← Ελλάδα

5. NΟΜΟΣ υπ΄ αριθ. 1587 της 21/22 Δεκ. 1950 (ΦΕΚ Α΄294) Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ΄ αριθ. 1521/1950 Α. Νόμου «περί φόρου μετ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει, τροποποιεί και συμπληρώνει τον αρχικό νόμο περί φόρου μεταβίβασης ακινήτων, ο οποίος ρυθμίζει τη φορολογία κατά την αγοραπωλησία ακινήτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
5. NΟΜΟΣ υπ΄ αριθ. 1587 της 21/22 Δεκ. 1950 (ΦΕΚ Α΄294) Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ΄ αριθ. 1521/1950 Α. Νόμου «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων». Άρθρον πρώτον.-Κυρούται αφ' ης ίσχυσεν ο Α.Ν. 1521/1950 "περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων", δημοσιευθείς δια του υπ' αριθ. 245 της 29 Οκτ. 1950 φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, τροποποιούμενος και συμπληρούμενος ως κάτωθι: Για τις φορολογικές απαλλαγές του Νόμ. 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών» βλ. άρθρ. 59 του ίδιου Νόμου Τόμ. 23 σελ. 430,41. Για την απαλλαγή του φόρου μεταβιβάσεως πρώτης κατοικίας βλ. Νόμ. 1078/1980, (ΦΕΚ Α΄238) (κατωτ. αριθ. 33). Για την κατάργηση του φόρου μεταβίβασης και την επιβολή φόρου προστιθέμενης αξίας στις μεταβιβάσεις κτιρίων που η άδεια ανεγέρσεώς τους εκδόθηκε μετά την 1.1.1986 βλ. άρθρ. 6 και εδάφ. δ΄ παρ. 1 αρθρ.15 Νόμ. 1642/1986, (ΦΕΚ Α΄125), Τόμ. 28Α σελ.358,61. Για την επιβολή, αντί του φόρου μεταβίβασης ακινήτων , του τέλους συναλλαγής ακινήτων και του φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος επί ακινήτου ή ιδανικού μεριδίου αυτού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή ιδανικού μεριδίου αυτού που αποκτάται με οποιαδήποτε αιτία μετά την 1.1.2006 και μετά την κτήση αυτή μεταβιβάζεται περαιτέρω με επαχθή αιτία βλ. άρθρ. 2-19 Νόμ. 3427/23-27 Δεκ. 2005 (ΦΕΚ Α΄312). Σύμφωνα δε με τα άρθρ. 8 και 17 του Νόμ. 3427/23-27 Δεκ.2005 (ΦΕΚ Α΄312) οι διατάξεις του α.ν.1521/1950 όπως ισχύουν εφαρμόζονται για την υποχρέωση και τη διαδικασία υποβολής της δήλωσης, την καταβολή του φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος και του τέλους συναλλαγής ακινήτων, τις συνέπειες της μη δήλωσης, της εκπρόθεσμης και της ανακριβούς δήλωσης, τον έλεγχο της δήλωσης από τη Σελ. 48(κ) Τεύχος 1436 Σελ. 2 φορολογούσα αρχή, τη διαδικασία επίλυσης των φορολογικών διαφορών, τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης, την επιστροφή του φόρου ή του τέλους, τις υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων και Δημόσιων Αρχών, καθώς και για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του Νόμ. 3427/23-27 Δεκ. 2005 (ΦΕΚ Α΄312). άρθρ. 19 Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ.1997 (ΦΕΚ Α΄17) Τόμ. 27Α σελ. 296,118 από 18.2.1997 σύμφωνα με την περίπτ. ε΄άρθρ.40 ίδιου Νόμου και αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ.14 Νόμ. 2579/17-17 Φεβρ.1998 (ΦΕΚ Α΄31) κατωτ. σελ.194,757. Σύμφωνα δε με την περίπτ. στ΄ άρθρ. 32 ίδιου Νόμου, ισχύει από 17.2.1998. «Δεν οφείλεται φόρος, αν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο κτήσης και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ». Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο της παρ. (7), όπως προστέθηκε με την παρ. 5 άρθρ. 14 Νόμ. 2579/17-17 Φεβρ. 1998 (ΦΕΚ Α΄31) κατωτ. σελ. 194,757, αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 13 Νόμ. 2948/19-19 Οκτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄242), κατωτ. αριθμ. 128 και πάλι ως άνω από την παρ. 2 άρθρ.21 Νόμ. 3427/23-27 Δεκ.2005 (ΦΕΚ Α΄312). Ισχύει δε από 1.1.2006 σύμφωνα με το άρθρ. 53 του τελευταίου ως άνω νόμου. ΄Αρθρ.2.-1.«Σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στο οποίο ανεγείρεται ή πρόκειται να αναγερθεί πολυκατοικία, με σχέδιο εγκεκριμένο από την πολεοδομική υπηρεσία πριν από τη μεταβίβαση, θεωρείται κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι μαζί με το ιδανικό μερίδιο του οικοπέδου μεταβιβάζεται αποπερατωμένο διαμέρισμα της πολυκατοικίας που αντιστοιχεί σ' αυτό, εφ' όσον η πολυκατοικία πρόκειται να αναγερθεί από αυτόν τον ίδιο τον πωλητή του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου ή από τον εργολάβο ο οποίος ανέλαβε με αντιπαροχή Σελ. 48,02(στ) Τεύχος 1436 Σελ. 4 την ανέγερση της πολυκατοικίας ή από τρίτον που ενεργεί για λογαριασμό τους». Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 24 Νόμ. 1828/3-3 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄2) κατωτέρω αριθμ. 72 . Σύμφωνα δε με την περίπτ. ιη΄ άρθρ.44 ίδιου Νόμου ισχύει από 3.1.1989. Το αυτό ισχύει και εις περίπτωσιν μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, εάν εντός δύο ετών από της μεταβιβάσεως τούτου ήθελεν εγκριθή ή υποβληθή προς έγκρισιν εις την πολεοδομικήν υπηρεσίαν σχέδιον ανεγέρσεως πολυκατοικίας. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο επί της αξίας των προβλεπομένων υπό του εγκριθησομένου σχεδίου κτισμάτων συμπληρωματικός φόρος καταβάλλεται υπό του αγοραστού βάσει δηλώσεως, υποβαλλομένης εντός έτους από της εγκρίσεως του σχεδίου της πολυκατοικίας. Το ανωτέρω αμάχητον τεκμήριον δεν έχει εφαρμογήν επί μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου οικοπέδου προς πρόσωπα αναλαμβάνοντα κατ' επάγγελμα την ιδίαις δαπάναις ανέγερσιν ολοκλήρου της πολυκατοικίας. 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων «Ως πολυκατοικία θεωρείται κάθε πολυώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από τρεις τουλάχιστον ορόφους κύριας χρήσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το ισόγειο ή η οικοδομή που ανεξάρτητα από αριθμό ορόφων, έχει διαμερίσματα συνολικού εμβαδού πεντακοσίων τουλάχιστον τετραγωνικών μέτρων (500 μ2), οι οποίες προορίζονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, για πολύωρη σ' αυτές παραμονή ανθρώπων, για διημέρευση, συναναστροφή, εργασία ή ύπνο». Το μέσα σε «» τέταρτο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρ.37 Νόμ. 1249/3-5 Απρ.1982 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,342. Σύμφωνα δε με την περίπτ. ζ΄ άρθρ.67 ίδιου Νόμου ισχύει από 5.4.1982. «2.Εάν κατά την σύνταξιν του οριστικού συμβολαίου συμβάλληται ως αγοραστής πρόσωπον μη κατονομασθέν εν τω προσυμφώνω, θεωρείται δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, ότι λαμβάνουσι χώραν δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη εκ μέρους του αρχικού πωλητού προς τον δια του προσυμφώνου συμβληθέντα ως αγοραστήν, η δε δευτέρα εκ μέρους του τελευταίου τούτου προς το υπ' αυτού υποδεικνυόμενον τρίτον πρόσωπον. Εάν το προσύμφωνον αφορά την μεταβίβασιν οικοπέδου ή ιδανικού μεριδίου αυτού, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της προηγουμένης παραγράφου, τα εν την παραγράφω ταύτη οριζόμενα εφαρμόζονται μόνον ως προς την δευτέραν μεταβίβασιν, το τεκμήριον όμως περί μεταβιβάσεως αποπερατωμένης οικοδομής τυγχάνει αμάχητον». Η μέσα σε «» παρ.2 αντικαταστάθηκε από την παρ.2 άρθρ.2 Νόμ. 3104/29-30 Δεκ.1954, κατωτ. σελ. 296,01. 3.Επί μεταγραφής ή σημειώσεως εις το βιβλίον μεταγραφών ή καταχωρήσεως εις το νηολόγιον: α) αποφάσεως δικαστικής, διεπομένης υπό των διατάξεων του άρθρ. 882 της Πολιτικής Δικονομίας, ένεκα μη εκτελέσεως προσυμφώνου μεταβιβάσεως κλπ., Εννοείται το άρθρ. 949 Κ.πολ.Δ β)αποφάσεως δικαστικής, δι' ης αναγνωρίζεται τελεσιδίκως δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου κλπ. επ' ονόματι προσώπου τινός, λόγω υπερβάσεως εντολής του φερομένου ως εντολοδόχου αυτού, γ)αποφάσεως δικαστικής δι' ης ακυρούται λόγω εικονικότητος συμβόλαιον μεταβιβάσεως ακινήτου ή πραγματικού επ' αυτού δικαιώματος ή πλοίου και «δ)απόφασης δικαστικής με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου , στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγεγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο». Η μέσα σε «» περίπτ. δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ.2 Νόμ. 2892/9-9 Μαρτ.2001 (ΦΕΚ Α΄46) κατωτ. σελ. 296,123. Σύμφωνα δε με την περίπτ. β΄ άρθρ.19 ίδιου Νόμου ισχύει από 9.3.2001. ε)(δ)συμβάσεως μεταβιβάσεως ακινήτου κειμένου εν Ελλάδι ή πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου ή πλοίου, ήτις κατηρτίσθη εν τη αλλοδαπή καθ' οιονδήποτε εκεί νόμιμον ισχύοντα τύπον, δι' ην μεταβίβασιν δεν κατεβλήθη ο φόρος του παρόντος νόμου, ο ζητών την μεταγραφήν ή την σημείωσιν εις το περιθώριον του βιβλίου μεταγραφών ή την καταχώρισιν εις το νηολόγιον υποχρεούται, προ της ενεργείας της μεταγραφής κλπ. να επιδώση δήλωσιν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον και να καταβάλη συγχρόνως τον φόρον μεταβιβάσεως. Εις την δήλωσιν, δια την ανωτέρω περίπτωσιν ε'(δ) επισυνάπτεται, εν επισήμω μεταφράσει εις την ελληνικήν γλώσσαν, ακριβές αντίγραφον της μεταγραφησομένης συμβάσεως. Η μέσα σε () περίπτ. δ΄ αναριθμήθηκε σε ε΄ από το άρθρ. 38 Nόμ. 1249/3-5 Απρ.1982 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,342(α). "4.