📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 1539 της 24/29 Δεκ. 1938 Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων. Άρθρ.1.-1.Άπασαι αι κείμεναι διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων και περί των ακινήτων κτημάτων εν γένει έχουσιν εφαρμογήν επί των ακινήτων κτημάτων του Δημοσίου μόνον εφ’ όσον δεν αντίκεινται προς τας ειδικάς διατάξεις του παρόντος νόμου. 2.Πάσαι αι διατάξεις του παρόντος νόμου έχουσιν εφαρμογήν δια πάντα τ’ ακίνητα κτήματα του Δημοσίου, αδιαφόρως αν ταύτα διαχειρίζωνται υπό της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών ή υφ’ ετέρων Υπουργείων ή άλλων Δημοσίων Υπηρεσιών. 3.Ως ακίνητα κτήματα του Δημοσίου, κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παρ. 1 και 2, νοούνται και τα ακίνητα κτήματα των διαλελυμένων Μονών, τα περιελθόντα και ανήκοντα εισέτι εις το παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον. 4.Εξαιρετικώς προκειμένου περί των δημοσίων κτημάτων των διαχειριζομένων υπό του Υπουργείου Γεωργίας δια τους σκοπούς του αγροτικού εποικισμού, δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος νόμου, πλην αν πρόκειται περί δημοσίων κτημάτων αναληφθέντων προς διανομήν υπό του Υπουργείου Γεωργίας κατά το άρθρ. 111 του Αγροτικού Κώδικος, δι’ α έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις του παρόντος πλην των άρθρ. 25 έως 32. Σελ. 191 90 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.1-4 5.Εξαιρετικώς ωσαύτως προκειμένου περί δασών μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών διαχειριζομένων υπό της Διευθύνσεως Δασών του Υπουργείου Γεωργίας δεν εφαρμόζονται αι διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του Άρθρ.9.-1.Η κατά το προηγούμενον άρθρον αίτησις διαβιβάζεται προς την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, ήτις καταγράφει αυτήν εις ειδικόν βιβλίον, αντίγραφον δ’ αυτής αποστέλλει είς τινα των Οικονομικών Επιθεωρητών ή άλλον ανώτερον οικονομικόν υπάλληλον ή τον αρμόδιον Ειρηνοδίκην ή τον Οικονομικόν Έφορον ίνα εντός τριών το πολύ μηνών ενεργήσωσιν επί της υποθέσεως ένορκον διοικητικήν εξέτασιν, καθ’ ην δύνανται ούτοι και οίκοθεν να προβώσιν εις την εξέτασιν οιουδήποτε μάρτυρος, προταθέντος ή μη, και εις συλλογήν παντός εν γένει αποδεικτικού στοιχείου. 2.Αι διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας περί βιαίας προσαγωγής των μη εμφανιζομένων μαρτύρων εφαρμόζονται κατά πάσαν περίπτωσιν μη εμφανίσεως μαρτύρων κατά την, συμφώνως τη προηγουμένη παραγράφω, διοικητικήν εξέτασιν, του εντάλματος βιαίας προσαγωγής εκδιδομένου υπό του ενεργούντος την διοικητικήν εξέτασιν. 3.Οι εκ των μαρτύρων όντες δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καλούμενοι υπό του ενεργούντος την κατά το παρόν άρθρον διοικητικήν εξέτασιν και μη προσερχόμενοι προς εξέτασιν, διώκονται πειθαρχικώς δια παράβασιν καθήκοντος, μη αποκλειομένης και της ποινικής αυτών διώξεως κατά τας σχετικάς διατάξεις του Ποινικού Νόμου. 4.Επιτρέπεται, όπως εις τους μάρτυρας του Δημοσίου καταβάλληται δι’ οδοιπορικά έξοδα ή ημεραργίαν αποζημίωσις, μη δυναμένη να υπερβή δι’ έκαστον τας δραχμάς 75. Περί της καταβλητέας αποζημιώσεως αποφασίζει ο Υπουργός των Οικονομικών μετά πρότασιν του ενεργήσαντος την διοικητικήν εξέτασιν. 5.Η έκθεσις της εξετάσεως των μαρτύρων μετά του πορίσματος του ενεργήσαντος την διοικητικήν εξέτασιν και παντός σχετικού στοιχείου ευρισκομένου εν τη Οικονομική Εφορία υποβάλλονται επί αποδείξει, μετ’ εμπεριστατωμένης γνώμης του Οικον. Επιθεωρητού ή του ενεργήσαντος την διοικητικήν εξέτασιν άλλου ανωτέρου οικονομικού υπαλλήλου ή του Οικονομικού Εφόρου, εις το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων), παρ’ ου εισάγεται η υπόθεσις εις το κατά το επόμενον άρθρον Συμβούλιον, κατά την πρώτην συνεδρίαν αυτού. 6.Όπου του παρόντος άρθρου γίνεται μνεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων τουΥπουργείου των Οικονομικών ή του Υπουργού των Οικονομικών, νοείται, προκειμένου περί των κατά την παρ. 5 του άρθρ. 1 κτημάτων, η Διεύθυνσις Δασών του Υπουργείου της Γεωργίας και ο Υπουργός της Γεωργίας, της κατά την παρ. 1 εξετάσεως ανατιθεμένης κατά πρώτον λόγον εις τους δασικούς υπαλλήλους. Άρθρ.10.-1.Συνιστάται παρά τω Υπουργείω των Οικονομικών «Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Δημοσίων Κτημάτων», ούτινος η αρμοδιότης συνίσταται εις την έκδοσιν γνωμοδοτήσεων επί των κατά τον παρόντα νόμον εισαγωμένων εις αυτό υποθέσεων. 2.Το «Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Δημοσίων κτημάτων» αποτελείται: «α)Εκ του Αντιπροέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ενός εκ των Συμβούλων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Προέδρου. β και γ)Εκ δύο Νομικών Συμβούλων του Κράτους. δ και ε)Εκ δύο Εφετών Αθηνών και ς)Εκ του Διευθυντού της Δ/νσεως Δημοσίων Κτημάτων ή ετέρου ανωτέρου υπαλλήλου επί βαθμώ τουλάχιστον 3ω αρμοδιότητος Γενικής Δ/νσεως Φορολογίας. Χρέη Γραμματέως εκτελεί υπάλληλος της Δ/νσεως Δημοσίων Κτημάτων». Σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρ. 1 της 0.208/181/1982 (ΦΕΚ Β΄ 214) Απ. Υπ. Προεδρίας και Οικονομικών (τόμ 24, σελ. 58,186) στο άνω Συμβούλιο μετέχει αντί για τον Αντιπρόεδρο του Νομ. Συμβουλίου και ένας ακόμα Νομικός Σύμβουλος του Κράτους. Το άνω Συμβούλιο με την άνω συγκρότηση, διατηρήθηκε από την 1078204/927/0006Α/1992 (ΦΕΚ Β΄ 517), Απ. Υπ. Προεδρ. και Οικονομ., (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 544/28 Αυγ. 1992), (τόμ. 24, σελ. 58,437). 3.Οι Νομικοί Σύμβουλοι και οι Εφέται ορίζονται υπό των ολομελειών του Νομικού Συμβουλίου και του Εφετείου Αθηνών, παρ’ ων ορίζονται και ισάριθμοι αναπληρωταί αυτών καλούμενοι εις αναπλήρωσιν των κωλυομένων κατά την εν τη οριζούση αυτούς πράξει καθοριζομένην σειράν. Η θητεία των κατά την παρούσαν παράγραφον οριζομένων μελών του Συμβουλίου είναι διετής, δυναμένη εκάστοτε ν’ ανανεώται. 4.(Αφεώρα τον Πρόεδρον και τον Γραμματέα του Συμβουλίου, περί ων βλ. παρ. 2). Η σύνθεσις κλπ. του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων εις ην ανεφέροντο αι παρ. 2-6, ετροποποιήθη ως άνω δια της παρ. 15 άρθρ. 1 της υπ’ αριθ. Δ.6741 της 24/30 Ιουν. 1967 αποφ. των Αντιπροέδρου Κυβερνήσεως και Υπ. Οικονομικών (τόμ. 24 σελ. 58,21). 5.Το Συμβούλιον συνέρχεται άπαξ τουλάχιστον κατά δεκαπενθήμερον εν Αθήναις και εν δημοσίω καταστήματι, οριζομένω δι’ αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού, ευρίσκεται δ’ εν απαρτία παρόντων πέντε τουλάχιστον των μελών αυτού. 6.Αι γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου εκδίδονται κατά πλειοψηφίαν των παρόντων μελών, νικώσης εν ισοψηφία της ψήφου του προεδρεύοντος, υπόκεινται δε πάντοτε υπό την έγκρισιν τουΥπουργού των Οικονομικών δυναμένου ν’ αποδεχθή ή μη ταύτας, εν τω συνόλω αυτών, ή ν’ αποδεχθή ταύτας εν μέρει μεν αλλ’ επ’ ωφελεία του Δημοσίου, ουχί όμως και να τροποποιήση αυτάς εις βάρος του Δημοσίου. Προκειμένου περί των κατά την παρ. 4 του άρθρ. 1 κτημάτων αι γνωμοδοτήσεις του Συμ(Αντί για τη σελ. 193(β) Σελ. 193(γ) Τεύχος 1239-Σελ. 85 92 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 βουλίου εγκρίνονται κατά τ’ ανωτέρω δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας. 7.Εις έκαστον των μελών του Συμβουλίου και τον γραμματέα παρέχεται αποζημίωσις δραχ. 250 κατά συνεδρίασιν. 8.Δι’ αποφάσεων του επί των Οικονομικών Υπουργού δύναται να συνταγή ή να τροποποιήται κανονισμός των εργασιών του Συμβουλίου. 9.Εξαιρετικώς προκειμένου περί των κατά την παρ. 5 του άρθρ. 1 κτημάτων αντί του κατά το παρόν άρθρον «Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων» γνωμοδοτεί το παρά τω Υπουργείω της Γεωργίας Διοικητικόν Δικαστήριον, εφαρμοζομένης και δια τα μέλη και τον γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου της διατάξεως της παρ. 7 του παρόντος άρθρου. Επί αιτήσεων αφορωσών διεκδίκησιν ή αμφισβήτησιν επί δασών, τα εν άρθρ. 10, 11 και 12 δικαιώματα ασκούνται υπό του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Δασών κατά τον Α.