📄 Κείμενο νόμου
6. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 13/16 Απρ. 1920 Περί κώδικος των νόμων περί φορολογίας καπνού. Έχοντες υπ’ όψει τον ν. 955 της 14 Οκτ. 1917 περί εξουσιοδοτήσεως του υπουργού των Οικονομικών προς κωδικοποίησιν των παρά των οικονομικών υπηρεσιών εφαρμοζομένων νόμων, προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Πάσαι αι αφορώσαι την φορολογίαν του καπνού εν ισχύϊ διατάξεις: α)του ν.Α ΥΚ΄ της 12 Απρ. 1887, περί επιβολής δικαιώματος επί του εν τω Κράτει καταναλισκομένου καπνού (κατωτ. αρθρ. 2, 6, 7, 9-19, 31, 32, 65-71, 74, 75, 79, 88, 89, 93, 94, 98). β)του ν. ΒΗ΄ της 7 Ιουλ. 1892, περί τροποποιήσεως του ν. Α ΥΚ΄ και καταργήσεως του ΑπΠΣΤ΄ της 11 Ιαν. 1892, περί φορολογίας του καπνού (κατωτ. αρθρ. 1, 8, 11, 58). γ)του ν. ΒΝΕ΄ της 28 Ιουλ. 1892, περί μεταρρυθμίσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων του ν.Α ΥΚ΄ της 12 Απρ. 1887, περί φορολογίας του καπνού (κατωτ. άρθρ. 2, 33-34, 36-40, 44, 59, 76-77, 83, 88, 98). δ)του ν. ΒΡΙΑ΄ της 21 Δεκ. 1892, περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων των περί φορολογίας του καπνού, νόμων (κατωτ. άρθρ. 34, 41, 45, 60, 78, 95, 98). ε)του ν. ΒΣΟΕ΄ της 6 Ιουλ. 1995, περί ρυθμίσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων του νόμου περί φορολογίας του καπνού (κατωτέρω άρθρ. 46-51, 53, 80, 96). ς)του ν. ΒΥΙΑ΄ της 9 Απρ. 1896, περί μηχανημάτων κατασκευής σιγαρέττων και περιορισμού του αριθμού των σιγαροφύλλων και φυλλαδίων κλπ. (κατωτ. άρθρ. 61). ζ)του ν.ΒΨΙΘ΄ της 26 Φεβρ. 1898, περί διεθνούς οικονομικού ελέγχου (κατωτ. άρθρ. 72). η)του ν.ΒΨΕ΄ της 30 Μαρτ. 1900, περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου περί φορολογίας του καπνού (κατωτ. άρθρ. 12, 35, 81-83, 8586). Σελ. 270(α) Τεύχος 1176-Σελ.80 θ)του ν.ΓΤΞΕ΄ της 15 Μαΐου 1909, περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί φορολογίας του καπνού νόμων (κατωτ. άρθρ. 2, 3, 54-56, 73). ι)του ν. ΓΤΞΗ΄ της 3 Οκτ. 1909, περί αυξήσεως της φορολογίας του καπνού (κατωτ. άρθρ. 62). ια)του ν.ΓΤΠΑ΄ της 20 Οκτ. 1909, περί μέτρων προς καταπολέμησιν της λαθρεμπορίας του καπνού (κατωτ. άρθρ. 21-26, 83, 87, 97). ιβ)του ν.ΓΥϞΒ΄ της 22 Δεκ. 1909, περί σιγαρέττων κατασκευασθέντων δια μηχανημάτων κατασκευής τελείων σιγαρέττων (κατωτ. άρθρον 64). ιγ)του ν.ΓΟΠΒ΄ του 1911, περί προσθέτου φόρου επιτηδεύματος των ιδιοκτητών μηχανών κατασκευής σιγαρέττων και περί μηχανοποιήτων σιγαρέττων (κατωτ. άρθρ. 127, 128). ιδ)του ν. 522 της 24 Δεκ. 1914, περί του καπνού των Νέων Χωρών και της φορολογίας αυτού και περί μονοπωλίων (κατωτ. άρθρ. 8, 27-30, 57, 90, 91, 102-126). ιε)του ν. 1321 της 12 Απρ. 1918, περί εγγείου φόρου του καπνού, του παραγομένου εν τω Παλαιώ Βασιλείω, Χίω, Κρήτη και Σάμω (κατωτέρω άρθρ. 6, 20, 27-30, 42, 87, 90, 91, 99, 100, 101). ις)του ν. 1679 της 16 Ιαν. 1919, περί φορολογίας καπνού και σιγαροχάρτου (κατωτ. άρθρ. 4, 5, 43, 52, 63, 84, 87, 92, 98, 102). ιζ)του ν. 1680 του 1919 (κατωτ. άρθρ. 89). ιη)του ν. 1943 της 23 Ιαν. 1920 (κατωτ. άρθρ. 3, 88), κωδικοποιούνται εις έν ενιαίον κείμενον νόμου, έχον ως εξής: ο ν. ΓΤΠΑ΄ ετέθη εις ισχύν από 1 Ιαν. 1910 συμφώνως προς το Β.Δ. της 8/9 Δεκ. 1909. Ο ν. 1679 ετέθη εις ισχύν εν μέν τη Παλαιά Ελλάδι, από 1 Ιουλ. 1919 δια του Β.Δ. της 12/15 Ιουν. 1919, εις δε τας Νέας Χώρας επίσης από 1 Ιουλ. 1919 δια του Β.Δ. της 25/31 Μαΐου 1919. 28.Ε.α.5-6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού ΜΕΡΟΣ Α΄ Φόρος καταναλώσεως ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Εργοστάσια καπνού Άρθρ.13.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 9).-1.Η πώλησις του κατά το άρθρ. 10 συσκευασθέντος καπνού ή σιγαρέττων επιτρέπεται εις μόνους τους πληρώνοντας φόρον επιτηδεύματος καπνοπώλου και φέροντας την περί τούτου άδειαν της αρμοδίας αρχής. 2.Εν ταις Ιονίοις νήσοις εκδίδεται η άδεια επιτηδεύματος άνευ πληρωμής φόρου. Περί της πωλήσεως σιγαρέττων βλ. ήδη τα περί Καπνοπωλών θέμα εν τόμ. 11 σελ. 147 και επ. Άρθρ.113.(΄Αρθρ.11 ν. 522 του 1914).- 1.Μετά την πλήρη αποθήκευσιν του παραχθέντος καπνού, οι καλλιεργηταί, οι βουλόμενοι να ζητήσωσι την εις άλλον τόπον μεταφοράν ή την επ’ ονόματι εμπόρου μεταβίβασιν ολοκλήρου της παραχθείσης ποσότητος, ή μέρους αυτής, οφείλουσι: α) Να παραδώσωσιν εις την κατά το προηγούμενον άρθρον αρχήν περί τούτου δήλωσιν περί της πωλήσεως ή της μεταφοράς. β) Να πληρώσωσι την δεκάτην και πάντα πρόσθετον φόρον και γ) Να πληρώσωσι παν ποσόν, οφειλόμενον εις το δημόσιον, λόγω προστίμου και πάσης άλλης αιτίας κατά διάταξιν του νόμου τούτου. Σελ. 288(α) Τεύχος Ζ11-Σελ. 76 2.Επιτρέπεται όπως η πληρωμή της δεκάτης γίγνεται υπό του αγοραστού εμπόρου μετά την μεταφοράν του καπνού εις τας αποθήκας του. Βλ. και άρθρ. 20, 28, 31 και 100 του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ΄ Εργασίαι εμπόρων Άρθρ.114.(Άρθρ.12 ν. 522 του 1914).- 1.Μετά την υπό του καλλιεργητού εκπλήρωσιν των εν άρθρ. 113 αναγραφομένων όρων και διατυπώσεων, ο αγοραστής έμπορος επιδίδει δήλωσιν περί της αγοράς εις την υπηρεσίαν της φορολογίας του καπνού, ήτις μεταγράφει τα καπνά επ’ ονόματί του. 2.Τα αγορασθέντα υπό των εμπόρων καπνά προορίζονται, είτε δια την εις την αλλοδαπήν εξαγωγήν, είτε δια την εσωτερικήν κατανάλωσιν κατά τους όρους του νόμου τούτου. Πάσα έλλειψις, μετ’ έκπτωσιν της νομίμου φύρας, οριζομένης δια Β.Δ/των, θεωρείται ως προερχομένη εκ λαθρεμπορίας. Βλ. και άρθρ. 25 του παρόντος. Άρθρ.115.(Άρθρ.13 ν. 522 του 1914).-Πάντα τα παρ’ εμπόρων αγορασθέντα καπνά δέον να κατατίθενται, δαπάναις αυτών, εν ταις εις αυτούς ανήκουσαις ή παρ’ αυτών ενωκιασμέναις αποθήκαις, διατελούσι δε υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον της οικονομικής υπηρεσίας, καθ’ όρους και διατυπώσεις κανονισθησομένας δια Β.Δ/τος. 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού Άρθρ.116.(Άρθρ.14 ν. 522 του 1914).- 1.Εντός της αυτής πόλεως τα καπνά των εμπόρων δεν δύνανται να μεταφερθώσιν, είτε από αποθήκης αποταμιεύσεως του Δημοσίου, ή τανάπαλιν, χωρίς να συνοδεύωνται παρ’ υπαλλήλου της οικονομικής υπηρεσίας ή δι’ αδείας. 2.Πάσα άλλη μεταφορά καπνών του εμπορίου δέον να συνοδεύηται δι’ αδείας, εκδιδομένης υπό της υπηρεσίας της φορολογίας του καπνού. Ο έμπορος υποχρεούται να επιστρέψη, εντός προθεσμίας δύο μηνών, την άδειαν ταύτην, φέρουσαν οπισθογράφησιν υπαλλήλου της φορολογίας του καπνού, βεβαιούντος την εις τον τόπον του προορισμού άφιξίν των εις το εσωτερικόν αποστολών, ή της τελωνειακής αρχής, βεβαιούσης την εκτός της χώρας εξαγωγήν. 3.Η εκδίδουσα την άδειαν αρχή δύναται να ζητήση, όπως δοθή εγγύησις αξιοχρέου προσώπου δια την πληρωμήν ποινικής ρήτρας, οριζομένης δα της προμνησθείσης δηλώσεως εις ποσόν ουχί κατώτερον του αναλογούντος κατ’ ανώτατον όρον εις τον μεταφερόμενον καπνόν φόρον καταναλώσεως. Εν περιπτώσει μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως ταύτης του εμπόρου, η ποινική ρήτρα βεβαιούται και εισπράττεται διοικητικώς. Βλ. και άρθρ. 35 του παρόντος. Άρθρ.117.(Άρθρ.15 ν. 522 του 1914).- 1.Προ της εις το εξωτερικόν αποστολής των καπνών, ο έμπορος οφείλει να δηλώση εγγράφως, ότι υποχρεούται εντός προθεσμίας ενός έτους να προσαγάγη απόδειξιν περί της εις τον τόπον του προορισμού αποβιβάσεως των εμπορευμάτων. 2.Η τελωνειακή αρχή δύναται να ζητήση όπως η υποχρέωσις αύτη του εμπόρου εξασφαλισθή δι’ εγγυήσεως αξιοχρέου προσώπου περί της πληρωμής ποινικής ρήτρας, κατά τους όρους του άρθρ. 116, εν περιπτώσει μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως ταύτης του εμπόρου. Της τε ανωτέρω δηλώσεως και της εις εγγύησιν υποχρεώσεως απαλλάσσεται πας εξ επαγγέλματος εξαγωγεύς έμπορος. Άρθρ.118.(Άρθρ.17 ν. 522 του 1914).- 1.Θεω-ρούνται ως διατεθέντα εις λαθρεμπορίαν: α) Τα μεταφερθέντα εντός του Κράτους καπνά, ων τα κεκανονισμένα δικαιολογητικά έγγραφα και πιστοποιητικά δεν επεστράφησαν εν τάξει ή εντός των νομίμων προθεσμιών. β) Τα προκύψαντα ελλείμματα μεταξύ των μεταφερθέντων εντός του Κράτους και των αναγραφομένων εν τοις συνοδεύουσιν αυτά εγγράφοις ή εν ταις πιστοποιητικοίς του τόπου του προορισμού, μετ’ αφαίρεσιν της κατά το ανωτέρω άρθρ. 114 φύρας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ΄ Εισαγωγή βιομηχανικών ειδών εκ του εξωτερικού Άρθρ.119.