📄 Κείμενο νόμου
20. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 25/28 Νοεμ. 1929 Περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων. Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις του άρθρ. 8 του υπ’ αριθ. 4421 νόμου περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των υπ’ αριθ. 4098 και 3406 νόμων περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών», κωδικοποιούμεν τας διατάξεις του περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών νόμου 3406 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων τούτον 4098 και 4421 νόμων εις ενιαίον κείμενον, έχον ως ακολούθως: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Χαρακτηρισμός οδών Άρθρ.1.-(Άρθρ.1. ν. 3406).-1.Αι οδοί του Κράτους διαιρούνται εις εθνικάς, επαρχιακάς και δημοτικάς ή κοινοτικάς και αγροτικάς. Σελ. 549 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.15-20 Άρθρ.8.(Άρθρ. 8 ν. 3406 και άρθρ. 6 ν. 4098).1.Η διοικούσα το ταμείον επιτροπή επιτηρεί την έγκαιρον είσπραξιν των εσόδων του ταμείου και τηρεί ίδια βιβλία των εσόδων και δαπανών, κατά τα δια διατάγματος ορισθησόμενα. 2.Η επιτροπή υποχρεούται όπως εντός του μηνός «Οκτωβρίου» εκάστου έτους συντάσση τον δια το επόμενον έτος προϋπολογισμόν των εσόδων και εξόδων του ταμείου, όστις αποστέλλεται εις το υπουργείον των Οικονομικών, ίνα υποβληθή εις την Βουλήν μετά του προϋπολογισμού του Κράτους, αποτελών παράρτημα του ειδικού προϋπολογισμού του υπουργείου Συγκοινωνίας, εντός δε του μηνός Αυγούστου εκάστου έτους συντάσσει τον απολογισμόν του λήξαντος έτους, ον αποστέλλει εις το γενικόν λογιστήριον, ως παράρτημα του απολογισμού των εσόδων και εξόδων του Κράτους δια το αυτό έτος. Η εντός « » λέξις ετέθη δια του άρθρ. 3 του Ν. 4503/1930. 3.«Αι αποφάσεις περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών και αι εγκρίσεις διαθέσεως των οικείων δαπανών εις βάρος του προϋπολογισμού των εξόδων του Ταμείου Εθνικής Οδοποιΐας δαπάνης μεν άνω του 1.000.000 εκδίδονται κατά τας περί των Δημοσίων Έργων κειμένας εκάστοτε διατάξεις, μέχρι δε 1.000.000 δι’ αποφάσεως του Προέδρου της Διοικούσης το Ταμείον Εθνικής Οδοποιΐας Επιτροπής. 4.Δια την πληρωμήν οιασδήποτε εγκεκριμένης δαπάνης εις βάρος του προϋπολογισμού των εξόδων του Ταμείου απαιτείται απόφασις του Προέδρου της Διοικούσης τούτο Επιτροπής, βάσει της οποίας ενεργείται παρά της Διευθύνσεως Εντελλομένων Εξόδων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων η ανάληψις εκ του οικείου κεφαλαίου και άρθρου του προϋπολογισμού». Αι παρ. 3 και 4 ετέθησαν εις αντικατάστασιν των παρ. 3, 4 και 5 και αι επόμεναι ηριθμήθησαν αναλόγως δια της παρ. 1 άρθρ. 7 Α.Ν. 113/1967 (κατωτ. αριθ. 61). 5.Επιτρέπεται όπως αναλαμβάνωνται δαπάναι εις βάρος των επομένων χρήσεων, εφ’ όσον προβλέπεται ότι δεν είναι δυνατή η εντός ενός ή πλειόνων ετών εκτέλεσις έργου τινός, ουδέποτε όμως η επιβάρυνσις εν τω συνόλω εκάστου άρθρου των κεφαλαίων εξόδων του προϋπολογισμού του ταμείου δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του κατά το έτος της αναλήψεως ποσού. «6.Η διοικούσα το ταμείον εθνικής οδοποιΐας επιτροπή δύναται διαρκούσης της χρήσεως να τροποποιή εκάστοτε τας πιστώσεις του προϋπολογισμού των εσόδων και εξόδων του ταμείου, αναλόγως των παρουσιαζομένων αναγκών, άνευ όμως μεταβολής του ολικού αθροίσματος των πιστώσεων του προϋπολογισμού, πλην εάν δημιουργηθή νέον έσοδον. Αι κατά τα ανωτέρω τροποποιήσεις του προϋπολογισμού γίνονται κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως της ολομελείας της επιτροπής και ισχύουσι μόνον μετά την παρά του υπουργού των Οικονομικών έγκρι(Αντί της σελ. 553) Σελ. 553(α) 318-129 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 σιν και εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσίευσιν της αποφάσεως ταύτης». Η παρ. 7 προσετέθη δια του άρθρ. 4 του Ν. 4503/1930. 7.«Εάν δια του απολογισμού της χρήσεως του ταμείου εθνικής οδοποιΐας βεβαιωθή πλεόνασμα εις την κατάστασιν των εσόδων, τούτο κατά τας διατυπώσεις του προηγουμένου εδαφίου μεταφέρεται και εγγράφεται υπό ίδιον κεφάλαιον και άρθρον του προϋπολογισμού ως νέον έσοδον της επομένης του δι’ ο ο απολογισμός έτους χρήσεως, δυνάμενον να διατεθή δια την πληρωμήν υφισταμένων υποχρεώσεων του ταμείου κατά τας διατάξεις του προηγουμένου 7 εδαφίου. Τούτο εφαρμόζεται από του απολογισμού της χρήσεως του έτους 1929-30». Η παρ. 8 προστεθείσα δια του άρθρου 4 του Ν. 4503/1930 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 10 του Ν. 5000/1931. Άρθρ.9.-«1.Αι πληρωμαί των δαπανών εν γένει του Ταμείου Εθνικής Οδοποιΐας ενεργούνται κατά τας κειμένας περί αναλήψεως αναγνωρίσεως και δικαιολογήσεως δαπανών του Δημοσίου διατάξεις αντί δι’ εντάλματος πληρωμής επί του Δημοσίου Ταμείου εκδίδεται χρηματικόν ένταλμα πληρωμής επί της Τραπέζης της Ελλάδος. 2.Τα χρηματικά εντάλματα του Ταμείου διαβιβάζονται προς έλεγχον και θεώρησιν εις την Διεύθυνσιν Υ .Ε.Ε. του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και τον αρμόδιον Πάρεδρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετά την υπό των ανωτέρω θεώρησιν επιστρέφονται εις το Ταμείον δια τα περαιτέρω. 3.Τα χρηματικά εντάλματα υπογράφονται υπό του Προέδρου του Ταμείου, τούτου δυναμένου να μεταβιβάση δι’ αποφάσεώς του το δικαίωμα υπογραφής τούτων εις τον εκάστοτε Προϊστάμενον των υπηρεσιών του Ταμείου. Όπου εν τη κειμένη νομοθεσία αναφέρεται «επιταγή Ταμείου Εθνικής Οδοποιΐας» νοείται το κατά τα ως άνω χρηματικόν ένταλμα». Αι παρ. 1, 2 και 3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 7 Α.Ν. 113/1967 (κατωτ. αριθ. 61). 4.Πάντα τα κεφάλαια των εξόδων του ταμείου εισίν επιδεκτικά προπληρωμής, εφαρμοζομένων των περί προπληρωμών διατάξεων του νόμου. 5.Πάσαι αι επιταγαί αποστέλλονται προς εξόφλησιν εις το εν Αθήναις κεντρικόν κατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος. Προκειμένου δε περί πληρωμής δικαιούχου εις έτερον μέρος του Κράτους διαμένοντος, δύναται το υπουργείον να υποδείξη το Σελ. 554(α) υποκατάστημα παραλαβής του ποσού και η τράπεζα υποχρεούται να διατάξη την καταβολήν του ποσού τω δικαιούχω παρά του υποδεικνυομένου υποκαταστήματος, επί απολήψει των συνήθων δαπανών επιταγής, κρατουμένων εκ του ποσού του καταβληθησομένου τω δικαιούχω. «6.Αι δια την κατασκευήν και συντήρησιν των οδών διατεθείσαι και αναληφθείσαι πιστώσεις κατά τας διατάξεις των παρ. 3 και 5 του άρθρ. 8, ανακοινούνται εις τον οικείον νομάρχην εν τη περιφερεία του οποίου εκτελούνται τα έργα, όστις δικαιούται, άμα τη εκδόσει προσωρινού λογαριασμού, συμφώνως προς τα εν άρθρ. 34 του από 12/16 Ιουλ. 1932 διατάγματος «περί εκτελέσεως του ν. 5367 κλπ.» καθοριζόμενα να διατάξη την πληρωμήν τούτου, εκδίδων επιταγήν (τσεκ) επ’ ονόματι του δικαιούχου εργολάβου, εις βάρος του παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος λογαριασμού του ταμείου εθνικής οδοποιΐας, μέσω του εν τη περιφερεία αυτού υποκαταστήματος της Τραπέζης ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει αι κατά τας προηγουμένας υπ’ αριθ. 1, 2, και 3 παραγράφους εκδιδόμεναι επιταγαί του ταμείου συμψηφίζονται προς τας ούτω γενομένας προκαταβολάς. Η κατά τ’ ανωτέρω όμως πληρωμή δεν δύναται να εφαρμοσθή και δια τον τελικόν λογαριασμόν, της πληρωμής αυτού ενεργουμένης κατά τα κεκανονισμένα παρά του υπουργείου, μετά την έγκρισιν των πρωτοκόλλων προσωρινής παραλαβής. Δια Β.Δ/τος καθορισθήσονται αι τυχόν αναγκαίαι λεπτομέρειαι προς εκτέλεσιν του παρόντος, ούτινος η εφαρμογή άρχεται από 1ης Ιουλ. 1937». Η παραγρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 658/1937. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Επαρχιακαί οδοί Άρθρ.10.-«1.Συνιστώνται εις τας πρωτευούσας των νομών ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας, άτινα φέρουσι τον τίτλον «ειδικόν ταμείον επαρχιακής οδοποιΐας του νομού Α», εις την θέσιν του γράμματος Α τιθεμένου του ονόματος του νομού. 2.