← Ελλάδα

12. ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 19/23 Ιουλ. 1941 Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των Α.Ν. 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί τις διατάξεις που αφορούν την οργάνωση των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους. Σκοπός του είναι να συγκεντρώσει σε ένα ενιαίο κείμενο τους ισχύοντες κανόνες για τη λειτουργία τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
12. ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 19/23 Ιουλ. 1941 Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των Α.Ν. 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 «περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους». Έχοντες υπ’ όψει: α)το άρθρ. 4 του υπ’ αριθ. 1 του Ν.Δ/τος της 30 Απρ./2 Μαΐου 1941 ως αντικατεστάθη υπό του άρθρ. 1 του υπ’ αριθ. 194 της 17/18 Ιουν. 1941 Ν.Δ/τος «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί αρμοδιοτήτων των Υπουργών», και β)το υπ’ αριθ. 269 της 7/11 Ιουλ. 1941 Ν.Δ/μα «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαία κείμενα δια Κανονιστικών Διαταγμάτων, Νόμων και Διαταγμάτων αρμοδιότητος Υπουργείου Δικαιοσύνης», κωδικοποιούμεν εις ενιαίον κείμενον πάσας τας περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους ισχυούσας διατάξεις. (Αντί για τη σελ. 483) Σελ. 483(α) Τεύχος 1179-Σελ. 71 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.9α-12 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Περί Υποθηκοφυλακείων εν γένει Αριθμός και αρμοδιότης των Υποθηκοφυλακείων Άρθρ.1.-1.Εν τη περιφερεία εκάστου ειρηνοδικείου λειτουργούσιν έν ή πλείονα υποθηκοφυλακεία, παρ’ οις μόνον δύνανται να ενεργώνται εγκύρως κατά τας διατάξεις των κειμένων νόμων. α)Η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως επί ακινήτων κειμένων εν τη περιφερεία της δικαιοδοσίας του υποθηκοφυλακείου. β)Η μεταγραφή των εις τοιαύτην υποκειμένων πράξεων κατά τον περί μεταγραφής νόμον επί ακινήτων κειμένων εν τη αυτή περιφερεία. γ)Η καταχώρησις αγωγών ως και πάσα άλλη πράξις εγγραφή ή σημείωσις σχετική προς ακίνητα, οριζομένη υπό του νόμου. Έδρα των υποθηκοφυλακείων Άρθρ.9.-1.Εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος τα ήδη άμισθα Υποθηκοφυλακεία τα εδρεύοντα εις πόλεις άνω των 40 χιλιάδων κατοίκων κατά την απογραφήν του έτους 1928 δύνανται να μετατρέπωνται δια Β.Δ/τος εις έμμισθα και διέπονται εφεξής υπό των περί εμμίσθων υποθηκοφυλακείων διατάξεων του παρόντος. 2.Τα μέχρι τούδε λειτουργούντα έμμισθα υποθηκοφυλακεία διατηρούνται ως τοιαύτα οιοσδήποτε και αν είναι ο πληθυσμός της πόλεως εν η εδρεύουσι. Βιβλία των υποθηκοφυλακείων και σχετικαί υποχρεώσεις του Υποθηκοφύλακος Άρθρ.10.(Άρθρ. 10 Α.Ν. 434/1937 και άρθρ. 1 Α.Ν. 1933/1939).-1.Παρ’ εκάστω Υποθηκοφυλακείω αμίσθω ή εμμίσθω τηρούνται τα κατά τους νόμους περί υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και βιβλίων διεκδικήσεων κεκανονισμένα βιβλία. 2.Πλην των κατά την παρ. 1 βιβλίων πας υποθηκοφύλαξ οφείλει να τηρή: α)Γενικόν αλφαβητικόν ευρετήριον υποθηκών (πιστωτών τε και οφειλετών). β)Γενικόν αλφαβητικόν ευρετήριον κατασχέσεων (πιστωτών τε και οφειλετών). γ)Γενικόν αλφαβητικόν ευρετήριον διεκδικήσεων (πάντων των διαδίκων). δ)Γενικόν αλφαβητικόν ευρετήριον μεταγραφών. Τ’ ανωτέρω γενικά αλφαβητικά ευρετήρια υποθηκών οφειλετών και τα γενικά αλφαβητικά ευρετήρια κατασχέσεων οφειλετών δέον άπαντες οι υποθηκοφύλακες να καταρτίσωσι δι’ όλον τον προγενέστερον χρόνον εντός τεσσάρων ετών από της ισχύος του παρόντος επί πειθαρχική ποινή μέχρι και της προσωρινής παύσεως. 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 3.Τη κατά τας παρ. 1 και 2 βιβλία τηρούνται υποχρεωτικώς εις διπλούν πρωτότυπον εις το Υποθηκοφυλακείον Αθηνών. Η διάταξις αύτη δύναται να επεκταθή δια Β.Δ/τος και εις παν άλλο Υποθηκοφυλακείον. «4.Τηρείται επίσης παρ’ εκάστω Υποθηκοφυλακείω βιβλίον εισαγωγής εγγράφων και εισπράξεως τελών και δικαιωμάτων εις ειδικάς στήλας του οποίου σημειούνται: α)τα ποσά των κατά νόμον εισπραττομένων δι’ εκάστην πράξιν τελών και δικαιωμάτων, γενομένης διακρίσεως εν τοις αμίσθοις Υποθηκοφυλακείοις, του ποσού του ανήκοντος εις τον υποθηκοφύλακα και του ποσού του ανήκοντος εις το Δημόσιον, κατά τα εν άρθρ. 53 παρ. 1 στοιχ. β΄ και άρθρ. 54 παρ. 2 οριζόμενα, β)τα ποσά των νομίμων τελών και δικαιωμάτων δια τα εκδιδόμενα αντίγραφα και πιστοποιητικά. Εν τέλει εκάστης σελίδος του βιβλίου τούτου και κάτωθεν των κατά στήλες αθροισμάτων δια τα πέραν των δραχ. 1.500 τέλη του Δημοσίου, ως και δι’ άπαντα τα υπέρ του Δημοσίου δικαιώματα δι’ εκάστην των εισαγομένων πάσης φύσεως πράξεων, εκδίδεται ατελώς και επικολλάται διπλότυπον ή γραμμάτιον εισπράξεως του Δημοσίου Ταμείου ποσού ίσου προς τα προκύπτοντα εκ των στηλών αθροίσματα των ανηκόντων εις το Δημόσιον ποσών πέραν του ως άνω οριζομένου ορίου τελών, συντασσομένης εν αυτώ και έναντι του επικολλωμένου διπλοτύπου ή γραμματίου, πράξεως υπό του αρμοδίου διαχειριστού ή Υποθηκοφύλακος περί της τοιαύτης επικολλήσεως, διαλαμβανούσης ρητώς την χρονολογίαν της εκδόσεως αυτού, δια δε το υπόλοιπον ποσόν των αθροισμάτων των τελών επικολλάται κινητόν επίσημα ίσης προς ταύτα αξίας. Κατά τα λοιπά ο τύπος και ο τρόπος της τηρήσεως του βιβλίου τούτου, ορίζεται υπό του Υπουργείου της Δικαιοσύνης». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 του Α.Ν. 305/1945 (κατωτ. αρ. 23). Με την παρ. 22 του άρθρ. 3 του Νόμ. 2479/66 Μαΐου 1997, ΦΕΚ Α΄ 67, τόμ. 6, ανωτ. σελ. 146,25 ορίστηκε ότι: Τα προβλεπόμενα από το άρθρ. 6 του Α.Ν. 305/1945 (ΦΕΚ 110 Α΄) και το άρθρ. 1 του Ν.Δ. 4201/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄) βιβλία, τα οποία τηρούνται στα υποθηκοφυλακεία του Κράτους (Γενικό Βιβλίο Εκθέσεων και Βιβλίο Τελών και Δικαιωμάτων), είναι δυνατόν στο εξής αφ’ ενός να ενοποιηθούν σ’ ένα ενιαίο βιβλίο, αφ’ ετέρου δε να τηρούνται σε κινητά μηχανογραφικά φύλλα, τα οποία θα βιβλιοδετούνται ανά μήνα σε ενιαίο τόμο. Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος έναρξης εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων κατά υποθηκοφυλακείο καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια». «Στα έμμισθα υποθηκοφυλακεία της χώρας και στα Κτηματολογικά Γραφεία Ρόδου και Κω Λέρου, στα οποία λειτουργεί ολοκληρωμένο πληροφορικό σύστημα, τα τηρούμενα σε αυτά Βιβλία Μεταγραφών - Υποθηκών - Κατασχέσεων - Διεκδικήσεων και τα Αλφαβητικά Ευρετήρια καταργούνται και αντικαθίστανται από τα αντίστοιχα τηρούμενα ηλεκτρονικά αρχεία. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται ο χρόνος έναρξης εφαρμογής της διατάξεως αυτής κατά υποθηκοφυλακείο και κτηματολογικό γραφείο και προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα ως άνω βιβλία τηρούνται και σε κινητά μηχανογραφικά φύλλα». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 6 άρθρ. 11 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,56. 5.Οι υποθηκοφύλακες υποχρεούνται να βιβλιοδετώσιν εις τόμους α)τας περιλήψεις και αιτήσεις εξαλείψεων, άρσεων κλπ., μετά των σχετικών εγγράφων ανά εκατόν, β)τας διεκδικητικάς αγωγάς ανά εκατόν, γ)τα μεταγραφόμενα συμβόλαια ανά εκατόν και δ)τα αντίγραφα των κατασχετηρίων εκθέσεων ανά εκατόν. 6.Δια Β.Δ/τος κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 3 του παρόντος άρθρου και της καταρτίσεως του δευτέρου πρωτοτύπου των μέχρι τούδε τόμων των τοιούτων βιβλίων, ως επίσης και πάσα σχετική προς την τήρησιν των βιβλίων υποχρέωσις του υποθηκοφύλακος. Άρθρ.11.-1.Η δημοσιότης των βιβλίων υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων συνίσταται εις το δικαίωμα παντός ενδιαφερομένου προς αυτοπρόσωπον έρευναν αυτών και προς αξίωσιν εκδόσεως πιστοποιητικών ή αντιγράφων εκ τούτων. Δύναται ο εν έδρα πρωτοδικείου ειδικός άμισθος υποθηκοφύλαξ δια κανονισμού εγκεκριμένου υπό του Υπουργείου της Δικαιοσύνης να ορίζη ώρας εισόδου των πολιτών και ερεύνης των βιβλίων. (Αντί για τη σελ. 487(γ) Σελ. 487(δ) Τεύχος Σελ. Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 2.Εις Υποθηκοφυλακεία λειτουργούντα εν έδραις Πρωτοδικών η έρευνα γίνεται ή υπό του ενδιαφερομένου ή υπό δικηγόρου ή συμβολαιογράφου. Βλ. όμως ήδη άρθρ. 41 του Κώδικος περί Δικηγόρων (ανωτ. σελ. 347). 