Ν. 1747/1939 (τόμ. 17Α σελ. 523). Άρθρ. 11.-1.Μετά την κατά την παρ. 5 του άρθρ. 9 εισαγωγήν της υποθέσεως εις το «Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Δημοσίων Κτημάτων» ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ορίζει εισηγητήν έν των μελών του Συμβουλίου, όπερ κατά την επομένην συνεδρίασιν, εισηγείται εγγράφως επί της υποθέσεως, μεθ’ ο εκδίδεται η γνωμοδότησις. 2.Δύναται εν τούτοις το Συμβούλιον, εάν κρίνη ότι επιβάλλεται συμπλήρωσις των εν τω φακέλλω στοιχείων ή συμπληρωματική εξέτασις των ήδη εξετασθέντων μαρτύρων ή εξέτασις ετέρων προσώπων, προταθέντων ή μη ως μαρτύρων, να διατάξη την προσαγωγήν των στοιχείων ή την διεξαγωγήν της μαρτυρικής εξετάσεως, ήτις εν τοιαύτη περιπτώσει ενεργείται υπό τινος των μελών του Συμβουλίου ή των εν παραγρ. 1 του άρθρ. 9 μνημονευομένων υπαλλήλων, οριζομένου υπό του Συμβουλίου. 3.Αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 9 έχουσιν εφαρμογήν και δια τους δημοσίους λειτουργούς ή τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τους μη προσάγοντας εγκαίρως τα υπό του Συμβουλίου ζητούμενα στοιχεία. Ωσαύτως αι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρ. 9 έχουσιν εφαρμογήν και επί της κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξετάσεως μαρτύρων, του εντάλματος βιαίας προσαγωγής εκδιδομένου είτε υπό του ορισθέντος υπό του Συμβουλίου, όπως ενεργήση την εξέτασιν, είτε υπό του Προέδρου του Συμβουλίου. Σελ. 194(γ) Τεύχος 1239-Σελ. 86 4.Η γνωμοδότησις του Συμβουλίου εκδίδεται εν πάση περιπτώσει εντός της κατά την παρ. 4 του άρθρ. 8 εξαμήνου προθεσμίας. Εξαιρετικώς και εφ’ όσον συντρέχει τις των εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου περιπτώσεων, δύναται το Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του, εφ’ άπαξ εκδιδομένης και κοινοποιουμένης εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τον αντίκλητον αυτού επί αποδείξει, να παρατείνη επί τρεις το πολύ μήνας την προς έκδοσιν της αποφάσεώς του εξάμηνον προθεσμίαν. Εν τη περιπτώσει ταύτη θεωρείται αυτοδικαίως παραταθείσα και η εν παραγρ. 4 του άρθρ. 8 εξάμηνος προθεσμία. 5.Η γνωμοδότησις του Συμβουλίου μετά της κατά την παρ. 6 του προηγουμένου άρθρου αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού περί αποδοχής ή μη αυτής, εν όλω ή εν μέρει, καταχωρείται εις ειδικόν βιβλίον, περίληψις δε της τε γνωμοδοτήσεως και της αποφάσεως του Υπουργού κοινοποιείται επί αποδείξει εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τον αντίκλητον αυτού. 6.Όπου του παρόντος άρθρου γίνεται μνεία του «Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων», του Προέδρου αυτού και του Υπουργού των Οικονομικών, νοείται, προκειμένου περί των κατά την παρ. 5 του άρθρ. 1 κτημάτων, το παρά τω Υπουργείω της Γεωργίας Διοικητικόν Δικαστήριον, ο Πρόεδρος αυτού και ο Υπουργός της Γεωργίας. Άρθρ.12.-1.Εάν το Συμβούλιον γνωμοδοτήση υπέρ της αποδόσεως του αιτουμένου ακινήτου ως ανήκοντος εις τον υποβαλόντα την αίτησιν, εγκρίνη δε την απόδοσιν εν όλω ή εν μέρει ο Υπουργός των Οικονομικών, αύτη, καθ’ ο μέρος ήθελεν εγκριθή υπό του Υπουργού των Οικονομικών, ενεργείται δια πρωτοκόλλου παραδόσεως υπό του Οικονομικού Εφόρου ή άλλου δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου υπό του Υπουργείου των Οικονομικών, εντός ενός μηνός από της εγκρίσεως, μεταβιβαζομένων αυτοδικαίως εις τον προς ον η απόδοσις και όλων των δικαιωμάτων και αγωγών εκ της μισθώσεως τυχόν ή άλλης σχέσεως του Δημοσίου προς τρίτους άνευ άλλης μεταβιβαστικής πράξεως και άνευ ουδεμιάς ευθύνης του Δημοσίου δι’ εκνίκησιν ή άλλην αιτίαν. 2.Εφ’ όσον, δια της κατά το άρθρ. 8 αιτήσεως, δεν αξιούται η κυριότης αλλ’ άλλο, πλην της νομής, εμπράγματον δικαίωμα, το δε Συμβούλιον ήθελε γνωμοδοτήσει και ο Υπουργός των Οικονομικών ήθελεν εγκρίνει την αναγνώρισιν του εμπραγμάτου δικαιώματος, αύτη θεωρείται συντελεσθείσα δια μόνης της αποφάσεως του Υπουργού, μη απαιτουμένης οιασδήποτε άλλης αναγνωριστικής πράξεως. 3.Αι διατάξεις της παρ. 6 του προηγουμένου άρθρ. 11 εφαρμόζονται και επί των διατάξεων του παρόντος άρθρου. 93 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 4.Διατηρείται η κατά τους κειμένους νόμους λοιπή, πλην των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων περιπώσεων, αρμοδιότης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας δασών και του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας. Άρθρ.13.-1.Η κατά του Δημοσίου αγωγή προς απόδοσιν ακινήτου κατεχομένου υπ’ αυτού, εισαγομένη μετά την πάροδον της κατά την παρ. 4 του άρθρ. 8 εξαμήνου προθεσμίας ή εν περιπτώσει παρατάσεως αυτής κατά την παρ. 4 του άρθρ. 11, μετά την λήξιν και του, δι’ ον η παράτασις, χρόνου ή και προ της λήξεως μεν των προθεσμιών τούτων αλλά μετά την άρνησιν του Δημοσίου προς απόδοσιν, ως επίσης και η αγωγή του Δημοσίου κατ’ αντιδίκου αυτού επί τω αυτώ σκοπώ εισάγονται εις το αρμόδιον ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου Πρωτοδικείον και εκδικάζονται κατά την εν τοις επομένοις άρθροις διαδικασίαν. Πάσα άλλη αγωγή ή αίτησις ενώπιον παντός δικαστηρίου είναι αυτεπαγγέλτως απαράδεκτος, εξαιρέσει της περί λήψεως των εισοδημάτων, ήτις δύναται να εγερθή και μετά την έκδοσιν της τελεσιδίκου αποφάσεως, της περί εγέρσεως ταύτης προθεσμίας αναστελλομένης εφ’ όσον εκκρεμεί η προς απόδοσιν του ακινήτου κυρία δίκη. 2.Αι εν τη προηγουμένη παραγράφω υποθέσεις είναι εκ του νόμου προτετιμημέναι. 3.Προσεπικλήσεις και παρεμβάσεις γίνονται κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου, μη παρεκτεινομένης της προθεσμίας ταύτης λόγω αποστάσεως, το Δικαστήριον όμως δύναται, επί τη αιτήσει του μη δυνηθέντος ν’ ασκήση εμπροθέσμως προσεπίκλησιν ή παρέμβασιν, ν’ αναβάλη, προς τον σκοπόν της ασκήσεως τούτων, την συζήτησιν της υποθέσεως εις νέαν ρητήν δικάσιμον εντός μηνός. άρθρ. 25 και των άρθρ. 26 έως 32 του παρόντος νόμου. 2.Πάσαι αι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί αμφισβητήσεων μεταξύ Δημοσίου και Δήμων ή Κοινοτήτων, αφορωσών κτήματα εκ των εν τη προηγουμένη παρ. 5 μνημονευομένων. Άρθρ.14.-1.Η επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής απόφασις του δικαστηρίου εκδίδεται το βραδύτερον εντός δύο μηνών από της συζητήσεως. 2.Δια της τυχόν προδικαστικής αποφάσεως ορίζεται ονομαστικώς έν των μελών του δικάσαντος δικαστηρίου διευθύνων εισηγητής και αναπληρωτής αυτού προς διεύθυνσιν και διεξαγωγήν των δια της αποφάσεως τασσομένων αποδείξεων, ως και εισηγηταί δια την διεξαγωγήν των εκτός της έδρας του δικαστηρίου αποδείξεων. Άρθρ.15.-1.Η διεξαγωγή των αποδείξεων γίνεται επιμελεία των διαδίκων κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, εφ’ όσον δεν τροποποιούνται δια του παρόντος. 2.Ο διεθύνων εισηγητής δύναται κατ’ αίτησιν των διαδίκων να παρατείνη την προθεσμίαν και έχει άπαντα τα δικαιώματα του Προέδρου ως προς την διεξαγωγήν των αποδείξεων. Οι εκτός της έδρας του δικαστηρίου διεξάγοντες τας αποδείξεις εισηγηταί αποστέλλουσι τας σχετικάς εκθέσεις, εντός πέντε ημερών από του πέρατος αυτών, προς τον διευθύνοντα εισηγητήν. 3.Ο διευθύνων εισηγητής, εάν κρίνη ότι, προς διαλεύκανσιν της αληθείας, παρίσταται ανάγκη εξετάσεως και άλλων μαρτύρων, είτε γνωστοποιηθέντων παρά των διαδίκων πρό της ενάρξεως της εξετάσεως είτε μη, δύναται δια πράξεώς του, παρατείνων εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως την προθεσμίαν, να διατάξη την εξέτασιν αυτών επί του θέματος της αποφάσεως, δύναται δε να ορίση και ειδικώτερον τα υποβλητέα εις έκαστον τούτων ερωτήματα. Η πράξις του διευθύνοντος εισηγητού κοινοποιείται, επιμελεία αυτού, προς αμφοτέρους τους διαδίκους, καλουμένους, όπως παραστώσι κατά την εξέτασιν των μαρτύρων κατά την παρ’ αυτού οριζομένην ημέραν και ώραν. Εάν κατά την περίπτωσιν ταύτην οι μάρτυρες είναι εξεταστέοι εκτός της έδρας του διευθύνοντος εισηγητού, αποστέλλει ούτος την πράξιν αυτού προς τον αρμόδιον εισηγητήν, όστις, ορίζων ημέραν και ώραν εξετάσεως, επιμελείται της προσκλήσεως των διαδίκων και των μαρτύρων. 