← Ελλάδα

1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓ ΑΣΙΑΣ Αριθ. 57440 της 13 Ιαν./7 Φεβρ. 1938 Περί εγκρίσεως κανονισμού περί ασφαλιστικής αρμοδιότητος και διαδικασίας απονομή

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση εγκρίνει τον κανονισμό για την ασφαλιστική αρμοδιότητα και τη διαδικασία απονομής παροχών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ). Καθορίζει πώς οργανώνονται και λειτουργούν οι ασφαλιστικές διαδικασίες για την εξασφάλιση των παροχών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓ ΑΣΙΑΣ Αριθ. 57440 της 13 Ιαν./7 Φεβρ. 1938 Περί εγκρίσεως κανονισμού περί ασφαλιστικής αρμοδιότητος και διαδικασίας απονομής των παροχών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αποφασίζομεν όπως ο κανονισμός περί ασφαλιστικής αρμοδιότητος και διαδικασίας απονομής των παροχών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων διατυπωθή και ισχύση ως ακολούθως: ΠΕΡΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΠΑΡΟΧΩΝ Εισαγωγική διάταξις Άρθρ.1.-Η κατά τον Ν. 6298 κοινωνική ασφάλισις πραγματούται κατά τα κατωτέρω δια των οργάνων τα οποία ορίζονται ως αρμόδια και υποχρεούνται εις την τήρησιν διαδικασίας σκοπούσης την εξασφάλισιν της λυσιτελούς διενεργείας των ασφαλιστικών λειτουργιών, προς εξυπηρέτησιν αφ' ενός μεν του προσδιορισμού και της πραγματώσεως της ασφαλιστικής σχέσεως, των συνεπειών αυτής, και των ασφαλιστικών παροχών, αφ' ετέρου δε του προσήκοντος έλεγχου της ορθότητος των πράξεων των οργάνων και της επιλύσεως των εκ των πράξεων τούτων αμφισβητήσεων. Δια της από 16 Δεκ. 1952 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου ΙΚΑ συνεστήθη επιτροπή ασκήσεως ιεραρχικού ελέγχου, δια την αρμοδιότητα, της οποίας βλ. κατωτ. εν θέματι Κδ. Αρμοδιότης οργάνων Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. άρθρ. 40. 3.Η αίτησις είναι έγγραφος ή προφορική. Εάν η αίτησις είναι προφορική και αφορά την πρόσθετον περίθαλψιν ή αναγνώρισιν ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας, ο προς ον υποβάλλεται υπάλληλος υποκαταστήματος συντάσσει έγγραφον περιληπτικήν έκθεσιν περί της αιτήσεως, υπογραφομένην υπό του αιτούντος ή του αντιπροσώπου του, εν περιπτώσει δε αγνοίας γραμμάτων του αιτούντος, παρά του συντάξαντος ταύτην υπαλλήλου. 4.Παρ' εκάστω υποκαταστήματι τηρείται ίδιον βιβλίον πρωτοκόλλου αιτήσεων, όπου καταχωρίζονται αι αιτήσεις, αι επ' αυτών ενέργειαι, και το αποτέλεσμα. Η υπηρεσία του Ιδρύματος υποχρεούται εις ταχείαν απάντησιν επί της αιτήσεως. Δύναται δι' εκάστην κατηγορίαν παροχών να ορισθή ίδιον βιβλίον πρωτοκόλλου αιτήσεων. Δύναται επίσης να καθορισθούν ίδια έντυπα αιτήσεων, χορηγούμενα δωρεάν εις τους ενδιαφερομένους. Άρθρ.7.-Κατά τούτο αρμόδια ν' αποφασίζωσιν επί των εν τοις άρθρ. 2-5 αναφερομένων υποθέσεων της ασφαλίσεως κατά της ασθενείας είναι τα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α., εν τοπική περιφερεία των οποίων έχει την κατοικίαν ή την απασχόλησίν του το πρόσωπον εις ο αφορά η υπόθεσις ή είχε την κατοικίαν ή απασχόλησίν του ότε εκτήθη το δικαίωμα της αιτουμένης παροχής εκ της ασφαλίσεως. Άρθρ.8.-1.Το αρμόδιον να αποφασίζη επί της υποβληθείσης αιτήσεως όργανον ερευνά ελευθέρως τα τε πραγματικά και νομικά της υποθέσεως στοιχεία, δικαιούμενον, προς εξακρίβωσιν των πραγματικών στοιχείων, να ενεργήση προς απόδειξιν αυτών εξέτασιν μαρτύρων, αυτοψίαν, να προκαλέση πραγματογνωμοσύνην, γνωμάτευσιν ιατρών, να αιτήσηται πληροφορίας παρά πάσης δημοσίας, δημοτικής, κοινοτικής ή πάσης ετέρας αρχής, αποφαίνεται δι' ελευθέρως κατά συνείδησιν, συμφώνως προς τον νόμον και τους κανονισμούς επί της αιτήσεως. 2.Το αρμόδιον όργανον ασφαλίσεως υποχρεούται, εάν εκ της εφ' ης θα αποφασίση αιτήσεως προκύπτη ότι η εκδιδομένη απόφασις θα επηρεάζη οιονδήποτε έννομον συμφέρον τρίτου τινός, να προσκαλέση αυτόν προς παρέμβασιν εις την υπόθεσιν και να ακούση τας επ' αυτού απόψεις του. Αι διατάξεις των ανωτέρω άρθρ. 7 και 8 ως και των άρθρ. 1-3 και 39 του παρόντος κατηργήθησαν δια του άρθρ. 122 της υπ' αριθ. 55575/Ι. 479 της 18 Νοεμ./7 Δεκ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ανωτ. σελ. 93) καθ' ο μέρος αναφέρονται εις θέματα ρυθμιζόμενα υπό των διατάξεων των άρθρ. 118, 119, 120 και 121 αυτής. Άρθρ.9.-Αι αποφάσεις ανακοινούνται εις τους ενδιαφερομένους είτε προφορικώς είτε δι' επιδόσεως εγγράφου επί αποδείξει παραλαβής. Αι υπό των συλλογικών οργάνων εκδιδόμεναι αποφάσεις, αι εν όλω ή εν μέρει απορριπτικαί αιτήσεως αποφάσεις, ως και αι αποφάσεις αι αφορώσαι μείωσιν, αναστολήν, διακοπήν ή στέρησιν των πάσης φύσεως παροχών, έκπτωσιν, συμψηφισμόν, καταλογισμόν, ή καθορισμόν υποχρεώσεων, ως και πάσα άλλη εν γένει απόφασις, ης την έγγραφον διατύπωσιν απήτησεν ο ενδιαφερόμενος, εκδίδονται εγγράφως και ανακοινούνται εις τον ενδιαφερόμενον, δι' επιδόσεως επί αποδείξει παραλα(Αντί για τη σελ. 147(γ) Σελ. 147(δ) Τεύχος ΗΙΙΙ – Σελ. 109 7 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 βής. Εν τω εγγράφω αναφέρεται εν συντομία το ιστορικόν της υποθέσεως, αιτιολογία της αποφάσεως, και η απόφασις. Εν περιπτώσει αρνήσεως παραλαβής της αποφάσεως, διαπιστουμένης εγγράφως υπό αρμοδίου υπαλλήλου ή υπηρέτου του Ι.Κ.Α., ή εν περιπτώσει αγνοίας της κατοικίας του προς ον η κοινοποίησις, αύτη γίνεται δια τοιχοκολλήσεως εις το υποκατάστημα εν τη περιφερεία του οποίου είχε την τελευταίαν αυτού κατοικίαν ή απασχόλησιν ο εις ον αφορά η απόφασις. Β΄.Παροχαί αναπηρίας, γήρατος και θανάτου Άρθρ.10.-1.Προς άσκησιν παντός δικαιώματος εκ της ασφαλίσεως κατά της αναπηρίας, γήρατος και θανάτου, δέον να υποβληθή υπό του αιτούντος εις υπηρεσίαν του Ιδρύματος αίτησις, ήτις δέον να συντάσσηται και υπό της υπηρεσίας, εφ' όσον ζητεί τούτο ο ενδιαφερόμενος. 2.Η αίτησις υποβάλλεται εις οιανδήποτε υπηρεσίαν του Ιδρύματος, ήτις διαβιβάζει αυτήν αμελλητί μετά ταύτα αρμοδίως. Άρθρ.11.-1.«Άρμόδιο ν' αποφανθεί σε αίτημα αναγνώρισης δικαιώματος σε σύνταξη αναπηρίας, γήρατος και θανάτου είναι το Περ/κό Υποκ/μα ή, από της έκδοσης της κατά την παρ. 3 του άρθρ. 4 απόφασης Διοικητή και το Τοπικό Υποκατάστημα, στην περιοχή του οποίου κατοικεί ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση". Το πρώτο εδάφιο, που είχε διαμορφωθεί από την 28274/1938 απόφ. Υπ. Εργασίας, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. Β της Φ. 21/21/385/6-7 Φεβρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 63) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Το αυτό υποκατάστημα είναι αρμόδιον όπως επιλαμβάνηται και πάσης άλλης πράξεως σχετικής προς το αναγνωρισθέν δικαίωμα εκ του ασφαλιστικού τούτου κλάδου, εκτός εάν, τη αιτήσει του ησφαλισμένου, εγένετο η μεταγραφή του συνταξιούχου και μεταφορά του σχετικού φακέλλου εις έτερον υποκατάστημα. Εκ του ότι επελήφθη μη αρμόδιον υποκατάστημα δεν δημιουργείται λόγος τις ακυρότητος των ενεργηθεισών πράξεων της υπηρεσίας του Ιδρύματος. Το έγκυρον ή μη τούτων κρίνεται υπό του αρμοδίου κατά παν στάδιον να αποφασίση οριστικώς οργάνου. Σελ. 148(δ) Τεύχος ΗΙΙΙ – Σελ. 110 2.Εάν ο ησφαλισμένος δεν έχει μόνιμον κατοικίαν ή τόπον απασχολήσεως εν τω εσωτερικώ της χώρας ή απεβίωσεν ή θεωρείται τελών εν καταστάσει αφανείας, λαμβάνεται υπ' όψιν η τελευταία εν τη επικρατεία κατοικία ή τόπος απασχολήσεως. Εάν δεν υπάρχη τοιαύτη ή είναι δυσχερής η εξακρίβωσις ταύτης, καθίσταται αρμόδιον το περιφερειακόν υποκατάστημα, εις την περιφέρειαν του οποίου διαμένουν οι διεκδικούντες δικαιώματα. 8 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.12.-Επί αιτήσεων αναπηρίας ή γήρατος υποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά: 1)Το ασφαλιστικόν βιβλιάριον και το τελευταίον δελτίον εισφορών. 2)"Πιστοποιητικόν ηλικίας και οικογενειακής καταστάσεως. Προκειμένου περί μη πολιτογραφηθέντων Ελλήνων εκ του Εξωτερικού εφ' όσον η υποβολή των στοιχείων τούτων δεν είναι δυνατή αντικαθίστανται ταύτα δι' ετέρων κατά την κρίσιν του αποφασίζοντος ασφαλ. οργάνου επαρκών στοιχείων". Το εδ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.13.-1.