3.Εις τα Υποθηκοφυλακεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης έκαστος συμβολαιογράφος δύναται δια την έρευναν ν’ αποστέλλη ως αναπληρωτήν του ένα των υπαλλήλων του, εφωδιασμένον με ειδικήν έγγραφον εκάστοτε υπό του συμβολαιογράφου εξουσιοδότησιν προς έρευναν ωρισμένης ή ωρισμένων μερίδων, ονομαστικώς εν τη εξουσιοδοτήσει αναφερομένων. Εν περιπτώσει οιασδήποτε υπερβάσεως ή παρεκτροπής του τοιούτου συμβολαιογραφικού υπαλλήλου δύναται ν’ απαγορευθή υπό του υποθηκοφύλακος εφεξής η υπό τούτου αναπλήρωσις του συμβολαιογράφου εις έρευναν των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Οργανική σύνθεσις και διαβάθμισις του προσωπικού των ειδικών Υποθηκοφυλακείων Προσωπικόν των αμίσθων ειδικών Υποθηκοφυλακείων Άρθρ.12.-1.Το προσωπικόν εκάστου ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός υποθηκοφύλακος, δυναμένου να βοηθήται παρ’ ενός ή πλειόνων υπαλλήλων υπ’ αυτού προσλαμβανομένων και αμειβομένων. Άρθρ.13.-(Αντικατεστάθη δια του άρθρ. 3 Νόμ. 2224/1952 και τούτου δια του άρθρ. 18 Ν.Δ. 4201/1961, τούτο δε κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57). Άρθρ.14.(Άρθρ. 14 Α.Ν. 434/37, άρθρ. 3 Α.Ν. 1933/39, άρθρον μόνον Α.Ν. 2532/40).- «1.Ο βαθμός και ο μηνιαίος μισθός του προσωπικού των ειδικών εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων ορίζεται ως εξής: Η παρ. 1 είχεν αντικατασταθεί δια του άρθρ. 1 Νόμ. 1653/1944. Ήδη ο μισθός του προσωπικού των Υποθηκοφυλακείων ρυθμίζεται υπό του Α.Ν. 1502/1950 περί των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων (τ.2). Σελ. 488(δ) Τεύχος Σελ. 2.Ο εκ δικαστικής θέσεως (εφέτου ή αντεισαγγελέως εφετών και άνω) λαμβανόμενος Διευθυντής έχει βαθμόν και αποδοχάς της δικαστικής θέσεως εξ ης προέρχεται. 3.Γραμματείς του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών λαμβάνοντες κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, συνεπεία της προς αυτούς χορηγήσεως, ως επιδόματος ευδοκίμου παραμονής εν τω βαθμώ, του ημίσεος της διαφοράς του μισθού αυτών προς τον μισθόν του Υποδιευθυντού, ελλείψει μέχρι τούδε άλλου διαμέσου βαθμού ιεραρχίας, εξακολουθούσι λαμβάνοντες όπερ κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος λαμβάνουσι ποσόν αποδοχών, δεν δικαιούνται όμως να λάβωσι μετά την συμπλήρωσιν τριετίας εν τω αυτώ βαθμώ από της χορηγήσεως του επιδόματος κατά το άρθρ. 5 παρ. 1 του Δ. της 12/12.1.1934 το δεύτερον ήμισυ της τοιαύτης διαφοράς. Εάν δε και μετά μέλλουσαν προαγωγήν εις ανώτερον βαθμόν κατά την δια του παρόντος κανονιζομένην ιεραρχικήν κλίμακα, αι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος αποδοχαί είναι μεγαλύτεραι των του ανωτέρω τούτου βαθμού, θέλουσιν εξακολουθήσει ακόμη καταβαλλόμεναι αι ανώτεραι αποδοχαί. Η ανωτέρω διάταξις εφαρμόζεται αναλόγως και δια τους κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντας γραφείς, έχει δε εφαρμογήν από της ενάρξεως της ισχύος αυτής και επί των γραμματέων και γραφέων πάντων των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων του Κράτους. 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 4.Κατά τα λοιπά ως προς τους μισθούς, επιδόματα και παντός είδους αποδοχάς εξακολουθούσι ισχύουσαι δια το προσωπικόν των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, εφ’ όσον δεν τροποποιούνται υπό του παρόντος, αι σχετικαί διατάξεις του Π.Δ. της 12/1/1934 «περί αποδοχών των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων», ως ετροποποιήθησαν υπό νεωτέρων νόμων. 5.Ως ανώτερος βαθμός δια την συμφώνως τω άρθρ. 5 του από 12 Ιαν. 1934 Δ/τος «περί των αποδοχών Δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων», παροχήν του επιδόματος της εν τω αυτώ βαθμώ παραμονής θεωρείται δια τον υποδιευθυντήν ο του διευθυντού α΄ τάξεως, δια τον υποθηκοφύλακα α΄ τάξεως (εν επαρχία) ο του διευθυντού β΄ τάξεως δια τον Εισηγητήν ο του Υποθηκοφύλακος β΄ (εν επαρχία) και δια τον γραμματέα α΄ τάξεως ο του Εισηγητού. 6.Η αληθής έννοια του άρθρ. 28 του Ν. 6236 της 11 Αυγ. 1934 είναι ότι διατηρείται εν ισχύϊ η διάταξις του άρθρ. 3 του Ν. 5425 «περί τροποποιήσεως των περί εμμίσθων υποθηκοφυλακείων διατάξεων» ως προς την κατά μισθόν εξομοίωσιν του Διευθυντού του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. 7.Οι ήδη κατέχοντες την θέσιν του Διευθυντού εξακολουθούσι λαμβάνοντες τον μισθόν, ον επί τη βάσει των μέχρι τούδε κειμένων διατάξεων ελάμβανον. Η αληθής έννοια του άρθρ. 14 του Α.Ν. 434/1937 «περί οργανισμού των υποθηκοφυλακείων του Κράτους» και του άρθρου μόνου του Α.Ν. 2532/1940, κωδικοποιηθέντων δια του από 19/23 Ιουλ. 1941 Καν. Δ/τος, είναι ότι οι γραμματείς α΄ τάξεως των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς εξακολουθούσι λαμβάνοντες τον ον πρότερον κατά το Δ/μα της 12 Ιαν. 1934 «περί αποδοχών πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων» ελάμβανον μισθόν, ως και το χορηγηθέν αυτοίς έκτοτε επίδομα ευδοκίμου παραμονής εν τω βαθμώ των, ίσον τουτέστι προς το ήμισυ της διαφοράς του μισθού των τούτου προς τον μισθόν του υποδιευθυντού. (Άρθρ. 11 του Ν.Δ. 1860/1942 κατωτ. αριθ. 17). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Γενικαί διατάξεις διέπουσαι το προσωπικόν των υποθηκοφυλακείων Διορισμός Άρθρ.15.-1.Ο διορισμός των ειδικών αμίσθων υποθηκοφυλάκων και των από του βαθμού του γραμματέως και άνω υπαλλήλων των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων γίνεται δια Β.Δ/τος προτάσει του Υπουργού της Δικαιοσύνης, του δε λοιπού προσωπικού των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. 2.Ο διορισμός ανακοινούται δι’ εγγράφου του Υπουργείου της Δικαιοσύνης κοινοποιουμένου εντός εικοσαημέρου από της δημοσιεύσεως του σχετικού Δ/τος ή της αποφάσεως εις τον διοριζόμενον καλούμενον συγχρόνως δι’ αυτού ίνα εντός προθεσμίας ουχί ελάσσονος των είκοσι ημερών ουδέ μεγαλειτέρας των τεσσαράκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως ομώση τον όρκον της υπηρεσίας και αναλάβη τα καθήκοντά του. 3.Ο διορισμός τελειούται δια της δόσεως του όρκου. 4.Ο όρκος των μεν διευθυντών εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και των ειδικών Υποθηκοφυλάκων, εμμίσθων τε και αμίσθων, δίδεται εν δημοσία συνεδριάσει εν τω ακροατηρίω του αρμοδίου δικαστηρίου των Πρωτοδικών δύναται όμως να δοθή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, οριζομένου υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης, των δε λοιπών υπαλλήλων παντός βαθμού των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων ενώπιον του προϊσταμένου αυτών διευθυντού ή υποθηκοφύλακος. 5.Όστις διορισθείς δεν ήθελε προσέλθει εντός της ταχθείσης αυτώ προθεσμίας όπως ομώση τον όρκον της υπηρεσίας θεωρείται μη αποδεχθείς τον διορισμόν, μη λαμβανομένης υπ’ όψει πάσης αντιθέτου δηλώσεως αυτού, υποχρεούται δε εν τοιαύτη περιπτώσει ο Υπουργός της Δικαιοσύνης να προκαλέση το περί ανακλήσεως του διορισμού Δ/μα ή απόφασιν, θεωρουμένης ακύρου πάσης τυχόν γενομένης εκπροθέσμου ορκωμοσίας. Κωλύματα διορισμού Άρθρ.16.-Δεν δύνανται να διορισθώσιν ουδέ να αναδιορισθώσιν εις θέσεις εν υποθηκοφυλακείοις α)οι μη κεκτημένοι την ελληνικήν ιθαγένειαν και μη εκπληρώσαντες τας στρατιωτικάς αυτών υποχρεώσεις, εκτός εάν νομίμως απηλλάγησαν αυτών ή δεν υπέχωσι τοιαύτας, β)οι υπερβάντες το 50όν έτος της ηλικίας αυτών, εξαιρέσει των αναδιοριζομένων δι’ ους εφαρμόζεται το άρθρ. 17, γ)οι μη δυνάμενοι ως εκ της καταστάσεως της υγείας των ν’ ασκήσωσι τα έργα της αξιουμένης θέσεως. Προς τούτο δια τον διορισμόν απαιτείται δια μεν τους εν Αθήναις και Πειραιεί διαμένοντας γνωμοδότησις τριμελούς επιτροπής διοριζομένης δια μεν τετραετίαν δια Β.