📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 66335/Σ. 653 της 7 Νοεμ./5 Δεκ. 1957 Περί εγκρίσεως Κανονισμού Συντάξεων Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων του Κράτους. ΄Εχοντες υπ΄ όψει: 1)To άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμβρίου 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του αρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της ασφαλιστικής Νομοθεσίας» εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις του Νόμ. 2868. 2)Το υπ΄ αριθ. 2520/1953 Ν.Δ/μα «περί προσδιορισμού των αντικειμένων εφ΄ ων εφαρμόζεται η διαδικασία η διαγραφομένη υπό των διατάξεων του Α.Ν. της 11.11.1953 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας κ.λπ.». 3)Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί Οργανώσεως και Συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής» κυρωθέντος δια του υπ΄ αριθ. 1392/49 Ν.Δ/τος. 4)Προτάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων του Κράτους, υποβληθείσας ημίν δια των υπ΄ αριθ. 993/55 και 542/56 αναφορών του. 5)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως, (Αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 159/55, 234/57 Συνεδριάσεις (Αντί της σελ. 354,01) Σελ. 354,01(α) Τεύχος 372-Σελ. 117 Ταμείο Πρόνοιας Προσ.Εμπορ.& Βιομ., Επαγγελ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.3-4 159/55, 222, 23/56 και 266/57 της ΙΑ΄ Περιόδου της 29/9/55, 14/5/56, 15/5/56 και 4/2/57, αποφασίζομεν. Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Συντάξεων του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων του Κράτους, εξ άρθρ. 48 έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΜΕΡΟΣ Α΄ Ίδρυσις- Έδρα-Σκοπός του Ταμείου ΄Αρθρ.1.-Το επί τη βάσει του Νόμ. 2868 συσταθέν «Ταμείον Συντάξεων Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων του Κράτους» αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου με έδραν τας Αθήνας. Σελ. 354,02(α) 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσ.Εμπορ.& Βιομ., Επαγγελ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων Σκοπός του Ταμείου ΄Αρθρ.10.-1.Η Λογιστική χρήσις δια το Ταμείον άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το Ταμείον τηρεί πάντα τα εν τω από 2.3.33 Ν.Δ/τι «περί λογιστικής λειτουργίας των Οργανώσεων Κοιν. Ασφαλίσεως» και ταις εκάστοτε επί τη βάσει του Δ/τος τούτου οδηγίαις της υπηρεσίας Επιθεωρήσεως και Ελέγχου των Ασφαλιστικών Οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας οριζόμενα Γενικά Λογιστικά Βιβλία. Τρόπος και χρόνος συντάξεως του Προϋπολογισμού ΄Αρθρ.11.-1.Το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου εις το τέλος εκάστης χρήσεως συντάσσει τον Προϋπολογισμόν των εσόδων αφ΄ ενός (Αντί της σελ. 357) Σελ. 357(α) Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 και ασφαλιστικών παροχών και δαπανών αφ΄ ετέρου του Ταμείου της επομένης χρήσεως, καθ΄ ον τρόπον ορίζει το από 14.7.1937 Β.Δ/μα «περί του τρόπου καταρτίσεως και εγκρίσεως του Προϋπολογισμού των Οργανισμών Κοιν. Ασφαλίσεως» και αι επί τη βάσει τούτου οδηγίαι της υπηρεσίας Επιθεωρήσεως και Ελέγχου Ασφαλιστικών Οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας. 2.Ο Προϋπολογισμός του Ταμείου υποβάλλεται προς έγκρισιν εις τον Προϊστάμενον Υπουργ. Εργασίας εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 3.Ο εγκεκριμένος παρά του Υπουργείου Προϋπολογισμός αναγράφεται εις ίδιον βιβλίον το οποίον τηρείται υπό του Ταμείου. Τρόπος και χρόνος συντάξεως Απογραφής Ισολογισμού και Απολογισμού του Ταμείου ΄Αρθρ.12.-1. Την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους συντάσσεται λεπτομερής απογραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων του Ενεργητικού καθώς και των στοιχείων του Παθητικού, καταχωρουμένη εις το τηρούμενον παρά τω Ταμείω ίδιον βιβλίον απογραφών. 2.Βάσει των αποτελεσμάτων της απογραφής συντάσσονται την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ο Ισολογισμός και Απολογισμός της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως και υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το προϊστάμενον Υπουργείον Εργασίας. 3.Ο Ισολογισμός του Ταμείου συντάσσεται μετ΄ απολύτου σαφηνείας, εις τρόπον ώστε ευχερώς και ασφαλώς να εξάγηται εξ αυτού η αληθής οικονομική κατάστασις του Ταμείου ως λεπτομερέστερον ορίζεται εις το από 2.3.33 Ν.Δ/μα «περί λογιστικής λειτουργίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών» και τας επί τη βάσει τούτου σχετικάς οδηγίας του Προϊσταμένου Υπουργείου Εργασίας. Εισπράξεις ΄Αρθρ.13.-1.Η είσπραξις των πόρων του Ταμείου ενεργείται μέσω μιας των εν Ελλάδι Τραπεζών Ελλάδος Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Αθηνών, Αγροτικής, Εμπορικής, Ιονικής και Λαϊκής, οριζομένης υπό του Δ.Σ. παρά τη οποία το Επιμελητήριο οφείλουσι να καταθέτωσι κατά μήνα τας επί των αποδοχών των ησφαλισμένων ενεργουμένας υπέρ του Ταμείου κρατήσεις και ιδίας αυτών εισφοράς. 2.Τα Τυχόν απ΄ ευθείας προς το Ταμείον εμβάσματα δι΄επιταγών δια την είσπραξιν των οποίων απαιτείται η υπογραφή του Προέδρου, του Διευθυντού και του εκτελούντος χρέη Λογιστού του Ταμείου ή αι τυχόν απ΄ ευθείας εισπράξεις μετρητών κατατίθενται επίσης το βραδύτερον εντός της επομένης εργασίμου ημέρας παρά μια των ανωτέρω αναφερομένων Τραπεζών. Σελ. 358(α) 3.Αι απ΄ ευθείας είσπραξεις του Ταμείου ενεργούνται επί τη βάσει ηριθμημένων κατ’ αύξοντα αριθμόν διπλοτύπων γραμματίων εισπράξεως, υπογραφομένων παρά του Προέδρου, Διευθυντού και Λογιστού. Δια πάσαν απ΄ ευθείας είσπραξιν εκδίδεται ομοίως διπλότυπος απόδειξις εισπράξεως, υπογραφομένη υπό του εκτελούντος την Ταμειακήν υπηρεσίαν υπαλλήλου. Πληρωμαί του Ταμείου ΄Αρθρ.14.-1.Αι πληρωμαί του Ταμείου, εξαιρέσει των μικροεξόδων του γραφείου, ενεργούνται μέσω μιας των εν άρθρ. 13 αναφερομένων Τραπεζών, οριζομένης υπό του Δ. Συμβουλίου, δι΄ ενταλμάτων ή επιταγών εκδιδομένων επ΄ ονόματι των δικαιούχων ή των νομίμων εκπροσώπων των και υπογράφονται παρά του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου. 2.Κωλυομένου ή απουσιάζοντος του Διευθυντού δύναται να ανατεθούν τα εν τω παρόντι άρθρω καθήκοντα αυτού (υπογραφή ενταλμάτων ή εντολών) εις μέλος του Δ. Συμβουλίου, οριζόμενον υπ΄ αυτού. 3.Αι πληρωμαί του Ταμείου δύναται να ενεργώνται τη εντολή του, και μέσω των Επιμελητηρίων επί τη βάσει τηρουμένων λογαριασμών μεταξύ αυτών και του Ταμείου. Τα επιμελητήρια εν τοιαύτη περιπτώσει διαβιβάζουν αμέσως εις το Ταμείον τα δικαιολογητικά των ενεργουμένων δια λογαριασμόν αυτού πληρωμών. 4.Αι πληρωμαί του Ταμείου προς τους δικαιούχους αποδεικνύονται δια της υπογραφής εκ μέρους τούτων εξοφλητικής αποδείξεως συντασσομένης επί του υπό του Νόμου περί τελών χαρτοσήμου καθοριζομένου χαρτοσήμου, πλην αν άλλως ορίζεται δι΄ αποφάσεων του Υπουργείου Εργασίας. Οι αγράμματοι δικαιούχοι δύναται να εξοφλώσι τα έναντι του Ταμείου δικαιώματα αυτών επί παρουσία και υπογραφή δύο αξιοπίστων, κατά την κρίσιν του ενεργούντος την πληρωμήν προσώπων. Ταμειακή Υπηρεσία του Ταμείου ΄Αρθρ.15.-1.Παρά τω Ταμείω υφίσταται Ταμειακή υπηρεσία μόνον προκειμένου περί των μικρών τρεχουσών αυτού αναγκών (Ταχυδρομικά, μεταφορικά κ.λπ.) 2.Η Ταμειακή υπηρεσία εκτελείται υπό του Διευθυντού του Ταμείου ή ετέρου υπαλλήλου, ως ορίζει το Δ. Συμβούλιον. 3.Δια τας τοιαύτας τρεχούσας ανάγκας του Ταμείου αναλαμβάνονται εκάστοτε τα αναγκαιούντα ποσά εκ του παρά τοις αναφερομένοις εν τω άρθρ. 13 Τραπέζαις ανοικτού λογαριασμού του Ταμείου. 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων «4.