📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 16073 της 13/13 Μαΐου 1952 (ΦΕΚ Β΄110) Περί εγκρίσεως Κανονισμού Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών. Έχοντες υπ’ όψιν : 1.Το άρθρ. 59 παρ.1 του Α.Ν. της 11 Νοεμ. 1935 «περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας» ως τούτο αυθεντικώς ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 694 της 1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων της Ασφαλιστικής Νομοθεσίας». 2.Τας διατάξεις του από 30 Απρ. 1946 Ν.Δ/τος περί οργανώσεως και συντονισμού της παρακολουθήσεως και του ελέγχου των Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής κυρωθέντος δια του υπ’ αριθ. 1392/49 Ν.Δ/τος. 3.Πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών υποβληθεισών ημίν δια της υπ’ αριθ. 731/51 αναφοράς του. 4.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως (αριθ. πρωτ. ΣΚΑ 72/51 συνεδρίασις 33 της Θ΄ Περιόδου της 28.2.52), αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν τον Κανονισμόν Παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών εξ άρθρ. 18 έχοντα ούτω: Εισαγωγική διάταξις Άρθρ.1.-Αι παρά του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών, αποκαλουμένου εν τοις επομένοις χάριν συντομίας «Ταμείον», χορηγούμεναι εφ’ άπαξ ή περιοδικαί παροχαί εις τους παρ’ αυτώ ησφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας των εν περιπτώσει θανάτου τούτων διέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) Δικαιούμενοι Συντάξεως άρθρ. 30 του Καταστατικού περιγραφομένων εργασιών. ε)Η υπό των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ησφαλισμένων του Ταμείου μέχρι μιας πενταετίας (5) υπηρεσία, η διανυθείσα από της ιδρύσεως του Ταμείου και μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος ως υπαλλήλου Φαρμακευτικών υπηρεσιών του Κράτους ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου συνδεομένου μετά τούτου δια σχέσεως δημοσίου δικαίου υπό τους όρους ότι : εα)δεν υπερβαίνει την κατά το εδάφ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου υπηρεσίαν, εβ)δεν ανεγνωρίσθη ως συντάξιμος υπηρεσία παρά του δημοσίου του εις ον παρεσχέθη Νομικού Προσώπου ή ετέρου Επικουρικού Ασφαλιστικού Οργανισμού, και εγ)δεν προεβλέπετο η υποχρεωτική επικουρική ασφάλισις δια ταύτην. ς)Η υπό των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ησφαλισμένων του Ταμείου μέχρι μιας πενταετίας υπηρεσία η διανυθείσα οποτεδήποτε προ της δημοσιεύσεως του παρόντος υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου οιασδήποτε επιχειρήσεως ή του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, υπό τους όρους ότι : ςα)δεν υπερβαίνει την κατά το εδάφ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου πραγματικήν εν ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίαν, ςβ)αύτη δεν ανεγνωρίσθη ως συντάξιμος παρ’ Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου και ςγ)δεν προεβλέπετο η υποχρεωτική επικουρική ασφάλισις δια ταύτην. 4.Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος Κανονισμού ασφαλιζόμενοι εις το Ταμείον υπάλληλοι τούτου δύναται ν’ αναγνωρίσουν ως συντάξιμον προϋπηρεσίαν την υφ’ οιανδήποτε νομικήν σχέσιν διανυθείσαν προγενεστέραν υπηρεσίαν των παρά τω Δημοσίω, ΙΚΑ, Οργανισμώ Κοινωνικής Πολιτικής, Τραπεζιτική ή άλλη σοβαρά Επιχειρήσει υπό μορφήν Ανωνύμου Εταιρείας ή εις οιανδήποτε των εν άρθρ. 30 του Καταστατικού του Ταμείου αναφερομένων επιχειρήσεων ή εργασιών. Η ούτω αναγνωριζομένη προϋπηρεσία εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβαίνη την δεκαετίαν (10), εξαγοράζεται δε συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 8 του παρόντος Κανονισμού. 5.Η περί ης αι προηγούμεναι παρ. 3 και 4 προϋπηρεσία αναγνωρίζεται ως συντάξιμος δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου της αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους, αρχομένης προκειμένου μεν περί των ήδη ησφαλισμένων από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της παρούσης, προκειμένου δε περί των εφεξής υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου από της ημέρας ενάρξεως της ασφαλίσεώς των. Η εξαγορά της ούτω αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας ενεργείται κατά τα εν άρθρ. 8 του παρόντος Κανονισμού οριζόμενα. 6.Η αναγνωριζομένη ως συντάξιμος προϋπηρεσία δεν δύναται να υπερβή την κατά το εδάφ. α΄ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου πραγματικήν εν ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίαν και εν πάση περιπτώσει δεκαετίαν (10). 7.Δεν επιτρέπεται η αναγνώρισις προϋπηρεσίας ήτις ανεγνωρίσθη ως συντάξιμος παρ’ οιουδήποτε οργανισμού επικουρικής ασφαλίσεως ή του Δημοσίου, ως και η τοιαύτη δι’ ην προεβλέπετο η ασφάλισις παρ’ οιωδήποτε Οργανισμώ Επικουρικής Ασφαλίσεως, εκτός εάν προβλέπεται παράλληλος επικουρικής ασφάλισις. 8.Τα προς απόδειξιν της αναγνωριστέας προϋπηρεσίας απαιτούμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία ελέγχου τούτων, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια καθορισθήσονται δια γενικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. (Αντί για τη σελ. 1271(ε) Σελ. 1271(ζ) Τεύχος Ε121-Σελ. 99 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 9.Τα κατά τον παρόντα Κανονισμόν απαιτούμενα έτη συνταξίμου υπηρεσίας δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως ή την εξεύρεσιν της συνολικής συνταξίμου υπηρεσίας (πραγματικής και πλασματικής) λογίζονται συμπεπληρωμένα εάν εκ του τελευταίου τούτου ελλείπει διάστημα έλαττον των 6 μηνών. 10.Εάν εκ των υποβαλλομένων υπό των ησφαλισμένων προς απόδειξιν υπηρεσίας των πιστοποιητικών δεν προκύπτει η ακριβής ημερομηνία ενάρξεως ή λήξεως της εργατικής σχέσεως αλλά μόνον το έτος ως ημερομηνία ενάρξεως ταύτης λογίζεται η 1 Ιουλίου, ως λήξεως δε η 30 Ιουνίου του οικείου έτους. Εις ην περίπτωσιν πλην του έτους προκύπτει και ο μην ουχί όμως και ημέρα, ως ημέρα ενάρξεως λογίζεται η 16η του οικείου μηνός, ως λήξεως δε η 15η τούτου. 11.Από της δημοσιεύσεως της παρούσης καταργούνται α)η παρ. 10 του άρθρ. 8 του Κανονισμού Παροχών, β)η δευτέρα περίοδος του εδαφ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρ. 30 του Καταστατικού, γ)πάσα ετέρα διάταξις της νομοθεσίας του Ταμείου, αντικειμένη εις τας διατάξεις της παρούσης». Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 21589/Σ.213 της 3 Ιουν./3 Ιουλ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 400). «11.Η υπό της παρ. 5 του παρόντος άρθρου οριζομένη προθεσμία δια την υποβολήν αιτήσεως προς αναγνώρισιν προϋπηρεσίας παρατείνεται επί έν εξάμηνον από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημεδία της Κυβερνήσεως». Παρ. 11 προσετέθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2039/Σ. 122 της 19 Απρ./5 Μαΐου 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 290). «12.Ησφαλισμένοι του Ταμείου απασχοληθέντες εν Δωδεκανήσω από 1.5.1940-30.6.80, ως υπάλληλοι επιχειρήσεων εκ των εν άρθρ. 3 του Νόμ. 581/43 αναφερομένων, δύναται τη αιτήσει των υποβαλλομένη εντός έτους από της δημοσιεύσεως της παρούσης να αιτήσωσι την αναγνώρισιν και εξαγοράν προϋπηρεσίας των της ανωτέρω περιόδου, υπό τους όρους και περιορισμούς των παρ. 6, 7, 8 και του άρθρ. 8 του παρόντος Κανονισμού. Ο ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος προϋπηρεσίας δεν θεωρείται ως πραγματικός εν ασφαλίσει». Η παρ. 12 προστέθηκε από την παρ. 2 της 123/3/305/8-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «13α.Οι οδηγοί αυτοκινήτων που είναι υπάλληλοι σε φαρμακευτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ορίζονται από το άρθρο 3 του Νόμ. 581/43 όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρ. 26 του Νόμ. 1027/80, Σελ. 1272(ζ) Τεύχος Ε121-Σελ. 100 και οι υπάλληλοι γενικά των αντιπροσωπειών φαρμακευτικών ειδών και ειδικοτήτων και των Γραφείων επιστημονικής ενημέρωσης των φαρμακευτικών βιομηχανιών της αλλοδαπής, μπορούν να ζητήσουν την αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους στις παραπάνω φαρμακευτικές επιχειρήσεις, πριν από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Ταμείου και με τους περιορισμούς που αναφέρονται στις παρ. 7 και 8 του άρθρου αυτού. β.