Εάν ακίνητον ή πλοίον, εκτεθέν εις πλειστηριασμόν, ήθελε κατακυρωθή εις τινα των κατ' ιδανικά μερίδια συγκυρίων αυτού, εις τον φόρον του παρόντος υπόκεινται μόνον τα περιερχόμενα εις τον υπερθεματιστήν μερίδια των λοιπών συνδιοκτητών ή συμπλοιοκτητών, κατά περίπτωσιν". Η μέσα σε «» παρ. 4 προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.2 Νόμ. 3104/29-30 Δεκ.1954 (ΦΕΚ Α΄313) κατωτ. σελ. 296,01. Σύμφωνα δε με το πρώτο εδάφιο. άρθρ.3 ίδιου Νόμου ισχύει από 30.12.1954. (Μετά τη σελ. 48,02(στ) Σελ. 48,03 Τεύχος 1436 Σελ. 5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 «5.Επί μεταβιβάσεως, εις εκτέλεσιν συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ιδανικού μεριδίου οικοπέδου υπό του οικοπεδούχου προς τον κατά κύριον επάγγελμα εργολήπτην, όστις ανέλαβε την επί τούτου ιδίαις δαπάναις ανέγερσιν οικοδομής επί αντιπαροχή, ο φόρος μεταβιβάσεως υπολογίζεται μόνον επί της αγοραίας αξίας των ποσοστών του οικοπέδου, έστω και εάν κατά την κατάρτισιν του οριστικού συμβολαίου έχουν ανεγερθή υπό του εργολήπτου κτίσματα». Η μέσα σε «» παρ. 5 προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.46 Νόμ. 814/9-13 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Α΄144) κατωτ. αριθ. 30. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 άρθρ. 75 του ίδιου Νόμου ισχύει από 13.9.1978. «6.Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου ή σύστασης άλλου εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, από οποιαδήποτε αιτία, γίνεται από το μεταβιβάζοντα επίκληση της κτήσης τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπό του, εκτός από το φόρο για τη μεταβιβαστική αυτή σύμβαση, οφείλεται και φόρος μεταβίβασης για την κτήση με χρησικτησία, εκτός αν στο όνομα του μεταβιβάζοντος υπάρχει τίτλος μεταγραμμένος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η κατά νόμο φορολογική δήλωση ή τα οικεία βιβλία μεταγραφών έχουν καταστραφεί. Ο φόρος μεταβίβασης, για την κτήση με χρησικτησία, υπολογίζεται στην αξία της κυριότητας του ακινήτου ή του εμπράγματου δικαιώματος του χρόνου κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου και βαρύνει το μεταβιβάζοντα, αφαιρουμένων των επωφελών δαπανών που έγιναν από το χρησιδεσπόζοντα.». Βλ. παρ. 25 άρθρ.11 Νόμ. 2954/2-2 Νοεμ. 2001 (ΦΕΚ Α΄255) κατωτ. αριθ. 129, για τις πρόσθετες περιπτώσεις όπου δεν οφείλεται φόρος μεταβίβασης για τη κτήση με χρησικτησία στις καταρτιζόμενες συμβάσεις κατά το χρονικό διάστημα 9.3.2001 έως 1.11.2003. (Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται για ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές δήμων και κοινοτήτων μέχρι 2.000 κατοίκων , εφόσον οι περιοχές αυτές δεν είναι, στο σύνολό τους ή μερικώς μέσα σε ζώνη ακτίνας 500 μέτρων από το χειμέριο κύμα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και σε κτήση κυριότητας ή άλλου Σελ. 48,04 Τεύχος 1436 Σελ. 6 εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο με χρησικτησία για την οποία έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση κατά την διάταξη της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2). Τα μέσα σε () τρίτο και τέταρτο εδάφια που προστέθηκαν με την παρ. 1 άρθρ.15 Νόμ. 1473/7-7 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Α΄127) κατωτ. σελ.196,361 και αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 45 Νόμ. 2214/ 9-11 Μαΐου 1994 (ΦΕΚ Α΄75) κατωτ. αριθ. 100 , καταργήθηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 2 Νόμ. 2892/9-9 Μαρτ.2001 (ΦΕΚ Α΄46) κατωτ. σελ. 296,123. Σύμφωνα δε με την περίπτ. β΄ άρθρ.19 του ως άνω νόμου, η κατάργηση ισχύει από 9.3.2001. Η μέσα σε «» παρ.6 προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 1473/7-7 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Α΄127) κατωτ. σελ.196,361. Ισχύει από 7.9.1984 σύμφωνα με την περίπτ. ι΄ άρθρ. 48 του ίδιου Νόμου. Άρθρ.3.-1.Δια τον καθορισμόν της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος επί του ακινήτου ή του πλοίου λαμβάνεται υπ' όψει: «α)Η ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αν το οριστικό συμβόλαιο συντάσσεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την κατάρτιση του προσυμφώνου. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου. Σε κάθε περίπτωση σύνταξης οριστικού 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων συμβολαίου σε εκτέλεση προσυμφώνου και ανεξάρτητα από το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου, στην αξία του ακινήτου δεν υπολογίζονται οι προσθήκες και βελτιώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τον εκ προσυμφώνου αγοραστή μετά την υπογραφή του προσυμφώνου και πριν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, με την προϋπόθεση ότι κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου το συμφωνηθέν τίμημα και παραδόθηκε στον αγοραστή η χρήση, νομή και κατοχή του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν για οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης, τα οποία συντάσσονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανεξάρτητα από το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου». Η μέσα σε «» περίπτ. α΄, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ.6 άρθρ. 11 Νόμ. 4459/4-5 Μαρτ. 1965 (ΦΕΚ Α΄35) κατωτ. αριθ. 11 και από την παρ. 15 άρθρ. 24 Νόμ. 1828/3-3 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄2) κατωτ. αριθ. 72, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 3 άρθρ.21 Νόμ. 3427/23-27 Δεκ. 2005 (ΦΕΚ Α΄312). Ισχύει δε από 1.1.2006 σύμφωνα με το άρθρ. 53 του τελευταίου ως άνω Νόμου. β.(Καταργήθηκε από την παρ. 16 αρθρ. 24 Ν.1828 / 3-3 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄2) κατωτέρω αριθμ. 72 από 3.1.1989 σύμφωνα με περ. ιη΄ άρθρ.44 ίδιου νόμου. Εξακολούθησε όμως να ισχύει για προσύμφωνα που υπογράφτηκαν μέχρι 3.1.1989 εφόσον το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν μέχρι 30.4.1989). γ)η ημέρα της μεταγραφής εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρ. 2 του παρόντος, δ)η ημέρα της εκθέσεως του πλειστηριασμού επί μεταβιβάσεως ακινήτου κλπ. ενεργουμένης κατόπιν αναγκαστικού ή εκουσίου πλειστηριασμού και ε)η ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου εις τας λοιπάς περιπτώσεις. 2.Δια τον προσδιορισμόν της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού επί του ακινήτου δικαιώματος ή του πλοίου λαμβάνονται υπ' όψει και συνεκτιμώνται τα στοιχεία μεταβιβάσεων παρομοίων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία προκύπτουσιν εξ ετέρων συμβολαίων ή εξ εκτιμήσεως γενομένης δια την επιβολήν του φόρου κληρονομιών, δωρεών και προικών ή εξ άλλων εκτιμήσεων. Εν περιπτώσει καθ' ην ελλείπουν τα στοιχεία ταύτα ή, κατά την κρίσιν του Οικονομικού Εφόρου, τα υπάρχοντα είναι ανεπαρκή ή απρόσφορα ενεργείται υπό τούτου προσδιορισμός της αξίας διά χρήσεως παντός άλλου μέσου. Σύμφωνα με την περίπτ. α΄άρθρ.4 Νόμ. 3201/8-9 Δεκ. 2003 (ΦΕΚ Α΄282) ο υπολογισμός της αξίας του οικοπέδου στη μερική κατεδάφιση κτιρίου γίνεται σύμφωνα με την άνω παρ. 2 άρθρ. 3 Α.Ν. 1521/1950. 3.Επί μεταβιβάσεων εις τας οποίας συμβαλλόμενος ως αγοραστής ή ως πωλητής είναι το δημόσιον, οι δήμοι, οι κοινότητες, οι ιεροί Ναοί, οι ιεραί Μοναί, τα θρησκευτικά, εθνωφελή, κοινωφελή, φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα ή οργανισμοί και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως αξία θεωρείται α)το τίμημα μεταβιβάσεως και β)τα ποσά του φόρου και των εξόδων μεταβιβάσεως τα βαρύνοντα τον πωλητήν, εφ' όσον ο αγοραστής ανέλαβε την καταβολήν τούτων εις βάρος του. «Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρ. 41 του ν. 1249/1982.