← Ελλάδα

1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ της 8/24 Αυγ. 1931 (ΦEΚ Β΄ 101) Περί εγκρίσεως συστάσεως Ταμείου Αποδοχών Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου τη

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση Υπουργού Παιδείας του 1931 εγκρίνει τη σύσταση του Ταμείου Αποδοχών Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος (ΤΑΚΕ) και καθορίζει το καταστατικό του. Το ΤΑΚΕ είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ της 8/24 Αυγ. 1931 (ΦEΚ Β΄ 101) Περί εγκρίσεως συστάσεως Ταμείου Αποδοχών Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος. Έχοντες υπ’ όψει την παρ. 1 του άρθρ. 5 του Νόμ. 4606 «περί συστάσεως Ταμείου Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος» ως ετροποποιήθη τούτο υπό της παρ. 1 του άρθρ. 43 του Νόμ. 5148 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.Δ. της 17 Δεκ. 1923 (περί ενοριακών ναών και εφημερίων) του Νόμ. 4567 (περί κυρώσεως του από 14 Σεπτ. 1929 Ν.Δ/τος κ.λπ.), του Νόμ. 3225, του Ν.Δ. της 6 Νοεμ. 1926 (περί τροποποιήσεως του από 17 Δεκ. 1923 Ν.Δ/τος «περί ενοριακών ναών και εφημερίων), του Νόμ. 4606 (περί συστάσεως Ταμείου Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος) και περί τροποποιήσεως των Νόμ. 2508 και 4602». Εγκρίνομεν το ακόλουθον εξ άρθρ. 37 Καταστατικόν τούτου. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ του Ταμείου Αποδοχών και Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος Άρθρ.1.-Το δυνάμει του Νόμ.. 4606 ως ετροποποιήθη ούτος δια του Νόμ. 5148 συσταθέν «Ταμείον Αποδοχών και Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος» αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας Τ.ΑΚ.Ε. αποτελεί νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου εδρεύον εν Αθήναις και υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου της Παιδείας και Θρησκευμάτων (Διεύθυνσις Θρησκευμάτων) διέπεται δε υπό των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. Μισθοδοσία Άρθρ.10.-Το Δ. Συμβούλιον του ΤΑΚΕ εντός έξ μηνών το αργότερον από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλει να καθορίση τα εκ των πόρων ασφαλίσεως μετά την αφαίρεσιν των γενικών εξόδων διατεθησόμενα ποσοστά δι’ αποθεματικόν κεφάλαιον συντάξεως, ασθενείας (προικοδοτήσεως και βοηθημάτων). (Το δια κεφάλαιον βοηθημάτων διατιθέμενον κατ’ έτος ποσόν δεν δύναται να υπερβή τας 100.000). Αι προικοδοτήσεις και τα βοηθήματα δεν περιλαμβάνονται εις τους σκοπούς του ΤΑΚΕ μετά τον Α.Ν. 625/1945. Ατομικά βιβλιάρια. Ατομικός Λογαριασμός Άρθρ.11.-Η ιδιότης του υπό του ΤΑΚΕ (μισθοδοτουμένου και παρ’ αυτώ) ησφαλισμένου πιστοποιείται δι’ ατομικού βιβλιαρίου εν τω οποίω αντιγράφεται η μερίς του ησφαλισμένου εκ του βιβλίου Μητρώου. Δι’ ειδικών βιβλιαρίων πιστοποιείται η ιδιότης των ησφαλισμένων, και μη υπό του ΤΑΚΕ μισθοδοτουμένων). Τα εντός ( ) κατηργήθησαν δια του Άρθρ. 16 Α.Ν. 536/1945. Δι’ έκαστον ησφαλισμένον τηρείται ιδιαίτερος ατομικός λογαριασμός εις πίστωσιν του οποίου φέρονται αι μηνιαίαι κρατήσεις μισθού και η εισφορά του πρώτου μισθού. Ο ατομικός λογαριασμός εν ουδεμιά περιπτώσει αναλαμβάνεται. Εξαιρετικώς δικαιούνται αναλήψεως του ατομικού λογαριασμού: 1.Η χήρα και τα ορφανά θανόντος ησφαλισμένου εφ’ όσον ο αποθανών δεν είχε συμπληρώσει 5 ετών καταβολάς. 2.Υπάλληλος του ΤΑΚΕ απολυόμενος ή παραιτούμενος μετά ενός έτους τουλάχιστον υπηρεσίαν και μη έχων συμπληρώσει τον απαιτούμενον προς συνταξιοδότησιν χρόνον. Δικαίωμα εις την σύνταξιν Για την κατάργηση του κλάδου Σύνταξης και Ασθενείας του Τ.Α.Κ.Ε., την υπαγωγή των ασφαλισμένων του στο Δημόσιο και άλλες διατάξεις βλ. άρθρ. 21 Νόμ. 2084/1-7 Οκτ. 1992 (ΦΕΚ Α΄165), τόμ. 29 σελ. 90,858. Άρθρ.12.-«1.Δικαίωμα προς σύνταξιν, κατά τα ειδικώτερον κατωτέρω οριζόμενα, έχουν οι παρά τω ΤΑΚΕ νομίμως ησφαλισμένοι υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις: α)Εάν ησφαλισμένος απολυθή της υπηρεσίας, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας. β)εάν ησφαλισμένος κατέστη, συνεπεία νόσου σωματικής ή διανοητικής, ανίκανος προς εκτέλεσιν των υπηρεσιακών του καθηκόντων, (Αντί γα τη σελ. 275(β) Σελ. 275(γ) Τεύχος–1315 Σελ.71 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 50 γ)εάν ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 35 ετών πραγματικήν εφημεριακήν υπηρεσίαν ή τοιαύτην ιεροψάλτου εν τοις Ναοίς». Το άρθρ. 12 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 99836 της 23 Δεκ. 1954/26 Ιαν. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 13) αποφ. Υπ. Παιδείας. Άρθρ.13.-«1.Ο ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως: α)εάν απομακρυνθή οπωσδήποτε της υπηρεσίας, λόγω ορίου ηλικίας και έχει τουλάχιστον εικοσαετή πλήρη πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ υπηρεσίαν, β)εάν απολυθή της υπηρεσίας, λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος, μη οφειλομένης εις την υπηρεσίαν, και έχει τουλάχισοτν δεκαπενταετή πλήρη πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ υπηρεσίαν, γ)εάν απομακρυνθή οπωσδήποτε της υπηρεσίας καταστάς σωματικώς ή διανοητικώς ανίκανος, συνεπεία βιαίου συμβάντος, επισυμβάντος αυτώ κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του και εξ αφορμής ταύτης. Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου, συνεπεία βιαίου συμβάντος, κατά τα ως άνω, δικαιούνται συντάξεως τα κατά το άρθρ. 14 του Καταστατικού οριζόμενα πρόσωπα της οικογενείας του. δ)«Εάν απομακρυνθή οπωσδήποτε της υπηρεσίας και έχη συμπληρωμένον το 70όν έτος της ηλικίας του και 35ετή πλήρη πραγματικήν εφημεριακήν υπηρεσίαν, προσφερθείσαν εις Ιερούς Ναούς της ημεδαπής ή αλλοδαπής εξ ης τουλάχιστον 20ετή πραγματικήν εν ασφαλίσει του ΤΑΚΕ». Το εδάφ,. δ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). «ε)Εάν απομακρυνθεί της υπηρεσίας λόγω καθαιρέσεως ή ισοβίου αργίας και συμπληρώνει χρόνο ασφάλισης 20 πλήρων ετών και την ηλικία συνταξιοδότησης, που προβλέπεται για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους κατά το χρόνο συμπλήρωσης της εικοσαετίας. Αν κατά το χρόνο της απομάκρυνσης δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης, η σύνταξη αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής, οπότε καταβάλλεται αναπροσαρμοσμένη με όλες τις αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη καταβολή της». Η περίπτ.ε΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.10 άρθρ.6 Νόμ.2227/1994 (ΦΕΚ Α 129), τόμ.29 σελ. 90,875. «στ. Εάν αποχωρήσει της υπηρεσίας λόγω προαγωγής σε Επίσκοπο των Ορθοδόξων Πατριαρχείων σε Ιερές Μητροπόλεις του Εξωτερικού, εφόσον συμπληρώσει χρόνο ασφάλισης 25 πλήρων ετών και την ηλικία συνταξιοδότησης, που προβλέπεται για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους κατά το χρόνο συμπλήρωσης της εικοσιπενταετίας. Αν κατά το χρόνο της προαγωγής δεν έχει συμπληρώσει την Σελ. 276(γ) Τεύχος 1315 Σελ. 72 ηλικία του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξη αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωσή της, οπότε καταβάλλεται αναπροσαρμοσμένη με όλες τις αυξήσεις που έχουν δοθεί μέχρι την έναρξη καταβολής της». Η περίπτ. στ΄ προστέθηκε από την παρ.11 άρθρ.6 Νόμ.2227/1994 (ΦΕΚ Α 129), τόμ.29 σελ. 90,875. 2.Εάν ησφαλισμένος, απομακρυνθείς οπωσδήποτε της υπηρεσίας, λόγω ορίου ηλικίας, δεν συνεπλήρωσε τον κατά την παρ. 1 περιπτ. α΄ του παρόντος απαιτούμενον ελάχιστον χρόνον εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ, δύναται, ίνα δικαιωθή συντάξεως, κατόπιν αιτήσεώς του να καταβάλη τας μέχρι συμπληρώσεως εικοσαετίας εισφοράς, υπολογιζομένας εις το διπλάσιον των κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεώς του δια τους Κλάδους Συντάξεων και Ασθενείας εκάστοτε ισχυουσών, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 15ετή πλήρη πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ υπηρεσίαν. «Η εξόφλησις των ως άνω εισφορών δια πάσας τας περιπτώσεις θεμελιώσεως δικαιώματος εις σύνταξιν, δια καταβολής εισφορών, δέον να πραγματοποιηθή εφ’ άπαξ εντός έτους από της κοινοποιήσεως αυτώ της εγκριτικής αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του ΤΑΚΕ». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 60/5983 της 6/24 Αυγ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). 3.