Το ποσόν το οποίον κρατείται παρά τω Ταμείω δια την εξυπηρέτησιν τρεχούσης φύσεως αναγκών (μικροέξοδα) δεν δύναται να υπερβή τας δραχ. 5.000». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Ε4/2805 της 2/12 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 805) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 5.Ο εκτελών την Ταμειακήν υπηρεσίαν υπάλληλος τηρεί βιβλίον Ταμείου εν τω οποίω καταχωρίζονται αι αναλήψεις καθώς και αι πληρωμαί των διαφόρων μικροεξόδων του Ταμείου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ Έλεγχος ΄Αρθρ.16.-1.Το Ταμείον τελεί υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. 2.O Λογιστικός και διαχειριστικός έλεγχος του Ταμείου ενεργείται κατ΄ έτος υπό Εξελεγκτικής Επιτροπής, κατά τα εν άρθρ. 9 του παρόντος Κανονισμού οριζόμενα. Η υπηρεσία του Ταμείου υποχρεούται όπως διευκολύνη την Επιτροπήν εις την ενέργειαν του ελέγχου θέτουσα υπ’ όψιν αυτής άπαντα τα αιτούμενα στοιχεία. ΜΕΡΟΣ Β΄ Ασφαλιστική λειτουργία του Ταμείου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Ησφαλισμένοι Υποχρεωτικώς ασφαλιζόμενα παρά τω Ταμείω Πρόσωπα και χρόνος ενάρξεως της ασφαλίσεως αυτών Άρθρ.17.-Παρά τω Ταμείω ασφαλίζονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως: 1.«Πάντες οι τακτικοί, έκτακτοι, πρόσκαιροι, ημερομίσθιοι κ.λπ. υπάλληλοι και υπηρέται, αμφοτέρων των φύλων, υφ΄ οιανδήποτε σχέσιν Εργασίας υπηρετούντες, πλην των επί ποσοστοίς αμειβομένων, των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων του Κράτους, κεντρικών και περιφερειακών». 2.«Πάντες οι τακτικοί, έκτακτοι, πρόσκαιροι, ημερομίσθιοι, κ.λπ. υπάλληλοι και υπηρέται, αμφοτέρων των φύλων, υφ΄ οιανδήποτε σχέσιν Εργασίας υπηρετούντες, πλην των επί ποσοστοίς αμειβομένων, του Ταμείου Συντάξεων προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων του Κράτους». 3.«Πάντες οι τακτικοί, έκτακτοι, πρόσκαιροι, ημερομίσθιοι κ.λπ. υπάλληλοι και υπηρέται αμφοτέρων των φύλων, υφ΄ οιανδήποτε σχέσιν εργασίας υπηρετούντες, πλην των επί ποσοστοίς αμειβομένων, των από της ισχύος του υπ΄ αριθ. 1579/1939 Α. Νόμου, ιδρυομένων επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων ή αυτοτελών Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Τμημάτων, τα οποία πρότερον αποτελούν Τμήμα των Οικείων Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 503/Σ.1909 της 19 Δεκ. 1968/18 Ιαν. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 19). 4.Παρά τω Ταμείω δύνανται να ασφαλισθώσι και οι υπάλληλοι των Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων χρηματιστηρίων εμπορευμάτων και εν γένει παντός ετέρου ιδρυομένου ομοειδούς προς τα Εμπορικά Επιμελητήρια Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου, εφ΄ όσον οι Οργανισμοί ούτοι δηλώσωσιν ότι αποδέχωνται τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. Η εφ΄ άπαξ τοιαύτη δήλωσις παρ΄ ενός Οργανισμού καθιστά του λοιπού υποχρεωτικήν την εις το Ταμείον ασφάλισιν των Υπαλλήλων του. 5.Η ασφάλισις των ανωτέρω προσώπων παρά τω Ταμείω άρχεται από της ημέρας του διορισμού των. 6.Ως υπηρέται θεωρούνται οι παρά τω Επιμελητηρίω ή ετέρω ομοειδεί Οργανισμώ Δημοσίου Δικαίου, του οποίου οι υπάλληλοι ασφαλίζονται παρά τω Ταμείω υπηρετούντες κλητήρες ουχί όμως και αι καθαρίστριαι εφ΄ όσον δεν κατατάσσονται υπό του οικείου Οργανισμού εις το τακτικόν υπηρετικόν προσωπικόν. «7.Υπάλληλοι των ανωτέρω οργανισμών, έχοντες συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον υπηρεσίαν, διοριζόμενοι μετά την λύσιν της υπαλληλικής των σχέσεως, εις θέσιν εμμίσθου δικηγόρου ή νομικού συμβούλου, του παρ΄ ω υπηρέτουν Οργανισμού, δύνανται τη αιτήσει των να συνεχίσωσι την παρά τω Ταμείω ασφάλισιν, επί τη καταβολή των εισφορών υπό τούτων, υπολογιζομένων επί της αντιμισθίας αυτών, και μέχρι ποσού αποδοχών Διευθυντού Α΄ της υπαλληλικής ιεραρχίας. Οι εκ των ανωτέρω υπάλληλοι, διακόψαντες δια τον αυτόν λόγον και υπό τας αυτάς προϋποθέσεις την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν των και μη αναλαβόντες τον ατομικόν αυτών λογαριασμόν, δύνανται να ασφαλισθώσι παρά τω Ταμείω εκ νέου κατόπιν αιτήσεώς των, υποβαλλομένης εντός τριμήνου από της ισχύος της παρούσης. Δια την αναγνώρισιν χρόνου προϋπηρεσίας, αμέσως προ της κατά τα ανωτέρω υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου, μη δυναμένης να υπερβή την δεκαετίαν, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται εις εξαγοράν του χρόνου τούτου υπηρεσίας αντί ασφαλίστρου 21% επί των αποδοχών του μηνός υποβολής της σχετικής προς τούτο αιτήσεως». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ΄ αριθ. 56395/5.504/65 της 9/18 Νοεμ. 1966 αποφ. Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 673). (Αντί της σελ. 359(γ) Σελ. 359 (δ) Τεύχος 689-Σελ. 3 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 «8.Επιφυλλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, εξαιρούνται της παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως οι δικηγόροι και νομικοί σύμβουλοι των Οργανισμών των οποίων οι υπάλληλοι υπάγονται εις την ασφάλισιν τούτου. Τα μέχρι της ισχύος του παρόντος ασφαλισθέντα παρά τω Ταμείω πρόσωπα της ανωτέρω κατηγορίας, εξακολουθούν υπαγόμενα εις την ασφάλισιν του Ταμείου μέχρι της καθ΄ οιονδήποτε τρόπον διακοπής της ασφαλίσεώς των». Η παρ. 8 προσετέθη δια του Π.Δ. 478 της 16/16 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 99). Υποβλητέα παρά των ησφαλισμένων πιστοποιητικά-Μητρώον Άρθρ.18.-1.Πας ησφαλισμένος υποχρεούται όπως υποβάλη εις το Ταμείον εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της εγγραφής του ή της επελθούσης μεταβολής εις την οικογενειακήν του κατάστασιν τα κάτωθι πιστοποιητικά: α)Πιστοποιητικόν γεννήσεως ή εν ελλείψει τούτου, πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος εμφαίνον την ηλικίαν του και την εγγραφήν εν τοις Μητρώοις ή πιστοποιητικόν του αρμοδίου Προξένου εάν είναι ξένος υπήκοος. β)Προκειμένου περί εγγάμου πιστοποιητικόν εμφαίνον επακριβώς την χρονολογίαν τελέσεως του γάμου και τα ονόματα συζύγων. Ομοίως πιστοποιητικόν εμφαίνον τα ονόματα και τον χρόνον γεννήσεως των τυχόν τέκνων αυτού. γ)Προκειμένου περί ησφαλισμένου προστάτου οικογενείας πιστοποιητικόν της αρμοδίας αρχής, εμφαίνον τα ονόματα και την ηλικίαν των παρ΄ αυτού προστατευομένων προσώπων. δ)Πιστοποιητικόν εμφαίνον πάσαν μεταγενεστέραν μεταβολήν της οικογενειακής του καταστάσεως προερχομένην εκ γάμου, γεννήσεως διαζυγίου, θανάτου κ.λπ. 2.Οι συνταξιούχοι ή οι δικαιοδόχοι τούτων υποχρεούνται όπως γνωρίζωσιν εις το Ταμείον το βραδύτερον εντός μηνός πάσαν μεταβολήν προερχομένην εκ γάμου, ενηλικιώσεως, θανάτου κ.λπ. υποβάλλοντες τα προς τούτο απαιτούμενα πιστοποιητικά. 3.Δια τον καθορισμόν ηλικίας παντός ησφαλισμένου ή τινος των διακαιοδόχων προσώπων, ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται πάντοτε η πρώτη Ιουλίου του έτους γεννήσεως, εφ΄ όσον εν τω πιστοποιητικώ δεν αναγράφεται επακριβώς η χρονολογία γεννήσεως αυτού. 4.Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου, δεν δύναται να λάβη απόφασιν επί αιτήσεως αποχωρούντος δι΄ οιανδήποτε αιτίαν ησφαλισμένου ή δικαιοδόχου του οποίου δεν υπεβλήθησαν τα ως άνω καθοριζόμενα πιστοποιητικά. 5.Βάσει των ανωτέρω υποβαλλομένων στοιχείων συντάσσεται και τηρείται το μητρώον των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων. Σελ. 360(δ) Τεύχος 689 Σελ. 4 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων Συντάξιμος υπηρεσία-Αναγνώρισις προϋπηρεσίας. Εξαγορά ταύτης ΄Αρθρ.19.-1.