← Ελλάδα

2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 3262/Σ.85 της 13 Φεβρ./6 Απρ. 1943 Περί εγκρίσεως Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών. Έχοντες

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση Υπουργού Εργασίας εγκρίνει το Καταστατικό του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών, το οποίο ιδρύθηκε με το Ν.Δ. 906/1941. Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγηση περιοδικών και εφάπαξ παροχών σε ασφαλισμένους χημικούς και δικαιούχους θανόντων ασφαλισμένων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 3262/Σ.85 της 13 Φεβρ./6 Απρ. 1943 Περί εγκρίσεως Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών. Έχοντες υπ’ όψει: 1)Το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού Υπουργείου Εργασίας», ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. υπ’ αριθ. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2)Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών υποβληθείσαν δια της υπ’ αριθ. 168/1942 αναφοράς αυτού. 3)Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αρ. πρωτ. 302/1942 Συν.62/25-1-1943), αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το Καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών εξ άρθρων 24 έχον ως εξής: (Αντί για τη σελ. 421(α) Σελ. 421(β) Τεύχος Ε101-Σελ. 49 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.1-2 ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΧΗΜΙΚΩΝ Έδρα-Σκοπός Άρθρ.1.-1.Το δια του Ν.Δ. 906/1941 ιδρυθέν Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών εδρεύει εν Αθήναις. 2.Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγησις περιοδικών και εφ’ άπαξ παροχών εις τους ησφαλισμένους και δικαιούχους θανόντων ησφαλισμένων, υπό ωρισμένας προϋποθέσεις, ως εν τω παρόντι Καταστατικώ αναγράφωνται. 3.Εν τοις επομένοις ο όρος «Ταμείον» σημαίνει το Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών. άρθρ. 9 εδάφ. α΄ και β΄ του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένων εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου υπολογιζομένων επί των, κατά την ημέραν της υποβολής της περί αναγνωρίσεως αιτήσεως μηνιαίων αποδοχών επί 14 μήνας δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον έτος. 2.Δι’ εξαγοράν χρόνου μικροτέρου του έτους θα υπολογίζηται η εισφορά ως εξής: α)Δια 1-3 μήνας θα προστίθενται εισφοραί δι’ αποδοχάς 1/2 μηνός. β)Δια 4-6 μήνας θα προστίθενται εισφοραί δι’ αποδοχάς ενός μηνός. γ)Δια 7-9 μήνας θα προστίθενται εισφοραί δι’ αποδοχάς 1 1/2 μηνός. δ)Δια 10-12 μήνας θα προστίθενται εισφοραί δι’ αποδοχάς 2 μηνών». Το άρθρ. 7 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 20104/2099 της 23/25 Σεπτ. 1948 (ΦΕΚ Β΄ 154) και 33948/Σ.642 της 9/22 Ιουν. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 116) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Τρόπος εξαγοράς αναγνωριζομένου χρόνου Άρθρ.8.-1.«Η εξόφλησις της οφειλής εκ της αναγνωρίσεως του κατά το άρθρ. 7 χρόνου υπηρεσίας, στρατεύσεως ή ανεργίας ενεργείται είτε εφ’ άπαξ είτε εις δόσεις καθοριζομένας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και μη δυναμένας να υπερβούν τον αριθμόν των αναγνωριζομένων μηνών. «2.Η προσμέτρηση του αναγνωριζόμενου χρόνου εις τον πραγματικόν συντάξιμον χρόνον, χωρεί μόνον μετά την πλήρη εξόφληση της οφειλής για την εξαγορά του χρόνου αυτού και εφόσον δεν έχει ληφθεί υπόψη από άλλο φορέα επικουρικής ασφάλισης. Η εξόφληση της οφειλής γίνεται είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις καθοριζομένας υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Οφειλαί ασφαλισμένων εξ αναγνωρίσεως χρόνου ασκήσεως του επαγγέλματος του Χημικού ή Χημικού Μηχανικού ή Βιοχημικού στο εξωτερικό ως και οφειλαί υπαλλήλων του Ταμείου των υποχρεωτικώς ασφαλισμένων σ’ αυτό, από αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας αυτών στο Ταμείο, ως εκτάκτων ή επί συμβάσει, εξοφλούνται είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις καθοριζομένας από το Διοικητικό Συμβούλιο, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 24, το δε από την οφειλή αυτή υπόλοιπο που θα υπάρχει κατά το χρόνο εξόδου του οφειλέτου από την ενεργό υπηρεσία για συνταξιοδότηση καταβάλλεται εξ ολοκλήρου (εφάπαξ). (Αντί για τη σελ. 425(θ) Σελ. 425(ι) Τεύχος 1203-Σελ. 53 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 Το αυτό ισχύει και εις την περίπτωση που ολόκληρος ο αναγνωριζόμενος χρόνος υπηρεσίας έχει διανυθεί στο εξωτερικό. Η καταβολή της συντάξεως στις ανωτέρω περιπτώσεις αρχίζει μετά την πλήρη εξόφληση της οφειλής». Οι παρ. 2 και 3 τροποποιήθηκαν ως άνω από το άρθρ. 3 της 114/οικ.421/12-24 Μαρτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 208) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 283/22-4-1992), απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 8 τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 23505/Σ.579 της 13/21 Μαΐου 1952 και 22729/Σ.139 της 9 Απρ./15 Μαΐου 1964 (ΦΕΚ Β΄ 176) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Πόροι «Άρθρ.9.-1.Πόροι του Ταμείου είναι: α.Εισφορά των ασφαλισμένων πτυχιούχων Χημικών ή Χημικών Μηχανικών ή Βιοχημικών που παρέχουν οποιαδήποτε εξηρτημένη εργασία σε εργοδότη, που ορίζεται σε ποσοστό 5% επί των αποδοχών αυτών. β.Εισφορά του εργοδότη που απασχολεί Χημικό ή Χημικό Μηχανικό ή Βιοχημικό σε οποιαδήποτε εργασία, που ορίζεται σε ποσοστό 5% επί των αποδοχών αυτού. γ.Ως αποδοχές εις τα ανωτέρω εδάφ. α και β λαμβάνονται τα υπό της εκάστοτε ισχυούσης Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Χημικών Βιομηχανίας, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χημικών όλης της χώρας, είτε έχει κηρυχθεί εκτελεστή είτε έχει κηρυχθεί υποχρεωτική για όλους τους Χημικούς της χώρας, καθοριζόμενα ως κατώτατα όρια μηνιαίων μισθών, αναλόγως του συνόλου των ετών εργασίας από της ενάρξεως της ασκήσεως του επαγγέλματος και καταβαλλόμενα από του υπό της Σ.Σ.Ε. οριζομένου χρόνου. Αν τυχόν οι καταβαλλόμενες αποδοχές είναι κατώτερες των βασικών αποδοχών της ανωτέρω Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας και ο μισθωτός απασχολείται με πλήρες ωράριο εργασίας, η εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότου ορίζεται με βάση τις βασικές αποδοχές της Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Σε περίπτωση που οι καταβαλλόμενες αποδοχές είναι κατώτερες των βασικών αποδοχών της Σ.Σ. Εργασίας, γιατί ο ασφαλισμένος απασχολείται αποδεδειγμένα με μειωμένο ωράριο εργασίας, η εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών τούτων, αλλά ο χρόνος ασφαλίσεως θα είναι ανάλογος προς το ποσοστό που αντιστοιχεί το σύνολο των καταβληθεισών μειωμένων αποδοχών, σε σχέση προς το σύνολο των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών βάσει της Σ.Σ. Εργασίας κατά το αυτό χρονικό διάστημα, για πλήρη απασχόληση. Σελ. 426(ι) Τεύχος 1203-Σελ. 54 δ.Εισφορά των ασφαλισμένων που ασκούν το επάγγελμα του ελευθέρου επαγγελματία ή εργάζονται σε δική τους επιχείρηση ή σε εταιρική επιχείρηση στην οποία προσφέρουν ως εταίροι ή μέτοχοι προσωπική εργασία όπως αναφέρεται στο άρθρ. 4, ορίζεται σε ποσοστό 8% επί των αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται στο παραπάνω εδάφ. γ΄. ε.Εισφορά των ασφαλισμένων τακτικών Δημοσίων υπαλλήλων Χημικών ή Χημικών Μηχανικών, Βιοχημικών καθώς και των ασφαλισμένων υπαλλήλων του Ταμείου καθορίζεται σε ποσοστό 5% επί του βασικού μισθού τους μετά του χρονοεπιδόματος και του επιδόματος Α.Τ.