4.Αι επιμελεία των εισηγητών κοινοποιήσεις γίνονται κατά τας διατάξεις περί επιδόσεως ποινικών δικογράφων. 5.Αι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 9 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και κατά πάσαν περίπτωσιν μη εμφανίσεως μαρτύρων κληθέντων κατά τας εν τω παρόντι νόμω δίκας, του εντάλματος βιαίας προσαγωγής εκδιδομένου παρά των αρμοδίων εισηγητών ή του Προέδρου του δικαστηρίου. 6.Οι μάρτυρες του Δημοσίου δικαιούνται αποζημιώσεως και οδοιπορικών εξόδων κατά τα υπό του υπ’ αριθ. 1051/1938 Α.Νόμου οριζόμενα περί αποζημιώσεως των μαρτύρων του Δημοσίου, του εισηγητού διατάσσοντος παρά πόδας της κλήσεως την πληρωμήν τούτων εις βάρος του δημοσίου προϋολογισμού. Των αυτών οδοιπορικών εξόδων και αποζημιώσεως, καταβλητέων υπό του καλέσαντος αυτούς, δικαιούνται οι μάρτυρες εν πολιτική δίκη διεξαγομένη κατά τον παρόντα νόμον, η δε πληρωμή τούτων γίνεται βάσει εκτελεστού εντάλματος, καταχωρουμένου παρά πόδας της κλήσεως παρά του εισηγητού ή του Προέδρου του δικαστηρίου. Δι’ αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού καθορίζονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης παραγράφου. Άρθρ.16.-1.Εάν διαταχθή παρά του δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη, αύτη ενεργείται υποχρεωτικώς εν συνδυασμώ και με αυτοψίαν του δικαστηρίου ή του εισηγητού, κατά τα διατης αποφάσεως ειδικώτερον οριζόμενα, διορίζονται δε οι πραγματογνώμονες, κατά προΣελ. 195 94 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 τίμησιν εκ των διπλωματούχων μηχανικών ή τοπογράφων ή γεωμετρών ή δασολόγων ή γεωπόνων, υπό του δικαστηρίου ή του εισηγητού. 2.Οι διορισθέντες υπό του δικαστηρίου πραγματογνώμονες ή, εν απουσία ή κωλύματι αυτών, οι υπό του εισηγητού δια πράξεώς του διοριζόμενοι καλούνται υπό του εισηγητού εις ωρισμένην ημέραν και ώραν, καλουμένων και των διαδίκων και μετ’ αυτού μεταβαίνουσιν επί τόπου, ορκίζονται ενώπιον του εισηγητού τον όρκον του πραγματογνώμονος, συντασσομένης εκθέσεως, ακολούθως δε προβαίνουσιν αμέσως εις πραγματογνωμοσύνην, υποβάλλοντες την έκθεσίν των εις τον εισηγητήν εντός 15 ημερών, ην προθεσμίαν δύναται ο εισηγητής να παρατείνη εφ’ άπαξ επί έν εισέτι το πολύ μήνα, προκειμένου περί σπουδαίας υποθέσεως. 3.Εις τον Εισηγητήν και τον γραμματέα καταβάλλονται δια μεν την εκτός της έδρας των εργασίαν αυτών οδοιπορικά έξοδα και ημερησία αποζημίωσις κατά τας ισχυούσας διατάξεις περί οδοιπορικών εξόδων και ημερησίας αποζημιώσεως των εκτός της έδρας των εξερχομένων πολιτικών υπαλλήλων, δια δε τας εντός της έδρας των μετακινήσεις έξοδα κινήσεως. Η καταβολή τούτων γίνεται επί τη βάσει καταστάσεων, τεθεωρημένων υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου, ενεργούντος υπ’ ευθύνην του και έλεγχον και επαλήθευσιν της δαπάνης. Αι καταστάσεις αύται διαβιβάζονται εις το Υπουργείον Οικονομικών, παρ’ ου και εις βάρος του δημοσίου προϋπολογισμού εκδίδεται η σχετική εντολή προς πληρωμήν. 4.Αι ανωτέρω δαπάναι είναι δεκτικαί προπληρωμής. 5.Τα έξοδα των πραγματογνωμόνων και η αποζημίωσίς των καταβάλλονται υπό του Δημοσίου, επί τη βάσει καταστάσεων τεθεωρημένων υπό του Εισηγητού ή του Προέδρου του Δικαστηρίου. Άρθρ.17.-1.Μετά το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων ο διευθύνων εισηγητής συντάσσει το πόρισμά του, όπερ καταθέτει μετά των εισηγητικών εκθέσεων παρά τω γραμματεί του Πρωτοδικείου, ότις εντός 15 ημερών από της καταθέσεως κοινοποιεί αντίγραφον του πορίσματος εις τον Πρόεδρον του Νομικού Συμβουλίου. 2.Η περαιτέρω συζήτησις της υποθέσεως γίνεται κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, επιμελεία των διαδίκων, μετά οκτώ ημέρας από της παρά τω γραμματεί καταθέσεως του πορίσματος του εισηγητού, επιδιδομένης προς τον έτερον διάδικον κλήσεως προς συζήτησιν οκτώ τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου. 3.Η απόφασις εκδίδεται εντός δύο μηνών από της ημέρας της συζητήσεως, οριστική, πλην αν συντρέχωσιν αι περιπτώσεις της επομένης παρ.4. Σελ. 196 4.Το δικαστήριον δύναται οίκοθεν ν’ αναβάλη την έκδοσιν της αποφάσεως, ορίζον δια προδικαστικής αποφάσεώς του ετέραν δικάσιμον, προσδιοριζομένην εντός μηνός από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ίνα ενεργήση τούτο αυτοψίαν ή ίνα εξετασθώσιν ενώπιόν του άπαντες ή ένιοι των ενώπιον του εισηγητού εξετασθέντων μαρτύρων ή και μη εξτασθέντες υπό του εισηγητού, αδιαφόρως αν επροτάθησαν ή μη, κρινόμενοι όμως υπό του δικαστηρίου ως ουσιώδεις μάρτυρες. Η δαπάνη της προσελεύσεως των μαρτύρων τούτων καταβάλλεται υπό του Δημοσίου και εκκαθαρίζεται εις βάρος του διαδίκου, όστις θέλει ηττηθή. Δύναται ωσαύτως το δικαστήριον, εάν κρίνη βάσιμον αίτησιν ενός των διαδίκων, όπως εξετασθώσιν ενώπιον αυτού ένιοι των ενώπιον του εισηγητού εξετασθέντων μαρτύρων, ν’ αναβάλη εφ’ άπαξ την υπόθεσιν, καλουμένων υπό του εισηγητού των υπό του δικαστηρίου ορισθέντων μαρτύρων εις ωρισμένη δικάσιμον. Εάν είς ή πλείονες των κληθέντων μαρτύρων δεν προσέλθωσι, διατάσσεται η βιαία προσαγωγή των και αναβάλλεται και αύθις η υπόθεσις εις νέαν δικάσιμον, προσδιοριζομένην εντός μηνός, εάν όμως ούτοι δεν εξευρίσκωνται, η υπόθεσις δεν αναβάλλεται αλλ’ εκδικάζεται επί τη βάσει των υπό του εισηγητού διεξαχθεισών αποδείξεων. Ο αιτών την αναβολήν οφείλει να προκαταβάλη τα κατά την κρίσιν του εισηγητού οδοιπορικά έξοδα και αποζημίωσιν των κληθησομένων μαρτύρων, καταθέτων ταύτα εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων. 5.Δια της οριστικής αποφάσεως επιδικάζεται η κυριότης ή το εμπράγματον δικαίωμα εις ένα των διαδίκων, ειδοποιείται δε παρά του γραμματέως το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσις Δικαστικού) περί της εκδόσεως της αποφάσεως, αποστελλομένης αυτώ και της δικογραφίας επί αποδείξει εντός μηνός από της εκδόσεως της αποφάσεως. Άρθρ.18.-1.Κατά των εκδιδομένων αποφάσεων επιτρέπονται τα κατά την Πολιτικήν Δικονομίαν ένδικα μέσα. Εξαιρετικώς δεν επιτρέπεται έφεσις κατ’ αποφάσεως του Πρωτοδικείου εκδοθείσης ερήμην του ετέρου των διαδίκων. 2.Η υπό του Εφετείου τυχόν διατασσομένη συμπληρωματική απόδειξις διεξάγεται και η υπόθεσις μετά την διεξαγωγήν δικάζεται κατά τα οριζόμενα υπό του παρόντος νόμου δια την ενώπιον των Πρωτοδικών διαδικασίαν. 95 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 3.Κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων επιτρέπεται αίτησις αναιρέσεως δια τους εν άρθρ. 807 της Πολ. Δικονομίας λόγους, ως και δια ψευδή ερμηνείαν ή εσφαλμένην εφαρμογήν των άρθρ.3, 7, 13 της παρ. 2 του άρθρ. 14, της παρ. 1 του άρθρ. 16, της παρ. 1 του άρθρ. 17 και των άρθρ. 20 και 21 του παρόντος νόμου. Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 2711/1953 Άρθρ.19.-Άπασαι αι ανωτέρω διατάξεις, πλην των άρθρ. 8, 9, 10, 11, και 12 εφαρμόζονται και όταν εισάγηται προς εκδίκασιν οιαδήποτε ανακοπή εκ των άρθρ. 235, 238, 910, 911, 912, 913, 980 παρ. 6 και 985 της Πολιτικής Δικονομίας και εις πάσαν άλλην περίπτωσιν, εφ’ όσον πρόκειται ν’ αποφασισθή δικαίωμα εμπράγματον επί ακινήτου κτήματος μεταξύ του Δημοσίου και τρίτων, πλην της ειδικής διαδικασίας του άρθρ. 5 του Νόμ. 5895. Άρθρ.20.-1.Άπασαι αι μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών εκκρεμείς ενώπιον των Πρωτοδικείων και Εφετείων δίκαι περί νομής ή περί οιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος, εφ’ όσον δεν εξεδόθη επ’ αυτών τελεσίδικος απόφασις, εκδικάζονται εις ο στάδιον ευρίσκονται κατά την ανωτέρω διαδικασίαν, δυναμένου του δικαστηρίου να ενεργήση και νέαν έρευναν των υποθέσεων. Προς τούτο υποβάλλεται εις τον Πρόεδρον του δικαστηρίου παρ’ ω η δίκη είναι εκκρεμής, αίτησις προς περαιτέρω συζήτησιν της υποθέσεως, εις ην ο Πρόεδρος ορίζει ρητήν δικάσιμον, περαιτέρω δ’ εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν τα εν άρθρ. 14 και επ. του παρόντος νόμου διατασσόμενα. 