← Ελλάδα

3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 31720/Σ.503 της 10/29 Δεκ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 503) Περί ανασυντάξεως καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών κ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση του Υπουργού Εργασίας εγκρίνει την ανασύνταξη του καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης. Ουσιαστικά, καθορίζει τους κανόνες λειτουργίας και τη διαχείριση του εν λόγω Ταμείου.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 31720/Σ.503 της 10/29 Δεκ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 503) Περί ανασυντάξεως καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Τας διατάξεις των άρθρ. 1 παρ. 7 και 5 του Νόμ. 4434/1929 «περί συστάσεως Ταμείου Ασφαλίσεως τάξεών τινών εργαζομένων (Εφημεριδοπωλών, Μυλεργατών και Αρτεργατών». 2)Τας διατάξεις του από 12/23.2.37 Β.Δ/τος «περί επεκτάσεως των διατάξεων του Νόμ. 4434/1929 «περί συστάσεως Ταμείου Ασφαλίσεως τάξεών τινών εργαζομένων κλπ.» και εις τους εφημεριδοπώλας της πόλεως Θεσσαλονίκης. 3)Πρότασιν του Δ.Σ. του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, υποβληθείσαν ημίν δια των υπ’ αριθ. 381/10/12.11.1958, 158/30.5.60 και 455/Κ/ 15.12.60 αναφορών του Ταμείου και 4)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως, διατυπωθείσαν κατά τας υπ’ αριθ. 529/25.2.60 και 40/29.3.62 συνεδριάσεις αυτού, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το σχέδιον ανασυντάξεως καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης εξ άρθρ. 28 έχον ως ακολούθως: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΩΝ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ίδρυσις- Σκοπός- Έδρα Άρθρ.1.-Το δυνάμει του από 12/23.2.1937 Β.Δ/ τος «περί επεκτάσεως των διατάξεων του Νόμ. 4434/1929 ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως» συσταθέν και λειτουργούν Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης θέλει διέπεται εφεξής υπό του παρόντος καταστατικού. Άρθρ.10.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού ή τούτου κωλυομένου του Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν τετράκις του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή προς τούτο, κατά την κρίσιν του Προέδρου, ανάγκη ή ήθελον αιτήσει τούτο 2 τουλάχιστον τακτικά μέλη αυτού, πάντως όμως αι αμειβόμεναι συνεδριάσεις δεν δύνανται να υπερβούν εν ουδεμιά περιπτώσει τας 4 κατά μήνα. Δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του να ορίζη τακτάς ημέρας συνεδριάσεων. 2.«Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 6 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρισθή το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου, εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71015 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 3.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αναλόγως των παρουσιαζομένων υπηρεσιακών αναγκών καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν της συνεδριάσεως. Η ημερησία διάταξις μετά προσκλήσεως εις συνεδρίασιν αποστέλλεται εις τα μέλη 24 τουλάχιστον ώρας προ της συνεδριάσεως μερίμνη του Διευθυντού του Ταμείου. Δύο τουλάχιστον τακτικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλο(Αντί της σελ. 920,05(α) Σελ. 920,05(β) Τεύχος 397 – Σελ. 103 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 μένης προ της καταρτίσεως της ημερησίας διατάξεως, δύνανται να ζητήσωσι την αναγραφήν θέματός τινος εν τη ημερησία διατάξει της επομένης συνεδριάσεως. Εν τη ημερησία διατάξει αναγράφονται σαφώς και λεπτομερώς τα συζητητέα θέματα, θέματα μη συμπεριλαμβανόμενα εν τη ημερησία διατάξει δύνανται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου να συζητηθούν, αλλά απόφασις επ’ αυτών δεν δύναται να ληφθή αν δεν είναι παρόντα πάντα τα μέλη, πλην αν αναγνωρισθή δια παμψηφίας των παρόντων μελών, ότι πρόκειται περί επειγούσης ανάγκης μη επιδεχομένης αναβολήν. Επί τη εγγράφω αιτήσει 2 τουλάχιστον μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται να αναγραφώσι και θέματα δι’ α ζητείται συνεδρίασις. Υποχρεούνται ο Πρόεδρος να συγκαλέση το Διοικητικόν Συμβούλιον εις συνεδρίασιν εντός τεσσάρων το πολύ ημερών από της λήψεως αιτήσεως με πρώτα θέματα τα εν τη αιτήσει αναγραφόμενα. Εν περιπτώσει μη απαρτίας τα θέματα ταύτα αναγράφονται πρώτα εις την επομένην συνεδρίασιν. 5.Αι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είναι δημόσιοι. Περίληψις των γενομένων συζητήσεων και των ληφθεισών αποφάσεων δύναται να δίδηται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου προς δημοσίευσιν. Απαγορεύεται η δημοσίευσις ολοκλήρων των πρακτικών συνεδριάσεων άνευ ειδικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης απαγορεύεται εις τα μέλη η ανακοίνωσις των εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω διεμειφθέντων, πλην αν χορηγηθή ειδικώς προς τούτο άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου. Αι συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί και συνεπώς ουδεμία ανακοίνωσις επ’ αυτών επιτρέπεται εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. 6.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να καλέση ενώπιόν του Επιτροπάς ή μεμονωμένα άτομα προς αίτησιν πληροφοριών ή γνωμών. Άνευ προσκλήσεως δεν επιτρέπεται η εμφάνισις ουδενός ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου. 7.Εάν ημίσειαν ώραν μετά την ορισθείσαν ώραν ενάρξεως συνεδριάσεως δεν έχη επιτευχθή απαρτία ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος ή εν απουσία τούτων το πρεσβύτερον των παρόντων μελών, αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων, υποχρεούται να κηρύξη ματαιωθείσαν την συνεδρίασιν. 8.Αι προσκλήσεις αποστέλλονται πάντοτε εις τα τακτικά μέλη. Εάν μέλος τι κωλύεται να παραστή δέον να ειδοποιήση αμελλητί, είτε απ’ ευθείας τον αναπληρωτήν του, είτε την υπηρεσίαν του Ταμείου, ήτις αποστέλλει την πρόσκλησιν εις το αναπληρωματικόν μέλος, εκτός αν έχη ειδοποιήσει περί του κωλύματος προηγουμένως την υπηρεσίαν του Ταμείου, οπότε η αποστολή της προσκλήσεως γίνεται απ’ ευθείας, εις το αναπληρωματικόν μέλος. Σελ. 920,06(β) Τεύχος 397 – Σελ. 104 9.Άμα τη αποστολή των προσκλήσεων κατατίθεται φάκελλος των υπό συζήτησιν θεμάτων, μεθ’ απάντων των σχετικών εγγράφων, εις τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου, ούτινος δύνανται να λάβωσι γνώσιν τα μέλη αυτού και ζητήσωσι οιασδήποτε στοιχεία υποβοηθούντα την εν τω Συμβουλίω συζήτησιν. 10.Κηρυχθείσης απαρτίας του Διοικητικού Συμβουλίου αναγιγνώσκονται και επικυρούνται τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, χαρακτηριζομένας ως επειγούσας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, δύναται η επικύρωσις των πρακτικών, ως διετυπώθησαν υπό του Γραμματέως, να γίνη μετά την λήξιν της συνεδριάσεως. 11.Κατά τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, παρίσταται ο Διευθυντής του Ταμείου ως Εισηγητής άνευ ψήφου. Περί των εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζητήσεων και των λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται υπό του Γραμματέως αυτού συνοπτικά πρακτικά άτινα υπογράφονται παρά του Προέδρου, των κατά την συνεδρίασιν παρισταμένων μελών και του Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου. 12.Καθ’ εκάστην συνεδρίασιν, εις την αρχήν αυτής, ο Διευθυντής ανακοινοί εις το Διοικητικόν Συμβούλιον τας ενεργείας επί των προηγουμένων αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, τα σπουδαιότερα των ληφθέντων εγγράφων, τας γενομένας υπό των υπηρεσιών του Ταμείου εντός της δικαιοδοσίας των ενεργείας, και εν γένει παν ζήτημα θίγον τα γενικώτερα συμφέρονται του Ταμείου. Εις την πρώτην, μετά την έναρξιν εκάστου μηνός, συνεδρίασιν ανακοινοί ο Διευθυντής εις το Συμβούλιον την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον παρελθόντα μήνα Έσοδα και Έξοδα. 