(ΦΕΚ Α΄43)». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 9 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/ 21-23 Μαρτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,427. Με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου ορίστηκε ότι ισχύει από 23.3.1990. Σύμφωνα με την παρ.9 άρθρ.10 Νόμ. 2386/67 Μαρτ.1996 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. αριθ. 108, από 7.3.1996 η άνω παρ. 3 καταργείται. Εξακολουθεί όμως να ισχύει για τις μεταβιβάσεις ακινήτων , επιχειρήσεων οι οποίες έχουν τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης των άρθρ. 8 και 9 του Νόμ. 1386/1983 και εφόσον για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων αυτών δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα που προβλέπεται από το άρθρ. 41 του Νόμ. 1249/3-5 Απριλ.1982 (ΦΕΚ Α΄43), κατωτ. αριθ. 36. «4.Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης, της περιορισμένης προσωπικής δουλείας ή της πραγματικής δουλείας επί ακινήτου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών». Η μέσα σε «» παρ. 4 , όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ. 2 άρθρ. 13 Νόμ. 3091/24-24 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α΄330), κατωτ. αριθ. 134 και ίσχυε από 24.12.2002 σύμφωνα με την περίπτ. ι΄ άρθρ. 30 ίδιου Νόμου, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 4 άρθρ.21 Νόμ. 3427/23-27 Δεκ. 2005 (ΦΕΚ Α΄312) και ισχύει από 1.1.2006 σύμφωνα με το άρθρ. 53 του τελευταίου ως άνω Νόμου. (Μετά τη σελ. 48,04) Σελ. 48,05 Τεύχος 1436 Σελ. 7 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 «5.Επί μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου ακινήτου, διά τον υπολογισμόν του φόρου λαμβάνεται υπ' όψιν η αναλογούσα αξία του μεταβιβαζομένου μεριδίου του ακινήτου ή του εμπραγμάτου επί του ακινήτου δικαιώματος. Εάν μεταβιβάζωνται ιδανικά μερίδια υπό του αυτού πωλητού προς τον αυτόν αγοραστήν διά πλειόνων της μιας πράξεων, απεχουσών αλλήλων έλλασσον των 24 μηνών, διά τον υπολογισμόν του φόρου λαμβάνεται υπ' όψιν η συνολική αγοραία αξία των διά των πράξεων τούτων μεταβιβαζομένων μεριδίων, εκπιπτομένου του διά τας προηγουμένας μεταβιβάσεις καταβληθέντος φόρου». Η μέσα σε «» παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 4 άρθρ. 4 του Νόμ. 1078/7-14 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Α΄238) κατωτ. αριθ. 33. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 15 του ίδιου Νόμου ισχύει από 14.10.1980. «6.Επί μεταβίβασης βάσει ειδικών διατάξεων ακινήτων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. σε ιδιώτες ως αξία θεωρείται το τίμημα που αναγράφεται στο παραχωρητήριο ή κάθε άλλη σχετική πράξη που εκδίδεται». Η μέσα σε «» παρ.6 προστέθηκε με την παρ. 8 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/21-23 Μαρτ.1990 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,427. Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ Άρθρ.1.-1.Εφ' εκάστης εξ επαχθούς αιτίας μεταβιβάσεως ακινήτου ή πραγματικού επί ακινήτου δικαιώματος ως και επί μεταβιβάσεως πλοίου υπό ελληνικήν σημαίαν επιβάλλεται φόρος επί της αξίας αυτών. 2.Ακίνητα λογίζονται τα κατά τα άρθρ. 948 και 953 του Αστικού Κώδικος χαρακτηριζόμενα ως τοιαύτα. 3.Εν τη εννοία του όρου μεταβίβασις, διά την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, είναι: α)η απαλλοτρίωσις της πλήρους ή της ψιλής κυριότητος, αδιαφόρως αν αύτη γίνεται υπό αναβλητικήν ή διαλυτικήν αίρεσιν ή επί τω όρω της εξωνήσεως, β)η σύστασις επικαρπίας, οικήσεως ή άλλης δουλείας εκ των προβλεπομένων υπό των άρθρ. 1188 έως 1191 του Αστικού Κώδικος, γ)η κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρείας μεταβίβασις της ακινήτου περιουσίας της εις τα μέλη αυτής, δ)η παραίτησις από της κυριότητος επί ακινήτου ή από πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου ή από της κυριότητος πλοίου, 27.Α.θ.4-5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων ε)η απαλλοτρίωσις ακινήτου διά δημοσίαν ωφέλειαν, στ)η εναλλαγή προικός εχούσης αντικείμενον ακίνητον ή πραγματικόν δικαίωμα επί ακινήτου ή πλοίον και ζ)η διανομή ακινήτων κλπ. μεταξύ των συγκυρίων των. «η)Η σύσταση, απόσβεση ή η μεταβίβαση μαζί με το δεσπόζον ακίνητο πραγματικής δουλείας από τις προβλεπόμενες από τα άρθρ. 1118 επ. του Αστικού Κώδικα». Η περίπτ. η΄ προστέθηκε με την παρ. 4 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/21-23 Μαρτ. 1990 (ΦΕΚ Α΄43), κατωτέρω σελ. 196,427.Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου ισχύει από 23-3-1990. ΄Αρθρ.4.-“1.Ο φόρος μεταβιβάσεως επί της αξίας του ακινήτου ή του εμπραγμάτου επί του ακινήτου δικαιώματος υπολογίζεται: Α)Επί αυτουσίου διανομής ακινήτων μεταξύ συγκυρίων, βάσει των συντελεστών της περίπτ. Γ' της παρούσης παραγράφου, μειούμενος εις το τέταρτον. Εάν κατά την διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τας ιδανικάς τοιαύτας και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος, δι' ο καταβάλλεται τίμημα, υπολογίζεται βάσει των συντελεστών της περίπτ. Γ' της παρούσης παραγράφου, εκτός εάν πρόκειται περί οικοπέδου του οποίου η διανομή καθίσταται ανέφικτος λόγω μη πληρώσεως των προϋποθέσεων των προβλεπομένων υπό των διατάξεων περί κανονισμού της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και συντρέχη η υποπεριπτ. (α) της περίπτ Β' της παρούσης παραγράφου, ότε Σελ. 48,06 Τεύχος 1436 Σελ. 8 ο φόρος υπολογίζεται κατά τα εν τη περιπτώσει ταύτη οριζόμενα. /«Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση δημιουργίας μιας ή περισσότερων μερικότερων κοινωνιών, για τα μερίδια που απαρτίζουν τις κοινωνίες αυτές». Το μέσα σε «» τρίτο εδάφιο της περίπτ. Α΄, αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 2 άρθρ. 15 Νόμ. 1473/7-7 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Α΄127) κατωτ. σελ.196,361. Ισχύει από 7.9.1984 σύμφωνα με την περίπτ. ι΄ άρθρ. 48 του ίδιου Νόμου. Σε περαιτέρω αυτούσια διανομή των ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων της μερικότερης κοινωνίας, από το φόρο, που αναλογεί στη νέα αυτή διανομή, εκπίπτεται ο φόρος που καταβλήθηκε κατά τη δημιουργία της μερικότερης κοινωνίας/. Η μέσα σε \ / περίοδος προστέθηκε στο τέλος της δεύτερης περιόδου του Κεφ. Α΄ της παρ. 1 με την παρ.1 άρθρ. 9 Νόμ. 1326/3-4 Φεβρ.1983 (ΦΕΚ Α΄19) κατωτ. αριθ. 37. Ισχύει από 4.2.1983 σύμφωνα με την περίπτ. δ΄ άρθρ. 39 του ίδιου Νόμου. 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων Ο βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως. Γ΄ της παρούσης παραγράφου προσδιοριζόμενος φόρος μειούται ωσαύτως εις το τέταρτον και επί μεταβιβάσεως κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας ή εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης της ακινήτου περιουσίας της εις μέλη αυτής, κατά τον λόγον της εταιρικής των μερίδος, εκτός εάν έχη λάβει χώραν εκχώρησις της εταιρικής μερίδος κατά το τελευταίον προ της διαλύσεως της εταιρίας έτος, ότε μειούται μόνον η αξία του ακινήτου ήτις αντιστοιχεί εις τα μη εκχωρηθέντα μερίδια”. Οι μέσα σε “” διατάξεις του πρώτου εδαφίου και των πρώτης δευτέρας και τρίτης περιόδων της περίπτ. Α΄ της παρ. 1 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 4 του Νόμ. 1078/7-14 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Α΄238) κατωτ. αριθ. 33. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 15 του ίδιου Νόμου ισχύει από 14.10.1980. «Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί απολήψεως μερίδων εκ της ακινήτου περιουσίας αποσυρομένων της Εταιρείας εταίρων. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κατά τα ανωτέρω φόρος υπολογίζεται επί της αξίας του ακινήτου ή τμήματος αυτού, του εξερχομένου της εταιρικής περιουσίας». Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν με την παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 28 του ίδιου Νόμου ισχύουν από 7.10.1952. (Επίσης ο φόρος που προσδιορίζεται με βάση τους συντελεστές της περίπτ. γ΄ της παραγράφου αυτής μειώνεται στο τέταρτο στην περίπτ. δ΄ της παρ.3 του άρθρ. 2 και στην παρ.6 του ίδιου άρθρου του παρόντος). Το μέσα σε () εδάφιο , όπως προστέθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 15 Νόμ. 1473/7-7 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Α΄127) κατωτ. σελ. 196,361 και ισχύει από 7.9.1984 σύμφωνα με την περίπτ. ι΄ άρθρ. 48 του ίδιου Νόμου, καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 35 Νόμ. 2065/30-30 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Α΄113) κατωτ. σελ. 196, 471. Σύμφωνα δε με την περίπτ. στ΄ άρθρ. 77 ίδιου Νόμου η κατάργηση ισχύει από 30.6.1992. «Β)Βάσει των συντελεστών της περίπτ. Γ' της παρούσης παραγράφου, μειούμενος εις το ήμισυ:» Η μέσα σε «» πρώτη περίοδος του πρώτου εδαφίου της περίπτ. Β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 4 του Νόμ. 1078/7-14 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Α΄238) κατωτ. αριθ. 33. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 15 του ίδιου Νόμου ισχύει από 14.10.1980. α)επί υποχρεωτικής, συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις, ανταλλαγής τμημάτων γειτνιαζόντων οικοπέδων ίνα καταστώσι ταύτα οικοδομήσιμα, β)επί συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιρειών διά συστάσεως νέας ή διά συγχωνεύσεως ή εξαγοράς μιάς ή πλειόνων υπό άλλης, συνεπεία της οποίας συντελείται μεταβίβασις ακινήτων ή πραγματικών επ' αυτών δικαιωμάτων, «ως επίσης και επί συγχωνεύσεως κλπ. συνεταιρισμών ή ανων. εταιρείας μετά συνεταιρισμού». Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε στο τέλος της περίπτ. β΄ με το δεύτερο εδάφιο παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 28 ίδιου Νόμου ισχύει από 7.10.1952. γ)(Καταργήθηκε από την παρ.2 άρθρ. 9 Νόμ. 1326/3-4 Φεβρ.1983 (ΦΕΚ Α΄19) κατωτ. αριθ. 37 από 4.2.1983 σύμφωνα με την περίπτ. δ΄ άρθρ. 39 του ίδιου Νόμου. Εξακολούθησε όμως να εφαρμόζεται στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου υποθέσεις). δ)(Καταργήθηκε από την παρ. 13 άρθρ. 24 Νόμ. 1828/3-3 Ιαν. 1989 (ΦΕΚ Α΄2) κατωτ. αριθ. 72 από 3.1.1989 σύμφωνα δε με την περίπτ. ιη΄ άρθρ.44 ίδιου Νόμου. Προστέθηκε νέα υποπερίπτ. δ΄ με την παρ. 6 άρθρ. 19 Νόμ. 2459/18-18 Φεβ.1997 ( ΦΕΚ Α΄ 17) κατωτ. σελ. 194,757, πλην όμως καταργήθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 2 Νόμ. 2873/28-28 Δεκ.2000 (ΦΕΚ Α΄285) κατωτ. αριθ. 125α. Η κατάργηση ισχύει από 28.12. 2000 σύμφωνα με την περίπτ. ι΄ άρθρ. 50 ίδιου Νόμου). ε)επί απαλλοτριώσεως ακινήτων διά δημοσίαν ωφέλειαν, στ)(Καταργήθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/21-23 Μαρτ.1990 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,427. Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου η κατάργηση ισχύει από 23-31990). ζ) επί ανταλλαγής ακινήτων ίσης αξίας η-θ)(Καταργήθηκαν από την περίπτ. β΄ παρ. 1 άρθρ.2 Ν.Δ. 1084 /23-28 Δεκ. 1971, ΦΕΚ Α΄ 277, κατωτ. αριθ. 16. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 5 ίδιου Ν.Δ. η κατάργηση ισχύει από 28.12.1971). «Γ.Σε κάθε άλλη περίπτωση σε 7% για το μέχρι δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ τμήμα τής αξίας και σε 9% για το πέραν του ποσού αυτού τμήμα της». Η μέσα σε «» περίπτ. Γ΄, όπως είχε αντικατασταθεί από την παρ.11 άρθρ.2 Νόμ. 2892/9-9 Μαρτ. 2001 (ΦΕΚ Α΄46) κατωτ. σελ. 296,123 αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 3 άρθρ.13 Νόμ. 2948/19-19 Οκτ.2001 (ΦΕΚ Α΄242), κατωτ. αριθ. 128α. Σύμφωνα δε με την παρ.3 άρθρ.28 ίδιου Νόμου ισχύει από 1.1.2002. (Μετά τη σελ. 48,06) Σελ. 49(τ) Τεύχος 1436 Σελ. 9 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 Επίσης βλ. και παρ. 1 άρθρ. 1 Ν.Δ. 3563/1956 (κατωτ. αριθ. 9) για τους προβλεπόμενους συντελεστές φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων κειμένων όπου υφίσταται Πυροσβεστική υπηρεσία. 2.(Καταργήθηκε από την παρ.2 άρθρ. 4 Ν.Δ. 3415/88 Οκτ.1955 ΦΕΚ Α΄280, κατωτ. σελ. 66,51). «Εξαιρετικώς απαλλάσσεται από παντός φόρου και τέλους κατά τον παρόντα Νόμον η, εις τας κατά το δεύτερον εδάφιον της παρ. 2 του άρθρ. 15 του Κώδικος των Νόμων περί τελών χαρτοσήμου, συνιστωμένας εταιρείας ή και εις οιασδήποτε άλλας συνεστημένας ναυτιλιακάς εταιρείας, εισφορά πλοίων εν γένει ή μεριδίων αυτών ως και η υπ' αυτών αγορά τοιούτων. Η εν λόγω απαλλαγή χορηγείται υπό την προϋπόθεσιν ότι εντός προθεσμίας εξ μηνών από της εισφοράς το κεφάλαιον της εταιρείας θα καλύπτηται κατά τα 4/5 αυτού διά πλοίων υπό Ελληνικήν σημαίαν. Ως τοιαύτα ειδικώς διά την κάλυψιν του κεφαλαίου θεωρούνται και τα υπό ναυπήγησιν εφ' όσον το σύμφωνον ναυπηγήσεως υπεγράφη εντός της αυτής προθεσμίας. Η μη πραγματοποίησις της άνω προϋποθέσεως συνεπάγεται την καταβολήν του οφειλομένου κατά τον παρόντα νόμον φόρου.» Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε ως άνω με την παρ. 3 άρθρ. 20 Νόμ. 2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Με το άρθρ 28 ίδιου Νόμου ισχύει από 7.10.1952. Σύμφωνα όμως με την παρ.2 άρθρ. 4 Ν.Δ. 3415/8-8 Οκτ.1955, (ΦΕΚ Α΄280), κατωτ. σελ. 66,51 διατηρήθηκε σε ισχύ. Για άλλη απαλλαγή από το Φόρο Μεταβίβασης ακινήτων που αφορά σχηματισμό ή συμπλήρωση μετοχικού κεφαλαίου εταιρειών ασφαλίσεως πλοίων και αεροσκαφών βλ. άρθρ. 5 Ν.Δ. 551/1970, Τόμ. 12Α σελ. 296,05. 3.Εκ του επί τη βάσει της δηλώσεως εισπραττομένου φόρου της παρ.1 του παρόντος άρθρου αποδίδονται: α)Εις τους δήμους και κοινότητας ποσοστόν 7,50% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικόν λογ/σμόν υπό τον τίτλον "Έσοδα υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων". β)Εις τα επαρχιακά ταμεία οδοποιίας ποσοστόν 2,50% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικόν λογαριασμόν υπό τον τίτλον "Έσοδα υπέρ των Ταμείων Επαρχιακής οδοποιίας" και γ)Εις το ταμείον συντάξεων νομικών ποσοστόν 10% επί του φόρου, κατατιθέμενον παρά τη Τραπέζη Σελ. 50(τ) Τεύχος 1436 Σελ. 10 της Ελλάδος εις ειδικόν χρηματικόν λογαριασμόν υπό τον τίτλον «Έσοδα υπέρ του Ταμείου Συντάξεως Νομικών». Για την αντικατάσταση και αναπροσαρμογή των ως άνω αποδιδομένων εσόδων, βλ. παρ.1-6 άρθρου μόνου Ν.Δ. 317/ 16-23 Οκτ. 1969, (ΦΕΚ Α΄211), κατωτ. αριθ. 14. άρθρ. 52 ίδιου νόμου ισχύει από 23.3.1990. «4.Ως μεταβίβαση λογίζονται: α)η περαιτέρω, πλην της πρώτης, μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης και β)η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί κοινόκτητων κύριων, βοηθητικών ή ειδικών χώρων κτισμάτων ή επί κοινόκτητου τμήματος οικοπέδου». Η μέσα σε «» παρ. 4 προστέθηκε και οι επόμενες παράγραφοι 4 έως και 7 αναριθμήθηκαν αντίστοιχα σε 5 έως και 8 από την παρ. 8 άρθρ. 35 Ν. 3220/28-28 Ιαν. 2004 (ΦΕΚ Α΄15), κατωτ. αριθ. 139. Σύμφωνα δε με την περίπτ. α΄ άρθρ.56 ίδιου νόμου ισχύει από το έτος 2003. 5.(4).Ως αξία λογίζεται η αγοραία αξία την οποίαν έχει το ακίνητον ή το πραγματικόν επί του ακινήτου δικαίωμα ή το πλοίον κατά την ημέραν της μεταβιβάσεώς των. «6.(5).Ως πλοία λογίζονται τα κατά τον εμπορικόν νόμον χαρακτηριζόμενα ως τοιαύτα». Η μέσα σε () παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 1 ΄Αρθρ.5.-«1.Ο φόρος μεταβίβασης που αναλογεί στο τίμημα μεταβίβασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο, βαρύνει τον αγοραστή». Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/21-23 Μαρτ.1990 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,427. Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου ισχύει από 23-3-1990. Ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της διαφοράς μεταξύ αξίας και του τιμήματος μεταβιβάσεως και αι προσαυξήσεις του άρθρ. 9 του παρόντος βαρύνουσι τον αγοραστήν, νοουμένου ως τοιούτου και του υπερθεματιστού επί μεταβιβάσεων διά πλειστηριασμού. «Κατ' εξαίρεσιν, εις περίπτωσιν καθ' ην διά της μεταβιβάσεως πλοίου ή μεριδίου αυτού επέρχεται και ταυτόχρονος αλλαγή της σημαίας, ο κατά τα ανωτέρω φόρος και οι προσαυξήσεις βαρύνουν τον πωλητήν». Η μέσα σε «» περίοδος προστέθηκε με την παρ. 8 άρθρ. 2 Νόμ. 3104/29-30 Δεκ.1954 (ΦΕΚ Α΄313) κατωτ. σελ. 296,01. Σύμφωνα δε με το πρώτο εδάφιο άρθρ.3 ίδιου Νόμου ισχύει από 30.12.1954. 