← Ελλάδα

4. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 26/29 Απρ. 1955 Περί κωδικοποιήσεως, τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και επεκτάσεως των διατάξεων του από 23.9.948 Β.Δ/τος «περί

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί, τροποποιεί, συμπληρώνει και επεκτείνει προηγούμενες διατάξεις σχετικά με την ανοικοδόμηση ακινήτων, αίροντας δεσμεύσεις και παρατάσεις μισθώσεων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σκοπός του είναι να διευκολύνει την ανέγερση νέων κτιρίων, ενώ παράλληλα ρυθμίζει τα δικαιώματα επανεγκατάστασης των εκδιωχθέντων ενοικιαστών.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 26/29 Απρ. 1955 Περί κωδικοποιήσεως, τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και επεκτάσεως των διατάξεων του από 23.9.948 Β.Δ/τος «περί εκτελέσεως της παρ. 2 του άρθρ. 4 του ψηφίσματος ΚΗ΄/1947 κλπ. «ως τούτο μεταγενεστέρως ετροποποιήθη, συνεπληρώθη κλπ. Εν όψει της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 3046/1954 (γν.Σ.τ.Ε.). Διατάσσομεν την τροποποίησιν, συμπλήρωσιν και επέκτασιν των διατάξεων του από 23.9.1948 Β.Δ/τος «περί εκτελέσεως της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Ψηφίσματος ΚΗ/1947 κλπ.» ως τούτο ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια των Β.Δ/των 1)της 17.10.1949 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23.9.1948 κλπ.», 2) της 22/27 Μαΐου 1954 «περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως των διατάξεων του από 23.9.1948 Β.Δ/τος ως τούτο συνεπληρώθη δια των διατάξεων του Ν.Δ. 3046/ 1954» και 3) της 8/8 Φεβρ. 1955 «περί συμπληρώ(Αντί της σελ. 332,11(δ) Σελ. 332,11(ε) Τεύχος 427-Σελ. 1 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.1-4 σεως και τροποποιήσεως των άρθρ. 1, 4, 7 του από 23.9.1948 Β.Δ/τος κλπ», κωδικοποιουμένων εις ενιαίον κείμενον ως ακολούθως: Άρθρ.1.-Αίρεται επί τω σκοπώ της ανοικοδομήσεως υπό τους όρους του παρόντος πάσα δέσμευσις ή επίταξις καθ’ οιονδήποτε τρόπον και βάσει οιωνδήποτε διατάξεων επιβληθείσα, ως και η αναγκαστική παράτασις του χρόνου της μισθώσεως αστικών ακινήτων η οριζομένη εκ των εκάστοτε ενοικιοστασίων, θεωρείται δε λήγουσα πάσα συμβατικώς υφισταμένη μίσθωσις δια τας ακολούθους κατηγορίας ακινήτων ή τμημάτων αυτών: Α. Δια τα ακίνητα (οικόπεδα) εφ’ ων δεν υπάρχουν οικοδομαί. Δεν μεταβάλλουν την ιδιότητα του ακινήτου ως οικοπέδου: 1. Πρόχειροι επ’ αυτού και προσωρινής μορφής και διαρκείας κατασκευαί και 2.Κατασκευαί ουχί απολύτως μονίμου μορφής, εφ’ όσον είναι ασυμβίβαστοι προς την θέσιν του ακινήτου και την επικρατούσαν εις ταύτην μορφήν και χρήσιν των υπαρχουσών μονίμων κατασκευών. Περί της προχειρότητος και της προσωρινότητος της διαρκείας των κατασκευών και του ασυμβιβάστου αυτών, κατά την εφαρμογήν της ανωτέρω περιπτ. 1, αποφαίνεται τη αιτήσει του κυρίου του ακινήτου κατά πρώτον βαθμόν, κατ’ ουσιαστικήν αυτού κρίσιν και εκτίμησιν, δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του, ο Προϊστάμενος του αρμοδίου Πολεοδομικού Γραφείου της περιοχής εν η το ακίνητον ή όπου δεν υφίσταται ειδικόν τοιούτον γραφείον, ο Προϊστάμενος του Γραφείου του ασκούντος αρμοδιότητα Πολεοδομικού Γραφείου, εντός είκοσιν ημερών από της υποβολής πλήρους της σχετικής αιτήσεως. Κατά της αποφάσεως ταύτης, κοινοποιουμένης κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας μερίμνη του κυρίου του ακινήτου προς τους μισθωτάς ή υπομισθωτάς, επιτρέπεται άσκησις ενστάσεως υπό οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας είκοσιν ημερών από της κοινοποιήσεως. Επί ταύτης αποφαίνεται τελεσιδίκως και αμετακλήτως ο Υπουργός των Δημοσίων Έργων, μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου, εντός ενός μηνός το πολύ από της καταθέσεώς της. Η ένστασις ασκείται ατελώς δια καταθέσεως εις το πρωτόκολλον του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Β΄.Δια τα ακίνητα αι επί των οποίων οικοδομαί κατέρρευσαν, κατεστράφησαν ή κατεδαφίσθησαν τελείως κατά το εν τρίτον τουλάχιστον του συνολικού όγκου αυτών, εξ οιουδήποτε λόγου ή έχουσι κηρυχθή ή θέλουσι κηρυχθή οριστικώς και ανεκλήτως εν τω συνόλω των ή τουλάχιστον κατά το εν τρίτον ετοιμόρροποι και κατεδαφιστέαι, κατά τας κειμένας διατάξεις, εφ’ όσον κατεδαφιζομένων ολοσχερώς των ανωτέρω, πρόκειται ν’ ανοικοδομηθώσι νέαι εκ θεμελίων οικοδομαί. Σελ. 332,12(ε) Τεύχος 427-Σελ. 2 Μονώροφοι μετά ή άνευ υπογείου ή ημιυπογείου οικοδομαί επί τοιούτων ως άνω ακινήτων ανεγερθείσαι μετά την έστω και εν μέρει κατάρρευσιν ή καταστροφήν ή κατεδάφισιν μετά την 28 Οκτ. 1940, είτε μόνιμοι είτε πρόχειροι δεν αίρουν την υπαγωγήν του ακινήτου εις την κατηγορίαν ταύτην. Γ΄.Δια τα υπάρχοντα επί των δωμάτων, εφ’ όσον πρόκειται να εγερθή προσθήκη ορόφου καθ’ ύψος: 1)κτίσματα τα χρησιμοποιούμενα ως βοηθητικά παραρτήματα οικοδομών, 2) μεμονωμένα δωμάτια εάν ο μισθωτής ή κατ’ επίταξιν ένοικος των δωματίων τούτων κατέχει εν τη ιδία οικοδομή και έτερον χώρον, χρησιμοποιούμενον ως κατοικίαν, γραφείον, κατάστημα ή και δια μικτήν χρήσιν. Βοηθητικά παραρτήματα δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος νοούνται τα πλυντήρια, σιδηρωτήρια και αποθήκαι και τα δωμάτια υπηρεσίας. Δ΄.Δια τα ακίνητα (οικόπεδα) τα αποτελούντα συνέχειαν οικοδομής και χρησιμοποιούμενα ως αυλαί, προαύλια, κήποι, βεράντες κλπ. και τα τυχόν επί τούτων υπάρχοντα βοηθητικά παραρτήματα ή πρόχειροι ή ασυμβίβαστοι κατασκευαί αι εκ των περί ων η προηγουμένη ως άνω περίπτ. Α΄ εφ’ όσον πρόκειται να ανοικοδομηθώσιν εν ή πλείονα διαμερίσματα (ή και δωμάτια) δια κατοικίαν, καταστήματα ή γραφεία, είτε εν συνεχεία της υπαρχούσης οικοδομής, είτε ανεξαρτήτως και εφ’ όσον υπάρχουν ή επιτυγχάνονται δια διαρρυθμίσεων αι αναγκαίαι αποστάσεις και διαστάσεις προς εξασφάλισιν της επικοινωνίας, του φωτισμού και του αερισμού της τε υπαρχούσης οικοδομής και της νέας. Εν τη περιπτώσει ταύτη η άρσις χωρεί μόνον δια τον χώρον τον απαραίτητον δια την ανοικοδόμησιν των διαμερισμάτων και δια την προσπέλασιν και λειτουργίαν αυτών. Δια την διαπίστωσιν της υπάρξεως των ως άνω αποστάσεων και διαστάσεων προς εξασφάλισιν της επικοινωνίας, του φωτισμού και του αερισμού, εφαρμόζονται τα εν τοις ανωτέρω δια την περίπτ. Α΄ οριζόμενα. Δεν υπάγονται εις τας διατάξεις της παρούσης περιπτώσεως ακίνητα επί των οποίων υπάρχουν εν μέρει μόνον οικοδομαί, μεμισθωμέναι ενιαίως, εάν κατά τον οικονομικόν της μισθώσεως σκοπόν δεν δύναται να αποχωρισθή το οικοδομημένον από το μη οικοδομημένον μέρος, εφ’ όσον ο μη οικοδομημένος χώρος είναι το κύριον πράγμα εν τη μισθωτική σχέσει. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση Ε΄.Δια τα ακίνητα ή τμήματα τούτων, εφ’ ων υπάρχουν μονώροφοι οικοδομαί μετ’ ή άνευ υπογείου ή ημιυπογείου και άνευ δωματίων επί του δώματος ή μετά δωματίων καταλαμβανόντων επιφάνειαν ελάσσονα των δύο πέμπτων της επιφανείας του ισογείου, έστω και αν αποτελούν συνέχειαν οικοδομής πλειόνων ορόφων. ΣΤ΄.«Δια ακίνητα, εφ’ ων υπάρχουν διώροφοι ή τριώροφοι ή τετραώροφοι οικοδομαί μετά ή άνευ υπογείου ή ημιϋπογείου και μετά ή άνευ δωματίων επί του δώματος κατά τα εν τη προηγουμένη περιπτ. Ε΄. Δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα οικοδομής ως τετραωρόφου η ύπαρξις μεσοπατώματος δημιουργηθέντος μετά την αρχικήν κατασκευήν της οικοδομής, εάν δεν έχει τούτο το απαιτούμενον εκ των οικοδομικών διατάξεων ελάχιστον ύψος ορόφου. Ωσαύτως δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της οικοδομής ως τετραωρόφου ενδεχομένη καθ’ ύψος διαίρεσις μέρους αυτής ουχί μεγαλυτέρου του ημίσεος της κατόψεως αυτής, εις πέντε ορόφους, χωρίς όμως το πενταώροφον τούτο μέρος να εξικνήται εις ύψος μείζον του ύψους του τετραωρόφου μέρους της οικοδομής». Η περιπτ. ΣΤ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 634 έως και 637 της Πολ. Δικονομίας, μόνον εφ’ όσον βεβαιούται αδυναμία ή μεγάλη δυσχέρεια εξευρέσεως στέγης των εξωθουμένων. Ο χρόνος όμως της αναστολής, συνυπολογιζομένης και της εν τη εξωστική αποφάσει ταχθείσης προθεσμίας, δεν δύναται να υπερβή, προκειμένου μεν περί επανεγκαθισταμένων μισθωτών, τας 60 ημέρας, προκειμένου δε περί των μη επανεγκαθισταμένων τας 90 ημέρας από της εκδόσεως της αποφάσεως. Καθ’ ας περιπτώσεις ο κύριος του ακινήτου αναλαμβάνη την κατά την διάρκειαν της ανοικοδομήσεως εξασφάλισιν κατοικίας κατά τα εν τη παρ. 5 του άρθρ. 7 οριζόμενα, ή προσφέρη εις τον εξωθούμενον έτερον ακίνητον, κατ’ εφαρμογήν της παρ. 3 εδάφ. ια΄ του άρθρ. 4 του παρόντος Δ/τος, η αναστολή δεν δύναται να υπερβαίνη τας 15 ημέρας. Δυνάμει της παρ. 4 άρθρ. 36 Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. (τόμ. 10 σελ. 173) η κατά την ανωτέρω παρ. 5 αναστολή εκτελέσεως χορηγείται υπό του μονομελούς Πρωτοδικείου, τηρουμένων των εν αυτώ ειδικών δικονομικών διατάξεων, κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 995 επ. Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας. Ως προς τας εκκρεμείς δίκας κατά την εισαγωγήν του Κώδ. Πολιτ. Δικον. Βλ. την παρ. 5 άρθρ. 36 Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας. 6.Αι εκ της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 7 διαφοραί, όσον αφορά το είδος της νέας συμβιβαστής χρήσεως, λύονται υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών της τοποθεσίας του ακινήτου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 634 έως και 637 Πολ. Δικονομίας αποκλειομένης της εις Δικαστήριον λόγω δισταγμού παραπομπής. Δυνάμει της παρ. 3 άρθρ. 36 Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. (τόμ. 10 σελ. 173) αι κατά την ανωτέρω παρ. 3 διαφοραί δικάζονται υπό του μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 668 έως 684 Κώδ. Πολιτ. Δικον. διατηρουμένων εν ισχύϊ των ειδικών δικονομικών διατάξεων αυτών, αρκεί δε πιθανολόγησις των πραγματικών ισχυρισμών. Η απόφασις του μονομελούς Πρωτοδικείου δεν υπόκειται εις τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον. Ως προς τας εκκρεμείς δίκας κατά την εισαγωγήν του Κώδ. Πολιτ. Δικον. Βλ. την παρ. 5 άρθρ. 36 Εισ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικονομίας. Άρθρ.4.-1.Ο κύριος του ακινήτου δικαιούται κατά την απόλυτον κρίσιν του να ανοικοδομήση επί τούτου οιασδήποτε διατάξεως και χρήσεως οικοδομήν, εν ουδεμιά περιπτώσει δεσμευόμενος εκ της διατάξεως ή χρήσεως της παλαιάς τοιαύτης, αρκεί: α) η διάταξις και η χρήσις της νέας οικοδομής να επιτρέπωνται εκ των εν ισχύϊ πολεοδομικών διατάξεων και οικοδομικών περιορισμών τηρουμένων και των ευχερειών της παρ. 5 του παρόντος άρθρου και β) η διάταξις της νέα οικοδομής να είναι τοιαύτη ώστε να καθίσταται δυνατή η εν αυτή επαννεγκατάστασις κατά τας διατάξεις του παρόντος, των δικαιουμένων τοιαύτης μισθωτών ή κατ’ επίταξιν ενοίκων. Ειδικώς προκειμένου περί ακινήτου έχοντος πρόσοψιν: α) επί των οδών Τσώρτσιλ (Σταδίου) ή Ελευθερίου Βενιζέλου (Πανεπιστημίου) ή Φρ. Ρούσβελτ (Ακαδημίας) ή Κοραή, καθ’ όλον το μήκος των οδών τούτων, β) επί των Πλατειών Ομονοίας, Συντάγματος, Κάνιγγος, Λουδοβίκου (Κοτζιά), γ) επί των οδών Ιπποκράτους ή Σίνα κατά τα τμήματα αυτών μεταξύ των οδών Ελευθ. Βενιζέλου και Φρ. Ρούσβελτ, δ) επί της οδού Φιλελλήνων, ε) επί της οδού Αμαλίας κατά το τμήμα αυτής από οδού Φιλελλήνων μέχρις Ελευθ. Βενιζέλου (Πανεπιστημίου) και ς) επί της οδού Καραγεώργη της Σερβίας μέχρις οδού Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής), επί της οδού Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής) κατά το τμήμα αυτής από Καραγεώργη Σερβίας μέχρις οδού Μητροπόλεως, επί της οδού Μητροπόλεως κατά το τμήμα αυτής από οδού Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής) μέχρι Πλατεία Συντάγματος, επί της οδού Ερμού μέχρις οδού Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής), επί των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Πειραιώς από Πλατείας Ομονοίας μέχρις οδού Μενάνδρου και επί της οδού Νίκης από Καραγεώργη της Σερβίας μέχρις οδού Μητροπόλεως και επί της οδού Μητροπόλεως από Νίκης μέχρι Πλατείας Συντάγματος, κατ’ εξαίρεσιν υπό του ανωτέρω εδαφ. β΄ παρέχεται εις τον κύριον του ακινήτου η ευχέρεια, όπως κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν και άνευ της εν τω εδαφίω τούτω (β΄) δεσμεύσεως, διατάξη την νέαν οικοδομήν, ως χώρον συναθροίσεως του κοινού κατά τους ορισμούς του άρθρ. 15 του από 2/22.4.1929 Π.Δ/τος «περί γενικού οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους» ή ως Ξενοδοχείον, ανταποκρινόμενον απαραιτήτως προς τας εκάστοτε ισχύουσας απαιτήσεις δια ξενοδοχείον πολυτελείας ή α΄ κατηγορίας. Η ευχέρεια αύτη παρέχεται υπό τον όρο όπως η νέα οικοδομή μη παραβλάπτη την πόλιν λόγω τυχόν ασυμβιβάστου του λειτουργικού σκοπού της ή της εξωτερικής μορφής της προς τον επικρατούντα τυχόν λειτουργικόν χαρακτήρα της πόλεως εις την περιοχήν της (Μετά την σελ. 332,16(ζ) Σελ. 332,17(η) Τεύχος 427-Σελ. 7 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.4 οικοδομής ή προς την επικρατούσαν τυχόν εις την περιοχήν, μορφήν της πόλεως την προσδιοριζομένην εκ των εν αυτή μονίμου κατασκευής οικοδομών. Προς διαπίστωσιν της πληρώσεως του ως άνω όρου, εφαρμόζεται η διαδικασία η οριζομένη δια την περίπτ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος, καθ’ ην αποφασίζεται η έγκρισις ή η απόρριψις των σχεδίων της νέας οικοδομής. Εν περιπτώσει απορριπτικής αποφάσεως, πρέπει δι’ αυτής να υποδεικνύωνται αι τροποποιήσεις, υφ’ ας ενδεχομένως; θα εγένοντο ταύτα δεκτά. 2.Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος εξωθούμενοι μισθωταί ή κατ’ επίταξιν ένοικοι, δικαιούνται επανεγκαταστάσεως εν τη νέα οικοδομή εις χώρον, ως κατωτέρω ορίζεται, εξαιρέσει των περιπτώσεων περί ων η ακόλουθος παρ. 3. 3.Δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα επανεγκαταστάσεως εις την νέαν οικοδομήν των εξωθουμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος μισθωτών ή κατ’ επίταξιν ενοίκων εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Εις τας περιπτώσεις καθ’ ας κατά τας διατάξεις του ισχύοντος εκάστοτε ενοικιοστασίου δεν χωρεί ή αίρεται η αναγκαστική παράτασις του χρόνου της μισθώσεως. β)Εις τας περιπτώσεις καθ’ ας δεν χωρεί ή αίρεται η υπέρ του εξωθουμένου αναγκαστική επίταξις. γ)Εις τας περιπτώσεις, καθ’ ας διαταχθείσης της εξώσεως ή άρσεως της στεγάσεως του ενοίκου είτε λόγω λήξεως του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως, είτε λόγω άρσεως της δια του ενοικιοστασίου αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως, είτε λόγω λήξεως του χρόνου ή άρσεως της επιτάξεως, είτε δι’ οιονδήποτε άλλον νόμιμον λόγον, παραμένει ούτος εν τω ακινήτω συνεπεία αναστολής ή απαγορεύσεως της εκτελέσεως της αποφάσεως προβλεπομένης υπό οιασδήποτε διατάξεως. δ)Εις τας περιπτώσεις ακινήτων (οικοπέδων) κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 περίπτ. Α΄. ε)«Εις τας περιπτώσεις καταστημάτων, καθ’ ας το εις το παλαιόν κτίριον κατάστημα είχεν επιφάνειαν άνευ προσμετρήσεως του πάχους των τοίχων μικροτέραν των 20 τετραγωνικών μέτρων αν πρόκειται περί καταστήματος κειμένου εν Αθήναις και έχοντος πρόσωπον είτε επί των οδών Τσώρτσιλ (Σταδίου), Ελ. Βενιζέλου (Πανεπιστημίου) ή Φρ. Ρούζβελτ (Ακαδημίας), είτε επί των πλατειών Συντάγματος ή Ομονοίας ή μικροτέραν των 10 μέτρων αν πρόκειται περί καταστήματος εις οιανδήποτε άλλην θέσιν ή πόλιν κειμένου πλην αν εις την νέαν οικοδομήν και εις οιανδήποτε θέσιν αυτής προβλέπωνται, οικεία βουλήσει του κυρίου αυτής, καταστήματα επιφανείας μικροτέρας των 20 ή 10 τετρ. μέτρων ή εάν τα καταστήματα της νέας οικοδομής είναι τουλάχιστον ίσα προς τον αριθμόν των κατά τας διατάξεις του παρόντος, δικαιουμένων γενικώς επανεγκαταστάσεως μισθωτών καταστημάτων της παλαιάς οικοδομής χωρίς τον κατά το παρόν εδάφιον περιορισμόν. Σελ. 332,18(η) Τεύχος 427-Σελ. 8 Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών καθορίζει τα μικρότερα εις εμβαδόν καταστήματα της νέας οικοδομής προς επανεγκατάστασιν των μισθωτών τούτων. Η περίπτ. ε΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. 17/23 Οκτ. 1957. ς)Εις τας περιπτώσεις εξώσεως μισθωτών ή κατ’ επίταξιν ενοίκων εκ κτιρίων κειμένων εις τα κατά το άρθρ. 2 του παρόντος κεντρικά τμήματα των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης και αποτελουμένων εκ μεμονωμένων εκμισθουμένων δια κατοικίαν δωματίων. ζ)Εις τας περιπτώσεις εξωθουμένων εκ κατασκευών χρησιμοποιουμένων δια χρήσιν ασυμβίβαστον προς την θέσιν της οικοδομής και τον προσδιορισμόν των ακινήτων τον προσδιδόμενον εκ της επικρατούσης εις την θέσιν ταύτην χρήσεως των λοιπών υφισταμένων μονίμων οικοδομών (ως π.