📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 57233/Σ.1475 της 29 Απρ./12 Ιουν. 1950 (ΦΕΚ Β΄ 88) (Διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 129/1950) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταρειών Πετρελαιοειδών. Έχοντες υπ’ όψει: 1)το άρθρ. 59 παρ. 1 του Α. Νόμου της 11.11.35 «περί οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας», 2)τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος «περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής», 3)πρότασιν του Δ.Σ. του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών υποβληθείσαν ημίν δια της υπ’ αριθ. 1318 ε.έ. αναφοράς αυτού, 4)γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 337 ε.έ., συνεδρίασις 25η της 1ης Δεκ. 1949, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το καταστατικόν του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών εξ άρθρ. 21 έχον ούτω: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Έκτασις ασφαλίσεως-Γενικαί διατάξεις Τίτλος-Έδρα Άρθρ.1.-Το δια του Κανονιστικού Δ/τος της 31ης Δεκ. 1943 (ΦΕΚ 21/7.2.1944) ιδρυθέν Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών και του λοιπού εν τω παρόντι προς συντομίαν αναφερόμενον «Ταμείον» αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εδρεύει εν Αθήναις και τελεί υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας. Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.10.-1.Δικαιούνται συντάξεως αναπηρίας υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις και διακρίσεις ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής δεν δύναται να κερδίση δι’ εγασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις τας δεξιότητας την μόρφωσιν και την συνήθη αυτού επαγγελματικήν απασχόλησιν πλέον του 1/2 εκείνου όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως. Ως αναπηρία παρέχουσα δικαίωμα εις σύνταξιν λογίζεται η μέλλουσα να διαρκέση κατά ιατρικήν πρόβλεψιν 6 τουλάχιστον μήνας. 2.Ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος καθιστάμενος ανάπηρος υπό την άνω έννοιαν δικαιούται συντάξεως, α)εάν συνεπλήρωσε 5ετή πραγματικήν υπηρεσίαν, β)εάν η ανικανότης οφείλεται εις ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την εκτέλεσιν της εργασίας ή εξ αφορμής ταύτης και μη δυνάμενον να αποδοθή εις δόλον του παθόντος, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας. γ)Εάν η αναπηρία επήλθεν συνεπεία πολεμικού ατυχήματος κατά την έννοιαν διατάξεων της υπ’ αριθ. 67724/1940 Υπουργικής αποφάσεως υπό τους εν αυτή όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς. Αι διατάξεις της άνω Υπουργικής αποφάσεως εφαρμόζονται και εις περιπτώσεις αναπηρίας επερχομένης διαρκούσης της παρούσης ανταρσίας και εξ αιτίας αυτής εφ’ όσον δεν οφείλεται αύτη εις συμμετοχήν του παθόντος, εις την ανταρσίαν. Πρόσωπα εκ των κατά τον παρόντα Κανονισμόν δικαιούμενον συντάξεως στερούνται παντός δικαιώματος, εάν δι’ αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν τελεσθείσαν εκ προμελέτης, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος ή η αναπηρία του ησφαλισμένου ή ο θάνατος του συνταξιούχου (της ησφαλισμένης συνταξιούχου). «3.Η σύνταξις αναπηρίας μεταρέπεται εις οριστικήν σύνταξιν λόγω γήρατος εφ’ όσον οι συνταξιοδοτούμενοι: α)Συνεπλήρωσαν το 55ον έτος της ηλικίας των οι άρρενες και το 50ον αι θήλεις, συνταξιοδοτούνται δε επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή εις τρείς τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ υγειονομικής Επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. β)Συνεπλήρωσαν το 60ον έτος της ηλικίας των οι άρρενες και το 55ον έτος αι θήλεις, συνταξιοδοτούνται δε επί πέντε έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή εις δυο τουλάχιστον εξετάσεις παρ’ υγειονομικής επιτροπή, κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. γ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας οι συνταξιοδοτούμενοι επί δώδεκα έτη συνεχώς. δ)Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας οι συνταξιοδοτούμενοι επί 20 έτη συνεχώς ή διακεκομμένως, πάντως όμως από τριετίας συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι». Διάταξις προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 56177 της 22 Οκτ./2 Νοεμ. 1953 (ΦΕΚ Β΄ 247)αποφ. Υπ. Εργασίας, κατηργήθη και αντ’ αυτής προσετέθη η ανωτέρω παρ. 3, δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 124/3/3338 της 10/28 Δεκ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1348) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Εξακρίβωσις και βεβαίωσις της αναπηρίας Άρθρ.11.-1.Η εξακρίβωσις της αναπηρίας ενεργείται δι’ εξετάσεως του ησφαλισμένου υπό της πρωτοβαθμίου υγειονομικής Επιτροπής του υποκαταστήματος του ΙΚΑ του εδρεύοντος εις την περιφέρειαν της κατοικίας αυτού ή του πλησιεστέρου προς ταύτην. 2.Κατά της αποφάσεως της ως άνω επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του εν Αθήναις υποκαταστήματος του ΙΚΑ. Δικαίωμα προσφυγής έχει και ο ησφαλισμένος και το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 60 ημερών από της κοινοποιήσεως. Η προσφυγή κατατίθεται εις το Κατάστημα του Ταμείου. 3.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως, αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας υγειονομικής επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 4.Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των υγειονομικών επιτροπών του ΙΚΑ, αν οπωσδήποτε ήθελεν νομίση ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις, οπότε δύναται να αναθεωρήση την προηγουμένην πρότασιν αυτού. «5.Προκειμένου περί παρατάσεως της συνταξιοδοτήσεως των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του Ταμείου, γίνονται δεκταί εις απόδειξιν της συνεχίσεως της αναπηρίας αι αποφάσεις συνταξιοδοτήσεως του Ι.Κ.Α., δι’ ων βάσει γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών αυτού παρετάθη η εκ του Ι.Κ.Α. λόγω αναπηρίας συνταξιοδότησις, εφ’ όσον εν αυταίς αναφέρονται ο χρόνος της παρατάσεως, το ποσοστόν της αναπηρίας και το είδος της ασθενείας». Η παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 74557/Σ.717 τη; 19/28 Σεπτ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 429). (Αντί της σελ. 1651(α) Σελ. 1651(β) Τεύχος 669-Σελ. 133 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 370 «Δια την απόδειξιν της μη συνδρομής περιπτώσεως αναπηρίας περί ης η παράγραφος 5 του άρθρου 9α δύναται να λαμβάνεται υπ’ όψιν πρόσφατος γνωμάτευσις υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ εκδοθείσα δια την υπαγωγήν του ενδιαφερομένου εις την παρά τω ΙΚΑ προαιρετικήν ασφάλισιν». Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια του άρθρ. 4 Π.Δ. 315 της 14 Απρ./6 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Α΄ 67). Προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω θανάτου Αρθρ.12.-Α΄.Εις περίπτωσιν θανάτου ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει κατά τον χρόνον του θανάτου του 5ετή πραγματικήν υπηρεσίαν ή εις περίπτωσιν θανάτου επελθόντος εκ των εν άρθρ. 10 παρ. 2 εδαφ. β΄ και γ΄ αιτιών, ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, ως και εις περίπτωσιν θανάτου συνταξιούχου, δικαιούνται ασφαλιστικών παροχών αι κάτωθι τάξεις. 1.α)Η χήρα σύζυγος, επί ησφαλισμένης δε ο επιζών ανάπηρος και άπορος σύζυγος. β)Τα τέκνα (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, υιοθετηθέντα) επί ησφαλισμένης δε και τα φυσικά, τα μεν άρρενα μέχρί του 18ου έτους της ηλικίας των τα δε θήλεα μέχρι του 30ού, εκτός εάν εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις είναι απολύτως ανίκανα προς εργασίαν, οπότε δικαιούνται συντάξεως μέχρι άρσεως της ανικανότητος ή αν συνεχίσωσιν τας σπουδάς των εις Σχολάς Μέσης ή Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως ή επαγγελματικάς τοιαύτας ότε η συνταξιοδότησίς των παρατείνεται μέχρι του πέρατος των σπουδών εν πάση δε περιπτώσει, ουχί πέραν του 23ου έτους της ηλικίας των συμπεπληρωμένου. γ)Η χήρα μήτηρ εφ’ όσον η συντήρησις αυτής εβάρυνε κατά κύριον λόγον τον θανόντα. 2.Οι γονείς. 3.Οι ορφανοί πατρός και μητρός αδελφοί ή αδελφαί. Εκάστη τάξις δικαιοδόχων αποκλείει την άλλην. Β΄4.