Α. ή αντιστοίχου αυτής μελλοντικού επιδόματος. Κράτηση δεν ενεργείται στο Τμήμα των τακτικών αποδοχών που υπερβαίνει τον μηνιαίο βασικό μισθό του πρώτου κλιμακίου του Νομ. 1505/84 (194 Α) όπως θα ισχύει κάθε φορά προσαυξημένο με το επίδομα του χρόνου υπηρεσίας 60% και τα ποσά της Α.Τ.Α. που αντιστοιχούν, ανάλογα με την κλιμάκωση αυτής ή αντιστοίχου αυτής μελλοντικού επιδόματος. Σε κάθε πάντως περίπτωση, οι αποδοχές που υπόκεινται σε κράτηση, εναρμονίζονται με τα ισχύοντα εκάστοτε για τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους που ασφαλίζονται στα Ταμεία Αρωγής Δημοσίων Υπαλλήλων (άρθρ. 10 Νόμ. 1554/85 (97 Α). 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) στ.Εισφορά των απασχολουμένων Χημικών ή Χημικών Μηχανικών και Βιομηχανικών των απασχολουμένων με την ιδιότητα του εκτάκτου ή με σύμβαση εργασίας ή με ημερομίσθιο στο Δημόσιο με εξηρτημένη σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σε ποσοστό 8% επί των αποδοχών που ορίζονται στο εδάφ. γ΄ του άρθρου αυτού. Εφόσον όμως οι αποδοχές τους ορίζονται με βάση διάταξη νόμου ή Υπουργική Απόφαση ή σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εισφορά σε ποσοστό 8% υπολογίζεται επί των αποδοχών αυτών που δεν μπορεί να είναι ανώτερες από τις προβλεπόμενες στο εδάφ. ε του άρθρου αυτού. ζ.Οι διατάξεις του εδάφ. ε΄ του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των ασφαλισμένων Χημικών ή Χημικών Μηχανικών ή Βιοχημικών που απασχολούνται σε Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ιδρύματα και οργανισμούς Δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού Δικαίου ή τοιούτους Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον έχουν αναμφισβητήτως βάσει διατάξεων νόμου την ιδιότητα και τα δικαιώματα του τακτικού δημοσίου υπαλλήλου. Στην περίπτωση των ασφαλισμένων των απασχολουμένων στους ανωτέρω εργοδότες που δεν έχουν την ιδιότητα και τα δικαιώματα του τακτικού δημοσίου υπαλλήλου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των εδαφ. α, β και γ του άρθρου αυτού. η.Εφάπαξ εισφορά εγγραφής από κάθε ασφαλισμένο ανερχομένη σε ποσοστό 14% επί του βασικού μισθού της ανωτέρω Σ.Σ.Ε. του αντιστοιχούντος τα χρόνια υπηρεσίας του κατά το χρόνο της πληρωμής της εισφοράς. θ.Εφάπαξ εισφορά λόγω γάμου από κάθε έγγαμο ασφαλισμένο, ως και εφάπαξ εισφορά από κάθε άγαμο ασφαλισμένο, που είναι προστάτης μελών οικογενείας, τα οποία μπορούν να τύχουν παροχής από το Ταμείο, ανερχομένη σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού της ανωτέρω, Σ.Σ.Ε. του αντιστοιχούντος στα χρόνια υπηρεσίας του ασφαλισμένου κατά το χρόνο της πληρωμής της εισφοράς. ι.Επίσης εφάπαξ εισφορά ανερχομένη σε ποσοστό 7% επί του ανωτέρω βασικού μισθού για το πρώτο τέκνο του εγγάμου ασφαλισμένου, 5% επί του αυτού βασικού μισθού για το δεύτερο τέκνο και 3% επί του αυτού βασικού μισθού για το τρίτο τέκνο αυτού. Για πέραν του τρίτου τέκνα δεν καταβάλλεται εφάπαξ εισφορά. Η ανωτέρω εισφορά καταβάλλεται εντός έτους από της γεννήσεως εκάστου τέκνου. Η εισφορά των παραπάνω εδαφ. η, θ και ι του παρόντος δεν υπόκειται σε παραγραφή». Οι περιπτ. α΄ έως και στ΄ τροποποιήθηκαν με τις άνω περιπτ. α΄ έως και ι΄ και οι υπάρχουσες περιπτ. ζ΄ έως και ια΄ αναριθμήθηκαν αντίστοιχα σε περιπτ. ια΄ έως και ιε΄ από το άρθρ. 4 της 114/οικ.421/12-24 Μαρτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 208) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄283/22-4-1992) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του οποίου η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 8 της ίδιας άνω απόφασης αρχίζει από την 1η του επόμενου μήνα από εκείνο της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ια(ζ).Η εισφορά εκ δρχ. 30 ανά χίλια χιλιόγραμμα επί του παραγομένου τσιμέντου εις δρχ. 300. ιβ(η).Η εισφορά εκ δρχ. 2 κατά χιλιόγραμμον ανύδρου οινοπνεύματος εν γένει διατιθεμένου παρ’ οινοπνευματοποιού β΄ κατηγορίας, εισπραττομένη δι’ ειδικού ενσήμου επί των αδειών μεταφοράς του καθαρού οινοπνεύματος και επί των αδειών μετουσιώσεως του μετουσιουμένου οινοπνεύματος εν γένει, εις δρχ. 20. ιγ(θ).Η εισφορά εκ δρχ. 2 κατά χιλιόγραμμον παραγομένης νωπής ζύμης αρτοποιΐας εις δρχ. 20. ιδ(ι).Η εισφορά εκ δρχ. 40 κατά τόννον επί των παραγομένων ή εισαγομένων οξέων εις δρχ. 400. Οι πόροι των εδαφ. ζ΄-ι΄ ηυξήθησαν εις τα ως άνω ποσά από 1 Απρ. 1946 δια της υπ’ αριθ. 5242/410 της 11/22 Ιουλ. 1946 Αποφ. Υπουργ. Οικονομικών και Εργασίας Εδάφ. ια΄ προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 5694/129 της 7/20 Μαρτ. 1944 αποφ. Υπ. Εργασίας κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 22729/Σ.139 της 9 Απρ./15 Μαΐου 1964 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 176). ιε(ια).Εις τας κατά το παρόν άρθρον ποσοστιαίας εισφοράς υπέρ του Ταμείου επί των αποδοχών των εν γένει ησφαλισμένων και αντιστοίχως του εργοδότου, υποβάλλονται και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα ως και το επίδομα αδείας, ανεξαρτήτως ύψους εισφοράς. Αι ως άνω παροχαί προς τους ησφαλισμένους δεν περιλαμβάνονται εις τας συνταξίμους αποδοχάς αυτών, βάσει των οποίων υπολογίζεται η σύνταξις. Η ισχύς της ανωτέρω διατάξεως έχει εφαρμογήν από 1ης Αυγ. 1964». Το εδάφ. ια΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56848/Σ.511 της 28 Ιουλ./2 Αυγ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 478). «2.Εις τας περιπτώσεις απασχολήσεως του Χημικού εις πλείονας του ενός εργοδότας επί εξηρτημένη εργασιακή σχέσει, καταβάλλονται εις το Ταμείον εισφοραί εργοδότου και ησφαλισμένου δι’ εκάστην των απασχολήσεων τούτων και αποδίδονται παρ’ εκάστου εργοδότου εις το Ταμείο, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 10 του παρόντος. Μετά την λήξιν εκάστου ημερολογιακού έτους επιστρέφονται στον ησφαλισμένο αι επί πλέον εκ των, δια την Κυρίαν απασχόλησιν, καταβληθεισών ατομικών εισφορών αυτού ατόκως. Η επιστροφή ενεργείται κατόπιν υποβολής εις το Ταμείο σχετικής αιτήσεως υπό του ησφαλισμένου εντός του πρώτου εξαμήνου του επομένου ημερολογιακού έτους, συνοδευομένης υπό σχετικών βεβαιώσεων των εργοδοτών». Η παρ. 2 προσετέθη δια της αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 114/3/1271 της 20 Μαΐου/2 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 507). (Αντί για τη σελ. 426,01) Σελ. 426,01(α) Τεύχος 1203-Σελ. 55 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Τρόπος εισπράξεως πόρων Άρθρ.10.-«1.Οι κατά το άρθρ. 9 πόροι του Ταμείου εισπράττονται ως ακολούθως: 1.Αι ατομικαί εισφοραί των παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν ησφαλισμένων παρακρατούνται υπό του εργοδότου εις το τέλος εκάστου μηνός εκ των αποδοχών του ησφαλισμένου και αποδίδονται εις το Ταμείον κατά μήνα ομού μετά της αντιστοίχου εισφοράς του εργοδότου, βάσει σχετικής αναλυτικής καταστάσεως των εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου, ως και των τυχόν εφ’ άπαξ εισφορών του ησφαλισμένου, εντός του επομένου μηνός δι’ ον εγένετο η κράτησις. 2.Η υπό στοιχ. δ΄ μηνιαία εισφορά των δημοσίων υπαλλήλων παρακρατείται εκ των αποδοχών τούτων, σημειούται εις ιδίαν στήλην της μισθοδοτικής καταστάσεως υπό των οικείων Δημοσίων Ταμείων, τα δε αντίστοιχα ποσά εισάγονται εις το Ταμείον κατά τα κεκανονισμένα εν τη ληψοδοσία υπό τον λογαριασμόν «Τρεχούμενοι Λογαριασμοί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου». 3.Οι ελεύθεροι επαγγελματίαι και οι ασκούντες ιδίαν επιχείρησιν ησφαλισμένοι καταβάλλουσι μηνιαίως, τας υπό στοιχ. γ΄ εισφοράς των απ’ ευθείας προς το Ταμείον τοις μετρητοίς ή δια Τραπεζιτικής καταθέσεως του αντιστοιχούντος ποσού εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος ή δια ταχυδρομικής επιταγής. «4.