χ. εις περιοχήν κατοικιών ή καταστημάτων οι σταθμοί και τα συνεργεία αυτοκινήτων, αι ημιϋπαίθριοι ταβέρναι, αναψυκτήρια, εστιατόρια και γενικώς κέντρα συγκεντρώσεως του κοινού, πολυτελείας ή μη, αι αποθήκαι καυσίμου ύλης ή οικοδομησίμων υλών (μάνδραι), τα θερινά θέατρα και κινηματογράφοι, τα μαρμαρογλυφεία, τα εργαστήρια εν γένει τα επαγόμενα θόρυβον ή υπέρμετρον ενόχλησιν, αι αποθήκαι ειδών ευφλέκτων ή επικινδύνων κλπ.). η)Δια χρήσιν τυχόν απαγορευομένην εν τη θέσει του ακινήτου εκ των πολεοδομικών ή άλλων διατάξεων. θ)Εις τας περιπτώσεις εξωθουμένων εκ κατασκευών κειμένων επί οικοπέδων περί ων το εδάφ. Ζ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος αλλά μόνον και εφ’ όσον το εξ ου η έξωσις διαμέρισμα ή δωμάτιον κείται εις τον υπέρ το ισόγειον όροφον ή ορόφους οιαδήποτε και αν είναι εν τοιαύτη περιπτώσει η χρήσις αυτών, είτε εις το ισόγειον ή το υπόγειον, και εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει δεν χρησιμοποιείται τούτο αποκλειστικώς ως κατάστημα. Ως κατάστημα δε δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως θεωρείται μόνον το μίσθιον εκείνο ένθα ασκούνται αντικειμενικώς εμπορικαί πράξεις ή επαγγέλματα ή βιοτεχνίαι. Εξαιρετικώς προκειμένου περί γραφείου, εις οιονδήποτε όροφον κειμένου, χορηγείται εις τον εξωθούμενον μισθωτήν δικαίωμα προτιμήσεως εν τη μισθώσει επί ίσοις όροις αναλόγου γραφείου και εν τω αυτώ ορόφω της ανεγερθείσης οικοδομής. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση ι)Επιφυλαττομένης της διατάξεως της προηγουμένης περιπτ. θ΄ εις τας περιπτώσεις εξωθουμένων εκ καταστημάτων κειμένων επί οικοπέδων, εις α ο κύριος του ακινήτου ποιείται χρήσιν της ευχερείας της παρεχομένης αυτώ υπό τη προτελευταίας περιόδου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Εις ην όμως περίπτωσιν ο κύριος του ακινήτου, κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν, κατασκευάζει εις την τοιαύτην ως άνω νέαν οικοδομήν καταστήματα προοριζόμενα ουχί προς εξυπηρέτησιν λειτουργικών αναγκών του ξενοδοχείου ή του χώρου συγκεντρώσεως του κοινού εις ον έχει διαμορφωθή η νέα οικοδομή, αλλά προς χρήσιν ανεξάρτητον αυτού, τότε έχουν δικαίωμα επανεγκαταστάσεως εις αυτά οι μισθωταί καταστημάτων της παλαιάς οικοδομής, εάν και εφ’ όσον ούτοι κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος δικαιούνται επανεγκαταστάσεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη εάν τα καταστήματα είναι ολιγώτερα των δικαιουμένων επανεγκαταστάσεως, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών καθορίζει δια της αποφάσεώς του ποίοι των εξωθουμένων θα προτιμηθώσιν εις επανεγκατάστασιν λαμβάνων δε υπ’ όψει τα εν τη παρ. 4 του άρθρου τούτου αναφερόμενα κριτήρια. ια)Εις πάσας τας περιπτώσεις εξωθουμένων εξ ακινήτων χρησιμοποιουμένων δια κατοικίαν και μόνον, εφ’ όσον ο κύριος του ακινήτου προσφέρει εις τον εξωθούμενον οιανδήποτε άλλην εν τη αυτή πόλει ή κώμη κειμένην κατοικίαν, ήτις να είναι κατάλληλος προς κατοικίαν του μισθωτού αναλόγως των βασικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του, κρινομένων και εκ της τοποθεσίας του προσφερομένου, όπερ δέον να είναι αυτοτελές. Εάν η προσφερομένη κατοικία ανήκη εις τον ασκούντα την αγωγήν λόγω εξώσεως λόγω ανοικοδομήσεως ιδιοκτήτην, ο εναγόμενος εγκαθιστάμενος εν αυτή απολαμβάνει της ιδίας εκ του ενοικιοστασίου ή εκ της πράξεως επιτάξεως προστασίας. Το δια το νέον ακίνητον καταβλητέον μίσθωμα, καθοριζόμενον δια της περί εξώσεως αποφάσεως του Προέδρου, δέον να μη υπερβαίνη το υπό του εκάστοτε ενοικιοστασίου οριζόμενον δια την εξ ης η έξωσις κατοικίαν. Εάν η προσφερομένη κατοικία δεν ανήκη εις τον ασκούντα την αγωγήν εξώσεως λόγω ανοικοδομήσεως ιδιοκτήτην δέον ο ιδιοκτήτης της προσφερομένης οικίας να συναινή όπως μισθώση ταύτην εις τον καθ’ ου η αγωγή, επί τω εκάστοτε ισχύοντι ενοικιοστασιακώ μισθώματι, δια μισθώσεως της οποίας η διάρκεια και οι λοιποί όροι συμπίπτουν απολύτως προς την διάρκειαν και τους όρους, υφ’ ους θα ετέλη, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών περί ενοικιοστασίου διατάξεων, η μίσθωσις της κατοικίας, εξ ης εξωθείται ο μισθωτής. ιβ)Εις τας περιπτώσεις καθ’ ας ο κύριος του ακινήτου οπουδήποτε κειμένου εν Αθήναις, Πειραιεί και Θεσσαλονίκη, θα ανεγείρη οικοδομήν ούτω διατεταγμένην και προοριζομένην ίνα χρησιμεύση ως Κλινική γενική ή ειδικότητος. Εν τη περιπτώσει ταύτη η ανεγερθησομένη οικοδομή αρκεί να έχει συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων μη υπολειπομένην του διπλασίου της υπέρ το έδαφος καλυπτομένης επιφανείας της κατεδαφιζομένης οικοδομής. ιγ)Εις τας περιπτώσεις εξωθουμένων εκ χώρων κατ’ εφαρμογήν της παρ 1 του άρθρ. 1 περιπτ. Γ΄ και Δ΄ εφ’ όσον ούτοι δεν είναι απολύτως απαραίτητοι εις τον ον εξυπηρέτουν πρότερον μισθωτήν. Επί μεμονωμένων εν τω δώματι δωματίων (περίπτ. Γ΄ 2) ταύτα θεωρούνται, εν πάση περιπτώσει, ως μη απαραίτητα, εάν ο εν τη ιδία οικοδομή υπό του αυτού μισθωτού ή κατ’ επίταξιν ενοίκου κατεχόμενος υπόλοιπος συνολικός χώρος είναι τουλάχιστον διπλάσιος, συνάμα δε ο συνολικός χώρος της προστεθησομένης οικοδομής τουλάχιστον τριπλάσιος του χώρου των δωματίων τούτων. «ιδ)Εις τας περιπτώσεις ακινήτων κειμένων εν Αθήναις και επί των οποίων έχει επιβληθή μέχρι της ισχύος του παρόντος Δ/τος δια του σχεδίου της πόλεως η κατασκευή στοών κατά την πρόσοψιν, κατασκευάζονται δε πράγματι αι στοαί αύται εις την νέαν οικοδομήν, εάν οπουδήποτε εν τω ισογείω ή και τω υπογείω της παλαιάς οικοδομής υφίστανται μίσθια χρησιμοποιούμενα δι’ οιανδήποτε άλλην χρήσιν πλην της αποκλειστικής ή μικτής χρήσεως ως καταστημάτων, οι εξωθούμενοι εκ των μισθίων τούτων μισθωταί δεν δικαιούνται επανεγκαταστάσεως. Το αυτό ισχύει και δια μισθωτάς μισθίων της αυτής ως άνω χρήσεως κειμένων οπουδήποτε του πρώτου ορόφου, αλλά μόνον εάν εις την παλαιάν οικοδομήν δεν υπάρχη ισόγειον αλλά πρώτος αντ’ αυτού όροφος. Εις τας αυτάς ως άνω περιπτώσεις εάν τα μίσθια χρησιμοποιούνται κατ’ αποκλειστικήν ή μικτήν χρήσιν ως καταστήματα, οι δε εξωθούμενοι μισθωταί δικαιούνται επανεγκαταστάσεως, κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος η επανεγκατάστασις χωρεί δι’ άπαντας ή εν ελλείψει χώρου δια τινας μόνον τούτων, κατά τους ορισμούς των παρ. 4 και 8 του άρθρου τούτου. Δια την εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως ως κατάστημα θεωρείται το εν εδάφ. θ΄ του ιδίου άρθρου οριζόμενον ως τοιούτον. ιε)Προκειμένου περί ακινήτων οπουδήποτε κειμένων, προοριζομένων δια την ανοικοδόμησιν υπό του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος οιωνδήποτε κτισμάτων εξυπηρετούντων τους σκοπούς αυτού». Τα εδάφ. ιδ΄ και ιε΄ προσετέθησαν δια του άρθρ. 4 Β.Δ. 17/23 Οκτ. 1957. «ις)Εις τας περιπτώσεις, καθ’ ας ο κύριος του ακινήτου οπουδήποτε κειμένου και οιασδήποτε χρήσεως είναι το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ή η Αγροτική (Μετά την σελ. 332,18(η) Σελ. 332,19(ζ) Τεύχος 427-Σελ. 9 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.4 Τράπεζα Ελλάδος και προτίθεται ν’ ανεγείρη οικοδομήν προοριζομένην όπως χρησιμεύση προς στέγασιν Υπηρεσιών του». Η υπό στοιχ. ις΄ διάταξις προσετέθη δια της παρ. 3 άρθρ. 5 Β.Δ. 85 της 6/10 Φεβρ. 1965 (ΦΕΚ Α΄ 23). 4.Οσάκις εις εξαιρετικάς τυχόν περιπτώσεις παρίσταται ανάγκη όπως το ισόγειον της νέας οικοδομής απαρτίζεται κατά το σχέδιον αυτής, από καταστήματα ολιγώτερα κατ’ αριθμόν των εξωθουμένων και δικαιουμένων επανεγκαταστάσεως μισθωτών καταστημάτων (ως π.