Σκοπός των ταμείων τούτων είναι η δια των ιδίων πόρων κατασκευή και συντήρησις των εις την περιφέρειαν αυτών υπαγομένων επαρχιακών οδών, ως και η συντήρησις υφισταμένων δημοτικών οδών συγκοινωνιακής σπουδαιότητος, αλλά τούτο μόνον εφ’ όσον, πληρουμένων πασών των αναγκών συντηρήσεως των επαρχιακών οδών και μη υπαρχούσης ετέρας προς κατασκευήν, απομένουσι διαθέσιμα ποσά εις τον προϋπολογισμόν του ταμείου και εφ’ όσον αι κοινότητες, εις ων την δικαιοδοσίαν υπάγονται αι περί ων πρόκειται δημοτικαί οδοί ή τμήματα τούτων, δεν έχουσι τα μέσα, καθ’ ομόφωνον γνώμην της διοικούσης επιτροπής, ίνα συντηρήσωσι τας ανωτέρω οδούς. 3.Έκαστον εκ των ειδικών ταμείων εκ των εχόντων ως έδραν πρωτεύουσαν νομού διοικείται υπό επιτροπής, αποτελουμένης εκ του γενικού γραμματέως της νομαρχίας ή τοιούτου μη υπάρχοντος εκ του διευθυντού αυτής ως προέδρου, του νομομηχανικού, του οικονομικού εφόρου, ενός αξιωματικού οριζομένου υπό του σώματος στρατού, εις την περιοχήν του οποίου λειτουργεί το ειδικόν τούτο ταμείον, του διευθυντού του υποκαταστήματος ή πρακτορείου της Τραπέζης της Ελλάδος, του προέδρου του γεωργικού επιμελητηρίου, εφ’ όσον υφίσταται εν τη έδρα του ταμείου τοιούτον, εκ του δημάρχου της πρωτευούσης του νομού και ενός αντιπροσώπου του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου εκάστης των πρωτευουσών των λοιπών επαρχιών ή υποδιοικήσεων, καταγομένου εκ της επαρχίας ην θ’ αντιπροσωπεύση, διαμένοντος όμως μονίμως εν τη πρωτευούση του νομού. Οι αντιπρόσωποι ούτοι διορίζονται υπό του υπουργού της Συγκοινωνίας εκ τριπλασίου αριθμού, υποδεικνυομένων υπό του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Τα ως άνω αιρετά μέλη πρέπει να ώσιν εγγράμματα, να κέκτηνται την απαιτουμένην καταλληλότητα της ανατιθεμένης αυτοίς υπηρεσίας, να έχωσι το δικαίωμα του εκλέγειν και να μη ώσιν έμμισθοι δημόσιοι ή δημοτικοί ή κοινοτικοί υπάλληλοι, ή υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ο διορισμός των γίνεται δι’ αποφάσεως του υπουργού της Συγκοινωνίας επί διετεί θητεία και η απόλυσίς των επίσης, αν κατεδείχθησαν ανίκανα ή οπωσδήποτε επιβλαβή εις τα συμφέροντα του ταμείου, εάν υπέπεσαν εις αδίκημα εκ των προβλεπομένων υπό των άρθρ. 21, 22 και 25 του ποινικού νόμου, ή εστερήθησαν της διαχειρίσεως της περιουσίας των, ή, καίτοι εκλήθησαν εγγράφως, απουσίασαν επανειλημμένως εκ των συνεδριάσεων του ταμείου. 4.Εις τα μέλη των διοικητικών επιτροπών των ειδικών ταμείων των νομών Αττικής και Βοιωτίας, Θεσσαλονίκης, Αχαΐας, Μεσσηνίας, Αρκαδίας, Ιωαννίνων, Λαρίσσης, Χανίων, Ηρακλείου, Καβάλλας, Κυκλάδων και επαρχίας Βόλου προστίθενται και οι πρόεδροι του εμπορικού επιμελητηρίου, ή τοιούτου μη υπάρχοντος του εμπορικού συλλόγου και του τυχόν υφισταμένου εν τη έδρα του ταμείου επαγγελματικού και βιοτεχνικού επιμελητηρίου. 5.Παρ’ εκάστω των ταμείων εχόντων έδραν πρωτεύουσαν νομού και ετήσιον προϋπολογισμόν άνω των 8 εκατομμυρίων δραχμών δύναται να αποσπάται δι’ αποφάσεως του υπουργού της Συγκοινωνίας εις των εν τω γραφείω του νομομηχανικού υπηρετούντων μηχανικών του Δημοσίου, απαλλασσόμενος εν ανάγκη πάσης άλλης υπηρεσίας του Δημοσίου κατά τον χρόνον της αποσπάσεώς του. Ούτος εδρεύων εν τη νομαρχία εκτελεί πάντα τα εν τω από 25 Νοεμ. 1929 διατάγματι αναφερόμενα καθήκοντα του νομομηχανικού, λαμβάνων εντολάς παρά του προέδρου της επιτροπής και λογοδοτών εις αυτόν. Τα οδοιπορικά έξοδα και η ημερησία αποζημίωσις του μηχανικού τούτου δι’ εκτέλεσιν υπηρεσίας του ταμείου καταβάλλονται υπ’ αυτού. 6.Χρέη γραμματέως της επιτροπής εκτελεί εις των υπαλλήλων της νομαρχίας, οριζόμενος υπό του νομάρχου, χρέη λογιστού εκτελεί ο δημολογιστής της νομαρχίας και χρέη γραφέως εις των γραφέων της νομαρχίας. 7.Εις τα μέλη της επιτροπής, τον γραμματέα, τον λογιστήν και τον γραφέα παρέχεται αποζημίωσις, καθοριζομένη δι’ Σελ. 555 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 αποφάσεως του υπουργού της Συγκοινωνίας, κατόπιν προτάσεως της επιτροπής, μη δυναμένη να υπερβή δια μεν τους δημοσίους υπαλλήλους το τέταρτον των μηνιαίων αποδοχών αυτών , δια δε τους μη δημοσίους υπαλλήλους την αποζημίωσιν του προέδρου της επιτροπής. 8.Το ειδικόν ταμείον εκάστου νομού αποτελεί νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εκπροσωπουμένον εν πάση δικαιοπραξία ή άλλη εννόμω σχέσει και ενώπιον των δικαστηρίων υπό του προέδρου της διοικούσης το ταμείον επιτροπής, δι’ ου και αλληλογραφεί μετά πάσης αρχής ή και ιδιωτών. 9.Επίσης συνιστάται ειδικόν ταμείον επαρχιακής οδοποιΐας εις τας πρωτευούσας των επαρχιών, εφ’ όσον έχουσι πληθυσμόν μεγαλύτερον της πρωτευούσης του νομού, εις ον ανήκουσιν, αλλ’ ουχί μικρότερον των 40.000, και εφ’ όσον προϋπήρξαν πρωτεύουσαι νομού, ούτινος η περιφερεία αποτελεί την περιφέρειαν του ιδρυομένου ταμείου. 10.Προτάσει του υπουργού της Συγκοινωνίας δύναται να συσταθή δια διατάγματος ειδικόν ταμείον επαρχιακής οδοποΐας και εις επαρχίας με έδραν την πρωτεύουσαν της επαρχίας, κατόπιν αιτήσεως της πλειοψηφίας των εις ταύτην υπαγομένων δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων και κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. 11.Η σύνθεσις της διοικούσης τα εν επαρχίαις συνιστώμενα ειδικά ταμεία επιτροπής, ο τρόπος αναπληρώσεως των μελών αυτής, ο τρόπος της συμπληρώσεως της θέσεως του γραμματέως, λογιστού και γραφέως και τα της αποζημιώσεως αυτών, ως και της αποζημιώσεως των μη δημοσίων υπαλλήλων μελών της επιτροπής, καθορισθήσονται δια διατάγματος εφ’ άπαξ εκδιδομένου δι’ έκαστον ταμείον. 12.Έκαστον ειδικόν ταμείον έχει ιδίαν σφραγίδα, φέρουσαν εθνόσημον εις το μέσον και κύκλω την επιγραφήν: «ειδικόν ταμείον οδοποιΐας του νομού Α», τιθεμένου εις την θέσιν του γράμματος Α του ονόματος του νομού. Προκειμένου περί ειδικού ταμείου εν επαρχία, αντί των λέξεων «του νομού Α» τίθεται το όνομα της επαρχίας. 13.Η ευθύνη των ταμείων δια τας υπό της διοικούσης αυτά επιτροπής ενεργουμένας πράξεις διέπεται υπό των περί προστήσεως αρχών του αστικού δικαίου». Το άρθρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 1966/1939 (23 Βα.9). Άρθρ.11.(Άρθρ.11 ν. 3406).-1.Η επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία όταν οι παρόντες εισί πλείονες των απόντων. Σελ. 556 2.Τον νομάρχην, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο διευθυντής της νομαρχίας, τοιούτου δε μη υπάρχοντος ο γραμματεύς. Τον νομομηχανικόν, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής. Τον δήμαρχον, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Δια του άρθρ. 4 του ν. 5000/1931 ωρίσθη ότι τον ως άνω οριζόμενον πρόεδρον του δημοτικού συμβουλίου ως αναπληρωτήν του δημάρχου, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο αντιπρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, και τούτου κωλυομένου ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής, ή εις των δημαρχικών παρέδρων, αρμοδίως καθοριζόμενος. Τον πρόεδρον του εμπορικού επιμελητηρίου ή εμπορικού συλλόγου ο αντιπρόεδρος ή έτερος των μελών της διοικούσης επιτροπής. Τον πρόεδρον δε της κοινότητος ο τυχών πλειόνων ψήφων κοινοτικός σύμβουλος. 3.Του νομάρχου απόντος ή κωλυομένου, προεδρεύει της επιτροπής ο κατά βαθμόν ανώτερος και εν ισοβαθμία ο αρχαιότερος των εκ δημοσίων υπαλλήλων μελών. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών Άρθρ.12.(Άρθρ. 12 ν. 3406 και άρθρ. 3 ν. 4421).1.Η αρμοδιότης της επιτροπής συνίσταται εις την διοίκησιν και διαχείρισιν εν γένει της περιουσίας του ειδικού ταμείου και ειδικώτερον εις την επιμέλειαν περί τον καθορισμόν και την είσπραξιν των εσόδων και τον καθορισμόν των δαπάνη του ειδικού ταμείου εις βάρος των διαθεσίμων πιστώσεων του προϋπολογισμού αυτού εκτελεστέων έργων, εκ των αναγομένων εις την αρμοδιότητα του ταμείου, τον καθορισμόν των απαιτουμένων δαπανών δια την προμήθειαν επίπλων, λογιστικών βιβλίων, χαρτών, εντύπων γραφείου, ειδών γραφείου, γραφικής ύλης, σφραγίδων και δημοσιεύσεων, εις τον καθορισμόν των αποζημιώσεων των μελών της επιτροπής και των οδοιπορικών αυτών εξόδων, μισθού του τυχόν προσλαμβανομένου τεχνικού προσωπικού, μισθού κλητήρος, δαπανών μελέτης έργων, ως και των πάσης φύσεως δαπανών, των σχετικών με την μελέτην και εκτέλεσιν των έργων της αρμοδιότητος του ειδικού ταμείου και την λειτουργίαν των σχετικών υπηρεσιών αυτού. Τα ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας, ων ο ετήσιος προϋπολογισμός εσόδων υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια δραχμών, δύνανται, προς ενημερότητα της διοικητικής και λογιστικής υπηρεσίας αυτών, να προσλαμβάνωσι, κατά τας διατάξεις του νόμου 3406, μέχρι δύο το πολύ της άνω υπηρεσιακής ειδικότητος υπαλλήλους, ων αι αποδοχαί ορίζονται δια πράξεως της επιτροπής και εγκρίνονται υπό του υπουργού της Συγκοινωνίας. 