← Ελλάδα

1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 226 της 10/14 Ιουλ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 120) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄30/11 Μαρτ. 1993) Περί συστάσεως οργανώσεως και λειτουρ

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα αφορά τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και τους όρους εγγραφής σε ειδικό Μητρώο και άσκησης του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 226 της 10/14 Ιουλ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 120) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄30/11 Μαρτ. 1993) Περί συστάσεως οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και περί των όρων εγγραφής σε Ειδικό Μητρώο και ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του άρθρ. 75 του Νόμ. 1969/1991 «Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαία Κεφάλαια, κ.λπ.» (Α΄ 167) . 2.Τη γνώμη του Ο.Ε.Ε. (έγγραφο ΟΕΕ Φ 32/2892/30.4.92 και πρακτικά σχετικών συζητήσεων). 3.Την αριθ. 330/1992 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, αποφασίζουμε: Σύσταση Άρθρ.1.-1. Συνιστάται Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών (Σ.Ο.Ε.), αποτελούμενο από ανεξάρτητους επαγγελματίες Ελεγκτές που εγγράφονται σε ειδικό Μητρώο και ασκούν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και της σχετικής προς το επιτελούμενο έργο νομοθεσίας. 2.Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών (αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ.), εδρεύει στην Αθήνα διοικείται και εκπροσωπείται κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών μπορεί, με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου αυτού, να ιδρύει γραφεία σε άλλες πόλεις της Ελλάδος. Οι μέσα σε ( ) λέξεις απαλείφθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 2 του Π.Δ. 121/12 -12 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 53), κατωτ. αριθ. 3. "3. Το οικονομικό έτος του Σ.Ο.Ε. αρχίζει την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου έτους". Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232) Σκοπός Άρθρ.8.-1.Το Εποπτικό Συμβούλιο αποτελείται από έξι μέλη και τον Πρόεδρο που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο. 2.Το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών συγκροτείται σε σώμα αμέσως μετά την εκλογή του, εκλέγοντας τον Αντιπρόεδρο αυτού, που αναπληροί τον Πρόεδρο όταν απουσιάζει ή κωλύεται. 3.Καθήκοντα γραμματέως του Συμβουλίου ασκεί ο Προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας αναπληρούμενος σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος από υπάλληλο της Εκτελεστικής Γραμματείας οριζόμενο υπό του Προέδρου. 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. "4. Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, που σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.4 είναι τριετής, δύναται να ανανεούται. Εκλιπόντος ή αποχωρήσαντος του Προέδρου ή μέλους του Εποπτικού Συμβουλίου, ο αναπληρωτής του για το υπόλοιπο της θητείας εκλέγεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου". Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 5.Το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδριάζει εγκύρως παρόντων πέντε τουλάχιστον εκ των μελών του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται, εφόσον δεν ορίζεται ειδικώς άλλως, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων η οποία πάντως σε κάθε περίπτωση πρέπει να συγκεντρώνει τέσσερις τουλάχιστον ψήφους. 6.Στις συνεδριάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου δύναται να παρίστανται, καλούμενα υπό του Προέδρου, τα μέλη του Επιστημονικού Συμβουλίου, καθώς και ο Προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας χωρίς δικαίωμα ψήφου. 7.Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου λαμβάνουν αποζημίωση κατά συνεδρίαση το ύψος της οποίας ορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σώματος. Οι αποζημιώσεις καταβάλλονται κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Νόμ. 1256/1982. 8.Τα της συζητήσεως, συνεδριάσεων και λειτουργίας εν γένει του Εποπτικού Συμβουλίου, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ορίζονται με τον Κανονισμό Λειτουργίας που συντάσσεται από το Επιστημονικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. 9.Οι διατάξεις περί επαγγελματικής εχεμύθειας της παρ. 4 του άρθρ. 16 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέλη και στους υπαλλήλους των οργάνων και υπηρεσιών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών. Αρμοδιότητες Εποπτικού Συμβουλίου Άρθρ.9.-1.Το Εποπτικό Συμβούλιο ασκεί τη διοίκηση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών ως νομικού προσώπου και είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία του έργου των Ορκωτών Ελεγκτών. 2.Το Εποπτικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος ή ανατίθεται σ’ αυτό με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης. Ειδικότερα: α)Έχει την ευθύνη της οικονομικής διαχείρισης του Σώματος, συντάσσει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους και τις υποβάλλει προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του Σώματος. β)Προτείνει προς τη Γενική Συνέλευση το ύψος των εισφορών των Ορκωτών Ελεγκτών, Επικούρων και Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και κάθε άλλη οικονομική υποχρέωση των μελών προς το Σώμα. γ)Διορίζει τους έχοντες τα νόμιμα προσόντα Ορκωτούς Ελεγκτές, Επίκουρους Ορκωτούς Ελεγκτές και Δόκιμους Ορκωτούς Ελεγκτές και διατάσσει την εγγραφή τους στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών ή το Μητρώο Επίκουρων Ορκωτών Ελεγκτών ή το Μητρώο Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών αντίστοιχα. "δ. Κανονίζει τα της διεξαγωγής των εξετάσεων για τη, σύμφωνα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου 10, εισδοχή στο Σ.Ο. Ε. νέων Ορκωτών Ελεγκτών ή για την προαγωγή στην επόμενη βαθμίδα των Ασκούμενων, Δόκιμων και Επίκουρων Ορκωτών Ελεγκτών". Η περίπτ.δ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). ε)Ασκεί, δια των αρμοδίων οργάνων, εποπτεία και έλεγχο επί του Σώματος και επιβλέπει το ασκούμενο από τους Ορκωτούς Ελεγκτές έργο για την τήρηση των νόμων και κανόνων της Επαγγελματικής δεοντολογίας και τη διασφάλιση της ποιότητας και διαφάνειας των παρεχομένων από αυτούς υπηρεσιών και του κύρους του επαγγέλματος. στ)Εκδίδει κανονισμούς που αφορούν στη διαμόρφωση, συμπλήρωση και εφαρμογή των Ελεγκτικών προτύπων και την εναρμόνισή τους προς τα κοινοτικά ή άλλα διεθνή πρότυπα. ζ)Εκδίδει γενικές οδηγίες που αφορούν στην άσκηση του υπό του παρόντος δ/τος προβλεπομένων ελέγχων. η)Διαμορφώνει κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας για τα μέλη του Σώματος και τους υποβάλλει προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του Σ.Ο.Ε. θ)Αποφασίζει για τη διαγραφή εκ του Σώματος παντός Ορκωτού Ελεγκτή ή Επίκουρου ή Δοκίμου Ορκωτού Ελεγκτή κατά τις διατάξεις του άρθρ. 20 του παρόντος. ι)Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος. 3.Η αρμοδιότητα του Εποπτικού Συμβουλίου στα υπό στοιχ. στ΄, ζ΄ και η΄ θέματα της προηγούμενης παραγράφου ασκείται μετά από προηγούμενη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου. Διορισμός Άρθρ.10.-1.Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής διορίζεται ο επιθυμών να ασκήσει το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή, εφ’ όσον έχει τα ακόλουθα προσόντα και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α)Έχει την ελληνική ιθαγένεια ή είναι έλλην ομογενής ή υπήκοος κράτους–μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα. β)Είναι κάτοχος πτυχίου οικονομικών, εμπορικών ή βιομηχανικών σπουδών ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής. (Αντί για τη σελ. 108, 855(α) Σελ. 108,855(β) Τεύχος 1413 Σελ. 85 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 γ)Δεν συντρέχει στο πρόσωπό του κώλυμα εκ των αναφερομένων στο Παράρτημα 1 του παρόντος, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί διορισμού ομογενών κατά το εδάφ. α΄ της παρούσης παραγράφου ή των αλλοδαπών που έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως στην Ελλάδα. Και, δ)Κέκτηται ανεπίληπτο ήθος και αναμφισβήτητη αρετή. Περί τούτου αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο βάσει των στοιχείων του φακέλου εκάστου υποψηφίου και μετά προηγούμενη ακρόαση του επιθυμούντος να διορισθεί Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής. Η απόφαση περί αποκλεισμού πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη. 2."