Η συντάξιμος υπηρεσία διακρίνεται εις πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν και εξ αναγνωρίσεως τοιαύτην (προϋπηρεσία): Α΄.Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία θεωρείται α)ο χρόνος της εν τη πραγματική ασφαλίσει του Ταμείου διανυθείσης υπηρεσίας ησφαλισμένου, παρ’ Εμπορικώ και Βιομηχανικώ Επιμελητηρίω παρά τω Ταμείω ή παρ΄ ετέρω Οργανισμώ ούτινος οι υπάλληλοι ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω. β)Ο χρόνος της διαθεσιμότητος, εφ΄ όσον αύτη δεν οφείλεται εις ποινικώς κολάσιμον παράπτωμα και εφ΄ όσον δια τον χρόνον τούτον καταβάλλονται εν όλω ή εν μέρει αποδοχαί και εγένοντο αι νόμιμοι υπέρ του Ταμείου κρατήσεις. γ)Ο χρόνος της χορηγουμένης εις ησφαλισμένους αα)αναρρωτικής αδείας μετ΄ αποδοχών ββ) εκπαιδευτικής αδείας μετ΄ αποδοχών και γγ)η στρατιωτική υπηρεσία, ως εφέδρου μισθοδοτουμένου και εφ΄ όσον δι΄ απάσας τας ως άνω κατηγορίας καταβάλλονται κανονικώς αι νόμιμοι υπέρ του Ταμείου κρατήσεις (ησφαλισμένου και εργοδότου). Β΄.Εξ αναγνωρίσεως συντάξιμος υπηρεσία θεωρείται: α)ο προ της συστάσεως του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας του ησφαλισμένου παρ΄ Εμπορικώ και Βιομηχανικώ Επιμελητηρίω ή παρ΄ ετέρω Οργανισμώ του οποίου οι υπάλληλοι ασφαλίζονται υποχρεωτικώς παρά τω Ταμείω. Ο χρόνος υπηρεσίας ησφαλισμένου παρ΄ Οργανισμώ ούτινος οι υπάλληλοι υπήχθησαν υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ταμείου, μεταγενεστέρως της συστάσεως αυτού, ο διανυθείς μέχρι της ως άνω υποχρεωτικής του ασφαλίσεως θεωρείται ωσαύτως ως εξ αναγνωρίσεως συντάξιμος υπηρεσία. «β)Ο χρόνος προϋπηρεσίας παρά τω Δημοσίω ή Ν.Π.Δ.Δ. ως και παρ΄ ανεγνωρισμένη εν Ελλάδι Τραπέζη ή Ανωνύμω Εταιρεία, ο διανυθείς προκειμένου περί Τραπέζης ή Εταιρείας μέχρι της 1.12.1937 και μη δυνάμενος να υπερβή το έν έτος, εφ΄ όσον δι΄ απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις δεν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής των διατάξεων του Ν.Δ. 4202/1961». Το στοιχ. β΄ ετροποποιήθη ως άνω δια του ΄Αρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή συντάξεως η επιστροφή εισφορών ή και αμφοτέρων εις τους ησφαλισμένους αυτού τους αποχωρούντας της υπηρεσίας των ένεκα γήρατος, ανικανότητος συνεπεία σωματικής ή πνευματικής νόσου ή τυχαίου συμβάντος καθώς και εις οικειοθελώς αποχωρούντας ή απολυομένους υπό ωρισμένας συνθήκας, ως εν τω παρόντι Κανονισμώ καθορίζονται ή και εις ωρισμένα μέλη της οικογενείας των άνω δικαιούχων συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού. ΜΕΡΟΣ Β΄ Διοικητική οργάνωσις ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Διοικητικόν Συμβούλιον άρθρ. 1 Π.Δ. 283 της 26/31 Μαρτ. 1977 (ΦΕΚ Α΄ 93). γ.«Δια την τοιαύτην εξαγοράν ο ησφαλισμένος υποχρεούται εις την καταβολήν, εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών, ποσού αναλογούντος εις ποσοστόν 18% επί των αποδοχών του δι΄ όλον τον εξαγοραζόμενον χρόνον της ως άνω υπηρεσίας του. Ως αποδοχαί αυτού λαμβάνονται αι αποδοχαί του χρόνου υποβολής της αιτήσεως». Το στοιχ. γ΄ της περιπτ. Β΄ της παρ.1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. Φ.32/3/2724 της 4/23 Μαρτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 197). «εε)Ωσαύτως δύναται να λογισθή ως εξ αναγνωρίσεως συντάξιμος ή διανυθείσα εν τω Στρατώ εφεδρική υπηρεσία, ή μετά την αφαίρεσιν της τοιαύτης του κληρωτού, των υπαγομένων εις τας διατάξεις των νόμ. 751/1948 και 1836/1951, εφ΄ όσον αύτη δεν ελήφθη υπ΄ όψιν εν όλω ή εν μέρει δια την χορήγησιν συντάξεως εκ του δημοσίου ή ετέρου οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως». Η υπό στοιχ. εε)διάταξις προσετέθη δια του Π.Δ. 478 της 16/16 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 99). δ)Ωσαύτως, δύναται δι΄ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου να αναγνωρισθή άπασα η εν τω στρατώ διανυθείσα στρατιωτική υπηρεσία των οπωσδήποτε υπό των Επιμελητηρίων προσληφθέντων υπαλλήλων, συγκεντρούντων τα προσόντα του εφέδρου παλαιού πολεμιστού, ως ταύτα καθωρίσθησαν δια του από 28/13 Οκτ. 1935 Α. Νόμου «περί προστασίας εφέδρων παλαιών πολεμιστών» και των μεταγενεστέρων τοιούτων. Η εξαγορά της ούτω υπολογιζομένης ως εξ αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας, στρατιωτικής τοιαύτης, γίνεται βάσει της αντιμισθίας των ησφαλισμένων της ως άνω κατηγορίας κατά τον χρόνον της υποβολής της περί εξαγοράς αιτήσεως αυτών και καθ΄ο εν τω εδαφ. γ΄ υπεδ δδ΄ του στοιχ β΄ της παρ. Ι του παρόντος άρθρου ορίζεται. Εκ του ως άνω χρόνου προϋπηρεσίας δύναται ν΄ αναγνωρισθή και εξαγορασθή παρά του ησφαλισμένου ή εν περιπτώσει θανάτου του παρά των δικαιουμένων συντάξεων μελών οικογενείας του, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα εφ΄ όσον άλλως δεν ορίζεται, υπηρεσία τόσων ετών όσα τα έτη της πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας, πάντως όμως ουχί πλέον της δεκαετίας και υπό τον όρον ότι ο χρόνος ούτος δεν ελήφθη υπ΄ όψιν δια την απονομήν συντάξεως παρά του Δημοσίου ή παρ΄ ετέρου Οργανισμού Κυρίας Ασφαλίσεως. Ειδικώτερον ο χρόνος των κάτωθι περιπτώσεων και υπό τους ανωτέρω περιορισμούς εξαγοράζεται ως ακολούθως. «α)Της αναρρωτικής αδείας άνευ αποδοχών εφ΄ όσον και δια τον χρόνον τούτον καταβάλλεται ή θέλει καταβληθή παρά του ενδιαφερομένου εξ ολοκλήρου το ποσοστόν 18% επί τη βάσει των αποδοχών ας ούτος ελάμβανε κατά τον τελευταίον μήνα προ της χορηγήσεως αυτώ της άνευ αποδοχών αναρρωτικής αδείας. β)Της εκπαιδευτικής αδείας άνευ αποδοχών εφ’ όσον και δια τον χρόνον τούτον καταβάλλεται ή θέλει καταβληθή παρ’ αυτού εξ ολοκλήρου το ποσοστόν 18% επί τη βάσει των κατά τον χρόνον της χορηγήσεως της αδείας αποδοχών του. γ)Της στρατιωτικής υπηρεσίας ως εφέδρου μη μισθοδοτουμένου κατά τον χρόνον της στρατεύσεώς του εφ΄ όσον και δια τον χρόνον τούτον καταβάλλεται ή θέλει καταβληθή παρά του ενδιαφερομένου εξ ολοκλήρου το ποσοστόν 18% επί (Αντί της σελ. 360,01(γ) Σελ. 360,01(δ) Τεύχος 689-Σελ. 5 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 τη βάσει των κατά τον χρόνον της επιστρατεύσεώς του αποδοχών αυτού». Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ΄ αριθ. Φ. 32/3/2724 της 4/23 Μαρτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 197). «2)Η εξαγορά της κατά την προηγουμένην παρ. αναγνωριστέας προϋπηρεσίας ενεργείται δια της καταβολής εις το Ταμείον των εις τον εξαγοραζόμενον χρόνον αναλογουσών εισφορών υπολογιζομένων προς 18% των αποδοχών του ησφαλισμένου κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως. Το ποσοστόν της εξαγοράς βαρύνει κατά ποσοστόν 8/18 τον ησφαλισμένον και κατά ποσοστόν 10/18 τον εργοδότην ή εργοδότας παρ΄ οις ούτος υπηρέτει κατά τον εξαγοραζόμενον χρόνον προκειμένου περί προϋπηρεσίας παρά τω αυτώ ή ετέρω Επιμελητηρίω, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ησφαλισμένον. 3)Προκειμένου περί μελών οικογενείας δικαιουμένων κατά τ΄ ανωτέρω εις αναγνώρισιν προϋπηρεσίας του εξ ου έλκουν τα δικαιώματα θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου το ποσόν της εξαγοράς υπολογίζεται επί των αποδοχών τας οποίας ελάμβανεν ο θανών αν κατά την ημέραν του θανάτου του διετηρείτο εις την υπηρεσίαν, επί ασφαλίστρω 18% επιμεριζόμενον μεταξύ των συνταξιούχων και των οικείων εργοδοτών κατά ποσοστόν 8/18 εις βάρος του συνταξιούχου και κατά ποσοστόν 10/18 εις βάρος του Επιμελητηρίου εφ΄ όσον πρόκειται περί προϋπηρεσίας εν Επιμελητηρίω, εις πάσαν δε ετέραν περίπτωσιν βαρύνει εξ ολοκλήρου τα ως άνω πρόσωπα». Αι παρ.2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 32/3/2724 της 4/23 Μαρτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 197). 