📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 571 της 24/27 Σεπτ. 1963 (ΦΕΚ Α΄ 158) (Διορθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Α΄ 183 ΤΗΣ 24/10/63). Περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)Τας διατάξεις του άρθρου πέμπτου του Ν.Δ. 4262/1962 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της από 30.6.1956 συμβάσεως, «περί αεροπορικών συγκοινωνιών και κυρώσεως των υπ’ αριθ. α)136/20.10.59, β)148/5.11.59, γ)166/18.12.59 και δ)52/4.4.60 πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου και άλλων τινών διατάξεων». 2)Την υπ’ αριθ. 633/12.9.1963 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί των Συγκοινωνιών και της Εργασίας Υπουργών, αποφασίσαμεν και διατάσσομεν: Σύστασις Ταμείου Άρθρ.1.-Συνιστάται Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, υπό τον τίτλον «ΤΑΜΕΙΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ» αποκαλούμενον εν τοις επομένοις, χάριν συντομίας, Ταμείον, εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας. Σκοπός του Ταμείου Άρθρ.10.-1.Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. 2.Εις περίπτωσιν παραιτήσεως ή αποχωρήσεως του Αντιπροέδρου προ της λήξεως της θητείας του, εκλέγεται έτερος αντιπρόεδρος δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του παραιτηθέντος ή αποχωρήσαντος αντιπροέδρου. 3.Δύναται δι’ ειδικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου η εκπροσώπησις του Ταμείου δια συγκεκριμένα θέματα να ανατίθεται εις έτερον μέλος του Δ.Σ. ή εις τον Διευθυντήν του Ταμείου. Καθήκοντα Γραμματέως Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.11.-Ο Γραμματεύς του Δ.Σ. τηρών συνοπτικά πρακτικά περί των συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων του Δ.Σ. καταχωρεί ταύτα εις ειδικόν βιβλίον πρακτικών και μεριμνά δια την επικύρωσιν και υπογραφήν των συμφώνως προς το άρθρ. 7 παρ. 8 του παρόντος. Αποζημιώσεις μελών Διοικητικού Συμβουλίου Εισηγητού και Γραμματέως. Άρθρ.12.-1.Εις τα μέλη του Δ.Σ., τον Εισηγητήν και τον Γραμματέα αυτού παρέχεται δι’ εκάστην συνεδρίασιν εις ην έλαβον μέρος αποζημίωσις ίση προς την κατά τας κειμένας διατάξεις οριζομένην εκάστοτε τοιαύτην δια του Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας. 2.Εις τον Πρόεδρον και τον Γραμματέα του Δ.Σ. χορηγείται δια τας εκτός συνεδριάσεως παρεχομένας προσθέτους υπηρεσίας αυτών μηνιαία παγία αποζημίωσις ίση προς την εκάστοτε οριζομένην τοιαύτην δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δια τους Οργανισμούς Επικουρικής Ασφαλίσεως. Εξελεγκτική Επιτροπή - Σύνθεσις και αποζημίωσις αυτής Άρθρ.13.-1.Εν αρχή εκάστης χρήσεως ενεργείται έλεγχος της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως παρ’ Επιτροπής εκ δύο Δημοσίων υπαλλήλων, εξ ων ο εις του Υπουργείου Εργασίας και ο έτερος του Υπουργείου Συγκοινωνιών (Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας) και εκ δύο ησφαλισμένων διοριζομένων υπό του Υπουργού της Εργασίας. 2.Εις τα εκ Δημοσίων υπαλλήλων μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής χορηγείται αποζημίωσις δι’ εκάστην ελεγχομένην χρήσιν καθοριζομένην δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εργασίας. 3.Η επί της διαχειρίσεως του Ταμείου έκθεσις της Εξελεγκτικής Επιτροπής υποβάλλεται εντός διμήνου εις το Υπουργείον Εργασίας και κοινοποιείται εις το Δ.Σ. του Ταμείου. Λογιστική και Διαχειριστική Οργάνωσις του Ταμείου. Άρθρ.14.-1.Η Οικονομική χρήσις του Ταμείου άρχεται την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 2.Το Ταμείον τηρεί πάντα τα εν τω από 2.3.1933 Ν.Δ/τι «περί λογιστικής λειτουργίας των Οργανισμών Κοινων. Ασφαλίσεως» και ταις εκάστοτε επί τη βάσει του Δ/τος τούτου οδηγίαις του Υπουργείου Εργασίας οριζόμενα σχετικά και ειδικά λογιστικά βιβλία. (Αντί της σελ. 1338,01(α) Σελ.1338,01(β) Τεύχος 667-Σελ.127 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 7 Τρόπος και χρόνος συντάξεως του Προϋπολογισμού Άρθρ.15.-1.Το Δ.Σ. του Ταμείου εις το τέλος εκάστης χρήσεως εγκρίνει τον προϋπολογισμόν των εσόδων αφ’ ενός και ασφαλιστικών δαπανών και παροχών αφ’ ετέρου του Ταμείου της επομένης χρήσεως, καθ’ ον τρόπον ορίζει το από 14.7.37 Β.Δ/μα «περί τρόπου καταρτίσεως και εγκρίσεως του προϋπολογισμού των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως» και επί τη βάσει τούτου οδηγίαι της Υπηρεσίας Επιθεωρήσεως και Ελέγχου του Υπουργείου Εργασίας. 2.Ο προϋπολογισμός του Ταμείου υποβάλλεται προς έγκρισιν εις το Υπουργείον Εργασίας εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους. 3.Ο εγκεκριμένος παρά του Υπουργείου Εργασίας προϋπολογισμός αναγράφεται εις ίδιον βιβλίον το οποίον τηρείται υπό του Ταμείου. Τρόπος και χρόνος συντάξεως απογραφής, Ισολογισμού και απολογισμού του Ταμείου. Άρθρ.16.-1.Την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους συντάσσεται λεπτομερής απογραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου καταχωρουμένη εις το τηρούμενον ήδη βιβλίον απογραφής. 2.Βάσει των αποτελεσμάτων της απογραφής συντάσσονται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ο Ισολογισμός και ο απολογισμός της διαχειρίσεως του Ταμείου της ληξάσης χρήσεως και υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το Υπουργείον Εργασίας. 3.Ο ισολογισμός του Ταμείου συντάσσεται μετ’ απολύτου σαφηνείας εις τρόπον ώστε ευχερώς και ασφαλώς να εξάγηται εξ αυτού η αληθής οικονομική κατάστασις του Ταμείου ως λεπτομερέστερον ορίζεται εις το από 3.3.39 Ν.Δ/μα «περί λογιστικής υπηρεσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών» και τας επί τη βάσει τούτου σχετικάς οδηγίας του Υπουργείου Εργασίας. Πληρωμαί του Ταμείου Άρθρ.17.-Πληρωμαί του Ταμείου εξαιρέσει των τρεχουμένων μικροδαπανών ενεργούνται μέσω μιας των εν Ελλάδι ανεγνωρισμένων Τραπεζών οριζομένης δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ εντολών ή επιταγών εκδιδομένων επ’ ονόματι των δικαιούχων ή των νομίμων αντιπροσώπων αυτών και υπογραφομένων παρά του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου. Ανάληψις χρηματικού ποσού δια την πληρωμήν δαπανών, εκ του τρεχουμένου παρά τη ορισθησομένη ως άνω Τραπέζη λογαριασμού ενεργείται δι’ επιταγών υπογραφομένων παρά του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου ή των νομίμων αναπληρωτών των. Σελ.1338,02(β) Τεύχος 667-Σελ.128 Ταμειακή Υπηρεσία Άρθρ.18.-«Η Ταμειακή Υπηρεσία διεξάγεται μέσω μιας των ανεγνωρισμένων Τραπεζών οριζομένης δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δι’ εντολών ή επιταγών εκδιδομένων επ’ ονόματι των δικαιούχων ή των νομίμων αντιπροσώπων των, υπογραφομένων παρά του Προέδρου, του Διευθυντού και του Λογιστού του Ταμείου ή των νομίμων αναπληρωτών αυτών. Δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να παραμείνη εις χείρας του εκτελούντος την Ταμειακήν Υπηρεσίαν ποσόν μέχρι 10.000 δραχμών επί αποδόσει λογαριασμού δια την ενέργειαν των αναγκαίων μικρών δαπανών του Ταμείου, ανανεούμενον άμα τη εξαντλήσει αυτού». Το άρθρ. 18 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Π.Δ. 118 της 8/21 Φεβρ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 26). 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 8 «Άρθρον 19. Πόροι του Ταμείου. 1.Πόροι του Ταμείου είναι: α)Μηνιαία εισφορά των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων οριζομένη εις 4% επί των αποδοχών αυτών κατά τα εν παραγράφω 4 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. β)Μηνιαία εισφορά των Αεροπορικών Επιχειρήσεων ή Εκμεταλλεύσεων (εργοδοτική εισφορά) οριζομένη εις 4% επί των αυτών ως άνω αποδοχών των παρ’ αυταίς απασχολουμένων ησφαλισμένων. γ)Εφ’ άπαξ εισφορά εκάστου ησφαλισμένου εκ δραχμών πεντακοσίων (500) καταβαλλομένη άμα τη εγγραφή του εις το Ταμείον τούτο. δ)Εφ’ άπαξ εισφορά εκ δραχμών χιλίων (1.000) των εγγάμων ησφαλισμένων καταβαλλομένη εις δέκα (10) ισοπόσους μηνιαίας δόσεις, της πρώτης τούτων καταβλητέας άμα τη υποβολή της περί αναγνωρίσεως του γάμου αιτήσεως. Η αίτησις δέον να υποβληθή εις το Ταμείον εντός τριμήνου προθεσμίας από της τελέσεως του γάμου δια τους ήδη άγαμους ησφαλισμένους ή από της εγγραφής εις το Ταμείον δια τους τελέσαντας γάμον προ ταύτης ή από της δημοσιεύσεως του παρόντος δια τους ήδη εγγάμους ησφαλισμένων. Εκπρόθεσμος υποβολή της αιτήσεως, συνεπάγεται την καταβολήν της ανωτέρω εφ’ άπαξ εισφοράς εντόκως προς 6% από της λήξεως της προθεσμίας μέχρι της υποβολής της αιτήσεως. Πάσαι αι μέχρι της ισχύος του παρόντος υποβληθείσαι αιτήσεις θεωρούνται εμπρόθεσμοι. ε)Πάσα πρόοδος προερχομένη εκ χαριστικής αιτίας. στ)Οι τόκοι των κεφαλαίων και πάσης φύσεως πρόσοδοι εκ της περιουσίας του Ταμείου. «ζ.