλου και τριακοσίας ημέρας εργασίας μετά των αντιστοίχων καταβολών εντός του τελευταίου τριετούς, προ του θανάτου του, χρονικού διαστήματος ή ανεξαρτήτως ετών εργασίας, εφ’ όσον ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν, ως και εις περίπτωσιν θανάτου συνταξιούχου, δικαιούνται συντάξεως η σύζυγος και τα τέκνα αυτού, εφ’ όσον ταύτα δεν είχον συμπληρώσει το 16ον έτος της ηλικίας των και μέχρι συμπληρώσεως αυτού. Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 4320/494 της 13/21 Μαρτ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 39) αποφ. Υπ. Εργ. (διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 97/ 1947). «Η χήρα δικαιούται εις λήψιν ασφαλιστικών παροχών προκειμένου μεν περί συνταξιούχου αν ο γάμος ετέλεσθη τρία τουλάχιστον πλήρη έτη προ του θανάτου του συζύγου της, προκειμένου δε περί ησφαλισμένου, αν από του γάμου συνεπληρώθη έτος. Σελ. 1987 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 Εάν ο θάνατος οφείλεται εις αιφνίδιον βίαιον συμβάν ή οξείαν λοιμώδη νόσον, εκδηλωθείσαν μετά την τέλεσιν του γάμου ή εάν εκ του γάμου εγεννήθη τέκνον ή δι’ αυτού ενομιμοποιήθη τοιούτον, η χήρα αποκτά δικαίωμα εις ασφαλιστικάς παροχάς και μη υπαρχόντων των κατά το προηγούμενον εδάφιον όρων. Επίσης η χήρα αποκτά και μη πληρουμένων των κατά τον αυτόν ως ανωτέρω εδάφιον όρων εφ’ όσον τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης κατά τον χρόνον του θανάτου του συζύγου της ή εάν το δικαίωμα του θανόντος συζύγου εγεννήθη εξ ατυχήματος εργασίας. Η χήρα σύζυγος δεν δικαιούται συντάξεως εφ’ όσον ο θανών σύζυγος κατά τον χρόνον τελέσεως του γάμου ήγεν ή είχεν υπερβή το 60όν έτος της ηλικίας του, εκτός εάν εκ του γάμου τούτου εγεννήθη τέκνον». Η εντός «» διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 21883/Σ. 752 της 15 Οκτ./20 Νοεμ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 208) αποφ. Υπ. Εργασίας. Η σύνταξις της χήρας μετά των τέκνων ορίζεται εις δραχ. 400 της δε άνευ τέκνων χήρας ή των εξ αμφοτέρων των γονέων ορφανών τέκνων εις δραχ. 300 μηνιαίως. Μη υπαρχούσης χήρας ή τέκνων της κατά τ’ ανωτέρω συντάξεως δικαιούνται οι γονείς του θανόντος εφ’ όσον είναι άποροι και ανίκανοι προς εργασίαν συνετηρούντο δε παρ’ αυτού. «Εφ’ όσον εξακριβούται κατόπιν ελέγχου ότι εξέλιπεν η προϋπόθεσις της αναπηρίας ή απορίας των συνταξιοδοτουμένων γονέων αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου διακόπτεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. η συνταξιοδότησις αυτών». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 39463/4850 της 2/28 Φεβρ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 33) αποφ. Υπ. Εργασίας. 5.Εις τους ησφαλισμένους εργάτας μετάλλου τους καταστάντας ανικάνους, λόγω φυματιώσεως προ της συμπληρώσεως 4ετούς μεταλλουργικής εργασίας επιστρέφονται αι ατομικαί αυτών εισφοραί εντόκως. Εις τας ησφαλισμένας εργατρίας μετάλλου ερχομένας εις γάμον επιστρέφονται αι ατομικαί αυτών εισφοραί εντόκως και ηυξημέναι κατά 50%. Εν περιπτώσει όμως επανόδου τούτων εις το επάγγελμα εντός διετίας από της τελέσεως του γάμου, δύνανται αύται να ανακαταβάλωσιν το αναληφθέν ποσόν, αναγνωριζομένης αντιστοίχως της προ της αποχωρήσεως συμμετοχής των εις την ασφάλισιν. Ωσαύτως επιστρέφονται αι ατομικαί εισφοραί εις ησφαλισμένους, καταστάντας ανικάνους προς συνέχισιν της μεταλλουργικής αυτών εργασίας, συνεπεία νόσου ή γήρατος εφ’ όσον δεν δικαιούνται συντάξεως. Σελ. 1988 «6.Ο χρόνος ενάρξεως καταβολής της συντάξεως δι’ απάσας τας περιπτώσεις, τας προβλεπομένας υπό του παρόντος, άρχεται από της ημέρας αφ’ ης υπεβλήθη υπό του ενδιαφερομένου δικαιούχου η αίτησις των πλήρων δικαιολογητικών στοιχείων προς παροχήν ταύτης, υποβαλλομένων εντός εξαμήνου». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45660 της 9/27 Δεκ. 1941 (ΦΕΚ Β΄ 222) αποφ. Υπ. Εργασίας, η δε πρώην παρ. 6 έλαβε τον αριθ. 7. 7.Η κατά τ’ ανωτέρω προσωρινή μηνιαία σύνταξις παύει άμα τη εφαρμογή του οριστικού συνταξιοδοτικού κανονισμού του Ταμείου. Εν περιπτώσει επαναλήψεως της εργασίας υπό συνταξιούχου διακόπτεται η παροχή της συντάξεως. Η ισχύς των διατάξεων του εδαφ. δ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ανατρέχει από της ενάρξεως της λειτουργίας του Ταμείου, «όσον αφορά το δικαίωμα του παθόντος, η δε σύνταξις καταβάλλεται από της υποβολής της αιτήσεως συμφώνως τη παρ. 6 του παρόντος». Το άρθρ. 20 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 49546/Σ. 1532 της 22 Ιουν. / 15 Αυγ. 1940 (ΦΕΚ Β΄ 149) αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 3191 της 17/25 Ιαν. 1941 (ΦΕΚ Β΄ 13) απόφ. Υπ. Εργασίας, η δε τελευταία εντός « » περίοδος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45660 της 9/27 Δεκ. 1941 (ΦΕΚ Β΄ 222) ομοίας. Αι διατάξεις του άρθρ. 20 έχουσι εφαρμογήν επί πασών των ασφαλιστικών περιπτώσεων, καθ’ ας η επέλευσις του ασφαλιζομένου κινδύνου έλαβε χώραν μέχρι της 30/9/1953, δεδομένου ότι από της 1/10/1953 ισχύει ο Κανονισμός Ασφαλιστικών Παροχών του Ταμείου (ΦΕΚ 231 της 19/23.10.1953 τεύχος Βον). 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 8.«α)Απαιτηταί συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας καθ’ ην κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. β)Το δικαίωμα εις σύνταξιν δικαιοδόχων παραγράφεται μετά παρέλευσιν τριετίας από του θανάτου του δικαιοπαρόχου των. γ)Το δικαίωμα εις σύνταξιν των καταστάντων ανικάνων συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος εν τη εργασία ή εξ αφορμής αυτής παραγράφεται μετά έν έτος από της ημέρας του ατυχήματος». Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 4320/ 494 της 13/21 Μαρτ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 39) αποφ. Υπ. Εργ. (Διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 97/ 1947). «9.Αι παρά του Ταμείου επί τη βάσει των διατάξεων της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 67724/1940 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, χορηγηθείσα εις αναπήρους εκ πολεμικού ατυχήματος ή εις δικαιοδόχους θανόντων εν καιρώ πολέμου ησφαλισμένων εργατών μετάλλου συντάξεις δια την διάρκειαν της εμπολέμου καταστάσεως αίτινες εξηκολούθησαν χορηγούμεναι και μετά την λήξιν αυτής δυνάμει των διατάξεων του Α.Ν. 580/45, του Ν.Δ. 229/1947, του Νόμ. 520/1948, του Α.Ν. 901/1949, του Ν.Δ. 1237/1949 και του Ν.Δ. 1238/1949, μετατρέπονται εις οριστικάς τοιαύτας από της λήξεως της δια του Ν.Δ. 1238/1949 ορισθείσης προθεσμίας». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 7749/Σ. 136 της 14/26 Μαρτ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 53) αποφ. Υπ. Εργασίας. «10.Ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω υπηρετήσαντες εις το Στράτευμα ή εις τα Σώματα Ασφαλείας και καταστάντες ανάπηροι, συνεπεία τραυμάτων ή κακουχιών κατά την περίοδον του συμμοριοπολέμου, δικαιούνται συντάξεως ή εν περιπτώσει θανάτου αυτών οι δικαιοδόχοι των και άνευ της πληρώσεως των προϋποθέσεων του παρόντος άρθρου, εφ’ όσον έχουσι πραγματοποιήσει εν συνόλω 300 τουλάχιστον ημέρας εργασίας μετά των αντιστοίχων καταβολών εξ ων 200 κατά την τελευταίαν διετίαν προ της στρατεύσεως ή της επελεύσεως της αναπηρίας ή του θανάτου. Εν περιπτώσει μη πραγματοποιήσεως των κατά τ’ ανωτέρω οριζομένων ημερομισθίων δύνανται οι