-(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, (κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ΄ Φόρος καταναλώσεως ταμβάκου Άρθρ.120.-(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, (κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ΄ Διατυπώσεις φορολογίας καπνού Άρθρ.121.-(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, (κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ΄ Πώλησις βιομηχανικών προϊόντων Άρθρ.14-19.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 Άρθρ.122.(Άρθρ.27 ν. 522 του 1914).-Η πώλησις κεκομμένου καπνού, σιγαρέττων, σιγάρων και παντός βιομηχανικού προϊόντος καπνού επιτρέπεται εις μόνους τους υποβαλλομένους εις φόρον επιτηδεύματος καπνοπώλου και φέροντας την περί τούτου νόμιμον άδειαν. Βλ. και άρθρ. 13 του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ΄ Ποινικαί διατάξεις του Δ΄ Μέρους ισχύουσαι μόνον εν ταις Νέαις Χώραις Άρθρ.123.(Άρθρ.28 ν. 522 του 1914).- 1.Αι διατάξεις της εν Παλαιά Ελλάδι ισχυούσης νομοθεσίας, αι αναγόμεναι εις τε την καταδίωξιν και την τιμώρησιν του λαθρεμπορίου καπνού και εις τας παραβάσεις της φορολογίας αυτού, καθώς και εις την προστασίαν των ταινιών και σημάτων της φορολογίας του καπνού, ισχύουσι, κατ’ αναλογίαν εφαρμοζόμεναι, και κατά την εν άρθρ. 103 του νόμου τούτου αναφερομένην χώραν. 2.Κατά τας περιπτώσεις των άρθρ. 111, 114 και 118 επιβάλλονται αι ποιναί του άρθρ. 87 του νόμου τούτου. 3.Αι δε μη ειδικώς προβλεπόμεναι υπό της εν λόγω νομοθεσίας παραβάσεις διατάξεων του νόμου τούτου τιμωρούνται εξ επαγγέλματος υπό του πλημμελειοδικείου δια χρηματικής ποινής. Αι παρανόμως γενόμεναι φυτείαι ή σποραί καπνού δημεύονται και καταστρέφονται. Βλ. και άρθρ. 20 του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 289) Σελ. 289(α) Τεύχος Ζ11-Σελ. 77 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ΄ Γενικαί διατάξεις του Δ΄ Μέρους Άρθρ.124.(Άρθρ.34 νόμ. 522 του 1914).-Πάντα τα κατά τον παρόντα νόμον γραφόμενα έγγραφα συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου, εκτός των ρητώς εν τω νόμω τούτω αναφερομένων εξαιρέσεων. Άρθρ.125.(Άρθρ.35 ν. 522 του 1914 παρ. 1 και 2).-Διατηρούνται εν ισχύϊ αι υφιστάμεναι διατάξεις περί φόρου καταναλώσεως και αντιτίμου σιγαροχάρτου δια τα εισαγόμενα εκ της Νέας Ελλάδος εις την Παλαιάν είδη κεκομμένου καπνού, σιγαρέττων και σιγάρων. Τα είδη ταύτα κατά την εις την Παλαιά Ελλάδα εισαγωγήν των απαλλάσσονται του εισαγωγικού τέλους. Βλ. και άρθρ. 62 και 63 του παρόντος. Άρθρ.126-(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). ΜΕΡΟΣ Ε΄ Περί προσθέτου φόρου επιτηδεύματος των ιδιοκτητών σιγαροποιητικών μηχανών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ΄ Άρθρ.127.(Άρθρ.1 ν. ΓΩΠΒ΄ του 1911).- 1.Αι διατάξεις του Ε΄ μέρους ισχύουσι καθ’ όλον το Κράτος, καθ’ όσον δια του ν. 1679 του 1919 επεξετάθη η ισχύς του ν. ΓΩΠΒ΄ του 1911 και εις τας Νέας Χώρας. 2.(Εκτός των κατά τους κειμένους νόμους υπό των ιδιοκτητών μηχανής κατασκευής σιγαρέττων καταβαλλομένων φόρων επιτηδεύματος επιβάλλεται αυτοίς πρόσθετος φόρος επιτηδεύματος εφαρμοζόμενος και εν Επτανήσω μη προσαυξανόμενος δε κατά δύο δεκατημόρια, και οριζόμενος ανά παν εξάμηνον, και επί τη βάσει δραχμών είκοσι πέντε ανά πάντα κύλινδρον σιγαροχάρτου μήκους 1560 μέτρων χρησιμοποιηθέντα κατά το αμέσως προηγούμενον εξάμηνον παρά της αυτής μηχανής προς κατασκευήν τελείων σιγαρέττων. Εάν εχρησιμοποιήθησαν κύλινδροι διαφόρου μήκους, ο προσδιορισμός του φόρου γίνεται επί τη αυτή αναλογία. Κατά τα λοιπά η βεβαίωσις και η είσπραξις του φόρου γίνεται καθ’ όρους κανονισθησομένους δια Β.Δ/τος.) Ο ανωτέρω φόρος, αυξηθείς υπό του Ν.Δ. 18/19 Απρ. 1926 (κατωτ. αρ. 15) εις δραχ. 5.50 και είτα υπό του Π.Δ. της 16/17 Δεκ. 1931 εις δραχ. 13.50, συνεχωνεύθη μετά του υπέρ της κοινωνικής προνοίας προσθέτου φόρου, δυνάμει του Α.Ν. 1941/1939 (κατωτ. αριθ. 25). Σελ. 290(α) Τεύχος Ζ11-Σελ. 78 Άρθρ.128.(Άρθρ.2 ν. ΓΩΠΒ΄ του 1911).- 1.(Εκτός του κατά το άρθρ. 64 εφ’ εκάστου κυτίου, περιέχοντος σιγαρέττα κατασκευασθέντα δια μηχανημάτων κατασκευής τελείων σιγαρέττων, επιτιθεμένου σήματος ή εμβλήματος, δέον να επιτίθηται προσέτι εφ’ εκάστου σιγαρέττου, κατασκευασθέντος δια μηχανήματος κατασκευής τελείων σιγαρέττων, επιγραφή φέρουσα δι’ ευδιακρίτων κεφαλαίων γραμμάτων την λέξιν «μηχανοποίητον»). 2.(Εις τους εξάγοντας μηχανοποίητα σιγαρέττα εργοστασιάρχας αποδίδεται 1,25 κατ’ οκάν, εκ του δυνάμει του παρόντος νόμου εισπραττομένου φόρου επιτηδεύματος). 3.Αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής της παρούσης διατάξεως κανονισθήσονται δια Β.Δ/τος εφάπαξ εκδοθησομένου. Βλ. και άρθρ. 10 ν. 2921/1922 (κατωτ. αρ. 8). 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Υποχρεώσεις των παραγωγών καπνού και τουμπεκίου εν τω Παλαιώ Βασιλείω, Χίω, Σάμω και Κρήτη Άρθρ.20.(Ν. 1321 του 1918 άρθρ. 3 παρ. 1, 2, 4).1.Μόνον εν τω Παλαιώ Βασιλείω, Χίω, Σάμω και Κρήτη ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. 2.Ο φυτεύσας καπνόν οφείλει εντός δύο μηνών από της φυτεύσεως να επιδώση δήλωσιν περί αυτής, καθ’ όρους και διατυπώσεις δια Β.Δ/τος κανονισθησομένας. (Αντί για τις σελ. 271-274(α) Σελ. 271(α) Τεύχος Ζ11-Σελ.69 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 3.Ολόκληρος η παραγωγή του καπνού εκάστου έτους καταγράφεται καθ’ όρους, προθεσμίας και διατυπώσεις κανονισθησομένας δια Β.Δ/τος. 4.Επί τη βάσει της καταγραφής εκδίδεται η άδεια κατοχής, δι’ ης αποδεικνύεται το αποταμιευθέν ποσόν, αποκλειομένης πάσης άλλης επιδείξεως. Μη γενομένης καταγραφής, ο παραγωγός οφείλει να συμμορφωθή προς τας διατάξεις των άρθρ. 21-23, επιφυλασσομένης εν πάση περιπτώσει και της ισχύος των διατάξεων των άρθρ. 24 έως 26, τόσον ως προς τον καταγραφέντα καπνόν, όσον και ως προς τον υπό του παραγωγού δηλωθέντα κατά τας προμνησθείσας διατάξεις των άρθρ. 21-23, εφ’ όσον δεν τροποποιούνται δια του άρθρου τούτου. Εις εκτέλεσιν της διατάξεως ταύτης εξεδόθη το Β.Δ. της 22/26 Μαΐου 1918 περί εκτελέσεως του ν. 1321/1918. Την ισχύουσαν νομοθεσίαν περί απαγορεύσεως καλλιεργείας καπνού εις ακατάλληλα εδάφη βλ. εν τ. 16. Άρθρ.21.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 1).1.Εάν δεν ενεργήθη καταγραφή των καπνών οφείλει ο παραγωγός από της συγκομιδής του καπνού ή του τουμπεκίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου εκάστου έτους και προ πάσης αναλώσεως, διαθέσεως ή μεταποιήσεως να παραδώση εις την αστυνομικήν αρχήν ή τον ειρηνοδίκην της περιφερείας ή τον δήμαρχον δήλωσιν εις διπλούν, εμφαίνουσα: α) Το όνομα, το επώνυμον και την κατοικίαν αυτού. β)Την αποθήκην εν η έχει αποταμιευομένον τον καπνόν ή το τουμπεκίον εις φύλλα. γ)Τον αριθμόν των δεμάτων ή δεσμίδων ή σωρών, και δ)Το ολικόν βάρος ως έγγιστα του καπνού και του τουμπεκίου εις καθαράς οκάδας. 2.Ο όρος ως έγγιστα λογίζεται εις 12% επί του πραγματικού βάρους. 3.Εν τη δηλώσει αναγράφεται συγκεκριμένως και το κατεχόμενον ποσόν καπνού ή τουμπεκίου παραγωγής προηγουμένων ετών. Άρθρ.22.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 2).-1.Αμφότερα τα φύλλα της δηλώσεως υπογράφονται υπό του δηλούντος ενώπιον της αστυνομικής αρχής, βεβαιούσης την πράξιν της υπογραφής. Του δηλωτού όντος αγραμμάτου, υπογράφεται η δήλωσις παρ’ ενός μάρτυρος, βεβαιούται δε τούτο υπό της αυτής αρχής. 2.Η αστυνομική αρχή, παραλαμβάνουσα την δήλωσιν, οφείλει, να μεταγράψη αυτήν εις ίδιον βιβλίον κατ’ αύξοντα αριθμόν δηλώσεων, αριθμούσα δε αμφότερα τα φύλλα της δηλώσεως, συμφώνως προς το βιβλίον της μεταγραφής και βεβαιούσα επ’ αυτών το απαράλλακτον του περιεχομένου των δύο φύλλων, την ταυτότητα του δηλωτού και την μεταγραφήν της δηλώσεως, επιστρέφει αμέσως το έν των φύλλων εις τον δηλωτήν. 3.Η δήλωσις δύναται να επιδοθή εις τον εγγύτερον οικονομικόν έφορον εντός των εν τω άρθρ. 20 διοριών. Σελ. 272(α) Τεύχος Ζ11-Σελ.70 4.