Επί αιτήσεων συντάξεως θανάτου υποβάλλονται είτε κοινή αίτησις πάντων των εκ του αποθανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ελκόντων δικαιώματα είτε κεχωρισμένως τοιαύτη παρ' ενός ή πλειόνων δικαιούχων. Εις την αίτησιν επισυνάπτονται: α)Το ασφαλιστικόν βιβλιάριον και το τελευταίον δελτίον εισφορών, εφ' όσον τούτο ευρίσκεται εις την κατοχήν του αιτούντος και δεν πρόκειται περί αποθανόντος συνταξιούχου. β)Πιστο-ποιητικόν δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, εις ο αναφέρεται η ημερομηνία του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, η οικογενειακή αυτού κατάστασις (επί εγγάμων, ημερομηνία συνάψεως γάμου, διατήρησις αυτού μέχρι του θανάτου), ονόματα και χρονολογία γεννήσεως συζύγου και τέκνων. Οσάκις ο αιτών είναι χήρος, δέον εν τω πιστοποιητικώ να βεβαιούται και η απορία αυτού. 2.Δια την αναγνώρισιν συντάξεως εις τους εγγόνους και προγόνους, δέον εν τω πιστοποιητικώ να βεβαιούται και ο θάνατος αμφοτέρων των γονέων αυτών [και η συμβίωσις αυτών μετά του θανόντος (ή θανούσης] και η συντήρησις αυτών υπ' αυτού. Δια την αναγνώρισιν της συντάξεως εις τους γονείς, δέον να βεβαιούται [και η συμβίωσις μετά του θανόντος (της θανούσης] και η συντήρησις υπ' αυτού. "Προκειμένου περί μη πολιτογραφηθέντων Ελλήνων εκ του Εξωτερικού οσάκις δεν καθίσταται δυνατή η προσαγωγή πιστοποιητικού Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής ή τοιούτου περιέχοντος πάντα τα κατά τ' ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία δύναται να αντικαθίσταται δι' άλλων κατά την κρίσιν του αποφασίζοντος ασφαλιστικού οργάνου ως επαρκών κρινομένων στοιχείων". Αι εντός [ ] φράσεις διεγράφησαν και το εντός " " εδάφιον προσετέθη δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.14.-1.Όπου τυχόν απαιτείται βεβαίωσις ηλικίας, αύτη γίνεται δια προσαγωγής αντιγράφου ληξιαρχικής πράξεως, συνταχθείσης κατά τον χρόνον της γεννήσεως. Εν περιπτώσει μη υπάρξεως τοιαύτης, δια πιστοποιητικού δημοτικής ή κοινοτικής αρχής του τόπου της γεννήσεως. Εν περιπτώσει δε αμφιβολιών του αρμοδίου ασφαλιστικού οργάνου περί της ακριβείας τούτου ή ελλείψει τούτου, εκδίδεται, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, απόφασις του δευτεροβαθμίου ασφαλιστικού δικαστηρίου. "Μέχρι της λειτουργίας του Δευτεροβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου αποφαίνεται επί της ηλικίας η Τ.Δ.Ε. εκδίδουσα την περί συντάξεως απόφασιν. Κατά των αποφάσεων τούτων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Δευτεροβαθμίου ασφαλιστικού δικαστηρίου εντός 6μήνου από της συστάσεως του". Το εντός '' " εδάφιον προσετέθη δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Βλ. και άρθρ. 10 παρ. 2 Α.Ν. 1846/1951. 2.Προκειμένου περί αφάντου, αντί του πιστοποιητικού θανάτου, αναφέρονται εν τη αιτήσει πάντα τα δικαιολογούντα την αφάνειαν περιστατικά και υποβάλλονται τα υποστηρίζοντα ταύτην έγγραφα ή αναφέρονται τα σχετικά γεγονότα. Την αίτησιν ταύτην διαβιβάζει η υπηρεσία, εφ' όσον κρίνει ότι πληρούνται αι λοιπαί υπό του νόμου οριζόμεναι προϋποθέσεις, εις το αρμόδιον πρώτον ασφαλιστικόν δικαστήριον, όπερ αποφαίνεται επί ταύτης (άρθρ. 10 νόμου). Εάν δια τελεσιδίκου αποφάσεως κηρυχθή άφαντος, προχωρεί η προς απονομήν συντάξεως διαδικασία. Βλ. και άρθρ. 9 Α.Ν.1846/1951. 3.Το αποφασίζον την απονομήν συντάξεως όργανον δεν κωλύεται εκ της προσαγωγής πιστοποιητικού περί απορίας ή συμβιώσεως του αιτούντος μετά του αποθανόντος ησφαλισμένου να διατάξη την προσαγωγήν κρεισσόνων αποδείξεων προς διαπίστωσιν της απορίας (ή συμβιώσεως). Αι εντός ( ) λέξεις διεγράφησαν δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. 4.Όπου απαιτείται ως προϋπόθεσις αναπηρία, αύτη διαπιστούται δι' αποφάσεως της υγειονομικής επιτροπής, τη αιτήσει της αρμοδίας υπηρεσίας του Ιδρύματος. Οσάκις προϋπόθεσις συντάξεως είναι ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια επισυνάπτεται εις την αίτησιν αντίγραφον της διαπιστούσης τούτο αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. "Η προσαγωγή τοιούτου αντιγράφου δεν απαιτείΣελ. 149 9 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 ται εάν δια της αυτής αποφάσεως αναγνωρίζεται ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια". Η εντός " " διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. 6."Η ηλικία των αλλοδαπών ησφαλισμένων αποδεικνύεται δια ληξιαρχικής πράξεως ή ετέρων στοιχείων άτινα κατά την νομοθεσίαν του Κράτους, ου κέκτηνται την ιθαγένειαν, έχουν την αυτήν αποδεικτικήν ισχύν, θεωρουμένων παρά της αρμοδίας Ελληνικής Προξενικής Αρχής. Προκειμένου περί Ελλήνων το γένος αλλοδαπών ησφαλισμένων, δύνανται να εφαρμόζωνται αι παρ. 2 και 3 του άρθρ. 10 του Α.Ν. 1846/51 εφ' όσον υφίστανται σχετικά στοιχεία". Η 6η παράγραφος προσετέθη δια του άρθρ. 2 της υπ' αριθ. 70121 της 4/4 Μαρτ. 1952 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.15.-Το παραλαμβάνον την αίτησιν μετά των δικαιολογητικών υποκατάστημα, αφ' ου συμπληρώση ταύτα δια της επισυνάψεως εις αυτήν και των εν τω αρχείω του ευρισκομένων σχετικών στοιχείων περί της διαρκείας της ασφαλιστικής σχέσεως, της διατηρήσεως της ασφαλιστικής ελπίδος, και των μισθολογικών κλάσεων εις τας οποίας υπήγετο ο ησφαλισμένος ή της επισυνάψεως της σχετικής αποφάσεως περί απονομής συντάξεως, εάν πρόκειται περί συνταξιούχου, εξετάζει αν τα δικαιολογητικά είναι πλήρως συντεταγμένα κατά τους νομίμους τύπους και θεμελιούν την προβαλλομένην αξίωσιν. Εν η περιπτώσει τα δικαιολογητικά έχουν ελλείψεις, προβαίνει η υπηρεσία εις πάσαν ενδεικνυομένην ενέργειαν προς συλλογήν των απαιτουμένων πληροφοριών και συμπλήρωσιν των δικαιολογητικών εγγράφων. Επιμελείται επίσης της συγκεντρώσεως των αποδεικτικών της διαρκείας της ασφαλιστικής σχέσεως στοιχείων και των μισθολογικών κλάσεων, εις τας οποίας αύτη διηνύθη, εφ' όσον ταύτα ευρίσκονται παρ' ετέρω υποκαταστήματι. Ερευνά επίσης εάν ο ησφαλισμένος υπέβαλε προηγουμένως αίτησιν αναπηρίας και απερρίφθη αύτη και δια ποίους λόγους ή εάν επαναλαμβάνεται απορριφθείσα αίτησις χωρίς να έχη επέλθει ουσιώδης μεταβολή εις την κατάστασίν του (άρθρ. 51 παρ. 3 νόμου). Η συμπλήρωσις γίνεται επιμελεία της υπηρεσίας, ήτις όμως δύναται να καλέση και τον ενδιαφερόμενον προς συμπλήρωσιν των δικαιολογητικών, τάσσουσα εις αυτόν ωρισμένην προθεσμίαν, ης, παρελθούσης απράκτου, επιλαμβάνεται οπωσδήποτε της υποθέσεως η αρμοδία τοπική διοικητική επιτροπή. Σελ. 150 Άρθρ.2.-Ο διευθυντής του υποκαταστήματος είναι αρμόδιος να αποφασίζη, εφ' όσον πληρούνται αι υπό των οικείων κανονισμών καθοριζόμεναι προϋποθέσεις, επί των υποθέσεων αίτινες έχουσιν ως αντικείμενον: α)Γενικώς επί της ασφαλιστικής σχέσεως: 1)Την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν ή τον απ' αυτής αποκλεισμόν προσώπων εξ οιασδήποτε αιτίας και την κατάταξιν των ησφαλισμένων εις μισθολογικάς κλάσεις. 2)Ενστάσεις κατά του περιεχομένου των ασφαλιστικών δελτίων (άρθρ. 22 παραγρ. 6 του Ν.6298) και του υπολογισμού των εκ του δελτίου εμφαινομένων εισφορών, ως και αμφισβητήσεις σχετικάς με την αντικατάστασιν των δελτίων. 3)Τον καθορισμόν του υποχρέου εις καταβολήν εισφορών εργοδότου, έτι δε και τον καταλογισμόν ελλιπώς καταβληθεισών εισφορών. 4)Την ανάληψιν υπό της υπηρεσίας του Ιδρύματος της υποχρεώσεως προς επικόλλησιν ενσήμων. 5)Την επιβολήν προσθέτων τελών δια καθυστερουμένας εισφοράς και τόκους. Η προς το άρθρ. 22 παρ. 6 Ν. 6298/1934 αντιστοιχούσα διάταξις του Ν. 1846/1951 είναι η παρ. 8 άρθρ. 26. β)Εκ της ασφαλίσεως κατά της ασθενείας: 1)Την αναγνώρισιν της ικανότητος ως αμέσου η εμμέσου ησφαλισμένου κατά της ασθενείας. 2)Το δικαίωμα προς παροχήν φαρμακευτικής, ως και ιατρικής αντιλήψεως. "2α)Την παροχήν επιδόματος ασθενείας". 3)Το δικαίωμα προς παροχήν περιθάλψεως εν νοσοκομείω ή μαιευτηρίω. 4)Το δικαίωμα προς καταβολήν εξόδων κηδείας. 5)Το δικαίωμα προς μετακίνησιν ασθενούς, είτε μόνου είτε μετά συνοδού. 6)Το δικαίωμα προς παροχήν επιδόματος κυοφορίας, τοκετού, λοχείας, και θηλάσεως. 