2.Επί των εκκρεμών δικών περί νομής το δικαστήριον υποχρεωτικώς διατάσσει απόδειξιν περί του δικαιώματος της κυριότητος. Άρθρ.21.-Εις πάσαν δίκην μεταξύ Δημοσίου και τρίτου περί δημοσίου κτήματος λαμβάνονται υπ’ όψιν υπό του δικαστηρίου με δύναμιν ενωμότων μαρτυριών εκθέσεις και σχεδιαγράμματα δημοσίων υπαλλήλων ή καταθέσεις μαρτύρων εξετασθέντων διοικητικώς παρά δημοσίου υπαλλήλου και αίτινες φέρουσι την υπογραφήν του εξετασθέντος μάρτυρος. Άρθρ.22.-1.Οσάκις μεταξύ των οργάνων του Δημοσίου και ιδιώτου αμφισβητείται η διακατοχή επί ωρισμένου κτήματος, ζητείται η προσωρινή παρά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ρύθμισις παρά μεν του ιδιώτου δι’ αιτήσεως, παρά δε των οργάνων του Δημοσίου δι’ απλού εγγράφου. 2.Ο Εισαγγελεύς, λαμβάνων την αίτησιν ή το έγγραφον, ενεργεί αμέσως και, ει δυνατόν, αυθημερόν επιτόπιον εξέτασιν είτε αυτοπροσώπως είτε διά τινος των ανακριτικών υπαλλήλων και ή διατάσσει την επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν ή, εν αμφιβολία περί του δικαιούχου εις κατοχήν ή αν εκ τούτου ουδεμία επέρχηται σοβαρά βλάβη, διατάσσει την απαγόρευσιν διακατοχικών πράξεων, εις αμφοτέρους τους διαδίκους και πάντα τρίτον μέχρι της υπό του δικαστηρίου λύσεως της διαφοράς κατά τα πρόσθεν ειρημένα. 3.Η απόφασις του Εισαγγελέως ανακοινούται δια της ταχυτέρας οδού εις το Υπουργείον των Οικονομικών ή (προκειμένου περί δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών) εις το Υπουργείον της Γεωργίας και την αρμοδίαν Αστυνομικήν Αρχήν, ήτις και παρακολουθεί την ακριβή τήρησιν αυτής. 4.Η παραβίασις της εισαγγελικής αποφάσεως παρ’ οιουδήποτε τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον 15 ημερών υπό του Πλημμελειοδικείου, κατά την επ’ αυτοφώρω διαδικασίαν. «5.Κατά των ως ανωτέρω εκδιδομένων αποφάσεων παρά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών χωρεί ανακοπή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών ασκουμένη εντός διμήνου από της κοινοποιήσεώς των παρά του Δημοσίου ή των αντιδίκων τούτου. Εντός της αυτής διμήνου προθεσμίας από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου δύναται ν’ ασκηθή ανακοπή κατά παρομοίων αποφάσεων εκδοθεισών μέχρι σήμερον». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 30 του Νόμ.3800/1957. Το άρθρ.22 δεν εφαρμόζεται επί αποβολής εκ κτημάτων της Ζαππείου Επιτροπής, δυνάμει του άρθρ. 15 παρ. 2 Α.Ν.1920/1939. Το άρθρ. 22 διετηρήθη εν ισχύϊ δια του άρθρ. 52 περίπτ. 18 του Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. Β.Δ. 657/1971 (τόμ. 10 σελ. 151). Άρθρ.2.-1.Επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ’ αυτών πράξιν νομής. 2.Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη α)επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνον δια της κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής Αρχής, υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, β)επί των λοιπών αγροτικών κτημάτων μόνον δια τακτικής καλλιεργείας, και γ)επί των οικοπέδων και λοιπών αστικών ακινήτων μόνον δι’ ουσιωδών δομικών ή άλλων παρεμφερών αστικών πράξεων. Η βοσκή και μόνον επί δημοσίων κτημάτων δεν θεωρείται ως νομή του ακινήτου, δύναται όμως αύτη να θεωρηθή ως άσκησις οιονεί νομής δουλείας βοσκής συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων. Προκειμένου ειδικώς περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε η βοσκή θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί μονής δουλείας βοσκής. 3.Μόνη η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ’ εαυτήν ως διακατοχική πράξις. Άρθρ.23.-1.«Ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος και αυτεπαγγέλτως, δια φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή, και δια χρηματικής ποινής, τουλάχιστον, 100.000 δραχμών». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 1 Α.Ν.263/1968 (κατωτ. αριθ. 8). 2.Με τας αυτάς ποινάς τιμωρείται και ο αναγνωρίσας μεν την κυριότητα του Δημοσίου, μη παραδίδων όμως, προκαλούμενος υπό του Δημοσίου, το κτήμα ή μη παραλείπων την κατοχήν του. 3.Με τας αυτάς επίσης ποινάς τιμωρείται και ο πωλών ή οπωσδήποτε μεταβιβάζων την κυριότητα ή συνιστών εμπράγματον δικαίωμα επί αλλοτρίου ακινήτου πράγματος ή εκμισθών ή παρέχων την χρήσιν ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου, αν εν τω σχετικώ εγγράφω δεν γίνη ρητή μνεία περί της κατοχής του Δημοσίου. «Η αληθής έννοια των διατάξεων των άρθρ. 22 και 23 του Α.Ν. 1539/1938, ως νυν ισχύ-ουσιν, είναι ότι αύται εφαρμόζονται και επί (Μετά τη σελ. 196) Σελ. 196,01 Τεύχος Η101-Σελ.111 96 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 κτημάτων ανηκόντων εις την δημοσίαν περιουσίαν του Κράτους (κοινοχρήστων χώρων αιγιαλού, παραλίας, οδών κλπ.)».(Παρ. 1 άρθρ. 1 Α.Ν. 263/1968, κατωτ. αριθ. 8). «Άρθρ.24.-Όποιος υποδείξει εγγράφως δημόσιο κτήμα, που δεν είναι οπωσδήποτε γνωστό στο Δημόσιο, δικαιούται αμοιβή, στην περίπτωση που αποδειχθούν τελεσίδικα τα δικαιώματα του Δημοσίου, ίση με το 1/20 της αξίας του ακινήτου, η οποία δεν είναι δυνατό να υπερβεί το ποσό του 1.000.000 δραχμών. Η αμοιβή αυτή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από γνωμοδότηση της Νομικής Διεύθυνσης, η οποία γνωματεύει ακόμα για το αν ήταν άγνωστο το ακίνητο στο Δημόσιο και για την οριστική απόδειξη της κυριότητας του τελευταίου. Το ποσό του 1.000.000 δραχμών μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ανά τριετία». Το άρθρ. 24 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 33 Νομ. 1473/1984, ΦΕΚ Α΄ 127 (κατωτ. σελ. 204,15). Σελ. 196,02 Τεύχος Η101-Σελ. 112 97 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων Άρθρ.25.-1.Άπαντα τα ακίνητα, άτινα είναι γνωστά εις το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων) ως δημόσια κατεχόμενα υπό τρίτων ή καταγγέλλονται παρ’ ιδιωτών ως τοιαύτα, καταγράφονται εν ειδικώ βιβλίω, η δ’ αρμοδία υπηρεσία προβαίνει εις εξακρίβωσιν των επ’ αυτών δικαιωμάτων του Δημοσίου. 2.Προς τούτο εκδίδεται εντολή του Υπουργού των Οικονομικών προς τους Οικονομικούς Επιθεωρητάς, Οικονομικούς Εφόρους ή άλλους οικονομικούς υπαλλήλους, Ειρηνοδίκας, αξιωματικούς ή άλλα όργανα της Χωροφυλακής ή της Αστυνομίας Πόλεων, δασονόμους ή ανωτέρους τούτων δασικούς υπαλλήλους ή γεωπόνους ή ανωτέρους τούτων γεωργικούς υπαλλήλους, όπως δι’ ειδικής ενόρκου εξετάσεως ή εξ άλλων στοιχείων πληροφορηθώσι περί των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί του ακινήτου και περί των δικαιωμάτων του κατέχοντος ιδιώτου. Αι διατάξεις της παραγρ. 3 του άρθρ. 9 του παρόντος εφαρμόζονται και δια τους ανωτέρω υπαλλήλους, εφ’ όσον ούτοι παραλείπουσιν ή αδικαιολογήτως επιβραδύνουσι την εκτέλεσιν της ανατεθείσης αυτοίς εντολής. 3.Το πόρισμα της κατά την προηγουμένην παράγραφον εξετάσεως υποβάλλεται εις το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων), εισάγεται δ’ η υπόθεσις εις το κατά το άρθρ. 10 Συμβούλιον, όπερ γνωμοδοτεί αν δέον να προσκληθή ο κάτοχος εις προσαγωγήν των τίτλων του ή να παύση πάσα ενέργεια. 4.Το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσις Δημοσίων Κτημάτων), βάσει της περί προσκλήσεως, γνωμοδοτήσεως, εντέλλεται τον Οικονομικόν Έφορον, όπως προσκαλέση τον κάτοχον εις υποβολήν των τίτλων του εντός δύο μηνών από της προσκλήσεως, επιδιδομένης δια δικαστικού κλητήρος. 5.Τους προσαχθέντας τίτλους εφαρμόζει επί τόπου ο Οικ. Έφορος ή ο ειδικώς εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει οριζόμενος υπό του Υπουργείου των Οικονομικών δημόσιος υπάλληλος και υποβάλλει τούτους προς το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων) μετά της γνώμης του περί της εφαρμογής ή μη των τίτλων επί του επιδίκου και μετά πιστοποιήσεως του φύλακος μεταγραφών, ότι οι τίτλοι είναι μεταγεγραμμένοι και ότι δεν έχει μεταβιβασθή η εν αυτοίς αναφερομένη ιδιοκτησία. 