Η αναγνώριση γίνεται με αίτηση του ασφαλισμένου που πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός χρόνου από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής για τους ήδη ασφαλισμένους, ή μέσα σε ένα χρόνο από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, για τους εφεξής ασφαλιζομένους. γ.Η αναγνωριζόμενη προϋπηρεσία, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 10 ετών, ανεξάρτητα από το χρόνο της πραγματικής τους ασφάλισης, και δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής ασφάλισης διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών, για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και εφάπαξ παροχής. δ. Η εξαγορά της αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας γίνεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρ. 8 του Κανονισμού παροχών του Ταμείου». Η παρ. 13 προστέθηκε από την 123/3/2565/4 Οκτ.-11 Νοεμ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 962) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Εξαγορά προϋπηρεσίας Άρθρ.8.-«1.α)Η εξαγορά της κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του παρόντος αναγνωριζομένης ως συνταξίμου προϋπηρεσίας ενεργείται επί τη καταβολή δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα, εισφοράς ίσης προς 8%, επί των μηνιαίων αποδοχών, τας οποίας λαμβάνει ο ησφαλισμένος κατά τον μήνα της καταβολής του ποσού της εξαγοράς. Το ποσοστόν τούτο αυξάνεται κατά 2 % δια το τμήμα του αναγνωριζομένου χρόνου υπηρεσίας το εμπίπτον εις τον μετά την ίδρυσιν του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου χρόνον. Αι καταβαλλόμεναι εισφοραί δια την αναγνώρισιν χρόνου προϋπηρεσίας ησφαλισμένου, υπολογίζονται επί των αποδοχών εφ’ ων αποδίδονται αι εισφοραί των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 32 του Καταστατικού του Ταμείου. Η παρούσα παράγραφος έχει αναλογικήν εφαρμογήν και δια τα αυτοτελώς εργαζόμενα, προαιρετικώς δε ασφαλιζόμενα πρόσωπα, άτινα δέον να καταβάλλωσι την προς εξαγοράν ως άνω εισφοράν, υπολογιζομένην επί των ποσών των αντιστοιχούντων εις τας ασφαλιστικάς κλάσεις του εδαφ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρ. 30 του Καταστατικού του Ταμείου εις τας οποίας έκαστον των προσώπων τούτων έχει υπαχθή». Η παρ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 49426/Σ. 488 της 20 Ιουν./31 Ιουλ. 1964 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 300). 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 2.Η εξόφλησις του ποσού της εξαγοράς γίνεται δι’ αλλεπαλλήλων μηνιαίων δόσεων, ων ο αριθμός ορίζεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν δύναται να είναι ανώτερος του αριθμού των μηνών του αναγνωριζομένου χρόνου. Επί αναδρομικής αυξήσεως των αποδοχών αι καταβληθείσαι δόσεις αι αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον της αυξήσεως αναπροσαρμόζονται αναλόγως. 3.Η μηνιαία δόσις είναι καταβλητέα την 1 εκάστου μηνός, μετά την πάροδον του οποίου καθίσταται απαιτητή και επιβαρύνεται αυτοδικαίως δια προσθέτου τέλους καθυστερήσεως ίσου προς 10 %. Η πρώτη δόσις είναι καταβλητέα την πρώτην του μεθεπομένου μηνός από της κοινοποιήσεως της σχετικής περί εξαγοράς αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. 4.Η καταβολή των δόσεων επί τη ειδοποιήσει του Ταμείου, ενεργείται δια κρατήσεων εκ των μηνιαίων αποδοχών του ησφαλισμένου, υποχρεουμένου του εργοδότου, επί τη ευθύνη να καταβάλη άλλως εξ ιδίων, όπως κρατή και αποδίδει ταύτας δι’ ιδιαιτέρων καταστάσεων, ο τύπος των οποίων καθορίζεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, εις το Ταμείον μετά των λοιπών εισφορών εγκαίρως εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, εν εναντία περιπτώσει βαρυνομένου αποκλειστικώς του εργοδότου με το υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενον πρόσθετον τέλος καθυστερήσεως. 5.Αι καθυστερούμεναι παρά του εργοδότου δόσεις μετά των προσθέτων τελών εισπράττονται κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Ε.Δ.Ε.), ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως και ισχύει εκάστοτε και κατά την ειδικήν του Νόμου τούτου διαδικασίαν. 6.Εάν ο εργοδότης καθυστερήση την απόδοσιν δόσεως τινός, πέραν της προβλεπομένης προθεσμίας, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως εις βαθμόν πλημμελήματος ασχέτως ποσού. «7.α.Προαιρετικώς ησφαλισμένα εις το Ταμείον πρόσωπα αποστερηθέντα αυτοδικαίως του δικαιώματος εξαγοράς του υπολειπομένου χρόνου προϋπηρεσίας των λόγω μη εμπροθέσμου καταβολής δόσεως τινός επανακτούν το δικαίωμα τούτο, εφ’ όσον υποβάλλουν σχετικήν προς τούτο αίτησιν εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καταβάλλουν εφ’ άπαξ κατά τον χρόνον υποβολής της άνω αιτήσεως απάσας τας καθυστερημένας δόσεις εξαγοράς, τας αντιστοιχούσας εις τον χρόνον από της αποστερήσεως του άνω δικαιώματος μέχρι της επανακτήσεως αυτού. β.Χρονική περίοδος, δι’ ην δεν κατεβλήθησαν εισφοραί εντός έξ μηνών από της λήξεως της περιόδου εις την οποία ανάγονται αύται, δεν λογίζεται ως χρόνος προαιρετικής ασφαλίσεως. γ.(Καθυστέρησις καταβολής εισφορών πέραν του έτους, από της λήξεως της περιόδου εις την οποίαν ανάγονται αύται, συνεπάγεται απώλειαν του δικαιώματος περαιτέρω συνεχίσεως της αρξαμένης προαιρετικής ασφαλίσεως). Η παρ. 7 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.123/7689 της 10 Ιουλ./6 Αυγ. 1970 αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 557). Το ανωτέρω εντός ( ) εδάφ. γ΄ κατηργήθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 123/3/790 της 18/24 Μαρτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 340) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 8.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ησφαλισμένος απέχει της ασκήσεως του επαγγέλματος εξ οιασδήποτε αιτίας, αναστέλλεται η καταβολή των δόσεων μη υποκειμένων εις επιβάρυνσιν πρόσθετων τελών και άρχεται εκ νέου ευθύς ως αναλάβει ασφαλιστέαν εργασίαν. 9.Ο ησφαλισμένος δύναται δια δηλώσεώς του υποβαλλομένης προς το Ταμείον να παραιτηθή υπολειπομένου χρόνου εξαγοράς προϋπηρεσίας, απόλλυσι όμως το δικαίωμα να ζητήση την εκ νέου αναγνώρισιν και εξαγοράν τούτου. 10.(Ησφαλισμένοι μη υποβαλλόντες τα σχετικά δικαιολογητικά δια την αναγνώρισιν αιτηθεισών προϋπηρεσιών υποχρεούνται όπως εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της δημοσιεύσεως της παρούσης, προσκομίσουν τα αποδεικτικά της προϋπηρεσίας των, άλλως μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης αυτοδικαίως απόλλυνται το δικαίωμα της αναγνωρίσεως και εξαγοράς της προϋπηρεσίας των). Η παρ. 10 κατηργήθη δια της παρ. 11 άρθρ. 7 του Κανονισμού Παροχών (ανωτ. σελ. 1272) ως τούτο ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 21589/Σ.213 της 3 Ιουν./3 Ιουλ. 1965 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 400). 11.Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως ή θανάτου ησφαλισμένου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του αγοραζομένου χρόνου προϋπηρεσίας ως συνταξίμου, η εισφορά της εξαγοράς των υπολειπομένων μηνών υπολογίζεται επί των μηνιαίων αποδοχών τας οποίας ελάμβανε ο ησφαλισμένος τον τελευταίον μήνα ή θα ελάμβανε κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου εάν απησχολείτο προ της συνταξιοδοτήσεώς του ή του θανάτου του, κεφαλαιοποιείται επί τόκω 5% και ασφαλίστρω 1 % και εξοφλείται δια δόσεων ως ή παρ. 2 του παρόντος άρθρου ορίζει παρακρατουμένων κατά μήνα εκ της απονεμομένης εις τον ησφαλισμένον ή τα μέλη της οικογενείας του συντάξεως. 12.Εν περιπτώσει θανάτου ησφαλισμένου δικαιουμένου εις αναγνώρισιν προϋπηρεσίας, ο υπολογισμός του ποσού της εξαγοράς ενεργείται βάσει των αποδοχών τας οποίας ελάμβανε ο θανών ή θα ελάμβανε κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου εάν απησχολείτο κατά την ημέραν του θανάτου του και με το ποσοστόν εισφοράς της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. (Αντί για τη σελ. 1272,01(β) Σελ. 1272,01(γ) Τεύχος Η43-Σελ. 1 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 Το συνολικόν ποσόν της εξαγοράς κεφαλαιοποιούμενον επί τόκω 5 % και ασφαλίστρω 1% εξοφλείται δια δόσεων ως η παρ. 2 του παρόντος άρθρου ορίζει και αι οποίαι παρακρατώνται υποχρεωτικώς εκ της απονεμομένης συντάξεως εις τα μέλη της οικογενείας του θανόντος ησφαλισμένου». Το άρθρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 86058/Σ. 1201 της 30 Νοεμ./12 Δεκ.1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 457). «13.