2.Εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους η επιτροπή συντάσσει τον προϋπολογισμόν των εσόδων και εξόδων του ταμείου δια το επόμενον οικονομικόν έτος, όστις εγκρινόμενος υπό του υπουργού της Συγκοινωνίας δημοσιεύεται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 3.Διαρκούντος του οικονομικού έτους δύναται η επιτροπή δι’ αποφάσεως αυτής να τροποποιή τα κονδύλια του εγκεκριμένου προϋπολογισμού αναλόγως των πραγματοποιουμένων εσόδων και των παρουσιαζομένων αναγκών, του ούτω τροποποιουμένου προϋπολογισμού μετά την έγκρισιν του υπουργού δημοσιευομένου επίσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μεθ’ ην δημοσίευσιν και μόνον ισχύει. 4.Εντός του μηνός Ιουλίου εκάστου έτους η διοικούσα επιτροπή συντάσσει τον απολογισμόν του λήξαντος οικονομικού έτους, όστις υποβάλλεται τω υπουργώ της Συγκοινωνίας δια την υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου θεώρησιν και δημοσίευσιν εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5.Κατά τον μήνα Ιανουάριον εκάστου έτους η επιτροπή συντάσσει πίνακα των κατά το επόμενον οικονομικόν έτος εκτελεστέων εργασιών, κατά σειράν προτιμήσεως, όστις υποβάλλεται προς έγκρισιν τω υπουργείω Συγκοινωνίας μετά του προϋπολογισμού. 6.Βάσει του εγκεκριμένου πίνακος, η επιτροπή αποφασίζει την εκτέλεσιν των δια των διαθεσίμων πιστώσεων του ταμείου δυναμένων να εκτελεσθώσιν έργων. 7.Εν περιπτώσει καθ’ ην η εκτέλεσις έργου τινός απαιτεί μείζον του έτους χρονικόν διάστημα, δύναται η επιτροπή δι’ αποφάσεως αυτής να βαρύνη τας χρήσεις των επομένων ετών, χωρίς όμως ποτέ η καθ’ έκαστον άρθρον των κεφαλαίων εξόδων του προϋπολογισμού επιβάρυνσις να υπερβαίνη το ήμισυ του εν τω προϋπολογισμώ του καθ’ ο τίθεται η επιβάρυνσις έτους αναγεγραμμένου ποσού. 8.Επιτρέπεται εις την επιτροπήν να συνομολογή δάνεια μετ’ αναγνωρισμένης τραπέζης ή του ταμείου παρακαταθηκών και δανείων ή ανωνύμων ανεγνωρισμένων εταιρειών. Δια την συνομολόγησιν τοιούτου δανείου απαιτείται πράξις της επιτροπής εγκρίνουσα τους όρους του δανείου και απόφασις του υπουργού της Συγκοινωνίας εγκρίνουσα πράξιν της επιτροπής. «9.Επιτρέπεται ωσαύτως εις την επιτροπήν όπως επί τη βάσει των πόρων του ειδικού ταμείου συνομολογή δάνεια και μετά ιδιωτών. Δια τα δάνεια ταύτα, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, δύναται να παρασχεθή η εγγύησις του Κράτους, εφ’ όσον θα υπερβαίνωσι το ποσόν των 25.000.000 δραχμών. Ο ετήσιος τόκος των δανείων τούτων δεν δύναται να υπερβή τα 6%, ο δε χρόνος αποσβέσεώς των τα 30 έτη. Εις ας περιπτώσεις τοιαύτα δάνεια χορηγούνται με τιμήν εκδόσεως εις το άρτιον και επί τόκω κατά τα ανωτέρω ουχί μείζονι του 6%, επιτρέπεται, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως το κεφάλαιον και οι τόκοι αυτών απαλλάσσονται παντός φόρου και Σελ. 557 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 τέλους υφισταμένου ή επιβληθησομένου, επίσης δ’ όπως απαλλάσσονται τελών χαρτοσήμου αι προς συνομολόγησιν αυτών καταρτιζόμεναι συμβάσεις, ως και εκδοθησόμεναι ομολογίαι και η εξόφλησις τούτων. Δια τον καταρτισμόν των ως άνω συμβάσεων καθορίζεται μέγιστον όριον συμβολαιογραφικού δικαιώματος το ποσόν των 5.000 δραχμών. Εκ του προϊόντος του πρώτου τοιούτου δανείου του ταμείου επαρχιακής οδοποιΐας Βόλου θέλει κατασκευασθή και η κοινοτική οδός Χορευτού – Ζαγοράς». Η παρ. 9 προστεθείσα δια του άρθρου 8 του ν. 4503/1930 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 11 του Ν. 5000/1931. Άρθρ.2.-(Άρθρ.2, ν. 3406 και άρθρ. 1 και 18 ν. 4098).-1.Εθνικαί οδοί εισίν: α)Αι ενούσαι τας πρωτευούσας των ομόρων νομών μετ’ αλλήλων κατά την σκοπιμωτέραν ή κατά το δυνατόν συντομωτέραν κατεύθυνσιν. β)Αι ενούσαι τας μεσογείους πρωτευούσας των νομών προς τον εξυπηρετούντα αυτάς λιμένα ή προς λιμένα ναυτικής σημασίας ή δύο σπουδαίους λιμένας ομόρφων νομών, κατά την συντομωτέραν και σκοπιμωτέραν διεύθυνσιν, εφ’ όσον δεν είναι εφικτή η δια του υπάρχοντος δικτύου εθνικών οδών συγκοινωνία. γ)Αι άγουσαι εκ των πρωτευουσών των παραμεθορίων νομών εις κατάλληλα σημεία της μεθορίου δια την εμπορικήν μετά των ομόρων Κρατών συγκοινωνίαν ή ασφάλειαν της χώρας. δ)Αι διασχίζουσαι κατά μίαν διεύθυνσιν απ’ άκρου εις άκρον τας νήσους τας αποτελούσας νομόν ή επαρχίαν, μη επιτρεπομένης της κατασκευής ή μιάς μόνον οδού δι’ εκάστην ως άνω νήσον. Το αυτό ισχύει και δια νήσους αποτελουμένας από πλείονας νομούς, χωρίς εκ τούτου να αποκλείηται δι’ αυτάς ο χαρακτηρισμός και άλλων οδών ως εθνικών, εφ’ όσον προβλέπονται υπ’ άλλων διατάξεων του ν. 3406, εκτός του εδ. α΄ του παρόντος άρθρου. ε)Αι άγουσαι από των κυριωτέρων αρχαιολογικών ή νεωτέρων ιστορικών τόπων εις τους πλησιεστέρους σιδηροδρομικούς σταθμούς ή το πλησιέστερον σημείον αμαξιτής οδού. ς)Αι άγουσαι από αλυκών ή σανατορίων του Δημοσίου εις πλησιέστερον σημείον εθνικής οδού, αι από ραδιούχων πηγών εις τον πλησιέστερον σιδηροδρομικόν σταθμόν, ως και αι άγουσαι εις οχυρωματικά αμυντικά έργα, οριζόμενα δια διατάγματος, προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνώμην του γενικού επιτελείου στρατού και στόλου. 2.Εντός μηνός από της ισχύος του ν. 3406 το συμβούλιον των δημοσίων έργων, συμμετεχόντων και αντιπροσώπων των επιτελείων του στρατού και του ναυτικού, γνωμοδοτεί περί των κατά την β΄ και γ΄ παράγραφον του προηγουμένου εδαφίου χαρακτηρισθησομένων ως εθνικών οδών, καθορίζον την αφετηρίαν και το τέρμα αυτών, εκδιδομένου εφ’ άπαξ διατάγματος καθορίζοντος οριστικώς τας ως άνω οδούς. 3.Εντός διμήνου από της ισχύος του νόμου 3406 το συμβούλιον των δημοσίων έργων γνωμοδοτεί περί των κατά τας παραγράφους α΄ και β΄ του εδ. 2 οδών, καθορίζον την αφετηρίαν, το τέρμα και τα κυριώτερα σημεία διαβάσεως αυτών, εκδιδομένου εφ’ άπαξ διατάγματος χαρακτηρισμού των οδών τούτων ως εθνικών. 4.Δια τας οδούς της παρ. ε΄ το συμβούλιον των δημοσίων έργων γνωμοδοτεί υπό τους αυτούς όρους, ενισχυόμενον υπό του διευθυντού της υπηρεσίας των ξένων και εκθέσεων του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας, του τμηματάρχου του αρχαιολογικού τμήματος του υπουργείου Παιδείας και Σελ. 550 ενός καθηγητού της ελληνικής ιστορίας εν τω εθνικώ πανεπιστημίω, διοριζομένου υπό του υπουργού της Παιδείας. 5.Χαρακτηρίζονται ως εθνικαί και εγκρίνεται ίνα, εφ’ όσον είναι δυνατόν, κατασκευασθώσι δαπάναις του ταμείου εθνικής οδοποιίας, κατά παρέκβασιν των διατάξεων του εδ. 1 του παρόντος άρθρου: α)Οδός από Βονίτσης δι’ Αμφιλοχίας προς συνάντησιν της οδού Αγρινίου – Καρδίτσης εγγύς της προς Καρπενήσιον διακλαδώσεως. β)«Οδός από Ακτίου – Βονίτσης δια Λουτρακίου, Κατούνης, Αστακού, Κατοχής, Νεοχωρίου και Αιτωλικού εις συνάντησιν της εθνικής οδού Μεσολογγίου – Άρτης». γ)Οδός από Βελεστίνου προς συνάντησιν της οδού Βόλου – Λαρίσης. Το εντός «» εδάφ. β΄ διωρθώθη ως άνω δια της παραγρ. 1 του άρθρ. 1 του ν. 4503/1930. Χαρακτηρισμόν και άλλων οδών ως εθνικών βλ. εις την κατωτέρω παρατιθεμένην νομοθεσίαν. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών Άρθρ.13.(Άρθρ. 13 ν. 3406).-1.Αι μελέται κατασκευής οδών γίνονται υπό ιδιωτών πολιτικών μηχανικών δια δημοπρασίας κατά τα περί μελετών δημοσίων έργων ισχύοντα. 2.Αι μελέται συντηρήσεως των οδών εκπονούνται υπό των αρμοδίων γραφείων μηχανικών εκάστης περιφερείας. 3.Προκειμένου περί μελετών μεμονωμένων τεχνικών έργων, αύται εκπονούνται είτε υπό των αρμοδίων μηχανικών του Δημοσίου, είτε υπό ιδιωτών κατόπιν δημοπρασίας συμφώνως τη περί τούτου αποφάσεις της επιτροπής. 