ησφαλισμένοι ή οι δικαιοδόχοι αυτών, ν’ αναγνωρίσωσι δι’ εξαγοράς ανάλογον χρόνον εκ της στρατιωτικής υπηρεσίας προς συμπλήρωσιν των 200 ημερομισθίων της τελευταίας διετίας, συμφώνως τω εδαφ. β΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου και υπό τον όρον ότι κέκτηνται ούτοι τριετή υπηρεσίαν εργάτου Μετάλλου. Το ποσόν της καταβλητέας συντάξεως καθορίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις των παρ. 2 και 4 του παρόντος άρθρου, καταβαλλομένου και του ειδικού επιδόματος αναπηρίας του καθοριζομένου υπό της υπ’ αριθ. 26112/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας». Η παρ. 10 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 65077/ Σ. 1461 της 1/7 Δεκ. 1950 (ΦΕΚ Β΄ 221) αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.21.-Επιτρέπεται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ., εγκρινομένης υπό του Υφυπουργού Εργασίας, η παροχή επιδομάτων κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων και του Πάσχα. 1)εις συνταξιούχους φυματικούς και υποβαλόντας αίτησιν προς συνταξιοδότησιν τοιούτους, 2)εις τας χήρας ησφαλισμένων μετά προστατευομένων προσώπων, ήτοι ορφανά ησφαλισμένων, ή εις τας χήρας άνευ προστατευομένων προσώπων. 3)εις τας μητέρας χήρας αποβιωσάντων ησφαλισμένων, εφ’ όσον δεν συντηρούνται υπό τέκνων αυτών και 4)εις τους προσκαίρως ή διαρκώς ανικάνους. Άρθρ.22.-«Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται δι’ αποφάσεώς του να συνιστά εις την αρχήν εκάστου ημερολογιακού έτους, τετραμελή Επιτροπήν απαρτιζομένην εξ ενός μέλους εκ της τάξεως των Δημοσίων Υπαλλήλων, εκ του εκπροσώπου των εργοδοτών, εξ ενός μέλους εκ της τάξεως των ησφαλισμένων και εξ ενός μέλους εκ των ειδικών προσώπων δια την προκαταρκτικήν μελέτην και έλεγχον των, επιμελεία της υπηρεσίας Παροχών, καταρτιζομένων σχεδίων αποφάσεων περί απονομής συντάξεων και υποβολήν εκθέσεων εις το Δ.Σ., δι’ ων να προκύπτουν σαφή τα δεδομένα, εφ’ ων θα στηριχθή τούτο, όπερ και τελικώς αποφασίζει δια την απονομήν ή μη συντάξεων. Χρέη Εισηγητού της Επιτροπής εκτελεί ο Διευθυντής του Ταμείου, τούτου δε απουσιάζοντος ή κωλυομένου ο αναπληρών τούτον υπάλληλος του Ταμείου, Γραμματεύς δε είς των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μετέχοντα της ως άνω Επιτροπής τον Κυβ. Επίτροπον, τον Εισηγητήν και τον Γραμματέα καταβάλλονται αποζημίωσις ή έξοδα κινήσεως κατά συνεδρίασιν ίσα προς τα υπό των εκάστοτε Υπουργικών αποφάσεων οριζόμενα. Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις της ως άνω Επιτροπής δεν δύνανται να υπερβούν τας 8 κατά μήνα». Το άρθρ. 22 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 77666/Σ. 1792 της 29 Δεκ. 1955/28 Ιαν. 1956 (ΦΕΚ Β΄ 20) και υπ’ αριθ. 60975/ (Αντί για τη σελ. 1989(α) Σελ. 1989(β) Τεύχος Ε123-Σελ. 119 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 Σ. 681 της 20/31 Οκτ. 1956 (ΦΕΚ Β΄ 225) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 48840/2531 της 7/13 Ιουν. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 371). Άρθρ.23.-«1.Αι προμήθειαι του πάσης φύσεως υλικού του Ταμείου και αι εργασίαι εν γένει ενεργούνται κατά τας δια το Δημόσιον ισχυούσας διατάξεις αναλόγως εφαρμοζομένας». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Β8/2872/9-25 Ιουλ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 700) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 2)Η συνομολόγησις των περί ων η προηγουμένη παράγραφος συμφωνιών προμηθειών ή εκτιμήσεως έργων και γενικώς η διενέργεια των διαγωνισμών ενεργείται παρά τριμελούς επιτροπής αποτελουμένης εκ μελών του Δ.