α)Ασφαλισμένοι του Ταμείου, μπορούν να αναγνωρίσουν με αίτησή τους το χρόνο για τον οποίο τους επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Νόμ. 1405/83. β)Το ύψος της εισφοράς για την παραπάνω αναγνώριση καθορίζεται για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα σε ποσοστό 8 % στο σύνολο των αποδοχών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης δεν απασχολείται σε εργοδότη, οι εισφορές θα υπολογίζονται με το παραπάνω ποσοστό στις αποδοχές που παίρνει με την ίδια ειδικότητα και με τα ίδια χρόνια ασφάλισης εργαζόμενος φαρμακοϋπάλληλος, βάσει των συλλογικών συμβάσεων που ισχύουν κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης. γ)Η εξόφληση της οφειλής που θα προκύψει από την παραπάνω αναγνώριση, γίνεται είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι ανώτερος από τον αριθμό των μηνών που εξαγοράζονται. Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το υπόλοιπο της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ, πριν από τη συνταξιοδότηση. Ο παραπάνω αναγνωριζόμενος χρόνος, δεν υπολογίζεται για τη θεμελίωση του δικαιώματος της σύνταξης, ή για τον καθορισμό του ποσού αυτής και δεν μπορεί να προσμετρηθεί από άλλο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/61 όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αν δεν εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό της εξαγοράς για την αναγνώριση αυτή. δ)Δικαίωμα για την παραπάνω αναγνώριση έχουν και τα μέλη της οικογενείας θανόντα ασφαλισμένου. Η αναγνώριση αυτή θα γίνει στις αποδοχές που παίρνει με την ίδια ειδικότητα και με τα ίδια χρόνια ασφάλισης του θανόντα, εργαζόμενος φαρμακοϋπάλληλος, βάσει των συλλογικών συμβάσεων που ισχύουν κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης. ε)Η διαπίστωση του χρόνου ασφάλισης για τον οποίο επιστράφηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές καθώς και η ανάληψη των εισφορών γίνεται από τα στοιχεία που τηρούνται στο Ταμείο». Η παρ. 13 προστέθηκε από την 123/Ν.402/23 Οκτ. –15 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 808) αποφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Σελ. 1272,02(γ) Τεύχος Η43-Σελ. 2 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) Χρόνος ενάρξεως και λήξεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος Άρθρ.9.-1.Το εις σύνταξιν δικαίωμα άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου καθ’ ον επήλθεν η αναπηρία, ή ο θάνατος και από της πρώτης του επομένου μηνός της εκ της εργασίας αποχωρήσεώς του. «2.Το δικαίωμα εις σύνταξιν λήγει εις το τέλος του μηνός, καθ’ ον έλαβε χώραν ο θάνατος του συνταξιούχου ή ο ανάπηρος έπαυσε να πληροί τας προϋποθέσεις του άρθρ. 2 παρ. 3 και 4 ή επί χήρας εις το τέλος του μηνός καθ’ ον συνήψε νέον γάμον και επί τέκνων, εγγόνων και προγονών εις το τέλος του μηνός, καθ’ ον συνεπλήρωσαν το 18ον έτος της ηλικίας των ή προ τούτου συνήψαν γάμον. Κατ’ εξαίρεσιν τ’ ανωτέρω όρια ηλικίας παρατείνονται μέχρι του 25ου έτους της ηλικίας, προκειμένου περί τέκνων, εγγόνων και προγονών, εφ’ όσον συνεχίζουν αποδεδειγμένως τας σπουδάς των εις σχολάς γενικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και εάν κατά το διάστημα τούτο δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ιδίας εργασίας εκ του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή εξ οιουδήποτε φορέως Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Τα ανωτέρω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου περί τέκνου, εγγόνου ή προγονού ανικάνου προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, εφ’ όσον η ανικανότης υφίστατο κατά τον χρόνον της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας του. Συντάξεις απονεμηθείσαι μέχρι της ισχύος της παρούσης, εξακολουθούν καταβαλλόμεναι συμφώνως προς τα προϊσχύοντα». Η παρ. 2, τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 86058/Σ.1201/1962 (ΦΕΚ Β΄ 457) αποφ. Υπ. Εργ., ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 8 της υπ’ αριθ. 123/3/2068 της 7/18 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 499) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «3.Η σύνταξις παντός συνταξιούχου του Ταμείου, πλην των συνταξιούχων λόγω θανάτου, διακόπτεται αφ’ ης ο συνταξιούχος αναλάβη εργασίαν ασφαλιστέαν εις το Ταμείον». Η παρ.3 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 2039/ Σ.122 της 19 Απρ./5 Μαΐου 1969 (ΦΕΚ Β΄ 290) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 123/3/2438 της 10/23 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 825) ομοίας. Στερήσεις Εκπτώσεις και Αναστολαί Άρθρ.10.-1.Εκπίπτει του δικαιώματος προς απόληψιν συντάξεως ο καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος παρ’ αυτού διαπραχθέντος, εφ’ όσον διαπιστωθή η ενοχή του δια της τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχωσι πρόσωπα εκ των εν άρθρ. 4 αναφερομένων ταύτα δικαιούνται της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου εξ ου έλκουν το δικαίωμα. 2.Το εις σύνταξιν δικαίωμα μελών οικογενείας απόλλυται. α)Εάν ταύτα καταδικασθούν δι’ αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου δια πράξιν συνεπεία της οποία υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. β)Ως προς την χήραν σύζυγον ή μητέρα εάν αύτη εκπέση της επιτροπίας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. «3.Το δικαίωμα εις απόληψιν συντάξεως παντός συνταξιούχου του Ταμείου, πλην των συνταξιούχων λόγω θανάτου, αναστέλλεται: «α)Στην περίπτωση που ο συνταξιούχος παρέχει εξηρτημένη εργασία ή ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα και οι μηνιαίες πάσης φύσεως αποδοχές του ή τα μηνιαία κέρδη του υπερβαίνουν το 35πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά». Η περίπτ. α΄ τροποποιήθηκε ως άνω από την 123/3/2865/5 Νοεμ. 1982-20 Ιαν. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 16) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. β)Εάν και εφ’ όσον ο συνταξιούχος εργάζεται εν συνεταιρισμώ μετά φαρμακείου, φαρμακαποθήκης ή οιασδήποτε φαρμακευτικής επιχειρήσεως, ασχέτως των αποκερδαινομένων υπ’ αυτού ποσών». Η παρ. 3 προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ.480/1958 (ΦΕΚ Β΄ 326) και αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 86058/Σ.1201/1962 ) ΦΕΚ Β΄ 457) αποφ. Υπ. Εργασίας και της παρ. 9 της υπ’ αριθ. 123/3/2068 της 7/18 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 499) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών, ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 123/3/2438 της 10/23 Αυγ. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 825) ομοίας. Παραγραφή - Εκχώρησις και κατάσχεσις Παροχών Άρθρ.11.-1.(Καταργήθηκε από την παρ. 3 της 123/3/305/8-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 1(2).Απαιτηταί δόσεις συντάξεως μη εισπραχθείσαι εντός έτους από της ημέρας αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί παραγράφονται. 2(3).Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μακρότερον των 12 μηνών από της χρονολογίας καθ’ ην υπεβλήθη η αίτησις περί απονομής συντάξεως εις το Ταμείον. 3(4).Αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφαρμόζονται εν προκειμένω αναλόγως. 4(5).Απαγορεύεται η εκχώρησις ή η κατάσχεσις των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων. Μόνον προκειμένου περί διατροφής συζύγου κατιόντων ή ανιόντων, επιτρέπεται (Αντί για τη σελ. 1273(ζ) Σελ. 1273(η) Τεύχος Η43-Σελ. 3 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 η κατάσχεσις του 1/3 τούτων κατόπιν αδείας του Προέδρου των Πρωτοδικών. 5(6).α)Συμψηφισμός με τας υπό του Ταμείου χορηγουμένας συντάξεις επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οφειλών των δικαιούχων και δικαιοδόχων προς το Ταμείον. β)Ο συμψηφισμός τοιούτων απαιτήσεων του Ταμείου μετά της συντάξεως ενεργείται κατά δόσεις, ων ο αριθμός ορίζεται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου. Το ποσόν εκάστης δόσεως δεν δύναται να υπερβή το 1/4 της συντάξεως». Η παρ. 6 αντικατασταθείσα δια της υπ’ αριθ. 17208/Σ. 166 της 23 Μαρτ./3 Μαΐου 1956 αποφ. Υπ. Εργ. αντικατεστάθη εκ Νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 86058/Σ.1261 της 30 Νοεμ./12 Δεκ. 1962 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 457). Μετά την κατάργηση της παρ. 1 οι παρ. 2-6 λαμβάνουν τους αριθμούς 1-5 από την παρ. 3 της 123/3/305/8-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) απόφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Σελ. 1274(η) Τεύχος Η43-Σελ. 4 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) Υποχρεώσεις Συνταξιούχων Άρθρ.12.