13.Ουδεμία υπηρεσιακή ενέργεια γίνεται επί των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου προ της επικυρώσεως των Πρακτικών πλην των περιπτώσεων καθ’ ας αποφασίζει ρητώς το Διοικητικόν Συμβούλιον, ότε θεωρεί επικυρωθέντα τα Πρακτικά ως προς το οικείον θέμα. 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 14.Η εν τω Διοικητικώ Συμβούλιω συζήτησις γίνεται κατά την σειράν της αναγραφής των θεμάτων εν τη ημερησία διατάξει, την οποίαν δύναται να μεταβάλη το Διοικητικόν Συμβούλιον εάν ευρίσκη προς τούτο αποχρώντας λόγους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνουσι τον λόγον παρά του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου κατά σειράν της προς τούτο αιτήσεώς των. 15.Εάν η συζητουμένη υπόθεσις αφορά εις τα ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός του Διοικητικού Συμβουλίου, ή συγγενούς αυτού μέχρι τετάρτου βαθμού, δεν δύναται το μέλος αυτό ούτε να παραστή κατά την συνεδρίασιν ούτε να λάβη μέρος κατά την ψηφοφορίαν. Η επί της εξαιρέσεως απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνεται μετά πρότασιν οιουδήποτε μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ή τρίτου έχοντος έννομον συμφέρον. 16.Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος. Δύναται ο Πρόεδρος, τη εγκρίσει του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέση τμήμα τι των εις αυτόν ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων εις τον Αντιπρόεδρον κατά τα ειδικώτερον δια της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου οριζόμενα. 17.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δια παν ζήτημα αφορών το Ταμείον επικοινωνούσι μετ’ αυτού δια του Προέδρου, παρά του οποίου δικαιούνται να αιτώνται πάσης φύσεως πληροφορίας. 18.Δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να χορηγήται κατ’ έτος εις τον κλητήρα του Ταμείου μία στολή θερινή ή χειμερινή, κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου και δύο ζεύγη υποδημάτων, αποκλειομένης της χορηγήσεως του αντιτίμου αυτού εις χρήμα. Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.11.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον και διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού. Ειδικώτερον εγκρίνει τον ετήσιον προϋπολογισμόν, ισολογισμόν του Ταμείου, το μαθηματικόν αυτού ισοζύγιον, μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων αυτού, αποφασίζει περί της απονομής των παροχών, μεριμνά δια την ταχείαν και κανονικήν χορήγησιν αυτών, κατά τας ισχυούσας διατάξεις, διορίζει το αναγκαίον προσωπικόν και καθορίζει την σύνθεσιν και οργάνωσιν της υπηρεσίας του Ταμείου βάσει των κειμένων διατάξεων. Αποφασίζει επί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων κατά τα εν τω Καταστατικώ ειδικώτερον οριζόμενα, περί εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, δι’ ας απαιτείται απόφασις λαμβανομένη υπό της πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτού, εγκρινομένη υπό του Υπουργείου Εργασίας. Ομοίως το Διοικητικόν Συμβούλιον συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος, μετ’ ητιολογημένην γνωμοδότησιν του Νομικού Συμβούλου ή εν ελλείψει τοιούτου, δικηγόρου παρ’ Εφέταις, οριζομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και σύμφωνον γνώμην αυτού δια πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτού. 2.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, τούτου δε κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος, διευθύνει τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου και εκπροσωπεί το Ταμείον δικαστικώς και εξωδίκως και αλληλογραφεί εν ονόματι του Ταμείου. Δύναται τη αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου ή εκπροσώπησις του Ταμείου, εις ειδικάς περιπτώσεις, να ανατίθεται εις έτερον μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων ειμή δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Επίσης ο Πρόεδρος εποπτεύει και ελέγχει το προσωπικόν του Ταμείου. Αποζημιώσεις και έξοδα κινήσεως μελών Δ.Σ. Άρθρ.12.-1.Εις τα εξ ιδιωτών μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και εις τον Πρόεδρον αυτού παρέχεται κατά συνδρίασιν αποζημίωσις. Εις τον Πρόεδρον καταβάλλεται επί πλέον, δια τας προσθέτους εκτός των συνεδριάσεων υπηρεσίας του, πάγια κατά μήνα αποζημίωσις. Τα ποσά της κατά συνεδρίασιν και της εφ’ άπαξ κατά μήνα καταβαλλομένης τοιαύτης, καθορίζονται δια των εκάστοτε υπουργικών αποφάσεων. 2.Εις τα εκ των δημοσίων υπαλλήλων μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ως και εις τον Κυβερνητικόν Επίτροπον, τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διευθυντήν του Ταμείου, παρέχονται κατά συνεδρίασιν έξοδα κινήσεως. Εις τον Κυβερνητικόν Επίτροπον, τον Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου και τον Διευθυντήν του Ταμείου, καταβάλλονται επί πλέον πρόσθετοι προσελεύσεις, δια τας προσθέτους εκτός των συνεδριάσεων υπηρεσιών των, αίτινες καθορίζονται δια των εκάστοτε υπουργικών αποφάσεων. Τα ποσά των κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεων ή εξόδων κινήσεως και των προσθέτων προσελεύσεων καθορίζονται δια των εκάστοτε Υπουργικών αποφάσεων. Επιτροπαί Άρθρ.13.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεώς του να συνι-. (Αντί της σελ. 920,07) Σελ. 920,07(α) 353 – 065 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 στά μέχρι 3 τριμελείς Επιτροπάς εκ μελών αυτού ή υπαλλήλων του Ταμείου, προς πληρεστέραν επίτευξιν, των σκοπών του Ταμείου, αναθέτον εις αυτάς την επιμέλειαν των υποθέσεων του Ταμείου, δι’ ας και συνιστώνται αύται Τα μέλη των ως άνω Επιτροπών δικαιούνται αποζημιώσεως ή εξόδων κινήσεως κατά συνεδρίασιν ίσην προς την τοιαύτην των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Αι αμειβόμεναι όμως συνεδριάσεις των συσταθεισών ή συνιστωμένων Επιτροπών δεν δύνανται να υπερβαίνουν τας 3 κατά μήνα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Περιουσία Άρθρ.14.-Πόροι του Ταμείου είναι: 1.1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστης εφημερίδος, περιοδικού, φυλλαδίου, βιβλίου ή οιουδήποτε άλλου εντύπου εκ των πωλουμένων εν Θεσσαλονίκη και ταις Κοινότησι Νέας Ευκαρπίας, Συκεών, Αγίου Παύλου, Ρυσίου, Τριανδρίας, Ν. Κορδελιού, Νεαπόλεως, Σταυρουπόλεως, και Αμπελοκήπων, παρακρατούμενον εκ της καθωρισμένης αμοιβής παντός πωλούντος εφημερίδας, περιοδικά κλπ. έντυπα. 2.0,50% επί της τιμής πωλήσεως εκάστης ημερησίας εφημερίδος και επί της τιμής πωλήσεως εκάστου περιοδικού, φυλλαδίου, βιβλίου ή οιουδήποτε άλλου εντύπου εκ των εκδιδομένων εις Αθήνας, Θεσσαλονίκην ή άλλας πόλεις της Ελλάδος και πωλουμένων εν Θεσσαλονίκη και ταις ανωτέρω Κοινότησι παρακρατούμενον εκ της αμοιβής των Πρακτορείων άτινα έχουσι αναλάβει την πώλησιν τούτων. 3.1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστης εφημερίδος και 1% επί της τιμής πωλήσεως εκάστου περιοδικού, βιβλίου, φυλλαδίου κλπ. εντύπων, πωλουμένων εν Θεσσαλονίκη και ταις εν παρ. 1 Κοινότησι, βαρύνοντα τους εκδότας των εντύπων τούτων και παρακρατούμενα υπό των Πρακτορείων εκ του ποσού όπερ ούτοι δικαιούνται λαμβάνειν, δια την μέσω αυτών πώλησιν των εντύπων τούτων. 4.Εισφορά των ησφαλισμένων, παρά τω Ταμείω, υπαλλήλων Πρακτορείων Εφημερίδων ίση προς 5% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών των. 5.Εισφορά των ησφαλισμένων υπαλλήλων και υπηρετών του Ταμείου ίση προς 5% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών των, και ισόποσος προς ταύτην εισφορά του Ταμείου τούτου. 6.Τα εκ της εξαγοράς της Προϋπηρεσίας έσοδα. 7.Δωρεαί και κληροδοτήματα. Τα υπό του αριθ. 1, 2, 3 και 4 έσοδα παρακρατούνται εις βάρος των υποχρέων παρά των Πρακτορείων των αναλαβόντων την πώλησιν των ως άνω εντύπων και κατατίθενται εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος ή ετέραν Τράπεζαν καθοριζομένην υπό του Δ.