Οι εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών που καθυστερούνται και δεν αποδίδονται στο Ταμείο από τους υπόχρεους που αναφέρονται στις παρ. 1, 2, 3 του άρθρου αυτού από τότε που έγιναν απαιτητές, επιβαρύνονται με προσαύξηση 10% για κάθε τρίμηνο καθυστέρησης. Η επιβάρυνση αυτή δεν μπορεί να φθάσει παραπάνω από το 5% ολόκληρης της οφειλής. Σε περίπτωση που η καθυστέρηση καταβολής των εισφορών συνεχίζεται πέρα από τη διετία από τότε που έπρεπε να είχαν αποδοθεί στο Ταμείο, γίνεται επανυπολογισμός αυτών με βάση τις εισφορές που ισχύουν κατά το χρόνο της εξόφλησης και τις αποδοχές που καταβάλλονται στον ασφαλισμένο κατά τον αυτόν χρόνο, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις της παρ. 1, του άρθρ. 9 του παρόντος. Απαιτητή γίνεται η εισφορά την 1η του μεθεπομένου μήνα από την υποχρέωση της καταβολής της». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 της υπ’ αριθ. 144/1770/6 Αυγ. 3 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 606) απόφαση Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων. (Διόρθ.Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996).Σύμφωνα δε με την παρ. 3 της ίδιας ως άνω απόφασης «η ισχύς της αρχίζει από 1.1.1985». 5.Η υπό στοιχ. η΄ εισφορά εισπράττεται δια καταθέσεως υπό του υποχρέου επί αποδείξει της αναλογούσης εις έκαστον λήξαντα μήνα εισφοράς, παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος δια λογαριασμόν του Ταμείου. Η εκδιδομένη απόδειξις υποβάλλεται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός εις το Ταμείον συνοδεύεται δε υπό καταστάσεως συντασσομένης παρά του οινοπνευματοποιού β΄ κατηγορίας, εν η εμφαίνονται αι διατεθείσαι ποσότητες καθαρού οινοπνεύματος εν γένει ως και αι μετουσιωθείσαι τοιαύται κατά τον λήξαντα μήνα. Η εν λόγω κατάστασις προ της υποβολής αυτής εις το Ταμείον δέον όπως θεωρήται παρά του αρμοδίου παραρτήματος του Γενικού Χημείου του Κράτους. 6.Αι υπό στοιχ. ζ΄ θ΄ και ι΄ εισφοραί εισπράττονται επί τη βάσει υπευθύνου δηλώσεως των βιομηχανικών επιχειρήσεων, εξαγομένης εκ των βιβλίων της επιχειρήσεως και αποστελλομένης κατά μήνα εις το Ταμείον μετά της αποδείξεως καταθέσεως του αντιστοίχου ποσού, δια λογαριασμόν του Ταμείου, παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος. Προκειμένου περί της υπό στοιχ. ι΄ εισφοράς επί των εισαγομένων οξέων αύτη εισπράττεται παρά του αρμοδίου παραρτήματος του Γενικού Χημείου του Κράτους, όπερ δι’ εκάστην εισαγωγήν οξέων εκδίδει διπλότυπον απόδειξιν. Το παράρτημα του Γενικού Χημείου του Κράτους αποστέλλει τα καθ’ έκαστον μήνα εισπραττόμενα ποσά εις το Ταμείον. (7).(Καταργήθηκε από την παρ. 2 της υπ’ αριθ. 114/1770/6 Αυγ.-3 Σεπτ. 1984,ΦΕΚ Β΄ 606, απόφασης Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 της ίδιας ως άνω απόφασης «η ισχύς της αρχίζει από 1.1.1985). (8).(Καταργήθη δια της υπ’ αριθ. 114/3/351 της 10/20 Φεβρ. 1975, ΦΕΚ Β΄ 203, απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Αι επόμεναι παρ. 9-15 έλαβον αρίθμησιν 8-14 αντιστοίχως). (8)(9).(Καταργήθηκε από την παρ. 2 της Γ/114/836/10 Απρ.-3 Μαΐου 1979 (ΦΕΚ Β΄ 416) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών). 7.(8)(9)(10).Αι προς το Ταμείον καθυστερούμεναι εισφοραί ως και εν γένει οι πόροι αυτού υπό παντός εργοδότου, ησφαλισμένου ή υποχρέου γενικώς καταβολής εισφοράς, εισπράττονται συμφώνως προς τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 8.(9)(10)(11).Ως τίτλοι δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των περί των ανωτέρω απαιτήσεων ορίζονται: Α)«Αι αποφάσεις του Διευθυντού του Ταμείου βάσει της εκκαθαρίσεως του λογαριασμού των οφειλετών συντασσομένης υπό της υπηρεσίας εσόδων του Ταμείου. Β)Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου περί καθορισμού του οφειλομένου ποσού λαμβανόμεναι ως ακολούθως: α)Ο διευθυντής του Ταμείου επί τη βάσει εκθέσεως της υπηρεσίας εσόδων του Ταμείου καθορίζει δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του το οφειλόμενον ποσόν και κοινοποιεί επί αποδείξει ή δια δικαστικού κλητήρος την απόφασιν ταύτην εις τον οφειλέτην εργοδότην, ησφαλισμένον ή πάντα υπόχρεον μετά προσκλήσεως προς πληρωμήν των οφειλομένων εντός προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως. Η απόφασις αύτη του Διευθυντού του Ταμείου καθίσταται οριστική και τελεσίδικος (Αντί για τη σελ. 427(ε) Σελ. 427(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 97 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 μετά την εκπνοήν της ταχθείσης προθεσμίας». Τα εδάφ. Α΄ και Βα ετροποποιήθησαν ως άνω δια της παρ. 8 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. β)Κατά της αποφάσεως ταύτης και εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 20 ημερών από της κοινοποιήσεως, επιτρέπεται αναθεώρησις ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου. Της αιτήσεως αναθεωρήσεως ορίζεται δικάσιμος γνωστοποιουμένη εις τον εργοδότην δια συστημένης ή επί αποδείξει επιστολής. Κατά την συζήτησιν, καθ’ ην δύναται ο εργοδότης να παρασταθή αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου, προσκομίζων άμα και άπαντα τα αποδεικτικά του στοιχεία, εξετάζονται αι τυχόν αντιρρήσεις αυτού και εκδίδεται απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζουσα το οφειλόμενον ποσόν. Η απόφασις αύτη είναι οριστική και τελεσίδικος και αποτελεί τίτλον εισπράξεως της απαιτήσεως δια των αρμοδίων Δημοσίων Ταμείων, κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. «Κατά την συζήτησιν της αιτήσεως αναθωρήσεως, εφ’ όσον διαπιστωθή υπό του Διοικ. Συμβουλίου αδυναμία του οφειλέτου εργοδότου ή ησφαλισμένου να καταβάλη αμέσως και εξ’ ολοκλήρου το σύνολον της οφειλής, δύναται το διοικητικόν Συμβούλιον να καθορίση την εξόφλησιν ταύτης, δια μηνιαίων και μέχρι 12 κατ’ ανώτατον όριον, δόσεων». Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 3 της Γ/114/836/10 Απρ.-3 Μαΐου 1979 (ΦΕΚ Β΄ 416) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Η μη εμπρόθεσμη καταβολή 2 συνεχόμενων δόσεων καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών, συνεπάγεται την αμετάκλητη απώλεια του παρασχεθέντος ευεργετήματος της τμηματικής εξόφλησης των οφειλομένων εισφορών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλομένου ποσού, υπολογιζομένου βάσει του ισχύοντος ασφαλίστρου κατά την ημέρα εξόφλησης μετά των αναλογούντων προσθέτων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων». Η μέσα σε « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 2 της με αριθ. 114/οικ. 1076/16-30 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638) (Διόρθ.Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996).αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων «γ.Σε περίπτωση αναγκαστικής είσπραξης των απαιτήσεων του Ταμείου σε πλειστηριασμό ή με αναγγελία σε πλειστηριασμό ή πτώχευση, αυτές κατατάσσονται προνομιακώς μετά των απαιτήσεων της παρ. 6 του άρθρ. 975 της Πολιτικής Δικονομίας. Επί ενδεχομένης ανεπάρκειας του απομείναντος υπολοίπου προς ολοσχερή εξόφληση οι συντρέχουσες προνομιακές απαιτήσεις κατατάσσονται συμμέτρως». Η μέσα σε « » περίπτ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 της με αριθ. 114/οικ. Σελ. 428(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 98 1076/16-30 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638), (Διόρθ. Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων 9.(10)(11)(12).Πάσα διαφορά αναφυομένη κατά την βεβαίωσιν και είσπραξιν των απαιτήσεων του Ταμείου, περί ων τα άρθρ. 9 και 10 του παρόντος, ως και οιασδήποτε ετέρας απαιτήσεως τούτου κατά τρίτου υποχρέου, υπάγεται εις την αρμοδιότητα των εν Αθήναις Δικαστηρίων. 