← Ελλάδα

3. ΝΟΜΟΣ 5383 της 31 Μαρτ./11 Απρ. 1932 (ΦΕΚ Α΄ 110) Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας. (Επανήχθη εν ισχύϊ, κατά πάσας

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια και τη διαδικασία που ακολουθείται ενώπιόν τους, με σκοπό τη διατήρηση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας και την τιμωρία κληρικών και μοναχών που υποπίπτουν σε παραπτώματα.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ 5383 της 31 Μαρτ./11 Απρ. 1932 (ΦΕΚ Α΄ 110) Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας. (Επανήχθη εν ισχύϊ, κατά πάσας τας διατάξεις αυτού, δια της παρ. 1 του άρθρ. 9 Ν.Δ. 87/1974, ανωτ. σελ. 40,31). Περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εν γένει Άρθρ.1.-Προς διατήρησιν της Εκκλησιαστικής πειθαρχίας και προς τιμωρίαν των υποπεσόντων εις παράπτωμα ως προς τα χρέη και τα καθήκοντα της επαγγελίας αυτών κληρικών και μοναχών καθίστανται τα εξής Εκκλησιαστικά Δικαστήρια: α)Επισκοπικά Δικαστήρια. β)Τα συνοδικά Δικαστήρια, πρωτοβάθμιον και δευτεροβάθμιον. γ)Τα δια τους Αρχιερείς Δικαστήρια, πρωτοβάθμιον και δευτεροβάθμιον. δ)Το δια τους Συνοδικούς Δικαστήριον. «Κληρικοί» εν τη εννοία του παρόντος Νόμου λογίζονται οι Αρχιερείς, οι πρεσβύτεροι, οι διάκονοι και οι υποδιάκονοι. Εν τοις «μοναχοίς» περιλαμβάνονται και αι μονάστριαι. Δυνάμει της παρ. 2 άρθρ. 9 Α.Ν. 214/1964 (κατωτ. αριθ. 17) κατά τον χρόνον ισχύος αυτού (12 Δεκ. 1967 έως 11 Δεκ. 1969 αναστέλλεται η λειτουργία των κατά το ανωτέρω άρθρ. 1 Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, πλην των Επισκοπικών κατά την περίπτωσιν της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Α.Ν. 214/67. Περί των Επισκοπικών Δικαστηρίων Άρθρ.10.-Το Επισκοπικόν Δικαστήριον δύναται να επιβάλη εις τους εγγάμους πρεσβυτέρους, διακόνους και υποδιακόνους τας εξής ποινάς, εφ’ όσον δι’ ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται ετέρα τις: α)Επίπληξιν. β)Στέρησιν του μισθού μέχρι τριών μηνών υπέρ του ΤΑΚΕ. γ)Χρηματικήν ποινήν υπέρ του ΤΑΚΕ μέχρι των δραχ. 500 δια τους τυχόν μη μισθοδοτουμένους. δ)Αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μέχρις έτους μετά ή άνευ στερήσεως του μισθού και των λοιπών εφημεριακών δικαιωμάτων. ε)Αργίαν ενός μέχρι ενός και ημίσεος έτους μετά παύσεως από της εφημεριακής θέσεως. ς)Σωματικόν περιορισμόν κατ’ οίκον μέχρι 15 ημερών. ζ)Έκπτωσιν από του αξιώματος (οφφικίου). Η ποινή της εκπτώσεως από του αξιώματος ή της αργίας από πάσης ιεροπραξίας, ή της αργίας μετά παύσεως και η του σωματικού περιορισμού δύνανται να επιβληθώσι και αθροιστικώς εν όλω ή εν μέρει. Ποιναί επιβλητέαι εις μοναχούς Άρθρ.96.-Το ζήτημα αν υπάρχη ανάγκη συμπληρώσεως της διαδικασίας και άλλα τοιαύτα προκαταρκτικά ζητήματα, δέον να προηγώνται της ψηφοφορίας. Επί της ουσίας της υποθέσεως το ζήτημα, αν ο κατηγορούμενος είναι ένοχος του εις αυτόν προσαπτομένου παραπτώματος, προηγείται τη ψηφοφορία του ζητήματος περί της επιβλητέας ποινής. Εάν δε εις τον κατηγορούμενον προσάπτωνται πλείονα του ενός παραπτώματα, γίνεται ιδιαίτερα ψηφοφορία περί ενός εκάστου ως προς την ενοχήν ή αθωότητα. Η διάσκεψις περί της ποινής ανάγκη να περιορίζηται εις εκείνα μόνον τα παραπτώματα ων εκρίθη ένοχος ο κατηγορούμενος. Ενταύθα οι πρότερον υπέρ της αθωότητος αποφηνάμενοι δικασταί δύνανται να αρνηθώσι ψήφον επί του ζητήματος της ποινής, τότε δε αι ψήφοι αυτών προστίθενται εις τας ψήφους των εκφρασάντων την επιεικεστάτην υπέρ του κατηγορουμένου γνώμην. Διάσκεψις και ψηφοφορία Άρθρ.97.-Η διάσκεψις γίνεται μυστική παρισταμένου μόνον του Γραμματέως, διευθύνεται δε υπό του Προέδρου. Ούτος θέτει τα ζητήματα και συλλέγει τας ψήφους. Τας τυχόν διαφωνίας περί του αντικειμένου, περί της διατυπώσεως και της σειράς των ζητημάτων λύει το Δικαστήριον. (Αντί της σελ. 237) Σελ. 237(α) Τεύχος 551-Σελ. 69 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 Ο δικαστής, επιφυλαττομένου του τελευταίου εδαφίου του προηγουμένου άρθρου, δεν δύναται να αρνηθή ψήφον επί τινος ζητήματος δια τον λόγον ότι η ψηφοφορία επί προηγηθέντος ζητήματος απέβη εναντίον της γνώμης αυτού. Άρθρ.98.-Εν τη ψηφοφορία προηγούνται οι νεώτεροι κατά την χειροτονίαν. Εάν ωρίσθη εισηγητής, ούτος ψηφίζει πάντοτε πρώτος. Ο Πρόεδρος ψηφίζει τελευταίος. Πρακτικόν διασκέψεως και ψηφοφορίας Άρθρ.99.-Περί της ψηφοφορίας συντάσσεται πρακτικόν, εν ω σημειούνται η ψήφος ενός εκάστου, ή η ομοψηφία και καταχωρίζεται η σχηματισθείσα απόφασις. Πας ψηφίζων δικαιούται να καταχωρίση εν τω πρακτικώ την διαφέρουσαν γνώμην αυτού μετά των αιτιολογιών. Το δικαίωμα τούτο έχουσι και οι εν τοις επισκοπικοίς Δικαστηρίοις έχοντες απλώς συμβουλευτικήν ψήφον. Το πρακτικόν υπογράφεται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως. Περί της διαδικασίας επί κατηγορουμένων πρεσβυτέρων, διακόνων, υποδιακόνων και μοναχών Άρθρ.100.-Ο αρμόδιος Μητροπολίτης (ή ο νόμιμος αναπληρωτής αυτού) λαβών γνώσιν, είτε κατόπιν μηνύσεως, είτε καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον, ότι κληρικός ή μοναχός υπέπεσεν εις παράπτωμα επαγόμενον εκκλησιαστικήν ποινήν, εντέλλεται, εφ’ όσον δεν πρόκειται περί ελαφρού παραπτώματος, δι’ ο δύναται να ασκηθή υπό του Μητροπολίτου πειθαρχική εξουσία, εις έν των μελών του επισκοπικού Δικαστηρίου ή άλλον κληρικόν όπως προβή εις τας αναγκαίας ανακρίσεις. Επί ανακρίσεων διεξακτέων εν τη Μητροπόλει αλλ’ εκτός της έδρας αυτής, ο Μητροπολίτης δύναται να αναθέσει την διεξαγωγήν αυτών και εις έτερον κληρικόν αυτού ως αναπληρωτήν του ανακριτού. Μήνυσις Άρθρ.101.-Η μήνυσις γίνεται εγγράφως υπό του μηνύοντος αυτοπροσώπος ή δι’ ειδικής εγγράφου εντολής προς τον Γραμματέα της Μητροπόλεως, οφείλοντα να ανακοινώση ταύτην αμελλητί τω Μητροπολίτη ή τω αναπληρωτή αυτού. Η μήνυσις μονογράφεται ανά παν φύλλον υπό του δεχομένου αυτήν και συντάσσεται περί της εγχειρήσεως αυτής κατά τον καθιερωμένον τύπον έκθεσις, εις ην προσαρτάται η εγχειρισθείσα μήνυσις. Αι τυχόν μεταβολαί ή προσθήκαι δεν γίνονται εις την μήνυσιν, αλλά καταχωρίζονται εν τη εκθέσει. Σελ. 238(α) Τεύχος 551-Σελ. 70 Εάν η μήνυσις εγένετο δι’ εγγράφου εντολής, το έγγραφον της εντολής προσαρτάται εις την έκθεσιν. Είναι απαράδεκτος η μήνυσις η γενομένη κατά του κληρικού υπό τινος των εν τω άρθρ. 67 εδάφ. β΄ και γ΄ μνημονευομένων, πλην αν ούτος υπήρξεν ο παθών εκ του παραπτώματος του κληρικού. Προσωρινή απαγόρευσις ιεροπραξιών Άρθρ.102.-Επί παραπτωμάτων προβλεπομένων και υπό του κοινού ποινικού δικαίου, δι’ α διετάχθη υπό της κοινής δικαστικής αρχής η προφυλάκισις του κληρικού ή ιερωμένου μοναχού, ο αρμόδιος Μητροπολίτης δύναται να απαγορεύση προσωρινώς μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου πάσαν ιεροπραξίαν, άνευ στερήσεως του μισθού. Το αυτό δικαίωμα έχει ο Μητροπολίτης και επί παντός ετέρου παραπτώματος κολαζομένου δια της ποινής της καθαιρέσεως εφ’ όσον τούτο προεκάλεσε δημόσιον σκάνδαλον. Άρθρ.103.-Επί ωρισμένων ανακριτικών πράξεων διεξακτέων εν ετέρα Μητροπόλει, ο Μητροπολίτης ή ο αναπληρωτής αυτού παρακαλεί τον της Μητροπόλεως ταύτης Αρχιερέα όπως αναθέση την διεξαγωγήν αυτών εις ένα των υπ’ αυτόν πρεσβυτέρων και πέμψη κατόπιν εις τον παρακαλούντα την συντακτέαν έκθεσιν. 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Αμφισβητήσεις κατά την ανάκρισιν Άρθρ.104.-Εάν ο ανακρίνων αρνήται να ενδώση εις αίτησίν τινα του κατηγορουμένου την διαφωνίαν, ως και πάσαν ετέραν κατά την διεξαγωγήν των ανακρίσεων αμφισβήτησιν λύει ο οικείος Μητροπολίτης, κατ’ αίτησιν οιουδήποτε των διαφερομένων. Η επί του ζητήματος απόφασις του Αρχιερέως γράφεται δι’ απλής επισημειώσεως κάτωθι της σχετικής αιτήσεως. Άρθρ.105.-Αι ανακριτικαί πράξεις δεν ενεργούνται δημοσία. Εν τούτοις πάσα ανακριτική πράξις ενεργείται επί παρουσία γραμματέως. Καθήκοντα γραμματέως του ανακρίνοντος, εάν μεν αι ανακρίσεις διεξάγωνται εν τη έδρα της Μητροπόλεως, εκτελεί ο γραμματεύς του επισκοπικού Δικαστηρίου, εάν δε αύται διεξάγωνται εκτός της έδρας αυτής, ο ειρημένος γραμματεύς ή ο υπό του οικείου αρχιερέως οριζόμενος προς τούτο πρεσβύτερος ή διάκονος. Άρθρ.11.