χ. εις περιπτώσεις ρυμοτομήσεως του ακινήτου ή επιβολής στοών κατά το ισόγειον ή διατάξεις των παλαιών καταστημάτων κατά τρόπον τεχνικώς απαράδεκτον δια την νέαν οικοδομήν κλπ.), δεν υφίσταται δικαίωμα επανεγκαταστάσεως των πλεοναζόντων εξωθουμένων και ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών καθορίζει δια της αποφάσεώς του ποίοι εκ τούτων θα προτιμηθώσι προς επανεγκατάστασιν, λαμβάνων ιδία υπ’ όψει την σοβαρότητα και οικονομικήν έκτασιν της επιχειρήσεως, ως και την αρχαιότητα αυτής. Εις την περίπτωσιν ταύτην ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, ίνα αποκαταστήση μεγαλύτερον αριθμόν ή και όλους, δύναται, εφ’ όσον κατάστημά τι έχει κατά το σχέδιον επιφάνειαν επιτρέπουσαν την διαίρεσιν αυτού, να επιτρέψη την έξωσιν υπό τον όρον της διαιρέσεως ταύτης προς επανεγκατάστασιν τούτων. Εις τας περιπτώσεις όμως της εφαρμογής των εξαιρέσεων των προβλεπομένων υπό των εδαφ. ε΄ και ι΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ο Πρόεδρος Πρωτοδικών δεν δύναται να διατάξη την διαίρεσιν καταστήματος ή καταστημάτων. 5.Προκειμένου περί κατοικιών ή γραφείων η επανεγκατάστασις γίνεται πάντοτε εις διαμέρισμα του αυτού ορόφου, εις ον και το αφ’ ου η έξωσις ή εις τον αμέσως επόμενον ανώτερον όροφον οσάκις το ισόγειον εν τη νέα οικοδομή προορίζεται εκ κατασκευής προς χρήσιν καταστημάτων μη υπαρχόντων εις το παλαιόν κτίριον. 6.Προκειμένου περί εξωθενουμένου κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος εξ ισογείων καταστημάτων και δικαιουμένων επανεγκαταστάσεως, και εφ’ όσον τυχόν ο κύριος του ακινήτου προτίθεται, κατ’ ελευθέραν αυτού κρίσιν να μη διαμορφώση το ισόγειον της νέας οικοδομής εις καταστήματα αλλά εις κατοικίας, μετά ή άνευ υπογείου, το δικαίωμα της επανεγκαταστάσεως των ως άνω εξωθουμένων εκ καταστημάτων περιορίζεται εις την επανεγκατάστασιν αυτών είτε εις το υπόγειον, εφ’ όσον το δάπεδον τούτου δεν υπόκειται περισσότερον του ενός και ημίσεος μέτρου της στάθμης του πεζοδρομίου μετρουμένου εις την θέσιν της εισόδου του υπογείου του προοριζομένου Σελ. 332,20(ζ) Τεύχος 427-Σελ. 10 δια την επανεγκατάστασιν, είτε εις τον υπέρ τούτον όροφον, εφ’ όσον το δάπεδον αυτού δεν υπέρκειται περισσότερον του ενός μέτρου στάθμης του πεζοδρομίου, μετρουμένου ως άνω εις την θέσιν της εισόδου του χώρου του ορόφου του προοριζομένου δια την επανεγκατάστασιν. Οι χώροι εις ους γίνεται η κατά τ’ ανωτέρω επανεγκατάστασις πρέπει να διασκευάζωνται ώστε να καθίστανται κατάλληλοι προς τον σκοπόν της ως καταστημάτων χρησιμοποιήσεως αυτών από απόψεως προσπελάσεως, φωτισμού και αερισμού και εσωτερικής διατάξεως δια μεταβατικών προσωρινών κτιριολογικών διασκευών, επιτρεπομένου όπως το εσωτερικόν, ελεύθερον ύψος των τοιούτων προς επανεγκατάστασιν καταστημάτων χώρων μη υπερβαίνη το ύψος του ορόφου, το οριζόμενον δια κατοικίαν και το δια υπόγειον, οσάκις πρόκειται περί υπογείου. Εις περίπτωσιν εξωθουμένων εκ καταστημάτων υπογείων δεν ισχύει δια την επανεγκατάστασιν ο κατά το προηγούμενον εδάφιον περιορισμός, ως προς το βάθος του υπογείου. 7.Προκειμένου περί των κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 περίπτ. Γ΄ και Δ΄ βοηθητικών παραρτημάτων και αν ταύτα είναι απολύτως απαραίτητα εις τον ον εξυπηρέτουν πρότερον μισθωτήν, το δικαίωμα της επανεγκαταστάσεως αυτού θεωρείται εξαντλούμενον δια της παρά του κυρίου της οικοδομής της παροχής της χρήσεως τοιούτων έστω και κοινώς μετ’ άλλων μισθωτών είτε εις υφιστάμενα, είτε εις ανεγειρόμενα νέα βοηθητικά παραρτήματα. Προκειμένου περί μισθίων χώρων οιαδήποτε και αν είναι η χρήσις αυτών και οπουδήποτε εν τη οικοδομή κειμένων, μη συνεχομένων όμως μετά του κυρίου μισθίου χώρου δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα επανεγκαταστάσεως εφ’ όσον τοιούτον δεν αναγνωρίζεται και δια τον κύριον μίσθιον χώρον. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 8."Το δικαίωμα της επανεγκαταστάσεως νοείται, προκειμένου μεν περί κατοικιών δια χώρον μη υπερβαίνοντα τον μίσθιον τοιούτον εν ουδεμιά δε περιπτώσει μεγαλύτερον του αναγνωριζομένου ως μη πλεονάζοντος κατά την διάταξιν του άρθρ. 31 από 27/27 Μαΐου 1957 Β.Δ/τος περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του ενοικιοστασίου προκειμένου δε περί καταστημάτων και γραφείων δια χώρον ικανόν δια την ακώλυτον άσκησιν του επαγγέλματος του εξωθουμένου, ουδέποτε όμως μεγαλύτερον, δια μεν τα καταστήματα των 3/4 του εν τω παλαιώ κτιρίω κατεχομένου χώρου, ουδέ και μικροτέρου των 60/100 τούτου, δια δε τα Γραφεία ουδέποτε μεγαλυτέρου του εν τω παλαιώ κτιρίω μισθίου τοιούτου, ουδέ μικροτέρου του ημίσεος τούτου. Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται η επανεγκατάστασις του εξωθουμένου και εις μεγαλύτερον χώρον, ουδέποτε όμως μείζονα του κατεχομένου, οσάκις βάσει ειδικών διατάξεων ορίζεται μεγαλύτερον το ελάχιστον εμβαδόν του απαραιτήτου χώρου δια την άσκησιν του επαγγέλματος του εξωθουμένου. Δια του άρθρ.4 Β.Δ. 85 της 6/10 Φεβρ. 1965 (ΦΕΚ Α΄ 23) ωρίσθη ότι δια τας εφεξής ανεγειρομένας οικοδομάς και υπό ανέγερσιν τοιαύτας, εις ας δεν έχει καθορισθή εισέτι ο χώρος επανεγκαταστάσεως τελεσιδίκως, το καθοριζόμενον υπό του ανωτέρω πρώτου εδαφίου μέγεθος του χώρου εις ο δύναται να εγκατασταθή κατάστημα αυξάνεται ως προς το ελάχιστον όριον από 60 εις 65/100, του εν παλαιώ κτιρίω κατεχομένου και όπου είναι υποχρεωτική η κατασκευή στοών εις 65/100 του μειωμένου εκ της κατασκευής τούτων χώρου. Ως κατεχόμενος νοείται οιοσδήποτε χώρος του μισθίου δι' οιονδήποτε σκοπόν χρησιμοποιούμενος υπό του μισθωτού, εφ' όσον είναι συνεχόμενος. Ειδικώς προκειμένου περί των περιπτώσεων του εδ. ιδ΄της παρ. 3 του παρόντος άρθρου και εάν το μίσθιον ή τα μίσθια, κείμενα οπουδήποτε εν τω ισογείω ή τω υπογείω ή τω πρώτω ορόφω της παλαιάς οικοδομής, εφ' όσον αντί ισογείου υπάρχει πρώτος όροφος, χρησιμοποιούνται κατ' αποκλειστικήν ή μικτήν χρήσιν ως καταστήματα, δια τον προσδιορισμόν του ανωτάτου και κατωτάτου ορίου του χώρου επανεγκαταστάσεως εκάστου εξωθουμένου μισθωτού, εκ των δικαιουμένων επανεγκαταστάσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος, τα εις το προηγούμενον εδάφιον ποσοστά των 3/4 και των 60/100 υπολογίζονται επί μέρους μόνον του εν τω παλαιώ κτιρίω παρ' εκάστου μισθωτού κατεχομένου χώρου, ήτοι του αντιστοιχούντος εις ποσοστόν ίσον προς το πηλίκον του μετά την εκ του συνολικού εμβαδού του οικοπέδου αφαίρεσιν του χώρου της ή των κατά την πρόσοψιν του ακινήτου στοών και του χώρου της τυχόν κατά την γωνίαν του ακινήτου, εν περιπτώσει γωνιακού τοιούτου, αποτιμήσεως συμφώνως προς το σχέδιον της πόλεως, δια του συνολικού εμβαδού του οικοπέδου ως είχε τούτο άνευ της επιβολής στοών ή και αποτιμήσεως. Εάν ο εκ της εφαρμογής της παρούσης διατάξεως παρεχόμενος προς επανεγκατάστασιν του μισθωτού χώρος του νεου καταστήματος είναι μικρότερος του ημίσεος του εν τω παλαιώ κτιρίω κατεχομένου υπ' αυτού χώρου, δικαιούται ούτος,κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν, να αιτήσηται παρά του Προέδρου Πρωτοδικών όπως, αντί επανεγκαταστάσεως, καθορίση δι' αυτόν αποζημίωσιν κατά το άρθρ. 7 του παρόντος Δ/τος ως αν ούτος δεν εδικαιούτο επανεγκαταστάσεως". Η παρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 του Β.Δ. 17/23 Οκτ. 1957. 9.Επί υπομισθώσεως εάν μεν αύτη είναι ολική, περιλαμβάνουσα το σύνολον του μισθίου, δικαιούται επανεγκαταστάσεως ο υπομισθωτής. Εάν δε αύτη είναι είτε ολική κατά την έννοιαν της παρ. 2 του άρθρ. 22 του από 28/28 Φεβρ. 1955 Β.Δ/τος "περί Ενοικιοστασίου", είτε μερική, ο προς επανεγκατάστασιν κατά τας διατάξεις του παρόντος χώρος, κατανέμεται μεταξύ μισθωτού και υπομισθωτού ή υπομισθωτών, αναλόγως του προ της εξώσεως χρησιμοποιουμένου υπ' αυτών χώρου. 10.Οι δικαιούμενοι κατά τ' ανωτέρω εις επανεγκατάστασιν μισθωταί, ή κατ' επίταξιν ένοικοι, οφείλουν να ζητήσουν το βραδύτερον κατά την επ' ακροατηρίω συζήτησιν της υποθέσεως ν' αναγνωρισθή αυτοίς δια της περί εξώσεως αποφάσεως το δικαίωμα τούτο εις την ανοικοδομηθησομένην επί του ακινήτου νέαν οικοδομήν. Τούτου μη γενομένου το δικαίωμα της επανεγκαταστάσεως απόλλυται. 11.Επί πάσης μετά την αρχικήν δικαστικήν απόφασιν εγερθησομένης τυχόν διαφωνίας περί την επανεγκατάστασιν ή περί την εγκατάστασιν εις έτερον ακίνητον κατά τας προβλέψεις του εδαφ. ια΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου αποφαίνεται ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών δικάζων κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 3 του παρόντος. 12.