10.(11)(12)(13).Πάσα αξίωσις ή απαίτησις του Ταμείου κατά υποχρέου, εργοδότου, ησφαλισμένου ή τρίτου παραγράφεται μετά 20ετίαν και από της λήξεως του οικονομικού έτους αφ’ ης κατέστη απαιτητή. 11.(12)(13)(14).Εισφοραί αχρεωστήτως εισπραχθείσαι επιστρέφονται επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου ησφαλισμένου ή εργοδότου αφορώσης εις τας ιδίας εκάστου επιστρεπτέας εισφοράς. 12.(13)(14)(15).Αι εισφοραί και εν γένει πόροι του Ταμείου εισπράττονται δια καταθέσεως του αντιστοίχου ποσού εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος δια λογαριασμόν του Ταμείου, όπου δεν ορίζεται άλλως δια του παρόντος, ή δια ταχυδρομικής ή Τραπεζιτικής επιταγής ή και μετρητοίς εις το Ταμείον δι’ υπαλλήλων αυτού οριζομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου». Οι παρ. 9 -14 λαμβάνουν τους αριθμούς 9-13, μετά την κατάργηση της παρ. 8, από την παρ. 2 της Γ/114/836/10 Απρ.-3 Μαΐου 1979 (ΦΕΚ Β΄ 416) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Οι μέσα σε ( ) παρ. 8-13 αναριθμήθηκαν μετά την κατάργηση της παρ. 7, σε παρ. 7-12 αντίστοιχα από την παρ. 2 της υπ’ αριθ. 114/1770/6Αυγ.-3 Σεπτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 606). (Διόρθ.Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996). Το άρθρ. 10 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 22729/Σ. 139 της 9 Απρ./15 Μαΐου 1964 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 176). 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Άρθρ.11.-1.Τα κεφάλαια του Ταμείου τοποθετούνται εις εντόκους καταθέσεις κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. τούτου εις μίαν ή πλείονας των Τραπεζών Εθνικής, Ελλάδος, Αθηνών, Λαϊκής, Ιονικής, Εμπορικής και Αγροτικής, προτιμωμένης εν ίσοις όροις της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και επενδύονται. α)Εις χρεώγραφα του Κράτους. β)Εις μετοχάς, Τραπέζης της Ελλάδος. γ)Εις μετοχάς Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. δ)Εις ομολογίας της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος. ε)Εις δάνεια προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εφ’ όσον παρέχεται εγγύησις του Κράτους. ς)Εις μετοχάς επιχειρήσεων χημικής βιομηχανίας εισηγμένας εις το Χρηματιστήριον κατά την κρίσιν του Διοικ. Συμβουλίου και μέχρι 20% των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ταμείου. «ζ)Εις χορήγησιν τοκοχρεωλυτικών δανείων εις τους συνταξιούχους και το προσωπικόν του Ταμείου μέχρι τριών μηνιαίων συντάξεων ή αποδοχών, επί τόκον ίσον προς τον εκάστοτε υπό της Νομισματικής Επιτροπής οριζόμενου και ασφάλιστρον 1% ετησίως, των τοκοχρεωλυτικών δόσεων παρακρατουμένων εκ της μηνιαίας συντάξεως ή μισθού. Η παροχή του δανείου προς τον αιτούντα δικαιούχον επιτρέπεται μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας εξ εκτάκτων σοβαρών και απροβλέπτων αναγκών, των υπό των προς τούτο ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων Νόμου ή Υπουργικής Αποφάσεως ή αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής ή άλλου αρμοδίου κατά νόμον οργάνου, οριζομένων. Αι μηνιαίαι τοκοχρεωλυτικαί δόσεις δια την εξυπηρέτησιν του δανείου ορίζονται υπό του Διοικ. Συμβουλίου και δεν δύνανται να είναι περισσότεραι των 36». Η περιπτ. ζ΄ που είχε προστεθεί από την 33948/Σ642/9-651 (ΦΕΚ Β΄ 116) απόφ. Υπ. Εργασίας, τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 114/3/1425/21 Ιουν. - 8 Ιουλ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 633) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «2-α)Μέρος των κεφαλαίων του Ταμείου δύναται να διατίθεται προς αγοράν ακινήτου εν Αθήναις ή Πειραιεί. Δια την αγοράν ακινήτου απαιτείται εκτός των δια γενικών ή ειδικών Νόμων επιβαλλομένων διατυπώσεων (έγκρισις Νομισματικής Επιτροπής κ.λ.π.) και προηγουμένη εκτίμησις της αξίας αυτού ενεργουμένη παρά τριμελούς Επιτροπής απαρτιζομένης υπό: 1)του Οικονομικού Εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού της περιφερείας του ακινήτου, 2)του Προϊσταμένου ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού του οικείου Γραφείου του Σχεδίου Πόλεως και 3)ενός Μηχανικού της Α.Ε. «Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος», οριζομένου υπό του Διοικητικού αυτής, τη αιτήσει του Ταμείου. Η περί αγοράς ωρισμένου ακινήτου απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου δέον να εγκριθή και υπό του Υπουργού Εργασίας, προς ον υποβάλλεται ολόκληρος ο φάκελλος της αγοράς μετ’ αντιγράφων των σχετικών πρακτικών του Δ.Σ., της εκθέσεως της Εκτιμητικής Επιτροπής κ.λπ. γ)Ο Υπουργός της Εργασίας δικαιούται να ενεργήση κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν του ακινήτου, αι δαπάναι της οποία βαρύνουσι το Ταμείον. δ)Η έγκρισις του Υπουργού Εργασίας θεωρείται ως δοθείσα εάν παρέλθη άνευ απαντήσεως χρονικόν διάστημα δύο μηνών αφ’ ης υποβληθή εις το Υπουργείον ο σχετικός φάκελλος ο περιλαμβάνων των απόφασιν του Δ.Σ., περί αγοράς του ακινήτου. ε)Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουσι το Ταμείον. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2561/Σ.9 της 25 Ιαν./7 Φεβρ. 1964 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 49). 3.(Καταργήθηκε από το άρθρο μόνο παρ. 1 του Π.Δ. 144/9-22 Απρ. 1992, ΦΕΚ Α΄ 69). «3(4).Κάθε αγορά ή πώληση χρεωγράφων, αγορά ή πώληση ακινήτων, αξιοποίηση ακινήτων επί αντιπαροχή καθώς και εκποίηση ακινήτων με ανταλλαγή με άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας τρίτων ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου η οποία υπόκειται σε έγκριση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η διαδικασία για την αγορά ή την πώληση ακινήτων, την αξιοποίηση ακινήτων επί αντιπαροχή καθώς και την εκποίηση ακινήτων με ανταλλαγή με άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας τρίτων διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 715/79 (ΦΕΚ 212/α/10.9.79)». Οι παρ. 4 και 5 αναριθμήθηκαν σε παρ. 3 και 4 αντίστοιχα και η νέα αναριθμούμενη παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρο μόνο Π.Δ. 144/9-22 Απρ. 1992 (ΦΕΚ Α΄ 69). 4.(5).«Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτητών γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Διοικητικόν Συμβούλιον επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, προκαλεί είτε αναθέτον απ’ ευθείας εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχος ανωτάτων ανεγνωρισμένων Σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την (Αντί για τη σελ. 429(β) Σελ. 429(γ) Τεύχος 1203 - Σελ. 57 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης, περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών - ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.). Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου εις ένα ή πλείονας πολιτικούς μηχανισμούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων, της δημοπρασίας εκτελουμένης, είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ., ανατίθενται δια δημοπρασίας εις τον ακακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του ν’ αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 των δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου μέσω του επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην, είτε ετέρου τοιούτου. Αι αμοιβαί των αρχιτεκτόνων και μηχανικών, μη δυνάμεναι να είναι ανώτεραι των υπό του από 13 Ιουν. 1941 Δ/τος ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως προβλεπομένων κατωτάτων ορίων αμοιβών, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56094/54 της 23 Ιαν./10 Φεβρ. 1954 απόφ. Υπ. Εργασίας. Σελ. 430(γ) Τεύχος 1203- Σελ. 58 «Επιτρέπεται όπως δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου διατεθή εκ των διαθεσίμων του Ταμείου ποσόν μέχρι δρχ. 20.000.000 υπέρ του υιοθετηθέντος υπό της Ενώσεως Χημικών χωρίου». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 67082/Σ 1310 της 20/29 Φεβρ. 1952 απόφ. Υπ. Εργασίας. 6.(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρου μόνου του Π.Δ. 144/9-22 Απρ. 1992, ΦΕΚ Α΄ 69). 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Δικαιούνται Συντάξεως Άρθρ.12.-«1. Συντάξεις γήρατος. α.Ο αποχωρών εκ της εργασίας ασφαλισμένος εφόσον έτυχε συντάξεως από τον Οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο και έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 480 μήνες χρόνο ασφαλίσεως στο Ταμείο ανεξαρτήτως ηλικίας. β.Ο αποχωρών εκ της εργασίας ασφαλισμένος εφόσον έτυχε συντάξεως από τον Οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο και έχει συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 420 μηνών και ηλικία 58 ετών. γ.Ο αποχωρών εκ της εργασίας ασφαλισμένος εφόσον έτυχε συντάξεως από τον Οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο και έχει συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 400 μηνών και ηλικίας 60 ετών. δ.Ο αποχωρών εκ της εργασίας ασφαλισμένος εφόσον έτυχε συντάξεως από τον Οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο και έχει συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 360 μηνών και ηλικίας 62 ετών. ε.Ο αποχωρών εκ της εργασίας ασφαλισμένος εφόσον έτυχε συντάξεως από τον Οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο και έχει συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως 300 μηνών και ηλικία 63 ετών. «στ.Ο αποχωρών εκ της εργασίας του ασφαλισμένος εφόσον έτυχε συντάξεως από τον Οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο και έχει συμπληρώσει χρόνο ασφαλίσεως στο Ταμείο 180 μηνών και ηλικία 65 ετών». Η μέσα σε « » περίπτ. στ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 της με αριθμ. 114/1736 20/21 Νοεμ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 981) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. «ζ.Οι αποχωρούσες από την εργασία ασφαλισμένες γυναίκες, που έχουν ανάπηρα ή ανήλικα τέκνα, εφόσον συνταξιοδοτήθηκαν για την ίδια αιτία από τον Οργανισμό κύριας ασφαλίσεως ή από το Δημόσιο. Οι απαιτούμενες στην περίπτωση αυτή προϋποθέσεις συνταξιοδότησης είναι οι ίδιες με τις προβλεπόμενες για τον Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης ή το Δημόσιο. Η άνω μέσα σε « » περίπτ. ζ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 2 της με αριθμ. 114/1736/20-21 Νοεμ. 1995 (ΦΕΚ Β΄ 981) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 της 114/οικ. 421/12-24 Μαρτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 208) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 283/22-4-1992) απ. Υφυπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.«Σύνταξις αναπηρίας. α.Ο αποχωρών ησφαλισμένος εάν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοιαν του επομένου εδαφίου και έχει συμπληρώσει 60 μηνών χρόνον ασφαλίσεως, εξ ων 12 τουλάχιστον μήνας εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ον κατέστη ανάπηρος. Εις περίπτωσιν αναπηρίας συνεπεία βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την εκτέλεσιν της εργασίας του ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα), ο αποχωρών ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως ανεξαρτήτως χρόνου ασφαλίσεως. β.Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος κατά την έννοιαν της διατάξεως του προηγουμένου εδαφίου, εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, εξαμήνου τουλάχιστον κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν διαρκείας δεν δύναται να κερδίζη, δι’ εργασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις, τας δεξιότητας, την μόρφωσιν και την συνήθη αυτού επαγγελματικήν απασχόλησιν πλέον του τρίτου εκείνου όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως. 3.Σύνταξις Δικαιοδόχων. α.Οι κατά το άρθρ. 14 του παρόντος δικαιοδόχοι θανόντος ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει την ημέραν του θανάτου του χρόνου ασφαλίσεως 60 τουλάχιστον μηνών ανεξαρτήτως δε χρόνου ασφαλίσεως εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν κατά την εκτέλεσιν της εργασίας του ησφαλισμένου (εργατικόν ατύχημα). β.Οι κατά το άρθρ. 14 του παρόντος δικαιοδόχοι θανόντος συνταξιούχου». Αι παρ. 2 και 3 τροποποιηθείσαι αντιστοίχως δια των υπ’ αριθ. 22729/Σ. 139 της 9 Απρ./15 Μαΐου 1964 (ΦΕΚ Β΄ 176) και 69949/Γ 388 της 12/15 Ιαν. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 9) απόφ. Υπ. Εργασίας αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 10 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Υπολογισμός Συντάξεων Άρθρ.13.-«1.Συντάξεις γήρατος: α.Το ποσό της παρεχόμενης σύνταξης για τους αποχωρούντες εκ της εργασίας ασφαλισμένους που καταβάλλουν σύμφωνα με τις περιπτ. α και δ της παρ. 1 του άρθρ. 9 του καταστατικού, εισφορές επί των βασικών μισθών της ισχύουσας εκάστοτε συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) Χημικών Βιομηχανίας, ορίζεται σε τόσα τριακοστά πέμπτα των 21 εκατοστών των συνταξίμων αποδοχών, όσα τα έτη ασφάλισης. β.Ως συντάξιμοι αποδοχές για την εφαρμογή της προηγούμενης περίπτωσης νοούνται οι προβλεπόμενες από την περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 9 του καταστατικού αποδοχές επί των οποίων καταβάλλονται εισφορές, που ισχύουν την 1η του προηγουμένου από της διακοπής της εργασίας του ασφαλισμένου μηνός. «γ.Το ποσό της παρεχόμενης σύνταξης για τους δικαιούμενους σύνταξης από 1.1.1997 ασφαλισμένους υπαλλήλους του Δημοσίου Χημικούς, Χημ. Μηχανικούς και Βιοχημικούς μονίμους, ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας, ή υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ., ή υπαλλήλους άλλης κατηγορίας αναφερομένης εις την περίπτ. ζ της παρ. (Αντί για τη σελ.431(ζ) Σελ. 431(η) Τεύχος 1323 Σελ. 99 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 1 του άρθρ. 9 που καταβάλλουν εισφορές επί αποδοχών Δημοσίων υπαλλήλων, ορίζεται σε τόσα τριακοστά πέμπτα των 16 εκατοστών του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος, όσα τα έτη ασφάλισης». Η περίπτ. γ αντικαταστάθηκε ως άνω από την 114/1627/16-29 Οκτ. 1997 (ΦΕΚ Β΄ 967) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 1037 της 25 Νοεμ. 1997) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. δ.Το προκύπτουν κλάσμα έτους υπολογίζεται ως πλήρες έτος εφ’ όσον υπερβαίνει το εξάμηνο άλλως παραλείπεται και υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος χρόνος. ε.Οι μέχρι σήμερα καταβαλλόμενες συντάξεις στους συνταξιούχους της περίπτ. γ΄ επανυπολογίζονται σύμφωνα με το βασικό Μισθό χρονοεπίδομα και ΑΤΑ που αντιστοιχεί στα έτη ασφάλισης κάθε περίπτωσης που ισχύει κατά τον χρόνο επανυπολογισμού της σύνταξης. Τυχόν δε επιπλέον διαφορά που θα προκύψει μεταξύ καταβαλλόμενης και νέας σύνταξης διατηρείται ως προσωρινό επίδομα, το οποίο συμψηφίζεται με το 75% της εκάστοτε χορηγούμενης, ετησίως, μελλοντικής αύξησης στις συντάξεις αυτών και μέχρι απάλειψης της διαφοράς αυτής. στ.Εάν ο ασφαλισμένος κατέβαλε εισφορές λόγω απασχολήσεως επί των αποδοχών και των δύο κατηγοριών ασφαλισμένων των προηγουμένων περιπτ. α΄ και γ΄ λαμβάνει σύνταξη σύμφωνα με τις αποδοχές της κατηγορίας που είναι ασφαλισμένος τουλάχιστον τα τελευταία πέντε έτη προ της διακοπής της εργασίας του. Σε περίπτωση μη συμπλήρωσης της ως άνω πενταετίας, ο ασφαλισμένος λαμβάνει σύνταξη σύμφωνα με τις αποδοχές της προηγούμενης κατηγορίας ασφαλισμένων στην οποία ανήκε, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το τελευταίο πριν την διακοπή της εργασίας του, έτος. ζ.