Εάν ησφαλισμένος, απολυθείς της υπηρεσίας κατά τα εν παρ. 1 περίπτ. β΄ οριζόμενα, δεν συνεπλήρωσε τον κατά την διάταξιν ταύτην απαιτούμενον ελάχιστον χρόνον εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ, δύναται, ίνα δικαιωθή συντάξεως, κατόπιν αιτήσεώς του, να καταβάλη τας μέχρι συμπληρώσεως δεκαπενταετίας εισφοράς, υπολογιζομένας και εξοφλουμένας κατά τα εν παρ. 2 του παρόντος οριζόμενα και εφ’ όσον είχε συμπληρώσει τουλάχιστον 10ετή πλήρη πραγματικήν εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ υπηρεσίαν. 4.«Εις τας περιπτώσεις αποκτήσεως δικαιώματος εις σύνταξιν, δια καταβολής κατά τα ως άνω εισφορών προς συμπλήρωσιν 20ετίας ή 15ετίας η σύνταξις κανονίζεται βάσει του πράγματι εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ χρόνου υπηρεσίας, άνευ υπολογισμού και του χρόνου, δι’ ον προς συμπλήρωσιν του ελαχίστου απαιτουμένου χρόνου προς απόκτησιν δικαιώματος, κατεβλήθησαν εισφοραί, η δε θεμελίωσις του δικαιώματος λογίζεται επελθούσα κατά τον χρόνον της κατά τα ως άνω καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών, αφ’ ης άρχεται και η προς παροχήν αξίωσις». 5.«Εις τας περιπτώσεις της παρ. 1 περίπτ. γ΄ του παρόντος η σύνταξις κανονίζεται βάσει του πράγματι εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ διανυθέντος χρόνου και πάντως ουχί κάτω των 20 ετών». 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 51 6.Εφημέριοι ησφαλισμένοι εις το ΤΑΚΕ, καθιστάμενοι ανίκανοι σωματικώς ή διανοητικώς και έχοντες υπηρεσίαν εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ κάτω των 10 ετών και πάντως ουχί ολιγωτέραν των 5 ετών πλήρους πραγματικής εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ υπηρεσίας, δικαιούνται μηνιαίου προσωποπαγούς επιδόματος, ίσου προς τα δύο τρίτα της αναλογούσης συντάξεως εις χρόνο 15ετούς εν ασφαλίσει υπηρεσίας, επί καταβολή των μέχρι συμπληρώσεως 15ετούς εν ασφαλίσει υπηρεσίας εισφορών, κατά τα εν παρ. 2 του παρόντος οριζόμενα, εφ’ όσον ήθελον κριθή ως αναξιοπαθούντες, τούτου τεκμαιρομένου, εάν εξ εγγράφων δημοσίων αρχών ήθελε βεβαιωθή, ότι τα εκ πάσης πηγής εισοδήματα τούτων, ή της οικογενείας των δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιον του απονεμητέου επιδόματος, και πάντως αποκλειομένων των εις Ι. Μονάς εγκαταβιούντων. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα εν παρ. 4 οριζόμενα». «Β΄.Προσωποπαγή βοηθήματα χορηγηθέντα εις ησφαλισμένους του Ταμείου εξακολουθούν καταβαλλόμενα εις τας χήρας αυτών από της δημοσιεύσεως της παρούσης και εις ας έτι περιπτώσεις ούτοι έχουν αποβιώσει προ της ισχύος αυτής». Το ανωτέρω υπό στοιχ. Β΄ εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). 7.«Η κατά τα ως άνω ανικανότης βεβαιούται υπό της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής προκαλουμένης επί περιπτώσεων απονομής συντάξεων, υπό του Ιεράρχου ή κατ’ αίτησιν του πάσχοντος, πλην, εις πάσαν περίπτωσιν η περί ανικανότητος απόφασις, δέον να εκδίδηται προ της εκ της υπηρεσίας απομακρύνσεως. Γνωματεύσεις εκδιδόμεναι μετά την απομάκρυνσιν εκ της υπηρεσίας ουδέν έννομον αποτέλεσμα επιφέρουν». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). Υπ’ όψιν σχετικώς και η υπ’ αριθ. 91745 της 24 Αυγ./13 Σεπτ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 404) αποφ. Υπ. Παιδείας έχουσα ούτω: «Η κατά τα ανωτέρω ανικανότης βεβαιούται προκειμένου περί εφημερίων, ιεροδιακόνων και ιεροψαλτών των παρά της εις τας πρωτευούσας των νομών τόπου κατοικίας ή υπηρεσίας των ησφαλισμένων ή της πρωτευούσης Α/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Νόμ. 1811/1951 «περί κώδικος καταστάσεως των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων», προς ην οι ανωτέρω παραπέμπονται υπό του οικείου Ιεράρχου, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αναφοράς του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της ενορίας του παθόντος ιερέως, είτε κατ’ αίτησιν του ιδίου προ της βάσει του άρθρ. 57 παρ. β΄ του ΑΝ. 2200/40 «περί Ι. Ναών και εφημερίων» παραπομπής τούτων προς εξέτασιν και ένορκον βεβαίωσιν υπό δύο ιατρών, επί τω τέλει, της δια της αποφάσεως της Υγειονομικής Επιτροπής διαπιστώσεως της ανικανότητος τούτων προς θεμελίωσιν συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Αι πάσης φύσεως δαπάναι δια την εξέτασιν παρά της Υγειονομικής Επιτροπής βαρύνουσιν τον ησφαλισμένον». «8.Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους, αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γέννησης, η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 μέρες από τη γέννηση ή με την εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν. Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με διαφορετικό έτος γέννησης, λαμβάνεται υπόψη η παλαιότερη εγγραφή. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γέννησης που αναγράφεται στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με οποιοδήποτε τρόπο, ως έτος γέννησης σε όλες τις περιπτώσεις, θεωρείται αυτό που γράφτηκε πριν από τη διόρθωση ή τη μεταβολή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω, η ηλικία, βεβαιώνεται από ληξιαρχική πράξη που ανασυντάχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17 του Νόμ. 344/76 (Φ.Ε.Κ. 143/76 τ.Α΄). Με τη ληξιαρχική πράξη που ανασυντάχθηκε βεβαιώνεται η ηλικία και στη περίπτωση που ο ασφαλισμένος αμφισβητήσει την ορθότητα της εγγραφής, του έτους γέννησής του, στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, εφόσον η αμφισβήτηση αυτή, στηρίζεται αποκλειστικά σε έγγραφα στοιχεία τα οποία έχον συνταχθεί πριν από την υπαγωγή του στην ασφάλιση. Η ηλικία των, κατά το χρόνο της αίτησής τους για χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, αλλοδαπών ή ακαθόριστης υπηκοότητας ασφαλισμένων και των μελών της οικογένείας τους, αποδεικνύεται με το νόμιμο θεωρημένο διαβατήριό τους ή με την ταυτότητα με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμόδια αστυνομική αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, η ηλικία αποδεικνύεται με έγγραφο που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που γεννήθηκε ο δικαιούχος της παροχής, εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. Οι διατάξεις του πέμπτου εδαφίου της απόφασης αυτής, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πιο πάνω πρόσωπα. (Αντί για τη σελ. 277(δ) Σελ. 277(ε) Τεύχος Η11–Σελ. 45 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 52 Ως ημερομηνία γέννησης των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους, θεωρείται η ημερομηνία που προκύπτει από τα στοιχεία που αναφέρονται στα εδάφια, πρώτο, δεύτερο και πέμπτο της απόφασης. Στην περίπτωση που η ηλικία βεβαιώνεται με ανασυνταχθείσα ληξιαρχική πράξη, καθώς και στην περίπτωση, που, από τα στοιχεία που υποβάλλονται, δεν προκύπτει ακριβής ημερομηνία γέννησης, θεωρείται οπωσδήποτε η 1η Ιουλίου του έτους γέννησης». Η παρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από τη Φ. 60/3/347Ν/23 Οκτ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 788) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 9.«Εις τον κατά τας περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παρ. 1 του παρόντος συνταξιοδοτούμενον χορηγείται επίδομα μηνιαίως εκ δραχ. 200, εάν ούτος ήθελε κριθή κατά τα εν παρ. 7 του παρόντος οριζόμενα, αναλόγως εφαρμοζομένων, ότι είναι ανίκανος παντελώς και τελεί εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν και παροχήν υπηρεσιών τρίτου προσώπου (ολική τύφλωσις, παράλυσις, κ.λπ.), του Δ. Συμβουλίου δυναμένου να αυξομειώνη τούτο δια γενικής ητιολογημένης αποφάσεώς του, εγκρινομένης υπό του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων, αναλόγως προς τας γενικάς και τας ειδικάς του ΤΑΚΕ οικονομικάς συνθήκας». «α)Το δια της προηγουμένης διατάξεως προβλεπόμενον επίδομα αναικανότητος αυξάνεται εις δραχ. 500 από 1.1.1971». Το ανωτέρω εδάφ. α΄ προσετέθη δια της παρ. 7 της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). 10.«Το ΤΑΚΕ δύναται δια τριών ιατρών υπ’ αυτού οριζομένων και αμειβομένων, εξ ων ο εις να έχη απαραιτήτως την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, ο δ’ έτερος να ορίζηται υπό του ενδιαφερομένου, να διατάξη οποτεδήποτε κρίνει τούτο επιβεβλημένον την επανεξέτασιν του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου. Οι ιατροί αποφαίνονται εντός μηνός από της αναθέσεως της εντολής δι’ εκθέσεώς των, ότι εξακολουθούν υφιστάμενοι οι προκαλέσαντες την εκ της υπηρεσίας απομάκρυνσιν ησφαλισμένου λόγοι, ή ότι εξέλιπον ούτοι. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει το Διοικ. Συμβούλιον του ΤΑΚΕ αποφαίνεται περί της διαγραφής του ως ικανού κριθέντος συνταξιούχου εκ της δυνάμεως των συνταξιούχων, ταύτης επερχόμενης από της 1ης του μεθεπομένου μηνός της κοινοποιήσεως της αποφάσεως». Το άρθρ. 13 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 12391 της 6/16 Φεβρ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 52) αποφ. Υπ. Παιδείας. Σελ. 278(ε) Τεύχος Η11–Σελ. 46 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 53 Σύνταξις χήρας, τέκνων, γονέων και αδελφών Μεταβίβασις συντάξεως Άρθρ.14.-1.Δικαίωμα εις σύνταξιν του Τ.Α.Κ.Ε. έχουσιν: «α)Η χήρα του θανόντα ασφαλισμένου εφόσον αυτός είχε συμπληρώσει 15ετή πλήρη υπηρεσία στην ασφάλιση του ΤΑΚΕ. Στη σύνταξη της χήρας συντρέχουν τα παιδιά (νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και θετά) εφόσον το εισόδημα καθενός από αυτά δεν υπερβαίνει κατά μήνα ποσό ίσο με το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου του ΤΑΚΕ, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. Ως εισόδημα καθορίζεται το προερχόμενο από σύνταξη και από αμειβόμενη εξαρτημένη εργασία. Η χήρα δικαιούται τη σύνταξη αν έχει συμπληρωθεί ένα έτος πραγματικής στην ασφάλιση υπηρεσίας του θανόντα συζύγου της ή αν ο γάμος έχει γίνει τουλάχιστον τρία πλήρη έτη πριν από το θάνατο του συζύγου. Ειδικά, στην περίπτωση που γεννήθηκε παιδί ή ο θάνατος του συζύγου οφείλεται σε βίαιο συμβάν, η χήρα δικαιούται τη σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις». Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ. 60/1926/5-9 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 770) απόφ Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. β)«Μη υπαρχούσης συζύγου τα νόμιμα, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα, και θετά τέκνα του κατά τας προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου θανόντος ησφαλισμένου, τα μεν άρρενα μέχρι της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των, τα δε θήλεα μέχρι του γάμου των και εφ΄ όσον δεν απολαμβάνουν μηνιαίως εκ μισθού, συντάξεως ή εξ ασκουμένου βιοποριστικού επαγγέλματος ποσού μείζονος του διπλασίου του εκάστοτε υπό του Τ.Α.Κ.Ε. οριζομένου κατωτάτου ορίου συντάξεων. Εκ των ως άνω τέκνων τα θετά δικαιούνται υπό την προϋπόθεσιν ότι η υιοθεσία έλαβεν χώραν έν έτος προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου. Η ενηλικίωσις των αρρένων θεωρείται γενομένη την 31 Δεκεμβρίου του έτους καθ’ ο συμπληρούται το 18ον έτος τη ηλικίας των. Το ανωτέρω όριον δεν ισχύει προκειμένου περί τέκνου ή τέκνων ανικάνων προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος και εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης υπό την προϋπόθεσιν, ότι αύτη επήλθεν κατά την διάρκειαν της ανηλικότητος. Η εν λόγω ανικανότης κρίνεται υπό τριμελούς Υγειονομικής Επιτροπής οριζομένης υπό του Τ.Α. Κ.Ε., της δαπάνης της εξετάσεως βαρυνούσης τον ενδιαφερόμενον». Το εδάφ. β΄ αντικατασταθέν δια της υπ’ αριθ. 139891 της 12 Νοεμ./17 Δεκ. 1964 αποφ. Υπ. Παιδείας (ΦΕΚ Β΄ 642) αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). γ)Μη υπαρχούσης χήρας συζύγου και τέκνων το ανωτέρω δικαίωμα περιέρχεται εις τους επιζώντας γονείς ή τον επιζώντα εκ τούτων, εφ’ όσον τυγχάνουν άποροι και συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος. δ)Μη υπαρχόντων δε και τούτων το δικαίωμα της συντάξεως περιέρχεται εις τας αγάμους αδελφάς των θανόντων ησφαλισμένων, εφ’ όσον είναι αύται αποδεδειγμένως άποροι και συνετηρούντο κυρίως υπό του θανόντος. «ε)Κατ’ εξαίρεσιν, προκειμένου περί εφημερίων θανόντων προ της συμπληρώσεως 15ετούς εν τη ασφαλίσει του ΤΑΚΕ πραγματικής υπηρεσίας, εχόντων όμως 8ετή τουλάχιστον τοιαύτην, δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως των χηρών και των ανηλίκων τέκνων αυτών, υπολογίζεται ως συντάξιμος η προς συμπλήρωσιν της 15ετίας απαιτουμένη εφημεριακή υπηρεσία αυτών η διανυθείσα εν Β. Ηπείρω και Κύπρω, της υπηρεσίας ταύτης προσμετρουμένης εις την πραγματικήν τοιαύτην προς κανονισμόν της συντάξεως. Το ασφάλιστρον δια τον αναγνωριζόμενον τούτον χρόνον είναι το δια τον κλάδον συντάξεως τοιούτον, υπολογιζόμενον επί των αποδοχών τας οποίας ελάμβανεν ο θανών κατά τον χρόνον του θανάτου του. Η διάταξις αύτη ισχύει δι’ απάσας τας προ της δημοσιεύσεως ταύτης περιπτώσεις, εφ’ όσον εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεώς της υποβληθή η σχετική περί απονομής συντάξεως αίτησις. ς)Εκκρεμείς αιτήσεις περί απονομής συντάξεως ως και αιτήσεις ανακλήσεως επί περιπτώσεων κριθεισών κατά το προϊσχύον δίκαιον, υποβαλλόμεναι εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης, κρίνονται βάσει των διατάξεων της παρούσης. Η κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων απονεμομένη σύνταξις άρχεται καταβαλλομένη από της περί τούτου σχετικής αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του ΤΑΚΕ». Τα εδάφ. ε΄ και ς΄ προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 139891 της 12 Νοεμ./17 Δεκ. 1964 αποφ. Υπ. Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β΄ 642). «ζ)Σύνταξη τέκνου λόγω θανάτου δικαιούται από το ΤΑΚΕ και η διαζευγμένη θυγατέρα θανόντα ασφαλισμένου ή συνταξιούχου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: αα)Ο γάμος να λύθηκε με κοινή υπαιτιότητα ή με υπαιτιότητα του συζύγου ή από λόγο που δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό της ή με συναινετικό διαζύγιο ή να συντρέχει περίπτωση βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του συζύγου. ββ)Να μην έχει μηνιαίο εισόδημα από το Δημόσιο ή το Δημόσιο τομέα μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου του (Αντί για τη σελ. 278,001) Σελ. 278,001(α) Τεύχος ΙΒ-1-2 Σελ 87 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 54 ΤΑΚΕ όπως αυτό ισχύει κάθε φορά ή φορολογητέο εισόδημα από άλλη πηγή μεγαλύτερο από το παραπάνω κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου του ΤΑΚΕ. γγ)Να μην παίρνει άλλη σύνταξη και να μην έχει ασφαλιστεί για σύνταξη σε οποιοδήποτε Ασφαλιστικό Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης. δδ)Να έχει συμπληρώσει το 40ο έτος της ηλικίας της κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης. η)Οι διατάξεις της παραπάνω περίπτ. ζ έχουν εφαρμογή και για τις διαζευγμένες θυγατέρες, των οποίων το δικαίωμα γεννήθηκε πριν από την ισχύ της παρούσας απόφασης. θ)Η σύνταξη των διαζευγμένων θυγατέρων αναγνωρίζεται ύστερα από αίτησή τους και αρχίζει από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση». Οι παραπάνω μέσα σε « » περιπτ. ζ΄, η΄, θ΄ προστέθηκαν από την Φ. 60/1926/5-9 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 770) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 278,002(α) Τεύχος ΙΒ-1-2 Σελ. 88 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 55 2.«Εις την σύνταξιν της χήρας συζύγου και των τέκνων συμμετέχουν, εφ’ όσον συνεκατώκουν και συνετηρούντο υπό του θανόντος α)η χήρα μήτηρ τούτου και β)ο άπορος, έχων συμπεπληρωμένον το 65ον έτος της ηλικίας του, ή ανάπηρος πατήρ, της αναπηρίας τούτου βεβαιουμένης κατά τα εν τέλει του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου διαλαμβανόμενα. Το κατά τ’ ανωτέρω δικαίωμα των γονέων, αναγνωριζόμενον τη αιτήσει των, παραμένει και αν έτι η χήρα σύζυγος και τα τέκνα εκλίπωσιν ή οπωσδήποτε απολέσωσι το εις σύνταξιν δικαίωμα, ως και όταν δεν συντρέχωσι δια τα πρόσωπα ταύτα οι όροι θεμελιώσεως δικαιώματος εις σύνταξιν. Δύνανται εν πάσει περιπτώσει οι υπέρ ων αναγνωρίζεται κατά τας διατάξεις του παρόντος δικαίωμα συμμετοχής γονείς του αποβιώσαντος να παραιτηθώσι του δικαιώματος τούτου, ότε η σύνταξις καταβάλλεται αμείωτος εις την χήραν σύζυγον και τα τέκνα. Η παραίτησις αύτη δεν δύναται ν’ ανακληθή παρά του παραιτηθέντος, όστις απόλλυσι ανεκκλήτως το εις συμμετοχήν δικαίωμά του». 3.