Η αστυνομική αρχή, κλείουσα την εσπέραν της λήξεως των προς επίδοσιν δηλώσεων διοριών το βιβλίον μεταγραφών, αποστέλλει αυτό εντός πέντε ημερών μετά των δηλώσεων επί αποδείξει εις τον δια Β.Δ/τος ορισθησόμενον κατά περιφερείας αρμόδιον οικονομικόν έφορον. 5.Οσάκις η δήλωσις γίνεται προς τον ειρηνοδίκην ή τον δήμαρχον, ούτοι εκπληρούσι τα καθήκοντα ταύτα της αστυνομικής αρχής. Άρθρ.23.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 3).-Ο οικονομικός έφορος, εξελέγχων τας εγγραφάς των αποσταλέντων αυτώ βιβλίων εκ των δηλώσεων και συγκεντρώνων τας προς τον ίδιον γενομένας τοιαύτας, συντάσσει και τηρεί ειδικόν βιβλίον πιστοχρεώσεως των παραγωγών του καπνού και του τουμπεκίου, εν ω εγγράφονται εις χρεώσιν μεν εκάστου παραγωγού το υπ’ αυτού δηλωθέν ποσόν καπνού και τουμπεκίου ή το παρ’ αυτού αγορασθέν, εις πίστωσιν δε το εις ετέραν πόλιν, υπαγομένην εις την δικαιοδοσίαν άλλου διευθυντού καπνεργοστασίου ή άλλης οικονομικής εφορίας, μετενεχθέν, το εις έτερον πρόσωπον μεταβιβασθέν, το εις ταμβάκον μεταποιηθέν και το προς κοπήν και συσκευήν εισαχθέν εις εργοστάσια κοπής καπνού. Άρθρ.24.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρον 4)-.1.Ο κατά τα ανωτέρω άρθρα δηλωθείς καπνός και το τουμπεκίον διατελούσιν υπό την επιτήρησιν και τον έλεγχον του δημοσίου, μη επιτρεπομένης της εξαγωγής αυτών εκ της αποθήκης προ της εκπληρώσεως των εν τω επομένω 25 άρθρω οριζομένων υποχρεώσεων. 2.Οι οικονομικοί επιθεωρηταί, οικονομικοί έφοροι και διευθυνταί καπνεργοστασίων δύνανται, οσάκις κρίνωσιν αναγκαίον, να εξελέγχωσι δια ζυγίσεως τον υπό των παραγωγών κατεχόμενον καπνόν και τουμπεκίον. 3.Προ πάσης εξελέγξεως καλείται εγγράφως ο κύριος του εναποθηκευμένου καπνού, ή ο εν τη πόλει ή τω χωρίω, εν αις κείται η αποθήκη, αντιπρόσωπος αυτού, τούτου δε απόντος, μη ευρισκομένου ή μη προσερχομένου, καλείται ο δήμαρχος ή ο δημαρχικός ή ειδικός πάρεδρος ή ο ιερεύς ή υπάλληλος της δικαστικής αστυνομίας, ή δύο μάρτυρες, ενώπιον δε τούτων ανοίγεται η αποθήκη και γίνεται ο έλεγχος. 4.Περί της εξελέγξεως συντάσσεται πρωτόκολλον, δι’ ου βεβαιούται το πραγματικόν βάρος του ευρεθέντος καπνού και τουμπεκίου. 5.Το πρωτόκολλον υπογράφεται παρά του παρασταθέντος κατά τον έλεγχον κυρίου του εν τη αποθήκη καπνού ή αντιπροσώπου αυτού και των ενεργησασών τον έλεγχον αρχών, καθώς και υπό των παρευρεθεισών κατ’ αυτόν τοιούτων ή του ιερέως. Εν περιπτώσει αρνήσεως προς υπογραφήν, γίνεται μνεία της αρνήσεως εν τω πρωτοκόλλω. 6.Το πρωτόκολλον αποστέλλεται εντός τριών ημερών εις τον αρμόδιον οικονομικόν έφορον, αντίγραφον δ’ αυτού υποβάλλεται εις το υπουργείον των Οικονομικών. 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού Άρθρ.25.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 5).-1.Δια πάσαν αλλαγήν της δηλωθείσης αποθήκης εντός της δικαιοδοσίας της οικονομικής εφορίας, οφείλει ο παραγωγός να επιδώση επί τούτου δήλωσιν εις διπλούν εις τον αρμόδιον οικονομικόν έφορον, όστις μεταγράφει αυτήν εις το επί τούτω βιβλίον, επιστρέφει δε το εν των αντιτύπων εις τον δηλωτήν, θεωρών αυτό δια της υπογραφής του. 2.Οσάκις ο παραγωγός θελήση να μεταφέρη εις ετέραν πόλιν, υπαγομένην εις την δικαιοδοσίαν άλλης οικονομικής εφορίας, προς αποταμίευσιν ή ν’ αποστείλη εις το εξωτερικόν μέρος ή το όλον του υπ’ αυτού κατεχομένου καπνού ή τουμπεκίου, είτε διαρκούσης της συγκομιδής και προ της εν ταις αποθήκαις αποταμιεύσεως του καπνού ή του τουμπεκίου, είτε μετά την επίδοσιν της κατά το άρθρ. 21 του νόμου τούτου δηλώσεως, οφείλει να επιδώση εις τον οικονομικόν έφορον δήλωσιν εις διπλούν περί της μεταφοράς ή της αποστολής. 3.Οσάκις δε ο παραγωγός θελήση να μεταβιβάση εις έτερον πρόσωπον μέρος ή το όλον του υπ’ αυτού κατεχομένου καπνού ή τουμπεκίου, είτε προς αποταμίευσιν εν τη δικαιοδοσία της αυτής εφορίας, είτε προς μεταφοράν εις άλλης οικονομικής εφορίας την δικαιοδοσίαν, είτε και προς αποστολήν εις το εξωτερικόν, οφείλει να παραδώση εις τον οικονομικόν έφορον κοινήν μετά του αγοραστού δήλωσιν εις διπλούν. 4.Εν τοις περιπτώσεσι των άνω εδ. 2 και 3 ο οικονομικός έφορος επί τη βάσει των επιδοθεισών δηλώσεων και της κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου παρεχομένης εγγυήσεως, χορηγεί εις τον παραγωγόν, εν τη περιπτώσει δε του 3 εδαφίου, εις τον αγοραστήν, την προσήκουσαν άδειαν μεταφοράς ή κατοχής, δυνάμει δε ταύτης γίνονται αι αναγκαίαι μεταβολαί εν τοις βιβλίοις. Άρθρ.26.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 6).-Επιτρέπεται ίνα δια Β.Δ/τος αυξηθώσιν ή και περιορισθώσιν αι κατά το άρθρ. 21 οριζόμεναι προθεσμίαι και ο όρος ως έγγιστα, είτε καθ’ όλον το Κράτος, είτε καθ’ ωρισμένα διαμερίσματα αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Εργασίαι εμπόρων Άρθρ.1-2.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). Άρθρ.27.(Ν. 1321 του 1918 άρθρ. 5 παρ. 5 και 522 άρθρ. 11).-1.Αι διατάξεις του κεφαλαίου τούτου ισχύουσι μόνον εν τω Παλαιώ Βασιλείω, Χίω, Σάμω και Κρήτη. 2.Μετά την πλήρη αποθήκευσιν του παραχθέντος καπνού οι καλλιεργηταί, οι βουλόμενοι να ζητήσωσι την εις άλλον τόπον μεταφοράν ή την επ’ ονόματι εμπόρου μεταβίβασιν ολοκλήρου της παραχθείσης ποσότητος ή μέρους αυτής, οφείλουσι :α)να παραδώσωσιν εις την αρμοδίαν αρχήν περί τούτου δήλωσιν περί της πωλήσεως ή της μεταφοράς, και β)να πληρώσωσι παν ποσόν, οφειλόμενον εις το δημόσιον λόγω προστίμου και πάσης άλλης αιτίας, κατά διάταξιν του νόμου τούτου. Άρθρ.28.(Ν.1321 του 1918 άρθρ. 3 παρ. 5 και 522 άρθρ. 12).-1.Μετά την υπό του καλλιεργητού εκπλήρωσιν των εν τω άρθρ. 27 αναγραφομένων όρων και διατυπώσεων, ο αγοραστής έμπορος επιδίδει δήλωσιν περί της αγοράς εις την υπηρεσίαν της φορολογίας του καπνού, ήτις μεταγράφει τα καπνά επ’ ονόματί του. 2.Τα αγορασθέντα υπό των εμπόρων καπνά προορίζονται, είτε δια την εις την αλλοδαπήν εξαγωγήν είτε δια την εσωτερικήν κατανάλωσιν, κατά τους όρους του νόμου τούτου. 3.Πάσα έλλειψις μετ’ έκπτωσιν της νομίμου φύρας, οριζομένης δια Β.Δ/των, θεωρείται ως προερχομένη εκ λαθρεμπορίας. Εις εκτέλεσιν του άνω άρθρου, εξεδόθη το Π.Δ. της 12/28 Ιουν. 1926 περί εκτελέσεως των άρθρ. 28, 34, 111 και 114 του Κώδικος περί φορολογίας καπνού, δι’ ου αναγνωρίζεται η φύρα επί καπνών εις φύλλα ως εξής: Εις χείρας των παραγωγών κατά την πρώτην μετά την καταγραφήν ή υποβολήν δηλώσεως παραχθέντος καπνού εξέλεγξιν μέχρι 10%, κατά την δευτέραν εξέλεγξιν μέχρι 5% και κατά τας λοιπάς μέχρι 2%. Επί των υπό των εμπόρων αγοραζομένων απ’ ευθείας παρά καπνοπαραγωγών, δια μεν τα καπνά Μακεδονίας και Θράκης μέχρι 8%, δια δε των λοιπών περιφερειών μέχρις 7%. Επί των αγοραζομένων υπό εμπόρων παρ’ εμπόρων, εάν μεν ηγοράσθησαν εμπορικώς επεξειργασμένα μέχρι 3 ½%, εάν δε παραγωγικώς επεξειργασμένα μέχρι 6%. Επί των παραμενόντων εις τας αποθήκας των εμπόρων πλέον του έτους, μόνον μέχρι 2%. Προβλ. και άρθρ. 4 του Α.Ν. 2122 του 1939 περί τροποποιήσεως του Α.Ν. 1193/1938 περί υποχρεωτικής χωρικής συσκευασίας του καπνού (τ.16).Την ισχύουσαν νομοθεσίαν περί αγοραπωλησιών καπνών βλ. εν 11 Βγ. Άρθρ.29.(Ν.1321 του 1918, άρθρ. 3 παρ. 5 και 522 άρθρ. 13).-Πάντα τα παρ’ εμπόρων αγορασθέντα καπνά δέον να κατατίθενται, δαπάναις αυτών, εν ταις εις αυτούς ανηκούσαις ή παρ’ αυτών ενοικιασμέναις αποθήκαις, διατελούσι δε υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον της οικονομικής υπηρεσίας, καθ’ όρους και διατυπώσεις κανονισθησομένας δια Β.Δ/τος. Σελ. 275 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 Άρθρ.30.(Ν.1321 του 1918 άρθρ. 3 παρ. 5 και 522 άρθρ. 14).-1.Εντός της αυτής πόλεως τα καπνά των εμπόρων δεν δύνανται να μεταφερθώσιν, είτε από αποθήκης εις αποθήκην, είτε από τοιαύτης εις αποθήκας αποταμιεύσεως του δημοσίου ή τανάπαλιν, χωρίς να συνοδεύωνται παρ’ υπαλλήλου της οικονομικής υπηρεσίας ή δι’ αδείας. 2.Πάσα άλλη μεταφορά καπνών του εμπορίου δέον να συνοδεύηται δι’ αδείας εκδιδομένης υπό της υπηρεσίας της φορολογίας του καπνού. Ο έμπορος υποχρεούται να επιστρέψη εντός προθεσμίας δύο μηνών την άδειαν ταύτην, φέρουσαν οπισθογράφησιν υπαλλήλου της φορολογίας του καπνού, βεβαιούντος την εις τον τόπον του προορισμού άφιξιν των εις το εσωτερικόν αποστολών, ή της τελωνειακής αρχής, βεβαιούσης την εκτός της χώρας εξαγωγήν. 