Στη βαθμίδα του Δόκιμου Ορκωτού Ελεγκτή διορίζεται ο Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής, εφόσον έχει ασκήσει αποδεδειγμένα ελεγκτικό έργο επί διετία στη βαθμίδα του Ασκούμενου και επιτύχει στις εξετάσεις επί όλων των θεμάτων της ενότητας Α', κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος". Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ της παρ.6 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Οι Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές απαλλάσσονται της εξετάσεως στην ξένη γλώσσα αν έχουν πτυχίο που εκδόθηκε από ΑΕΙ εξωτερικού στο οποίο η διδασκαλία διενεργείται σε μία από τις επίσημες γλώσσες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. "3. Στη βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή διορίζεται ο Δόκιμος Ορκωτός Ελεγκτής, εφόσον έχει ασκήσει αποδεδειγμένα ελεγκτικό έργο επί διετία στη βαθμίδα του Δόκιμου και έχει επιτύχει στις εξετάσεις των θεμάτων της ενότητας Β', κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος". Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.β΄ της παρ.6 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). "4. Στη βαθμίδα του Ορκωτού Ελεγκτή διορίζεται ο Επίκουρος Ορκωτός Ελεγκτής εφόσον έχει ασκήσει αποδεδειγμένα ελεγκτικό έργο επί τριετία στη βαθμίδα του Επίκουρου και έχει επιτύχει στις εξετάσεις της ενότητας Γ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος". Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.γ΄ της παρ.6 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Σελ. 108,856(β) Τεύχος 1413 Σελ. 86 «5.Έλληνας ή υπήκοος κράτους–μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή ομογενής που επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Ελλάδα προς άσκηση του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή, διορίζεται μετά από αίτησή του ως Ορκωτός Ελεγκτής, εφ’ όσον είναι κάτοχος αδείας ασκήσεως επαγγέλματος Ορκωτού Λογιστή ή Ελεγκτή σε άλλο κράτος–μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πληροί τις προϋποθέσεις των εδαφ. γ και δ της παρ. 1 και έχει επιτύχει στις εξετάσεις που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρ. 11 του παρόντος». Η παρ. 5, όπως είχε τροποποιηθεί από την παρ. 2 άρθρ. 31 Νόμ. 2093/1992 (ΦΕΚ Α΄ 181), Τόμ. 28, σελ. 358, 788, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 2 Π.Δ. 121/12-12 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 53), κατωτ. αριθ. 3. 6.Στην περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους προαναφερομένους, ανεξάρτητα από την βαθμίδα στην οποία είναι διορισμένος, απωλέσει κατά τη διάρκεια ασκήσεως του ελεγκτικού επαγγέλματος οποιοδήποτε από τα προσόντα και τις προϋποθέσεις των εδαφ. α΄, β΄ και δ΄, ή συντρέξουν στο πρόσωπο του τα υπό στοιχ. γ΄ κωλύμματα, διαγράφεται από το Μητρώο που προβλέπεται στο άρθρ. 13 του παρόντος με δέοντος αιτιολογημένη απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. 7.Οι Ασκούμενοι, Δόκιμοι και Επίκουροι Ορκωτοί Ελεγκτές ασκούν ελεγκτικό έργο απασχολούμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου αποκλειστικά από Ορκωτούς Ελεγκτές ή από ελεγκτικές εταιρίες ή κοινοπραξίες Ορκωτών Ελεγκτών. 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. Επαγγελματικές εξετάσεις Άρθρ.11.-1.Οι επαγγελματικές εξετάσεις διενεργούνται γραπτώς μία φορά κάθε χρόνο υπό την ευθύνη ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής και υπό την επίβλεψη του Εποπτικού Συμβουλίου σε ένα ή περισσότερα εξεταστικά κέντρα. Η διεξαγωγή τους αποσκοπεί στην διακρίβωση αφ’ ενός μεν των αναγκαίων θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων στους οικείους τομείς, αφ’ ετέρου δε της ευχέρειας εφαρμογής των γνώσεων αυτών κατά την διενέργεια του Ελεγκτικού έργου. Η σύνθεση της Εξεταστικής Επιτροπής ορίζεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. 2.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 2 Π.Δ. 121/12-12 Απρ. 1993, ΦΕΚ Α΄ 53, κατωτ. αριθ. 3). "2. Οι γνώσεις των υποψηφίων εξετάζονται στους ακόλουθους τομείς, σε τρείς ενότητες": ΕΝΟΤΗΤΑ Α (α) Λογιστική 1 (Γενική λογιστική και λογιστική εταιριών) . (β) Ελεγκτική 1 (Αρχές και μέθοδοι της Ελεγκτικής). (γ) Φορολογία 1 (Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων). (δ) Στοιχεία Αστικού και Εμπορικού Δικαίου. (ε) Μαθηματικά και Στατιστικές Μέθοδοι. (στ) Μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, πλην της Ελληνικής, της οποίας να αποδεικνύεται η επαρκής γνώση και ικανότητα χρησιμοποιήσεως της. (ζ) Οικονομική των επιχειρήσεων, πολιτική οικονομία και χρηματοοικονομικά. (η) Βασικές αρχές της οικονομικής διαχείρισης των επιχειρήσεων. ΕΝΟΤΗΤΑ Β (θ) Λογιστική 2 (Βιομηχανική και Διοικητική λογιστική). (ι) Λογιστικά Πρότυπα και Σχέδια (Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο, Κλαδικά Εθνικά Λογιστικά Σχέδια, Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα). (ια) Δίκαιο Εταιριών και Πτωχευτικό Δίκαιο. (ιβ) Λογιστικές Εφαρμογές της Πληροφορικής (ιγ) Ελεγκτική 2 (Εσωτερικός έλεγχος). ΕΝΟΤΗΤΑ Γ (ιδ) Ελεγκτική 2 (Διαμόρφωση και διατύπωση πορισμάτων ελέγχου, ειδικοί έλεγχοι, επαγγελματική δεοντολογία). (ιε) Λογιστική 3 (Ανάλυση οικονομικών καταστάσεων). (ιστ) Φορολογία 2 (Εξειδικευμένα θέματα φορολογίας εισοδήματος και λοιποί φόροι). (ιζ) Εργατικό δίκαιο (συμπεριλαμβανομένου του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως). (ιη) Λογιστική 4 (Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις)". Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ της παρ.7 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 3.Η αναλυτική ύλη των παραπάνω ενοτήτων και τα της διενεργείας των επαγγελματικών εξετάσεων καθορίζονται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου μετά από σχετική εισήγηση του Επιστημονικού Συμβουλίου. "4. Τα υπό στοιχεία (γ), (δ), (ια), (ιστ) και (ιζ) γνωστικά αντικείμενα περιλαμβάνονται στην ειδική γραπτή δοκιμασία στην οποία υποβάλλονται οι επιθυμούντες την εγγραφή τους στο ελληνικό Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10, για την άσκηση του επαγγέλματος τους στην Ελλάδα". Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.β΄ της παρ.7 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). "5. Οι εξετάσεις για το διορισμό στις βαθμίδες του Δόκιμου Ορκωτού Ελεγκτή, του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή και του Ορκωτού Ελεγκτή περιλαμβάνουν, αντίστοιχα, όλα τα θέματα των ενοτήτων Α, Β και Γ. Κάθε έτος, οι ενδιαφερόμενοι που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, προϋποθέσεις και προϋπηρεσία, μπορούν να εξετάζονται στις αντίστοιχες ενότητες γνωστικών αντικειμένων κατά την παραπάνω σειρά. Οι αποτυχόντες τρείς φορές στις εξετάσεις μιας ενότητας αποκλείονται των περαιτέρω εξετάσεων". Η παρ.5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.γ΄ της παρ.7 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Ορκωμοσία Άρθρ.12.-Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους και την εγγραφή τους στα κατά το άρθρ. 13 Μητρώα, τα μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών δίνουν τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι να τηρώ κατά την άσκηση του επαγγέλματός μου, επακριβώς το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, καθώς και τους δεοντολογικούς κανόνες που διέπουν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή και να εκτελώ τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». (Αντί για τη σελ. 108, 857(a) Σελ. 108,857(β) Τεύχος 1413 Σελ. 87 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Άρθρ.13.-1.Το μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών είναι δημόσιο βιβλίο στο οποίο εγγράφονται τα διοριζόμενα μέλη του Σώματος και σημειώνονται όλα τα στοιχεία της επαγγελματικής τους καταστάσεως μέχρι την αποχώρηση ή την έξοδό τους από το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή. Η εγγραφή στο Μητρώο παρέχει το δικαίωμα στον εγγραφόμενο προς άσκηση του επαγγέλματος και συνεπάγεται τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που καθορίζονται γι’ αυτό με τις διατάξεις του παρόντος. 2.