-Το Επισκοπικόν Δικαστήριον δύναται να επιβάλη εις τους μοναχούς και αγάμους κληρικούς τα εξής ποινάς, εφ’ όσον δεν ορίζεται ετέρα τις υπό ειδικού τινος νόμου. α)Επίπληξιν β)Επί ιερωμένων, αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μέχρις ενός έτους. γ)Σωματικόν περιορισμόν εν τω σωφρονιστηρίω της οικείας μονής μέχρι δύο μηνών. δ)Σωματικόν περιορισμόν μέχρι 3 ετών εν των ειδικώ σωφρονιστηρίω των κληρικών ή εν άλλη Μονή. ε)Έκπτωσιν από του αξιώματος (οφφικίου) ή της θέσεως. Εκ των ανωτέρω ποινών η ποινή της εκπτώσεως από του αξιώματος ή της θέσεως, ή της αργίας από πάσης ιεροπραξίας και η του υφ’ οιονδήποτε τύπον σωματικού περιορισμού δύνανται να επιβληθώσι και αθροιστικώς εν όλω ή εν μέρει. Επί ελαφρών παραπτωμάτων ο Αρχιερεύς μετά προφορικήν ή έγγραφον απολογίαν επιβάλλει εις τον παρεκτραπέντα αργίαν μέχρι 20 ημερών, αν δε το παράπτωμα προξενήση σκάνδαλον ο Μητροπολίτης δύναται να επιβάλη αργίαν ουχί άνω των δύο μηνών. Άρθρ.106.-Ο ανακρίνων οφείλει να καταβάλη πάσαν προσπάθεια προς ανεύρεσιν της αληθείας. Εξετάζει δε και πιστοποιεί εξ επαγγέλματος όχι μόνον την εντολήν, αλλά και την αθωότητα του κατηγορουμένου. Προς τον σκοπόν τούτον ο ανακρίνων εξετάζει μάρτυρας, εξετάζει τον κατηγορούμενον, ποιείται αυτοψίας, μελετά έγγραφα δυνάμενα να παράσχωσιν αυτώ στοιχεία προς απόδειξιν της ενοχής ή αθωότητος του κατηγορουμένου, διατάσσει κατά τας περιστάσεις πραγματογνωμοσύνην και εν γένει ποιείται χρήσιν παντός οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, συντείνοντος κατά την κρίσιν αυτού εις την ανεύρεσιν της αληθείας. Κατ’ οίκον έρευνα και κατάσχεσις πειστηρίων Άρθρ.107.-Εάν υπάρχη ανάγκη ερεύνης κατ’ οίκον ή κατασχέσεως πειστηρίων πραγμάτων ή εγγράφων, ο ανακρίνων απευθύνεται προς τον αρμόδιον Εισαγγελέα. Ούτος δε προβαίνει εις τας τοιαύτας πράξεις, ως και εις την τυχόν συνδυαζομένην αυτοψίαν και πραγματογνωμοσύνην, κατά τας διατάξεις της ποινικής οικονομίας, και πέμπει την συνταχθείσαν αίτησιν μετά των τυχόν κατασχεθέντων πραγμάτων ή εγγράφων εις τον αιτήσαντα κληρικόν. Εξέτασιν μαρτύρων Άρθρ.108.-Οι μάρτυρες, εξετάζονται υπό του ανακρίνοντος έκαστος κατ’ ιδίαν και εν απουσία του τε κατηγορουμένου και του συνηγόρου αυτού, ως και των λοιπών μαρτύρων. Ο ανακρίνων δύναται, κατ’ αίτησιν του κατηγορουμένου, έτι δε και εξ επαγγέλματος, να εξετάση συμπληρωματικώς τον εξετασθέντα μάρτυρα κατ’ αντιπαράστασιν προς τον κατηγορούμενον ή προς άλλον μάρτυρα. Κλήσις του κατηγορουμένου Άρθρ.109.-Η ανάκρισις δεν δύναται να λογισθή περατωθείσα πριν ή εξετασθή ο κατηγορούμενος ή κληθείς προς εξέτασιν απειθήση να εμφανισθή. Άρθρ.110.-Ο κατηγορούμενος προσκαλείται προς εξέτασιν δι’ εγγράφου κλήσεως, εκδιδομένης υπό του ανακρίνοντος και φερούσης την υπογραφήν αυτού. Εν τη κλήσει περιέχεται η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της εμφανίσεως, δύναται δε να περιληφθή και η προς το προσκαλούμενον απειλή, ότι εν περιπτώσει απειθείας θέλει διαταχθή η βιαία προσαγωγή αυτού. Εν τη προς τον κατηγορούμενον κλήσει περιέχεται ωσαύτως το εις τούτον προσαπτόμενον παράπτωμα. Εάν όμως ως εκ της φύσεως του παραπτώματος ή εξ άλλης αιτίας φάινεται σκόπιμον να μη αποκαλυφθή τούτο εν τη κλήσει, περιέχεται εν αυτή απλώς η μνεία ότι ο προσκαλούμενος προσκαλείται προς εξέτασιν. Άρθρ.111.-Η κλήσις επιδίδεται επιμελεία του εκδόντος αυτήν, ενεργείται δε η επίδοσις κατά τας σχετικάς διατάξεις. Η κλήσις πρέπει να επιδοθή 24 τουλάχιστον ώρας προ της προς εμφάνισιν ωρισμένης ημέρας. Εάν ο κατηγορούμενος κατοική ή διατριβή εν άλλω τόπω παρά τον την έδρας του ανακρίνοντος, η προς εμφάνισιν αυτού προθεσμία επεκτείνεται κατά πέντε μεν ημέρας εάν κατοική εν τη περιφερεία της αυτής Μητροπόλεως, κατά δέκα δε ημέρας αν κατοική εν άλλω τόπω εκτός της περιφερείας της Μητροπόλεως. Αν ο κατηγορούμενος κατοική ή διατρίβη εν τη αλλοδαπή, ο ανακρίνων τάσσει ανάλογον προς εμφάνισιν προθεσμίαν, ουχί όμως και βραχυτέραν του μηνός. Άρθρ.112.-Εάν ο κατηγορούμενος απειθήσας μη εμφανισθή ο ανακρίνων δύναται να αιτήση παρά της αρμοδίας Εισαγγελικής ή Αστυνομικής Αρχής την βιαίαν ενώπιον αυτού προσαγωγήν του κατηγορουμένου, συνωδά προς τας διατάξεις του άρθρ. 62. Εξέτασις του κατηγορουμένου Άρθρ.113.-Προ της εξετάσεως ο ανακρίνων εξηγεί εις τον κατηγορούμενον τους λόγους της κατηγορίας και ερωτά αυτόν αν έχη να απαντήση τι επί τούτων. (Αντί της σελ. 239) Σελ. 239(α) Τεύχος 551-Σελ. 71 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 Η εξέτασις ανάγκη να παρέχη τω κατηγορουμένω τα στοιχεία προς αναίρεσιν των κατ’ αυτού υπονοιών και προς πρότασιν των υπερ εαυτού γεγονότων και αποδείξεων. Παραπειστικαί ερωτήσεις δεν πρέπει να απευθύνωνται προς τον κατηγορούμενον, ουδέ να ζητήται φορτικώς παρά τούτου η ομολογία αυτού. Άρθρ.114.-Ο κατηγορούμενος δικαιούται όπως δι’ εγγράφου αιτήσεως υποβαλλομένης τω ανακρίνοντι αμέσως και επί αποδείξει φερούση την πιστοποίησιν της ημέρας και ώρας της εγχειρίσεως αιτήση προθεσμίαν 48 ωρών, προ της παρόδου της οποίας δεν υποχρεούται εις απολογίαν. Την προθεσμίαν, υπαρχούσης ευλόγου αιτίας δύναται να παρατείνη ο ανακρίνων. Άρθρ.115.-Ο ανακρίνων, προς τήρησιν της ευταξίας εν ω τόπω διεξάγεται η ανάκρισις, δικαιούται να εκδίδη τας απαιτουμένας διαταγάς. Οι μη υπακούοντες εις τας διαταγάς ταύτας ή οι άλλως οπωσδήποτε διαταράσσοντες την τάξιν ή μη τηρούντες τον οφειλόμενον προς τον ανακρίνοντα σεβασμόν δύνανται να τιμωρηθώσιν υπό του ανακρίνοντος παραχρήμα δια προστίμου υπέρ του ΤΑΚΕ μέχρι των δραχμών τριακοσίων. Περί τούτου γίνεται μνεία εν τη εκθέσει, το σχετικόν δε απόσπασμα της εκθέσεως εκτελείται καθ’ ον τρόπον και η επιβάλλουσα χρηματικήν ποινήν υπέρ του ΤΑΚΕ απόφασις του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου. Εάν η επενεγκούσα διατάραξιν της ευταξίας πράξις φέρη βαρύτερον χαρακτήρα, προβλεπομένη υπό του ποινικού Νόμου, επιφυλάσσεται και η ποινική καταδίωξις κατά τας κοινάς διατάξεις. Πέραν της ανακρίσεως Άρθρ.12.-Εάν μετά την ενώπιον αυτού διαδικασίαν το Επισκοπικόν Δικαστήριον ήθελε κρίνει, ότι εις τον κατηγορούμενον ιερωμένον είναι επιβλητέαι ποιναί ανώτεραι των εν τοις άρθρ. 10-11 οριζομένων, κηρύσσει εαυτό αναρμόδιον και παραπέμπει την υπόθεσιν εις το Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον. Περί των Συνοδικών Δικαστηρίων Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον Άρθρ.116.-Περατωθείσης της ανακρίσεως ο ανακριτής υποβάλει την δικογραφίαν μετά της εγγράφου αυτού προτάσεως εις τον Μητροπολίτην ή τον αναπληρωτήν αυτού. Ο Μητροπολίτης μετά μελέτην της δικογραφίας δύναται ν’ αποφανθή ητιολογημένως ότι δεν υπάρχει αφορμή προς κατηγορίαν και να αναστείλη πάσαν περαιτέρω καταδίωξιν, ή εάν κρίνη ότι το παράπτωμα είναι ελαφρόν, να ασκήση μόνος αυτός την κατά το σχετικόν άρθρον πειθαρχικήν εξουσίαν. Σελ.240(α) Τεύχος 551-Σελ. 72 Εάν ο Μητροπολίτης αποφανθή ότι δεν υπάρχη αφορμή προς κατηγορίαν, επιβάλλει το όλον ή μέρος των δικαστικών εξόδων εις τον μηνυτήν, οσάκις ήθελε πεισθή ότι η μήνυσις ήτο εντελώς ψευδής, εκ δόλου ή βαρείας αμελείας γενομένη. Το ποσόν των επιβαλλομένων εις τον μηνυτήν εξόδων δέον να ορίζηται ρητώς εν τη σχετική πράξει του Μητροπολίτου και εισπράττονται όπως τα δημόσια έσοδα υπέρ του ΤΑΚΕ. Άρθρ.117.-Εάν ο Μητροπολίτης κρίνη ότι η ανάκρισις χρήζει συμπληρώσεως διατάσσει την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως υποδεικνύων τα συμπληρωτέα. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν ο Μητροπολίτης προσκαλεί το Επισκοπικόν Δικαστήριον προς εκδίκασιν της υποθέσεως καθ’ ημέραν και ώραν συγχρόνως οριζομένην. 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Περί της διαδικασίας προ του Επισκοπικού Δικαστηρίου. Συζήτησις Άρθρ.118.-Δια την ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου συζήτησιν απαιτείται η παρουσία του Γραμματέως. Η συζήτησις διεξάγεται προφορικώς μεν αλλ’ ουχί δημοσία. Αναγιγνώσκεται πρώτον η μήνυσις ή η εντολή του Μητροπολίτου προς εισαγωγήν εις δίκην, αι μαρτυρικαί καταθέσεις, η απολογία του κατηγορουμένου και προσκαλείται ο κατηγορούμενος εις προφορικήν απολογίαν και αναγιγνώσκεται όλος ο σχετικός φάκελος. Συνήγορος Άρθρ.119.