4.Πάσαι αι μελέται κατασκευής θεωρούμεναι υπό των αρμοδίων μηχανικών εγκρίνονται υπό των οικείων επιθεωρητών δημοσίων έργων, εφ’ όσον η δαπάνη δεν υπερβαίνει τα 4.000.000, και υπό του υπουργείου Συγκοινωνίας δια τα μείζονος δαπάνης έργα. «Οι συγκριτικοί πίνακες εργολαβιών κατασκευής ή συντηρήσεως επαρχιακών οδών εγκρίνονται υπό των αρμοδίων επιθεωρητών των δημοσίων έργων, ανεξαρτήτως της δια τούτων προτεινομένης υπερβάσεως της αρχικώς εγκεκριμένης δαπάνης. Υπό των ιδίων ως άνω επιθεωρητών εγκρίνονται και τα πρωτόκολλα κανονισμού νέων τιμών μονάδος». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 4 του Ν. 5527/1932. 5.Αι μελέται συντηρήσεως, θεωρούμεναι υπό του νομομηχανικού, εγκρίνονται υπό του επιθεωρητού οσηδήποτε και αν είναι η δαπάνη. «6.Εις το κατά τας διατάξεις του εδ. 1 του άρθρ. 12 προσλαμβανόμενον τεχνικόν προσωπικόν, όπερ προσλαμβάνεται δια τον αποκλειστικόν σκοπόν ίνα βοηθήση τον διευθύνοντα τα έργα κατασκευής ή Σελ. 558 συντηρήσεως οδών αρμόδιον μηχανικόν ή νομομηχανικόν, δύναται ν’ ανατεθή και η εκπόνησις των μελετών περί ων τα εδ. 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, εφ’ όσον δεν παρακωλύεται η λοιπή υπηρεσία αυτού». Η παρ. 6 προσετέθη δια του άρθρ. 7 του Ν. 4503/1930. Άρθρ.14.(Άρθρ. 14 ν. 3406).-1.Την εκτέλεσιν των υπό της επιτροπής αποφασιζομένων έργων και την εν γένει διαχείρισιν αυτών ενεργεί εκτελεστική επιτροπή αποτελουμένη εκ του νομάρχου ως προέδρου, του νομομηχανικού και ενός των μελών της επιτροπής, εκλεγομένου υπ’ αυτής δι’ έκαστον οικονομικόν έτος κατά μήνα Ιανουάριον εκάστου έτους. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών «2.Την εκτέλεσιν των υπό της Επιτροπής Ειδικών Ταμείων Επαρχιακής Οδοποιΐας περιφερείας επαρχιών, αποφασιζομένων έργων και την εν γένει διαχείρισιν αυτών ενεργεί Εκτελεστική Επιτροπή, ης η σύνθεσις καθορίζεται εν τω συμφώνως τω άρθρ. 2 του παρόντος νόμου, εκδιδομένω διατάγματι καθορισμού της συνθέσεως της Διοικούσης τα Ειδικά ταύτα Ταμεία Επιτροπής. Το εδ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 5 του Ν. 5527/1932, των ετέρων εδαφίων αριθμουμένων εν συνεχεία. 3.Η εκτελεστική επιτροπή οφείλει να προβή εις την διακήρυξιν της σχετικής δημοπρασίας εντός είκοσι μεν ημερών από της αποφάσεως της επιτροπής περί εκτελέσεως έργου τινός, εφ’ όσον υπάρχει εγκεκριμένη η σχετική μελέτη, και εν εναντία περιπτώσει εντός είκοσιν ημερών από της ως άνω αποφάσεως της επιτροπής ενεργήση δια την εκπόνησιν της μελέτης. 4.Η αυτή εκτελεστική επιτροπή διεξάγει την δημοπρασίαν και μετά την ανάληψιν της πιστώσεως υπό του λογιστού εγκρίνει τα πρακτικά, κοινοποιουμένης της εγκρίσεως εντός δέκα ημερών προς τον ανάδοχον. 5.Τα εγκεκριμένα πρακτικά μετά της μελέτης του έργου αποστέλλονται προς το οικείον γραφείον μηχανικού ή του νομομηχανικού προς εκτέλεσιν. 6.Τα της εκτελέσεως των έργων διέπονται πάντοτε υπό των περί εκτελέσεως δημοσίων έργων ισχυουσών διατάξεων. «Τα πρωτόκολλα ζημιών εκ θεομηνίας εις έργα κατασκευής ή συντηρήσεως επαρχιακών οδών, καταρτιζόμενα κατά τας ανωτέρω διατάξεις, εγκρίνονται υπό της διοικούσης το οικείον ειδικόν ταμείον επιτροπής μετά γνώμην του αρμοδίου επιθεωρητού δημοσίων έργων». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 9 του Ν. 5000/1931. «7.Επιτρέπεται εις τα ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας να αναθέτωσι την εκτέλεσιν έργων κατασκευής οδών εις τεχνικάς εταιρείας, είτε κατόπιν δημοπρασίας είτε και άνευ δημοπρασίας, επιτρεπομένου όπως αι εταιρείαι είτε πληρωθώσι την αξίαν των έργων κατά τα κεκανονισμένα, είτε αναλάβωσι δια της συνομολογηθησομένης συμβάσεως την εκτέλεσιν των έργων πληρωνόμεναι χρεωλυτικώς την αξίαν τούτων, παρεχομένην υπό τύπον τοκοχρεωλυτικού δανείου κατά τα εν τη συμβάσει καθορισθησόμενα». «8.Αι ανωτέρω συμβάσεις δεν έχουσιν ισχύν αν μη κυρωθώσι δια διατάγματος, προτάσει των υπουργείων Οικονομικών και Συγκοινωνίας μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Ουδεμία υποχρέωσις και ουδέν δικαίωμα γεννάται δι’ αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη εκ της μη κυρώσεως της υπ’ αυτών υπογραφείσης συμβάσεως, της αναδόχου εταιρείας δικαιουμένης να θεωρήση διαλελυμένην την σύμβασιν δι’ απλής προς το ειδικόν ταμείον επαρχιακής οδοποιΐας δηλώσεως και ν’ αναλάβη την κατατεθείσαν εγγύησιν, εάν μη η κύρωσις της συμβάσεως κοινοποιηθή αυτή εντός τριών μηνών από της υπογραφής αυτής, εκτός εάν άλλως εν τη συμβάσει ορίζεται». «9.Κατά τας αυτάς του προηγουμένου εδαφίου διατάξεις δύναται να κυρωθώσι τροποποιήσεις των κατά τ’ ανωτέρω συνομολογουμένην συμβάσεων». Αι παραγρ. 7, 8 και 9 προσετέθησαν δια του άρθρ. 9 του Ν. 4503/1930 της αρχικής παρ. 7 αριθμηθείσης 10. 10.Οι λογαριασμοί των έργων θεωρούμενοι υπό του αρμοδίου επιθεωρητού αποστέλλονται προς τον πρόεδρον της επιτροπής του ειδικού ταμείου δια την πληρωμήν. Άρθρ.15.(Άρθρ.15 ν. 3406).-1.Τα κεφάλαια και άρθρα του προϋπολογισμού τ’ αφορώντα την εκτέλεσιν εν γένει έργων εισίν επιδεκτικά εκδόσεως επιταγών προπληρωμής, καθ’ ας περιπτώσεις αι εξαιρέσεις του άρθρ. 34 του ν. ΣΙΒ΄ «περί δημοσίου λογιστικού» επιτρέπουν την άνευ δημοπρασίας εκτέλεσιν των έργων. 2.Το δικαίωμα του κρίνειν εάν συντρέχωσιν ή ου οι λόγοι εφαρμογής των εξαιρέσεων του ως άνω άρθρου 34 έχει η εκτελεστική επιτροπή, πρέπει όμως προς τούτο η απόφασις αυτής να ληφθή κατά παμψηφίαν, μη επιτρεπομένης εν εναντία περιπτώσει της εκδόσεως επιταγής προπληρωμής. 3.Ομοίως επιτρέπεται η έκδοσις επιταγής προπληρωμής εις βάρος δυστροπούντων εργολάβων κατά τα περί δημοσίων έργων ισχύοντα. Σελ. 559 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 Άρθρ.16.(Άρθρ. 16 ν. 3406 και άρθρ. 2 ν. 4421).1.Πάσα δια λογαριασμόν των ειδικών ταμείων πληρωμή ενεργείται δι’ επιταγής, υπογεγραμμένης υπό του προέδρου του ταμείου επί του υποκαταστήματος της Τραπέζης της Ελλάδος της έδρας αυτού, εκδιδομένης εντός των πιστώσεων του προϋπολογισμού και στηριζομένης εις τα νόμιμα δικαιολογητικά, εφαρμοζομένων κατ’ αναλογίαν των διατάξεων του λογιστικού νόμου περί αναγνωρίσεως και εκκαθαρίσεως δαπανών. 2.Αι εκδιδόμεναι επιταγαί, προ της εις την τράπεζαν δι’ εξόφλησιν αποστολής αυτών, θεωρούνται υπό του δημοσίου ταμείου της έδρας του ειδικού ταμείου κατά τας εν ισχύϊ διατάξεις περί προληπτικού ελέγχου. 3.Το αρμόδιον υποκατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος, εξοφλούν τας επιταγάς, φέρει τα χρηματικά ποσά τούτων εις χρέωσιν του οικείου λογαριασμού του ειδικού ταμείου. 4.Ο λογιστής του ταμείου οφείλει να τηρή τα κάτωθι βιβλία: α)Βιβλίον γενικόν των δαπανών, εις ο αναγράφονται κατά σειράν εκδόσεως των επιταγών τα δι’ α αύται εκδίδονται ποσά. β)Βιβλίον, εν ω αναγράφονται ένθεν μεν αι κατά κεφάλαιον και άρθρον εγκρινόμεναι πιστώσεις δια του προϋπολογισμού του ταμείου, έναντι δε αι πραγματοποιούμεναι εις βάρος αυτών πληρωμαί. Εις εκάστην σελίδα του βιβλίου τούτου δεν δύναται να περιλαμβάνωνται πλείονα του ενός άρθρα. γ)Βιβλίον εσόδων, εις ο αναγράφονται τα έσοδα του ταμείου, ως προκύπτουσιν εκ των αγγελλομένων των ταμείω καταθέσεων και κατ’ αντιπαραβολήν ανά τρίμηνον προς τας εν τοις βιβλίοις της τραπέζης αναγραφομένας καταθέσεις μετά των σχετικών αυτών τόκων. δ)Βιβλίον έργων, εις ο αναγράφονται αι εργολαβίαι εκτελέσεως έργων, εν χωριστή εκάστη σελίδι κατά τον τύπον των λογιστικών βιβλίων της υπηρεσίας των δημοσίων έργων. Άρθρ.17.(Άρθρ. 4 νόμ. 4421).-1.