Προκειμένου για τους ασφαλισμένους που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρ. 5-10 του Νόμ. 1759/1988 οι εισφορές που ορίζονται στις προηγούμενες περιπτώσεις: α και β, διαμορφώνονται ως εξής; Από 1.5.1988 σε 6% αντίστοιχα. Από 1.1.1989 σε 7% αντίστοιχα. Από 1.1.1990 σε 8% αντίστοιχα. Από 1.1.1991 σε 9% αντίστοιχα». Η περίπτ. ζ΄ προστέθηκε από το άρθρ. 1 της 132/487/23-28 Μαρτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 225) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 320/27-4-89) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, της οποίας η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 3 αυτής αρχίζει από 1.5.1988. 2.Η ως άνω εισφορά ησφαλισμένου θα παρακρατήται κατά την καταβολήν των αποδοχών υπό του εργοδότου, όστις τυγχάνει και υπόχρεως δια την απόδοσιν ταύτης εις το Ταμείον μετά της βαρυνούσης τούτον εισφοράς εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επομένου της καταβολής των αποδοχών μηνός. 3.Ως προς το καταβλητέο πρόσθετον τέλος δια την μη εμπρόθεσμον καταβολήν των εισφορών, εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις δια το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. «4.Δια τον υπολογισμόν των εισφορών λαμβάνονται υπόψει αι πάσης φύσεως αποδοχαί των ησφαλισμένων και μέχρι ποσού ίσου, κατ’ ανώτατον όριον, προς το 30πλάσιον του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, ως τούτο καθορίζεται υπό της εκάστοτε ισχυούσης Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Όπου εν τω παρόντι Καταστατικώ αναφέρεται «τεκμαρταί αποδοχαί» νοούνται αι αποδοχαί της παρούσης παραγράφου». Η παρ. 4, όπως είχε τροποποιηθεί, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 357/22-29 Απρ. 1980, (ΦΕΚ Α΄ 99) 5.Τα δώρα λόγω εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ως και το επίδομα αδείας υπόκεινται εις εισφοράν αυτοτελώς, μέχρι του ποσού πάντως των τεκμαρτών μηνιαίων αποδοχών της ανωτάτης, κατά την προηγουμένην παράγραφον του παρόντος άρθρου, μισθολογικής κλάσεως». Το άρθρ. 19 τροποποιηθέν μερικώς δια του Β.Δ. 438 της 10/30 Ιουλ. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 126) του Β.Δ. 385 της 15 Μαΐου /4 Ιουν. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 126-διόρθ. ημαρτ. εν ΦΕΚ Α΄ 154 της 12 Ιουλ. 1968) και του Π.Δ. 798 της 22/29 Οκτ. 1976 (ΦΕΚ Α΄ 286) αντικατεστάθη ολόκληρον ως άνω δια του άρθρ. 1 του Π.Δ. 458 της 18/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). Τοποθέτησις και επένδυσις των κεφαλαίων του Ταμείου Άρθρ.2.-Σκοπός του Ταμείου είναι η χορήγησις, περιοδικών παροχών (συντάξεων) εις τας συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 3 του παρόντος ησφαλισμένου πρόσωπα εν περιπτώσει αναπηρίας ή γήρατος ως και εις τα μέλη οικογενείας των εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου κατά τα ειδικώτερον εν τοις επομένοις οριζόμενα. Ασφαλιστέα Πρόσωπα Άρθρ.20.-1.Τα κεφάλαια του Ταμείου κατατίθενται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του Α.Ν. 1611/1950 και Ν.Δ. 2999/1954. 2.Δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας δύναται να επενδύωνται τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου 1)εις χρεώγραφα του Δημοσίου ή εις ομολογίας ή εις Μετοχάς των Τραπεζών ή εις προσοδοφόρα αστικά ακίνητα κείμενα εντός του Σχεδίου της πόλεως Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων ή εις οικόπεδα ή εις ημικατεστραμένα ακίνητα επί τω τέλει ανοικοδομήσεως και 2) εις δάνεια, προς ησφαλισμένους ή συνταξιούχους του Ταμείου. Αγορά, φύλαξις χρεωγράφων Άρθρ.21.-Η αγορά των χρεωγράφων ενεργείται πάντοτε μέσω της Τραπέζης της Ελλάδος προς την οποίαν δίδεται σχετική έγγραφος εντολή κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα εις την κατοχήν του Ταμείου χρεώγραφα, κατατίθενται προς φύλαξιν επ’ ονόματι του Ταμείου παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος ή παρά τη Τραπέζη Ελλάδος ή Αγροτική Τραπέζη της Ελλάδος. (Αντί για τη σελ. 1339(δ) Σελ. 1339(ε) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.67 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 9 Αγορά ακινήτων-Προμήθεια-Μισθώσεις Άρθρ.22.-1.Δια την αγοράν ακινήτων απαιτείται εκτός των δια γενικών ή ειδικών Νόμων επιβαλλομένων διατυπώσεων (έγκρισις Νομισματικής Επιτροπής κ.λπ.) και προηγουμένη εκτίμησις της αξίας αυτού ενεργουμένη παρά τριμελούς επιτροπής απαρτιζομένης: α)Εξ ενός τεχνικού Δημοσίου υπαλλήλου (αρχιτέκτονος ή Πολιτικού Μηχανικού). β)Εξ ενός των παρά της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης χρησιμοποιουμένων εκτιμητών, και γ)Εξ ενός Οικονομικού Εφόρου. 2.Η περί αγοράς ωρισμένου ακινήτου απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, δέον να εγκριθή και υπό του Υπουργού Εργασίας προς ον υποβάλλεται ολόκληρος ο φάκελλος της αγοράς μετ’ αντιγράφων των σχετικών πρακτικών του Δ.Σ., της εκθέσεως της Εκτιμητικής Επιτροπής κ.λπ. 3.Ο Υπουργός της Εργασίας δικαιούται να ενεργήση κατά την κρίσιν του νέαν εκτίμησιν ακινήτου, αι δαπάναι της οποίας βαρύνουν το Ταμείον. 4.Η έγκρισις του Υπουργού Εργασίας θεωρείται ως δοθείσα εάν παρέλθη άνευ απαντήσεως χρονικόν διάστημα δύο μηνών αφ’ ης υποβληθή εις το Υπουργείον ο σχετικός φάκελλος, ο περιλαμβάνων την απόφασιν του Δ.Σ. περί αγοράς του ακινήτου. 5.Αι δαπάναι των εκτιμήσεων βαρύνουσι το Ταμείον. Αι αμοιβαί των εκτιμητών καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας. 6.Προκειμένου περί ανοικοδομήσεως επί ιδιοκτήτων γηπέδων ή σοβαρών διαρρυθμίσεων και ανακαινίσεων κτισμάτων, το Δ.Σ. επί τη βάσει οικοδομικού προγράμματος καταρτιζομένου υφ’ ενός ή πλειόνων αρχιτεκτόνων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. προκαλεί είτε αναθέτων απ’ ευθείας, εις ένα ή πλείονας αρχιτέκτονας διπλωματούχους Ανωτάτων ανεγνωρισμένων σχολών, οριζομένους υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. είτε κατόπιν διαγωνισμού, δια βραβείων, την εκπόνησιν πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης περιλαμβανούσης προσχέδιον, γενικόν σχέδιον, μελέτην υδραυλικών έργων, κεντρικής θερμάνσεως, ηλεκτρικής εγκαταστάσεως και αναβατήρων, σχέδια εκτελέσεως, προμέτρησιν και προϋπολογισμόν επί τη βάσει αγοραίων τιμών, ως και τα τεύχη δημοπρατήσεως (ανάλυσις τιμών, τιμολόγιον, συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.) Η στατική μελέτη ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας μετά πρότασιν του Δ.Σ. εις ένα ή πλείονας Πολιτικούς μηχανικούς διπλωματούχους Ανωτάτης ανεγνωρισμένης Σχολής. Πάντα ταύτα καταρτιζόμενα υποβάλλονται εις τριπλούν εις το Δ.Σ., όπερ μεριμνά δια την υποβολήν τούτων προς έγκρισιν υπό της αρμοδίας αρχής κατά τας κειμένας διατάξεις. Σελ.1340(ε) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.68 Μετά την έγκρισιν της μελέτης και την χορήγησιν της αδείας παρά της αρμοδίας αρχής, το έργον δημοπρατείται επί τη βάσει των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως Δημοσίων Έργων, της δημοπρατήσεως εκτελουμένης είτε δι’ ορίου είτε δια συμπληρώσεως τιμολογίου ως ορισθήσεται δια της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου. Τα έργα ανοικοδομήσεως κ.