Σ., οριζομένων δι’ αποφάσεως αυτού και εκ του Διευθυντού του Ταμείου. Προκειμένου περί προμηθειών ή εκτελέσεως εργασιών δι’ ας κατά την κρίσιν του Δ.Σ. απαιτούνται ειδικαί γνώσεις εις την κατά τ’ ανωτέρω επιτροπήν δύναται να προστίθηται αποφάσει του Δ.Σ. και είς ειδικός. Εφ’ όσον το αποτέλεσμα του διαγωνισμού ήθελεν αποβή άκαρπον επαναλαμβάνεται ούτος εντός 15θημέρου το βραδύτερον. Η ποσοτική και ποιοτική παραλαβή διενεργείται υπό Τριμελούς Επιτροπής παραλαβών οριζομένης υπό του Δ.Σ. και αποτελουμένης εξ ενός μέλους αυτού και δύο ανωτέρων υπαλλήλων του Ταμείου. Οσάκις δε κατά την κρίσιν του Δ.Σ. απαιτούνται ειδικαί γνώσεις δύνανται να προστίθενται, έν ή δύο μέλη, αναλόγως του μεγέθους και της ποιότητος του προμηθευομένου είδους, ως εμπειρογνώμονες. Εάν η απόφασις της Επιτροπής Παραλαβών διαπιστώση δι’ ητιολογημένης εκθέσεώς της ότι τα υπό προμήθειαν είδη δεν πληρούν τους όρους της συμβάσεως δύνανται ν’ απορρίπτωνται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και να διατάσσηται η κατάπτωσις της εγγυήσεως υπέρ του Ταμείου, του προμηθευτού μη δικαιουμένου εν τη περιπτώσει ταύτη να διατυπώνη ουδεμίαν ένστασιν ή αντίρρησιν κατά της αποφάσεως ταύτης ούτε να ζητήση αποζημίωσιν δια την ζημίαν ην τυχόν υφίσταται εκ της ως άνω απορρίψεως του εμπορεύματος. Επιτρέπεται η πραγματοποίησις τμηματικών παραδόσεων και προκαταβολών εις τους προμηθευτάς, αναλόγως της αξίας της ποσότητος των παραδιδομένων υλικών μειουμένης κατά 25%. Σελ. 1990(β) Τεύχος Ε123-Σελ. 120 3)Αι κατά την διαδικασίαν των εδαφ. α, γ της παρ. 1 του παρόντος συναπτόμεναι συμφωνίαι περί προμηθείας πάσης φύσεως ειδών δια λογ/σμόν του Ταμείου, δεν δύνανται να επαναληφθούν κατά την αυτήν διαδικασίαν, και δια το αυτό είδος προ της παρόδου εξαμήνου προθεσμίας εκτός εάν δεν εξηντλήθη το δια την διαδικασίαν καθ’ ην αύτη συνομολογήθη προβλεπόμενον ανώτατον όριον, ότε επιτρέπεται η επανάληψίς της δια το υπολειπόμενον μέχρι συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου ποσόν. 4)Αι αποφάσει της Επιτροπής προμηθειών υπόκεινται εις την έγκρισιν του Δ.Σ. Το άρθρ. 23 προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 6216/161 της 21 Απρ./8 Μαΐου 1944 (ΦΕΚ Β΄ 67), ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 36467/Σ. 870 της 8 Φεβρ./14 Μαρτ. 1949 (ΦΕΚ Β΄ 40) αποφ. Υπ. Εργασίας, είτα δε ως άνω δια της υπ’ αριθ. 38785/Σ. 1031 της 7/7 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Β΄ 181) ομοίας. 5)«Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου μετ’ έγκρισιν του Υπ. Εργασίας δύναται εκτάκτως να συνιστά προσωρινήν επιτροπήν Παραλαβής παντός κατασκευασθέντος ή συμπληρωθέντος έργου επί ακινήτου του Ταμείου αποτελουμένην εξ ενός μέλους αυτού, ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Ταμείου και ενός Τεχνικού υπαλλήλου του Υπ. Εργασίας, οριζομένου υπό του Υπ. Εργασίας. Αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις της Επιτροπής δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας τρεις μηνιαίως». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 56198 της 19/29 Δεκ. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 284, διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 18/1954) αποφ. Υπ. Εργασίας. «6.Εις ας περιπτώσεις παρίσταται ανάγκη διενεργείας γενικωτέρου ελέγχου επί της οικονομικής διαχειρίσεως επί των εκτελεσθέντων έργων, συμπληρώσεων ή επισκευών επί ακινήτων του Ταμείου, ο έλεγχος ανατίθεται εις ειδικήν έκτακτον Επιτροπήν συγκροτουμένην δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Η θητεία της ως άνω Επιτροπής ορίζεται δίμηνος, δυναμένη να παραταθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Εις τα μετέχοντα της Επιτροπής πρόσωπα παρέχεται δι’ εκάστην συνεδρίασιν αποζημίωσις οριζομένη δια της αυτής αποφάσεως της συγκροτούσης την ως άνω Επιτροπήν». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 56346/1 της 9/22 Ιουν. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 129) αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) Άρθρ.24.-(Προσωρινής ισχύος. Προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 47159 της 30 Δεκ. 1942/6 Απρ. 1943 (ΦΕΚ Β΄ 38) αποφ. Υπ. Εργ. Αφεώρα παροχήν συσσιτίου). Άρθρ.25.-(Αφεώρα χορήγησιν αντιτίμου εισιτηρίου των Σ.Α.Π. εις τους υπαλλήλους του Ταμείου. Είχε προστεθή δια της υπ’ αριθ. 2839 της 13 Φεβρ./6 Απρ. 1943 ΦΕΚ Β΄ 41 αποφ. Υπ. Εργ. Δεν ισχύει μετά τον Α.Ν. 1538/1950). Άρθρ.3.-1.Εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς α-δ)(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 20 Β.Δ. 451/ 1972, κατωτ. αριθ. 13). ε)Οι εργάται μετάλλου οι μετέχοντες εις την διοίκησιν οικείων Σωματείων, εφ’ όσον λαμβάνουσι τακτικήν αποζημίωσιν εκ τούτων και διανύουσι την υπό του καταστατικού της οργανώσεώς των θητείαν των, της οικείας οργανώσεως εχούσης θέσιν εργοδότου. «ς)Αι διατάξεις του Ν.Δ. της 5/11 Νοεμ. 1935 «περί ιδρύσεως Επικουρικού Ταμείου εξόδου Γερόντων και Ανικάνων Εργατών Μετάλλου», ως ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 694/37 και συνεπληρώθη δια της υπ’ αριθ. 41710 της 14 Οκτ. 1937 Υπουργικής αποφάσεως επεκτείνονται εις απάσας τας πόλεις, Δήμους ή Κοινότητας του Σελ. 1972(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 92 Κράτους, εφ’ όσον απασχολείται ικανός αριθμός εργατών Μετάλλου, ουχί δι’ έλασσον των πέντε εργατών. Η επέκτασις της ασφαλίσεως του Ταμείου εις τας ανωτέρω περιοχάς, γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργ. Εργασίας μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως». Το στοιχ. ς΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 24166/Σ. 584 της 26 Αυγσ./25 Σεπτ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 153) αποφ. Υπ. Εργ. κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 3866/1958. Η ασφάλισις του Ταμείου και η ισχύς της περί ταύτης Νομοθεσίας επεξετάθη και εις τους Δήμους Κοζάνης και Πτολεμαΐδος δια της υπ’ αριθ. 98468/Σ.843 της 5/26 Ιαν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 49). «ς)α)Οι εργάται Μετάλλου οι εργαζόμενοι εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, άτινα είτε επ’ ευκαιρία, είτε κατά σύστημα, χωρίς να διατηρώσι βιομηχανικά εργοστάσια ή βιοτεχνικά εργαστήρια, αναλαμβάνουσιν είτε εργολαβικώς είτε υφ’ οιονδήποτε νομικόν τύπον την εκτέλεσιν εργασιών μηχανουργίας, λεβητοποιΐας, επισκευών πλοίων, χυτηρίων, μεταλλουργίας και εν γένει επεξεργασίας και μετασχηματισμού μετάλλου, ως επίσης και οι εργάται μετάλλου οι εργαζόμενοι εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, άτινα άνευ μεσολαβήσεως βιομηχανικού εργοστασίου ή βιοτεχνικού εργαστηρίου ή εργολάβου ή υπεργολάβου, ενεργώσι δι’ ιδίων αυτών μέσων μηχανουργικάς ή λεβητοποιητικάς εργασίας επί των εις την ιδιοκτησίαν των ανηκόντων πλοίων και εν γένει πλωτών μέσων, και τέλος οι εργάται οίτινες, εφ’ όσον δεν έχουσιν αποκτήσει την ιδιότητα του εργολάβου ή υπεργολάβου, αναλαμβάνουσι παρ’ οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, μη διατηρούντος βιομηχανικόν εργοστάσιον ή βιοτεχνικόν εργαστήριον, την κατ’ αποκοπήν εκτέλεσιν είτε δι’ ιδίων αυτών μέσων είτε δια μέσων των περί των ανωτέρω φυσικών ή νομικών προσώπων, εργασιών μηχανουργίας ή λεβητοποιΐας επί μηχανημάτων πλοίων και πλωτών μέσων ανηκόντων εις τα εν λόγω φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 39.