6.Μετά την ενέργειαν των εν ταις προηγουμέναις παραγράφοις οριζομένων επανεισάγεται η υπόθεσις μετά των τίτλων εις το κατά το άρθρ. 10 Συμβούλιον, όπερ γνωμοδοτεί ητιολογημένως αν εκ των τίτλων και εν γένει εκ του φακέλλου προκύπτει σαφώς το δικαίωμα του Δημοσίου επί του ακινήτου, αν δεν παρεγράφη τούτο και αν ο κάτοχος είναι καλής ή κακής πίστεως. 7.Εάν επί καταπατήσεως δημοσίου κτήματος περιλαμβάνοντος δασικάς και μη εκτάσεις δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθή επί ποίου συγκεκριμένου τμήματος εκ του όλου κατεχομένου εγένετο η καταπάτησις, βεβαιούται δ’ αύτη μόνον ως πλεόνασμα των τίτλων του κατόχου και κατά συνέπειαν δεν είναι γνωστόν αν υφίσταται αρμοδιότης του κατά το άρθρ. 10 Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ή του παρά τω Υπουργείω Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου, συνέρχονται κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας αμφότερα τα Συμβούλια ταύτα εν κοινή συνεδριάσει και εν αρτιμελεία προς έκδοσιν της κατά το προηγούμενον εδάφιον γνωμοδοτήσεως, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω των διατάξεων του δευτέρου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρ. 10. Άρθρ.26.-1.«Πας νομεύς ή κάτοχος δημοσίου κτήματος εκ των υπαγομένων υπό την διαχείρισιν της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, εξαιρέσει των μέχρι τούδε δια Δ/των ή αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών νομίμως παραχωρηθέντων εις Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς Δημοσίων Υπαλλήλων ή άλλους Δημοσίους ή Κοινωνικούς προορισμούς, είτε έχων τίτλον είτε στερούμενος τοιούτου, νεμόμενος δε ή κατέχων το κτήμα επί τον κατωτέρω οριζόμενον χρόνον και πάντως επί πέντε τουλάχιστον έτη προ της δημοσιεύσεως του παρόντος δύναται, όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της ισχύος του παρόντος επί ταις κάτωθι εκπτώσεσιν, από της λήξεως δε του έτους τούτου εντός προθεσμίας ενός εισέτι έτους, αλλ’ επί εκπτώσει περιοριζομένοις εις το ήμισυ των κατωτέρω, ζητήση παρά του Δημοσίου την εξαγοράν του υπ’ αυτού κατεχομένου κτήματος, αντί τιμήματος ίσου: α)Προς το 1/5 της κατά τον χρόνον της εξαγοράς αγοραίας αξίας του, αν η νομή ή κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο προ της 1ης Ιαν. 1900, και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής ή και ανεξαρτήτως χρόνου ενάρξεως κατοχής αν ο κάτοχος και οι δικαιοπάροχοι αυτού είχον την ιδιότητα του πρόσφυγος. (Αντί για τη σελ. 197(γ) Σελ. 197(δ) Τεύχος Η101 – Σελ. 113 98 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 99 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων Εφ’ όσον όμως πρόκειται περί οικοπέδων ρυμοτομουμένων εν τη άνω πόλει Πατρών και το εναπομένον υπόλοιπον οικοπέδου μετά την ρυμοτόμησιν δεν αποτελεί άρτιον οικόπεδον, η δε νομή επ’ αυτού προϋπάρχει του έτους 1900, η εξαγορά του όλου οικοπέδου γίνεται εις το 1/8 της αξίας του. β)Προς το 1/4 της ως άνω αξίας του, αν η νομή ή κατοχή του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του ήρξατο από 1ης Ιαν. 1900 και μέχρι τέλους του έτους 1922. γ)Προς το 1/3 της αυτής αξίας, αν η νομή ή κατοχή ήρξατο από 1 Ιαν. 1923 και μέχρι της 31 Δεκ. 1932. δ)Προς το 1/2 της αυτής αξίας, αν η νομή ήρξατο από 1ης Ιαν. 1933 και μέχρι τέλους του έτους 1940 και ε)Προς τα 2/3 της αυτής ως ανωτέρω αξίας εάν η νομή ή κατοχή ήρξατο από 1ης Ιαν. 1941 και εφεξής και συνεχίζεται έκτοτε άνευ διακοπής δια πάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις. Εις αμφοτέρας τας ανωτέρω περιπτώσεις, κατά τας οποίας έχουσιν εφαρμογήν και τα εν τη δευτέρα παραγράφω του άρθρ. 3 του παρόντος οριζόμενα, κατά τον προσδιορισμόν της αξίας του κτήματος αγροτικού ή αστικού εκπίπτεται η γενομένη υπό του κατόχου αξιοποίησις τούτου μετά προηγουμένην εκτίμησιν της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων ή των παρά ταις Νομαρχίαις αρμοδίων εν προκειμένω Επιτροπών. 2.Αι περί εξαγοράς υποβαλλόμεναι δυνάμει του παρόντος αιτήσεις είναι υποχρεωτικαί δια το Δημόσιον, εφ’ όσον προέρχονται από ακτήμονας και αστέγους ήδη κατόχους υπέρ την πενταετίαν, επιτρεπομένης της παραχωρήσεως δι’ εξαγοράς εκτάσεων το πολύ μέχρι 600 τ.μ. και μειουμένου του ως ανωτέρω οριζομένου τιμήματος κατά 50% εφ’ όσον ο αιτών έχει ετήσιον εισόδημα κάτω των 30.000 δραχμών. 3.Επί των υποβαλλομένων δυνάμει του παρόντος αιτήσεων εξαγοράς έχουσιν εφαρμογήν πάσαι αι διατάξεις των άρθρ. 26 και επομένων του Α.Ν. 1539/1938, ως αύται τροποποιούνται δια του παρόντος. 4.α)Αι διατάξεις του άρθρ. 28 του Ν.Δ.3784/1957 «περί καταργήσεως του Υδραυλικού Ταμείου Βοιωτικού Κηφισσού κλπ.» ως εξαιρετικαί τοιαύται διατηρούνται εν ισχύϊ. β)Δια Β.Δ/των εκδιδομένων τη προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας καθορισθήσεται η διαδικασία δια την παραχώρησιν των κατά τας παρ. 1 και 2 των εν τω προηγουμένω εδαφίω διατάξεων αγροτικών κτημάτων. γ)Επί παραχωρηθέντων μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος αγροτικών κτημάτων δια τα οποία συντρέχουσιν αι προϋποθέσεις παραχωρήσεώς των αι τιθέμεναι δια της παρ. 1 του άρθρ. 28 του Ν.Δ. 3784/57, αι μη καταβληθείσαι δόσεις του τιμήματος εκποιήσεως διαγράφονται ως μη οφειλόμεναι. Το καταβληθέν όμως τίμημα δεν επιστρέφεται. 5.Της καταβολής τιμήματος απαλλάσσονται κάτοχοι αγροτικών κτημάτων, εφ’ όσον περί τούτων έχει εκδοθή παραχωρητήριον προ της 28ης Οκτ. 1940 ή υπάρχει δήλωσις του κατόχου αποδεικνύουσα και μερικήν έστω καταβολήν τιμήματος προ της ισχύος του Νόμ. 18/1944. 6.Εκτάσεις των απαλλοτριωθέντων κτημάτων Ανθήλης (Ιμίρμπεη) και Ξυνιάδος (Νταουκλή), περιφερείας Φθιώτιδος, αίτινες δεν διενεμήθησαν κατά την οριστικήν διανομήν των γαιών των εν λόγω αγροκτημάτων, λόγω ακαταλληλότητος προς καλλιέργειαν, εις τους αναγνωρισθέντας κληρούχους, λαβόντας ούτω μειωμένον τον καθορισθέντα υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων κλήρον, αλλά χαρακτηρισθείσαι ως κοινόχρηστοι διετέθησαν βάσει του άρθρ. 119 του Αγροτικού Κώδικος προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών, παραχωρούνται υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εις τους αρχικούς κληρούχους ή τους διαδόχους αυτών, εφ’ όσον ηξιοποιήθησαν και κατέχονται παρ’ αυτών υπέρ την 20ετίαν, και μέχρι συμπληρώσεως κατ’ έκτασιν του αρχικώς υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισθέντος δι’ έκαστον κλήρου. Τυχόν εκδοθείσαι αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων διαθέτουσαι τας ανωτέρω εκτάσεις κατά τρόπον διάφορον του δια του παρόντος οριζομένου αναθεωρούνται υπό της αυτής Επιτροπής Απαλλοτριώσεων αιτήσει των ενδιαφερομένων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της ισχύος του παρόντος. 7.Κάτοχοι κτημάτων Φυγάδων Μουσουλμάνων του Νομού Θεσπρωτίας καταβάλλοντες αποζημίωσιν χρήσεως δυνάμει του άρθρ. 5 του Νόμ. 5895/33 διέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος κατά τα εν τη περιπτώσει γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 8.Εις τους νομείς ή κατόχους χώρων εκ των παραχωρηθέντων δια την ανέγερσιν Σταδίου εν Ηρακλείω Κρήτης παραχωρούνται αναλόγως δημόσιαι εκτάσεις κατά τας διατάξεις του παρόντος εντός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Ηρακλείου. 9.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επί εθνικών γαιών διατεθεισών δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή των αρμοδίων Επιτροπών απαλλοτριώσεως δι’ αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών, κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του αγροτικού Κώδικος, της διαθέσεως ταύτης γενομένης εντός διετίας προ της ισχύος του παρόντος προς τον σκοπόν τούτον. Αι εν λόγω αποφάσεις υπόκεινται εις αναθεώρησιν δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Νομάρχου εντός διετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. Προθεσμία υποβολής αιτήσεων υπό των ενδια(Μετά την σελ. 198) Σελ. 198,01 101 – 25 100 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 φερομένων ενώπιον του Νομάρχου ορίζεται ετησία από της δημοσιεύσεως του παρόντος. 