«Τα ποσά των ανωτέρω συντάξεων καθορίζονται ως ακολούθως: α)Η σύνταξις της χήρας συζύγου συνίσταται εις τα 5/10 της εις την ησφαλισμένον απονεμητέας τοιαύτης, συντρεχόντων δ’ ενός ή πλειόνων τέκνων, η σύνταξις προσαυξάνεται κατά 1/10 δι’ έκαστον τούτων, τούτου υπολογιζομένου επί της εις τον ησφαλισμένον απονεμητέας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή το ποσόν της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος ζων. β)Η σύνταξις του τέκνου, μη υπαρχούσης χήρας συζύγου, συνίσταται εις τα 5/10 της εις τον ησφαλισμένον πατέρα αυτού απονεμητέας τοιαύτης, εάν δεν υπάρχωσι πλείονα τέκνα η εν λόγω σύνταξις, ανήκουσα τούτοις κατ’ ισομοιρίαν, προσαυξάνεται κατά 1/10 δι’ έκαστον τούτων, τούτου υπολογιζομένου επί της εις τον ησφαλισμένον απονεμητέας, μη δυναμένη να υπερβή εν τω συνόλω το ποσόν της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος ζων. γ)Η σύνταξις των γονέων του θανόντος ησφαλισμένου μη υπαρχόντων χήρας συζύγου και τέκνων, ως και η τοιαύτη των αγάμων αδελφών του θανόντος, μη υπαρχόντων γονέων συνίσταται εις τα 5/10 της εις τον ησφαλισμένον υιόν ή αδελφόν απονεμητέας συντάξεως, καταβάλλεται δε κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων. δ)Η σύνταξις των κατά τα εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου συμμετεχόντων γονέων συνίσταται εις τα 3/10 της εις τον θανόντα υιόν απονεμητέας τοιαύτης, οπότε το αντίστοιχον ποσόν συντάξεως της χήρας μετά τέκνων και των ορφανών τέκνων δεν δύναται εν τω συνόλω του να υπερβαίνη το 7/10 της εν λόγω συντάξεως». «4.Θανόντος συνταξιούχου η σύνταξις τούτου μεταβιβάζεται εις την χήραν σύζυγον αυτού συντρεχόντων ή μη μετά ταύτης τέκνων, θανούσης δε ταύτης ή μη υπαρχούσης η σύνταξις μεταβιβάζεται εις τα δικαιούμενα ταύτης τέκνα υπό την προϋπόθεσιν ότι το εισόδημα εκάστου δεν υπερβαίνει το εν εδαφ. α΄ της παρ. 1 οριζόμενον όριον. Εν περιπτώσει υπερβάσεως εφαρμόζονται αι διατάξεις του αυτού εδαφίου. Εις τας ούτω μεταβιβαζομένας συντάξεις συμμετέχουν και οι γονείς του αποβιώσαντος ησφαλισμένου υπό τας προϋποθέσεις της παρ. 2 του παρόντος. Το ποσόν της ούτω μεταβιβαζομένης συντάξεως ισούται προς τα 5/10 της συντάξεως του θανόντος, προσαυξανόμενον κατά 1/10 δι’ έκαστον τέκνον, υπό τον περιορισμόν του εδαφ. δ΄ της προηγουμένης παραγράφου, εφ’ όσον εις την ούτω μεταβιβαζομένην σύνταξιν συμμετέχουν και οι ανωτέρω εν παρ. 2 του παρόντος γονείς του αποβιώσαντος ησφαλισμένου». Η παρ. 4 αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Β΄ 675) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 60/3/3387 της 22/30 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 787) ομοίας, η ισχύς της οποίας άρχεται από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ανωτέρω πρώτης τροποποιητικής αποφάσεως. (Αντί για τη σελ. 278,01(β) Σελ. 278,01(γ) Τεύχος ΙΒ-1 –2 Σελ. 89 Καταστατικό Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 56 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 57 5.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως χήρας συζύγου, συντρεχούσης μετά τέκνων ενηλίκων, η καταβαλλομένη σύνταξις ανήκει κατά το ήμισυ μεν εις αυτήν κατά το έτερον δε ήμισυ εις τα τέκνα κατ’ ισομοιρίαν», 6.«Άποροι χήραι ησφαλισμένου πρεσβυτέρων και διακόνων, αποβιούντων από της δημοσιεύσεως της παρούσης δικαιούνται συντάξεως ασχέτως χρόνου ασφαλίσεως του αποβιώσαντος συζύγου των υπό τον όρον της καταβολής των υπολειπομένων δια τους κλάδους συντάξεως και ασθενείας εισφορών του ησφαλισμένου συζύγου των, προς συμπλήρωσιν 15ετούς εν ασφαλίσει υπηρεσίας, υπολογιζομένων αναλόγως του βαθμού απορίας εκάστης από του απλού ως του διπλασίου και επί αποδοχών ων θα εδικαιούτο ο θανών κατά τον χρόνον της βάσει της παρούσης υποβληθησομένης αιτήσεως. Η απορία τούτων κρίνεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Α.Κ.Ε. λαμβανομένης υπ’ όψιν της περιουσιακής καταστάσεώς των. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα υπό της παρ. 2 (τελευταίας περιόδου) και της παρ. 4 του άρθρ. 13 του Καταστατικού οριζόμενα. Η απονεμηθησομένη κατά τα ανωτέρω σύνταξις δεν μεταβιβάζεται εις τα τέκνα ή έτερα πρόσωπα, προσαυξάνεται δε κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 14 του Καταστατικού, λόγω υπάρξεως τέκνων. Αύτη δεν δύναται να υπερβή μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων, το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον συντάξεων». Τα εδάφ. α΄και β΄της παρ. 6, συμπληρωθείσης δια της υπ’ άριθ. 37508 της 16 Απρ./2 Μαΐου 1968 αποφ. Υπ. Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β΄ 217) αντικατασταθείσης αφ’ ης ίσχυσε δια της υπ’ αριθ. 77877 της 24 Ιουλ./12 Αυγ. 1968 ομοίας, (ΦΕΚ Β΄ 382), αντικατεστάθησαν εκ νέου ως άνω δια της παρ. 11 της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 675). Το άρθρ. 14 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 12391 της 6/16 Φεβρ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 52) αποφ. Υπ. Παιδείας. «Άποροι χήραι ησφαλισμένων πρεσβυτέρων και διακόνων, θανόντων από της ισχύος της υπ’ αριθ. 99836/54 Υπουργικής αποφάσεως (ΦΕΚ 13/55 τ.Β΄) δικαιούνται συντάξεως, εφ’ όσον εντός έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης ήθελον ζητήσει τούτο, ανεξαρτήτως εάν η προηγουμένη αίτησις αυτών, εκκρεμεί ή απερρίφθη και υπό τους όρους και προϋποθέσεις των εδαφ. α΄ και β΄ της παρούσης παραγράφου». Η ανωτέρω διάταξις προστέθη δια της υπ’ αριθ. Β2/60/3/877 της 24 Μαΐου/7 Ιουν. 1977 (ΦΕΚ Β΄ 520) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. «Άποροι χήραι ησφαλισμένων πρεσβυτέρων και διακόνων, περί ων η διάταξις η οποία προσετέθη εις το τέλος της παρ. 6 του άρθρ. 14 του Καταστατικού του Ταμείου δια της υπ’ αριθ. Β2/60/3/877/24.5.77 Υπουργικής αποφάσεως (ΦΕΚ 520/77 τ.Β΄), μη ασκήσασαι το δικαίωμα εντός της υπ’ αυτής ταχθείσης προθεσμίας, δύνανται να ασκήσουν τούτο εντός προθεσμίας ενός έτους αρχομένης από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η ανωτέρω διάταξις προστέθηκε με την απόφαση Υπουργ. Κοιν. Υπηρ. αριθ. Β2/603/529/ 14-24 Μαρτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 296, Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 397 της 19 Απρ 1979). «7. Η μη πλήρωσις των προϋποθέσεων του παρόντος άρθρου προς απονομήν ή καταβολήν συντάξεως εις τα εν αυτώ αναφερόμενα πρόσωπα δεν επιφέρει την οριστικήν απώλειαν του δικαιώματός των, αλλά την αναστολήν ασκήσεως τούτου μέχρι πληρώσεως των οριζομένων προϋποθέσεων, βεβαιουμένων τη αιτήσει του ενδιαφερομένου. Συντάξεις απονεμηθείσαι εις τα ως άνω πρόσωπα και καταβαλλόμεναι μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης εμπίπτουν εις τον ανωτέρω περιορισμόν και ρυθμίζονται αναλόγως. Περιπτώσεις τέκνων, το δικαίωμα των οποίων έχει ανασταλή κατ’ εφαρμογήν της προηγουμένης διατάξεως επανεξετάζονται, εφαρμοζομένης αναλόγως της παρούσης, επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων υποβαλλομένη εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης». Η παρ. 7 αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 60/5938 της 6/24 Αυγ. 1971 (ΦΕΚ Β΄675) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 60/3/3387 της 22/30 Σεπτ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 787) ομοίας, η ισχύς της οποίας άρχεται από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ανωτέρω πρώτης τροποποιητικής αποφάσεως. Άρθρ.15.-«1.Ο δικαιούμενος εις σύνταξιν οφείλει να υποβάλη εις το ΤΑΚΕ σχετικήν αίτησιν, επί ποινή εκπτώσεως από του δικαιώματος, εντός διετίας, αφ’ ης το δικαίωμα εγεννήθη. 2.Εάν ο αποκτήσας δικαίωμα εις σύνταξιν απεβίωσε προ της λήξεως της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας, χωρίς να υποβάλη αίτησιν, η προθεσμία αύτη προς αποβολήν της αιτήσεως υπό παντός έχοντος συμφέρον παρατείνεται επί έν εισέτι έτος από της λήξεώς της. 3.Αι ως άνω προθεσμίαι τρέχουσι και κατά των διατελούντων υπό επιτροπείαν, κηδεμονίαν ή δικαστικήν αντίληψιν. 4.Αίτησις περί αναγνωρίσεως δικαιώματος συντάξεως ή πληρωμής αναγνωρισθεισών ή καθυστερουμένων τοιούτων, υποβαλλομένη εις το ΤΑΚΕ παρά παντός τρίτου, ουδέν έννομον αποτέλεσμα παράγει, ουδέ λαμβάνεται υπ’ όψιν. (Αντί για τη σελ. 279(ι) Σελ. 279(κ) Τεύχος ΣΤ92-Σελ. 135 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 58 εάν δεν συνοδεύηται υπό ειδικού πληρεξουσίου, παρέχοντος την ειδικήν εντολήν προς επιδίωξιν των εν τη αιτήσει αναφερομένων. 5.