Το Μητρώο είναι ενιαίο για τους Ορκωτούς Ελεγκτές όλης της Χώρας και τηρείται από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος. "3. Στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών εγγράφονται τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του άρθρου 10, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από την παράγραφο αυτή. Για την εγγραφή τους αποφασίζει το Εποπτικό Συμβούλιο". Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.8 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). "4. Πίνακας με τις επωνυμίες και τις διευθύνσεις όλων των εταιριών ή κοινοπραξιών ελεγκτών, που είναι εγγεγραμμένες στο ειδικό μητρώο της επόμενης παραγράφου 5, καθώς και πίνακας μετά ονόματα των Ορκωτών Ελεγκτών της κάθε εταιρίας ή κοινοπραξίας βρίσκεται στη διάθεση του κοινού, στην έδρα και στα τυχόν άλλα γραφεία του Σ.Ο.Ε.". Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.9 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 5.Οι κατά το άρθρ. 17 συνιστώμενες εταιρείες ή κοινοπραξίες Ελεγκτών εγγράφονται παράλληλα προς την εγγραφή των επί μέρους μετόχων ή εταίρων σε ιδιαίτερη μερίδα του Μητρώου. Η εγγραφή περιλαμβάνει τα ονόματα και τις διευθύνεις των μελών της διοικήσεως της εταιρείας ή κοινοπραξίας Ελεγκτών. 6.Σε ειδικό μητρώο, ξεχωριστά για κάθε βαθμίδα, εγγράφονται και οι Επίκουροι, Δόκιμοι και Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές. Τα ανωτέρω οριζόμενα τηρούνται αναλόγως και για τα ειδικά αυτά μητρώα. Για την υποχρέωση των ήδη εγγεγραμμένων στα μητρώα του Σ.Ο.Ε. σε επαγγελματικές εξετάσεις εφόσον αυτοί δεν προέρχονται από τα υπηρετούντα την 30η Απρ. 1993 μέλη του Σ.Ο.Ε., βλέπε σχετικά παρ. 3 άρθρ. 18 Νόμ. 2231/31-31 Αυγ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 139), κατωτ. αριθ. 8. Σελ. 108,858(β) Τεύχος 1413 Σελ. 88 Πλεονεκτήματα απορρέοντα από την χρησιμοποίηση Ορκωτών Ελεγκτών Άρθρ.14.-1.Ανώνυμες εταιρίες που προσλαμβάνουν τους Ελεγκτές τους από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, απολαύουν των κατά το άρθρ. 37α του Κ.Ν. 2190/1920, «περί Ανωνύμων Εταιρειών», πλεονεκτημάτων. 2.Ο κατά τα άρθρ. 40α έως 40ε του Κ.Ν. 2190/1920 διατασσόμενος έλεγχος διαχειρίσεως των ανωνύμων εταιριών ανατίθεται υποχρεωτικώς σε Ορκωτό ή Ορκωτούς ελεγκτές, εφόσον η ελεγχόμενη εταιρία έχει τακτικό ελεγκτή εκ του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών. Σε κάθε άλλη περίπτωση έχουν πλήρη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρ. 40α έως 40ε του Κ.Ν. 2190/1920. 3.Για τις επιχειρήσεις οι οποίες υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς χρησιμοποιούν Ορκωτό Ελεγκτή, το μετά τον έλεγχο δυνάμενο να εκδοθεί ειδικό πιστοποιητικό που αναφέρεται στο ποσό των καταβληθέντων μισθών και ημερομισθίων και στις αποδοχές εν γένει του απασχοληθέντος προσωπικού απαλλάσσει τις επιχειρήσεις οιουδήποτε επανελέγχου επί του σημείου τούτου εκ μέρους ασφαλιστικού οργανισμού. 4.Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, προκειμένου να καθορίσει την φορολογική υποχρέωση των ανωνύμων εταιρειών, μπορεί να περιορισθεί και να λάβει υπ’ όψη του αποκλειστικώς το παρά του Ορκωτού Ελεγκτή επιδιδόμενο ειδικό πιστοποιητικό ελέγχου περί του φορολογητέου εισοδήματος της επιχειρήσεως, εφόσον στο εν λόγω πιστοποιητικό γίνεται ρητή μνεία ότι εκδίδεται για φορολογικούς σκοπούς και ότι κατά τον έλεγχο των οικονομικών αποτελεσμάτων ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις των νόμων περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη διάταξη σχετική νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να παράσχει στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κάθε πληροφορία ή εξήγηση την οποία ο τελευταίος ήθελε ζητήσει σε σχέση με τον τρόπο τηρήσεως των βιβλίων και στοιχείων, τις εγγραφές που έγιναν σ’ αυτά και γενικώς κάθε αναγκαίο στοιχείο ή διευκρίνιση, για τον προσδιορισμό της φορολογικής ύλης. 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. "5. Οι ελληνικές ανώνυμες εταιρίες που δεν υπόκεινται στον υποχρεωτικό έλεγχο Ορκωτών Ελεγκτών, μπορούν να εκλέγουν τους τακτικούς ελεγκτές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18. Στην περίπτωση αυτή, η εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών μπορεί να διορίζει ένα μόνο Ορκωτό Ελεγκτή προς διενέργεια του τακτικού ελέγχου, αντί των προβλεπόμενων δύο τουλάχιστον τακτικών ελεγκτών. Οι διατάξεις των άρθρων 16 και 18 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και σε κάθε περίπτωση που η ελεγχόμενη μονάδα χρησιμοποιεί προαιρετικά τις υπηρεσίες Ορκωτού Ελεγκτή για τη διενέργεια τακτικού ελέγχου επί της οικονομικής διαχειρίσεως και των οικονομικών καταστάσεων της". Η παρ.5 προστέθηκε με την παρ.10 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Ασυμβίβαστα – Απαγορεύσεις Άρθρ.15.-1.Το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή είναι ασυμβίβαστο προς: α)Την ιδιότητα του εμπόρου, β)την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ., δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, γ)οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία σε ιδιωτική επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ή οργανισμό ή την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου ανωνύμων εταιρειών ή διαχειριστού ΕΠΕ, πλην των συνιστωμένων κατά το άρθρ. 17 του παρόντος και δ)την τήρηση λογιστικών βιβλίων, και ε)κάθε άλλη περίπτωση όπου υφίσταται ασυμβίβαστο από την κείμενη νομοθεσία. Τα ασυμβίβαστα των εδαφ. (γ), (δ) και (ε) συντρέχουν και στις εταιρείες του άρθρ. 17 του παρόντος. 2.Η ιδιότητα του συνδίκου πτωχεύσεως ή του εκκαθαριστού ή του προσωρινού επιτρόπου δεν είναι ασυμβίβαστη προς το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή. Επίσης δεν είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του μέλους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών η διδασκαλία θεμάτων Λογιστικής και ελεγκτικής εφόσον δεν ασκείται κατ’ επάγγελμα και εφόσον παρέχεται προς τούτο άδεια από το Εποπτικό Συμβούλιο. "Δεν είναι ασυμβίβαστη με το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή η διενέργεια ειδικού ελέγχου επί ορισμένων θεμάτων. Ο διενεργήσας τον ειδικό έλεγχο καθώς και εταιρία ή Κοινοπραξία Ελεγκτών της οποίας είναι αυτός εταίρος, διαχειριστής ή μέτοχος αποκλείονται της ασκήσεως του τακτικού ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως και των οικονομικών καταστάσεων της επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή οργανισμού του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα όπου διενεργήθηκε ο ειδικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του και ένα έτος μετά την περάτωσή του. Ως ειδικός έλεγχος επί ορισμένων θεμάτων νοείται κυρίως η διενέργεια ειδικής πραγματογνωμοσύνης κατ' εντολή δικαστηρίου και η αναμόρφωση ή προσαρμογή των λογαριασμών και των οικονομικών καταστάσεων προς αλλοδαπά ή διεθνή λογιστικά και ελεγκτικά πρότυπα. Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν με την περίπτ. α΄ της παρ.11 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 3.Στον Ορκωτό Ελεγκτή απαγορεύεται η απόκτηση καθ’ οιοδήποτε τρόπο μετοχών της ελεγχομένης από αυτόν εταιρίας, ο προς αυτήν δανεισμός ή αντιστρόφως, καθώς και η παροχή εγγυήσεως προς τρίτον από αυτήν υπέρ του ελέγχοντος ή αντιστρόφως. "4. Απαγορεύεται στον Ορκωτό Ελεγκτή η ατομικώς ή δια τρίτου ανάληψη και διενέργεια οποιασδήποτε ελεγκτικής ή άλλης εργασίας, που δεν του ανατέθηκε από εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών στην οποία ανήκει. Επίσης, απαγορεύεται σε κάθε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών, η ασφαλιστική κάλυψη αυτής ή των μετόχων, εταίρων ή κοινοπρακτούντων μελών της, σε ελεγχόμενη απ' αυτή ασφαλιστική εταιρία για ευθύνη αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 19". Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.β΄ της παρ.11 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 5.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως σε όλο το ελεγκτικό προσωπικό. Ελεγκτικό Έργο Άρθρ.16.-1.