Σ. ονόματι του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων πόλεως Θεσσαλονίκης, καθ’ έκαστον μήνα και εντός του δευτέρου το πολύ δεκαημέρου του επομένου μηνός. Σελ. 920,08(α) 353 – 066 «8.Εντός της αυτής προθεσμίας υποχρεούνται τα υπόλογα Πρακτορεία να συνυποβάλλουν εις την υπηρεσίαν του Ταμείου, μετά των οικείων αποδείξεων καταθέσεων των εισφορών, λεπτομερή αντίστοιχον κατάστασιν της πραγματοποιηθείσης κατά τον προηγούμενον μήνα καταναλώσεως των υποκειμένων εις κρατήσεις, κατά τας διατάξεις του παρόντος, εντύπων εν αις ν’ αναφέρεται η πραγματοποιηθείσα κατανάλωσις ονομαστικώς δι’ έκαστον τούτων, ονομαστικήν κατάστασιν των ενεργησάντων την πώλησιν εφημεριδοπωλών ως και ονομαστικήν κατάστασιν των ησφαλισμένων υπαλλήλων των με το ποσόν των αντιστοίχως αποδοχών των». Η παρ. 8 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 123302/Σ. 1576 της 6/23 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 719). Η εμπρόθεσμος υποβολή των ως άνω καταστάσεων βεβαιούται εκ της καταθέσεως τούτων παρά τη υπηρεσία του Ταμείου, ήτις πιστοποιείται εκ του επισήμου πρωτοκόλλου αυτού. 9.Εν περιπτώσει καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών πέραν της κατά την παρ. 7 του παρόντος άρθρου προθεσμίας αύται επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους 1% δι’ έκαστον 10ήμερον καθυστερήσεως υπολογιζόμενον από της πρώτης ημέρας εκάστου 10ημέρου. 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Εν ουδεμιά πάντως περιπτώσει το σύνολον της επιβαρύνσεως εκ του ανωτέρω προσθέτου τέλους δύναται να υπερβή τα 50% του ποσού της κυρίας καθυστερουμένης οφειλής. Η επιβολή του προσθέτου τέλους και η είσπραξίς του ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η μετά πάροδον μηνός αδικαιολόγητος καθυστέρησις υποβολής των ως άνω καταστάσεων αποτελεί λόγον απαγορεύσεως λειτουργίας του υπολόγου Πρακτορείου. Δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των υπό των παρ. 1-5 του παρόντος άρθρου προβλεπομένων εσόδων εφαρμόζονται συμφώνως τω άρθρ. 3 παρ. 4 του Α.Ν. 1495/1983 αι διατάξεις αι ισχύουσαι εις το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως ακολούθως: 10.Η αρμοδία υπηρεσία του Ταμείου άμα τη διαπιστώσει της καθυστερήσεως των εισφορών, συντάσσει σχετικήν πράξιν επιβολής, ήτις υπογράφεται υπό του ενεργήσαντος την διαπίστωσιν υπαλλήλου και του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, και περιλαμβάνει τα καθυστερούμενα ποσά εισφορών προσηυξημένα κατά τα πρόσθετα τέλη περί ων αι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η ούτω συντασσομένη πράξις επιβολής επιδίδεται νομίμως εις το υπόλογον προς καταβολήν των εισφορών Πρακτορείον μετά προσκλήσεως προς κατάθεσιν του εν αυτώ αναγραφόμενου συνολικού ποσού εντός προθεσμίας τριών ημερών. Άμα τη επιδόσει της πράξεως επιβολής, η αρμοδία υπηρεσία του Ταμείου συντάσσει και υποβάλλει λεπτομερή έκθεσιν ελέγχου προς το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου. 11.Παρελθούσης απράκτου της τριημέρου ταύτης προθεσμίας συντάσσονται επί τη βάσει του περιεχομένου της κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεως επιβολής αι επέχουσαι θέσιν τίτλου καταστάσεις οφειλετών, αίτινες υπογραφόμεναι υπό του Διευθυντού του Ταμείου και του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, αποστέλλονται εις το Δημόσιον Ταμείον προς είσπραξιν κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων». Μετά της καταστάσεως ταύτης διαβιβάζονται προς το Δημόσιον Ταμείον αι υπό της υπηρεσίας κατεχόμεναι πληροφορίαι περί των περιουσιακών στοιχείων εκάστου οφειλέτου, αι χρήσιμοι δια την ενδεχομένην αναγκαστικήν κατ’ αυτού εκτέλεσιν. Εις δίκας προκυπτούσας κατ’ ακολουθίαν πάσης προς είσπραξιν των καθυστερουμένων ενεργείας, διάδικος είναι το Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, εκπροσωπούμενον υπό του Προέδρου του Διοικητικού συμβουλίου αυτού ή του νομίμου αυτού αναπληρωτού ουχί δε το Δημόσιον. Παν δικόγραφον ή άλλο έγγραφον κοινοποιούμενον υπό του οφειλέτου ή τρίτων ή αρχής τινος κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» και των λοιπών Νόμων προς τον επισπεύδοντα δέον να κοινοποιήται προς τον Πρόεδρον του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου όστις αφ’ ετέρου γνωστοποιεί ταύτας κατά τας περιστάσεις προς τον εντεταλμένον την είσπραξιν Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου. 12.Ο οφειλέτης ειδοποιείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου περί της οφειλής του δι’ ατομικής προσκλήσεως κατά το άρθρ. 4 του Κώδικος «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων». Την τοιαύτην πρόσκλησιν δύναται ούτος να προσβάλη δι’ ενστάσεως ενώπιον του αρμοδίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου κοινοποιουμένου κατά την προηγουμένην παράγραφον. 13.Μέχρι της ενάρξεως λειτουργίας των Ασφαλιστικών Δικαστηρίων εις τον καθ’ ου η εκτέλεσις, συγχωρείται ανακοπή κατά της άνω προσκλήσεως του Δημοσίου Ταμείου, ασκουμένη ενώπιον του αρμοδίου, κατά τον Νόμον «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» Δικαστηρίου, εις μόνας τας περιπτώσεις των άρθρ. 68 και 69 του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. Δεν επιτρέπεται ανακοπή στηριζομένη εις λόγους κριθέντας τυχόν ήδη βάσει ενστάσεως ασκηθείσης. Η ανακοπή τρίτου διεκδικούντος κατασχεθέντα κινητά ή η κατά του πίνακος κατατάξεως προσβολή διέπεται υπό των σχετικών διατάξεων του άρθρ. 58 του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων». 14.Διαρκούσης της εκτελέσεως ο διεξάγων αυτήν Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να τηρή το επισπεύδον Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, ενήμερον της πορείας αυτής, γνωστοποιών εις τούτο πάσαν κατάσχεσιν ενεργουμένην παρ’ αυτού δια λογαρισμόν του ΤΣΕΥΠΘ εις χείρας του οφειλέτου ή τρίτων, ως και πάντα προσδιορισμόν αρχικού ή επαναληπτικού πλειστηριασμού διαβιβάζων εις το ΤΣΕΥΠΘ παν τυχόν περιεχόμενον αυτώ δικόγραφον ή άλλο έγγραφον σχετιζόμενον προς την ανατεθείσαν αυτώ εντολήν και εν γένει παρέχων πάσαν πληροφορίαν χρήσιμον δια την παρά του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης παρακολούθησιν της εκτελέσεως. Καθ’ ας περιπτώσεις ο Νόμος «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» αναθέτει εις την διακριτικήν εξουσίαν του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου την έγκρισιν των πλειστηριασμών, την μεταβολήν του τρόπου ενεργείας αυτών κλπ. απαιτείται σύμφωνος γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του επισπεύδοντος Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης. (Αντί της σελ. 920,09) Σελ. 920,09(α) Τεύχος 524 – Σελ. 95 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 Κατά τας περιπτώσεις των άρθρ. 30 και 39 του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» τον Οικονομικόν Έφορον αντιπροσωπεύει ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης ή ο νόμιμος τούτου αναπληρωτής. 15.Ο Διευθυντής του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης ή άλλοι εντεταλμένοι υπάλληλοι οίτινες δεν ήθελον υποβάλει εγκαίρως την κατά την προβλεπομένην υπό του παρόντος άρθρου κατάστασιν οφειλών, ή δεν ήθελον συντάξει και εγχειρίσει αμέσως την πράξιν επιβολής εισφορών, ως και εκείνοι οίτινες δεν ήθελον αποστείλει εγκαίρως εις το Δημόσιον Ταμείον τας καταστάσεις οφειλετών και τα λοιπά προς είσπραξιν των καθυστερουμένων αναγκαία στοιχεία ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον εγένεντο παραίτιοι ζημιών του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, κατά την προς είσπραξιν καθυστερουμένων και μη εσόδων ενέργειαν, τιμωρούνται πειθαρχικώς κατά τας διατάξεις του άρθρ. 80 του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων». 