Σε περίπτωση που συνταξιούχος αναλαμβάνει εκ νέου ασφαλιστέα εργασία, με διακοπή της σύνταξής του, ο νέος χρόνος ασφάλισης αυτού μέχρι την οριστική αποχώρηση εκ της νέας εργασίας του θα προστίθεται στο χρόνο ασφάλισης βάσει του οποίου έχει συνταξιοδοτηθεί και το ποσό της νέας σύνταξης θα ισούται με τη σύνταξη που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι της ιδίας κατηγορίας που συνταξιοδοτήθηκαν την ίδια περίοδο μ’ αυτόν και με τον ίδιο χρόνο ασφάλισης. Σε περίπτωση θανάτου του ως άνω εκ νέου ασφαλισμένου, η σύνταξη των δικαιοδόχων αυτού υπολογίζεται στη σύνταξη του θανάτος, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν, κατά τον χρόνο του θανάτου του. Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 της με αριθμ. 114/οικ. 1076/16-30 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638) (Διόρθ.Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 432(η) Τεύχος 1323 Σελ. 100 «2.Ασφαλισμένοι του Ταμείου που συνταξιοδοτούνται από τον φορέα κύριας ασφάλισης και έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης αλλά όχι και την ηλικία όπως ορίζονται στον κατωτέρω πίνακα. Χρον. Ασφάλισης Ηλικία 420 μήνες 58 ετών 400 μήνες 60 ετών 360 μήνες 62 ετών 300 μήνες 63 ετών 180 μήνες 65 ετών δικαιούνται συντάξεως από το Ταμείο με το ποσό αυτής μειωμένο κατά 0,5% για κάθε μήνα ή 6% για κάθε χρόνο που λείπει, από το όριο ηλικίας που ορίζεται στον παραπάνω πίνακα. Η συνολική μείωση του ποσού της σύνταξης δεν μπορεί να υπερβεί το 42% αυτής για όλες τις περιπτώσεις. Εκκρεμείς συνταξιοδοτικές υποθέσεις κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Η μέσα σε « » διάταξη προστέθηκε ως παρ. 2 και οι επόμενες παρ. 2 και 3 αναριθμήθηκαν σε 3 και 4 αντίστοιχα από την παρ. 5 της με αριθμ. 114/οικ. 1076/16-30 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638) (Διόρθ. Σφαλμ .στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996).αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 3.(2).Σύνταξεις Αναπηρίας. α.Οι κατά τας διατάξεις του άρθρ. 12 παρ. 2 εδάφ. α΄ και β΄ αποχωρούντες του επαγγέλματος του χημικού, κριθέντες ως ανίκανοι δια την άσκησιν οιουδήποτε επαγγέλματος δικαιούνται της κατά τας διατάξεις του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συντάξεως αναλόγως προς τα έτη ασφαλίσεώς των. β.Το ποσόν της κατά το προηγούμενο εδάφιον συντάξεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να είναι έλασσον του τοιούτου του αντιστοιχούντος εις 20ετή συντάξιμον χρόνον ή 30ετή τοιούτον προκειμένου περί συνταξιοδοτουμένου λόγω αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος. γ.Ουδεμία υποχρέωσις καταβολής εισφορών υφίσταται δια τους κατά το προηγούμενον εδάφ. β΄ συνταξιοδοτουμένους, εν σχέσει προς τα πλέον των πραγματικών ετών ασφαλίσεως αυτών προστιθέμενα δια την συνταξιοδότησίν των έτη ασφαλίσεως». Το άρθρ. 13 συμπληρωθέν δια της υπ’ αριθ. 69949/Γ388 της 12/15 Ιαν. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 9) απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 11 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 4.(3).Συντάξεις λόγω θανάτου ησφαλισμένου. Οι κατά τας διατάξεις του εδαφ. α΄ της παρ. 3 του άρθρ. 12 δικαιούμενοι συντάξεως, λαμβάνουν σύνταξιν δικαιοδόχου υπολογιζομένην βάσει του χρόνου ασφαλίσεως του αποβιώσαντος, ουχί όμως ελάσσονος των 20 ετών, ή εφ’ όσον ο θάνατος προήλθεν εξ εργατικού ατυχήματος, των 30 ετών. Δια την αναγνώρισιν του, κατά τ’ ανωτέρω, πέραν του πραγματικού, χρόνου ασφαλίσεως, εφαρμόζονται αι διατάξεις του εδαφ. γ΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου». Η παρ. 3 προσετέθη δια της απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 114/3/1271 της 20 Μαΐου/2 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 507). Δικαιοδόχοι Συντάξεως Άρθρ.14.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούνται συντάξεως: α.Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν, εφ’ όσον ο γάμος ετελέσθη έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Ο ανωτέρω περιορισμός δεν ισχύει εάν: αα)ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα εργατικόν ή μη. ββ)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γγ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. β.Τα άγαμα τέκνα, νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβεν χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα, επί θανάτου δε ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα φυσικά τέκνα αυτής, μέχρι του 18ου έτους της ηλικίας των. Το ανωτέρω όριον ηλικίας των τέκνων παρατείνεται μέχρι του 24ου έτους συμπεπληρωμένου, εφ’ όσον ταύτα συνεχίζουν τας σπουδάς των εις Σχολάς Γενικής ή Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εφ’ όσον κατά την ημέραν συμπληρώσεως των ως άνω ορίων ηλικίας ήσαν ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και δι’ όσον χρόνον διαρκεί η τοιαύτη ανικανότης. 2.Εν ελλείψει των υπό της προηγουμένης παραγράφου οριζομένων προσώπων δικαιούνται συντάξεως: α.Ο πατήρ εφ’ όσον είναι άπορος και έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του ή ούτος είναι άπορος και ανίκανος δια την άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος. β.Η άπορος χήρα μήτηρ ή η εν διαζεύξει και μη συνάψασα έτερον γάμον άπορος μήτηρ εφ’ όσον δεν υπάρχει πατήρ του αποβιώσαντος και η οποία συνετηρείτο υπό του θανόντος ησφαλισμένου υιού της». Το άρθρ. 14, τροποποιηθέν δια των υπ’ αριθ. 66723/Σ. 1516 της 7 Νοεμ./6 Δεκ. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 216) και 22729/Σ.139 της 9 Απρ./15 Μαΐου Σ1964 (ΦΕΚ Β΄ 176) απόφ. Υπ. Εργασίας , αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 12 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Υπολογισμός Συντάξεως δικαιοδόχων Άρθρ.2.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό οκταμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εκ 2 δημοσίων υπαλλήλων, εξ ων ο είς του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των εργοδοτών. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων, εξ ων ο είς εκ της τάξεως των αυτοτελώς εργαζομένων. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εξ ενός προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικώτεραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδοτών μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό των οικείων Επιμελητηρίων ή των οικείων εργοδοτικών επαγγελματικών ή άλλων συναφών κατά Κλάδον, εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Σελ. 422(β) Τεύχος Ε101-Σελ. 50 Η επιλογή των οικείων Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του. Αι παρ. 1, 2 και 3 ετροποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71063 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 4.Το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού Συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. δ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου». Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 1596/Σ 37 της 3/19 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. «5.Εν περιπτώσει θανάτου ή εκπτώσεως μέλους τινός λόγω απωλείας της ιδιότητος υφ’ ην διωρίσθη, το Δ.