Εις περίπτωσιν μη επανεγκαταστάσεως των εξωθουμένων κατ' εφαρμογήν των περιπτώσεων δ΄, ε΄, ζ΄, η΄, θ΄ και ι΄ της παρ. 3 του άρθρου τούτου, ο κύριος της νέας οικοδομής οφείλει να έχη ανηρτημένον εις αυτήν πίνακα των ονομάτων των ως άνω εξωσθέντων και μη δικαιουμένων επανεγκαταστάσεως μετά των διευθύνσεων της νέας εγκαταστάσεως αυτών. Ο πίναξ ούτος πρέπει να είναι ανηρτημένος εις την κυρίαν είσοδον της οικοδομής και επί δύο έτη από της ενάρξεως της χρησιμοποιήσεως της οικοδομής, εφ' όσον ζητήση τούτο εγγράφως ο εξωθούμενος μισθωτής. (Μετά την σελ. 332,20(ζ) Σελ. 332,21(ε) Τεύχος 427 - Σελ. 11 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.4 ΄Αρθρ.5.-"1.Ο κύριος του ακινήτου, ο ανεγείρων την νέαν οικοδομήν δικαιούται να ζητήση δια την εις αυτήν επανεγκατάστασιν των μισθωτών την καταβολήν μισθώματος ίσου προς το εις ελευθέρως συναπτομένας μισθώσεις πραγματοποιούμενον μίσθωμα, του Προέδρου Πρωτοδικών - δικάζοντος κατά τας διατάξεις του άρθρ. 3 του από 26/29.4.55 Β.Δ/τος ως τούτο τροποποιείται δια του άρθρ. 1 του παρόντος, εν συνδιασμώ προς τας της παρ. 11 του άρθρ. 4 του αυτού Δ/τος - δυναμένου, όπως καθορίζη και μικρότερον μίσθωμα κατά ποσοστόν μέχρι 30% του δι' ελευθέρας μισθώσεως συνομολογουμένου, αναλόγως των δυνατοτήτων του μισθωτού, επί καταστημάτων δε και της εμπορικότητος της οδού και της θέσεως, εις ην κείνται ταύτα, στοιχεία τα οποία πάντοτε πρέπει να λαμβάνωνται υπ' όψιν κατά την έκδοσιν της αποφάσεως. Επί καταστημάτων η ως άνω μείωσις του προσήκοντος ελευθέρου μισθώματος μέχρι 30% είναι υποχρεωτική, οπωσδήποτε δε το ούτω πως καθοριζόμενον μίσθωμα ουδέποτε δύναται να είναι μείζον του τριπλασίου του ισχύοντος κατά την υποβολήν της αιτήσεως ενοικιοστασιακού μισθώματος, του αναλογούντος εις την προσδιορισθέισαν δι' επανεγκατάστασιν επιφάνειαν. 2.Η διάταξις του δευτέρου εδαφίου της προηγουμένης παρ. 1 περί υποχρεωτικής μειώσεως του ελευθέρου μισθώματος, εφαρμόζεται, αιτήσει του μισθωτού, και επί των καθορισθέντων ήδη νομίμως μισθωμάτων, εκτός εαν ταύτα είχον μειωθή υπό του Προέδρου Πρωτοδικών εις ποσοστά μείζονα των δια του παρόντος άρθρου προβλεπομένων. 3.Διαρκούσης της ισχύος του ενοικιοστασίου δύναται ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, αιτήσει του εκμισθωτού ή του μισθωτού, να προσαρμόζη το καταβλητέον μίσθωμα εις το προσήκον μέτρον, δια τας πρότερον της δεκαετίας από της ισχύος του παρόντος επανεγκαταστάσεις, εφ' όσον μετεβλήθησαν προδήλως εν τω μεταξύ αι οικονομικαί και μισθωτικαί συνθήκαι, αίτινες υφίσταντο, ότε επί τη επανεγκαταστάσει του εξωσθέντος μισθωτού, εγένετο ο καθορισμός του ελευθέρου μισθώματος". Αι παρ. 1-3 ετέθησαν εις αντικατάστασιν του πρώτου εδαφίου δια του άρθρ. 3 Β.Δ 85 της 6/10 Φεβρ. 1965 (ΦΕΚ Α΄23). Δια της αυτής διατάξεως το επόμενον εδάφιον έλαβεν αριθμόν παρ. 4 και η πρώην παρ. 2 έλαβεν αριθ. 5. Σελ. 332,22(ε) Τεύχος 427 Σελ.12 4.Προκειμένου όμως περί επανεγκαθισταμένων εις κατοικίαν μισθοσυντηρήτων, ως ούτοι υπό του εκάστοτε ενοικιοστασίου καθορίζονται, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών δύναται να καθορίζη κατά την κρίσιν του και μικρότερον μίσθωμα του δι' ελευθέρας μισθώσεως συνομολογουμένου, οπωσδήποτε όμως το καθοριζόμενον μίσθωμα δεν επιτρέπεται να είναι έλασσον του ημίσεως του βασικού μισθώματος". Το άρθρ.5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 του Β.Δ. 17/23 Οκτ. 1957. 5.Από της 1ης Οκτ. 1957 οφείλεται η καταβολή του ημίσεος του βασικού μισθώματος και υπό των εγκατασταθέντων εις κατοικίαν μισθοσυντηρήτων, οι οποίοι δυνάμει προγενεστέρων της ισχύος του παρόντος αποφάσεων υπεχρεώθησαν εις την καταβολήν μικροτέρου μισθώματος. Δύναται όμως ο Προεδρος Πρωτοδικών εν τη περιπτώσει ταύτη, αιτήσει του μισθωτού εκτιμών την οικονομικήν κατάστασιν αυτού να μειώση το ποσοστόν τούτο μέχρι του 1/10 των τακτικών μηνιαίων εισοδημάτων του μισθωτού και των συνοικούντων οικείων του, όπερ όμως εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατώτερον του ήδη καταβαλλομένου ή του υπό της παρ. 1 εδάφ. α΄ του ενοικιοστασίου γενικώς επί κατοικιών οριζομένου μισθώματος. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση άρθρ. 5 Β.Δ. 85 της 6/10 Φεβρ. 1965 (ΦΕΚ Α΄ 23). Ζ΄.Δια ακίνητα κείμενα εν Αθήναις και περιλαμβανόμενα εντός περιοχής περικλειομένης δια των ακολούθων οδών και πλατειών: α) Πλατείας Ομονοίας, β) οδού Αθηνάς από Ομονοίας μέχρις οδού Σοφοκλέους, γ) οδού Σοφοκλέους από Αθηνάς μέχρι Πεσματζόγλου, δ) οδού Πεσματζόγλου από Σοφοκλέους μέχρις Ο. Τσώρτσιλ (Σταδίου), ε) οδού Ο. Τσώρτσιλ (Σταδίου) από Πεσματζόγλου μέχρι Πλατείας Συντάγματος «συμπεριλαμβανομένης και της Πλατείας Κλαυθμώνος», ς) οδού Καραγεώργη της Σερβίας από Πλατείας Συντάγματος μέχρις οδού Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής), ζ) οδού Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής) από Καραγεώργη Σερβίας μέχρι οδού Μητροπόλεως [εξαιρουμένης όμως της πλευράς της οδού Βουλής από οδού Λέκκα μέχρι Μητροπόλεως της κειμένης δεξιά τω εισερχομένω από οδού Κολοκοτρώνη] η)οδού Μητροπόλεως από Αργεντινής Δημοκρατίας (Βουλής) μέχρι Πλατείας Συντάγματος, θ)Πλατείας Συντάγματος, ι)οδού Φιλελλήνων από Συντάγματος μέχρι Λεωφόρου Αμαλίας, ια)Λεωφ. Αμαλίας από οδού Φιλελλήνων μέχρι Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας, ιβ)Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας από Λεωφόρου Αμαλίας μέχρις οδού Φρ. Ρούσβελτ, ιγ)οδού Φρ. Ρούσβελτ από Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι Πλατείας Κάνιγγος, ιδ)Πλατείας Κάνιγγος, ιε)οδού Τζωρτζ από Πλατείας Κάνιγγος έως οδού Στουρνάρα, ις)οδού Στουρνάρα από συναντήσεως με οδόν Τζωρτζ μέχρι συναντήσεως οδού 28ης Οκτωβρίου (Πατησίων), ιη)οδού 28ης Οκτωβρίου από Στουρνάρα μέχρις οδού Μάρνη, ιθ) οδού Μάρνη από 28ης Οκτωβρίου μέχρις οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου, κ)οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου και από οδού Μάρνη μέχρις Ομονοίας περιλαμβανομένης και της πλατείας Λαυρείου και Πλατείας Ομονοίας, κβ) τα επί των προσόψεων των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Πειραιώς από Πλατείας Ομονοίας μέχρις οδού Μενάνδρου, κγ)τα επί των προσόψεων της Λεωφόρου Αμαλίας από Φιλελλήνων μέχρι της διασταυρώσεως της Λεωφόρου Συγγρού και Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κδ)τα επί των προσόψεων της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου από της διασταυρώσεως της Λεωφ. Συγγρού και Αμαλίας μέχρις οδού Βύρωνος και κε) τα επί των προσόψεων της οδού Μακρυγιάννη από Διονυσίου Αρεοπαγίτου μέχρις οδού Αθανασίου Διάκου. Δια την κατηγορίαν ταύτην (Ζ΄) των ακινήτων η κατά το παρόν άρσις χωρεί ανεξαρτήτως αριθμού ορόφων αυτών. Η εντός « » πρότασις εν τέλει της υπό στοιχ. ε΄ διατάξεως της περιπτ. Ζ΄ προσετέθη δια της παρ. 2 άρθρ. 5 Β.Δ. 85 της 6/10 Φεβρ. 1965 (ΦΕΚ Α΄ 23). Τα εντός [ ] απηλείφθησαν δια του Β.Δ. 25 Μαΐου/8 Ιουν. 1955. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον άρσις της δεσμεύσεως και αναγκαστικής παρατάσεως του χρόνου μισθώσεως, ως και η λήξις συμβατικώς υφισταμένης μισθώσεως χωρεί δι’ απάσας τας περιπτώσεις της ως άνω παραγράφου εις απάσας τας πόλεις και τας κώμας της Χώρας, είτε αύται έχουν εγκεκριμένον σχέδιον ρυμοτομίας είτε ου. 3.Κατασκευαί οιασδήποτε μορφής οποτεδήποτε από 1ης Ιαν. 1945 και εντεύθεν ανεγερθείσαι και υπαχθείσαι καθ’ οιονδήποτε τρόπον ολοσχερώς ή μερικώς εις τας διατάξεις του ΚΗ΄ Ψηφίσματος ή των εκτελεστικών αυτού Δ/των εξαιρούνται των διατάξεων των περιπτώσεων Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ΄ της παρ. 1 και των της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Άρθρ.6.-1.Προκειμένης της προσθήκης ορόφου επί υφισταμένης οικοδομής οι μισθωταί και υπομισθωταί υπχρεούνται να ανέχωνται την εκτέλεσιν των οικοδομικών εργασιών, εφ' όσον αύται εκτελούνται κατόπιν νομίμου αδείας της Πολεοδομικής Υπηρεσίας. 2.Εφ' όσον δια την προσθήκην ορόφου είναι αναγκαία η αποστέγασις του υπάρχοντος ορόφου, αίρεται επι τω σκοπώ της ενεργείας της προσθήκης η είτε συμβατικώς είτε αναγκαστικώς υφισταμένη μίσθωσις ή επίταξις μόνον κατά την απολύτως απαραίτητον δια την εκτέλεσιν των εργασιών χρόνον, όστις πάντως δεν είναι δυνατόν να ή μείζων του εξαμήνου, τηρουμένης της διαδικασίας του άρθρ. 3 του παρόντος. Ο κύριος του ακινήτου υποχρεούται εν τη περιπτώσει ταύτη να επανεγκαταστήση τους μισθωτάς ή υπομισθωτάς εις το μίσθιον ευθύς μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών. ΄Αρθρ.7.