Πόροι των ειδικών ταμείων ορίζονται οι εξής: α)Εισφορά του ταμείου εθνικής οδοποιΐας, μη δυναμένη να υπερβή τας δραχμάς τρεις χιλιάδας ανά χιλιόμετρον των εις έκαστον ειδικόν ταμείον υπαγομένων επαρχιακών οδών, είτε έχουσι κατασκευασθή είτε μη. β)Ειδική φορολογία συνισταμένη εις ποσοστόν επί των αμέσων φόρων, ουχί μικρότερον των 2% ουδ’ ανώτερον των 7%, οριζομένη δι’ έκαστον οικονομικόν έτος και δι’ έκαστον των ειδικών ταμείων δια διατάγματος εκδιδομένου προτάσει των επί της Συγκοινωνίας και Οικονομικών υπουργών μετά πρότασιν της αρμοδίας επιτροπής εκάστου ειδικού ταμείου και μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Οι άμεσοι φόροι, εφ’ ων επιβληθήσεται πρόσθετος φορολογία, και το ποσόν αυτής καθορίζονται εν τω κατά τ’ ανωτέρω διατάγματι. γ)Ειδική Σελ. 560 φορολογία, συνισταμένη εις ποσοστόν επί των αμέσων φόρων ουχί μικρότερον των 2%, ουδ’ ανώτερον των 7%, οριζομένη δι’ έκαστον οικονομικόν έτος δια διατάγματος εκδιδομένου προτάσει των επί της Συγκοινωνίας και Οικονομικών υπουργών, μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Το ποσοστόν τούτο ενιαίον δι’ άπαντα τα ειδικά ταμεία, αποδίδεται, εφ’ όσον εισπράττεται, εις το ταμείον εθνικής οδοποιΐας, όπερ κατανέμει τούτο εις τα ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας αναλόγως του πληθυσμού της περιφερείας εκάστου ειδικού ταμείου. Ο Νόμ. 5940/1933 (27.Ζα.5) περιέχει εν άρθρ. 19 παρ. 2 διάταξιν ερμηνευτικήν του φόρου οδοποιΐας έχουσαν ούτω: Η αληθής έννοια των περί φόρου οδοποιΐας διατάξεων είναι ότι ο φόρος ούτος δεν επιβάλλεται προκειμένου περί φόρου ή τέλους κληρονομίας δια περιουσίαν κειμένην εν τη αλλοδαπή. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών Τα φορολογητέα είδη και το ποσοστόν της προσθέτου φορολογίας εκάστου τούτων ορίζονται εν τω κατά τ’ ανωτέρω διατάγματι. δ)Εισφοραί νομικών προσώπων, καθ’ ας περιπτώσεις αι κείμεναι διατάξεις επιτρέπουσι την προς τον σκοπόν κατασκευής οδού εισφοράν. «δ)Επιτρέπεται εις τα Επαρχιακά Ταμεία να δεχθώσι και εις τους Δήμους και Κοινότητας να εισφέρωσιν εισφοράς είτε εις χρήμα είτε εις προσωπικήν εργασίαν των κατοίκων του Δήμου ή της Κοινότητος». Το εντός « » εδ. δ΄ προσετέθη δια του άρθρ. 12 του Ν. 5000/1931. ε)Τα εκ των προστίμων δι’ επιφερομένας εις τας επαρχιακάς οδούς βλάβας έσοδα και τα προς επανόρθωσιν των βλαβών εισπραττόμενα παρά των υπαιτίων ποσά, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 24. ς)Αι εκ της χρήσεως των επαρχιακών οδών εισφοραί, κατά τας διατάξεις του άρθρου 25. ζ)Κληροδοτήματα και δωρεαί. η)Τα εκ των προστίμων εν γένει, περί ων το εδάφιον 3 του άρθρ. 26, το εδ. 13 του άρθρ. 27 και το εδάφιον 10 του άρθρ. 28 εισπραττόμενα ποσά. [«θ)Ειδικοί φόροι, επιβαλλόμενοι επί των προϊόντων παραγωγής της περιφερείας των ειδικών ταμείων, των εξαγομένων εις το εξωτερικόν, ως και των μεταφερομένων εις τας έδρας των ειδικών ταμείων και την λοιπήν επικράτειαν. Τα κατά τα ανωτέρω φορολογητέα προϊόντα και τα φορολογικά ποσοστά ορίζονται δι’ έκαστον των ειδικών ταμείων καθ’ έκαστον οικονομικόν έτος μετά πρότασιν των διοικουσών τα ταμεία επιτροπών δια διατάγματος, προκαλουμένου υπό των υπουργών Οικονομικών, Συγκοινωνίας και Γεωργίας και καθορίζοντος και τον τρόπον της εισπράξεως του φόρου τούτου».] Το εδ. θ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν. 4503/1930. Οι φόροι επί των μεταφερομένων αγαθών κατηργήθησαν δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 843/1948 (27.Ακ.2). 2.Αι κατά τας παραγράφους β΄ και γ΄ του προηγουμένου εδαφίου ειδικαί φορολογίαι επί των αμέσων και εμμέσων φόρων βεβαιούνται ενιαίως υπό δύο ίδια άρθρα του προϋπολογισμού των εσόδων του κράτους, εν δια τα εξ αμέσων φόρων έσοδα και εν δια τα εξ εμμέσων φόρων, υπό τα οποία και εισάγονται, συνεισπραττόμενα μετά των αντιστοίχων κυρίων φόρων. 3.Η απόδοσις των κατά τας διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου πραγματοποιουμένων υπό των δημοσίων ταμείων εισπράξεων υπέρ των ειδικών ταμείων επαρχιακής οδοποιΐας ενεργείται κατά τριμηνίαν δια χρηματικών ενταλμάτων, εκδιδομένων εις βάρος του ειδικού προϋπολογισμού των εξόδων του υπουργείου Συγκοινωνίας, εν ω εγγράφεται η αναγκαία πίστωσις υπό δύο ίδια άρθρα, εν δια την απόδοσιν των εξ αμέσων φόρων εισπράξεων και εν δια την εξ εμμέσων φόρων. 4.Ως δικαιολογητικόν των χρηματικών τούτων ενταλμάτων θέλει χρησιμεύει κατάστασις, συντασσομένη υπό της αρμοδίας υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού, εκ των υποβαλλομένων αυτή παρά των οικείων ταμείων μηνιαίων καταστάσεων γενικής αυτών ληψοδοσίας. 5.Τα εκ της εξοφλήσεως των ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων ως και πάσης άλλης εισπράξεως έσοδα των ειδικών ταμείων επαρχιακής οδοποιΐας συγκεντρούνται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος υπό ίδιον δι’ έκαστον ειδικόν ταμείον λογαριασμόν. «6.Αι εισπράξεις εκ των ποσοστών επί της εγγείου φορολογίας του ελαίου και λοιπών ελαιωδών επιβαλλομένων υπέρ ειδικών ταμείων επαρχιακής οδοποιΐας αποδίδονται αυτούσιοι υπέρ εκάστου ταμείου, εκ της περιφερείας του οποίου επραγματοποιήθησαν αι εισπράξεις αύται». Η παρ. 6 προσετέθη δια της παρ. 2 του άρθρ. 10 του Ν. 4503/1930. Η έγγειος φορολογία του ελαίου και των ελαιωδών προϊόντων κατηργήθη δια του άρθρ. 12 Α.Ν. 843/1948 (27.Ακ.2). Άρθρ.3.(Άρθρ.3 Νόμ. 3406 και άρθρ. 2 Νόμ. 4098).-1.Επαρχιακαί οδοί εισίν: α)Αι συνδέουσαι τας πρωτευούσας των νομών μετά των πρωτευουσών των επαρχιών ή υποδιοικήσεων. β)Αι συνδέουσαι τας πρωτευούσας των ομόρων επαρχιών ή υποδιοικήσεων μετ’ αλλήλων. γ)Αι άγουσαι από πρωτευούσης νομού ή επαρχίας ή υποδιοικήσεως, είτε κατ’ ευθείαν δια του δικτύου των εθνικών οδών, εις σημαντικής εκμεταλλεύσεως ιαματικάς πηγάς και ραδιούχους τοιαύτας ή σανατόρια. δ)Αι ενούσαι τας πρωτευούσας των πρώην δήμων με τας πρωτευούσας των επαρχιών και μεταξύ των. ε)Οδοί συνδέουσαι μεσόγειον πρωτεύουσαν νομού προς εξυπηρετούντα ταύτην δεύτερον λιμένα ή μεσόγειον πρωτεύουσαν επαρχίας προς εξυπηρετούντα ταύτην λιμένα. ς)Εις νήσους, αίτινες δεν αποτελούσι μόναι νομόν και εις ας δεν υπήρχον πλείονες των δύο δήμων, επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός μέχρι δύο το πολύ επαρχιακών οδών, μη περιλαμβανομένων εις ταύτας και των τυχόν κατά τας παρ. γ΄ και δ΄ του παρόντος εδαφίου δυναμένων να χαρακτηρισθώσιν. ζ)Εις εκάστην των νήσων, αίτινες αποτελούσι νομόν ή επαρχίαν, επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός και μιας εισέτι επαρχιακής οδού, επί πλέον εκείνων, αι οποίαι κατά τας λοιπάς παραγράφους του παρόντος εδαφίου δύνανται να χαρακτηρισθώσιν, εξυπηρετούσης δε σημαντικόν τμήμα της νήσου, μη δυνάμενον άλλως να εξυπηρετηθή δι’ εθνικής ή επαρχιακής οδού. 2.Εντός διμήνου από της ισχύος του Νόμ. 3406 επιτροπαί αποτελούμεναι εκ του νομάρχου εκάστου νομού, των δημάρχων ή προέδρων κοινοτήτων, των πρωτευουσών των επαρχιών ή υποδιοικήσεων του νομού, των προέδρων κοινοτήτων νήσων, ένθα εδρεύει ειρηνοδικείον και εχουσών άνω των 10 χιλιάδων κατοίκων, του οικείου επιθεωρητού των δημοσίων έργων και του νομομηχανικού, υπό την προεδρίαν του νομάρχου, αποφαίνεται δια πρακτικού κατά πλειοψηφίαν, ορίζουσα την αφετηρίαν, το τέρμα και τα κυριότερα σημεία διαβάσεως των εν ταις παρ. α΄, β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ του προηγουμένου εδαφίου οδών. 3.Προκειμένου περί πρωτευουσών επαρχιών ή υποδιοικήσεων, ενουμένων μετά της πρωτευούσης του νομού ή των πρωτευουσών των ομόρων επαρχιών ή υποδιοικήσεων δια τμήματος εθνικής οδού, δεν δύναται να προταθή η κατασκευή και ετέρας αρτηρίας ενούσης τα αυτά σημεία. Τουτ’ αυτό ισχύει και δια τας πρωτευούσας των πρώην δήμων, τας ενουμένας μετά της πρωτευούσης της επαρχίας δι’ εθνικής ή επαρχιακής οδού. 4.Το συμβούλιον των δημοσίων έργων εντός τριμήνου από της ισχύος του Νόμ. 3406 έχον υπ’ όψει τα πρακτικά των επιτροπών, γνωμοδοτεί περί των χαρακτηριστέων ως επαρχιακών οδών, εκδιδομένου εφ’ άπαξ Δ/τος καθορίζοντος τας επαρχιακάς οδούς. Άρθρ.18.(Άρθρ. 18 και 28 ν. 3406).-1.Το Δημόσιον δύναται να χορηγή επί επιστροφή εις τα ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας οδοστρωτήρας ή άλλα μηχανήματα, εφ’ όσον κατά την γνώμην των αρμοδίων νομομηχανικών η παραχώρησις αύτη δεν παρακωλύει τας εργασίας της εθνικής οδοποιΐας, δικαιούμενον να ζητήση την άμεσον απόδοσιν αυτών εν περιπτώσει καθ’ ην παρουσιασθή αναπότρεΣελ. 561 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 πτος ανάγκη εκτελέσεως έργων του Δημοσίου. 2.