3.Η εκδίδουσα την άδειαν αρχή δύναται να ζητήση, όπως δοθή εγγύησις αξιοχρέου προσώπου δια την πληρωμήν ποινικής ρήτρας, οριζομένης δια της προμνησθείσης δηλώσεως εις ποσόν ουχί κατώτερον του αναλογούντος κατ’ ανώτατον όρον εις τον μεταφερόμενον καπνόν φόρον καταναλώσεως εν περιπτώσει μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως ταύτης του εμπόρου, η ποινική ρήτρα βεβαιούται και εισπράττεται διοικητικώς. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Επιτήρησις και έλεγχος του καπνού εις φύλλα εν τω Παλαιώ Βασιλείω Άρθρ.31.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 30).-1.Μόνον εν τω Παλαιώ Βασιλείω ισχύουσιν αι διατάξεις του κεφαλαίου τούτου. 2.Δεν επιτρέπεται πώλησις καπνού εις φύλλα έλαττον των πέντε οκάδων. Βλ. τον ν. 5166 της 15/18 Ιουλ. 1931 περί συλλογής καπνού (τ.16) και το άρθρ. 5 του ν. 5967/1933 (κατωτ. αριθ. 21). Άρθρ.32.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 39).-1.Ο οικονομικός επιθεωρητής, ο οικονομικός έφορος, ο διευθυντής του εργοστασίου ή έτερος υπάλληλος, κατ’ εντολήν όμως του υπουργού των Οικονομικών ενεργών ο τελευταίος, δύναται, οσάκις κρίνη αναγκαίον, να εξελέγχη τον εν ταις αποθήκαις αποτεταμιευμένον δεδηλωμένον καπνόν. 2.Περί της εξελέγξεως ταύτης συντάσσεται πρωτόκολλον, δι’ ου βεβαιούται το ολικόν βάρος του ευρεθέντος καπνού, όπερ, πρωτόκολλον παραδίδεται προς τον οικονομικόν έφορον, αν δεν ενήργησεν αυτός την εξέλεγξιν. Άρθρ.33.(ΒΝΕ΄ του άρθρ. 1).-1.Απαγορεύεται η άνευ αδείας του αρμοδίου οικονομικού εφόρου κατοχή καπνού ή εγχωρίου τουμπεκίου εις φύλλα. 2.Η άδεια ορίζει την αποθήκην και εκδίδεται επί παροχή αξιοχρέου εγγυήσεως. Σελ. 276 Άρθρ.34.(ΒΡΙΑ΄ του 1892 άρθρ. 11 και ν. ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 11 παρ. 2).-1.Η άδεια αύτη ισχύει μέχρι τέλους Αυγούστου. Δια τα επόμενα έτη ανανεούται αύτη, εξελεγχομένη εντός του μηνός Αυγούστου εκάστου έτους, τη παροχή της κατά το ανωτέρω άρθρον εγγυήσεως. 2.Διαφοράν επί έλαττον μέχρι 5% επί του καπνού ή τουμπεκίου των πρώτων αγοραστών καταλογιζομένη εις φύραν δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Βλ. σχόλιον άρθρ. 28. 3.(Εις τους οικονομικούς υπαλλήλους τους ενεργούντας τον έλεγχον και εποπτείαν ελέγχου των αποθηκών καπνού Καπνεμπόρων και Καπνοβιομηχάνων δυνάμει των άρθρ. 32, 33 και 34 του Κ.Ν.Φ.Κ. παρέχεται αποζημίωσις άνευ αποδόσεως λογαριασμού, μη δυναμένη να υπερβή τας αποδοχάς των ενός μηνός, κατά τα δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών οριζόμενα). Η παράγρ. 3 προσετέθη δια της παρ. 1 του Άρθρ.3.(ΓΙΞΕ΄ του 1909 άρθρ. 3, ν. 1943 του 1920 άρθρ. 5).-1.Τα αναγκαιούντα προς ανέγερσιν δημοσίων καπνεργοστασίων γήπεδα απαλλοτριούνται αναγκαστικώς, αι δε υφιστάμεναι τυχόν μισθώσεις δημοσίων γηπέδων, αναγκαιούντων προς τον ειρημένον σκοπόν, διαλύονται αποφάσει του υπουργείου των Οικονομικών. 2.Η εκτίμησις των απαλλοτριωθησομένων γηπέδων και η αποζημίωσις του ιδιοκτήτου ή νομέως αυτών γίνεται κατά τας διατάξεις του ν. ΣΞΓ΄ της 16 Δεκ. 1867 περί οδοποιΐας, ως ετροποποιήθη υπό του ν. ΑΧΜΒ΄ της 4 Ιαν. 1888 (τ. 23). 3.Επιτρέπεται η υπό του δημοσίου δι’ αγοράς πρόσκτησις των συνεχομένων μετά του κτιρίου του δημοσίου καπνεργοστασίου Αθηνών κτιρίων και αποθηκών ανηκόντων εις τους αδελφούς Λέρτα επί αποζημιώσει ορισθείση δια της εκθέσεως της εκτιμησάσης ταύτα επιτροπής μηχανικών του δημοσίου ουχί ανωτέρα των δραχ. 500.000 Το άνω θέμα ρυθμίζεται ήδη υπό των άρθρ. 127 και 128 του ν. 5234 του 1931 περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων και του εκτελεστικού αυτού Δ/τος της 18/19 Φεβρ. 1932 περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών (τ. 25) ως ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Προσδιορισμός του φόρου άρθρου 3 του Ν. 695/1943 (κατωτ. αριθ. 30).Δια του νόμου όμως 1502/1950 περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων (τόμ. 2) κατηργήθησαν αι πρόσθεται αμοιβαί. Άρθρ.35.(ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρ. 4).-Η μεταφορά καπνού εις φύλλα και εγχωρίου τουμπεκίου από πόλεως ή χωρίου ένθα το πρώτον απεταμιεύθη ή δυνάμει αδείας μετηνέχθη, και η μεταφορά αυτών από αποθήκης εις αποθήκην εντός πόλεων, αίτινες είναι πρωτεύουσαι νομού ή επαρχίας, επιτρέπονται μόνον δυνάμει αδείας του αρμοδίου οικονομικού εφόρου, εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Βλ. και το δια του ν. 3460 του 1927 κυρωθέν Ν.Δ. της 29/31 Οκτ. 1927 περί κυρώσεως του από 1 Ιουλ. 1925 Ν.Δ. περί επεξεργασίας καπνού και ασφαλίσεως των καπνεργατών. Άρθρ.36.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 2).-Η κατά το ανωτέρω άρθρον άδεια εκδίδεται επί παροχή αξιοχρέου εγγυήσεως. Άρθρ.37.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 3).-Αι δοθείσαι εγγυήσεις λύονται ή περιορίζονται κατά λόγον των πιστώσεων των κυρίων του καπνού ή του τουμπεκίου και κατά την προτεραιότητα της χρονολογικής σειράς των εγγυήσεων. Άρθρ.38.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 4).Οι εγγυηταί ευθύνονται αλληλεγγύως μετά του κυρίου του καπνού ή του τουμπεκίου εις φύλλα επί τη πληρωμή του φόρου δια το εν τη αδεία ποσόν καπνού, εφ’ όσον δεν επήλθε πράξις τις πιστώσεως υπέρ του κυρίου κατά το επόμενον άρθρον. 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού Άρθρ.39.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 5).-Πας κάτοχος δεδηλωμένου καπνού ή τουμπεκίου εις φύλλα πιστούται: 1)δια του εν τω δημοσίω εργοστασίω κοπέντος ποσού καπνού ή τουμπεκίου, 2)δια του εις έτερα πρόσωπα μεταβιβασθέντος, 3)δια του εις ετέρας επαρχίας μετενεχθέντος, 4)δια του εις την αλλοδαπήν αποσταλέντος, και 5)δια του εις ταμβάκον μεταποιηθέντος. Άρθρ.40.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 6).-Μεταφορά καπνού ή τουμπεκίου εις φύλλα επιτρέπεται μόνον εις πόλεις ένθα εδρεύει οικονομικός έφορος ή διευθυντής καπνεργοστασίου, ή εις πόλεις ορισθησομένας δια Β.Δ/των. Άρθρ.41.(ΒΡΙΑ΄ του 1892 άρθρ. 10).-1.Δύναται ν’ ανατεθή δια Β.Δ/των και εις άλλας αρχάς του Κράτους η έκδοσις των κατά τα άρθρ. 33,35 και 49 αδειών κατοχής και μεταφοράς καπνού ή τουμπεκίου και η κατά το άρθρ. 39 πιστοχρέωσις των κυρίων αυτών. 2.Εις τας αρχάς ταύτας χορηγείται μηνιαία αποζημίωσις δια γραφικά ουχί ανωτέρα των δραχμών είκοσι πέντε. Άρθρ.42.(Ν.1321 του 1918 άρθρ. 5 παρ. 3).-Επιτρέπεται ν’ ανατίθεται εις την υπηρεσίαν των καπνεργοστασίων ο έλεγχος του εις φύλλα καπνού και η λοιπή παρά των οικονομικών εφόρων διεξαγομένη υπηρεσία της φορολογίας του καπνού. Βλ. και τα άρθρ. 3 του ν. 554/1925(27.Αζ.2), το άρθρ. 3 του ν. 4057 του 1929 περί κυρώσεως του Ν.Δ. της 30 Οκτ. 1925, περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων του τελωνειακού κώδικος, ως και άρθρ. 8 του ν. 5054 του 1931 περί τροποποιήσεως διατάξεως διώξεως λαθρεμπορίου (τ.30). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ Άρθρ.43-55.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 Άρθρ.4.(Ν. 1679 του 1919 άρθρ. 1 και Β.Δ. της 25 Μαΐου και 12 Ιουν. 1919).1.(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, (κατωτ. αριθ. 94). 2.(Καθωρίζετο το ποσόν του φόρου. Βλ. τας ήδη ισχυούσας διατάξεις κατωτέρω). 3.Τιμή λιανικής πωλήσεως νοείται εκείνη, εις ην συμπεριλαμβανομένου και του φόρου αγοράζουσι τα άνω είδη οι καταναλωταί. 4.(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). 5.Καπνός ή σιγαρέττα μη προωρισμένα προς πώλησιν, αλλά προς ιδίαν χρήσιν των εισαγόντων, υποβάλλονται κατά την εις το καπνεργοστάσιον εισαγωγήν αυτών προς κοπήν ή συσκευήν εις τον φόρον του ανωτάτου ορίου, (ήτοι των δραχμών είκοσι κατά χιλιόγραμμον). 6.(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Περί πούρων κατασκευαζομένων εν τοις καπνεργοστασίοις Άρθρ.54-56.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65 (κατωτ. αριθ. 94). Άρθρ.57.(Ν. 522 του 1914 παρ. 8 του άρθρ. 36).