16.Οι Διευθυνταί των Δημοσίων Ταμείων είναι υπεύθυνοι δια την έγκαιρον είσπραξιν των βεβαιωθέντων παρά τοις Ταμείοις εσόδων του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, υπόκεινται δε εν περιπτώσει αδικαιολογήτου παραλείψεως, των επιβαλλομένων αυτοίς δια του Νόμου «περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» υποχρεώσεων και καθυστερήσεως της λήψεως των αναγκαίων μέτρων εις τας υπό του άρθρ. 80 του Νόμου τούτου προβλεπομένας πειθαρχικάς ποινάς. Δημόσιοι εισπράκτορες εις ους ανετέθη υπό των προϊσταμένων αυτών η είσπραξις καθυστερουμένων εσόδων του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης υπόκεινται εν περιπτώσει αδικαιολογήτου καθυστερήσεως της εισπράξεως εις τας υπό του άρθρ. 80 του αυτού Νόμου προβλεπομένας ποινάς. Διευθυνταί Ταμείων και Δημόσιοι εισπράκτορες γενόμενοι παραίτιοι ακυρώσεως της εκτελέσεως κατά το άρθρ. 69 του αυτού Νόμου υπόκεινται εις τας κατά το άρθρον τούτο πειθαρχικάς και λοιπάς συνεπείας. 17.Ως τίτλοι δια την παρά των Δημοσίων Ταμείων βεβαίωσιν και είσπραξιν των περί ων ανωτέρω απαιτήσεων χρησιμεύουσιν αι καταστάσεις οφειλετών συντασσόμεναι και αποστελλόμεναι εις τα Δημόσια Ταμεία παρά του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης κατά τα ως άνω υπό του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Σελ. 920,10(α) Τεύχος 524 – Σελ. 96 18.Κατά της εκτελέσεως κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, επιτρέπονται ενστάσεις, αίτινες απευθύνονται κατά του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης και ουχί κατά του δια λογαριασμόν αυτού διώκοντος άνευ ευθύνης Δημοσίου Ταμείου. 19.Εν περιπτώσει εισπράξεως των απαιτήσεων δια πλειστηριασμού ή αναγγελίας εις την πτώχευσιν η κατάταξις αυτών γίνεται προνομιακώς μετά των απαιτήσεων του άρθρ. 4 του άρθρ. 940 της Πολιτικής Δικονομίας, ενδεχομένη δε ανεπάρκεια του απομένοντος υπολοίπου προς παντελή εξόφλησιν, αι ούτω συντρέχουσαι απαιτήσεις κατατάσσονται συμμέτρως. Η ανωτέρω διαδικασία δεν αποκλείει το δικαίωμα εις το Ταμείον όπως δια την είσπραξιν των ως άνω απαιτήσεών του προσφύγη εις τα τακτικά πολιτικά και ποινικά δικαστήρια εκλεκτικώς και μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου. 20.(Κατηργήθη δια της παρ. 2 της υπ. αριθ. 56/3/616 της 22 Φεβρ. /6 Μαρτ. 1974 ΦΕΚ Β΄ 269, αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). 21.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των πόρων του δια του Ν.Δ. 3426/1955 συσταθέντος «Ειδικού Λογαριασμού Προνοίας». 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Κατάθεσις – Διάθεσις κεφαλαίων Άρθρ.15.-Ι.Τα κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται εις μίαν ή πλείονας Τραπέζας της Ελλάδος, Εθνικής, Αγροτικής και Εμπορικής Πίστεως, προτιμωμένης της Τραπέζης ή των Τραπεζών υπέρ των οποίων τυχόν υφίστανται δυνάμει γενικών ή ειδικών διατάξεων προνόμια κατά προτίμησιν καταθέσεως παρ’ αυταίς των κεφαλαίων των Ασφαλιστικών Οργανισμών, δι’ όσον χρόνον ισχύουν ταύτα και εφ’ όσον αι Τράπεζαι, υπέρ των οποίων τυγχάνουσι θεσπισμένα τα σχετικά προνόμια, παρέχουν ίσους τουλάχιστον όρους καταθέσεως προς τας λοιπάς, τόσον από απόψεως ύψους επιτοκίου όσον και από απόψεως ετέρων πάσης φύσεως διευκολύνσεων συνεπαγομένων πρόσθετα οφέλη οικονομικά δια τον Οργανισμόν, τηρουμένων πάντων των κειμένων διατάξεων περί καταθέσεως κεφαλαίων των Οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως. ΙΙ.Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Ταμείου δύνανται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, να διατίθενται ως ακολούθως: 1.Προς επένδυσιν εις χρεώγραφα του Κράτους ή εις κινητάς αξίας ηγγυημένας παρ’ αυτού. 2.Προς απόκτησιν προσοδοφόρων ακινήτων δι’ εκμετάλλευσιν ή εγκατάστασιν των Γραφείων του Ταμείου. 3.Δι’ αγοράν οικοπέδων προς ανοικοδόμησιν. Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Διοικητικόν Συμβούλιον επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων, οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, προκαλεί είτε αναθέτων απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας, διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων Σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε κατόπιν διαγωνισμού δια βραβείων την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κλπ.) Η στατιστική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανικούς, διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτίζονται και υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσηται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κλπ. ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη, προ της διενεργείας της δημοπρασίας, τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην, μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου μέσω επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό του από 13 Ιουν. 1941 Δ/τος, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Προκειμένης της τοποθετήσεως των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου εις τας περιπτ. 1, 2, 3 και 4 εφαρμόζονται αι ισχύουσαι εκάστοτε γενικαί διατάξεις Νόμων, υπουργικών αποφάσεων κλπ. 4.Εις ενυπόθηκα δάνεια εις ησφαλισμένους ή συνταξιούχους. ΙΙΙ.Η τοποθέτησις κεφαλαίων εις την περίπτ. 4 ενεργείται ως ακολούθως: Το Ταμείον δύναται να χορηγή ενυπόθηκα δάνεια εις τους ησφαλισμένους αυτού εφ’ όσον έχουν πενταετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν ως και εις τους συνταξιούχους αυτού, επί πρώτη υποθήκη ακινήτων ανηκόντων κατά κυριότητα εις αυτούς ή τας συζύγους αυτών, εφ’ όσον η σύζυγος νομοτύπως παραχωρεί το δικαίωμα προς εγγραφήν της υποθήκης και ευρισκομένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, εις τας ακολούθους περιπτώσεις: (Μετά την σελ. 920,10) Σελ. 920,11 242 – 061 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 α)Προς επέκτασιν ή επισκευήν των υφισταμένων οικοδομών των. Το ποσόν των χορηγουμένων δανείων εν τη περιπτώσει ταύτη δεν δύναται να είναι ανώτερον της κατ’ εκτίμησιν αξίας των εργασιών της επισκευής ή επεκτάσεως και ουχί πάντως ανωτέρου του 25% της εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου. Ο χρόνος εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δεν δύναται πάντως να είναι ανώτερος της 15ετίας. Εν περιπτώσει μη αποπερατώσεως των εργασιών επισκευών ή επεκτάσεως εντός του υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ορισθησομένου ευλόγου χρόνου το δάνειον καθίσταται άμα τη λήξει τούτου ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. β)Προς εξάλειψιν υφισταμένων εμπραγμάτων βαρών. Το ποσόν των χορηγουμένων εις τας περιπτώσεις ταύτας δανείων δεν δύναται να είναι ανώτερον του ποσού των εμπραγμάτων βαρών ουδέν των 40% της κατά τον χρόνον της χορηγήσεως των δανείων εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου, ταύτα δε χορηγούνται υπό τον όρον ότι δια της λήψεως του δανείου θέλουν εξοφληθή ολοσχερώς τα υφιστάμενα βάρη, ελευθερουμένου ούτω του ακινήτου. Ο χρόνος της εξοφλήσεως των δανείων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, δεν δύναται πάντως να είναι μακρότερος της 15ετίας. Εν περιπτώσει μη εξαλείψεως των υφισταμένων βαρών εντός του υπό του Διοικητικού Συμβουλίου οριζομένου ευλόγου χρόνου το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. γ)Δι’ αγοράν ετοίμων οικιών. δ)Δια την ανοικοδόμησιν επί ιδιοκτήτων οικοπέδων ή αποπεράτωσιν ημιτελών οικοδομών των. Το ποσόν των δανείων τούτων ορίζεται μέχρι 60% της κατά την χορήγησιν του δανείου εκτιμωμένης αξίας του ακινήτου. Εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται πάντως το χορηγούμενον δάνειον να είναι εκάστοτε ανώτερον του 60% της αξίας του οικοπέδου και των βαθμηδόν αναγειρομένων κτισμάτων. Εν περιπτώσει μη αποπερατώσεως των υπό του Διοικητικού Συμβουλίου οριζομένων