📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αριθ. 49427 της 21 Ιουλ./4 Αυγ. 1932 Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την Υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων. Έχοντες υπόψη: 1)Τας διατάξεις του Νόμ. 2868 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων», ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. 2)Την υπ’ αριθ. 23330 ε.ε. αναφοράν της Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων και 3)Σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου εποπτείας Εργατικών Ασφαλίσεων, εγκρίνομεν το κάτωθι Καταστατικόν του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την Υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων. Καταστατικόν του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού εν γένει της Ε.Δ.Υ.Π. Άρθρ.1.-1.Συνιστάται Ταμείον Ασφαλίσεως του Προσωπικού της Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την Υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων, όπερ αποτελεί αυτοτελές νομικόν πρόσωπον, εδρεύον εν Αθήναις. 2.«Εις το Ταμείον τούτο ασφαλίζονται υποχρεωτικώς κατά των κινδύνων αναπηρίας, γήρατος και θανάτου, άπαντες εν γένει οι απαρτίζοντες εκάστοτε το τακτικόν προσωπικόν της Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την Υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων» Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 22923/Σ.400 της 18 Απρ. /5 Μαΐου 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Οι περί ων το προηγούμενον άρθρον ησφαλισμένοι, υποχρεούνται όπως υποβάλουν εις το Ταμείον εντός προθεσμίας 3 μηνών από της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν ή από της επελθούσης μεταβολής εις την οικογενειακήν των κατάστασιν τα καθοριζόμενα δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου Δικαιολογητικά». Το ανωτέρω εντός « » δεύτερον εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου/19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.«Η περιουσία και άπαντα τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις του από του έτους 1907 υφισταμένου παρά τη Εταιρεία Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων αυτοτελούς λογαριασμού, υπό τον τίτλον «Ταμείον Συντάξεων των Υπαλλήλων και Διαχειριστών της Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την υπηρεσίαν του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων», μεταβιβάζονται εις το Ταμείον Συντάξεων του Προσωπικού της Εταιρείας ταύτης, όπερ συνεχίζει την καταβολήν των απονεμηθεισών και των εφεξής απονεμομένων συντάξεων, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2311/41 της 13/16 Ιαν. 1941 αποφα. Υπ. Εργασίας. «4.Το κατώτατον όριον ισχύει από 1 Ιαν. 1933 και καθ’ όσον αφορά το σύνολον της συντάξεως της απονεμομένης εις μέλη οικο(Αντί για τη σελ. 953(δ) Σελ. 953(ε) Τεύχος Ε112-Σελ. 53 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 γενείας του αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, έχοντος δεκαπενταετή τουλάχιστον συντάξιμον υπηρεσίαν. Εις την διάταξιν ταύτην υπάγονται και τα ήδη δικαιούχα συντάξεως μέλη οικογενείας των αποβιωσάντων ησφαλισμένων ή συνταξιούχων, εις ους συντρέχει η άνω ιδιότης. Το όριον τούτο εξακολουθεί να εφαρμόζηται και εάν δικαιούχα μέλη τινά ή μέλος τι οικογενείας εκλείψωσι μετά την απονομήν αυτοίς της συντάξεως της μερίδος εκάστου προσαυξανομένης αναλόγως μέχρι συμπληρώσεως του κατωτάτου τούτου ορίου». Η παρ. 4 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 25072 της 19/24 Δεκ. 1936 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Όπου του Καταστατικού του Ταμείου αναφέρεται ως τίτλος αυτού Ταμείον Συντάξεων Προσωπικού Εταιρείας Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων», ούτος αντικαθίσταται εφεξής ούτω: «Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρείας Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου Ελληνικού Δημοσίου, ένθα δε αναφέρεται η Εταιρεία Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων νοείται εφεξής η Εταιρεία Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου Ελληνικού Δημοσίου». Τα εντός « » τελευταία εδάφια προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 78457/Σ. 939 της 28 Μαΐου/9 Ιουν. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 259) αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.10.-«1.Το ποσόν της απονεμητέας συντάξεως συνίσταται: α)Εις τας περιπτώσεις των εδαφίων α, β, γ, και δ, του άρθρ. 9 εκ τόσων πεντηκοστών συνταξίμων αποδοχών, ως αύται καθορίζονται εν τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου όσα είναι τα έτη ασφαλίσεως. Το ούτω εξευρισκόμενον ποσόν προσαυξάνεται κατά έν εισέτι πεντηκοστόν δι’ έκαστον έτος ασφαλίσεως από του 26ου μέχρι του 30ού έτους και κατά δύο πεντηκοστά δι’ έκαστον έτος ασφαλίσεως από του 31ου έτους και πέραν. β)Το ποσόν της απονεμητέας συντάξεως εις μεν την περίπτωσιν του εδαφ. ε΄ του άρθρ. 9 του παρόντος δεν δύναται να είναι κατώτερον των 30% εις Δε την περίπτωσιν του εδαφ. ς΄ του αυτού άρθρου των 40% των συνταξίμων αποδοχών ως αύται καθορίζονται εν τη επομένη παρ. 2 πλην των εξερχομένων λόγω φυματιώσεως, ων το ποσόν της απονεμητέας συντάξεως δεν δύναται να είναι κατώτερον του ποσού τηςσυντάξεως της περιπτώσεως του εδαφ. ς΄ του άρθρ. 9 του παρόντος. «γ)Εις τους ανωτέρω (λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους ) καταβάλλεται επί πλέον ειδικόν επίδομα φυματιώσεως εκ δραχ. 100 μηνιαίως αφ’ ης διεκόπή». Το εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 10785/Σ.140 της 19/28 Φεβρ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 83) 2α)«Ως βάσις δια τον υπολογισμόν της συντάξεως λαμβάνονται τα 80% του μέσου όρου των συνταξίμων αποδοχών, ας ελάμβανεν ο ησφαλισμένος κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνας προ της εξόδου του εκ της υπηρεσίας ή του θανάτου του». Το εδάφ. α΄ τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 43642/Σ.460 της 10/12 Ιουν. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 260), ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 81343/ Σ.694 της 13 Οκτ. /16 Νοεμ. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 670). «Ως συντάξιμοι αποδοχαί νοούνται ο βασικός αναπροσαρμοζόμενος μηνιαίος μισθός, προσαυξανόμενος δια των επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας, παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ, θέσεως, επιστημονικού, και διαχειριστικών λαθών, ως και δια των τυχόν υπολογισθεισών διαφορών του μισθού του ανωτέρου του ου κέκτηνται βαθμού κατά την Χρονολογίαν εξόδου. Σελ. 958(θ) Τεύχος 679-Σελ. 98 Η ισχύς της παρούσης, ήτις εφαρμόζεται και επί των προ της 1.11.75 καταστάντων συνταξιούχων, άρχεται από της 1ης του επομένου μηνός της δημοσιεύσεώς της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως». Το εδάφ. β΄ τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 38060/Σ.396 της 11/28 Ιαν. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 30) αποφ. Υπ. Εργασίας και δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 26/3/1941 της 14/31 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1105) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη δια της υπ’ αριθ. 26/3/6017 της 22 Δεκ. 1975/17 Ιαν. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 23) αποφάσεως του αυτού Υπουργού. Αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. Β2/26/3/919 της 24 Μαΐου /2 Ιουν. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 514) ομοίας. Μεταβατική διάταξις «Το επίδομα θέσεως υπολογίζεται, αφ’ ης εθεσπίσθη, ήτοι από 1.2.1957 και δια τους εξελθόντας της υπηρεσίας μετά την χρονολογίαν ταύτην και δικαιωθέντας τοιούτου επιδόματος προ της εξόδου των. Η εν τέλει του εδαφ. β΄ Μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 38060/Σ.396 της 11/28 Ιαν. 1961 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 30) Αποφ. Υπ. Εργασίας. 3α)«Το ποσόν της κατά τ’ ανωτέρω εξευρισκομένης συντάξεως εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή το 80% των συνταξίμων αποδοχών ως αύται καθορίζονται εν τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Το εδάφ. α΄ τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 101331/Σ.1090 της 16/31 Ιαν. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 37) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 81343/Σ.694 της 13 Οκτ. /16 Νοεμ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 670). β)Το ποσόν των καταβαλλομένων βασικών συντάξεων λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50%, εφ’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία). Η προσαύξησις αύτη είναι προσωποπαγής και δεν μεταβιβάζεται. «4.Εν περιπτώσει μεταβολής του μισθολογίου των εν ενεργεία ησφαλισμένων, όπερ αποτελεί την βάσιν υπολογισμού των συντάξεων, συμφώνως προς τα εν παρ. 2 περιπτ. α΄ και β΄ του παρόντος άρθρου οριζόμενα, το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δι’ αποφάσεώς του προβαίνει εις την αναπροσαρμογήν των συντάξεων κατά ποσοστόν ίσον προς τας γενομένας αυξήσεις, μη δυναμένην πάντως να ισχύση προ της παρελεύσεως διμήνου αφ’ ης μετεβλήθη το μισθολόγιον των εν ενεργεία ησφαλισμένων». Η παρ. 4 αντικατασταθείσα δια της παρ. 6 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου /19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κονων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 26/3/5165 της 14/27 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1398) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 5.α)Αι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης καταβαλλόμεναι συντάξεις αναπροσαρμόζονται κατά ποσόν βάσει των διατάξεων του παρόντος. Δια την τοιαύτην προσαρμογήν ως βάσις λαμβάνονται αι συντάξιμοι αποδοχαί, τας οποίας θα είχεν ο συνταξιούχος και προκειμένου περί μελώ οικογενείας αι συντάξιμοι αποδοχαί, τας οποίας θα είχεν ο εξ ου έλκουσι το δικαίωμα ησφαλισμένος κατά τους τελευταίους 12 μήνας προ της πραγματικής εξόδου του ή του θανάτου του, με τον βαθμόν ή την μισθολογικήν κατηγορίαν και την υπηρεσιακήν κατάστασιν ην είχε τον προηγούμενον μήνα της ισχύος της παρούσης. β)Κατά την αναπροσαρμογήν των μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης απονεμηθεισών συντάξεων δια την εξεύρεσιν του μέσου όρου των συνταξίμων αποδοχών θα λαμβάνωνται υπόψη και τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ, εφ’ ης ταύτα και δι’ ας κατηγορίας υπαλλήλων εθεσπίσθησαν. Κατ’ εξαίρεσιν και εις όσους συνταξιούχους απενεμήθη σύναξις υπολογισθείσα βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων η αναπροσαρμογή γενήσεται επί τη βάσει τούτων και εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρούσης παραγράφου. «Ουδεμία σύνταξις λόγω γήρατος ή καταργήσεως αναπηρίας και θανάτου δύναται να είναι κατωτέρα του υπό του ΙΚΑ καταβαλλομένου κατωτάτου ορίου συντάξεων λόγω γήρατος, αναπηρίας, και θανάτου αντιστοίχως». Το τέταρτον και πέμπτον εδαφ. ια της περιπτ. β΄ τροποποιηθέντα δια των υπ’ αριθ. α)43642/ Σ.460 της 10/12 Ιουν. 1963 (ΦΕΚ Β΄ 260), β)81343/Σ.694 της 13 Οκτ./16 Νοεμ. 1966 (ΦΕΚ Β΄ 670) και γ)58030/Σ.419 της 21 Ιουλ./5 Αυγ. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 490) αποφάσεων Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθησαν εκ νέου δια μόνου του ως άνω εδαφίου, δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 26/3/5165 της 14/27 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1398) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 10 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 46257/Σ.1213 της 26/30 Σεπτ. 1952 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.11.-1.Κατά την συγκεφαλαίωσιν του προς απόκτησιν της συντάξεως ωρισμένου χρόνου το έλαττον των 12 μηνών χρονικόν διάστημα αν μεν είναι κατώτερον των 6 μηνών δεν λογίζεται αν δεν είναι εξάμηνον ή ανώτερον λογίζεται ως πλήρες έτος. 2.Κατά τον υπολογισμόν της συντάξεως τα κλάσματα της δραχμής παραλείπονται. «Άρθρ.12.-«1.Αρμοδία δια την διαπίστωσιν της κατά το άρθρ. 9 παρ. 1 περιπτ. ε΄ και ς΄ αναπηρίας τυγχάνει η Πρωτοβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή του οικείου Υποκαταστήματος ΙΚΑ, εις ην παραπέμπεται ο ησφαλισμένος δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. 2.Κατά των γνωματεύσεων της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή ασκουμένη υπό του ησφαλισμένου ή του Ταμείου ενώπιον της οικείας Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 20 ημερών από της κοινοποιήσεως της γνωματεύσεως. Η υπό του ησφαλισμένου ασκουμένη προσφυγή κατατίθεται εις το Ταμείον. 3.Το Δ.Σ.του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου, εκτός εάν ούτος συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας του ή παρήλθε πενταετία από της τελευταίας εξετάσεώς του παρά της Υγειονομικής Επιτροπής. 4.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εάν και εφ’ όσον χρόνον ο συνταξιούχος λόγω αναπηρίας δεν προσέρχεται εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν προς εξέτασιν της καταστάσεως της υγείας του. «5.Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ, των απαραιτήτων εξετάσεων εις Κλινικάς του ΙΚΑ ως και πάσα άλλη αναγκαία και συναφής δαπάνη δια την διαπίστωσιν της αναπηρίας υπό των Υγειονομικών Επιτροπών αυτού, βαρύνον το Ταμείον όπερ αποδίδει ταύτας εις το ΙΚΑ βάσει των υποβαλλομένων υπό τούτου χρεωστικών καταστάσεων». Η παρ. 5 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. Ι της Β2/26/599/23 Μαρτ.-10 Απρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 352) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου /19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρ.13.-1.Εις περίπτωσιν θανάτου ησφαλισμένου κεκτημένου πενταετή συντάξιμον υπηρεσίαν ή ασχέτως χρόνου υπηρεσίας εάν, ο θάνατος επήλθεν κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας και εξ αφορμής αυτής ως και εις περίπτωσιν θανάτου συνταξιούχου δικαιούνται συντάξεως κατά τους ειδικωτέρους ορισμούς των επομένων παραγράφων. α)Η χήρα. «β.Τα άγαμα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και τα οποία δεν λαμβάνουν οπωσδήποτε σύνταξιν εκ του Ταμείου, επί δε θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα φυσικά αυτής τέκνα». Η περίπτ. β΄ τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 35029/Σ.558 της 15/25 Ιουν. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 219) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 8 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου/19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Αντί για τη σελ. 959(η) Σελ. 959(θ) Τεύχος Ε112 – Σελ. 55 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 γ)Οι γονείς εάν συνεβίουν μετά του θανόντος και η συντηρήσίς των εβάρυνε κυρίως αυτόν. 2.«Η χήρα δεν δικαιούται συντάξεως: Α΄.Εάν ο σύζυγος του συζύγου επήλθεν προ της παρόδου έξ μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός: 1)Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα ή επήλθεν κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας και εξ αφορμής αυτής. 2)Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. 3)Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης, και Β΄.Εάν ο θανών ελάμβανεν κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 41777/Σ.987 της 18 Ιουν. /8 Αυγ. 1953 αποφ. Υπ. Εργασίας. 3.Το ποσόν της συντάξεως εις ην δικαιούται η χήρα ισούται προς τα πεντήκοντα εκατοστά της συντάξεως ήτις απενεμήθη εις τον θανόντα ή εις ην θα εδικαιούτο ούτος εάν κατά την ημέραν του θανάτου καθίστατο ανάπηρος. 4.Το ποσόν της συντάξεως εκάστου τέκνου ισούται προς τα είκοσιν εκατοστά του ποσού της συντάξεως του θανόντος. Το σύνολον των συντάξεων χήρας και τέκνων δεν δύναται να υπερβαίνη τα ογδοήκοντα εκατοστά της συντάξεως του θανόντος. Εάν το σύνολον των συντάξεων χήρας και τέκνων υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια η σύνταξις όλων μειούται αναλόγως. «Προκειμένου περί τέκνου ορφανού εξ αμφοτέρων των γονέων η σύνταξις αυτού ισούται προς τα 60% του ποσού της συντάξεως του θανόντος. Εν η περιπτώσει συντρέχουν εις την σύνταξιν πλείονα του ενός τέκνα ορφανά εξ αμφοτέρων των γονέων η σύνταξις ενός εκάστου τούτων ισούται προς τα 40% του ποσού της συντάξεως του θανόντος, μη δυναμένου πάντως του συνόλου των συντάξεων τούτων να υπερβαίνη τα 80% της συντάξεως του θανόντος. Εάν το σύνολον των συντάξεων των ορφανών τέκνων εξ αμφοτέρων των γονέων υπερβαίνη το ανωτέρω όριον η σύνταξις εκάστου δικαιουμένου μειούται αναλόγως». Το εντός « » τελευταίον εδάφιον της παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 43968/Σ.327 της 26 Μαΐου /5 Ιουν. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 363). Σελ. 960(θ) Τεύχος Ε112-Σελ. 56 «Από της 1ης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός αι συντάξεις των ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων τέκνων ων η έναρξις συνταξιοδοτήσεως εμπίπτει εις χρόνον προγενέστερον της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης, ανακαθορίζονται συμφώνως προς τας διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 133253/Σ.829 της 12/20 Ιαν. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 35). 5.Οι γονείς δικαιούνται συντάξεως, εάν δεν υφίσταται χήρα ή τέκνα δικαιούμενα συντάξεως ή εάν, υφισταμένων τοιούτων, δια της ικανοποιήσεως των εις σύνταξιν δικαιωμάτων αυτών δεν εξηντλήθησαν τα 80% του ποσού της συντάξεως του θανόντος. Το ποσόν της συντάξεως εκάστου γονέως ισούται εν μεν τη πρώτη περιπτώσει του προηγουμένου εδαφίου προς τα είκοσιν εκατοστά της συντάξεως του θανόντος, εν δε τη δευτέρα περιπτώσει του αυτού εδαφίου δεν δύναται να υπερβή το ποσόν το απομένον εκ του εν λόγω ανωτάτου ορίου συντάξεως μετά την ικανοποίησιν του εις σύνταξιν δικαιώματος της χήρας ή των τέκνων. Αι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) Άρθρ.14.-«1.Το προς σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της επομένης της καθ’ οιονδήποτε τρόπον λύσεως της σχέσεως εργασίας της Ε.Δ.Υ.Π. μετά του ησφαλισμένου, η δε απόληψις συντάξεως, αφ’ ης διακοπή η μισθοδοσία τούτου παρά της Ε.Δ.Υ.Π., ή προκειμένου περί δικαιοδόχων από της 1ης του επομένου μηνός, καθ’ ον έλαβε χώραν ο θάνατος του συνταξιούχου». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 64825/Σ.710 της 26 Νοεμ. /7 Δεκ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. 2.Το δικαίωμα εις σύνταξιν λήγει εις το τέλος του μηνός: α)Καθ’ ον έλαβεν χώραν ο θάνατος του συνταξιούχου, ή ο ανάπηρος έπαυσε να πληροί τας οικείας προϋποθέσεις περί ανικανότητος βάσει των οποίων έτυχε συντάξεως. β)Καθ’ ον συνήψε νέον γάμον η χήρα. «γ.Καθ’ ον τα πρόσωπα της περιπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 13, συνήψαν γάμον ή συνεπλήρωσαν προκειμένου μεν περί αρρένων το 18ον έτος της ηλικίας των, προκειμένου δε περί θηλέων το 30όν τοιούτον και εφ’ όσον δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ιδίας εργασίας, εκ του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή οιουδήποτε φορέως κυρίας ασφαλίσεως. Καθ’ εξαίρεσιν το δικαίωμα εις σύνταξιν των αγάμων αρρένων τέκνων παρατείνεται, εφ’ όσον χρόνον, μετά την συμπλήρωσιν του ανωτέρου ορίου ηλικίας, συνεχίζουν τας σπουδάς των και μέχρι συμπληρώσεως του 25 έτους της ηλικίας των και κατά το διάστημα τούτο δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ιδίας εργασίας, εκ του Δημοσίου, ή Ν.Π.Δ.Δ. ή οιουδήποτε φορέως κυρίας ασφαλίσεως. Τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνων ανικάνων προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, εφ’ όσον η ανικανότης αύτη υφίσταται κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως του 18ου ή 30ου έτους της ηλικίας των αντιστοίχως, της τοιαύτης ανικανότητος διαπιστουμένης κατά τα εν άρθρ. 12 οριζόμενα». Η περίπτ. γ΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 9 του υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου /19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. δ)(Συμπληρωθέν δια της υπ’ αριθ. 35029/Σ.558 της 15/25 Ιουν. 1962, ΦΕΚ Β΄ 219, αποφ. Υπ. Εργασίας, κατηργήθη δια της παρ. 10 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου /19 Ιουν. 1974, ΦΕΚ Β΄ 612, αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). 3.Εκ των ησφαλισμένων και των συνταξιούχων αποβάλλουσι το προς σύνταξιν δικαίωμα: α)Ο καταδικασθείς δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως επί πράξει συνεπαγομένη αποστέρησιν των πολιτικών αυτού δικαιωμάτων κατά τα άρθρ. 59-62 του Ποινικού Κώδικος εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η αποστέρησις αύτη. β)Ο απολυθείς μετά την συμπλήρωσιν των εν άρθρ. 9 ορίων ηλικίας και υπηρεσίας δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. της Εταιρείας ένεκα απιστίας, υπεξαιρέσεως, απάτης ή πλαστογραφίας περί την υπηρεσίαν αυτού. Εις αμφοτέρας τας ανωτέρω υπό στοιχ. α΄ και β΄ περιπτώσεις, εάν υπάρχωσι μέλη οικογενείας, άτινα εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου θα εδικαιούντο συντάξεως, καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις ήτις θα τοις απενέμετο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου. γ)Η εκ νέου εις γάμον ελθούσα χήρα σύζυγος ή μήτηρ. Δεν ανακτώσι το προς σύνταξιν δικαίωμα αι συνταξιούχοι μήτηρ ή σύζυγος ή θυγάτηρ ένεκα διαλύσεως ή ακυρώσεως του νέου γάμου αυτών. 4.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εάν ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μεγαλυτέραν των έξ μηνών, εφ’ όσον χρόνον εκτίει ταύτην. Εφ’ όσον όμως υπάρχουσι πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται εις την απόληψιν της συντάξεως ήτις θα κατεβάλλετο εις ταύτα εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου. β)Εάν ο συνταξιούχος επαναδιορισθή ως μισθωτός, υφ’ οιανδήποτε μορφήν παρά τη Ε.Δ.Υ.Π. και εφ’ όσον εξακολουθεί η εργασιακή αύτη σχέσις αυτού. «5.Εν περιπτώσει καθ’ ην πρόσωπόν τι μη αμέσως ησφαλισμένον δικαιούται, ως δικαιούχος αμέσου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου, πλειόνων της μιας συντάξεων εκ τούτων, λαμβάνει την μεγαλυτέραν τοιαύτην, προσαυξημένην κατά το ήμισυ της ετέρας αμέσως κατά ποσόν επομένης. Εάν εις τινα σύνταξιν συντρέχωσι πλείονα πρόσωπα, ο υπολογισμός γίνεται επί τη βάσει του αναλογούντος εκάστω ποσοστού. Το ως άνω δικαίωμα γεννάται από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, η σύνταξις όμως άρχεται καταβαλομένη από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Η διάταξις της παρούσης παραγράφου έχει εφαρμογήν και επί των συνταξιοδοτουμένων ήδη προσώπων». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δυνάμει της υπ’ αριθ. 32599/Σ.357 της 28 Απρ. /19 Μαΐου 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 961(β) Σελ. 961(γ) Τεύχος Ε112-Σελ. 57 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 «6.Το εις σύνταξιν δικαίωμα είναι απαράδεκτον. Η καταβολή της συντάξεως δεν δύναται να ανατρέξει εις χρόνον προγενέστερον του εξαμήνου από της ημέρας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως μεθ’ όλων των προβλεπομένων υπό του καταστατικού δικαιολογητικών». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Ι της Β2/26/3/852/20-29 Μαΐου 1980 (ΦΕΚ Β΄ 500) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 7.Απαιτηταί συντάξεις ή άλλαι παροχαί μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας, αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί, παραγράφονται υπέρ του Ταμείου». «8.Ωσάκις πρόκειται περί δικαιούχου ανηλίκου μη εκπροσωπουμένου νομίμως ή δικαιούχου νοσούντος εκ τινος των εν άρθρ. 1686 και 1705 του Αστικού Κώδικος αναφερομένων παθήσεων, εφ’ όσον δεν υπάρχει διωρισμένος επίτροπος ή αντιλήπτωρ τούτου, το Δ.Σ. διορίζει προσωρινόν διαχειριστήν δικαιούμενον να εισπράττη και διαθέτη δια τας ανάγκας του δικαιούχου τας παρά του Ταμείου χορηγουμένας εις αυτόν παροχάς. Δια τον διορισμόν διαχειριστού το Δ.Σ. κρίνει εκ των ενόντων και προκειμένου περί νοσούντος δικαιούχου πάντοτε επί τη προσαγωγή γνωματεύσεως της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής επιτροπής του αρμοδίου Υποκαταστήματος ΙΚΑ, περί καταστάσεως της υγείας του. Η περί διορισμού προσωρινού διαχειριστού απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκειται εις ανάκλησιν, παύει δε ισχύουσα αφ’ ης ο συνταξιούχος τεθή υπό δικαστικήν απαγόρευσιν ή υπό δικαστικόν αντιλήπτορα». Η παρ. 8 προστέθηκε ως άνω από την παρ. Ι της Β2/26/3/2016/17 Οκτ.–27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1076/79) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το άρθρ. 14 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16443/Σ.145 της 20 Μαρτ./3 Απρ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.15.