4.Εν περιπτώσει καθ΄ ην οι οικείοι εργοδόται δεν συγκατατίθενται εις την καταβολήν του αναλογούντος αυτοίς κατά τας προηγουμένας παραγράφους ποσού εξαγοράς, τούτο βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ησφαλισμένον, συνταξιούχον ή δικαιοδόχους αυτών. Η καταβολή του ποσού της εξαγοράς ενεργείται εφ΄ άπαξ ή κατά δόσεις ων ο αριθμός ορίζεται υπό του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και δεν δύναται να ορισθή ανώτερος των 60. Αι βαρύνουσαι τον ίδιον τον ησφαλισμένον ή συνταξιούχον δόσεις παρακρατούνται προκειμένου μεν περί ενεργώς ησφαλισμένων παρά του εργοδότου των κατά την καταβολήν των αποδοχών των, προκειμένου δε περί αμέσως ή εμμέσως συνταξιούχων εκ της συντάξεως αυτών, ήτις πάντως δεν δύναται να μειωθή εκ του λόγου τούτου πέραν ποσοστού 20%. Σελ. 360,02(δ) Τεύχος 699-Σελ. 6 Αι βαρύνουσαι τους εργοδότας δόσεις, εφ΄ όσον ήθελον αναλάβη δια δηλώσεώς των προς το Ταμείον, υποβλητέας εντός της κατά την επομένην παράγραφον ενιαυσίας ανατρεπτικής προθεσμίας την υποχρέωσιν καταβολής μέρους του ποσού της εξαγοράς, καταβάλλονται υποχρεωτικώς προς το Ταμείον κατά κεκανονισμένα χρονικά διαστήματα. Εν περιπτώσει καθυστερήσεώς των εφαρμόζονται αι κανονικαί διατάξεις περί προσθέτων τελών και αναγκαστικής εισπράξεως των καθυστερουμένων προς το Ταμείον εισφορών. 5.Δια την αναγνώρισιν της κατά τ΄ ανωτέρω προϋπηρεσίας δέον όπως υποβληθή εις το Ταμείον παρά του ενδιαφερομένου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ή των μελών της οικογενείας των αίτησις εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της γενέσεως του δικαιώματός του ή από του διορισμού των, προκειμένου περί των εν τω μέλλοντι υπαχθησομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου ησφαλισμένων. «Οι μη ασκήσαντες εμπροθέσμως το δικαίωμα το παρεχόμενον υπό του προηγουμένου εδαφίου δια την αναγνώρισιν της κατά τα ανωτέρω προϋπηρεσίας, δύνανται να υποβάλλουν αίτησιν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.32/3/2724 της 4/23 Μαρτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 197). 6.Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις ενεργείται η αναγνώρισις και εξαγορά της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας εφ΄ όσον συντρέχουσιν αι προϋποθέσεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου. 7.Δύναται επίσης να λογισθή ως συντάξιμος απλώς η διανυθείσα εν τω στρατώ υπηρεσία ως κληρωτών, ή εθελοντών, ή εφέδρων και ανεξαρτήτως όπλου των ησφαλισμένων των εχόντων τα προσόντα του Νόμ. 4180 κατ΄ εφαρμογήν του άρθρ. 12 του Νόμου τούτου και Α.Ν. 771/1937. «Δια την τοιαύτην εξαγοράν ο ησφαλισμένος υποχρεούται εις την καταβολήν εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών ποσού αναλογούντος εις ποσοστόν 18% επί των αποδοχών του δι΄ όλον τον εξαγοραζόμενον χρόνον της στρατιωτικής υπηρεσίας του. Ως αποδοχαί αυτού λαμβάνονται αι αποδοχαί του χρόνου υποβολής της αιτήσεως». Το δεύτερον εδάφιον της παρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. Φ.32/3/2724 της 4/23 Μαρτ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄197). 8.Κατά τον υπολογισμόν προς εξεύρεσιν του συνταξίμου εν τω συνόλω χρόνου, εάν απομένη υπόλοιπον έξ μηνών και άνω λογίζεται εις ολόκληρον έτος. Αν το απομένον υπόλοιπον ως ανωτέρω είναι κάτω των έξ μηνών παραλείπεται. 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων Δικαίωμα ησφαλισμένων ΄Αρθρ.20.-Οι παρά τω Ταμείω ησφαλσιμένοι αποχωρούντες της υπηρεσίας των, δικαιούνται είτε περιοδικών παροχών (συντάξεως) είτε εις επιστροφήν εισφορών συμφώνως με τους εν τοις επομένοις άρθροις του παρόντος Κανονισμού διαλαμβανομένους όρους. Ησφαλισμένοι δικαιούμενοι παροχών συντάξεως Άρθρ.21.-1.Δικαιούνται συντάξεως: α)Ο ησφαλισμένος (ησφαλισμένη) ο απομακρυνόμενος οπωσδήποτε της υπηρεσίας του μετά την συμπλήρωσιν εικοσιπενταετούς πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας, Προκειμένου περί ησφαλισμένης εγγάμου ή εν χηρεία μετ’ ανηλίκων τέκνων, αρκεί η συμπλήρωσις εικοσαετούς μόνον πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας. β)Ο απομακρυνόμενος της υπηρεσίας του λόγω ορίου ηλικίας, μετά συμπλήρωσιν δεκαπενταετούς πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας, εφ΄ όσον αμέσως προ της απομακρύνσεώς του ο ησφαλισμένος κέκτηται εξαετή πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του Ταμείου συντάξιμον υπηρεσίαν προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας. 2.Ο ησφαλισμένος (ησφαλισμένη) όστις μετά συμπλήρωσιν 10ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας, καθίσταται μερικώς προς άσκησιν των καθηκόντων του ανίκανος και εις ποσοστόν τουλάχιστον 50%. 3.Ο ησφαλισμένος (ησφαλισμένη) όστις μετά συμπλήρωσιν 5ετους πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας καθίσταται ολικώς ανίκανος. 4.Ο ησφαλισμένος (ησφαλισμένη) ο καθιστάμενος ως ανωτέρω εν παρ. 2 και 3 ανίκανος συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος αποδεδειγμένως εν τη ενασκήσει της υπηρεσίας του ή εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας, πλην αν εκ προθέσεως προεκάλεσε το αδίκημα οπότε αυτός μεν δεν δικαιούται συντάξεως, τα λοιπά όμως μέλη της οικογενείας ως καθορίζονται εν τω άρθρ. 23 δικαιούνται των παροχών ων θα εδικαιούντο ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου. Άρθρ.22.-Ησφαλισμένος (ή ησφαλισμένη) αποχωρών της υπηρεσίας του συνεπεία μερικής ανικανότητος και μη δικαιούμενοις συντάξεως κατά τ΄ ανωτέρω ή εν περιπτώσει θανάτου αυτού τα κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού μέλη οικογενείας αυτού, δικαιούνται εις επιστροφήν των ατομικών του εισφορών ατόκως, εφ΄ όσον κατά τον χρόνον της εκ της υπηρεσίας του αποχωρήσεως ή του θανάτου του είχε συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίαν. Δικαιοδόχοι και σειρά μεταβιβάσεως αυτοίς των ασφαλιστικών δικαιωμάτων ΄Αρθρ.23.-1.Εις περίπτωσιν θανάτου ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) έχοντος συμπληρώσει πενταετή πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν ή εις περίπτωσιν θανάτου τούτου συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος, εν τη ενασκήσει της υπηρεσίας του ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, καθώς και εις την περίπτωσιν θανάτου συνταξιούχου δικαιούνται ασφαλιστικών παροχών τα κάτωθι πρόσωπα: α)Η χήρα σύζυγος, επί ησφαλισμένης δε ο επιζών ανάπηρος και άπορος σύζυγος. Τα άγαμα τέκνα νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα και επί ησφαλισμένης τα νόθα και Η χήρα μήτηρ εφ΄ όσον αύτη είναι άπορος και συνετηρείτο υπό του θανόντος. β)«Η μήτηρ ή ο άπορος πατήρ, οι εγγονοί και προγονοί». Το εντός « » εδαφ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 70327/Σ. 855 της 16 Απρ./9 Μαΐου 1959 αποφ. Υπ.Εργασίας. γ)Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί ή αδελφαί. Τα εν τοις εδαφ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 αναφερόμενα πρόσωπα θεωρούνται ως δικαιοδόχοι του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου εφ΄ όσον αποδεδειγμένως συνετηρούντο υπ΄ αυτού. 2.Εκάστη τάξις των δικαιοδόχων αποκλείει την επομένην. 3.