Ο.ι.2 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου ΤΑ.Π.Ε.Μ. ς)β)Πρόσωπα απασχολούμενα μέχρι τούδε, εις εξηρτημένην εργασίαν και όντα ησφαλισμένα εις το Ταμείον, αναλαμβάνοντα εργολαβίας ή υπεργολαβίας, απόλλυσι την ιδιότητα του μισθωτού, διαγραφόμενα των Μητρώων των ησφαλισμένων κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Κατ’ αμάχητον τεκμήριον θεωρείται αποβαλών την ιδιότητα του μισθωτού, ησφαλισμένος, όστις ήθελεν αναλάβει ατομικώς ή υφ’ οιονδήποτε νομικόν τύπον ή εν κοινοπραξία μετ’ άλλων εργολαβικώς ή υπεργολαβικώς, έστω και εάν δεν διατηρή βιομηχανικόν εργοστάσιον ή βιοτεχνικόν εργαστήριον την εκτέλεσιν, είτε μιας είτε περιοδικώς πλειόνων εργασιών μηχανουργίας, λεβητοποιΐας, χυτηρίων, επισκευής πλοίων και πλωτών μέσων και εν γένει πάσης φύσεως μεταλλουργικής εργασίας χρονικής διαρκείας αποπερατώσεως, είτε της μιας μόνον εργασίας είτε απασών των περιοδικώς αναληφθεισών και αναλαμβανομένων εργασιών εν συνόλω λαμβανομένων τριών μηνών. Επί δυσχερούς διακρίσεως εξηρτημένης ή μη εργασίας ή του κυρίου ή μη επαγγέλματος προσώπου τινός, αποφαίνεται το Δ.Σ. του Ταμείου μετ’ ητιολογημένην έκθεσιν του Τεχνικού Επιθεωρητού. Επί αναφυομένων αμφισβητήσεων επί των αποφάσεων του Δ.Σ. περί διαγραφής εκ της ασφαλίσεως του Ταμείου ησφαλισμένων αποβαλλόντων την ιδιότητα του εργάτου μετάλλου αποφαίνεται ο Υπουργός της Εργασίας μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως». Τα εδάφ. ς α΄ και ς΄ β΄ προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 54179/Σ. 1387 της 17/29 Δεκ. 1949 (ΦΕΚ Β΄ 224) αποφ. Υπ. Εργ. κυρωθείσης δια του Ν.Δ. 3866/1958. (Εξαιρούνται της ασφαλίσεως εις το Ταμείον από 1ης Απρ. 1953 πρόσωπα άγοντα ηλικίαν μικροτέραν του 18ου έτους συμπεπληρωμένου. Αι δια το χρονικόν διάστημα από της ανωτέρω ημερομηνίας και εντεύθεν καταβληθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται. Δύνανται όμως επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου να συμψηφισθούν προς υφισταμένας ή μελλοντικάς υποχρεώσεις αυτού προς το Ταμείον εξ ασφαλιστικών εισφορών»). Η εντός ( ) διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 56123/1 της 2/11 Ιαν. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 9) αποφ. Υπ. Εργασίας και ισχύει δια τους ασχοληθέντας μέχρι της 30 Σεπτ. 1960. Έκτοτε δια του Άρθρ.26-27.(Προταθέντα υπό του Δ.Σ. του Ταμείου και αφορώντα δώρον ενός 15θημέρου εις το προσωπικόν αυτού κατά το έτος 1943, δεν περιεβλήθησαν τον τύπον Υπουργικής αποφάσεως). Άρθρ.28.-(Προσωρινής ισχύος, προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 13883/389 της 2/26 Ιουν. 1944 ΦΕΚ Β΄ 88 αποφ. Υπ. Εργασίας). Άρθρ.29.-(Προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 6216/161 της 21 Απρ./8 Μαΐου 1944, ΦΕΚ Β΄ 67, αποφ. Υπ. Εργασίας. Δι’ αυτού νομιμοποιούνται διάφοροι αυξήσεις της κατοχικής περιόδου). Άρθρ.30.-(Αφεώρα ενοποίησιν χορηγηθέντων δανείων. Προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 13972/396 της 2/16 Ιουν. 1944, ΦΕΚ Β΄ 84 αποφ. Υπ. Εργασίας). «Άρθρ.31.-Δύναται το Δ.Σ. του Ταμείου να καθορίζη δι’ αποφάσεών του τας τιμάς του διατετιμημένου εντύπου υλικού, λαμβάνον υπ’ όψιν τας κατά την ημέραν της εκδόσεως της αποφάσεώς του τιμάς του χάρτου και των τυπογραφικών εξόδων και βάσει τούτων». Το άρθρ. 31 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 10065/1103 της 10/28 Απρ. 1947 (ΦΕΚ Β΄ 51) αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.32.-(Προσωρινής ισχύος. Προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 46598/4800 της 27 Φεβρ./26 Απρ. 1947, ΦΕΚ Β΄ 50, αποφ. Υπ. Εργασίας). Άρθρ.33.-(Δεν υπάρχει). Άρθρ.34.