Ο τακτικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 3 του παρόντος, συνίσταται στην εξέταση από Ορκωτό Ελεγκτή των τηρουμένων βιβλίων και των αναγκαίων νομίμων δικαιολογητικών και παραστατικών στοιχείων και αποβλέπει στην διακρίβωση του κατά πόσον οι ελεγχθείσες οικονομικές καταστάσεις εμφανίζουν ακριβοδίκαια την οικονομική θέση της ελεγχόμενης μονάδας κατά την ημερομηνία συντάξεως του ισολογισμού της και τα αποτελέσματα των εργασιών της κατά την ελεγχόμενη περίοδο. Ο Ορκωτός Ελεγκτής τεκμηριώνει τις παρατηρήσεις και το πόρισμά του με τα φύλλα εργασίας τα οποία υποχρεούται να διαφυλλάσσει επί μία πενταετία από την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού ελέγχου. Η γνώμη του διενεργήσαντος τον έλεγχο Ορκωτού Ελεγκτή διατυπώνεται στο συντασσόμενο από αυτόν «πιστοποιητικό» ή «έκθεση» ελέγχου. Το «πιστοποιητικό» ή «έκθεση» ελέγχου υποβάλλονται στον εντολέα του ελέγχου. (Μετά τη σελ.108,858(β) Σελ. 108,8581 Τεύχος 1413 Σελ. 89 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 Ειδικότερα: α)Ο Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεώνεται να υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση των μετόχων ή εταίρων, από την οποία ανατέθηκε σ’ αυτόν η διενέργεια ελέγχου, το «πιστοποιητικό ελέγχου», το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει όσα ορίζονται από το άρθρ. 37 του Κώδ. Ν. 2190/1920 και το οποίο επέχει τη θέση της εκθέσεως ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο αυτό. Διαπιστώσεις του Ορκωτού Ελεγκτή οι οποίες δεν επηρρεάζουν την οικονομική κατάσταση και τα αποτελέσματα χρήσεως, όπως αυτά προκύπτουν από τις δημοσιευομένες αντίστοιχες λογιστικές καταστάσεις (Ισολογισμός, Αποτελέσματα Χρήσεως και Διάθεση Κερδών κ.λ.π.) ή παρατηρήσεις του για τη βελτίωση του συστήματος οργανώσεως ή λειτουργίας της εταιρίας, γνωστοποιούνται προς τη διοίκηση της ελεγχόμενης μονάδας με τις σχετικές υποδείξεις. Το εκδιδόμενο πιστοποιητικό ή έκθεση ελέγχου κοινοποιείται και στο διοικητικό συμβούλιο ή τον διαχειριστή της ελεγχόμενης μονάδας. β)Ορκωτός Ελεγκτής που διενήργησε τον έλεγχο της διαχειρίσεως Οργανισμών ή Επιχειρήσεων, το Κεφάλαιο των οποίων ανήκει κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο, υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού ή της Επιχειρήσεως και στον αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Υπουργό έκθεση με τα πορίσματα του ελέγχου και τις αναγκαίες υποδείξεις. Αν πρόκειται περί νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η ανωτέρω έκθεση υποβάλλεται στην εποπτεύουσα αρχή. γ)Αντίγραφο του «πιστοποιητικού» ή της «εκθέσεως» ελέγχου υποβάλλονται και στο Εποπτικό Συμβούλιο. 2.Ο Ορκωτός Ελεγκτής καθορίζει την έκταση του ελέγχου του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρ. 37 του Κ.Ν. 2190/1920, των επαγγελματικών κανόνων και Ελεγκτικών προτύπων. Ο έλεγχος πρέπει να καλύπτει επαρκώς όλες τις πτυχές της ελεγχόμενης μονάδας που σχετίζονται με τις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις. Για να διαμορφώσει το πόρισμά του επί των οικονομικών καταστάσεων, ο Ορκωτός Ελεγκτής πρέπει να διαπιστώνει την επάρκεια και αξιοπιστία των λογιστικών βιβλίων και στοιχείων καθώς και των άλλων πηγών πληροφοριών στις οποίες βασίζεται η σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων. Κατά την διαμόρφωση του πορίσματός του ο Ορκωτός Ελεγκτής πρέπει ακόμη να κρίνει αν τα δεδομένα της διαχειρίσεως απεικονίζονται ακριβοδίκαια στις οικονομικές καταστάσεις. Ο Ορκωτός Ελεγκτής αξιολογεί την αξιοπιστία και επάρκεια των πληροφοριών που περιέχονται στα λογιστικά βιβλία και στοιχεία και στις άλλες πηγές πληροφοριών με: Σελ. 108,8582 Τεύχος 1413 Σελ. 90 α)Την μελέτη και αξιολόγηση των λογιστικών συστημάτων και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου επί των οποίων έχει πρόθεση να βασίσει την εξέταση τούτων για να καθορίσει την φύση, έκταση και εφαρμογή των Ελεγκτικών διαδικασιών και τεκμηριώσεων. β)Την διενέργεια ελέγχων, την εξασφάλιση επεξηγήσεων και την εφαρμογή επαληθευτικών διαδικασιών επί των λογιστικών πράξεων και των υπολοίπων των λογαριασμών, στον βαθμό που κρίνει σε κάθε περίπτωση αναγκαίο. Ο Ορκωτός Ελεγκτής κρίνει αν οι σχετικές πληροφορίες και τα πραγματικά δεδομένα απεικονίζονται ακριβοδίκαια με: α)Την αντιπαράθεση των οικονομικών καταστάσεων προς τα λογιστικά βιβλία και στοιχεία και τις άλλες πηγές πληροφοριών. β)Την κριτική εξέταση των αποφάσεων της διοικήσεως που σχετίζονται με την σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων. Ο Ορκωτός Ελεγκτής αξιολογεί την επιλογή και την συνεπή ή μη εφαρμογή των λογιστικών αρχών, τον τρόπο ταξινομήσεως των πληροφοριών και πραγματικών δεδομένων και την επάρκεια και πληρότητα των παρεχομένων στοιχείων. 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. Οι τυχόν περιορισμοί στην έκταση του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων, που εμποδίζουν τον Ορκωτό Ελεγκτή να διατυπώσει το πόρισμά του χωρίς επιφυλάξεις, πρέπει ν’ αναφέρονται ρητά στο πιστοποιητικό ή την έκθεση ελέγχου. Στο Τμήμα του πιστοποιητικού ή της εκθέσεως ελέγχου, όπου διατυπώνεται το πόρισμα του Ορκωτού Ελεγκτή, θα πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο Ορκωτός Ελεγκτή καταλήγει στο πόρισμά του με ή χωρίς επιφυλάξεις, ή ότι ούτος δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε πόρισμα επί των οικονομικών καταστάσεων. Το πιστοποιητικό ή η έκθεση ελέγχου υπογράφονται από τον Ορκωτό Ελεγκτή. 3.Οι ενεργούντες έλεγχο ή πραγματογνωμοσύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 3 του παρόντος, Ορκωτοί Ελεγκτές έχουν το δικαίωμα, κατά την διάρκεια της εκτελέσεως του έργου τους και σε οποιοδήποτε χρόνο κρίνουν αναγκαίο να συνεπικουρούνται από Επίκουρους, Δόκιμους και Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές, να λαμβάνουν γνώση και να ελέγχουν οποιοδήποτε βιβλίο ή λογαριασμό ή τα στοιχεία που περιέχονται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και κρίνονται αναγκαία για την συναγωγή του πορίσματός τους. Επίσης μπορούν να ζητήσουν οποιαδήποτε συμπληρωματικά στοιχεία ή πληροφορίες και διευκρινήσεις από όργανα διοικήσεως ή τα στελέχη και τους υπαλλήλους της ελεγχομένης μονάδας κλπ. που είναι αναγκαίες για την διακρίβωση των εξαγομένων αποτελεσμάτων. 4.Ο Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεούται να τηρεί απόλυτη εχεμύθεια περί των όσων λαμβάνει γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Την υποχρέωση αυτή έχουν επίσης τόσο το ελεγκτικό όσο και το λοιπό προσωπικό που απασχολεί ο Ορκωτός Ελεγκτής. Εταιρίες ή κοινοπραξίες Ελεγκτών Άρθρ.2.-1.Η σύσταση και η λειτουργία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών αποβλέπει στην άσκηση του ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως των πάσης φύσεως δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής (ιδρύματος, εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), από πρόσωπα με αυξημένα επαγγελματικά προσόντα, που ασκούν το έργο τους με διαφάνεια και υπευθυνότητα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εγκυρότητα και αξιοπιστία των πορισμάτων των διενεργουμένων ελέγχων, σύμφωνα με τα διεθνώς ανεγνωρισμένα Ελεγκτικά πρότυπα και τους όρους που τίθενται από την εσωτερική και την κοινοτική νομοθεσία. 2.Για την πραγματοποίηση του παραπάνω σκοπού οι Ορκωτοί Ελεγκτές απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, υποκείμενοι πάντως στις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που προσδιορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος. 3.Στους σκοπούς του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών περιλαμβάνεται και η προαγωγή της Λογιστικής και Ελεγκτικής επιστήμης. Υποχρεωτική χρησιμοποίηση Άρθρ.17.-1."Το Εποπτικό Συμβούλιο εγγράφει στην ιδιαίτερη μερίδα του μητρώου της παραγράφου 5 του άρθρου 13 μόνο τις εταιρίες ή κοινοπραξίες δύο τουλάχιστον Ορκωτών Ελεγκτών (ελεγκτικούς φορείς) που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις". Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ της παρ.12 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). α)Σε περίπτωση σύστασης εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης, προσωπικής εταιρίας ή κοινοπραξίας άπαντες οι εταίροι και οι διαχειριστές πρέπει να είναι Ορκωτοί Ελεγκτές εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών. β)Σε περίπτωση σύστασης ανωνύμου εταιρίας οι μετοχές αυτής πρέπει να είναι ονομαστικές και άπαντες οι μέτοχοι και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να είναι Ορκωτοί Ελεγκτές εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών. Εξαίρεση από τον περιορισμό αυτόν ισχύει μόνον για πρόσωπα τα οποία έχουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Λογιστή ή Ελεγκτή σε μία από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να κατέχουν συνολικά ποσοστό μεγαλύτερο του 49% του εταιρικού κεφαλαίου ή των ψήφων της κοινοπραξίας. "γ) Η εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών πρέπει να έχει πλήρη οικονομική και λειτουργική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία από οποιοδήποτε ελεγχόμενο ή άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, καθώς και επαρκή δύναμη σε ελεγκτικό προσωπικό για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των αναλαμβανομένων ελέγχων. δ) Αντίγραφο του αρχικού και κάθε τροποποίησης καταστατικού ή άλλου ανάλογου ή σχετικού εγγράφου, που κανονίζει και διέπει τα της εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών, υποβάλλεται στο Εποπτικό Συμβούλιο, μαζί με ονομαστικό κατάλογο που περιλαμβάνει τους αριθμούς μητρώου Σ.