λπ. ανατίθενται δια δημοπρασίας, εις τον ανακηρυχθησόμενον εκ ταύτης μειοδότην. Το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται δι’ επαρκώς ητιολογημένης αποφάσεώς του να αποκλείη προ της διενεργείας της δημοπρασίας τους εκ των δηλωσάντων συμμετοχήν εις ταύτην μη παρέχοντας κατά την κρίσιν του επαρκή εχέγγυα καλής και εγκαίρου εκτελέσεως των έργων, χωρίς όμως πάντως να δύναται να περιορίση τους δικαιουμένους εις συμμετοχήν εις αριθμόν κατώτερον των 2/3 δηλωσάντων συμμετοχήν. Η επίβλεψις της εκτελέσεως των έργων μέχρις αποπερατώσεως αυτών γίνεται υπό του Δ.Σ. μέσω του επιβλέποντος μηχανικού ή αρχιτέκτονος υπευθύνου έναντι αυτού, ως τοιούτου οριζομένου υπό του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου, είτε του εκπονήσαντος την σχετικήν μελέτην είτε ετέρου τοιούτου. 7.Αι περί προμηθειών και μισθώσεων διατάξεις του Δημοσίου εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 10 Δάνεια Άρθρ.23.-«1.Εις τον ησφαλισμένον του Ταμείου τον έχοντα πλέον των 5 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν ή τον συνταξιούχον του Ταμείου, δύναται να χορηγήται προσωπικόν δάνειον μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δικαιολογουμένας ένεκεν εκτάκτων σοβαρών και απροβλέπτων αναγκών αυτού, κατά τας επί του θέματος τούτου ισχυούσας διατάξεις και αποφάσεις του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και της Νομισματικής Επιτροπής. 2.Το ποσόν του χορηγητέου δανείου δια μεν τον ησφαλισμένον του Ταμείου δεν δύναται να είναι ανώτερον του ποσού των τριών μισθών ουδέ των μέχρι της ημέρας της υποβολής της περί δανείου αιτήσεως, καταβληθεισών ατομικών του εισφορών, δια δε τον συνταξιούχον δεν δύναται να είναι ανώτερον των 3 μηνιαίων συντάξεων. 3.Τα κατά τας παρ. 1 και 2 δάνεια εξοφλούνται τοκοχρεωλυτικώς εις μηνιαίας δόσεις καθοριζομένας κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου πάντως δε ουχί περισσοτέρας των 36. 4.Εις τους ησφαλισμένους του Ταμείου τους έχοντας πλέον των 7 ετών πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν και εις τους συνταξιούχους του Ταμείου, δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και εφ’ όσον η Νομισματική Επιτροπή εγκρίνει την αποδέσμευσιν εκάστοτε ποσών εκ των διαθεσίμων κεφαλαίων του, να χορηγούνται δι’ αυτοστέγασιν ενυπόθηκα δάνεια προς ανέγερσιν, επιδιόρθωσιν ή επέκτασιν των οικοδομών των ή αγορά ακινήτου ή διαμερίσματος επί επιτοκίω ουχί κατωτέρω των 6%. Τα ενυπόθηκα δάνεια δεν δύνανται να είναι ανώτερα κατά περίπτωσιν του 1/3 της αξίας του ακινήτου. Εάν το 1/3 της αξίας του ακινήτου υπερβαίνει το σύνολον πάσης φύσεως ετησίων αποδοχών του ησφαλισμένου, ή το σύνολον των πάσης φύσεως ετησίων αποδοχών του συνταξιούχου κατά το τελευταίον προ της αποχωρήσεώς του εκ της υπηρεσίας έτος, το ποσόν του δανείου δεν δύναται να είναι ανώτερον των ετησίων αποδοχών αυτού και πάντως όχι ανώτερον των υπό των αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής καθοριζομένων εκάστοτε ποσών». Το άρθρ. 23 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Π.Δ. 118 της 8/21 Φεβρ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 26). (Μετά τη σελ. 1340(ε) Σελ.1340,01 Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.69 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 11 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 12 ΜΕΡΟΣ Β΄. Ασφαλιστική οργάνωσις του Ταμείου Σύνταξις αναπηρίας και γήρατος Άρθρ.24.-1.Ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεων αναπηρίας ή γήρατος εάν: α)Επραγματοποίησε 30 ετών, προκειμένου περί αρρένων και 25 ετών προκειμένου περί θηλέων, συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν τοιαύτην εν τη ασφαλίσει του Ταμείου, ανεξαρτήτως ηλικίας. «β.Συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας προκειμένου περί αρρένων και το 55ον προκειμένου περί θηλέων, επραγματοποίησε δε δεκαπενταετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν τοιαύτην εν τη ασφαλίσει του Ταμείου. Κατ’ εξαίρεσιν, δια το τεχνικόν προσωπικόν, τα ως άνω όρια ηλικίας μειούνται εις το 58ον έτος και 53ον αντιστοίχως. γ.Επραγματοποίησε 10ετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης 5ετή τουλάχιστον πραγματικήν εν ασφαλίσει του Ταμείου τοιαύτην κατέστη δε ανάπηρος σωματικώς ή πνευματικώς προς εκτέλεσιν της παρά τη Αεροπορική Επιχειρήσει υπηρεσίας του. Επί αναπηρίας εις βαθμόν 67% και άνω, αρκεί πενταετής τουλάχιστον πραγματική εν ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσία, εξ ης ενός τουλάχιστον έτους τοιαύτη εντός των 5 ετών, των αμέσως προηγουμένων εκείνου, καθ’ ο κατέστη ανάπηρος». Τα εδάφ. β΄ και γ΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 325 της 20 Απρ./4 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Α΄ 95). δ)Απεμακρύνθη της παρά της Αεροπορικής Επιχειρήσει υπηρεσίας λόγω αναπηρίας σωματικής ή πνευματικής προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας του, προελθούσης εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας ή εξ αφορμής ταύτης (εργατικόν ατύχημα), ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και χρόνου συνταξίμου υπηρεσίας. ε)Απεμακρύνθη της παρά τη Αεροπορική Επιχειρήσει υπηρεσίας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εφ’ όσον επραγματοποίησε δεκαετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν, εξ ης πενταετή τουλάχιστον πραγματικήν τοιαύτην εν τη ασφαλίσει του Ταμείου. Εάν όμως η απομάκρυνσις εκ της υπηρεσίας Αεροπορικής Επιχειρήσεως εγένετο δια κατάχρησιν, κλοπήν, υπεξαίρεσιν, απάτην, πλαστογραφίαν ή απιστίαν εις βαθμόν πλημμελήματος ή κακουργήματος, δια τελεσιδίκου καταδίκης εις ποινήν φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και διαπραχθείσας εις βάρος και επί ζημία των εργοδοτίδων εταιριών ή του Ταμείου, εκπίπτει παντός δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει απονέμεται σύνταξις εις τα δικαιούχα μέλη της οικογενείας του κατά τα ποσοστά της συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος, ο συμπληρώσας 15ετή συντάξιμον υπηρεσίαν. ς)Κατ’ εξαίρεσιν το ιπτάμενον προσωπικόν δικαιούται συντάξεως εάν επραγματοποίησε 15ετή συντάξιμον υπηρεσία, συνεπλήρωσε δε το 50όν έτος της ηλικίας προκειμένου περί αρρένων ή το 45ον προκειμένου περί θηλέων. Για τη συνταξιοδότηση του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας που αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία βλέπε άρθρ. 10 Νόμ. 1759/1988 (ΦΕΚ Α΄ 50), (τόμ. 15Β1, σελ. 70,866). 2.«Προκειμένου περί των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντων, η εν εδάφ. α, β, γ, ε και ς προβλεπομένη προϋπόθεσις της πενταετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας ορίζεται εις τριετή τοιαύτην εξαιρέσει των κατά την πρώτην τριετίαν από της συστάσεως του Ταμείου υποχρεωτικώς εξερχομένων της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητος προς εργασίαν ή λόγω συνταξιοδοτήσεως υπό του ΙΚΑ λόγω γήρατος, δι’ ους αρκεί ενός έτους πραγματική εν ασφαλίσει υπηρεσία και δια τους οποίους επιτρέπεται η κατά τας διατάξεις του άρθρ. 29 εξαγορά προϋπηρεσίας μετά την συμπλήρωσιν ενός έτους πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί των από της συστάσεως του Ταμείου αποβιωσάντων ησφαλισμένων δεν απαιτούνται αι ανωτέρω προϋποθέσεις πραγματικής ασφαλίσεως εν τω Ταμείω». Η παρ. 2 τροποποιηθείσα δια του Β.Δ. 114 της 23 Ιαν./17 Φεβρ. 1965 (ΦΕΚ Α΄ 26) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 385 της 15 Μαΐου /4 Ιουν. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 126), ούτινος η ισχύς ήρξατο από 1 Αυγ. 1968. 3.