Επιτρέπεται αδεία του υπουργείου των Οικονομικών η παρ’ εξ επαγγέλματος καπνοβιομηχάνων ατελής εκ της αλλοδαπής εισαγωγή φύλλων καπνού αποκλειστικώς χρησίμων δια καλύμματα σιγάρων (πούρων). Το ποσόν του εκάστοτε ούτως ατελώς εισαγομένου καπνού εν αναλογία των παραγομένων πούρων, οι όροι της αποκλειστικής του χρησιμοποιήσεως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια κανονισθήσεται δια Β.Δ/τος. (Το άρθρον τούτο ισχύει και εν ταις Νέαις Χώραις). Εις εκτέλεσιν των εν τω άνω κεφαλαίω κωδικοποιημένων διατάξεων εξεδόθησαν τα α)Β.Δ. της 8/17 Φεβρ. 1910 περί του λόγω καταβρέγματος και απωλειών εν γένει αφαιρετέου ποσοστού βάρους κατά την εις εργοστάσια εισκόμισιν καπνού προωρισμένου να μεταποιηθή εις σιγάρα (πούρα). β)της 25/28 Οκτ. 1915 περί εισαγωγής εκ της αλλοδαπής φύλλων καπνού αποκλειστικώς χρησίμων δια καλύμματα σιγάρων (πούρων) και γ)της 4/24 Απρ. 1925 περί τροποποιήσεως του Β.Δ. της 25 Οκτ. 1915 κλπ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ Περί μηχανημάτων Άρθρ.58.(ΒΗ΄ του 1892 άρθρ. 1 παρ. 4).-Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου ισχύουσι μόνον εν τω παλαιώ βασιλείω. 2.Η προσθήκη νέων μηχανημάτων, η επισκευή και συντήρησις των υπαρχόντων τοιούτων γίνεται δαπάναις των κυρίων του καπνού. Άρθρ.59.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 10).-Επιτρέπεται εις τον υπουργόν των Οικονομικών να προκαλέση, τη αιτήσει των καπνοπωλών, την δια πλειοδοτικής δημοπρασίας εκποίησιν των εν τοις δημοσίοις εργοστασίοις υπαρχόντων μηχανημάτων κοπής καπνού. Άρθρ.60.(ΒΡΙΑ΄ του 1892 άρθρ. 8)-Αι αναγκαίαι επισκευαί των μηχανών και μηχανημάτων ενεργούνται τη υποδείξει και δαπάναις των κατόχων αυτών, αλλ’ υπό την άμεσον επίβλεψιν του διευθυντού του καπνεργοστασίου. Εάν δε ο κάτοχος αυτών εγκαταλείψη την εργασίαν παραιτούμενος του χορηγηθέντος αυτώ δικαιώματος δύναται να εξαγάγη τα μηχανήματα εις το εξωτερικόν, κατόπιν εγκρίσεως του υπουργού των Οικονομικών, ή να πωλήση ταύτα εις έτερον πρόσωπον, συμμορφούμενον προς τας διατάξεις του νόμου τούτου. Άρθρ.61.(ΒΥΙΑ΄ του 1896 άρθρ. 1).-Επιτρέπεται εις τους καπνοπώλας πλην των προς κοπήν καπνού μηχανημάτων, να εισαγάγωσιν εν τοις δημοσίοις ως και ειδικοίς καπνοκοπτηρίοις, ιδίαις αυτών δαπάναις και επί τοις όροις του ν. ΒΡΙΑ΄ του 1892, και μηχανήματα, δι’ ων παράγονται τέλεια σιγαρέττα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Προσδιορισμός δια την υπηρεσίαν των δανείων των δικαιωμάτων επί του καπνού Άρθρ.62-63.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). (Αντί για τις σελ. 277-280) Σελ. 277(α) Τεύχος Ζ11-Σελ.71 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ΄ Περί σιγαρέττων κατασκευασθέντων δια μηχανημάτων κατασκευής τελείων σιγαρέττων Άρθρ.64.(ΓΥϞΒ΄ του 1909 άρθρον μόνον).-1.Αι διατάξεις του κεφαλαίου τούτου ισχύουσι μόνον εν τω παλαιώ βασιλείω. 2.Δια Β.Δ/τος κανονισθήσεται σήμα ή έμβλημα επιτιθέμενον εν τοις καπνεργοστασίοις, επιμελεία και δαπάνη των καπνοπωλών, εφ’ εκάστου κυτίου περιέχοντος σιγαρέττα, κατασκευασθέντα δια μηχανημάτων κατασκευής τελείων σιγαρέττων, δηλούν δε τοιαύτην κατασκευήν των σιγαρέττων τούτων, προς διάκρισιν από των χειροποιήτων τοιούτων. Βλ. και άρθρ. 128 του παρόντος. Εις εκτέλεσιν του άνω άρθρου εξεδόθη το Β.Δ. της 14/24 Μαΐου 1910 περί εκτελέσεως του ν. ΓΥϞΒ΄ 1909. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ΄ Περί ενοικιάσεως του δικαιώματος Άρθρ.5-6.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/11984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Βεβαίωσις και είσπραξις Άρθρ.65-69.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ΄ Ποινικαί διατάξεις του Α΄ Μέρους Άρθρ.70.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 43).-1.Αι διατάξεις του κεφαλαίου τούτου ισχύουσι καθ’ όλον το Κράτος. 2.Ο πωλών κεκομμένον καπνόν, τουμπεκίον ή σιγάρα, μη προερχόμενα εκ των εργοστασίων του Δημοσίου κατά τους ορισμούς του άρθρ. 10, τιμωρείται με πρόστιμον (μέχρι δραχμών 1000) ανακαλουμένης εν υποτροπή και της αδείας του επιτηδεύματος δια χρονικόν διάστημα εξ μηνών μέχρι δύο ετών, ο δε αγοράζων με πρόστιμον (μέχρις 100 δραχμών). Δια την επιμέτρησιν των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Νόμου 110/1945 και άρθρα 57 και 474 του Ποιν. Κώδικος ως και Β.Δ. 30/30 Ιουν. 1952 (τόμ. 8 σελ. 28.80 και 84,2). Βλ. και παράγρ. 1 και 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 7/9 Δεκ. 1947 εφ’ όσον η παράβασις αφορά ποσότητα σιγαρέττων, καπνού πίππας και πούρων αλλοδαπής προελεύσεως, βάρους ουχί ανωτέρου του ενός χιλιογράμμου, οπότε και δεν ασκείται ποινική δίωξις, εναντίον των παραβατών. 3.Εν εκατέρα των περιπτώσεων τούτων κατάσχονται τα εις τον πωλητήν ή τον αγοραστήν ανακαλυπτόμενα είδη. Άρθρ. 71.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 44).-Ο κατά παράβασιν του άρθρ. 13 πωλών καπνόν, τουμπεκίον ή σιγάρα άνευ αδείας επιτηδεύματος καπνοπώλου τιμωρείται με πρόστιμον (μέχρι δραχμών 50). Άρθρ.72.(ΒΦΙΘ΄ του 1898 άρθρ. 23).-Η παραποίησις των ταινιών καπνού τιμωρείται κατά το άρθρ. 262 του Ποινικού Νόμου, η άνευ αδείας κατασκευή πλακών χρησιμευουσών εις την εκτύπωσιν αυτών τιμωρείται ως απόπειρα παραποιήσεως. (Ήδη άρθρ. 218 του νέου Ποιν. Κώδικος, τόμ. 8 σελ. 50). Σελ. 278(α) Τεύχος Ζ11-Σελ.72 Άρθρ.73.(ΓΙΞΕ΄ του 1909 άρθρ. 6 παρ. 2).-Η παραποίησις του σήματος του οριζομένου υπό του άρθρ. 56, του επιτιθεμένου επί των πούρων, τιμωρείται κατά το άρθρ. 262 του Ποινικού Νόμου, τα δε μη προερχόμενα εκ του δημοσίου καπνεργοστασίου και ο κατέχων ή πωλών τοιαύτα τιμωρείται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 70 και 83 παρ. 1 του νόμου τούτου. (Ήδη άρθρ. 218 του νέου Ποιν. Κώδικος). Άρθρ.74.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 55).-Ο κατά το άρθρ. 70 κατασχόμενος καπνός, το τουμπεκίον και τα σιγάρα, ως και τα εργαλεία κοπής καπνού και κατασκευής σιγάρων, αποστέλλονται μετά της εκθέσεως κατασχέσεων και των συλλεγέντων αποδεικτικών μέσων εις τον πλησιέστερον οικονομικόν έφορον. Ο καπνός, το τουμπεκίον και τα σιγάρα εκποιούνται δια μονοημέρου δημοπρασίας, τα δε εργαλεία γίνονται κτήμα του δημοσίου. Άρθρ.75.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 56).-Η εκποίησις ενεργείται και πριν αποφανθή ο οικονομικός έφορος, εάν ο καπνός υπόκειται εις βλάβην. Εν περιπτώσει δ’ αθωώσεως αποδίδεται το εκ της εκποιήσεως εισπραχθέν τίμημα μετά την αφαίρεσιν των δαπανών. Άρθρ.76.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 12).-Εις τους κατέχοντας καπνόν ή εγχώριον τουμπεκίον εις φύλλα άνευ αδείας, ή έχοντας τοιαύτα εναποταμιευμένα εν άλλη αποθήκη ή τη αναφερομένη εν τη αδεία, ή μεταφέροντος καπνόν ή τουμπεκίον άνευ αδείας ή πέραν του εν τη αδεία αναφερομένου ποσού, επιβάλλεται πρόστιμον (μέχρι 1000 δραχμών), κατασχομένου του καπνού και του τουμπεκίου υπέρ του δημοσίου. Βλ σχόλιον άρθρ. 70. Άρθρ.77.(ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 14).-1.Απαγορεύεται η έκδοσις αδείας μεταφοράς ή κατοχής καπνού ή τουμπεκίου εις φύλλα επ’ ονόματι των από 7 Αυγ. 1892 τιμωρηθέντων δυνάμει αμετακλήτου αποφάσεως επί παραβάσει των ανωτέρω άρθρων του νόμου τούτου. 2.Οι ως ανωτέρω τιμωρηθέντες δεν είναι δεκτοί και ως εγγυηταί. Άρθρ. 7-10.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 Άρθρ.78.(ΒΡΙΑ΄ του 1892 άρθρ. 15).-Αι διατάξεις των άρθρ. 76, 83 και 87 εφαρμόζονται και κατά των μεταποιούντων καπνόν εις ταμβάκον άνευ της νομίμου αδείας. Άρθρ.79.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 53).-Πάσαι αι ποιναί επιβάλλονται και εν περιπτώσει ενοικιάσεως του φόρου κατά τα άρθρ. 65-69. 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού Άρθρ.80.(ΒΣΟΕ΄ του 1895 άρθρ. 11).-1.Εάν ο καπνός, δι’ ον εδόθη η κατά τα άρθρ. 46 και 47 του παρόντος νόμου άδεια, δεν μετενεχθή εντός της εν τη αδεία οριζομένης προθεσμίας εις το οριζόμενον εν αυτή καπνεργοστάσιον και εκ τούτου εις το ταμβακοποιείον, ή δεν περιβραχή ούτος δια του ειδικού αποβράσματος (σερμπετίου) κατά τα δια Β.Δ/τος ορισθησόμενα, ή εάν δια της περιβρέξεως δεν καταστή άχρηστος προς κάπνισμα, ή εάν δεν μεταποιηθή εντελώς εις ταμβάκον και εξαχθή του ταμβακοποιείου αμεταποίητος, ο αιτήσας την μεταφοράν τιμωρείται με πρόστιμον (μέχρι 1.000 δραχμών) και με το διπλάσιον του αναλογούντος επί του καπνού δικαιώματος, εφαρμοζομένων και των περί ποινικής καταδιώξεως και τιμωρίας διατάξεων του άρθρ. 78. Δια την επιμέτρησιν των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Νόμου 110/1945 και άρθρα 57 και 474 του Ποιν. Κώδικος ως και Β.