Ο.Ε. όλων των μετόχων ή εταίρων ή κοινοπρακτούντων μελών της, καθώς και όλων των λοιπών Ορκωτών Ελεγκτών και των Επίκουρων, των Δόκιμων και των Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών, που ανήκουν στη δύναμη του ελεγκτικού προσωπικού της και παρέχουν αποκλειστικά σ' αυτή τις υπηρεσίες τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή με σχέση εξαρτημένης εργασίας". Οι μέσα σε «» περιπτ.γ και δ προστέθηκαν με την περίπτ.β΄ της παρ.12 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Σύμφωνα με την παρ.1 άρθρ.3 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232) το Εποπτικό Συμβούλιο διαγράφει από το Μητρώο της παρ.5 του άρθρ.13 του Π.Δ.226/1992 κάθε εταιρία ή κοινοπραξία η οποία μετά την 21-11-1998 δεν πληρεί όλες τις προϋποθέσεις της άνω παρ.1. 2.Είσοδος νέων εταίρων ή μετόχων ή η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ή μετοχών εταιριών ή κοινοπραξιών Ελεγκτών επιτρέπεται μόνο σε Ορκωτούς Ελεγκτές εγγεγραμμένους στο Μητρώο και μόνο κατόπιν συμφωνίας των λοιπών μετόχων ή εταίρων, εφ’ όσον το καταστατικό δεν προβλέπει ειδική πλειοψηφία προς λήψη αποφάσεως επί του θέματος αυτού. Η αποχώρηση εταίρου ή μετόχου επιτρέπεται πάντοτε μετά από προηγούμενη έγγραφη γνωστοποίηση στην εταιρία και το Εποπτικό Συμβούλιο. Η αποχώρηση είναι υποχρεωτική στην περίπτωση διαγραφής του Ορκωτού Ελεγκτή από το Μητρώο για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία. (Μετά τη σελ.108,8582) Σελ. 108,8583 Τεύχος 1413 Σελ. 91 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 3.Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν εγκρίνεται από τους υπολοίπους εταίρους ή μετόχους η μεταβίβαση του μεριδίου ή των μετοχών του αποχωρούντος ή αποβιώσαντος εταίρου ή μετόχου σε τρίτο, ή δεν συμφωνείται η αγορά αυτών από ορισμένους ή όλους τους υπολοίπους η οφειλόμενη στον αποχωρούντα ή στους κληρονόμους του αποβιώσαντος αποζημίωση καθορίζεται από Ορκωτό Ελεγκτή κοινής αποδοχής ή, σε περίπτωση μη συμφωνίας, επιλεγόμενο από το Εποπτικό Συμβούλιο μετά από αίτηση του παραπάνω εταίρου ή μετόχου ή των καθολικών διαδόχων αυτού. 4.Η αποβολή εταίρου ή μετόχου επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο και γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των λοιπών εταίρων ή μετόχων, εφ’ όσον το καταστατικό δεν προβλέπει ειδική πλειοψηφία επί του θέματος. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαρεία παράβαση των κανόνων ασκήσεως του επαγγέλματος και η ανικανότητα στην άσκησή του, που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του κύρους και της φήμης της εταιρίας. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως της συνδρομής σοβαρού λόγου, αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν προσφυγής του αποβαλλομένου εταίρου ή μετόχου. 5.Οι Ορκωτοί Ελεγκτές επιτρέπεται να συμμετέχουν σε μία μόνο εταιρεία ή κοινοπραξία Ελεγκτών. Ανάθεση του ελέγχου - Αμοιβή "Αρθρ.18.-1.α.Για κάθε τακτικό έλεγχο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, τα κατά νόμον αρμόδια όργανα εκλέγουν σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις μία τουλάχιστον από τις εταιρίες ή κοινοπραξίες ελεγκτών που είναι εγγεγραμμένες στο ειδικό Μητρώο της παραγράφου 5 του άρθρου 13, η οποία αναθέτει την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον Ορκωτό Ελεγκτή, διορίζοντάς τον για το σκοπό αυτό με τον αναπληρωματικό του. β. Κάθε οικονομική μονάδα που υπόκεινται στην υποχρέωση τακτικού ελέγχου μπορεί να ζητήσει από μία ή περισσότερες εταιρίες ή κοινοπραξίες ελεγκτών πίνακα των Ορκωτών Ελεγκτών, που ανήκουν στη δύναμη της. Από τον πίνακα αυτό, η προς έλεγχο μονάδα μπορεί να προτείνει στην εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία το διορισμό ενός ή περισσοτέρων Ορκωτών Ελεγκτών, με τους αναπληρωματικούς τους. Η εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών αποφασίζει για την αποδοχή ή μη της πρότασης αυτής. γ. Η κατά τα άνω εκλογή εταιρίας ή κοινοπραξίας και ο διορισμός Ορκωτού Ελεγκτή ή Ελεγκτών, υπόκειται στις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Σελ. 108,8584 Τεύχος 1413 Σελ. 92 2.Κατά την ανάληψη των ελέγχων που προβλέπονται από την προηγούμενη παράγραφο 1 διασφαλίζεται η ανεξαρτησία από την ελεγχόμενη μονάδα, τόσο της εκλεγόμενης εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών, όσο και του διοριζόμενου τακτικού ελεγκτή, καθώς και η δυνατότητα καλής και έγκαιρης εκτέλεσης του κάθε αναλαμβανόμενου ελέγχου. Ειδικότερα: α. Η ανάληψη οποιουδήποτε τακτικού ελέγχου γίνεται με την προϋπόθεση ότι η αμοιβή του συγκεκριμένου ελέγχου δεν υπερβαίνει το ένα δέκατο του συνόλου των εσόδων που πραγματοποίησε η εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δωδεκάμηνης διαχειριστικής χρήσης. Κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης αυτής από κάθε εταιρία ή κοινοπραξία εγγραφόμενη στο Μητρώο του Σ.Ο.Ε., ως σύνολο εσόδων της προηγούμενης δωδεκάμηνης διαχειριστικής χρήσης της λαμβάνεται το γινόμενο του συνόλου της ανώτατης επιτρεπόμενης ετήσιας απασχόλησης των Ορκωτών Ελεγκτών και του βοηθητικού ελεγκτικού προσωπικού της, επί το εκάστοτε ισχύον ενιαίο ωρομίσθιο της ίδια εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών. 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. β. Η ανάθεση του τακτικού ελέγχου μιας οικονομικής μονάδας σε συγκεκριμένο Ορκωτό Ελεγκτή γίνεται για μια διαχειριστική χρήση και δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται για περισσότερες από πέντε (5) συνεχείς ή διακεκομμένες χρήσεις, που λήγουν ύστερα από την 30η Ιουνίου 1997, εκτός αν έχει παρέλθει τριετία από την έκδοση του τελευταίου Πιστοποιητικού Ελέγχου του στη μονάδα αυτή. Κατ' εξαίρεση, το Εποπτικό Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει το διορισμό του ίδιου Ορκωτού Ελεγκτή για μια επιπλέον χρήση, εφόσον κρίνει την παράταση αυτή αναγκαία. Επίσης, για μια τριετία ύστερα από τη λήξη αναστολής χορηγηθείσας κατά τις διατάξεις του άρθρου 22, απαγορεύεται η από μέρους του επανερχόμενου μέλους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών ανάληψη του τακτικού ελέγχου οικονομικής μονάδας ή συνδεμένης με αυτή επιχείρησης, στην οποία το μέλος αυτό είχε προσφέρει υπηρεσίες με οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διάρκεια της αναστολής του. γ. Η συνολική απασχόληση Ασκούμενου ή Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών σε κάθε συγκεκριμένο έλεγχο δεν υπερβαίνει το σύνολο των ωρών απασχόλησης του Ορκωτού Ελεγκτή και του λοιπού ελεγκτικού προσωπικού του στον ίδιο έλεγχο. Σύμφωνα με την παρ.2 άρθρ.3 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232), οι διατάξεις των περίπτ.α΄ και γ΄ της άνω παρ.2, αρχίζουν να εφαρμόζονται για κάθε τακτικό έλεγχο που αναλαμβάνεται μετά την 31η Δεκ.1997. 3α. Στην κατά την παράγραφο 1 εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών αποστέλλεται έγγραφη ειδοποίηση-εντολή από τη διοίκηση της προς έλεγχο μονάδας, μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ημερομηνία της εκλογής. Στην εντολή περιλαμβάνεται και το όνομα ή τα ονόματα των Ορκωτών Ελεγκτών, που ενδεχομένως προτείνονται από την προς έλεγχο μονάδα. β. Η εκλεγόμενη εταιρία ή κοινοπραξία οφείλει να αποποιηθεί αμέσως την εκλογή της, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των περιπτ.α' ή γ' της προηγούμενης παραγράφου 2, γνωστοποιώντας την αποποίηση της και στο Εποπτικό Συμβούλιο. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος της εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών από δρχ. πέντε εκατομμύρια (5.000.000) μέχρι το τριπλάσιο της ελάχιστης αμοιβής ελέγχου, όπως αυτή προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6. Για την παράλειψη και την έκταση της χρηματικής ποινής αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο. γ. Αν η εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών δεν αποποιείται τον έλεγχο, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της εντολής να γνωστοποιήσει στην προς έλεγχο μονάδα και στο Εποπτικό Συμβούλιο το όνομα του Ορκωτού Ελεγκτή ή Ελεγκτών, στους οποίους ανέθεσε την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου, καθώς και τις προϋπολογιζόμενες ώρες πραγματοποίησης του ελέγχου αυτού. Οι ώρες αυτές, συνυπολογιζόμενων και των ωρών άλλων τακτικών ελέγχων που έχουν ήδη ανατεθεί σε ένα Ορκωτό Ελεγκτή και πρέπει να πραγματοποιηθούν μέσα στη δωδεκάμηνη περίοδο από 1ης Ιουλίου εκάστου έτους μέχρι την 30η Ιουνίου του επόμενου, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ετήσιο απασχόλησης του ιδίου και του απ' αυτόν απασχολούμενου ελεγκτικού προσωπικού, όπως το όριο αυτό καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Τυχόν υπέρβαση του πιο πάνω ορίου, συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος της εταιρίας ή κοινοπραξίας, από δρχ. πέντε εκατομμύρια (5.000.000) μέχρι το τριπλάσιο της αμοιβής που αντιστοιχεί στις καθ΄υπέρβαση ανατεθείσες ώρες ελέγχου, η οποία αποφασίζεται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο. 4. Ο Ορκωτός Ελεγκτής που διορίστηκε για τον τακτικό έλεγχο έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του άρθρου 16 και υπογράφει το σχετικό Πιστοποιητικό ή την Εκθεση Ελέγχου επ' ονόματί του και για λογαριασμό της εταιρίας ή κοινοπραξίας που του ανέθεσε τον έλεγχο. Αντίγραφο των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων αποστέλλεται από τον Ορκωτό Ελεγκτή στο Εποπτικό Συμβούλιο, μέσα σε δύο μήνες από την έκδοση του Πιστοποιητικού Ελέγχου, μαζί με ανάλυση των ωρών απασχόλησης του ιδίου και του καθενός από το βοηθητικό προσωπικό του στο συγκεκριμένο έλεγχο. 5. Αν ο τακτικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων μιας οικονομικής μονάδας ανατίθεται σε δύο ή περισσότερους τακτικούς ελεγκτές που διορίστηκαν από μία ή περισσότερες εταιρίες ή κοινοπραξίες ελεγκτών, οι ελεγκτές διενεργούν από κοινού τον έλεγχο και ευθύνονται εις ολόκληρον για κάθε βλάβη από τη χρήση του Πιστοποιητικού Ελέγχου. Οι ελεγκτές εκδίδουν ενιαίο Πιστοποιητικό Ελέγχου, στο οποίο διαχωρίζουν τη γνώμη τους σε περίπτωση διαφωνίας. 6. Η μείωση της αμοιβής ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 3, όπως αυτή καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, απαγορεύεται. (Αντί για τη σελ. 108,859) Σελ. 108,859(α) Τεύχος 1413 Σελ. 93 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 Ειδικότερα: α. Με γενικές ή ειδικές αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου, καθορίζονται ετησίως οι ελάχιστες ώρες πραγματοποίησης του τακτικού ελέγχου της κάθε μονάδας ή κατηγορίας μονάδων, οι οποίες πραγματοποιούνται μόνο από μέλη του Σ.Ο.Ε. εγγεγραμμένα στα οικεία Μητρώα του άρθρου 13. Για τον καθορισμό των ωρών αυτών, το Εποπτικό Συμβούλιο λαμβάνει ιδίως υπόψη τα δεδομένα της απαιτούμενης χρονικής απασχόλησης στη συγκεκριμένη ή σε παρεμφερείς μονάδες, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί από τους τακτικούς ελέγχους του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, καθώς και το αντικείμενο των εργασιών τους, το σύνολο ενεργητικού και τον ετήσιο κύκλο εργασιών και τον αριθμό του απασχολούμενου προσωπικού τους. β. Οι κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενες ώρες, καθώς και το ελάχιστο μέσο ενιαίο ωρομίσθιο, που ισχύει κάθε φορά για την απασχόληση του Ορκωτού Ελεγκτή και του βοηθητικού ελεγκτικού προσωπικού του, βρίσκονται στη διάθεση των εταιριών ή κοινοπραξιών ελεγκτών. γ. Κάθε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών μπορεί να διαφοροποιεί το μέσο ενιαίο ωρομίσθιο απασχόλησης των ελεγκτών της σε τιμή μεγαλύτερη του καθοριζόμενου από το Εποπτικό Συμβούλιο ελάχιστου ύψους του, με την προϋπόθεση ότι η διαφοροποίηση αυτή γνωστοποιείται στο Εποπτικό Συμβούλιο και ισχύει γενικά για όλους τους τακτικούς ελέγχους που αναλαμβάνονται από την εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών ύστερα από την ημερομηνία της παραπάνω γνωστοποίησης. δ. Η υπέρβαση των προϋπολογιζόμενων ωρών πραγματοποίησης τακτικού ελέγχου, που συνεπάγεται την αύξηση της αμοιβής ελέγχου, επιτρέπεται πάντοτε με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει γίνει αποδεκτή από την ελεγχόμενη μονάδα. ε. Το Εποπτικό Συμβούλιο παρακολουθεί τη νομιμότητα της ανάθεσης των τακτικών ελέγχων, καθώς και τις τιμολογούμενες αμοιβές και ερευνά κάθε περίπτωση έκπτωσης ή επιστροφής της κατά τις διατάξεις αυτής της παραγράφου προσδιοριζόμενης ελάχιστης αμοιβής ελέγχου. Για το σκοπό αυτό το Εποπτικό Συμβούλιο μπορεί να καλεί κάθε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών να του υποβάλει τα κατά την κρίση του στοιχεία ή να αποφασίζει για τη διενέργεια ειδικού λογιστικού ελέγχου επί των βιβλίων και στοιχείων της, διενεργουμένου από διμελή τουλάχιστον Επιτροπή που συγκροτεί από μέλη του Εποπτικού και του Επιστημονικού Συμβουλίου. Στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι, με οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο Σελ. 108,860(α) Τεύχος 1413 Σελ. 94 τρόπο, έχει γίνει διαφοροποίηση της αμοιβής τακτικού ελέγχου κάτω της ελαχίστης, το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει για την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος της υπεύθυνης εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών, από δρχ. πέντε εκατομμύρια (5.000.000) κατ' ελάχιστον μέχρι το εικοσαπλάσιο του ποσού της διαφοροποίησης. Σε περίπτωση υποτροπής, η επιβαλλόμενη νέα χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από το τριπλάσιο της προηγούμενης. 7. Κάθε ανάθεση τακτικού ελέγχου καταχωρίζεται σε ειδικές μερίδες κατά Ορκωτό Ελεγκτή και εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών, τις οποίες τηρεί το Εποπτικό Συμβούλιο για την παρακολούθηση, τόσο της προσωπικής συμμετοχής του Ορκωτού Ελεγκτή στους ανατιθέμενους σ' αυτόν ελέγχους και της τήρησης του καθοριζόμενου από το Εποπτικό Συμβούλιο ανώτατου ορίου ετήσιας απασχόλησης του κάθε Ορκωτού Ελεγκτή και του ελεγκτικού προσωπικού του, όσο και της τήρησης των λοιπών διατάξεων της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου. Η μη έγκαιρη συμμόρφωση εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών στις επιβαλλόμενες σε βάρος της χρηματικές ποινές, πέρα από τις διαδικασίες της παραγράφου 1 του πιο κάτω άρθρου 23, επισύρει και την ποινή της πρόσκαιρης διαγραφής, μέχρι ενός έτους, των μελών της διοίκησης ή διαχείρισης της από το μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών, η οποία αποφασίζεται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο". Το άρθρ.18 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.13 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. Ευθύνη – Ασφαλιστική κάλυψη Άρθρ.19.-1.Ο Ορκωτός Ελεγκτής ευθύνεται για κάθε ζημία εκ θετικής ενεργείας ή παραλείψεώς του κατά τον έλεγχο και την έκδοση του πιστοποιητικού ελέγχου, εφ’ όσον αυτή οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του ασκήσαντος τον έλεγχο και αποδεδειγμένα προκλήθηκε από την χρήση του πιστοποιητικού ελέγχου. Η ευθύνη προς αποζημίωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη του πενταπλασίου του συνόλου των εκάστοτε ετησίων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ή του συνόλου των αμοιβών του ευθυνομένου Ορκωτού Ελεγκτή κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, εφόσον οι τελευταίες υπερβαίνουν το προηγούμενο όριο. Σε περίπτωση των ελεγκτικών εταιριών τα παραπάνω όρια αφορούν στον κάθε μέτοχο ή εταίρο χωριστά, η δε εταιρία, θεωρείται αλληλεγγύως συνυπεύθυνη για την κάλυψη της προσγενομένης από τον μέτοχο ή εταίρο ζημίας. 2.Οι Ορκωτοί Ελεγκτές ή ελεγκτικές εταιρίες ή κοινοπραξίες στις οποίες συμμετέχουν υποχρεούνται, επί ποινή διαγραφής από το Μητρώο, να έχουν ασφαλιστική κάλυψη από νομίμως λειτουργούσα στην Ελλάδα ή σε άλλη Χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ασφαλιστική εταιρία για ευθύνη προς αποζημίωση οιουδήποτε ζημιωθέντος φυσικού ή νομικού προσώπου κατά τα στην παρ. 1 αναφερόμενα. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 150% του συνόλου των αμοιβών τις οποίες ο Ορκωτός Ελεγκτής ή η ελεγκτική εταιρία ή η κοινοπραξία Ορκωτών Ελεγκτών έλαβαν κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, οπωσδήποτε δε δεν μπορεί να είναι κατώτερη του δεκαπλασίου των συνολικών εκάστοτε ετησίων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου. "3. Κάθε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών μπορεί, αντί της εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου 2, να έχει επενδύσει σε τίτλους του ελληνικού δημοσίου, τοποθετημένους επ' ονόματί της σε τράπεζα νομίμως λειτουργούσα στην Ελλάδα, ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από το δεκαπλάσιο των συνολικών εκάστοτε ετήσιων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποβάλλοντας αντίγραφο του σχετικού αποδεικτικού ή αποδεικτικών στη Γραμματεία του Εποπτικού Συμβουλίου. Η τοποθέτηση αυτή προορίζεται για κάλυψη της ευθύνης της εταιρίας ή κοινοπραξίας ελεγκτών για αποζημίωση οποιουδήποτε ζημιωθέντος φυσικού ή νομικού προσώπου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω παράγραφο 1. Το Εποπτικό Συμβούλιο δικαιούται να ζητεί οποτεδήποτε, είτε αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αν εφαρμόζεται η παράγραφος 2, είτε απευθείας επιβεβαιώσεις των τραπεζών αναφορικά με το τρέχον ύψος των προαναφερομένων τοποθετήσεων της κάθε εταιρίας η κοινοπραξίας ελεγκτών, η οποία και οφείλει να επιτρέπει τις επιβεβαιώσεις αυτές". Η παρ.3 προστέθηκε με την παρ.14 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Πειθαρχικός έλεγχος Άρθρ.20.-"1. Για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου επί των μελών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκών συγκροτείται τριμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο. Τούτο αποτελείται από (α) έναν εν ενεργεία ή πρώην δικαστικό λειτουργό ως Πρόεδρο, (β)ένα μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου οριζόμενο με τον αναπληρωτή του από το Εποπτικό Συμβούλιο και (γ) έναν Ορκωτό Ελεγκτή εκλεγόμενο με τον αναπληρωτή του από τη Γεν. Συνέλευση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών. Ο Πρόεδρος διορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εθν. Οικονομίας αφού ακολουθηθεί η διαδικασία της παρ.3 του άρθρου 41 του Ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35Α) εάν ο διοριζόμενος είναι εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός". Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ της παρ.15 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 2.Στο παραπάνω πειθαρχικό συμβούλιο παραπέμπεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, ο Ορκωτός Ελεγκτής ή Επίκουρος ή Δόκιμος ή Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής για: α)Πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. β)Ανάρμοστη συμπεριφορά, στην οποία περιλαμβάνεται και η διαπραγμάτευση της αμοιβής του υποχρεωτικού ελέγχου. γ)Οιαδήποτε παράβαση του νόμου ή κανονιστικής διατάξεως ή των δεοντολογικών κανόνων που αναφέρονται στην επαγγελματική του κατάσταση και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. 3.Σε περίπτωση κατά την οποία το Εποπτικό Συμβούλιο κρίνει ότι το αποδιδόμενο στο μέλος του Σώματος παράπτωμα είναι ελαφρύ και δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτού δύναται αντί της παραπομπής να προβεί σε αυστηρές συστάσεις. Σε περίπτωση υποτροπής ή παραπομπή είναι υποχρεωτική. 4.Το Πειθαρχικό Συμβούλιο λαμβάνουν την πράξη της παραπομπής ερευνά την υπόθεση κατά την διαδικασία που ορίζεται στο Παράρτημα 2 του παρόντος. Εφ’ όσον διαπιστώσει την ενοχή του εγκαλουμένου δύναται να επιβάλει τις ακόλουθες ποινές α)Οριστική παύση. β)Προσωρινή παύση μέχρις έξι μηνών. γ)Πρόστιμο μέχρι 1.000.000 δραχμ. δ)Επίπληξη. 5.Κατά της καταδικαστικής αποφάσεως χωρεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. (Αντί για τη σελ.108,861) Σελ. 108,861(α) Τεύχος 1413 Σελ. 95 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 "6. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις εταιρίες ή κοινοπραξίες του άρθρου 17, πλην των ποινών της πιο πάνω παραγράφου 4, αν προβλέπονται διαφορετικές από άλλες διατάξεις". Η παρ.6 προστέθηκε με την περίπτ.β΄ της παρ.15 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Διαγραφή εκ του Μητρώου Άρθρ.21.-1.Παν μέλος του Σώματος διαγράφεται εκ του Μητρώου εφ’ όσον: α)Τιμωρηθεί πειθαρχικώς με την ποινή της οριστικής παύσεως ή δύο φορές με προσωρινή παύση. β)Καταστεί πνευματικώς ανίκανος προς άσκηση των καθηκόντων του. γ)Καταδικαστεί τελεσιδίκως με απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του παρόντος. δ)Υποβάλλει παραίτηση. "ε. Συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του ή έχει συνταξιοδοτηθεί ενωρίτερα". Η περίπτ.ε΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.16 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 2.Η διαγραφή διατάσσεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου και δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες ή οικονομικά περιοδικά της Πρωτεύουσας. Αν ο διαγραφόμενος ασκούσε το επάγγελμα σε πόλη, εκτός του νομού Αττικής, η μία από τις δύο δημοσιεύσεις γίνεται σε εφημερίδα της περιφερείας ασκήσεως του επαγγέλματος. Αναστολή ασκήσεως επαγγέλματος Άρθρ.22.-1.Ο Ορκωτός Ελεγκτής που επιθυμεί να διακόψει προσωρινά την άσκηση του επαγγέλματός του υποχρεούται να υποβάλει αίτηση προς το Εποπτικό Συμβούλιο το οποίο του χορηγεί την σχετική άδεια. 2.Ο λαβών την παραπάνω άδεια τελεί εν αναστολή ασκήσεως του επαγγέλματος. Κατά την διάρκεια της αναστολής δεν ισχύουν ως προς τον τυχόντα αυτής τα ασυμβίβαστα του άρθρ. 15 παρ. 1 του παρόντος. Η αναστολή αυτή δεν δύναται να διαρκέσει πέραν της διετίας δυναμένη να παραταθεί μέχρι δύο εισέτι έτη για εξαιρετικούς λόγους με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. Μετά την λήξη της αναστολής χάνει την ιδιότητα του Ορκωτού Ελεγκτή, εφόσον δεν επανέλθει εντός του τριμήνου, οπότε και επαναφέρεται αυτοδικαίως στην βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή. Σελ. 108,862(α) Τεύχος 1413 Σελ. 96 "3. Η εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών που είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό Μητρώο της παραγράφου 5 του άρθρου 13, μπορεί να ζητήσει από το Εποπτικό Συμβούλιο την πρόσκαιρη διακοπή ασκήσεως του επαγγέλματος Ορκωτού Ελεγκτή, Επίκουρου ή Δοκίμου, αν αυτός, για αποδεδειγμένους λόγους υγείας, αδυνατεί να εκτελέσει ελεγκτικό έργο για συνεχές χρονικό διάστημα που διαρκεί περισσότερο από δύο μήνες. Για τους λόγους και το χρόνο της διακοπής αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο με βάση τα προσκομιζόμενα στοιχεία. Αν το Εποπτικό Συμβούλιο εγκρίνει τη διακοπή, αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει για συνεχές ή διακεκομμένο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας ή για όσο μικρότερο χρονικό διάστημα έπαυσαν να συντρέχουν οι λόγοι εγκρίσεως της διακοπής" Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.17 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 4.Οι Επίκουροι και Δόκιμοι Ορκωτοί Ελεγκτές μπορούν να διακόπτουν όποτε επιθυμούν την άσκηση του επαγγέλματος. Η διακοπή αυτή αναγγέλλεται υποχρεωτικά στο Εποπτικό Συμβούλιο και καταχωρίζεται στο Μητρώο του καθενός. Η διακοπή της ασκήσεως του επαγγέλματος από Επίκουρο και Δόκιμο Ορκωτό Ελεγκτή για συνεχές ή διακεκομμένο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας συνεπάγεται αυτοδικαίως την διαγραφή του από το Μητρώο των Επικούρων ή Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών. Η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί μέχρι δύο ακόμη έτη για εξαιρετικούς λόγους με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. Πόροι του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Άρθρ.23.-"1. Πόροι του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών είναι: α) Εισφορά 2% επί των αμοιβών που τιμολογούνται και εισπράττονται από τις εταιρίες ή κοινοπραξίες ελεγκτών. Με αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου η εισφορά αυτή μπορεί να αυξάνεται μέχρι 3% όταν η αύξηση είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση των προβλεπόμενων δαπανών του Σ.Ο.Ε. Με αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου η εισφορά αυτή μπορεί να αυξάνεται μέχρι 3% όταν η αύξηση είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση των προβλεπόμενων δαπανών του Σ.Ο.