Τα ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας, παραλαμβάνοντα τα προσκαίρως παραχωρούμενα αυτοίς μηχανήματα δια κανονικού πρωτοκόλλου, συντασσομένου υπό του αρμοδίου τεχνικού υπαλλήλου του Κράτους και του τεχνικού υπαλλήλου του παραλαμβάνοντος ειδικού ταμείου, υποχρεούνται εις την κανονικήν συντήρησιν και επισκευήν αυτών και εις την παράδοσιν κατά την επιστροφήν εις ην παρέλαβον ταύτα κατάστασιν, ευθυνόμενα δια πάσαν βλάβην, η προς επανόρθωσιν της οποίας δαπάνη καταλογιζομένη αυτοίς δι’ αποφάσεως του υπουργού της Συγκοινωνίας καταβάλλεται υπ’ αυτών εις την Εθνικήν Τράπεζαν δια λογαριασμόν του ταμείου εθνικής οδοποιΐας. 3.Επιτρέπεται εις τα ειδικά ταμεία εθνικής οδοποιΐας ίνα, μετ’ απόφασιν των επιτροπών αυτών, προμηθεύωνται παντός είδους μηχανήματα ή εργαλεία, άτινα υποχρεούνται να φυλάττωσι καλώς, καταγραφόμενα εν ιδίω βιβλίω αποθήκης. Άρθρ.19.(Άρθρ.28 ν. 3406).-Εν περιπτώσει εφαρμογής του νόμου περί αυτοδιοικήσεως, τα δια του παρόντος συνιστώμενα ειδικά ταμεία επαρχιακής οδοποιΐας υπαχθήσονται εις το νομικόν πρόσωπον του νομού, την δε επιτροπήν αυτών θέλει αντικαταστήσει το οικείον νομαρχιακόν συμβούλιον. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Δημοτικαί και κοινοτικαί οδοί Άρθρ.20.(Άρθρ. 19 ν. 3406, άρθρ. 17 ν. 4098).1.Η κατασκευή, ανακαίνισις και συντήρησις των δημοτικών και κοινοτικών οδών βαρύνει τους δήμους και κοινότητας, εντός των ορίων των οποίων κείνται αι οδοί, και εκτελείται συμφώνως προς τας περί εκτελέσεως έργων διατάξεις της περί δήμων και κοινοτήτων νομοθεσίας. 2.Δια την κατασκευήν οχετών, γεφυρίων ή γεφυρών μεμονωμένων, κειμένων όμως επί της κατευθύνσεως δημοτικής ή κοινοτικής οδού, ή δια την κατασκευήν ή συμπλήρωσιν των τεχνικών έργων ή οδοστρωσίας επί δημοτικών ή κοινοτικών οδών, αμαξιτών ή βατών, ων η διάνοιξις και αι χωματουργικαί εργασίαι της υποδομής εξετελέσθησαν δαπάναις του Δημοσίου, των δήμων ή των κοινοτήτων ή δι’ εράνων ή δωρεών, ή δια προσωπικής εργασίας των κατοίκων, αναγράφεται κατ’ έτος εις τον προϋπολογισμόν των εξόδων του υπουργείου Συγκοινωνίας ποσόν μέχρις είκοσιν εκατομμυρίων δραχμών, μειουμένου κατ’ ίσον ποσόν του κατά το άρθρ. 7 παρ. β΄ του ν. 3406 οριζομένου κατωτάτου ορίου ετησίας αρωγής του Δημοσίου, προτιμωμένων των απορωτέρων κοινοτήτων ή των στερουμένων παντελώς συγκοινωνίας ή των κοινοτήτων εκείνων, Σελ. 562 αίτινες έχουσιν ήδη προβή εις διανοίξεις οδών. Το ποσόν τούτο αποδίδεται εις το ταμείον εθνικής οδοποιίας, διατιθέμενον παρά τούτου δια πιστώσεως αναγραφομένης υπό ίδιον κεφάλαιον και άρθρον του προϋπολογισμού αυτού αναλόγως των αναγκών και κατά τας περί διαθέσεως των πόρων αυτού διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Οδοί εγκεκριμέναι δια προγενεστέρων νόμων Άρθρ.21.(Άρθρ. 27 νόμ. 3406, άρθρ. 15 ν. 4098).-«1.Οδοί, ων η κατασκευή ενεκρίθη δια νόμων προγενεστέρων, κατασκευασθήσονται δαπάναις του ταμείου εθνικής οδοποιίας, συντηρούμεναι μετά την κατασκευήν των υπό του ταμείου εις ο υπάγονται λόγω του χαρακτηρισμού αυτών. 2.Εν περιπτώσει καθ’ ην τα ταμεία, εις α υπάγονται αι ανωτέρω οδοί, αποφασίσωσι την ιδίαις δαπάναις κατασκευήν των περί ων το προηγούμενον άρθρον οδών και άρξηται η εκτέλεσις των έργων, το Δημόσιον υποχρεούται όπως εκ των δια την κατασκευήν των εν εδ. 1 οδών διατιθεμένων πιστώσεων διαθέτη κατά προτίμησιν προς εκτέλεσιν έργων εις τας υπό των ταμείων εκτελουμένας οδούς και δια ποσόν ουχί κατώτερον του ημίσεος του υπό του ταμείου διατεθέντος». Το άρθρ. 21 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 11 του Ν. 4503/1930. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών Άρθρ.22.(Άρθρ. 28 ν. 3406, άρθρ. 16 ν. 4098).1.Τα υφιστάμενα ειδικά ταμεία προς κατασκευήν ωρισμένων οδών καταργούνται, η δε περιουσία αυτών κατανέμεται εις α ειδικά ταμεία ή κοινότητας υπάγεται λόγω αρμοδιότητος η κατασκευή των ανωτέρω οδών, καθοριζούσης και την οδόν ή το τμήμα αυτής, δια την κατασκευήν της οποίας υποχρεωτικώς διατεθήσονται τα αποδιδόμενα κεφάλαια, αποκλειομένης της δι’ άλλον σκοπόν διαθέσεως αυτών, εκτός αν απομείνη υπόλοιπον μετά την πλήρη κατασκευήν της οδού. 2.Η κατανομή της περιουσίας των ως άνω ταμείων μετά την αφαίρεσιν των υπ’ αυτών οφειλομένων γενήσεται δι’ αποφάσεως του υπουργού της Συγκοινωνίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Γενικαί και ειδικαί διατάξεις Άρθρ.23.(Άρθρ. 20 ν. 3406, άρθρ. 9 ν. 4098).-1.Η κατασκευή των οδών πάσης κατηγορίας θεωρείται ως έργον δημοσίας ωφελείας και χαρακτηρίζεται ως τοιούτο δια της περί κατασκευής αυτών αποφάσεως της αρμοδίας αρχής. 2.Πάντα τα αναγκαιούντα ακίνητα δια την κατασκευήν, ανακαίνισιν και συντήρησιν των οδών, είτε αμέσως δια το σώμα αυτό τούτο της οδού, είτε εμμέσως δια την λήψιν των αναγκαίων προς εκτέλεσιν των άνω έργων υλικών, απαλλοτριούνται αναγκαστικώς. 3.Η αποζημίωσις των ιδιοκτητών των ως άνω ακινήτων διενεργείται κατά τας ισχυούσας διατάξεις περί απαλλοτριώσεως λόγω δημοσίας ωφελείας, και βαρύνει δια μεν τας εθνικάς οδούς το Δημόσιον, δια τας επαρχιακάς τα οικεία ειδικά ταμεία οδοποιΐας, δια δε τας δημοτικάς ή κοινοτικάς τους οικείους δήμους ή κοινότητας. «4.Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων προς κατασκευήν, ανακαίνισιν, διεύρυνσιν, συντήρησιν, ή τροποποίησιν της χαράξεως εθνικών ή επαρχιακών οδών, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου ρυμοτομίας πόλεων ή κωμών, συμφώνως δε πάντοτε προς το εγκεκριμένον σχέδιον, ως προς ας απαλλοτριώσεις η αποζημίωσις των ρυμοτομουμένων κτισμάτων, δένδρων, φυτειών, φρεάτων ή ετέρων εγκαταστάσεων, βαρύνει τους οικείους δήμους ή τας Κοινότητας, της αποζημιώσεως των γηπέδων βαρυνούσης τους εκατέρωθεν παροδίους, κατά τας διατάξεις του Νόμου, δύναται το Δημόσιον, μετ’ απόφασιν των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνίας, να προκαταβάλη τας βαρυνούσας τον Δήμον ή τας Κοινότητας αποζημιώσεις, συντασσομένης καταστάσεως εμφαινούσης την καταβληθείσαν αποζημίωσιν εις ένα έκαστον ή πλείονας, ή πάντας ομού τους ιδιοκτήτας της αυτής οδού, βάσει της οποίας εκδίδεται καταλογιστική απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών, δι’ ης καθορίζεται ο χρόνος και το μέτρον της βαθμιαίας αποδόσεως τω Δημοσίω υπό του οικείου Δήμου ή της Κοινότητος της καταβληθείσης εις τους ιδιοκτήτας των ρυμοτομουμένων ακινήτων αποζημιώσεως. 5.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον καταλογιστική απόφασις κοινοποιείται εις τε τον οικείον Δήμον ή την Κοινότητα και τον αρμόδιον Νομάρχην, προς την κατά τον προσήκοντα, συμφώνως τη αποφάσει, χρόνον, αναγραφήν εν τω προϋπολογισμώ του Δήμου ή της Κοινότητος, των αποδιδομένων εκάστοτε τω Δημοσίω ποσών. Εάν ο Δήμος ή η Κοινότης παραλίπη την εγγραφήν, υποχρεούται ο αρμόδιος Νομάρχης, όπως κατά τον έλεγχον του προϋπολογισμού του Δήμου ή της Κοινότητος εγγράψη το οφειλόμενον ποσόν. 6.Αι αυταί διατάξεις των παραγρ. 4 και 5, εφαρμόζονται ως προς τας επαρχιακάς οδούς, της αποζημιώσεως προκαταβαλλομένης υπό του οικείου Ειδικού Ταμείου Επαρχιακής Οδοποιΐας, της δε καταλογιστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό του αρμοδίου Νομάρχου». Αι παρ. 4, 5 και 6 προσετέθησαν δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1956/1939, των αρχικών παραγράφων 4 και 5 αριθμηθεισών 7 και 8. «7».Αι υπό των πάσης κατηγορίας οδών καταλαμβανόμεναι ακίνητοι ιδιοκτησίαι του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων, του εκκλησιαστικού ταμείου και των μονών παραχωρούνται υπ’ αυτών δωρεάν. «8».Αι μέχρι της ισχύος του ν. 3406 μήπω καταβληθείσαι αποζημιώσεις δι’ ακίνητα καταληφθέντα υπό οδού κατασκευασθείσης υπό του Δημοσίου βαρύνουσι το Δημόσιον. «9.Τμήματα εθνικών ή επαρχιακών οδών, αχρηστευόμενα, ένεκα τροποποιήσεως της παλαιάς χαράξεως, δύνανται να καταργηθώσιν, εν όλω ή εν μέρει, δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Συγκοινωνίας, δημοσιευομένης εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως. Σελ. 563 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 10.