Εις περίπτωσιν αφανείας ησφαλισμένου (ησφαλισμένης) ή συνταξιούχου γεννώνται άπαντα τα δικαιώματα τα έχοντα προϋπόθεσιν τον θάνατον. Η μεταγενεστέρα βεβαίωσις περί της εν ζωή υπάρξεως του αφάντου ανατρέπει άπαντα τα γεννηθέντα δικαιώματα. Εξαιρετικώς θεωρούνται ως άφαντοι άνευ τινός διαδικασίας οι ησφαλισμένοι οι εξαφανισθέντες εις πολεμικά μέτωπα, κατά τον τελευταίον πόλεμον εφ΄ όσον εκ του λόγου τούτου, βεβαιουμένου παρά του οικείου Υπουργείου, εχορηγήθη εις τους δικαιούχους των πολεμική σύνταξις εκ του Δημοσίου Ταμείου. Προϋπόθεσις μεταβιβάσεως δικαιωμάτων εις δικαιοδόχους Άρθρ.24.-1.Η χήρα δικαιούται συντάξεως ή επιστροφής εισφορών. Εφ΄ όσον δεν είχε διαζευχθή μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου δι΄ οριστικής και αμετακλήτου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν έν έτος τουλάχιστον προ του θανάτου αυτού. Το ως άνω χρονικόν όριον δεν ισχύει εάν: α)Ο θάνατος επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. (Αντί της σελ. 361(α) Σελ. 361(β) 317-067 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης οπότε δεν λαμβάνεται υπ΄ όψιν ο χρόνος μεταξύ του γάμου και του θανάτου. Γυνή, ερχομένη εις γάμον μετά συνταξιούχου δικαιούται εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου, των παροχών του άρθρ. 37 παρ. 1 εφ΄ όσον ο γάμος ετελέσθη δύο τουλάχιστον έτη προ του θανάτου ή αν εκ του γάμου ετέχθη τέκνον. Εαν ο θάνατος του συνταξιούχου επήλθε λόγω βιαίου συμβάντος, δεν ισχύει το ως άνω όριον της διετίας. 2.Προς την χήραν εξομοιούται και ο ανάπηρος ή ο συμπληρώσας το 60όν έτος της ηλικίας του και άπορος χήρος. 3.Τα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, υιοθετηθέντα και επί ησφαλισμένης τα νόθα) δικαιούνται συντάξεως ή επιστροφής εισφορών εφ΄ όσον κατά την εποχήν του θανάτου του ησφαλισμένου (της ησφαλισμένης) ή συνταξιούχου δεν έχουσι συμπληρώσει το 18ον έτος της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων και το τριακοστόν προκειμένου περί θηλέων και είναι άγαμα, πλην της περιπτώσεως σπουδής των αρρένων τέκνων, ότε το ως άνω χρονικόν όριον ηλικίας των παρατείνεται μέχρι πέρατος των σπουδών των και ουχί πέραν του 23ου έτους της ηλικίας των. Η υιοθεσία να έχη λάβη χώραν τουλάχιστον πέντε έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως εις τον θετόν γονέα, πλην αν ο θάνατος επήλθε συνεπεία βιαίου συμβάντος, οπότε δεν λαμβάνεται υπ΄ όψιν ο εν τω μεταξύ χρόνος. Σελ. 362(β) 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 4.Η χήρα μήτηρ δικαιούται συντάξεως ή επιστροφής εισφορών εφ΄ όσον, συνετηρείτο παρά του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. 5.Οι γονείς, έγγονοι και προγονοί δικαιούνται συντάξεως ή επιστροφής εισφορών, εφ΄ όσον η συντήρησις τούτων εβάρυνε τον θανόντα. Ως ανάπηρος θεωρείται και ο πατήρ αποθανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ο συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του. Επί εγγονών και προγονών εφαρμόζονται τα εν τη παρ. 3 του παρόντος αναφερόμενα όρια ηλικίας. 6.Οι αδελφοί δικαιούνται παροχών υφ΄ ας προϋποθέσεις και οι εν τη παρ. 3 του παρόντος. 7.Η εις τα δικαιούμενα πρόσωπα απονεμηθείσα σύνταξις εάν μεταγενεστέρως παύση οπωσδήποτε να χορηγήται αυτοίς δεν μεταβιβάζεται εις τα πρόσσωπα της επομένης; τάξεως. Τρόπος βεβαιώσεως της ανικανότητος των ησφαλισμένων ΄Αρθρ.25.-1.Η διαπίστωσις της σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος των ησφαλισμένων δικαιουμένων συντάξεως ή επιστροφής εισφορών ησφαλισμένων ενεργείται υπό των κατά τόπους Α/βαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ. Κατά της γνωματεύσεως των Πρωτοβαθμίων τούτων Επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή παρά του αιτούντος την απονομήν συντάξεως ή επιστροφήν εισφορών ή παρά του Ταμείου ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, ασκουμένη εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων εις α δεν έχει επεκταθή η ασφάλισις του ΙΚΑ, ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι΄ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εις την υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου προς τον τόπον διαμονής του υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως εν τη περιπτώσει ταύτη βαρύνει το Ταμείον το οποίον καταβάλλει ωσαύτως εις το Ι.Κ.Α. τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων, τας γενομένας τόσον υπό των πρωτοβαθμίων όσον και των Β/θμίων Υγειονομικών Επιτροπών, πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην την προσφυγήν ενώπιον της Β/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής, ήσκησεν ο ησφαλισμένος και εξετασθείς παρά ταύτης εγκρίθη υγιής οπότε η δαπάνη της εξετάσεως βαρύνει τον ησφαλισμένον. 2.Η αίτησις ησφαλισμένου αποχωρήσαντος ή απολυθέντος της υπηρεσίας του λόγω ανικανότητος εκ σωματικής ή πνεματικής βλάβης ή τυχαίου συμβάντος δέον να υποβληθή προς το Ταμείον εντός τριών μηνών από της ημέρας της αποχωρήσεως αυτού εκ της υπηρεσίας του, άλλως η ανικανότης δεν λαμβάνεται υπ΄ όψει δια την επιστροφήν εισφορών ή την χορήγησιν συντάξεως, πλην της περιπτώσεως ανωτέρας βίας κρινομένης ως τοιαύτης υπό του Δ.Σ. του Ταμείου. 3.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, εν περιπτώσει απονομής συντάξεως λόγω ανικανότητος δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, δι΄ εξόδων του Ταμείου να ζητήση νέαν ιατρικήν εξέτασιν, ενεργουμένην ως ανωτέρω (παρ. 1 του παρόντος άρθρου) αν οπωσδήποτε ήθελε νομίσει ότι εξέλιπον ο λόγος δι΄ ον εχορηγήθη η σύνταξις οπότε και αναθεωρεί την προηγουμένην απόφασιν αυτού διακόπτει την χορήγησιν της συντάξεως, εφ΄ όσον αποδεδειγμένως ο θεραπευθείς έχει άλλους πόρους ή αμοιβάς εκ μισθωτών υπηρεσιών τουλάχιστον αντιστοίχως προς την σύνταξιν αυτού. Απώλεια ή μετριασμός δικαιώματος ΄Αρθρ.26.-1.Η τέλεσις γάμου δια τους εκ μεταβιβάσεως δικαιώματαος δικαιοδόχους απέναντι του Ταμείου αποτελεί λόγον απωλείας του δικαιώματος δια παντός. Η λύσις του γάμου δεν αποτελεί λόγον ανακτήσεως του δικαιώματος. 2.Δια την περίπτωσιν θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου τα μετά τον θάνατόν του δικαιούμενα πρόσωπα αποβάλλουσι το προς σύνταξιν ή επιστροφήν εισφορών, δικαίωμά των, εάν δι΄ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου καταδικασθώσι δια πράξιν αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου συνταξιούχου. Πόροι ΄Αρθρ.27.-Πόροι του Ταμείου είναι: 1.«Κρατήσεις 8% επί του συνόλου των καταβαλλομένων εις τους ησφαλισμένους αποδοχών. 2.Μηνιαία εισφορά του εργοδότου εκ 10% επί του συνόλου των αποδοχών των. Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 142062/Σ. 1829 της 6/23 Δεκ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 719) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «3.Ετησία εισφορά των Επιμελητηρίων ίση προς 3% του συνόλου των κατά το προηγούμενον ημερολογιακόν έτος πραγματοποιηθέντων πάσης φύσεως εσόδων των, ως ταύτα απεικονίζονται εις τον εγκεκριμένον απολογισμόν του οικείου έτους. Ειδικώς προκειμένου περί των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων, το υπό του προηγουμένου εδαφίου προβλεπόμενον ποσοστόν, της, περί ης το αυτό εδάφιον, εισφοράς, ορίζεται εις 8%». Η παρ. 3 τροποποιηθείσα δια των υπ΄ αριθ. 72882/Ε.1034 της 18/24 Αυγ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 533), και 11932/Σ.122 της 17 Μαΐου/11 Ιουν. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 283) αποφ. Υπ. Εργασίας και της υπ΄ αριθ, 142062/Σ.1829 της 6/23 Δεκ. 1968 (ΦΕΚ Β΄ 719) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αντικαστεστάθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 32/3/9250 της 11/17 Ιαν. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 39) ομοίας, ήτις εφγαρμόζεται από του υπολογισμού της εισφοράς του έτους 1972. (Αντί της σελ. 363(γ) Σελ. 363(δ) Τεύχος 446 Σελ. 19 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 4.Το ποσόν των συνταξίμων αποδοχών ενός μηνός παντός ησφαλισμένου εγγραφομένου το πρώτον εις το Ταμείον. 5.«Το ποσόν των συνταξίμων αποδοχών ενός μηνός παντός εγγάμου εγγραφομένου εις το Ταμείον ή ερχομένου εις πρώτον, δεύτερον ή τρίτον γάμον ησφαλσιμένου». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ΄ αριθ. 142062/Σ.1829 της 6/23 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 719), ης η ισχύς ήρξατο από 1 Ιαν. 1969. 6.Το ποσόν πάσης αυξήσεως των αποδοχών των ησφαλισμένων του πρώτου μηνός. 7.Αι εισπράξεις των Επιμελητηρίων εκ των παρ΄ αυτών εις τους υπαλλήλους των επιβαλλομένων προστίμων. 8.Αι τυχόν προς το Ταμείον δωρεαί και τα εκ τελευταίας βουλήσεως προερχόμενα ωφελήματα. 9.Αι εισπράξεις οιοσδήποτε άλλης φύσεως και εξ οιασδήποτε θεμιτής αιτίας προερχόμεναι. 10.Οι τόκοι και τα λοιπά εισοδήματα εν γένει της περιουσίας του Ταμείου. Υπολογισμός των κρατήσεων και των εισφορών των Επιμελητηρίων Χρόνος καταβολής αυτών ΄Αρθρ.28.-1.Αι ως άνω (άρθρ. 27) ενεργούμεναι παρά των Επιμελητηρίων κρατήσεις επί των αποδοχών των ησφαλισμένων, καθώς και αι εισφοραί αυτών των Επιμελητηρίων υπολογίζονται πάντοτε εις ακεραίας δραχμάς, απαλειφομένου του τυχόν κλάσματος της δραχμής του μικροτέρου των λεπτών 50 ή αυξανομένου του τυχόν εις ακεραίαν δραχμήν εφ΄ όσον είναι ή υπερβαίνει τα λεπτά 50. 2.Αι εν τη παρ. 1 του πρηγουμένου άρθρ. 27 κρατήσεις επί των αποδοχών των ησφαλισμένων και η εν παρ. 2 του αυτού άρθρου ίση εισφορά του Επιμελητηρίου καταβάλλονται εις το Ταμείον παρά των Επιμελητηρίων το βραδύτερον μέχρι τέλους του επομένου μηνός. 3.Η εν παρ. 3 του άρθρ. 27 ετησία εισφορά των Επιμελητηρίων καταβάλλεται εις το Ταμείον κατά μεν τα 2/3 εντός της χρήσεως μείον κατά το υπόλοιπον δε έν τρίτον (1/3) απολογιστικώς και το βραδύτερον μέχρι της 31 Ιανουαρίου της επομένης χρήσεως. 4.Το εν παρ. 4 του άρθρ. 27 ποσόν των συνταξίμων αποδοχών παντός ησφαλισμένου εγγραφομένου το πρώτον εις το Ταμείον καταβάλλεται δια 36 ίσων μηνιαίων δόσεων παρακρατουμένων παρά του Επιμελητηρίου από του διορισμού του. Σελ. 364(δ) Τεύχος 446 Σελ. 20 5.Το εν παρ. 5 του άρθρ. 27 ποσόν των συνταξίμων αποδοχών παντός διοριζομένου εγγάμου ή ερχομένου εις γάμον ησφαλισμένου καταβάλλεται ομοίως εις 36 δόσεις παρακρατουμένας παρά του Επιμελητηρίου από του πρώτου μετά τον γάμον του μηνός. Η έναρξις των λόγω γάμου μηνιαίων δόσεων ησφαλισμένου δύναται τη αιτήσει του, να γίνη μετά το πέρας της προθεσμίας προς καταβολήν του ποσού των συνταξίμων αποδοχών του λόγω νεοδιορισμού. 6.Το εν παρ. 6 του άρθρ. 27 ποσόν πάσης αυξήσεως των αποδοχών των ησφαλισμένων του πρώτου μηνός παρακρατείται εφ΄ άπαξ παρά των Επιμελητηρίων και αποδίδεται εις το Ταμείον εντός του επομένου μηνός. 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων Υπεύθυνοι εισπράξεως και αποδόσεως των πόρων του Ταμείου ΄Αρθρ.3.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό οκταμελούς Διοικητικού Συμβουλίου αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 αντιπροσώπου των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Αθηνών – Πειραιώς - Θεσσαλονίκης. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων εξ ων 1 εκ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και 1 εκ του τοιούτου Πειραιώς. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εκ δύο προσώπων εχόντων πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.΄Απαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ΄ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι΄ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντα διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ΄ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το υπό στοιχ. γ΄ της 1 παραγράφου μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνεται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της ως άνω προθεσμίας υπό των Επιμελητηρίων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης από κοινού και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέων μελών (τακτικών και αναπληρωματικών). Η επιλογή των οικείων οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τα ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν΄ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 71027 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338). 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον, εκλέγει εις την πρώτην αυτού συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχείον δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ΄ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. 5.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και των παρ΄ αυτών λειτουργουσών Επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου, Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών Αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κυβερνητικού Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ΄ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κυβερνητικού Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Διοικητικού Συμβουλίου υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβερνητικού Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ΄ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ΄ ης η διαφωνία αποφάσεως. (Αντί της σελ. 355(α) Σελ. 355(β) 250-045 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ΄ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν, οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι΄ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν, δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού καλείται πάντοτε, επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβ. Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ. Συμβουλίου. 6.«Το Διοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 6 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ΄ ην διωρίσθη, το Διοικητικόν Συμβούλιον θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ΄ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 6 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 71027 της 17/21 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 338). 7.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου. Σελ. 356(β) Λειτουργία του Διοικ. Συμβουλίου ΄Αρθρ.29.-1.Αι επί των αποδοχών των ησφαλισμένων κρατήσεις υπέρ του Ταμείου ενεργούνται υποχρεωτικώς παρά των Επιμελητηρίων, άτινα υποχρεούνται όπως ανελλλιπώς και εντός των εν τω προηγουμένω άρθρ. 28 καθοριζομένων προθεσμιών καταθέτωσι παρά τινα των εν άρθρ. 13 αναφερομένων Τραπεζών τας τοιαύτας κρατήσεις και ιδίας αυτών εισφοράς. 2.«Αι υπέρ του Ταμείου κρατήσεις και εισφοραί επιβαρύνονται εν περιπτώσει καθυστερήσεώς των πέραν της λήξεως της υπό του άρθρ. 28 προβλεπομένης προθεσμίας καταβολής των δια προσθέτου τέλους 1% δι΄ έκαστον 10ήμερον καθυστερήσεως, υπολογιζόμενον από της πρώτης ημέρας εκάστου δεκαημέρου. Το σύνολον της επιβαρύνσεως εκ του εν λόγω προσθέτου τέλους εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή τα 50% του ποσού της κυρίας εκ καθυστερουμένων εισφορών οφειλής. Το Ταμείον υποχρεούται να επιδιώξη δια παντός νομίμου μέσου την είσπραξιν των εις αυτό οφειλομένων ευθύς ως καθίσταται απαιτητόν το δικαίωμά του, κατά την παρ. 2 του άρθρ. 28». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ΄ αριθ. 11932/Σ.122 της 17 Μαΐου/11 Ιουν. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 283). 3.