Δ. προκαλουμένου υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης και αποτελουμένης εξ ιατρών διατελούντων καθηγητών ή υφηγητών της Ιατρικής Σχολής ή ιατρών ανωτέρων δημοσίων υπαλλήλων ή διευθυντών δημοσίων ή δημοτικών ή δημοσίου δικαίου ιδρυμάτων, δια δε τους διαμένοντας αλλαχού του Κράτους επιτροπής τριμελούς εδρευούσης εν τη έδρα του Σελ. 489 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 Πρωτοδικείου και αποτελουμένης εκ του Νομιάτρου, του Διευθυντού του Στρατ. Νοσοκομείου της πόλεως, ή, μη υπάρχοντος τοιούτου, ενός στρατ. ιατρού επί βαθμώ τουλάχιστον υπιάτρου, και του Διευθυντού του Δημοτικού Νοσοκομείου. Εφ’ όσον δεν υπάρχουν εκ των ανωτέρω εν τη έδρα του Πρωτοδικείου ορίζονται εκάστοτε μέλη της επιτροπής ιατροί πολιτικοί ή δημοτικοί υπάλληλοι ή και άλλοι εκ των εν τη πόλει εγκρίτων ιατρών, δ)οι καταδικασθέντες, αμετακλήτως, καίπερ αποκατασθέντες, εις εγκληματικήν ποινήν επί οιωδήποτε αδικήματι, ή εις ποινήν επανορθωτικήν επί αδικήματι κλοπής, υπεξαιρέσεως, απάτης, απιστίας, δωροδοκίας, καταπιέσεως, πλαστογραφίας, ψευδορκίας, ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντίας, δυσφημίσεως και παραβάσεως καθήκοντος, οιαδήποτε και αν είναι η επιβληθείσα ποινή. Προκειμένου περί ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημίσεως και παραβάσεως καθήκοντος δι’ όσον χρόνον, διαρκεί η στέρησις η διαταχθείσα δια της αποφάσεως, ε)οι στερηθέντες των πολιτικών των δικαιωμάτων, εφ’ όσον διαρκεί η στέρησις, ς)οι δια λόγους πειθαρχικούς και κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου δικαστηρίου παυθέντες της υπηρεσίας, ζ)οι τιμωρηθέντες πειθαρχικώς δις κατά την τελευταίαν διετίαν, εάν κατά ταύτην ετέλουν έν τινι των υπηρεσιών η εν ταις οποίαις προϋπηρεσία απαιτείται κατά τα Άρθρ.2.-1.Όπου έν μόνον υφίσταται εν τη περιφερεία του Ειρηνοδικείου υποθηκοφυλακείον, εδρεύει τούτο εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου. Εάν η έδρα του Ειρηνοδικείου είναι μεταβατική, το Υποθηκοφυλακείον εδρεύει μονίμως εις μίαν των εδρών του Ειρηνοδικείου, ένθα εδρεύει και συμβολαιογράφος, οριζομένην δια Β.Δ/τος μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της ολομελείας του αρμοδίου Πρωτοδικείου. 2.Επί πλειόνων του ενός Υποθηκοφυλακείου εν τη περιφερεία του αυτού Ειρηνοδικείου, κατά τας περιπτώσεις του άρθρ. 6 αριθ. 2 και 3, έκαστον των εκτός της έδρας του Ειρηνοδικείου τοιούτων εδρεύει εις μίαν των κοινοτήτων της περιφερείας του εν η εδρεύει και ο εις ον θέλει ανατεθή η Υποθηκοφυλακική υπηρεσία συμβολαιογράφος, οριζομένην δια του περί συστάσεως αυτού Β.Δ/τος, μετά σύμφωνον γνώμην της ολομελείας του αρμοδίου Πρωτοδικείου. Διακρίσεις των Υποθηκοφυλακείων και διεύθυνσις αυτών Για τα Υποθηκοφυλακεία, Υποθηκοφύλακες και το προσωπικό των Υποθηκοφυλακείων βλέπε και άρθρ. 20 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), κατωτ. αριθ. 87. άρθρ. 39 και 40 ως προσόν δια τον εν τη αξιουμένη θέσει διορισμόν. Αναδιορισμός Άρθρ.17.-Ο αναδιορισμός εις θέσιν εν ειδικώ Υποθηκοφυλακείω επιτρέπεται μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου της Δικαιοσύνης, εφ’ όσον ο διοριστέος δεν συνεπλήρωσε το κατά το άρθρ. 19 καθοριζόμενον όριον ηλικίας, έχει δε τα κατά τον χρόνον του αναδιορισμού νόμιμα προσόντα και δεν υπάρχουσι τα κατά το άρθρ. 16 κωλύματα. Παραίτησις Άρθρ.18.-1.Οι υπάλληλοι των ειδικών Υποθηκοφυλακείων δικαιούνται να παραιτηθώσιν. Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως εις το Υπουργείον της Δικαιοσύνης, γίνεται δε υποχρεωτικώς δεκτή εντός τριών μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της, δια Β.Δ/τος μεν προκειμένου περί Υποθηκοφυλάκων εν γένει ή περί υπαλλήλων των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων από της θέσεως του γραμματέως και άνω, δια πράξεως δε του Υπουργού προκειμένου περί του λοιπού Σελ. 490 προσωπικού των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων. Εάν η αποδοχή της παραιτήσεως δεν κοινοποιηθή δι’ οιονδήποτε λόγον μέχρι της εικοστής ημέρας από της δημοσιεύσεως αυτής ή εάν παρέλθη το κατά τ’ ανωτέρω τρίμηνον χωρίς να δημοσιευθή το περί αποδοχής της παραιτήσεως Δ/μα, ο παραιτηθείς υπάλληλος παύει από της εκπνοής των ανωτέρω προθεσμιών να εκτελή τα καθήκοντα αυτού, θεωρουμένης ως κοινοποιηθείσης της παραιτήσεώς του την τελευταίαν ημέραν του εικοσαημέρου ή του τριμήνου, παραδίδει δε την υπηρεσίαν αυτού εις τον νόμιμον αναπληρωτήν του. 2.Ανάκλησις υποβληθείσης παραιτήσεως γίνεται δεκτή, εφ’ όσον η περί ανακλήσεως αίτησις ήθελεν επιδοθή εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης προ της δημοσιεύσεως του περί αποδοχής της παραιτήσεως Δ/τος. Αποχώρησις ένεκα ορίου ηλικίας Άρθρ.19.-1.Οι διευθυνταί εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και οι λοιποί ειδικοί Υποθηκοφύλακες έμμισθοι ή άμισθοι, αποχωρούσιν υποχρεωτικώς της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει του 70ού έτους της ηλικίας των, οι δε λοιποί υπάλληλοι των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους. 2.Η ηλικία πάντων των υπαλλήλων των ειδικών εμμίσθων ή αμίσθων Υποθηκοφυλακείων, αποδεικνύεται δια της ληξιαρχικής πράξεως της γεννήσεως αυτών, εφ’ όσον αύτη έχει συνταχθή κατά το έτος της γεννήσεως, άλλως εκ του μητρώου των αρρένων. 3.Αι περί βεβαιώσεως του χρόνου της γεννήσεως και περί διορθώσεως ληξιαρχικών πράξεων δικαστικαί αποφάσεις δύνανται να ληφθώσιν υπ’ όψιν μόνον εφ’ όσον ούτε ληξιαρχική πράξις γεννήσεως κατά τα άνω συνταχθείσα υφίσταται, ούτε εγγραφή εις το μητρώον των αρρένων. Αποχώρησις ένεκα σωματικής κλπ. ανικανότητος Άρθρ.20.-Εάν τις των υπαλλήλων των ειδικών Υποθηκοφυλακείων καταστή προ της συμπληρώσεως του κατά το άρθρ. 19 ορίου ηλικίας, ανίκανος προς προσήκουσαν εκπλήρωσιν των καθηκόντων του ένεκα νόσου ή εξασθενήσεως του σώματος ή του νου και η ανικανότης αύτη διήρκεσε ή μέλλει να διαρκέση πλέον του έτους, αποχωρεί υποχρεωτικώς της υπηρεσίας. 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων Έκπτωσις εκ της υπηρεσίας Άρθρ.21.-1.Πας υπάλληλος ειδικού Υποθηκοφυλακείου εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας από της ημέρας καθ’ ην κατέστη αμετάκλητος καταδίκη αυτού: α)εις ποινήν εγκληματικήν και β)εις ποινήν επανορθωτικήν οιανδήποτε επί κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη, απιστία, δωροδοκία, καταπιέσει, πλαστογραφία, ψευδορκία, ψευδεί καταμηνύσει, συκοφαντική δυσφημήσει, παραβάσει καθηκοντος ή επί αδικήματι αφορώντι τα νομίσματα ή προσβάλλοντι τα χρηστά ήθη. 2.Το Υπουργείον της Δικαιοσύνης δημοσιεύει αμελλητί εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως περίληψιν εμφαίνουσαν τον αριθμόν και χρονολογίαν της καταδικαστικής αποφάσεως, το εκδόν ταύτην δικαστήριον, το ονοματεπώνυμον του εκπεσόντος υπαλλήλου, την θέσιν εξ ης η έκπτωσις, την αιτίαν της εκπτώσεως και την ημερομηνίαν αφ’ ης αύτη συνετελέσθη κατά τα άνω. Δυνητική παύσις Άρθρ.22.-1.Δύναται να παυθή της υπηρεσίας υπάλληλος ειδικού υποθηκοφυλακείου α)αν κατεδικάσθη επί πταίσματι προσβάλλοντι τα ήθη ή υπεβλήθη δια δικαστικής αποφάσεως εις αστυνομικήν επιτήρησιν, β)εάν εκ δικαστικών αποφάσεων ή εκ παραβάσεων ή παραλείψεων αυτού, διαπιστουμένων εκ των γενομένων επιθεωρήσεων ή οπωσδήποτε άλλως, αποδεικνύεται ανεπάρκεια αυτού προς προσήκουσαν εκπλήρωσιν των καθηκόντων του. γ)«Εάν κατεδικάσθη οριστικώς εις πειθαρχικήν ποινήν προσωρινής παύσεως δύο τουλάχιστον μηνών ή εις δύο εντός πενταετίας πειθαρχικάς ποινάς, εκ των οποίων η ετέρα τουλάχιστον να είναι πρόστιμον εκατόν χιλιάδων δραχμών ή προσωρινής παύσεως κατωτέρας των δύο μηνών, ή εις τρεις οιασδήποτε πειθαρχικάς ποινάς επιβληθείσας εντός πενταετίας, εξ ων αι δύο είναι τουλάχιστον προστίμου». Η περίπτ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 παράγρ. 4 του Ν.Δ. 616/1948 (6.Αη.24). δ)Εάν αδικαιολογήτως απουσιάσει επί τριάκοντα συνεχείς ημέρας εκ της θέσεως αυτού, ε)εάν δια την εκτέλεσιν των καθηκόντων του απεδέχθη δώρα ή αμοιβήν υπό οιονδήποτε πρόσχημα, εξαιρουμένων δια τους αμίσθους υποθηκοφύλακας των δι’ αυτούς κεκανονισμένων υπό του νόμου δικαιωμάτων. Άρθρ.23.-1.Αρμόδιον δικαστήριον όπως αποφανθή περί της κατά το άρθρ. 20 υποχρεωτικής αποχωρήσεως ή της κατά το άρθρ. 22 δυνητικής παύσεως των υπαλλήλων των ειδικών υποθηκοφυλακείων είναι το κατά τόπον αρμόδιον Δικαστήριον των Εφετών. 2.Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης οφείλει, άμα ως ήθελε βεβαιωθεί ότι συντρέχει περίπτωσις υποχρεωτικής αποχωρήσεως ή δυνητικής παύσεως τινός των ως άνω υπαλλήλων, κατά το άρθρ. 20 και 22 να προκαλέση δια του αρμοδίου Εισαγγελέως απόφασιν του κατά την προηγουμένην παράγραφον δικαστηρίου. Οι αρμόδιοι Εισαγγελείς υποχρεούνται, άμα ως βεβαιωθώσιν ότι συντρέχει τοιαύτη περίπτωσις περί τινος των εν τη περιφερεία αυτών τοιούτων υπαλλήλων, ν’ αναφέρωσι τούτο εις τον Υπουργόν της Δικαιοσύνης, οφείλοντα να ενεργήση ως άνω. 3.Η κατά το άρθρ. 20 υποχρεωτική αποχώρησις δύναται να προκληθή και υπ’ αυτού του ιδίου υπαλλήλου δι’ αιτήσεως αυτού προς τον Υπουργόν της Δικαιοσύνης, οφείλοντα να διαβιβάση αυτήν προς τον αρμόδιον Εισαγγελέα. Άρθρ.24.-Ο Εισαγγελεύς του κατά το προηγούμενον άρθρον αρμοδίου δικαστηρίου άμα ως λάβη την σχετικήν εντολήν του Υπουργού της Δικαιοσύνης, οφείλει να αιτήσηται παρά του αρμοδίου προέδρου τον διορισμόν ενός των μελών του δικαστηρίου προς ενέργειαν ειδικής επιθεωρήσεως της υπηρεσίας του περί ου πρόκειται υπαλλήλου και προς βεβαίωσιν εάν συντρέχη ή όχι περίπτωσις υποχρεωτικής αποχωρήσεως ή δυνητικής παύσεως αυτού. Ο διορισθησόμενος επιθεωρητής συλλέγει προς τούτο όλας τας αναγκαίας αποδείξεις, δυνάμενος και μάρτυρας να εξετάζη ενόρκως κατά τας διατάξεις της Ποιν. Δικονομίας να διορίζη πραγματογνώμονας, να ζητή παρά του κρινομένου προφορικάς ή εγγράφους εξηγήσεις, ποιούμενος μνείαν τούτων εν τη εκθέσει ή της τυχόν αρνήσεως της χορηγήσεως αυτών. Προσλαμβάνει δε προς ενέργειαν των ανωτέρω πράξεων ένα των υπηρετούντων παρ’ ω διατελεί δικαστηρίω δικαστικών γραμματέων ή υπογραμματέων. Ο αρμόδιος εισαγγελεύς δικαιούται να παρίσταται εις πάσας τας ανωτέρω πράξεις προτείνων την εξέτασιν ωρισμένων μαρτύρων και υποβάλλων ερωτήσεις εις τους εξεταζομένους. ΄Αρθρ.3.-1.Τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα. 2.Ονομάζονται ειδικά Υποθηκοφυλακεία τα διευθυνόμενα υπό διοριζομένου ειδικού Υποθηκοφύλακος. Τοιαύτα είναι πάντα τα έμμισθα και τα εν έδραις Ειρηνοδικείων συνεστώτα ή συνιστώμενα κατά τους όρους του παρόντος νόμου ειδικά άμισθα. Σελ. 484(α) Τεύχος 1179-Σελ. 72 3.Εις ας έδρας Ειρηνοδικείων δεν υφίσταται ειδικόν Υποθηκοφυλακείον η υπηρεσία τούτου εκτελείται υπό του εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου Συμβολαιογράφου. Υπαρχόντων πλειόνων εν τη έδρα ταύτη συμβολαιογράφων η υπηρεσία του Υποθηκοφυλακείου ανατίθεται εις ένα τούτων δια Β.Δ., μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της ολομελείας του αρμοδίου Πρωτοδικείου, προτιμωμένου του έχοντος άδειαν του δικηγορείν από του στερουμένου τοιαύτης. Μη υπάρχοντος δε συμβολαιογράφου, η υπηρεσία του Υποθηκοφυλακείου εκτελείται υπό του συμβολαιογραφούντος ειρηνοδίκου. 4.Εις τας έξω της έδρας του Ειρηνοδικείου δια διαιρέσεως της περιφερείας τούτου, κατά το άρθρ. 6 παρ. 2 και 3 προκύπτοντα Υποθηκοφυλακεία, τα έργα του υποθηκοφύλακος εκτελεί ο εν τη έδρα εκάστου τοιούτου υποθηκοφυλακείου συμβολαιογράφος, επί πλειόνων δε συμβολαιογράφων εν τη έδρα ταύτη ο δια Β.Δ. κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου οριζόμενος εκ τούτων. Περιπτώσεις εξαιρέσεως του υποθηκοφύλακος Άρθρ.25.-Ο κατά το προηγούμενον άρθρον επιθεωρητης υποβάλλει εντός 2 μηνών το βραδύτερον έκθεσιν προς το δικαστήριον διαλαμβάνουσαν εμπεριστατωμένως τα βεβαιωθέντα πραγματικά περιστατικά και την εκ τούτων ητιολογημένως μορφωθείσαν γνώμην αυτού. (Αντί της σελ. 491) Σελ. 491(α) Τεύχος 649-Σελ. 95 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 Ο πρόεδρος του δικαστηρίου εντός 15 ημερών από της υποβολής της εκθέσεως ορίζει δικάσιμον περί ης ειδοποιεί τον εισαγγελέα, ούτος δε καλεί εγκαίρως τον κρινόμενον, ίνα παραστή κατά την δίκην και απολογηθή. Η σχετική κλήσις επιδίδεται 15 το ολιγότερον ημέρας προ της δικασίμου. Ο τε εισαγγελεύς και ο κρινόμενος δικαιούνται άμα τη υποβολή της εκθέσεως να λάβωσι γνώσιν αυτής. Άρθρ.26.-1.Το αρμόδιον κατά τα άνω δικαστήριον εν δημοσία συνεδριάσει, αφού ακούση τον εισαγγελέα και τον κρινόμενον, αποφασίζει, εάν συντρέχη περίπτωσις υποχρεωτικής αποχωρήσεως ή δυνητικής παύσεως. Εάν γεννηθώσιν αμφιβολίαι, δύναται το δικαστήριον να διατάξη την διεξαγωγήν νέων αποδείξεων είτε ενώπιον αυτού είτε ενώπιον μελών αυτού, τάσσον συνάμα και ωρισμένην προς τούτο προθεσμίαν. 2.Η απόφασις πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως ητιολογημένη ως προς όλα τα σημεία, δι’ α εζητήθη η υποχρεωτική αποχώρησις ή η παύσις του υποθηκοφύλακος. 3.Οι εν τη Πολ. Δικονομία αναφερόμενοι λόγοι εξαιρέσεως εφαρμόζονται και επί των μελών του κατά το άρθρ. 23 δικαστηρίου. Η αίτησις εξαιρέσεως υποβάλλεται εγγράφως είτε παρά μέλους του δικαστηρίου επιδιώκοντος την εξαίρεσιν εαυτού, είτε υπό του κρινομένου. Επί τούτοις αποφασίζει το Δικαστήριον, εφαρμοζομένης της κατά την Πολ. Δικονομίαν διαδικασίας. Άρθρ.27.-Νομίμως εισαχθέντος προς παύσιν υπαλλήλου τινός ειδικού υποθηκοφυλακείου, γίνεται υπό του δικαστηρίου και γενικώτερα ητιολογημένη εκτίμησις της καθ’ όλου υπηρεσίας και χρησιμότητας αυτού εν τη υπηρεσία. Άρθρ.28.-Η απόφασις του δικαστηρίου υποβάλλεται δια του εισαγγελέως εις τον Υπουργόν της Δικαιοσύνης, ο οποίος εντός μηνός υποχρεούται να προκαλέση το περί υποχρεωτικής αποχωρήσεως ή παύσεως Διάταγμα. Άρθρ.29.-Υπαρχούσης περιπτώσεως αποχωρήσεως υπαλλήλου ειδικού υποθηκοφυλακείου, λόγω υπερβάσεως του ορίου ηλικίας ο Υπουργός της Δικαιοσύνης οφείλει εντός μηνός να προκαλέση το σχετικόν Διάταγμα. Άρθρ.30.-Εις τας περιπτώσεις των άρθρ. 28 και 29 μετά παρέλευσιν 20 ημερών από της δημοσιεύσεως, του Δ/τος θεωρείται απολυθείς ο εις ον αφορά τούτο υπάλληλος και αν δεν εκοινοποιήθη αυτώ το σχετικόν έγγραφον. Σελ. 492(α) Τεύχος 649-Σελ. 96 Άδεια απουσίας κανονική Άρθρ.31.-(Τροποποιηθέν δια του άρθρ. 4 Νόμ. 2224/1952, κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57). Άρθρ.32.-Άμα τη προκηρύξει βουλευτικών, γερουσιαστικών, δημοτικών ή κοινοτικών εκλογών δεν επιτρέπεται χορήγησις κανονικής αδείας. Αι τυχόν πρότερον χορηγημέναι τοιαύται άδεια θεωρούνται αυτοδικαίως ανακληθείσαι, υποχρεουμένων των διατελούντων εν αδεία να επανέλθωσι το ταχύτερον εις τας θέσεις των άνευ ειδοποιήσεώς τινος. 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων Άδεια αναρρωτική Άρθρ.33.-1.Εις τους υπαλλήλους των ειδικών υποθηκοφυλακείων απέχοντας της εκτελέσεως των καθηκόντων των ένεκα νόσου δύναται τη αιτήσει των, να χορηγηθή υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης αναρρωτική άδεια μέχρις έξ μηνών εντός έτους και μετ’ αποδοχών προκειμένου περί υπαλλήλων εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, ανά τρίμηνον το πολύ χρονικόν διάστημα. Η αναρρωτική άδεια του πρώτου τριμήνου χορηγείται επί τη βάσει υπευθύνου εκθέσεως δύο ιατρών πολιτικών υπαλλήλων ή στρατιωτικών, ελλείψει δε τοιούτων επί τη βάσει ενόρκου εκθέσεως δύο ιδιωτικών ιατρών ενώπιον του ειρηνοδικείου δημοσία συνεδριάζοντος. Οι ιατροί ορίζονται υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης δια τους εν Αθήναις και Πειραιεί, δια δε τους λοιπούς υπό του Εισαγγελέως, εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγεται ο ζητών την άδειαν. Εν τη ως άνω ιατρική εκθέσει αναγράφεται λεπτομερώς το είδος της νόσου και ο πιθανός απαιτηθησόμενος χρόνος προς ίασιν και ανάρρωσιν. 2.Η δια το δεύτερον τρίμηνον αναρρωτική άδεια χορηγείται επί τη γνωμοδοτήσει των αυτών ως άνω ιατρών, επί πλέον δε και ενός καθηγητού της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου ή ανωτέρου υγειονομικού υπαλλήλου ή στρατιωτικού ιατρού οριζομένου υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης. 3.Εν περιπτώσει παρατάσεως της ασθενείας του πέραν του εξαμήνου παραπέμπεται ο υπάλληλος εις επιτροπήν αποτελουμένην εκ του Γενικού Γραμματέως ή ενός των Διευθυντών του Υπουργείου της Δικαιοσύνης και δύο καθηγητών της ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ή ανωτέρων υγειονομικών υπαλλήλων ή αξιωματικών, οριζομένων υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης, ήτις αποφαίνεται οριστικώς είτε περί της ανάγκης της περαιτέρω νοσηλείας, ότε παρέχεται τω πάσχοντι αναρρωτική άδεια μέχρις ετέρων έξ μηνών το πολύ και άνευ αποδοχών προκειμένου περί υπαλλήλων εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, είτε περί πλήρους ανικανότητος προς περαιτέρω εκτέλεσιν των υπηρεσιακών αυτού καθηκόντων ότε ο Υπουργός της Δικαιοσύνης παραπέμπει τον σχετικόν φάκελλον προς τον κατά το άρθρ. 23 του παρόντος εισαγγελέα προς εφαρμογήν της κατά το άρθρ. 24 επ. του παρόντος διαδικασίας. 