-Ο κατηγορούμενος δύναται να παραστή μετά συνηγόρου κληρικού. Εάν ο κατηγορούμενος δεν έχη συνήγορον, δύναται να απαιτήση όπως διορισθή αυτώ εξ επαγγέλματος συνήγορος κληρικός. Τον συνήγορον εν τοιαύτη περιπτώσει διορίζει ο Πρόεδρος του Επισκοπικού Δικαστηρίου. Άρθρ.120.-Το Δικαστήριον δύναται να διατάξει την εξέτασιν νέων μαρτύρων ενώπιον του υπ’ αυτού διοριζομένου εισηγητού ως και την λήψιν ετέρων αποδείξεων απαραιτήτων κατά την κρίσιν αυτού προς διασάφησιν της υποθέσεως και εν ανάγκη να αναβάλη την εξακολούθησιν της συζητήσεως εις ετέραν δικάσιμον υπ’ αυτού οριζομένην. Ο κατηγορούμενος δέον, εάν δεν ήτο παρών κατά την έκδοσιν της κατά το προηγούμενον εδάφιον αποφάσεως, να λαμβάνη γνώσιν εγκαίρως της νέας δικασίμου κοινοποιουμένης αυτώ εν αποσπάσματι της αποφάσεως. Πρακτικά συζητήσεως Άρθρ.121.-Περί της προ του Επισκοπικού Δικαστηρίου συζητήσεως τηρούνται πρακτικά υπό του Γραμματέως. Τα πρακτικά περιέχουσι: α)Τον τόπον και χρόνον της συζητήσεως. β)Τα ονόματα των δικαστών και του γραμματέως. γ)Την σημείωσιν του εις τον κατηγορούμενον προσαπτομένου παραπτώματος κατά το κατηγορητήριον. δ)Το όνομα του κατηγορουμένου και του συνηγόρου αυτού και την μνείαν, αν η συζήτησις εγένετο παρόντος του κατηγορουμένου ή ερήμην αυτού. ε)Το περιεχόμενον της συζητήσεως και την τυχόν μειοψηφίαν. Τα πρακτικά υπογράφονται υπό του προέδρου και του γραμματέως. Απόφασις καταδικαστική ή αθωωτική Άρθρ.122.-Η απόφασις ή τε καταδικαστική και αθωωτική δέον να εκδίδηται μετά το πέρας της διαδικασίας. Διατυπούται δε εν ιδιαιτέρω εγγράφω συντασσομένω υπό του Προέδρου ή του υπό τούτου οριζομένου εισηγητού εκ των μελών του Δικαστηρίου. Άρθρ.123.-Το έγγραφον της αποφάσεως αναγράφει: α)Τα ονόματα των δικαστών και του παραστάντος κατά την συζήτησιν γραμματέως. β)Τα ονόματα του κατηγορουμένου και του τυχόν συνηγόρου αυτού. γ)Την μνείαν του τόπου και του χρόνου της συζητήσεως. δ)Βραχείαν ιστορικήν έκθεσιν των γεγονότων εφ’ ων εστηρίχθη η κατηγορία. ε)Την πιστοποίησιν της ερεύνης των αποδείξεων και της ακροάσεως του κατηγορουμένου. ς)Το αιτιολογικόν μέρος, εάν η απόφασις είναι καταδικαστική δέον να αναφέρωνται εν ταις αιτιολογίαις αι περιστάσεις καθ’ ας εξετελέσθη το αδίκημα. ζ)Το δικαστικόν μέρος. η)Την πιστοποίησιν του χρόνου της εκδόσεως της αποφάσεως. Εάν η απόφασις είναι καταδικαστική, δέον εν αυτή να αναγράφωνται κατά λέξιν οι ιεροί κανόνες και εν γένει αι ποινικαί διατάξεις και οι νόμοι ους εφήρμοσε το δικαστήριον δια την επιβολήν της ποινής. Η τε καταδικαστική και αθωωτική απόφασις υπογράφεται υφ’ απάντων συμπραξάντων εις την έκδοσιν αυτής δικαστών και αυτών έτι των εχόντων απλήν συμβουλευτικήν ψήφον. Δικαστικά έξοδα. Άρθρ.124.-Εν τη καταδικαστική ή αθωωτική αποφάσει δέον να περιλαμβάνηται διάταξις περί των εξόδων της διαδικασίας. Τα έξοδα βαρύνουσι τον καταδικασθέντα κατηγορούμενον. Επί αθωωτικής αποφάσεως τα έξοδα βαρύνουσι το ΤΑΚΕ. Αλλ’ εάν η κατά του κατηγορουμένου διαδικασία διεξήχθη μετά την μήνυσιν κατ’ αυτού, το δε δικαστήριον, ήθελε πεισθή, ότι η μήνυσις εγένετο ψευδώς, εκ δόλου ή εκ βαρείας αμελείας, επιβάλλει εις τον μυνητήν το όλον ή μέρος των δικαστικών εξόδων ρητώς καθοριζομένων κατά ποσόν εν τη αποφάσει. Αι επί δεδικασμένου διατάξεις της ποινικής δικονομίας επεκτείνονται και επί του παρόντος. (Αντί της σελ. 241) Σελ. 241(α) Τεύχος 551-Σελ. 73 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 Ερημοδικία και ανακοπή Ερημοδικία Άρθρ.125.-Εάν ο κατηγορούμενος καίπερ νομίμως κλητευθείς μη εμφανισθή προ του δικαστηρίου δικάζεται ερήμην. Ως ερήμην δικαζόμενος θεωρείται και ο αποχωρήσας κατηγορούμενος διαρκούσης της διαδικασίας. Εν αρχή αναγιγνώσκεται το κατηγορητήριον έγγραφον και μετά τούτο αι εκθέσεις εξετάσεως των μαρτύρων και της τοιαύτης τυχόν του κατηγορουμένου. Ανακοπή Άρθρ.13.-Το Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον συγκροτείται εκ του πρώτου τη τάξει Συνοδικού ως προέδρου και εκ 5 Συνοδικών, οριζομένων δια κλήρου κατά την πρώτην μετά την 1ην Οκτωβρίου εκάστου έτους συνεδρίαν της Ι. Συνόδου. Δια την κατά το προηγούμενον εδάφιον κλήρωσιν τίθενται εις την κληρωτίδα κατά την πρώτην εκάστης συνοδικής περιόδου συνεδρίαν της Ι. Συνόδου τα ονόματα πάντων των Συνοδικών, πλην των του Προέδρου της Ι. Συνόδου και του πρώτου τη τάξει. Εκ του ολικού αριθμού των κλήρων ο Πρόεδρος της Ι. Συνόδου εξάγει εκ της κληρωτίδος 5. Οι κληρωθέντες 5 Συνοδικοί συγκροτούσι μετά του πρώτου τη τάξει το δια το αρξάμενον συνοδικόν έτος Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον. Δευτεροβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον Άρθρ.126.-Την εκδοθείσαν ερήμην καταδικαστικήν απόφασιν δικαιούται ο καταδικασθείς να ανακόψη ενώπιον του εκδόντος αυτήν Δικαστηρίου, αλλά μόνον εάν: α)Δεν εκλητεύθη νομίμως κατά την ερήμην δίκην ή β)Εκωλύθη όπως εμφανισθή εξ ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου αιτίου, ειδικώς αιτιολογουμένου εν τη αποφάσει του δεχομένου την ανακοπήν Δικαστηρίου κατά την κρίσιν αυτού. Προθεσμία ανακοπής Άρθρ.127.-Η ανακοπή επιτρέπεται εντός δέκα ημερών από της εις τον καταδικασθέντα επιδόσεως της ανακοπτομένης αποφάσεως. Αν ο καταδικασθείς κατοική ή διατρίβη εις άλλον τόπον παρά τον της έδρας του Δικαστηρίου, ή προς ανακοπήν προθεσμία επεκτείνεται κατά οκτώ μεν ημέρας αν ούτος κατοική εκτός της έδρας του Δικαστηρίου, εν τη αυτή όμως περιφερεία της Μητροπόλεως, κατά δέκα πέντε δε ημέρας αν κατοική εν ετέρα Μητροπόλει. Αν ο καταδικασθείς κατοική ή διατρίβη εν τη αλλοδαπή, ή προς ανακοπήν προθεσμία επεκτείνεται επί ημέρας εξήκοντα. Άρθρ.128.-Η ημέρα της επιδόσεως της αποφάσεως δεν συνυπολογίζεται εις την προθεσμίαν. Η προς ανακοπήν προθεσμία λήγει την 6ην ώραν μ.μ. της τελευταίας ημέρας, ή εάν η τελευταία ημέρα είναι Κυριακή ή άλλη υπό του Κράτους δια τα δημόσια γραφεία ανεγνωρισμένη εορτή, την 6ην ώραν μ.μ. της επιούσης. Εκπρόθεσμος ανακοπή είναι δεκτή μόνον, αν η προθεσμία αφέθη να παρέλθη ένεκεν ανωτέρας βίας, ειδικώς αιτιολογουμένης εν τη αποφάσει. Σελ. 242(α) Τεύχος 551-Σελ. 74 Ανασταλτική δύναμις Άρθρ.129.-Η προς ανακοπήν προθεσμία, ως και η ανακοπή αυτή, αναστέλλει την εκτέλεσιν της ερήμην αποφάσεως, πλην της επιβαλλούσης αργίαν πάσης ιεροπραξίας. Ο εις αργίαν καταδικασθείς, αφ’ ης νομίμως επεδόθη αυτώ ή ερήμην καταδικαστική απόφασις, απέχει πάσης ιεροπραξίας, μέχρις ου επί τη ανακοπή αυτού εξαφανισθή η ερήμην απόφασις. Αν παρέλθωσιν αι ημέραι της αργίας πριν ή εξαφανισθή ή ερήμην απόφασις, ο ανακόπτων επαναλαμβάνει αυτοδικαίως την εκπλήρωσιν των ιερατικών αυτού καθηκόντων. Εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελεν οπωσδήποτε επικυρωθή η δια της ερήμην αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αι διανυθείσαι ημέραι αργίας συνυπολογίζονται εις την καταδίκην. 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Άσκησις της ανακοπής Άρθρ.130.-Η ανακοπή συντάσσεται υπό του γραμματέως του εκδόντος την ανακοπτομένην απόφασιν Δικαστηρίου, επί τη αιτήσει του καταδικασθέντος αυτοπροσώπως ή δια του έχοντος έγγραφον εντολήν κληρικού. Περί της ανακοπής συντάσσεται έκθεσις κατά τους νομίμους τύπους. Εάν η ανακοπή εγένετο υπό του έχοντος εντολήν το έγγραφον ταύτης προσαρτάται εις την έκθεσιν. Υπό του ανακόπτοντος κατατίθεται συγχρόνως γραμμάτιον του ΤΑΚΕ ότι κατεβλήθησαν αυτώ δια λογαριασμόν του τα έξοδα της ερήμην διαδικασίας. Το γραμμάτιον τούτο προσαρτάται εις την έκθεσιν επί ποινή απαραδέκτου της ανακοπής. Έρευνα περί του παραδεκτού της ανακοπής Άρθρ.131.-Το δικαστήριον εξετάζει το κατά τύπους παραδεκτόν της ανακοπής εκτιμών τα υπό του ανακόπτοντος αποδεικτικά μέσα. Απορριπτομένης της ανακοπής καταδικάζει τον ανακόπτοντα εις τα έξοδα της επ’ ανακοπή διαδικασίας. Εάν κρίνη κατά τύπους παραδεκτήν την ανακοπήν εκδίδει απόφασιν, δι’ ης εξαφανίζει την ερήμην απόφασιν καθ’ όλας τας διατάξεις και προβαίνει εις την κατ’ ουσίαν εξέτασιν της υποθέσεως. Δευτέρα ανακοπή είναι απαράδεκτος. Περί της διαδικασίας προ του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Αρθρ.132.