-1.Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται να καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον εντός τριμήνου το βραδύτερον πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν, οικογενειακήν αυτού κατάστασιν επιφέρουσαν μείωσιν ή διακοπήν της συντάξεως. Ο μη εγκαίρως γνωστοποιών την μεταβολήν ταύτην δύναται να στερήται της συντάξεως επί τρίμηνον δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου, υποχρεούμενος εις την επιστροφήν των επί πλέον αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών. «2.Έλεγχος ταυτότητος Δικαιούχων. Επί του συνταξιοδοτικού φυλλαδίου επικολλάται φωτογραφία του δικαιούχου και θεωρείται η ταυτότης αυτού παρά της Αστυνομικής ή της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής ή υπό της Υπηρεσίας του Ταμείου. «Άπαντες οι συνταξιούχοι υποχρεούνται εις την αρχήν εκάστου ημερολογιακού έτους να προσκομίζουν εις το Ταμείον υπεύθυνον δήλωσίν των ή του αντιπροσώπου αυτών (πληρεξουσίου, Επιτρόπου, Κηδεμόνος ή αντιλήπτορος) περί των επελθουσών μεταβολών εις την προσωπικήν οικογενειακήν κατάστασίν των, συνεπαγομένην την μείωσιν ή διακοπήν της συντάξεώς των». Το εντός « » δεύτερον εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 98/3/3074 της 2 Μαΐου/6 Ιουν. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 362). «Σύνταξις αποκτηθείσα δι’ απατηλών μέσων βάσει ή ψευδών δικαιολογητικών διακόπτεται οριστικώς κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. επιλαμβανομένου δι’ αυτεπαγγέλτου ενεργείας της αναθεωρήσεως της αποφάσεως δι’ ης απενεμήθη η τοιαύτη σύνταξις. Αι ληφθείσαι συντάξεις επιστρέφονται, εξαναγκαζομένου του λαβόντος δια παντός νομίμου μέσου προς επιστροφήν εφαρμοζομένων των διατάξεων περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 52881/Σ.622 της 7/21 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 370). Απονομή παροχών και τρόπος εξακριβώσεως προϋποθέσεων προς συνταξιοδότησιν Άρθρ.13.-1.Αι συντάξεις και τα εφ’ άπαξ βοηθήματα απονέμονται υπό του Διοικ. Συμβουλίου του Ταμείου κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις το Διοικ. Συμβούλιον παρά των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτών πληρεξουσίων. Η απόφασις του Διοικ. Συμβουλίου περί απονομής συντάξεως ή χορηγήσεως εφ’ άπαξ βοηθήματος, δέον να είναι ητιολογημένη, κοινοποιείται δε εν αντιγράφω εις τον ησφαλισμένον. Δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου καθορισθήσονται, βάσει των διατάξεων του παρόντος, τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και τα λοιπά δικαιολογητικά τα οποία υποχρεούται να υποβάλη ο ησφαλισμένος εις το Ταμείον δια την απονομήν συντάξεως ή εφ’ άπαξ βοηθήματος, ο χρόνος υποβολής αυτών και αι συνέπειαι της μη συμμορφώσεως αυτού προς τας σχετικάς αποφάσεις του Διοικ. Συμβουλίου. «2.Το Δ.Σ. υποχρεούται όπως εντός 2 μηνών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως εκδώση την περί απονομής ή μη συντάξεως απόφασίν του, εφ’ όσον μετά της αιτήσεως έχουν υποβληθή και πάντα τ’ απαιτούμενα δικαιολογητικά. Εις περίπτωσιν ελλείψεως δικαιολογητικών τινων το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιή πάραυτα τον ενδιαφερόμενον ίνα συμπληρώση ταύτα. Εν περιπτώσει καθυστερήσεως της εκδόσεως της οικείας αποφάσεως πέραν του κατά τ’ ανωτέρω οριζομένου διμήνου το Δ.Σ. κατά την έκδοσιν ταύτης οφείλει να εξετάση τους λόγους της τοιαύτης καθυστερήσεως προς καταλογισμόν των τυχόν υπαρχουσών πειθαρχικών ευθυνών. Αι περί απονομής ή μη συντάξεως αποφάσεις του Δ.Σ., δέον να είναι πλήρως ητιολογημέναι και κοινοποιούνται εις τον ενδιαφερόμενον εντός 15 ημερών από της εκδόσεώς των, γενομένης εις το σχετικόν έγγραφον κοινοποιήσεως ρητής μνείας περί της τυχόν υπάρξεως ευχερείας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τούτων και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δέον να ασκηθούν ταύτα». Η παρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Φ.56328/1/54 της 21 Μαΐου/5 Ιουν. 1954 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 114). 3.«Αι συντάξεις καταβάλλονται εις την αρχήν εκάστου μηνός. Προκειμένου περί συνταξιούχων διαμενόντων μονίμως εις την αλλοδαπήν αι συντάξεις δύνανται να καταβάλλωνται και κατά μακρότερα διαστήματα αλλ’ εις το τέλος αυτών». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 52881/Σ.622 της 7/21 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 370). «β)Το κατά την συγκεφαλαίωσιν του ποσού της καταβαλλομένης συντάξεως προκύπτον κλάσμα δραχμής παραλείπεται. (Αντί της σελ. 1275) Σελ. 1275(α) 359-111 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 Το αυτό ισχύει κατά πάσαν πληρωμήν συντάξεως, επιδόματος ή βοηθήματος πάσης φύσεως». Το υπ’ αριθ. β εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ.480 της 22 Νοεμ./3 Δεκ. 1958 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 4.Η διαπίστωσις της σωματικής και διανοητικής ανικανότητος των δικαιουμένων συντάξεως ενεργείται υπό των κατά τόπους πρωτοβαθμίων Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. Κατά της Γνωματεύσεως των πρωτοβαθμίων τούτων Επιτροπών επιτρέπεται προσφυγή υπό του αιτούντος την απονομήν συντάξεως και παρά του Ταμείου ενώπιον των δευτεροβαθμίων Επιτροπών του Ι.Κ.Α., εφαρμοζομένων αναλόγως των οικείων διατάξεων της νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. ως προς την ακολουθητέαν διαδικασίαν, τας προθεσμίας υποβολής της προσφυγής κλπ. Προκειμένου περί ασφαλιστικών κέντρων εις α δεν ισχύει η ασφάλισις του Ι.Κ.Α., ο ησφαλισμένος παραπέμπεται προς εξέτασιν δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου εις την Υγειονομικήν Επιτροπήν του πλησιεστέρου προς τον τόπον διαμονής του υπ/τος του Ι.Κ.Α. Η σχετική δαπάνη μετακινήσεως βαρύνει το Ταμείον όπερ καταβάλλει εις το Ι.Κ.Α. και τας δαπάνας εξετάσεις των ησφαλισμένων. 5.Εάν απορριφθή αίτησις περί απονομής συντάξεως αναπηρίας ή διακοπή οριστικώς τοιαύτη σύνταξις, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να υποβάλη προ της παρελεύσεως έτους νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως εκτός εάν δια γνωματεύσεως της αρμοδίας Υγειονομικής Επιτροπής βεβαιούται ότι εις την τελευταίως διαπιστωθείσαν κατάστασιν της αναπηρίας του επήλθεν ουσιώδης μεταβολή. 6.Το Διοικ. Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να ζητήση οποτεδήποτε νέαν ιατρικήν εξέτασιν των λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ενεργουμένην ωσαύτως παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του Ι.Κ.Α. αν οπωσδήποτε ήθελεν νομίσει ότι εξέλιπεν ο λόγος δι’ ον εχορηγήθη η σύνταξις, οπότε δύναται να αναθεωρήση την προηγουμένην απόφασιν αυτού. 7.Προκειμένου περί ησφαλισμένων του Ταμείου δικαιωθέντων συντάξεως λόγω αναπηρίας παρά του Ι.Κ.Α. δεν απαιτείται επανεξέτασις τούτων παρά των Υγειονομικών αυτού Επιτροπών, της κεκανονισμένης συντάξεως απονεμομένης αυτοίς υπό του Ταμείου βάσει της σχετικής συνταξιοδοτικής αποφάσεως του Ι.Κ.Α. και δια τον υπό ταύτης οριζόμενον χρόνον συνταξιοδοτήσεως παρατεινομένης αναλόγως της συνταξιοδοτήσεως υπό του Ταμείου εφ’ όσον παρατείνεται και η συνταξιοδότησις του Ι.Κ.Α. Σελ.1276(α) 359-112 8.Προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω αναπηρίας εξ οιασδήποτε αιτίας συμπληρούντων το 60 έτος της ηλικίας των, η σύνταξις των δύναται τη αιτήσει των δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να μετατρέπεται αυτοδικαίως από της συμπληρώσεως του ορίου τούτου της ηλικίας εις σύνταξιν λόγω γήρατος άνευ μειώσεως τινός του ποσού της συντάξεως. 9.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δύναται να συσταθή Επιτροπή Παροχών εκ τριών μελών αυτού οριζομένων υπό τούτου δια την προκαταρκτικήν μελέτην και εισήγησιν επί των υποβαλλομένων προς το Ταμείον αιτήσεων περί απονομής παροχών και αναγνωρίσεως συνταξίμου υπηρεσίας. Της Επιτροπής μετέχει ως εισηγητής άνευ ψήφου ο Διευθυντής του Ταμείου και ως γραμματεύς ο γραμματεύς του Διοικητικού Συμβουλίου ή έτερος υπάλληλος του Ταμείου οριζόμενος υπό του Δ. Συμβουλίου. Τα μέλη της Επιτροπής, ο Εισηγητής και ο Γραμματεύς δικαιούνται των αυτών αποζημιώσεων ή εξόδων κινήσεως κατά συνεδρίασιν, της Επιτροπής και μέχρις έξ συνεδριάσεων κατ’ ανώτατον όριον μηνιαίως άτινα καταβάλλονται εκάστοτε δια την συμμετοχήν των εις τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. 