Εις ουδεμίαν ανεξαιρέτως περίπτωσιν επιτρέπεται η αναγνώρισις αναδρομικής συντάξεως δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθ’ ον λαμβάνεται η σχετική περί απονομής συντάξεως απόφασις υπό του Δ. Συμβουλίου του ΤΑΚΕ». 6.(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 40569 της 3/22 Μαΐου 1958, ΦΕΚ Β΄150, αποφ. Υπ. Παιδείας). Το άρθρ. 15 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 99836 της 23 Δεκ. 1954/26 Ιαν. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 13) αποφ. Υπ. Παιδείας. Έναρξις και λήξις συντάξεως Άρθρ.16.-«1.Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την επομένη της απομάκρυνσης του ασφαλισμένου από την υπηρεσία του ή από την επομένη του θανάτου του. Στις περιπτώσεις που καταβάλλονται στους ασφαλισμένους τρίμηνες αποδοχές, η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από τη λήξη του τριμήνου. Για τις λοιπές παροχές η καταβολή τους αρχίζει από την υποβολή της αίτησης». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 της Β2/60/3/2083/27 Οκτ. – 24 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 682) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Επί εφημεριών, ιεροδιακόνων και ιεροψαλτών η απομάκρυνσις λογίζεται γενομένη από της χρονολογίας της κοινοποιήσεως του απολυτηρίου γράμματος του οικείου Ιεράρχου επί δε των υπαλλήλων του ΤΑΚΕ και των Μητροπολιτικών γραφείων κατά τα περί δημοσίων υπαλλήλων ισχύοντα. 3.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου η καταβολή της συντάξεως εις τα δικαιούμενα κατά σειράν προτεραιότητος πρόσωπα άρχεται από της επιούσης του θανάτου αυτού. 4.Η λήξις πληρωμής συντάξεως επέρχεται μετά τον θάνατον των δικαιούχων προσώπων ή την ενηλικίωσιν των αρρένων και την αποκατάστασιν των θηλέων». Το άρθρ. 16 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 99836 της 23 Δεκ. 1954/26 Ιαν. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 13) αποφ. Υπ. Παιδείας. Σελ. 280(κ) Τεύχος ΣΤ92-Σελ. 136 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 59 Απώλεια δικαιώματος εις σύνταξιν Άρθρ.2.-3.(Αφορώντα την υπό του ΤΑΚΕ μισθοδοσίαν των εφημερίων κατηργήθησαν δια των διατάξεων του άρθρ. 16 Α.Ν. 536/1945). Άρθρ.17.-«1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα απόλλυται: α)«Εάν ο δικαιούχος καταδικασθή εις εγκληματικήν ποινήν δια τα υπό του άρθρ. 62 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Α.Ν. 1854/1951 (περί απονομής των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων) αναφερόμενα αδικήματα, εφ’ όσον ταύτα στρέφονται κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Παρεχομένης χάριτος μετ’ άρσεως των συνεπειών το δικαίωμα ανακτάται υπό τους όρους της παρ. 4 του παρόντος άρθρου». Το εδάφ. α΄ ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. Φ. 6/8759 της 26 Αυγ./4 Σεπτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 558). β)Εάν η θυγάτηρ έλθη εις γάμον ή η χήρα εις νέον τοιούτον, είτε κατά το ημεδαπόν είτε κατά το αλλαδαπόν δίκαιον, ή εάν η χήρα σύζυγος εκπέση της επιτροπείας των τέκνων αυτής δι’ αισχράν διαγωγήν. γ)Εάν η δκαιωθείσα συντάξεως χήρα σύζυγος αποκτήση μετά τον θάνατον του συζύγου της νόθον τέκνον ή καταδικασθή δι’ αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως δια τα υπό του άρθρ. 62 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Α.Ν. 1854/51 αναφερόμενα αδικήματα. 2.Αι διατάξεις του Ν.Δ. 617/48 εξακολουθούν ισχύουσαι, η υπό τούτου όμως προβλεπομένη στέρησις συντάξεως ή άλλης παροχής, απαγγέλλεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών. 3.Το εις σύνταξιν ή καταβολήν δικαίωμα δεν δύναται ν’ ασκηθή, εάν ο δικαιούχος: α)Καταδικασθή εις εγκληματικήν ποινήν επί οιωδήποτε αδικήματι, πλην των εν εδαφ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένων και μέχρι λήξεως της ποινής. β)Αποβάλη την Ελληνικήν ιθαγένειαν ή αποκτήση ξένην τοιαύτην. 4.Αρθέντος του λόγου της μη ασκήσεως το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται ή επαναλαμβάνεται από της πρώτης του επομένου μετά την άρσιν μηνός. 5.Κηρυχθείσης αφανείας το εις σύνταξιν δικαίωμα δεν δύναται ν’ ασκηθή προς της νομίμου δημοσιεύσεως του τελεσιδίκου περί αφανείας αποφάσεως. 6.Εις την περίπτωσιν της εν πολέμω ή επιστρατεύσει εξαφανίσεως του ησφαλισμένου το εις σύνταξιν δικαίωμα δύναται να ασκηθή μετά εξάμηνον από της εξαφανίσεως. 7.«Η σύζυγος του κατά την παρ. 1 εδάφ. α΄ του παρόντος καταδικασθέντος και τα τέκνα τούτου δικαιούνται κατά τους όρους του παρόντος Καταστατικού της ανηκούσης αυτοίς συντάξεως, ως αν ο καταδικασθείς είχεν αποβιώσει. Ανακτωμένου τυχόν δικαιώματος υπό καταδικασθέντος κατά τους όρους της παρ. 1 εδάφ. α΄ υπ. β΄του παρόντος, παύει η πληρωμή της κατά το προηγούμενον εδάφιον συντάξεως». Η παρ.7 ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. Φ. 6/8759 της 26 Αυγ./4 Σεπτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 558). 8.Η σύζυγος και τα τέκνα του κατά την παρ. 3 στοιχ. α΄ του παρόντος δικαιούνται, κατά το χρονικόν διάστημα, καθ’ ο δεν δύναται ν’ ασκηθή υπ’ αυτού το εις σύνταξιν ή καταβολήν δικαίωμα να τύχωσι της, κατά τους όρους του παρόντος Καταστατικού, ανηκούσης αυτοίς συντάξεως ως εάν ο καταδικασθείς είχεν αποβιώσει». Το άρθρ. 17 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 123200 της 21 Οκτ./5 Νοεμ. 1958 αποφ. Υπ. Παιδείας (ΦΕΚ Β΄ 298). «Η σύνταξις καθορίζεται πάντοτε δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του ΤΑΚΕ, η δε εκτέλεσις των αποφάσεων κανονισμού συντάξεων γίνεται από της αρμοδίας υπηρεσίας συντάξεων, καθώς επίσης και πάσα μεταβολή αναφερομένη εις την ενηλικίωσιν των αρρένων ή τον γάμον των θηλέων». «Παραίτησις από του δικαιώματος της συντάξεως είναι ισχυρά, μη δυναμένη να ανακληθή. Εκ της παραιτήσεως δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα των διαδόχων εν τη συντάξει προσώπων». «Η σύνταξις δεν εκχωρείται ουδέ κατάσχεται, πλην των εν τοις κειμένοις Νόμοις διαλαμβανομένων περιπτώσεων». Αι ανωτέρω διατάξεις του άρθρ. 17 ως τούτο είχε τροποποιηθή δια της υπ’ αριθ. 99836 της 23 Δεκ. 1954/26 Ιαν. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 13), θεωρούνται ισχύουσαι καίτοι δεν περιελήφθησαν εις την ως άνω τροποποίησιν της αποφ. 123200/1958 καθόσον αύτη δεν ρυθμίζει άλλως τα θέματα ταύτα. «9.Απονεμηθείσαι συντάξεις και διακοπείσαι λόγω καθαιρέσεως επαναχορηγούνται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεως της παρούσης μηνός». Η παρ. 9 προσετέθη δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. Φ. 6/8759 της 26 Αυγ./4 Σεπτ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 558). Τρόπος καθορισμού της συντάξεως. Άρθρ.18.-«1.Το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης αποτελείται από 1/35 του κατά την περίπτ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζομένου συντάξιμου μισθού, για κάθε συντάξιμο χρόνο μέχρι του 35ου έτους συντάξιμης υπηρεσίας, πέρα δε της 35ετίας καμιά αύξηση δεν επιτρέπεται. Η αναγνωριζομένη προϋπηρεσία θεωρείται πραγματική και λογίζεται για την θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως για τον καθορισμό της σύνταξης». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από (Αντί για τη σελ. 281(λ) Σελ. 281(μ) Τεύχος ΙΒ-Ι-2 Σελ. 91 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 60 την παρ. 2 της Β2/60/3/2083/27 Οκτ. –24 Νοεμ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 682) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. «2.α)Ως συντάξιμος μισθός των εφημερίων και διακόνων, που μισθοδοτούνται από το δημόσιο και εξέρχονται της υπηρεσίας, από 1ης Μαΐου 1985 και εφεξής, λαμβάνεται ποσοστό 80% των αποδοχών τους. Ως αποδοχές λογίζονται ο βασικός μισθός του Μισθολογικού Κλιμακίου στο οποίο ανήκουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 1505/1984 και το λαμβανόμενο επίσης χρονοεπίδομα κατά τον τελευταίο μήνα της υπηρεσίας τους. Στις κατά τα ανωτέρω κανονιζόμενες συντάξεις, δεν υπολογίζονται οι χορηγηθείσες από 1.1.1983 μέχρι και 1.5.1985 προσαυξήσεις 15%, 10%, 5%, 12% και 20%. β)Προκειμένου περί εφημερίων που δεν μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, ως συντάξιμος μισθός λαμβάνεται ποσοστό 80% των αποδοχών που λαμβάνουν κατά τον τελευταίο μήνα της υπηρεσίας τους. Ως αποδοχές λογίζονται ο βασικός μισθός του βαθμού ή του Μισθολογικού Κλιμακίου, στο οποίο ανήκουν και το τυχόν λαμβανόμενο επίδομα πολυετούς υπηρεσίας ή τριετών ή χρονοεπιδόματος. Η σύνταξη της παραπάνω κατηγορίας προσώπων σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από εκείνη που θα δικαιούνταν αν ελάμβαναν αποδοχές από το Δημόσιο, υπολογιζομένης πάντοτε ανάλογα με το βαθμό ή το Μισθολογικό Κλιμάκιο, που θα εντάσσονταν αν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Α.