7)"Την διαπίστωσιν της υπάρξεως εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας και αναγνώρισιν δικαιώματος επί τας σχετικάς παροχάς. Οσάκις όμως είτε η νοσηλεία του παθόντος ησφαλισμένου είτε η προς αυτόν παροχή επιδόματος ασθενείας παρατείνεται πέραντων (Αντί για τη σελ. 145(β) Σελ. 145(γ) Τεύχος ΣΤ71 – Σελ. 39 3 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 15 ημερών, η απόφασις του διευθυντού υποβάλλεται εις την Τ.Δ.Ε. ή την κατά το άρθρ. 3 εδ. 10 υποεπιτροπήν, ήτις αποφαίνεται οριστικώς περί της υπάρξεως ή μη εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας. Η τυχόν απορριπτική απόφασις της επιτροπής δεν έχει αναδρομικήν δύναμιν. Πάντως αποφάσεις του διευθυντού, δι' ων απορρίπτεται αίτησις περί χαρακτηρισμού ατυχήματός τινος ως εργατικού ή ασθενείας ως επαγγελματικής επέχουν θέσιν προτάσεως, εφ' ων αποφαίνεται η Τ.Δ.Ε. ή η υποεπιτροπή". 8)Την εν αποχρώντως ητιολογημέναις περιπτώσεσι προσωρινήν διακοπήν των παροχών εις χρήμα εις τας υπό του Νόμου επιτρεπομένας περιπτώσεις, μέχρις ότου οριστικώς περί αυτής αποφασίση η Τ.Δ.Ε. "8α)Την παροχήν ωρισμένων ειδών προσθέτου περιθάλψεως. Δια γενικής αποφάσεως του Δ.Σ. μετά σύμφωνον γνώμην του ανωτάτου ιατρικού συμβουλίου, θέλουσι καθορισθή καθ' έκαστα είδη της προσθέτου περιθάλψεως, τα δυνάμενα να χορηγηθώσι δι' αποφάσεως του διευθυντού. Τοιαύται αποφάσεις ανακοινούνται αμελλητί εις την Τ.Δ.Ε. ή την υποεπιτροπήν ασθενείας, δυναμένην να τροποποιήση ταύτας ως και να διακόψη την παροχήν". Αι παρ. 2α και 8α προσετέθησαν και η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 28274 της 4/18 Ιουν. 1938 αποφάσεως Υφυπουργού Εργασίας. "γ.1.Την καταβολήν των πάσης φύσεως παροχών κλάδου συντάξεων, ταύτης δυναμένης να διενεργείται παρά των υπαγομένων εις το Υποκατάστημα παραρτημάτων δια τους διαμένοντας εν τη περιοχή των συνταξιούχους, βάσει εντολής πληρωμής εκδιδομένης παρά του Διευθυντού του Υποκαταστήματος. 2.Την διαμόρφωσιν του ποσού των συντάξεων επί μεταβολών της οικογενειακής καταστάσεως των συνταξιούχων επηρεαζουσών το ποσόν της συντάξεώς των. 3.Την έγκρισιν παροχής εργασίας υπό συνταξιούχων λόγω γήρατος και την αναστολήν της καταβολής της συντάξεως τούτων, την εκ της εργασίας απορρέουσαν, υπό τας εν τω νόμω προϋποθέσεις. 4.Την προσμέτρησιν χρόνου ασφαλίσεως πραγματοποιηθέντος μετά την συνταξιοδότησιν. 5.Την παροχήν προεγκρίσεως μεταβάσεως εις την αλλοδαπήν των ομογενών συνταξιούχων και την αναστολήν της καταβολής της συντάξεως τούτων υπό τας εν τω νόμω προϋποθέσεις. Σελ. 146(γ) Τεύχος ΣΤ71 – Σελ. 40 6.Τον καταλογισμόν των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων και τον συμψηφισμόν προς παροχάς ασθενείας εις χρήμα ή συντάξεως δια την απόσβεσιν οιασδήποτε οφειλής του δικαιούχου προς το Ίδρυμα. 7.Την παραγραφήν των μη εισπραχθεισών απαιτητών δόσεων συντάξεων". Το εδάφ. γ΄ προστέθηκε από την Β1/21/21/ 1941/19 Ιουλ. -4 Σεπτ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 743) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. "Ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος, ο αρμόδιος να κρίνει για τα θέματα που αναφέρονται στο εδάφ. γ΄ του παρόντος άρθρου το οποίο προστέθηκε με την Α.Υ .Κ.Υ .ΒΙ/21/21/1941/19.7.79, είναι αρμόδιος να κρίνει για τα ίδια θέματα που αφορούν τους συνταξιούχους ΙΚΑ - ΤΕΑΜ και ΙΚΑ ΕΤΕΑΜ". Η μέσα σε " " περίοδος προστέθηκε από την παρ. Α της ΒΙ/21/2Γ/1931/16-25 Αυγ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 496) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. "Άρθρ.2α.-Προκειμένης αναγνωρίσεως του εν παρ. 7 του άρθρ. 7 του Ν.Δ. 4104/60 προβλεπομένου χρόνου, απασχολήσεως εις μεταλλευτικάς επιχειρήσεις, αρμοδία όπως αποφασίση περί ταύτης είναι τριμελής Επιτροπή, αποτελουμένη εκ του Διευθυντού του Υποκ/τος του τόπου ένθα κατοικεί ο αιτών και δύο ανωτέρων ή ανωτάτων υπαλλήλων του Ιδρύματος, εκ των μη υπηρετούντων εις το αυτό Υποκ/μα και προεδρευομένη υπό του αρχαιοτέρου τούτων. Αι εν λόγω Επιτροπαί συνιστώνται και τα μέλη αυτών διορίζονται υπό του Διοικητού του Ιδρύματος". Το άρθρ. 2α προσετέθη δια της υπ' αριθ. 15170/Ι.118 της 15 Μαρτ./2 Απρ. 1962 αποφ. Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 112) 4 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.16.-''Εφ' όσον η αρμοδία υπηρεσία κρίνει την υπόθεσιν ώριμον καταρτίζει το σχέδιον αποφάσεως, όπερ επέχει θέσιν εκθέσεως και εισάγει αυτό προς έκδοσιν αποφάσεως ενώπιον της ΤΔΕ". Ο αιτών δύναται να λάβη γνώσιν του φακέλλου του και να υποβάλη υπομνήματα. Επίσης δύναται να εμφανισθή ενώπιον της ΤΔΕ και ν' αναπτύξη τας απόψεις του, χωρίς να γίνεται προς τούτο ιδιαιτέρα πρόσκλησις. Ο αιτών δύναται να εμφανισθή και δια πληρεξουσίου, δικηγόρου ή μη, αποδεικνύοντος προσηκόντως την τοιαύτην του εντολήν. Επίσης δύναται και αυτεπαγγέλτως η Τ.Δ.Ε. να καλέση, ενώπιόν της, εφ' όσον τούτο κρίνει αναγκαίον, τον αιτούντα προς παροχήν εξηγήσεων. Εάν ο κληθείς αιτών δεν εμφανισθή, η Τ.Δ.Ε. προχωρεί εις την έκδοσιν της αποφάσεως. Η Τ.Δ.Ε. κρίνει εάν επί τη βάσει γνωματεύσεως της υπό υγειονομικής επιτροπής διαπιστουμένης παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής υφίσταται αναπηρία. Προς τούτο, λαμβάνουσα υπ' όψιν όλας τας συνθήκας της εργασίας του αιτούντος και τας συνθήκας της αγοράς, αποφαίνεται λεπτομερώς και ητιολογημένως. Εν τη αυτή αποφάσει προσδιορίζει και τον χρόνον καθ' ον επήλθεν η αναπηρία. Η εντός " " περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. 10 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.17.-1.Η απόφασις της Τ.Δ.Ε. εκδίδεται κατά πλειονοψηφίαν προσηκόντως ητιολογημένην και κοινοποιείται εν αντιγράφω εις τον ησφαλισμένον. Η γνώμη της μειοψηφίας μετά της αιτιολογίας αυτής καταχωρίζεται εν τη αποφάσει. 2.Συν τη εκδόσει της εγκριτικής αποφάσεως καταχωρίζεται ο συνταξιούχος εις τα ειδικά μητρώα του υποκαταστήματος και εκδίδεται φυλλάδιον συντάξεως, κατ' έτος ανανεούμενον παρά του αυτού υποκαταστήματος, απαρτιζόμενον εκ 12 αποδείξεων, μιας δι' έκαστον μήνα του έτους. Δι' εκάστην κατηγορίαν συνταξιούχων ορίζονται ιδίου χρώματος φυλλάδια συντάξεων. Εφ' εκάστης αποδείξεως υπάρχει πιστοποίησις περί της ταυτότητος και της μη μεταβολής της καταστάσεως του συνταξιούχου, γινομένη υπό του δημάρχου ή προέδρου κοινότητος ή της προξενικής αρχής του τόπου ένθα διαμένει ο συνταξιούχος. Επί δικαιούχων αυτοπροσώπως εμφανιζομένων ενώπιον της υπηρεσίας, η βεβαίωσις της εν τη ζωή υπάρξεως δύναται να γίνη υπό της υπηρεσίας του Ιδρύματος. 3.Το φυλλάδιον εκδίδεται εις τον δικαιούχον επί αποδείξει είτε απ' ευθείας υπό του Ιδρύματος είτε δια της διοικητικής, δημοτικής ή προξενικής αρχής του τόπου της διαμονής του. 4.Εν περιπτώσει απωλείας του φυλλαδίου συντάξεων, εκδίδεται νέον τοιούτον, επί τη υπευθύνω δηλώσει του δικαιούχου περί απωλείας και εφ' ου σημειούται ότι πρόκειται περί αντιγράφου. Εν ειδική πινακίδι του υποκαταστήματος τοιχοκολλάται δήλωσις του υποκαταστήματος, παραμένουσα μέχρι του τέλους του έτους, περί απωλείας του αρχικού φυλλαδίου συντάξεως και ακυρώσεως τούτου. 5.Η πληρωμή των συντάξεων γίνεται παρά του υποκαταστήματος της κατοικίας του συνταξιούχου, το οποίον κατά κανόνα δέον να υπάγηται εις το περιφερειακόν υποκατάστημα, εις τα μητρώα συνταξιούχου του οποίου δέον να είναι εγγεγραμμένος ο συνταξιούχος. Εν περιπτώσει μεταβολής της κατοικίας του συνταξιούχου γίνεται, μετεγγραφή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε τη αιτήσει του συνταξιούχου. "Προκειμένου περί συνταξιούχων, διαμενόντων εις τόπον ένθα δεν λειτουργεί το Υποκ/μα, δύναται το Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. να αναθέτη δια συμβάσεως την πληρωμήν των συντάξεων εις Τράπεζαν ή ταχυδρομικόν ταμιευτήριον". Η εντός "" διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 31631/1943 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.18.