Η χήρα ησφαλισμένου δικαιούται συντάξεως εφ’ όσον δεν είχε διαζευχθή μέχρι του θανάτου του ησφαλισμένου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως ο δε γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον έν έτος προ του θανάτου αυτού. Οπωσδήποτε ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβάσεως δικαιούται συντάξεως η χήρα εάν α)Ο θάνατος του ησφαλισμένου επήλθεν συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ετέλει εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. 5.Η χήρα του συνταξιούχου ου ο γάμος ετελέσθη προ της συνταξιοδοτήσεως υπό τους αυτούς ως άνω εν εδαφ. 4 όρους και προϋποθέσεις. Σελ. 1652(β) Τεύχος 669-Σελ. 134 6.Η χήρα θανόντος συνταξιούχου μεθ’ ου ο γάμος ετελέσθη μετά την συνταξιοδότησίν του, εφ’ όσον δεν είχε διαζευχθεί μέχρι του θανάτου του συνταξιούχου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον δύο έτη προ του θανάτου αυτού. Οπωσδήποτε δικαιούνται συντάξεως ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβιώσεως εάν: α)Ο θάνατος του συνταξιούχου επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή νομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου ετέλει εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. 7.Ο άπορος και ανάπηρος ή συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του χήρος, ησφαλισμένης εφ’ όσον δεν είχε διαζευχθή μέχρι του θανάτου αυτής, δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον έν έτος προ του θανάτου αυτής. Οπωσδήποτε δικαιούται ούτος συν/ξεως ανεξαρτήτως χρόνου εγγάμου συμβιώσεως εάν α)Ο θάνατος της ησφαλισμένης επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη, ή ενομιμοποιήθη τέκνον. 8.Ο άπορος και ανάπηρος ή συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του χήρος συνταξιούχου μεθ’ ης ο γάμος ετελέσθη προ της συνταξιοδοτήσεως υπό τας αυτάς ως άνω εν παρ. 7 προϋποθέσεις. 9.Ο άπορος και ανάπηρος ή συμπληρώσας το 65ον έτος της ηλικίας του χήρος συνταξιούχου μεθ’ ης ο γάμος ετελέσθη μετά την συνταξιοδότησιν, εφ’ όσον δεν είχε διαζευχή μέχρι του θανάτου της συνταξιούχου δι’ οριστικής και τελεσιδίκου αποφάσεως και ο γάμος έλαβε χώραν τουλάχιστον δύο έτη προ του θανάτου της συνταξιούχου. Οπωσδήποτε δικαιούται ούτος συντάξεως ανεξαρτήτου χρόνου εγγάμου συμβιώσεως εάν: α)Ο θάνατος της συνταξιούχου επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομοποιήθη τέκνον. 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 371 10.Τα θετά τέκνα δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον η υιοθεσία έλαβε χώραν τουλάχιστον 5 έτη προ του θανάτου ή της χορηγήσεως της συντάξεως εις τον θετόν γονέα, ή ασχέτως χρόνου εφ’ όσον ο θάνατος επήλθε συνεπεία ατυχήματος ή οξείας νόσου. 11.Η χήρα μήτηρ θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου εφ’ όσον ή συντήρησις ταύτης εβάρυνε κυρίως τον θανόντα, και είναι αποδεδειγμένως άπορος. 12.Οι γονείς δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον είναι αποδεδειγμένως άποροι και η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ο δε πατήρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι ανίκανος προς εργασίαν ή έχει συμπληρώσει το 65ον έτος της ηλικίας του. 13.Οι ορφανοί μητρός και πατρός αδελφοί ή αδελφαί εφ’ όσον είναι αποδεδειγμένως άποροι και η συντήρησίς των εβάρυνε τον θανόντα, υπό τους αυτούς όρους και περιορισμούς υφ’ ους και τα τέκνα. Απονεμηθείσης συντάξεως εις πρόσωπον ή πρόσωπα τάξεως τινός και εκλιπόντων τούτων δεν χωρεί απονομή συντάξεως εις τα πρόσωπα άλλης τάξεως. Ποσόν Συντάξεως Άρθρ.13.-1.«α)1.Η μηνιαία σύνταξη αποτελείται από ένα βασικό ποσό 10% επί των συνταξίμων αποδοχών και από προσαύξηση 1% επί των ιδίων αποδοχών για κάθε χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας. Σαν συντάξιμες αποδοχές λογίζονται ο μέσος όρος του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών της τελευταίας προ της εξόδου από την υπηρεσία 2ετίας που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ του Ταμείου με εξαίρεση τα δώρα, επίδομα αδείας και τις υπερωρίες που πραγματοποιούνται πέρα των νομίμων όπως καθορίζονται κάθε φορά από τον Υπουργό Εργασίας και με την εξής κλίμακα: Α)Για αποδοχές μέχρι το ύψος του μισθού της ανωτάτης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ που ισχύει κάθε φορά λαμβάνεται υπόψη το 100%. Β)Για αποδοχές άνω του μισθού της ανωτάτης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ το 20%. 2. Ειδικά για όσους ασφαλισμένους συνταξιοδοτήθηκαν από 17.6.1982 και μετά ή θα συνταξιοδοτηθούν μέχρι 31.12.1987, στο μηνιαίο μισθό για τον υπολογισμό της σύνταξης, ως ανωτέρω, συνυπολογίζεται το σύνολο της αποζημίωσής τους για υπερωριακή απασχόληση. 3.Οι συντάξεις που καταβάλει το Ταμείο μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος επανυπολογίζονται σύμφωνα με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού της σύνταξης. Εάν από τον επανυπολογισμό προκύψει μικρότερο ποσό σύνταξης, εξακολουθεί να καταβάλλεται ολόκληρο το ποσό της σύνταξης η διαφορά δε μεταξύ δικαιουμένης και καταβαλόμενης σύνταξης δίδεται υπό μορφή προσωρινού επιδόματος. 4.Για τον υπολογισμό των συνταξίμων αποδοχών όσων συνεχίζουν την ασφάλιση προαιρετικά, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των αποδοχών της τελευταίας διετίας προ της διακοπής της προαιρετικής ασφάλισης επί των οποίων υπολογίζονται εισφορές, εφαρμοζομένης ανάλογα της κλιμάκας των αποδοχών της περιπτ. 1 του εδαφίου αυτού». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 2 Π.Δ. 279/26 Ιουλ.-21 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 127) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6-10-1986). «β.Από 1.12.1987 το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερο του ποσού των 14.200 δραχμ. Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος και αναπηρίας και του ποσού των 11.600 δραχμ. Για τους συνταξιούχους λόγω θανάτου, ανεξάρτητα από το χρόνο έναρξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος». Η περιπτ. β΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 124/645/31 Μαρτ.-20 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 209) απ Υπ Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, (κατώτ. αριθ. 25). γ.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 2 Π.Δ. 279/26 Ιουλ.-21 Αυγ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 127, διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6-10-1986). 2.Εις περιπτώσεις θεμελιώσεως δικαιώματος με χρόνον συνταξίμου υπηρεσίας ολιγώτερον των 10 ετών, δια τον υπολογισμόν της συντάξεως λογίζεται συμπληρωθείς 10ετής χρόνος συνταξίμου υπηρεσίας. «2α.Προκειμένου περί ησφαλισμένων κριθέντων αναπήρων ή ανικάνων λόγω τραυμάτων ή κακουχιών πολέμου συμφώνως προς την περί αναπήρων πολέμου νομοθεσίαν, το κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου βασικόν ποσόν συντάξεως ισούται προς τα 20% του μέσου ορού του μηνιαίου μισθού των τελευταίων προ της εξόδου των 24 μηνών, εφ’ ου υπολογίζονται αι προσαυξήσεις εξ 1% δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας». Η παρ. 2α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 128644/Σ.1659 της 2/14 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 701). «3.Το δυνάμει της υπ’ αριθ. 49557/0290/1.8.53 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας χορηγηθέν από 1-7-1953 εις τους συνταξιούχους του Ταμείου επίδομα εξ 8% ενσωματούται εις την σύνταξιν. Το εν λόγω επίδομα δεν χορηγήται εις τους μετά την 1-1-1955 εξελθόντας και εξερχομένους της υπηρεσίας». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 69942/Σ.1604 της 15/18 Νοεμ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 202). (Αντί για τη σελ. 1653(κ) Σελ. 1653(λ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 111 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 372 «Αι βάσει των καταστατικών διατάξεων του ΤΕΑΠΕΠ καταβαλλόμεναι συντάξεις εις τους συνταξιούχους αυτού, αυξάνονται δια το μέχρι των 1000 δραχμών τμήμα αυτών αναλόγως του χρόνου ενάρξεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά τον κάτωθι πίνακα: Χρόνος ενάρξεως Ποσοστόν αυξήσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος Κατά ποσοστόν 20% Μέχρι 31.12.1964 Κατά ποσοστόν 15% από 1.1.1965 έως 31.12.1966 Κατά ποσοστόν 10% από 1.1.1967 έως 31.12.1968 Κατά ποσοστόν 5% από 1.1.1969 έως 31.12.1970 «Αι καταβαλλόμεναι συντάξεις μετά των ως άνω προσαυξήσεων δεν δύνανται να είναι κατώτεραι του ποσού των 900 δραχμών δια τους αμέσως συνταξιούχους και του ποσού των 810 δραχμών δια τους εμμέσους συνταξιούχους. Τα ανωτέρω ποσά καθορίζονται ως κατώτατα όρια των απονεμομένων εφ’ εξής συντάξεων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 124/3/4107 της 22 Νοεμ./5 Δεκ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 1055) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, η ισχύς της οποίας άρχεται από της 1ης του επομένου της δημοσιεύσεως της μηνός. Σελ. 1654(λ) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 112 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 373 Ποσόν συντάξεως Δικαιούχων Άρθρ.14.-Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως των δικαιουμένων τοιαύτης μελών οικογενείας θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ορίζεται εις ποσοστόν της κατά το άρθρ. 13 του παρόντος συντάξεως ην ελάμβανεν ο θανών συνταξιούχος ή εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος καθιστάμενος ανάπηρος κατά την ημέραν του θανάτου του, κατανεμόμενον ως κατωτέρω: α)Εις την χήραν ή τον χήρον σύζυγον άνευ τέκνων τα 60%. β)Εις την χήραν ή χήρον σύζυγον μεθ’ ενός τέκνου τα 80%, μετά τα δύο τέκνων ή πλειόνων τα 90% του συνόλου της συντάξεως τούτων, μη δυναμένου να υπερβή τα 90% της εις τον συνταξιούχον χορηγουμένης συντάξεως ή εκείνης ην θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος, εν εναντία περιπτώσει, μειουμένου αναλόγως. γ)Εις έν τέκνον ορφανόν εξ αμφοτέρων των γονέων τα 60%, εις δύο τέκνα ορφανά εξ αμφοτέρων των γονέων τα 80%. Επί πλειόνων τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων το ποσόν της χορηγουμένης συντάξεως δεν δύναται να υπερβή το 90% της συντάξεως του θανόντος συνταξιούχου ή εκείνης ην θα εδικαιούτο λαμβάνειν ο θανών ησφαλισμένος γονεύς. δ)Εις την χήρα μητέρα μετά χήρας ή χήρου συζύγου και τέκνων τα 20%. ε)Εις την χήραν μητέρα: 1)άνευ χήρας ή χήρου συζύγου ή τέκνου τα 50% εφ’ όσον στερείται ετέρων αρρένων ενηλίκων τέκνων και 20% εάν έχη και έτερα άρρενα ενήλικα τέκνα,2)άνευ χήρου ή χήρας συζύγου αλλά μετά τέκνων τα 30%. ς)Εις αμφοτέρους συντρέχοντας γονείς 60%, εις δε μόνον τον πατέρα 50% εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις εφ’ όσον δεν υπάρχουν έτερα ενήλικα άρρενα τέκνα. ζ)Εις τους αδελφούς εις έκαστον και μέχρι δύο αδελφών τα 30%και επί πλείονας των δύο τα 80% εφ’ όσον δεν υπάρχουν έτεροι ενήλικες, άρρενες αδελφοί, άλλως τα 20% δι’ έκαστον αδελφόν και μέχρι 60%εις περιπτώσεις συνδρομής πλειόνων των τριών. Οσάκις λόγω συνδρομής πλειόνων μελών οικογενείας το ποσόν της συνολικής συντάξεως ης δικαιούνται ταύτα κατά τας διατάξεις του παρόντος υπερβαίνει το ποσόν όπερ ελάμβανε ο θανών συνταξιούχος ή θα ελάμβανεν ο θανών ησφαλισμένος, το ποσοστόν της συντάξεως εκάστου μειούται αναλόγως. Συντάξιμος υπηρεσία-Αναγνώρισις Προϋπηρεσίας Άρθρ.15.-Η συντάξιμος υπηρεσία διακρίνεται εις πραγματικήν και εξ αναγνωρίσεως τοιαύτην. 1.Ως πραγματική θεωρείται ο χρόνος της εν ασφαλίσει διανυθείσης υπηρεσίας παρά ταις εργοδότισι εταιρίαις. «Ο χρόνος υπηρεσίας ησφαλισμένων παρά ταις εργοδότισι Εταιρείας Πετρελαιοειδών από της ιδρύσεως του Ταμείου (7.2.1944) μέχρι 30.9.46 λογίζεται ως χρόνος εν πραγματική ασφαλίσει διανυθείς εφ’ όσον δια το εν λόγω χρονικόν διάστημα κατεβλήθη η υπό του καταστατικού προβλεπομένη εργοδοτική εισφορά». Η ανωτέρω εντός « » περίοδος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 12426/Σ.136 της 8/16 Σεπτ. 1960 αποφ. Υπ. Εργασ. (ΦΕΚ Β΄ 407). 2.Εξ αναγνωρίσεως συντάξιμος υπηρεσία θεωρείται: α)Ο προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας παρά τινι των εργοδοτίδων Εταιριών. «β)Ο προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας παρά τη λειτουργήσαση εν Ελλάδι κατά την περίοδον της εχθρικής κατοχής γερμανικής Εταιρίας πετρελαίων «ΚΟΝΤΙΝΕΝΤΑΛΕ ΟΕΛ» της τοιαύτης υπηρεσίας πιστοποιουμένης δι’ εγγράφου βεβαιώσεως εκδιδομένης υπό του Προέδρου και του Γεν. Γραμματέως της Επιτροπής Διαχειρίσεως Κεφαλαίου Αποζημιώσεως προσωπικού της Εταιρίας Πετρελαίων «ΚΟΝΤΙΝΕΝΤΑΛΕ ΟΕΛ». Τα ανωτέρω εδαφ. β΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 30793/Σ.573 της 22/31 Μαΐου 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 99), του υπάρχοντος εδαφ. β΄ λαβόντος αριθ. γ΄. (Μετά τη σελ. 1654(κ) Σελ. 1654,001 Τεύχος Θ42-Σελ. 65 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 374 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 375 γ)Ο χρόνος της εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας. «δ)Ο προ της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας εις τας εν Ελλάδι λειτουργησάσας Εταιρείας Πετρελαιοειδών 1)STEAUA ROMANA και 2)NATIONAL PETROLEUM COS.A.E». Το ανωτέρω εδαφ. δ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56420/1/54 της 20 Ιουλ./6 Αυγ. 1954 αποφ. Υπ. Εργασ. (ΦΕΚ Β΄ 161). 3.Η κατά τ’ ανωτέρω δυναμένη να αναγνωρισθή προϋπηρεσία δεν δύναται να υπερβή τα 15 εν συνόλω έτη δέον δε αύτη να μη έχη αναγνωρισθή παρ’ άλλου Επικουρικού Ταμείου δια την απονομήν συντάξεως. 4.«Η αναγνώρισις προϋπηρεσίας ενεργείται αποφάσει του Δ.Σ. κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος προκειμένου περί των ήδη ησφαλισμένων, από της υπαγωγής των δε εις την ασφάλισιν κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν». Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 69942/Σ.1604 της 15/18 Νοεμ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασ. (ΦΕΚ Β΄ 202). Βλ. παρατάσεις της ανωτέρω προθεσμίας εις σχόλιον υπό το κατωτ. άρθρ. 21. «5.α)Η εξαγορά του αναγνωριζομένου χρόνου πρϋπηρεσίας ενεργείται υποχρεωτικώς δια παρακρατήσεως καθ’ έκαστον μήνα εκ των αποδοχών των ησφαλισμένων παρά των οικείων εργοδοτών προσθέτου ειδικής εισφοράς ίσης προς το ήμισυ του αθροίσματος των εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου. Η πρόσθετος ειδική εισφορά καταβάλλεται επί διπλάσιον αριθμόν μηνών των τοιούτων του αναγνωρισθέντος χρόνου. Η εξαγορά εκάστου αναγνωρισθέντος μηνός ενεργείται δια της καταβολής προσθέτου ειδικής εισφοράς δύο μηνών. β)Η παρακράτησις της προσθέτου ειδικής εισφοράς άρχεται από του επομένου, της κονοποιήσεως εις τον εργοδότην, της περί αναγνωρίσεως αποφάσεως, μηνός και αποδίδεται εις το Ταμείον κατά τας γενικάς διατάξεις περί αποδόσεως ασφαλιστικών εισφορών. γ)Επιτρέπεται η, παρά του ησφαλισμένου εφ’ άπαξ, καταβολή του συνόλου των εις τον αναγνωρισθέντα χρόνον προϋπηρεσίας αναλογουσών εισφορών, υπολογιζομένων τούτων επί τη βάσει των κατά τον χρόνον καταβολής ισχυόντων ποσοστών ασφαλιστικών εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου και των κατά τον αυτόν χρόνον λαμβανομένων παρ’ αυτού εν συνόλω αποδοχών. δ)Εν περιπτώσει επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου προ της ολοσχερούς, κατά τα ανωτέρω, εξαγοράς του χρόνου, ο μη εξαγορασθείς χρόνος λαμβάνεται υπ’ όψιν δια την απονομήν και τον υπολογισμόν της συντάξεως επί τη καταβολή ίσου προς το γινόμενον το προκύπτον εκ του πολλαπλασιασμού του διπλασίου ποσού της προσθέτου ειδικής εισφοράς του τελευταίου μηνός ασφαλίσεως επί τον αριθμόν των υπολοίπων προς αναγνώρισιν μηνών. «ε)Το ποσόν τούτο εξοφλείται κατά το 1/4 εφ’ άπαξ καταβλητέου εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της περί συνταξιοδοτήσεως αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, το δε υπόλοιπον δια παρακρατήσεως του 1/4 της εκάστοτε καταβαλλομένης μηνιαίας συντάξεως. Εν περιπτώσει μη καταβολής του εφ’ άπαξ ποσού της ως άνω προθεσμίας, η έναρξις της καταβολής της συντάξεως άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός από της καταβολής». Η περίπτ. ε΄ τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 237/30 Μαρτ.-4 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 65). ς)Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογής επί των μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης υποβληθεισών αιτήσεων προς αναγνώρισιν προϋπηρεσίας, δι’ ας εξεδόθησαν αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 124/3/2353 της 16 Ιουλ./27 Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 907) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 6.