Δ. 30/30 Ιουν. 1952 (τόμ. 8 σελ. 28.80 και 84,2). 2.Εν τη καταγινωσκούση την ποινήν αποφάσει συνεπιβάλλεται εις τους εγγυητάς ή πληρωμή του αναλογούντος επί του καπνού απλού φόρου. 3.Αι διατάξεις του άρθρου τούτου εφαρμόζονται και κατά των εισαγαγόντων ή διατηρούντων εν ειδικώ ταμβακοποιείω καπνόν εις φύλλα, χρήσιμον προς κάπνισμα, κατασχομένου και του καπνού υπέρ του δημοσίου. Άρθρ.81.(ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρ. 5).-Ο κατά παράβασιν του άρθρ. 35 μεταφέρων καπνόν ή τουμπεκίον άνευ αδείας υπόκειται εις πρόστιμον (μέχρι δραχμών 500), κατασχομένων και των ειδών τούτων υπέρ του δημοσίου. Δια την επιμέτρησιν των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Νόμου 110/1945 και άρθρα 57 και 474 του Ποιν. Κώδικος ως και Β.Δ. 30/30 Ιουν. 1952 (τόμ. 8 σελ. 28.80 και 84,2). Άρθρ.82.(ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρ. 7).-Εις τας υπό του άρθρ. 70 οριζομένας ποινάς υπόκειται και πας ο πωλών κεκομμένον καπνόν, τουμπεκίον ή σιγάρα μη όντα εν δοχείω περιβεβλημένω δι’ αναλόγου ταινίας, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 10, ως και πας καπνοπώλης διατηρών εν τω καταστήματι αυτού ή αλλαχού δοχεία εμπεριέχοντα καπνόν ή σιγάρα, έχοντα διερρηγμένην την ένσημον ταινίαν ή μη φέροντα ευδιάκριτον την σφραγίδα του καπνοκοπτηρίου επί τε της ταινίας και του δοχείου αποτετυπωμένην. Βλ. και άρθρ. 5 Α.Ν. 966/1937 (κατωτ. αρ. 23). Άρθρ.83.(ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρ. 9, ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 13, ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 8).-1.Εν ταις περιπτώσεσι ταις οριζομέναις υπό των άρθρ. 70, 76, 81 και 87 εδ. α΄ και β΄ , οι τε αυτουργοί και συνεργοί καταδιώκονται και τιμωρούνται και ποινικώς κατά τας περί απάτης διατάξεις του Ποινικού Νόμου, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε συνεπεία μηνύσεως δημοσίου υπαλλήλου ή ιδιώτου. Η προσγενομένη εις το δημόσιον ζημία ένεκεν παραβάσεώς τινος εκ των ανωτέρω επ’ ουδεμιά περιπτώσει δύναται να λογισθή ελάσσων των δραχ. 25. Εις τους καταδικασθέντας επιβάλλεται και η κατά τα άρθρ. 34 και 37 του Ποινικού Νόμου οριζομένη αστυνομική επιτήρησις. Βλ. και σχόλιον εν τέλει παρ. 2 άρθρου 70. 2.(Εις τας αυτάς ως ανωτέρω περιπτώσεις εφαρμόζονται και αι διατάξεις των παρ. β΄, ς΄ και ζ΄ του άρθρ. 4 του ν. ΑπϞΘ΄ του 1892). Η παρ. 2 κατηργήθη υπό του ν. 1165/1918 περί Τελων. κώδικος (τ. 30). «3.Ο κατέχων σιγαρόχαρτον μη προερχόμενον εκ των αποθηκών των μονοπωλίων, βάρους μικροτέρου των 10 δραμίων, ή σιγαρέττα κατασκευασθέντα δια τοιούτου σιγαροχάρτου βάρους μικροτέρου των 20 γραμμαρίων, τιμωρείται δι’ αποφάσεως του οικονομικού εφόρου ή του διευθυντού του καπνεργοστασίου ή του ειρηνοδίκου ή της αστυνομικής αρχής, εις την έδραν των οποίων δεν λειτουργεί καπνεργοστάσιον, δια προστίμου (δραχ. 300) εν υποτροπή δε δια προστίμου (δραχ. 600). Η απόφασις αύτη των ειρημένων αρχών εις ουδέν ένδικον μέσον υπόκειται. Η απόφασις μετά του κατασχεθέντος σιγαροχάρτου ή των σιγαρέττων αποστέλλεται εις το αρμόδιον δημόσιον ταμείον, όπερ μεριμνά δια την εντός 10 ημερών από της προς αυτό κοινοποιήσεως της αποφάσεως βεβαίωσιν και είσπραξιν του προστίμου. Επί ενός φύλλου εκ του κατασχεθέντος σιγαροχάρτου και ενός των σιγαρέττων δέον να τίθηται η υπογραφή του κατάσχοντος ταύτα δημοσίου υπαλλήλου. Το ήμισυ του προστίμου αποδίδεται αμέσως άμα τη εισπράξει εις τον κατασχόντα και εάν η κατάσχεσις ενεργηθή υπό των κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζομένου, η λαθρεμπορία τιμωρείται κατά τας ισχυούσας περί λαθρεμπορίας του καπνού και του σιγαροχάρτου διατάξεις. Το εν τη περιπτώσει ταύτη επιβαλλόμενον πρόστιμον δεν δύναται να είναι μικρότερον των 1000 δραχμών. Σελ. 281 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 Καταργείται το άρθρ. 8 του ν. ΓΤΠΑ΄ του 1909». Η παρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω υπό του Ν.Δ. της 11/13 Ιουλ. 1925 (κατωτ. αριθ. 13). Κατά το άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 3/3 Φεβρ. 1926 (κατωτ. αριθ. 13β΄) δικαίωμα εκδόσεως αποφάσεων κατά την ως άνω παράγραφον έχουσι και αι αστυνομικαί αρχαί, εις τας έδρας των οποίων λειτουργούσι καπνεργοστάσια ή οικονομικαί εφορίαι. «4.Αι διατάξεις του Ν.Δ. της 22 Νοεμ. 1923 περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τινών επ’ αυτοφώρω, εφαρμόζονται και επί των πλημμελημάτων λαθρεμπορίας από της 18 Δεκεμβρίου ε.ε. καθ’ όλον το Κράτος. Αι εκκρεμείς δίκαι εξακολουθούσι δικαζόμεναι κατά τας μέχρι τούδε διατάξεις». Η παρ. 4 προσετέθη υπό του Ν.Δ. της 8/12 Δεκ. 1923 περί επεκτάσεως του τρόπου της εκδικάσεως των επ’ αυτοφώρω πλημμελημάτων ως επί της λαθρεμπορίας (τ. 30). άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, (κατωτ. αριθ. 94). Άρθρ.84.(Άρθρ.7 του ν. 1679 του 1919). - 1. Καταδιώκονται και τιμωρούνται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 70, 88 και 89 του νόμου τούτου: α) Οι συσκευάζοντες καπνόν, σιγαρέττα, σιγάρα, τουμπεκίον ή ταμβάκον εις κυτία μη αναγράφοντα τα εν άρθρ. 5 αναφερόμενα ή μη αναγράφοντα τούτα ευκρινώς και κατά τον δια Β.Δτος καθορισθησόμενον τρόπον και τύπον. β) οι κατέχοντες, αγοράζοντες ή πωλούντες τα είδη ταύτα εις τοιαύτα κυτία. γ) Οι πωλούντες τοιαύτα είδη εις τιμήν ανωτέραν της επί των κυτίων αναγραφομένης, και δ) Οι κατέχοντες ή πωλούντες μετά ένα μήνα από της 1 Οκτ. 1919 κυτία περιέχοντα τοιαύτα είδη και μη φέροντα τας δια Β.Δ/τος καθορισθησομένας ταινίας ή σήματα και τας σφραγίδας των καπνεργοστασίων ή ταμβακοποιείων. «ε.Οι βιομήχανοι οι εξάγοντες εκ των καπνεργοστασίων του Κράτους σιγαρέττα προοριζόμενα δια κατανάλωσιν εν τω εσωτερικώ μη αναγράφοντα επί ενός εκάστου σιγαρέττου είτε την επωνυμίαν της Καπνοβιομηχανίας ή σαφή ένδειξιν δηλωτικήν της επωνυμίας της Καπνοβιομηχανίας προς τούτο εγκρινομένην παρά του Υπουργού των Οικονομικών, είτε άλλας ενδείξεις δι’ αποφάσεων του αυτού Υπουργού των Οικονομικών οριζομένας». Το ως άνω εδ. ε΄ προσετέθη δια της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 2057/1943. Σελ. 282 2.Η κατοχή και πώλησις εις τας Παλαιάς Χώρας καπνού μεταποιηθέντος εις ταμβάκον προ της ισχύος του ν. 1679 του 1919 (1 Ιουλ. 1919) επιτρέπεται μέχρι τέλους Μαρτ. 1920 (Ν. 1943 του 1920). (Άρθρ.85 (ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρον 10).-Εις τους μηνυτάς παραβάσεώς τινος των διατάξεων του παρόντος νόμου προκαταβάλλονται υπό του δημοσίου, απέναντι της οριζομένης υπό του άρθρ. 88 αμοιβής, μετά την υπό του διοικητικού δικαστηρίου των φορολογικών παραβάσεων έκδοσιν της οριστικής αποφάσεως, αν αύτη είναι καταδικαστική, δραχμαί πέντε). ια του άρθρ. 5 του ν. 5054 του 1931 περί τροποποιήσεως διατάξεων διώξεως λαθρεμπορίου (τ. 30) κατηργήθησαν πάσαι αι βάσει των κειμένων νόμων χορηγούμεναι αμοιβαί εις τους μηνυτάς και τους οπωσδήποτε συμπράττοντας εις την ανακάλυψιν και κατάσχεσιν λαθρεμπορευμάτων. Άρθρ.86.(ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρ. 11).-Οι υπό του παρόντος νόμου εντεταλμένοι καθήκοντα δημόσιοι ή δημοτικοί υπάλληλοι, αρνούμενοι ή αναβάλλοντες την εκπλήρωσιν των καθηκόντων αυτών καταδιώκονται και τιμωρούνται ποινικώς επί αρνήσει υπηρεσίας με φυλάκισιν μέχρι τριών μηνών, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε επί καταγγελία του υπουργού των Οικονομικών ή του οικονομικού εφόρου. Βλ. και άρθρ. 6 του ν. 5054 του 1931 περί τροποπ. διατάξεων διώξεως λαθρεμπορίου (τ. 30). 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού Άρθρ.87.(ΓΤΠΑ΄ του 1909 άρθρ. 7, 1321 του 1918 άρθρ. 3, ν. 1679 του 1919 άρθρ. 3 παρ. 7).