-1.Η πληρωμή των συντάξεων γίνεται εις την αρχήν εκάστου μηνός. 2.Ο επιφορτισμένος με την υπηρεσίαν του Ταμείου υπάλληλος είναι υπεύθυνος και δια την εξακρίβωσιν της ταυτότητος των δικαιούχων. Ως προς τους εν τη αλλοδαπή διαμένοντας συνταξιούχους, απαιτείται να προσαγάγωσιν ούτοι πιστοποιητικόν της αρμοδίας Προξενικής Αρχής βεβαιούν, ότι ο συνταξιούχος υπάρχει εν τη ζωή και δεν συνέβη εις αυτόν ουδεμία εκ των περιπτώσεων, αίτινες επιφέρουσι την ελάττωσιν, τροποποίησιν ή απώλειαν της συντάξεως. Σελ. 962(γ) Τεύχος Ε112-Σελ. 58 Άρθρ.16.-Το παρόν Καταστατικόν καθίσταται υποχρεωτικόν δι’ άπαν εν γένει το προσωπικόν της Εταιρείας το τε υπάρχον και το εν τω μέλλοντι προσληφθησόμενον, τροποποίησις δε των διατάξεων αυτού δύναται να γίνη κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης παρά του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Εποπτείας Εργατικών Ασφαλίσεων. Άρθρ.17-18.-(Κατηργήθησαν δια της παρ. 11 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου /19 Ιουν. 1974, ΦΕΚ Β΄ 612, αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών). Άρθρ.2.-«Πόροι του Ταμείου είναι: α)Μηνιαία εισφορά των ησφαλισμένων ίση προς 5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών. β)Μηνιαία εισφορά του εργοδότου ίση προς 10% επί των κατά το προηγούμενον εδάφιον αποδοχών του ησφαλισμένου Προσωπικού αυτού. γ)Εφ’ άπαξ εισφορά ίση προς τας μηνιαίας αποδοχάς παντός νεοδιοριζομένου παρά τη Ε.Δ.Υ.Π. μισθού. «δ.Εφ’ άπαξ εισφορά παντός ησφαλισμένου ίση προς την επί πλέον διαφορά των αποδοχών α)του ανωτέρου βαθμού λόγω προαγωγής και β)λόγω χορηγήσεως πάσης φύσεως επιδομάτων», Η περίπτ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου /19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. ε)Εφ’ άπαξ εισφορά λόγω γάμου παντός εγγραφομένου εγγάμου εις το Ταμείον ησφαλισμένου ή ερχομένου μεταγενεστέρως εις γάμον. «ς)Εισφορά της Ε.Δ.Υ.Π. ίση προς τα 3% των εκάστοτε πραγματοποιουμένων υπό ταύτης πάσης φύσεως δαπανών». Η περιπτ. ς΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.56240/1/54 της 7 Απρ./22 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 128). Σελ. 954(ε) Τεύχος Ε112-Σελ. 54 «ζ)Ποσόν εκ των εσόδων της διαχειρίσεως των ειδών του Κρατικού Μονοπωλίου, οριζόμενον εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας». Το εδάφ. ζ΄ προσετέθη και τα επόμενα εδάφια έλαβον τα στοιχ. η΄, θ΄και ι΄ δια της υπ’ αριθ. 2127/Υ.12 της 25/28 Ιαν. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 45). η)Αι εκ της περιουσίας του Ταμείου πρόσοδοι. θ)Τα πειθαρχικά πρόστιμα τα επιβαλλόμενα υπό της Ε.Δ.Υ.Π. εις τους μισθωτούς αυτής. ι)Πάσα πρόσοδος εκ χαριστικής αιτίας. «Ως δαπάναι της Ε.Δ.Υ.Π. υποκείμεναι εις την κατά την ανωτέρω περίπτωσιν ς΄ εισφοράν εκ 3% λογίζονται αι δαπάναι διοικήσεως και λειτουργίας της Εταιρείας και εν γένει διαχειρίσεως των υπεγγύων ή μη ειδών ή προσόδων, εξαιρέσει εκείνων, δι’ α καταβάλλεται η κατά την παρ. Ι περίπτωσις β΄ Εργοδοτική εισφορά». Η δευτέρα παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.56240/1/54 της 7 Απρ./22 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 128). Το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να επιτρέπη την καταβολήν των υπό στοιχ. γ΄, δ΄ και ε΄ πόρων εις μηνιαίας δόσεις, των οποίων ο αριθμός δεν δύναται πάντως να υπερβή τας 24, αίτινες παρακρατούνται υπό της Ε.Δ.Υ.Π. εκ του μισθού των υποχρέων». Το άρθρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 38602/4723 της 18/25 Οκτ. 1948 αποφ. Υπ. Εργασίας. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) Άρθρ.19.-Ως συντάξιμος υπηρεσία θεωρείται: Ι.α)Ο οριζόμενος χρόνος υπό τους όρους και προϋποθέσεις των Ν.Δ. 28/31.10/1935 Ν.Δ. 346/1941, Νόμ. 2054/1952 και Ν.Δ. 179/69 περί προστασίας των εφέδρων παλαιών και νέων πολεμιστών, στρατευομένων μισθωτών και αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως. β)Ο χρόνος της πραγματικής πολιτικής ή στρατιωτικής υπηρεσίας ο διανυθείς εις το Ελληνικό Δημόσιο ή εις Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Ως χρόνος πραγματικής πολιτικής υπηρεσίας θεωρείται η διανυθείσα υπηρεσία ως τακτικού ή εκτάκτου ή δοκίμου ή επί συμβάσει υπαλλήλου επί μηνιαία ή ημερησία αποζημιώσει, ή παρασχεθείσα κατά κύριον βιοποριστικόν επάγγελμα και κατά το πλήρες εν εκάστη περιπτώσει υπό του νόμου οριζομένου ωράριον εργασίας παρά τω Ελληνικώ Δημοσίων ή Ν.Π.Δ.Δ. Εις την παρά τω Δημοσίω υπηρεσίαν νοείται περιλαμβανομένη και η παρά τη Αστυνομία Πόλεων τοιαύτη. Ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας νοείται ο διανυθείς εις τον Στρατόν της Ξηράς, το Πολ. Ναυτικόν, την Χωροφυλακήν την Αεροπορίαν την Πυροσβεστικήν υπηρεσίαν και το Λιμενικόν Σώμα, υπό την ιδιότητα του μονίμου. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) γ)Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας μέχρι πέντε ετών η οποία διανύθηκε υπό του ησφαλισμένου κατά κύριον βιοποριστικόν επάγγελμα και κατά το πλήρες κεκανονισμένον ωράριον εις αναγνωρισμένην Τράπεζαν ή Ανώνυμον Εταιρείαν. 2.Το δικαίωμα αναγνωρίσεως του κατά τα εδάφ. β΄ και γ΄ του παρόντος άρθρου χρόνου προϋπηρεσίας ως συνταξίμου δύναται, να ασκηθή μετά την συμπλήρωσιν 10 ετών εν ασφαλίσει παρά τω ταμείω υπηρεσίας. Ο ανωτέρω χρόνος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεται ως συντάξιμος εφ’ όσον δεν ελήφθη υπ’ όψιν υπό του Δημοσίου ή φορέως κυρίας ασφαλίσεως δια την απονομήν συντάξεως ή δια τον υπολογισμόν του ποσού ταύτης. 3.Η αναγνώρισις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ταμείου κατόπιν αιτήσεως του ησφαλισμένου και εν περιπτώσει θανάτου τούτου, υπό των εξ αυτού ελκόντων δικαίωμα συντάξεως, μελών της οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου. 4.Η εξαγορά του αναγνωριζομένου κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου χρόνου υπηρεσίας ενεργείται επί τη καταβολή παρά του αιτούντος την αναγνώρισιν δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα του συνόλου της εισφοράς ησφαλισμένου και εργοδότου υπολογιζομένου επί των αποδοχών των καταβαλλομένων κατά τον μήνα υποβολής της περί αναγνωρίσεως αιτήσεως. 5.Η καταβολή του ποσού της εξαγοράς του αναγνωριζομένου χρόνου, ενεργείται κατ’ επιλογήν του ησφαλισμένου, είτε εφ’ άπαξ, ότε παρέχεται έκπτωσις 10% είτε εις τακτικάς ισοπόσους μηνιαίας δόσεις, μη δυναμένου πάντως του αριθμού τούτων να υπερβή τον αριθμόν των αναγνωριζομένων μηνών. 6.Η εφ’ άπαξ καταβολή ή η πρώτη των κατά την προηγουμένη παράγραφον δόσεων είναι καταβλητέα εντός του μηνός του επομένου εκείνου της κοινοποιήσεως εις τον ενδιαφερόμενον της σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Αι κατά τα ανωτέρω δόσεις παρακρατούνται εκ των αποδοχών του υποχρέου και αποδίδονται κατά μήνα εις το ταμείον. 7.Εν ουδεμιά περιπτώσει είναι δυνατή η προσμέτρησις του αναγνωριζομένου χρόνου τόσον δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος επί της συντάξεως, όσον και δια την προσαύξησιν του ποσού ταύτης, προ της πλήρους εξοφλήσεως της δια την εξαγοράν τούτου οφειλής. 8.α)Ησφαλισμένος υποβαλών αίτησιν αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας δικαιούται να παραιτηθή εν όλω ή εν μέρει δι’ αιτήσεώς του μη δυναμένης να ανακληθή στερούμενος οριστικώς του δικαιώματος να αξιώση την εις το μέλλον αναγνώρισιν εν όλω ή εν μέρει της προϋπηρεσίας του ταύτης. β)Η αναγνώρισις προϋπηρεσίας ως συνταξίμου συνιστά δικαίωμα του ησφαλισμένου, δικαιουμένου να ασκήση τούτο είτε δια το σύνολον των προϋπηρεσιών του, είτε δια μέρος μόνον αυτών. Το δικαίωμα τούτο δικαιούται να ασκήση και μετά την υπό του Δ.Σ. του ταμείου ληφθείσαν απόφασιν, περί αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας και εξαγοράς ταύτης. γ)Ο ησφαλισμένος δικαιούται ωσαύτως να διακόψη και την καταβολήν των ορισθεισών δόσεων, περιορίζων εν μέρει το ασκηθέν δικαίωμά του. δ)Τυχόν καταβληθείσαι εισφοραί δεν επιστρέφονται αναγνωριζομένου τόσου χρόνου εκ της υπηρεσίας αυτού, όσος είναι ο χρόνος εις ον αντιστοιχούν αι καταβληθείσαι εισφοραί» Το άρθρ. 19 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της Β2/26/2/852/20-29 Μαΐου 1980 (ΦΕΚ Β΄ 500) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Άρθρον 20.-1.