-1.Εξαιρέσει των εν τέλει της παρούσης παραγράφου περιπτώσεων, εις πάσαν άλλην περίπτωσιν, καθ' ην κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος δεν χωρεί ή δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα επανεγκαταστάσεως ή δεν ζητείται η αναγνώρισις αυτού παρά του δικαιουμένου εις επανεγκατάστασιν, επιδικάζεται αποζημίωσις υπέρ του εξωθουμένου και διατάσσεται η επιστροφή των προκαταβληθέντων τυχόν μισθωμάτων δια τον υπόλοιπον της μισθώσεως χρόνον. Η περί τούτων απαίτησις επιδικάζεται υπό της διατασσούσης την έξωσιν αποφάσεως, καταβάλλεται δε προ πάσης εκτελέσεως της εξωστικής αποφάσεως, μη εκτελουμένης ταύτης προ της τοιαύτης καταβολής. Εν αρνήσει παρακατατίθεται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και επιδίδεται το γραμμάτιον της παρακταταθήκης εις τον δικαιούχον τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της εκτελέσεως της αποφάσεως. Δεν δικαιούνται της ως άνω αποζημιώσεως οι μη δικαιούμενοι επανεγκαταστάσεως λόγω των προβλέψεων των εδαφ. α΄, β΄, γ΄και δ΄ της παρ. 3 του άρθρ. 4 του παρόντος. 2."Η κατά τα άνω αποζημίωσις ορίζεται: Α)Προκειμένου περί συμβατικώς υφισταμένης μισθώσεως εις ποσόν ίσον προς το διπλάσιον του ποσού των μισθωμάτων από του χρόνου της εξώσεως μέχρι του χρόνου λήξεως της μισθώσεως. Β)Προκειμένου περί αναγκαστικώς υφισταμένης μισθώσεως ίση προς ποσόν αντιστοιχούν εις τα μισθώματα τριών ετών υπολογιζόμενα εις εκατοστά επί του βασικού ως ακολούθως: α)20 εκατοστά του βασικού δια τας κατοικίας , β)40 εκατοστά του βασικού δια τας κατοικίας των μισθοσυντηρήτων, γ)30 εκατοστά δια τα γραφεία και καταστήματα, δ)40 εκατοστά δια τα γραφεία ων οι μισθωταί ανήκουσιν εις μίαν των υπό στοιχείον γ΄ κατηγοριών της παρ. 1 του άρθρ. 5 του από 27/27 Μαΐου 1957 Β.Δ/τος "περί ενοικιοστασίου". Ειδικώς επί ισογείων καταστημάτων ο συντελεστής της αποζημιώσεως ορίζεται εις τα 50 εκατοστά του βασικού, προκειμένου δε περί ισογείων καταστημάτων εις α δεν χωρεί επανεγκατάστασις των μισθωτών λόγω εφαρμογής του εδαφ. ι΄της παρ. 3 του άρθρ. 4 του παρόντος, και των οποίων μισθωταί τυγχάνουσιν επαγγελματίαι ασκούντες κατά κύριον λόγον το επάγγελμά των αυτοπροσώπως ή δια βοηθών υπαλλήλων, τεχνιτών κλπ. οίον ραφεία ραφής γυναικείων και ανδρικών φορεμάτων μη πωλούντα το απαραίτητον ύφασμα, κουρεία κλπ. ο συντελεστής ορίζεται εις τα 80 εκατοστά του βασικού. Προκειμένου περί μισθωτών εγκατασταθέντων εις το μίσθιον μετά την 1 Ιαν. 1947 και εν συνεχεία υπαχθέντων εις την προστασίαν του ενοικιοστασίου, η αποζημίωσις ορίζεται εις το ήμισυ των εν τω παρόντι εδαφ. Β΄ποσών". Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 7 του Β.Δ. 17/23 Οκτ. 1957. 3.Εις τας περιπτ. ζ΄, η΄, και θ΄, της παρ. 3 του άρθρ. 4 του παρόντος ο κύριος του ακινήτου δικαιούται αντί της καταβολής της αποζημιώσεως να επανεγκαταστήση τον μισθωτήν εν τω καταστήματι της νέας οικοδομής. Προκειμένου όμως περί των περιπτ. ζ΄ και η΄ η επανεγκατάστασις διατάσσεται δια χρήσιν συμβιβαστήν ή επιτρεπομένην εκ των πολεοδομικών ή άλλων διατάξεων. 4.Εις πάσαν περίπτωσιν καθ' ην κατ' εφαρμογήν του παρόντος διατάσσεται η έξωσις του μισθωτού, προσδιορίζονται δια της αποφάσεως του Προέδρου τα έξοδα μετακομίσεως, άτινα καταβάλλονται εις τούτον τρεις ημέρας προ της εκτελέσεως της αποφάσεως και εν αρνήσει παρακατατίθενται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών, επιδιδομένου του γραμματίου της παρακαταθήκης εις τον δικαιούχον τρεις ημέρας προ της εκτελέσεως της αποφάσεως. 5.Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών επί μισθώσεων ή επιτάξεων προστατευομένων υπό του ενοικιοστασίου, δια της περί εξώσεως αποφάσεως επιδικάζει ωσαύτως αποζημίωσιν υπέρ του εξωθουμένου, καταβαλλομένην αυτώ εφ' άπαξ υπό του αιτούντος την έξωσιν ,προς αντιμετώπισιν των δαπανών δια την εξασφάλισιν στοιχειώδους και εκ των ενόντων και απολύτως απαραιτήτου κατοικίας, κατά τον από της εξώσεως και μέχρι της επανεγκαταστάσεως χρόνον, ήτις πάντως δεν δύναται να είναι μεγαλυτέρα των 50 εκατοστών του κατά τας διατάξεις του ενοικιοστασίου βασικού μισθώματος του μισθίου, από του οποίου η έξωσις, πολλαπλασιαζομένη επί τον αριθμόν των μηνών καθ' ους θέλει διαρκέση η εκτός του μισθίου παραμονή του. Προκειμένου περί εξωθουμένων μισθοσυντηρήτων ή υπηρετούντων υφ' οιανδήποτε ιδιότητα εις τας τάξεις των ενόπλων δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφα(Μετά την σελ. 332,22(ε) Σελ. 332,221(β) Τεύχος 427 - Σελ. 13 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.4 λείας, η ως άνω αποζημίωσις δύναται να φθάση τα 60 εκατοστά του ως άνω βασικού μισθώματος. Δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα απολήψεως της κατά την παρούσαν παράγραφον αποζημιώσεως, εφ' όσον ο κύριος του ακινήτου αναλαμβάνει την κατά την διάρκειαν της ανοικοδομήσεως εξασφάλισιν εις το εξωθούμενον κατοικίας τοιαύτης ως ανωτέρω εν τη παρούση παραγράφω ειτε εις την αυτήν, εις ην το ακίνητον πόλιν, είτε εις τα περί αυτήν προάστια. Εφ' όσον η κατ' εφαρμογήν της παρούσης παραγράφου προσφερομένη κατοικία κείται εις τα προάστια ή εις θέσιν επαγομένην αύξησιν των δαπανών κινήσεως του εξωθουμένου καταβάλλεται αποζημίωσις δια την κάλυψιν της τοιαύτης αυξήσεως των δαπανών κινήσεως της οικογενείας του εξωθουμένου. Προκειμένου περί καταστημάτων, ων η μίσθωσις προστατεύεται υπό του Ενοικιοστασίου, επιδικάζεται αποζημίωσις υπέρ του εξωθουμένου προς αντιμετώπισιν των αναγκών δια την εξασφάλισιν αποθήκης επαρκούς προς εναπόθεσιν των εν τω καταστήματι ειδών και την εκ των ενόντων άσκησιν του επαγγέλματος του εξωθουμένου, ήτις πάντως δεν δύναται να είναι μεγαλυτέρα των 60 εκατοστών του βασικού μισθώματος πολλαπλασιαζομένου επί τον αριθμόν των μηνών, καθ' ους θέλει διαρκέσει η εκτός του μισθίου παραμονής του. 6.Προκειμένης εξώσεως εκ καταστημάτων υπηρετούντος υφ' οιανδήποτε ιδιότητα εις τας τάξεις του Στρατού (ξηράς, θαλάσσης, αέρος) ή των Σωμάτων Ασφαλείας και εφ' όσον ούτος προστατεύεται υπό του Ενοικιοστασίου και τυγχάνη αποδεδειγμένως προστάτης των μετ' αυτού συνοικούντων, ο Πρόεδρος δικαιούται επί πλέον της κατά τ' ανωτέρω αποζημιώσεως, να επιδικάση υπέρ του εξωθουμένου στρατευομένου, μείζονα αποζημίωσιν εξασφαλίζουσαν την συντήρησιν της οικογενείας του εξωθουμένου κατά τον μέχρι της επανεγκαταστάσεως χρόνον. Άρθρ.8.-1.Εάν κατά την περίπτ. Δ΄ την προβλεπομένην εν παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος, ως και κατά τας περιπτώσεις, του άρθρ. 6 είναι πραγματικώς ανέφικτος η κατ' άλλον τρόπον εξασφάλισις προσπελάσεως εις τας ανεγειρομένας νέας οικοδομάς, τμήματα οικοδομών ή τους προστιθέμενους ορόφους, ει μη δια χώρους της υφισταμένης οικοδομής, ο κύριος του ακινήτου δικαιούται να ζητήση παρά του οικείου Προέδρου Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 3 του παρόντος, την εξασφάλισιν της αναγκαίας, κατά τους ισχύοντας κανονισμούς, προσπελάσεως μέσω των χώρων τούτων. Προς εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης ως προς τους χώρους οίτινες κρίνονται απαραίτητοι ίνα διατεθώσι δια την εξασφάλισιν της ως άνω προσπελάσεως αίρεται εκ του παρόντος και Σελ. 332,222(β) 427 - Σελ. 14 υπό τους όρους τούτου η υφισταμένη επίταξις ή αναγκαστική παράτασις του χρόνου της μισθώσεως και λύεται η υφισταμένη συμβατικώς μίσθωσις. Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών δια της αυτής αποφάσεως δύναται να καθορίζη ανάλογον μείωσιν του καταβαλλομένου μισθώματος εφ' όσον αφαιρείται μέρος του μισθίου ή αποζημίωσιν κατά το παρόν, εφ' όσον αφαιρείται το όλον. Άρθρ.9.-1.Ο επιτυχών την έξωσιν η αποβολήν μισθωτού ή υπέρ ου η επίταξις εξ ακινήτου κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος και μη ανοικοδομήσας επί του ακινήτου νέαν οικοδομήν συμφώνως προς τας διατάξεις αυτού, τιμωρείται δια ποινής φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και δια χρηματικής ποινής από δραχμών δέκα χιλιάδων μέχρις εκατόν χιλιάδων. 