10.(Προστεθείσα δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ.480 της 22 Νοεμ./3 Δεκ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας, ΦΕΚ Β΄ 326, κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 2039/Σ.122 της 19 Aπρ./5 Μαΐου 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 290). 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) Αφάνεια Άρθρ.14.-1.Πάντα τα κατά τον παρόντα Κανονισμόν εκ της παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως απορρέοντα δικαιώματα τα έχοντα ως προϋπόθεσιν τον θάνατον, γεννώνται και επί αφανείας. 2.Θεωρείται ως περιελθόν εις κατάστασιν αφανείας το πρόσωπον, το οποίον εκηρύχθη άφαντον κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος. Ωσαύτως θεωρείται ως περιελθόν εις κατάστασιν αφανείας το πρόσωπον του οποίου ο θάνατος είναι σφόδρα πιθανός ή περί της εν ζωή υπάρξεως του οποίου ουδεμία αξιόπιστος είδησις ελήφθη κατά την διάρκειαν ενός έτους. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάστασις αφανείας κηρύσσεται παρά του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου του τόπου της τελευταίας αποχωρήσεως του αφάντου, αδιαφόρως εάν εκκρεμή ή μη η κατά το άρθρ. 40 και επέκεινα του Αστικού Κώδικος περί ταύτης διαδικασία. 4.Η κηρυχθείσα κατάστασις αφανείας δύναται επί τη αιτήσει του Ταμείου ή παντός έχοντος έννομον συμφέρον ν’ αρθή κατά την διαδικασίαν του Αστικού Κώδικος ή, δι’ αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Ασφαλιστικού Δικαστηρίου, εάν βεβαιωθή, ότι ο άφαντος ευρίσκεται εν τη ζωή. Δια της αποφάσεως ταύτης ορίζεται ο χρόνος από του οποίου αίρεται η κατάστασις αφανείας και παύουσιν αι εκ ταύτης επελθούσαι ασφαλιστικαί συνέπειαι. Ηλικία Άρθρ.2.-1.»Δικαιούται συντάξεως ο παρά τω Ταμείω ησφαλισμένος: 1.α)Λόγω γήρατος, εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως έχη συμπληρώσει εν τη ασφαλίσει του Ταμείου από της ιδρύσεώς του τον υπό των οικείων διατάξεων της εκάστοτε διεπούσης το Ι.Κ.Α. νομοθεσίας προβλεπόμενον αριθμόν ημερών εργασίας και όρια ηλικίας. β)Εάν ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε τον κατά το εδάφ. α΄ της παρούσης παραγράφου αριθμόν ημερών εργασίας, εξ ων ανά 100 τουλάχιστον καθ’ έκαστον των πέντε ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους καθ’ ο υποβάλεται η αίτησις περί απονομής συντάξεως, δικαιούται συντάξεως λόγω γήρατος, ηλαττωμένης κατά το 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως δι’ έκαστον μήνα ελλείποντα κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως, εκ των κατά το εδάφ. α΄ της παρούσης παραγράφου οριζομένων ορίων ηλικίας, εφ’ όσον συνεπλήρωσε το 60όν έτος της ηλικίας ή προκειμένου περί ησφαλισμένης το 55ον. 2.Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως έχει συμπληρώσει τριακονταετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης τουλάχιστον εικοσαετή πραγματικήν εν ασφαλίσει». Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2039/Σ. 122 της 19 Απρ./5 Μαΐου 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 290). «Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εάν κατά την υποβολήν της αιτήσεως έχη συμπληρώσει η ησφαλισμένη εικοσαετή πραγματικήν εν ασφαλίσει υπηρεσίαν της προηγουμένης διατάξεως της παρούσης παραγράφου ισχυούσης μόνον δια τους άρρενας ησφαλισμένους». Η εντός « » τελευταία διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. Φ. 98/3/13829 της 14/22 Νοεμ. 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 775). «3.Ο ησφαλισμένος δικαιούται συντάξεως λόγω αναπηρίας εάν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοιαν της μεθεπομένης παραγρ. και επραγματοποίησε χιλίας πεντακοσίας τουλάχιστον ημέρας εργασίας, εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των πέντε ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου καθ’ ο κατέστη ανάπηρος ή επραγματοποίησε τον υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας». Αι παρ. 3 και 4 τροποποιηθείσαι α)δια της υπ’ αριθ. 11151/Σ. 111/1960 (ΦΕΚ Β΄ 334), β) 21589/Σ. 213/1965 (ΦΕΚ Β΄ 400), γ)100148/Σ. 761/1965 (ΦΕΚ Β΄ 835) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθησαν εκ νέου ως άνω και έλαβον αρίθμησιν 3, της επομένης παρ. 5 αριθμουμένης εις 4, δια της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 123/3/2068 της 7/18 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 499) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 819 της 7 Οκτ. 1972). (5)4.Ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας εάν η απομάκρυνσίς των οφείλεται εις σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας των προελθούσαν εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των ή εξ αφορμής αυτής (εργατικόν ατύχημα) ή συνεπεία πολεμικού ατυχήματος κατά την έννοιαν των διατάξεων της υπ’ αριθ. 67724/40 Υπουργικής αποφάσεως και υπό τους εν αυτή όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς ή συνεπεία κακουχιών επελθουσών διαρκούντος του στασιαστικού κινήματος του Δεκ. 1944 ή διαρκούσης της ανταρσίας εκ γεγονότων συνδεομένων οπωσδήποτε προς το κίνημα και την ανταρσίαν, μη οφειλομένων δε πάντως εις συμμετοχήν του παθόντος εις τούτο. «Εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης, οι υπαγόμενοι εις τας ανωτέρω περιπτώσεις ή τα μέλη οικογενείας αυτών δύναται να υποβάλουν εις το Ταμείον αίτησιν προς απονομήν αυτοίς συντάξεως». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 31630/Σ. 726 της 14/23 Μαΐου 1955 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 92). (6)«5.Ο ησφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος κατά την έννοιαν των διατάξεων των προηγουμένων παρ. 3 και 4 εάν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής εξαμήνου τουλάχιστον κατ’ ιατρικήν πρόβλεψιν διαρκείας, δεν δύναται να κερδίζη δι’ εργασίας ανταποκρινομένης εις τας δυνάμεις, τας δεξιότητας, την μόρφωσιν και την συνήθη αυτού επαγγελματικήν απασχόλησιν, πλέον του τρίτου εκείνου όπερ συνήθως κερδίζει εν τη αυτή περιφερεία και επαγγελματική κατηγορία σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως. Εάν ο ησφαλισμένος δύναται να κερδίζη υπό τας εν τω προηγουμένω εδαφίω και τη παρ. 3 του παρόντος άρθρου, οριζομένας προϋποθέσεις και όρους, πλέον μεν του τρίτου ουχί όμως και των 2/3 εκείνου όπερ κερδίζει σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος δικαιούται συντάξεως μερικής αναπηρίας ίσης προς το 75% της αναλαγούσης συντάξεως». Η παρ. 6 συμπληρωθείσα δια της υπ’ αριθ. 52881/Σ. 622/1959 (ΦΕΚ Β΄ 370) και τροποποιηθείσα δια της υπ’ αριθ. 29190/Ε.770/1961 (ΦΕΚ Β΄ 130) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου αρίθμησιν 5, της επομένης παρ. 7 αριθμουμένης εις 6, δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 123/3/2068 της 7/18 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 499. Διορθ. Ημαρτ.εν ΦΕΚ Β΄ 819 της 7 Οκτ. 1972) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της παρ. 1, της περιπτ. Α΄, της υπ’ αριθ. 123/3/1887 της 27 Μαΐου/12 Ιουν. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 769) ομοίας. (Αντί για τη σελ. 1267(κ) Σελ. 1267(λ) Τεύχος Ε121-Σελ. 93 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 Η δια της υπ’ αριθ. 52881/Σ.622/1959 αποφάσεως προστεθείσα διάταξις, κατηργήθη δια της παρ.1 της υπ’ αριθ. 123/3/2725 της 19 Μαΐου/12 Ιουν.1973 (ΦΕΚ Β΄ 661) αποφ.Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (7)6.Αναπηρία συνταξιούχου διαρκέσασα πέραν της πενταετίας, προς διαπίστωσιν της οποίας έλαβον χώραν τρείς Υγειονομικαί εξετάσεις, εκ των οποίων η Τρίτη οπωσδήποτε υπό της Β/βαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ μετατρέπεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εις οριστικήν τοιαύτην, άνευ ετέρας υγειονομικής εξετάσεως. Η παρ. 7 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ.480 της 22 Νοεμ./3 Δεκ.1958 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). Εφ’ άπαξ παροχαί ησφαλισμένων Άρθρ.15.-«1.Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γέννησης η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 ημέρες από τη γέννηση ή με την εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν. Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με διαφορετικά έτος γέννησης, λαμβάνεται υπόψη η παλαιότερη εγγραφή. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γέννησης που αναγράφεται στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με οποιοδήποτε τρόπον σαν έτος γέννησης σε όλες τις περιπτώσεις θεωρείται αυτό που γράφτηκε πριν από τη διόρθωση ή τη μεταβολή. 2.Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, λαμβάνεται υπόψη η υπό της οικείας Επιτροπής του ΙΚΑ καθορισθείσα ηλικία. 3.Η ηλικία των κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής τους για χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, αλλοδαπών ή ακαθόριστης υπηκοότητος ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους, ή με την ταυτότητα με την οποία τους έχει εφοδιάσει η αρμόδια αστυνομική αρχή. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία η ηλικία αποδεικνύεται με τα έγγραφα στοιχεία που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που γεννήθηκε ο δικαιούχος της παροχής εφόσον είναι θεωρημένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πιο πάνω πρόσωπα. 4.Σαν ημερομηνία γέννησης των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους θεωρείται η ημερομηνία που προκύπτει από τα στοιχεία που αναφέρονται στις παρ. 1 και 3. Στην περίπτωση που η ηλικία έχει βεβαιωθεί με απόφαση της Ειδικής Επιτροπής καθώς και στη περίπτωση που από τα στοιχεία που υποβάλλονται δεν προκύπτει ακριβής ημερομηνία γέννησης, σαν ημερομηνία γέννησης θεωρείται οπωσδήποτε η 1 Ιουλίου του έτους γέννησης». Το άρθρ. 15 τροποποιήθηκε ως άνω από την 123/3/1747/20 Ιουλ.-8 Αυγ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 541) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Έξοδα κηδείας. Ειδικά επιδόματα. Παιδικαί Κατασκηνώσεις Άρθρ.16.-«1.Σε περίπτωση θανάτου αμέσου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, καταβάλλεται από το Ταμείο για έξοδα κηδείας στους επιμεληθέντες της κηδείας του θανόντα εφάπαξ ποσό ίσο με το 80% του ποσού που κάθε φορά καταβάλλει το ΙΚΑ για την ίδια αιτία. Σε περίπτωση θανάτου μέλους οικογενείας από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 4 παρ. 1 του Κανονισμού Παροχών και εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού του Κανονισμού Παροχών, αμέσου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, καταβάλλεται από το Ταμείο, για έξοδα κηδείας, το 60% του ποσού που καταβάλλει το ΙΚΑ, κάθε φορά για έξοδα κηδείας». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από την 7/1572/6 Οκτ.-26 Νοεμ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 962) απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. 2.Εις τους λόγω φυματιώσεως συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται κατ’ έτος δι’ αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου, εφ’ άπαξ, επίδομα αεροθεραπείας καθοριζόμενον δια των εκάστοτε εκδιδομένων Κοινών αποφάσεων των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών. (Αντί για τη σελ. 1277(ζ) Σελ. 1277(η) Τεύχος Ζ31-Σελ. 79 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 3.Εις τους συνταξιούχους του Ταμείου καταβάλλεται σύνταξις ενός μηνός, ως δώρον επί ταις Εορταίς των Χριστουγέννων και Νέου έτους και ενός δεκαπενθημέρου ως δώρον επί ταις εορταίς του Πάσχα. «Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας εκδιδομένης μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να εγκρίνεται η χορήγησις κατ’ έτος εις τους πάσης φύσεως συνταξιούχους του Ταμείου, έκτακτος οικονομική ενίσχυσις, μέχρι μιας κατ’ ανώτατον όριον μηνιαίας συντάξεως μετά πάσης φύσεως επιδομάτων, πέραν των καταβαλλομένων δώρων εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα και του κατά μήνα Αύγουστον εκάστου έτους προσθέτου βοηθήματος. Η έγκρισις χορηγήσεως της ως άνω εκτάκτου οικονομικής ενισχύσεως δύναται να παρέχηται εφ’ όσον και καθ’ ο μέτρον επιτρέπει τούτο η οικονομική κατάστασις του Οργανισμού». Η εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 92834/Σ.788 της 12/25 Οκτ. 1966 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 630). 4.«Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως αυτού, δύναται ν’ αποστέλλωνται καθ’ εκάστην θερινήν περίοδον εις παιδικάς κατασκηνώσεις οργανουμένας υπό του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ή Δήμων ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ιδρυμάτων ή Ιδιωτών τέκνα ησφαλισμένων, συνταξιούχων και υπαλλήλων του Ταμείου, αμφοτέρων των φύλων από 7-16 ετών, άτινα κατά ιατρικήν γνωμάτευσιν Δημοσίας ή Δημοτικής Υγειονομικής Υπηρεσίας του ΙΚΑ έχουσιν απόλυτον ανάγκην αποστολής εις εξοχήν προς βελτίωσιν της καταστάσεως της υγείας των και ων ο αριθμός καθ’ εκάστην περίοδον καθορίζεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Εν περιπτώσει αποστολής των ως άνω τέκνων εις μη Ιδιωτικάς Κατασκηνώσεις το Ταμείον συμμετέχει εις τας δαπάνας αποστολής αυτών εις τας κατασκηνώσεις κατά ποσόν καθοριζόμενον εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του δι’ έκαστον άτομον, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Εν περιπτώσει αποστολής των εν λόγω τέκνων εις ιδιωτικάς κατασκηνώσεις απαιτείται δημοσίευσις προσκλήσεως προς τους ενδιαφερομένους προς υποβολήν σχετικών προσφορών επί των οποίων αποφαίνεται το Διοικητικόν Συμβούλιον, λαμβάνον υπ’ όψιν την προσφερομένην τιμήν εν συνδυασμώ προς τας παρεχομένας εγγυήσεις καλής ενδιαιτήσεως των παραθεριστών. Αι ως άνω αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Σελ. 1278(η) Τεύχος Ζ31-Σελ. 80 Αι λεπτομέρειαι της οργανώσεως της καλής λειτουργίας των κατασκηνώσεων, ως και ο επ’ αυτών έλεγχος του Ταμείου από πάσης πλευράς ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, εντός των ορίων της παρούσης. Την ομαλήν και απρόσκοπτον λειτουργίαν των μετά του Ταμείου συμβεβλημένων κατασκηνώσεων, ως και τον έλεγχον επ’ αυτών θα διενεργή δια των αρμοδίων οργάνων του το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών δια συνεχούς και ενδελεχούς παρακολουθήσεως». Η παρ. 4 τροποποιηθείσα δια των υπ’ αριθ. 45621/Σ.371 της 19 Ιουλ./5 Αυγ. 1957 (ΦΕΚ Β΄ 216) και 86058/Σ.1201 της 30 Νοεμ./12 Δεκ. 1962 (ΦΕΚ Β΄ 457) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2039/Σ.122 της 19 Απρ./5 Μαΐου 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 290). «Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, δύνανται ν’ αποστέλλωνται δαπάναις του Ταμείου, εις τας ανωτέρω κατασκηνώσεις και τέκνα ελληνοκυπρίων διαμενόντων εν Κύπρω, κατά προτίμησιν, φαρμακοϋπαλλήλων». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 1 της υπ’ αριθ. 123/3/45 της 1/11 Οκτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1256) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «5.Επ’ ονόματι των γεννωμένων κορασίδων των ησφαλισμένων των εχόντων συμπληρώσει δεκαετή παρά τω Ταμείω ασφάλισιν και των συνταξιούχων αυτού κατατίθεται εις τον παρά τη Εθνική Τραπέζη Ελλάδος και Αθηνών λογαριασμόν υπό τίτλον «Λογαριασμός αναπαλλοτρίωτοι καταθέσεις, επί προθεσμία λόγω προικός» του Ιδρύματος Αλληλεγγύης της Ελληνικής οικογενείας ποσόν δραχ. 2.000. Η εν λόγω κατάθεσις διέπεται υπό των άρθρ. 4-12 του Ν.Δ. 17/1923 και του Νόμ. 569/1943 και ανατοκιζόμενη θα είναι αποδοτέα εκάστη δικαιούχω επί τη τελέσει του γάμου της ή άλλως επί τη συμπληρώσει του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας της». Η υπ’ αριθ. 5 παράγραφος προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ.480 της 22 Νοεμ./3 Δεκ. 1958 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) Αναπροσαρμογή Συντάξεων Άρθρ.17.-«1.Τα καταβαλλόμενα από το Ταμείο ποσά συντάξεων αναπροσαρμόζονται εφεξής κατά το ποσοστό αυτόματης τιμαριθμικής αύξησης ή οποιασδήποτε άλλης αύξησης του βασικού μισθού ασφαλισμένου, που έχει υπηρεσία 20 ετών κάθε φορά που θα γίνεται αύξηση του μισθού αυτού από τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του Υπαλληλικού Προσωπικού Φαρμακείων όλης της Χώρας. «2.