4.Εις τον λαβόντα ετησίαν εν όλω κατά τ’ ανωτέρω αναρρωτικήν άδειαν δεν δύναται να χορηγηθή νέα τοιαύτη λόγω ασθενείας ή μόνον μέχρι τριών μηνών εντός της μετά την λήξιν της ενιαυσίας αδείας ακολουθούσης πενταετίας και μόνον μετά την πάροδον έτους τουλάχιστον από της λήξεως της κατά το άνω ενιαυσίας. 5.Ανάκλησις της χορηγηθείσης αναρρωτικής αδείας επιτρέπεται μόνον κατόπιν επανεξετάσεως της υγείας του λαβόντος ταύτην, προκαλουμένης υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης και ενεργουμένης υπό τριμελούς επιτροπής εκ καθηγητών της ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ή άλλων ανωτέρων υγειονομικών υπαλλήλων ή αξιωματικών οριζομένων υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης και εφ’ όσον ήθελε βεβαιωθή υπό της επιτροπής ταύτης η ανάκτησις της υγείας αυτού. Της κατά την παράγραφον ταύτην επιτροπής δεν μετέχουσιν οι υπέρ της χορηγήσεως της αδείας κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου γνωμοδοτήσαντες. Άρθρ.4.-Ο υποθηκοφύλαξ δεν δύναται να ενεργήση πράξεις αφορώσας εαυτόν ή την σύζυγον αυτού, ή τους εξ αίματος συγγενείς αυτού κατ’ ευθείαν μεν γραμμήν απεριορίστως, εκ πλαγίου δε μέχρι δευτέρου βαθμού, επί ποινή ακυρότητος της πράξεως. Αναπλήρωσις του Υποθηκοφύλακος Άρθρ.34.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Επιθεώρησις των Υποθηκοφυλακείων Πειθαρχική εξουσία επί υπαλλήλων αυτών Άρθρ.35.-1.Η κατά τους κειμένους νόμους εποπτεία και επιθεώρησις των υποθηκοφυλακείων εν γένει του Κράτους ανήκει εις τους οικείους παρά πρωτοδίκαις Εισαγγελείς, ασκούντας και επί του προσωπικού των υποθηκοφυλακείων πάντα τα εκ του άρθρ. 96 και επ. του Οργανισμού των δικαστηρίων και λοιπών νόμων παρεχόμενα αυτοίς σχετικά δικαιώματα και ενεργούντας την ενώπιον του οικείου δικαστικού συμβουλίου πειθαρχικήν δίωξιν δια πάσαν κατά τον οργανισμόν των δικαστηρίων ή κατ’ άλλην ειδικήν διάταξιν του παρόντος ή άλλου νόμου πειθαρχικώς κολαστέαν παράβασιν του ειρημένου προσωπικού. Ως προς την πειθαρχικήν διαδικασίαν και τας πειθαρχικάς ποινάς εφαρμόζονται επίσης αι διατάξεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων, ως ετροποποιήθησαν. 2.Εξαιρετικώς δια τα έμμισθα υποθηκοφυλακεία τα διευθυνόμενα υπό Διευθυντού προερχομένου εκ θέσεως εφέτου ή αντεισαγγελέως εφετών και άνω, η επιθεώρησις και η εν γένει εποπτεία αυτών γίνεται υπό του οικείου παρ’ εφέταις εισαγγελέως, η δε πειθαρχική δίωξις του τοιούτου Διευθυντού γίνεται ενώπιον του δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. ΄Αρθρ.36.-Ο διευθύνων έμμισθον υποθηκοφυλακείον έχει ως προς το προσωπικόν του υπ’ αυτόν υποθηκοφυλακείου το δικαίωμα 1)να δίδη οδηγίας, 2)να προσδιορίζη προθεσμίας προς εκτέλεσιν των διδομένων οδηγιών ή διαταγών και πάσης εν γένει υπηρεσιακής ενεργείας, 3)να τους (Αντί της σελ. 493(β) Σελ. 493(γ) Τεύχος 649-Σελ. 97 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 διατάσση να διέπουν πρεπόντως το έργον των αν ολιγώρως έχωσι προς τούτο ή άλλως το αποποιούνται, 4) «να επιβάλλη εις αυτούς τας πειθαρχικάς ποινάς της επιπλήξεως και προστίμου μέχρι δρχ. 6.000 μετά προηγουμένην πρόσκλησιν εις απολογίαν. Δια βαρύτερα πειθαρχικά παραπτώματα η ποινή ε πιβάλλεται παρά αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τας σχετικάς διατάξεις του Οργανισμού των δικαστηρίων. Η πειθαρχική ποινή της επιπλήξεως επιβάλλεται ανεκκλήτως». Η περίπτ. 4 του άρθρου τούτου αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 3 παρ. 4 του Ν.Δ. 616 της 17/19 Απρ. 1948 (6.Αη.24). Ειδικαί πειθαρχικαί περιπτώσεις Άρθρ.37.-Με πειθαρχικήν ποινήν ουχί μικροτέραν της προσωρινής παύσεως, επιφυλασσομένων των υπό του ποινικού νόμου επιβαλλομένων ποινών οσάκις υπάρχει περίπτωσις, τιμωρείται πας υπάλληλος υποθηκοφυλακείου, όστις υποπέση εις ουσιώδη παράλειψιν κατά την εγγραφήν υποθήκης ή προσημειώσεως καθιστώσαν άκυρον την εγγραφήν, β)ενεργήση εξάλειψιν υποθήκης ή προσημειώσεως άνευ των νομίμων προϋποθέσεων, γ)καταρτίση εσφαλμένον πιστοποιητικόν, ιδία δε παραλείψη εις πιστοποιητικόν βαρών την αναγραφήν υφισταμένης υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως, δ)παραλείψη την καταχώρησιν πράξεως εις ους πρέπει να καταχωρισθή τόμους ή ευρετήρια πάντας ή τινάς, ε)δεν ενεργήση τας περί των μεταγραφεισών πράξεων εγγραφάς εις τας οικείας μερίδας. Ειδικαί ποινικαί διατάξεις Άρθρ.38.-Με φυλάκισιν μέχρι έξ μηνών και με χρηματικήν ποινήν μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών ή με την ετέραν των ποινών τούτων τιμωρείται πας υπάλληλος εμμίσθου υποθηκοφυλακείου όστις υπό οιονδήποτε πρόσχημα δέχεται δώρα ή αμοιβήν οιανδήποτε δια την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτού ή την προτίμησιν νομίμου ενεργείας αυτού υπέρ ωρισμένου προσώπου. Η επί τη παραβάσει ταύτη καταδίκη συνεπάγεται αυτοδικαίως τας κατά τα άρθρ. 21 και 16 παρ. δ΄ συνεπείας. Με τας αυτάς ως άνω ποινάς, ων το ανώτατον όριον μειούται εις το ήμισυ, τιμωρούνται και οι καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεσολαβήσαντες δια την χορήγησιν των δώρων τούτων, ή αμοιβών. Η ιδιότης τούτων ως συμβολαιογράφων ή δικηγόρων ή υπαλλήλων τούτων αποτελεί επιβαρυντικήν αιτίαν. Ο αμέσως ή εμμέσως χορηγήσας τοιαύτα δώρα ή αμοιβάς παραμένει ανέγκλητος. Σελ. 494(γ) Τεύχος 649-Σελ. 98 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Προσόντα διορισμού και προαγωγής υπαλλήλων Υποθηκοφυλακείων Προσόντα ειδικού αμίσθου υποθηκοφύλακος Άρθρ.39.-1.Ειδικός άμισθος υποθηκοφύλαξ διορίζεται ο συμπληρώσας, το 25ον έτος της ηλικίας του βεβαιουμένης δια ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, εφ’ όσον υπάρχει τοιαύτη συνταχθείσα κατά το έτος της γεννήσεως, ή άλλως εκ του μητρώου των αρρένων και έχων εν των επομένων προσόντων. α)Διετή δικηγορικήν υπηρεσίαν προκειμένου περί θέσεως εν έδρα Πρωτοδικείου, ή άδειαν του δικηγορείν προκειμένου περί θέσεως εκτός έδρας Πρωτοδικείου. β)Υπηρεσίαν εν δικαστική θέσει από ειρηνοδίκου και άνω μετά πτυχίου νομικής. γ)Υπηρεσίαν εν θέσει συμβολαιογράφου ή ειδικού υποθηκοφύλακος εξαετή μετά πτυχίου νομικής. δ)«Πτυχίου Νομικής και υπηρεσίαν τριετή εις θέσιν υπαλλήλου επί βαθμώ τουλάχιστον 5ω εκ των εν άρθρ. 17 και 18 Κλάδου Διοικητικού, του υπ’ αριθ. 5 από 2 Ιαν. 1961 Β.Δ/τος «περί οργανώσεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης», ή πτυχίον νομικής και υπηρεσίαν διετή εις θέσιν γραμματέως εν εμμίσθω υποθηκοφυλακείω». Η περίπτ. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 άρθρ. 13 Ν.Δ. 4189/1961 (ανωτ. σελ. 390,09). Βλέπε όμως και άρθρ. 21 Ν.Δ. 4201/1961 (κατωτ. αριθ. 33). Εις την παράγρ. 1 είχε γίνει προσθήκη δια του Α.Ν. 912/1946 (6.Εα.15), ήτις όμως αντικατεστάθη δια του Ν.Δ. 612/1948 (6.Εα.17) δι’ ου προστίθεται περίοδος εις το άρθρ. 1 παρ. 1 Δ. 23/26 Ιουλ. 1941 περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί Συμβολαιογράφων (6.Εα.10). 2.Η διάταξις της παρ. 2 του άρθρ. 19 εφαρμόζεται και επί βεβαιώσεως της ηλικίας των διοριζομένων. (Βλ. και άρθρ. 21 Νόμ. 3680/1957, κατωτ. αριθ. 30). 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων ΄Αρθρ.40.-1.Εις την θέσιν Διευθυντού Υποθηκοφυλακείου (Αθηνών ή Θεσσαλονίκης) διορίζεται μετά γνωμοδότησιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης ο υπηρετήσας εν Υποθηκοφυλακείω επί εξαετίαν εν θέσει Διευθυντού α΄ ή β΄ τάξεως ή ο υπηρετήσας επί δεκαετίαν ως υποθηκοφύλαξ α΄ τάξεως κεκτημένος δε πάντως πτυχίον Νομικής ή αποσπάται εις την θέσιν του Διευθυντού του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών ανώτερος δικαστικός λειτουργός συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 62 του παρόντος. 2-8.(Αντικατεστάθησαν δια του άρθρ. 5 Νόμ. 2224/1952, τούτο δε δια του άρθρ. 19 Ν.Δ. 4201/1961. Το άρθρ. 19 τούτο κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57) 9.