Τα δια την απόδειξιν του χρόνου προϋπηρεσίας απαιτούμενα δικαιολογητικά καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. 7.Ως έτος συνταξίμου υπηρεσίας λογίζεται η συμπλήρωσις 300 ημερών υπηρεσίας. Προκειμένου περί των επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένων έκαστος μην υπηρεσίας λογίζεται περιλαμβάνων 25 ημέρα εργασίας. 8.Το κατά την συγκεφαλαίωσιν του χρόνου υπηρεσίας απομένον υπόλοιπον άνω των 150 ημερών λογίζεται πλήρες έτος το δε κάτω των 150 ημερών παραλείπεται. 9.Προκειμένου περί τακτικών υπαλλήλων του Ταμείου ησφαλισμένων παρ’ αυτώ ως πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία θεωρείται ο χρόνος από της προσλήψεως ή μετατάξεως αυτών εις το Ταμείον επί καταβολή παρ’ αυτών δι’ έκαστον μήνα του χρόνου τούτου του συνόλου της υπό του άρθρ. 4 παρ. 1 και 2 εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου εξοφλουμένης εις 36 ίσας μηνιαίας δόσεις της πρώτης δόσεως καταβλητέας του πρώτου εικοσαήμερου του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός. Καθυστέρησις καταβολής μηνιαίας τινός δόσεως συνεπάγεται επιβάρυνσιν δια του υπό της παρ. 4 του άρθρ. 9 προσθέτου τέλους». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 84653/C.1182 της 17 Νοεμ./1 Δεκ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 437). Αντί για τη σελ. 1654,01(ε) Σελ. 1654,01(ζ) Τεύχος Η51- Σελ. 135 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 376 «10.α)Προκειμένου περί των ησφαλισμένων της προηγουμένης παραγράφου 9 εξ αναγνωρίσεως πρϋπηρεσία θεωρείται ο προ της προσλήψεως (ή της μετατάξεως) αυτών εις το Ταμείον χρόνος πραγματικής υπηρεσίας παρά τω Δημοσίω ή ασφαλιστικώ οργανισμώ αρμοδιότητος Υπουργείου Εργασίας, προσμετρουμένου και του χρόνου από της ισχύος της 59/45 Σ.Π. μέχρι της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου. Άπασα η άνω πρϋπηρεσία αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται συμφώνως προς τας ισχυούσας διατάξεις περί τρόπου αναγνωρίσεως και αξαγοράς προϋπηρεσίας των ησφαλισμένων του Ταμείου. β)Προκειμένου περί των εφεξής προσλαμβανομένων η μετασσομένων εις το Ταμείον υπαλλήλων, η ως άνω αναγνωριζομένη προϋπηρεσία δεν δύναται να υπερβεί την πενταετία». Η παρ. 10 προστεθήσα δια της υπ’ αριθ. 84653/1962 (ΦΕΚ Β΄ 437) αποφ. Υπ. Εργ. Και τροποποιηθείσα δια της 74557/1963 (ΦΕΚ Β΄ 429) ομοίας, αντικατεστάθη ως άνω δια του αρθρ. 7 Π.Δ. 315 της 14 Απρ./6 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Α΄67). «11α.Ημέραι εργασίας πραγματοποιηθείσαι παρ’ ησφαλισμένου εις χρονικήν περίοδον προγενεστέραν της πενταετίας από της παρ’ αυτού υποβολής εις το Ταμείον, εγγράφου, περί τούτου, καταγγελίας, δι’ ας κατεβληθήσαν εις το ταμείον ασφαλιστικαί εισφοραί, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν ως εν ασφαλίσει διανυθείσαι β.Κατ’ εξαίρεσιν ημέραι εργασίας πραγματοποιηθείσαι μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης λαμβάνονται υπ’ όψιν υπό του Ταμείου, ως εν ασφαλίσει διανυθείσαι, τη αιτήσει του ησφαλισμένου, υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από δημοσιεύσεως της παρούσης. γ)Ο καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποχωρών ή απολυόμενος της εργασίας του ησφαλισμένος υποχρεούται όπως, εντός 6 μηνών από της αποχωρήσεως ή απολύσεως, δηλώση εγγράφως εις το ταμείον τας παρ’ αυτού πραγματοποιηθείσας ημέρας εργασίας εντός της προηγουμένης από της αποχωρήσεως ή απολύσεως πενταετίας, δι’ ας δεν κατεβλήθησαν εις το ταμείον ασφαλιστικαί εισφοραί. Επί παραλείψεως δηλώσεως των ως άνω ημερών εργασίας εντός της υπό του προηγουμένου εδαφίου τασσόμενης προθεσμίας δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν υπό του Ταμείου ως εν ασφαλίσει διανυθείσαι, εκτός εάν εβεβαιώθησαν αι αντιστοιχούσαι εις αυτάς ασφαλιστικαί εισφοραί». Η παρ 11 προσετέθη δια παρ. 2 της υπ’ αριθ. 124/3/2353 της 16 Ιουλ./27Αυγ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 907) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Σελ. 1654,02(ζ) Τεύχος Η51-Σελ. 136 «12.α)Ασφαλισμένοι του ταμείου στους οποίους επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον αντίστοιχο χρόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νομ. 1405/83, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση στο Ταμείο η σε περίπτωση θανάτου τα μέλη της οικογένειάς τους. β)Η εξαγορά για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα διενεργείται με την καταβολή εισφοράς ανερχόμενης σε ποσοστό 5% σε όσους ασφαλισμένους έχει επιστραφεί η εισφορά μόνο του ασφαλισμένου και σε ποσοστό 10% σε όσους ασφαλισμένους έχει επιστραφεί η εισφορά ασφαλισμένου και τμήμα ή το όλον της εισφοράς του εργοδότου. Οι εισφορές θα υπολογίζονται στο σύνολο των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ή στις αποδοχές (βασικός μισθός-βασικά επιδόματα)που προβλέπουν οι Σ.Σ.Ε. για τον απασχολούμενο με την ίδια ειδικότητα και χρόνια υπηρεσίας σε κάθε φύσεως επιχειρήσεις πετρελαίου και υγραερίου, για όσους έχουν διακόψει την απασχόληση ή το σχετικό δικαίωμα ασκείται από τους δικαιοδόχους. γ)Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου θα διενεργείται είτε εφάπαξ είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ίσες με τον αριθμό των αναγνωριζόμενων μηνών οι οποίες όμως δεν θα υπερβαίνουν τις 24. δ)Η καταβολή δόσης μετά τη λήξη του μήνα μέσα στον οποίο είναι απαιτητή, συνεπάγεται επιβάρυνση του ποσού αυτής με 1% για κάθε 10ήμερο καθυστέρησης. Καθυστέρηση καταβολής δόσης περισσότερο από έξι (6) μήνες, συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος γι’ αναγνώριση του χρόνου που αντιστοιχεί τόσο στις μη εξοφληθείσες δόσεις όσο και στις μη ληξιπρόθεσμες. Στην περίπτωση αυτή, ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται μόνο ο χρόνος που αντιστοιχεί στις εξοφληθείσες δόσεις». Η παρ. 12 προστέθηκε από τη 124/Ν. 865/414 Δεκ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 866) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 377 Έναρξις και λήξις του πρός σύνταξιν δικαιώματος Άρθρ.16.-«1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα, των βάσει του άρθρ. 9 δικαιουμένων συντάξεως, άρχεται από της 1ης του μηνός του επομένου εκείνου, καθ’ ον ο ησφαλισμένος έπαυσεν παρέχων τας υπηρεσίας του εις τινας των εταιρειών, ων το προσωπικόν υπάγεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου, λήγει δε την τελευταίαν ημέραν του μηνός, καθ’ ον ο συνταξιούχος επαναπροσλαμβάνεται εις τινα των ως άνω εταιρειών ή καθ’ όσον επέρχεται ο θάνατος αυτού. 2.Το εις σύνταξιν, λόγω αναπηρίας, δικαίωμα άρχεται από 1ης του επομένου μηνός εκείνου, καθ’ ον ο ησφαλισμένος έπαυσεν εκ του λόγου τούτου παρέχων τας υπηρεσίας του εις τινα των εταιρειών, ων το προσωπικόν υπάγεται εις την ασφάλισιν του Ταμείου, λήγει δε την τελευταίαν ημέραν του μηνός, καθ’ ον ο συνταξιούχος επαναπροσλαμβάνεται εις τινα των ως άνω εταιρειών ή ανακτά την προς εργασίαν ικανότητα αυτού κατά τα εν άρθρ. 11 οριζόμενα ή καθ’ ον επέρχεται ο θάνατος αυτού. 3.Το εις σύνταξιν δικαίωμα των κατά το άρθρ. 12 δικαιοδόχων συντάξεως άρχεται από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου, καθ’ ον επήλθεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου και προκειμένου περί τέκνου κυοφορουμένου κατά την ημερομηνίαν του θανάτου από της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου της γεννήσεώς του, λήγει δε κατά την τελευταίαν ημέραν του μηνός, καθ’ ον επέρχεται εν τω κάτωθι περιστατικών: α)Θάνατος του δικαιοδόχου. β)Σύναψις γάμου υπό του ή της εν χηρεία δικαιοδόχου συζύγου. γ)Συμπλήρωσις του εν άρθρ. 12 παρ. 1 εδάφ. β΄ ηλικίας, προκειμένου περί δικαιοδόχων τέκνων ή αδελφών ή, και προς της συμπληρώσεως του ορίου τούτου, σύναψις γάμου. δ)«Αρσις της προς εργασίαν ανικανότητος τέκνων ή αδελφών συνταξιοδοτουμένων ένεκα ταύτης μετά συμπλήρωσιν του εν άρθρ. 12 ορίου ηλικίας». Το άρθρ. 16 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 8 της υπ’ αριθ. 124/3/3338 της 10/28 Δεκ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1348) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Βοήθημα Γάμου Άρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγησις περιοδικών ή εφ’ άπαξ επικουρικών παροχών εις τα κατά το άρθρ. 3 του παρόντος ασφαλιζόμενα πρόσωπα εις περίπτωσιν αναπηρίας ή γήρατος ως και εις τα κατά το άρθρ. 12 μέλη οικογενείας ησφαλισμένων ή συνταξιούχων εν περιπτώσει θανάτου του προστάτου αυτών ησφαλισμένου ή συνταξιούχου κατά τα ειδικώτερον καθοριζόμενα δια του παρόντος. Ασφαλιστέα πρόσωπα Άρθρ.17.