-1. Καταδιώκεται και τιμωρείται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 70, 83, 88 και 89 του νόμου τούτου: α) Η παρ’ οιουδήποτε εκτός του δημοσίου ή άνευ της αδείας αυτού, εισαγωγή, κατασκευή, κατοχή, πώλησις και αγορά μηχανημάτων και εργαλείων αποκλειστικώς χρησίμων προς κοπήν καπνού και τουμπεκίου ή διασκευήν και συσκευήν σιγαροχάρτου, β) Η προς εμπορίαν συλλογή, κατοχή, αγορά και πώλησις ακεραίων ενσήμων ταινιών, αφαιρεθεισών εκ των εφ’ ων επεκολλήθησαν εν καπνεργοστασίοις δοχείων προς σκοπόν της λαθραίας χρήσεως αυτών ή επικολλήσεως αυτών εις έτερα δοχεία καπνού ή σιγαρέττων ή σιγάρων, προς καταδολίευσιν του δικαιώματος του δημοσίου και εν γνώσει πώλησις και αγορά τοιούτων δοχείων. γ) Η παρά καπνοπώλου εν γνώσει διατήρησις εν τω καταστήματι ή αλλαχού δοχείων, μη φερόντων την σφραγίδα του καπνοκοπτηρίου επί τε της ταινίας και του δοχείου αποτετυπωμένην. δ) Η άνευ προηγουμένης εκπληρώσεως πάντων των όρων και διατυπώσεων του νόμου εντός του δημοσίου καπνεργοστασίου: 1) εισαγωγή καπνού εις φύλλα, 2) κοπή αυτού, 3) κατοχή, αγορά και πώλησις ή ανάλωσις κεκομμένου καπνού και 4) εξαγωγή αυτού εκτός του καπνεργοστασίου. ε) Η εκτός των δημοσίων καπνεργοστασίων κοπή καπνού, κατασκευή σιγάρων (πούρων) κατοχή, αγορά και πώλησις κεκομμένου καπνού, σιγαρέττων και σιγάρων χωρίς να ενεργηθώσι προηγουμένως εντός καπνεργοστασίου αι νόμιμοι διατυπώσεις και πληρωμαί. ς) Η λαθραία εις την ξηράν αποβίβασις ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον επαναφορά καπνού ή τουμπεκίου φορτωθέντος προς αποστολήν εις το εξωτερικόν καθώς και η άνευ ελέγχου ή γραπτής αδείας της τελωνειακής αρχής φόρτωσις ή αποστολή καπνού ή τουμπεκίου εις το εξωτερικόν. ζ) Η εντός πλοίου χωρητικότητος κατωτέρας των 100 τόννων, προοριζομένου ή παραπλέοντος την ακτήν επί σκοπώ λαθραίας αποβάσεως, εις απόστασιν μικροτέραν των δύο μυριαμέτρων ύπαρξις κεκομμένου καπνού και εάν ούτος είναι αναγεγραμμένος εν τω δηλωτικώ, οσάκις το ποσόν αυτού είναι ανώτερον των αναγκών της αμέσου καταναλώσεως του πληρώματος. η) Η κατοχή ή μεταφορά καπνού ή εγχωρίου τουμπεκίου εις φύλλα 1) κατά παράβασιν διατάξεώς τινος των άρθρ. 21 ή 25 του παρόντος νόμου, ή 2) καθ’ υπέρβασιν του ως έγγιστα καθωρισμένου ποσού, 3) η κατά παράβασιν διατάξεώς τινος του άρθρ. 25 του παρόντος νόμου εναποταμίευσις εν άλλη αποθήκη, παρά την εν τη δηλώσει ή αδεία αναφερομένην, μεταφορά εις άλλην πόλιν ή προς αποστολήν εις την αλλοδαπήν και μεταβίβασις εις έτερον πρόσωπον τοιούτων ειδών. θ) Η επί έλαττον του δηλωθέντος ή του εν τη αδεία αναφερομένου ποσού ανακαλυπτομένη διαφορά καπνού ή τουμπεκίου εις φύλλα, εφ’ όσον η διαφορά αύτη είναι ανωτέρα των 10% επί του δηλωθέντος ποσού. 2.Εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων και φύρας δια Β.Δ/των καθορισθησομένων, πάσα διαφορά μη δεδικαιολογημένη, προκύπτουσα δε είτε μεταξύ της καταγραφείσης ποσότητος και ποιότητος εκάστης παραγωγής και της αποθηκευθείσης, είτε μεταξύ της αποθηκευθείσης ποσότητος και ποιότητος και της κατά τον έλεγχον ευρεθείσης, θεωρείται ως διατεθείσα εις λαθραίαν χρήσιν. Άρθρ.88.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 57, ν. ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 15 και άρθρ. 7 ν. 1943 του 1920).-(1. Το ήμισυ της επιβαλλομένης ποινής αποδίδεται μετά την είσπραξιν εις τον μηνυτήν, είτε δημόσιος υπάλληλος ή υπηρέτης είναι ούτος, είτε ιδιώτης, εάν προσωπικώς συντελέση εις την ανακάλυψιν της παραβάσεως. 2.Η αμοιβή αύτη ουδέποτε απονέμεται εις την δικάζουσαν αρχήν). Βλ. σχόλιον άρθρ. 85. 3.Καθ’ ας περιπτώσεις κατά τους νόμους περί δεκάτης καπνού, περί εγγείου φόρου και περί φόρου καταναλώσεως καπνού επιβάλλεται κατάσχεσις επί καπνού εις φύλλα, επί κεκομμένου καπνού ή σιγαρέττων ή σιγάρων (πούρων) ή τουμπεκίου, τα κατασχεθέντα είδη εκποιούνται δια δημοπρασίας, κατά τα δια Β.Δ/τος κανονισθησόμενα, και εκ του εκπλειστηριάσματος αυτών εισπράττονται τα οφειλόμενα πρόστιμα (ή χρηματικαί ποιναί), φόροι, τέλη και έξοδα, το δε υπόλοιπον του εκπλειστηριάσματος αποδίδεται εις τον κύριον των κατασχεθέντων. Εις αυτόν επιτρέπεται να αποδοθώσι τα κατασχεθέντα, μετά την κατάσχεσιν, εάν καταθέση λόγω εγγυήσεως επί παρακαταθήκη εις δημόσιον ταμείον ποσόν ίσον προς τον ανώτατον όρον του προστίμου (ή της χρηματικής ποινής), των φόρων, τελών και εξόδων. «4.Δύναται ο υπουργός των Οικονομικών, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του οικον. εφόρου ή διευθυντού του καπνεργοστασίου, να διατάξη την προκαταβολήν της δια της παρ. 1 του άρθρου 88 του κώδικος των νόμων περί φορολογίας του καπνού και του άρθρ. 3 του ν. ΑΡΝΕ΄ της 27 Μαρτ. 1884 οριζομένης αμοιβής εν όλω ή εν μέρει και προ της εισπράξεως της ποινής, αναγραφομένης προς τούτο σχετικής πιστώσεως εις τον προϋπολογισμόν των εξόδων του υπουργείου των Οικονομικών». Η εντός « » παρ. 4 προσετέθη υπό του άρθρ. 3 του ν. 3168/1924 (κατωτ. αριθ. 12). Σελ. 283 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 Άρθρ.89(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 54 και ν. 1680 του 1919).-«1.Επί παραβάσεων του παρόντος νόμου ο αρμόδιος Οικονομικός Έφορος ή Έφορος Καπνού ή Τελώνης, καθ’ ας περιπτώσεις είναι ούτος αρμόδιος και δια τας τελωνειακάς παραβάσεις, εκδίδει πράξιν, καθ’ ης επιτρέπεται ένστασις». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 56 Α.Ν. 2595/1940 (27.1 α ). Η (έφεσις) γράφεται επί χαρτοσήμου (δραχμής) και κοινοποιείται εις την εκδούσαν αρχήν, ήτις υποβάλλει την δικογραφίαν και την (έφεσιν) εις τον πρόεδρον του διοικητικού δικαστηρίου δια την εις αυτό εισαγωγήν της υποθέσεως. Άρθρ.90.(Ν.1321 του 1918 άρθρ. 3 παρ. 5, άρθρ. 11 εκτός παρ. 2,12 έως 14,17 του ν. 522 του 1914).1.Θεωρούνται ως διατεθέντα εις λαθρεμπόριον: α) Τα μεταφερθέντα εντός του Κράτους καπνά, ων τα κεκανονισμένα δικαιολογητικά έγγραφα και πιστοποιητικά δεν επεστράφησαν εν τάξει ή εντός των νομίμων προθεσμιών. β) Τα προκύψαντα ελλείμματα μεταξύ των μεταφερθέντων εντός του Κράτους και των αναγραφομένων εν τοις συνοδεύουσιν αυτά εγγράφοις ή εν τοις πιστοποιητικοίς του τόπου του προορισμού μετ’ αφαίρεσιν της νομίμου φύρας. Άρθρ.91.(Ν.1321 του 1918 άρθρ. 3 παρ. 5 και παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 522 του 1914).-1.Αι μη ειδικώς προβλεπόμεναι υπό του παρόντος νόμου παραβάσεις των διατάξεων αυτού, τιμωρούνται εξ επαγγέλματος υπό του πλημμελειοδικείου δια χρηματικής ποινής. 2.Αι παρανόμως γενόμεναι φυτείαι ή σποραί καπνού δημεύονται και καταστρέφονται. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ΄ Γενικαί διατάξεις του Α΄ μέρους Άρθρ. 11.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 7, ν.ΒΗ΄ του 1892 άρθρ. 2).(Καθωρίζετο το «έξοδον κοπής» όπερ κατηργήθη υπό του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1941/1939 (κατωτ. αριθ. 25). Άρθρ.92.(Ν.1679 του 1919 άρθρ. 3 παρ. 1).- 1.Ο εισκομίζων εις τα εργοστάσια εσωτερικής καταναλώσεως καπνόν προς κοπήν ή κατασκευήν σιγαρέττων, υποχρεούται να παραλαμβάνη και σιγαρόχαρτον του μονοπωλίου επί τιμή δραχμών δύο κατά χιλιόγραμμον καπνού και αναλογία οκτακοσίων ογδοήκοντα φύλλων δι’ έκαστον χιλιόγραμμον καπνού, προκαταβάλλων το αντίτιμον αυτού. 2.Το κατά την ανωτέρω παράγραφο αντίτιμον σιγαροχάρτου καταβάλλεται επί τη αυτή αναλογία και δια τα εκ του εξωτερικού εισαγόμενα δια σιγαροχάρτου κατασκευασμένα σιγαρέττα. Σελ. 284 Βλ. και τας κάτωθι διατάξεις: α) το άρθρον 10 του Ν.Δ. της 15/18 Δεκ. 1923 (κατωτέρω αριθ. 11) β) το άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 8/12 Δεκ. 1922 γ) το άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 22/24 Μαΐου 1926 (κατωτ. αριθ. 16) δ) το άρθρον 2 του ν. 5054/1931 περί τροποποιήσεως διατάξεων διώξεως λαθρεμπορίου (τ. 30) ε) το άρθρ. 1 του ψηφίσματος της 1/3 Ιουν. 1927 (κατωτ. αριθ. 17) και ς) του Α.Ν. 530/1937 (28.Εβ.8.). Την νομοθεσίαν περί σιγαροχάρτου βλ. κατωτέρω 28.Εβ. Άρθρ.93.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 71).-1.Η διαχείρισις των ταινιών προς περιβολήν καπνού, τουμπεκίου και σιγάρων και η είσπραξις του τέλους αυτών, του δικαιώματος καταναλώσεως και του εξόδου κοπής και συσκευής, προς δε η διαχείρισις του κατά το άρθρ. 92 αναλογούντος σιγαροχάρτου και η είσπραξις του αντιτίμου αυτού, δύναται ν’ ανατεθή δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών εις διευθυντάς εργοστασίων κοπής καπνού ή τους αναπληρωτάς αυτών. 