2.Με τας αυτάς ποινάς τιμωρείται και πας όστις ανοικοδομήσας νέας οικοδομήν κατά τους όρους του παρόντος και υποχρεούμενος εις επανεγκατάστασιν μισθωτού, κατά τας διατάξεις αυτού, αρνείται να εγκαταστήση τον δικαιούμενον εις ταύτην εις το προσδιορισθέν διαμέρισμα της νεάς οικοδομής. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 3.Επιφυλασσομένων των διατάξεων των παρ. 1 και 2, ο επιτυχών την έξωσιν μισθωτού ή την αποβολήν του υπέρ ου η επίταξις και μη ανοικοδομήσας ή μη αποπερατώσας εις βαθμόν επιτρέποντα την κανονικήν χρησιμοποίησιν της οικοδομής, εντός των προθεσμιών του παρόντος Β.Δ/τος, ως και ο αρνούμενος να επανεγκαταστήση εν τη νέα οικδομή εξωσθέντα και δικαιωθέντα επανεγκαταστάσεως, ευθύνεται εις αποζημίωσιν του εξωσθέντος ή αποβληθέντος. Η ως άνω αποζημίωσις ζητείται και επιδικάζεται κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 3 του παρόντος και ανέρχεται: α)Προκειμένου περι των περιπτώσεων, δι' ας επιβάλλεται και αναγνωρίζεται η επανεγκατάστασις, εις ποσόν ίσον προς το τετραπλάσιν του υπό του εξωσθέντος ή αποβληθέντος και δικαιωθέντος επανεγκαταστάσεως καταβαλλομένου μισθώματος εν τη, εξ ης εξώσθη, οικοδομή, και επί χρόνον υπολογιζόμενον από της υποβολής της αιτήσεως προς επιδίκασιν αποζημιώσεως και εάν μεν πρόκειται περι συμβατικώς υφισταμένης μισθώσεως μέχρι της λήξεως του συμβατικού χρόνου εάν δε περί αναγκαστικώς παρατεινομένης τοιαύτης, μέχρι της λήξεως του χρόνου της αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως, πάντως όμως δια την δευτέραν περίπτωσιν όχι πλέον των 3 ετών. β)Προκειμένου περί των περιπτώσεων του άρθρ. 8 του παρόντος εις ποσόν ίσον προς το τετραπλάσιον του ποσού του αντιστοιχούντος εις την γενομένην μείωσιν του μισθώματος δια χρονικόν διάστημα εάν μεν πρόκειται περί συμβατικώς υφισταμένης μισθώσεως, από της αιτήσεως προς επιδίκασιν αποζημιώσεως μέχρι της λήξεως του συμβατικού χρόνου, εάν δε περί αναγκαστικώς παρατεινομένης τοιαύτης, μέχρι της λήξεως του χρόνου της αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως, πάντως όμως όχι πλέον των 3 ετών. 4.Επί πλέον της ως άνω αποζημιώσεως, ο εξωσθείς ή αποβληθείς και δικαιωθείς επανεγκαταστάσεως εφ' όσον δεν έχει κατεδαφισθή η οικοδομή, δικαιούται εις επανεγκατάστασιν, διατασσομένην υπό του Προέδρου, κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 634 Πολ. Δικονομίας, αποκλειομένης της παραπομπής εις το Πρωτοδικείον. Ομοίως ο εξωσθείς και δικαθωθείς επανεγκαταστάσεως δικαιούται εις επανεγκατάστασιν, κατά τον αυτόν τρόπον διατασσομένην, εις το προσδιορισθέν κατά την εκδίκασιν της αγωγής περί εξισώσεως δι' αυτόν διαμέρισμα ή κατάστημα της νέας οικοδομής, ή εις το δι' απ' ευθείας τυχόν εγγράφου συμφωνίας μεταξύ αυτού και του κυρίου του ακινήτου συμφωνηθέν προς επανεγκατάστασίν τυ διαμέρισμα ή κατάστημα της νέας οικοδομής, εν περιπτώσει καθ' ην ανηγέρθη μεν αύτη, αλλ’ ο κύριος αρνείται ή κωλυσιεργεί δια την τοιαύτην επανεγκατάστασιν. Εν περιπτώσει τοιαύτης επανεγκαταστάσεως η χρονική διάρκεια καταβολής της κατά την προηγουμένην παρ. 3 αποζημιώσεως περιορίζεται μέχρι του χρόνου της επανεγκαταστάσεως. Δια την άσκησιν του κατά την παρούσαν παράγραφον δικαιώματος επανεγκαταστάσεως ο εξωσθείς ή αποβληθείς οφείλει να υποβάλη την προς τούτο αίτησίν του εις τον Πρόεδρον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο ετών από της ημέρας της συντελέσεως της εξώσεως ή αποβολής αυτού, εφ' όσον η εξ' ης η έξωσις οικοδομή δεν κατεδαφίσθη και τριών ετών εάν κατεδαφίσθη η παλαιά εξ' ής η έξωσις και ανηγέρθη νέα οικοδομή, αποσβενυμένου εν αντιθέτω περιπτώσει του δικαιώματος αυτού προς επανεγκατάστασιν κατά την παρούσαν παράγραφον. Δυνάμει της παρ. 4 άρθρ. 36 Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. (τόμ. 10 σελ. 173) αι κατά την ανωτέρω παρ. 4 διαφοραί δικάζονται υπό του μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 668 έως 684 Κώδ. Πολιτ. Δικον. διατηρουμένων εν ισχύϊ των ειδικών δικονομικών διατάξεων αυτών, αρκεί δε πιθανολόγησις των πραγματικών ισχυρισμών. Η απόφασις του μονομελούς Πρωτοδικείου δεν υπόκειται εις τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον. Ως προς τας εκκρεμείς δίκας κατά την εισαγωγήν του Κώδ. Πολιτ. Δικον. βλ. την παρ. 5 άρθρ. 36 Εισαγ. Νόμον Πολιτ. Δικονομίας. 5.Κατά την περίπτωσιν των εδαφ. ζ΄ και ι΄ της παρ. 3 του άρθρ. 4 ο κύρος του ακινήτου δεν δικαιούται κατά περίπτωσιν, είτε να χρησιμοποιήση καθ' οιονδήποτε τρόπον αμέσως ή εμμέσως τμήμα ή διαμέρισμα της νέας οικοδομής, δι' ας χρήσεις εχρησιμοποιείτο η παλαιά οικοδομή, εν όλω ή εν μέρει, είτε να μεταβάλη τον ειδικόν προορισμόν του ακινήτου δια διαρρυθμίσεων εις καταστήματα χρήσεως οίας και τα εν τη παλαιά τοιαύτη, παρά μόνον εάν προσκαλουμένων υπ' αυτών των μισθωτών καταστημάτων δι' εξωδίκου προσκλήσεως κοινοποιουμένης νομίμως και μη επανεγκατασταθέντων, λόγω εφαρμογής των άνω διατάξεων, ούτοι ήθελον αρνηθή να εγκατασταθώσιν ή ήθελε παρέλθη άπρακτος ή εν τη αιτήσει προθεσμία, ήτις δεν δύναται να είναι μικροτέρα των 15 ημερών. Εν περιπτώσει δε μείζονος αριθμού αιτουμένων, δικαιουμένων επανεγκαταστάσεως, κρίνει ο Πρόεδρος Πρωτοδικών κατά τα εν παρ. 4 του άρθρ. 4 του παρόντος. Ο άνω περιορισμός ισχύει εφ' όσον χρόνον διαρκεί εφεξής η αναγκαστική ρύθμι(Αντί της σελ. 332,23(β) Σελ. 332,23(γ) Τεύχος 437 - Σελ. 71 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.4 σις των μισθώσεων και ο εξωσθείς θα ετύγχανε της τοιαύτης προστασίας, πάντως ουχί πέραν των 5 ετών από της εξώσεως ή προκειμένου περί συμβατικώς μη παρατεινομένης αναγκαστικώς μισθώσεως δια τον υπόλοιπον από της εξώσεως χρόνον αυτής. Εν περιπτώσει παραβάσεως των ορισμών της παρούσης, ο κύριος του ακινήτου υπόκειται εις τας συνεπείας τας οριζομένας εν παρ. 1 του παρόντος. 6.Αποφάσεις περί εξώσεως ή αποστεγάσεως εκδιδόμεναι κατ' εφαρμογήν του παρόντος Δ/τος και μη εκτελούμεναι εντός 18 μηνών από της επιδόσεώς των ή εν περιπτώσει αναστολής της εκτελέσεώς των από της λήξεως της αναστολής, αποβάλλουσι την ισχύν των. Άρθρ.10.-1.Αι εκ του παρόντος υποχρεώσεις και ευθύναι αναφέρονται εις το ακίνητον και βαρύνουσι τον εκάστοτε κύριον αυτού. Οι δικαιοπάροχοι τούτων ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετ' αυτού δια την εκπλήρωσιν των εκ του παρόντος υποχρεώσεων αλλά μόνον εφ' όσον συνέτρεξε και ιδία αυτών υπαιτιότης. Εν περιπτώσει καθ' ην η συνεπαγομένη την προς αποζημίωσιν υποχρέωσιν παράλειψις οφείλεται εις αποκλειστικήν υπαιτιότητα τινός των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, ο εναχθείς και υποχρεωθείς εις αποζημίωσιν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των δικαιοπαρόχων του. 2.Εν πάση περιπτώσει, μεταβιβαζομένου εξ οιουδήποτε λόγου και καθ' οιονδήποτε τρόπον του ακινήτου από του οποίου διετάχθη έξωσις επί τω σκοπώ ανοικοδομήσεως κατ' εφαρμογήν του παρόντος Β.Δ/τος, συμμεταβιβάζονται εις τον νέον κύριον και άπασαι αι εκ της δικαστικής περί εξώσεως αποφάσεως υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του, έστω και αν προκειμένου περί μεταβιβάσεως δι' ην απαιτείται σύνταξις εγγράφου, ουδεμία γίνεται εν αυτώ μνεία. ΄Αρθρ.11.-1.Αι διατάξεις του παρόντος Β.Δ/τος, ισχύουν επί ακινήτων ανηκόντων εις οιονδήποτε φυσικόν η νομικόν πρόσωπον δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. 2.Επί ακινήτων ρυμοτομουμένων υπό των ως άνω σχεδίων ρυμοτομίας, εφρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος μόνον εφ' όσον κατά την ανέγερσιν της νέας οικοδομής τηρηθώσιν αι οικοδομικαί γραμμαί του εγκεκριμένου σχεδίου ρυμοτομίας, πάσης μεταγενεστέρας παραβάσεως επαγομένης την εφαρμογήν των εν άρθρ. 9 κυρώσεων. 3.Όπου των διατάξεων του παρόντος γίνεται χρήσις του όρου "μισθοσυντήρητοι" νοούνται ούτοι κατά τας διατάξεις του άρθρ. 5 του ενοικιοστασίου, όπου δε γίνεται μνεία του όρου "μισθωτής" νοείται και ο "υπομισθωτής". Σελ. 332,24(γ) Τεύχος 437-Σελ. 72 4.