-"Η υπηρεσία του Ιδρύματος παρακολουθεί αυτεπαγγέλτως την κατάστασιν των συνταξιούχων, αναφέρουσα αμελλητί εις το αρμόδιον όργανον πάσαν μεταβολήν δυναμένην να επιφέρη τροποποίησιν ή άρσιν του δικαιώματος εις σύνταξιν. Προς τούτο δύναται η Υπηρεσία να αρνηθή την καταβολήν της συντάξεως, μέχρις ερεύνης σημείων επιφερόντων μεταβολήν του δικαιώματος ή να απαιτήση προσαγωγήν ωρισμένων δικαιολογητικών. Το αρμόδιον όργανον της ασφαλίσεως δύναται οποτεδήποτε να υποβάλλη εκ νέου εις ιατρικήν εξέτασιν τον συνταξιούχον, του δικαιώματος του οποίου προϋπόθεσις είναι ωρισμένη κατάστασις της υγείας του. Κατ' εξαίρεσιν, προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω αναπηρίας κατά την έννοιαν του άρθρ. 28 παρ. 2 εδαφ. α΄ του Α.Ν. 1846/51, δεν υπόκεινται εις περαιτέρω εξέτασιν: α)Οι συμπληρώσαντες το 55ον έτος της ηλικίας των άρρενες και το 50όν έτος θήλεις εφ' όσον συνταξιοδοτούνται επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθή εις τρεις τουλάχιστον εξετάσεις παρ' υγειονομικής επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. β)Οι συμπληρώσαντες το 60όν έτος της ηλικίας των άρρενες και το 55όν έτος θήλεις εφ' όσον συνταξιοδοτούνται επί πενταετίαν συνεχώς και έχουν υποβληθή εις δύο τουλάχιστον εξετάσεις παρ' υγειονομικής επιτροπής κατά την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεώς των ταύτης. γ)Οι επί 12ετίαν συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. δ)Οι επί 20ετίαν συνεχώς ή διακεκομμένως, πάντως από τριετίας συνεχώς συνταξιοδοτούμενοι, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Εις τον χρόνον συνεχούς συνταξιοδοτήσεως συνυπολογίζεται και ο χρόνος επιδοτήσεως λόγω αναπροσαρμογής, προκειμένου δε περί των συνταξιούχων των υπό στοιχ. γ΄ και δ΄ κατηγοριών, και ο χρόνος επιδοτήσεως λόγω φυματιώσεως". Tο άρθρ. 18 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 33611/Ι.186 της 23/30 Απρ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄159) "Υπό τας ανωτέρω προϋποθέσεις συνεχίζουν την συνταξιοδότησίν των μη υποχρεούμενοι εις επανεξέτασιν, οι λαμβάνοντες σύνταξιν μερικής αναπηρίας συμφώνως προς την παρ. 1 του άρθρ. 6 του Νόμ. 4476/1965. Εις τον χρόνον συνεχούς συνταξιοδοτήσεως συνυπολογίζεται και ο χρόνος επιδοτήσεως δυνάμει των υπό της παρ. 2 του αυτού άρθρου κυρωθεισών αποφάσεων ημών εφ' όσον ο βαθμός της αναπηρίας ανήρχετο από 50% έως 66%». Το εντός " " τελευταίον εδάφιον προστεθέν δια της υπ' αριθ. 90189/Ι.811 της 1/6 Νοεμ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 734) ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 39680/1.343 της 16 Ιουν./9 Ιουλ. 1966 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 432). Κοιναί διατάξεις Άρθρ.19.-1.Απαιτήσεις δι' οιανδήποτε παροχήν εις χρήμα ποσού συνολικού ελάσσονος των δραχ. (2.000) επιτρέπεται να εξοφλώ(Αντί για τη σελ. 151(δ) Σελ. 151(ε) Τεύχος Θ43 – Σελ. 47 11 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 νται και επί τη προσαγωγή ιδιωτικού πληρεξουσίου (άρθρ. 43 παρ. 2 νόμου). Απαγορεύεται η κατάτμησις της αυτής απαιτήσεως εις πλείονα τμήματα. (Πάντως απαιτήσεις αναφερόμεναι εις χρονικά διαστήματα του αυτού ημερολογιακού μηνός θεωρούνται ενιαίαι). Ο πληρεξούσιος υπογράφει αντί του δικαιούχου την κεκανονισμένην εξοφλητικήν απόδειξιν. Η εντός ( ) περίοδος κατηργήθη δια της υπ' αριθ. 28274 της 4/18 Ιουν. 1938 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Δια της υπ' αριθ. 14414/415 της 7/7 Ιουνίου 1944 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας ωρίσθη ότι "(διαρκούσης της γενικής εμπολέμου καταστάσεως) το ποσόν μέχρι του οποίου επιτρέπεται η επί τη προσαγωγή ιδιωτικού πληρεξουσίου εξόφλησις απαιτήσεων ησφαλισμένων δια παροχάς εις χρήμα ορίζεται εκάστοτε δι' αποφάσεως του Δ.Σ. του Ιδρύματος". Η εντός ( ) φράσις δέον να θεωρηθή διαγραφείσα δια του άρθρ. 3 της υπ' αριθ. 70121/1952 υπουργ. αποφάσεως, κακώς διατυπωμένης, βάσει δε της διατάξεως ταύτης το ανωτέρω ποσόν ηυξήθη εις 3.000.000 δια της από 6 Ιουν. 1952 αποφάσεως Διοικητικού Συμβουλίου ΙΚΑ, κοινοποιηθείσης δια της υπ' αριθ. 141/1952 εγκυκλίου. 2.Ως ιδιωτικά πληρεξούσια θεωρούνται επιστολαί του δικαιουμένου, απευθυνόμεναι προς την αρμοδίαν υπηρεσίαν, αναφέρουσαι ρητώς την αξιουμένην απαίτησιν κατ' είδος και ποσόν και εξουσιοδοτούσαι ειδικώς "τα εν αυταίς αναφερόμενα πρόσωπα προς εξόφλησιν". Η εντός " " περίοδος προσετέθη δια της υπ' αριθ. 28274 της 4/18 Ιουν. 1938 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. "Η γνησιότης της εν τη επιστολή υπογραφής βεβαιούται υπό της δημοτικής, κοινοτικής ή αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του δίδοντος την πληρεξουσιότητα ησφαλισμένου ή του ιερέως της ενορίας του ή υπό του Διευθυντού του θεραπευτηρίου, εις ο νοσηλεύεται ούτος". Το εντός " " εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 70121 της 4/4 Μαρτ. 1952 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Σελ. 152(ε) Τεύχος Θ43 – Σελ. 48 Αγράμματοι δεν δύνανται να εκδίδουν ιδιωτικά πληρεξούσια. "Δύναται να προεξοφλώνται τη αιτήσει του δικαιούχου 4 το πολύ μηνιαίαι δόσεις των ετησίων συντάξεων επί μηνιαίω τόκω και ασφαλίστρω 1%. Η εντός " " περίοδος προσετέθη δια της υπ' αριθ. 34822/Ι.246 της 14/29 Αυγ. 1952, αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.20.-Ο κατά το άρθρ. 43 παρ. 4 του Ν. 6298 συμψηφισμός προς απόσβεσιν οιασδήποτε οφειλής του δικαιούχου προς το Ίδρυμα γίνεται δι' αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. και αφορά το 1/3 το πολύ της παροχής, εκτός εάν πρόκειται περί εφ' άπαξ αποζημιώσεως, ότε συμψηφίζεται ολόκληρον το οφειλόμενον ποσόν, πλην, εάν η Τ.Δ.Ε., δια λόγους παρ' αυτής ως αποχρώντας κρινομένους, μειώση το συμψηφιστέον ποσόν, πάντως εις ποσόν ουχί ολιγώτερον του 1/2 του οφειλομένου. Η ύπαρξις της προς το Ίδρυμα οφειλής διαπιστούται δι' αποφάσεως της Τ.Δ.Ε., τη αιτήσει της αρμοδίας υπηρεσίας. Η παρ. 4 άρθρ. 43 Ν. 6298/1934 περιελήφθη αυτολεξεί εις την παρ. 4 άρθρ. 40 Α.Ν. 1846/1951. 12 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Ειδικές διατάξεις περί ατυχημάτων Άρθρ.21.-"1.Κάθε ατύχημα που γίνεται κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή την εργασία αυτή και έχει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή την αδυναμία για συνέχιση της εργασίας ή το θάνατο προσώπου που έχει υπαχθεί στην ασφάλιση του ΙΚΑ σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Α.Ν. 1846/51, αναγγέλεται υποχρεωτικά στο Ίδρυμα από τον εργοδότη ή τον αντιπρόσωπό του, από τον παθόντα ασφαλισμένο και σε περίπτωση αδυναμίας του ή θανάτου του, από τα πρόσωπα που από την ασφάλισή του έλκουν δικαιώματα, από το γιατρό που κλήθηκε για την παροχή των πρώτων βοηθειών και κάθε υπάλληλο του ΙΚΑ που λόγω της υπηρεσίας του έλαβε γνώση του ατυχήματος. Η αναγγελία του ατυχήματος μπορεί να γίνει και από οποιοδήποτε τρίτο που έλαβε γνώση αυτού. Ο εργοδότης του ησφαλισμένου, εκτός από την κατά τ' ανωτέρω αναγγελία, υποχρεούται να καταχωρίζει σε ειδικό έντυπο που χορηγεί η υπηρεσία τα αναφερόμενα στην παρ. 6 στοιχεία. Σε περίπτωση καταχώρησης ψευδών στοιχείων ο εργοδότης έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημιά που προκλήθηκε στο Ίδρυμα από την καταχώριση αυτή. 2.Με την αναγγελία εργατικού ατυχήματος εξομοιώνεται κάθε αίτηση δήλωση κλπ. που υποβάλλεται σε υπηρεσία του ΙΚΑ, εφόσον σ' αυτήν μνημονεύεται συγκεκριμένο ατύχημα και ταυτόχρονα περιγράφονται τα εξωτερικά στοιχεία και περιστατικά που το συνιστούν. Αναγγελία εργατικού ατυχήματος θεωρείται και η δήλωση που γίνεται από τον παθόντα ασφαλισμένο ή από τα μέλη της οικογένείας του σε γιατρό του ΙΚΑ ή σε γιατρό, κλινική ή νοσοκομείο που έχουν συμβληθεί με το Ίδρυμα, εφόσον η δήλωση αυτή δεν περιορίζεται σε απλή μνεία των συμπτωμάτων της πάθησης ή βλάβης, αλλά περιέχει ταυτόχρονα και περιγραφή των εξωτερικών στοιχείων και περιστατικών που συνιστούν το ατύχημα ή τις εξαιρετικές και ασυνήθιστες συνθήκες με τις οποίες ο ασφαλισμένος απασχολήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο και οι οποίες αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία που προκάλεσε την αναπηρία ή το θάνατό του. Για την παραδοχή της κατά τα ανωτέρω δήλωσης ως αναγγελίας ατυχήματος πρέπει να αποδεικνύεται από γραπτά στοιχεία που τηρούνται από το γιατρό και προκειμένου για ασφαλισμένο που νοσηλεύτηκε σε κλινική ή νοσοκομείο που έχουν σύμβαση με το Ίδρυμα, από το φύλλο νοσηλείας, ότι δηλώθηκε η ιδιότητα του παθόντα ως ασφαλισμένου του ΙΚΑ και αναφέρθηκαν οι κατά το προηγούμενο εδάφιο συνθήκες και περιστατικά. 