2.Οι υπάλληλοι καθίστανται υπόλογοι ενώπιον του δημοσίου και δίδουσι λόγον της διαχειρίσεώς των, κατά τα περί υπολόγων διατεταγμένα, ενώπιον του υπουργείου των Οικονομικών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρ.94.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 69).-Πάντα τα κατά τον παρόντα νόμον και τα προς εκτέλεσιν αυτού έγγραφα και αντίγραφα συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου. Άρθρ.95.(ΒΡΙΑ΄ του 1892 άρθρ. 13).-Μετ’ αποτυχούσαν δημοπρασίαν περί εκποιήσεως του εκ κατασχέσεως προερχομένου καπνού και τουμπεκίου, δύναται ο υπουργός των Οικονομικών να χορηγήση ταύτα εις γαιοκτήμονας δια γεωπονικάς εργασίας, επί τιμήματι ανωτέρω των 10 λεπτών κατ’ οκάν, αφού προηγουμένως κατασταθώσι ταύτα άχρηστα προς άλλον σκοπόν δι’ επιρραντισμού αναλόγου ποσού πετρελαίου. Άρθρ.96.(ΒΣΟΕ΄ του 1895 άρθρ. 10).-Τα δια το εξωτερικόν προωρισμένα σιγάρα κατασκευάζονται δια σιγαροχάρτου άνευ σήματος του δημοσίου. 28.Ε.α.6 Κώδικας Φορολογίας Καπνού Άρθρ.97.-(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94). Άρθρ.98.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 73, ν. ΒΝΕ΄ του 1892 άρθρ. 18, ν. ΒΡΙΑ΄ του 1892 άρθρ. 17, ν. 1679 του 1919 άρθρ. 10).- Δια Β.Δ/των καθορίζονται: α) Τα του ελέγχου και της επιτηρήσεως του καπνού εις φύλλα. β) Τα της αποδείξεως της εν δημοσίω εργοστασίω κοπής, της εις έτερον πρόσωπον μεταβιβάσεως, της εις ετέραν επαρχίαν μεταφοράς, της αποστολής εις το εξωτερικόν και της μεταποιήσεως εις ταμβάκον. γ) Τα των εγγυήσεων. δ) Τα τηρούμενα βιβλία και ο τύπος των αδειών, δηλώσεων και εγγυήσεων. ε) Τα της δημοπρασίας της εκποιήσεως των μηχανημάτων κοπής καπνού των δημοσίων εργοστασίων, ς) Ο τρόπος της περιβρέξεως του καπνού δια την μεταποίησιν αυτού εις ταμβάκον, και το είδος του χρησιμοποιουμένου αποβράσματος (σερμπετίου). ζ) Ο τύπος και ο τρόπος της επί των κυτίων αναγραφής των εν άρθρ. 5 του παρόντος αναφερομένων. η) Το είδος των δοχείων ή κυτίων και τα ποσά εις βάρος του περιεχομένου εκάστου τούτων. θ) Αι κλάσεις, το είδος, ο τύπος, αι διαστάσεις και το χρώμα των ταινιών ή ενσήμων, δι’ ων θέλει ενεργείσθαι η είσπραξις του φόρου, και ο τρόπος της επικολλήσεως αυτών επί των κυτίων και της διαγραφής αυτών. ι) Οι όροι και αι διατυπώσεις, υφ’ ους επιτρέπεται η μεταφορά εκ Παλαιάς Ελλάδος εις τας Νέας Χώρας και τανάπαλιν καπνού κεκομμένου, σιγαρέττων, σιγάρων, τουμπεκίου και ταμβάκου μη υποβληθέντων εις τον φόρον και ο τρόπος της βεβαιώσεως και εισπράξεως του επ’ αυτών αναλογούντος τοιούτου. ια) Τα αφορώντα εν γένει την εκτέλεσιν του νόμου τούτου. Βάσει του άνω άρθρου εξεδόθησαν τα κάτωθι εκτελεστικά διατάγματα: α)Β.Δ.14/15 Σεπτ. 1892 περί εγγυήσεως δια τον υπό την επιτήρησιν του δημοσίου αποθηκευόμενον καπνόν και τουμπεκίον εις φύλλα. β)Β.Δ. της 7/8 Αυγ. 1893 περί εκτελέσεως του ν. ΒΝΕ΄/1892. γ)Β.Δ.22/26 Μαΐου 1918 περί εκτελέσεως ν. 1321/1918 τροποποιηθέν υπό του Β.Δ. 23/29 Οκτ. 1937. δ)Β.Δ.3/13 Ιουν. 1919 περί εκτελέσεως του ν. 1679/1919. ε)Β.Δ. της 10/29 Αυγ. 1949 περί καθορισμού τύπου, ειδών, διαστάσεων, χρωματισμών κλπ. των ταινιών εισπράξεως του φόρου καταναλώσεως σιγαρέττων. ΜΕΡΟΣ Β΄ Έγγειος φόρος Παλαιού Βασιλείου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ΄ Περί εγγείου φόρου επί του καπνού, του παραγομένου εν τη Παλαιά Ελλάδι, Χίω, Σάμω και Κρήτη (Άρθρ.99.(Άρθρ.1 ν. 1321 του 1918).-Επί των εν τω παλαιώ Βασιλείω εν Χίω, Σάμω και Κρήτη παραγομένων καπνών επιβάλλεται έγγειος φόρος, οριζόμενος εις 10 τοις εκατόν επί της αξίας των παραγομένων καπνών βεβαιούμενος και εισπραττόμενος κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου και κατά τα κανονισθησόμενα δια Β.Δ/τος, δι’ ου επιτρέπεται να κανονισθώσι και οι όροι, καθ’ ους ο έγγειος φόρος ούτος καταβάλλεται εις είδος, εν περιπτώσει διαφωνίας περί της αξίας μεταξύ της αρχής και του εις φόρον υποχρέου). Δια την νομοθεσίαν περί εγγείου φορολογίας επί του καπνού βλ. και 27.Αζ. Άρθρ.100.(Άρθρ.2 ν. 1321 του 1918).- 1.(Η είσπραξις του φόρου τούτου γίνεται κατά γενικόν κανόνα παρά του δημοσίου ταμείου προ πάσης εκδόσεως αδείας α) προς μεταφοράν του παραχθέντος καπνού εκ της εν η το πρώτον εναποταμιεύθη αποθήκης εις άλλον τόπον, υπαγόμενον εις την δικαιοδοσίαν άλλης οικονομικής εφορείας, προς αποταμίευσιν, ή β) προς εξαγωγήν εις το εξωτερικόν, ή γ) προς μεταβίβασιν εις έτερον πρόσωπον. Εξαιρέσεις του κανόνος τούτου, αφορώσαι εις την μετά την μεταφοράν του καπνού πληρωμήν, δύνανται να καθορισθώσι δια Β.Δ/τος, δι’ ου ορισθήσεται συνάμα και η δοτέα εν ταις περιπτώσεσι ταύταις εγγύησις). 2.Δια Β.Δ/των κανονισθήσονται, δια τον καπνόν εκάστης εσοδείας, τον ευρισκόμενον εις τας αποθήκας των παραγωγών, εις ας ούτοι έχουσιν εναποταμιεύσει αυτόν, κατά το τέλος Ιουλίου εκάστου έτους, μέτρα εξασφαλιστικά της μη αναμίξεως του καπνού τούτου μετά του καπνού της νέας εσοδείας. (Αντί για τη σελ. 285) Σελ. 285(α) Τεύχος Ζ11-Σελ. 73 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.6 3.Κατά τον αυτόν τρόπον θέλουσι κανονισθή ανάλογα μέτρα δια τον υπό των παραγωγών κατεχόμενον καπνόν των προ του έτους 1918 εσοδειών, όστις απαλλάσσεται του κατά τον νόμον τούτον εγγείου φόρου, τοποθετούμενος εν αποθήκη ή διαμερίσματι ιδιαιτέρω και διακεκριμένω του καπνού της εσοδείας του έτους 1918. Βλ. και άρθρ. 3 ν. 3256/1925 (27.Αζ.2). Πρβλ. το Β.Δ. της 22/26 Μαΐου 1918 περί εκτελέσεως του ν. 1321/1918. Άρθρ.101.(Άρθρ.5 ν. 1321 του 1918).1.Δια Β.Δ/των: α) ορισθήσεται η εις τους ενεργούντας τας καταγραφάς δημοσίους, δημοτικούς ή κοινοτικούς συμβούλους ή παρέδρους, παρεχομένη ημερησία αποζημίωσις, εκτός των οδοιπορικών εξόδων, μέχρι δραχ. πέντε, και β) επιτραπήσεται η πρόσληψις εμπειροτεχνών, ζυγιστών και φυλάκων δια την ενέργειαν της καταγραφής και δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν του εγγείου φόρου του καπνού. (2.Εις το προσωπικόν καπνεργοστασίων, των οικονομικών εφορειών και των ταμείων, ή εις ωρισμένους υπαλλήλους αυτών, επιτρέπεται να παρέχωνται, δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών, ποσοστά εξ 0,25% επί του βεβαιουμένου και εισπραττομένου ποσού, του κατά τον νόμον τούτον βεβαιουμένου φόρου, κατά τα δια Β.Δ κανονισθησόμενα). ΜΕΡΟΣ Γ΄ Δεκάτη Νέων Χωρών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ΄ Περί δεκάτης καπνού Νέων Χωρών (Άρθρ.102.(Άρθρ.22 ν. 522 του 1914 και άρθρ. 8 παρ. 1 του ν. 1679 του 1919).- Επιβάλλεται εν ταις γενικαίς διοικήσεσι Μακεδονίας, Ηπείρου και Νήσων Αιγαίου δεκάτη επί του καπνού, ανερχομένη εις 10% επί της αξίας, βεβαιουμένη και εισπραττομένη κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου και τα κανονισθησόμενα δια Β.Δ/τος, δι’ ου επιτρέπεται να καθορισθώσι και οι όροι καθ’ ους η δεκάτη καταβάλλεται εις είδος, εν περιπτώσει διαφωνίας περί της αξίας μεταξύ της αρχής και του εις φόρον υποχρέου). Την νομοθεσίαν περί εγγείου φορολογίας επί του καπνού βλ. εν 27.Αζ. Σελ. 286(α) Τεύχος Ζ11-Σελ. 74 ΜΕΡΟΣ Δ΄ Περί του καπνού των Νέων Χωρών ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ΄ Περί φορολογίας του καπνού Άρθρ.12.(Α ΥΚ΄ του 1887 άρθρ. 8, ν. ΒΨΕ΄ του 1900 άρθρ. 3 παρ. 1).-1.Το δικαίωμα καταναλώσεως εισπράττεται δι’ ενσήμων ταινιών. 2.Αι ένσημοι ταινίαι διαχειρίζονται κατά τας διατυπώσεις και τας ευθύνας τας δια το χαρτόσημον κεκανονισμένας και επιτίθενται μόνον εν τοις δημοσίοις εργοστασίοις και υπό των προς τούτο ωρισμένων δημοσίων οργάνων. 3.Επί των ταινιών αναγράφεται το αναλογούν δικαίωμα εις έκαστον δοχείον καπνού, σιγαρέττων, πούρων ή τουμπεκίου. 4.Το σχήμα και το περιεχόμενον των ταινιών κανονισθήσεται δια Β.Δ/τος (κατωτ. άρθρον 98 εδ. ι΄). Εις εκτέλεσιν της διατάξεως ταύτης εξεδόθη το Β.Δ. της 10/29 Αυγ. 1949 περί καθορισμού τύπου, διαστάσεων, χρωματισμών κλπ. των ταινιών εισπράξεως του φόρου καταναλώσεως σιγαρέττων. Άρθρ.103.-(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 26 Νόμ. 1439/1984, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 94, από δε την παρ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.