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων Επί διανομής ακινήτων μεταξύ συγκυρίων ο φόρος βαρύνει έκαστον τούτων κατά σχέσιν ανάλογον προς την αξίαν της μερίδος του. «Επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου διά δημοσίαν ωφέλειαν ο φόρος μεταβιβάσεως βαρύνει, εις πάσαν περίπτωσιν, τον υπόχρεων προς πληρωμήν της αποζημιώσεως». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ. 47 Νόμ. 814/11-13 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Α' 144) κατωτ. αριθμ. 30. Σύμφωνα δε με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου ισχύει από 10-5-1977. 2.Επί των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος: «α)Ο εκ προσυμφώνου αγοραστής βαρύνεται με το φόρο που αναλογεί στο τίμημα της μεταβίβασης που αναγράφεται στο προσύμφωνο και» Η μέσα σε «» περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 13 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/21-23 Μαρτ.1990 (ΦΕΚ Α΄43) κατωτ. σελ. 196,427. Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου ισχύει από 23-3-1990. β)ο οριστικός αγοραστής βαρύνεται με τον φόρον τον αναλογούντα εφ' ολοκλήρου της αξίας του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου ην είχε τούτο κατά την ημέραν της καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεώς του. 3.Επί πέντε έτη από της ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου ευθύνεται αλληλεγγύως μετά του αγοραστού και πας οπωσδήποτε κάτοχος του μεταβιβασθέντος περιουσιακού στοιχείου διά τον φόρον μεταβιβάσεως και τας προσαυξήσεις του άρθρ. 9 του παρόντος. 4.(Καταργήθηκε από την παρ. 14 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/1990, ΦΕΚ Α'43 κατωτ. σελ. 196,427. Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου ισχύει από 23-3-1990). ΄Αρθρ.6.-Απαλλάσσονται του φόρου μεταβιβάσεως του βαρύνοντος τον τε πωλητήν και τον αγοραστήν: «α)η μεταβίβασις εις τους πρόσφυγας κατά τας διατάξεις του από 15/28 Ιουλ. 1938 Β.Δ/τος περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας ως και η μεταβίβασις κλήρων κατά τας διατάξεις του αγροτικού κώδικος, ακινήτων ανηκόντων εις το Δημόσιον». Η μέσα σε «» περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε από την παρ.2 άρθρ.20 Νόμ .2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Σύμφωνα με το άρθρ. 28 ίδιου Νόμου ισχύει από 7.10.1952. β)(η μεταβίβασις ακινήτων λόγω κυρώσεως ανωμάλων δικαιοπραξιών κατά τους Νομ.4399 και 4724). Οι διατάξεις της μέσα σε () περίπτ. β΄ καταργήθηκαν από το άρθρ.2 παρ.1 Ν.Δ. 1084/23-28 Δεκ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 277), κατωτ. αριθ. 16, όμως η κατάργηση αυτή δεν έχει εφαρμογή για τα τιμήματα που καταβάλλονται με βάση το άρθρο 13 ΝΔ 547/1970 (Τόμ. 26 σελ. 322,27) για την αναγνώριση της κυριότητας παραχωρηθέντων ανταλλαξίμων ακινήτων και για τις μεταβιβάσεις ακινήτων από συνεταιρισμούς ή από τις Ενώσεις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων που πρόκειται να συντελεσθούν προς τα μέλη τους για τις οποίες προβλέπει η παρ.2 άρθρ.3 Ν.Δ. 1084/1971 (κατωτ. αριθ.16). Για τις προϋποθέσεις μείωσης κατά 50% του ΦΜΑ από αγοραστές επιχειρήσεις σε παραμεθόριες περιοχές βλ. άρθρ. 5 Νόμ. 289/76, Τόμ. 13 σελ. 86,23. β.(γ)η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κτημάτων κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Κώδικος, γ.(ε)«Η μεταβίβαση, στην οποία αγοραστής είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., οι δήμοι, οι κοινότητες, οι ιεροί ναοί και οι ιερές μονές». Η μέσα σε «» περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 14 Νόμ. 1882/1990, (ΦΕΚ Α'43) κατωτ. σελ. 196,427. Σύμφωνα δε με την περίπτ. η΄ άρθρ. 52 του ίδιου Νόμου ισχύει από 23-3-1990. (δ)(Η αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου εις τα μέλη του υπό συνεταιρισμού μη κερδοσκοπικού , επί της οποίας κατεβλήθη φόρος μεταβιβάσεως κατά την υπό του συνεταιρισμού αγοράν του μεταβιβαζομένου ακινήτου. «Κτίσματα ανεγερθέντα δαπάναις ή δια λογαριασμόν των μελών μετά την προς τον συνεταιρισμόν μεταβίβασιν δεν υπόκεινται σε φόρον»). Η μέσα σε () περίπτ. δ΄ αντικατεστάθη δια του άρθρ. 20 παρ. 2 Νόμ. 2246/1952 (τόμ. 28 σελ. 100) η δε εντός «» δευτέρα περίοδος προσετέθη δια της παρ. 7 άρθρ. 11 Νόμ. 4459/1965 (κατωτ. αριθ. 11). Η μέσα σε () περίπτ. δ΄ κατηργήθη δια του άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.Δ.1084/1971, πλην η κατάργησις αύτη δεν έχει εφαρμογήν επί των ανωτέρω υπό την περίπτ. β΄ αναφερομένων μεταβιβάσεων. (Μετά τη σελ. 50(τ) Σελ. 50,001(η) Τεύχος 1436 Σελ. 11 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 Η αληθής έννοια της, δια της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 1084/1971, καταργηθείσης διατάξεως της περίπτ. δ΄ του άρθρ. 6 του δια του Νόμ. 1587/1950 κυρωθέντος Α.Ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων», δι’ ας περιπτώσεις ισχύει αύτη, είναι ότι απαλλάσσονται του φόρου μεταβιβάσεως του βαρύνοντος τον τε πωλητήν και τον αγοραστήν αι μεταβιβάσεις ακινήτων υπό Οικοδομικού Συνεταιρισμού μη κερδοσκοπικού προς τα μέλη του, εφ’ όσον κατά την υπό του Συνεταιρισμού αγοράν των εν λόγω ακινήτων κατεβλήθη ο αναλογών φόρος μεταβιβάσεως. Τυχόν καταβληθείς εκ της αιτίας ταύτης φόρος μεταβιβάσεως ακινήτων δεν επιστρέφεται. (Αρθρ. 42 παρ. 2 Νόμ. 12/1975, κατωτ. σελ. 194,405). δ.(στ)η ανάκλησις απαλλοτριώσεως και ε.(ζ)η μεταβίβασις μεταλλείου δι' ο κατεβλήθη ο φόρος του Νόμ. ΓΦΚΔ του έτους 1910 ως ισχύει. Σύμφωνα με την περίπτ. γ΄ παρ. 1 άρθρ.2 Ν.Δ. 1084/23-28 Δεκ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 277), κατωτ. αριθ. 16, οι μέσα σε () περιπτώσεις β΄ και δ΄ καταργήθηκαν και οι περιπτώσεις γ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ αναριθμήθηκαν αντίστοιχα σε β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ από 28.12.1971. «στ)η αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου εις τα μέλη του υπό συνεταιρισμού μη κερδοσκοπικού, καθ' ο ποσοστόν αύτη υπεβλήθη εις φόρον μεταβιβάσεως κατά την υπό του συνεταιρισμού αγοράν του μεταβιβαζομένου ακινήτου». Η μέσα σε «» περίπτ. στ΄ προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 8 Νόμ. 231/ 3-6 Δεκ. 1975 (ΦΕΚ Α΄277) κατωτ. αριθ. 23. Σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρ.34 ισχύει από 6.12.1975. «ζ.Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ακινήτου διά δημοσίαν ωφέλειαν υπέρ του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου». Η μέσα σε «» περίπτ. ζ΄ προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ. 47 Νόμ. 814/11-13 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Α' 144) κατωτ. αριθ. 30. Σύμφωνα δε με την παρ. 6 ίδιου άρθρου ισχύει από 10.5.1977. «η)Η σύμβασις ανταλλαγής ακινήτων μεταξύ του Δημοσίου και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου». Η μέσα σε «» περίπτ. η΄ προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ. 48 Νόμ. 814/ 11-13 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Α' 144) κατωτ. αριθ. 30 . Σύμφωνα δε με την παρ. 1 άρθρ. 75 ίδιου Νόμου ισχύει από 13.9.1978. Σελ. 50,002(η) Τεύχος 1436 Σελ. 12 θ)(Καταργήθηκε από την περ. 2 άρθρ.2 Νόμ. 2459/18-18 Φεβ.1997, ΦΕΚ Α΄ 17, κατωτ. σελ. 194,757. Σύμφωνα δε με την περίπτ. ε΄άρθρ.40 ίδιου Νόμου ισχύει από 18.2.1997). ΄Αρθρ.7.-1.Δι' εκάστην μεταβίβασιν οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται προ της συντάξεως του συμβολαίου των, να επιδώσωσι κοινήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως, προς τον Οικον. Έφορον της περιφερείας εν ή κείται το ακίνητον ή προκειμένου περί πλοίου της περιφερείας εν η είναι νηολογημένον τούτο». Η μέσα σε «» παρ. 1 μαζί με τις επόμενες παραγράφους 2 – 5 τέθηκαν σε αντικατάσταση της αρχικής παρ.1 από την παρ. 3 άρθρ. 1 Ν.Δ.329/5-5 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄56) κατωτ. αριθ. 20. Σύμφωνα με το άρθρ. 3 του ίδιου Ν.Δ. ισχύουν από 1.5.1974. 2.Επί υποχρέων φυσικών προσώπων η δήλωσις υποβάλλεται υπ' αυτών ή των πληρεξουσίων των ή των νομίμων αντιπροσώπων των. Επί υποχρέων νομικών προσώπων η δήλωσις υποβάλλεται υπό των αντιπροσωπευόντων ταύτα ή του πληρεξουσίου των. 3.