Ε. β) Οι εισφορές των Ορκωτών, των Επικούρων και των Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών που καθορίζονται εκάστοτε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σώματος. γ) Οι χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 18 και την παράγραφο 4 του άρθρου 20. δ) Οι προς το Σώμα δωρεές, κληροδοσίες και κρατικές ή κοινοτικές επιχορηγήσεις. ε) Τα έσοδα εκ της διαθέσεως βιβλίων, εντύπων και εν γένει εκδόσεων του Σώματος. στ) Τα εισοδήματα εκ της καθ 'οιονδήποτε τρόπο εκμεταλλεύσεως της κινητής ή ακινήτου περιουσίας αυτού. Τα υπό στοιχεία α, β και γ έσοδα αποδίδονται ευθέως στην οικονομική υπηρεσία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών ανά ημερολογιακό τρίμηνο, και εντός του επόμενου μήνα, με ευθύνη των εταιριών ή κοινοπραξιών ελεγκτών, της ευθύνης τους καλυπτούσης και τις εισφορές και τα πρόστιμα που οφείλονται από τους συμμετέχοντες Ορκωτούς Ελεγκτές και τους απασχολούμενους Επίκουρους και Δόκιμους Ορκωτούς Ελεγκτές. Καθυστερημένες εισφορές, χρηματικές ποινές και πρόστιμα των πιο πάνω περιπτώσεων α, β και γ, εισπράττονται αναγκαστικώς κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Ως εκτελεστός τίτλος χρησιμεύει απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου διαπιστούσα την οφειλή". Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.18 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). 2.Μετά από απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου παρέχοντος και την σχετική εξουσιοδότηση, το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών δύναται να συνάπτει δάνεια από Τράπεζα ή από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, παρέχον σαν εγγύηση ποσοστό επί των κατά την παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ εσόδων. 3.Οι εγγραφόμενοι στα Μητρώα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών καταβάλλουν παράβολο εγγραφής που καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Ειδικώς για την περίοδο μέχρι της πρώτης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης το παράβολο εγγραφής ορίζεται ως εξής: Ορκωτοί Ελεγκτές 50.000 Επίκουροι Ορκωτοί Ελεγκτές 40.000 Δόκιμοι Ορκωτοί Ελεγκτές 30.000 Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές 20.000 Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης μπορεί να δημιουργηθεί συνεγγυητικό κεφάλαιο για την αντιμετώπιση τυχόν επισφαλών απαιτήσεων από τους ελέγχους που είναι υποχρεωτικοί για τους Ορκωτούς Ελεγκτές. "4. Με αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου καθορίζεται το κατώτατο εισόδημα διαβίωσης των Ορκωτών Ελεγκτών, Επικούρων και Δοκίμων, για όσο χρόνο τελούν σε πρόσκαιρη διακοπή του επαγγέλματος τους σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 22. Το εισόδημα αυτό καταβάλλεται από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, αντλούμενο από τους πόρους του παρόντος άρθρου, στο μέτρο που δεν καλύπτεται από το Λογαριασμό Υγείας Μελών του Σ.Ο.Ε.". Η παρ.4 προστέθηκε με την παρ.19 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). Μεταβατικές διατάξεις Άρθρ.24.-1-9.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 8 του άρθρ. 18 του Νόμ. 2231/31-31 Αυγ. 1994, ΦΕΚ Α΄ 139, κατωτ. αριθ. 8). 10.Οι Λογαριασμοί Επικουρικής Συνταξιοδότησης, Προνοίας και Υγείας του Σώματος Ορκωτών Λογιστών εξακολουθούν να έχουν το δημόσιο χαρακτήρα τους και παραμένουν ως Λογαριασμοί του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών και οι εισφορές τους καθίστανται υποχρεωτικές και για τους Ορκωτούς Ελεγκτές, τους Επίκουρους Ορκωτούς Ελεγκτές, τους Δοκίμους Ορκωτούς Ελεγκτές και τους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές, οι οποίοι εντάσσονται στους Ασφαλιστικούς αυτούς Λογαριασμούς. Τους λογαριασμούς αυτούς τους διαχειρίζεται το Εποπτικό Συμβούλιο. 11.Το πρώτο Εποπτικό Συμβούλιο που θα διοικήσει το Σώμα από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι την σύγκληση της Τρίτης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου. Το αυτό ισχύει και για το πρώτο Επιστημονικό Συμβούλιο του Σώματος. 12.Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος τα παραρτήματα 1, 2 και 3 τα οποία έχουν ως ακολούθως: (Αντί για τη σελ. 108,863(α) Σελ. 108,863(β) Τεύχος 1413 Σελ. 97 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. 12.E.β.1 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ 1.Κωλύματα διορισμού από στρατιωτικές Υποχρεώσεις Δεν διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών: α)ο μη εγγεγραμμένος εις τα μητρώα αρρένων ή επί θηλέων εις το γενικό μητρώον των δημοτών, β)ο μη εκπληρώσας τις στρατιωτικές αυτού υποχρεώσεις ή μη απαλλαγείς τούτων νομίμως και γ)ο ανυπότακτος ή ο τελεσιδίκως καταδικασθείς επί λιποταξία. 2.Κώλυμα εκ ποινικής καταδίκης απαγορεύσεως και δικαστικής αντιλήψεως. (α)Δεν διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών ο καταδικασθείς για κακούργημα, καθώς και ο λόγω καταδίκης στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων και μετά την λήξη του ορισθέντος δια την στέρηση χρόνου. (β)Δεν διορίζεται ωσαύτως ο καταδικασθείς σε οιανδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και εν υπηρεσία), απάτη, εκβιασμό, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, παράβαση καθήκοντος, έγκλημα κατά των ηθών και συκοφαντική δυσφήμιση. Επίσης δεν διορίζεται ο υπόδικος δια τελεσιδίκου βουλεύματος παραπεμθείς για κακούργημα ή για κάποιο από τα πλημμελήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. (γ)Η παραγραφή αδικήματος, για το οποίο διετάχθη παραπομπή με τελεσίδικο βούλευμα, η αποκατάσταση, η αμνηστία και η χάρις μετ’ άρσεως των συνεπειών, δεν αίρουν το πιο πάνω κώλυμα. (δ)Δεν διορίζεται ο τελών υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη. 3.Κωλύματα εξ ελλείψεως του προσήκοντος ήθους "α) Ουδείς διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, αν δεν έχει το προσήκον ήθος". Η μέσα σε «» περίπτ.α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.20 άρθρ.1 Π.Δ.341/14-21 Νοεμ.1997 (ΦΕΚ Α΄232). (β)Δεν διορίζεται επίσης ο απολυθείς από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με απόφαση συμβουλίου για πειθαρχικούς λόγους πριν από την πάροδο δεκαπενταετίας από της απολύσεως. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο άρση του κωλύματος διορισμού δεν ισχύει επί απολύσεων για τους πειθαρχικούς λόγους που αναφέρονται στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος. Σελ. 108,864(β) Τεύχος 1413 Σελ. 98 12.E.β.1 Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), Ε.Λ.Τ.Ε. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1.Παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο (α)Εάν το Εποπτικό Συμβούλιο κρίνει ότι Ορκωτός Ελεγκτής, ή Επίκουρος ή Δόκιμος ή Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα. (β)Γενομένη παραπομπή δεν ανακαλείται. (γ)Στο παραπεμπτήριο έγγραφο πρέπει να μνημονεύονται τα συνιστώντα το διωκόμενο παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τα υπάρχοντα στοιχεία, τα οποία πιθανολογούν την ενοχή του παραπεμπομένου. (δ)Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον παραπεμπόμενο και αποστέλλεται, μετά του φακέλλου της υποθέσεως και ολοκλήρου του ατομικού φακέλλου του παραπεμπομένου στο πειθαρχικό συμβούλιο. 2.Προανάκριση (α)Η προανάκριση συνίσταται σε προκαταρκτική άτυπη συλλογή και καταγραφή πληροφοριών και στοιχείων περί του εικαζομένου πειθαρχικού αδικήματος και των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ετελέσθη τούτο. (β)Γενομένη παραπομπή δεν ανακαλείται. (γ)Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνει ο ενεργών την προανάκριση, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής διώξεως, τερματίζει την προανάκριση με αιτιολογημένη έκθεση αυτού που υποβάλλει στο πειθαρχικό συμβούλιο για την λήψη σχετικής απόφασης. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνει ο ενεργών την προανάκριση ότι προκύπτει πειθαρχικό αδίκημα τερματίζει την προανάκριση και υποβάλλει αιτιολογημένη έκθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο για τα περαιτέρω. Εάν τέλος κρίνει, ότι το αδίκημα χρήζει περαιτέρω ερεύνης, προβαίνει στην ενέργεια ανακρίσεως. 3.Ανάκριση (α)Την ανάκριση διεξάγει το υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου οριζόμενο μέλος αυτού. (β)Ο διεξάγων την ανάκριση ενεργεί τις ανακριτικές πράξεις αυτοπροσώπως, δικαιούται δε να ζητήσει από πάσα διοικητική αρχή ή ειρηνοδίκη ή ειδικό πταισματοδίκη την στην έδρα αυτού ενέργεια ανακριτικής πράξεως. (γ)Η ανάκριση είναι μυστική. (δ)Η ανάκρ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.