10.Αγροτικά κτήματα τα οποία εκηρύχθησαν απαλλοτριωτέα επί σκοπώ αναδασώσεως προ του έτους 1935 ήτις όμως απαλλοτρίωσις δεν συνετελέσθη νομίμως κατά το άρθρ. 2 παρ. 3 του Α.Ν. 1731/1939 και το άρθρ. 5 του Ν.Δ 50/1941 εν τούτοις όμως κατέχονται υπό του Ελληνικού Δημοσίου από της ως άνω κηρύξεώς των ως απαλλοτριωτέων μη καταστάσης δυνατής της εγκαταστάσεως εις αυτά των οικοδομικών συνεταιρισμών οίτινες συνήψαν προσύμφωνα αγοραπωλησίας μετά των ιδιοκτητών, να δύνανται να παραχωρούνται εις τους τοιούτους αγοραστάς οικοδομικούς συνεταιρισμούς επί εξαγορά αυτών, οριζομένου του τιμήματος δια πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου μετ’ εκτίμησιν της αγοραίας αξίας και γνώμην της Επιτροπής Δημοπρασίων Κτημάτων, εφ’ όσον δεν έλαβε χώραν αναδάσωσις ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθή τοιαύτη. Η περί εξαγοράς αίτησις δέον να υποβληθή εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος. 11.Εξαιρετικώς επί διεκδικήσεων μεταξύ ιδιωτών επί κτήματος κατεχομένου υπό τρίτων εφ’ ου υφίσταται εκκρεμοδικία εις ην παρενέβη κυρίως το Δημόσιον προβάλλον ιδίαν κυριότητα επ’ αυτού, δικαιούται κατά προτίμησιν ο ενάγων αντίδικος ο το πρώτον νεμηθείς με τα προσόντα της χρησικτησίας και εφ’ όσον η τοιαύτη νομή ή κατοχή μετά της τοιαύτης των νομίμων δικαιοπαρόχων των ήρξατο προ της 1ης Ιαν. 1900 και συνεχίσθη έκτοτε ανενοχλήτως και αδιαλείπτως από του 1900 υπέρ 35 ετίαν να αιτήσηται την εξαγοράν κατά τα εν τω παρόντι άρθρω οριζόμενα άνευ εκπώσεώς τινος επί της αξίας συνεπεία αξιοποιήσεως του κτήματος. 12.Η κατά την παρ. 1 του παρόντος εξαγορά, εφ’ όσον ο αιτών ήθελεν υποβάλει εμπροθέσμως αίτησιν προκειμένου περί αστικών μεν κτημάτων έστω και αν ταύτα δεν ευρίσκωνται εντός σχεδίων πόλεων, ων όμως η κατοχή ή νομή ανάγεται εις χρόνον προγενέστερον της 16 Μαΐου 1926, προκειμένου δε περί αγροτικών τοιούτων, ων η κατοχή ή νομή ήρξατο, προ της 1ης Ιαν. 1940 είναι υποχρεωτική, εφ’ όσον η αξία τούτων δεν υπερβαίνει τας εκατόν χιλιάδας δραχμών, προαιρετική δε δια κτήματα αξίας άνω των εκατόν χιλιάδων δραχμών. Σελ. 198,02 101 - 26 Εν πάση περιπτώσει η δια του παρόντος άρθρου ευχέρεια παρέχεται μόνον εάν το ακίνητον δεν χαρακτηρίζεται δια του εγκρινομένου σχεδίου ρυμοτομίας της πόλεως ή κώμης ως χώρος απαλλοτριωτέος δια κοινήν χρήσιν (οδός, πλατεία, άλσος κλπ.) ή αναγκαιοί εις το Δημόσιον ή προορίζεται δια την χρησιμοποίησιν υπ’ αυτού δι’ οιονδήποτε σκοπόν, αποκλειομένης εν αντιθέτω περιπτώσει της διαθέσεως του ακινήτου δι’ άλλον σκοπόν. Η διάταξις αύτη εφαρμόζεται και επί των περιπτώσεων της παρ. 1 του άρθρ. 2 του παρόντος. 13.Αγορασταί αγροτικών ιδιωτικών κτημάτων των οποίων το Ελληνικόν Δημόσιον είναι συγκύριον κατά το 1/5 δύνανται να αιτήσωνται την εξαγοράν αυτού εντός έτους από της ισχύος του παρόντος». Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν δια των ως άνω παραγράφων 1-13 του άρθρ. 1 του Νόμου 3800 της 18/19 Δεκ. 1957. 3.Εξαιρούνται της κατά τ’ ανωτέρω υποχρεωτικής δια το Δημόσιον εξαγοράς τα ακίνητα του Δημοσίου, δι’ α ηγέρθησαν ήδη παρά τούτου ή ήθελον εγερθή μέχρι της υποβολής της περί εξαγοράς αιτήσεως διεκδικητικαί αγωγαί ή αγωγαί περί νομής, εκκρεμούσαι καθ’ ον χρόνον ήθελεν υποβληθή η περί εξαγοράς αίτησις. 101 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 4.Oι κατά τας διατάξεις της παρ. 1 δικαιούμενοι εις εξαγοράν απαλλάσσονται, εφ’ όσον ήθελε πραγματοποιηθή αύτη, της υποχρεώσεώς των προς αποζημίωσιν του Δημοσίου δια την παράνομον νομήν ή κατοχήν, αποκλειομένης όμως, εν πάση περιπτώσει, της επιστροφής οιουδήποτε καταβληθέντος δια την αιτίαν ταύτην ποσού. 5.Εις τας περιπτώσεις της παρ. 7 του άρθρ. 25 και προ της κατά τα επόμενα άρθρα εκποιήσεως προς τον κάτοχον των μη δασικών εκτάσεων, αποδίδεται υπό του κατόχου εις το Δημόσιον αυτούσιον τόσον ποσοστόν της υπ’ αυτού κατεχομένης δασικής εκτάσεως όσον αντιστοιχεί κατ’ αξίαν προς το ποσοστόν της αξίας της όλης δασικής εκτάσεως, όπερ κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου θα υπεχρεούτο να καταβάλη ο κάτοχος αν δεν επρόκειτο περί δασικής εκτάσεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη και άνευ άλλης τινός διατυπώσεως το μεν κατά τ’ ανωτέρω αποδιδόμενον εις το Δημόσιον τμήμα της δασικής εκτάσεως περιέρχεται οριστικώς εις την κυριότητα και κατοχήν του Δημοσίου, η δ’ υπόλοιπος δασική έκτασις παραμένει οριστικώς εις την κυριότητα του κατόχου. Η εκποίησις προς τον κάτοχον των μη δασικών εκτάσεων συντελείται μόνον μετά την κατά τ’ ανωτέρω απόδοσιν προς το Δημόσιον του ανήκοντος τμήματος της δασικής εκτάσεως. Άρθρ.27.-1.Η περί εξαγοράς αίτησις, ορίζουσα την ακριβή θέσιν, τα όρια και την, ως έγγιστα, έκτασιν του κατεχομένου ακινήτου, ως και τον χρόνον ενάρξεως της υπό του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του νομής ή κατοχής του ακινήτου, δέον να περιλαμβάνη και τον διορισμόν υπό του αιτούντος ενός εκτιμητού, ούτινος το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και η ακριβής διεύθυνσις κατοικίας του αναγράφονται εν τη αιτήσει και όστις προσυπογράφει την αίτησιν, δηλών, ότι αποδέχεται την εντολήν να εκτιμήση την αξίαν του ζητουμένου προς εξαγοράν ακινήτου. 2.Αι εν τη αιτήσει υπογραφαί του αιτούντος και του οριζομένου εκτιμητού δέον να ώσι κεκυρωμέναι, δια τε της υπογραφής και της σφραγίδος του οικείου Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητος ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής. Αν ο αιτών την εξαγοράν ή ο οριζόμενος δια της αιτήσεως εκτιμητής είναι αγράμματος, η αίτησις συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου, οπότε αντίγραφον αυτής κοινοποιείται κατά τας διατάξεις της επομένης παραγράφου, ή ενώπιον δύο δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων, βεβαιούντων δια της υπογραφής των και της σφραγίδος του Δήμου ή Κοινότητος τας δηλώσεις του αιτούντος και του εκτιμητού. 3.Η αίτησις κοινοποιείται δια δικαστικού κλητήρος εις τον Οικονομικόν Έφορον, όστις υποβάλλει ταύτην επί αποδείξει εις το Υπουργείον Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων) μετά της γνώμης του περί του αν πρόκειται περί κτήματος ανήκοντος εις την ιδιωτικήν περιουσίαν του Κράτους και αν τούτο κατέχηται υπό του αιτούντος, ως και περί του χρόνου, καθ’ ον ήρξατο η υπό του αιτούντος ή των δικαιοπαρόχων του νομή ή κατοχή του κτήματος. 4.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών διαπιστούται το νόμιμον ή μη της υποβληθείσης αιτήσεως και γίνεται υποχρεωτικώς δεκτή αύτη, εφ’ όσον πληροί τους όρους του παρόντος νόμου. Δια της αυτής αποφάσεως καθορίζεται και ο χρόνος ενάρξεως της νομής ή κατοχής του κτήματος, εφ’ όσον ούτος συμπίπτει προς τον εν τη αιτήσει αναγραφόμενον τοιούτον. Τέλος δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται και ο εκ μέρους του Δημοσίου υποδεικνυόμενος εκτιμητής, όστις πάντως δέον να η εκ των εν τη περιφερεία της αρμοδίας Οικονομικής Εφορίας υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων ή εξ υπαλλήλων της αρμοδιότητος του Υπουργείου των Οικονομικών, αδιαφόρως του αν υπηρετώσιν ούτοι ή μη εις την περιφέρειαν της Οικονομικής Εφορίας. 5.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον απόφασις εκδίδεται μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων κτημάτων, κοινοποιείται δε δια του Οικονομικού Εφόρου προς τον αιτησάμενον την εξαγοράν. 6.Εν περιπτώσει αμφισβητήσεως ως προς τον χρόνον ενάρξεως της νομής ή κατοχής του κτήματος, παραπέμπεται η υπόθεσις εις το κατά το άρθρ. 10 Συμβούλιον, μετά γνώμην του οποίου αποφαίνεται ο Υπουργός των Οικονομικών καθορίζων κατ’ ελευθέραν κρίσιν τον χρόνον ενάρξεως της νομής ή κατοχής δι’ αποφάσεως αυτού, κοινοποιουμένης κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου. Άρθρ.28.