Αι απαιτήσεις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών και εν γένει δικαιωμάτων αυτού εκ των υπέρ τούτου θεσπισμένων πόρων εισπράττονται δια των Δημοσίων Ταμείων κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». Το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου επί τη βάσει εκθέσεων της οικονομικής υπηρεσίας αυτού καθορίζει δι΄ ητιολογημένης αποφάσεώς του το οφειλόμενον ποσόν και κοινοποιεί επ΄ αποδείξει την απόφασιν ταύτην, προς τον οφειλέτην μετά προσκλήσεως προς πληρωμήν εντός ωρισμένης προθεσμίας. Κατά της αποφάσεως ταύτης ο καθ΄ ου η απόφασις δύναται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών από της κοινοποιήσεως να ζητήση αναθεώρησιν παρά του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. Ο αιτών δύναται να παραστή κατά την συζήτησιν της αιτήσεως αναθεωρήσεως. Η οριστική απόφασις του Δ.Σ. αποστέλλεται προς την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Κράτους δια την αναγκαστικήν είσπραξιν κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ενεργουμένων άνευ ευθύνης του Δημοσίου Ταμείου. Το Ταμείον καταβάλλει εις το Δημόσιον τας κατά Νόμον δαπάνας, ας συνεπάγεται δι΄ αυτό ή δια της Ταμειακής Υπηρεσίας του Κράτους αναγκαστική είσπραξις των απαιτήσεων αυτού. (Μετά την σελ. 364(δ) Σελ. 364,01 Τεύχος 446 Σελ. 21 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων Διάθεσις των πόρων του Ταμείου ΄Αρθρ.30.-1.Αι εν παρ. 1 του άρθρ. 27 κρατήσεις 7% και η εν παρ. 2 του αυτού άρθρου ίση αυταίς εισφορά του Επιμελητηρίου εγγράφονται εις ίδιον ατομικόν λογαριασμόν εκάστου ησφαλισμένου δια τον εν καιρώ υπολογισμόν της ης τυχόν θα δικαιούται επιστροφής εισφορών. 2.Πάντες οι λοιποί πόροι δια των οικείων αποτελεσματικών λογαριασμών «Εσόδων» περιέρχονται εις το Κοινόν Κεφάλαιον του Ταμείου. 3.Αι δωρεαί και τα εκ διατάξεων τελευταίας βουλήσεως ωφελήματα περιέρχονται εις το κοινόν κεφάλαιον του Ταμείου, εφ΄ όσον δεν υπάρχει εκπεφρασμένη διάφορος βούλησις των δωρητών ή διαθετών. Τοποθέτησις των Κεφαλαίων του Ταμείου ΄Αρθρ.31.-Τα Κεφάλαια του Ταμείου επενδύονται: 1.Εις χρεώγραφα του Δημοσίου εις χρυσόν ή Τραπεζογραμμάτια ή έντοκα γραμμάτια ή ομολογίας δανείων Νομικών Προσώπων ηγγυημένων παρά του Κράτους. 2.«Εις προσοδοφόρα αστικά ακίνητα, είτε δι΄ αγοράς είτε δι΄ ανεγέρσεως τοιούτων επί ιδιοκτήτων οικοπέδων του Ταμείου». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 61176/Σ.573 της 12/22 Αυγ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 371). 3.Εις ενυπόθηκα δάνεια. 4.Εις απλά δάνεια προς τους ησφαλισμένους και συνταξιούχους του Ταμείου. Αγορά Χρεωγράφων Δημοσίου κ.λπ. ΄Αρθρ.32.-1.Η αγορά χρεωγράφων ενεργείται πάντοτε μέσω μιας των εν άρθρ. 13 αναφερομένων Τραπεζών, προς τας οποίας δίδεται σχετική εντολή κατόπιν αποφάσεως του Δ.Συμβουλίου. 2.Τα εις την κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα κατατίθενται προς φύλαξιν επ΄ ονόματι αυτού παρά μια των προαναφερομένων Τραπεζών. Αγορά Ακινήτων ΄Αρθρ.33.-1.Διά την αγοράν ακινήτων απαιτείται απόφασις του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου λαμβανομένη δι΄ απολύτου πλειοψηφίας του όλου αριθμού των μελών αυτού. 2.Το ακίνητον πρέπει να κείται εντός σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, εις κεντρικήν μάλλον θέσιν και να ασφαλίζη από απόψεως κατασκευής, τίτλων ιδιοκτησίας και εισοδήματος πλήρως τα συμφέροντα του Ταμείου. 3.«Δια την αγοράν ακινήτων απαιτείται προηγουμένη εκτίμησις της αξίας αυτών ενεργουμένη παρ΄ Επιτροπής διοριζομένης δι΄ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και απαρτιζομένης: α)εκ του Οικονομικού Εφόρου μεταβιβάσεως ακινήτων ή του οικονομικού εφόρου εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου κείται το προς αγοράν ακίνητον ή του νομίμου αναπληρωτού του, β)εκ του Προϊσταμένου του οικείου γραφείου του Σχεδίου Πόλεως και γ)εξ ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης τη αιτήσει του Ταμείου. Η αμοιβή των μελών της Επιτροπής καθορίζεται δι΄ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 81341/Σ.695 της 20/29 Σεπτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 596). 4.Η περί αγοράς ωρισμένου ακινήτου απόφασις του Διοικ. Συμβουλίου πρέπει να εγκριθή και υπό του Υπουργού Εργασίας, προς ον υποβάλλεται ολόκληρος ο φάκελλος της αγοράς μετ΄ αντιγράφων των σχετικών πρακτικών του Δ.Σ. της Εκθέσεως της Εκτιμητικής Επιτροπής κ.λπ. Ο Υπουργός Εργασίας δικαιούται να ενεργήση κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν του ακινήτου, της οποίας αι δαπάναι βαρύνουσι το Ταμείον. Η τοιαύτη έγκρισις του Υπουργού Εργασίας, θεωρείται ως δοθείσα εάν παρέλθη άνευ απαντήσεως, χρονικόν διάστημα ενός μηνός αφ΄ ης υποβληθή εις το Υπουργείον ο σχετικός φάκελλος ο περιλαμβάνων την απόφασιν του Συμβουλίου περί αγοράς του ακινήτου. «5.α)Δια την ανέγερσιν κτιρίου, εκτέλεσιν οικοδομικών έργων ή επισκευών και διαρρυθμίσεων σημαντικής αξίας, το Δ.Σ. αναθέτει, κατόπιν συμφωνίας ή κατόπιν προκηρύξεως αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, ούτινος τας λεπτομερείας καθορίζει, εις ένα ή πλείονας, κατά την κρίσιν του διπλωματούχους, αρχιτέκτονας ή μηχανικούς ανωτάτης ανεγνωρισμένης σχολής, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης, περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει των αγοραίων τιμών ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσιν τιμών, τιμολογίων, συγγραφήν υποχρεώσεων κ.λπ.). β)Η στατική μελέτη ανατίθεται δι΄ αποφάσεως του Δ.Σ. εις Πολιτικόν Μηχανικόν, διπλωματούχον Ανωτάτης Ανεγνωρισμένης Σχολής. γ)Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις πενταπλούν εις το Δ.Σ. όπερ μετ΄ εξέτασίν των, μεριμνά δια την υποβολήν τούτων (Αντί της σελ. 365(γ) Σελ. 365(δ) 294-137 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων 39.Η.γ.4 προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας αρχής, κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων. δ)Τα έργα ανοικοδομήσεως, επισκευών ή διαρρυθμίσεων ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθέντα εκ ταύτης μειοδότην. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι΄ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν΄ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας, κατά την κρίσιν του, επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. ε)Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών ενεργείται υπό του Δ.Σ. μέσω του επιβλέποντος Πολιτικού Μηχανικού ή Αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Δ..Σ. του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των μηχανικών και αρχιτεκτόνων οριζόμεναι δι΄ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου δεν δύνανται να είναι ανώτεραι των υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών. ς)Η επίλυσις πάσης διαφοράς ή διενέξεως μεταξύ Ταμείου και αναλαβόντων την εκτέλεσιν του έργου αρχιτεκτόνων πολιτικών Μηχανικών ή εργολάβων δύναται ν΄ ανατίθεται εις την διαιτησίαν του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος κατά την σχετικήν περί τούτου Νομοθεσίαν. ζ)Δια την εν γένει, παρακολούθησιν των οικοδομικών εργασιών και μέχρι πλήρους αποπερατώσεως του έργου, δύναται το Δ.Σ. ν΄ αναθέτη την συνεχή επί τόπου παρακολούθησιν της κανονικής, κατά τους συμβατικούς όρους και τους ισχύοντας Κανονισμούς, εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών, εις ειδικόν τεχνικόν, οριζόμενον δι΄ αποφάσεως αυτού της αποζημιώσεώς του οριζομένης δια της αυτής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου μη δυναμένης δε να υπερβή τα υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλεπόμενα δια την αιτίαν ταύτην κατώτερα όρια αμοιβών. 