(Άρθρ. 1 της υπ’ αριθ. 68742/Α 736/11/20 Δεκ. 1956 Αποφ. Υπ. Εργασίας). Αι τακτικαί θέσεις υπαλλήλων του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εταιρείας Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων διαρθρούνται ως εξής: Α΄ Κατηγορίας Α΄. 1)Κλάδος Διοικητικός-Λογιστικός 1 θέσις επί βαθμώ 6ω-4ω 1 θέσις επί βαθμώ 9ω-7ω. Εν τω Κλάδω τούτω διορίζεται δεύτερος εισαγωγικός βαθμός ο 6ος. Β΄ Κατηγορίας Β΄. 1)Κλάδος βοηθητικού προσωπικού 1 θέσις επί βαθμώ 11ω-7ω. Β΄. 2)Κλάδος δακτυλογράφων 1 θέσις επί βαθμώ 11ω-7ω. Γ΄ Κατηγορίας Γ΄. 1)Κλάδος Κλητήρων 1 θέσις επί βαθμώ 13ω-9ω. (Άρθρ.2 της υπ’ αριθ. 68742/Α.736/11/20 Δεκ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας). Τα ειδικά Τυπικά προσόντα διορισμού εις τον εισαγωγικόν βαθμόν εκάστου κλάδου ορίζονται ως εξής: Δια τον Α1 Κλάδον. Πτυχίον Νομικής ή Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών ή Μαθηματικών Πανεπιστημίου ή Πτυχίον της Ανωτάτης Σχολής Οικονομ. και Εμπορ. Επιστημών ή της Παντείου Ανωτάτης Σχολής, προκειμένου δε περί του δευτέρου εισαγωγικού βαθμού (6ου) το αυτό πτυχίον και επταετής μετά πτυχίου υπηρεσία παρά τω Δημοσίω ή Ν.Π.Δ.Δ., εξ ης τριετής εις τον αμέσως κατώτερον βαθμόν. Δια τους Β. 1-2 Κλάδους. Απολυτήριον Γυμνασίου ή Μέσης Δημοσίας Εμπορικής Σχολής, προκειμένου δε περί της δακτυλογράφου και πλήρης γνώσις δακτυλογραφίας. Δια τον Γ1 Κλάδον. Απολυτήριον Δημοτικού Σχολείου. (Αντί για τη σελ. 963(γ) Σελ. 963(δ) Τεύχος Ε112-Σελ. 59 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 (Άρθρ.3 της υπ’ αριθ. 68742/Α.736/11/20 Δεκ. 1956 αποφ. Υπουργού Εργασίας). Οι κατά την δημοσίευσιν της παρούσης υπηρετούντες τακτικοί υπάλληλοι του Ταμείου ανήκουν εφεξής εις τους κάτωθι κλάδους. Α΄ Κατηγορίας Εις τον Α1 Κλάδον. α)Ο Δ/ντής του Ταμείου επί τω ω κέκτηται 2ω βαθμώ. 2.Εις τας ανωτέρω θέσεις τοποθετούνται υπάλληλοι της Ε.Δ.Υ.Π. αποσπώμενοι παρά τω Ταμείω και απασχολούμενοι αποκλειστικώς εις την υπηρεσίαν τούτου κατά το πλήρες κεκανονισμένον ωράριον αυτού. Οι υπάλληλοι ούτοι υπάγονται ως προς την πειθαρχικήν δίωξιν και την χορήγησιν αδειών αποκλειστικώς εις το Ταμεέιον υπέχοντες τας ευθύνας υπαλλήλου τούτου. Κατά τα λοιπά διατηρούν την ιδιότητα και την μισθολογικήν ρύθμισιν των υπαλλήλων της Ε.Δ.Υ.Π. ήτις και θα καταβάλλει τας αποδοχάς των. Εν περιπτώσει αδυναμίας ή αρνήσεως της Ε.Δ.Υ.Π., όπως αποσπάση το ανωτέρω προσωπικόν ή διαφωνιών του Ταμείου μετά της Ε.Δ.Υ.Π. αι ανωτέρω θέσεις πληρούνται δια διορισμού κατόπιν αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Αι αποδοχαί των ούτω διοριζομένων εκτός της μισθοδοσίας του Διευθυντού βαρύνουν την Ε.Δ.Υ.Π. και καταβάλλονται υπό ταύτης. Ο διορισμός των κατά τα άνω διοριζομένων ενεργείται εις τον κατώτερον βαθμόν εκάστης θέσεως. 3.(Περιελήφθη εις το δεύτερον εδάφιον της παρ. 1 δια της υπ’ αριθ. 68742/Α.736 της 11/20 Δεκ. 1956 αποφ. Υπ. Εργασίας). 4.Η ταμειακή υπηρεσία του Ταμείου διεξάγεται δια του Ταμείου της Ε.Δ.Υ.Π. Εις τον υπάλληλον της Εταιρείας τον διενεργούντα την Ταμειακήν Υπηρεσίαν του Ταμείου καταβάλλεται αποζημίωσις βαρύνουσα το Ταμείον οριζομένη υπό του Δ.Σ. του Ταμείου και μη δυναμένη να υπερβή τα 1/4 του βασικού του μισθού. «Εις τον ως άνω υπάλληλον, δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου να χορηγείται παγία προκαταβολή μέχρι δραχμών 10.000 δι’ αντιμετώπισιν μικροδαπανών του Ταμείου, επί αποδόσει λογαριασμού εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, άμα τη εξαντλήσει της». Το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από την Β/ Φ26/502/18 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 247) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 5.Η διεξαγωγή των δικαστικών υποθέσεων του Ταμείου ανατίθεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εις δικηγόρους, οριζομένους υπό τούτου. «6.Προς αντιμετώπισιν των εκάστοτε υπηρεσιακών αναγκών του Ταμείου δύναται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας να Σελ. 964(δ) Τεύχος Ε112-Σελ. 60 συνιστάται Συνεργείον εκ του προσωπικού του δι’ απασχόλησιν πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζεται και η καταβαλλομένη αποζημίωσις υπό μετεχόντων εις το Συνεργείον υπαλλήλων». Η παρ. 6 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 23528/2627 της 26 Ιαν./9 Αυγ. 1947 αποφ. Υπ. Εργασίας. «7.Εις το υπαλληλικόν και υπηρετικόν προσωπικόν του Ταμείου, εξαιρουμένων των παρ’ αυτώ υπηρετούντων κατ’ απόσπασιν, δύναται να χορηγώνται μηνιαίως από 1ης Μαρτ. 1950 και κατ’ αποκοπήν πάγια έξοδα κινήσεως μέχρι δρχ. 200.000 αποφάσει του Δ. Συμβουλίου καταβαλλόμενα την 1ην εκάστου μηνός και υπό τους εν τη υπ’ αριθ. 45386/Ε. 1439 κοινή αποφάσει των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας περιορισμούς». Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 33768/Σ. 710 της 21 Ιουν./13 Ιουλ. 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.21.-Ο Διευθυντής του Ταμείου έχει τα εξής καθήκοντα. α)Μεριμνά δια την τήρησιν και εφαρμογήν πασών των διατάξεων της διεπούσης το Ταμείον νομοθεσίας και δια την έγκαιρον εκτέλεσιν των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου. β)Προΐσταται των υπηρεσιών του Ταμείου, επιμελείται της κανονικής λειτουργίας αυτών παρίσταται ως εισηγητής άνευ ψήφου εις τας Συνεδριάσεις του Διοικ. Συμβουλίου εισηγούμενος επί πάντων των θεμάτων ενώπιον του Διοικ. Συμβουλίου, εκτός εκείνων τα οποία εισηγείται ο Πρόεδρος ή Ειδικός Εισηγητής, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, υποβάλλει αυτώ τον Προϋπολογισμόν και Απολογισμόν εκάστης χρήσεως, φροντίζει δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων του Ταμείου, και την εκτέλεσιν των υποχρεώσεων αυτού, επιβλέπει την καταχώρησιν πάσης πράξεως εις τους οικείους Λ/σμούς την τήρησιν του Μητρώου των ησφαλισμένων των ατομικών μερίδων και όσων άλλων βιβλίων ήθελον θεωρηθή αναγκαία, μεριμνά δια την συγκέντρωσιν των αναγκαίων πιστοποιητικών, προς εξακρίβωσιν της καταστάσεως εν γένει των ησφαλισμένων, είναι υπεύθυνος δια την καλήν φύλαξιν και συντήρησιν των αρχείων, επίπλων και σκευών του Ταμείου και εκτελεί πάσαν άλλην υπηρεσίαν ήτις ήθελε τω ανατεθή δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. γ)Μονογράφει εν σχεδίω πάντα τα εξερχόμενα έγγραφα του Ταμείου, δύναται δε ν’ ανατεθή αυτώ η υπογραφή ωρισμένων κατηγοριών εγγράφων, δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, δι’ ων πάντως το Ταμείον δεν αναλαμβάνει δεσμευτικάς υποχρεώσεις. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) Άρθρ.22.-1.Η Υπηρεσία Λογιστηρίου (ή διαχειρίσεως) τηρεί τα λογιστικά βιβλία και γενικώς εκτελεί άπασαν την λογιστικήν υπηρεσίαν του Ταμείου, κατά τας σχετικάς διατάξεις των οικείων Νόμων, Δ/των, Κανονισμών και τας Εγκυκλίους Διατάξεις και Οδηγίας του Υπουργείου Εργασίας, του Διοικ. Συμβουλίου ή του Διευθυντού του Ταμείου. Ειδικώτερον καταρτίζει τον Προϋπολογισμόν των Εσόδων και Εξόδων της Διοικήσεως και πασών των δαπανών του Ταμείου, τον ετήσιον Απολογισμόν και Ισολογισμόν, τα μηνιαία ισοζύγια και την ετησίαν οικονομικήν έκθεσιν προς την Διεύθυνσιν, τηρεί το αρχείον του Λογιστηρίου και όλης της οικονομικής διαχειρίσεως, εν τω οποίω φυλάσσονται πάντα τα δικαιολογητικά της οικονομικής κινήσεως και των λογιστικών ταμειακών ή συμψηφιστικών εγγράφων, ως και τα δικαιολογητικά πασών των εισπράξεων και πληρωμών. Επίσης εκδίδει τα γραμμάτια εισπράξεων και τα εντάλματα πληρωμών, ενεργεί απάσας τας λογιστικάς εγγραφάς, εκδίδει τας επιταγάς και τας εντολάς πληρωμής, συντάσσει τα έγγραφα αναλήψεως εκ των καταθέσεων του Ταμείου, έχει την διαχείρισιν των υλικών και περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και την παρακολούθησιν της κινήσεως των Κεφαλαίων αυτού. Ωσαύτως μεριμνά δια την ενέργειαν των πάσης φύσεως προμηθειών του Ταμείου, συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις και τας σχετικάς αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου. Συντάσσει τας προκηρύξεις των διαγωνισμών προμηθειών και μισθώσεων ή αγοράς ακινήτων, τηρεί τα πρακτικά αυτών, εναποθηκεύει το υλικόν του Ταμείου και διαχειρίζεται τούτο. 2.Το λοιπόν προσωπικόν εκτελεί τα καθήκοντα τα οποία τω ανατίθενται βάσει του παρόντος Κανονισμού και των διδομένων αυτώ διαταγών υπό του Διοικ. Συμβουλίου ή του Διευθυντού του Ταμείου. Άρθρ.23.