Η δήλωσις είναι απαράδεκτος εάν δεν περιέχη: α)Την φορολογικήν Αρχήν προς ην απευθύνεται β)το όνομα, όνομα πατρός και επώνυμον των δηλούντων, γ)το επάγγελμα των δηλούντων, 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων δ)την κατοικίαν ή εν ελλείψει τοιαύτης την διαμονήν, ως και την επαγγελματικήν εγκατάστασιν ή την έδραν των δηλούντων, ε)την νομικήν σχέσιν αυτών προς το μεταβιβαζόμενον περιουσιακόν στοιχείον, ς)το είδος του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου και σύντομον περιγραφήν αυτού, ζ)τον τρόπον κτήσεως αυτού υπό του μεταβιβάζοντος, η) την αξίαν του ακινήτου ή την καθαράν χωρητικότητα του πλοίου, θ)το ποσόν του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως, ι)τον διορισμόν αντικλήτων των δηλούντων, ια) το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και την διεύθυνσιν της κατοικίας των πληρεξουσίων ή αντικλήτων των δηλούντων, ιβ)το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου θα καταρτισθή η σύμβασις, και ιγ)τον τόπον και την χρονολογίαν της δηλώσεως. 4.Δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως καθορίζονται εκάστοτε λεπτομερώς τα αναγκαιούντα στοιχεία διά την ακριβή περιγραφήν του ακινήτου. 5.Η ακρίβεια του περιεχομένου της δηλώσεως βεβαιούται υποχρεωτικώς διά της υπογραφής των συμβαλλομένων ή των πληρεξουσίων των κλπ. Σύμφωνα με την παρ. 4 άρθρ. 1 Ν.Δ.329/5-5 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄56) κατωτ. αριθ. 20, οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αριθμήθηκαν σε 6, 7, 8, 9, 10 και 11. 6(2)«Σε περιπτώσεις εκούσιων και δικαστικών πλειστηριασμών, όπως και σε περιπτώσεις αναγκαστικής λόγω χρέους μεταβίβασης ακινήτου ή πλοίου, η δήλωση επιδίδεται από τον υπερθεματιστή μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και πάντως πριν από τη σύνταξη της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης». Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 20 Νόμ. 1731/7-9 Σεπτ. 1987 (ΦΕΚ Α΄161) κατωτ. σελ. 196,403. Σύμφωνα με την περίπτ. γ΄ άρθρ. 64 ίδιου Νόμου ισχύει από 9.9.1987. (Ο αναλογών φόρος καταβάλλεται υπό τούτου παρακρατούμενος εκ του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος διά λογαριασμόν του υποχρέου πωλητού. Ο οφειλόμενος επί πλέον φόρος, λόγω τυχόν μείζονος αγοραίας αξίας του ακινήτου, βαρύνει αποκλειστικώς τον υπερθεματιστήν. Επί των περιπτώσεων της παρ.3 του άρθρ.2 του παρόντος, η δήλωσις του φόρου μεταβιβάσεως του ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου ή του πλοίου επιδίδεται υπό του προσώπου, υπέρ του οποίου θα γίνη η μεταγραφή). Τα μέσα σε () δεύτερο και τρίτο εδάφια καταργήθηκαν από την παρ.5 άρθρ.7 Νόμ. 1914/15-17 Δεκ.1990 (ΦΕΚ Α΄178) κατωτ. σελ. 196,451. Σύμφωνα με το άρθρ. 66 ίδιου Νόμου η ισχύς των καταργήσεων αρχίζει από 17.12.1990. «Επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων διά δημοσίαν ωφέλειαν, επιδίδεται δήλωσις φόρου μεταβιβάσεως, υπό του υποχρέου προς πληρωμήν της αποζημιώσεως ή υπό του κατά νόμον ενεργούντος διά λογαριασμόν αυτού, προ της καταβολής της προσωρινής ή οριστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως και καταβάλλεται υπ' αυτών εξ ολοκλήρου ο αναλογών φόρος μεταβιβάσεως. Η παρακατάθεσις της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως απαγορεύεται, άνευ προσκομίσεως κεκυρωμένου αντιγράφου της υποβληθείσης δηλώσεως». Τα τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 47 Νόμ. 814/ 11-13 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Α' 144) κατωτ. αριθ. 30. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 άρθρ. 75 ίδιου Νόμου ισχύει από 13.9.1978. Η παρ. 6 (πρώην παρ.2) αντικαταστάθηκε εν όλω το πρώτον από την παρ.4 άρθρ.20 Νόμ. 2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Βλ. και την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία : «5.Εκκρεμείς υποθέσεις του πρώτου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου απαλλάσσονται των συνεπειών της προσαυξήσεως λόγω ελλιπούς δηλώσεως, εφ’ όσον οι υπόχρεοι θα υποβάλωσιν εντός διμήνου από της ισχύος του παρόντος σχετικήν δήλωσιν, ακολουθουμένης της νομίμου διαδικασίας, όσον αφορά την επίδοσιν, τον έλεγχον κλπ. αυτής. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης συνεχίζεται η διαδικασία, η αρξαμένη βάσει της κατά την αντικαθιστωμένην διάταξιν επιδοθείσης δηλώσεως. Της άνω προσαυξήσεως απαλλάσσονται και αι περαιωθείσαι υποθέσεις της αυτής κατηγορίας». (Μετά τη σελ. 50,002(η) Σελ. 50,003(β) Τεύχος 1436 Σελ. 13 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 7.(3).Οσάκις είναι προδήλως δυσχερής η επίδοσις της δηλώσεως του φόρου μεταβιβάσεως εις τον αρμόδιον Οικον. Έφορον λόγω του ότι η έδρα τούτου ευρίσκεται εις πόλιν διάφορον του τόπου της καταρτίσεως της συμβάσεως, επιτρέπεται εξαιρετικώς να επιδοθή αύτη και εις αναρμόδιον Οικον. Έφορον ο οποίος, όμως «αφού καταχωρίση ταύτην εις το βιβλίον δηλώσεων, υποχρεούται ν’ αποστείλη αυτήν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον προς έλεγχον αυτής κλπ.». Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε από την παρ.4 άρθρ.20 Νόμ.2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Σύμφωνα με το άρθρ. 28 ίδιου Νόμου ίσχυσε από 7.10.1952. «Αν στην περιφέρεια στην οποία βρίσκεται το ακίνητο εφαρμόζεται το άρθρο 41 του N. 1249/1982 (ΦΕΚ 43/Α΄), επιτρέπεται να επιδοθεί η δήλωση του φόρου μεταβίβασης στον προϊστάμενο της αρμόδιας για τη φορολογία εισοδήματος του αγοραστή δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος χορηγεί αντίγραφο της δήλωσης για τη σύνταξη συμβολαίου και στη συνέχεια τη διαβιβάζει στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για έλεγχο των προσδιοριστικών στοιχείων του ακινήτου που δηλώθηκαν». Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 13 Νόμ. 3091/24-24 Δεκ. 2002 (ΦΕΚ Α΄330), κατωτ. αριθ. 134. Η κατά τ' ανωτέρω δήλωσις καθίσταται απαράδεκτος αν μη περιέχη διορισμόν ειδικού αντικλήτου του αγοραστού κατοικούντος εις την έδραν της Οικον. Εφορίας, προς την οποίαν μέλλει να διαβιβασθή αύτη. 8.(4)Η δήλωσις είναι απαράδεκτος αν δεν αναγράφεται επ' αυτής βεβαίωσις του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου περί εισπράξεως του φόρου του αναλογούντος επί της δηλουμένης αξίας. 9.(5)Η δήλωσις συντάσσεται εις δύο αντίτυπα εξ ων, το πρώτον παραμένει εις τον Οικον. Έφορον και το δεύτερον, βεβαιούμενον υπό του Οικον. Εφόρου, διά την ακρίβειαν της αντιγραφής, παραδίδεται εις τους συμβαλλομένους. Σελ. 50,004(β) Τεύχος 1436 Σελ. 14 «Δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δύναται να ορισθή η εις πλείονα των δύο αντιτύπων σύνταξις των υποβαλλομένων δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως προς απάσας ή τινάς Οικονομικάς Εφορίας του Κράτους, ως και ο τρόπος χρησιμοποιήσεως εκάστου των πλειόντων τούτων αντιτύπων». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρ.1 Ν.Δ. 1084/23-28 Δεκ. 1971, ΦΕΚ Α΄ 277, κατωτ. αριθ. 16. Σύμφωνα δε με το άρθρ. 5 ίδιου Ν.Δ. ισχύει από 28.12.1971. 10.(6)Ο Οικον. Έφορος δύναται δι' αποφάσεώς του να αναθέτη εις Ειρηνοδίκην ή Συμβολαιογράφον της περιφερείας του την παραλαβήν των δηλώσεων του φόρου μεταβιβάσεως και την χορήγησιν αντιγράφου αυτής , οίτινες υποχρεούνται όπως εντός δεκαημέρου το βραδύτερον αποστείλωσιν επί αποδείξει εις τον Οικον. Έφορον την δήλωσιν. 11.(7)Επί μεταβιβάσεως ακινήτων ή πραγματικών δικαιωμάτων επί ακινήτων κειμένων εν Ελλάδι ή πλοίων, συντελουμένης εν τη αλλοδαπή ενώπιον ελληνικής προξενικής Αρχής η δήλωσις επιδίδεται εις την Αρχήν ταύτην, παρά της οποίας και διαβιβάζεται επί αποδείξει, εις τον αρμόδιον Οικον. Έφορον όστις και εκδίδει το αντίγραφον της δηλώσεως. Με το δεύτερο εδάφιο της παρ. Ι του άρθρ. 22 του Νόμ. 2020/28-28 Φεβρ. 1992, ΦΕΚ Α΄ 34 (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 48/31 Μαρτ. 1992), τόμ. 13 2, σελ. 244,9941, ορίστηκε ότι: 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων «Δηλώσεις αποδοχής προσωρινής αξίας φόρου μεταβίβασης ακινήτων, βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος και δηλώσεις φόρου αιτία θανάτου κτήσης, των οποίων η νόμιμη προθεσμία υποβολής τους έληξε την 30ή Σεπτ. 1991, λογίζονται εμπρόθεσμες, εφόσον υποβλήθηκαν μέχρι 4 Οκτ. 1991». Επίσης με το τρίτο εδάφιο, της παρ. 2 του ιδίου αρθρ. του Νόμ.2020/92, ορίστηκε ότι: «Δηλώσεις αποδοχής προσωρινής αξίας φόρου μεταβίβασης ακινήτων, βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος, και δηλώσεις φόρου αιτία θανάτου κτήσης, που η προθεσμία υποβολής τους στην παραπάνω Δ.