-«1.Δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, δύναται εφ’ όσον η οικονομική κατάστασις αυτού επιτρέπει τούτο, να οργανούνται Κατασκηνώσεις, κατά την θερινήν περίοδον, προς αποστολήν εις αυτάς των, από ηλικίας 6 έως 14 ετών, τέκνων των ησφαλισμένων συνταξιούχων, ως και τέκνων των υφ’ οιανδήποτε σχέσιν και ιδιότητα υπηρετούντων εις το Ταμείον υπαλλήλων αυτού. Τα της εν γένει οργανώσεως και λειτουργίας ως παιδικής κατασκηνώσεως και της αποστολής εις ταύτην των ως άνω τέκνων, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια, καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. «2.Όταν δεν είναι δυνατή η λειτουργία ιδιαίτερης παιδικής κατασκηνώσεως του Ταμείου στο Κέντρο ή τις Επαρχίες, είναι δυνατόν το Δ.Σ. με απόφασή του που θα εγκρίνεται από το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών να αποστέλλει τα παραπάνω παιδιά, καθώς και τα παιδιά της παρ. 3 περίπτ. β του παρόντος άρθρου, σε άλλες κατασκηνώσεις Οργανισμών ή ιδιωτών. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται δημοσίευση προσκλήσεως προς τους ενδιαφερομένους για την υποβολή σχετικών προσφορών επί των οποίων αποφασίζει το Δ.Σ. αφού λάβει υπόψη του την προσφερόμενη τιμή, σε συνδυασμό με τις παρεχόμενες εγγυήσεις καλής ενδιαιτήσεως των παραθεριστών». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την 7/ 1179/12-31 Ιουλ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 729) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Εις τας κατασκηνώσεις του Ταμείου, δύνανται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να φιλοξενούνται: α)τέκνα ησφαλισμένων και συνταξιούχων ετέρων Οργανισμών επί καταβολή της σχετικής δαπάνης, ήτις καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. και β)δωρεάν μέχρις 100 τέκνα Ομογενών Κυπρίων εργατών και υπαλλήλων κατά προτίμησιν μεταλλουργικών επιχειρήσεων. Δια της αυτής αποφάσεως δύναται να χορηγώνται δαπάναις του Ταμείου εις τα υπό στοιχ. (β) τέκνα, είδη ενδύσεως και υποδήσεως, ως και λοιπά αναμνηστικά δώρα». Το άρθρ. 34 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 7/222/30 Μαρτ.-13 Απρ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 347) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «4.Στις παιδικές κατασκηνώσεις, που διοργανώνει, με δικά του μέσα, το Ταμείο για τον παραθερισμό παιδιών ασφαλισμένων συνταξιούχων και υπαλλήλων του, μπορούν με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου να φιλοξενούνται, με δαπάνες του Ταμείου, και συνταξιούχοι του με τις συζύγους τους και με σειρά προτεραιότητας με βάση την υποβαλλομένη αίτηση εγγραφής τους. Η φιλοξενία θα πραγματοποιείται μετά τη λήξη της τελευταίας κατασκηνωτικής περιόδου για τα παιδιά. Η διάρκεια της φιλοξενίας, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου». Η παρ. 4 προστέθηκε από την 8/1473/16 Οκτ.-21 Νοεμ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 707) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. (Αντί για τη σελ. 1991(β) Σελ. 1991(γ) Τεύχος Η43-Σελ. 91 Ταμείο Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου(ΤΑΠΕΜ) 39.Ο.ι.2 Άρθρ.35.-(Δεν υπάρχει). Άρθρ.36.-«Δύναται, δαπάναις του Ταμείου το Διοικητικόν Συμβούλιον αυτού, δι’ αποφάσεώς του ν’ αποστέλη κατά την θερινήν περίοδον τέκνα ησφαλισμένων και συνταξιούχων αυτού, από ηλικίας 6-14 ετών, εις παιδικάς εξοχάς του ΠΙΚΠΑ ή άλλων συναφών οργανισμών, ή ιδιωτικών κατασκηνώσεων παρεχουσών επαρκείς εγγυήσεις και συμφέροντας όρους κατά την κρίσιν του Δ.Σ.». Το άρθρ. 36 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 39424/Ε. 1062 της 4/6 Ιουλ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 124) αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.37.