-Εάν κατά το άρθρ.12 διετάχθη ή παραπομπή της υποθέσεως εις το Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον ο Γραμματεύς του Επισκοπικού Δικαστηρίου υποβάλλει εντός 5 ημερών από της εκδόσεως της αποφάσεως την δικογραφίαν εις τον Πρόεδρον του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου. Ούτος δε ορίζει την δικάσιμον και εκδίδει την προς τον κατηγορούμενον κλήσιν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄. Περί εφέσεως Περιπτώσεις καθ’ ας επιτρέπεται η έφεσις Άρθρ.133.-Ο υπό Επισκοπικού Δικαστηρίου κατ’ αντιμωλίαν ή ερήμην καταδικασθείς α)εις στέρησιν του επιδόματος πέραν των 30 ημερών, β)εις χρηματικήν ποινήν πέραν των 500 δραχμών, γ)εις αργίαν μετά παύσεως ή μη από πάσης ιεροπραξίας πέραν των δύο μηνών, δ)εις σωματικόν περιορισμόν πέραν των 40 ημερών και ε)εις έκπτωσιν από του αξιώματος ή της θέσεως, ως και ο υπό του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου κατ’ αντιμωλίαν ή ερήμην δικασθείς εις καθαίρεσιν ή εις αποβολήν από της Μονής μετ’ αφαιρέσεως του μοναχικού σχήματος, έχει το δικαίωμα να εκκαλέση την καταδικαστικήν απόφασιν ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου. Προθεσμία Άρθρ.134.-Η προς έφεσις προθεσμία είναι δεκαήμερος, αρχομένη επί μεν της κατ’ ερήμην αποφάσεως από της κοινοποιήσεως εις τον καταδικασθέντα, επί δε της κατ’ αντιμωλίαν από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Ως προς τον υπολογισμόν της προθεσμίας και την επέκτασιν αυτής εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ.127-128. Αναγκαστική δύναμις Άρθρ.14.-Το δευτεροβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον συγκροτείται εκ του Προέδρου της Ι. Συνόδου ως προέδρου και εκ των υπολειπομένων εξ Συνοδικών μετά την αφαίρεσιν του Αντιπροέδρου της Ι. Συνόδου και των 5 κατά το προηγούμενον άρθρον κληρωθέντων δια την συγκρότησιν του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου Συνοδικών. Άρθρ.135.-Η προς έφεσιν προθεσμία ως και η έφεσις αυτή αναστέλλουσι την εκτέλεσιν της καταδικαστικής αποφάσεως πλην της επιβαλλούσης αργίαν από πάσης ιεροπραξίας. Άσκησις της εφέσεως Άρθρ.136.-Η έφεσις ασκείται ενώπιον του γραμματέως του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου υπό του καταδικασθέντος αυτοπροσώπως ή δια του λαβόντος προς τούτο έγγραφον εντολήν κληρικού. Περί της δηλώσεως ταύτης και περί των λόγων της εφέσεως συντάσσεται έκθεσις κατά τους νομίμους τύπους. Εάν η έφεσις εγένετο δι’ εντεταλμένου το έγγραφον της εντολής προσαρτάται εις την έκθεσιν. Άρθρ.137.-Την γενομένην έφεσιν ο γραμματεύς ανακοινοί αυθημερόν εις τον Πρόεδρον του εκδόντος την εκκαλουμένην απόφασιν δικαστηρίου, ούτος δε την περί της εφέσεως έκθεσιν μετά της δικογραφίας ολοκλήρου υποβάλλει εντός δύο ημερών εις τον Πρόεδρον του αρμοδίου Συνοδικού Δικαστηρίου. Άρθρ.138.-Ο Πρόεδρος του αρμοδίου Συνοδικού Δικαστηρίου οφείλει εντός μηνός από της εις αυτόν περιελεύσεως της εφέσεως μετά της σχετικής δικογραφίας να ορίση δικάσιμον ταύτης, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρ.127-128. Άρθρ.139.-Το αρμόδιον Συνοδικόν Δικαστήριον εν απουσία του εκκαλούντος εξετάζει το τύποις παραδεκτόν της εφέσεως. Εάν κρίνη την έφεσιν εκπροθέσμως γενομένην ή άλλως, κατά τύπους απαράδεκτον, απορρίπτει αυτήν άνευ ετέρας ερεύνης και καταδικάζει τον εκκαλούντα εις τα έξοδα της κατ’ έφεσιν διαδικασίας. Εάν κρίνη την έφεσιν παραδεκτήν κατά τύπους προβαίνει εις την εξέτασιν της ουσίας της υποθέσεως. (Αντί της σελ. 243) Σελ.243(α) Τεύχος 551-Σελ. 75 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 Παράστασις δια πληρεξουσίου Άρθρ.140.-Ενώπιον του αρμοδίου Συνοδικού Δικαστηρίου ο εκκαλών κατηγορούμενος δύναται να παραστή είτε αυτοπροσώπως είτε και δια κληρικού έχοντος ειδικήν πληρεξουσιότητα. Το Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστηρίον δύναται και εν τη τοιαύτη περιπτώσει να διατάξη την αυτοπρόσωπον εμφάνισιν του κατηγορουμένου. Η εις την τοιαύτην πρόσκλησιν απείθεια του κατηγορουμένου υπόκειται υπό την ελευθέραν εκτίμησιν του Δικαστηρίου. Διαδικασία και απόφασις Άρθρ.141.-Κατά την ορισθείσαν δικάσιμον αναγινώσκονται το κατηγορητήριον έγγραφον αι εκθέσεις περί των μαρτυριών, τα πρακτικά της πρωτοδίκου δίκης, η πρωτόδικος απόφασις, το εφετήριον και πάντα τα λοιπά έγγραφα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και αι εν τη προ του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου διαδικασία διατάξεις. Άρθρ.142.-Το κατ’ έφεσιν δικάζον Δικαστήριον δεν δύναται να εκδώση απόφασιν δυσμενεστέραν δια τον κατηγορούμενον. Περί της διαδικασίας των κατηγορουμένων Αρχιερέων Άρθρ.143.-Η Ιερά Σύνοδος λαβούσα γνώσιν είτε κατ’ ακολουθίαν μηνύσεως είτε άλλως πως ότι Αρχιερεύς επέπεσεν εις παράπτωμα επαγόμενον εκκλησιαστικήν ποινήν εντέλλεται, εάν κρίνη, ότι συντρέχει περίπτωσις διώξεως, εις ένα των Αρχιερέων, όπως προβή εις τας αναγκαίας ανακρίσεις μετά προηγουμένην πρόσκλησιν του κατηγορουμένου προς παροχήν πληροφοριών. Επί ανακρίσεως διεξακτέων εκτός της έδρας της Ιεράς Συνόδου η διεξαγωγή των ανακρίσεων ή ωρισμένων ανακριτικών πράξεων δύναται να ανατεθή εις έτερον Αρχιερέα. Άρθρ.144.-Εάν ο ανακρίνων αρνήται να ενδώση εις αίτησίν τινα του κατηγορουμένου Αρχιερέως την διαφωνίαν ως και πάσαν ετέραν κατά την διεξαγωγήν των ανακρίσεων αμφισβήτησιν λύει κατ’ αίτησιν οιουδήποτε των διαφερομένων η Ιερά Σύνοδος. Άρθρ.15.-Εν περιπτώσει νομίμου αποκλεισμού, εξαιρέσεως ή ετέρου νομίμου κωλύματος των μελών εκατέρου των κατά το προηγούμενον άρθρον Συνοδικών Δικαστηρίων, προσκαλούνται υπό του Προέδρου της Ι. Συνόδου δι’ αναπλήρωσιν εκ των μη Συνοδικών κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας εξ ημισείας εκ των της Παλαιάς Ελλάδος και των Νέων Χωρών. Υφισταμένης τυχόν δι’ απάντας τους προς αναπλήρωσιν προσκαλουμένους Συνοδικούς αιτίας νομίμου αποκλεισμού ή εξαιρέσεων ή ετέρου νομίμου κωλύματος, προσκαλούνται οι αναπληρωταί εκ των λοιπών Αρχιερέων του Κράτους κατά τα ανωτέρω. Εν περιπτώσει κωλύματος του Προέδρου προεδρεύει εκατέρου των Συνοδικών Δικαστηρίων ο εκ των μελών τούτων προηγούμενος κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας. Γραμματεύς – Κλητήρ Άρθρ.145.-Αι ανακριτικαί πράξεις δεν ενεργούνται δημοσία. Εν τούτοις πάσα ανακριτική πράξις ενεργείται επί παρουσία του Γραμματέως. Καθήκοντα Γραμματέως του ανακριτού, εάν μεν η ανάκρισις διεξάγεται εν τη έδρα του Πρωτοβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου, εκπληροί ο Γραμματεύς του Δικαστηρίου τούτου, εάν δε διεξάγηται αλλαχού ο υπό του ανακριτού οριζόμενος πρεσβύτερος ή διάκονος. Σελ.244(α) Τεύχος 551-76 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Άρθρ.146.-Το Πρωτοβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου δύναται να αποφανθή ητιολογημένως ότι δεν υπάρχει αφορμή προς κατηγορίαν και να αναστείλη πάσαν περαιτέρω καταδίωξιν. Εάν το Πρωτοβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον κρίνη ότι η ανάκρισις χρήζει συμπληρώσεως, διατάσσει την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως, υποδεικνύον και τα συμπληρωτέα. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν ορίζει την ημέραν και ώραν προς συζήτησιν και διατάσσει την προ αυτού κλήτευσιν του κατηγορουμένου Αρχιερέως. Άρθρ.147.-Ο υπό του Πρωτοβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου και κατ’ αντιμωλίαν ή ερήμην καταδικασθείς εις αργίαν από πάσης ιεροπραξίας ή εις έκπτωσιν από του θρόνου ή εις καθαίρεσιν Αρχιερεύς δικαιούται να εκκαλέση την απόφασιν προ του Δευτεροβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου. Ως προς την προθεσμίαν της εφέσεως, την ανασταλτικήν δύναμιν και τον τρόπον της ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ.137-139. Άρθρ.148.-Την περί της εφέσεως έκθεσιν μετά της δικογραφίας ολοκλήρου ο Γραμματεύς του εκδόντος την εκκαλουμένην απόφασιν Δικαστηρίου υποβάλλει εντός δύο ημερών εις τον Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου όστις και προκαλεί την κατά το άρθρ.24 κατάρτισιν του Δευτεροβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου. Άρθρ.149.