έργων βάσει της πρώτης δόσεως του δανείου, εντός του υπό τούτου οριζομένου ευλόγου χρόνου, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον και απαιτητόν. Ο χρόνος εξοφλήσεως των ενυποθήκων δανείων πασών των ως άνω κατηγοριών ορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Ο τόκος των ως άνω ενυποθήκων δανείων ορίζεται εις 6% και το ασφάλιστρον εις 1% ετησίως η δε εξόφλησις τούτων ενεργείται δι’ ίσων ετησίων τοκοχρεωλυσίων καταβαλλομένων δι’ εξαμηνιαίων δόσεων ή και μηνιαίων τοιούτων κατά την περί τούτου απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Σελ. 920,12 242 – 062 Η εξόφλησις των ως άνω δανείων δύναται να συντελεσθή και προ της καθορισθείσης λήξεώς της, υποχρεουμένου του Ταμείου όπως αποδεχθή ταύτην επί τη εκπτώσει των αντιστοίχων τόκων και ασφαλίστρων, των αντιστοιχούντων εις τον χρόνον προ του οποίου γίνεται η εξόφλησις. Μετά της υποθήκης εις έτερον ακίνητον, εφ’ όσον εξασφαλίζεται οικονομικώς το Ταμείον, δια του νέου υποθηκευομένου ακινήτου, επιτρέπεται εις μόνην την περίπτωσιν της διαθέσεως του ενυποθήκου ως προικώου θυγατρός ή αδελφής του ησφαλισμένου ενυποθήκου οφειλέτου. Άπαντα τα σχετικά έξοδα μεταφοράς της υποθήκης βαρύνουν τον οφειλέτην. Η εκτίμησις των υποθηκευομένων ακινήτων δια την χορήγησιν των ως άνω δανείων, ως και η επιμέτρησις των εκτελουμένων έργων και επισκευαζομένων ή επεκτεινομένων οικοδομών ή οικοδομουμένων κτισμάτων, ενεργείται παρ’ εκτιμητικής επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου οριζομένου υπό τούτου και ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας. Η αμοιβή των μελών της εκτιμητικής επιτροπής, αι δαπάναι εξετάσεως των τίτλων ιδιοκτησίας ως και πάσα άλλη δαπάνη αναγκαία δια την χορήγησιν των κατά τ’ ανωτέρω δανείων βαρύνουν τους δανειζομένους, του τρόπου της καταβολής των οριζομένου δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. IV.Κατά την χορήγησιν των ως άνω δανείων προτιμώνται κατά σειράν: α)Οι έχοντες πολυμελεστέρας οικογενείας αναλόγως των προστατευομένων μελών των. β)Οι ασθενεστέρας οικονομικής καταστάσεως λόγω αποδοχών και γενικώς περιουσίας. Δεν δικαιούνται των κατά τ’ ανωτέρω δανείων ησφαλισμένοι ή συνταξιούχοι εφ’ όσον έχουν οι ίδιοι ή αι σύζυγοι αυτών κατά κυριότητα ετέραν οικοδομήν. 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Εις τον ως άνω περιορισμόν δεν υπόκεινται τα χορηγούμενα ή χορηγηθησόμενα δάνεια εις φυματικούς ησφαλισμένους, νοσηλευθέντας επί έν τουλάχιστον έτος εις Σανατόριον, και εις τους λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους, εφ’ όσον τα δάνεια ταύτα εχορηγήθησαν ή χορηγηθήσονται προς απόκτησιν κατοικίας εις την εξοχήν. Αι τοποθετήσεις εις ενυπόθηκα δάνεια δεν δύνανται να υπερβαίνουν τα 30% των παρά Τραπέζαις διαθεσίμων Κεφαλαίων του Ταμείου. Δια την εν γένει παρακολούθησιν των οικοδομικών εργασιών και μέχρι πλήρους αποπερατώσεως του έργου δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον να συγκροτή επιτροπήν εκ δύο μελών αυτού και ενός πολιτικού Μηχανικού ως τεχνικού Συμβούλου ταύτης και του Διοικητικού Συμβουλίου, οριζομένου δια της αυτής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Δύναται επίσης το Διοικητικόν Συμβούλιον ν’ αναθέτη την συνεχή επί τόπου παρακολούθησιν της κανονικής κατά τους συμβατικούς όρους και τους ισχύοντας Κανονισμούς εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών, εις ειδικόν τεχνικόν οριζόμενον δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. Η εκμίσθωσις των ακινήτων λαμβάνει χώραν δια τακτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού διεξαγομένου ενώπιον Επιτροπής εκ μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Η προκήρυξις δημοσιεύεται 10 τουλάχιστον ημέρας προ της διενεργείας αυτού εις μίαν των ημερησίων εφημερίδων του τόπου ένθα το προς μίσθωσιν ακίνητον. Το Διοικητικόν Συμβούλιον καθορίζει δι’ αποφάσεώς του και κατά την κρίσιν αυτού βάσει των κρατουσών οικονομικών και μισθωτικών συνθηκών τα κατώτατα όρια μισθωμάτων δια την έναρξιν του διαγωνισμού τους όρους και την διάρκειαν της μισθώσεως. Κατά τον διαγωνισμόν τηρούνται πρακτικά και πινάκια πλειοδοσίας, άτινα υπογράφονται παρά των μελών της Επιτροπής και των μετεχόντων αυτού. Οι μετέχοντες του διαγωνισμού καταθέτουν προ της ενάρξεως αυτού την καθοριζομένην υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εγγύησιν συμμετοχής εις αυτόν. Το Διοικητικόν Συμβούλιον εις την πρώτην μετά την διεξαγωγήν συνεδρίασιν αυτού εγκρίνει τα πρακτικά του διαγωνισμού και αποφασίζει την επανάληψιν αυτού εφ’ όσον ήθελε κρίνει το αποτέλεσμα ασύμφορον ή την δι’ ην προορίζεται το μίσθιον χρήσιν ακατάλληλον. Άμα τη κατακυρώσει του διαγωνισμού καλείται εγγράφως ο ανάδοχος όπως εντός 5 ημερών, από της κοινοποιήσεως προσκλήσεως προσέλθη προς υπογραφήν του σχετικού συμφωνητικού καταβάλλων άμα και την υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ορισθείσαν εγγύησιν εξ αριθμού μισθωμάτων δια την ακριβή και πιστήν εκτέλεσιν των όρων του συμφωνητικού και επιστρεπτέαν αυτώ άμα τη αποχωρήσει εκ του μισθίου κατά την λήξιν της συμβάσεως. Εις περίπτωσιν καθ’ ην δεν προσέλθη εμπροθέσμως προς υπογραφήν της συμβάσεως η εγγύησις συμμετοχής καταπίπτει υπέρ του Ταμείου, και ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται εις βάρος αυτου. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται ν’ αποφασίζη την ανανέωσιν μισθώσεων υπό τους αυτούς τουλάχιστον όρους, εφ’ όσον ο μισθωτής ήθελεν εγγράφως ζητήσει την ανανέωσιν και προς αποφυγήν ζημιών δια το Ταμείον συνεπεία παραμονής κενών μισθίων κατά την λήξιν ταύτης. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο διαγωνισμός αποβή άγονος λόγω καθορισμού υπό του Διοικητικού Συμβουλίου υψηλών μισθωμάτων ή λόγω μη προσελεύσεως ενδιαφερομένων, ούτος επαναλαμβάνεται κατά την ανωτέρω διαδικασίαν δύο φοράς εισέτι υπό τα αυτά ή και κατώτερα κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου μισθώματα. Εάν μετά τον δεύτερον διαγωνισμόν υπάρχη προσφορά ίση προς το κατώτερον τουλάχιστον μίσθωμα, όπερ είχε καθορισθή κατ’ αυτόν, δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον να προβή εις την εκμίσθωσιν χωρίς να προκηρύξη τρίτον διαγωνισμόν. Εφ’ όσον και δια τρίτην φοράν ο διαγωνισμός εξακολουθεί ν’ αποβαίνη άνευ αποτελέσματος το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται, αδεσμεύτως να προβαίνη εις δι’ απ’ ευθείας συμφωνίας εκμισθώσεως δι’ αποφάσεώς του εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ Δικαιούμενοι εις σύνταξιν Άρθρ.16.-«1.Ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως, εάν: α)Επραγματοποίησεν 25 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης 20ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην και συνεπλήρωσε, προκειμένου μεν περί των υπαλλήλων Πρακτορείων και του Ταμείου το 60ον έτος της ηλικίας του, προκειμένου δε περί των εφημεριδοπωλών το 55ον έτος της ηλικίας του. Προκειμένου περί θηλέων ησφαλισμένων τ’ ανωτέρω όρια ηλικίας μειούνται κατά 3 έτη. Εάν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε την κατά τ’ ανωτέρω οριζομένην συντάξιμον υπηρεσίαν δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος ηλαττωμένης κατά 4% δι’ έκαστον ελλείπον έτος εκ των υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζομένων ορίων ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 50ον έτος της ηλικίας του προκειμένο περί εφημεριδοπωλών, (Αντί της σελ. 920,13) Σελ. 920,13(α) Τεύχος 397 – Σελ. 105 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 το 55ον δε προκειμένου περί των υπαλλήλων Πρακτορείων και υπαλλήλων του Ταμείου. Εκ του κατά τ’ ανωτέρω οριζομένου χρόνου πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας δέον να έχη πραγματοποιηθή παρά τω Ταμείω 20 μηνών τουλάχιστον τοιούτος εντός της τελευταίας προ της επελεύσεως της ασφαλιστική περιπτώσεως 5ετίας». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 56/3/10240 της 1/13 Αυγ. 1970 αποφάσεως Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 567). 2.Ο αποχωρών εκ της εργασίας του εφημεριδοπώλης ή υπάλληλος Πρακτορείου ή του Ταμείου λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος προς άσκησιν του επαγγέλματος (επαγγελματική ανικανότης) δι’ ης ησφαλίσθη εις το Ταμείον ή προς πάσαν εργασίαν (ολική ανικανότης) ανεξαρτήτως ηλικίας μετά συμπλήρωσιν όμως δεκαετούς συνταξίμου πραγματικής εν ασφαλίσει παρά τω Ταμείω υπηρεσίας. 3.Πας ησφαλισμένος αποχωρών εκ του επαγγέλματος ανεξαρτήτως ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας, εφ’ όσον η αποχώρησίς του οφείλεται εις σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα προελθούσαν εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα). Το γεγονός ότι τα πρόσωπα κατέστησαν ανάπηρα και ανίκανα προς πάσαν εργασίαν αποδεικνύεται δια παντός στοιχείου κατά την κρίσιν του Δ.Σ. 4.Ως ανικανότης παρέχουσα το δικαίωμα προς συνταξιοδότησιν κατά τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού νοείται η μέλλουσα να διαρκέση κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν επί 6 τουλάχιστον συνεχείς μήνας. Η διαπίστωσις του βαθμού της κατά τας ανωτέρω διατάξεις ανικανότητος ενεργείται παρά της οικείας Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. 5.Η Υγειονομική αύτη επιτροπή αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν δια την ικανότητα του ησφαλισμένου να ασκή το επάγγελμα του εφημεριδοπώλου ή συνοδού εφημεριδοπώλου των εκ Θεσσαλονίκης εκπορευομένων αμαξοστοιχιών ή του υπαλλήλου Πρακτορείου ή του υπαλλήλου του Ταμείου. Η αποζημίωσις των μελών της κατά τ’ ανωτέρω Υγειονομικής Επιτροπής βαρύνει το Ταμείον. 6.Κατά της γνωματεύσεως της ανωτέρω επιτροπής επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής, υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως, και παρά του Ταμείου, ενώπιον δευτεροβαθμίων επιτροπών του Ι.Κ.Α εμφανιζομένων δι’ αμφοτέρας τας επιτροπάς αναλόγως των οικείων διατάξεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέα διαδικασίαν υποβολής των προσφυγών. Η σχετική δαπάνη βαρύνει τον αιτούντα την αναθεώρησιν υποχρεούμενον όπως καταβάλη εις το ΙΚΑ τας δαπάνας εξετάσεως των ησφαλισμένων εφ’ όσον ήθελεν απορριφθή η αίτησίς του. Σελ. 920,14(α) Τεύχος 397 – Σελ. 106 Αι συντάξεις λόγω αναπηρίας απονέμονται δια τον εκάστοτε καθοριζόμενον υπό των Υγειονομικών επιτροπών ως πιθανόν κατώτατον χρόνον διαρκείας της αναπηρίας παρατεινόμεναι κατά την αυτήν διαδικασίαν και τον εκάστοτε οριζόμενον υπό των Υγειονομικών επιτροπών χρόνον ανικανότητος. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εντός πενταετίας από της κρίσεώς των, να παραπέμπη εις την υγειονομικήν επιτροπήν του Ταμείου τους συνταξιοδοτουμένους λόγω ανικανότητος προς νέαν εξέτασιν και εφ’ όσον κριθούν ικανοί προς εργασίαν να διακόπτη την περαιτέρω συνταξιοδότησίν των. 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) ΙΙ.Σύνταξις μελών οικογενείας: 7.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου συμπληρώσαντος κατά την ημέραν του θανάτου του 10ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει συντάξιμον υπηρεσίαν ή ησφαλισμένου αποβιώσαντος εκ βιαίου συμβάντος επελθέντος κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα) ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής του εις την ασφάλισιν ή εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου, δικαιούνται συντάξεως οι δικαιοδόχοι αυτών κατά τα ειδικώτερον εν τοις επομένοις οριζόμενα: Α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, η συντήρησις του οποίου εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. Β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβεν χώραν 5 τουλάχιστον έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουσιν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. Γ)Ελλείψει χήρας και τέκνων οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου γονείς ων η συντήρησις εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). Δ)Ελλείψει γονέων οι άποροι και ανίκανοι προς εργασίαν αδελφοί και αδελφαί, εφ’ όσον ούτοι αποδεδειγμένως συντηρούνται αποκλειστικώς παρά του ησφαλισμένου και εφ’ όσον δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου. Ε)Ελλείψει και απόρων και ανικάνων προς εργασίαν αδελφών, οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορφανοί πατρός και μητρός εγγονοί ή προγονοί, εφ’ όσον πάντες ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος (ή της θανούσης). Η χήρα ή ο χήρος δεν δικαιούνται συντάξεως: α)Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου 2 ετών από της τελέσεως του γάμου εκτός: 1)Εάν ο θάνατος οφείλετο εις ατύχημα. 2)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. 3)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. β)Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπ’ αριθ. 1, 2 και 3 αναφερομένων. 8.Το δικαίωμα συντάξεως άπαξ διακοπέν λόγω των ανωτέρω αιτιών ουδέποτε ανακτάται παρά των απολεσάντων, θεωρείται δε οριστικώς απολεσθέν και ανύπαρκτον τόσον δια τους εκπεσόντας όσον και κατά τας διατάξεις του παρόντος επομένους τούτων. 9.Πάσα οφειλή ησφαλισμένου εξ οιασδήποτε αιτίας προς το Ταμείον κατά τον χρόνον της συνταξιοδοτήσεως αυτού εξοφλείται τμηματικώς εκ της παρεχομένης συντάξεως εις μηνιαίας δόσεις εκάστη των οποίων δεν είναι δυνατόν να ορίζηται ανωτέρα του 1/4 της μηνιαίας συντάξεως. 10.Το Δ.Σ. υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών από της υποβολής της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως εκδόση την περί απονομής ή μη συντάξεως απόφασίν του εφ’ όσον μετά της αιτήσεως έχουσιν υποβληθή και πάντα τ’ απαιτούμενα δικαιολογητικά ήτοι: α) Προκειμένου μεν περί συνταξιοδοτήσεως ησφαλισμένου: α)Ληξιαρχική πράξις γεννήσεως του αιτούντος, β) Ληξιαρχική πράξις γεννήσεως τέκνων, γ)ληξιαρχική πράξις γάμου, δ) πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως Δήμου ή Κοινότητος και ε) πιστοποιητικόν γραμματέως Πρωτοδικών ότι δεν ελύθη ο γάμος. β) Προκειμένου δε περί θανάτου ησφαλισμένου, πλην των ανωτέρω και ληξιαρχική πράξις θανάτου. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινών το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιή αμελλητί τον ενδιαφερόμενον ίνα συμπληρώση ταύτα. Αι περί απονομής συντάξεως αποφάσεις του Δ.Σ. δέον να είναι πλήρως ητιολογημέναι και να κοινοποιούνται εις τον ενδιαφερόμενων γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον της κοινοποιήσεως ρητής μνείας περί της τυχόν υπάρξεως δυσχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων, κατά τούτων και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δέον ν’ ασκηθούν ταύτα. Αι περί απονομής συντάξεως αποφάσεις του Δ.Σ. δέον να είναι πλήρως ητιολογημέναι και να κοινοποιούνται εις τον ενδιαφερόμενον γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον της κοινοποιήσεως ρητής μνείας περί της τυχόν υπάρξεως ευχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τούτων και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δέον να ασκηθούν ταύτα. 11.Το δικαίωμα εις σύνταξιν άρχεται δια μεν τον ησφαλισμένον από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος την έξοδόν του εκ της υπηρεσίας ή την επέλευσιν της ανικανότητος και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου του ή της άρσεως της αναπηρίας δια δε τα μέλη της οικογενείας του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου από της 1ης του μηνός του ακολουθούντος τον θάνατον αυτού και λήγει εις το τέλος του μηνός του θανάτου των δικαιούχων. 12.