Η αναπροσαρμογή ενεργείται με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου και αρχίζει από το χρόνο ισχύος της παραπάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας εφόσον συμπίπτει με την πρώτην του μηνός, διαφορετικά από την πρώτη του επόμενου μήνα της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας. 3.Αν το ποσό της συντάξεως που προκύπτει από την αναπροσαρμογή είναι μικρότερο του καταβαλλομένου, εξακολουθεί η καταβολή του καταβαλλομένου ποσού προ της αναπροσαρμογής. 4.Για τον έλεγχο της οικονομικής καταστάσεως του Ταμείου και της τυχόν αναπροσαρμογής των καταβλητέων ποσοστών εισφορών μπορεί το Δ.Σ. με απόφασή του, που εγκρίνεται από το Υπουργείο Κοιν. Ασφαλίσεων, να αναθέτει, εφόσον κρίνει αυτό αναγκαίο, τη διενέργεια αναλογιστικής μελέτης σε έμπειρο αναλογιστή, ο οποίος επιλέγεται βάσει σχετικού διαγωνισμού. 5.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την 1η Ιαν.1983». Το άρθρ. 17 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 της 123/3/1490/17 Ιουν.-5 Ιουλ. 1983 (ΦΕΚ Β΄ 388), (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 503 της 30 Αυγ. 1983 απόφ. Υπ. Κοιν. Ασφαλίσεων. Τελικαί και Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.18.-«1.Τα μέχρι της ισχύος του παρόντος απονεμηθέντα μηνιαία προσωρινά βοηθήματα κατ’ εφαρμογήν των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων εξακολουθούν καταβαλλόμενα και αν έτι οι δικαιούμενοι τούτων δεν πληρούν τας υπό του παρόντος οριζομένας χρονικάς προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως. Ταύτα όμως αναπροσαρμόζονται από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης βάσει των διατάξεων του άρθρ. 5 και 6 του παρόντος. Εάν το μετά την αναπροσαρμογήν προκύπτον μηνιαίον προσωρινόν βοήθημα είναι ανώτερον του ήδη καταβαλλομένου παρέχεται εφεξής το ηυξημένον, εάν δε είναι κατώτερον εξακολουθεί η καταβολή του ήδη παρεχομένου τοιούτου, της επί πλέον διαφοράς συμψηφιζομένης προς πάσαν εφεξής χορηγηθησομένην καθ’ οιονδήποτε τρόπον αύξησιν». Το εδάφ. 1 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ.480 της 22 Νοεμ./3 Δεκ. 1958 αποφάσεως Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326). Δια την τοιαύτην αναπροσαρμογήν ως συντάξιμος πραγματική υπηρεσία θεωρείται το χρονικόν διάστημα από της συστάσεως του Ταμείου μέχρι της ισχύος του παρόντος και ως βάσις λαμβάνονται αι συντάξιμοι αποδοχαί τας οποίας θα είχεν ο συνταξιούχος και προκειμένου περί μελών οικογενείας αι συντάξιμοι αποδοχαί τας οποίας θα είχεν ο εξ ου έλκουσι το δικαίωμα ησφαλισμένος, εάν εξήρχετο εκ της υπηρεσίας τον προηγούμενον της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος μήνα με την υπηρεσιακήν κατάστασιν ην είχε κατά τους τελευταίους, 24 μήνας προ της πραγματικής εξόδου του εκ της υπηρεσίας. Εάν το εν της περί ης ανωτέρω αναπροσαρμογής προκύπτον ποσόν συντάξεως είναι κατώτερον του κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος καταβαλλομένου, εξακολουθεί καταβαλλόμενον το ανώτερον τούτο ποσόν. 2.Εις τους ήδη βάσει του μέχρι τούδε ισχύοντος Κανονισμού Παροχών λαμβάνοντας προσωρινά περιοδικά βοηθήματα λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή θανάτου παρέχεται το δικαίωμα εξαγοράς της προϋπηρεσίας των καθ’ α ορίζει το άρθρ. 8 του παρόντος Κανονισμού επί τη καταβολή όμως ασφαλίστρου εκ 5 %. «Η καταβολή του ποσού της εξαγοράς ενεργείται εν τη περιπτώσει ταύτη κατά δόσεις, ο αριθμός των οποίων ορίζεται υπό του Δ.Σ. και δεν δύναται να είναι ανώτερος των 150 και αι οποίαι παρακρατούνται υποχρεωτικώς εκ της συντάξεως». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 45534/Ε.1193 της 12/15 Σεπτ.1952. 3.Αι υπ’ αριθ. 40220/3955/1.11.46, 30464/Σ.654/ 15.6.50 και 36990/Σ.696/20.6.51, αποφάσεις Υπουργού Εργασίας και πάσα ετέρα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Κανονισμόν καταργούνται, πλην της παρ. 2 του άρθρ. 2 της υπ’ αριθ. 40220/ 3955/46 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας, ήτις παραμένει εν ισχύϊ, ρυθμίζουσα μόνον την παράτασιν των βάσει αυτής μέχρι της ισχύος του παρόντος Κανονισμού χορηγηθέντων βοηθημάτων λόγω προσκαίρου αναπηρίας. Η ως άνω παράγραφος έχει ούτω : «2.Ο ησφαλισμένος εάν κριθή συνεπεία νόσου σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανος επί εξάμηνον τουλάχιστον δι’ εργασίαν Φαρμακοϋπαλλήλου, εφ’ όσον έχει πραγματοποιήσει δεκαπενταετή συντάξιμον υπηρεσίαν εξ ης τριετή πραγματικήν εν τη ασφαλίσει υπηρεσίαν της αναπηρίας κρινομένης παρά των εν άρθρ. 8 του παρόντος οριζομένων οργάνων». (Αντί για τη σελ. 1279(η) Σελ. 1279(θ) Τεύχος Ε121-Σελ. 105 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) 39.Μ.η.4 Προαιρετική Ασφάλισις Άρθρ.19.-1.Δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, να ασφαλίζηται προαιρετικώς εις το Ταμείον το προσωπικόν αυτού, υπό τους όρους και περιορισμούς του άρθρ. 2 του Νόμ. 580/1945, εφαρμοζομένων εν τη περιπτώσει ταύτη των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού. «Επί περιπτώσεως καθ’ ην ήθελε ασφαλισθή προαιρετικώς εις το Ταμείον υπάλληλος αυτού, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξιν, εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 7 και 8 του παρόντος Κανονισμού δι’ ολόκληρον την χρονικήν περίοδον από του διορισμού του εις το Ταμείον μέχρι της χρονολογίας καθ’ ην ήθελεν ληφθή η περί ασφαλίσεώς του απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 52881/Σ.622 της 7/21 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 370). «Η εν τω Ταμείω διανυομένη και αναγνωριζομένη υπηρεσία παρ’ υπαλλήλου αυτού λογίζεται ως πραγματική εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσία». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 86058/Σ. 1201 της 30 Νοεμ./12 Δεκ. 1962 αποφ. Υπ. Εργ. (ΦΕΚ Β΄ 457). «Η περί προαιρετικής ασφαλίσεως αίτησις, προκειμένου μεν περί των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων, του Ταμείου, δέον όπως υποβληθή εντός (τριών) μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσης υπό δε των εφεξής προσληφθησομένων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της προσλήψεώς των». Το ανωτέρω εντός « » τέταρτον εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 123/3/4712 της 22/31 Δεκ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 1147) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. «Η εξόφλησις του ποσού της εξαγοράς της συμφώνως προς τας διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου αναγνωριζομένης ως πραγματικής εν τη ασφαλίσει του Ταμείου υπηρεσίας, ενεργείται δια ισοπόσων μηνιαίων δόσεων, ων ο αριθμός ορίζεται ίσος προς τον διπλάσιον αριθμόν των μηνών του αναγνωριζομένου χρόνου». Το ανωτέρω εντός « » πέμπτον εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 123/3/1456 της 17 Μαΐου/7 Ιουν. 1974 (ΦΕΚ Β΄ 583) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 683 της 8 Ιουλ. 1974). Σελ. 1280(θ) Τεύχος Ε121-Σελ. 106 «6.Η υπό του τετάρτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου τασσομένη τρίμηνος προθεσμία προς άσκησιν υπό του προσωπικού του Ταμείου του δικαιώματος της προαιρετικής παρ’ αυτώ ασφαλίσεώς του, παρατείνεται επί ένα εισέτι μήνα από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Η παρούσα διάταξις καταλαμβάνει και εκείνους οίτινες ήσκησαν εμπροθέσμως το ανωτέρω δικαίωμά των και απησφαλίσθησαν μετέπειτα λόγω μη καταβολής εις το Ταμείον των ασφαλιστικών εισφορών εντός έξ μηνών αφ’ ης αύται κατέστησαν απαιτηταί». Το ανωτέρω εντός « » έκτον εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 123/3/790 της 18/24 Μαρτ. 1975 (ΦΕΚ Β΄ 340) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) «Η εξαγορά της, κατά τ’ ανωτέρω, αναγνωριζομένης, ως συνταξίμου, προϋπηρεσίας του προσωπικού του Ταμείου ενεργείται επί τη καταβολή δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα εισφοράς ίσης προς 8% επί των μηνιαίων αποδοχών τας οποίας είχεν ο υπάλληλος κατά τον μήνα υποβολής της αιτήσεως περί αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας του. Το ποσόν τούτο αυξάνεται κατά 2% δια το τμήμα του αναγνωριζομένου χρόνου το εμπίπτον εις τον μετά την ίδρυσιν του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου χρόνον. Ποσά καταβληθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης δι’ εξαγοράν προϋπηρεσίας υπό του ήδη υπηρετούντος προσωπικού του Ταμείου συμψηφίζονται προς το, κατά τ’ ανωτέρω, προκύπτον ποσόν της οφειλής. Εν περιπτώσει συνταξιοδοτήσεως ή θανάτου του υπαλλήλου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς του αναγνωριζομένου χρόνου προϋπηρεσίας ως συνταξίμου, το υπόλοιπον της οφειλής εξοφλείται δια δόσεων παρακρατουμένων εκ της συντάξεως, εκάστη των οποίων ορίζεται ίση προς το 25% της καταβαλλομένης, εις τον δικαιούχον ή τα μέλη της οικογενείας αυτού, συντάξεως, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως της παρ. 11 του άρθρ. 8 του παρόντος Κανονισμού». Η ανωτέρω εντός « » διάταξις προσετέθη δια της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 123/3/45 της 1/11 Οκτ. 1976 (ΦΕΚ Β΄ 1256) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. 