-Μετά την συγκρότησιν του Δευτεροβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου η διαδικασία προβαίνει κατά τας διατάξεις των άρθρ.141144, εφαρμοζομένων αναλόγως. Επί της κατά το άρθρ.125 ανακοπής του μηνυτού υποβαλλομένης εις τον Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου αποφαίνεται η Ιερά Σύνοδος. Επί κατηγορουμένων Συνοδικών Άρθρ.150.-Ο Πρόεδρος του κατά το άρθρ.28 συγκροτουμένου δια τους Συνοδικούς Δικαστηρίου διορίζει ένα Αρχιερέα ανακριτήν. Ο ανακριτής οφείλει να περατώση την ανάκρισιν εντός μηνός. Περί της υπό πολιτικής αρχής εγκρίσεως των καταδικαστικών αποφάσεων. Άρθρ.151.-Αι καταδικαστικαί αποφάσεις των εκκλησιαστικών Δικαστηρίων καθίστανται εκτελεσταί άμα καταστώσι τελεσίδικοι, τοιαύται δε είναι εκείναι καθ’ ων δεν χωρεί ανακοπή ή έφεσις. Άρθρ.152.-Η εκτέλεσις καταδικαστικής κατά Αρχιερέως αποφάσεως ενεργείται δια Π.Δ/τος προτάσσει του Υπουργού της Παιδείας και Θρησκευμάτων εκδιδομένου. Περί εκτελέσεως των αποφάσεων Άρθρ.153.-Αι εκτελεστικαί αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων εκτελούνται τη συνδρομή της Αστυνομικής Αρχής. Οι εις σωματικόν εν Μονή περιορισμόν καταδικαζόμενοι κληρικοί και μοναχοί εγκλείονται δια της Αστυνομίας εις το επί τούτω ιδρυθησόμενον εν τινι Μονή του Κράτους δαπάναις του Ο.Δ.Ε.Π. σωφρονιστήριον. Επί σωματικού περιορισμού κάτω του μηνός δύναται ο οικείος Μητροπολίτης να ορίση και έτερον τόπον περιορισμού εντός της Μητροπολιτικής περιφερείας. Άρθρ.16.-Καθήκοντα Γραμματέως παρά τω πρωτοβαθμίω μεν Συνοδικώ Δικαστηρίω εκτελεί ο Γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου, παρά τω Δευτεροβαθμίω δε ο Αρχιγραμματεύς. (Αντί της σελ. 227) Σελ. 227(α) Τεύχος 551-Σελ. 65 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 Τον Γραμματέα εκατέρου των Δικαστηρίων τούτων ελλείποντα, απόντα ή άλλως κωλυόμενον αναπληροί εις των γραφέων ή υπογραμματέων της Ιεράς Συνόδου, οριζόμενος προς τούτο υπό του Προεδρεύοντος. Καθήκοντα κλητήρος παρά τοις Συνοδικοίς Δικαστηρίοις εκτελούσιν οι Κλητήρες της Ιεράς Συνόδου. Αρμοδιότης Άρθρ.154.-Αποφάσεις επιβάλλουσαι ποινήν εις χρήματα υπέρ του ΟΔΕΠ ή του ΤΑΚΕ και αι επιβάλλουσαι την δικαστικήν δαπάνην εις τον κατηγορούμενον εκτελούνται τη συνδρομή της πολιτικής αρχής καθ’ ον τρόπον αι αποφάσεις των κοινών ποινικών δικαστηρίων, αι επιβάλλουσαι χρηματικάς ποινάς. Καθ’ όμοιον τρόπον εκτελούνται αι κατά την εν τω παρόντι Νόμω διαδικασίαν εκδιδόμεναι αποφάσεις αι επιβάλλουσαι πρόστιμον υπέρ του ΟΔΕΠ ή υπέρ του ΤΑΚΕ εις ετέρους πλην των κατηγορουμένων κληρικούς ή λαϊκούς ή αι καταδικάζουσαι τούτους εις την πληρωμήν των δικαστικών εξόδων. Άρθρ.155.-Η καταγνωσθείσα ποινή δύναται να αφεθή ή ελαττωθή ή μεταβληθή δια χάριτος. Το περί της χάριτος Δ/μα εκδίδεται προτάσσει του Υπουργού των Θρησκευμάτων μετά προτέραν γνώμην της Ιεράς Συνόδου περί αφέσεως, ελαττώσεως ή μεταβολής της ποινής εφ’ όσον εξέτισε πλέον του ημίσεος. Επί χάριτος εις τινα των υπό Επισκοπικόν Δικαστήριον κληρικών ή μοναχών η Ιερά Σύνοδος γνωμοδοτεί ακούσασα και τον οικείον Μητροπολίτην. Περί της σχέσεως της εκκλησιαστικής διαδικασίας προς την λαϊκήν ποινικήν δικαιοδοσίαν Άρθρ.156.-Η εισαγωγή ποινικής διαδικασίας κατά κληρικού ή μοναχού προ κοινού ποινικού δικαστηρίου δεν κωλύει την εκ παραλλήλου εισαγωγήν ή διεξαγωγήν της κατά τον παρόντα Νόμον διαδικασίας του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου και τανάπαλιν. Άρθρ.157.-Ο αρμόδιος Μητροπολίτης δικαιούται να απαιτήση παρά της αρμοδίας πο(Αντί της σελ.245) Σελ.245(α) Τεύχος 551-Σελ.77 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 λιτικής αρχής μετά την προ αυτής απολογίαν του κατηγορουμένου κληρικού ή μοναχού την ανακοίνωσιν της δικογραφίας περί της προ του κοινού ποινικού δικαστηρίου εκκρεμούς ποινικής δίκης κατά τούτου και εν ανάγκη την παροχήν αντιγράφων εφ’ απλού χάρτου. Αντιστοίχως ο αρμόδιος Μητροπολίτης οφείλει να ανακοινώση εις την αιτούσαν αρμοδίαν πολιτικήν αρχήν την δικογραφίαν περί της ενώπιον του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου εκκρεμούς δίκης κατά κληρικού ή μοναχού και να χορηγήση εις την αιτούσαν πολιτικήν αρχήν αντίγραφα των εν τη δικογραφία ταύτη ανακριτικών εγγράφων. Άρθρ.158.-Ο αρμόδιος εισαγγελεύς ή δημόσιος κατήγορος οφείλει να ανακοινοί εις τον αρμόδιον Μητροπολίτην ή επί κατηγορουμένου Μητροπολίτου εις την Ιεράν Σύνοδον, την κατά κληρικού ή μοναχού εισαγωγήν κοινής ποινικής διαδικασίας. Το αρμόδιον Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον δύναται να αναστείλη την προ αυτού εκκρεμή διαδικασίαν κατά κληρικού ή μοναχού μέχρι πέρατος της κατά τούτου ποινικής δίκης. Επήρεια του εν κοινή ποινική δίκη δεδικασμένου Άρθρ.159.-Η καταδίκη κληρικού εις εγκληματικήν ποινήν εκτελείται κατά τας διατάξεις του άρθρ.44 της Ποινικής Δικονομίας. Άρθρ.160.-Ο αρμόδιος εισαγγελεύς, καταστάσης αμετακλήτου της αποφάσεως του κοινού ποινικού δικαστηριου, ανακοινοί ταύτην εν αντιγράφω προς τον Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου, προκαλεί την υπό του αρμοδίου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου καθαίρεσιν του καταδικασθέντος άνευ ετέρας τινός διαδικασίας και ανακοινοί πάραυτα την γενομένην καθαίρεσιν εις τον ανακοινώσαντα την ποινικήν απόφασιν εισαγγελέα. Η Εκκλησιαστική Αρχή οφείλει εντός 15 ημερών από της εις αυτήν ανακοινώσεως της ποινικής αποφάσεως υπό του εισαγγελέως να εκτελέση ταύτην. Άρθρ.161.-Εάν κληρικός ή μοναχός καταδικασθή υπό κοινού δικαστηρίου εις ετέραν ποινήν πλην των εν τω άρθρ.161 οριζομένων ή εάν αθωωθή υπό τούτου, η καταδικαστική ή αθωωτική απόφασις του κοινού δικαστηρίου ουδέν αποτελεί πρόκριμα δια την εισαγωγήν της κατά τον παρόντα νόμον διαδικασίας, ουδέ δεσμεύει το Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον. Σελ.246(α) Τεύχος 551-Σελ.78 Ο αρμόδιος εισαγγελεύς ή δημόσιος κατήγορος οφείλει εν τούτοις να ανακοινοί εις τον οικείον Μητροπολίτην ή επί δίκης Μητροπολίτου εις την Ιεράν Σύνοδον πάσαν απόφασιν ποινικού δικαστηρίου καταδικαστικήν ή αθωωτικήν αφορώσαν εις κληρικόν ή μοναχόν. Οφείλει ωσαύτως επί τη αιτήσει του οικείου Μητροπολίτου ή του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου να ανακοινοί εις τούτους την δικογραφίαν πάσης κατά κληρικού ή μοναχού διεξαχθείσης και περατωθείσης κοινής ποινικής δίκης. Άρθρ.162.-Απόφασις Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου αθωούσα ή καταδικάζουσα κληρικόν ή μοναχόν ουδέν αποτελεί πρόκριμα δια την εισαγωγήν κατά τούτου της διαδικασίας προ κοινού ποινικού δικαστηρίου ουδέ δεσμεύει το κοινόν ποινικόν δικαστήριον. Εν τούτοις ο αρμόδιος Μητροπολίτης ή επί δίκης διεξαχθείσης προ ετέρου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου πλην του Επισκοπικού ο Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου οφείλει επί τη αιτήσει του αρμοδίου εισαγγελέως να ανακοινοί εις τούτον την δικογραφίαν της κατά κληρικού ή μοναχού διεξαχθείσης και περατωθείσης κατά τον παρόντα νόμον διαδικασίας. 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Παραγραφή παραβάσεων και αδικημάτων Άρθρ.17.-Το Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον δικάζει τα παραπτώματα των κληρικών και μοναχών, ων η εκδίκασιν παρεπέμφθη εις αυτό υπό Επισκοπικού Δικαστηρίου κατά το άρθρ. 12 και τας εφέσεις του Επισκοπικού Δικαστηρίου, έτι δε τας ωμνιακάς παραβάσεις ως προς την ευθύνην του χειροτονηθέντος. Επιλαμβανόμενον δε κατά πρώτον βαθμόν, δύναται να επιβάλη οίας και το Επισκοπικόν Δικαστήριον ποινάς μέχρι και του τριπλασίου αυτών, έτι δε την ποινήν της καθαιρέσεως και επί μοναχών την ποινήν της αποβολής από της Μονής μετ’ αφαιρέσεως του Μοναχικού σχήματος. Σελ. 228(α) Τεύχος 551-Σελ. 66 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Άρθρ.163.-Το αξιόποινον, των εκ των κανόνων απορρεουσών παραβάσεων, των κολαζομένων δι’ επιβολής των εν τοις αρθρ.11, 17 και 23 του παρόντος οριζομένων ποινών, εξαλείφεται δια της παραγραφής μετά πάροδον τετραετίας και εφ’ όσον ο δράστης τούτων δεν γίνει ένοχος ομοίας κολασίμου πράξεως είσω του χρόνου τούτου. Άρθρ.164.