3.Η αναγγελία του ατυχήματος πρέπει να γίνεται μέσα σε 5 ημέρες από το ατύχημα. Ο γιατρός όμως και κάθε υπάλληλος του ΙΚΑ πρέπει να αναγγέλουν το ατύχημα μέσα σε 24 ώρες από τότε που έλαβαν γνώση. Παράλειψη του γιατρού να αναγγείλει το ατύχημα θεωρείται δεοντολογικό παράπτωμα που συνεπάγεται την παραπομπή του στα Πειθαρχικά Συμβούλια των ιατρικών Συλλόγων, για την επιβολή κυρώσεων. Παράλειψη, εξάλλου υπαλλήλου του ΙΚΑ θεωρείται βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα. Εφόσον τα πρόσωπα που από την ασφάλιση του παθόντα έχουν δικαιώματα διαμένουν σε τόπο που απέχει το λιγότερο 100 χιλιόμετρα από τον τόπο διαμονής του παθόντα, η κατά το προηγούμενο εδάφιο προθεσμία αναγγελίας αρχίζει από τότε που έλαβαν γνώση του ατυχήματος, η οποία τεκμαίρεται ότι επήλθε την 5η ημέρα μετά το ατύχημα. Προκειμένου για στρατευμένους ασφαλισμένους, ως ημέρα αναγγελίας του ατυχήματος θεωρείται η από την αρμοδία στρατιωτική αρχή βεβαιουμένη ημέρα του τραυματισμού ή του θανάτου. Σε περίπτωση που οι συνέπειες του ατυχήματος εκδηλώνονται σε χρόνο μεταγενέστερο και διαπιστώνεται ότι η εκδήλωσή τους ήταν αποτέλεσμα βαθμιαίας εξέλιξης, η προθεσμία για την αναγγελία του ατυχήματος δεν αρχίζει από τη μέρα που έγινε το ατύχημα, το οποίο αποτέλεσε την αιτία για την αναπηρία που εκδηλώθηκε αργότερα, αλλά από το χρόνο που πραγματικά εκδηλώθηκε η αναπηρία. Για να γίνει όμως δεκτή η δήλωση ατυχήματος, πρέπει ο παθών να προβάλλει με σαφήνεια τους σχετικούς με την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του σε χρόνο μεταγενέστερο από ατύχημα ισχυρισμούς του, για να μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια των ισχυρισμών αυτών. 4.Οι Κυριακές και οι επίσημα καθιερωμένες ημέρες αργίας δεν υπολογίζονται για τη συμπλήρωση των κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμιών. 5.Ο Διευθυντής του ΙΚΑ μπορεί να δεχθεί δηλώσεις ατυχημάτων που έγιναν εκπρόθεσμα όταν πείθεται ότι λόγοι εντελώς ανεξάρτητοι από τη θέληση των δηλούντων εμπόδισαν την έγκαιρη δήλωση. Σε καμμιά περίπτωση, πάντως η προθεσμία για την αναγγελία του ατυχήματος δεν παρατείνεται πέραν των 60 ημερών από το ατύχημα και οι δηλώσεις που γίνονται μετά την προθεσμία αυτή απορρίπτονται ως εκπρόθεσμες, εκτός αν πρόκειται για ατυχήματα που είχαν ως συνέπεια την απόλυτη αναπηρία ασφαλισμένου, οπότε η προθεσμία της αναγγελίας για την απόκτηση σύνταξης μπορεί να παραταθεί μέχρι ένα έτος από το ατύχημα ή αν πρόκειται για ατυχήματα που είχαν ως συνέπεια το θάνατο, οπότε η προθεσμία της αναγγελίας για την απόκτηση σύνταξης μπορεί να παραταθεί μέχρι δύο χρόνια. (Μετά τη σελ. 152(ε) Σελ. 152,01 Τεύχος Θ43 – Σελ. 49 13 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 6.Η δήλωση, που μπορεί να είναι γραφτή ή προφορική οπότε για τη σύνταξή της μεριμνά η αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ, υπογράφεται από τον εργοδότη ή τον αντιπρόσωπό του, από τον παθόντα ή σε περίπτωση αδυναμίας ή θανάτου του από τα μέλη της οικογένειάς του και από τους αυτόπτες μάρτυρες και πρέπει να περιέχει οπωσδήποτε: α)το ονοματεπώνυμο ή την επαγγελματική φίρμα του εργοδότη, το είδος της επιχείρησής του και τη διεύθυνση της επαγγελματικής του στέγης, β)το ονοματεπώνυμο, την ηλικία, το επάγγελμα και τον αριθμό μητρώου του παθόντα, καθώς και τη συγκεκριμένη εργασία που εκτελούσε κατά την ώρα του ατυχήματος, γ)την ακριβή ημερομηνία και ώρα που έγινε το ατύχημα, δ)τον τόπο που έγινε το ατύχημα, ε)ακριβή περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε αυτό χώρα και τις συνέπειες που είχε για τον παθόντα, όπως υπέπεσαν στην αντίληψη των αυτόπτων μαρτύρων, ζ)τον τόπο που μεταφέρθηκε ο παθών μετά το ατύχημα, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας του γιατρού, που κλήθηκε για την παροχή των πρώτων βοηθειών, το νοσηλευτικό Ίδρυμα στο οποίο μεταφέρθηκε και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αυτόπτων μαρτύρων που υπογράφουν τη δήλωση. Μεταγενέστερη της δήλωσης διαφοροποίηση ως προς τον τόπο, την ημερομηνία και ώρα, τις συνθήκες με τις οποίες έγινε το ατύχημα, των επιπτώσεων που είχε για τον παθόντα, τους αυτόπτες μάρτυρες, που θα γίνει από τον εργοδότη, τον παθόντα ή τα μέλη της οικογένειάς του και τους μάρτυρες που υπογράφουν τη δήλωση, δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός αν από έγγραφα στοιχεία δημοσίων ή άλλων επισήμων αρχών επιβεβαιώνεται η ακρίβεια των δηλουμένων μεταγενέστερα της αρχικής δήλωσης. 7.Η δήλωση γίνεται στο πλησιέστερο προς τον τόπο που συνέβηκε το ατύχημα Υποκ/μα, του ΙΚΑ. Αν στον τόπο αυτό δεν εδρεύει Υποκ/μα του Ιδρύματος, η δήλωση γίνεται στην αστυνομική αρχή, η οποία τη διαβιβάζει στο πλησιέστερο Υποκ/μα". Το άρθρ. 21 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ. 21/21/2712/19 Σεπτ. – 31 Οκτ. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 744) Διόρθ. σφαλμάτων στο ΦΕΚ Β΄ 925/31-12-86 Απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων. Σελ. 152,02 Τεύχος Θ43 – Σελ. 50 14 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.22.-1.Υποχρεούνται εις δήλωσιν παντός εκτός εργασίας επισυμβάντος ατυχήματος ο ησφαλισμένος και, εν αδυναμία ή θανάτω τούτου, οι εξ αυτού έλκοντες δικαίωμα, ως και ο τας πρώτας βοηθείας παρασχών ιατρός. 2.Η δήλωσις των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου υποχρέων απευθύνεται εις το πλησιέστερον υποκατάστημα του Ιδρύματος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εντός των αυτών προθεσμιών και υπό τους τύπους ως εν τω προηγουμένω άρθρω δια τα εν εργασία ατυχήματα ορίζεται. Άρθρ.23.-1.Πας ιατρός διαγνώσας επαγγελματικήν ασθένειαν εκ των εν άρθρ. 41 εδ. 3 του Ν. 6298 προβλεπομένων, εφ' όσον αύται καθιστούν αναγκαίαν την θεραπείαν ή συνεπάγονται ανικανότητα προς εργασίαν ή λόγοι προλήψεως σοβαρωτέρων συνεπειών δια τον ησφαλισμένον επιβάλλουσι τούτο, οφείλει ν' αναγγείλη ταύτην προς το Ίδρυμα δι' εντύπου δηλώσεως, άνευ ουδεμιάς αναβολής. 2.Εις πάντα ιατρόν διαγνώσαντα επαγγελματικήν ασθένειαν επιβάλλεται η υποχρέωσις να καθιστά ταύτην γνωστήν τόσον εις τον πάσχοντα ή τους δικαιοδόχους αυτού, όσον και εις τον εργοδότην ή αντιπρόσωπον αυτού. 3.Ο εργοδότης ή αντιπρόσωπος αυτού, ως και ο ησφαλισμένος ή, εν αδυναμία είτε θανάτω τούτου, οι δικαιοδόχοι αυτού υποχρεούνται επίσης να αναγγείλωσιν εις το Ίδρυμα πάσαν ως ανωτέρω επαγγελματικήν ασθένειαν, τούτο δε εντός των αυτών, ως εν τω προηγουμένω άρθρω κανονισμού προθεσμιών, λογιζομένων όμως από της γνώσεως. Άρθρ.24.-1.Το υποκατάστημα του Ιδρύματος προβαίνει, επί ατυχημάτων, ως και επί επαγγελματικών ασθενειών, δια της αρμοδίας αυτού υπηρεσίας, εις έρευναν, εν ανάγκη επιτόπιον, προς εξακρίβωσιν των εν τοις επομένοις παραγράφοις προβλεπομένων στοιχείων. 2.Της υπό της προηγουμένης παραγράφου προβλεπομένης ερεύνης υποχρεούται το υποκατάστημα του Ιδρύματος να επιληφθή μεν ευθύς ως τούτο λάβη γνώσιν του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθενείας, αποπερατώση δε αυτήν εντός δέκα πέντε ημερών από ταύτης. 3.Εις την έρευναν λαμβάνουσι μέρος, εφ' όσον ήθελον προσέλθει, ο ησφαλισμένος ή ο αντιπρόσωπος αυτού, ο εργοδότης ή ο αντιπρόσωπος τούτου, ο επιθεωρητής ή επόπτης εργασίας . επίσης λαμβάνει μέρος, κατόπιν προσκλήσεως, παν εν γένει πρόσωπον δυνάμενον, κατά την κρίσιν της διεξαγούσης την έρευναν υπηρεσίας, να χρησιμεύση εις την εξακρίβωσιν των στοιχείων των αποτελούντων το αντικείμενον της ερεύνης. 4.