Ν. 469/1968 ή του Νόμ. 1505/1984 και με βάση τα τυπικά τους προσόντα και τα συντάξιμα έτη. γ)Η σύνταξη των διακόνων και των ψαλτών που δεν μισθοδοτούνται από το Δημόσιο, κανονίζεται σε ποσοστό 80% του μέσου όρου των αποδοχών του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν από την αποχώρηση από την υπηρεσία τους. Οι ανωτέρω, εφόσον οι αποδοχές τους είναι κατώτερες, από το εκάστοτε κατώτατο όριο συντάξεων του Τ.Α.Κ.Ε., καταβάλλουν ασφάλιστρα με βάση το κατώτατο όριο». Οι περιπτ. α, β και γ αντικαταστάθηκαν ως άνω από την Φ. 60/3/2631/15-17 Οκτ 1985 (ΦΕΚ Β΄ 624) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 203/18 Απρ. 1986) αποφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλ. Σελ. 282(μ) Τεύχος ΙΒ-1-2 Σελ. 92 «δ.Οι ιερείς που συνταξιοδοτήθηκαν μέχρι 30.4. 1985 κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια σύμφωνα με τις διατάξεις της 24711/11683/ 28.2. 1985 (ΦΕΚ 131Β) κοινής υπουργικής απόφασης. Οι συντάξεις των παραπάνω κατατασσομένων καθώς και των δικαιοδόχων τους αναπροσαρμόζονται από 1.1.1989 σε ποσοστό 80% του συντάξιμου μισθού τους. Ως συντάξιμος μισθός θεωρείται ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου στο οποίο κατατάσσεται ο συνταξιούχος και το χρονοεπίδομα που αναλογεί μόνο στο συντάξιμο χρόνο του Τ.Α.Κ.Ε. Στις συντάξεις που αναπροσαρμόζονται με τον παραπάνω τρόπο δεν υπολογίζονται οι αυξήσεις που χορηγήθηκαν με τις Β2/60/988/1983 (ΦΕΚ 302 Β), Β2/60/317/1984 (ΦΕΚ 132 Β), Φ 60/643 Ν/1984 (ΦΕΚ 880 Β), Φ 60/605/1985 (ΦΕΚ 143 Β) και Φ 60/2005/1985 (ΦΕΚ 467 Β) υπουργικές αποφάσεις. Από την διαφορά του ποσού που προκύπτει μεταξύ της κατά την 31.12.1988 καταβαλλόμενης σύνταξης και της δικαιουμένης, σύμφωνα με την παραπάνω αναπροσαρμογή, καταβάλλεται το μισό. ε.Συντάξεις που τυχόν μειώνονται λόγω, της αναπροσαρμογής που γίνεται σύμφωνα με την προηγουμένη περίπτωση, διατηρούνται στα ίδια επίπεδα. στ.Από τον παραπάνω ανακαθορισμό δεν θίγονται οι διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου οι σχετικές με τα κατώτατα όρια. ζ.Στους συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται επίδομα οικογενειακών βαρών με τις προϋποθέσεις και κατά το ποσοστό που χορηγείται αυτό κάθε φορά στους μόνιμους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου». Οι περιπτ. δ΄, ε΄, ζ΄, η΄, θ΄, ι ΄, ια΄ και ιβ΄ αντικαταστάθηκαν και αναριθμήθηκαν ως άνω από την Φ60/1767/13-16 Ιουν. 1989 (ΦΕΚ Β΄ 485) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 61 «3.α)Εις τας υπό του ΤΑΚΕ απονεμομένας εφεξής συντάξεις εις πάντας τους μετόχους αυτού και οργανικάς οικογενείας, προστίθεται ειδικόν επίδομα καθοριζόμενον εκάστοτε υπό του Διοικ. Συμβουλίου του ΤΑΚΕ». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 129293 της 15 Νοεμ./13 Δεκ. 1956 (ΦΕΚ Β΄ 269) αποφ. Υπ. Παιδείας. «Το ειδικόν τούτο επίδομα χορηγείται εφεξής και καθορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Α.Κ.Ε. και εις τας προ της ισχύος της υπ’ αριθ. 16015/1951 (ΦΕΚ 116/1951, τεύχος Β΄) αποφάσεως ημών απονεμηθείσας συντάξεις». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 59651 της 25 Μαΐου /6 Ιουν. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 158) αποφ. Υπ. Παιδείας. β)«Από της δημοσιεύσεως της παρούσης παρέχεται και καταβάλλεται εις πάντας ανεξαιρέτως τους συνταξιούχους του Ταμείου, και τας συνταξιοδοτουμένας οργανικάς οικογενείας» έκτακτον επίδομα αεροθεραπείας ή λουτροθεραπείας», το ποσόν του οποίου καθοριζόμενον δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, κατά μήνα Μάϊον εκάστου έτους, δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν μιας μηνιαίας συντάξεως μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων αυτής. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται κατά μήνα Ιούλιον εκάστου οικονομικού έτους ομού με την σύνταξιν του μηνός αυτού δι’ ιδιαιτέρας αποδείξεως, άνευ δικαιολογητικού τινός. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται το αμέσως επόμενον, από της ενάρξεως της συνταξιοδοτήσεως έτος. Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως συντάξεως, η ορφανική οικογένεια δεν δικαιούται επιδόματος, εφ’ όσον ο αποθανών αμέσως ησφαλισμένος έλαβε τούτο κατά το έτος καθ’ ο απεβίωσεν». Το εδαφ. Β΄ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 10109 της 23/31 Ιαν. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 29) αποφ. Υπ. Παιδείας. Βλ. και κατωτ. αποφ. 70852/1957. «ΙΙΙ.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος το κατά τα ανωτέρω ειδικόν επίδομα μειούται κατά το ποσόν των κατ’ εφαρμογήν των παρ. 1 και 2 εδάφ. α΄ του παρόντος ή του Νόμ. 1854/1951, ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, χορηγηθησομένων αυξήσεων των συντάξεων (λόγω αυξήσεως των μισθών ενεργείας, ή λόγω υπολογισμού των συντάξεων βάσει του συνταξίμου μισθού, ως ούτος ορίζεται δια της παρ. 2 του παρόντος), του Διοικητικού Συμβουλίου δυναμένου να αναστέλλη την κατά τα ως άνω μείωσιν του ειδικού επιδόματος, εάν ο Κλάδος Συντάξεων εμφανίζη σταθερόν περίσσευμα. ΙV.Το ως άνω ειδικόν επίδομα από της πρώτης του μεθεπομένου μηνός της δημοσιεύσεως του παρόντος μειούται εις το ήμισυ δια τα συνταξιοδοτούμενα άγαμα θήλεα, εάν ταύτα ασκώσιν οιονδήποτε ελεύθερον επάγγελμα αδιαφόρως προσόδων, ή είναι υπάλληλοι του δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., ανεξαρτήτως της συνδεούσης αυτά σχέσεως μετά της εις ην υπηρετούσιν υπηρεσίας ή εις οιανδήποτε ιδιωτικήν επιχείρησιν επί αποδοχαίς «κατά μήνα υπερβαινούσαις τας 1.500 δραχμάς». Η εντός « » φράσις ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 87295 της 26 Οκτ./4 Νοεμ. 1961 αποφ. Υπ. Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β΄ 404). Το ειδικόν επίδομα δεν καταβάλλεται, ή εάν έχει απονεμηθή παύει καταβαλλόμενον εις τους συνταξιούχους ή τα δικαιοδόχα τούτων πρόσωπα, εάν ούτοι, ή ο εξ ου έλκουν τα δκαιώματατά των, κατά το από της συστάσεως του Ταμείου μέχρι της απελευθερώσεως της Χώρας χρονικόν διάστημα, δεν κατέβαλον τα προς το ΤΑΚΕ εισφοράς των, ούτε μεταγενεστέρως απεδέχθησαν την ρύθμισιν των εισφορών τούτων, δυνατής ούσης της ρυθμίσεως τούτων αιτήσει των, εις το μέλλον, ότε η παρούσα διάταξις δεν εφαρμόζεται. Δια τας ως άνω κατηγορίας των συνταξιούχων δεν ισχύουν αι περί κατωτάτου ορίου συντάξεως και ειδικού επιδόματος διατάξεις. V.Του ειδικού επιδόματος δικαιούνται κατ’ ισομοιρίαν ή κατά το ανήκον αυτοίς ποσοστόν τα συμμετέχοντα κατά το άρθρ. 14 εις την σύνταξιν πρόσωπα». Αι παρ. ΙΙΙ-V. προσετέθησαν δια της υπ’ αριθ. 12391 της 6/16 Φεβρ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 52) αποφ. Υπ. Παιδείας. 4.«Το κατά την συγκεφαλαίωσιν του συνταξίμου χρόνου έλαττον των 12 μηνών διάστημα λογίζεται πλήρες έτος, αν είναι τουλάχιστον ίσον προς 6 μήνας». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16015 της 15/22 Ιουν. 1951 (ΦΕΚ Β΄ 116) αποφ. Υπ. Παιδείας. «5.Το Ταμείο υποχρεούται στην καταβολή εξόδων κηδείας σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου του. Τα έξοδα ορίζονται, σε περίπτωση θανάτου άμεσου συνταξιούχου, σε ποσό ίσο προς το τριπλάσιο του εκάστοτε κατώτατου ορίου συντάξεων άμεσου συνταξιούχου του ΤΑΚΕ και σε περίπτωση έμμεσου συνταξιούχου ή μέλους της οικογενείας τους, σε ποσό ίσο προς το διπλάσιο του εκάστοτε κατωτάτου ορίου συντάξεων εμμέσου συνταξιούχου του Τ.Α.Κ.Ε. Τα έξοδα κηδείας καταβάλλονται, στην χήρα ή τον χήρο και σε περίπτωση που ελλείπουν αυτοί, στον εκάστοτε επιμελούμενο της κηδείας. Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Α.Κ.Ε. Τα έξοδα κηδείας καταβάλλονται εφόσον οι δικαιούχοι αυτών δεν δικαιούνται τέτοια έξοδα από το Δημόσιο ή από άλλη πηγή. (Αντί για τη σελ. 282,01(δ) Σελ. 282,01(ε) Τεύχος ΙΒ-Ι-2 Σελ. 93 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 62 Σε περίπτωση που τα δικαιούμενα από άλλη πηγή έξοδα κηδείας είναι λιγότερα από αυτά που θα εδικαιούντο από το Τ.Α.Κ.Ε., καταβάλλεται η διαφορά από το Τ.