«Περί της φύσεως της αναπηρίας, της αιτίας, διαρκείας και της εκτάσεως ταύτης και γενικώς περί της δια την εφαρμογήν του παρόντος ανικανότητος προς εργασίαν αποφαίνεται προκειμένου μεν περί των ησφαλισμένων των παρεχόντων τας υπηρεσίας των ως ιπταμένων η Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Αεροπορίας, προκειμένου δε περί των λοιπών ησφαλισμένων η κατά τόπους Πρωτοβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ. Κατά των αποφάσεων της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής της Αεροπορίας επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής παρά του ενδιαφερομένου ή του Ταμείου εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως εις τον προσφεύγοντα ή το Ταμείον ενώπιον Υγειονομικής Επιτροπής απαρτιζομένης εκ δύο καθηγητών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ενός ιατρού κύρους υποδεικνυομένου υπό του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, ης η γνωμάτευσις είναι υποχρεωτική. (Αντί για τη σελ. 1341(δ) Σελ.1341(ε) Τεύχος Ι-51 Σελ.131 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 13 Η προσφυγή υποβάλλεται εις την ειδικήν Υγειονομικήν Επιτροπήν υπό του Ταμείου. Τα μέλη της ως άνω Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής ως και ο Γραμματεύς διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Κατά των αποφάσεων των πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής παρά του ενδιαφερομένου ή του Ταμείου ενώπιον των Δευτεροβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της νομοθεσίας του ΙΚΑ ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, τας προθεσμίας υποβολής των προσφυγών κ.λπ. Αι γενόμεναι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων, προπαρασκευής της γνωματεύσεως των Επιτροπών (παρακλινικαί εξετάσεις κ.λπ.) ως και αι αποζημιώσεις των μελών των Υγειονομικών Επιτροπών βαρύνουν εξ ολοκλήρου το Ταμείον. Η σύνταξις αναπηρίας απονέμεται πάντοτε προσωρινώς και δι’ όσον χρονικόν διάστημα καθωρίσθη τελεσιδίκως η διάρκεια της αναπηρίας υπό των ως άνω Υγειονομικών Επιτροπών, ανανεούται δε εκάστοτε δια τόσον χρονικόν διάστημα όσον ήθελον ορίσει αι Επιτροπαί εφ’ όσον η αναπηρία εξακολουθεί υφισταμένη και μέχρις οριστικής ιάσεως αυτής ή απονομής συντάξεως κατά τας λοιπάς διατάξεις του άρθρ. 24 παρ. 1 εδάφ. α, β, ε και ς. Το Ταμείον δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου του, ενεργουμένη παρά των αυτών ως άνω Υγειονομικών Επιτροπών, αν οπωσδήποτε ήθελε νομίσει ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις, οπότε δύναται να αναθεωρήση την περί συνταξιοδοτήσεως απόφασίν του». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 385 της 15 Μαΐου /4 Ιουν. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 126), ούτινος η ισχύς ήρξατο από 1 Αυγ. 1968. Σελ.1342(ε) Τεύχος Ι-51 Σελ.132 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 14 «4.Πρόσωπα ησφαλισμένα παρά τω Ταμείω απομακρυνόμενα δι’ οιανδήποτε αιτίαν της υπηρεσίας των μετά συμπλήρωσιν 20ετούς προκειμένου περί αρρένων και 15ετούς προκειμένου περί θηλέων συνταξίμου υπηρεσίας παρ’ αυτώ και μη θεμελιούντα δικαίωμα συντάξεως βάσει των διατάξεων του παρόντος, δικαιούνται να συνεχίσωσι προαιρετικώς την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν των μέχρι συμπληρώσεως των ελαχίστων προϋποθέσεων προς θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως, εφ’ όσον ο υπολειπόμενος προς τούτο χρόνος είναι ελάσσων των 5 ετών. Το δικαίωμα τούτο ασκείται υπό του ενδιαφερομένου προσωπικώς δια δηλώσεως τούτου υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός προθεσμίας 6 μηνών από της διακοπής της υποχρεωτικής ασφαλίσεώς του. Ο ούτω συνεχίζων την ασφάλισιν υποχρεούται να καταβάλη κατά μήνα ολόκληρον το ποσόν της εισφοράς του τε ησφαλισμένου και του εργοδότου, υπολογιζομένης βάσει των μέσων πάσης φύσεως αποδοχών του του τελευταίου προς της διακοπής της υποχρεωτικής ασφαλίσεως τριμήνου. Η καθυστέρησις μηνιαίας τινός εισφοράς πέραν των τριών μηνών, αφ’ ης αύτη κατέστη απαιτητή, συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος της περαιτέρω προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως». Η παρ. 4 προσετέθη δια του Β.Δ. 793 της 21 Νοεμ./6 Δεκ. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 256). «5α.Ιπτάμενοι φροντισταί και Ιπτάμεναι συνοδοί απομακρυνόμενοι δι’ οιανδήποτε αιτίαν της υπηρεσίας των μετά την συμπλήρωσιν 15ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, κτηθείσης αποκλειστικώς εκ της ασκήσεως των πτητικών καθηκόντων των, δικαιούνται να συνεχίσουν προαιρετικώς την παρά τω Ταμείω ασφάλισίν των μέχρι συμπληρώσεως των προϋποθέσεων προς θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως ή εφ’ όσον παύσουν δι’ οιανδήποτε αιτίαν προσφέροντες πτητικήν υπηρεσίαν και απασχοληθούν εν συνεχεία εις έτερα καθήκοντα, υπό δε την νέαν ιδιότητά των παραμένουν εν ασφαλίσει εις το Ταμείον, θεωρούνται ως συνεχίζοντες κανονικώς την ασφάλισίν των ως ιπτάμενον προσωπικόν δια την θεμελίωσιν του εις σύνταξιν δικαιώματος. β.Το δικαίωμα προαιρετικής ασφαλίσεως ασκείται υπό του ενδιαφερομένου προσωπικώς δι’ αιτήσεώς του υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της διακοπής της υποχρεωτικής ασφαλίσεώς του. Ο προαιρετικώς συνεχίζων την ασφάλισίν του καταβάλλει κατά μήνα ολόκληρον το ποσόν της εκάστοτε ισχυούσης εισφοράς του τε ησφαλισμένου και εργοδότου, υπολογιζομένης βάσει του μέσου όρου των πάσης φύσεως αποδοχών του προ της διακοπής της υποχρεωτικής ασφαλίσεως τριμήνου. Καθυστέρησις μηνιαίας εισφοράς πέραν των 3 μηνών, αφ’ ης αύτη κατέστη απαιτητή, συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος περαιτέρω συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 325 της 20 Απρ. /4 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Α΄ 95), Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Α΄ 109 της 18 Μαΐου 1973. Άρθρ.24α.-«Προκειμένου για τους ασφαλισμένους που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρ. 510 του Νόμ. 1759/88 ισχύουν τα ακόλουθα: Ι.Οι ασφαλισμένοι στο Ταμείο, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ιπτάμενοι φροντιστές και ιπτάμενοι συνοδοί δικαιούνται σύνταξη γήρατος με τις εξής προϋποθέσεις: α)Ανεξάρτητα από ηλικία, εάν πραγματοποιήσουν με αυτές τις ειδικότητες στην Ολυμπιακή Αεροπορία και στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα 7.500 ημέρες ασφάλισης και 2.000 ώρες πτήσης από τις οποίες 500 ώρες μέσα στην τελευταία 10ετία πριν αποχωρήσουν από την υπηρεσίαν. β)Εάν πραγματοποιήσουν με τις παραπάνω ειδικότητες 5.000 ημέρες ασφάλισης στην Ολυμπιακή Αεροπορία και στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και 2.000 ώρες πτήσης, από τις οποίες 500 ώρες μέσα στην τελευταία 10ετία πριν αποχωρήσουν από την υπηρεσία και συμπληρώσουν οι άνδρες το 52ο έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες το 50ό έτος. γ)Εάν πραγματοποιήσουν με αυτές τις ειδικότητες 5.000 ημέρες ασφάλισης στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και 2.000 ώρες πτήσης, από τις οποίες 500 ώρες μέσα στην τελευταία 10ετία πριν αποχωρήσουν από την υπηρεσία και συμπληρώσουν οι άνδρες το 44ο έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες το 42ο έτος. 2.Οι ασφαλισμένοι της προηγούμενης παρ. Ι δικαιούνται σύνταξης λόγω αναπηρίας με τις εξής προϋποθέσεις: α)Εάν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένισης σωματικής ή πνευματικής καταστούν οριστικά ανίκανοι να απασχοληθούν ως ιπτάμενοι φροντιστές ή ιπτάμενοι συνοδοί, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα 1.500 ημέρες Ασφάλισης και 250 ώρες πτήσης. β)Εάν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένισης σωματικής ή πνευματικής καταστούν οριστικά ανίκανοι να απασχοληθούν ως ιπτάμενοι φροντιστές ή ιπτάμενοι συνοδοί, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα 3.000 ημέρες ασφάλισης. Για την ανικανότητα των παραπάνω ασφαλισμένων προς άσκηση του επαγγέλματός τους ως ιπταμένων φροντιστών ή συνοδών, η οποία λογίζεται για την εφαρμογή του παρόντος ότι οφείλεται σε επαγγελματική ασθένεια αποφαί(Αντί για τη σελ. 1343(ζ) Σελ.1343(η) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.71 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 15 νεται αποκλειστικά κατά παρέκκλιση από τις οικείες διατάξεις της Νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. η Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Πολεμικής Αεροπορίας, της οποίας οι αποφάσεις είναι υποχρεωτικές. 