-Προκειμένου όμως περί παραβάσεων, ων ο κολασμός προβλέπεται μεν υπό των ιερών κανόνων, πλην αύται αποτελούσιν εκ παραλλήλου παράβασιν, αναγραφομένην εν τω κοινών ποινικώ νόμω, χωρεί η παραγραφή ως αύτη αναγράφεται εν των άρθρ.120 του Π.Ν. μετά των μέχρι σήμερον τροποποιήσεων. Άρθρ.165.-Η παραγραφή άρχεται αφ’ ης τελεσθή η πράξις και λήγει, πλην εάν δεν λάβη χώραν διακοπή καθιστώσα αναγκαίαν νέαν άλλην έναρξιν αυτής, παρελθούσης της τελευταίας ημέρας της παρά του νόμου οριζομένης προς τούτο προθεσμίας. Άρθρ.166.-Η παραγραφή διακόπτεται δια πάσης νομίμου ανακριτικής πράξεως ή δια τελέσεως νέας τινός κολασίμου πράξεως, προβλεπομένης υπό των κανόνων ή του ποινικού νόμου. Εν ταις περιπτώσεσι ταύταις, άρχεται νέος χρόνος προς παραγραφήν από της διενεργείας της τελευταίας δικαστικής πράξεως ή της τελέσεως της νέας πράξεως. Άρθρ.167.-Εάν αρξαμένη τις ανάκρισις, ένεκα της πρώτης ή νέας παραβάσεως ή αδικήματος, δεν εξακολουθήση ή δεν εκδοθή απόφασις ή εάν εκδοθή μεν τοιαύτη, ο πράξας όμως δεν καταδικασθή, η παραγραφή δέον μετά την διακοπήν της ν’ αρχίση εκ νέου από της στιγμής της τελευταίας πράξεως. Άρθρ.168.-Χωρησάσης παραγραφής, ποινική διαδικασία δεν γίνεται και παύει εάν ήδη ήρχισε. Άρθρ.169.-Ο Μητροπολίτης μετά σύμφωνον γνώμην της ενορ. Επιτροπείας δύναται να τιμωρήση δια προσωρινής ή διαρκούς παύσεως τους ψάλτας και νεωκόρους μετά προφορικήν ή έγγραφον απολογίαν. Άρθρ.10.-Εν τη εννοία της λέξεως «Μητροπολίτης» αναφέρεται και ο Αρχιεπίσκοπος και οι Επίσκοποι. Άρθρ.171.-Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον είναι άκυρος. Άρθρ.18.-Το Δευτοροβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον δικάζει τας εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου. Τόπος Συνεδριών Άρθρ.19.-Τα Συνοδικά Δικαστήρια, το τε πρωτοβάθμιον και το δευτεροβάθμιον, συνεδριάζουσιν εν τω Καταστήματι της Ιεράς Συνόδου. Περί των δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίων Πρωτοβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον Άρθρ.2.-Εν τη Αρχιεπισκοπή και εν εκάστη Μητροπόλει καθίσταται Επισκοπικόν Δικαστήριον, αρμοδιότητα έχον ίνα επιλαμβάνεται των υποθέσεων ιερέων, διακόνων και μοναχών. Το Επισκοπικόν Δικαστήριον, συνεδριάζον εν τη έδρα της Μητροπόλεως και εν τω Μητροπολιτικώ Γραφείω, συγκροτείται εκ του οικείου Μητροπολίτου ως πρόεδρου ή κωλυομένου υπό του νομίμου αυτού αναπληρωτού, ως προεδρεύοντος και εκ δύο πρεσβυτέρων αξιωματικών εκ των εν τη περιφερεία της Μητροπόλεως ως μελών. Άρθρ.20.-Το Πρωτοβάθμιον Δικαστήριον δια τους Αρχιερείς συγκροτείται εκ του Αντιπροέδρου της Ι. Συνόδου ως Προέδρου και εκ των υπολειπομένων 11 Συνοδικών, πλην του Προέδρου της Ι. Συνόδου. Εν ισοψηφία επικρατεί η ψήφος του Προέδρου. Άρθρ.21.-Εν περιπτώσει νομίμου αποκλεισμού, εξαιρέσεως ή ετέρου νομίμου κωλύματος των συγκροτούντων το πρωτοβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον καλείται ο αναπληρώνων εκ των λοιπών εκτός της Ι. Συνόδου Αρχιερέων του Κράτους, των εχόντων Μητροπόλεις κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας, λαμβανομένων κατά τας διατάξεις του άρθρ. 15. Εν περιπτώσει κωλύματος του Προέδρου, προεδρεύει του Δικαστηρίου ο εκ των μελών αυτού προηγούμενος κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας, Βλ. και άρθρ. 6 κατωτ. Νόμ. 1882/1951 Γραμματεύς – Κλητήρ. Άρθρ.22.-Καθήκοντα Γραμματέως παρά τω Πρωτοβαθμίω δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίω εκπληροί ο γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Τον Γραμματέα κωλυόμενον, απόντα ή άλλως ελλείποντα αναπληροί εις των υπογραμματέων ή γραφέων της Ιεράς Συνόδου, οριζόμενος προς τούτο υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου. Καθήκοντα Κλητήρος παρά τω εν λόγω Δικαστηρίω εκπληρούσιν οι κλητήρες της Ιεράς Συνόδου. Βλ. και άρθρ. 6 κατωτ. Νόμ. 1882/1951. Αρμοδιότης Άρθρ.23.-Το Πρωτοβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον δικάζει τα παραπτώματα των Αρχιερέων, δυνάμενον να επιβάλη τας εξής ποινάς, εφ’ όσον δι’ ειδικής διατάξεως νόμου δεν ορίζεται ετέρα τις: α)Μομφήν, β)Αργίαν από πάσης ιεροπραξίας μέχρις 6 μηνών. γ)Έκπτωσιν από του θρόνου. δ)Καθαίρεσιν. Ο εις αργίαν καταδικασθείς Αρχιερεύς δεν δύναται επί τριετίαν από του αμετακλήτου της αποφάσεως ν’ αναλάβη Συνοδικά καθήκοντα, εάν δε είναι Συνοδικός, εκπίπτει έκτοτε αυτοδικαίως από του αξιώματος τούτου. Βλ. και άρθρ. 2 Α.Μ. 963/1937. Δευτεροβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον Άρθρ.24.-Το Δευτεροβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον συγκροτείται εκ του Προέδρου της Ι.Συνόδου ως Προέδρου και εκ των 14 Αρχιερέων λαμβανομένων κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας εκ των εκτός της Ι. Συνόδου Αρχιερέων του Κράτους των εχόντων Μητροπόλεις κατά τας διατάξεις του άρθρ.17. Γραμματεύς – Κλητήρ. Άρθρ.25.-Καθήκοντα Γραμματέως παρά τω Δευτεροβαθμίω δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίω εκπληροί ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Τον Γραμματέα απόντα, κωλυόμενον ή άλλως ελλείποντα αναπληροί ο υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου οριζόμενος εκ των υπογραμματέων ή γραφέων της Ιεράς Συνόδου. Καθήκοντα κλητήρος και παρά των Δευτεροβαθμίω δια τους Μητροπολίτας Δικαστηρίω εκτελούσιν οι κλητήρες της Ιεράς Συνόδου. Αρμοδιότης Άρθρ.26.-Το Δευτεροβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον δικάζει τας εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίου. Άρθρ.27.-Τα δια τους Αρχιερείς Δικαστήρια, το τε πρωτοβάθμιον και το δευτεροβάθμιον, συνεδριάζουσιν εν τοις Γραφείοις της Ιεράς Συνόδου. Περί του δια τους Συνοδικούς Δικαστηρίου Συγκρότησις Άρθρ.3.-Κατά τριετίαν δια Π.Δ/τος, μετά πρότασιν του οικείου Μητροπολίτου και σύμφωνον γνώμην της Ιεράς Συνόδου, διορίζονται εν εκάστη Μητροπόλει δύο μεν εκ των εν αυτή πρεσβυτέρων ως τακτικά μέλη του Επισκοπικού Δικαστηρίου, υπό των εφημερίων της Μητροπολιτικής περιφερείας υποδεικνυόμενα έτερα δε 2 ως αναπληρωματικά. (Αντί της σελ. 225) Σελ. 225(α) Τεύχος 551-Σελ. 63 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.1-3 Τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη, δύνανται να αναδιορισθώσι κατά τον αυτόν ωσαύτως τρόπον μετά την λήξιν της τριετούς θητείας αυτών. Άρθρ.28.-Το δια την δίκην του Προέδρου και των μελών της Ιεράς Συνόδου δια τας εν τη εκτελέσει των Συνοδικών αυτών καθηκόντων παραβάσεις εκκλησιαστικού τινος θεσμού συκγαλούμενον Δικαστήριον συγκροτείται δια κληρώσεως εκ του ενός τρίτου των εχόντων Μητροπόλεις Αρχιερέων του Κράτους, πλην των διατελεσάντων Συνοδικών κατά την Συνοδικήν περίοδον καθ’ ην διεπράχθησαν αι παραβάσεις αι δούσαι αφορμήν εις την δίκην. Εάν ούτοι δεν υπερβαίνωσι τους 15, εκ του ημίσεως αριθμού της ολομελείας, επικρατούσης της ψήφου του Προέδρου εν ισοψηφία. Άρθρ.29.-Οι Αρχιερείς προσκαλούνται δια Προεδρικού Δ/τος ορίζοντος τον τόπον των (Αντί της σελ. 229) Σελ. 229(α) Τεύχος 551-Σελ. 67 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 συνεδριών του Δικαστηρίου και την ημέραν και ώραν της πρώτης συνεδρίας αυτού. Αρμοδιότης και ποιναί Άρθρ.30.-Το δια τους Συνοδικούς Δικαστήριον, δικάζον πάντοτε εν πρώτω και τελευταίω βαθμώ, δύναται να επιβάλη οίας και το Πρωτοβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον ποινάς. Ο υπό του Δικαστηρίου τούτου εις αργίαν καταδικασθείς Συνοδικός εκπίπτει αυτοδικαίως του Συνοδικού αξιώματος. Ο ένεκα κυρίας ή παρεπομένης ποινής εκπεσών του Συνοδικού αξιώματος κωλύεται επί τριετίαν από του αμετακλήτου της αποφάσεως όπως αναλάβη και αύθις Συνοδικά καθήκοντα. Άρθρ.31.-Παρ’ άπασι τοις άνω Δικαστηρίοις πλην του Επισκοπικού παρίσταται και ο Επίτροπος της Ιεράς Συνόδου κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 του Νόμ. 5187. Περί μονίμου αποκλεισμού και περί εξαιρέσεως των Δικαστών κλπ. Νομικός αποκλεισμός Άρθρ.32.