Γραφεύς ή ταξιθέτης ή δακτυλογράφος α΄ τάξεως προβιβάζεται ο επί διετίαν, επιτρεπομένου προς συμπλήρωσιν ταύτης του συνυπολογισμού και του χρόνου της εκτάκτου υπηρεσίας, ουχί όμως πέραν του έτους, υπηρετήσας ως γραφεύς ή ταξιθέτης ή δακτυλογράφος β΄ τάξεως. 10.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ.724/1977, κατωτ. αριθ. 57). 11.Δακτυλογράφος διορίζεται η επιτυχούσα εν διαγωνισμώ. Ως προς τα προσόντα και ως προς τας λεπτομερείας του διαγωνισμού εφαρμόζονται τα περί δακτυλογράφων του Υπουργείου της Δικαιοσύνης εκάστοτε ισχύοντα. 12.Κλητήρ β΄ ή γ΄ τάξεως διορίζεται δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης ο έχων απολυτήριον δημοτικού σχολείου. Οι κλητήρες προάγονται από τάξεως εις τάξιν, μετά πάροδον έτους τουλάχιστον και εφ’ όσον υπάρχει κενή οργανική θέσις ανωτέρα της ην κατέχουσι τάξεως. Η προαγωγή καθώς και η απόλυσις αυτών, γίνεται μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 13.Διορισμός προσώπου έξωθεν λαμβανομένου εις ανωτέραν του εισηγητού θέσιν εν Υποθηκοφυλακείω, δύναται να γίνη μόνον εάν δεν υπάρχη εν τω αυτώ ή και άλλω Υποθηκοφυλακείω υπάλληλος εν ενεργεία, έχων τα νόμιμα προσόντα και κρινόμενος άξιος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου της Δικαιοσύνης, ίνα προβιβασθή εις τοιαύτην κενήν θέσιν. 14.Η ηλικία των κατά το παρόν άρθρον διοριζομένων βεβαιούται κατά τον εν άρθρ. 19 παρ. 2 τρόπον. ΄Αρθρ.41.-1.Το προσωπικόν των εκ μετατροπής κατά την παρ. 1 του άρθρ. 9 προερχομένων εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων συγκροτείται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 13 παρ. 2 εδαφ. γ΄ του παρόντος νόμου. 2.Εις έκαστον τοιούτον Υποθηκοφυλακείον διορίζονται έμμισθος μεν υποθηκοφύλαξ ο τέως άμισθος παρ’ αυτώ τοιούτος, γραμματεύς δε ή εισηγητής και γραφείς οι εκ των λοιπών υπηρετούντων τέως παρ’ αυτώ καταλληλότεροι και ικανώτεροι και ανεπιλήπτως υπηρετήσαντες υπάλληλοι, κατά πρότασιν του υποθηκοφύλακος. Ο διορισμός του μεν υποθηκοφύλακος, εισηγητού ή γραμματέως, γίνεται δια Β.Δ/τος, των δε γραφέων δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης και αν δεν έχωσι πάντες ούτοι τα κατά τας διατάξεις του παρόντος προσόντα της θέσεως, εις ην διορίζονται. Η δε περί των διοριστέων πρότασις υποβάλλεται υπό του υποθηκοφύλακος εντός μηνός από της ισχύος του παρόντος. ΄Ορκον υπηρεσίας ομνύουσιν οι μη ομόσαντες τοιούτον εν τω παρελθόντι ως άμισθοι. 3.Μετά την κατά τα άνω αρχικήν συγκρότησιν του προσωπικού αι εφεξής κενούμεναι θέσεις πληρούνται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 40 του παρόντος. ΄Αρθρ.5.-1.Τον ειδικόν άμισθον υποθηκοφύλακα, ή τον έργα υποθηκοφύλακος εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου εκτελούντα συμβολαιογράφον απόντα ή κωλυόμενον εξ οιουδήποτε λόγου αναπληροί εις των εν τη αυτή έδρα συμβολαιογράφων οριζόμενος υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών μετά πρότασιν του υποθηκοφύλακος μη υποχρεωτικήν, μη υπάρχοντος δε συμβολαιογράφου ο συμβολαιογραφών Ειρηνοδίκης. 2.Τον εκτός της έδρας του Ειρηνοδικείου συμβολαιογράφον υποθηκοφύλακα απόντα ή κωλυόμενον ως άνω αναπληροί ο υπό του Προέδρου των πρωτοδικών οριζόμενος ως άνω εν τη έδρα συμβολαιογράφος, μη υπάρχοντος δε συμβολαιογράφου αυτόθι, ο εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου ασκών χρέη υποθηκοφύλακος. 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 3.Εκ των κατά τον χρόνον της κατά τας προηγουμένας παραγράφους αναπληρώσεως δικαιωμάτων, ο αναπληρωτής λαμβάνει το ήμισυ, αποδίδον το έτερον ήμισυ εις τον αναπληρούμενον, εκτός της περιπτώσεως καθ’ ην η αναπλήρωσις γίνεται λόγω νομίμου εξαιρέσεως του Υποθηκοφύλακος ή λόγω πειθαρχικής προσωρινής παύσεως αυτού ή προσωρινής παύσεως επερχομένης συνεπεία εντάλματος συλλήψεως ή φυλακίσεως ή παραπεμπτικού βουλεύματος, οπότε ουδέν λαμβάνει ο αναπληρούμενος. «4.Εν περιπτώσει οριστικής εκ της υπηρεσίας αποχωρήσεως ή θανάτου του ειδικού αμίσθου Υποθηκοφύλακος ή του τοιαύτα έργα εκτελούντος Συμβολαιογράφου, τα έργα του Υποθηκοφύλακος, υπαρχόντων εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου πλειόνων Συμβολαιογράφων, ανατίθενται προσωρινώς και μέχρι διορισμού κατά το άρθρ. 39 του παρόντος ειδικού αμίσθου Υποθηκοφύλακος εις ένα τούτων δια Δ/τος μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της ολομελείας του αρμοδίου Πρωτοδικείου, προτιμωμένου του έχοντος άδειαν του δικηγορείν από του στερουμένου τοιαύτης. Μέχρι της τοιαύτης αναθέσεως τα έργα του Υποθηκοφύλακος εκτελεί ο εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου αρχαιότερος συμβολαιογράφος ή μη υπάρχοντος τούτου ο εν τη αυτή έδρα ασκών χρέη συμβολαιογράφου». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του ΄Αρθρ.42.-1.Ο χρόνος υπηρεσίας ο διανυθείς εν θέσει ανήκουση εις την κατά το άρθρ. 16 του Ν.Δ. της 15/16 Οκτ. 1923 «έκτακτον υπηρεσίαν» του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών θεωρείται δια τους νομιμοποιηθέντας ύστερον τοιούτους εκτάκτους υπαλλήλους ως διανυθείς εν τη αντιστοίχω οργανική θέσει του Υποθηκοφυλακείου προς ην είχεν ορισθή εξομοίωσις ως προς τας αποδοχάς, προσμετρείται δ’ ούτω ο ρηθείς χρόνος δια την νόμιμον προσαύξησιν του μισθού και δια την προαγωγήν. 2.Η εν τοις τέως αμίσθοις Υποθηκοφυλακείοις προϋπηρεσία των κατά το άρθρ. 41 διοριζομένων υπαλλήλων εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας και προσμετρείται δια την νόμιμον προσαύξησιν του μισθού αυτών. 3.Η αναγνώρισις των κατά τας προηγουμένας παραγράφους υπηρεσιών γίνεται μετά προηγουμένην υπεύθυνον βεβαίωσιν του υποθηκοφύλακος παρ’ ω υπηρέτησαν δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. Η προς τούτο αίτησις των ενδιαφερομένων υπαλλήλων υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους, αρχομένης εν μεν τη περιπτώσει της παρ. 1 από της ισχύος του παρόντος, εις δε τας περιπτώσεις της παρ. 2 από του διορισμού των υπαλλήλων ως εμμίσθων. 4.Αι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται από της ισχύος του παρόντος και δια τους εξ υπαλλήλων του πρώην αμίσθου Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς διορισθέντας εμμίσθους παρά τω αυτώ Υποθηκοφυλακείω, μετά την μετατροπήν του εις έμμισθον. ΄Αρθρ.43.-(Καταργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57). (Αντί των σελ. 495 (β)-496,01) Σελ. 495(γ) Τεύχος 649-Σελ. 99 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 ΄Αρθρ.44.-«1.Οι κατά το άρθρ. 39 και επόμενα διορισμοί, πλην των δια διαγωνισμού τοιούτων, αι προαγωγαί και αι μετατάξεις γίνονται μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά γνώμην, προκειμένων προαγωγών και μετατάξεων του αρμοδίου Διευθυντού Υποθηκοφυλακείου ή Υποθηκοφύλακος. 2.Του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου της Δικαιοσύνης μετέχει ως τακτικόν μέλος μετά ψήφου ο Διευθυντής της Διευθύνσεως Συμβολαιογραφείων, Υποθηκοφυλακείων και Ληξιαρχείων του Υπουργείου της Δικαιοσύνης». Το άρθρ. 44 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 του Ν. 2224/1952. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Εσωτερική υπηρεσία εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων Διαίρεσις υπηρεσίας ΄Αρθρ.45.-1.Η υπηρεσία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών διαιρείται εις τα εξής τμήματα: α)υποθηκών, προσημειώσεων, κατασχέσεων, εξαλείψεων και διεκδικήσεων, β)μεταγραφών, γ)διαχειρίσεως και εισπράξεως, δ)αντιγραφής και ανανεώσεως εφθαρμένων βιβλίων, ε)ελέγχου και παραδόσεως εκδιδομένων πιστοποιητικών, ς)παλαιών τίτλων, ζ)πρωτοκόλλου, διεκπεραιώσεως και πληροφοριών. 2.΄Εκαστον τμήμα διευθύνεται υπό Εισηγητού οριζομένου υπό του Διευθυντού, υπηρετούσι δε προσέτι παρ’ αυτώ εις τουλάχιστον γραμματεύς και ανάλογοι προς την έκτασιν της υπηρεσίας κατώτεροι υπάλληλοι. 3.Τροποποιήσεις περί την διαίρεσιν της υπηρεσίας του εμμίσθου Υποθηκοφυλακείου Αθηνών δύνανται να γίνωνται εκάστοτε κατά μήνα Αύγουστον μετά παρέλευσιν διετίας τουλάχιστον από της αμέσως προηγουμένης διαιρέσεως, δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης μετά πρότασιν του Διευθυντού του Υποθηκοφυλακείου και γνωμοδότησιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Υπουργείου. 4.