3.Οι ιπτάμενοι φροντιστές και ιπτάμενοι συνοδοί της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας που δεν συμπληρώνουν με τις ειδικότητες αυτές τις ημέρες ασφάλισης που προβλέπονται από την παρ. 1 του παρόντος μπορούν να προσμετρήσουν τις ημέρες ασφάλισης που έχουν πραγματοποιήσει με άλλη ειδικότητα στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και να συνταξιοδοτηθούν με τις διατάξεις του εδάφ. β της παρ. 4 του παρόντος. 4.Οι ασφαλισμένοι στο Ταμείο, διοικητικοί τεχνικοί και υπόλοιπο προσωπικό εδάφους, δικαιούνται σύνταξης γήρατος με τις εξής προϋποθέσεις: α)Ανεξάρτητα από ηλικία, εάν έχουν πραγματοποιήσει 10.500 ημέρες ασφάλισης από τις οποίες 4.500 τουλάχιστον στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα. β)Εάν πραγματοποιήσουν 9.000 ημέρες ασφάλισης από τις οποίες 4.500 τουλάχιστον στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και συμπληρώσουν το 57ο έτος της ηλικίας τους. γ)Ανεξάρτητα από ηλικία, εάν πραγματοποιήσουν οι μεν άνδρες 9.000 ημέρες ασφάλισης οι δε γυναίκες 7.500 από τις οποίες 4.500 τουλάχιστον στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα (άνδρες-γυναίκες). δ)Οι ασφαλισμένοι της παραγράφου αυτής δικαιούνται μειωμένη σύνταξη, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Β.Δ. 7/1965 και της παρ. 2 του άρθρ. 1 του Β.Δ. 649/1968. 5.Οι ασφαλισμένοι της παρ. 4 δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας, εάν καταστούν ανάπηροι κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρ. 28 του Α.Ν. 1846/1951 και με τις προϋποθέσεις και όρους που προβλέπονται από τις διατάξεις για τις παροχές Κλάδου Συντάξεων της Νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. 6.Οι διατάξεις του Ι.Κ.Α. οι οποίες προβλέπουν την χορήγησιν σύνταξης με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις ηλικίας και ημερών ασφάλισης καθώς και οι διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου ασφαλισμένου στα μέλη της οικογενείας του εφαρμόζονται και για τους ασφαλισμένους των παρ. 1 και 4 της παρούσης. Σελ.1344(η) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.72 7.Οι ασφαλισμένοι των παρ. 1 και 4 του παρόντος δικαιούνται σύνταξη λόγω γήρατος ανεξάρτητα από όριο ηλικίας, εφόσον έχουν 10ετή τουλάχιστον ασφάλιση στο Ταμείο και δικαιώθηκαν σύνταξης από τον Κύριο Ασφαλιστικό Φορέα». Το άρθρ. 24α προστέθηκε από το άρθρ. 2 της 132/487/23-28 Μαρτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 225) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 320/27-4-89) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, της οποίας η ισχύς σύμφωνα με το άρθρ. 3 αυτής αρχίζει από 18-3-88 (ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμ. 1759 1988, Τόμ. 15Β, σελ. 70,866). 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 16 Σύνταξις μελών οικογενείας Άρθρ.25.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου συμπληρώσαντος κατά την ημέραν του θανάτου του 5ετή πραγματικήν υπηρεσίαν εν τη ασφαλίσει του Ταμείου ή ησφαλισμένου αποβιώσαντος εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την εκτέλεσιν ή εξ αφορμής της εργασίας (εργατικόν ατύχημα) ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας εν ασφαλίσει, ως και εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου του Ταμείου, δικαιούνται συντάξεως τα μέλη της οικογενείας των κατά τας ακολούθους διακρίσεις». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 325 της 20 Απρ./4 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Α΄ 95). α)Η σύζυγος, ή ο άπορος και ανάπηρος σύζυγος ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν εν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου (ησφαλισμένης ή συνταξιούχου) ορφανοί πατρός και μητρός έγγονοι και πρόγονοι, εφ’ όσον πάντες ούτοι συνεβίουν μετά του θανόντος (θανούσης) και συνετηρούντο υπ’ αυτού (αυτής) και δ)Οι γονείς, εάν συνώκουν μετά του θανόντος (θανούσης) και η συντήρησις εβάρυνε κυρίως αυτόν (αυτήν). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως: Α.Εαν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθεν προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου εκτός εάν: α)Ο θάνατος οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα. β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γ)Η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελεί εις κατάστασιν εγκυμοσύνης. Β.Εάν ο θανών (θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου παρά του Ταμείου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου (εκτός εάν συντρέχη αι εν τη περιπτώσει ταύτη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α, β, γ, της παρ. 2 αναφερομένων). Υπολογισμός και ποσόν συντάξεως ησφαλισμένων Άρθρ.26.-1.Η υπό του Ταμείου παρεχομένη μηνιαία σύνταξις, λόγω αναπηρίας ή γήρατος συνίσταται εις 2% του κατά την επομένην παράγραφον συνταξίμου μισθού, δι’ έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας, μέχρι και του 15 συμπεπληρωμένου. Επί συνταξίμου υπηρεσίας μείζονος των 15 ετών, η κατά το προηγούμενον εδάφιον σύνταξις προσαυξάνεται κατά 2,5% δι έκαστον έτος συνταξίμου υπηρεσίας, πέραν των 15 συμπεπληρωμένων και μέχρι συμπληρώσεως ποσοστού 60% του συνταξίμου μισθού, όπερ αποτελεί το ανώτατον όριον συντάξεως. «2.Ως συντάξιμος μισθός, βάσει του οποίου υπολογίζονται αι συντάξεις κατά τας διατάξεις του παρόντος, λαμβάνονται αι μηνιαίαι αποδοχαί του τελευταίου προ της εξόδου εκ της υπηρεσίας μηνός, εφ’ ων υπολογίζονται αι υπό της παρ. 4 του άρθρ. 19 ασφαλιστικαί εισφοραί». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.3.-«1α.Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως άπαντα τα Ελληνικής υπηκοότητος πρόσωπα τα παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν επ’ αμοιβή εις οιανδήποτε αεροπορικήν επιχείρησιν εντός των ορίων της χώρας ή εν τη αλλοδαπή και όντα επί πλέον ησφαλισμένα εις οιονδήποτε οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως εν Ελλάδι. β.Άτομα ως άνω υπηρετούντα εις αεροπορικάς επιχειρήσεις κατά την σύστασιν των Ταμείων και μη υπαχθέντα εις την ασφάλισιν αυτού, δύνανται να υπαχθώσι δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, καταβάλλοντες τας εισφοράς εργοδότου και εργαζομένων τας αντιστοιχούσας εις τας αποδοχάς του χρόνου υποβολής της αιτήσεως περί υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Ταμείου». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 132/3050 της 2/20 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 752). 2.Πρόσωπα μη κεκτημένα την Ελληνικήν υπηκοότητα (αλλοδαποί), παρέχοντα εξηρτημένην εργασίαν εντός των ορίων της Χώρας εις οιανδήποτε Αεροπορικήν Επιχείρησιν δύνανται να υπάγωνται τη αιτήσει των εις την ασφάλισιν του Ταμείου εφ’ όσον και δι’ όσον χρόνον υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ι.Κ.Α., εξομοιούμενα προς τους υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως ησφαλισμένους ως προς πάσας τας υποχρεώσεις και δικαιώματα έναντι του Ταμείου. 3.Εν περιπτώσει αμφισβητήσεως ως προς την υπαγωγήν ή μη προσώπου τινός ή και κατηγορίας εις την ασφάλισιν του Ταμείου τούτου, αποφαίνεται ο Υπουργός Εργασίας μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και του παρά τω Υπουργείω Εργασίας λειτουργούντος Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. (Αντί της σελ. 1335) Σελ. 1335(α) Τεύχος 435-Σελ.37 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 3 Μέρος Α΄. Διοικητική και Οικονομική Οργάνωσις του Ταμείου Σύνθεσις Διοικητικού Συμβουλίου άρθρ. 2 Π.Δ. 357/22-29 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 99). «3.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω απολύσεως (καταγγελία της συμβάσεως εργασίας) ορίζεται εις το ήμισυ της μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος, εκτός εάν ο ούτω απολυόμενος έχει συμπληρώσει το 55ον έτος της ηλικίας του προκειμένου περί αρρένων ή το 50όν προκειμένου περί θηλέων και κέκτηται παρά τω Ταμείω συντάξιμον υπηρεσίαν 15 ετών και άνω, εξ ης 5ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν οπότε το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως τούτου, ορίζεται εις το ακέραιον». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 325 της 20 Απρ. /4 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Α΄ 95). «3α.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως λόγω αναπηρίας εξ εργατικού ατυχήματος ορίζεται ίσον προς τόσον ποσοστόν του συνταξίμου μισθού όσον ήθελε καθορισθεί ως ποσοστόν αναπηρίας του υπό της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής, μη δυνάμενον πάντως να υπερβή το ποσοστόν της πλήρους λόγω γήρατος συντάξεως (60%). Χορηγηθείσαι συντάξεις καθ’ υπέρβασιν του προηγουμένου εδαφίου συνεχίζουν καταβαλλόμεναι, της επί πλέον διαφοράς διατηρουμένης και συμψηφιζομένης προς πάσαν μεταγενεστέραν αύξησιν». Η παρ. 3α αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 581/1-12 Ιουν. 1981(ΦΕΚ Α΄ 150). (Αντί για τη σελ. 1344,01) Σελ.1344,01(α) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ.73 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 17 «3β.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου επελθόντος κατόπιν εργατικού ατυχήματος εν υπηρεσία ή εξ αφορμής ταύτης, η σύνταξις των δικαιούχων μελών της οικογενείας καθορίζεται βάσει των συνταξίμων ετών υπηρεσίας αυτού, ως αι παρ. 1 και 2 του παρόντος, εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην ο θανών είχε συντάξιμα έτη ολιγώτερα των 20, οπότε η σύνταξις θα υπολογίζεται βάσει 20 ετών συνταξίμου υπηρεσίας. Αι ήδη καταβαλλόμεναι δια την ως άνω αιτίαν συντάξεις αναπροσαρμόζονται κατά τ’ ανωτέρω από της 1ης του επομένου της δημοσιεύσεως μηνός. Εκ της τοιαύτης αναπροσαρμογής ουδέν ποσόν καταβάλλεται δια χρόνον προγενέστερον της ημερομηνίας ταύτης». Το εδάφ. 3β προσετέθη δια του Β.Δ. 425 της 4/24 Ιουν. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 127). «3γ.Επί αναπηρίας εις βαθμόν 67% και άνω ως και εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου προελθόντος εξ οιασδήποτε αιτίας, πλην εργατικού ατυχήματος η σύνταξις αυτού ή των δικαιοδόχων μελών της οικογενείας του, καθορίζεται βάσει των συνταξίμων ετών υπηρεσίας του ησφαλισμένου, ως αι παρ. 1 και 2 του παρόντος, εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην ο καταστάς ανάπηρος ή ο θανών είχε συντάξιμα έτη ολιγώτερα των 15, οπότε η σύνταξις θα υπολογίζεται βάσει 15 ετών συνταξίμου υπηρεσίας». Το εδάφ. 3γ προσετέθη δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 325 της 20 Απρ. /4 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Α΄ 95) 4.Εάν ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας τελεί εις κατάστασιν απαιτούσαν κατά την περί τούτου γνωμάτευσιν της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής συνεχή επίβλεψιν και συμπαράστασιν τρίτων προσώπων (απόλυτος αναπηρία) το ποσόν της συντάξεως προσαυξάνεται κατά 20%, εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η κατάστασις αναπηρίας. 5.Κλάσμα δραχμής στρογγυλοποιείται υπέρ του λαμβάνοντος. «6.α)Μεθ’ εκάστην αύξησιν του υπό της Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας προβλεπομένου ημερομισθίου, ανειδικεύτου εργάτου, αναπροσαρμόζονται και αι υπό του Ταμείου καταβαλλόμεναι συντάξεις, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. β)Εις περίπτωσιν καθ’ ην διαπιστούται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου οικονομική δυσχέρεια δια την αναπροσαρμογήν των συντάξεων κατά τα ανωτέρω, δύναται το Δ.Σ. να περιορίζει το ποσοστόν της αυξήσεως ή και να αναστέλη την αναπροσαρμογήν, μέχρις ου επιτευχθούν αι αναγκαίαι προς τούτο οικονομικαί προϋποθέσεις. Σελ.1344,02(α) Τεύχος ΙΑ-5-2 Σελ. 74 7.Αι μέχρι της ισχύος του παρόντος καταβαλλόμεναι συντάξεις αναπροσαρμόζονται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. βάσει του χρόνου ασφαλίσεως και του 30πλασίου του ισχύοντος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. Το εκ της αναπροσαρμογής προκύπτον ποσόν συντάξεων, δεν δύναται να είναι κατώτερον του ήδη καταβαλλομένου, της τυχόν επί πλέον διαφοράς διατηρημένης και συμψηφιζομένης με πάσαν μεταγενεστέραν αναπροσαρμογήν». Οι παρ. 6 και 7 προστέθηκαν ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 357/22-29 Απρ. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 99). 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 18 Ποσόν συντάξεως μελών οικογενείας Άρθρ.27.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως ης δικαιούται η χήρα (χήρος) ισούται προς τα 80% του ποσού της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) της συντάξεως δηλαδή ήτις απενεμήθη εις αυτόν (αυτήν) ή της συντάξεως ην θα εδικαιούτο ούτος (αύτη) εάν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ανίκανος προς εργασίαν. 2.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως εκάστου τέκνου ισούται προς τα 20 εκατοστά του ποσού της μηνιαίας συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων εις τα 80%. Το σύνολον των συντάξεων της χήρας (χήρου) και των τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) και μη υπαρχούσης χήρας (χήρου) δικαιουμένης συντάξεως τα 80% του εν λόγω ποσού. Εάν το σύνολον της συντάξεως υπερβαίνη τα όρια της συντάξεως του θανόντος (θανούσης) η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως. 3.Οι έγγονοι, προγονοί και γονείς δικαιούνται συντάξεως εάν δεν υφίσταται χήρα (χήρος) ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή, εάν υφισταμένων τοιούτων δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξαντλήται το ποσόν της συντάξεως του θανόντος. Αι διατάξεις της παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως και επί των εγγονών και προγονών. 4.Εν περιπτώσει λήξεως του δικαιώματος εις σύνταξιν μέλους τινός οικογενείας η σύνταξις των λοιπών επανυπολογίζεται ως να μην υπήρχε το μέλος ούτινος διεκόπη η συνταξιοδότησις. Εφ’ άπαξ παροχαί ησφαλισμένων Άρθρ.28.-1.Εις τους οπωσδήποτε αποχωρούντας της υπηρεσίας εφ’ όσον δεν δικαιούνται συντάξεως, έχοντας όμως συμμετοχήν εις το Ταμείον 5 ετών, επιστρέφεται ατόκως το σύνολον των ατομικών του εισφορών εκ κρατήσεων επί των αποδοχών του και αι τυχόν λόγω εξαγοράς προϋπηρεσίας εισφοραί. 2.Ο απολυόμενος λόγω καταχρήσεως, κλοπής, υπεξαιρέσεως, απάτης, πλαστογραφίας, εις βαθμόν πλημμελήματος ή κακουργήματος, βεβαιουμένης δια δικαστικής αποφάσεως και διαπραχθεισών εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του εις βάρος της Αεροπορικής Επιχειρήσεως ή του Ταμείου στερείται του δικαιώματος της επιστροφής των εισφορών. «3.α)Ασφαλισμένοι Οργανισμών επικουρικής Ασφάλισης ή σε περίπτωση θανάτου, τα μέλη της οικογένειάς τους, μπορούν να αναγνωρίσουν το ΤΕΑΠΑΕ με αίτησή τους, το χρόνο για το οποίο τους επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/83. β)Η εξαγορά του παραπάνω αναγνωριζομένου χρόνου, γίνεται με την καταβολή από τον ενδιαφερόμενο για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα, εισφοράς 4% επί του τριακονταπλασίου του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Η σχετική απόφαση του Ταμείου για την αναγνώριση και εξαγορά θα πρέπει να εκδοθεί μέσα σε 3 μήνες από την υποβολή της αίτησης. γ)Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς που θα προκύψει από την παραπάνω αναγνώριση γίνεται είτε εφάπαξ, είτε σε μηνιαίες δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του αριθμού των αναγνωριζομένων μηνών και σε καμμιά περίπτωση πάνω από 48. δ)Η μη εμπρόθεσμη καταβολή 2 συνεχών δόσεων συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος εξαγοράς και θα πρέπει να καταβληθεί νέα αίτηση για την αναγνώριση του υπολειπομένου χρόνου. ε)Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το υπόλοιπο της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ». Η παρ. 3 προστέθηκε από την 133/Ν 836/4-20 Δεκ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 896) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «Άρθρον 29. Συντάξιμος υπηρεσία και αναγνώρισις ταύτης. 