6.Δια την κατεδάφισιν παλαιού υφισταμένου ακινήτου προς αξιοποίησιν δι΄ ανεγέρσεως νέου τοιούτου, το Δ.Σ. δύναται να προκηρύσση διαγωνισμόν δια την εκτέλεσιν των εργασιών της κατεδαφίσεως. Η επίβλεψις του ως άνω εκτελουμένου έργου ανατίθεται δι΄ αποφάσεως του Δ.Σ. εις διπλωματούχον μηχανικόν ανωτάτης σχολής, της αμοιβής τούτου καθοριζομένης δια της αυτής αποφάσεως. 7.Εν η περιπτώσει τα διαθέσιμα του Ταμείου δεν επαρκούν δια την αγοράν ή αξιοποίησιν ακινήτων το Δ.Σ. δύναται να προβαίνη εις σύναψιν δανείων Σελ. 366(δ) επί υποθήκη ή ενεχυριάσει των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου ή και άνευ τούτων μετ΄ έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας». Αι παρ. 5, 6 και 7 προσετέθηκαν δια της υπ΄ αριθ. 61176/Σ.573 της 12/22 Αυγ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 371). «8.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εν τη διαχειρίσει της περιουσίας τούτου, δι΄ αποφάσεως αυτού λαμβανομένης κατά πλειοψηφίαν των 3/4 του όλου αριθμού των μελών του, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, να παραχωρή ιδιόκτητα αστικά ακίνητα του Ταμείου, οπουδήποτε της χώρας κείμενα προς ανοικοδόμησιν επί αντιπαροχή οριζοντίων ιδιοκτησιών, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων, κατόπιν ομοφώνου γνώμης της εν παρ. 3 προβλεπομένης εκτιμητικής επιτροπής περί των όρων της παραχωρήσεως, εφ΄ όσον η παραχώρησιις τυγχάνει εκδήλως συμφέρουσα, καθ΄ ομόφωνον γνώμην της αυτής επιτροπής. Εφ΄ όσον τρείς τουλάχιστον διαγωνισμοί απέβησαν άγονοι ή εκηρύχθησαν ασύμφοροι, κατά την περί τούτου ομόφωνον γνώμην της εν παρ. 3 προβλεπομένης επιτροπής και απόφασιν του Δ.Σ., λαμβανομένην κατά πλειοψηφίαν των 3/4 του όλου αριθμού των μελών του, δύναται εις εξαιρετικάς περιπτώσεις ή ως άνω παραχώρησις να συντελήται δι΄ απ΄ ευθείας συμφωνίας μετά προηγουμένην περί του συμφόρου ταύτης ομόφωνον γνώμην της εκτιμητικής επιτροπής, συμπληρουμένης δι΄ ενός τεχνικού υποδεικνυομένου υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου και απόφασιν του Δ.Σ., λαμβανομένην κατά πλειοψηφίαν των 3/4 του όλου αριθμού των μελών αυτού, εγκρινομένην από του Υπουργού Εργασίας». Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ΄ αριθ. 45496/Σ.367 της 17/20 Μαΐου 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 313). 39.Η.γ.4 Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εμπορ.& Βιομηχ.,Επαγγελμ.& Βιοτεχν.Επιμελητηρίων Ενυπόθηκα δάνεια ΄Αρθρ.34.-1.Το δάνειον δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχμών 15.000 και ανώτερον του ενός τρίτου (1/3) της αξίας του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου. 2.Το δάνειον χορηγείται επί τόκω ουχί κατωτέρω κατά μίαν μονάδα, του εκάστοτε ισχύοντος συμβατικού τόκου. 3.Το δάνειον χορηγείται επί πρώτη πάντοτε υποθήκη του ακινήτου. Είναι δυνατή η χορήγησις δανείου επί υποθηκευμένου ήδη ακινήτου, εφ΄ όσον όμως δια του χορηγουμένου δανείου εξοφλείται συγχρόνως το πρώτον δάνειον και επομένως εξαλείφεται η υφισταμένη υποθήκη υπέρ τρίτου, αρχομένου ούτω του Ταμείου ως πρώτου ενυποθήκου δανειστού. 4.«Το ακίνητον πρέπει να είναι αστικόν, κείμενον εντός των σχεδίων πόλεων, να είναι απηλλαγμένον παντός βάρους εμπραγμάτου ή ρυμοτομίας και να ανήκη εξ ολοκλήρου εις τον παρέχοντα την υποθήκην». Η εντός « » παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 70327/Σ.855 της 16 Απρ./9 Μαΐου 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας. 5.Το δάνειον χορηγείται υπό τον όρον της υπέρ του Ταμείου εκχωρήσεως των προσόδων του υποθηκευομένου ακινήτου, εφ΄ όσον δεν υφίσταται ιδιοκατοίκησις. 6.«Δια την χορήγησιν του δανείου ενεργείται εκτίμησις του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου παρά τριμελούς Επιτροπής διοριζομένης υπό του Διοικ. Συμβουλίου και απαρτιζομένης εξ ενός τεχνικού δημοσίου Υπαλλήλου εξ ενός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ή ησφαλισμένου ειδικώς εξουσιοδοτημένου υπό του Δ.Σ. και εξ ενός εκ των εκτιμητών της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος». Το εντός « » εδάφιον της παρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ΄ αριθ. 70327/Σ.855 της 16 Απρ./9Μαΐου 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας. Η έκθεσις της Επιτροπής υποβάλλεται εγγράφως, εν περιπτώσει δε διαφωνίας των μελών της Επιτροπής λαμβάνεται υπ΄ όψιν δια την χορήγησιν του δανείου το μικρότερον ποσόν. 7.Τα έξοδα ελέγχου τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου, ενεργουμένου υπό του Νομικού Συμβούλου του Ταμείου, τα έξοδα εκτιμήσεως της αξίας του ακινήτου, τα έξοδα συντάξεως συμβολαίων, εξαλείψεως υποθήκης και παν εν γένει έξοδον, βαρύνουσι αποκλειστικώς τον δανειζόμενον παρ΄ ου και προκαταβάλλονται, ανεξαρτήτως της χορηγήσεως ή μη του δανείου. Εις περίπτωσιν μη συνάψεως του δανείου το Ταμείον υποχρεούται εις την επιστροφήν των ούτω προκαταβληθέντων εξόδων, μετ΄ αφαίρεσιν πασών των τυχόν γενομένων δαπανών. Η χορήγησις τέλος του δανείου γίνεται επί τη βάσει των λεπτομερεστέρων όρων τους οποίους τυχόν ήθελεν ορίσει το Διοικ. Συμβούλιον. 8.Το δάνειον χορηγείται: δια δέκα πέντε (15) το πολύ έτη και εξοφλείται δι΄ εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, καταβαλλομένων την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου εκάστου έτους. Πλην των ως άνω τοκοχρεωλυτικών δανείων είναι δυνατή η χορήγησις απλών βραχυπροθέσμων δανείων επί πρώτη υποθήκη ακινήτου, διαρκείας το πολύ μέχρι πέντε ετών, εξοφλητέων εφ΄ άπαξ κατά την λήξιν του χρόνου του δανείου και καταβαλλομένου εν τω μεταξύ του τόκου, όστις δεν δύναται να είναι κατώτερος του εκάστοτε οριζομένου παρά της Κτηματικής Τραπέζης. Ως προς το ακίνητον, το ποσοστόν επί της αξίας του το οποίον θα χορηγήται ως δάνειον, την εκτίμησιν αυτού κ.λπ. ισχύουσιν οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος άρθρου προκειμένου περί χορηγήσεως ενυποθήκου τοκοχρεωλυτικού δανείου. Απλά δάνεια ησφαλισμένων και συνταξιούχων ΄Αρθρ.35.-1.Το ποσόν το οποίον διατίθεται κατ΄ έτος εις την χορήγησιν δανείων προς τους ησφαλισμένους και συνταξιούχους του Ταμείου δεν δύναται να είναι ανώτερον του ποσοστού 20% επί των ετησίων διαθεσίμων κεφαλαίων αυτού. 2.Τα τοιαύτα δάνεια παρέχονται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας εξ εκτάτων σοβαρών και απροβλέπτων αναγκών του αιτούντος κατά την κρίσιν του Δ. Συμβουλίου. 3.Δάνεια ησφαλισμένων: Ειδικώτερον επί τούτων ισχύουσι τα εξής: α)Το ποσόν του δανείου δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν των συνταξίμων αποδοχών του ησφαλισμένου ενός μηνός δια τους έχοντας συμπληρώσει ενός έτους συντάξιμον υπηρεσίαν, των δύο μηνών δια τους έχοντας συμπληρώσει τετραετή συντάξιμον υπηρεσίαν και των τριών μηνών δια τους έχοντας συμπληρώσει οκταετή συντάξιμον υπηρεσίαν. β)Το δάνειον χορηγείται επί τόκω 6% και ασφαλίστρω 1% ετησίως. γ)Το δάνειον εξοφλείται κατ΄ ανώτατον όριον δια 36 μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων παρακρατουμένων υποχρεωτικώς και ανελλιπώς παρά του Επιμελητηρίου εκ των αποδοχών του ησφαλισμένου, συμφώνως προς τας διατάξεις του Νόμου 5931/1933. δ)Ο ησφαλισμένος δικαιούται να εξοφλήση το δάνειον αυτού και προ της παρελεύσεως του χρόνου δι΄ ον εχορηγήθη αυτώ τούτο. ε)Δάνειον εις τον αυτόν ησφαλισμένον χορηγείται μόνον μετά την ολοσχερή …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.