Η σύνταξις παρέχεται εφ’ όσον πρόκειται περί τέκνων, αδελφών, εγγονών και προγονών, εις μεν τους αγάμους άρρενας μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των, του 23ου δε έτους της ηλικίας των εφ’ όσον φοιτούν εις ανωτάτας Σχολάς εις δε (Αντί της σελ. 920,15(β) Σελ. 920,15(γ) Τεύχος 397 – Σελ. 107 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 τας θήλεις μέχρι της δια γάμου αποκαταστάσεως των και κατ’ ανώτατον όριον μέχρι του 30ου έτους της ηλικίας των. «Εις τους δικαιουμένους συντάξεως λόγω αναπηρίας εκ φυματιώσεως των πνευμόνων ή ετέρων οργάνων χορηγείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου και εφ’ όσον υφίσταται η προς τούτο οικονομική ευχέρεια, επίδομα φυματιώσεως εκ δραχ. 100 μηνιαίως». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 81948/Σ. 649 της 1/14 Οκτ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 674). Β΄. Η τοιαύτη σύνταξις παρατείνεται και πέραν των ανωτέρω ορίων ηλικίας εάν τα ως άνω πρόσωπα κατά γνωμάτευσιν της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής είναι αποδεδειγμένως σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα προς απόκτησιν των αναγκαίων μέσων της ζωής και παραμένουν άγαμα. ΙΙ.Δια τον καθορισμόν της ηλικίας παντός ησφαλισμένου ή τινός των δικαιούχων προσώπων, ως ημερομηνία γεννήσεως θεωρείται εν ελλείψει ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως πάντοτε η 1 Ιουλίου εκάστου έτους, της εγγραφής των εις τα οικεία μητρώα. «13.α)Αι διατάξεις του Νόμ. 3163/55 «περί συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων» εφαρμόζονται και επί των τακτικών υπαλλήλων του Ταμείου, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρ. 11 του Ν.Δ. 4277/62, ως αύται ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως, σχετικώς με τας καταβλητέας προσθέτους εισφοράς, αναγνώρισιν και εξαγοράν προϋπηρεσίας κλπ. Δια την υπηρεσίαν την διανυθείσαν παρά τω Ταμείω και ασφαλιζομένην παρ’ αυτώ, δι’ ην κατεβλήθησαν αι υπό της Νομοθεσίας τούτου προβλεπόμεναι εισφοραί, δεν απαιτείται καταβολή προσθέτων εισφορών. β)Η απονομή των κατά την παρούσαν διάταξιν συντάξεων και λοιπών παροχών ως και πάσα αναγκαία δια την εφαρμογήν ταύτης διοικητική ενέργεια αποφασίζεται υπό του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, εφαρμοζομένων των ισχυουσών εκάστοτε σχετικών διατάξεων της Νομοθεσίας του Ταμείου δια τους λοιπούς ησφαλισμένους αυτού. γ)Εν περιπτώσει απονομής συντάξεως εις το προσωπικόν του Ταμείου βάσει των διατάξεων της παρούσης δεν έχουν εφαρμογήν αι δια τους λοιπούς ησφαλισμένους ισχύουσαι διατάξεις ως προς το ύψος των παροχών κλπ. Σελ. 920,16(γ) Τεύχος 397 – Σελ. 108 δ)Οι εκ του προσωπικού του Ταμείου του διεπομένου, κατά τ’ ανωτέρω, υπό των διατάξεων του Νόμ. 3163/55 εξερχόμενοι της Υπηρεσίας δικαιούνται όπως κατά την έξοδόν των εκ της υπηρεσίας, επιλέξουν αντί της εφαρμογής των διατάξεων του Νόμ. 3163/55, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, την εφαρμογήν των τοιούτων της Νομοθεσίας του Ταμείου των ισχυουσών, κατά την έξοδόν των, δια τους ησφαλισμένους του Κλάδου Συντάξεων, εφ’ όσον πληρούν τας απαιτουμένας προϋποθέσεις. Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως βάσει των διατάξεων του Νόμ. 3163/55, ως ούτος τροποποιούμενος και συμπληρούμενος ισχύει κατά την έξοδον εκ της Υπηρεσίας, εφαρμόζονται αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 4579/1966 ως προς τους όρους αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας της εμπιπτούσης εις το προ της εφαρμογής δια το προσωπικόν του Ταμείου, των διατάξεων του Νόμ. 3163/1955 χρονικόν διάστημα». Αι διατάξεις της άνω παρ. 13 προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. Φ. 56/3/10240 της 1/13 Αυγ. 1970 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 567). 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) Άρθρ.17.-«1.Ως συντάξιμες αποδοχές, για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης των ασφαλισμένων του ταμείου, λαμβάνεται: α)Προκειμένου για την κατηγορία των ασφαλισμένων εφημεριδοπωλών, ο μέσος όρος των κατωτάτων ορίων των βασικών μισθών των τελευταίων 36 μηνών, που καθορίζονται με βάση τα χρόνια ασφάλισης, από την 3η μισθολογική κλίμακα της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων – μελών της Ενώσεως Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, που απασχολούνται σε εφημερίδες – μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών», η οποία ισχύει κατά το χρόνο διακοπής της εργασίας κάθε ασφαλισμένου. β)Προκειμένου για την κατηγορία των ασφαλισμένων υπαλλήλων πρακτορείων, ο μέσος όρος των τελευταίων 36 μηνών, των καταβαλλομένων και υποκειμένων σε εισφορές υπέρ του ταμείου αποδοχών, ο οποίος, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του μέσου όρου της περίπτωσης α. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, λαμβάνονται υπόψη και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρ. 50 του Νόμ. 2084/1992». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ.56/1872/20-27 Αυγ. 1997 (ΦΕΚ Β΄ 750) απόφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Δια την κατηγορίαν των ησφαλισμένων υπαλλήλων του Ταμείου, αι αποδοχαί του προηγουμένου μηνός της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, συνυπολογιζομένης της αναλογίας των δώρων Εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. 3.Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου μέσοι όροι συνταξίμων αποδοχών στρογγυλοποιούνται εις εκατοντάδας δραχμών, του μεν πέραν των 51 δραχμών κλάσματος θεωρουμένου πλήρους εκατονταδράχμου, του δε ελλάσσονος τοιούτου παραλειπομένου. 4.(Κατηργήθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 56/3/616 της 22 Φεβρ./6 Μαρτ. 1974 ΦΕΚ Β΄ 269, αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). 5.α)Προκειμένου περί υπαλλήλων Πρακτορείων, ως υπηρεσία δια τον υπολογισμόν του εις ταύτην αντιστοιχούντος κατωτάτου ορίου μισθού κατά τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης συλλογικής συμβάσεως άρρενος προσωπικού Γραφείων Ιδιωτικών Επιχειρήσεων λογίζεται, η υπό της σχετικής Νομοθεσίας αναγνωριζομένη τοιαύτη, δια τον προσδιορισμόν της οποίας έκαστος ησφαλισμένος υποχρεούνται να υποβάλη εις το Ταμείον τα κάτωθι δικαιολογητικά, εντός προθεσμίας 6 μηνών από της δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου υπαγωγής του εις ασφάλισιν ή της επανασφαλίσεώς του: 1.Υπεύθυνον δήλωσιν εις ην ν’ αναφέρεται το σύνολον της πραγματοποιηθείσης ομοειδούς προϋπηρεσίας εις πάσης φύσεως επιχειρήσεις. 2.Πάσας τας αναγκαίας βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, εξ ων προκύπτη η κατά τ’ ανωτέρω ομοειδής προϋπηρεσία. 3.Βεβαίωσιν του Πρακτορείου, παρ’ ω υπηρετεί, εμφαίνουσαν την παρ’ αυτώ (του Πρακτορείου) αναγνωριζομένην ομοειδή προϋπηρεσίαν. β)Προϋπηρεσία μη αναφερομένη εις την αρχικήν υπεύθυνον δήλωσιν του ησφαλισμένου και υποβαλλομένη μεταγενεστέρως ως και τοιαύτη μη αναγνωριζομένη παρά του Πρακτορείου, εν ουδεμιά περιπτώσει θα προσμετράται. γ)Εν περιπτώσει καθ’ ην δεν υποβληθούν τα ως άνω στοιχεία εντός της τασσομένης προθεσμίας ως προϋπηρεσία δια τους άνω υπολογισμούς θα λογίζεται η αναγνωριζομένη υπό του Ταμείου συντάξιμος πραγματική εν ασφαλίσει τοιαύτη. δ)Περί του νομίμου ή μη της ως άνω προϋπηρεσίας των ησφαλισμένων αποφασίζει το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου κατ’ ελευθέραν κρίσιν αυτού. 6.Αποδοχαί ησφαλισμένων δηλούμεναι ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον βεβαιούμεναι μετά την υποβολήν αιτήσεως απονομής συντάξεων εν ουδεμιά περιπτώσει λαμβάνονται υπ’ όψιν δια πάσας τας συνεπείας». Το άρθρ. 17 τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 62917/Σ. 507 της 9 Ιουλ. /5 Αυγ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 487), αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 56/3/10240 της 1/13 Αυγ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 567). Άρθρ.18.