1.Ως συντάξιμος υπηρεσία θεωρείται: α)Ο χρόνος πραγματικής εν ασφαλίσει του Ταμείου διανυθείσης υπηρεσίας, από της ενάρξεως λειτουργίας του Ταμείου και εφεξής. β)Ο χρόνος υπηρεσίας εις Αεροπορικάς Επιχειρήσεις προ της συστάσεως του Ταμείου, εφ’ όσον διηνύθη εν τη ασφαλίσει οιουδήποτε οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως εν Ελλάδι και δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεως εξ ετέρου Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως. γ)Ο χρόνος αποχής εκ της υπηρεσίας προ και μετά τον τοκετόν ησφαλισμένων γυναικών, ο προβλεπόμενος υπό της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουασιγκτώνος κυρωθείσης υπό του Νόμου 2274/24-61920, ως και ο χρόνος αποχής εκ της υπηρεσίας λόγω ασθενείας ησφαλισμένων ο προβλεπόμενος υπό του άρθρου 5 του Νόμου 2112/1920 ως επεξετάθη επί των εργατών, ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως. δ)Ο προ της συστάσεως του Ταμείου χρόνος υπηρεσίας εις την Εθνικήν Αεροπορικήν Εταιρείαν, εφ’ όσον διηνύθη εις υποκατάστημα ταύτης εν τη Αλλοδαπή και δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεως εξ ετέρου οργανισμού Επικουρικής ασφαλίσεως εν Ελλάδι ή εν τω εξωτερικώ. 2.Ο κατά τ’ ανωτέρω υπ’ αριθ. γ΄ χρόνος υπηρεσίας αναγνωρίζεται ως συντάξιμος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. βάσει δικαιολογητικών τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη τω Ταμείω εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από του τοκετού, ή από της αποκτήσεως ικανότητος προς εργασίαν αντιστοίχως, επί τη καταβολή υπό τούτου των εις τον αναγνωριζόμενον χρόνον αναλογουσών εισφορών ησφαλισμένου και εργοδότου υπολογιζομένων επί των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών αυτού. 3.Ο περί ου το εδάφιον β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου χρόνος προϋπηρεσίας εις Αεροπορικάς Επιχειρήσεις δύναται ν’ αναγνωρισθή (Αντί για τη σελ. 1345(ζ) Σελ. 1345(η) Τεύχος 1327 Σελ. 1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 19 ως συντάξιμος δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. μετά την συμπλήρωσιν πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω προκειμένου δε περί των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπερετούντων μετά την συμπλήρωσιν τριετούς πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. Η κατά τα άνω αναγνωριζομένη ως συντάξιμος προϋπηρεσία δεν δύναται να υπερβαίνη εκάστοτε την πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν του ησφαλισμένου, εν πάση δε περιπτώσει δεν δύναται να είναι ανωτέρα των 15 ετών. Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντων, επιτρέπεται η αναγνώρισις χρόνου προϋπηρεσίας μείζονος της πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας των και μέχρι 15 κατ’ ανώτατον όριον ετών. Το δικαίωμα προς αναγνώρισιν της ως άνω προϋπηρεσίας δέον ν’ ασκηθή υπό του ησφαλισμένου δι’ αιτήσεως υποβλητέας εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 ετών αρχομένης από της ημέρας της συμπληρώσεως 5ετούς πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω. Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου προ της λήξεως της ανωτέρω προθεσμίας το δικαίωμα προς αναγνώρισιν δέον να ασκηθή υπό των νομίμων δικαιούχων αυτού εντός έτους από της ημέρας του θανάτου. Μετά της αιτήσεως δέον να υποβάλλωνται και τα σχετικά δικαιολογητικά, υποχρεουμένου του Δ.Σ. του Ταμείου όπως εκδόση την περί τούτου απόφασίν του περί αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας εντός τριμήνου από της υποβολής της αιτήσεως μετά πάντων των δικαιολογητικών. Η εξαγορά της αναγνωριζομένης, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. προϋπηρεσίας ενεργείται δια της καταβολής υπό του ησφαλισμένου του αθροίσματος των εισφορών εργοδότου και ησφαλισμένου, υπολογιζομένων επί των κατά τον χρόνον εγκρίσεως της σχετικής περί εξαγοράς αιτήσεως μηνιαίων αποδοχών αυτού επί τον αριθμόν των αναγνωριζομένων μηνών προϋπηρεσίας. Το, κατά τα άνω, προκύπτον ποσόν οφειλής δύναται να εξοφληθή υπό του ενδιαφερομένου είτε εφ’ άπαξ είτε δια δόσεων, ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβαίνη τον αριθμόν κατά περίπτωσιν αναγνωριζομένων μηνών, παρακρατουμένων αποδοχών του ησφαλισμένου υπό της παρ’ η υπηρετεί υπηρεσίας και αποδιδομένων εις το Ταμείον μετά των τακτικών εισφορών. Η παρακράτησις των δόσεων άρχεται από του μεθεπομένου της κοινοποιήσεως της περί αναγνωρίσεως αποφάσεως του Δ.Σ. μηνός. Η παρακράτησις των δόσεων τυγχάνει υποχρεωτική δια τας εργοδότιδας Εταιρείας αίτινες άλλως υποχρεούνται εις την εξ ιδίων των καταβολήν αυτών, μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας εν περιπτώσει καθυστερήσεως, εκτός εάν ο ησφαλισμένος ήθελε δηλώσει εγγράφως, είτε προς το Ταμείον είτε προς τον εργοδότην του, ότι παραιτείται του δικαιώματος της εξαγοράς, οπότε υποχρεούται ο εργοδότης όπως αποστείλη αμελλητί, προς το Ταμείον την τοιαύτην έγγραφον δήλωσιν Σελ. 1346(η) Τεύχος 1327 Σελ. 2 του ησφαλισμένου, όστις δεν δύναται του λοιπού να ανακαλέση ταύτην, της παραιτήσεως θεωρουμένης οριστικής αφ’ ης καθ’ οιονδήποτε τρόπον η περί ταύτης έγγραφος δήλωσις περιέλθη εις το Ταμείον. Εις περίπτωσιν υποβολής αιτήσεως προς συνταξιοδότησιν υπό του ησφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του προ της ολοσχερούς κατά τ’ ανωτέρω, εξαγοράς του αναγνωρισθέντος χρόνου προϋπηρεσίας, το οφειλόμενον ποσόν του μη εξαγορασθέντος χρόνου εξοφλείται είτε εφ’ άπαξ είτε εις δόσεις παρακρατουμένας εκ της συντάξεως, εκάστη των οποίων δεν δύναται να υπερβαίνη το 1/4 της συντάξεως. «4α.Οι Ελληνικής υπηκοότητας υπάλληλοι του Εθνικού αερομεταφορέα που υπηρετούν ή υπηρέτησαν στο παρελθόν στο εξωτερικό μπορούν να αναγνωρίσουν την προϋπηρεσία τους αυτή εφόσον έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΙΚΑ και του Ταμείου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) έτους. β)Η αναγνώριση και εξαγορά της παραπάνω προϋπηρεσίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφόσον αυτές δεν αντιτίθενται προς τις παρακάτω ρυθμίσεις. 1.Ο σύμφωνα με τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος προϋπηρεσίας σαν συντάξιμος είναι ανεξάρτητος του αριθμού των ετών πραγματικής ασφάλισης δεν μπορεί όμως σε καμία περίπτωση να είναι ανώτερος των 15 ετών. 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 20 2.Το δικαίωμα για αναγνώριση της προϋπηρεσίας αυτής πρέπει να ασκηθεί από τον ασφαλισμένο με αίτηση του προς το Δ.Σ. του Ταμείου που θα υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική νομοθεσία ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του Π.Δ./τος αυτού. 3.Η εξαγορά της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας γίνεται εφάπαξ και το σύνολο του οφειλομένου ποσού καταβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός (1) έτους από την αναγνώριση αυτής. Η παρ. 4 προστέθηκε από το άρθρ. 1 του Π.Δ. 288/26 Ιουλ.-4 Αυγ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 105). Σύμφωνα δε με το άρθρ. 2 του ιδίου ως άνω Π.Δ. 288/1983 ορίστηκε ότι:Το δικαίωμα για εξαγορά προϋπηρεσίας που διανήθηκε με Αεροπορικές Επιχειρήσεις από τους εργαζομένους σ’ αυτές μετά τη σύσταση του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων (1η Οκτ. 1963) μπορεί να ασκηθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του Π.Δ./τος αυτού. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου πριν από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, το δικαίωμα για αναγνώριση μπορεί να ασκηθεί από τους νόμιμους δικαιοδόχους αυτού, μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημέρα του θανάτου. 5.(4).