-(Καταργήθη από της δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. 124/3/3338 της 10/28 Δεκ. 1974, ΦΕΚ Β΄ 1348, απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, δια της παρ. 9 αυτής. Τα επόμενα άρθρ. 18, 19 και 20 έλαβον αρίθμησιν 17, 18 και 19 αντιστοίχως. (Μετά τη σελ.1654, 02(ζ) Σελ.1654, 03 Τεύχος Η51-Σελ.137 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 378 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 379 Έξοδα κηδείας Άρθρ.17-(18)Εν περιπτώσει θανάτου, αμέσου ησφαλισμένου ή σταξιούχου καταβάλλεται υπό του Ταμείου δι’ έξοδα κηδείας, εις τους επιμεληθέντας της κηδείας του θανόντος, ποσον ίσο προς το 1/2 μεν των μηνιαίων αποδοχών προκειμένου περί υπαλλήλου των 15 ημερομισθίων δε προκειμένου περί εργατών. Προκειμένου περί θανάτου αμέσου συνταξιούχου το ποσόν των εξόδων κηδείας ισούται προς δύο μηνιαίας συντάξεις του θανόντος. «Πάντως εν ουδεμία περιπτώσει το καταβαλλόμενον ποσό δι’ έξοδα κηδείας δύναται να είναι ανώτερον της υπό του εδαφ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 οριζομένης ανωτάτης συντάξεως δια 35 έτη συντάξιμον υπηρεσίαν, ουδέ κατώτερον του τριπλασίου της εκάστοτε καταβαλλομένης κατωτάτης συντάξεως λόγω γήρατος». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 124/1223 της 17 Μαΐου/10 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 593) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Επιστροφαί εισφορών Άρθρ.18(19).-1-2(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 1 Π.Δ. 342/28 Σεπτ. / 6 Οκτ. 1998,ΦΕΚ Α΄ 228). «3(5).Προκειμένου περί ησφαλισμένων λαβόντων συνεπεία απολύσεως ή παραιτήσεως τας υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένας εισφοράς, ο χρόνος υπηρεσίας εις ον ανάγονται αι εισφοραί αύται λογίζεται εν περιπτώσει επαναπροσλήψεώς του παρά τινι των εργοδοτίδων Εταιρειών Πετρελαιοειδών ων το προσωπικόν είναι ησφαλισμένον εις το Ταμείον ως χρόνος πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας τη αιτήσει του ησφαλισμένου υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της επαναπροσλήψεώς του επί τη καταβολή εν ή μεν περιπτώσει είχε λάβει τας ατομικάς του εισφοράς ποσού ίσου προς το ποσόν της μηνιαίας ατομικής του εισφοράς του μηνός της υποβολής της αιτήσεως επί τον αριθμόν των μηνών του περί ου πρόκειται χρόνου ασφαλίσεως εν η δε περιπτώσει είχε λάβει τας τε ατομικάς και τας εργοδοτικάς εισφοράς ποσού ίσου προς το άθροισμα της μηνιαίας αυτού εισφοράς και της αντιστοίχου τοιαύτης του εργοδότου του μηνός υποβολής της αιτήσεως επί τον αριθμόν των μηνών του περί ου πρόκειται χρόνου ασφαλίσεως. Η καταβολή του δια του ως άνω τρόπου υπολογισμού προκύπτοντος ποσού ενεργείται κατ’ επιλογή του ησφαλισμένου είτε εφ’ άπας είτε δια μηναίων δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ. Σ. και μη δυναμένων να υπερβώσι τας 10. Καθυστέρησις μιας δόσεως πέραν του μηνός εντός του οποίου έδει να καταβληθή συνεπάγεται απώλειαν του άνω δικαιώματος μη επιστρεφομένων των ήδη καταβληθεισών δόσεων αίτινες παραμένουν εις όφελος του Ταμείου. Δια τους ήδη υπηρετούντας κατόπιν επαναπροσλήψεως ησφαλισμένους ή ως άνω εξάμηνος προθεσμία άρχεται από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος». Η ανωτέρω παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 69942/Σ. 1604 ης 15/18 Νοεμ. 1955 αποφ. Υπ. Εργασ. (ΦΕΚ Β΄ 202). «4.Οι ησφαλισμένοι, διακόπτοντες την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν των, λόγω προσκαίρου αποστολής των, υπό των εργοδοτίδων εταιρειών προς μετεκπαίδευσιν ή εκτέλεσιν υπηρεσίας εν τη αλλοδαπή, δύναται εντός 6 μηνών, από της εκ νέου εις την ασφάλισιν του Ταμείου υπαγωγής των, λόγω αναλήψεως υπηρεσίας εν Ελλάδι, παρά τη αυτή εταιρεία, να ζητήσουν δι’ αιτήσεώς των την αναγνώρισιν και εξαγοράν μέχρι 2 ετών κατ’ ανώτατον όριον εκ της τοιαύτης εν τω εξωτερικώ υπηρεσίας των, επί καταβολή παρ’ αυτών των εισφορών ησφαλισμένων και εργοδότου, υπολογιζομένων επί των αποδοχών του μηνός της υποβολής της αιτήσεως. Η αναγνώρισις της τοιαύτης υπηρεσίας υπάγεται εις τον περιορισμόν της παρ. 3 του άρθρ. 15. Ο χρόνος της εν τω εξωτερικώ υπηρεσίας και της εκ νέου αναλήψεως υπηρεσίας παρά τη αυτή εταιρεία εν Ελλάδι, βεβαιούται υπό της οικείας εργοδότιδος εταιρείας, εις την οποίαν ο ησφαλισμένος ειργάζετο». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 107077/Σ. 868 της 11/26 Μαρτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 174). Οι παρ. 1-4 αντικαταστάθηκαν από τις παραπάνω παρ. 1 και 2, η παρ. 5 αναριθμήθηκε σε 3 και η τελευταία διάταξη, που είχε προστεθεί από την 107077/Σ868/11-26 Μαρτ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 174) απόφ. Υπ. Εργασίας έγινε παρ. 4 από το άρθρ. 5 Π. Δ. 279/26 Ιουλ.-21 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 127) (διόρθ. σφάλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6-101986). (Αντί για τη σελ.1655(γ) Σελ. 1655(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 53 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 380 Παραγραφή-Απονομή συντάξεων Άρθρ.19(20).-Το δικαίωμα εις σύνταξιν ή εις εφ’ άπαξ παροχήν λόγω επιστροφής εισφορών πραγράφεται μετά παρέλευσιν 5ετίας από της ημέρας της γεννήσεώς του, εκτός εάν πρόκειται περί αξιώσεων τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων οπότε το ως άνω δικαίωμα παραγράφεται και προ της παρόδου 5ετίας μετά παρέλευσιν δύο ετών από της ενηλικιώσεώς των. 2.Ουδέπονται χορηγούνται συντάξεις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της ημέρας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 3.Απαιτήται συντάξεις μη εισπραχθείσαι εντός διετίας από της ημέρας καθ’ ην κατέστησαν απαιτηταί, παραγράφονται. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγράφων διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. 5.Αι συντάξεις, απονέμονται υπό του Δ. Σ. του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Δ. Σ. παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Δια γενικών αποφάσεων του Δ. Σ. καθορισθήσονται τα πιστοποιητικά και λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως ή επιστροφής εισφορών, ο χρόνος της υποβολής αυτών και αι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Δ. Σ. «6.Το Δ. Σ. υποχρεούται όπως εντός 2 μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως εκδώση την περί απονομής ή μη συντάξεως απόφασίν του, εφόσον μετά της αιτήσεως έχουν υποβληθή και πάντα τ’ απαιτούμενα δικαιολογητικά. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινων το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιή πάραυτα τον ενδιαφερόμενον ίνα συμπληρώση ταύτα. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως της εκδόσεως της οικείας αποφάσεως πέραν του κατά τ’ ανωτέρω οριζομένου διμήνου του Δ. Σ. κατά την έκδοσιν ταύτης οφείλει να εξετάσει τους λόγους της τοιαύτης καθυστερήσεως προς καταλογισμόν των τυχόν υπαρχουσών πειθαρχικών ευθυνών. Αι περί απονομής ή μη συντάξεως αποφάσεις του Δ. Σ. είναι πλήρως αιτολογημέναι και κοινοποιούνται, εις τον ενδιαφερόμενον εντός 15 ημερών από της κδόσεως της γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον κοινοποιήσεως ρητής μνείας περί της τυχόν υπάρξεως ευχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τούτων και παρά της προθεσμίας εντός της οποίας δέον να ασκηθούν ταύτα». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.56294/1/54 της 24 Ιουν./16 Ιουλ. 1954 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 144). Σελ.1656(δ) Τεύχος 1327 Σελ. 54 Ηλικία Άρθρ.20α.-Οι διατάξεις του άρθρ. 8 του Νόμ. 1305/82 (ΦΕΚ 146/Α.82) για την απόδειξη της ηλικίας των ασφαλισμένων του ΙΚΑ, εφαρμόζονται ανάλογα και στο Ταμείο». Το άρθρ. 20α αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π. Δ. 279/26 Ιουλ.