Σ. θεωρείται εν νομίμω συνθέσει μέχρι του διορισμού του αντικαταστάτου του και δια χρονικόν διάστημα ουχί πλέον του διμήνου εφ’ όσον δια των λοιπών μελών αυτού τακτικών και αναπληρωματικών δύναται να επιτευχθή απαρτία». Η παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 71063 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). Για τη σύνθεση, τις συνεδριάσεις κ.λπ. του Δ.Σ. βλ. την Φ.114/οικ.2275/21-24 Ιουν. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 434), (κατωτ. αριθ. 15). «Άρθρ.2α.-1.Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβ. Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελεν κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών, την λειτουργίαν του Ταμείου. 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς αποφυγήν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κυβ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελεν κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κυβ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού Συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη δια τους αυτούς λόγους και αποφάσεις των Επιτροπών, της διαφωνίας επιλυομένης εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου όπερ δύναται δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της αποφάσεως και διαφωνούντος του Κυβ. Επιτρόπου. Ο Κυβ. Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ.Σ. «2.Το Δ.Σ. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον 6 μελών εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών τούτον Αντιπρόεδρος και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71063 της 8/17 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 3.Χρέη Γραμματέως του Δ.Σ. του Ταμείου εκτελεί είς των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας ή του Ταμείου οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του γραμματέως και του αναπληρωτού του, χρέη γραμματέως εκτελεί είς των υπαλλήλων του Ταμείου οριζόμενος υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου. 4.Εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης θέλουν διορισθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ο Πρόεδρος, ο Κυβ. Επίτροπος, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. ως και ο γραμματεύς μετά των αναπληρωτών των, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρούσης και επί τη υπό ταύτης προβλεπομένη θητεία, της θητείας των ήδη διωρισμένων θεωρουμένης ως ληξάσης από της δημοσιεύσεως της περί ης ανωτέρω αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πάσα διάταξις της διεπούσης το Ταμείον Νομοθεσίας αντικειμένη εις τας διατάξεις της παρούσης καταργείται». Το άρθρ. 2α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 1596/Σ 37 της 3/19 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. Εκπροσώπησις Ταμείου Άρθρ.15.-1.Αι χορηγούμεναι συντάξεις εις τους δικαιοδόχους κανονίζονται ως εξής: α)Η χήρα σύζυγος ή ο σύζυγος δικαιούται συντάξεως ίσης προς τα 7/10 της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο αποβιώσας σύζυγος (ως άμεσος ησφαλισμένος). β)Εφ’ όσον συντρέχουν και τέκνα δικαιούμενα συντάξεως, προστίθενται εις την ανωτέρω σύνταξιν 2/10 δι’ εκάστον ανήλικον τέκνον, μέχρι της συμπληρώσεως ολοκλήρου της συντάξεως. Η σύνταξις του εδαφίου τούτου επιμερίζεται κατά το1/2 εις την χήραν και κατά το έτερον 1/2 εις τα τέκνα και κατ’ ίσας μερίδας. «γ)Ορφανόν θανόντος ησφαλισμένου ή αμέσου συνταξιούχου του Ταμείου λαμβάνει σύνταξιν ίσην προς τα 7/10 της συντάξεως την οποίαν θα εδικαιούτο να λάβη ή ελάμβανεν ο αποβιώσας γονεύς. Εφ’ όσον συντρέχουν και άλλα ορφανά δικαιούμενα συντάξεως προστίθενται εις την ανωτέρω σύνταξιν 2/10 δι’ έκαστον τούτων, επιμεριζομένης της συντάξεως εις ίσας μερίδας μεταξύ των ορφανών». Η περίπτ. γ΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την 114/3/1853/25 Σεπτ.-9 Οκτ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 625) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Τα εδάφ. α, β και γ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 114/3/1271 της 20 Μαΐου/2 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 507). (Αντί για τη σελ.433(ε) Σελ. 433(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 101 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 «δ.Ο πατήρ δικαιούται συντάξεως ίσης προς τα 4/10 της συντάξεως ης θα εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο αποβιώσας υιός, εφ’ όσον δε συντρέχει και μήτηρ προστίθενται εις την ανωτέρω σύνταξιν 2/10. Η χήρα μήτηρ δικαιούται συντάξεως ίσης προς τα 5/10 της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ή ελάμβανεν ο αποβιώσας υιός της. ε΄.Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν η μήτηρ τελεί εν διαζεύξει και είναι άπορος, συνετηρείτο δε υπό του θανόντος υιού της, η αναλογούσα εις αυτήν σύνταξις ισούται προς το ήμισυ της εις αμφοτέρους τους γονείς αναλογούσης τοιαύτης, καταβάλλεται δε κεχωρισμένως εις ταύτην». Τα εδάφ. δ΄, ζ΄ και θ΄ κατηργήθησαν δια της παρ. 13 και τα πρώην εδάφ. ε΄, ς΄ (ως τούτο ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 22729/Σ. 139 της 9 Απρ./15 Μαΐου 1964 (ΦΕΚ Β΄ 176, αποφ. Υπ. Εργασίας) και η΄ έλαβον αρίθμησιν δ΄ και ε΄ τροποποιηθέντα ως άνω δια της παρ. 14 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 333) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «2.Σε περίπτωση που ο δικαιούμενος συντάξεως από ίδιο δικαίωμα δικαιούται και συντάξεως ως δικαιοδόχος αποβιώσαντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, λαμβάνει την μεγαλύτερη από τις συντάξεις αυτές. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του δικαιοδόχους (έμμεσου ασφαλισμένου) που δικαιούται δύο συντάξεις». Η μέσα σε « » παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 της με αριθμ. 114/οικ. 1076/1630 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638), (Διόρθ. Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων 3.Ενήλικα τέκνα ανίκανα προς πάσαν εργασίαν εξομοιούνται προς ανήλικα τοιαύτα. 4.Πάντως εν ουδεμία περιπτώσει η σύνταξις των δικαιοδόχων δύναται να υπερβή την σύνταξιν, ης εδικαιούτο ο ησφαλισμένος ή ελάμβανεν ο συνταξιούχος. Επιστροφή εισφορών Άρθρ.16.-1.Δικαιούνται εις την ανάληψιν των εισφορών του (τακτικών, νεοδιορισμού, προστ. οικογενείας και τέκνων), ατόκως οι δικαιοδόχοι ησφαλισμένου, εάν ούτος είχε μέχρι 60 μηνών χρόνον ασφαλίσεως. 2.Δικαιοδόχοι ησφαλισμένου θανόντος μετά συμπλήρωσιν 60 μηνών χρόνου ασφαλίσεως και μη δικαιούμενοι συντάξεως λαμβάνουν εκτός του ποσού των εισφορών του (παρ. 1) και ίσον ποσόν λόγω βοηθήματος. Σελ. 434(ζ) Τεύχος 1323 Σελ. 102 3.Δικαιούται εις την ανάληψιν των εισφορών του ατόκως πας ησφαλισμένος όστις εκ των υστέρων αποδειχθή ως μη κατέχων τας προϋποθέσεις του άρθρ. 4 μη δικαιούμενος ουδεμιάς άλλης παροχής έστω και αν εγεννήθη το δικαίωμα ταύτης. Βεβαίωσις αναπηρίας Άρθρ.17.-1.Προς βεβαίωσιν της σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος απαιτείται πιστοποιητικόν υγειονομικής Επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός ιατρού υποδεικνυομένου παρά του Ταμείου, ενός ιατρού υποδεικνυομένου παρά του ενδιαφερομένου και ενός Καθηγητού του Πανεπιστημίου ή Διευθυντού κλινικής Νοσοκομείου της ειδικότητος της παθήσεως ην επικαλείται ο ησφαλισμένος. 2.Η αμοιβή της Επιτροπής βαρύνει το Ταμείον, εκτός εάν η Επιτροπή κατά πλειοψηφίαν κρίνη τον εξεταζόμενον ικανόν οπότε η αμοιβή της Επιτροπής βαρύνει τουτον. «3.Στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος έχει συνταξιοδοτηθεί από τον Οργανισμό της κυρίας ασφαλίσεως, για σωματική ή πνευματική ανικανότητα που βεβαιώθηκε από την Υγειονομική Επιτροπή με μέριμνα του Οργανισμού τούτου, με βάση την ίδια γνωμάτευση, το Ταμείο μπορεί να χορηγήσει στον ασφαλισμένο σύνταξη αναπηρίας χωρίς να τον παραπέμψει στην Υγειονομική Επιτροπή της πιο πάνω παρ. 1». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 2 της 114/3/1063/13 Απρ.-13 Μαΐου 1983 (ΦΕΚ Β΄ 252) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Η.ζ.2 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) Διακοπή συντάξεων Άρθρ.18.-«1α.Η σύνταξη διακόπτεται από την ημέρα που ο συνταξιούχος θα αναλάβει εκ νέου ασφαλιστέα εργασία σύμφωνα με το άρθρ. 4 του Καταστατικού ή συνεχίζει χωρίς να διακόψει την άσκηση της εργασίας την οποία ασκούσε προηγουμένως, είτε ως μισθωτός, είτε ως αυτοαπασχολούμενος ή ως ελεύθερος επαγγελματίας, εφόσον εισπράττει μηνιαίως ως μισθό ή αμείβεται μηνιαίως με έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή εκδίδει αποδείξεις ή τιμολόγια το ποσό των οποίων κατά μέσον όρον μηνιαίως, είναι ανώτερο του 50πλάσιοιυ του εκάστοτε ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, που ισχύει για το ΙΚΑ και όπως αυτό θα ισχύει κάθε φορά. β.Αν από τη νέα εργασία ή τη συνέχιση της προηγούμενης εισπράττει ως μισθό μηνιαίως, ή προκειμένου για ελεύθερους επαγγελματίες εισπράτει κατά μέσο όρο μηνιαίως ποσό ίσο ή κατώτερο του 50πλασίου του εκάστοτε ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτη, που ισχύει για το ΙΚΑ και όπως αυτό θα ισχύει κάθε φορά η σύνταξη δεν διακόπτεται, αλλά καταβάλλονται υποχρεωτικά στο Ταμείο, από το οποίο συνταξιοδοτείται, οι εισφορές (εργοδοτική, εργατική) που ανέρχονται στο διπλάσιο των εισφορών της κατηγορίας στην οποία ανήκει επί των αποδοχών που καταβάλλονται μηνιαίως στο συνταξιούχο ή των μέσο όρο μηνιαίως εσόδων που προκύπτουν με βάση τα δελτία παροχής υπηρεσιών. γ.Όταν αρθεί ο λόγος διακοπής της συντάξεως, η καταβολή εκ νέου της συντάξεως, αρχίζει από την πρώτη του επομένου μηνός εκείνου εντός του οποίου έπαυσε να υπάρχει ο λόγος της διακοπής. Σε καμμιά περίπτωση δεν καταβάλλονται οι συντάξεις που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει διακοπεί η σύνταξη. Αν έχει εισπράξει συντάξεις κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως ο εισπράξας υποχρεούται να επιστρέψει τα αντίστοιχα ποσά ως παρανόμως εισπραχθέντα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Το δε Διοικητικό Συμβούλιο παραπέμπει την υπόθεση εις τον αρμόδιο Εισαγγελέα για την άσκηση της ποινικής διώξεως του υπαιτίου.» Η μέσα σε « » παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 της με αριθ. 114/οικ. 1076/16-30 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638), (Διόρθ.Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα απόλλυται: α)Εάν η χήρα σύζυγος ή η χήρα μήτηρ έλθη εκ νέου εις γάμον. β)Εάν τα θήλεα τέκνα ή αδελφαί του θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου έλθωσιν εις γάμον. γ)Εάν τ’ ανήλικα άρρενα τέκνα ενηλικιωθώσιν ή έλθωσιν εις γάμον προ της ενηλικιώσεως. «3.Ο συνταξιούχος του Ταμείου λόγω γήρατος ή αναπηρίας, οφείλει να υποβάλει στο Ταμείο εντός μηνός από της αναλήψεως νέας εργασίας, δήλωση του Νόμ. 1599/86, παρέχοντας κάθε πληροφορία για την εργασία του αυτή. Η παράλειψη της δηλώσεως ή η παροχή ανακριβών πληροφοριών, συνεπάγεται την αναστολή για το λόγο αυτόν και μόνο, της καταβολής της σύνταξής του για δώδεκα μήνες, από τον επόμενο μήνα που έλαβε γνώση της απασχόλησής του το Ταμείο». Η μέσα σε « » παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 8 της με αριθμ. 114/οικ. 1076/16-30 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Β΄ 638),(Διόρθ.Σφαλμ.στο ΦΕΚ Β΄866/16 Σεπτ.1996) αποφ. Υπ. Εργασ. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Ανεκχώρητον και ακατάσχετον συντάξεων και εισφορών Άρθρ.19.-1.Απαγορεύεται η εκχώρησις των χορηγουμένων συντάξεων και επιστροφή εισφορών εξαιρουμένης της περιπτώσεως διατροφής συζυγού κατιόντων ή ανιόντων είτε δικαστικώς επιβαλλομένης είτε δια συμβάσεως μετά των δικαιουμένων διατροφής και των δικαιούχων των παροχών. Έξοδα Κηδείας Άρθρ.20.-Εις τον επιμεληθέντα της κηδείας θανόντος αμέσου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου, ουχί δε και δικαιοδόχου, καταβάλλεται υπό του Ταμείου δι’ έξοδα κηδείας ποσόν ίσον προς το τριπλάσιον του εκάστοτε ισχύοντος κατωτάτου ορίου συντάξεως λόγω γήρατος». Το άρθρ. 20 ετροποποιήθη ως άνω δια της απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών αριθ. 114/3/1271 της 20 Μαΐου/2 Ιουν. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 507). Παραγραφή Παροχών Άρθρ.21.-1.Πάσα οφειλή του Ταμείου προς δικαιούμενον συντάξεως ή επιστροφής εισφορών παραγράφεται μετά πενταετίαν αφ’ ης κατέστη απαιτητή. 2.(Κατηργήθη και η επομένη παρ. 3 έλαβεν αρίθμησιν 2, δια της παρ. 17 της υπ’ αριθ. 114/1024 της 7/15 Μαρτ. 1973, ΦΕΚ Β΄ 333, απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). (3)«2.«Εν ουδεμιά περιπτώσει καταβάλλεται σύνταξις αναδρομικώς πλέον του έτους από της ημερομηνίας της υποβολής της περί απονομής συντάξεως αιτήσεως του δικαιούχου. Το άρθρ. 21 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 51358/Σ. 1184 της 4 Δεκ. 1948/10 Ιαν. 1949 απόφ. Υπουργ. Εργασίας. Έλεγχος Διαχειρίσεως Άρθρ.22.-1.Ο Διαχειριστικός έλεγχος του Ταμείου ασκείται ετησίως υπό τετραμελούς Επιτροπής διοριζομένης δι’ αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας και αποτελουμένης εκ δύο υπαλλήλων του Υφυπουργείου Εργασίας και δύο ησφαλισμένων. 2.Μετά το πέρας του ελέγχου η Επιτροπή συντάσσει και υποβάλλει εις το Υφυπουργείον Εργασίας λεπτομερή περί τούτου έκθεσιν, αντίγραφον της οποίας κοινοποιείται εις το Ταμείον. 3.Η αμοιβή των μελών της Επιτροπής ορίζεται εις Δρχ. 5.000 εφ’ άπαξ και δι’ έκαστον. (Αντί για τη σελ.434,01(θ) Σελ. 434,01(ι) Τεύχος 1323 Σελ. 103 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Χημικών(ΤΕΑΧ) 39.Η.ζ.2 «4.Προς αντιμετώπισιν των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, να συνιστώνται συνεργεία εκ του προσωπικού του Ταμείου δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη αποζημίωσις των μετεχόντων εις τα συνεργεία υπαλλήλων. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 1ης Δεκ. 1946». Η παρ. 4 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 2942/ 168 της 18 Φεβρ./17 Μαρτ. 1947 αποφάσεως Υπ. Εργασίας. «5.Εις το πάσης φύσεως προσωπικόν του Ταμείου δύνανται να χορηγώνται μηνιαίως και από 1ης Μαρτ. 1949 κατ’ αποκοπήν πάγια έξοδα κινήσεως μέχρι δρχ. 200.000 μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου καταβαλλόμενα την 1ην εκάστου μηνός (ατονεί)». Η παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 21874/Σ. 505 της 7/26 Μαΐου 1949 απόφ. Υπουργού Εργασίας. (Διαδικασία, έναρξις, λήξις, αναστολή, διακοπή καταβολής συντάξεως. Άρθρ.23.-«1.Δια την απονομήν συντάξεως ή δια την επιστροφήν εισφορών δέον όπως ο δικαιούχος υποβάλη σχετικήν αίτησιν προς το Ταμείον. Το Διοικητικόν Συμβούλιον, υποχρεούται να εκδώση την απόφασίν του εντός δύο μηνών το βραδύτερον. 2.Ημέρα ενάρξεως καταβολής της συντάξεως ορίζεται ως κατωτέρω: α.Δια τους ησφαλισμένους και τους τελούντος εν εξηρτημένη σχέσει εργασίας παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, η επομένη της αποχωρήσεως εκ της εργασίας των και διακοπής της ασκήσεως περαιτέρω του επαγγέλματος του χημικού. Δια τους ησφαλισμένους δημοσίους υπαλλήλους, η επομένη της αποχωρήσεως εκ της υπηρεσίας των ή της λήξεως των τριμήνων αποδοχών των και διακοπής της ασκήσεως περαιτέρω του επαγγέλματος του χημικού. Δια τους ησφαλισμένους ελευθέρους επαγγλεματίας, η επομένη της ημέρας της αναφερομένης εις την, περί δ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.