Προς έκδοσιν της κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεως, απαιτείται γνωμοδότησις του Συμβουλίου των Δημοσίων Έργων, εκδιδομένη μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν του αρμοδίου Νομομηχανικού περί του χρησίμου ή μη εν όλω ή εν μέρει, του αχρηστευομένου τμήματος, είτε προς εναπόθεσιν των υλικών είτε προς ετέραν βοηθητικήν χρήσιν, ως επίσης και περί του αναγκαίου ή μη, μέρους ή του όλου του αχρηστευομένου τμήματος προς προσπέλασιν εις την οδόν τέως παροδίων ιδιοκτητών, μη δυναμένων να επικοινωνήσωσιν απ’ ευθείας προς την νέαν οδόν. 11.Εάν ο οικείος Δήμος ή η Κοινότης καλούμενοι υπό του Υπουργού της Συγκοινωνίας, δηλώσωσιν, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της προσκλήσεως, ότι αποδέχονται την κατάταξιν του αχρηστευομένου τμήματος ως δημοτικής ή κοινοτικής οδού, δύναται ο Υπουργός της Συγκοινωνίας, δια της κατά την παρ. 9 του παρόντος άρθρου αποφάσεως αυτού, να χαρακτηρίση το αχρηστευόμενον τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, ως δημοτικήν ή κοινοτικήν οδόν, μνημονευομένης απαραιτήτως της χιλιομετρικής θέσεως του αχρηστευομένου τμήματος και του διατηρουμένου τμήματος ή των τμημάτων αυτού μετά του μήκους αυτών, ως προκύπτουσιν εκ διαγράμματος εγκρινομένου υπό του Υπουργού και μνημονευομένου εν τη αποφάσει. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη δεν επιτρέπεται η διάθεσις οιασδήποτε δαπάνης εν τω μέλλοντι υπό του Ταμείου Εθνικής Οδοποιΐας, ή του οικείου Ειδικού Ταμείου Επαρχιακής οδοποιΐας, είτε προς κατασκευήν τεχνικών έργων ή οδοστρωσίας εν τοις αχρηστευθείσι τμήμασιν, είτε προς επισκευήν, ανακαίνισιν, ή συντήρησιν αυτών, κατά τας κειμένας διατάξεις. 12.Εάν μέρος ή το όλον αχρηστευομένου τμήματος εθνικής ή επαρχιακής οδού ήθελε κριθή ως μη διατηρητέον κατά τας διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του παρόντος άρθρου, τα καταργούμενα τμήματα, δια της κατά τας διατάξεις της παρ. 9 αποφάσεως, εκποιούνται προς όφελος του Δημοσίου βάσει διαγράμματος εγκρινομένου υπό του Υπουργού της Συγκοινωνίας, εφαρμοζομένων των περί εκποιήσεως δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων. Ως οδός νοείται το κατάστρωμα της οδού μετά των ερεισμάτων, των τάφρων και των πρανών των εκχωμάτων ή των επιχωμάτων. 13.Εν περιπτώσει καταργήσεως προς εκποίησιν μέρους ή του όλου αχρηστευομένου τμήματος η κατά την παρ. 9 απόφασις του Υπουργού της Συγκοινωνίας, και το κατά την προηγουμένην παράγραφον διάγραμμα, αποστέλλονται υπό του Υπουργείου της Συγκοινωνίας προς την διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, προς περαιτέρω ενέργειαν προς εκποίησιν». Αι παραγρ. 9-13 προσετέθησαν δια του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1956/1939. Σελ. 564 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών Άρθρ.24.-«1.Η αστυνομία των οδών πάσης κατηγορίας ανατίθεται εις τους τεχνικούς υπαλλήλους της υπηρεσίας των δημοσίων έργων. 2.Πάσα αμέσως ή εμμέσως προξενουμένη βλάβη επί των πάσης φύσεως ή κατηγορίας εν γένει δημοσίων έργων, είτε η δαπάνη τούτων βαρύνει τον προϋπολογισμόν του Κράτους, είτε τον προϋπολογισμόν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τόσον των εν εκτελέσει ευρισκομένων, όσον και των τετελεσμένων, βεβαιούται δια πρωτοκόλλου συντασσομένου υπό των αρμοδίων τεχνικών υπαλλήλων του Δημοσίου, εις ους νόμω έχει ανατεθή η αστυνομία των έργων τούτων. Εν τω πρωτοκόλλω τούτω αναγράφεται το όνομα και επώνυμον του επενεγκόντος βλάβην, η κατοικία αυτού, το είδος και η έκτασις της βλάβης, το νομικόν πρόσωπον το εκτελέσαν ή το εκτελούν και συντηρούν το έργον εις ο εγένετο βλάβη, οσάκις τούτο εξετελέσθη ή εκτελείται ή συντηρείται υπό άλλου νομικού προσώπου και ουχί του Δημοσίου, η προς επανόρθωσιν αυτής απαιτουμένη δαπάνη, αναγραφομένης και της ποσότητος και αξίας των απαιτουμένων προς τούτο υλικών, της αξίας της απαιτουμένης εργασίας, ως και πάσης τυχόν αναγκαίας λεπτομερείας. 3.Το ως άνω πρωτόκολλον υποβάλλεται υπό του συντάξαντος αυτό αρμοδίου υπαλλήλου προς τον αρμόδιον επιθεωρητήν των δημοσίων έργων, όστις επιφέρει τας επ’ αυτού παρατηρήσεις και διορθώσεις αναγραφομένας παρά πόδας αυτού, επικυρών ή τροποποιών αυτό, και επιστρέφει μετά των επ’ αυτού παρατηρήσεων εις την συντάξασαν αυτό τεχνικήν υπηρεσίαν, ήτις αφ’ ενός μεν διαβιβάζει αντίγραφον αυτού εις τον εισαγγελέα, δια της κατά τας κειμένας διατάξεις ποινικήν δίωξιν του επενεγκόντος την βλάβην, αφ’ ετέρου δε κοινοποιεί όμοιον αντίγραφον προς τον επενεγκόντα την βλάβην, δια δικαστικού κλητήρος, ή δια της αστυνομίας, συντασσομένου αποδεικτικού κατά τα άρθρ. 145 και επ. ποινικής δικονομίας. 4.Κατά του πρωτοκόλλου τούτου επιτρέπεται ανακοπή υπό του καθ’ ου συνετάχθη τούτο, εντός προθεσμίας 15 ημερών από της κοινοποιήσεώς του, εισαγομένη, εάν μεν πρόκειται περί ζημίας ουχί ανωτέρας των 5.000 δραχμών, ενώπιον του ειρηνοδικείου, αν δε πρόκειται περί ζημίας ανωτέρας των 5.000 δραχμών ενώπιον του προέδρου των πρωτοδικών του τόπου του βλαβέντος έργου. Ο ειρηνοδίκης ή ο πρόεδρος συντάσσει πράξιν υπ’ αυτήν, ορίζων δικάσιμον αυτής, αντίγραφον δι’ αυτής κοινοποιείται επιμελεία του ανακόπτοντος, εντός της ρηθείσης 15θημέρου προθεσμίας από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου, εις τον συντάξαντα τεχνικόν υπάλληλον ή υπηρεσίαν, μετά κλήσεως όπως παραστή κατά την συζήτησιν αυτής. Ο πρόεδρος ή ειρηνοδίκης δικάζει εκ των ενόντων, κατά τα Άρθρ.4.(Άρθρ.4 Νόμ. 3406).-1.Δημοτικαί ή κοινοτικαί οδοί εισίν αι ενούσαι χωρία του αυτού δήμου ή κοινότητος προς άλληλα ή προς χωρία ομόρων δήμων ή κοινοτήτων ή προς εθνικάς ή επαρχιακάς οδούς. 2.Αι οδοί αι άγουσαι από χωρίων προς κτηματικάς αυτών περιφερείας εισίν οδοί αγροτικαί. άρθρ. 634 και επόμενα της πολιτικής δικονομίας, εξετάζων και τους τυχόν υπό του ανακόπτοντος προσαγομένους ή και υπό της υπηρεσίας υποδεικνυομένους μάρτυρας. Το πρωτόκολλον τούτο του τεχνικού υπαλλήλου, ως ετροποποιήθη ή επεκυρώθη υπό του επιθεωρητού, αποτελεί απόδειξιν μέχρις ανταποδείξεως. 5.Παρελθούσης απράκτου της ως άνω προς άσκησιν ανακοπής 15θημέρου προθεσμίας ή απορριφθείσης τυχόν της ανακοπής υπό του προέδρου ή του ειρηνοδίκου, το πρωτόκολλον καθίσταται διοικητικώς εκτελεστόν, και δύναται να επιδιωχθή η είσπραξις της εν αυτώ ζημίας κατά τον νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Προς τούτο διαβιβάζεται εις τον ταμίαν αντίγραφον του πρωτοκόλλου μετ’ αντιγράφου του αποδεικτικού επιδόσεως αυτού ή αντιγράφου της αποφάσεως της απορριπτούσης την ανακοπήν του επενεγκόντος την βλάβην, όστις ταμίας βεβαιώνει το ποσόν της ζημίας εις βάρος αυτού και επιμελείται της εισπράξεως αυτών υπέρ του ταμείου εθνικής οδοποιΐας, προκειμένου περί ζημίας προξενηθείσης εις την εθνικήν οδόν, υπέρ του αρμοδίου ταμείου επαρχιακής οδοποιΐας, προκειμένου περί επαρχιακής οδού, ή υπέρ του αρμοδίου δήμου ή κοινότητος προκειμένου περί οδού δημοτικής ή κοινοτικής. 6.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 473 παρ. 2 εδάφ. 30 Ποιν. Κώδικος. Ήδη εφαρμογήν έχει το άρθρ. 382 Ποιν. Κώδικος). Το άρθρ. 24 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Α.Ν. 1966/1939 (23 Βα. 9). Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 ν. 118/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). (Αντί της σελ. 565)Σελ. 565(α) Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 Άρθρ.25.(Άρθρ. 22 ν. 3406, άρθρ. 11 ν. 4098).1.Η χρήσις των οδών εν γένει, των πρανών και των τάφρων, τόσον υπέρ το έδαφος, όσον και υπ’ αυτό, επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας του προϊσταμένου του γραφείου μηχανικού, εις την αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το τμήμα της οδού ης γενήσεται χρήσις. 2.