Ο.Υ. έληγε από 23 Αυγ. 1991 μέχρι και 24 Οκτ. 1991, εφόσον υποβλήθηκαν μέχρι 29 Νοεμ. 1991, λογίζονται εμπρόθεσμες». άρθρ. 2 Νόμ. 3104/29-30 Δεκ.1954, κατωτ. σελ. 296,01 (γ). «7.(6).Η επανάληψη συμβολαίου μεταξύ των αυτών προσώπων ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων τους, για το αυτό ακίνητο, για οποιοδήποτε λόγο, καθώς και η διόρθωση συμβολαίου, εφ' όσον δεν αναφέρεται στο όνομα του αγοραστή και πωλητή, στο τίμημα, στην έκταση ή στη θέση και στην περιγραφή του ακινήτου, δεν δημιουργεί υποχρέωση καταβολής φόρου. "Αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μεγαλύτερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, φόρος οφείλεται μόνο για το επιπλέον τίμημα ή για την αξία της επιπλέον έκτασης του ακινήτου αυτού. Αντίθετα, αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι, το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μικρότερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, δεν οφείλεται φόρος"». Τα μέσα σε "" δεύτερο και τρίτο εδάφια, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 19 Νόμ. 2459/18-18 Φεβρ.1997 (ΦΕΚ Α΄17) Τόμ. 27Α σελ. 296,118. Σύμφωνα δε με την περίπτ. ε΄ ΄Αρθρ.8.-1.Ο φόρος μεταβιβάσεως καταβάλλεται εξ ολοκλήρου συν τη δηλώσει. (Προκειμένου περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, διά την οποίαν η προσωρινώς ή οριστικώς καθορισθείσα αποζημίωσις έχει παρακατατεθή εις τον Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, ο φόρος μεταβιβάσεως παρακρατείται υπό τούτου και αποδίδεται εις το Δημόσιον ταυτοχρόνως με την πληρωμήν του δικαιούχου). Το μέσα σε () δεύτερο εδάφιο που προστέθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 8 Ν.Δ. 2561/31-31 Αυγ. 1953 κατωτ. σελ. 370,01, καταργήθηκε από την παρ.4 άρθρ. 47 Νόμ. 814/11-13 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Α' 144) κατωτ. αριθ. 30. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 άρθρ. 75 ίδιου Νόμου η κατάργηση ισχύει από 13.9.1978. Οι παρ. 2, 3, 4 και 5 προστέθηκαν στο άρθρ. 8 μετά την παρ. 1 με την παρ. 1 άρθρ. 1 Ν.Δ.329/5-5 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄56) κατωτ. αριθ. 20. Σύμφωνα με το άρθρ. 3 του ίδιου Ν.Δ/τος ισχύουν από 1.5.1974. 2.Κατά την υποβολήν της δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων και εντός προθεσμίας δύο εργασίμων ημερών, ο Οικον. Έφορος είτε αποδέχεται το δηλούμενον τίμημα ως συμπίπτον προς την αγοραίαν αξίαν του μεταβιβαζομένου ακινήτου, ότε η μεταβίβασις περαιούται οριστικώς ως ειλικρινής, είτε προσδιορίζει προσωρινώς την αγοραίαν αξίαν αυτού και αναγράφει ταύτην εις το παραδιδόμενον εις τους συμβαλλομένους αντίτυπον της δηλώσεως. Εξαιρετικώς, οσάκις συντρέχουν σοβαροί λόγοι, ο προσδιορισμός της προσωρινής αξίας δύναται να πραγματοποιηθή, τη εγκρίσει του εποπτεύοντος Επιθεωρητού, το βραδύτερον εντός 15 ημερών από της υποβολής της δηλώσεως. Με την παρ.2 άρθρ.69 Νόμ.1041/1980, (ΦΕΚ Α΄ 75), κατωτ. σελ. 196,27, ορίστηκε ότι η διαδικασία προσωρινής εκτιμήσεως που προβλέπεται από την άνω παράγραφον δεν εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις ακινήτων από συνεταιρισμούς όχι κερδοσκοπικούς προς τα μέλη τους και εφόσον η μεταβίβαση αυτή απαλλάσσεται από το φόρο κατά το νόμο. «3.Ο βαρυνόμενος κατά τας διατάξεις του παρόντος διά του φόρου επί της τυχόν υπαρχούσης διαφοράς μεταξύ αγοραίας αξίας και τιμήματος του μεταβιβαζομένου ακινήτου, δύναται, εντός διμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της ημερομηνίας παραλαβής της δηλώσεως, να επιδώσει συμπληρωματικήν δήλωσιν φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, σύμφωνον προς την υπό του Οικον. Εφόρου προσδιορισθείσαν αξίαν και να καταβάλη ταυτοχρόνως το ήμισυ του αναλογούντος επ' αυτής φόρου, άνευ προσθέτου τοιούτου ή προστίμου. Το υπόλοιπον ήμισυ του φόρου τούτου βεβαιούται αμέσως και εισπράττεται εντός του επομένου από της βεβαιώσεως μηνός. Εις την περίπτωσιν ταύτην και υπό τον όρον ότι άπαντα τα εν τη δηλώσει προβλεπόμενα στοιχεία τυγχάνουν ειλικρινή, η μεταβίβασις περατούται οριστικώς ως ειλικρινής». Η μέσα σε «» παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ. 70 Νόμ. 1041/2-2 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Α΄75) κατωτ. σελ. 196,27. Σύμφωνα με το άρθρ.106 του ίδιου Νόμου ισχύει από 2.4.1980. 4.Εν περιπτώσει μη υποβολής δηλώσεως εντός της ως άνω προθεσμίας ενεργείται έλεγχος κατά τα εν ταις οικείαις διατάξεσι οριζόμενα, της ως άνω προσωρινής αξίας μη δεσμευούσης τον Οικον. Έφορον κατά τον βάσει ελέγχου προσδιορισμόν της αγοραίας αξίας του ακινήτου συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 3 ούτε και κατά την μεταβίβασιν ετέρων πλησιοχώρων ομοειδών ακινήτων. 5.Η προεκτίμησις, κατά τα εν παρ.2, έχει εφαρμογήν μόνον επί υποβολής της δηλώσεως φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων απ' ευθείας εις τον αρμόδιον Οικον. Έφορον. «6.(2)Φόρος που βεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους ή μεταγενέστερα από τη λήξη του: (Μετά τη σελ. 50,004(β) Σελ. 50,01(ο) Τεύχος 1436 Σελ. 15 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 α)"με βάση φύλλο ελέγχου, που έγινε οριστικό λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν είναι μικρότερη των τριακοσίων (300) ευρώ εκτός της τελευταίας". Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα των μηνών που ακολουθούν. β)"Μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή του ενός πέμπτου (1/5), το υπόλοιπο καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι, κάθε δόση δεν είναι μικρότερη των τριακοσίων (300) ευρώ εκτός της τελευταίας". Η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από την υπογραφή του πρακτικού μήνα και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των μηνών που ακολουθούν. Αν ο υπόχρεος καταβάλλει εντός της ως άνω προθεσμίας καταβολής του ενός πέμπτου (1/5) το σύνολο του ποσού που προκύπτει συνεπεία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, παρέχεται επί αυτού έκπτωση κατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%). γ)"Με βάση απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, καταβάλλεται σε δύο ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι το συνολικό ποσό του φόρου δεν είναι μικρότερο των τριακοσίων (300) ευρώ εκτός της τελευταίας". Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και η δεύτερη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί». Η μέσα σε «» παρ. 6, όπως αριθμήθηκε η πρώην παρ. 2 του άρθρ. 8 από την παρ. 2 άρθρ. 1 Ν.Δ.328/5-5 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄56) κατωτ. αριθ. 20, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 30 Νόμ. 2648/21-22 Οκτ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 238) κατωτ. σελ. 194,771. Τα μέσα σε "" πρώτα εδάφια των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ αντικαταστάθηκαν ως άνω από τις παραγράφους 4, 5 και 6 άρθρ.13 Νόμ. 2948/19-19 Οκτ.2001 (ΦΕΚ Α΄242), κατωτ. αριθ. 128. Σύμφωνα δε με την παρ.3 άρθρ.28 ίδιου Νόμου ισχύουν από 1.1.2002. ΄Αρθρ.9.-«1.Επί ανακριβούς δηλώσεως της αξίας ή του φόρου επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οριζόμενος εις ποσοστόν 50% επί της διαφοράς Σελ. Σελ. 50,02(ο) Τεύχος 1436 Σελ. 16 μεταξύ καταβληθέντος και καταλογιζομένου ποσού φόρου. Δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ανακριβείας εάν το επί έλαττον δηλωθέν ποσό φόρου δεν υπερβαίνη το 1/5 του ποσού του οριστικώς προσδιορισθέντος φόρου. 2.Επί παραλείψεως υποβολής δηλώσεως επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οριζόμενος εις ποσοστόν 100% επί του καταλογιζομένου φόρου. 3.Επί εκπροθέσμου υποβολής δηλώσεως επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οριζόμενος εις 3% του ποσού του βάσει δηλώσεως οφειλομένου φόρου δι' έκαστον μήνα καθυστερήσεως, μη δυνάμενος να υπερβή το 1/4 του ποσού τούτου. Ο πρόσθετος ούτος φόρος συμβεβαιούται και συνεισπράττεται μετά του φόρου της δηλώσεως, μη απαιτουμένης της εκδόσεως πράξεως της φορολογικής Αρχής. 4.