Α.Κ.Ε. Ποσό που εισπράχθηκε αχρεώστητα για σύνταξη του μήνα που απεβίωσε ο συνταξιούχος, δεν παρακρατείται από τα έξοδα κηδείας». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ. 60/3/2631/15-17 Οκτ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 624) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόν. και Κοιν. Ασφαλ. (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 203/18 Απρ. 1986). «6.Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου Ασφαλίσεως Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος, δύνανται, οσάκις κρίνει τούτο αναγκαίον, εν όψει αυξήσεως ή αναπροσαρμογής των συντάξεων ή άλλης παροχής, να αναθέτη εις ειδικόν Αναλογιστήν την επ’ αμοιβή σύνταξιν αναλογιστικής μελέτης». Η παρ. 6 προστέθηκε ως άνω από την Β2/60/ 3/304/17-331 Μαρτ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 185) αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών. Άρθρ.19-20.(Αφορώντα την ασφάλισιν κατά της ασθενείας και την παροχήν βοηθημάτων, κατηργήθησαν δια του άρθρ. 16 Α.Ν. 536/1945). Σελ. 282,02(ε) Τεύχος ΙΒ-Ι-2 Σελ. 94 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 63 Διοίκησις –Διεύθυνσις Άρθρ.21.-Το ΤΑΚΕ διοικείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Για τη σύνθεση του Δ.Σ. βλ. ήδη άρθρ. 63 Νόμ. 590/1977 (τόμ. 33 σελ. 40,321). Το Διοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρισταμένων πέντε τουλάχιστον εκ των μελών αυτού. Κατά τα λοιπά τα της λειτουργίας του ειρημένου Διοικητικού Συμβουλίου ρυθμίζονται υπό των κειμένων διατάξεων». Αι αποφάσεις λαμβάνονται δια πλειοψηφίας των παρόντων της ψήφου του Προέδρου ή Προεδρεύοντος νικώσης εν ισοψηφία. Αντιπροσώπευσις δεν επιτρέπεται. Του Συμβουλίου συμμετέχει και ο Διευθυντής του ΤΑΚΕ ή ο αναπληρωτής του ως εισηγητής άνευ ψήφου. Περί των εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω συζητουμένων και των λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται συνοπτικώς πρακτικά παρά του Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου υπαλλήλου του ΤΑΚΕ, οριζομένου παρά του Διευθυντού, υπογραφόμενα παρά του Προέδρου και των κατά την συνεδρίασιν παρόντων μελών και του Διευθυντού του ΤΑΚΕ ή του αναπληρωτού του. Πλην του βιβλίου των πρακτικών ο Γραμματεύς του Διοικητικού Συμβουλίου τηρεί και βιβλίον αποφάσεων εν ω αναγράφεται εκάστη απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου και ο τρόπος και χρόνος της εκτελέσεως αυτής. Ο Γραμματεύς του Διοικητικού Συμβουλίου τηρεί το εμπιστευτικόν πρωτόκολλον αυτού συντάσσει δε και διεκπεραιώνει την αλληλογραφίαν του Προεδρείου. Εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δίδεται αποζημίωσις 200 δαχμών δι’ εκάστην συνεδρίασιν. Καθήκοντα Διοικητικού Συμβουλίου Άρθρ.22.-Το Δ. Συμβούλιον του ΤΑΚΕ έχει τα εξής καθήκοντα: 1.Την γενικωτέραν εποπτείαν και διοίκησιν του ΤΑΚΕ. 2.Την διαχείρισιν και διάθεσιν των κεφαλαίων αυτού. 3.Επιμελείται της κανονικής εισπράξεως των πόρων του ΤΑΚΕ. 4.(Προβαίνει εις την αναλογικήν ελάττωσιν ή αύξησιν των υπό του νόσου προβλεπόμενων μισθών των εφημερίων αναλόγως των εκάστοτε πόρων αυτού). Τα εδάφ. 4 κατηργήθη δια των διατάξεων του Α.Ν. 536/1945. 5.Αποφασίζει επί πάσης υποβαλλομένης αυτώ αιτήσεως περί απολήψεως παροχής εκ του Ταμείου Ασφαλίσεως και διακανονίζει εν γένει συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού τας δημιουργουμένας εκ τούτου σχέσεις. 6.Ορίζει το βασικόν ετήσιον ποσόν το παρεχόμενον δια σύνταξιν εις εκάστην τάξιν μισθού ησφαλισμένων (ως και τον κατά το άρθρ. 18 του παρόντος συντελεστήν προσδιορισμού συντάξεως). 7.Θεωρεί τους υπό των υπηρεσιών υποβαλλομένους προϋπολογισμούς εσόδων και εξόδων και υποβάλλει τούτους προς έγκρισιν παρά τω Υπουργώ της Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ελέγχει την ακριβή εκτέλεσιν αυτών. 8.(Καθορίσει τας οργανικάς θέσεις των εφημερίων των Εξωκκλησίων), (ως και των ενοριακών Ναών των Νεκροταφείων). Βλ. ήδη άρθρ. 50 Α.Ν. 2200/1940. 9.Διαχειρίζεται την περιουσίαν των Εξωκκλησίων και παρεκκλησίων των εχόντων ετήσιον έσοδον άνω των 20.000 δραχμών ως και παντός Ναού ούτινος έχει συμφώνως τω Νόμω την διοίκησιν και διαχείρισιν. 10.Προτείνει πάσαν τροποποίησιν του Καταστατικού ην η πείρα αποδεικνύει ως επιβαλλομένην και εκφέρει γνώμην επί των υπό του Υπουργού της Παιδείας και Θρησκευμάτων προτεινομένων τροποποιήσεων. (Δια πάσαν τροποποίησιν του Καταστατικού απαιτείται ομοφωνία όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου). 11.Φροντίζει δια την έγκαιρον παρασκευήν του ετησίου διαχειριστικού ελέγχου. Η διάταξις αύτη δεν θεωρείται ισχύουσα μη περιεχομένη εις την δια του Α. Ν. 19/20 Νοεμ. 1935 τροποποίησιν του άρθρ. 105 του Κ.Ν. 5439/1932. Άρθρ.23.-Η εκπροσώπησις του ΤΑΚΕ ενώπιον των Δικαστηρίων, των Διοικητικών Αρχών και εν γένει οιασδήποτε άλλης αρχής ανήκει εις τον Πρόεδρον του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου υποχρεώνει δια της υπογραφής του το ΤΑΚΕ και συμβάλλεται δια πάσαν πράξιν επ’ ονόματι του ΤΑΚΕ. Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εις των Αντιπρόεδρων δια πάσας τας εις αυτόν ανατιθεμένας λειτουργίας ως και την εκπροσώπησιν του ΤΑΚΕ. Δι’ αναλήψεις τίτλων ή χρημάτων απαιτείται σχετική απόφασις του Δ. Συμβουλίου. «Επί δικών εν γένει του Ταμείου Αποδοχών και Ασφαλίσεως του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος (ΤΑΚΕ), προκειμένου περί όρκου, τούτον ομνύει ο Γενικός Διευθυντής αυτού, ως αντιπρόσωπός τους, τούτου δε κωλυομένου, ελλείποντος ή απουσιάζοντος (Αντί για τη σελ. 283(α) Σελ. 283(β) Τεύχος 782–Σελ. 101 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 64 ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής. Η διάταξις αύτη ισχύει και δια τους μέχρι σήμερον επιβληθέντας εις το ΤΑΚΕ όρκους, εφ’ όσον ούτοι δεν εδόθησαν εισέτι, κατά τας ισχυούσας, μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, διατάξεις». Η εντός « » παράγραφος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 79217 της 22/30 Αυγ. 1940 αποφ. Υπουργού Παιδείας (ΦΕΚ Β΄ 188). Αντί του Γεν. Διευθυντού, μετά το Ν.Δ. 3772/1957 ομνύει ο Διευθ. Σύμβουλος, του οποίου δεν προβλέπεται αναπληρωτής. Άρθρ.24.-Ο Διευθυντής του ΤΑΚΕ διορίζει διαχειριστάς εις όλους τους Ναούς των οποίων εκ του νόμου έχει τούτο την διοίκησιν και διαχείρισιν. Εις τούτους οι παλαιοί διαχειρισταί παραδίδουν την διαχείρισιν εντός 15 ημερών από του διορισμού των νέων. Η εις εκάστην θέσιν διαχειριστού αναλογούσα μηνιαίαι αποζημίωσις καθορίζεται εφ’ άπαξ υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Ως διαχειρισταί δύνανται να διορισθώσι και υπάλληλοι του ΤΑΚΕ. Αναλόγως των εσόδων του ναού δύνανται να διορισθώσι δύο διαχειρισταί δι’ ένα και τον αυτόν ναόν ή είς διαχειριστής δια δύο ή πλείονας ναούς. Οι διαχειρισταί: 1.Συντάσσουν τον ετήσιον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων του ναού και υποβάλλουσι τούτον προς έγκρισιν εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του ΤΑΚΕ. 2.Τηρούν τα λογιστικά βιβλία του ναού κατά τα δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. καθορισθησόμενα. 3.Εκτελούν τον εγκριθέντα προϋπολογισμόν ήτοι φροντίζουν δια την είσπραξιν των εσόδων και προβαίνουν εις τας εγκριθείσας δαπάνας. 4.Εις το τέλος της χρήσεως υποβάλλουν απολογισμόν και καταθέτουν τα βιβλία προς έλεγχον. Η αποζημίωσις των διαχειριστών και τα οδοιπορικά των έξοδα αναγράφονται εις τον προϋπολογισμόν του ναού και καταβάλλονται μόνον εκ των εσόδων αυτού. Σελ. 284(β) Τεύχος 782 –Σελ. 102 Άρθρ.25.-Το Διοικητικόν Συμβούλιον του ΤΑΚΕ ομού μετά της Διευθύνσεως αυτού θέλει μεριμνήσει ευθύς άμα τη λειτουργία αυτού, δια την συγκρότησιν των Τοπικών Ταμείων και την καθοδήγησιν των ενοριακών επιτροπών των απανταχού του Κράτους Ναών, την κατάρτισιν και συμπλήρωσιν του μητρώου των ησφαλισμένων, την προσαγωγήν των αναγκαίων πιστοποιητικών και στοιχείων την εξακρίβωσιν των ησφαλισμένων και της οικογενειακής καταστάσεως αυτών, τον καθορισμόν του τρόπου καθ’ ον θέλει παρακολουθεί πάσαν μεταβολήν αυτών την πλήρη οργάνωσιν του τρόπου εισπράξεως των πόρων του ΤΑΚΕ ως και δια πάσαν άλλην λεπτομέρειαν αφορώσαν την εύρυθμον λειτουργίαν και εκπλήρωσιν των σκοπώ αυτού. 33.Η.β.1 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 65 Άρθρ.26.