-Τα της μισθοδοσίας, των προαγωγών των υπαλλήλων του Ταμείου, αδειών εν γένει, οδοιπορικών εξόδων, ενάρξεως και λήξεως της υπαλληλικής σχέσεως, πειθαρχικών παραβάσεων, ρυθμίζονται συμφώνως προς τα ισχύοντα δια τους Δημοσίους Υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας, της αποφασιστικής επί των ανωτέρω θεμάτων αρμοδιότητος ασκουμένης υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου. Έξοδα κηδείας Άρθρ.23α.-1.«Εν περιπτώσει θανάτου αμέσως ησφαλισμένου ή αμέσως συνταξιούχου καταβάλλεται παρά του Ταμείου εφ’ άπαξ βοήθημα δι’ έξοδα κηδείας ίσον προς το ποσόν του αναπροσηρμοσμένου βασικού μισθού Τμημ/ρχου Α΄ τάξεως της ΕΔΕΜΕΔ 2 μηνών. «2.Τα έξοδα κηδείας καταβάλλονται εις την χήραν ή εάν δεν υπάρχη χήρα, εις τους κατά την κρίσιν του Δ.Σ. επιμεληθέντας της κηδείας του θανόντος κατόπιν αιτήσεως τούτων και βάσει ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, υπευθύνου δηλώσεως του δικαιούχου περί της υπό τούτου επιμελείας της κηδείας του θανόντος, τεθεωρημένης δια το ακριβές περιεχόμενον ταύτης παρά τινος τοπικής αρχής ή του εργολάβου κηδειών». Το άρθρ. 23α προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 33752/Σ.713 της 21 Ιουν./17 Ιουλ. 1950 αποφ. Υπ. Εργασίας, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 43968/Σ.327 της 26 Μαΐου/5 Ιουν. 1967 (ΦΕΚ Β΄ 363) ομοίας. Η παρ. 2 αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω, δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 26/3/3941 της 14/31 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 1105) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. Μεταβατική Διάταξις Άρθρ.24.-Δια τους από της ισχύος της υπ’ αριθ. 2311/13.1.41 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας εξελθόντος της υπηρεσίας της Ε.Δ.Υ.Π. και μη τυχόντας συντάξεως εφαρμόζεται η παρ. 1 εδάφ. β΄ του άρθρ. 9 του παρόντος δια την απονομήν συντάξεως, εφ’ όσον συντρέχουν κατά τον χρόνον της εξόδου των, αι κατά την διάταξιν ταύτην προϋποθέσεις. Η σύνταξις απονέμεται από της ισχύος του παρόντος και εφεξής. Μεταβατική Διάταξις «Ησφαλισμένοι του Ταμείου εξελθόντες της υπηρεσίας της Εταιρείας από 1.1.1940 και εφεξής και μη συνταξιοδοτηθέντες δύνανται, εφ’ όσον έχουσιν υπερδεκαετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν να υποβάλουν αιτήσεις και δικαιολογητικά εξαγοράς του συνολικού χρόνου της προϋπηρεσίας των, δια την εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρ. 19 του Καταστατικού του Ταμείου ως τούτο συνεπληρώθη δια της υπ’ αριθ. 2311/1941 Υπουργικής αποφάσεως, επεκτεινομένων και ως προς τούτους των εν λόγω διατάξεων παρεχομένης προς τούτο προθεσμίας ενός μηνός από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 57231/Σ. 1462 της 21/21 Δεκ. 1949 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατικαί Διατάξεις Άρθρ.25.-«Οι εξερχόμενοι της υπηρεσίας της Ε.Δ.Υ.Π., λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, ησφαλισμένοι παρά τω Ταμείω προ (Αντί της σελ. 965(γ) Σελ. 965(δ) Τεύχος 561-Σελ. 135 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 της ισχύος της υπ’ αριθ. 38602/18.10.1948 υπουργικής αποφάσεως, δικαιούνται συντάξεως εφ’ όσον συνεπλήρωσαν κατά την χρονολογίαν της εξόδου των 15ετή συντάξιμον υπηρεσίαν, μη εφαρμοζομένης δια τα πρόσωπα ταύτα της περιπτώσεως γ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 9 του Καταστατικού του Ταμείου, ως αύτη ετροποποιήθη υπό της ανωτέρω αποφάσεως». Το άρθρ. 25 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 8536/Σ.68 της 8/17 Απρ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Καθορίζομεν από 1ης Ιουνίου 1951 τα υπό του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εταιρείας Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων παρεχόμενα οικογενειακά επιδόματα εις δραχ. 20.000 δια το πρώτον και δραχ. 10.000 δι’ έκαστον προστατευόμενον μέλος και μέχρι 3 το πολύ μελών». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 31785/Υ.46 της 31 Ιουλ./1 Σεπτ. 1951 αποφ. Υπ. Εργασίας. Μεταβατική Διάταξις «Η υπό της παρ. 1 του άρθρ. 19 του Καταστατικού του Ταμείου οριζομένη προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεων δια την αναγνώρισιν προϋπηρεσίας, παρατείνεται αφ’ ης έληξε μέχρι της 31.12.54». Η Μεταβατική Διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 56369/54 της 31 Μαρτ./16 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας. «Μεταβατική διάταξις Από της δημοσιεύσεως της παρούσης παρέχεται εξάμηνος ανατρεπτική προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεων προς αναγνώρισιν προϋπηρεσίας». Η εντός « » τελευταία μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 78456/Σ.940 της 26 Μαρτ./25 Απρ. 1960 (ΦΕΚ Β΄167) αποφ. Υπ. Εργασίας. Προϋποθέσεις παροχής ενυποθήκων στεγαστικών δανείων «Άρθρ.26.-1.Τα εν άρθρ. 6 παρ. ε΄ ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά στεγαστικά δάνεια χορηγούνται α)δια την ανέγερσιν οικίας επί ιδιοκτήτου οικοπέδου, β)δια την αγοράν ετοίμης οικίας ή διαμερίσματος και γ)δι’ επισκευήν ή επέκτασιν υφισταμένης οικίας ή διαμερίσματος, προς κάλυψιν εις απάσας τας άνω περιπτώσεις αποκλειστικώς των στεγαστικών αναγκών του δανειζομένου, απαγορευομένης της εκμεταλλεύσεως του ακινήτου και εφ’ όσον ο δανειζόμενος ή οι συνοικούντες μετ’ Σελ. 966(δ) Τεύχος 561-Σελ. 136 αυτού ή συντηρούμενοι υπ’ αυτού σύζυγος ή τέκνα του, δεν κέκτηνται ετέραν ιδιόκτητον οικίαν εν τη πόλει της διαμονής του και προκειμένου περί διαμένοντος εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, εφ’ όσον δεν κέκτηται ετέραν οικίαν εν αυτή. Εις τας περιπτώσεις ταύτας το χορηγούμενον ενυπόθηκον δάνειον δέον να μη υπερβαίνη, προκειμένου περί του εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, κειμένου ακινήτου το 50% της αξίας αυτού, προκειμένου δε περί του εν επαρχίαις κειμένου τοιούτου τα 33% της αξίας αυτού. 2.Το χορηγούμενον, επί πρώτη πάντοτε υποθήκη του ακινήτου, δάνειον, κατά τ’ ανωτέρω, θα περιορίζεται μέχρι του ποσού όπερ ήθελεν εγκρίνει η Νομισματική Επιτροπή και υπό τους όρους αυτής, όσον αφορά το επιτόκιον και εφ’ όσον έχει καλυφθή εις οικοδομικάς εργασίας ή εις καταβολήν μετρητών, εν περιπτώσει αγοράς ετοίμου οικίας ή διαμερίσματος, το 50% της αξίας αυτού. Η εξυπηρέτησις τούτου δια τοκοχρεωλυτικών δόσεων θα κινήται εντός του χρονικού ορίου από της λήψεως του δανείου μέχρι της ημερομηνίας λήξεως της διαρκείας της Ε.Δ.Ε.Μ.Ε.Δ. Εν πάση δε περιπτώσει το ύψος του δανείου δεν θα δύναται να υπερβαίνη ποσόν τοιούτον ώστε η κατά τ’ ανωτέρω μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόσις να μη είναι μεγαλυτέρα του ενός τετάρτου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του ησφαλισμένου ή του ημίσεως της συντάξεως του συνταξιούχου. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 3.Το ακίνητον πρέπει να είναι αστικόν, κείμενον εντός της περιοχής της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ή ετέρας, ως εκ της ασκήσεως των υπαλληλικών καθηκόντων του, πόλεως διαμονής του αιτούντος, απηλλαγμένον παντός εν γένει βάρους, χρέους, υποθήκης, κατασχέσεως, προσημειώσεως, διεκδικήσεως, δουλείας, ρυμοτομίας αποζημιώσεως οδών και παροδίων γειτόνων, ορθογωνισμού προσκυρώσεων, πληρωμής οιωνδήποτε φόρων, προικώου και κληρονομικού δικαίου, παντός εν γένει δικαιώματος τρίτου, νομικού ελαττώματος εκκινήσεως και πάσης διενέξεως και φιλονικίας. 4.Δια την χορήγησιν του δανείου απαιτείται: α)Απόφασις του Δ.Σ. λαμβανομένη, κατ’ απόλυτον κρίσιν τούτου, δι’ απολύτου πλειοψηφίας των μελών αυτού, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Εργασίας, εν η να διαλαμβάνεται ρητώς ότι τούτο χωρεί εις την λήψιν της αποφάσεως περί χορηγήσεως του δανείου αφού προηγουμένων εξηκρίβωσε την ύπαρξιν των ως άνω όρων και προϋποθέσεων. β)Έγκρισις της Νομισματικής Επιτροπής ή ετέρου οργάνου περί αποδεσμεύσεως κεφαλαίων του Ταμείου προς χορήγησιν των ανωτέρω δανείων. γ)Εκτίμησις και έλεγχος τίτλων ιδιοκτησίας του εις υποθήκην προσφερομένου ακινήτου παρά της Ε.Κ.Τ.