2.Ο παρών ου η ισχύς άρχεται από της πρώτης του επομένου της δημοσιεύσεώς του μηνός, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. «3.Αι διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος και του εδαφ. β΄ της παρ. 2 του άρθρ. 30 του Καταστατικού δεν εφαρμόζονται δια το από της δημοσιεύσεως της παρούσης και εφεξής διοριζόμενον ή μετατασσόμενον πάσης φύσεως προσωπικόν εις το Ταμείον». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 4 της 123/3/305/8-28 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 195) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών. Άρθρ.3.-«1.Δικαιούται επιστροφής των καταβληθεισών εις το Ταμείον ατομικών καταβολών ατόκως, μετά την συμπλήρωσιν 5ετούς πραγματικής παρά τω Ταμείω Ασφαλίσεως και εφ’ όσον δεν πληρούνται αι κατά την διέπουσαν το Ταμείον νομοθεσίαν προϋποθέσεις θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως εξ αυτού ο ησφαλισμένος ο αποχωρών της εργασίας λόγω διαρκούς ολικής ανικανότητος προς εργασίαν ή δι’ οιονδήποτε λόγον μετά την συμπλήρωσιν του 60ού έτους της ηλικίας του. Η κατά το προηγούμενον εδάφιον επιστροφή εισφορών χωρεί υπό την προϋπόθεσιν ότι ο παρά τω Ταμείω χρόνος ασφαλίσεως, εις oν ανάγονται αύται δεν ελήφθη υπ’ όψιν δια την απονομήν συντάξεως εξ οιουδήποτε Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως. 2.Ο απολυόμενος λόγω καταχρήσεως, κλοπής, υπεξαιρέσεως, απάτης, πλαστογραφίας, εις βαθμόν πλημμελήματος ή κακουργήματος, βεβαιωμένων δια δικαστικής αποφάσεως και διαπραχθεισών εν τη εκτελέσει της εργασίας του στερείται του κατά την προηγουμένην παράγραφον δικαιώματος της επιστροφής εισφορών». Αι παρ. 1 και 2 τροποποιηθείσαι και συμπληρωθείσαι δια των υπ’ αριθ. 96225/Σ. 900 της 4 Δεκ. 1964/8 Ιαν. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 11) και 100148/Σ. 761 της 4/15 Δεκ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 835) αποφ. Υπ. Εργασίας, ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 2039/Σ. 122 της 19 Απρ./5 Μαΐου 1969 αποφ. Υπ. Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 290). Σελ. 1268(λ) Τεύχος Ε121-Σελ. 94 Σύνταξις μελών οικογενείας Άρθρ.4.-«1.Εν περιπτώσει θανάτου συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τουλάχιστον 1500 ημέρας εργασίας εξ ων 300 τουλάχιστον εντός των 5 ετών των αμέσως προηγουμένων εκείνου, καθ’ ο επήλθεν ο θάνατος, ή ησφαλισμένου έχοντος πραγματοποιήσει τον υπό των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 απαιτούμενον αριθμόν ημερών εργασίας ή ησφαλισμένου του οποίου ο θάνατος επήλθεν εκ βιαίου συμβάντος εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας του ή εξ αφορμής αυτής (εργατικόν ατύχημα), ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας, τον οποίον έχει πραγματοποιήσει, δικαιούνται συντάξεως κατά τας επομένας υποπαραγράφους». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον τροποποιηθέν δια της παρ. 5 της υπ’ αριθ. 123/3/2068 της 7/18 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β΄ 499) αποφ. Υπ. Κοινων. Υπηρεσιών (Διόρθ. Ημαρτ. εν ΦΕΚ Β΄ 819 της 7 Οκτ. 1972), συνεπληρώθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 123/3/879 της 17 Μαΐου/7 Ιουν.1974 (ΦΕΚ Β΄ 584) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. α)Η χήρα ή ο άπορος και ανάπηρος χήρος, ου η συντήρησις εβάρυνε κυρίως την θανούσαν. β)Τα άγαμα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα και υιοθετηθέντα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της χορηγήσεως συντάξεως εις τον θετόν πατέρα και επί θανάτου ησφαλισμένης ή συνταξιούχου και τα νόθα αυτής τέκνα. γ)Οι κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου ή ησφαλισμένης ή της συνταξιούχου ορφανοί πατρός και μητρός άγαμοι έγγονοι και προγονοί, εφ’ όσον ούτοι συνετηρούντο κυρίως υπ’ αυτού (αυτής). δ)Οι γονείς εάν η συντήρησίς των εβάρυνε κυρίως τον θανόντα (ή την θανούσαν). ε)(Αι άγαμοι αδελφαί ορφαναί εξ αμφοτέρων των γονέων θανόντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ’ όσον αύται συνεβίουν μετά του θανόντος συνετηρούντο κατά κύριον λόγον παρ’ αυτού, δεν ασκούν επάγγελμά τι και δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ετέρας πηγής, μεγαλυτέραν της υπό του Ταμείου παρεχομένης συντάξεως»). Το εδαφ. ε προστεθέν δια της υπ’ αριθ. 37597/Σ. 480 της 22 Νοεμ./3 Δεκ. 1958 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 326) και τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 66177/Σ. 645 της 15 Ιαν. 1965 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 4) ετροποποιήθη εκ νέου ως άνω δια της υπ’ αριθ. 117623/Σ. 1465 της 22 Οκτ./4 Νοεμ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 587). 39.Μ.η.4 Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλ.Φαρμακευτικών Εργασιών(ΤΕΑΥ ΦΕ) «στ΄.Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, ως τούτο τροποποιηθέν δια της υπ’ αριθ. 117623/Σ. 1465/22.10.68 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ισχύει, καταργούνται. «Απονεμηθείσαι συντάξεις των οποίων η έναρξις καταβολής εμπίπτει εις το μέχρι δημοσιεύσεως της 123/3/2358/18.10.80 αποφάσεως του Υφυπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών χρονικόν διάστημα, εξακολουθούν καταβαλλόμεναι έστω και αν η λαμβανομένη σύνταξις εξ ετέρας πηγής κατέστη μεγαλυτέρα (λόγω αυξήσεως) της υπό του Ταμείου παρεχομένης τοιαύτης». Το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την 123/3/411/3-20 Μαρτ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 167) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. Το εδάφ. στ΄ προστέθηκε από την 123/3/ 2358/18-25 Οκτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 1089) απ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 1173/19 Νοεμ. 1980). 2.Η χήρα (χήρος) δεν δικαιούται συντάξεως α)Εάν ο θάνατος του συζύγου (της συζύγου) επήλθε προ της παρόδου 6 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αα.Εάν ο θάνατος οφείλεται εις ατύχημα. ββ.Εάν υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον. γγ.Εάν η χήρα κατά τον χρόνον του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και β)Εάν ο θανών (η θανούσα) ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, ο δε θάνατος επήλθε προ της παρόδου 24 μηνών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. αα΄, ββ΄, και γγ΄, αναφερομένων. Μεταβατική διάταξις «Χήρα θανόντος ησφαλισμένου, μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης έχοντος κατά την ημέραν του θανάτου του συντάξιμον υπηρεσίαν ελάσσονα κατά το 1/5 της προβλεπομένης υπό του παρόντος άρθρου, εν πραγματική δε ασφαλίσει πενταετή τοιαύτην, δικαιούται συντάξεως εφ’ όσον υποβάλλει προς τούτο σχετικήν αίτησιν εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας αρχομένης από της δημοσιεύσεως της παρούσης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των λοιπών όρων και περιορισμών των διαλαμβανομένων εν τω παρόντι Κανονισμώ». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 47650/Σ. 556 της 12 Δεκ. 1959/11 Ιαν. 1960 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 4). Μεταβατική διάταξις «Κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου περί χήρας θανόντος μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης συνταξιούχου, όστις ελάμβανε κατά την τέλεσιν του γάμου σύνταξιν αναπηρίας ή γήρατος, αύτη δικαιούται συντάξεως εάν ο θάνατος επήλθε μετά πάροδον 12 τουλάχιστον μηνών από της τελέσεως του γάμου». Η εντός « » μεταβατική διάταξις προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 58002/Σ. 696 της 21 Δεκ. 1959/15 Ιαν. 1960 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.