-Δύο μήνας προ της λήξεως του οικονομικού έτους αι υπηρεσίαι (του Ταμείου αποδοχών και) του Ταμείου ασφαλίσεως υποβάλλουσι (κεχωρισμένως εκάστη) εις το Δ. Συμβούλιον (τους προϋπολογισμούς των) δια την επομένην χρήσιν. (Εις τα έξοδα του προϋπολογισμού του Ταμείου Αποδοχών αναγράφονται……) Το Ταμείον Αποδοχών κατηργήθη δια του άρθρ. 16 Α.Ν. 536/1945 (ανωτ. σελ. 103). Εις τα έξοδα του προϋπολογισμού του Ταμείου ασφαλίσεως αναγράφονται: (1.Το δια βοηθήματα διατιθέμενον ποσόν). 2.Τα δια συντάξεις γήρατος, πολυετούς εργασίας ή αναπηρίας απαιτηθησόμενα ποσά. Τα ποσά ταύτα αναγράφονται ως εξής: Πας αποκτών δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως υποβάλει αίτησιν εις το Δ.Σ. του ΤΑΚΕ. Τούτο αποφασίζει επί του αν ο αιτών δικαιούται πράγματι ή ου και εντέλλει την αναγραφήν της συντάξεώς του εις τον προϋπολογισμόν. (Η καταβολή της συντάξεως εις τον ούτω καθιστάμενον δικαιούχον άρχεται από της αρχής του επομένου οικονομικού έτους μετά την έγκρισιν του σχετικού προϋπολογισμού). Αι ούτω άπαξ εγκριθείσαι συντάξεις αναγράφονται κατά τα μεθ’ επόμενα έτη εις τους προϋπολογισμούς αυτεπαγγέλτως υπό της υπηρεσίας του ΤΑΚΕ, εκτός αν δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του ΤΑΚΕ ακυρώση μίαν ή πλείονας τούτων. (Εις τους καθισταμένους αναπήρους ή σύνταξις καταβάλλεται εξαιρετικώς ευθύς άμα τη πιστοποιήσει της αναπηρίας των, της σχετικής δαπάνης αναγραφομένης δια συμπληρωματικής πράξεως εις τον προϋπολογισμόν, κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού της Παιδείας). 3.Τα δια νοσηλείαν και φάρμακα προβλεπόμενα εφ’ όσον λειτουργεί ο Κλάδος Ασθενείας. (4.Τα δια προικοδοτήσεις. Η διαδικασία δια τον προσδιορισμόν προικοδοτήσεως και αναγραφής της εις τον προϋπολογισμόν των συντάξεων). 5.Το σύνολον των γενικών εξόδων του ΤΑΚΕ (αναγραφομένου όμως του ημίσεος τούτων ως εσόδου προερχομένου εκ του Ταμείου αποδοχών, οπόθεν εις το τέλος εκάστης χρήσεως αναλαμβάνεται). 6.Τα έξοδα εγκαταστάσεώς του ΤΑΚΕ, των επίπλων και εγκαταστάσεων αποτελούντων μέρος του ενεργητικού των. Ο προϋπολογισμός υποβάλλεται προς έγκρισιν εις τον Υπουργόν της Παιδείας και Θρησκευμάτων. Πάσα εφεξής προσθήκη ή ελάττωσις δαπάνης απαιτεί απόφασιν του Δ. Συμβουλίου εγκρινομένην δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Παιδείας και Θρησκευμάτων. Εξαιρετικώς δια το πρώτον οικονομικόν έτος επιτρέπεται η υποβολή μηνιαίων προϋπολογισμών. Άρθρ.4.-5.(Αφορώντα τα Τοπικά Ταμεία του ΤΑΚΕ, αντικατεστάθησαν δια των διατάξεων των Άρθρ.27.1-4.(Ως αντικατεστάθησαν δια της υπ’ αριθ. 46695 της 2/12 Αυγ. 1946, ΦΕΚ Β΄ 130, αποφ. Υπ. Παιδείας προέβλεπον τον θεσμόν Τεχνικού Συμβούλου δια την παρακολούθησιν και έλεγχον της εκτελέσεως του προϋπολογισμού. Δια της υπ’ αριθ. 81950 της 13/30 Ιουλ. 1959, ΦΕΚ Β΄ 286, αποφ. Υπ. παιδείας κατηργήθη το άρθρον τούτο, εις ό,τι αφορά τον θεσμόν Τεχν. Συμβούλου, άτε μη κρινομένης ως σκοπίμου της διατηρήσεώς του μετά την υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου άσκησιν του προληπτικού ελέγχου των δαπανών του ΤΑΚΕ»). «5.Εις τα κατά το άρθρ. 116 του Κώδικ. Νόμ. 5439/1932, ως τούτο συνεπληρώθη δια του άρθρ. 8 του Νόμ. 5889/33, μέλη της Επιτροπής διεξαγωγής του διαχειριστικού ελέγχου του Ταμείου, καταβάλλεται αποζημίωσις, καθοριζομένη εκάστοτε υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑΚΕ, μετά την υποβολήν της εκθέσεως». Η παρ. 5 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 7075 της 23/31 Ιαν. 1958 (ΦΕΚ Β΄ 29) αποφ. Υπ. Παιδείας. Άρθρ.28.-Το Συμβούλιον συνέρχεται δις τουλάχιστον κατά μήνα και εκτάκτως αν ήθελε κληθή υπό του Προέδρου, όστις οφείλει να καλή τούτο εις συνεδρίασιν οσάκις νομίζη, ότι υπάρχει ανάγκη ή οσάκις ζητήσωσι τούτο πέντε μέλη αυτού. Ο Πρόεδρος καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν της συνεδρίας και κοινοποιεί ταύτην προς πάντα τα μέλη, δύο ημέρας προ της συνεδρίας. Εν τη ημερησία διατάξει περιλαμβάνονται και τα θέματα, ων την αναγραφήν ήθελεν ζητήσει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή ο Διευθυντής του ΤΑΚΕ. Ο γραμματεύς του Διοικητικού Συμβουλίου τηρεί βιβλίον παρουσιάσεως των μελών εις τας συνεδριάσεις. Άρθρ.29.-(Αφεώρα την σύνθεσιν του προσωπικού του ΤΑΚΕ, ορισθείσαν άλλως δια της κατωτ. αποφ. 53796/1958). Σελ. 285 163-119 Καταστατικόν Τ.Α.Κ.Ε. 33.Η.β.1 66 Άρθρ.30-32.(Διατάξεις αφορώσαι το προσωπικόν, αντικατασταθείσαι δια των διατάξεων του Δημοσιοϋπαλληλ. Κώδικος και του Β.Δ. 23/24 Δεκ. 1955 περί εφαρμογής τούτου επί των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., τόμ. 2Α σελ. 345). Άρθρ.33.-Ο Διευθυντής του ΤΑΚΕ διευθύνει τούτο, προΐσταται πασών των υπηρεσιών αυτού, ελέγχει την εσωτερικήν υπηρεσίαν του ΤΑΚΕ, ασκεί την άμεσον πειθαρχικήν εξουσίαν του πρώτου βαθμού επί του προσωπικού, υπογράφει τα πάσης φύσεως έγραφα του ΤΑΚΕ, την αλληλογραφίαν του, είναι δε εν γένει ο εκτελεστής των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και εποπτεύει επί της εσωτερικής υπηρεσίας και οργανώσεως του ΤΑΚΕ. Ο Διευθυντής τοποθετεί το κατώτερον προσωπικόν εις τα διάφορα τμήματα αναλόγως των αναγκών της υπηρεσίας. Ο Υποδιευθυντής και Προϊστάμενος Τμήματος Συντάξεων αναπληροί τον Διευθυντήν απόντα ή κωλυόμενον, προΐσταται των εις το τμήμα του υπαγομένων υπηρεσιών, θεωρεί ελέγχει και υποβάλλει τας αιτήσεις των δικαιουμένων συντάξεως ησφαλισμένων, φροντίζει δια την έγκαιρον παρασκευήν του ετησίου προϋπολογισμού του Τ. Ασφαλίσεως, παρακολουθεί την εκτέλεσιν τούτου και φροντίζει ιδιαιτέρως δια την έγκαιρον είσπραξιν και απόδοσιν τω ΤΑΚΕ των πόρων του Τ. Ασφαλίσεως υπό των προς τούτο υποχρέων. Εις το Τμήμα συντάξεων υπάγονται το Λογιστήριον του Ταμείου Ασφαλίσεως και το γραφείον Στατιστικής. Εις τον Υποδιευθυντήν χορηγείται μηνιαίον επιμίσθιον χιλίων πεντακοσίων δραχμών. (Έπονται δύο εδάφια αφορώντα το Τμήμα Μισθοδοσίας). Το τμήμα Προσωπικού ως και η Ταμιακή υπηρεσία υπάγονται απ’ ευθείας υπό τον έλεγχον και την πειθαρχικήν εξουσίαν της Διευθύνσεως. Η αρμοδιότης εκάστης υπηρεσίας θέλει καθορίζεσθαι δι’ εσωτερικού κανονισμού συντασσομένου παρά του Διευθυντού και εγκρινομένου παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑΚΕ. Άρθρ.34.-(Διατάξεις περί πειθαρχικών ποινών, αντικατασταθείσαι ως και τα άρθρ. 30-32). Άρθρ.35.-Ο κατά τα άρθρ. 22 και 24 του Ποινικού νόμου τελεσιδίκως καταδικαζόμενος ησφαλισμένος παρά τω ΤΑΚΕ απόλλυσι παν δικαίωμα αυτού επί του ΤΑΚΕ. Σελ. 286 163-120 Γενικαί και μεταβατικαί διατάξεις. Άρθρ.36.-Αι Μητροπόλεις, αι ενορίαι, οι ληξίαρχοι, αι Εκκλησιαστικαί αρχαί, ως και πάσα εν τω Κράτει αρχή οφείλουσι να παρέχουν την συνδρομήν των προς το ΤΑΚΕ δια την εκπλήρωσιν των σκοπών του. Οι επιθεωρηταί του ΤΑΚΕ κατόπιν διαταγών τούτου δικαιούνται να ελέγχωσι πάντας τους υποχρέους δια την παροχήν πόρων εις το ΤΑΚΕ. Άρθρ.37.-(Κατηργήθη δια των διατάξεων του Α.Ν. 536/1945 άρθρ. 16). Μεταβατικαί Διατάξεις «Όλως εξαιρετικώς και προκειμένου περί των εφημερίων της Δωδεκανήσου ο προς απόκτησιν δικαιώματος συντάξεως χρόνος πραγματικής συμμετοχής εις το ΤΑΚΕ ορίζεται εις 5 έτη από της επεκτάσεως εις την περιφέρειαν της Δωδεκανήσου των περί ΤΑΚΕ διατάξεων, επιτρεπομένης της καταβολής των εισφορών των υπολειπομένων προς συμπλήρωσιν της 20ετίας, του νομίμου ασφαλίστρου υπολογιζομένου εν τη περιπτώσει ταύτη εις 9% από της ημέρας της αποχωρήσεώς του εκ της ενεργού υπηρεσίας». Η ανωτέρω διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 99836 της 23 Δεκ. 1954/26 Ιαν. 1955 (ΦΕΚ Β΄ 13) αποφ. Υπ. Παιδείας. «2.Εξαιρετικώς προκειμένου περί εφημερίων της Δωδεκανήσου, υπηρετησάντων εν αυτή προ της απελευθερώσεως της Δωδεκανήσου και εν συνεχεία μετά ταύτην τουλάχιστον επί πενταετίαν, δεν ισχύει ο περιορισμός της παρ. 7 του άρθρ. 13 του Καταστατικού του ΤΑΚΕ. Οι εφημέριοι ούτοι δύνανται να τύχωσι τη αιτήσει των, υποβαλλομένη εντός της νομίμου προθεσμίας από της εξόδου των, κατά το άρθρ. 13 παρ. 1 εδαφ. γ΄ προσωποπαγούς μηνιαίου βοηθήματος, εφ’ όσον συνεπλήρωσαν πενταετή τουλάχιστον υπηρεσίαν εν ασφαλίσει, ανεξαρτήτως του χρόνου συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας και επί καταβολή των ασφαλίστρων των Κλάδων συντάξεως και αρωγής, υπολογιζομένων βάσει των αποδοχών του μηνός εξόδου εκ της υπηρεσίας και μέχρι συμπληρώσεως 15 …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.