Κατά την συγκεφαλαίωσιν των ετών υπηρεσίας προς εξεύρεσιν της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας εάν απομένη υπόλοιπον εξ μηνών και άνω λογίζεται ως πλήρες έτος, κατώτερον δε των εξ μηνών παραλείπεται». Η μέσα σε ( ) παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 5 από το άρθρ. 2 του Π.Δ. 288/26 Ιουλ.-4 Αυγ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 105). Το άρθρ. 29 τροποποιηθέν μερικώς δια 1) του Β.Δ. 385 της 15 Μαΐου/4 Ιουν. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 126), 2) του Β.Δ. 887 της 14/30 Δεκ. 1968 (ΦΕΚ Α΄ 309), 3) Β.Δ. 425 της 4/24 Ιουν. 1971, 4) της υπ’ αριθ. 132/3050 της 2/20 Σεπτ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 752), 5) του Β.Δ. 325 της 20 Απρ./4 Μαΐου 1973 (ΦΕΚ Α΄ 95) και 6) του Π.Δ. 798 της 22/29 Οκτ. 1976 (ΦΕΚ Α΄ 286), αντικατεστάθη ολόκληρον ως άνω δια του άρθρ. 2 του Π.Δ. 458 της 18/24 Μαΐου 1977 (ΦΕΚ Α΄ 142). (Μετά τη σελ.1346(η) Σελ. 1346,01 Τεύχος 1327 Σελ. 3 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 39.Ν.α.1 21 39.Ν.α.1 Ταμείο Επικ.Ασφ.Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων(Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) 22 Χρόνος ενάρξεως και λήξεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος Άρθρ.30.-1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της επομένης ημέρας εκείνης καθ’ επήλθεν η αναπηρία ή ο θάνατος ή καθ’ ην απεχώρησεν ο ησφαλισμένος εκ της υπηρεσίας. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα λήγει: α)Επί συντάξεως λόγω αναπηρίας εφ’ όσον παύσουν αι υφιστάμεναι προϋποθέσεις (λήξις ικανότητος). β)Επί συντάξεως λόγω γήρατος, δια του θανάτου του συνταξιούχου. γ)Επί συντάξεως τέκνων, εγγονών και προγονών προκειμένου μεν περί αρρένων άμα τη συμπληρώσει του 18ου έτους της ηλικίας των, προκειμένου δε περί θηλέων του 25ου έτους και προ τούτου κατ’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις δια της τελέσεως γάμου ή του θανάτου. Το κατά τ’ ανωτέρω όριον ηλικίας: αα)Δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνου, εγγόνου ή προγονού, ανικάνου λόγω παθήσεως, δια πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν και ββ)Παρατείνεται μέχρι του 21ου έτους της ηλικίας, εφ’ όσον τ’ ανωτέρω πρόσωπα συνεχίζουσι την μόρφωσιν αυτών εις Σχολάς γενικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και ως εκ τούτου δεν ασκούν βιοποριστικόν επάγγελμα. δ)Επί συντάξεως γονέων δια του θανάτου των ή δια συνάψεως νέου γάμου παρά της χήρας μητρός ή του χήρου πατρός. ε)Επί συντάξεως χήρας δια του θανάτου της ή δια τελέσεως νέου γάμου. 3.Κηρυχθείσης αφανείας ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δια δικαστικής αποφάσεως, το δικαίωμα των οικογενειών των, εις απόληψιν συντάξεως και η πληρωμή αυτών άρχεται από της πρώτης του μηνός του ακολουθούντος τον χρόνον τον καθωρισθέντα υπό της δικαστικής αποφάσεως ως χρόνου αφανείας. Στερήσεις - Εκπτώσεις και Αναστολαί Άρθρ.31.-«1.Ο ασφαλισμένος, ο οποίος έχει καταστεί ανάπηρος από πρόθεση ή εξαιτίας πλημμελήματος ή κακουργήματος, το οποίο ο ίδιος διέπραξε και η ενοχή του αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εκπίπτει από το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας. Εάν υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 25 του Καταστατικού αυτά δικαιούνται να λάβουν τη σύνταξη, την οποία θα εδικαιούντο να λάβουν σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου». Η μέσα σε « » παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 131/22-31 Μαΐου 1996, ΦΕΚ Α΄ 94, κατωτ. αριθ. 21. Για την επανεξέταση των συνταξιοδοτικών περιπτώσεων που έχουν κριθεί κατ’ εφαρμογή των τροποποιουμένων διατάξεων βλέπε παρ. 2 και 3 ιδίου Π.Δ. 131/96 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα μελών οικογενείας απόλυται: α)Εάν ταύτα καταδικασθούν δι’ αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου δια πράξιν συνεπεία της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα εάν αύτη εκπέση της επιτροπίας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. 3.Η καταβολή των παρά τω Ταμείω χορηγουμένων παροχών αναστέλλεται: «α)Εάν ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των εξ’ μηνών, καθ’ όσον χρόνο εκτίει αυτή. Εφ’ όσον όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου θα είχαν δικαιωθεί συντάξεως, αυτά δικαιούνται να λάβουν τη σύνταξη, η οποία θα έπρεπε να τους καταβάλλεται σε περίπτωση θανάτου αυτού». Η μέσα σε « » περιπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την πρώτη παράγραφο άρθρ. 2 Π.Δ. 131/22-31 Μαΐου 1996, (ΦΕΚ Α΄ 94), κατωτ. αριθ. 21. Για την επανεξέταση των συνταξιοδοτικών περιπτώσεων που έχουν κριθεί κατ’ εφαρμογή των τροποποιούμενων διατάξεων βλέπε παρ. 2 και 3 ιδίου Π.Δ. 131/96. β)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβη εργασίαν ή υπηρεσίαν θεμελιούσαν υποχρέωσιν ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω ή εξ ης αποκερδαίνει ποσόν διπλάσιον της λαμβανομένης εκ του Ταμείου Συντάξεως. Παραγραφή Άρθρ.32.-1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν παραγράφεται μετά παρέλευσιν πενταετίας από της γεννήσεώς του. 2.Απαιτηταί δόσεις συντάξεως μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των εξ μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 4.Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. Χρόνος και τόπος πληρωμής των συντάξεων Άρθρ.33.-Αι συντάξεις καταβάλλονται εν αρχή εκάστου μηνός και επί τη προσαγωγή πιστοποιητικού καθ’ εξαμηνίαν της Αστυνομίας και του Εφημερίου της κατοικίας του συνταξιούχου δι’ ου βεβαιούται ότι δεν συνέβη εις τους συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη ή τους δικαιοδόχους, γεγονός επιφέρον την παύσιν ή ελάττωσιν της συντάξεως. Εκχώρησις ή κατάσχεσις παροχών Άρθρ.4.-«1.Το Ταμείον διοικείται υπό εννεαμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου. α)Εκ του Προέδρου β)Εκ 2 Δημοσίων υπαλλήλων, εξ ων 1 του Υπουργείου Εργασίας και εις του Υπουργείου Συγκοινωνιών (Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας). γ)Εκ 3 εκπροσώπων των ησφαλισμένων εξ ων εις να προέρχεται εκ της τάξεως των ιπταμένων. Εκ των ανωτέρω εις τουλάχιστον δέον να προέρχεται εκ της Ολυμπιακής Αεροπορίας. δ)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των Εργοδοτών. ε)Εκ 2 προσώπων εχόντων πείραν εις τα θέματα της Κοιν. Πολιτικής. 2.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους, ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικώτερον δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 3.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεως των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το εξ εργοδότου μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνεται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό της Α.Ε. Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Ενώσεως Αεροπορικών Επιχειρήσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους (τακτικού και αναπληρωματικού). Η επιλογή των οικείων Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τ’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν Σελ.1336(α) Τεύχος 435-Σελ.38 του». Αι παρ. 1-3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71013 της 8/17 Αυγ. 1964 (ΦΕΚ Β΄ 327) αποφ. Υπ. Εργασίας. 4.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. γ΄ της παρ. 1 μελών του ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος αντιπροέδρου. 5.Εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και των παρ’ αυτώ λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού, διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων επί βαθμώ Τμηματάρχου β΄ τάξεως και άνω υπαλλήλων αυτού καλείται δε πάντοτε επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως, εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. και των παρά τω Ταμείω λειτουργουσών Επιτροπών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβερνητικού Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Δ.Σ. ή των ανωτέρω Επιτροπών δι’ ην ήθελε κρίνει ως αντικει …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.