Προς χορήγησιν τοιαύτης αδείας προς ιδιώτας απαιτείται η εκ μέρους αυτών καταβολή εις όφελος του ταμείου του οργανισμού, εις την αρμοδιότητα του οποίου εκ του χαρακτηρισμού αυτής υπάγεται η οδός, ποσού ίσου προς την απαιτουμένην δαπάνην προς επανόρθωσιν των εκ της γενησομένης χρήσεως φθορών, και ποσού αναλόγου προς την γενησομένην τω αιτουμένω την άδειαν ωφέλειαν. Τα ποσά ταύτα, ως και οι όροι υφ’ ους γενήσεται η χρήσις της οδού, ορίζονται δι’ αποφάσεως του μηχανικού, κοινοποιουμένης τω ιδιώτη, ην ούτος δικαιούται να εφεσιβάλη εις το υπουργείον Συγκοινωνίας, αποφασίζον οριστικώς. Η έκδοσις της αδείας γίνεται μόνον άμα τη προσαγωγή των αποδείξεων καταθέσεως, ων αντίγραφα κυροί ο μηχανικός και φυλάσσει μετά του σχεδίου της αδείας εν τω αρχείω του. 3.Εν περιπτώσει καθ’ ην γίνη χρήσις της οδού χωρίς να εκδοθή η κατά τ’ ανωτέρω άδεια, η μεν προσγενομένη φθορά βεβαιούται και επανορθούται κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, των υπαιτίων τιμωρουμένων κατά τας αυτάς διατάξεις, τα δ’ επί της οδού ή υπ’ αυτήν τεθέντα αντικείμενα αίρονται υπό της αρχής εις βάρος και δια λογαριασμόν του αυθαιρέτως τοποθετήσαντος ταύτα, όστις καλείται ως ωρισμένον χρόνον ίνα παραλάβη τα αφαιρεθησόμενα υλικά. Εν περιπτώσει καθ’ ην δεν προσέλθη, ταύτα μεταφέρονται υπό της αρχής δαπάναις του ιδιοκτήτου εις τον πλησιέστερον αστυνομικόν σταθμόν και εκποιούνται δια δημοπρασίας, του αντιτίμου καταβαλλομένου τω ιδιοκτήτη μετά την αφαίρεσιν των γενομένων δαπανών δια την άρσιν και μεταφοράν των επί της οδού αντικειμένων. Εν ανεπαρκεία του ποσού δια την πληρωμήν των ανωτέρω δαπανών εισπράττεται το υπόλοιπον κατά τας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεις. Άρθρ.26.(Άρθρ. 23 νόμ. 3406, άρθρ. 12 ν. 4098).1.Η δια των γεφυρών των οδών πάσης κατηγορίας διέλευσις φορτίων ασυνήθους βάρους, δυναμένων να έχωσιν επιβλαβή επίδρασιν επί της στερεότητος των γεφυρών, επιτρέπεται μόνον κατόπιν εγγράφου αδείας του αρμοδίου μηχανικού. 2.Η άνευ αδείας διέλευσις και εφ’ όσον δεν επήλθε βλάβη εις την γέφυραν τιμωρείται δια προστίμου (μέχρι δραχμών πεντακοσίων) και φυλακίσεως μέχρι δέκα ημερών, εάν δ’ επήλθε βλάβη εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 24. Σελ. 566(α) Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 ν. 118/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ 8 σελ. 6 και 28). 3.Τα εισπραττόμενα κατά τας διατάξεις του ανωτέρω εδαφίου ποσά εκ της επιβολής προστίμου εις την περίπτωσιν, καθ’ ην δεν επήλθε βλάβη εις την γέφυραν, κατατίθενται υπό των δημοσίων ταμιών εις το υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης της έδρας των, ίνα μεταβιβασθώσιν εις το κεντρικόν μεν κατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος, εφ’ όσον πρόκειται περί γεφύρας κειμένης επί της εθνικής οδού, εις το υποκατάστημα δε της έδρας του οικείου ειδικού ταμείου επαρχιακής οδοποιΐας εφ’ όσον πρόκειται περί επαρχιακής οδού. Εάν η γέφυρα κείται επί δημοτικής ή κοινοτικής οδού το υπό του Δημοσίου ταμείου εισπρταττόμενον πρόστιμον αποδίδεται εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα. 23.Ζ.α.20 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών Άρθρ.27.(Άρθρ. 24 ν. 3406, άρθρ. 13 ν. 4198).1.Το πλάτος των κοινών ζωηλάτων οχημάτων, μετρούμενον μεταξύ των μάλλον εξεχόντων μερών, δεν δύναται να υπερβή το 1,80 μ., το δε των μηχανοκινήτων τα 2,40 μ. 2.Το υπό του φορτίου πάσης φύσεως οχημάτων καταλαμβανόμενον εκατέρωθεν του οχήματος επί πλέον πλάτος δεν δύναται να υπερβή τα 0,20 μ. 3.Το ανώτερον ωφέλιμον φορτίον των διτρόχων φορτηγών ζωηλάτων οχημάτων ορίζεται εις 800 χιλιόγραμμα, το δε πλάτος των μεταλλικών επισώτρων εις έξ τουλάχιστον εκατοστά. 4.Το ελάχιστον πλάτος των μεταλλικών επισώτρων των τετρατρόχων φορτηγών ζωηλάτων οχημάτων ορίζεται εις πέντε εκατοστά δια μέγιστον ωφέλιμον φορτίον δύο τόννων. Δια τετράτροχα χρησιμοποιούμενα δια μεταφοράν μεγαλυτέρου βάρους το πλάτος των επισώτρων αυξάνεται ανά έν εκατοστόν δια πρόσθετον ωφέλιμον φορτίον 150 χιλιογράμμων ή κλάσματος αυτών ανά τροχόν. 5.Το ελάχιστον πλάτος του μεταλλικού επισώτρου των μηχανοκινήτων οχημάτων ή μηχανών έλξεως ή μηχανημάτων ελκομένων ορίζεται εις οκτώ εκατοστά, πάντως όμως δεν δύναται το ανά εκατοστόν πλάτος αντιστοιχούν εις έκαστον τροχόν ωφέλιμον φορτίον να υπερβαίνη τα 75 χιλιόγραμμα. Το φορτίον τούτο αυξάνεται εις το διπλάσιον προκειμένου περί επισώτρων εκ συμπαγούς ελαστικού. Ουδείς δε περιορισμός τίθεται δια τα οχήματα μετά πνευματικών ελαστικών επισώτρων. 6.Η μεγίστη ταχύτης των εν προηγουμένω εδαφίω οχημάτων ορίζεται δια μεν τα της πρώτης κατηγορίας εις δέκα χιλιόμετρα ανά ώραν, δια δε τα της δευτέρας εις δέκα πέντε μεν μετά φορτίου και εις είκοσιν άνευ φορτίου. 7.Απαγορεύεται η χρήσις παντός είδους εξοχών επί των επισώτρων των τροχών των εν γένει οχημάτων, επιτρεπομένης μόνον της χρησιμοποιήσεως εξοχών επί των πνευματικών επισώτρων των μηχανοκινήτων οχημάτων προς αύξησιν της προσφύσεως, εφ’ όσον αύται δεν εξέχουσι πλέον των 4 χιλιοστομέτρων και υπό τον όρον όπως εφάπτωνται του εδάφους κατά κυκλικήν και επίπεδον επιφάνειαν ελαχίστης διαμέτρου 10 χιλιοστομέτρων. 8.Τα δίτροχα και τετράτροχα φορτηγά ζωήλατα οχήματα υποχρεούνται να χρησιμοποιώσιν αποκλειστικώς και μόνον κυκλικάς τροχοπέδας ομοκέντρους τω τροχώ εφαρμοζομένας εις το ύψος του άξονος. Οι χρησιμοποιούντες πέδιλα ή έτερα άλλα οιαδήποτε μέσα ανασχέσεως της κυλίσεως τιμωρούνται υπό του αρμοδίου δικαστηρίου δια προστίμου (μέχρι 1000 δραχμών) και φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών, ανεξαρτήτως της πληρωμής της επιγενομένης τυχόν βλάβης εις την οδόν, δι’ ην εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 24. 9.Από της ισχύος του ν. 3406 απαγορεύεται η κατασκευή παντός είδους οχημάτων εχόντων πλάτος μείζον ή επίσωτρα διάφορα των δια του παρόντος άρθρου οριζομένων. Πας παραβάτης της διατάξεως ταύτης τιμωρείται υπό του αρμοδίου δικαστηρίου δια προστίμου (μέχρι δραχμών χιλίων) και φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών. 10.Εντός τριών ετών από της ισχύος του ν. 3406 άπαντες οι ιδιοκτήται των οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφωθώσι προς τας διατάξεις του άρθρου τούτου, μετατρέποντες τους τροχούς των ή κατασκευάζοντες νέους τοιούτους έχοντας πλάτη επισώτρων σύμφωνα προς τας δι’ αυτού τιθεμένας αρχάς. Εναντίον των μη συμμορφωθησομένων επιβάλλεται υπό του αρμοδίου δικαστηρίου πρόστιμον (μέχρι δραχμών δισχιλίων) και φυλάκισις μέχρις έξ μηνών, απαγορευομένης της κυκλοφορίας του οχήματός των. Βλ. και άρθρ. 7 του Ν. 5000/1931. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 ν. 118/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). 11.Μετά την πάροδον της δια της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου τασσομένης προθεσμίας ουδέν όχημα δύναται να κυκλοφορή επί των οδών, εάν ο ιδιοκτήτης αυτού δεν είναι εφοδιασμένος δι’ εγγράφου αδείας κυκλοφορίας, συντασσομένης υπό της αρμοδίας αστυνομικής αρχής, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου μηχανικού περί του ότι το πλάτος των επισώτρων των τροχών και αι διατάξεις του οχήματος αυτού δεν ευρίσκονται εν συμφωνία προς τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η άδεια αύτη, αναθεωρουμένη ετησίως, είναι προσωπική, εν περιπτώσει μεταπωλήσεως του οχήματος υποχρεουμένου του νέου ιδιοκτήτου Σελ. 567 Κατασκευή και Συντήρηση Οδών 23.Ζ.α.20 να ζητήση την έκδοσιν νέας τοιαύτης. Οι παραβάται των διατάξεων τούτων τιμωρούνται δια προστίμου μέχρι δραχμών χιλίων και φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών. 12.Οι παραβάται των διατάξεων των εδ. 2 και 6 του παρόντος άρθρου, ως και των διατάξεων των εδ. 3 και 5 των αφορώντων το φορτίον οχημάτων, τιμωρούνται δια προστίμου μέχρι δραχμών πεντακοσίων και φυλακίσεως μέχρι 10 ημερών. 13.Τα εκ των κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου επιβαλλομένων προστίμων εισπραττόμενα ποσά περιέρχονται εις το ταμείον εθνικής οδοποιΐας, κατατιθέμενα εις την Τράπεζαν της Ελλάδος κατά τα εν εδαφ. 3 του άρθρ. 26 οριζόμενα. Άρθρ.5.(Άρθρ. 5 Νόμ. 3406).-1.Η κατασκευή και συντήρησις των εθνικών οδών βαρύνει αποκλειστικώς το Κράτος. 2.Η κατασκευή και συντήρησις των επαρχιακών οδών βαρύνει τον προϋπολογισμόν των κατά τα ανω …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.