Επί ανακριβείας των εν τη δηλώσει προβλεπομένων στοιχείων, βάσει των οποίων η μεταβίβασις επεραιώθη οριστικώς ως ειλικρινής είτε διότι εκρίθη ότι η βάσει δηλώσεως αξία συμπίπτει προς την αγοραίαν τοιαύτην κατά τας διατάξεις της παρ.2 του άρθρ. 8, είτε διότι υπεβλήθη συμπληρωματική δήλωσις κατά τας διατάξεις της παρ.3 του αυτού άρθρου, επιβάλλεται πέραν του οφειλομένου φόρου και πρόσθετος τοιούτος οριζόμενος εις ποσοστόν 200% επί της διαφοράς μεταξύ καταβληθέντος και καταλογιζομένου ποσού φόρου. 27.Α.θ.5 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 5.Οι πρόσθετοι φόροι επιβάλλονται ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη δόλου ή αμελείας του υποχρέου». Το μέσα σε «» άρθρ. 9 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 1 Ν.Δ.329/5-5 Μαρτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄56) κατωτ. αριθ. 20. Σύμφωνα με το άρθρ. 3 του ίδιου Ν.Δ. ισχύει από 1.5.1974. Για την επιβολή νέων κυρώσεων βλ. άρθρ. 1 έως και 4 Νόμ. 2523/9-11 Σεπτ. 1997 (ΦΕΚ Α΄179) κατωτ. σελ. 196,500. Επίσης βλ. εδάφια πρώτο και δεύτερο παρ.1 άρθρ.25 Νόμ. 2523/9-11 Σεπτ. 1997 (ΦΕΚ Α΄179) κατωτ. σελ. 196,500 σχετικά με την κατάργηση οποιασδήποτε διάταξης που προβλέπει την επιβολή πρόσθετων φόρων , προστίμων και διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας. ΄Αρθρ.10.-1.Ο Οικον. Έφορος ενεργεί έλεγχον της δηλώσεως του φόρου μεταβιβάσεως αναθέτων την εκτίμησιν της αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος επί του ακινήτου ή του πλοίου εις τους κατά την κρίσιν του καταλλήλους οικονομικούς ή ετέρους δημοσίους υπάλληλους ή εις υπαλλήλους της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης ή εις μηχανικούς κλπ. οίτινες υποχρεούνται, εντός χρονικού διαστήματος ουχί πέραν των 10 ημερών, να υποβάλωσιν εις τον Οικον. Έφορον, το πόρισμά των. Υπό του Οικον. Εφόρου δύναται να διαταχθή και η ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων του Νόμ. 1641/1919 περί φορολογίας των κληρονομιών κλπ . Ο Οικον. Έφορος δικαιούται να προσδιορίση αξίαν μείζονα ή ελάσσονα της καθορισθείσης υπό των εκτιμητών, αναγράφων λεπτομερώς εις το τέλος της εκθέσεως εκτιμήσεως τα στοιχεία, εφ' ων βασίζει την κρίσιν του ταύτην. 2.Επί τη βάσει του πορίσματος της προηγουμένης παραγράφου καταρτίζεται φύλλον ελέγχου, το οποίον κοινοποιείται εις τον υπόχρεων ή εις τον πληρεξούσιόν του, εν περιπτώσει δε θανάτου του υποχρέου κοινοποιείται εις τους κληρονόμους αυτού. 3.Ο Οικον. Έφορος δεν δικαιούται διά νεωτέρου φύλλου ελέγχου να αυξήση την καθορισθείσαν, διά του πρώτου φύλλου ελέγχου αξίαν, του ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος επί του ακινήτου ή του πλοίου. Εξαιρετικώς δύναται ο Οικον. Έφορος να κοινοποιήση νέον φύλλον ελέγχου με ηυξημένην αξίαν οσάκις ο εκτιμητής ή ο Οικον. Έφορος, επί τη βάσει της εκθέσεως του οποίου κατηρτίσθη το αρχικόν φύλλον ελέγχου, ετιμωρήθη πειθαρχικώς διά βαρείαν αμέλειαν ή δόλον κατά την εκτίμησιν ταύτην. ΄Αρθρ.11.-1.Κατά του φύλλου ελέγχου, εφ' όσον δι' αυτού προσδιορίζεται ως αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου κλπ. ή ως φόρος επ' αυτής ποσόν μεγαλύτερον του δηλωθέντος κλπ. έχει δικαίωμα ενστάσεως ο υπόχρεος ή οι κληρονόμοι του. 2.Διαρκούσης της προθεσμίας προς άσκησιν ενστάσεως ο υπόχρεος δικαιούται να ζητήση παρά του αρμοδίου Οικον. Εφόρου την συμβιβαστικήν επίλυσιν της διαφοράς. Επιτευχθείσης της συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς συντάσσεται σχετική πράξις επί του φύλλου ελέγχου, ήτις υπογράφεται υπό του Οικον. Εφόρου και του υποχρέου ο οποίος μέχρι και της επομένης της υπογραφής της πράξεως υποχρεούται να υποβάλη συμπληρωματικήν δήλωσιν και να καταβάλη την επί πλέον διαφοράν του φόρου μετά της προσαυξήσεως της προβλεπομένης υπό του δευτέρου εδαφίου της παρ.1 του άρθρ. 9 του παρόντος. Εν περιπτώσει μη καταβολής της επί πλέον διαφοράς του φόρου κλπ. ματαιούται η συμβιβαστική επίλυσις της υποθέσεως και συνεχίζεται περαιτέρω η τακτική διαδικασία. 3.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί της περιπτώσεως διανομής ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων των κλπ. ΄Αρθρ.12.-1.Η επαλήθευσις των επιδοθεισών δηλώσεων, η σύνταξις των φύλλων ελέγχου και των φορολογικών καταλόγων και η κοινοποίησις αποσπασμάτων αυτών, αι ενστάσεις κατά των εν τοις φορολογικοίς καταλόγοις εγγραφών και τα της επιδόσεως και εκδικάσεως αυτών, αι εφέσεις κατά των εκδοθεισών συνεπεία ενστάσεων αποφάσεων και τα της επιδόσεως και εκδικάσεως των εφέσεων, τα των παραβόλων και δικαστικών δαπανών, τα της βεβαιώσεως του φόρου και εν γένει η διαδικασία της βεβαιώσεως του φόρου διέπονται υπό των διατάξεων του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων, εφ' όσον δεν ρυθμίζονται άλλως διά διατάξεων του παρόντος νόμου. Με τη φράση «διατάξεις Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων» νοούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα φορολογίας Εισοδήματος, Νόμ. 2238/ 16-16 Σεπτ. 1994 (ΦΕΚ Α΄151) κατωτ. σελ. 194,591 άρθρα 66, 68, 69, 74 και 75. (Μετά τη σελ. 50,02(ο) Σελ. 50,03(δ) Τεύχος 1436 Σελ. 17 Φορολογία Μεταβίβασης Ακινήτων και Πλοίων 27.Α.θ.5 Διά την εκδίκασιν των ενστάσεων ως τρίτον ιδιωτικόν μέλος μετέχει το ωρισμένον διά την εκδίκασιν των ενστάσεων της φορολογίας οικοδομών του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων, «προκειμένου δε περί μεταβιβάσεως πλοίου το ωρισμένον διά την εκδίκασιν των ενστάσεων φορολογίας πλοίων». Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε με την παρ. 8 άρθρ. 20 Νόμ. 2246/4-7 Οκτ. 1952 (ΦΕΚ Α΄282) Τόμ. 28 σελ. 100. Σύμφωνα με το άρθρ. 28 ίδιου Νόμου ισχύει από 7.10.1952. 2.Η κατά τον παρόντα νόμον διαδικασία βεβαιώσεως και εν γένει άπαντα τα διά την εφαρμογήν της φορολογίας ταύτης εκδιδόμενα ή οπωσδήποτε χρησιμοποιούμενα έγγραφα, συντάσσονται εφ' απλού χάρτου. «3.Το δικαίωμα του δημοσίου προς επιβολήν του φόρου του παρόντος παραγράφεται μετά πάροδον πενταετίας από του τέλους του έτους εντός του οποίου επεδόθη η δήλωσις φόρου μεταβιβάσεως». Η παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 46 Νόμ. 820/11-17 Οκτ. 1978 (ΦΕΚ Α΄174) κατωτ. σελ. 196,05 από 17.10. 1978 σύμφωνα με το εδάφιο β΄ άρθρ. 50 ίδιου Νόμου, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 4 Νόμ. 1078/7-14 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Α΄238) κατωτ. αριθ. 33. Σύμφωνα με το άρθρ. 15 ίδιου Νόμου ισχύει από 14.10.1980. Δια της παρ. 2 του αυτού άρθρ. 46 ωρίσθη ότι αι διατάξεις της παρ. 3 περιπτ. α, β και δ του προηγουμένου άρθρου (δι’ ου αντικατεστάθησαν αι παρ. 1-3 του άρθρ. 102 Νόμ. 118/1973, τόμ. 27Α σελ. 296,061) εφαρμόζονται αναλόγως και επί μεταβιβάσεως ακινήτων. Σύμφωνα με το αρθρ.26 Νόμ. 1563/1985 (ΦΕΚ Α΄ 151), (κατωτ. σελ. 196,381) ο χρόνος παραγραφής της άνω παρ. 3 που συμπληρώνεται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17 Σεπτ. 1985) και μέχρι 31 Δεκ. 1985 παρατείνεται για ένα έτος από τη λήξη του. Σύμφωνα με το άρθρ. 9 Νόμ. 1914/1990 (ΦΕΚ Α΄ 178), (κατωτ. σελ. 196,451) ο χρόνος παραγραφής της άνω παρ. 3 που συμπληρώνεται στις 31 Δεκ.1990 παρατείνεται μέχρι 30 Ιουν.1991. Με την παρ. 4 του άρθρ. 22 του Νόμ. 2020/2828 Φεβρ. 1992, ΦΕΚ Α΄ 34, (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 48/31 Μαρτ. 1992), τόμ. 13 2, Σελ. 50,04(δ) Τεύχος 1436 Σελ. 18 σελ.244,9941, ορίστηκε ότι: Παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο οποίος συμπληρώθηκε την 31η Δεκ. 1991, μέχρι και την 31η Μαρτ. 1992, για υποθέσεις φόρου μεταβίβασης με επαχθή αιτία ή χρησικτισία ή αιτία θανάτου, δωρεάς-γονικής παροχής ή (προίκας) για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 12 του α.ν. 1521/1950 και της παρ. Ια, του άρθρ. 102 του ν.δ. 118/1973. Με την παρ. 2 άρθρ. 29 Νόμ. 2556/23-24 Δεκ. 1997 (ΦΕΚ Α΄270), Τόμ. 15Β1 σελ. 70,900 ορίστηκε ότι: «Παρατείνεται ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του δημοσίου που συμπληρώνεται την 31.12.1997 μέχρι και την 31.12.1998 για υποθέσεις φόρου μεταβίβασης με επαχθή αιτία ή χρησικτησία ή αιτία θανάτου δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 3 άρθρ. 40 ίδιου Νόμου ισχύουν από 18.2.1997. «Δεν οφείλεται φόρος όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.