-«1.«α.Το ποσό της υπό του Ταμείου παρεχομένης βασικής σύνταξης στους ασφαλισμένους του, προσδιορίζεται σε ποσοστά, των, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 17, συντάξιμων αποδοχών, ανάλογα με τα έτη πραγματικής στην ασφάλιση Υπηρεσία, ως εξής: 2% για κάθε έτος Υπηρεσίας και μέχρι του 20ού έτους. 3% για κάθε έτος Υπηρεσίας, από του 21ου μέχρι του 30ού έτους και 3,5% για κάθε έτος Υπηρεσίας, από του 31ου έτους και πάνω». Η περίπτ. α αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ.56/710/26 Μαρτ.-8 Απρ. 1998 (ΦΕΚ Β΄ 334) απόφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Η κατά τ’ ανωτέρω εξευρισκομένη βασική σύνταξις προσαυξάνεται κατά έν εκατοστόν των συνταξίμων αποδοχών δι’ έκαστον έτος αναγνωρισθείσης και εξαγορασθείσης προϋπηρεσίας. γ)Εις τους συνταξιούχους χορηγείται επί πλέον επίδομα οικογενειακών βαρών ίσον προς 10% της συντάξεως δια την σύζυγον και 5% δι’ έκαστον τέκνον, μέχρι δύο τοιούτων και μέχρι συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των προκειμένου περί αρρένων, παρατεινομένου μέχρι του 23ου έτους εν περιπτώσει φοιτήσεως εις (Αντί για τη σελ. 920,17(γ) Σελ. 920,17(δ) Τεύχος 1325 Σελ. 23 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.3 Ανωτάτας Σχολάς, του 30ου δε προκειμένου περί θηλέων και εφ’ όσον ο συνταξιούχος βαρύνεται με την συντήρησίν των. Τα ως άνω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί αγάμων τέκνων αποδεδειγμένως σωματικώς ή διανοητικώς ανικάνων. δ)Η μηνιαία σύνταξις μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και επιδομάτων εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι ανωτέρα του μέσου όρου των συνταξίμων αποδοχών εφ’ ων υπολογίζεται αύτη. ε)Αι απονεμηθείσαι και εφεξής απονεμηθησόμεναι συντάξεις δεν δύνανται να είναι κατώτεραι. α.Του 80% του ποσού της συντάξεως εφημεριδοπώλου έχοντος 22 ετών συντάξιμον υπηρεσίαν, προσαυξανομένου κατά 10% δια την σύζυγόν του και 5% δι’ έκαστον τέκνον και μέχρι 2 τοιούτων. β.Του ποσού των 85% του ως άνω βασικού ποσού κατωτάτου ορίου συντάξεως αμέσως ησφαλισμένου δια την χήραν (χήρον) προσαυξανομένου κατά 5% επί του ποσού του κατά το προηγούμενον εδάφιον βασικού τοιούτου, δι’ έκαστον τέκνον και μέχρι 3 τοιούτων. Μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) τα τέκνα δικαιούνται το ως άνω δια την χήραν (χήρον) καθοριζόμενον ποσόν κατ’ ισομοιρίαν. γ.Του ποσού των 80% του ως άνω βασικού ποσού κατωτάτου ορίου συντάξεως αμέσως ησφαλισμένου δια πάντα τα λοιπά μέλη της οικογενείας κατανεμόμενον κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ των δικαιούχων. ς. «Εν περιπτώσει αυξήσεως των κατωτάτων ορίων βασικών μισθών των υπό της παρ. 1 του άρθρ. 17 προβλεπομένων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, αναπροσαρμόζονται κατά ίσον ποσοστόν αι υπό του Ταμείου καταβαλλόμεναι συντάξεις από της πρώτης του επομένου μηνός δημοσιεύσεως της οικείας Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εν πάση περιπτώσει ουχί προ της παρελεύσεως τριμήνου από της ημερομηνίας ενάρξεως της αυξήσεως. Δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, δύναται να περιορίζηται ή αναστέλληται η εφαρμογή της διατάξεως του προηγουμένου εδαφίου εφ’ όσον χρόνον δεν υφίσταται οικονομική ευχέρεια του Ταμείου μέχρις ότου τούτο κρίνει ότι επετεύχθησαν αι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την παροχήν ηυξημένων συντάξεων, οπότε προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν, καθορίζον άμα και τον χρόνον αφ’ ης αύτη θα ισχύση. Σελ. 920,18(δ) Τεύχος 1325 Σελ. 24 Εν τη περιπτώσει ταύτη δια τον υπολογισμόν των συντάξεων των μετά την ισχύν της νέας Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας επερχομένων ασφαλιστικών περιπτώσεων εφαρμόζεται η προϊσχύσασα τοιαύτη». Η περίπτ. ς΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 56/3/616 της 22 Φεβρ. /6 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 269) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. ζ.Αι απονεμηθείσαι βάσει των προϊσχυσασών διατάξεων συντάξεις ανακαθορίζονται βάσει των διατάξεων της παρούσης. Εν περιπτώσει καθ’ ην η εκ του ανακαθορισμού νέα σύνταξις είναι κατωτέρα της λαμβανομένης εξακολουθεί καταβαλλομένη η ανωτέρα αύτη σύνταξις, ήτις λογίζεται ως βασική τοιαύτη δια τας εν τω μέλλοντι αυξομειώσεις». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ. 56/3/10240 της 1/13 Αυγ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 567). 39.Ι.ζ.3 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 2.Οι κατά το άρθρ. 10 παρ. 2 δικαιούχοι συντάξεως λόγω επαγγελματικής ανικανότητος, λαμβάνουν σύνταξιν υπολογιζομένην βάσει 20ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, οι δε δικαιούχοι συντάξεως α) λόγω ολικής ανικανότητος (άρθρ. 16 παρ. 2), β) λόγω εργατικού ατυχήματος )άρθρ. 16 παρ. 3) και γ) λόγω θανάτου (άρθρ. 16 παρ. 7) δικαιούνται συντάξεως υπολογιζομένης βάσει 5ετούς υπηρεσίας, εφ’ όσον έχουσι μικροτέραν τοιαύτην. Εις ην περίπτωσιν ο συντάξιμος χρόνος υπερβαίνει τα ως άνω καθοριζόμενα όρια, η σύνταξις υπολογίζεται βάσει των συνταξίμων ετών. 3.Οι κατά το άρθρ. 16 παρ. 7 δικαιοδόχοι ησφαλισμένου ή συνταξιούχου αποβιούντος δικαιούνται συντάξεως λαμβάνουσι την κάτωθι τοιαύτην. α)Η χήρα άνευ τέκνων τα 70% της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών προκειμένου περί χήρας αποβιούντος ησφαλισμένου τα 70% της συντάξεως ήτις είχε απονεμηθή εις τον αποβιώσαντα συνταξιούχον προκειμένου περί χήρας συνταξιούχου. β)Η χήρα μεθ’ ενός τέκνου τα 80% δι’ έκαστον δε επί πλέον τέκνον προστίθεται 10% μέχρι της συμπληρώσεως ολοκλήρου του ποσού της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών. Δικαιοδόχοι είναι η χήρα κατά 70% και έκαστον τέκνον κατ’ ισομοιρίαν δια τα υπόλοιπα επί τοις εκατόν. γ)Μη υπαρχούσης χήρας τα τέκνα εφ’ όσον μεν ο αριθμός των είναι μέχρι 3 δικαιούνται τα 50% δι’ έκαστον δε τέκνον επί πλέον των 3 προστίθενται 10% του συνολικού ποσού μη δυναμένου οπωσδήποτε να υπερβή τα 70% της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών. Μεταξύ των τέκνων η σύνταξις επιμερίζεται κατ’ ισομοιρίαν. δ)Μη υπαρχούσης χήρας και τέκνων η σύνταξις μεταβιβάζεται εις τους απόρους γονείς συμφώνως προς τας προϋποθέσεις του εδαφ. Γ΄ της παρ. 7 του Άρθρ.2.-1.Το Ταμείον Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας «ΤΑΜΕΙΟΝ» είναι Νομικόν Πρόσω(Αντί της σελ. 920,01) Σελ. 920,01(α) Τεύχος 524-Σελ. 93 Ταμεία Συντάξεων Εφημερ/λών και Υπαλ.Πρακτορείων Αθηνών-Θεσ/νίκης(ΤΣΕΥΠ) 39.Ι.ζ.2-3 πον Δημοσίου Δικαίου και εδρεύει εν Θεσσαλονίκη, τελεί δε και υπό τον Έλεγχον του Κράτους (ασκουμένου υπό του Υπ. Εργασίας). 2.Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή συντάξεων ή εφ’ άπαξ αποζημιώσεως εις τους νομίμως ησφαλισμένους του Ταμείου και εις τα μέλη της οικογενείας των εν περιπτώσει θανάτου αυτών, κατά τα εν τω παρόντι καταστατικώ και ειδικώς δι’ εκάστην περίπτωσιν καθοριζόμενα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Ησφαλισμένοι άρθρ. 16. Εάν μεν εκ τούτων ο συντηρούμενος παρά του θανόντος είναι εις τότε ούτος λαμβάνει τα 50% της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών εάν δε 2 τότε τα 75%. Δικαιούχοι είναι κατ’ ισομοιρίαν οι γονείς. ε)Ελλείψει γονέων η σύνταξις μεταβιβάζεται εις τους συντηρουμένους απόρους και ανικάνους αδελφούς συμφώνως προς τας προϋποθέσεις του εδαφ. Δ΄ της παρ. 7 του άρθρ. 16 εάν μεν είναι εις τα 40% της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ο θανών δι’ έκαστον δε επί πλέον προστίθεται 10% του συνολικού ποσού μη δυναμένου να υπερβή τα 60%. Δικαιούχοι είναι οι αδελφοί και αδελφαί κατ’ ισομοιρίαν. Μη υπαρχούσης χήρας, τέκνων, γονέων και αδελφών η σύνταξις μεταβιβάζεται εις τους εγγονο …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.