Η διεξάγουσα την έρευναν υπηρεσία δέον να εξακριβώση, επί ατυχήματος μεν τα αίτια αυτού, τον ακριβή τόπον και χρόνον, ως και τας περιστάσεις και φύσιν τούτου, τας βλάβας ας υπέστη ο παθών, επί επαγγελματικής δε ασθενείας τα ονόματα και διευθύνσεις των εργοδοτών, παρ' οις ούτος ειργάσθη κατά την προηγουμένην της επελεύσεως της δηλητηριάσεως ή ασθενείας διετίαν, τας συνθήκας εργασίας των επιχειρήσεων των αναφερομένων εν τω πίνακι Β΄ του άρθρ. 41 του Ν. 6298 εις ας ούτος ειργάσθη εντός της ως ανωτέρω τελευταίας διετίας, τον αριθμόν ημερών καθ' ας ο ησφαλισμένος ειργάσθη εν ταις ως ανωτέρω επιχειρήσεσι, κατά την διετίαν ταύτην, τον χρόνον αφ' ου έπαυσεν η ησφαλισμένος εργαζόμενος συνεπεία της ασθενείας, και την κατάστασιν του παθόντος. Επίσης ερευνώνται και αι συνθήκαι υφ' ας επήλθε το ατύχημα, ως και αν ετηρήθησαν υπό του εργοδότου τα υπό των νόμων και κανονισμών επιβαλλόμενα μέτρα υγιεινής και ασφαλείας των εν τη επιχειρήσει εργαζομένων. Αντίγραφα της εκθέσεως και των καταθέσεων χορηγούνται εις τον παθόντα, ως και εις πάντα έχοντα έννομον συμφέρον. Άρθρ.25.-Περί της ερεύνης, περί ης το προηγούμενον άρθρον, συντάσσεται πρακτικόν, όπερ, αναγιγνωσκόμενον παρουσία των εκάστοτε συμπραττόντων προσώπων, υπογράφεται παρ' αυτών και της ενεργούσης την έρευναν υπηρεσίας. Επί τη βάσει των ως είρηται πρακτικών καταρτίζεται έκθεσις υπό της αρμοδίας υπηρεσίας, διαβιβαζομένη εις την Τ.Δ.Ε. "Το αρμόδιον Υποκ/μα υποβάλει κατά μήνα εις την Δ/νσιν Κοιν. Ασφαλίσεων και Συν/σμών και εις την Γενικήν Δ/νσιν Εργασίας του Υπ. Εργασίας πλήρεις στατιστικούς πίνακας ατυχημάτων, (στατιστική παθόντων κατ' είδος τραύματος, κατά φύλον κατ' επαγγελματικάς ομάδας, καθ' ομάδας ηλικιών, κατά προσβληθέν μέλος του σώματος και κατ' αιτίας ατυχήματος) μετά παρατηρήσεων εν σχέσει με την εφαρμογήν των περί υγιεινής και ασφαλείας της εργασίας διατάξεων και των εν τη πράξει σημειουμένων ατελειών και ελλείψεων τούτων και των κατά την κρίσιν του αναγκαίων συμπληρώσεων". Η εντός " " περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.3.-Η διοικητική επιτροπή του υποκαταστήματος είναι αρμοδία ν' αποφασίζη επί υποθέσεων αίτινες έχουσιν ως αντικείμενον: 1)Την προαιρετικήν συνέχισιν της ασφαλίσεως (άρθρ. 49 του Ν. 6298). "2)Τον χαρακτηρισμόν εργατικού ατυχήματος ή ασθενείας ως επαγγελματικής τοιαύτης και αναγνώρισιν δικαιώματος επί τας σχετικάς παροχάς, κατά τας εν άρθρ. 2β παρ. 7 διακρίσεις". 3)Τον καθορισμόν των εκ του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθενείας, της οφειλομένης εις δόλον του εργοδότου, προκληθεισών εκ πραγματοποιήσεως παροχών δαπανών (άρθρ. 45 του Ν. 6298). 4)Αίτησιν περί επιστροφής αδικαιολογήτως ή πεπλανημένως καταβληθεισών εισφορών. 5)Την διακοπήν, οριστικήν ή προσωρινήν, ή στέρησιν των πάσης φύσεως παροχών ασθενείας (άρθρ. 67 παρ. 1 του Ν. 6298), την έκπτωσιν από του επί τούτων δικαιώματος (άρθρ. 67 παρ. 2 του Νόμου), ως και συμψηφισμόν προς παροχάς εις χρήμα ασθενείας ή συντάξεων προς απόσβεσιν οιασδήποτε οφειλής δικαιούχου προς το Ίδρυμα (άρθρ. 43 παρ. 4 του Νόμου). (Επί επειγουσών περιπτώσεων, περί ων εξεδόθη υπό του διευθυντού απόφασις κατά το προηγούμενον άρθρον (παρ. 7 και 8) υπό της Τ.Δ.Ε., η εκδιδομένη οριστική απόφασις έχει αναδρομικήν δύναμιν εφ' όσον συμφωνεί με την προσωρινήν απόφασιν του διευθυντού). 6)Αίτησιν προς καταλογισμόν εις βάρος ιατρού δι' αδικαιολογήτως χορηγουμένας παροχάς και αποτίμησιν των εις είδος χορηγηθεισών παροχών (άρθρ. 66 του Νόμου). 7)Καταλογισμόν κακώς χορηγηθεισών εις χρήμα παροχών εις βάρος των εντεταλμένων αυτάς οργάνων ή εις βάρος των λαβόντων ταύτας (άρθρ. 42 παρ. 4 του Νόμου). «8.Την παροχήν της προσθέτου περιθάλψεως και τον καθορισμόν της εκτάσεως ταύτης". 9)Την προεξόφλησιν συντάξεων (άρθρ. 42 παρ. 1 του Νόμου). "10)Η Τ.Δ.Ε. δύναται να καταρτίση εκ των μελών αυτής δύο υποεπιτροπάς, εκατέραν εκ των τριών τακτικών μελών και ισαρίθμων αναπληρωματικών, την μίαν ατυχημάτων και την ετέραν ασθενείας, αίτινες αποφαίνονται επί πάντων ή τινών, καθοριζομένων δι' αποφάσεων αυτής, των εις την αρμοδιότητα της Τ.Δ.Ε. κατά τον παρόντα κανονισμόν υπαγομένων υποθέσεων. Πάντως αποφάσεις των υποεπιτροπών δι' ων απορρίπτεται αίτησις περί χορηγήσεως παροχής τινός, επέχουν θέσιν προτάσεων, εφ' ων αποφαίνεται η Τ.Δ.Σ. Η θητεία των τακτικών μελών των υποεπιτροπών ορίζεται εξάμηνος". Αι παρ. 2 και 8 ετροποποιήθησαν ως άνω, η παρ. 10 προσετέθη και το εδ. 2 της παρ. 5 διεγράφη δια της υπ' αριθ. 28274 της 4/18 Ιουν. 1938 αποφάσεως Υφυπουργού Εργασίας. Αι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται σήμερον υπό του Διευθυντού του Υποκαταστήματος, βλ. παρ. 8 άρθρ. 14 Α.Ν. 1846/1951, 15Β.Βα.7, και Εγκύκλιον αριθ. 215/1952, 15Β.Δβ.1. Σήμερον η αρμοδιότης των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών των Περιφερειακών και Τοπικών Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ καθορίζεται υπό του άρθρ. 13 Α.Ν. 1846/1951 και υπό του "Κανονισμού αρμοδιοτήτων των Τ.Δ.Ε. του ΙΚΑ" της 3/4 1952. Βλ. κατωτ. εν θέματι Κε. Αι διατάξεις των ανωτέρω άρθρ. 1, και 3 ως και των κατωτέρω άρθρ. 7, 8, 39 κατηργήθησαν δια του άρθρ. 122 της υπ' αριθ. 55575/Ι.479 της 18 Νοεμ./7 Δεκ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ανωτ. σελ. 93), καθ' ο μέρος αναφέρονται εις θέματα ρυθμιζόμενα υπό των διατάξεων των Άρθρ.26.-1.Η διαπίστωσις του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθενείας γίνεται υπό της Τ.Δ.Ε., ήτις, εξετάζουσα λεπτομερώς τα υποβαλλόμενα στοιχεία, αποφαίνεται ητιολογημένως εάν υφίσταται είτε ατύχημα εν γένει, και δη τοιούτον οφειλόμενον εις τας συνθήκας της εργασίας ή μη, είτε επαγγελματική ασθένεια. 2.Επί επειγουσών περιπτώσεων δύναται να γίνηται διαπίστωσις υπό του Διευθυντού του υποκαταστήματος, όστις όμως, εντός 8 ημερών, δέον να προκαλέση απόφασιν της Τ.Δ.Ε. Εάν η Τ.Δ.Ε. δεν ευρίσκη τα στοιχεία επαρκή, προς έκδοσιν οριστικής αποφάσεως, αναγνωρίζει όμως ότι υφίσταται επείγουσα ανάγκη, πείθεται δε εκ των υφισταμένων στοιχείων ότι είναι σφόδρα πιθανή η ύπαρξις ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας, εκδίδει (Αντί για τη σελ. 153) Σελ. 153(α) Τεύχος Θ43 – Σελ. 51 15 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 προαπόφασιν παρατείνουσαν την ισχύν της αποφάσεως του διευθυντού του υποκαταστήματος. Εκ των προαποφάσεων τούτων του τε διευθυντού και της Τ.Δ.Ε. δημιουργείται δικαίωμα μόνον δια τας εις είδος παροχάς, ουχί δε και τας εις χρήμα, εφ' ων το δικαίωμα θεμελιούται, και δη αναδρομικώς, μόνον από της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. Άρθρ.27.-1.Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί (άρθρ. 52 του νόμου) συνιστώνται κατ' αρχήν δι' αποφάσεως της Τ.Δ.Ε., εγκρινομένης υπό του Δ.Σ., παρά τοις υποκαταστήμασι του Ιδρύματος, εις τα οποία παραμένουσι 2.000 τουλάχιστον ησφαλισμένοι. Εις υποκαταστήματα με μικρότερον αριθμόν ησφαλισμένων δύναται να συσταθούν υγειονομικαί επιτροπαί μόνον όταν ιδιαίτεροι λόγοι επιβάλλουν τούτο. Δευτεροβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί συνιστώνται κατ' αρχήν δι' αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου, εγκρινομένης υπό του υφυπουργού Εργασίας. Η απόφασις καθορίζει την έδραν αυτών και την κατά τόπον αρμοδιότητα. Σελ. 154(α) Τεύχος Θ43 – Σελ. 52 16 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.28.-"1.Οι Πρωτοβάθμιες Υγειονομικές επιτροπές ασφαλισμένων και υπαλλήλων που έχουν τις αρμοδιότητες των μέχρι τώρα πρωτοβάθμιων υγειονομικών επιτροπών του Ιδρύματος και οι οποίες προβλέπονται από το Νόμ. 3163/66, του Β.Δ. 993/66 και τα άρθρ. 27-28 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας θα συγκροτούνται ως εξής. Από τρεις γιατρούς του Ιδρύματος οποιασδήποτε ειδικότητας και υπηρεσιακής σχέσης με αυτό και οι οποίοι ορίζονται από το Διοικητή. 2.Οι δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές ασφαλισμένων και υπαλλήλων που έχουν τις αρμοδιότητες των μέχρι τώρα δευτεροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών του Ιδρύματος και οι οποίες προβλέπονται από το Νόμ. 3163/55, το Β.Δ. 993/66 και τα άρθρ. 27-28 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας θα συγκροτούνται στο εξής, από τρεις γιατρούς του Ιδρύματος οποιασδήποτε ειδικότητας και υπηρεσιακής σχέσης με αυτό και οι οποίοι θα ορίζονται από το Διοικητή". Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την Διγ/3888/10-27 Οκτ. 1983 ΦΕΚ Β΄ 623) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 3."Δι' έκαστον τακτικόν μέλος ορίζεται και είς αναπληρωτής. Εάν ο αριθμός των υπηρετούντων εις το Υποκατάστημα ιατρών δεν επαρκεί δια να ορισθούν αναπληρωταί δι' άπαντα τα μέλη, δεν ορίζονται τοιούτοι. Η θητεία των μελών των Α/θμίων και Β/θμίων Υγειονομικών Επιτροπών είναι εξάμηνος. Μέλος της Υγειονομικής Επιτροπής δύναται να αντικατασταθή και προ της λήξεως της θητείας του, εάν αι υπηρεσιακαί ανάγκαι επιβάλουν τούτο". Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 91094/Ι.1042 της 22 Φεβρ./7 Μαρτ. 1962 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 81). 4.Αι Υγειονομικαί Επιτροπαί ευρίσκονται εν απαρτία παρόντων όλων των μελών των και αποφαίνονται κατά πλειοψηφίαν, αναγραφομένης και της γνώμης του μειοψηφούντος. 5.Εις την Β/θμιον Υγειονομικήν Επιτροπήν δεν δύναται να συμμετέχη ο μετασχών υφ' οιανδήποτε ιδιότητα εις Α/θμιον, κρίνασαν την αυτήν υπόθεσιν. 6.Τα μέλη των Υγειονομικών Επιτροπών δεν δικαιούνται ιδιαιτέρας αμοιβής δια την συμμετοχήν των εις τας Επιτροπάς. 7.Ο υπό εξέτασιν ή ο Επίτροπος ή κηδεμών ή αντιλήπτωρ αυτού δύναται να αιτήσηται την εξαίρεσιν ενός ιατρού, όστις, αντικαθίσταται υπό του Διευθυντού του Υποκαταστήματος δι' ετέρου εκ των υπηρετούντων εις το Υποκατάστημα εφ' όσον κρίνονται επαρκείς οι προβαλλόμενοι λόγοι εξαιρέσεώς του. 8.Κατά των γνωματεύσεων της Πρωτοβαθμίου Υγειον. Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 35 του παρόντος Κανονισμού υπό του ησφαλισμένου και παντός αρμοδίου ασφαλιστικού οργάνου. Τοιαύτη προσφυγή επιτρέπεται εις μεν τον ενδιαφερόμενον ησφαλισμένον εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως της γνωματεύσεως εις δε τα αρμόδια δια την χορήγησιν της παροχής ασφαλιστικά όργανα εντός 20 ημερών προκειμένου περί χορηγήσεως παροχών κλάδου ασθενείας και 40 ημερών προκειμένου περί χορηγήσεως παροχών κλάδου αναπηρίας, γήρατος και θανάτου (συντάξεως) από της εκδόσεως της γνωματεύσεως υπό της Α/θμίου Υγειονομικής Επιτροπής. "9.Κατά των γνωματεύσεων ανικανότητας για εργασία, που εκδίδονται από θεραπευτές γιατρούς του ΙΚΑ επιτρέπεται προσφυγή στην Α.Υ .Ε. από μεν τον ασθενή μέσα σε 5 μέρες από την ανακοίνωση της γνωμάτευσης, η οποία θεωρείται ότι γίνεται κατά την ημερομηνία έκδοσής της, από δε το αρμόδιο ασφαλιστικό όργανο οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα ανικανότητας που προσδιορίζεται από τη γνωμάτευση, εφόσον από συγκεκριμένα στοιχεία αποδεικνύεται ότι εξέλιπε η ανικανότητα για εργασία. Κατά των γνωματεύσεων της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής δεν επιτρέπεται προσφυγή στη Δευτεροβάθμια». Η παρ. 9, όπως είχε συμπληρωθεί από την 416/75/1981 (ΦΕΚ Β΄ 102) απόφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 416/586/15 Μαΐου – 10 Ιουν. 1986 (ΦΕΚ Β΄ 379) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων. Το άρθρ. 28 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 44890/Ι.474 της 10/18 Οκτ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 438) αποφ. Υπ. Εργασίας. Άρθρ.29.-Αι υγειονομικαί επιτροπαί έχουν ως έργον την τη αιτήσει της αρμοδίας υπηρεσίας του Ιδρύματος από ιατρικής απόψεως διαπίστωσιν της φύσεως, των αιτίων, της εκτάσεως, και της διαρκείας της σωματικής ή της πνευματικής παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως του αιτούντος, είτε πρωτοτύπως είτε παραγώγως, σύνταξιν αναπηρίας ή επίδομα ασθενείας, και ερευνώσι την επίδρασιν τούτων επί της καθόλου ικανότητος του ησφαλισμένου προς άσκησιν του συνήθους βιοποριστικού επαγγέλματος αυτού, ως και την ανάκτησιν αυτής. Επίσης διαπιστώνουν την ανάγκην ιδιαιτέρας προνοίας υπέρ των συνταξιούχων, την ανάγκην της παροχής προσθέτου περιθάλψεως, γνωμοδοτούν περί της στερήσεως επιδόματος ασθενείας, λόγω μη συμμορφώσεως προς τας οδηγίας ιατρού, και περί εκπτώσεως λόγω καταχρήσεως των παροχών ασθενείας (άρθρ. 67 νόμου). Αι υγειονομικαί επιτροπαί δύνανται, προς υποβοήθησιν του έργου των, να παραγγείλωσιν την ενέργειαν πάσης φύσεως κλινικής ή εργαστηριακής εξετάσεως και να υποβάλωσιν εις παρατήρησιν, επί τον υπ' αυτών καθοριζόμενον χρόνον, τον υπό εξέτασιν. "Αι Υγειον. Επιτροπαί αποφαίνονται επίσης επί θανόντων περί της αιτίας (Αντί για τη σελ. 155(η) Σελ. 155(θ) Τεύχος ΗΙΙΙ – Σελ. 111 17 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 του θανάτου και των συνθηκών αυτού, επί τη βάσει των υπ' όψει αυτών τιθεμένων στοιχείων". Η εντός " " διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 9619 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Άρθρ.30.-"Αρμοδία προς εξέτασιν είναι η Πρωτοβάθμιος Υγειον. Επιτροπή του Υποκ/τος ή Παραρτήματος του τόπου της διαμονής του εξεταζομένου και εις ην περίπτωσιν εις τούτο δεν λειτουργεί Πρωτοβάθμιος Υγ. Επιτροπή δι' οιονδήποτε λόγον η δι' αποφάσεως του Διοικητικού του Ιδρύματος οριζομένη Α/βάθμιος Υγειον. Επιτροπή ετέρου τοιούτου. "Προκειμένου για Τοπικό Υποκ/μα που εδρεύει στο λεκανοπέδιο Αττικής ή στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, στο οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση των αρμοδιοτήτων της παρ. 1 του άρθρ. 4, αρμόδια να αποφανθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα από το άρθρ. 29, είναι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή που θα συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό. Μέχρι να συσταθεί η κατά τ' ανωτέρω Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή αρμόδια είναι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Περιφ/κού Υποκαταστήματος στο οποίο υπάγεται το Τοπικό Υποκατάστημα και, αν πρόκειται για Τοπικό Υποκατάστημα περιοχής Αθήνας, η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών". Το μέσα σε '' " εδάφιο προστέθηκε από την παρ. Γ της Φ. 21/21/385/6-7 Φεβρ. 1985 (ΦΕΚ Β΄ 63) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Αρμοδία Β/θμιος Υγειον. Επιτροπή είναι εις ην υπάγεται τοπικώς η Πρωτοβάθμιος και εις ην περίπτωσιν δι' οιονδήποτε λόγον δεν λειτουργεί τοιαύτη εις το οικείον Περ/κόν Υποκ/μα αρμοδία είναι η δι' αποφάσεως του Διοικητού του Ιδρύματος οριζομένη Β/θμιος ετέρου Περιφερειακού Υποκ/τος. Επί εξαιρετικών περιπτώσεων δύναται δι' αποφάσεως του Δ/ντού του Υποκ/τος κατόπιν γνωματεύσεως του Προϊσταμένου της Υγειον. Υπηρεσίας, να ορισθή προς εξέτασιν της προσφυγής η Β/θμιος Υγειον. Επιτροπή του Υποκ/τος Αθηνών". Το άρθρ. 30 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ' αριθ. 59871/Ι.1130 της 29 Νοεμ./18 Δεκ. 1958 αποφ. Υπουργού Εργασίας. Σελ. 156(θ) Τεύχος ΗΙΙΙ – Σελ. 112 "Εις περίπτωσιν καθ' ην συγκοινωνιακοί ή άλλοι λόγοι καθιστούν δυσχερή την μετακίνησιν του ησφαλισμένου τοπικού Υποκαταστήματος εις την έδραν του οικείου Περιφερειακού, δια την εξέτασίν του υπό της παρ' αυτώ Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής, δύναται, δι' ητιολογημένης αποφάσεως του Διοικητού του Ιδρύματος να ορίζεται όπως η Δευτεροβάθμιος αύτη Επιτροπή συνεδριάζη και εις την έδραν του τοπικού τούτου Υποκαταστήματος. Εις ην περίπτωσιν, ένεκα υπηρεσιακών λόγων, δεν είναι δυνατή η εις την έδραν του ως άνω τοπικού μετακίνησις των μελών της Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του οικείου Περιφερειακού Υποκαταστήματος δύναται, δια της αυτής ως άνω αποφάσεως, να ορίζεται, όπως εις την έδραν του τοπικού τούτου Υποκαταστήματος συνέρχεται, κατά τον αναγκαίον αριθμόν συνεδριάσεων, η Δευτεροβάθμιος Υγειονομική Επιτροπή ετέρου Περιφερειακού, οριζομένου δια της αυτής αποφάσεως". Η ανωτέρω εντός " " διάταξις προσετέθη δια της υπ' αριθ. 416/551 της 11/23 Δεκ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1531) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 18 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών «3.Επί αιτήσεων εχουσών ως αντικείμενον την παροχήν συντάξεως ης προϋπόθεσις είναι επαγγελματική νόσος, αρμοδία προς εξέτασιν καθίσταται η Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Επαγγελματικών Νόσων επιλαμβανομένη μετά παραπομπήν παρά του Διευθυντού του Υποκαταστήματος κατόπιν γνωματεύσεως του Π.