-Ουδείς κληρικός δύναται να μετάσχη ως δικαστής της συγκροτήσεως Εκκλησιαστικού τινος Δικαστηρίου ή να εκτελέση έργα ανακριτού ή γραμματέως: α)Αν αυτός υπήρξεν ο παθών εκ του υπό κρίσιν παραπτώματος. β)Αν συνδέηται μετά του κατηγορουμένου ή του παθόντος δια συγγενείας εξ αίματος κατ’ ευθείαν γραμμήν, ή μέχρι και του τρίτου βαθμού εκ πλαγίου, ή δια κηδεστίας κατ’ ευθείαν γραμμήν ή μέχρι και του δευτέρου βαθμού εκ πλαγίου. γ)Αν εν τη υπό κρίσιν υποθέσει εξητάσθη ήδη ως μάρτυς ή εξεπλήρωσεν ήδη καθήκοντα συνηγόρου. δ)Ο Μητροπολίτης αν εν τη υπό κρίσιν υποθέσει εδίκασεν ο ίδιος ως δικαστής κατωτέρου βαθμού. Σελ. 230(α) Τεύχος 551-Σελ. 68 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Εξαίρεσις Άρθρ.33.-Ο κατηγορούμενος κληρικός ή μοναχός δύναται να ζητήση την εξαίρεσιν των εν των άρθρ. 31 αναφερομένων προσώπων δια τε τους εν τω άρθρω τούτω λόγους και προσέτι δι’ υπόνοιαν μεροληψίας. Υπόνοια μεροληψίας υπάρχει οσάκις υφίσταται λόγος αποχρών, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, όπως δικαιολογήση την δυσπιστίαν επί την μεροληψίαν των προσώπων τούτων. Δεν δύναται να ζητηθή η εξαίρεσις του Μητροπολίτου ως Προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου και εν γένει ως ασκούντος εν τη Μητροπόλει αυτού την δικαστικήν εξουσίαν. Διαδικασία Άρθρ.34.-Η περί εξαιρέσεως αίτησις υποβάλλεται εγγράφως εις το Δικαστήριον εις ο ανήκει ο εξαιρετέος. Πρέπει δε, επί ποινή απαραδέκτου, να περιέχη τους λόγους της εξαιρέσεως μετ’ αναλυτικής εκθέσεως των γεγονότων, εφ’ ων ούτοι στηρίζονται, και την πρότασιν των μέσων της αποδείξεως. Η περί εξαιρέσεως αίτησις δι’ υπόνοιαν μεροληψίας πρέπει να υποβάλληται πριν ή ο αιτών κατηγορούμενος υποβληθή οπωσδήποτε υπό την ενέργειαν την αφορώσαν εις την άσκησιν των καθηκόντων του εξαιρετέου, άλλως είναι απαράδεκτος, πλην αν δύναται ν’ αποδειχθή εγγράφως, ότι ο λόγος της εξαιρέσεως ανεφύη κατόπιν ή ότι κατόπιν περιήλθεν εις γνώσιν του αιτούντος την εξαίρεσιν. Πλειόνων δικαστών η εξαίρεσις πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, συγχρόνως να αιτήται, επιφυλασσομένης της περιπτώσεως καθ’ ην ο λόγος της εξαιρέσεως ανεφύη κατόπιν ή κατόπιν εγένετο γνωστός εις τον αιτούντα και ταύτα αποδεικνύονται εγγράφως. Άρθρ.35.-Ο καθ’ ου απευθύνεται η περί εξαιρέσεως αίτησις οφείλει να εξηγηθή εγγράφως επί των λόγων της εξαιρέσεως. Οφείλει προς τούτοις προ της εκδικάσεως της περί εξαιρέσεως αιτήσεως να απέχη πάσης περαιτέρω δικαστηριακής πράξεως. Άρθρ.36.-Επί της αιτήσεως περί εξαιρέσεως αποφαίνεται, επί τη βάσει των εγγράφων, το Δικαστήριον, εις ο ανήκει ο καθ’ ου απευθύνεται η αίτησις, αλλ’ άνευ συμμετοχής και τούτου και άνευ κλητεύσεως του αιτησαμένου την εξαίρεσιν. Εάν αιτηθή η εξαίρεσις πλειόνων συγχρόνων δικαστών, οι μήπω εξαιρεθέντες δεν κωλύονται όπως μετάσχωσι της εκδικάσεως της κατά των λοιπών στρεφομένης αιτήσεως περί εξαιρέσεως. Δεν επιτρέπεται η αίτησις περί εξαιρέσεως τοσούτων μελών του Δικαστηρίου, ώστε να είναι αδύνατος ή δια τακτικών ή αναπληρωματικών μελών συγκρότησις αυτού. Απόφασις Άρθρ.37.-Η απόφασις του δικαστηρίου, η δεχομένη ή απορρίπτουσα την περί εξαιρέσεως αίτησιν, συντάσσεται κατά τον εν τοις άρθρ. 123 και 124 τύπον, εις ουδέν δ’ ένδικον μέσον υπόκειται. Τα έξοδα της παρεμπιπτούσης ταύτης διαδικασίας βαρύνουσι τον υποβαλόντα την περί εξαιρέσεως αίτησιν εάν αύτη απερρίφθη, άλλως βαρύνουσι το ΤΑΚΕ. Άρθρ.4.-Εν ελλείψει, απουσία ή ετέρω κωλύματι του Μητροπολίτου αναπληροί τούτον εν τω Επισκοπικώ Δικαστηρίω ο πρωτοσύγκελλος, ή τοιούτου μη υπάρχοντος, οι κανονικοί αναπληρωταί. Εν ελλείψει δε, απουσία ή ετέρω κωλύματί τινος των λοιπών μελών, ο αναπληρωτής λαμβάνεται κατά την τάξιν του διορισμού εκ των κατά το άρθρ. 3 του νόμου τούτου διορισθέντων αναπληρωματικών μελών. Άρθρ.38.-Ο κατηγορούμενος, ο κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου υποβαλών προφανώς προπετή αίτησιν εξαιρέσεως δύναται να καταδικασθή δια της απορριπτούσης την αίτησιν αυτού αποφάσεως και εις χρηματικήν ποινήν υπέρ του ΤΑΚΕ μέχρι των δραχμών χιλίων. Εκουσία εξαίρεσις Άρθρ.39.-Δικαστής, ανακριτής ή γραμματεύς, συνειδώς εαυτώ λόγον εξαιρέσεως, υποβάλλει τούτον τω εις ο ανήκει Δικαστηρίω προς απόφασιν. Τούτο δ’ αποφαίνεται άνευ συμμετοχής του αιτούντος την εαυτού εξαίρεσιν. Άρθρ.40.-Εν τη προδικασία ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου ο ανακριτής και ο γραμματεύς του ανακρίνοντος, συνειδότες εαυτοίς λόγον εξαιρέσεως, υποβάλλουσιν αυτόν τω οικείω Μητροπολίτη, όστις εάν κρίνη τούτον ισχυρόν προβαίνει εις την προσήκουσαν αντικατάστασιν. Εις τον οικείον Μητροπολίτην ωσαύτως υποβάλλονται και αι αιτήσεις περί εξαιρέσεως των προσώπων τούτων, ούτος δε αποφαίνεται μόνος επ’ αυτών και, εάν διατάξη την εξαίρεσιν, προβαίνει εις την προσήκουσαν αντικατάστασιν. Άρθρ.41.-Οι Αρχιερείς, δικάζοντες εν τοις Εκκλησιαστικοίς Δικαστηρίοις, φέρουσι το εγκόλπιον και το επανωκαλύμμαυχον. Ποινή κατά των μη προσερχομένων Άρθρ.42.-Αρχιερείς μη Συνοδικοί, κληθέντες κατά τα προηγούμενα άρθρα προς συμπλήρωσιν της συγκροτήσεως ή προς συγκρότησιν των Συνοδικών Δικαστηρίων, μη προσερχόμενοι δε άνευ νομίμου δικαιολογίας εντός πενθημέρου από της τακτικής προσκλήσεως, Σελ. 231 162-145 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 στερούνται υπέρ του ΟΔΕΠ ενός μηνιαίου επιδόματος αυτών, επιφυλάσσεται δε κατά τας περιστάσεις και η καταδίωξις αυτών ενώπιον του αρμοδίου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, δυναμένου να επιβάλη δια την παράβασιν και την ποινήν της αργίας μέχρι 15 ημερών. Την στέρησιν απαγγέλουσι τα σχετικά Δικαστήρια, συγκροτούμενα προς τον σκοπόν τούτον νομίμως και εκ μόνον των εν Αθήναις ευρισκομένων μελών αυτών. Άρθρ.43.-Νόμιμος δικαιολογία θεωρείται: α)Νόσος του Αρχιερέως, μη επιτρέπουσα την προσέλευσιν αυτού, βεβαιουμένη δι’ εκθέσεως δύο επιστημόνων ιατρών. β)Λόγοι σπουδαίοι και αποχρώντως μεμαρτυρημένοι, καταστήσαντες κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου αδύνατον την προσέλευσιν του Αρχιερέως. Άρθρ.44.-Την στέρησιν του επιδόματος ως και την τυχόν επιβληθείσαν αργίαν δύναται να άρη το δικαστήριον, εάν μετά σχετικόν υπόμνημα του υποβληθέντος εις την στέρησις Αρχιερέως πεισθή, ότι υπήρχε νόμιμος δικαιολογία της μη προσελεύσεως. Εάν την στέρησιν του επιδόματος και την τυχόν επιβληθείσαν αργίαν επέβαλε το Δευτεροβάθμιον δια τους Αρχιερείς Δικαστήριον, την άρσιν αυτής, διαλυθέντος εν τω μεταξύ του Δικαστηρίου, δύναται υπό τας ανωτέρω προϋποθέσεις ν’ απαγγείλη η Ιερά Σύνοδος. Περί επιδόσεων Άρθρ.45.-Αι κατά την διαδικασίαν ενώπιον των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων κλήσεις, αι επιδοτέαι αποφάσεις, ως και τα λοιπά κατά τον παρόντα νόμον επιδοτέα έγγραφα επιδίδονται δια κλητήρος του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, εις ο ανήκει ο εντελλόμενος την επίδοσιν, ή και δια της Αστυνομικής Αρχής του τόπου, εν ω γενήσεται η επίδοσις, ή δια κληρικού. Επί κατηγορουμένων Αρχιερέων αι προς αυτούς επιδόσεις γίνονται μόνον δια κληρικού. Άρθρ.46.-Ο ενεργών την επίδοσιν παραδίδει κατά κανόνα το επιδοτέον έγγραφον εις χείρας του προς ον τούτο απευθύνεται. Εάν ο ενεργών την επίδοσιν μη εύρη τον προς ον το έγγραφον απευθύνεται εν τη οικία αυτού, ή εύρη μεν αυτόν αλλ’ ούτος αρνείται να παραλάβει τούτο, εγχειρίζει το έγγραφον εις τινα των συνοίκων ή των υπηρετών, εξαιρουμένων των παίδων ηλικίας κατωτέρας των 16 ετών κατά την ανεξέλεγκτον του επιδίδοντος αντίληψιν. Σελ. 232 162-146 Άρθρ.47.-Εάν ο τε προς ον η επίδοσις και οι σύνοικοι ή οι υπηρέται αυτού αρνηθώσι να παραλάβωσι το έγγραφον, ο ενεργών την επίδοσν κολλά αυτό εις την θύραν της οικίας επί παρουσία δύο προσλαμβανομένων μαρτύρων. Άρθρ.5.-Εν τω Επισκοπικώ Δικαστηρίω αποφασιστικήν ψήφον έχει μόνον ο Μητροπολίτης. Οι συμπαρεδρεύοντες πρεσβύτεροι έχουσι ψήφον απλώς συμβουλευτικήν, δικαιούνται δε να καταχωρήσωσιν εν τοις πρακτικοίς την διαφέρουσαν γνώμην αυτών. Καθ’ ην περίπτωσιν, εν ελλείψει, απουσία ή άλλω κωλύματι του Μητροπολίτου, το Επισκοπικόν Δικαστήριον συγκροτείται μόνον εκ πρεσβυτέρων, πάντα τα μέλη του Δικαστηρίου έχουσιν αποφασιστικήν ψήφον. Γραμματεύς – Κλητήρ Άρθρ.48.