-21 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 127) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6-101986) 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 381 Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.20(21).-Ι.Των υπό του παρόντος Κανονισμού προβλεπομένων συντάξεων δικαιούνται και: α)Οι από της ενάρξεως της λειτουργίας του Ταμείου εξέλθοντες ησφαλισμένοι λόγω ολικής ανικανότητος συνεπεία ατυχήματος εν τη εκτελέσει της εργασίας των ή εξ αφορμής ταύτης. β)Τα κατά το άρθρ. 12 μέλη οικογενείας ησφαμισμένου θανόντος από της ενάρξεως της λειτουργίας του Ταμείου συνεπεία ατυχήματος εν τη εκτελέσει της εργασίας του ή εξ αφορμής ταύτης. 2.Των υπό του παρόντος προβλεπομένων συντάξεων δικαιούνται ωσαύτως και οι ησφαλισμένοι, οι οποίοι εξήλθον ήδη ή ήθελον εξέλθει της υπηρεσίας κατά το χρονικόν διάστημα από της δημοσιεύσεως του παρόντος μέχρι 31-12-1952. α)Μετά συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας των και 25ετούς συνταξίμου υπηρεσίας προκειμένου περί αρρένων και του 55ου έτους της ηλικίας των και 20ετούς συνταξίμου υπηρεσίας προκειμένου περί θηλέων εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην δι’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις. β)Μετά συμπλήρωσιν του 65ου έτους της ηλικίας των και 20ετούς συνταξίμου υπηρεσίας προκειμέου περί αρρένων και του 60ού έτους της ηλικίας των και 15ετούς συνταξίμου υπηρεσίας προκειμένου περί θηλέων εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει τοιαύτην δι’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις». Τα εδάφ. α΄ και β΄ ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 62330/Σ.1950 της 27 Ιαν./14 Φεβρ. 1953 αποφ. Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 31) γ)Λόγω νόσου σωματικής ή πνευματικής καθιστώσης αυτούς ανικάνους προς εργασίαν εφ’ όσον έχουν συμπληρώσει 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης τριετή πραγματικήν τοιαύτην εν ασφαλίσει. (Εις τας ανωτέρω περιπτώσεις επιτρέπεται η αναγνώρισις και εξαγορά τόσου χρόνου προΰπηρεσίας όσος απαιτείται δια την πλήρωσιν του κατά τ’ ανωτέρω προβλεπομένου συνολικού χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας κατά παρέκκλισιν εκ των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 15) Η εντός ( )διάταξις προστεθείσα δια διορθώσεως ημαρτημένων εν ΦΕΚ Β΄ 129/1950, καταργήθη δια της υπ΄αριθ. 22918/Σ.410 της 18 Απρ./5 Μαΐου 1951 (ΦΕΚ Β΄ 83) αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.Συντάξεως δικαιούνται ωσαύτως και τα κατά το άρθρ. 12 μέλη οικογενείας θανόντων ησφαλισμένων από της ενάρξεως της λειτουργίας του Ταμείου μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης ως και τα μέλη οικογενείας ησφαλισμένων οι οποίοι ήθελον αποβιώσει μέχρι 31-12-1952, εφ’ όσον κατ’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις ο θανών είχε συμπληρώσει κατά τον χρόνον του θανάτου του 10ετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης τριετή πραγματικήν τοιαύτην. «3α.Εις πάσα τας ανωτέρω περιπτώσεις αναγνωρίσεως και εξαγοράς προΰπηρεσίας ισχύει ο περιορισμός της παρ. 3 του άρθρ. 15 περί εξαγοράς προΰπηρεσίας μόνον μέχρι 15 ετών, πλην των περιπτώεων α΄ και β΄ της παρ. 2 καθ’ ας επιτρέπεται η εξαγορά προΰπηρεσίας, μείζονος χρόνου, εφ’ όσον μόνον είναι απαραίτητος προς συμπλήρωσιν των εν αυταίς ορίων». Η ανωτέρω παρ. 3α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22918/Σ.410 της 18 Απρ./5 Μαΐου 1951 απόφ. Υπ. Εργασ. (ΦΕΚ Β΄ 83) 4.Το Ταμείον δεν υποχρεούται εις καταβολήν παροχών εις τους δικαιοθησομένους τοιούτων δια χρόνον προγενέστερων της δημοσιεύσεως του παρόντος. 5.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμην του Δ. Σ. του Ταμείου υποβαλλομένην εντός 2μήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος δύναται το ήδη υπηρετούν παρ’ αυτώ μη μόνιμων προσωπικόν να ενταχθή εις τυχόν υφισταμένας παρά τω Ταμείω κενάς οργανικάς θέσεις βάσει του επιδειχθέντος υπό τούτου ζήλου, αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν, ήθους και λοιπών ουσιαστικών προσόντων. «6.Η εν παρ. 4 του άρθρ. 15 του καταστατικού προβλεπομένη προθεσμία δι’ αναγώρισιν και εξαγοράν ποροΰπηρεσίας παρατίνεται μέχρι της 31-121952». Η ανωτέρω παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 30793/Σ.573 της 22/31 Μαΐου 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 99). «Προκειμένου περί ησφαλισμένων απολυθέντων από 1-6-1951 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, ή υπό του άρθρ. 9 παρ. 5 οριζομένη εξάμηνος προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεων περί προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως των παρά τω Ταμείω, παρατείνεται μέχρι της 31.3,1953. «Αι υπό των παρ. 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρ. 21 προβλεπόμεναι προθεσμίαι παρατείνονται μέχρι 31 Μαρτ. 1954». Αι ανωτέρω εντός « » διατάξεις προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 62330/Σ.1590 της 27 Ιαν./14 Φεβρ. 1953 αποφ΄Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 31 διορθ. ήμαρτ. ΦΕΚ Β΄ 68/1953). «Η υπό της παρ. 4 του άρθρ. 15 προβλεπομένη προθεσμία υποβολής αιτήσεως δι’ αναγνώρισιν και εξαγοράν προΰπηρεσίας παρατείνεται μέχρι 30-654». «Διαρκούσης της προθεσμίας ταύτης γίνονται δεκταί και μετά την επέλευσιν του ασφαλιστικού κινδύνου, εφ’όσον η ανεγνωρισμένη προΰπηρεσία προστιθεμένη εις την πραγματικήν τοιαύτην, θεμελιοί δικαίωμα συντάξεως». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάτα(Αντί για τη σελ.1657) Σελ.1657(α) Τεύχος Θ42-Σελ.69 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 382 ξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56177/53 της 22 Οκτ./2 Νοεμ. 1953 απόφ. Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 247). Η ανωτέρω προθεσμία παρετάθη επανειλημμένως δια των κατωτέρω αποφ. του Υπουργού Εργασίας. 1)Φ.56406/1/54 της 22 Ιουν./26 Νοεμ. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 235). 2)69942/Σ.1604 ΤΗΣ 15/18 Νοεμ. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 202). 3)58606/Σ.709 της 20 Νοεμ./5 Δεκ. 1958 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 329). 4)84653/Ο.1182 της 17 Νοεμ./1 Δεκ. 1962, (ΦΕΚ Β΄ 437). 5)Τελευταίως μέχρι της 31 Δεκ. 1963,δια της υπ’ αριθ. 74557/Σ.717 της 19/28 Σεπτ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 429). «Αι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού περί καταβολής παγίας κατά μήνα ή κατά συνεδρίασιν αμοιβής ή αποζημιώσεως δια συμμετοχήν υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα εις πάσης φύσεως Συμβούλια ή Επιτροπάς του Ταμείου, δεν έχουσιν εφαρμογήν από 1ης Ιαν. 1958 δια τους κεκτημένους την ιδιότητα του Δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν. Π. Δ. Δ. εφ’ όσον ούτοι δικαιούνται των υπό των οικείων Υπουργικών αποφάσεων καθωρισμένων εκάστοτε εξόδων κινήσεως δια την αυτήν υπηρεσιακήν απασχόλησιν». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 22796/Σ.226 της 19 Ιουν./1 Ιουλ. 1958 απόφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 185). «Οι υπηρετούντες, κατόπιν επαναπροσλήψεως ησφαλισμένοι του Ταμείου, οίτινες απώλεσαν το υπό της παρ. 5 του άρθρ. 19 παρεχόμενον δικαίωμα επιστροφής των αναληφθεισών ασφαλιστικών εισφορών λόγω παρόδου της προθεσμίας, δύνανται να ασκήσουν το δικαίωμα τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης εις το Ταμείον από της δημοσιεύσεως της παρούσης μέχρι και της 31.12.1963. Δικαιούνται συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω, συμφώνως τω άρθρ. 9α του Καταστατικού και οι κατόπιν λύσεως τη συμβάσεως εργασίας εκ μέρους εργοδότου εξελθόντες ήδη ή εξερχόμενοι της υπηρεσίας μέχρι 31.12.1963, εφόσον έχουσι 15ετή συντάξιμον υπηρεσίαν προκειμένου περί αρρένων και 10ετή προκειμένου περί θηλέων, και δεν έχουσι επιστραφή εις τούτους αι ασφαλιστικαί εισφοραί, της υπό της παρ. 1 του άνω άρθρ. 9α, οριζομένης προθεσμίας δια την άσκησιν του δικαιώματος συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως αρχομένης δια τους ήδη εξελθόντας της υπηρεσίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Αι’ ανωτέρω εντός « » διατάξεις προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 86984/Σ.840 της 23/31 Οκτ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 482διορθ. ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 519/1963). Σελ.1658(α) Τεύχος Θ42-Σελ.70 «Ησφαλισμένοι του Ταμείου μη ασκήσαντες το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς χρόνου προΰπηρεσίας εντός της υπό των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρ. 15 του Καταστατικού του Ταμείου, προβλεπομένης προθεσμίας δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ υποβολής σχετικής αιτήσεως μέχρι και της 31.12.65. Εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας δύναται ωσαύτως να αναγνωρισθή και εξαγορασθή ο χρόνος προΰπηρεσίας των ήδη υπηρετούντων εις τας εργοδότιδας εταιρείας ησφαλισμένων, παρασχεθείσας παρά τη Δημοσίω ή Οργανισμοίς Δημοσίου Δικαίου, προ της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου, μη δυναμένου του χρόνου τούτου να υπερβή την 5ετίαν και εν τω συνόλω μετά της τυχόν αναγνωριστέας ετέρας προΰπηρεσίας εκ των εν παρ. 3 του άρθρ. 15 του Καταστατικού προβλεπομένων, την δεκαπενταετίαν». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 14624/Σ.156 της 20/30 Μαρτ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 232) Διόρθ. Ημαρτ. ΦΕΚ Β΄ 386 της 28 Ιουν. 1965 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 383 «Οι απολέσαντες το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς του κατά το άρθρ. 15 του παρόντος χρόνου προΰπηρεσίας, λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής αιτήσεως δύνανται ν’ ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης μέχρι και της 31ης Μαρτ. 1967 Αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται, κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 15, κατόπιν αιτήσεως των υπηρετούντων εις τας εργοδότιδας Εταιρείας ησφαλισμένων, υποβαλλομένης εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας ο, προ της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν και μέχρι 5 ετών κατ’ ανώτατον όριον, χρόνος προΰπηρεσίας αυτών παρά Τραπέζη και επιχειρήσει Κοινής Ωφελείας, μη δυναμένου του χρόνου τούτου μετά της τυχόν αναγνωριστέας ετέρας προΰπηρεσίας, περί ης η παρ. 2 του άρθρ. 15 να υπερβή εν συνόλω τα 15 έτη». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 92837/Σ.784 της 3/21 Δεκ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 767). «Ησφαλισμένοι του Ταμείου, μη ασκήσαντες εμπροθέσμως το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς του κατά το άρθρ. 15 του παρόντος χρόνου προΰπηρεσίας δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης μέχρι και της 30.6.1969. Εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, δύναται να αναγνωρισθή και εξαγορασθή ο χρόνος προΰπηρεσίας των ήδη υπηρετούντων ησφαλισμένων, παρασχεθείσης παρά τω Δημοσίω, Νομικώ Προσώπω του Δημοσίου Δικαίου, Τραπέζη και Επιχειρήσει Κοινής Ωφελείας. Ο χρόνος ούτος, εξαιρέσει του παρ’ αυτώ τω Ταμείω χρόνου των εκ του προσωπικού αυτού ησφαλισμένων, δεν δύναται να υπερβή την πενταετίαν και εν τω συνόλω μετά της τυχόν αναγνωρίσεως ετέρας προΰπηρεσίας εκ των παρ. 2 του άρθρ. 15 του παρόντος προβλεπομένων, την δεκαπενταετίαν». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 138600/Σ.1769 της 2/14 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 701). «21.Ησφαλισμένοι του Ταμείου μη ασκήσαντες εμπροθέσμως το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς του κατά το άρθρ. 15 του παρόντος, χρόνου προΰπηρεσίας δύναται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης μέχρι 31.12.1971. Εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας και υπό τους εν παρ. 3 της υπ’ αροθ. 107077/ε868/66 αποφάσεως του Υπ. Εργασίας όρους και περιορισμούς, δύναται να αναγνωρισθή και εξαγορασθή και η προ της ενάρξεως της ισχύος αυτής εν τη αλλοδαπή υπηρεσία ησφαλισμένων του Ταμείου». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Φ.100/3/469 της 9/22 Μαρτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 217). «Αι διατάξεις των άρθρ. 9 παρ. 5 και 15 παρ. 9 εφαρμόζονται και επί των ησφαλισμένων υπαλλήλων του Ταμείου των διατηρηθέντων εν υπηρεσία κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 4 του Ν. Δ. 169/1969». Το άρθρ. 21 έλαβεν αρίθμησιν 20 και η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 10 της υπ’ αριθ. 124/3/3338 της 10/28 Δεκ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1348) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Υποχρεωτικώς ησφαλισμένοι του ταμείου, μη ασκήσαντες εμπροθέσμως το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς του κατά το άρθρ. 15 του παρόντος χρόνου υπηρεσίας, δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης μέχρι και 31 Δεκ. 1975». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 124/3/2353 της 16 Ιουλ./27 Αυγ. (ΦΕΚ Β΄ 907) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Ησφαλισμένοι, υπηρετούντες κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, μη ασκήσαντες εμπροθέσμως το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς του κατά το άρθρ. 15 χρόνου προΰπηρεσίας δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης μέχρι και της 31 Δεκ. 1979». Η άνω μέσα στα « » μεταβατική διάταξη προστέθηκε από το άρθρ. 4 Π. Δ. 237/30 Μαρτ.-4 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 65). Άρθρ.3.-«1.Παρά τω Ταμείω ασφαλίζεται υποχρεωτικώς το πάσης φύσεως έμμισθον προσωπικόν των εν Ελλάδι Εταιρειών Πετρελαιοειδών, ως τοιούτων νοουμένων των απασχολουμένων κατά κύριον λόγον με την εισαγωγήν και εμπορίαν πετρελαιοειδών, εν Ελλάδι, ήτοι βενζίνης, φωτιστικού πετρελαίου, ακαθάρτου πετρελαίου, ορυκτελαίων, μαζούτ, κ.λπ. ως και το προσωπικόν του Ταμείου υπό τους όρους και περιορισμούς του άρθρ. 2 του Νόμ. 580/1945. 2.Ως προσωπικόν υπαγόμενον εις την ασφάλισιν του παρόντος νοείται το τοιούτον των ως άνω εταιρειών, εφ’ όσον ασχολείται εις εργασίας σχετιζομένας αμέσως με τον κύριον σκοπόν αυτών. Ως προσωπικόν του Ταμείου νοούνται οι μόνιμοι τακτικοί υπάλληλοι αυτού ως και οι έκτακτοι τοιούτοι, οι συνδεόμενοι μετ’ αυτού δια συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. 3.Πάσα αμφισβήτησις περί της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου ή τον από ταύτης αποκλεισμόν λύεται κατά πρώτον βαθμόν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ., οριστικώς δε, κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερομένου, δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού, μετά γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως». Το άρθρ. 3, συμπληρωθέν δια της υπ’ αριθ. 56149/1/53 της 2/13 Ιαν. 1954 (ΦΕΚ Β΄ 10) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 124/3/3338 της 10/28 Δεκ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1348) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «4.Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται δια το από της δημοσιεύσεως της παρούσης και εφεξής διοριζόμενο ή μετατασσόμενον πάσης φύσεως προσωπικόν εις το Ταμείον». Η παρ. 4 προστέθηκε από την 124/3/787/29 Μαρτ.-16 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 370) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 1643(β) Σελ. 1643(γ) Τεύχος 1090-Σελ. 53 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 360 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 361 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Οικονομική οργάνωσις Πόροι του Ταμείου Άρθρ.(20)21.-«Ησφαλισμένοι, υπηρετούντες κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, μη ασκήσαντες εμπροθέσμως το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς του κατά το άρθρ. 15 του παρόντος, χρόνου προΰπηρεσίας, δύνανται να ασκήσουν τούτο δι’ αιτήσεως των υποβαλλομένης μέχρι και της 30.6.1978». Το άρθρ. 20 προστέθηκε από το άρθρ. 8 Π. Δ. 315/14 Απρ./6 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Α΄ 67). «Ασφαλισμένοι του Ταμείου που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος και οι οποίοι δεν άσκησαν εμπρόθεσμα το δικαίωμα γι’ αναγνώριση και εξαγορά του χρόνου προΰπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 15 του παρόντος Καταστατικού, μπορούν ν’ ασκήσουν τούτο με αίτηση τους που μπορεί να υποβληθεί μέσα σε ένα χρόνο από την έναρξη ισχύς του παρόντος». Η άνω μέσα σε « » διάταξη προστέθηκε από το άρθρ. 4 Π. Δ. 279/26 Ιουλ.