Ε. μέσω της οποίας θα χορηγώνται, τα παρόντα δάνεια συμφώνως προς τας σχετικάς αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής. Τα έξοδα της εκτιμήσεως της αξίας του ακινήτου, του ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας αυτού, της συντάξεως συμβολαίων, εγγραφής και εξαλείψεως υποθήκης, της πυρασφαλίσεως καθ’ όλην την διάρκειαν της συμβάσεως και παν εν γένει έξοδον, βαρύνουσιν αποκλειστικώς τον δανειζόμενον συμφώνως προς τα παρά της Ε.Κ.Τ.Ε καθοριζόμενα, έστω και αν έτι τα σχετικά στοιχεία ελέγχου παρουσιάζουν νομικήν ελαττωματικότητα ή ετέραν έλλειψιν συνεπεία των οποίων ματαιούται η χορήγησις του δανείου. 5.Η εξόφλησις των ως άνω δανείων συντελείται τοκοχρεωλυτικώς δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων καταβαλλομένων την 1ην εκάστου μηνός και μη δυναμένων να εκτείνωνται πέραν της 1ης Δεκ. 1969, ή εν περιπτώσει παρατάσεως της διαρκείας της ΕΔΕΜΕΔ πέραν της ημερομηνίας λήξεως ταύτης, εν πάση δε περιπτώσει ουχί πέραν της 15ετίας, παρακρατουμένων εκ των μηνιαίων αποδοχών των δανειζομένων, μερίμνη του μισθοδοτούντος Οργανισμού ή εκ της παρεχομένης παρά του Ταμείου μηνιαίας συντάξεως. Απαγορεύεται η χορήγησις στεγαστικών δανείων κατά την τελευταίαν τριετίαν προ της λήξεως της διαρκείας του προνομίου της ΕΔΕΜΕΔ. Επιτρέπεται η προ της λήξεως της προθεσμίας εξόφλησις των ενυποθήκων δανείων, παρακρατουμένων των μη δεδουλευμένων τόκων μιας εξαμηνιαίας ως και μείωσις του χρόνου εξοφλήσεως αυτών επ’ αναλόγω αυξήσει των χρεωλύτρων, μετ’ απόφασιν δε πάντως του Δ.Σ. 6.Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως της κυριότητος του ακινήτου-εκτός τοιαύτης λόγω συστάσεως προικός- καθώς και εν περιπτώσει θανάτου του δανεισθέντος εγκαταλείποντος μεν αναγκαίους κληρονόμους, μη δικαιουμένους όμως συντάξεως, θα δύνανται ούτοι, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από του θανάτου του κληρονομηθέντος, να δηλώσουν προς το Ταμείον εγγράφως εάν επιθυμούν να υπεισέλθουν εις τας υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του κληρονομηθέντος, ότε το ύψος και ο χρόνος της καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων κανονισθήσονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου κατά περίπτωσιν, άλλως παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, το δάνειον καθίσταται ληξιπρόθεσμον, του Ταμείου δικαιουμένου να ενεργήση νομίμως δια την είσπραξιν του υπολοίπου στρεφόμενον κατά παντός υποχρέου. 7.Εν περιπτώσει καθυστερήσεως μιας μηνιαίας δόσεως πέραν του μηνός, αφ’ ης αύτη καταστή απαιτητή, το δάνειον καθίσταται αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμον δικαιουμένου του Ταμείου να επιδιώξη την είσπραξιν δι’ αναγκαστικής εκτελέσεως. 8.Εν περιπτώσει θανάτου ή εξόδου εκ της υπηρεσίας του δανεισθέντος εάν ούτος ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δικαιωθώσι παρά του Ταμείου, εφ’ άπαξ βοηθήματος εκχωρείται τούτο, κατά το ήμισυ προς εξόφλησιν του δανείου, θεωρουμένης της τοιαύτης εξοφλήσεως ως τοιαύτης προ της λήξεως της προθεσμίας ή μειώσεως του χρόνου εξοφλήσεως του δανείου. Εν περιπτώσει ανεπαρκείας του ποσού του βοηθήματος δια την πλήρη εξόφλησιν του δανείου ή μη υπάρξεως τοιούτου βοηθήματος, εκχωρείται εκ της συντάξεως η τοκοχρεωλυτική δόσις προς εξόφλησιν του δανείου ή του εναπομείναντος υπολοίπου αυτού. Εν πάση δε περιπτώσει το Ταμείον προβαίνει εις την λήψιν των νομίμων μέτρων κατά παντός κατά την κρίσιν αυτού κινδύνου προς προστασίαν των συμφερόντων αυτού». Το άρθρ. 26 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 64050/Μ. 734 της 7/29 Δεκ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 501). Η υπό των διατάξεων του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 19 του Καταστατικού, προβλεπομένη προθεσμία υποβολής αιτήσεως αναγνωρίσεως ως συνταξίμου των εν τω άρθρω τούτω αναφερομένων υπηρεσιών παρατείνεται μέχρι της 31 Δεκ. 1963. (Αντί της σελ. 966,01(ζ) Σελ. 966,01(η) Τεύχος 679-Σελ. 101 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 Η επί τη βάσει της παρούσης αναγνωριζομένη προϋπηρεσία εξαγοράζεται δια καταβολής του οφειλομένου ποσού, είτε εφ’ άπαξ είτε δια μηνιαίων δόσεων καθοριζομένων υπό του Δ.Σ. ουχί πλειόνων δε των 36. Εις περίπτωσιν καθ’ ην κατά την υποβολήν της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως δεν έχουσι καταβληθή άπασαι αι δόσεις το υπόλοιπον του οφειλομένου ποσού καταβάλλεται εφ’ άπαξ». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 63767/2600 της 19/24 Αυγ. 1963 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 378). «9.Επί των υπό του Ταμείου παρεχομένων ενυποθήκων στεγαστικών δανείων επιβάλλεται ασφάλιστρον 1%». Η παρ. 9 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 2980/Σ.15 της 10/15 Φεβρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 67). Διάταξις προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 31785/Υ46 της 31 Ιουλ./1 Σεπτ. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 161) Υπουργικής αποφάσεως, κατηργήθη δια της παρ. 5 του κατωτέρω άρθρ. 28 του προστεθέντος δια της υπ’ αριθ. Β2/26/3/919 της 24 Μαΐου/2 Ιουν. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 514) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Άρθρ.27.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται όπως, εις εξαιρετικάς περιπτώσεις επειγούσης ανάγκης εκτιμωμένας παρά τούτου, εγκρίνη την προκαταβολήν μέχρι 2 συντάξεων του αιτούντος, μετά προηγουμένην έγκρισιν του Υπουργείου Εργασίας, συμψηφιζομένων δια παρακρατήσεως των συντάξεων των αμέσων επομένων μηνών. Προ του ολοσχερούς συμψηφισμού της δοθείσης προκαταβολής, αποκλείεται η χορήγησις ετέρας τοιαύτης». Το άρθρ. 27 προσετέθη δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 81343/Σ.694 της 13 Οκτ./16 Νοεμ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 670). «Ησφαλισμένοι του Ταμείου απολυθέντες παρά της Ε.Δ.Ε.Μ.Ε.Δ. κατά μήνα Ιούνιον του έτους 1941 εις εκτέλεσιν της αποφάσεως του Δ.Σ. αυτής της 8.5.41 (Συν/σις 14η πρακτικόν αριθ. 6) και δια τους εν αυτώ αναφερομένους λόγους, δύνανται δι’ αιτήσεώς των, υποβαλλομένης εντός μηνός από της δημοσιεύσεως της παρούσης να αναγνωρίσωσιν ως συντάξιμον τον χρόνον καθ’ ον διετέλεσαν εκτός υπηρεσίας λόγω της κατά τ’ ανωτέρω απολύσεώς των εκ της Εταιρείας και μέχρι του νέου διορισμού των παρ’ αυτή. Ο αναγνωριζόμενος συντάξιμος χρόνος δεν δύναται να είναι ανώτερος των 12 ετών. Δια την εξαγοράν του αναγνωριζομένου χρόνου έχουσιν εφαρμογήν αι σχετικαί περί εξαγοράς προϋπηρεσίας διατάξεις του Καταστατικού». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 81343/Σ.694 της 13 Οκτ./16 Νοεμ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 670). Σελ. 966,02(η) Τεύχος 679-Σελ. 102 «Ησφαλισμένοι του Ταμείου μη αναγνωρίσαντες μέχρι τούδε χρόνον προϋπηρεσίας των, δύνανται ν’ αναγνωρίσουν τούτον δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης μέχρι 31.1267». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 61979/Σ.472 της 22/31 Αυγ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 543). «Από της δημοσιεύσεως της παρούσης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως παρέχεται παράτασις προθεσμίας υποβολής αιτήσεων προς αναγνώρισιν προϋπηρεσίας μέχρι 31.12.1969». Η εντός « » τελευταία μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 3656/Σ194 της 25 Φεβρ./10 Μαρτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 173). «Αι περί ων το άρθρ. 19 του παρόντος προϋπηρεσίαι αναγνωρίζονται ως συντάξιμοι, κατά τους εν αυτώ οριζομένους όρους και προϋποθέσεις, αιτήσει του ησφαλισμένου, υποβαλλομένη εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 6 μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η ανωτέρω εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της παρ. 13 της υπ’ αριθ. 26/3/976 της 24 Μαΐου/19 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 612) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 26/3/5165 της 14/27 Νοεμ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 1398) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, η δια της αμέσως ανωτέρω εντός « » μεταβατικής διατάξεως οριζομένη προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεων μετά των απαιτουμένων δικαιολογητικών προς αναγνώρισιν προϋπηρεσίας ως συνταξίμου παρατείνεται επί 6 μήνας από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ταύτης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. Β2/26/οίκ. 2236 της 7/7 Δεκ. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 1279) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών η ανωτέρω ανατρεπτική προθεσμία παρατείνεται από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ταύτης μέχρι και της 31 Μαρτ. 1978. 39.Κ.γ.1 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) «Άρθρον 28». 1.«Η σύνταξις των αμέσων συνταξιούχων προσαυξάνεται περαιτέρω: α)Κατά το ποσόν ενός και ημίσεως του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου δια την σύζυγον, εφ’ όσον δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος Ασφαλιστικού Οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου. Ο συνταξιούχος δικαιούται της ανωτέρω προσαυξήσεως, έστω και αν η σύζυγος ευρίσκεται εν διαστάσει μετ’ αυτού ή κατετέθη αγωγή διαζυγίου, εφ’ όσον ο γάμος δεν ελύθη δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως. β)Κατά το εκάστοτε ποσόν του ενός ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου δι’ έκαστον τέκνον. γ)Καθ’ εκάστην εφεξής αύξησιν του κατωτάτου ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου ο ανακαθορισμός της ως άνω προσαυξήσεως χωρεί από της πρώτης του μεθεπομένου μηνός από της εκάστοτε αυξήσεως». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 3 της Β2/26/3/2016/17 Οκτ.-27 Νοεμ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 1076) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «2.Αι προσαυξήσεις δια τα τέκνα χορηγούνται, εφ’ όσον αυτά δεν ασκούν βιοποριστικόν επάγγελμα και δεν λαμβάνουν σύνταξιν παρά του Δημοσίου ή Οργανισμού τινος κυρίας Ασφαλίσεως, μέχρι του τέλους του μηνός καθ’ ον συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των ή συνήψαν γάμον». Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την Β2/26/2002/1-25 Σεπτ. 1978 (ΦΕΚ Β΄ 834) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 3.Αι προσαυξήσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται και μετά την συμπλήρωσιν υπό των τέκνων του 18ου έτους ηλικίας των, εφ’ όσον ταύτα τυγχάνουν ανίκανα προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, υπό την προϋπόθεσιν, ότι η ανικανότης επήλθεν προ του 18ου έτους της ηλικίας των. 4.Η προβλεπομένη υπό των περιπτώσεων β, γ, δ της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου προσαύξησις δεν χορηγείται εις ην περίπτωσιν ο έτερος των συζύγων λαμβάνει προσαύξησιν της συντάξεως, δια την αυτήν αιτίαν». 5.Η δια της υπ’ αριθ. 31785/Υ 46/31.7.51 (ΦΕΚ 161 τ. Β΄) 1.9.51) Υπουργικής αποφάσεως, προστεθείσα διάταξις εν τέλει της παρ. 9 του άρθρου 26 του Καταστατικού του Ταμείου καταργείται. Το άρθρ. 28 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. Β2/26/3/919 της 24 Μαΐου/2 Ιουν. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 514) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Άρθρ.3.-1.«Το Ταμείον διοικείται υπό επταμελούς Δ.Σ. αποτελουμένου: α)Εκ του Προέδρου. β)Εξ 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας. γ)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των εργοδοτών. δ)Εκ 2 μελών εκ της τάξεως των ησφαλισμένων εξ ων ο είς τουλάχιστον εκ των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας. ε)Εξ 1 μέλους εκ της τάξεως των συνταξιούχων. ς)Εξ 1 προσώπου έχοντος πείραν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής. 1α.Ο Πρόεδρος μετά του αναπληρωτού του ως μέλους ορίζεται εκ προσώπων εχόντων ειδίκευσιν εις τα θέματα της Κοινωνικής Πολιτικής ή γενικωτέραν δράσιν εις τον τομέα τούτον. Αποκλείεται ο διορισμός ως Προέδρου του Δ.Σ. προσώπου έχοντος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής, υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπαγομένων υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Εργασίας και δημοσίων υπαλλήλων εν γένει. 1β.Άπαντα τα μέλη του Συμβουλίου και ο Πρόεδρος αυτού διορίζονται μετ’ ισαρίθμων αναπληρωτών αυτών εχόντων τας ιδιότητας των αναπληρουμένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επί τριετεί θητεία. Τα εξ ησφαλισμένων μέλη και οι αναπληρωταί τούτων λαμβάνονται εκ πίνακος περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν υποψηφίων (τακτικών και αναπληρωματικών) υποβαλλομένων είτε παρά της Γ.Σ.Ε.Ε. είτε υπό των οικείων Εργατικών Κέντρων, είτε υπό των οικείων Εργατοϋπαλληλικών ή άλλων εκπροσωπευτικών κατά Κλάδον Οργανώσεων των παρά τω Ταμείω ησφαλισμένων εντός 10 ημερών αφ’ ης ζητηθή παρά του Υπουργού Εργασίας. Το υπό στοιχ. γ΄ μέλος και ο αναπληρωτής τούτου, λαμβάνονται εκ πίνακος υποβαλλομένου εντός της άνω προθεσμίας υπό της Εταιρείας Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου Ελληνικού Δημοσίου ή άλλων συναφών κατά κλάδον εκπροσωπευτικών Οργανώσεων και περιλαμβάνοντος διπλάσιον αριθμόν διοριστέου μέλους τακτικού και αναπληρωματικού. Η επιλογή των εργατικών και εργοδοτικών Οργανώσεων αίτινες θα υποδείξουν κατά τα’ ανωτέρω τους εκπροσώπους των, απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού της Εργασίας, δυναμένου ν’ απευθυνθή εις μίαν ή πλείονας εξ αυτών. Εν περιπτώσει μη εγκαίρου υποβολής των ανωτέρω πινάκων ο Υπουργός Εργασίας προβαίνει εις τον διορισμόν των αντιπροσώπων των ησφαλισμένων και εργοδοτών κατά την κρίσιν του». Αι παρ. 1, 1α και 1β ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 71040 της 8/18 Αυγ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 328) 1γ.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου εκλέγει εις την πρώτην αυτού συνεδρίασιν καθ’ εκάστην νέαν συγκρότησίν του μεταξύ των υπό στοιχ. δ΄ της παρ. 1 μελών του, ένα Αντιπρόεδρον δια μυστικής ψηφοφορίας των παρόντων μελών αυτού. Ο Αντιπρόεδρος διατηρεί το αξίωμα αυτού εφ’ όσον διατηρεί την ιδιότητα του μέλους. Εν περιπτώσει εκπτώσεως, θανάτου ή οπωσδήποτε αποχωρήσεως εκ του Συμβουλίου του Αντιπροέδρου αυτού ενεργείται νέα εκλογή δια τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας του εκπεσόντος, αποβιώσαντος ή αποχωρήσαντος Αντιπροέδρου. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, τούτου δε κωλυομένου, ο Αντιπρόεδρος διευθύνει τας συνεδριάσεις του Δ.Σ, ελέγχει το κανονικόν της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτού, εκπροσωπεί το Ταμείον εξωδίκως και δικαστικώς και αλληλογραφεί επ’ ονόματι του Ταμείου. 2.Εις τας Συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου και των παρ’ αυτού λειτουργουσών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος δικαιούται να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος, να υποβάλη προτάσεις και να ζητή εντός 48 ωρών από της λήψεώς της, την αναστολήν εκτελέσεως πάσης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ή των ανωτέρω Επιτροπών, ην ήθελε κρίνει ως αντικειμένην προς τας διατάξεις κειμένων Νόμων, Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων των διεπουσών την λειτουργίαν του Ταμείου. Επί διαφωνίας του Κ. Επιτρόπου προς απόφασιν Επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ.Σ. του Ταμείου, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, εφ’ όσον το Δ.Σ. ήθελε συμφωνήσει προς την απόφασιν της Επιτροπής. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. ων εζητήθη η αναστολή εκτελέσεως παρά του Κ. Επιτρόπου δεν εκτελούνται μέχρις ου επί τη αιτήσει του Δ.Σ. υποβαλομένη υπό του Προέδρου τούτου ή του Κ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Εργασίας, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός Εργασίας δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός 15 ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Κ. Επιτρόπου ή του Δ.Σ. τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. (Αντί της σελ. 954,01(α) Σελ. 954,01(β) Τεύχος 536-Σελ. 79 Ταμείο Συντ.Προσωπικού Ετ.Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου(ΤΑΠ-ΕΔΕΜΕ) 39.Κ.γ.1 Ο Κ. Επίτροπος δύναται να αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ.Σ. δι’ ην ήθελε διατυπώση ητιολογημένας επιφυλάξεις εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων τουλάχιστον του συνόλου των μελών του να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης απ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.