Όπου εν τω παρόντι αναφέρονται τμήματα πόλεων, εις ταύτα θεωρούνται ότι περιλαμβάνονται αμφότεραι αι πλευραί των κατονομαζομένων λεωφόρων αι οδών και πάσαι αι πλευραί των πλατειών ως και αι πλευραί των συνεπεία αποτιμήσεως οξειών γωνιών διαμορφουμένων διαπλατύνσεων. Δύναται δε ο Υπουργός των Δημοσίων Έργων να κυρώση αποτύπωσιν των εν τω παρόντι αναφερομένων τμημάτων πόλεων, χαρακτηριζομένων δια της ονομασίας οδών κλπ. ως και των λεωφόρων και οδών εις τα αντίστοιχα διαγράμαμτα. Πάσα αμφιβολία περί την υπαγωγήν ακινήτου τινός εις τα άνω τμήματα επιλύεται ανεκκλήτως δι' αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων, εκδιδομένης μετά γνώμην του Συμβουλίου Οικισμού. Εάν ακίνητόν τι έχη πρόσοψιν επί της διασταυρώσεως δύο οδών ή και Πλατειών και οδού, θεωρείται δια την εφαρμογήν του παρόντος και μόνον, υπαγόμενον εις τας διατάξεις τας διεπούσας τα ακίνητα τα κείμενα επί των εν τω παρόντι αναφερομένων οδών κλπ., εφ' όσον πρόκειται να ανεγερθή ενιαία οργανικώς και λειτουργικώς οικοδομή εφ' ολοκλήρου του οικοπέδου. 5.Κατά την εφαρμογήν του παρόντος ως προς τους τεχνικούς εν γένει όρους και τον ορισμόν των υπογείων, ορόφων κλπ., ισχύουσιν αι σχετικαί διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους. Άρθρ.12.-Αι διατάξεις του παρόντος δεν έχουσιν εφαρμογήν επί των δια συμβάσεως ή τελεσιδίκου αποφάσεως ρυθμισθεισών σχέσεων, εφαρμόζονται όμως επί εκκρεμών δικών και κατ' έφεσιν μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως. Η ισχύς του παρόντος Δ/τος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση Άρθρ.2.-1.Η κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου άρσις της δεσμεύσεως ή αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως κλπ. χωρεί υπό τους ως έπεται υπό στοιχ. Α΄ Β΄ και Γ΄ απαραιτήτους όρους. Α΄.Της ανεγέρσεως νέας οικοδομής του ακολούθου κατ’ ελάχιστον όριον μεγέθους δι’ εκάστην των περιπτώσεων της παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος. α)Δια την περίπτωσιν Α΄ η νέα οικοδομή πρέπει να έχει συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων τουλάχιστον διπλασίαν της μεγίστης επιτρεπομένης να καλυφθή επιφανείας του οικοπέδου, μη απαιτουμένου πάντως όπως η συνολική αύτη καλυπτομένη επιφάνεια ορόφων υπερβαίνει επί οικοπέδων μείζονος εκτάσεως τα 300 τετραγωνικά μέτρα. Εάν δε το ακίνητον, δεν κείται εντός των διοικητικών ορίων των Δή(Μετά την σελ. 332,12(ε) Σελ. 332,13(ε) Τεύχος 427-Σελ. 3 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση 7.Ζ.β.4 μων Αθηναίων, Πειραιώς ή Θεσσαλονίκης, η συνολική αύτη καλυπτομένη επιφάνεια υπέρ το έδαφος ορόφων δεν απαιτείται να υπερβαίνη επί οικοπέδων μείζονος εκτάσεως τα 150 τ.μ. β) Δια την περίπτ. Β΄ η νέα οικοδομή πρέπει να έχη τουλάχιστον συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν ορόφων υπέρ το έδαφος μη υπολειπομένην ούτε της απαιτουμένης ως ανωτέρω δια την περιπτ. Α΄ ούτε του διπλασίου της συνολικής καλυπτομένης επιφανείας ορόφων του μετά την κατάρρευσιν, καταστροφήν ή κατεδάφισιν απομείναντος και χρησιμοποιουμένου τμήματος παλαιάς οικοδομής ή προκειμένου περί ετοιμορρόπων και κατεδαφιστέων του τυχόν μη κριθέντος ετοιμορρόπου και κατεδαφιστέου τμήματος. Εάν όμως το ακίνητον δεν κείται εντός των διοικητικών ορίων των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, απαιτείται ως όριον δια την νέαν οικοδομήν, αντί του διπλασίου της συνολικής καλυπτομένης επιφανείας ορόφων του απομείναντος μέρους της παλαιάς οικοδομής, η συνολική απλώς καλυπτομένη επιφάνεια ορόφων του απομείναντος ή μη κριθέντος ως κατεδαφιστέου μέρους αυτής. Κατά την αυτήν περίπτ. Β΄ εάν κατά τας προβλέψεις του δευτέρου εδαφίου ταύτης ανηγέρθη μόνιμος μονώροφος οικοδομή, ως προς το μέγεθος της νέας οικοδομής εφαρμόζονται τα κατωτέρω δια την περίπτ. Ε΄ οριζόμενα, εάν δε ανηγέρθη πρόχειρος και προσωρινή κατασκευή, εφαρμόζονται τα ανωτέρω (στοιχ. α΄) οριζόμενα. γ) Δια την περιπτ. Γ΄ η προσθήκη πρέπει να περιλαμβάνη ένα τουλάχιστον πλήρη όροφον, εκτεινόμενον κατ’ επιφάνειαν εις πάσαν την επιφάνειαν του υποκειμένου ορόφου. Εν περιπτώσει περιορισμού εκ πολεοδομικών ή οικοδομικών διατάξεων, μη επιτρεπουσών την επέκτασιν του νέου ορόφου εφ’ ολοκλήρου της εκτάσεως του υποκειμένου τοιούτου, αρκεί όπως ο προστιθέμενος όροφος καλύπτη ολόκληρον την επιτρεπομένην όπως καλυφθή επιφάνειαν. δ) Δια την περιπτ. Δ΄ τα νέα διαμερίσματα πρέπει να καλύπτουν κατά ένα τουλάχιστον όροφον τον χώρον, εφ’ ου ζητείται η ανοικοδόμησις. ε) Δια την περιπτ. Ε΄ η νέα οικοδομή εις τα ως κατωτέρω χαρακτηριζόμενα κεντρικά τμήματα των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης πρέπει να περιλαμβάνη συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφου, μη υπολειπομένην, ούτε του διπλασίου της υπέρ το έδαφος καλυπτομένης επιφανείας ορόφων της κατεδαφιζομένης οικοδομής, ούτε του ημίσεος της μεγίστης επιτρεπομένης επιφανείας ορόφων της οικοδομής υπό των πολεοδομικών και οικοδομικών διατάξεων. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν η νέα οικοδομή πρέπει να περιλαμβάνη συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων μη υπολειπομένων, ούτε του διπλασίου της υπέρ το έδαφος συνολικής καλυπτομένης επιφανείας Σελ. 332,14(ε) Τεύχος 427-Σελ. 4 ορόφων της κατεδαφιζομένης οικοδομής, ούτε της απαιτουμένης ως ανωτέρω (στοιχ. α΄) δια την περιπτ. Α΄. ς) Δια την περιπτ. ΣΤ΄ εάν το ακίνητον κείται εντός των, ως κατωτέρω χαρακτηριζομένων, κεντρικών τμημάτων των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, καθώς και δια την περιπτ. Ζ΄ η νέα οικοδομή πρέπει να έχει συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων, μη υπολειπομένην ούτε του διπλασίου της υπέρ το έδαφος καλυπτομένης επιφανείας ορόφων της κατεδαφιζομένης οικοδομής ούτε των τριών τετάρτων της μεγίστης επιτρεπομένης υπό των πολεοδομικών και οικοδομικών διατάξεων, επιφανείας ορόφων της οικοδομής. Εάν κατά την αυτήν περιπτ. Στ΄ το ακίνητον κείται εκτός των ως άνω κεντρικών τμημάτων αλλ’ εντός των διοικητικών ορίων των Δήμων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, η νέα οικοδομή πρέπει να περιλαμβάνη συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων μη υπολειπομένην, ούτε του διπλασίου της υπέρ το έδαφος καλυπτομένης επιφανείας ορόφων της κατεδαφιζομένης οικοδομής, ούτε της απαιτουμένης ως ανωτέρω (στοιχ. α΄) δια την περιπτ. Α΄ εν τη θέσει ταύτη του ακινήτου. Εάν η ως άνω υποχρέωσις περί διπλασίας επιφανείας ορόφων της νέας οικοδομής συνεπάγεται τυχόν κατασκευήν μείζονα της επιτρεπομένης εκ των πολεοδομικών και οικοδομικών διατάξεων, τότε η νέα οικοδομή αρκεί να έχει συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων ίσην προς την μεγίστην εκ των πολεοδομικών και οικοδομικών διατάξεων επιτρεπομένην τοιαύτην, είτε το ακίνητον κείται εντός των ως άνω κεντρικών τμημάτων των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης είτε εκτός αυτών. Εκτός των ορίων των ως άνω Δήμων ή εις πάσαν άλλην πόλιν ή κώμην η νέα οικοδομή πρέπει να περιλαμβάνη συνολικήν καλυπτομένην επιφάνειαν υπέρ το έδαφος ορόφων μη υπολειπομένων, ούτε της υπέρ το έδαφος συνολικής καλυπτομένης επιφανείας ορόφων της κατεδαφιζομένης οικοδομής, ούτε της απαιτουμένης ως ανωτέρω στοιχ. α δια την περίπτ. Α΄ εν τη θέσει του ακινήτου. 7.Ζ.β.4 Διευκολύνσεις για Ανοικοδόμηση Δια την εφαρμογήν των διατάξεων των εδαφ. ε΄ και ς΄ της παρούσης παραγράφου τα κεντρικά τμήματα των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ορίζονται ως κατωτέρω: αα)Προκειμένου περί των Αθηνών το ως άνω τμήμα ορίζεται γύρωθεν υπό της Πλατείας του Σιδηροδρομικού Σταθμού Σ.Ε.Κ., των οδών Δεληγιάννη, Ανδρομάχης, Κεραμέων, της Πλατείας Μεταξουργείου, των οδών Κολοκυνθούς, Πειραιώς, της Πλατείας Ελευθερίας, των οδών Διπύλου, Ευριπίδου, Αριστοφάνους, της Πλατείας Ηρώων, της οδού Μιαούλη, της Πλατείας Μοναστηρακίου, των οδών Πλούτωνος, Ντέκα, Πλατείας Μητροπόλεως, των οδών Αγίας Φιλοθέης, Ναυάρχου Νικοδήμου, Νίκης, της Πλατείας Αγγλικής Εκκλησίας, των Λεωφόρων Αμαλίας, Βασιλίσσης Όλγας και Βασιλέως Κωνσταντίνου, της Λεωφόρου Βασ. Σοφίας, των οδών Μ. Πετράκη, Σπευσίππου, Ηρακλείτου, Αναγνωστοπούλου, Λυκαβηττού, Σχιστής Πέτρας, Διδότου, Μεταξά, Σπυρ. Τρικούπη, της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, των οδών Μαυρομματαί …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.