Η υπηρεσία των λοιπών εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων δύναται επίσης, εφ’ όσον υπηρετούσι παρ’ αυτοίς πλείονες των πέντε υπαλλήλων, να διαιρεθή εις δύο ή πλείονα γραφεία δια πράξεως του οικείου υποθηκοφύλακος, οριζούσης και την αρμοδιότητα εκάστου γραφείου. Η τοιαύτη πράξις υποβάλλεται Σελ. 496(γ) Τεύχος 649-Σελ. 100 προς κύρωσιν εις το Υπουργείον Διακαιοσύνης, δυνάμενον και να μεταρρυθμίση αυτήν. Τροποποίησις των τοιούτων πράξεων δύναται να γίνηται καθ’ όμοιον τρόπον κατά διετίαν. ΄Εκαστον γραφείον διευθύνεται υπό εισηγητού ή γραμματέως. 5.Η εις τα τμήματα ή γραφεία κατανομή του προσωπικού παντός εμμίσθου Υποθηκοφυλακείου γίνεται δια πράξεως του οικείου Διευθυντού ή υποθηκοφύλακος δυναμένου και να μεταθέτη εκάστοτε υπαλλήλους παντός βαθμού εις έτερον τμήμα ή γραφείον κατά τας υπηρεσιακάς ανάγκας. 6.Εις τα μη διαιρεθέντα εις γραφεία υποθηκοφυλακεία οι υποθηκοφύλακες κατανέμουσι την υπηρεσίαν κατά τας εκάστοτε ανάγκας εις το προσωπικόν. 7.«Αι εργάσιμοι ώραι εν τοις εμμίσθοις και αμίσθοις υποθηκοφυλακείοις, αι ώραι παραλαβής των προσκομιζομένων προς καταχώρισιν εγγράφων, αι ώραι ερεύνης των βιβλίων, και πάσα λεπτομέρεια της διεξαγωγής της υπηρεσίας ρυθμίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 15 Ν.Δ. 4201/1961 (κατωτ. αριθ. 33). 8.Αι κατά το άρθρ. 73 του περί υποθηκών νόμου, και το άρθρ. 6 του περί μεταγραφής νόμου εκθέσεις δέον να συντάσσωνται πάντως εντός της αυτής ημέρας, των υπαλλήλων εις ους ανατεθήσονται αι εργασίαι αύται υπό του υποθηκοφύλακος, οφειλόντων να εκτελώσι ταύτας και πέραν της κεκανονισμένης ώρας του γραφείου. Αναπλήρωσις υπαλλήλων εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων ΄Αρθρ.46.-(Τροποποιηθέν δια των άρθρ. 7 και 8 Νόμ. 2224/1952, κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57). Υπογραφή εγγράφων ΄Αρθρ.47.-(Αντικατασταθέν δια του άρθρ. 8 Νόμ. 2224/1952, κατηργήθη δια του άρθρ. 22 Νόμ. 724/1977, κατωτ. αριθ. 57). 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄ Τέλη χαρτοσήμου ΄Αρθρ.48.-1.Ως προς τα τέλη χαρτοσήμου δια την διενέργειαν πάσης πράξεως εν τοις υποθηκοφυλακείοις εφαρμόζονται αι ισχύουσαι διατάξεις περί τελών χαρτοσήμου, μετά των ειδικών διατάξεων των επομένων άρθρων. 2.Επί εμμίσθων υποθηκοφυλακείων δια την ενέργειαν πάσης εκ του νόμου ανατιθεμένης εις τον υποθηκοφύλακα πράξεως (εγγραφής, μεταγραφής, εξαλείψεως κλπ.) ως και προς έκδοσιν αντιγράφου ή πιστοποιητικού πάσης φύσεως απαιτείται έγγραφος αίτησις του ενδιαφερομένου δι’ έκαστον τίτλον. ΄Αρθρ.49.-Εν πάσι τοις εμμίσθοις υποθηκοφυλακείοις τα κατά τας κειμένας διατάξεις εισπραττόμενα δια την έκδοσιν πιστοποιητικών ή αντιγράφων τέλη χαρτοσήμου και δικαιώματα υποθηκοφύλακος συγχωνεύονται εις εν εννιαίον τέλος δραχμών τριάκοντα εν συνόλω δια παν είδος τούτων, εισπραττομένων δια της εξ υπαρχής επί 30δράχμου φύλλου χαρτοσήμου γραφής εκάστου τοιούτου εγγράφου. ΄Αρθρ.50.-Τα κατά τας κειμένας διατάξεις εκδιδόμενα μέχρι τούδε ατελώς εκ πάσι τοις υποθηκοφυλακείοις του Κράτους παντός είδους πιστοποιητικά και αντίγραφα ή αποσπάσματα είτε προς χρήσιν ενώπιον των οικονομικών εφορειών, είτε προς οιανδήποτε άλλην χρήσιν, ως και αι σχετικαί αιτήσεις, υπόκεινται από της ισχύος του παρόντος νόμου εις τέλος δραχμών πέντε μεν, αι προς τα έμμισθα μόνον υποθηκοφυλακεία αιτήσεις, δέκα δε τα τοιαύτα πιστοποιητικά, ανεξαρτήτως των δικαιωμάτων του υποθηκοφύλακος. Το τέλος τούτο επί των πιστοποιητικών ή αντιγράφων εισπράττεται δι’ επικολλήσεως επ’ αυτών ισαξίου κινητού επισήματος. άρθρ. 2 του Ν. 2224/1952 (κατωτ. αριθ. 26). «5.Αντί της κατά την προηγουμένη παράγραφο ανάθεσης της άσκησης των καθηκόντων υποθηκοφύλακα σε συμβολαιογράφο ή αν δεν υπάρχει συμβολαιογράφος, στον ειρηνοδίκη, δύναται με απόφαση του Υπουργού της Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μέχρις ότου διορισθεί νέος ειδικός άμισθος υποθηκοφύλακας να ανατίθεται η αναπλήρωση στον αποχωρούντα ή αποχωρήσαντα ειδικό άμισθο υποθηκοφύλακα, εφ’ όσον αυτός το ζητήσει με αίτησή του. Η αναπλήρωση αυτή δεν μπορεί ποτέ να διαρκέσει περισσότερο από ένα χρόνο και δεν υπολογίζεται ο χρόνος αυτός ως συντάξιμος. Ο αναπληρωτής αυτός έχει όλα τα δικαιώματα και όλες τις υποχρεώσεις του ειδικού άμισθου υποθηκοφύλακα. Μετά πέντε ημέρες από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης αυτής του Υπουργού της Δικαιοσύνης, παύει αυτοδικαίως η τυχόν κατά την προηγουμένη παράγραφο ανάθεση της αναπλήρωσης σε συμβολαιογράφο ή ειρηνοδίκη». Η νέα παρ. 5, προστέθηκε, και η υπάρχουσα παρ. 5 αναριθμήθηκε σε παρ. 6, από το άρθρ. 11 Νόμ. 1999/23-24 Δεκ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 206), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 6/30 Ιαν. 1992), τόμ. 6 σελ. 104,01. 6(5).Το περί αναπληρώσεως των εμμίσθων υποθηκοφυλάκων ορίζοντο: εν άρθρ. 46 του παρόντος. Περιφέρεια δικαιοδοσίας Υποθηκοφυλακείων ΄Αρθρ.51.-Πάσα κατά τον Ν. 4697 του 1930 περί βιβλίων διεκδικήσεων, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, καταχώρησις και σημείωσις εν τω βιβλίω διεκδικήσεων υπάγεται εις πάγιον τέλος δραχμών είκοσι πέντε. ΄Αρθρ.52.-Εάν μεταγραφή συμβολαίου τινός δέον να γίνη εις πλείονα του ενός υποθηκοφυλακεία, το τέλος μεταγραφής και τα δικαιώματα παρ’ εκάστω υποθηκοφυλακείω υπολογίζονται επί τη βάσει της αξίας των εν τη περιφερεία αυτού κειμένων και μεταγραπτέων κτημάτων ή μέρους τοιούτων. (Αντί της σελ. 497(β) Σελ. 497(γ) Τεύχος 649-Σελ. 101 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Δικαιώματα αμίσθων Υποθηκοφυλάκων «Άρθρ.53.-1.Οι άμισθοι Υποθηκοφύλακες λαμβάνουσιν ως δικαίωμα υπέρ εαυτών παρά των αιτούντων εγγραφήν εις τα βιβλία δια πάσαν εγγραφήν υποθήκης, κατασχέσεως ή προσημειώσεως. α)πάγιον δικαίωμα δραχμών 8.000 β)μέχρι μεν ποσού αξίας δρχ. 2.000.000. 8‰ πέραν δε του ποσού τούτου και μέχρι δραχ. 5.000.000 6‰ και επί αξίας ανωτέρας των δραχ. 5.000.000 5‰ εξ ων 3‰ υπέρ του Δημοσίου εισπραττόμενον κατά τα εν άρθρ. 10 παρ. 4 οριζόμενα και 2‰ υπέρ του αμίσθου υποθηκοφύλακος. γ)Δια πάσαν εξάλειψιν υποθήκης, προσημειώσεως ή κατασχέσεως, τροπήν προσημειώσεως εις υποθήκην, σημείωσιν εκχωρήσεως ή πάσαν σημείωσιν δραχ. 8.000. δ)δια πάσαν καταχώρησιν απαγορεύσεως ή σημειώσεως, περί ων διαλαμβάνουσι τα άρθρ. 64 και 74 του Νόμου «περί υποθηκών» δραχ. 8.000. ε)Δια πάσαν καταχώρησιν ή σημείωσιν εν τω βιβλίω διεκδικήσεων κατά τους κειμένους σχετικούς Νόμους δρχ. 10.000. (Δυνάμει των παρ. 6 και 7 άρθρ. 4ου Ν.Δ. 3908/1958 (τόμ. 25 σελ. 212,11) «Τα δικαιώματα των αμίσθων υποθηκοφυλάκων, φυλάκων μεταγραφών δια τας υπ’ αυτών ενεργουμένας πράξεις εγγραφής κατασχέσεως, προσημειώσεως και υποθήκης επιβαλλομένης ή εγγραφομένης βάσει των κειμένων διατάξεων επιμελεία του Δημοσίου προς εξασφάλισιν απαιτήσεως αυτού καθορίζονται εις (1‰) επί του ποσού της απαιτήσεως του Δημοσίου μη δυνάμενα πάντως να είναι κατώτερα των δρχ. 100 και ανώτερα των δρχ. 10.000 δι’ εκάστην πράξιν. Τα αυτά δικαιώματα εισπράττονται και δια την άρσιν της κατασχέσεως και εξάλειψιν των εγγεγραμμένων προσημειώσεων και υποθηκών. Η εξάλειψις υποθήκης εγγραφείσης κατά τας κειμένας διατάξεις επιμελεία του Δημοσίου προς εξασφάλισιν απαιτήσεως αυτού, ενεργείται ατελώς»). Αι εν τω ανωτέρω σχολίω παρατιθέμεναι διατάξεις των παρ. 6 και 7 άρθρ. 4ου Ν.Δ. 3908/1958 κατηργήθησαν δια του άρθρ. 29 Ν.Δ. 4201/1961 (κατωτ. αριθ. 33). Η παρ. 7 Ν.Δ. 3908/1958 αντικατεστάθη εν τούτοις δια της παρ. 1 άρθρ. 13 Ν.Δ. 4242/1962 (τόμ. 27 σελ. 206,75) ως εξής: «7.Η εγγραφή υποθήκης ενεργουμένη επιμελεία του Δημοσίου δυνάμει Νόμου, προς εξασφάλισιν απαιτήσεων αυτού, ως και η εξάλειψις ταύτης απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου και παντός δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου και οιουδήποτε τρίτου, εξαιρέσει των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων, άτινα ορίζονται εις δραχ. 100». Δια την εγγραφήν υποθήκης επί ακινήτων πρακτόρων του Εθν. λαχείου βλ. παρ. 2 άρθρ. 13 Νόμ. 4242/1962 (τόμ.27 σελ. 206,79). 2.