Υ .Υ . Αι Ειδικαί Υγειονομικαί Επιτροπαί Επαγγελματικών Νόσων συνιστώνται δι’ αποφάσεως του Διοικητού του ΙΚΑ εις τας έδρας των Περιφερειακών Υποκ/των Αθηνών (Συντάξεων) και Θεσ/νίκης. Δια της αυτής αποφάσεως καθορίζεται η συγκρότησις, η κατά τόπον αρμοδιότης των Επιτροπών και η θητεία των μελών των. Κατά των αποφάσεων των Ειδικών Επιτροπών επιτρέπεται η άσκησις προσφυγής ενώπιον Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής Επαγγελματικών νόσων, εδρευούσης παρά τω Υποκ/τι Αθηνών (Συντάξεων) του ΙΚΑ, συνιστωμένης και συγκροτουμένης κατά τ’ ανωτέρω». Η παρ. 3 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 90188/4370 της 17/30 Νοεμ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 803). «Οι ειδικές Υγειονομικές Επιτροπές επαγγελματικών νόσων είναι αρμόδιες να αποφαίνονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 29 και σε περίπτωση κατά την οποία θα διαπιστώνουν και άλλη εκτός από επαγγελματική νόσο, πάθηση ή βλάβη ή και μόνο πάθηση, άσχετη με επαγγελματική νόσο». Το άνω μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την 416/1931/30 Δεκ. 1982-4 Φεβρ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 48) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Άρθρ.31.-Δια την ενιαίαν κατεύθυνσιν των υγειονομικών επιτροπών και των τοπικών διοικητικών επιτροπών προς επίτευξιν ομοιομόρφου κατά το δυνατόν εκτιμήσεως παρ’ αυτών των διαφόρων περιπτώσεων αναπηρίας, καταρτίζονται υπό της υγειονομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως του Ιδρύματος, εγκρινόμενοι δια κανονισμού, γενικοί πίνακες ορίων και περιπτώσεων προσκαίρου ή διαρκούς, πλήρους ή απολύτου αναπηρίας, οίτινες πάντως έχουσιν ενδεικτικήν σημασίαν δια τας υγειονομικάς και τας τοπικάς διοικητικάς επιτροπάς. Οσάκις επιτροπή απομακρύνεται των κανόνων δέον δι’ ιδιαιτέρας αναφοράς προς την υγειονομικήν υπηρεσίαν του Ιδρύματος να εκθέση τους λόγους τους επιβάλλοντας την τοιαύτην παρέκκλισιν. (Μετά τη σελ. 156(θ) Σελ. 156,01 Τεύχος ΗΙΙΙ-Σελ. 113 19 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 20 15Β.Δ.α.1 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών Άρθρ.32.-1.«Η αποζημίωσις των εις τας υγειονομικάς Επιτροπάς μετεχόντων μελών καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. δεν δύναται δε να είναι ανωτέρα των 3/4 της εκάστοτε εις τα μέλη του Δ.Σ. χορηγουμένης κατά συνεδρίασιν αποζημιώσεως. Οσάκις πρόκειται περί επιτροπών διαρκούς χαρακτήρος το Διοικητικόν Συμβούλιον ορίζει κατόπιν αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. τον κατ’ ανώτατον όριον αριθμόν αμειβομένων συνεδριάσεων, μη δυνάμενον να υπερβή το οριζόμενον υπό των εκάστοτε Κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας όριον των αμειβομένων συνεδριάσεων. Της ως ανωτέρω αποζημιώσεως δεν δικαιούνται όσοι έχουν ως κύριον έργον των, το της συμμετοχής εις Επιτροπάς εφ’ όσον η εργασία των Επιτροπών γίνεται κατά το ωράριον εργασίας τούτων, καθώς επίσης δεν δικαιούνται αποζημιώσεως και όσοι εκ τούτων μετέχουν επιτροπών η εργασία των οποίων λαμβάνει χώραν κατά τας εργασίμους ώρας αυτών». 2.«Αι πρωτοβάθμιοι και δευτεροβάθμιοι Υγειονομικαί Επιτροπαί του Ιδρύματος δύνανται να επιλαμβάνωνται της υγειονομικής εξετάσεως ησφαλισμένων παρ’ ετέροις Ταμείοις, εφ’ όσον κατά τας Καταστατικάς αυτών διατάξεις καθίστανται αύται αρμόδιαι. Η αποζημίωσις των εις τοιαύτας επιτροπάς μετεχόντων καθορίζεται κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. Εφ’ όσον υπό των καταστατικών διατάξεων των ως άνω Ταμείων προβλέπεται η χορήγησις οιασδήποτε αποζημιώσεως εις τα υγειονομικά όργανα του Ι.Κ.Α. η αποζημίωσις αύτη αποτελεί έσοδον του Ιδρύματος». Αι παράγρ. 1 και 2 ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37338/3560 της 15 Οκτ./6 Νοεμ. 1946 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Περί της ισχύος του άρθρ. 32 βλ. και τελευταίον εδάφιον του δια της υπ’ αριθ. 23679/1947 αποφάσεως προστεθέντος κεφαλαίου εν τέλει του παρόντος κανονισμού. «Άρθρ.32α.-(Προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 9616 της 21 Φεβρ./15 Μαρτ. 1941 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας. Αι διατάξεις του περιελήφθησαν εις την παρ. 2 άρθρ. 32). Διαδικασία βεβαιώσεως αναπηρίας Άρθρ.33.-Ο αιτούμενος σύνταξιν, ης προϋπόθεσις οπωσδήποτε είναι η αναπηρία, οφείλει να υποβάλη έκθεσιν θεράποντος αυτού ιατρού, αναφέρουσαν λεπτομερώς τα συνιστώντα την αναπηρίαν περιστατικά. Η έκθεσις,συνοδευομένη μετά του εν τη υπηρεσία τυχόν ευρισκομένου ατομικού αρχείου ασθενείας του ησφαλισμένου, διαβιβάζεται δια της υπηρεσίας συντάξεων, αφ’ ου αύτη κρίνη ότι ο αιτούμενος πληροί τας λοιπάς προϋποθέσεις προς απόκτησιν δικαιώματος συντάξεως, εις τον πρόεδρον της υγειονομικής επιτροπής του τόπου της διαμονής του, όστις ορίζει προς εξέτασιν του αιτουμένου την ενώπιον της υγειονομικής επιτροπής, εν τόπω και χρόνω οριζομένω υπ’ αυτής, εμφάνισιν αυτού. Η περί εμφανίσεως πρόσκλησις υγειονομικής επιτροπής κοινοποιείται εις τον αιτούμενον πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της οριζομένης προς εξέτασιν τοιαύτης, εφ’ όσον ούτος διαμένει εν τω εσωτερικώ της χώρας, δύο δε μήνας προ ταύτης, εάν ούτος διαμένη εν τω εξωτερικώ. Εάν δεν προσέλθη κατά την ορισθείσαν προς εξέτασιν ημέραν, απορρίπτεται η περί συντάξεως αίτησις, εκτός εάν διαπιστωθή αποχρώντως ότι λόγοι εκτός της θελήσεως αυτού κείμενοι συνετέλεσαν εις την μη έμφασιν αυτού, ότε ορίζεται νέος χρόνος προς εμφάνισιν. Άρθρ.34.-«Ι. Εάν ο αιτούμενος λόγω αναπηρίας σύνταξιν ένεκα της παθήσεώς του ή εξ άλλων ειδικών λόγων εκτιμωμένων παρά της Υγειον. Επιτροπής, δεν δύναται, να ποοσέλθη ενώπιον αυτής προς εξέτασιν, εφ’ όσον ούτος διαμένει εντός κέντρου παροχών ασθενείας η Υγειον. Επιτροπή αναθέτει την εις τον τόπον διαμονής του εξέτασίν του εις μέλος αυτής ή εις ιατρόν του Ιδρύματος παρ’ αυτής οριζόμενον, ή δύναται, επί σοβαρών περιπτώσεων ν’ αποφασίση την επί τόπου μετάβασιν ολοκλήρου της Επιτροπής προς εξέτασιν. Εάν ο αιτούμενος διαμένη εκτός κέντρου παροχών ασθενείας και είναι αδύνατος η μετακίνησίς του ένεκα της παθήσεώς του ή εξ άλλων ειδικών λόγων, παραγγέλλεται υπό της Υγειον. Επιτροπής η εξέτασίς του παρ’ ειδικώς προς τούτο μετακινουμένου ιατρού του Ιδρύματος ή παρ’ ιατρού εκ των υπηρετούντων εις Δημοσίαν ή Δημοτικήν ή Κοινοτικήν Υπηρεσίαν ή Ν.Π.Δ.Δ. Επί προσώπων διαμενόντων εις αλλοδαπήν η εξέτασις ενεργείται παρά δύο ιατρών οριζομένων, τη αιτήσει του Ιδρύματος, υπό της αρμοδίας προξενικής αρχής οίτινες συντάσσουν κοινήν έκθεσιν. Η αμοιβή των ιατρικών εξετάσεων βαρύνει τον ησφαλισμένον, προκαταβάλλεται δε υπό τούτου εις το Προξενείον. ΙΙ.Μετά την εξέτασιν ο ιατρός ή οι ιατροί υποβάλλουν εις την εντείλασαν αυτούς Υγειον. Επιτροπήν ή Προξενικήν Αρχήν, λεπτομερή έκθεσιν περί της συνιστώσης την αναπηρίαν παθήσεως του ησφαλισμένου. Η Υγειον. Επιτροπή λαμβάνουσα ταύτην υπ’ όψιν, αποφαίνεται οριστικώς περί της καταστάσεως του αιτούντος ή περί της ανάγκης (Αντί της σελ. 157) Σελ. 157(α) 180-23 21 Ασφαλιστική αρμοδιότητα και διαδικασία απονομής παροχών 15Β.Δ.α.1 νέας εξετάσεως αυτού, ότε και ενεργείται αύτη. III.Ησφαλισμένος, του οποίου αίτησις περί συνταξιοδοτήσεώς του λόγω αναπηρίας, απερρίφθη επί τω λόγω ότι δεν είναι ανάπηρος κατά τον Νόμον ή συνταξιούχος, του οποίου η σύνταξις έληξε διότι έπαυσε να είναι ανάπηρος, δεν δύναται να εξετασθή εκ νέου παρ’ Υγειον. Επιτροπής προς διαπίστωσιν αναπηρίας εκ της αυτής παθήσεως προ της παρελεύσεως εξαμήνου από της τελευταίας εξετάσεώς του παρά της Α/θμίου ή Β/θμίου Υγειον. Επιτροπής». Το άρθρ. 34 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 16163/Ι.133 της 22 Απρ./5 Μαΐου 1961 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 142). Άρθρ.35.-1.«Η γνωμάτευσις της πρωτοβαθμίου επιτροπής δύναται να προσβληθή ενώπιον της δευτεροβαθμίου υγειον. επιτροπής εις τας περιπτώσεις της παρ. 7 του άρθρ. 28 του παρόντος …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.