-21 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 127) (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6-10-1986). (Αντί για τη σελ.1659(η) Σελ.1659(θ) Τεύχος 042-Σελ.71 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 384 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 385 Άρθρ.4.-«Πόροι του Ταμείου είναι: 1)Τακτική μηνιαία εισφορά των ησφαλισμένων ίση προς 5% επί των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών αυτών. 2)Ισόποσος συνεισφορά των εργοδοτών. 3)Πάσα πρόσοδος προερχομένη εκ χαριστικής αιτίας. 4)Οι τόκοι των κεφαλαίων και αι πάσης φύσεως πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. Αι εν παρ. 1 και 2 εισφοραί ισχύουν από 1ης Οκτ. 1963, πλην των περιπτώσεων του άρθρ. 9α και της παρ. 5 του άρθρ. 15 δι’ ας ισχύουσιν από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός». Το άρθρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 86553/Σ.833 της Οκτ./4 Νοεμ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 498) Είσπραξις των πόρων Άρθρ.5.–1.Κατά την πληρωμήν των αποδοχών εις τους ησφαλισμένους αι εταιρείαι υποχρεούνται να παρακρατώσιν τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τούτους και να καταθέτωσι ταύτα μετά των ιδίων αυτών συνεισφορών εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος ή ετέραν ανεγνωρισμένην μεγάλην Τράπεζαν υποδεικνυομένην υπό του Ταμείου εις πίστωσιν του παρ’ αυτή λογαριασμού του Ταμείου, εντός των πρώτων 20 ημερών του μηνός του επομένου εκείνου εις ον αντιστοιχούν αι αποδοχαί. 2.Εάν αι εταιρείαι δεν παρακρατήσωσι τας βαρυνούσας τους ησφαλισμένους εισφοράς εντός διμήνου από της ημέρας της πληρωμής των μισθών των οι ησφαλισμένοι απαλλάσονται της ατομικής των εισφοράς ταύτης βαρυνούσης τας εταιρείας. «3.Οι εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότου των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 4 υπολογίζονται στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών των ασφαλισμένων και μέχρι ποσού που δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τον τεκμαρτό μηνιαίο μισθό της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ που ισχύει κάθε φορά. Ασφαλισμένοι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, που καταβάλλουν εισφορές επί υψηλοτέρων αποδοχών από τον μηνιαίο μισθό της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ, που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξακολουθούν να καταβάλλουν εισφορές επί των αποδοχών αυτών οι οποίες δεν αναπροσαρμόζονται μέχρι να εξισωθούν με τις εισφορές που αναλογούν στο μισθό της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ που ισχύει κάθε φορά». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 Π.Δ. 279/26 Ιουλ.-21 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 127) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6-10-1986). 4.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ.1 Π.Δ. 279/26 Ιουλ.–21 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 127) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 153/6 Οκτ. 1986). Εισπράξεις καθυστερουμένων εισφορών Άρθρ.6.-«1.Εισφοραί μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους ίσου προς 1% ανά δεκαήμερον καθυστερήσεως, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρ. 3 του Ν.Δ. 3762/57. «2.α)Απαιτήσεις του Ταμείου εκ καθυστερουμένων εισφορών και συνεισφορών εργοδοτών εισπράττονται κατά τας ισχυούσας εκάστοτε διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. β)Τίτλους δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των καθυστερουμένων εισφορών αποτελούν αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αι καθορίζουσαι το είδος της οφειλής, το εισπρακτέον ποσόν και την χρονικήν περίοδον εις ην ανάγεται η οφειλή». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 315 της 14 Απρ./6 Μαΐου 1978 (ΦΕΚ Α΄ 67). 3.Επιχειρήσεις, ων το προσωπικόν υπάγεται το πρώτον εις την υποχρεωτικήν παρά τω Ταμείω ασφάλισιν μετά την δημοσίευσιν της παρούσης, απαλλάσονται των ως άνω προσθέτων τελών, δια το πρώτον τρίμηνον αφ’ ης εγεννήθη, η, προς ασφάλισιν του προσωπικού των εις το Ταμείον υποχρέωσις». Το άρθρ. 6 συμπληρωθέν δια της υπ’ αριθ. 74557/Σ.717 της 19/28 Σεπτ. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 429) αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 124/3/3338 της 10/28 Δεκ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1348)αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Διάθεσις και ανάληψις κεφαλαίων Άρθρ.7.-1.Τα διαθέσιμα Κεφάλαια του Ταμείου, κατατίθενται δια λογαριασμόν αυτού, εις μίαν των Τραπεζών, Εθνικήν, Ελλάδος, Αγροτικήν, Αθηνών, Λαϊκήν, Εμπορικήν και Ιονικήν, τηρουμένων των εξ ετέρων, γενικών ή ειδικών Νόμων τυχόν επιβαλλομένων περιορισμών. Ως προς τας καταθέσεις και επενδύσεις των κεφαλαίων των Ν.Π.Δ.Δ. και Ασφαλιστικών Ταμείων, βλ. και Α.Ν. 1611/1950, εν συνδυασμώ προς το Ν.Δ. 3856/1958 (τομ. 39 σελ. 12 και επ.)ως και άρθρ. 12 Ν.Δ. 3083/1954 (τόμ. 15Β σελ. 70, 25). (Αντί για τη σελ. 1645(γ) Σελ. 1645(δ) Τεύχος Θ42-Σελ. 61 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 39.Ν.ξ.3 362 2.Τα Κεφάλαια του Ταμείου διατίθενται ως εξης: α)Δι’ αγοράν μετοχών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή της Τραπέζης της Ελλάδος ή χρεωγράφων εις χρυσόν. Η τοιαύτη επένδυσις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. β)Δι’ αγοράν ακινήτων ασφαλιζόντων από απόψεως κατασκευής και τίτλων ιδιοκτησίας πλήρως τα συμφέροντα του Ταμείου. Δια την τοιαύτην αγοράν απαιτείται: α)Απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη δια πλειοψηφίας τουλάχιστον πέντε εκ των μελών αυτού. β)«Εκτίμησις του ακινήτου ενεργουμένη παρά τριμελούς Επιτροπής, αποτελουμένης υπό: α)Του οικονομικού εφόρου ή του νομίμου αναπληρωτού του εις την περιφέρειαν της αρμοδιότητος του οποίου, κείται το προς αγοράν ακίνητον. β)Του προϊσταμένου, ή του νομίμου αναπληρωτού του, του οικείου γραφείου του σχεδίου πολέως και γ)ενός μηχανικού της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένου υπό του Διοικητού ταύτης, τη αιτήση του Ταμείου». Η ανωτέρω εντός « » β΄ περίοδος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 95436/Σ.962 της 14/21 Δεκ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 569). γ)«Έγκρισις του Υπουργείου Εργασίας. Η έγκρισις θεωρείται δοθείσα εάν ο Υπουργός δεν απαντήση εντός μηνός από της υποβολής των σχετικών πρακτικών του Διοικ. Συμβουλίου και εκθέσεων. Ο Υπουργός δικαιούται να ενεργήση κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν του ακινήτου δι’ εκτιμητικής επιτροπής οριζομένης παρ’ αυτού. Η αμοιβή των μελών της Εκτιμητικής Επιτροπής καθορίζεται, δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των εκάστοτε υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων κατωτάτων ορίων αμοιβής». Η ανωτέρω εντός « » γ΄ περίοδος ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 95436/Σ.962 της 14/21 Δεκ. 1963 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 569). Σελ. 1646(δ) Τεύχος Θ42-Σελ. 62 39.Ν.ξ.3 Ταμείο Επικ.Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών 363 «3.Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Δ.Σ. επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος προκαλεί είτε αναθέτον απευθείας, εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων ανεγνωρισμένων σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως, (ανάλυσις τιμών τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.) Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Δ.Σ. εις ένα ή πλείονας Πολιτικούς Μηχανικούς διπλωματούχους ανωτάτης ανεγνωρισμένης σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Δ.Σ. όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας Αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Μετά τη έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας Αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων της δημοπρασίας εκτελουμένης, είτε δι’ ορίου, είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ. Ανατίθενται δια δημοπρασίας, εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένων αποφάσεών του να αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.