-(Προσωρινής ισχύος. Προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 34995/Τ. 536 της 28 Μαΐου/10 Ιουν. 1955, ΦΕΚ Β΄ 101, αποφ. Υπ. Εργ.). άρθρ. 4 Νόμ. 4104/1960 δι’ ου αντικατεστάθη η παρ. 2 του άρθρ. 25 Νόμ. 1846/1951 (τόμ. 15Β σελ. 44,01) υπήχθησαν εις την ασφάλισιν άπαντες οι εργάται μετάλλου, ασχέτως ηλικίας. Χρόνος και τρόπος υπαγωγής εις ασφάλισιν Άρθρ.38.-(Μεταβατική διάταξις, προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 20345/Σ. 511 της 12/17 Μαΐου 1952 (ΦΕΚ Β΄ 114 και 143) αποφ. Υπ. Εργ. και αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 56272 της 13/30 Απρ. 1954 ΦΕΚ Β΄ 95 ομοίας). «Άρθρ.39.-1.Εργάται Μετάλλου, απασχολούμενοι εις οργανισμούς ή επιχειρήσεις απαλλασσομένας δια Νόμου της καταβολής της προς το Ταμείον εργοδοτικής εισφοράς, δύνανται να αιτήσωσι εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης ή από της εν τω μέλλοντι αναλήψεως παρ’ αυτών εργασίας, δι’ ην θέλουσι υπαχθή εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Ταμείου την εξαίρεσίν των εκ της παρ’ αυτώ ασφαλίσεώς των και την επιστροφήν ατόκως των τυχόν καταβληθεισών εισφορών των. 2.Εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, οι ανωτέρω δύνανται να αιτήσωσι την παρά τω Ταμείω προαιρετικήν των ασφάλισιν, υποχρεούμενοι εις την καταβολήν κατά μήνα ολοκλήρου του ποσού εισφοράς εργοδότου και ησφαλισμένου της ασφαλιστικής κλάσεως εις ην εκάστοτε θα υπήγοντο εάν υποχρεωτικώς ετύγχανον ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω. 3.Καθυστέρησις καταβολής εισφοράς τινος παρά προαιρετικώς ησφαλισμένου παρά τω Ταμείω, πέραν των τριών μηνών αφ’ ης αύτη κατέστη απαιτητή, συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος περαιτέρω προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως. 4.Εκ των κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου προαιρετικώς υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου δύνανται να υπαχθούν εις ταύτην, εφ’ όσον επιθυμούν, και αναδρομικώς αφ’ ης ανέλαβον εργασίαν ασφαλιστέαν παρ’ αυτώ, οι μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης υπαγόμενοι εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν τούτου. + Σελ. 1992(γ) Τεύχος Η43-Σελ. 92 Εν τη περιπτώσει ταύτη αι προς το Ταμείον οφειλόμεναι παρ’ αυτών εισφοραί δια το μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης χρονικόν διάστημα, δύνανται να καταβληθούν και εις δόσεις, ων ο αριθμός οριζόμενον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δεν δύναται να είναι ανώτερος των 24, εφαρμοζομένης πάντως δια την εμπρόθεσμον καταβολήν τούτων, της παρ. 3 του παρόντος άρθρου». Το άρθρ. 39 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 56171/2 της 28 Ιουν./6 Αυγ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 161) αποφ. Υπ. Εργασίας. «Άρθρ.40.-1.Η εκμίσθωσις γραφείων και καταστημάτων του ακινήτου του Ταμείου, λαμβάνει χώραν δια τακτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού διεξαγομένου ενώπιον τριμελούς Επιτροπής εκ μελών του Δ.Σ. Το Δ.Σ. διορίζει εις την αρχήν εκάστου έτους τα τακτικά μέλη της Επιτροπής ταύτης, ως και δύο αναπληρωματικά μέλη της. 2.Η σχετική προκήρυξις δημοσιεύεται 10 τουλάχιστον ημέρας προ της διενεργείας αυτού, εις 2 εκ των ημερησίων εφημερίδων του τόπου, ένθα το ακίνητον, εφ’ όσον υπάρχουν άλλως εις δύο ημερησίας εφημερίδας των Αθηνών, οριζομένας υπό του Δ.Σ. δι’ έκαστον διαγωνισμόν. 3.Το Δ.Σ. καθορίζει δι’ αποφάσεώς του, και κατά την κρίσιν αυτού, βάσει των κρατουσών ο …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.