Όταν δια την αυτήν απαίτησιν γίνηται, δυνάμει του αυτού ή διαφόρων τίτλων συγχρόνως παρά τω αυτώ αμίσθω Υποθηκοφυλακείω εγγραφή υποθήκης, προσημειώσεως ή κατασχέσεως, τροπή προσημειώσεως εις υποθήκην, σημείωσις, εκχώρησις ή πάσα άλλη καταχώρησις επί πολλών κτημάτων, ανηκόντων εις ένα και τον αυτόν ή πλείονας συνοφειλέτας ή εγγυητάς, εξαιρέσει της εξαλείψεως υποθηκών ή προσημειώσεων επί πολλών κτημάτων εγεγραμμένων, δυνάμει του αυτού τίτλου πληρώνονται δι’ έκαστον των επί πλέον του ενός κτημάτων δραχ. 1500. Όταν όμως εγγράφηται εκ νέου υποθήκη ή προσημείωσις προς μείζονα ασφάλειαν της αυτής απαιτήσεως, δι’ ην ενεγράφη ήδη ετέρα υποθήκη ή προσημείωσις επί ετέρων κτημάτων κατά των ως είρηται προσώπων ή γίνηται επανάληψις της ήδη εγγραφείσης δυνάμει του αυτού ή διαφόρων τίτλων εν τω αυτώ αμίσθω Υποθηκοφυλακείω, τότε εισπράττεται υπέρ του αμίσθου υποθηκοφύλακος πάγιον δικαίωμα δραχ. 5.000. 3.Εάν η εγγραφή μέλλη να γίνη εις πλείονα του ενός άμισθα Υποθηκοφυλακεία, τότε υπό του πρώτου μεν εκ τούτων ενεργούντος την εγγραφήν εισπράττονται τα υπέρ εαυτού και τα υπέρ του Δημοσίου εισπρακτέα κατά το παρόν άρθρον δικαιώματα, υπό δε των λοιπών εις ους προσάγεται βεβαίωσις εφ’ απλού, περί της γενομένης υπό του πρώτου εισπράξεως των εις το Δημόσιον ανηκόντων, εισπράττονται μόνον τα εις αυτούς ανήκοντα». Το άρθρ. 53 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 305/1945 (κατωτ. αριθ. 23). Το πάγιον δικαίωμα του εδάφ. α΄της παρ. 1 ετέθη το πρώτον δια της υπ’ αριθμόν 44810 της 11/14 Ιουν. 1948 αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Τα ποσά των δικαιωμάτων καθωρίσθησαν ως ανωτέρω δια της αυτής ως άνω Υπουργικής αποφάσεως ως και της υπ’ αριθ. 42856 της 1/8 Μαΐου 1952 τοιαύτης. (Αντί της σελ. 498,01(α) Σελ. 498,01(β) 200-083 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων 6.Η.α.12 «4.Όταν η υποθήκη, κατάσχεσις ή προσημείωσις εγγράφεται αιτήσει του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, εξομοιουμένων αυτώ από απόψεως προνομίων δικαστικής, διοικητικής, οικονομικής φύσεως ή απολαυόντων των ατελειών αυτού, οι άμισθοι υποθηκοφύλακες εισπράττουσι τα εν παρ. 1 δικαιώματα, μη δυνάμενα εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβώσι τας δέκα χιλιάδας δραχμάς». Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 25 Ν.Δ. 4201/1961 (κατωτ. αριθ. 33). ΄Αρθρ.54.-«1.Δια πάσαν μεταγραφήν πληρώνονται εις τον άμισθον Υποθηκοφύλακα. α)πάγιον δικαίωμα δραχ. 8.000. β)μέχρι μεν ποσού αξίας δραχ. 2.000.000 8‰ πέραν δε του ποσού τούτου και μέχρι δραχ. 5.000.000 6‰. Επί αποσβέσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων (πλην της υποθήκης) καταβάλλεται εις τον άμισθον Υποθηκοφύλακα το ήμισυ των άνω δικαιωμάτων. 2.Επί αξίας ακινήτου ή εμπραγμάτου δικαιώματος ανωτέρας των 5.000.000 δραχ. ορίζεται δικαίωμα 5‰ εξ ων 3‰ υπέρ του Δημοσίου κατά τα εν άρθρ. 10 παρ. 4 οριζόμενα και 2‰ υπέρ του αμίσθου υποθηκοφύλακος. 3.Δια πάσαν μεταγραφήν πράξεως ή δικαστικής αποφάσεως μη περιεχουσών απαλλοτρίωσιν ακινήτου ή εμπραγμάτου δικαιώματος ή σημείωσιν εν τω περιθωρίω των μεταγραφών κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις καταβάλλεται δικαίωμα δραχ. 15.000. «Το αυτό δικαίωμα καταβάλλεται δια πάσαν μεταγραφήν δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας ή κληροδοσίας». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια της παρ. 2 άρθρ. 1 Ν.Δ. 2705/1953 (6.Εα. 22). Το άρθρ. 54 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 του Α.Ν. 305/1945 (κατωτ. αριθ. 23). Το πάγιον δικαίωμα του εδ. α΄ της παρ. 1 ετέθη το πρώτον δια της υπ’ αριθ. 44810 της 11/14 Ιουν. 1948 αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Τα ποσά των δικαιωμάτων καθωρίσθησαν ως άνω δια της αυτής ως άνω αποφάσεως. «4.Όταν η μεταγραφή γίνεται αιτήσει του Ελληνικού Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου εξομοιουμένων αυτώ από απόψεως προνομίων δικαστικής, διοικητικής, οικονομικής φύσεως ή απολαυόντων των ατελειών Σελ. 498,02(β) 200-084 αυτού, εις τον άμισθον υποθηκοφύλακα πληρώνονται τα εν παρ. 1 δικαιώματα, μη δυνάμενα εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβώσι τας δέκα χιλιάδας δραχμάς, ανεξαρτήτως της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου ή του εμπραγμάτου δικαιώματος». Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 26 Ν.Δ. 4201/1961 (κατωτ. αριθ. 33). ΄Αρθρ.55.-«1.Οι άμισθοι Υποθηκοφύλακες δια τα υπ’ αυτών εκδιδόμενα αντίγραφα, αποσπάσματα ή πιστοποιητικά δικαιούνται εις γραφικά δικαιώματα δραχ. 6.000, δι’ έκαστον φύλλον, εκτός των πιστοποιητικών κυριότητος βαρών και εξηλειμμένων βαρών, εκδιδομένων κεχωρισμένως δι’ έκαστον τίτλον, δι’ α δικαιούνται δραχ. 10.000 έκαστον φύλλον. 2.Εάν το πιστοποιητικόν αφορά εις πλείονα του ενός κτήματα, εισπράττεται πρόσθετον δικαίωμα δραχ. 3.000 δι’ έκαστον των πλέον του ενός κτημάτων». Το άρθρ. 55 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 του Α.Ν. 305/1945 (κατωτ. αριθ. 23). Τα ποσά των δικαιωμάτων καθωρίσθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 44810 της 11/14 Ιουν. 1948 αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. 6.Η.α.12 Οργανισμός Υποθηκοφυλακείων ΄Αρθρ.56.-«1.Τα κατά τας διατάξεις των άρθρ. 53, 54 και 55 δικαιώματα του ειδικού αμίσθου Υποθηκοφύλακος λαμβάνουν και οι τον ειδικόν άμισθον Υποθηκοφύλακα κατά τας κειμένας διατάξεις αναπληρούντες ή έργα Υποθηκοφύλακος εκτελούντες Συμβολαιογράφοι ή Ειρηνοδίκαι. 2-3.(Κατηργήθησαν, από 2 Ιουν. 1976, δια του Άρθρ.6.-1.Η περιφέρεια του ενός μόνον εν τη περιφερεία του Ειρηνοδικείου υφισταμένου υποθηκοφυλακείου ταυτίζεται προς την του Ειρηνοδικείου. 2.Εφ’ όσον επί ειρηνοδικείων περιλαμβανόντων εν τη δικαιοδοσία αυτών πλείονας της μιας δημοτικάς περιφερείας, κατά την προ του νόμου ΔΝΖ΄ συγκρότησιν αυτών, υπάρχουσι μονίμως διωρισμένοι συμβολαιογράφοι εδρεύοντες εις κοινότητας ανηκούσας εις εκάστην των εκτός της έδρας του ειρηνοδικείου δημοτικών ως ανωτέρω περιφερειών δύναται η περιφέρεια του ειρηνοδικείου να διαιρεθή δια Β.Δ/τος μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της ολομελείας του αρμοδίου πρωτοδικείου εις δύο ή και πλείονα υποθηκοφυλακεία, έκαστον των οποίων πρέπει να περιλαμβάνη εν τη δικαιοδοσία αυτού μίαν η πλείονας ακεραίας πάντοτε, εκ των ως ανωτέρω δημοτικών περιφερειών. Εις τα εκάστοτε εκ τοιαύτης κατά ακεραίας δημοτικάς περιφερείας διαιρέσεως προκύπτοντα νέα Υποθηκοφυλακεία μεταβιβάζονται αμέσως τα βιβλία των υπαχθεισών εις έκαστον τούτων δημοτικών περιφερειών. 3.Εις τας Νέας Χώρας ένθα τα βιβλία των Υποθηκοφυλακείων τηρούνται ουχί κατά δημοτικάς περιφερείας αλλά κατά περιφέρειαν ειρηνοδικείου, δύναται ομοίως, τη αιτήσει των κατοίκων, και εφ’ όσον υπάρχουν συμβολαιογράφοι εδρεύοντες εις κοινότητας έξω της έδρας του Ειρηνοδικείου, να γίνη δια Β.Δ/τος μεθ’ ομοίαν σύμφωνον γνωμοδότησιν, διαίρεσις της ειρηνοδικειακής περιφερείας εις δύο ή πλείονα Υποθηκοφυλακεία, ων εκάστου ορίζεται συγχρόνως η περιφέρεια της δικαιοδοσίας κατά τον μάλλον εξυπηρετούντα τας ανάγκας των κατοίκων τρόπον. Η κατά την παρούσαν παρ. 3 διαίρεσις θεωρείται συντελεσθείσα και πραγματοποιείται μόνον μετά την κατάρτισιν και παράδοσιν εις τα δι’ αυτής προκύπτοντα νέα Υποθηκοφυλακεία ιδίων δι’ εκάστην κοινότητα της δικαιοδοσίας αυτών τόμων εκ πάντων των οικείων βιβλίων, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των παρ. 2-7 του άρθρ. 7. 4.Διαίρεσις της περιφερείας του Ειρηνοδικείου εις πλείονας υποθηκικάς περιφερείας κατά της παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν γίνεται καθ’ ας περιπτώσεις υπάρχει ειδικός υποθηκοφύλαξ εν τη έδρα του Ειρηνοδικείου. άρθρ. 25 Νόμ. 325/1976, κατωτ. αριθ. 55). 4.Ο ειδικός άμισθος Υποθηκοφύλαξ ή ο τούτον αναπληρών ή ο εκτελών χρέη αυτού παρακρατεί επί πλέον του εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσού, τας υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφοράς τας αναλογούσας εις το πέραν του κατά την παρ. 3 παρακρατουμένου ποσού, ως και τας δαπάνας μισθοδοσίας των υπ’ αυτού απασχολουμένων υπαλλήλων και τας υπέρ των οικείων ασφαλιστικών Ταμείων αντιστοίχως εισφοράς τούτων ως εργοδοτών. Αι δι’ έκαστον υπάλληλον παρακρατούμεναι δαπάναι μισθοδοσίας δεν δύναται να υπερβαίνουν τα υπ …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.