-1.Οι εκτιμηταί, καλούμενοι υπό του Οικονομικού Εφόρου δια της αστυνομικής Αρχής ή του Προέδρου της Κοινότητος, προβαίνουσιν εις καθορισμόν του είδους του κτήματος κατά τας εν παρ. 3 του παρόντος άρθρου διακρίσεις, και εις εκτίμησιν κατά συνείδησιν της τρεχούσης αγοραίας αξίας αυτού, αναφέροντες εν τη εκθέσει των περιληπτικώς τα στοιχεία, επί τη βάσει των οποίων εσχημάτισαν την πεποίθησίν των. 2.Οι εκτιμηταί συντάσσουσι περί του είδους του κτήματος και της αξίας αυτού έκθεσιν εις διπλούν, ης το μεν έν αντίτυπον λαμβάνει ο εκτιμητής του αιτούντος την εξαγοράν και το παραδίδει εις αυτόν, το δ’ έτερον λαμβάνει ο εκτιμητής του Δημοσίου και το παραδίδει εις τον Οικονομικόν Έφορον, υποβάλλοντα τούτο προς το Υπουργείον των Οικονομικών. Σελ. 199 102 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 Αι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω, εφ’ όσον ο υπό του αιτησαμένου την εξαγοράν ορισθείς εκτιμητής είναι αγράμματος. 3.Εν περιπτώσει διαφωνίας των εκτιμητών, ως προς την τρέχουσαν αγοραίαν αξίαν του κτήματος, αίρει την διαφωνίαν, καθορίζων εγγράφως δι’ ητιολογημένης εκθέσεώς του την τρέχουσαν αγοραίαν αξίαν του κτήματος επί μεν βοσκοτόπων ή αγόνων εκτάσεων ο δασάρχης της περιφερείας, επί δε καλλιεργουμένων εκτάσεων ο νομογεωπόνος της περιφερείας και επί οικοπέδων ή οιουδήποτε άλλου αστικού κτήματος ο νομομηχανικός της περιφερείας. Κατά την εκτίμησιν ταύτην ο αρμόδιος, ως άνω, δημόσιος υπάλληλος δύναται ου μόνον να ταχθή προς την γνώμην του ετέρου των εκτιμητών ή να καθορίση ταύτην μεταξύ των δύο γνωμών τούτων, αλλά και να καθορίση αξίαν μείζονα ή ελάσσονα της υφ’ οιουδήποτε των εκτιμητών καθορισθείσης. 4.Εις περίπτωσιν, καθ’ ην οι εκτιμηταί δεν ήθελον συμφωνήσει και περί του είδους του κτήματος, κατά τας εν παρ. 3 του παρόντος άρθρου διακρίσεις, αίρει την διαφωνίαν ο οικείος Δήμαρχος ή Πρόεδρος Κοινότητος, όστις δια πράξεώς του, συντασσομένης κάτωθι της εκθέσεως εκτιμήσεως, προσδιορίζει οριστικώς το είδος του κτήματος, μεθ’ ο η έκθεσις διαβιβάζεται προς τον κατά την προηγουμένην παράγραφον αρμόδιον δημόσιον υπάλληλον, όστις και καθορίζει την αξίαν του κτήματος. 5.Η έκθεσις των δύο εκτιμητών, εν περιπτώσει ομοφωνίας αυτών,ή η έκθεσις του κατά την παρ. 3 αρμοδίου δημοσίου υπαλλήλου, εν περιπτώσει διαφωνίας των εκτιμητών, υπόκειται υπό την έγκρισιν του Υπουργού των Οικονομικών, αποφαινομένου μετά γνώμην της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων. Δια της αποφάσεώς του ταύτης δύναται ο Υπουργός των Οικονομικών, ητιολογημένως και εφ’ όσον εκ θετικών στοιχείων ήθελε κρίνει, ότι η προσδιορισθείσα δια της εκθέσεως εκτιμήσεως αξία είναι ουσιωδώς ελάσσων της τρεχούσης αγοραίας αξίας αυτού, να μη αποδεχθή την γενομένην εκτίμησιν του κτήματος και διατάξη επανεκτίμησιν αυτού. 6.Η υπό του Υπουργού των Οικονομικών διατασσομένη επανεκτίμησις ενεργείται: α)εις την περιίπτωσιν, καθ’ ην την αρχικήν εκτίμησιν ενήργησαν εν ομοφωνία οι δύο εκτιμηταί, υπό των δύο τούτων εκτιμητών και ενός τρίτου, όστις ορίζεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών και δέον πάντως να η δημόσιος υπάλληλος και Σελ. 200 β) εις την περίπτωσιν της παρ. 3 του παρόντος άρθρου 1)υπό του κατά την παράγραφον ταύτην ενεργήσαντος την εκτίμησιν δημοσίου υπαλλήλου, 2)υπό του κατά την παρ. 4 του άρθρ. 27 ορισθέντος ως εκτιμητού εκ μέρους του Δημοσίου και 3)υφ’ ενός εισέτι δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Και κατά την επανεκτίμησιν ταύτην εφαρμόζονται ως προς την σύνταξιν εκθέσεως κλπ. αι διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. 7.Εφ’ όσον κατά την ενεργηθείσαν επανεκτίμησιν δεν ήθελον συμπέσει επί το αυτό αι γνώμαι και των τριών εκτιμητών, θεωρείται, ότι διεφώνησαν ούτοι, έστω και αν συνεταυτίσθησαν αι γνώμαι δύο εκτιμητών, εν τη περιπτώσει δε ταύτη λογίζεται ως προσδιορισθείσα υπό των εκτιμητών αξία ο μέσος όρος και των τριών γνωμών, θεωρουμένων ως διαφόρων, έστω και αν αι δύο τούτων συμπίπτωσιν. 8.Η κατά τα ανωτέρω προσδιορισθείσα κατά την επανεκτίμησιν αξία είναι υποχρεωτική δια το Δημόσιον. Άρθρ.29.-1.Η κατά την αρχικήν εκτίμησιν, εφ’ όσον αύτη ήθελεν εγκριθή υπό του Υπουργού των Οικονομικών κατά την παρ. 5 του προηγουμένου Άρθρ.3.-1.Εν τη περί νομής δίκη ιδιωτών κατά του Δημοσίου ή τούτου κατά ιδιωτών εξετάζεται η προταθείσα ένστασις της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος. 2.Αι διατάξεις των εδαφ. 2 και 4 του άρθρ.629 της Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται εν τη προκειμένη περιπτώσει. 3.Η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτην, εφ’ όσον το Δημόσιον ήθελεν αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα είτε ότι η κυριότης δεν ανήκει εις τον ενάγοντα. 4.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών. Η ένστασις της κυριότητος δύναται να προταθή μετά την ισχύν του παρόντος, εάν δεν επροτάθη κατά την πρώτην συζήτησιν. Σελ. 192 άρθρου, προσδιορισθείσα αξία ή, εν περιπτώσει μη εγκρίσεως της αρχικής εκτιμήσεως, η κατά την διεξαχθείσαν επανεκτίμησιν προσδιορισθείσα αξία του ζητηθέντος προς εξαγοράν κτήματος, γνωστοποιείται μερίμνη του Οικονομικού Εφόρου, εγγράφως και επί αποδείξει, προς τον ζητήσαντα την εξαγοράν, καλούμενον συγχρόνως, όπως, εντός μηνιαίας ανατρεπτικής προθεσμίας αρχομένης, από της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της προσδιορισθείσης αξίας του κτήματος, δηλώση αν αποδέχηται την γενομένην εκτίμησιν και την επί τη βάσει ταύτης πραγματοποίησιν της εξαγοράς. 2.Δια την σύνταξιν και κοινοποίησιν της απαντήσεως του αιτούντος και την βεβαίωσιν της υπογραφής αυτού εφαρμόζονται αι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 27. 3.Εφ’ όσον δια της εμπροθέσμως κοινοποιηθείσης απαντήσεώς του ο ζητήσας την εξαγοράν ήθελεν αποδεχθή την γενομένην εκτίμησιν, συντελείται η εκποίησις. 4.Το τίμημα καταβάλλεται εις δέκα ίσας ετησίας δόσεις εντόκως προς 3% ετησίως. Επιτρέπεται προπληρωμή των δόσεων, του τόκου υπολογιζομένου εν τη περιπτώσει ταύτη μέχρι της ημέρας της προπληρωμής. 103 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 5.Εις περίπτωσιν, καθ’ ην το τίμημα υπερβαίνει το ποσόν των δραχ. 1.000.000, επιτρέπεται, όπως αντί του τιμήματος τούτου ή μέρους αυτού αποδοθή εις το Δημόσιον υπό του κατόχου μέρος του προς αυτόν εκποιουμένου κτήματος, ανάλογον κατ’ αξίαν προς ολόκληρον το οφειλόμενον τίμημα ή μέρος αυτού. Το αποδιδόμενον εν τη περιπτώσει ταύτη μέρος του όλου κτήματος δέον να η αυτοτελές, επί πλέον δε και άρτιον, εφ’ όσον πρόκειται περί οικοπέδου. Δια την εξεύρεσιν της αξίας του αποδιδομένου εις το Δημόσιον μέρους του κτήματος λαμβάνεται υπ’ όψιν η ενεργηθείσα ήδη κατά τα άρθρ. 27 και 28 εκτίμησις, εφ’ όσον όμως εκ ταύτης, δεν προκύπτει σαφώς η ακριβής αξία του αποδιδομένου μέρους του κτήματος ενεργείται νέα εκτίμησις του μέρους τούτου κατά τα ως άνω άρθρα. Η κατά την παρούσαν παρ. 5 αντί καταβολής δόσις συντελείται κατόπιν αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών, εκδιδομένης μετά γνώμην της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, εις την ελευθέραν δε κρίσιν του αυτού υπουργού εναπόκειται η αποδοχή ή μη της τοιαύτης αντί καταβολής δόσεως. 6.Η πώλησις εκ μέρους του Δημοσίου γίνεται ανευθύνως το δε τίμημα οφείλεται και εν περιπτώσει εκνικήσεως του πωληθέντος υπό οιουδήποτε τρίτου. 7.Ως προς τον τρόπον καθ’ ον συντελείται η εκποίησις, την έκδοσιν του πωλητηρίου, την βεβαίωσιν και είσπραξιν των δόσεων του τιμήματος και τας συνεπείας της καθυστερήσεως της πληρωμής αυτών, εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί εκποιήσεως δημοσίων κτημάτων δια δημοπρασίας. 8.