-Εάν μηδείς ευρεθή εν τη οικία του προς ον η επίδοσις, ο ενεργών αυτήν καταθέτει το έγγραφον κατ’ εκλογήν του ή εις το ταχυδρομικόν ή εις το Αστυνομικόν κατάστημα, ή παρά τω Προέδρω του Κοινοτικού Συμβουλίου, ή παρά τινι των διδασκάλων του τόπου της επιδόσεως, υποχρεουμένων να παραδώσωσι ταύτην και κολλά εις την θύραν της οικίας, επί παρουσία προσλαμβανομένων δύο μαρτύρων, έγγραφον σημείωμα, περιέχον συνοπτικήν περιγραφήν του κατατεθέντος εγγράφου και ανακοίνωσιν περί της γενομένης καταθέσεως. Άρθρ.49.-Εν τη περιπτώσει του προηγουμένου άρθρου ο ενεργών την επίδοσιν οφείλει προσέτι να ερευνήση μη τυχόν ο προς ον απευθύνεται το έγγραφον αποδημή και, εν καταφατική περιπτώσει, να υποβάλη περί τούτου αναφοράν προς τον εντειλάμενον την επίδοσιν. 33.Ζ.α.3 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια Πιστοποίησις της επιδόσεως Άρθρ.50.-Περί της γενομένης επιδόσεως συντάσσεται επί τόπου αποδεικτικόν εν ω αναφέρεται η ημέρα, ο μην και το έτος της επιδόσεως έτι δε και το όνομα του εις ον ενεχειρίσθη το έγγραφον, υπογράφεται δε τούτο υπό του ενεργούντος την επίδοσιν και του λαβόντος το έγγραφον. Αν ο λαβών το έγγραφον δηλώση, ότι είναι αγράμματος ή ότι δεν δύναται να υπογράψη, ή αν αρνήται να υπογράψη, ή αν το επιδοτέον έγγραφον εκολλήθη εις την οικίαν του προς ον η επίδοσις, γίνεται μνεία τούτου εν τω αποδεικτικώ, προσλαμβάνονται δε δύο μάρτυρες, ων τα ονόματα και το επάγγελμα δέον να αναφέρωνται εν τω αποδεικτικώ και οίτινες προσυπογράφουσι τούτο, εάν γινώσκωσι γράμματα. Άρθρ.51.-Ο ενεργών την επίδοσιν οφείλει προσέτι να σημειώση επί του επιδιδομένου εγγράφου την κατά το προηγούμενον άρθρον χρονολογίαν, τον τόπον της επιδόσεως και το πρόσωπον, εις ο τούτο ενεχειρίσθη, ή την οικίαν, εν η εκολλήθη, και να υπογράψη την σημείωσιν ταύτην. Άρθρ.52.-Επί επιδόσεων γινομένων κατά το άρθρ. 47 το αποδεικτικόν της επιδόσεως περιέχει την πιστοποίησιν περί του τρόπου, καθ’ ον ετηρήθησαν αι διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Επίδοσις δια της Αστυνομικής Αρχής Άρθρ.53.-Επιδόσεις γινόμεναι δια της Αστυνομικής Αρχής δύνανται να ενεργώνται και κατά τον τύπον των επιδόσεων των ποινικών δικογράφων εν ταις κοιναίς ποινικαίς δίκαις. Επιδόσεις εν τη αλλοδαπή Άρθρ.54.-Επί επιδόσεων ενεργητέων εν τη αλλοδαπή απευθύνεται η προσήκουσα παράκλησις προς την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Υπουργείου των Εξωτερικών ίνα αύτη εντείλη την αρμοδίαν Πρεσβείαν ή την οικείαν Προξενικήν Αρχήν την επίδοσιν. Επίδοσις επί κατηγορουμένων αγνώστου διαμονής Άρθρ.55.-Επί κατηγορουμένων αγνώστου διαμονής η επίδοσις λογίζεται γενομένη, εάν το περιεχόμενον του επιδοτέου εγγράφου γνωστοποιηθή δις δια του περιοδικού της Εκκλησίας και μιας εφημερίδος και από της τελευταίας δημοσιεύσεως παρέλθωσι δύο εβδομάδες. Η εκλογή της Εφημερίδος ανήκει εις τον εντελλόμενον την επίδοσιν, ή δε δαπάνη βαρύνει το ΤΑΚΕ. Αποδεικτικά μέσα Άρθρ.6.-Παρά τω Επισκοπικώ Δικαστηρίω καθήκοντα γραμματέως εκπληροί ο γραμματεύς της Μητροπόλεως, τούτον δε ελλείποντα, απόντα ή άλλως κωλυόμενον, αναπληροί ο υπό του Μητροπολίτου προς τούτο εκάστοτε οριζόμενος κληρικός. Αρμοδιότης Άρθρ.56.-Εν τη κατά τον παρόντα νόμον διαδικασίαν είναι δεκτόν παν αποδεικτικόν μέσον. Επιβολή όρκου εις τον κατηγορούμενον δεν επιτρέπεται. Άρθρ.57.-Ο δικαστής δεν δεσμεύεται υπό νομικών κανόνων εν τη εκτιμήσει των αποδείξεων, αλλά πρέπει να αποφαίνηται κατ’ ελευθέραν πεποίθησιν, αντλουμένην εκ του συνόλου της συζητήσεως και των αποδείξεων. Ιδία δε ο δικαστής εκτιμά ελευθέρως την τυχόν απολογίαν του κατηγορουμένου, τας καταθέσεις των μαρτύρων, την γνώμην των πραγματογνωμόνων, των εγγράφων, το πόρισμα της δικαστικής αυτοψίας. Αλλά καταδίκη κληρικού εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν ποινήν δεν δύναται να στηριχθή επί της μαρτυρίας ενός μόνον μάρτυρος. Περί μαρτύρων Υποχρέωσις προς εμφάνισιν Άρθρ.58.-Πας προσκαλούμενος όπως μαρτυρήση ενώπιον του ανακρίνοντος κληρικού, ή ενώπιον Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου οφείλει κατά κανόνα να εμφανισθή ενώπιον του προσκαλούντος αυτόν ανακριτικού οργάνου της Εκκλησίας ή Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου. Δεν υποχρεούνται προς εμφάνισιν οι Αρχιερείς και οι ένεκα προβεβηκυίας ηλικίας ή νόσου αδυνατούντες να προσέλθωσι. Πάντες ούτοι εξετάζονται εν τη οικία αυτών. Άρθρ.59.-Υπουργοί, Στρατηγοί έχοντες διοίκησιν, Εισαγγελείς και Νομάρχαι υποχρεούνται προς εμφάνισιν μόνον εάν προσκαλώνται να εξετασθώσιν υπό Αρχιερέως εν ω τόπω εδρεύουσιν, ή εάν διατρίβωσιν εκτός της έδρας αυτών, εν ω τόπω διατρίβουσιν. Άρθρ.60.-Οι εν τη αλλοδαπή διατρίβοντες υποχρεούνται προς εμφάνισιν μόνον εάν προσκαλώνται να εξετασθώσιν εν ω τόπω διατρίβουσιν. Άρθρ.61.-Ο προς εμφάνισιν υπόχρεως, εάν νομίμως κλητευθείς μη εμφανισθή άνευ αποχρώσης δικαιολογίας, καταδικάζεται υπό του ανακρίνοντος ή, εάν προσεκλήθη προς εμφάνισιν ενώπιον Δικαστηρίου, υπό τούτου εις πρόστιμον υπέρ του ΟΔΕΠ μέχρι των δραχμών τριακοσίων. Σελ. 233 162-147 Εκκλησιαστικά Δικαστήρια 33.Ζ.α.3 Άρθρ.62.-Εάν, επαναληφθείσης της κλήσεως, ο απειθήσας μάρτυς δεν εμφανισθή και αύθις αδικαιολογήτως, το πρόστιμον δύναται να διπλασιασθή. Κατά του δις προσκληθέντος και μη εμφανισθέντος εκδίδεται υπό του Ανακριτού ή του Προέδρου του Δικαστηρίου ένταλμα βιαίας προσαγωγής, όπερ αποστέλλεται εις την Εισαγγελικήν ή Αστυνομιικήν Αρχήν προς εκτέλεσιν, υποχρεουμένην προς τούτο. Άρθρ.63.-Εάν ο απειθήσας μάρτυς, εμφανισθείς μετά την πρώτην ή και την δευτέραν κλήσιν, δικαιολογήση αποχρώντως κατά την κρίσιν του ανακρίνοντος, ή κατά τας περιστάσεις του δικαστηρίου την μη εμφάνισιν αυτού ο ανακρίνων ή, κατά τας περιστάσεις, το Δικαστήριον δύναται να εξαφανίση την περί τούτου απόφασιν. Κλήσις Άρθρ.64.-Οι μάρτυρες προσκαλούνται δι’ εγγράφου κλήσως, εκδιδομένης υπό του ανακρίνοντος και φερούσης την υπογραφήν αυτού και του Γραμματέως και την σφραγίδα. Εάν ο μάρτυς προσκαλήται προς εμφάνισιν ενώπιον του Δικαστηρίου, την κλήσιν εκδίδει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου. Άρθρ.65.-Εν τη κλήσει αναγράφεται η ημέρα, η ώρα, ο τόπος της εμφανίσεως, υπομιμνήσκονται δε και τα επιβλαβή επακολουθήματα της απειθείας. Άρθρ.7.-Το Επισκοπικόν Δικαστήριον δικάζει τα οπουδήποτε διαπραχθέντα εκκλησιαστικά παραπτώματα των υπό την ποιμαντορίαν του Μητροπολίτου κληρικών και μοναχών, έτι δε τα εν τη περιφερεία της Μητροπόλεως, διαπραχθέντα εκκλησιαστικά παραπτώματα παντός υπό την ποιμαντορίαν οιουδήποτε Μητροπολίτου διατελούντος κληρικού ή μοναχού. Άρθρ.66.-Η κλήσις επιδίδεται επιμελεία του εκδόντος αυτήν. Η κλήσις δέον να επιδοθή είκοσι τέσσαρας τουλάχιστον ώρας προ της προς εμφάνισιν ωρισμένης ημέρας. Εάν ο μάρτυς κατοική ή διατρίβη εις τόπον άλλον παρά τον της έδρας του ανακρίνοντος ή του Δικαστηρίου, ενώπιον των οποίων καλείται να εμφανισθή, η προς εμφάνισιν αυτού προθεσμία επεκτείνεται κατά 5 μεν ημέρας, αν ο άλλος τόπος ευρίσκεται εν τη αυτή Επισκοπή, κατά δέκα δε ημέρας εάν ο καλούμενος διαμένη, ή διατρίβη εν ετέρα Επισκοπή. Κλήσις στρατιωτικών και ναυτικών Άρθρ.67.-Η κλήσις ως μαρτύρων των εν τη υπηρεσία αξιωματικών, στρατιωτικών υπαλλήλων, υπαξιωματικών και εν γένει στρατιωτικών γίνεται δι’ εγγράφου αιτήσεως προς τον οικείον Φρούραρχον. Η κλήσις ως μαρτύρων των ανηκόντων εις την Χωροφυλακήν γίνεται δι’ εγγράφου αιτήσεως προς την οικείαν αρχήν. Σελ. 234 162-148 Η κλήσις αξιωματικών, στρατιωτικών υπαλλήλων, υπαξιωματικών και εν γένει στρατιωτικών ευρισκομένων επί πολεμικού πλοίου, ως και η των ναυτικών αξιωματικών, υπαξιωματικών, ναυτών και ναυτικών υπαλλήλων γίνεται δι’ εγγράφου αιτήσεως προς το επί των Ναυτικών Υπουργείον. Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται, ναύται, στρατιωτικοί και ναυτικοί υπάλληλοι διατελούντες εν αδεία, κλητεύονται κατά τας κοινάς διατάξεις του παρόντος νόμου. Ανίκανοι μάρτυρες Άρθρ.68.-Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες: α)Οι μήπω συμπληρώσαντες το δέκατον τέταρτον έτος της ηλι …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.