Συντελουμένης της κατά την παρ. 5 αποδόσεως μέρους του κτήματος και άνευ άλλης τινός διατυπώσεως, το μεν αποδιδόμενον εις το Δημόσιον μέρος του κτήματος περιέρχεται οριστικώς εις την κυριότητα και κατοχήν του Δημοσίου, η δ’ υπόλοιπος έκτασις παραμένει οριστικώς εις την κυριότητα του κατόχου. Εάν το αποδιδόμενον κατά τ’ ανωτέρω εις το Δημόσιον μέρος του κτήματος κείται εντός περιφερείας ήτις έχει κηρυχθή αναδασωτέα, η αναδάσωσις θεωρείται αυτοδικαίως αρθείσα άμα τη εκδόσει της αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών περί αποδοχής του κτήματος αντί καταβολής τιμήματος άνευ οιασδήποτε άλλης διατυπώσεως απαιτουμένης κατά τους περί δασών νόμους. Άρθρ.30.-Αι διατάξεις των άρθρ. 26, 27, 28 και 29 δύνανται να εφαρμοσθώσι και δια δημόσια κτήματα (πλην των εν παρ. 3 του άρθρ. 26 εξαιρουμένων),ων η παρά του αιτούντος την εξαγοράν νομή ή κατοχή ήρξατο μετά την 15 Μαΐου 1926. 2.Εις τας περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου α)η περί εξαγοράς αίτησις δύναται να υποβληθή και μετά την λήξιν της κατά την παρ. 1 του άρθρ. 26 προθεσμίας, β)η εξαγορά δεν είναι υποχρεωτικη δια το Δημόσιον, αποφαινομένου περί της κατ’ αρχήν αποδοχής ή μη της περί εξαγοράς αιτήσεως του υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, γ)η τρέχουσα αγοραία αξία του κτήματος δύναται να προσδιορισθή και κατ’ άλλον ή τον εν άρθρ, 28 καθοριζόμενον τρόπον, κατά τα δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών, εκδιδομένης μετά γνώμην της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, οριζόμενα εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει, δ)και εφ’ όσον ήθελεν ενεργηθή εκτίμησις κατά τας διατάξεις του άρθρ. 28, το αποτέλεσμα αυτής είναι συμβουλευτικόν δια τον υπουργόν των Οικονομικών, ε)το τίμημα καθορίζεται υπό του υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, δεν δύναται δε τούτο εν πάση περιπτώσει να η κατώτερον των 2/3 της τρεχούσης αγοραίας αξίας του κτήματος, και ς)η κατά την παρ. 4 του άρθρ. 26 απαλλαγή ή μη του αιτούντος την εξαγοράν από της υποχρεώσεώς του προς αποζημίωσιν του Δημοσίου δια την παράνομον κατοχήν εναπόκειται εις την κρίσιν του υπουργού των Οικονομικών, αποφαινομένου μετά γνώμην της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων και δυναμένου ν’ αποφασίση και την μη απαλλαγήν ή την μερικήν μόνον απαλλαγήν. 3.Αι διατάξεις των άρθρ. 26, 27, 28, και 29 δύνανται να εφραρμοσθώσι και εις την περίπτωσιν καθ’ ην η κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 26 δικαιούμενοι εις εξαγοράν των υπ’ αυτών νεμομένων ή κατεχομένων προ της 16 Μαΐου 1926 δημοσίων κτημάτων δεν ήθελον υποβάλει εμπροθέσμως την περί εξαγοράς αίτησίν των. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις των εδάφ. β΄και ς΄της προηγουμένης παρ. 2 του παρόντος άρθρου. 4.Τα κατά την παρ. 3 του άρθρ. 26 εξαιρούμενα της εξαγοράς κτήματα, ως και τα εις την αυτήν κατηγορίαν υπαγόμενα κτήματα, ων η νομή ή κατοχή ήρξατο μετά την 15 Μαΐου 1926, δύνανται να εξαγορασθώσι κατά τας διατάξεις του άρθρ. 26, κατόπιν γνώμης της ολομελείας του νομικού συμβουλίου, γνωμοδοτούσης α)περί του συμφέροντος ή μη δια το Δημόσιον της τοιαύτης εξαγοράς και της καταργήσεως της δίκης, β)περί του πληρωτέου τιμήματος, όπερ εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να η κατώτερον εκείνου ανθ’ ου κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου θα ηδύνατο να εξαγοράση το κτήμα ο κάτοχος αυτού, αν δεν είχεν εγερθή παρά του Δημοσίου διεκδικητική αγωγή ή αγωγή περί νομής, και γ) Σελ. 201 104 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 26.Ε.β.4 περί εφαρμογής ή μη, εν όλω ή εν μέρει, της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρ. 26. Η γνωμοδότησις της ολομελείας του νομικού συμβουλίου υπόκειται εις την έγκρισιν του υπουργού των Οικονομικών, δυναμένου να τροποποιήση αυτήν εις όφελος του Δημοσίου, ουχί όμως και εις βάρος αυτού. 5.Εις πάσας τας περιπτώσεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρ.29. Άρθρ.31.-1.Παρελθούσης απράκτου της κατά την παρ. 1 του άρθρ. 26 προθεσμίας ή, εν περιπτώσει υποβολής της κατά το άρθρ. 27 αιτήσεως, παρελθούσης απράκτου της κατά την παρ. 1 του άρθρ. 29 μηνιαίας προθεσμίας ή δηλώσαντος του αιτησομένου την εξαγοράν ότι δεν αποδέχεται την γενομένην εκτίμησιν, δύναται το Δημόσιον να πωλήση εις οιοδήποτε φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον παν ακίνητον κατεχόμενον παρ’ οιουδήποτε και ανήκον, κατά γνωμοδότησιν του κατά το άρθρ. 10 συμβουλίου, γενομένην αποδεκτήν υπό του υπουργού των Οικονομικών, εις το Δημόσιον, αντί τιμήματος ουχί κατωτέρου εκείνου ανθ’ ου εδικαιούτο να το αγοράση ο κάτοχος. Εις τον τοιούτον αγοραστήν μεταβιβάζονται και άπαντα τα δικαιώματα του Δημοσίου προς λήψιν των εισοδημάτων ή αποζημιώσεων, λόγω της παρανόμου κατοχής, ως και παν άλλο δικαίωμα συναφές προς το κτήμα, πλην των κατά τον παρόντα ή άλλους νόμους ειδικών προνομίων του Δημοσίου. 2.Ειδικώς προκειμένου περί κτημάτων δι’ α εκκρεμούσι δικαστικοί αγώνες, η πώλησις προς τον τρίτον γίνεται μετά γνώμην της ολομελείας του νομικού συμβουλίου. Συντελουμένης της τοιαύτης πωλήσεως, μεταβιβάζονται εις τον αγοραστήν πάντα τα κατά την προηγουμένην παράγραφον δικαιώματα του Δημοσίου, παραδίδεται δ’ άμα αυτώ ο σχετικός φάκελλος, είτε αυτούσιος είτε εν αντιγράφοις εκδιδομένοις δαπάναις του αγοραστού. Η δίκη συνεχίζεται υπό του αγοραστού ιδίω αυτού ονόματι, τιθεμένου του Δημοσίου εκτός δίκης. Άρθρ.32.-1.Οι κατά το προηγούμενον άρθρον αγορασταί οφείλουσι το τίμημα και καταβάλλουσι τούτο είτε ολόκληρον είτε εις ετησίας δόσεις, μέχρι δέκα το πολύ. Η εις δόσεις πληρωμή επιτρέπεται μόνον εάν, προς ασφάλειαν του τιμήματος, ήθελε παρασχεθή επαρκής προσωπική ή πραγματική εγγύησις. Περί του είδους της εγγυήσεως και του αριθμού των ετησίων δόσεων αποφαίνεται εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει ο υπουργός των Οικονομικών, εις μεν την περίπτωσιν της παρ. 1 του άρθρ. 31 μετά Σελ. 202 γνώμην της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων, εις δε την περίπτωσιν της παρ. 2 του αυτού άρθρου μετά γνώμην της ολομελείας του νομικού συμβουλίου. 2.Αι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρ. 29 έχουσιν εφαρμογήν και επί των κατά το προηγούμενον άρθρ. 31 πωλουμένων κτημάτων. Άρθρ.33.-1.Όπου των άχρι τούδε κειμένων διατάξεων ή του παρόντος γίνεται μνεία περί καταβολής συμβατικού τόκου επί των δόσεων τιμήματος εκποιηθέντος κτήματος του Δημοσίου, το δ’ επιτόκιον δεν έχει καθορισθή ή έχει ορισθή μείζον του 7% ετησίως, οφείλεται από της ισχύος του παρόντος νόμου και εφεξής τόκος 7% ετησίως. 2.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και δια τας προ της ισχύος του παρόντος συντελεσθείσας εκποιήσεις αλλά μόνον προκειμένου περί δόσεων μη καταβληθεισών μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος. Άρθρ.34.-1.Το άρθρ. 123 του κατά νομοθετικήν εξουσιοδότησιν εκδοθέντος Δ/τος της 11 Νοεμ. 1929 «περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων» καταργείται. 2.Ακίνητα, εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ’ αυτών ουδέ δι’ αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ’ αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3.Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ’ ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο ειδικήν εντολήν του υπουργείου των Οικονομικών (διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.Εφ’ όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ’ αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατά το άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρ. 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6.Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου, μισθώματα, μειούμενα κατά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 105 26.Ε.β.4 Προστασία Δημοσίων Κτημάτων 7.Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρ. 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι’ αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών. 8.Μ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.